Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η Ελενίτσα (διήγημα του Κωνστ. Τσιτσελίκη)

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2022


Το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα το πήρα από τη συλλογή διηγημάτων «Ιβάν Τσέρμσκι και άλλα διηγήματα», που κυκλοφόρησε το 2020 από τις εκδόσεις Εστία. Δεν είναι καινούργια διηγήματα. Ο Τσιτσελίκης (1882-1938) γεννήθηκε στην οθωμανική Κοζάνη, έκανε γερές σπουδές στην Αθήνα, την Κωνσταντινούπολη και τη Γερμανία, άσκησε τη δικηγορία και τη δημοσιογραφία, ενώ εκλέχτηκε και βουλευτής στις εκλογές του 1920 με τον αντιβενιζελικό συνασπισμό.

Στον πρόλογο χαρακτηρίζεται «Ο Καμπούρογλους της Κοζάνης» με την έννοια ότι μελέτησε και ανέδειξε με τα γραφτά του, τόσο τα λογοτεχνικά όσο και τα ιστορικά-λαογραφικά, τη γενέτειρά του και την περιοχή της κατά τον ίδιο τρόπο που ο Δημ. Καμπούρογλου μελέτησε την Αθήνα στο έργο του.

Ο τόμος της Εστίας συγκεντρώνει διηγήματα από τις συλλογές που είχε εκδώσει όσο ζούσε ο Τσιτσελίκης ή που είχε δημοσιεύσει σε περιοδικά της εποχής, σε φιλολογική επιμέλεια του Μάριου-Κυπαρίσση Μώρου, ο οποίος έχει κάνει πολλή δουλειά υποδομής.

Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον διότι φωτίζει μια περιοχή του ελληνικού χώρου που δεν την έχουμε γνωρίσει καλά μέσα από τη λογοτεχνία, αλλά και μια περίοδο άγνωστη, την τρίχρονη περίοδο της γαλλικής κατοχής στη δυτική Μακεδονία (1915-1918).

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα, η Ελενίτσα είναι μια πόρνη που διασκεδάζει με τους Γάλλους αξιωματικούς που κατέχουν την Κοζάνη ενώ οι περισσότεροι Κοζανίτες λιμοκτονούν. Η σκληρότητα των δυνάμεων κατοχής εξηγεί για ποιο λόγο η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων της περιοχής στράφηκε κατά του Βενιζέλου. Ωστόσο, και ο ίδιος ο Τσιτσελίκης, αν και πολιτεύτηκε με τις εθνικόφρονες φιλοβασιλικές δυνάμεις, μέσα από τα γραφτά του δείχνει πολύ διαφορετικό πρόσωπο.

Στο διήγημα Ιβάν Τσέρμσκι νεκρολογεί με πολλή συμπάθεια έναν Ρώσο στρατιώτη που είχε ταχθεί με τους μπολσεβίκους, ενώ στο «Αχάριστος γιος, κακός γιος» αφενός παρουσιάζει ρεαλιστικές σκηνές από τον πόλεμο στη Μικρασία και αφετέρου δείχνει τη δυσανεξία των ντόπιων απέναντι στους πρόσφυγες. Στο «Ένα ξερίζωμα» αφηγείται την τύχη των Βαλαάδων, ελληνόφωνου πληθυσμού της περιοχής, που ανταλλάχτηκαν επειδή ήταν μουσουλμάνοι παρόλο που ήθελαν να μείνουν στον τόπο τους.

Ο επιμελητής εχει (πολύ σωστά κατά τη γνώμη μου) μονοτονίσει το κείμενο και εκσυγχρονίσει την ορθογραφία, ενώ υπάρχει και γλωσσάρι στο τέλος, που δεν έχει μόνο ιδιωματικές λέξεις αλλά και τοπωνύμια. Σημειώνω με αστερίσκο τις λέξεις και τις εξηγώ στο τέλος.

Ας διαβάσουμε λοιπόν την Ελενίτσα

Η Ελενίτσα

– Στην υγειά των γενναίων Γάλλων! εφώναξε με βρα­χνή φωνή η Ελενίτσα και ενώ φυσούσε με ηδονή μια πυκνή τολύπη καπνού από το στόμα της, με τα λιγω­μένα μεγάλα μαύρα μάτια της καρφωμένα προς την καπνισμένη οροφή του δωματίου, άρπαξε με το δεξί της χέρι το ποτήρι της σαμπάνιας, προσπάθησε να ση­κωθεί, και με το αριστερό της χέρι, που κρατούσε το αναμμένο πούρο, στηρίχθηκε στον ώμο του υπολοχαγού Λαπελετιέ. Χωρίς να το θέλει όμως, σε μια απότο­μη στροφή της κεφαλής του τελευταίου, του έκαψε με το πούρο της σχεδόν το μισό μουστάκι του.

–  Προσοχή, λοιπόν, ωραία μου! είπεν ο υπολοχαγός του 63ου Αποικιακού Συντάγματος, διορθώνο­ντας το καμένο μουστάκι του που ήταν τόσο ωραίο και φουντωτό προ ολίγων στιγμών, και κρατώντας ένα μικρό καθρεφτάκι της τσέπης, τι θα ’λεγε τώρα η γυναικούλα μου αν μ’ έβλεπε έτσι μασκέ με μισό μουστάκι!

–  Βοτρ φαμ μοά σε σοάρ, ξεφώνισεν η Ελενίτσα σε μια άσχημη γαλλική γλώσσα και προφορά. Και με το ψηλό τακουνάκι της χτυπούσε το πάτωμα και έκαμνε τη θυμωμένη, γιατί ο υπολοχαγός θυμήθηκε τη γυναί­κα του αυτή τη στιγμή.

–  Στην υγειά των ωραίων Ελληνίδων που ξεύρουν να διασκεδάζουν! εφώναξε γελώντας ο νεαρός ανθυ­πίλαρχος Ολιβιέ και συγκρουοντας το ποτήρι του με το ποτήρι της Ελενίτσας, του υπολοχαγού Λαπελετιέ και του τετάρτου συντρόφου της παρέας, υπολοχα­γού του πεζικού Γκουρώ.

Και όλοι τώρα αγκαλιασμένοι και τρικλίζοντας ολόγυρα στο τραπέζι άρχισαν να τραγουδούν το τρα­γούδι της Μαργκερίτ, ενώ η Ελενίτσα, στηριζομένη πότε στον ώμο του ενός και πότε στου άλλου, τους χτυπούσε στο πρόσωπο με τη μικρή πράσινη φουντίτσα του καπέλου της ή χάιδευε με το χέρι της το κα­μένο μουστάκι του Λαπελετιέ.

–  Ε, Σαρόν! Έλα να σηκώσεις το μπούτι του αγριοχοίρου και άνοιξέ μας ακόμα τρεις Σιαντόν ε Μοέτ. Φέρε μας και τα φρούτα! διέταξεν ο υπολοχαγός Γκουρώ τον υπηρέτη του. Και γυρνώντας προς τους συναδέλφους του,

–  Ε, συνάδελφοι, προσέθεσε, θα ομολογήσετε ότι το αποψινό μας τραπέζι είναι θαυμάσιο. Δε μου κά­ματε όμως ούτε ένα κοπλιμέντο για τη διακόσμηση του σαλονιού. Για κοιτάξτε, δεσποινίς! Αυτά τα ’τοίμασα για σας! Και με το δάχτυλό του έδειξε τον αντικρινό τοίχο, όπου δυο υφάσματα, το ένα άσπρο και το άλλο γαλάζιο, διπλωμένα με φιλοκαλία και κομψότητα, αποτελούσαν το σύμπλεγμα της ελληνι­κής σημαίας.

–  Βιβ λα Φρανς! απάντησεν η Ελενίτσα, δείχνοντας με το ανασηκωμένο δεξί πόδι της, και ακουμπώντας στον ώμο του Λαπελετιέ, στον άλλο τοίχο ένα όμοιο σύμπλεγμα της γαλλικής σημαίας. Εγώ αγαπώ όλη τη στρατιά της Ανατολής! Και για ν’ αποδείξει εμπράκτως τα αισθήματά της, άρχισε να τραγουδά άγρια και δυνατά με τη βραχνή φωνή της τη Μασσαλιώτιδα, « Αλλόνζ ανφάν ντε λα πατρί!», εις την οποίαν φυσικά τη συνόδευσαν και οι γάλλοι αξιωματικοί. Ο Σαρόν, που εκείνη τη στιγμή έφερνε τα φρούτα και μια φιάλη σαμπάνιας, στάθηκε στη θύρα, πέρασε γρήγορα γρή­γορα τη φιάλη από το δεξί του χέρι στο αριστερό όπου είχε και τα φρούτα και χαιρέτησε στρατιωτικά την πρώτη στροφή της Μασσαλιώτιδος.

Το δωμάτιο εις το οποίον εδίδετο το γλέντι ήταν μισοϋπόγειο. Τα δυο του παράθυρα ενώ από μέσα ήταν υψηλά, απ’ έξω άρχιζαν αμέσως από το έδαφος. Το ύψος του δεν ήταν ανώτερο από δυόμισι μέτρα. Τα καθημερινά του έπιπλα ήταν ένα ξύλινο κρεβάτι και ένα τετράγωνο τραπέζι που χρησιμοποιούνταν πότε ως γραφείο, πότε εστιατόριο και πότε νιπτήρας, τρία ξύλινα καθίσματα και δύο μπαούλα εκστρατείας.

Η γαλλική αστυνομία το είχε επιτάξει κι αυτό όπως και τόσα άλλα με τη συνεργασία του δημάρχου, και έτσι βρέθηκεν ως κατοικία του υπολοχαγού Γκουρώ, αλλά και ως συσσίτιο των συναδέλφων του, Λα­πελετιέ και Ολιβιέ. Τη βραδιά όμως εκείνη είχε στολισθεί ιδιαιτέρως για το χατίρι και προς τιμήν της Ελενίτσας. Δυο κάλυκες οβίδων χρησιμοποιήθηκαν ως ανθοδόχες και εξ επτά άδειες φιάλες σαμπάνιας ως κηροπήγια επάνω στα παράθυρα, στο τραπέζι και στα μπαούλα. Όλα αυτά αναπληρουσαν το διάκοσμο και τα ηλεκτρικά γλομπάκια που θα είχεν η παρέα αν έτρωγε στο Μπουλεβάρ ντεζ Ιταλιέν. όπως χαμογε­λώντας έλεγεν ο υπολογαχός Λαπελετιέ.

Ήταν όμως και τα συμπλέγματα των σημαιών, που έδιδαν μια τέλεια όψη διασυμμαχικής γιορτής στο γλέντι, το οποίον όλο και άναβε.

Τώρα πλέον η Ελενίτσα τα είχε βάλει με τα ποτή­ρια. Τα λογάριαζεν όλα ως Γερμανούς και δώσ’ του τα έσπανεν το ένα κατόπι του άλλου.

–  Α μπα λε Μπος! φώναζε κάθε φορά που έσπανε κι ένα ποτήρι και οι αξιωματικοί ξεκαρδίζονταν με την παλικαροσύνη και την ευθυμία της συμμάχου Ελενίτσας.

Τώρα ήταν τέλεια μεθυσμένη. Δεν μπορούσε να κρατηθεί στα πόδια της. Τα γόνατά της λύγισαν και σωριάστηκεν ακουμβώντας το κεφάλι στο κρεβάτι του υπολοχαγού Γκουρώ. Ο Λαπελετιέ και ο Ολιβιέ την ανασήκωσαν και με την βοήθειαν του Σαρόν τη με­τέφεραν στο αυτοκίνητο που περίμενε έξω του σπι­τιού. Η νυχτερινή υγρασία και το ελαφρύ κρύο του Μαρτίου ξύπνησαν την Ελενίτσα τη στιγμή που την έβαζαν στο αυτοκίνητο.

–  Πού πάμε; ψιθύρισε.

–  Στο σπίτι μου, είπεν ο Ολιβιέ και πατώντας το φρένο γύρισε το τιμόνι του αυτοκινήτου. Πέρασαν την πλατεία της λαχαναγοράς, τη μικρή οδό Ντε Μπρεν, που μόλις είχεν ονομασθεί έτσι προς τιμήν του γάλλου προξένου από το Δημοτικό Συμβούλιο, γύρισαν την οδό 11ης Οκτωβρίου και Τριανδρίας, και σε λίγα λεπτά βρέθηκαν στο άκρο της οδού Βενιζέλου που ήταν το δωμάτιο του ανθυπιλάρχου Ολιβιέ. Ο Λαπε­λετιέ καληνύχτισε το ζευγάρι και γύρισε με το αυτο­κίνητο στο σπίτι του. Ο Ολιβιέ ανέβασε με δυσκολία την Ελενίτσα στο δωμάτιο, άναψε το κερί, τη βοήθησε να βγάλει τα ρούχα της που τα πέταξε ανακατεμένα στο παράθυρο, και την έβαλε σιγά στο ξύλινο κρεβάτι του όπου μετά δύο λεπτά έπεσε και ο ίδιος.

Και οι δυο τους κοιμήθηκαν αμέσως με ροχαλετό. Αραιά γαυγίσματα σκύλων, που είχαν ανησυχήσει με το θόρυβο του αυτοκινήτου, και ολίγα δυνατά λαλήματα πετεινών διέκοπταν τη νυχτερινή ησυχία τής ξενοκρατουμένης μικρής ελληνικής πόλης.

 

II

Το άλλο πρωί η Ελενίτσα ξύπνησεν ενωρίτερα του Ολιβιέ. Μια ελαφρά ζάλη και ένα ακαθόριστο πόνο αισθάνουνταν μόνο στους κροτάφους της. Ήταν τα παρεπόμενα της σαμπάνιας. Ο Ολιβιέ κοιμόνταν δί­πλα της βαθιά και δεν θέλησε να τον ξυπνήσει. Στήρι­ξε το κεφάλι της με τον αγκώνα στο μαξιλάρι της και με απλανή μάτια κοίταξε τα ωραία χαρακτηριστικά του ανθυπιλάρχου. Ήταν ένα όμορφο παλικάρι είκοσι οκτώ ώς τριάντα χρονών με πλατείς ώμους και ευ­τραφή λαιμό, με ωραία ξανθά σγουρά μαλλιά και κομμένο μουστάκι. Και ένα στήθος! Τι άσπρο και φαρδύ!

–  Ποιος ξέρει, σκέφθηκε η Ελενίτσα, το καημένο το παλικάρι θα γλιτώσει άραγε απ’ αυτόν τον πόλεμο, ή θα πάν’ χαμένα τα νιάτα του σε καμιά άγνωστη λακκιά εδώ της Μακεδονίας! Και σαν να ήθελε να τον προφυλάξει από τον κίνδυνο του θανάτου, έβαλε μη­χανικά το χέρι της επάνω στο μεγάλο μέτωπό του και άρχισε να τον χαϊδεύει. Εκείνος άνοιξε με κόπο τα βαριά από το ψεσινό μεθύσι βλέφαρά του, χαμογέλα­σε, της είπεν ένα «μερσί» και τα ξανάκλεισε.

Σε πόσους αξιωματικούς του στρατού της Ανατο­λής δεν είχε πωλήσει τις νύχτες της εδώ και δυο χρό­νια τώρα η Ελενίτσα! Αφ’ ότου μπήκε στη ζωή αυτή της κοκότας που την έριξεν ο αρραβωνιαστικός και η μοίρα της, με πόσους στρατιωτικούς δεν γλέντησε και για πόσους απ’ αυτούς δεν έμαθε ύστερα ότι σκοτώ­θηκαν στο βαλκανικό μέτωπο! Και πόσα γαλλικά εκατοστάρικα και χιλιάρικα δεν μάζεψε έως τώρα, που τα είχεν κατατεθειμένα στην Εθνική Τράπεζα της Θεσσαλονίκης! Και πόσα διαμαντικά δεν κατόρθωσε να έχει κλεισμένα στο τσαντάκι της, που το φύλαγε πάντα μαζί της χωρίς να το εμπιστεύεται σε κανένα! Ένιωσε καμιά φορά μέσα της καμιά συμπάθεια για κανένα απ’ αυτούς; Α, όχι, όχι! Μόνο το χρήμα τους ήθελε και τα γλέντια τα τρελά, τα ξέγνοιαστα που κάμνουν οι στρατιωτικοί στην εκστρατεία που δεν ξεύρουν αν θα ζήσουν ως αύριο! Μα για τον Ολιβιέ, το χαριτωμένο αυτό παλικάρι, είχεν αρχίσει να αισθάνε­ται κάποια φιλία, κάποιο αίσθημα που όμοιαζε με αγάπη, κάτι που την έκαμνεν να θέλει πάντα τη συ­ντροφιά του. Δυο μήνες μόλις είχαν περάσει που τον είχε γνωρίσει εδώ στην Κοζάνη και πέρασε μια βρα­διά μαζί του. Μα ήταν σχεδόν ο πρώτος άνδρας από τον οποίον δεν θέλησε να φύγει το πρωί βιαστικά βια­στικά αφού πήρε το τίμημα της νύχτας της. Ήθελε να τον βλέπει, να τον ακούει, να τον αισθάνεται κοντά της. Από τότε περίμενε με λαχτάρα κάθε φορά τη νύ­χτα που θα την μηνούσε να περάσει μαζί του!

Μα ήταν και σωστό παλικάρι ο Ολιβιέ. Ψες ακόμη δεν της διηγήθηκε ο ίδιος στο γλέντι πώς κατόρθωσε με το απόσπασμά του να αιχμαλωτίσει σαράντα αντάρτες απ’ αυτούς τους βρωμοέλληνες που δε θέ­λουν τους Γάλλους και τους έφερε εδώ στην Κοζάνη; Είχαν και καμιά δεκαριά γυναίκες αυτοί οι αντάρτες. Ακούς εκεί! Να ’χουν και γυναίκες! Μα βέβαια, έτσι θα ’ναι, έλεγε με το νου της η Ελενίτσα. Νά, και οι Γάλλοι περνούν με μας γιατί είναι μακριά από τον τόπο τους και δεν μπορούν να φέρουν τις δικές τους! Μα γιατί αυτοί οι αντάρτες να πολεμούν με τους Γάλλους; Ουφ! Καλά τους κάμουν τότε και οι Γάλλοι που τους τουφεκίζουν. Και σαν να την στενοχωρού­σαν αυτές οι σκέψεις των τουφεκισμών και των θανά­των από τους οποίους ήταν γεμάτη η ατμόσφαιρα μέ­σα στην οποία ζούσε τώρα τόσον καιρό, ψιθύρισε: «Τι κρίμα να σκοτώνουνται έτσι άδικα οι άνθρωποι!».

Και εξακολουθούσε να βλέπει πάλι τον Ολιβιέ και ν’ ακούει την ήσυχη αναπνοή του. Τι κρίμα τέτοιο πα­λικάρι να σκοτωθεί! Πότε θ’ ακούσω και γι’ αυτόν! Ένας λυγμός τής φάνηκε ότι την έπνιγε στο στήθος. Αλήθεια, είπε πάλι μόνη της. Να μ’ αγαπούσε ο Ολιβιέ και να φεύγαμε οι δυο μας να πηγαίναμε να κατοικήσουμε στο Βόσπορο εκεί στο όμορφο Αρναούτ- Κιόι! Και σαν να ’θελε να διώξει ένα άσχημο και γλυ­κό μαζί όνειρο, σήκωσε το χέρι της, διόρθωσε τα μαλ­λιά της και κούνησε το κεφάλι.

–  Τι ανοησίες που κάθομαι τώρα και συλλογιούμαι, είπε. Να μ’ αγαπήσει ένας γάλλος αξιωματικός εμένα και να με πάρει!…

Και αφηρημένη άφησε το μνημονικό της να τρέξει στα περασμένα όμορφα χρόνια που ήταν ένα χαριτω­μένο αθώο κοριτσάκι και πήγαινε σχολείο με τη σάκα της. Και έβλεπε τώρα την καλή μητερούλα της, την κοκόνα Ανθή, που δούλευε και έραβε ξένα ρούχα για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα με τα δυο της κοριτσάκια, την Ελενίτσα και την Ερμιόνη, την πιο μικρή, γιατί ο πατέρας των είχε πεθάνει από χρόνια και ο μεγάλος αδερφός των, ο Νίκος, δεν έφθανε να διατη­ρήσει την οικογένεια με τις τρεις λίρες το μήνα που έπαιρνε από το εμπορικό εις το οποίον δούλευε εκεί στο Σιρκετζή στην Πόλη. Ζούσαν φτωχικά τότε, μα τί­μια. Είχαν νοικιασμένο ένα μικρό σπιτάκι στο Αρναούτ-Κιόι και κάθε Κυριακή κατέβαινεν όλη η οικογέ­νεια κάτω στο καφενείο, στο ρεύμα του Βοσπόρου που χτυπούσε στην προκυμαία, κι έβλεπαν τα βαπο­ράκια που ανέβαιναν από τη γέφυρα και άλλα που κατέβαιναν από τα Θεραπειά και το Μπουγιούκ-Δέρε, γεμάτα κόσμο και χτυπούσαν το νερό της θάλασ­σας με τις ρόδες των ώσπου να αράξουν στην προκυ­μαία. Και ύστερα, σαν άρχισε να μεγαλώνει και έγινε δεκάξι χρόνων, πως μια φορά την ξεγέλασε μια γριά γειτόνισσά της και την παράδωσε στα χέρια ενός μπέη και πέρασε μαζί του ένα ολόκληρο απόγευμα στο Μπεσίκ-Τασί μέσα στο κονάκι του μπέη. Της έρι­ξε κείνος τότε καμιά τριανταριά κίτρινες γυαλιστερές λίρες μέσα στην ποδιά της όταν την πήρε και την κά­θισε στα γόνατά του μέσα στο ωραίο σαλόνι με τους μεταξωτούς μπερντέδες και τα περσικά χαλιά. Και θυμούνταν τώρα με ανατριχίλα πως τις ώρες εκείνες που ήταν κλεισμένη μέσα στο σαλόνι του μπέη, έμπαινε κι έβγαινε και η γριά κουμπάρα και της έλε­γε: «Γιατί δεν γελάς. Ελενίτσα; Δεν βλέπεις που σ’ αγαπά ο Νιουχάτ μπέης; Τραγούδησε λιγάκι! Αχ, να είχα κι εγώ τα νιάτα σου! Τι φοβάσαι; Έτσι κι εγώ όταν ήμουν μια φορά κορίτσι όμορφο, έγινα πρώτα γυναίκα του Τσερκέζ Ριζά πασά, του γιαβέρη του Σουλτάνου μας κι έτσι βγήκα στον κόσμο. Να ιδείς τι ελεύθερη που θα ’σαι αν τ’ αποφασίσεις τώρα και συ να γίνεις γυναίκα!». Και πότε έτρωγε από τα λου­κούμια του Χατζή-Μπεκίρ η γριά μέγαιρα και πότε έπινε σιρόπια και κονιάκ που τα είχε με αφθονία σκορπισμένα επάνω στα φιλδισένια αράπικα τραπε­ζάκια και τα μεταξωτά ντιβάνια ο Νιουχάτ-μπέης…

Ύστερα, προς το βράδυ βράδυ, έφυγε με το βαπο­ράκι και πήγε στο σπίτι της δειλή και ντροπιασμένη και προσπαθούσε να πει διάφορες ψευτιές στη μητέ­ρα της γιατί άργησε να γυρίσει από τη θεία της στο σταυροδρόμι, όπου είπεν ότι θα πήγαινε! Έκρυψε το τσαντάκι της που είχε τις τριάντα λίρες του μπέη, το τίμημα της ατιμίας της, πίσω της ντουλάπας και κάθε βδομάδα έβγαζεν από μια λίρα και έδινε στη μητέρα της, προφασιζομένη άλλοτε ότι τη δανείστηκε από μια φιλενάδα της μοδίστρα και άλλοτε ότι της τη χάρισε μια πλουσία κυρία, μητέρα μιας συμμαθήτριάς της.

Περάσανε δυο τρία χρόνια έτσι, που γνώρισε το εσωτερικό πολλών κονακιών μπέηδων και πασάδων χάρη στη γριά μαστροπό. ώσπου γνωρίστηκε με τον Παντελή τον Αλλεμάνογλου, εμποροϋπάλληλο, που συνυπηρετούσε με τον αδερφό της, ο οποίος την υποσχέθηκε να την πάρει. Μα ήρθε το 1914, η Τουρκιά κή­ρυξε την επιστράτευση και ο αρραβωνιαστικός της έφυγε κρυφά στην Ελλάδα για ν’ αποφύγει τη στρα­τολογία και ύστερα από τρεις μήνες κατόρθωσε να μπαρκάρει κι αυτή για τη Σαλονίκη, όπου βρήκε τον αρραβωνιαστικό της χωρίς δουλειά, χωρίς πεντάρα. Τι τον ήθελε τέτοιον; Ένα βράδυ τον άφησε κι έγινεν ερωμένη ενός έλληνος αξιωματικού, με τον οποίον έζησε χωρίς να του είναι και πολύ πιστή ως τον καιρό που ήλθαν οι Γάλλοι στη Σαλονίκη.

Από τότε κυρίως άρχισε γι’ αυτήν η ζωή της κοκό­τας. Έμαθε οπωσδήποτε να συνεννοείται και με τους Γάλλους στη γλώσσα των, όπως συνεννοούνταν και με τους Τούρκους. Μα τα ξενύχτια, τα μεθύσια και τα αδιάκοπα γλέντια είχαν αρχίσει να κλονίζουν την υγεία της.

Το τριανταφυλλένιο χρώμα από τα μάγουλά της και οι στρογγυλάδες του σώματός της είχαν αρχίσει σιγά σιγά να χάνονται. Ένας κοντός και επίμονος βήχας την ενοχλούσε πολύ. Και συχνά πυκνά, ένας ανεξήγητος πυρετός την κρατούσε ώρες πολλές στο κρεβάτι. Από την παλιά της ομορφιά, τα μάτια, τα φρύδια και τα πυκνά μαύρα μαλλιά της μόνο διατη­ρούνταν. Το χέρι και το μάγουλό της ήταν πάντα ζε­στά.

Παρατήρησε ότι στη Σαλονίκη δεν είχε πια πέρα­ση. Δεν μπορούσε άλλωστε να ανθέξει στον περίπατο του πεζοδρομιού αναζητώντας πελατεία. Τα πόδια της κόβονταν. Και τ’ απεφάσισε να φύγει στην επαρ­χία, στην Κοζάνη, όπου είχε πληροφορίες ότι δεν ήταν καμιά άλλη ομότεχνός της. Και ήλθε πρώτη. Εκεί εγνώρισε και τον Ολιβιέ. Ύστερα απ’ αυτήν ήλθαν κι άλλες, μα η Ελενίτσα είχε τα πρωτεία.

Ήταν το χαϊδεμένο παιδί των Γάλλων. Φορούσε κάτι ψηλές μαύρες μπότες κι ένα όμορφο πράσινο καπελίνο με μια χρυσή φουντίτσα που έμοιαζε σαν γαλλικό πηλήκιο εκστρατείας και σαν ελληνικό ευζωνικό φέσι. Κοντό φουστανάκι από χακί, που την έδει­χνε πάντοτε μικρότερη απ’ ό,τι ήταν, και ένα μικρό μαστίγιο στο χέρι. Θηλυκός στρατιώτης, μισθοφόρος του έρωτος, έτοιμος να πολεμήσει κάθε ώρα και κάθε στιγμή, κάθε μέρα και κάθε νύχτα που θα της παρουσιάζετο ευκαιρία για μάχη ερωτική. Και πολεμούσε με όλα τα σωστά της δυο ολόκληρα χρόνια τώρα.

Όλες αυτές οι θύμησες και οι εικόνες περνούσαν το πρωί εκείνο από τη σκέψη της, πότε γελαστές και χαρούμενες, και πότε μαύρες και σκοτεινές, προ πά­ντων με την υγεία της. Σήκωσε μια στιγμή το γυμνό, αριστερό χέρι της προς τα πάνω, και με θλίψη είδε πόσο αδύνατο ήτο το μπράτσο της. Και τη στιγμή εκείνη, ένας ξηρός βήχας άρχισε να συνταράσσει το στήθος της. Καταλάβαινε πως κάτι είχε ξεθεμελιωθεί μέσα της. Και ’κείνος ο ξηρός και διαρκής πόνος στην αριστερά ωμοπλάτη, δεν έλεγε ποτέ να παύσει!

Ένας βαθύς αναστεναγμός βγήκε από το πονεμένο της στήθος· ανασηκώθηκε από το κρεβάτι, μάζευσε προς τα πίσω τα λυμένα, άφθονα, μαύρα μαλλιά της, και κούνησε τον Ολιβιέ για να ξυπνήσει.

–  Ε, ξύπνα λοιπόν. Δεν έχεις σήμερα υπηρεσία στον λόχο;

Ο Ολιβιέ άνοιξε τα μάτια, ξηροτανίσθηκε* λιγάκι και με τα μεγάλα μπράτσα του την πήρε στην αγκα­λιά του.

–  Ολιβιέ, θέλω να με βγάλεις περίπατο σήμερα με το αυτοκίνητο. Θέλω να πάρω αέρα. Δες τι όμορφα που λάμπει ο ήλιος σήμερα!

–  Ναι, μα σερί, θα πάμε. Δεν έχω κι εγώ δουλειά! Θα περιμένεις όμως μισή ώρα εδώ ώσπου να πεταχτώ εγώ μια στιγμή στο λόχο και να γυρίσω, της απά­ντησε ο Ολιβιέ και τινάχθηκε από το κρεβάτι, πλύθη­κε, φόρεσε τη στολή του και τράβηξε για το λόχο.

Η Ελενίτσα σιγά και κουρασμένα κατέβηκε κι αυ­τή από το κρεβάτι. Μπροστά στο μικρό καθρέφτη, που είχεν ο Ολιβιέ κρεμασμένο στον τοίχο, στάθηκε πολλή ώρα και κοίταξε με λύπη το ωχρό πρόσωπο και τα κομμένα μεγάλα μάτια της! Ω, αυτός ο αναθε­ματισμένος βήχας ξανάρχισε πάλι! Κοντός, ξηρός και αδιάκοπος, την ετάραζε ολόκληρη. Κάτι φλέγματα στάθηκαν στο λαιμό της· έφτυσε στη λεκάνη του λαβομάνου και είδε πως ήταν κόκκινα, σαν να ήταν ανα­κατεμένα με αίμα. Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει από το βήχα. Μα η κοκκινάδα εκείνη ήτο ανακατεμέ­νη με κιτρινάδα. Κάτι που την έκαμνε άσχημη σαν φάντασμα. Δάκρυα βγήκαν από τα μάτια της και με κομμένα τα γόνατα ξανάπεσε στο κρεβάτι.

Σηκώθηκε πάλι υστέρα από ολίγα λεπτά, ντύθηκε με κόπο, φόρεσε την παχιά, γυαλιστερή γούνα της και κάθισε στον καναπέ περιμένοντας τον Ολιβιέ.

Σε μισή ώρα ο Ολιβιέ ήλθε· εμπήκαν μαζί στο αυ­τοκίνητο, εκείνος ως σοφέρ κι εκείνη δίπλα του, και τράβηξαν προς τα Σέρβια.

Το αυτοκίνητο στάθηκε στην ωραία γέφυρα του Αλιάκμονα, πέρα στη δεξιά όχθη του ποταμού. 0 ήλιος έλαμπε και καθρεφτίζονταν στα κόκκινα νερά του ποταμού και το ελαφρό αεράκι του Μαρτίου χάιδευε τους μεγάλους αλλά γυμνούς ακόμη κλάδους των δένδρων της όχθης. Ήσαν εκεί ιτιές και πλάτανοι, λεύκες και φτελιές αιωνόβιες, που το νερό του Αλιά­κμονα χάιδευε ή έδερνε ορμητικά τις ρίζες των.

Ο Ολιβιέ έβγαλε από το αυτοκίνητο μια ή δυο κον­σέρβες, ολίγο φρέσκο βούτυρο, ένα κομμάτι τυρί γραβιέρας και μια σαμπάνια. Έστρωσε κάτω στα χόρτα τον χονδρόν του μανδύαν και προσεκάλεσε την Ελενίτσα να καθίσουν. Το ανοιξιάτικο αεράκι, τα πυκνά δά­ση του Κρανίκ, ο Αλιάκμων που έτρεχε μπροστά των άγριος και ορμητικός, οι παλιές δόξες των βυζαντινών φρουρίων επάνω στα βουνά των Σερβίων, τα γαλανά χρώματα των πέριξ βουνών, όλα αυτά συνετέλεσαν εις το να λησμονήσει η Ελενίτσα τις μελαγχολικές σκέψεις και αναμνήσεις της πρωίας. Έφαγε με όρεξη και μετά το δεύτερο ποτήρι της σαμπάνιας άρχισε να τραγουδεί «la gloire passé».

Στο αντικρινό χωράφι, μια οικογένεια ελλήνων χω­ρικών από τα Σέρβια, που έσκαβαν όλοι τους σκυμμέ­νοι στη γη, την κοίταζε με περιέργεια και έβλεπαν με ζήλεια τα απομεινάρια του προγεύματος της επάνω στα χόρτα.

Ήταν η εποχή που ένας χωρικός έδινε ένα πρόβατο για να προμηθευθεί ένα καρβέλι ψωμί μαύρο, και στη Μακεδονία, την εύφορη αλλά πολυπαθή αυτή χώρα, είχαν αρχίσει να πεθαίνουν οι άνθρωποι από την πεί­να. Ήταν η εποχή που οι Γάλλοι πολεμούσαν μαζί μας για τις ελευθερίες των μικρών λαών, και για να στείλουν δυο βαγόνια αλεύρι από τη Σαλονίκη για τον πληθυσμό της Κοζάνης, εζήτησαν και μετρήθηκε όλος ο χρυσός της πόλης διά του αντιπροσώπου της Ελλη­νικής Κυβερνήσεως.

Ήταν η εποχή κατά την οποίαν η γαλλική επιμελη­τεία έκαμνε επίταξη τα πρόβατα των μακεδόνων χωρι­κών προς πέντε χάρτινα γαλλικά φράγκα το κεφάλι και πωλούσε το δέρμα των προς επτά φράγκα. Μα ήταν απ’ το άλλο μέρος η εποχή κατά την οποίαν εδίδοντο οι πολυτελέστεροι αναγκαστικοί χοροί εις το μέ­γαρο της κυβερνητικής αντιπροσωπείας, με ελληνικό γυναικείο υλικό για να ευχαριστήσουμε τους συμμά­χους μας.

Την ύπαιθρο χώρα τη θέριζε απ’ άκρη σ’ άκρη η πείνα. Έπρεπεν όμως εις κάθε περίσταση να ευγνω­μονούμε τους συμμάχους, οι οποίοι μας έφεραν τον πόλεμο στη χώρα μας.

Δυο τρία μικρά παιδάκια των εργατικών χωρικών, μαυρισμένα από την κακουχία και την πείνα, ξυπόλυ­τα και ακάθαρτα, σιγά σιγά άρχισαν να πλησιάζουν την παρέα του Ολιβιέ και της Ελενίτσας. Τα σβησμένα μάτια των είχαν αγρέψει στη θέα του ψωμιού. Σαν τα μικρά λυκόπουλα, ήθελαν να ορμήσουν και ν’ αρ­πάξουν ό,τι μπορούσε να τα χορτάσει, μα ο φόβος που είχαν για τον Γάλλο μπροστά τους τούς έκαμνε να κοιτάζουν μόνον από μακριά και με απελπισία το ψωμί.

Ο Ολιβιέ κατάλαβε την ταπεινή αυτή τραγωδία.

–  Μου φαίνεται, ματμουαζέλ, πως αυτοί οι μικροί μαύροι διάβολοι θα πεινούν· ας τους δώσουμε τα ρέ­στα μας.

–  Βρε σεις μικροί! φώναξεν η Ελενίτσα. Θέλετε να φάτε;

Η πρόσκλησις δεν είχε τελειώσει· οι τρεις μαύροι διάβολοι όρμησαν εις τα απομεινάρια. Εγέμιζαν το στόμα τους με ό,τι εύρισκαν και έριχναν συγχρόνως και εις τις ποδιές των.

Η μητέρα των σταμάτησε το σκάψιμο και τους κοίταξε από το χωράφι με ζήλεια.

–  Γεωργού ουρέ! Μωρή Λένη! Μην τα τρώτε ούλα μουρή· φέρ’τι να φάμι κι ημείς· ο μπαμπάς σας έχει απ’ τα χτες να φάει!

Ο Ολιβιέ έβλεπε χάσκοντας και χαμογελώντας τη σκηνή αυτή.

–  Τι κτήνη που είναι οι χωρικοί αυτοί! είπεν η Ελε­νίτσα.

 

III

Το απόγευμα της ίδιας μέρας, μια απλοϊκή Κοζανίτισσα, γυναίκα φτωχή του λαού, η Ζιόλια του Λαδά, στέκονταν εις απόστασιν εκατό σχεδόν βημάτων από το ωραίο κτίριο της Δημοτικής Σχολής του Αγίου Δημητρίου. Εις τα χέρια της κρατούσε ένα βαθύ μπακράτσι* γεμάτο ζεστή σούπα από χόρτα, δυο τρία κουτάλια κι ένα ψωμί! Σε κάποιον ήθελε να τα δώσει. Μα ο αλγερινός φρουρός που βημάτιζε μπροστά στο σχολείο με το όπλον επ’ ώμου και το κόκκινο φέσι στο κεφάλι δεν την άφηνε να πλησιάσει.

Τη στιγμή εκείνη περνούσε από το δρόμο ο γερο- Σκάρδας ο γιατρός.

–  Κυρ-γιατρέ, κυρ-γιατρέ, φώναξε η Ζιόλια, έλα αν είσαι χριστιανός να πεις δυο λόγια στο Γάλλο αυ­τόν να μ’ αφήσει να δώσω λίγο ψωμί στ’ς καημένοι αυτοί, που έχ’ν τρεις μέρες να φαν! Έτσι να ζήσεις! Έχω μια ώρα που καρτερώ και δε μ’ αφήνει να ζυγώ­σω. Το παιδί μ’ κλαίει στο σπίτι και δεν ξέρω τι να κάμω. Μα κι αυτοί οι χριστιανοί έχ’ν τρεις μέρες που σκούζ’ν μέσα για ψωμί. Ραγίζετ’ η καρδιά μ’!…

Ο γιατρός ανέβηκε ένα ένα τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο προαύλιο της σχολής και με τα λίγα γαλ­λικά που θυμούνταν ακόμα από τα μαθητικά του χρόνια, θέλησε να πει κάτι τι στο φρουρό.

–  Μουσιού! Σετ φαμ… ντου παιν…

–  Αλλέ βουζ αν! Ρουφιάν! ήταν η απάντησις του φρουρού προς το γιατρό, ο οποίος φοβισμένος οπι­σθοχώρησε προ της γαλλικής λόγχης και της τελευ­ταίας βρισιάς, την οποίαν είχαν μάθει όλοι οι Αλγερινοί, Μαροκινοί και Σενεγαλέζοι στην Ανατολή. Και γυρνώντας προς την πονόψυχη και καλόκαρδη γυναι­κούλα, η οποία περίμενε το αποτέλεσμα της παρεμβάσεώς του,

–  Πήγαινε, χριστιανή μ’, απ’ εδώ, της λέγει, θέλεις να βρεις το μπελά σου; Αυτοί είναι θηρία!

Τη στιγμή εκείνη κατέβαιναν από τον δενδροφυτεμένο λόφο του Αγίου Δημητρίου ο Ολιβιέ και η Ελενίτσα. Είχαν βγει να περπατήσουν λιγάκι πεζοί. Ο Ολιβιέ αντελήφθη τη σκηνή του γιατρού και του φρουρού και έσπευσε να ρωτήσει τι συμβαίνει. Ο για­τρός του εξήγησε με τα μισά γαλλικά του το σκοπό της φτωχής γυναικούλας και η Ελενίτσα παρεκάλεσε κι αυτή να επιτραπεί στη Ζιόλια να μεταφέρει το φτωχικό της γεύμα στους φυλακισμένους.

–  Μα τι είναι αυτοί οι φυλακισμένοι; ρώτησεν η Ελενίτσα.

–  Α, είναι οι έλληνες αντάρτες, που σας διηγήθηκα ψες, ματμουαζέλ, που έπιασα στην Κάλιανη· έχουν και δέκα γυναίκες μαζί τους!

Η γυναικεία περιέργεια της Ελενίτσας κεντήθηκε. Να έβλεπε κι αυτή τις γυναίκες που συνοδεύουν τους αντάρτες και τους περιποιούνται! Τι φορούσαν άρα­γε! Πώς ήταν χτενισμένες; Ήταν όμορφες;

–  Πάμε μέσα να τις δούμε, κύριε Ολιβιέ;

–  Μάλιστα, ματμουαζέλ.

Ο δεσμοφύλαξ άνοιξε την πόρτα. Πρώτος μπήκε ο Ολιβιέ, γρήγορος και λυγερός, ακολούθησεν η Ελενί­τσα, και τελευταία έρχονταν η αγαθή και πονετική Ζιόλια με το μπακράτσι* της και το ψωμί στα χέρια.

Μέσα σ’ ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο, με μεγάλα παράθυρα και σπασμένα τζάμια που εχρησίμευεν άλλη φορά ως παράδοσις για τα μικρά Ελληνόπουλα, εκεί που αντηχούσε άλλοτε η φωνή του δασκάλου γεμάτη από παλμούς αγάπης προς τον πλησίον και την ελληνική πατρίδα, ήταν σωριασμένα καμιά σα­ρανταριά ζωντανά ακόμα πτώματα ελλήνων χωρι­κών, οι οποίοι τόλμησαν να περάσουν κρυφά, νύχτα τον Αλιάκμονα με τα μουλάρια τους και τις γυναίκες τους, είδαν το χάρο με τα μάτια, έχασαν δυο από τους συντρόφους των μέσα στο ποτάμι και είχαν φθάσει στην Κάλιανη* κοντά στην ουδετέρα ζώνη που δεν την ήξευραν, για να πάρουν καθένας απ’ ολίγο κριθάρι και καλαμπόκι, να το πάν’ πέρα στα Χάσια και στα Βέντζια, στα έρημα και μαύρα χωριά τους για να γλι­τώσουν τα παιδιά τους από το θάνατο!

Τι ήξευραν αυτοί από πολιτική! Τι ένιωθαν αυτοί από τα συμφέροντα που είχεν η Γαλλία και η Αγγλία να χωρίσουν την ελληνική πατρίδα σε δυο στρατόπε­δα και να βάλουν στη μέση μια ουδετέρα ζώνη, εις την οποίαν δεν είχαν δικαίωμα να πατήσουν για να ζητιανέψουν το ψωμί των παιδιών τους, αφού αυτό το είχαν αποκλείσει με τα καράβια τους οι Φράγκοι, και έβλεπαν να πεθαίνουν τα παιδιά τους από την πείνα!

Είχαν κατορθώσει να φορτώσουν τα μουλάρια τους και γύριζαν πάλι τη νύχτα προς τα χωριά τους, άλλοι για τη Σαρακίνα και άλλοι για τη Λωζιανή*, κρυφά χωρίς κουδούνια στα ζώα των, σαν άγρια φα­ντάσματα της νύχτας, και κάθισαν να ξεκουρασθούν λιγάκι το πρωί κοντά στο λάκκο της Λαριούς*, νηστι­κοί και σκοτωμένοι, διότι σε λίγες ώρες θα έφθαναν στα παιδιά τους και θα τους έφερναν το ψωμί για μια εβδομάδα τουλάχιστον.

Μέσα στο άγριο εκείνο τοπίο, που δεν άκουαν πα­ρά το μανιασμένο κατέβασμα του Αλιάκμονα και το σμίξιμο του λάκκου, και δεν έβλεπαν μπροστά τους παρά τους δυο γίγαντας των στενών που άφηναν να περνούν ανάμεσα παφλάζοντα και ατίθασα τα νερά του ποταμού, πού μπορούσαν να φαντασθούν οι δυ­στυχείς χωρικοί ότι θα τους εύρισκε το τρομερό απόσπασμα των Μαροκινών, που γύριζε τις μέρες εκείνες από το Ζιδάνι και τη Δεσκάτη και είχε σπείρει τον τρόμο και τον θάνατο στη μακεδονική γη!

Εκεί τους είχαν συλλάβει τους δυστυχείς χωρικούς και τους έφεραν ύστερα στην Κοζάνη μέσα σε μια απαίσια πομπή, δύο δύο, δεμένους στη γραμμή και ανάμεσα ένας Μαροκινός με εφ’ όπλου λόγχη!

Πάν’ τα καημένα τα μουλάρια, πάει το κριθάρι και το καλαμπόκι, πήγαν και οι ρόδινες ελπίδες για το χόρτασμα των παιδιών τους. Στην απαισία γραμ­μή ήταν και καμιά δεκαριά γυναίκες, χήρες χωρίς προστάτη, που ήλθαν μόνες των να φροντίσουν για το ψωμί των παιδιών των. Και ήταν αυτές που συνό­δευαν τους αντάρτες και ήταν αυτοί οι αντάρτες που ήταν φυλακισμένοι τώρα, νηστικοί από τρεις μέρες, προορισμένοι να σταλούν εξορία, ποιος ξεύρει σε ποιο ερημονήσι, οι επικίνδυνοι αυτοί για το στρατό του Σαράιγ αντάρτες.

Η γυναικεία καρδιά της Ελενίτσας συγκινήθηκε, είδε μέσα στα ζωντανά αυτά πτώματα τη δυστυχία που δεν ήταν δυνατόν να την φαντασθεί στην πρα­γματικότητα. Το καρβέλι της φτωχής Ζιόλιας μοιρά­σθηκε σαν αντίδωρο, από μια μπουκιά σ’ όλα εκείνα

τα ετοιμοθάνατα όντα, τα οποία άρχισαν να μιλούν και να περιγράφουν με λυγμούς τη δυστυχία τους. Ζητούσαν έλεος, ζητούσαν ψωμί και φιλούσαν το φουστάνι της Ελενίτσας.

– Ο Θεός σ’ έστειλε, κοριτσόπουλο μ’, έλεγε μια μαυροκαμένη γριά, να χαρείς τα μάτια σου, γλίτωσέ μας από ’δω μέσα! και τα δάκρυά της έβρεχαν αδιά­κοπα τα λιπόσαρκα μάγουλά της.

–  Δεν διατάσσετε, κύριε Ολιβιέ, να τους δώσουν να φάνε λίγο; Είναι κρίμα, είναι άνθρωποι κι αυτοί, είπε με λυγμόν η Ελενίτσα και ζήτησεν ως χάριν από τον Ολιβιέ να κρατήσει την γριά, η οποία την παρακαλούσε, ως υπηρέτριαν, αφού οι άλλοι θα στέλλονταν εις το Στρατηγείον Θεσσαλονίκης διά τα περαιτέρω.

–  Θα ιδούμε, ματμουαζέλ, απάντησε μελαγχολικώς ο Ολιβιέ. Θα ομιλήσω με τον κομαντάν διά την παράκλησίν σας.

Η φτωχή Ζιόλια είχε φύγει εν τω μεταξύ με αδει­ανό το μπακράτσι και τα κουτάλια στο χέρι.

 

IV

Μια ψυχρά πρωία του Οκτωβρίου του έτους 1917, στη μικρή αυλή ενός φτωχικού σπιτιού της Κοζάνης έμπαινε ο Παπαπασχάλης με το πετραχήλι του και ο κανδυλανάφτης Αργύρης με ένα σταυρό στο χέρι.

–  Είν’ έτοιμα; ρώτησεν ο παπάς.

–  Νά, τώρα 0α την βγάλουμε, απάντησε μια γριά χωρική με ενδυμασία των Βεντζίων, με σιγκούνια και χονδρές μάλλινες πλεξούδες στο κεφάλι. Το καη­μένο το κορίτσι μ’, δεν μπόρεσα να το γλιτώσω όπως με γλίτωσε κι αυτό από τσ’ Γάλλοι. Το ‘πνίξε ψες τα μεσάνυχτα το γαίμα από το στόμα και ξεψύχησε στα χέρια μ’, Θεός σ’χωρέσοι το το καημένο το κορίτσι· εί­χε καλή καρδιά.

Δύο αγαθοί Κοζανίται εκράτησαν το νεκροκράββατο της Ελενίτσας και η γριά η Βάια από τη Σαρακί­να την ακολούθησε κλαίοντας έως την τελευταία της κατοικία. Ο Ολιβιέ την είχεν εγκαταλείψει προ πολλού. Είχεν αναγκασθεί να πωλήσει όλα τα κοσμήματά της διά να διατηρηθεί κατά την ασθένειάν της. Μό­νον η γριά η Βάια τής έμεινε πιστή, διότι την εγλίτωσεν από τους Γάλλους.

Όταν ο Παπαπασχάλης έψαλε το «άμωμοι εν οδώ, αλληλούια», η Βάια έκλαιε την Ελενίτσα, έκλαιε και τους συμπατριώτες της που ήταν στην εξορία.

Γλωσσάρι

ξηροτανίσθηκε: τεντώθηκε
μπακράτσι: χάλκινο σκεύος
Κάλιανη: η Αιανή
Λωζιανή: το χωριό Ελάτη
Λαριού: η μονή του αγ. Ιλαρίωνος

 

Advertisement

126 Σχόλια προς “Η Ελενίτσα (διήγημα του Κωνστ. Τσιτσελίκη)”

  1. Πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση. Θα διαβάσουμε και το διήγημα. Καλημέρες.

  2. Ωραίο…

    «το τρα­γούδι της Μαργκερίτ» – Enregistrement juin 1913
    http://dutempsdescerisesauxfeuillesmortes.net/paroles/si_tu_veux_marguerite.htm

    «σαράντα αντάρτες απ’ αυτούς τους βρωμοέλληνες που δε θέ­λουν τους Γάλλους»
    Υπήρχε τέτοια κίνηση, ή μόνο κάτι ταλαίπωροι σαν τους φυλακισμένους που περιγράφει το διήγημα;

  3. phrasaortes said

    2. Ναι υπήρχανε ένοπλα σώματα, τα οποία λάμβαναν υποστήριξη από την ελληνική κυβέρνηση, αλλά ήταν ήσσονος σημασίας κίνημα. Πέρα από τα βίαια αντίποινα των Γάλλων (που έβγαλαν κι έναν νεομάρτυρα, τον Ζιδανίου Καλλίνικο), το πιο αιματηρό γεγονός ήταν η εξόντωση μιας σενεγαλέζικης περιπόλου στα Γρεβενά.

  4. atheofobos said

    Tην Μαργκερίτ που τραγουδούσαν

    και η σαμπάνια που έπιναν

  5. Καλογραμμένο κι ενδιαφέρον αλλά βαρύ για Κυριακή πρωϊ. Ο πόλεμος είναι γιορτή, μπροστά στην μαύρη κατοχή, μεγάλη αλήθεια, η ελπίδα της επιβίωσης το ένα και η απελπισία της επιβίωσης το άλλο.

  6. dryhammer said

    Καλημέρα!
    Το διάβασα απνευστί, [με πίκρανε, με βούρκωσε -αλλά] τί ωραίο κείμενο! Κι εκείνη η γλώσσα που μου θύμισε κάτι γέρους δικηγόρους, δημ. υπάλληλους κλπ αλλοτινούς, που μιλούσαν δημοτική [έως και χωριάτικα] με κλίση και καταλήξεις της καθαρεύουσας.

    Αλλά …κανδΥλανάφτης ;

  7. 3 Μάλιστα, πολύ ενδιαφέρον! https://www.kozanilife.gr/2015/07/10/ekteleseis-1917-moni-zidaniou/

    4 Αυτή η Marguerite είναι του ’26: https://fr.wikipedia.org/wiki/Discographie_de_Maurice_Chevalier
    Νομίζω τραγουδούσαν αυτή που βρήκα στο #1

  8. *συγγνώμη στο #2 το τραγούδι

  9. Ηρώ said

    Πολύ ωραίο και διδακτικό διήγημα. Ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης είναι ο παππούς του καθηγητή Κωνσταντίνου Τσιτσελίκη πού διδάσκει ανθρώπινα δικαιώματα στο Πανεπιστήμιο της Μακεδονίας

  10. ΓΤ said

    Σχετικά με το «ξηροτανΙστηκε» δεν μπορώ να καταλάβω πώς δικαιολογείται το Ι. Θα περίμενα «ξηροτανΥστηκε»…

  11. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    2-3-7α Πολύ ενδιαφέρουσα συμπλήρωση. Εγκλήματα διέπραξαν και οι βενιζελικοί κατά του άμαχου πληθυσμού, στην Απείραθο και στη Χαλκιδική.

    6 Συνηθιζόταν τότε αυτή η ορθογραφία

    9 Ακριβώς!

  12. sarant said

    10 Σωστά

  13. Λεύκιππος said

    Υπήρξε γαλλική κατοχή στην Δυτική Μακεδονία; Πόσο λίγο ξέρω την ελληνική ιστορία.

  14. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ωραιότατο, πολύ συγκινητικό. Ευχαριστούμε, Νικοκύρη.

    Στο μυαλό μου γυρίζουν διάφορες παρόμοιες ιστορίες που διάβασα, με την Στρατιά της Ανατολής και τον Σαράιγ, που το κύριο μέρος στρατοπέδευσε στα δυτικά της Θεσσαλονίκης, στον σημερινό δικό μας χώρο.
    Ιστορίες με τον εθνικό διχασμό, διαδραματίστηκαν και σε άλλες περιοχές. Και η μάχη της σημαίας στη Λάρισα.

    Ο Κωνστ. Τσιτσελίκης μου ήταν εντελώς άγνωστος, άξιος…

    Κωνστ. Τσιτσελίκη

  15. sarant said

    13 O εικοστός αιώνας δεν πολυδιδασκόταν. Εδώ έχουμε και τον διχασμό, οπότε…

  16. ΓΤ said

    Επισκεφτήκαμε, με βαθύ σεβασμό είναι η αλήθεια, λόγω του παππού του, το CV του Τσιτσελίκη στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας.
    Εκεί διάβασα: «Από τον διορισμό μου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας μέχρι σήμερα συμμετείχα σε όλες τις συνεδριάσεις της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος».
    Παρακαλώ τα άγρια μωρά των ΑΕΙ που μας διαβάζουν, επειδή εγώ έχω φύγει χρόνια από τα πανεπιζήμια, εξηγήστε μου γιατί αυτή η συμμετοχή είναι κάτι που θα πρέπει να μνημονεύεται σε ένα βιογραφικό. Δηλαδή, για να το θέσω κομψά, μου δόθηκε η αίσθηση ότι, αν διάβαζα παρακάτω, μπορεί να έπεφτα πάνω σε ένα «και στα διαλείμματα αυτών των πολύωρων συνεδριάσεων πήγαινα στο κυλικείο και έπαιρνα ένα τοστ γαλοπούλα-τυρί».

  17. ΚΩΣΤΑΣ said

    Κι αυτό με τους Βαλαάδες της Δυτικής Μακεδονίας. Καθιαυτού 😉 Έλληνες, που εξισλαμίστηκαν για να γλυτώσουν από τα βάσανα και να περνάνε καλά επί τουρκοκρατίας, (πολλοί παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί) εξαναγκάστηκαν σε ανταλλαγή με την συνθήκη της Λωζάνης.

  18. Alexis said

    Πολύ καλό διήγημα!

    Ηλεκτρικά γλομπάκια στο Μπουλεβάρ ντεζ Ιταλιέν (στο Παρίσι υποθέτω) και αυτοκίνητο στην Κοζάνη του 1917!
    Εντυπωσιάζομαι, ομολογώ…

    Ωστόσο, και ο ίδιος ο Τσιτσελίκης, αν και πολιτεύτηκε με τις εθνικόφρονες φιλοβασιλικές δυνάμεις, μέσα από τα γραφτά του δείχνει πολύ διαφορετικό πρόσωπο.

    Στο συγκεκριμένο πάντως παίρνει ξεκάθαρα θέση φιλοβασιλική-αντιβενιζελική.

  19. Η γαλλική κατοχή έπαιξε το ρόλο της και σε μια άγνωστη πτυχή της ιστορίας των εργατικών κινημάτων στην Ελλάδα, την απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου το ’16. Καθώς εχθρός των εργατών ήταν ο γερμανός εργοδότης, εκείνοι μετά από μια αιματηρή συμπλοκή ύψωσαν τη γαλλική σημαία περιμένοντας (μάταια) την επέμβαση του γαλλικού στόλου, που ναυλοχούσε τότε στη Μήλο. https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%AD%CF%81%CE%B9%CF%86%CE%BF%CF%82#%CE%9D%CE%B5%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%B9_%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9

  20. ΚΩΣΤΑΣ said

    14 Κάποιο μπέρδεμα έγινε και αντί του λινκ μπήκε το όνομα του συγγραφέα.
    Η μάχη της σημαίας στη Λάρισα

    https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/115321.html

  21. 17 Περί Βαλαάδων: https://www.academia.edu/19790784/Conversion_to_Islam_in_Ottoman_Rural_Societies_The_case_of_Vallahades_and_Pomaks

  22. sarant said

    19 Ή μάλλον δεν έπαιξε το ρόλο της 🙂

  23. Alexis said

    Έχω ρωτήσει πάλι αλλά δεν θυμάμαι να πήρα απάντηση.
    Έχει λαϊκή ονομασία ο Αλιάκμονας; Πώς τον λένε ή πώς τον έλεγαν οι ντόπιοι;
    Η Βίκι λέει ότι οι Τούρκοι τον έλεγαν Ιντζέ-Καρά και οι Σλάβοι Μπίστριτσα (γοργοπόταμος)

  24. 22 χαχά, σωστά!
    Σταματάω εδώ το μπαράζ σχολίων (ουκ εα με καθεύδειν το του Λεωνίκου τρόπαιον – πού πήγε αυτός;)
    Μόνο, με αφορμή τη μάχη της σημαίας (#20): πριν σχηματιστεί η Εθνική Άμυνα και αρχίσει τυπικά ο διχασμός με την αυτονόμηση της Βόρειας Ελλάδας, οι Γερμανοί είχαν καταλάβει την Καβάλα σε ένα ιδιότυπο είδος συμφωνίας με την ακόμα φιλογερμανική ηγεσία του στρατού. Η φρουρά της πόλης ας πούμε ότι αιχμαλωτίστηκε (μπορεί να πει κανείς και ότι παραδόθηκε) και μεταφέρθηκε στο Γκαίρλιτς, όπου… (για τη συνέχεια δείτε π.χ. πλούσια σχόλια εδώ: https://sarantakos.wordpress.com/2009/11/25/makedometopo/
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B9%CF%87%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%94%CE%84_%CE%A3%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%A3%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D_%CF%83%CF%84%CE%BF_%CE%93%CE%BA%CE%AD%CF%81%CE%BB%CE%B9%CF%84%CF%82

  25. Spiridione said

    Ωραίο. Κι εγώ δεν τον ήξερα
    https://www.lifo.gr/culture/vivlio/h-logotehnia-ton-synoron-toy-konstantinoy-tsitseliki

  26. atheofobos said

    7
    Μάλλον έχεις δίκιο και τραγουδούσαν αυτήν παλιότερη την Μαργκερίτ που γράφεις

  27. Ανδρέας Τ said

    Καλημέρα. Βαριά άρχισε η Κυριακή με αυτό το διήγημα. Περιγράφει μια εποχή που δυστυχώς οι περισσότεροι μας δεν γνωρίζουμε.

  28. ΚΩΣΤΑΣ said

    23
    Αλέξη, προσωπικά τον ξέρω μόνο ως Αλιάκμονα. Βέβαια, εγώ, δεν έχω ρίζες από εκεί για να έχω και παλαιότερα ακούσματα. Έχω ψαρέψει όμως σε αυτό το ποτάμι πολλές φορές και έχω πιάσει κάτι γριβάδια, μπριάνες…

    Εκείνο που ξέρω σίγουρα είναι ότι ένας από τους κεντρικότερους δρόμους της Επταλόφου ονομάστηκε, το 1931, οδός Αλιάκμονος ( σημερινή Γιάννη Χαλκίδη).

  29. Λίγο στενάχωρο, αλλά ωραίο.

  30. Λίγο στενάχωρο, αλλά ωραίο.

  31. Λίγο στενάχωρο, αλλά ωραίο.

  32. Συγγνώμη για το τρισδιάστατο σχόλιο.

  33. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    24 Κάποτε θα παρουσιάσουμε και αποσπάσματα από την εφημερίδα που έβγαζαν οι Έλληνες στο Γκέρλιτς

  34. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα.
    «Γιατί δεν γελάς. Ελενίτσα; Δεν βλέπεις που σ’ αγαπά ο (Νι…) μπέης;(…) κι εγώ όταν ήμουν μια φορά κορίτσι όμορφο, έγινα πρώτα γυναίκα του (Τ…Ρ..)πασά (…).Να ιδείς τι ελεύθερη που θα ’σαι αν τ’ αποφασίσεις τώρα και συ να γίνεις γυναίκα!», γλωσσιοκοπανάει αποπλανητικά, για να ολοκληρώσει τον εκμαυλισμό της δεκαεξάχρονης Ελενίτσας. η “γριά γειτόνισσα /κουμπάρα./μέγαιρα”, η τσατσά-διαφθορέας που την ξεγέλασε και την έριξε στις δαγκάνες του χρήματος, στα χέρια του Αφέντη και κατόχου του: Το λες και αμφίφυλη γυναικοκτονία. Δολοφονία γυνής εις διπλούν. Επροσώπου μιας φυματικής Ελλάδας της οποίας ο αγοραίος έρωτος, θέλει μα δεν μπορεί πια να γίνει Αγάπη, και η οποία, στο αποκορύφωμα της αλλοτρίωσής και της πώρωσής της, ως νέα Μαρία Αντουανέτα, αναφωνεί για τους λιμοκτονούντες “–  Τι κτήνη που είναι οι χωρικοί αυτοί!”
    Όλα αυτά την “εποχή που ένας χωρικός έδινε ένα πρόβατο για να προμηθευθεί ένα καρβέλι ψωμί μαύρο” (…) “κατά την οποίαν, η γαλλική επιμελη­τεία έκαμνε επίταξη τα πρόβατα των μακεδόνων χωρι­κών προς πέντε χάρτινα γαλλικά φράγκα το κεφάλι και πωλούσε το δέρμα των προς επτά φράγκα”: Ήτοι, το “Γαλλία-Ελλάς” ως συμμαχική ήττα, ως χείριστο δείγμα εξουσιαστή-υποτελούς.
    Σαν μια άλλη Ελλάδα, στον αντίποδα της κοκότας Λένης της οποίας η ”γυναικεία καρδιά συγκινήθηκε“ για πρώτη φορά βλέποντάς την, προβάλλει η αγαθή και πονετική Ζιόλια με το μπακράτσι της και το ψωμί στα χέρια”, αυτό το τίμιο καρβέλι της φτωχής που “μοιρά­σθηκε σαν αντίδωρο, από μια μπουκιά σ’ όλα εκείνα τα ετοιμοθάνατα όντα”, τους “αντάρτες” που τόλμησαν να αποπειραθούν να σβήσουν την πείνα των παιδιών τους.
    Και βλέπουμε τελικά, τόσα χρόνια μετά, ότι και σήμερα “ελευθερία ανάπηρη” υπάρχει, τα ίδια οθωμανικά κατάλοιπα τεσσάρων αιώνων εξακολουθούν να αναδίδουν οσμή ακαθάρτων: Το Ρουσφέτι (Η αρχή εξυπηρέτησης ημετέρων) και το Ραχάτι (ο “άντρας” που τα δίνει όλα για το πασαλίκι του και για να περνάει μπέικα, η “γυναίκα” που τα δίνει όλα για την “ελευθερία” που δίνει η οικονομική άνεση),
    Θλιβερά όμορφο (βλ.σχ.31) και δύσπεπτο το σημερινό ανάγνωσμα (όπως όλες οι πικρές αλήθειες που δύσκολα χωνεύονται).
    ΥΓ:Πολύ του ταιριάζει βεβαίως ως κατακλείδα και το άσμα “Ελένη” (Στίχοι: Μπάμπης Τσικληρόπουλος Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος Πρώτη εκτέλεση: Χαρούλα Αλεξίου), όπου και το γνωστό γνώρισμα παντός εκμαυλιστού “Να σου τάξει να σου τάξει/ την ψυχή σου να ρημάξει”

  35. Georgios Bartzoudis said

    Μια μικρή ιδέα για το τί γινόταν «τω καιρώ εκείνω»:
    «Αντί να έβγη η Μεραρχία Θεσσαλονίκης στο μέτωπο, έκριναν καλλίτερο να βγάλουν την μεραρχία Σερρών γιατί οι αντιδραστικοί έπειθαν τους περισσότερους στην Θεσσαλονίκη να μην κατατάσσονται στον στρατό και [να] μην ακούν τα διατάγματα επιστρατεύσεως της Εθνικής Αμύνης.
    Ο Σύλλογος Φιλελευθέρων τότε βοηθεί την Άμυνα με τα εθνικά του κηρύγματα. Στέλλεται ο Κονδύλης στην Χαλκιδική, όπου ήταν πολύ γνωστός από τον Μακεδονικό αγώνα … και φέρει μαζύ του όλους σχεδόν τους μάχιμους της Χαλκιδικής, γυμνασμένους και αγύμναστους. Με αυτούς θα συμπλήρωναν την Μεραρχία Σερρών. Αλλά η έλλειψις υλικού στην αρχή και η λυσσασμένη προπαγάνδα των βασιλικών κάνουν τους περισσότερους να λιποτακτήσουν στα χωριά τους. Το ίδιο γινότανε και με τους στρατεύσιμους των άλλων μερών. Και η επανάστασις εκινδύνευε να μην έχη άλλη δύναμι στρατιωτική εκτός από το Α’ τάγμα. Έπρεπε ν’ αρχίση και με την βία η επιβολή της φιλοπατρίας, όπως είχε γίνει παντού… Και στέλλεται ο Κονδύλης ξανά στην Χαλκιδική. Αυτή την φορά δεν είχε μαζύ του μόνο την Πειθώ, αλλά και την Βία… Οδηγεί στης σημαίες της Μεραρχίας Σερρών ξανά αρκετούς άνδρες …ώστε να μπορέση η Μεραρχία Σερρών να στείλη έξω το 2ο σύνταγμά της και να ετοιμάζη και το 1ον και το 3ο . [Τάδε έφη Νεόκοσμος Γρηγοριάδης]

  36. atheofobos said

    19
    Σχετικά με την ανάμειξη των Γάλλων στα γεγονότα στην Σέριφο γράφω στο
    Η ΠΟΛΥΝΕΚΡΗ ΑΠΕΡΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ 8ΩΡΟ ΣΤΗΝ ΣΕΡΙΦΟ 30 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΟΥ ΣΙΚΑΓΟΥ
    http://atheofobos2.blogspot.com/2013/04/8-30.html

  37. spyridos said

    Πολύ του γούστου μου το σημερινό. Σε πολλά επίπεδα.
    Ευχαριστούμε Νικοκύρη.

    ——————————————
    – μικρούλικο, το Σταυροδρόμι με κεφαλαίο (το Πέρα).

    – το Μπουλεβάρ ντεζ Ιταλιέν είναι ένα μια από τις μεγάλες λεωφόρους του Παρισιού. Οι πρώτες που ηλεκτροδοτήθηκαν και μάλλον έκανε εντύπωση εκείνη την εποχή.

    – Κάλιανη λοιπόν η Αιανή. Ποιός ξέρει ποια κρίση «αρχαιολατρίας» την έκανε Αιανή.

  38. BLOG_OTI_NANAI said

  39. SteliosZ said

    Καλημέρα.

    Μια και αναφέρθηκε και ο εγγονός του συγγραφέα, ο Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του:

    Σύνορα Κυριαρχία Γραμματόσημα – Οι μεταβολές του ελληνικού εδάφους 1830-1940

  40. BLOG_OTI_NANAI said

    Άλλο Διήγημα:

  41. Spiridione said

    Ένα γενικό άρθρο του Μ. Μώρου για τον Τσιτσελίκη
    Ο εν Κοζάνη της Μακεδονίας λόγιος και δικηγόρος του Μεσοπολέμου Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, Αλιάκμονος Ρους, τ. 3 (2019), σσ. 121-188
    https://www.academia.edu/42126922/%CE%9F_%CE%B5%CE%BD_%CE%9A%CE%BF%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B5%CF%83%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CF%83%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%82_%CE%91%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BA%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A1%CE%BF%CF%85%CF%82_%CF%84_3_2019_%CF%83%CF%83_121_188

    Και ένα ειδικό για την Ελενίτσα
    https://www.academia.edu/31603099/%CE%97_%CE%95%CE%BB%CE%B5%CE%BD%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%A4%CF%83%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B7_%CE%9C%CE%B9%CE%B1_%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%B7_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%B3%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B7_%CE%9A%CE%BF%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%85_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%AD%CE%BC%CE%BF%CF%85_%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%B9%CE%BD%CE%BF_%CF%84%CF%87_4_%CE%A6%CE%B5%CE%B2%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%82_2017_%CF%83%CF%83_213_225

  42. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα. Πολύ χρήσιμες συμπληρώσεις!

    40 Αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο.

  43. Καλημέρα,
    Μιας κι αναφέρθηκαν οι Βαλαάδες, το 2014 είχαμε συζητήσει γι’ αυτούς. Και θυμήθηκα κάποιες εμπειρίες μου. Κι ο Νικοκύρης τις φιλοξένησε μαζί με ένα διήγημα του Τσιτσελίκη (κι ολοκληρώνεται ο κύκλος 🙂 )
    https://sarantakos.wordpress.com/2014/07/14/balaades/

  44. Θρασύμαχος said

    Ένας ακόμη εγγονός του είναι και ο http://www.tch.gr/default.aspx?lang=el-GR&page=44&id=1954 https://www.koa.gr/gr/musicians/γιάννης-τσιτσελίκης/

  45. Spiridione said

    44. Πρέπει να είναι εγγονός του αδελφού του. Τον αναφέρει ο Μώρος στα άρθρα παραπάνω, νεαρός μουσικός που έπαιζε στις δεξιώσεις των Γάλλων.

  46. Συγκλονιστικό το διήγημα. Γηράσκω αεί διδασκόμενος την νεότερη ελληνική ιστορία.
    «αναγκαστικοί χοροί¨» άραγε τι να σημαίνει; Ποιοι αναγκάζονταν να κάνουν τι;

  47. ΚΩΣΤΑΣ said

    43 Αααα… Γιάννη, μια πρόχειρη ματιά έριξα, πολύ ωραία ιστορία! Κι εγώ νόμιζα ότι κομίζω γλαύκας εις Αθήνας με τους Βαλαάδες, αλλά εσείς τα έχετε συζητήσει πιο παλιά, πριν καταφτάσω κι εγώ εδώ. Κι ο Τεό μέσα, τώρα απέχει… 😉

  48. Αγγελος said

    Μου θύμισε κάποια διηγήματα του Guy de Maupassant με πόρνες, αξιωματικούς και τον γαλλοπρωσικό πόλεμο του 1870-71.

  49. antonislaw said

    Καλημέρα σας!Πολύ ωραίο το διήγημα ενός συγγραφέα που δεν τον ήξερα.Θα παρατηρούσα μόνο ότι το τελευταίο τμήμα του με την κηδεία της Ελένης μου φάνηκε κάπως απότομο και αρχικά δεν κατάλαβα ποια πέθανε και αναφκάστηκε να διαβασω πιο πριν για να πιάσω το νήμα.

    «τυρί γραβιέρας», μου θύμισε πολλά αυτή γενική που συνηθιζόταν παλιότερα εχω την εντύπωση.Συντακτικά τι να είναι στο «τυρί»;

    Μου θύμισε τη Μαντάμ Ορτάνς του Καζαντζάκη η Ελένη και τις σχέσεις της με τους Ναυάρχους των Μεγάλων Δυνάμεων κατά την περίοδο της διεθνούς κατοχής της Κρήτης και μετέπειτα Κρητικής Πολιτείας που έπιναν σαμπάνια με το γοβάκι της

  50. sarant said

    43 Θυμόμουν το δικό σου άρθρο, αλλά όχι ότι είχα βάλει και Τσιτσελίκη, τότε.

  51. Θράκας said

    Ωραίο το σημερινό.Εντυπωσιακός ο συγγραφέας.Αναδεικνύει μέσα σε λίγες σελίδες την σκέτη απελπισία.Θλιβερή,ανθρώπινη και αληθινή.

  52. 50 Κι εγώ επειδή θυμήθηκα τους Βαλαάδες το έψαξα, κι είδα δυο κείμενα. Ποιο είναι το δεύτερο; Αααα.
    Και βλέπω τελευταίο σχόλιο εκεί, ενάμιση χρόνο μετά απ’ τον Κοτορτσινό το ίδιο λινκ που εδώ το έβαλε στο 21 ο Δύτης!
    Είπαμε, κλείνει κύκλος!

  53. π2 said

    Το διήγημα το κρατάω για άλλη ώρα. Για τον Αλιάκμονα που ρωτάτε νομίζω ότι η τούρκικη ονομασία (Ιντζέ Καρά) δεν γενικεύτηκε ποτέ (οι περιηγητές Αλιάκμονα τον λένε αν θυμάμαι καλά), και η σλαβική (Μπιστρίτσα) δεν ξέρω αν αφορά όλον τον ποταμό ή μόνο τον Γοργοπόταμο.

  54. 49β: Ίσως έλξη από το τύπου, τυρί τύπου γραβιέρα

  55. Spiridione said

    Ο «εθνικός διχασμός» στο νομό Κοζάνης: 1916-1918 – Γράφει ο Θανάσης Καλλιανιώτης
    https://www.kozanilife.gr/2014/02/21/ethnikos-dixasmos-nomo-kozanis-1916-1918/

  56. 53: Αν, λοιπόν, δεν υπήρξε λαϊκότερη ονομασία, μάλλον το Αλιάκμονας, και στην ονομαστική, επικράτησε του λογιότερου Αλιάκμων, όχι;

  57. sarant said

    55 Aπό την Κάλιανη = Αιανή

  58. Spiridione said

    Και εδώ πιο αναλυτικά
    Οι Γάλλοι και η διοίκηση του Ιωάννη Ηλιάκη στην Κοζάνη την περίοδο του Εθνικού διχασμού (1916-1920), μεταπτυχιακή εργασία της Λιάπη Στυλιανής
    https://dspace.uowm.gr/xmlui/bitstream/handle/123456789/872/%C2%AB%CE%9F%CE%B9%20%CE%93%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B9%20%CE%BA%20%CE%B7%20%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%AF%CE%BA%CE%B7%CF%83%CE%B7%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%20%CE%97%CE%BB%CE%B9%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CE%9A%CE%BF%CE%B6%CE%AC%CE%BD%CE%B7%20%CF%84%CE%B7%CE%BD%20%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF%CE%BF%CE%B4%CE%BF%20%CF%84%CE%BF%CF%85%20%CE%95%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%20%CE%B4%CE%B9%CF%87%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D%201916-1920%C2%BB.pdf?sequence=1&isAllowed=y

  59. Μαρία said

    25
    Αυτό το είχε λινκάρει εδώ μάλλον ο λαϊφαναγνώστης δύτης. Πάντως απο κει τον έμαθα κι αγόρασα το βιβλίο πριν δυο χρόνια.

  60. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  61. 59 Μπορεί, αλλά δεν το θυμάμαι

  62. Alexis said

    #56: Έτσι φαίνεται γιατί κι εγώ δεν βρίσκω κάποια άλλη ονομασία εκτός από το Αλιάκμονας.

    #53: Τι εννοείς, ότι ο Γοργοπόταμος είναι παρακλάδι-παραπόταμος του Αλιάκμονα;
    Γκουγκλίζω αλλά δεν μου βγάζει τίποτα πέρα από τον γνωστό (και ιστορικό) Γοργοπόταμο Φθιώτιδας.

  63. Μαρία said

    62
    Μπίστριτσα είναι η σλάβικη ονομασία του Αλιάκμονα και σημαίνει γοργοπόταμος και τώρα παραπόταμος.

    Δες σ.88 του πεντεφιού http://ikee.lib.auth.gr/record/125795/files/GRI-2011-6242.pdf
    Έχει μήκος 297km και σχηματίζεται από τη συμβολή δυο μικρότερων ποταμών, ο ένας από
    τους οποίους πηγάζει από τις ανατολικές πλαγιές του Βοΐου όρους στη θέση Μαύρη Πέτρα
    και ονομάζεται Βελίτσα ή Μπέλιτσα. Ο άλλος πηγάζει από το όρος Μπέλα Βόδα ή Βαρνούς
    στην περιοχή Πισοδερίου και ονομάζεται Ζέλοβα ή Ζέλοβο ή Ζαλοβο. Ο Μπέλιτσα ενώνεται
    χαμηλότερα με τον παραπόταμο Μπίστριτσα (Μπρένιτσα) και συμβάλλει κοντά στο χωριό
    Μανιάκι, νοτιοδυτικά της Καστοριάς, στον ποταμό Ζέλοβα, για να σχηματίσουν τον
    Αλιάκμονα.

  64. Μαρία said

    63
    και τώρα είναι όνομα παραπόταμου

  65. Costas Papathanasiou said

    46 (ΑΡΗΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ) : Οι “αναγκαστικοί χοροί”, ως υποχρέωση φόρου δουλοπρέπειας , ένα χαράτσι ως “ελληνικό γυναικείο υλικό για να ευχαριστήσουμε τους συμμά­χους μας”.
    [10,12: ή “ξεροτεντώθηκε/ ανακλαδίστηκε/ ανακλαρίστηκε/ ‘ποταυρίστηκε(=τεντώθηκε ξυπνώντας)/ κωλοτανήθηκε (<κωλοτανιέμαι=τεντώνομαι μουργέλικα)/ αποκορδίστηκε”, 19, 36, 40, 41, 43 (Δύτης, atheofobos, BLOG_OTI_(πρέπει), Spiridione, Γιάννης Μ.): Ωραίοι! (και όχι για 1η φορά φυσικά— και όπως και πολλοί άλλοι σχολιαστές) ]

  66. Spiridione said

    μαρμάγκα

  67. Spiridione said

    Ο Κασομούλης π.χ. Βίστριτζα ονομάζει τον Αλιάκμονα
    https://books.google.gr/books?id=ugnzBgAAQBAJ&pg=PA145&lpg=PA145&dq=%CE%B6%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%82+%CE%B2%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%B1%CF%82&source=bl&ots=frDHKyo2-z&sig=ACfU3U3pTFAOlU1hCSGdLBFHcCFTXhPw_Q&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiSzOymxY72AhVzgP0HHcHyC3QQ6AF6BAgCEAM#v=onepage&q=%CE%B6%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B1%CF%82%20%CE%B2%CE%AF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%B1%CF%82&f=false

  68. Aghapi D said

    Πώς γίνεται το άλμα, ή το γεφύρωμα, ή ο συνδυασμός βασιλικός – βενιζελικός;
    (Και ο Εμ. Μπενάκης, π.χ.;)

    Ευχαριστώ για το διήγημα – και ωραίο καθ’ εαυτό και αφορμή να μάθω για μιαν εποχή που δέν μελετάμε – διδασκόμαστε

  69. sarant said

    66 -> 67

    68 Ο Μπενάκης βενιζελικός ήταν.

  70. Χαρούλα said

    Ωραίο αλλά έχασε η λογοτεχνία, μπροστά στην ιστορία που έμαθα. Γρήγορα πέρασε μπροστά η στρατιά της ανατολής, οι γάλλοι, στην περιοχή. Ευχαριστώ για το ερέθισμα.

    Από το γαλλικό προξενείο της Θεσσαλονικής
    Στα ίχνη του Μακεδονικού Μετώπου
    https://gr.ambafrance.org/%CE%A3%CF%84%CE%B1-%CE%AF%CF%87%CE%BD%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%9C%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D-%CE%9C%CE%B5%CF%84%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85-7408

  71. Χαρούλα said

    Μυθολογία του νερού https://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/mythology/lexicon/water/page_003.html

    Αλιάκμονας
    α) Θεός ποταμός της Μακεδονίας, γιος του Ωκεανού και της Τηθύος. (Εικ. 11, 12)
    β) Αλιάκμονας ονομαζόταν και ένας ποταμός της Αργολίδας. Διηγούνταν πως κάτοικος της Τίρυνθας, ο Αλιάκμων, σε μια κρίση τρέλας έπεσε στον ποταμό που μέχρι τότε ονομαζόταν Καρμάνωρ και που μετονομάστηκε σε Αλιάκμονα από το όνομα του πνιγμένου. Ύστερα, επιβλήθηκε στον ποταμό ένα τρίτο όνομα, Ίναχος. (Ψδ.-Πλούτ., Περί ποτ., 18,1.)

  72. Μαρία said

    69
    Βενιζελικότατος. Τον πήγε και στο ράφτη του να του ράψει κουστουμιά του Κρητικού 🙂

  73. Μαρία said

    68
    Για τη σχέση Μπενάκη με το Βενιζέλο μετά το 18:50
    https://www.ertflix.gr/series/ser.163917-diaspora-paroikies-euegersia-apo-to-ego-sto-emeis

  74. venios said

    Είχα την εντύπωση ότι τον Αλιάκμονα τονε λέγαν Ασπροπόταμο. Ισχύει;

  75. BLOG_OTI_NANAI said

    Από τη ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ. Κάποιες συνεργασίες του (βλ. και ευρετήριο ΕΚΕΒΙ: https://tinyurl.com/2p97khcd ) και κάποιες αναφορές:

  76. freierdenker said

    Εξαιρετική γραφή και πολύ καλά δουλεμένη ιστορία.

    Είναι φανερό οτι ο συγγραφέας βασάνισε το μυαλό του για να δημιουργήσει τους χαρακτήρες, τις πτυχές και τα γυρίσματα της ιστορίας. Οι διάφορες περιγραφές και οι λεπτομέρειες των σκηνών δένουν αρμονικά, αν και δεν είμαι σίγουρος κατά πόσο αντιπροσωπεύουν προσωπική παρατήρηση και κατά πόσο είναι μεταφορά κλισέ.

    Το μειονέκτημα κατά την γνώμη μου είναι η μια κάποια ψυχρότητα του συγγραφέα απέναντι στους χαρακτήρες του. Δεν μπαίνει πραγματικά μέσα τους, και κατά κάποιον τρόπο δεν μας επιτρέπει κι εμάς να τους νιώσουμε. Σε ένα μακροσκελές μυθιστόρημα ίσως υπάρχουν και άλλοι τρόποι να συνδεθεί κάποιος με τους χαρακτήρες, αλλά σε ένα σύντομο διήγημα είναι πολύ δύσκολο να τους νιώσεις αν δεν μεσολαβήσει για λογαριασμό τους ο συγγραφέας.

  77. BLOG_OTI_NANAI said

    74: Μάλλον ο Αχελώος:

  78. Alexis said

    #74: Ασπροπόταμο λένε τον Αχελώο.

    #63, 71: Ευχαριστώ.

  79. Γιάννης Ιατρού said

    74: Ασπροπόταμο λένε και το ποτάμι που περνά δίπλα απ΄το Άργος, τον Ίναχο (πατρικό όνομα Αλιάκμων, βλ. #71β). Έχω συγγενή με το όνομα Ασπροποταμίτ* που οι παππούδες του έμεναν εκεί κοντά, Το όνομα είναι γνωστό στους κατοίκους της περιοχής. Μπορεί βέβαια να λέγονται έτσι κι άλλα ποτάμια ή χείμαρροι κλπ., όταν μεταφέρουν με το νερό ασπρόχωμα (άργιλο) κλπ.

  80. 63 Μαρία να σε διορθώσω σε κάτι που ξέρω κι όχι για την ουσία: Μανιάκοι λέγεται το χωριό έξ’ απ’ την Καστοριά (πληθυντικός – οι) κι όχι Μανιάκι (το ~ που είναι στην Πελοπόννησο εκεί που σκοτώθηκε ο Παπαφλέσσας).

  81. Νώντας Τσίγκας said

    Αγαπητέ κύριε Σαραντάκο,
    Θαρρώ διαλέξατε το καλύτερο διήγημα της εξαιρετικής αυτής έκδοσης. Έχει κάποιες ομοιότητες-αναλογίες με τη «Η Χοντρομπαλού» του Γκυ ντε Μωπασάν (που τύπωσε πριν χρόνια ή Κίχλη). Η συλλογή που επιμελήθηκε ο Μάριος Μώρος μας αποκαλύπτει : (α) Ότι ο Διχασμός ουδέποτε απέθανε (και δη ο Βενιζελισμός που επικράτησε) και θύμα του υπήρξε και ο Τσιτσελίκης ο σημαντικός αυτός διηγηματογράφος της Δυτ. Μακεδονίας που «απεκρύβη» δοθείσης ευκαιρίας από τον σχετικά πρόωρο θάνατό του κι έπειτα. (β) Ότι στην Ελλάδα από το 1917 μέχρι το 1920 υπήρξε δικτατόρευση-ελέω Βενιζέλου με το πρόσχημα του Στρατιωτικού νόμου (λόγω του πολέμου) η οποία «λύθηκε» λίγες μέρες πριν τις εκλογές του 1920 (τότε δόθηκε και αμνηστία για τα Νοεμβριανά του ’16). Οι Γάλλοι στη Δυτικοί Μακεδονία φέρθηκαν αισχρά. Το κλίμα το μεταφέρει ο Τσιτσελίκης πιστότατα.

    Φαντάζομαι πως θα προσέξατε στο «Ένα ξερίζωμα» το «Σαν επίλογος» του Τσιτσελίκη όπου αυτός περιγράφει τη συνάντηση στο σπίτι του Δραγούμη στην Αθήνα τρεις μήνες προτού εκείνος δολοφονηθεί. Συζητούν ξανά για την από κοινού πρωτοβουλία τους ήδη από το 1915 (!!!) μαζί με άλλους που είχαν λάβει μέρος στην «Οργάνωση Κωνσταντινουπολεως» (συμβίωση εθνοτήτων μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία) και πολιτεύονταν πλέον στην περιοχή της Κοζάνης (Μπούσιος, Βαβακάς κλπ) να προστατέψουν και να μην επιτρέψουν τον εκτοπισμό των Βαλαάδων της Ανασέλιτσας. Ο «εθνικιστής» Δραγούμης λοιπόν προστατεύει μια μειονότητα της Δυτ. Μακεδονίας… Φυσικά κανείς δεν συζητά στις μέρες μας το ότι οι εκλογείς του Δραγούμη το 1915 ήταν στη πλειοψηφία τους Σλαβόφωνοι της Φλώρινας… (Γιατί άραγε; )

    Ο Αλιάκμονας πιστέψτε με ποτέ δεν είχε άλλο όνομα. Το πολύ πολύ να τον λέγαμε «Ποτάμι» αν θέλαμε να τον ξεχωρίσουμε από τους χείμαρρους ή παραπόταμους που καταλήγουν σ’ αυτόν.

  82. Μαρία said

    80
    Την τοπογράφο διορθώνεις στο μεταπτυχιακό της οποίας παρέπεμψα. Το μπέρδεψε με το Μανιάκι όχι της Μεσσηνίας, γνωστό απ’ «Το φίλημα» του Μητσάκη, αλλά με το Μανιάκι της Φλώρινας.

  83. dryhammer said

    80,82. Το θυμάμαι που, πηγαίνοντας προς Κρυσταλλοπηγή, έβλεπα την πινακίδα στη διασταύρωση και, μια κι ήταν με κεφαλαία, το διάβαζα οξύτονο κι έκανα και τ’ ανάλογα σχόλια…

  84. ΓΤ said

    @Χαλκίδα

    Πίνω την ουισκάρα μου
    τα γράφω όλα στη @νάρα μου

    https://www.in.gr/2022/02/20/greece/xalkida-epine-ouiski-kai-xamogelouse-moni-sto-dimotiko-symvoulio-dimarxos/

  85. Έλα μωρέ μη δείτε άνθρωπο να χαίρεται! Είναι που όλα δουλεύουν ρολόι… στην όμορφη πόλη μας…

  86. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα!

    81 Ασφαλώς το καθεστως του 1917-20 ήταν αυταρχικό, ημιδικτατορικό.

    Ευχαριστούμε και για τη διευκρίνιση για το όνομα του Αλιάκμονα.

  87. ΓΤ said

    84@

    Αλλά ασφαλώς είναι τίμια θέση το συγκεκριμένο ποτήρι. Όχι σαν εκείνο τον άνθρωπο των… γραμμάτων μας που είχε βγει στα τσάνελα με μπλε ποτήρι για «κρύβει» το ουίσκι ενόσω το γλαρόματο έφτανε μέχρι το αφάλι…

  88. 82 Τυχαίνει να ξέρω το όνομα γιατί το 87 ο φίλος και κουμπάρος μου υπηρετούσε νεοδιόριστος στην Καστοριά και τον είχα επισκεφτεί. Και εκεί έμαθα για τους Μανιάκους, είχε ένα σουπερμάρκετ εκεί.

  89. Παναγιώτης Κ. said

    Η Ελενίτσα κάνει τη συγκεκριμένη δουλειά χωρίς να χάνει την ανθρωπιά της.

    Μαθητής στο γυμνάσιο ήμουν και θυμάμαι τον θεολόγο της τάξης εμμέσως να παίρνει θέση για το αρχαιότερο επάγγελμα στον κόσμο με τούτα τα λόγια: Ο ιερός Αυγουστίνος είπε ότι χωρίς πορνεία η ανθρωπότητα θα μετατρεπόταν σε κοπρώνα.
    Είναι αυτό αληθινό ή όχι δεν το έψαξα. Όμως θυμάμαι καλά ότι μας το είχε πει. Το θυμάμαι ίσως και λόγω της παραδοξότητάς του (σύμφωνα βεβαίως με τις τότε αντιλήψεις).

    16. Εμμέσως μας λέει πως υπάρχουν συνάδελφοί του οι οποίοι δεν πατάνε στις συνεδριάσεις.

    33. Ναι, ναι , ναι ! Να υπάρξει δημοσίευση για το Γκέρλιτς.

  90. Μαρία said

    89
    Θες να πεις οτι οι πουτάνες χάνουν την ανθρωπιά τους;

  91. ΓΤ said

    89@

    Και θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για αυτό ως όχημα το CV;

  92. ΣΠ said

    91
    Δεν είναι το μόνο που δεν έχει θέση στο CV του. Θα μπορούσε κάλλιστα το CV του να έχει τις μισές σελίδες.

  93. Μαρία said

    92
    Δεν πειράζει. Γράφει καλά βιβλία.

  94. ΓΤ said

    92@

    Μα… δεν ήθελα να επεκταθώ. Με πιάνεις. Η αράδα στο CV πρέπει να ευωδιάζει ορθοκοφτή συμπάγεια, κι όχι σχοινοτενή τουλιπολίβαδα των ΒΙΠΕΡ.

  95. Aghapi D said

    69
    Βασιλικός ξεκίνησε

  96. ΣΠ said

    94
    Exactly, bro.

  97. Το CV μοιάζει να είναι φτιαγμένο για κάποια κρίση/εξέλιξη (εκεί δικαιολογούνται όλα αυτά τα φλύαρα), αν και παραδόξως δεν αναφέρει τις βαθμίδες στις οποίες έχει διδάξει.

  98. ΓΤ said

    @Ιωάννινα: γυναικοκτονία
    https://www.in.gr/2022/02/21/greece/nea-gynaikoktonia-sta-ioannina-ti-skotose-o-syzygos-tis-meta-apo-kavga/

  99. BLOG_OTI_NANAI said

    90: Το γεγονός ότι ανάμεσα τους υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να πραγματοποιήσουν κάθε απαίτηση με αντάλαγμα το χρήμα ακόμα και εις βάρος τρίτων, δείχνει ότι αυτό μπορεί να συμβεί τουλάχιστον ως σταδιακός εκφυλισμός. Σε χώρες όπως η Αφρική, η Βραζιλία, οι Φιλιππίνες και όχι μόνο, γίνονται φρικιαστικά πράγματα. Φυσικά όσοι με το χρήμα τους δίνουν τις εντολές να πραγματοποιηθούν όλα αυτά, είναι συνένοχοι. Αλλά ταυτόχρονα είναι γεγονός ότι κανείς δεν θα μπει στην πορνεία για να βρει την ανθρωπιά του… Άρα, εξαρχής, ο πήχης ξεκινά από πολύ χαμηλά.

    Για μένα προσωπικά, κάθε προσπάθεια της πολιτικής ορθότητας να ωραιοποιήσει από το τράφικινγκ (υπάρχει δυστυχώς ακόμα και προσπάθεια απενοχοποίησης του…) μέχρι και την πορνεία, σε ένα γελοίο πλαίσιο δικαιωματισμού δείχνει απλά ότι η πολιτική ορθότητα συνεργάζεται στο έγκλημα αυτό που έχει πολύ σκοτεινό και φρικιαστικό πάτο.

    Άλλο θέμα τα ανθρώπινα δικαιώματα κάθε εκπορνευόμενου, άλλο θέμα ο ειλικρινής στοχασμός επάνω στην αναγκαιότητα ή όχι της πορνείας ως βαλβίδα εκτόνωσης των ενστίκτων και άλλο πράγμα η ισωπεδωτική σιωπή και άρα συνενοχή μας στο έγκλημα.

    Για τις μονόπλευρες θέσεις της πολιτικής ορθότητας που απευθύνονται σε ηλίθιου ή λοβοτομημένους έχουμε ξαναπεί. Ο χυδαίος πολιτικά ορθός ουρλιάζει διότι εκλαμβάνει κάθε προσέγγιση στο φυσικό εν δυνάμει προτέρημα της γυναίκας να γεννά ως υποτίμηση της σε «παιδοποιητική μηχανή», και την ίδια στιγμή αγνοεί προκλητικά τον εξεφτελισμό της γυναίκας στην πορνεία και την πορνογραφία ως μηχανή σεξουαλικής ικανοποίησης…

  100. Παναγιώτης Κ. said

    @90. Το στερεότυπο, με το οποίο φυσικά δεν συμφωνώ, τις θέλει …μαύρα πρόβατα…

  101. BLOG_OTI_NANAI said

    99: Κάποια έρευνα που δεν προκαλεί και έκπληξη για όποιον έχει διαβάσει συνεντεύξεις εκπορνευομένων, δείχνει ότι το 88% επιθυμεί να βρει τρόπο να φύγει από εκεί (προφανώς με την προϋπόθεση ότι ως διά μαγείας θα μπορούσε να βρει έναν άλλον αποδεκτό τρόπο επιβίωσης/διαβίωσης):

  102. sarant said

    Καλημέρα και από εδώ

    101 Προφανώς, άλλωστε escape λέει.

  103. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ιδέα δεν είχα για τους Γάλλους στη Δ.Μακεδονία. Απορώ που είχα συμφοιτητές και φίλους από κει κι ένας κολλητός τότε και μανιακός με την ευρωπαϊκή ιστορία(ήξερε φοβερές λεπτομέρειες από τις στρατηγικές μαχών με Γάλλους ειδικά, τη στοίχιση κλπ) ήταν Κοζανίτης-Σιάτιστα, πώς δεν έτυχε να αναφερθεί.
    Το διήγημα πολύ καλό, με «ψαχνό», μπορεί και αλληγορικό σκέφτηκα κι εγώ, όπως είπανε κι άλλοι.
    Ευχαριστώ! Και για τις συμπληρώσεις με ένα σωρό στοιχεία και κι άλλα διηγήματα του Κ.Τσιτσελίκη, ευχαριστώ!
    Αγαπημένο μου ιστολόγιο, καλημέρα! 🙂

    >>το ψεσινό μεθύσι
    Το λέμε κάτω το ψεσινό. Μάλιστα το λέμε και ουσιαστικοποιημένο:
    Μη μου τα λες εμένα αυτά, δεν είμαι ψεσινός-η! = Είμαι μεγάλος-η, έχω πείρα, δε με γελάς.

  104. Επαμεινώνδας Τσίγκας said

    #εφη# Λέμε και ιχτισνός (=χθεσινός)

  105. dryhammer said

    104. > ιχτισνός (=χθεσινός)

    Αν έβλεπα αυτή τη λέξη γραμμένη κάπου θα σκεφτόμουν τον τσίρο (=ισχνός ιχθύς) [αλλά το δικό μου μυαλό έτσι κι αλλιώς είναι hasta la hesta]

  106. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    80 >> Μανάκοι στην Καστοριά
    και οι Αφοι Μανάκη ή Μανάκια, απο τα Γρεβενα (Αβδέλλα) οι πρωτοπόροι του Κιν/φου
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CE%B4%CE%B5%CE%BB%CF%86%CE%BF%CE%AF_%CE%9C%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BA%CE%B7

    104 >>ιχτισνός
    προφανώς λέτε ιχτές το χθες (εχθές) ; οπότε το εχθεσινός/ιχτεσινός/ιχτ’σινός, μια χαρά το βρίσκω.
    σ.σ. με θέλγουν οι ντοπιολαλιές (όλες).

    105 🙂

  107. Επαμεινώνδας Τσίγκας said

    εφη-εφη#
    όπως και το ι ψ ι σ’ ν ό ς [= χτεσινοβραδυνός]

  108. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    107. και το ιψισνός άψογο, όχι σαν εμάς κάτω τους… δεκαπεντασύλλαβους που λέμε
    οψαργατινός ! 🙂

  109. hioniam said

    Καλησπέρα από την Κοζάνη
    Είδα το άρθρο για τον Τσιτσελίκη δυστυχώς λίγο καθυστερημένα.
    Μου ήταν γνωστός κυρίως μέσα από το περιοδικό Παρέμβαση του χαλκέντερου
    συντοπίτη Βασίλη Καραγιάννη (38 χρόνια και 206 τεύχη!)
    https://bit.ly/3BE1mIa
    Όμως η ιστορία της περιοχής κατά τον Διχασμό μου ήταν άγνωστη.
    Βλέπετε η σύγχρονη Ιστορία μας δεν διδάσκεται ούτε στο γυμνάσιο, ούτε στο λύκειο
    και τελικά ούτε και στο πανεπιστήμιο
    Σκεφτείτε ότι στο πρόγραμμα του ΕΑΠ «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό» ουσιαστικά σταματήσαμε στο κίνημα στο Γουδί το 1909 και στην είσοδο του Βενιζέλου στην κεντρική πολιτική σκηνή!

  110. hioniam said

    Όντως δεν γνωρίζω να υπάρχει κάποια λαϊκή
    ονομασία για τον ποταμό Αλιάκμονα.
    Όλοι έτσι τον ξέρουμε.

  111. Δεν ήξερα ότι οι Γάλλοι είχαν και Βιετναμέζους στη Μακεδονία! (Ποια Γέφυρα; Κανενός Αξιού φαντάζομαι)

  112. Χαρούλα said

    Λόγω του κεφαλαίου αρχικού, θα μπορούσε να είναι το σημερινό χωριό Γέφυρα. Ιστορικό στους Βαλκανικούς πολέμους. Μόνον που επίσημα Γέφυρα λέγεται από το 1928. Πριν ήταν γνωστό με το τούρκικο του όνομα.
    https://dimoschalkidonos.gr/%CE%B3%CE%AD%CF%86%CF%85%CF%81%CE%B1/

  113. Α, μπράβο Χαρούλα, εγώ δεν το έψαξα καν! Τουλάχιστον έπεσα μέσα στο ότι είναι γέφυρα του Αξιού 🙂

  114. sarant said

    109 Εντυπωσιακό!

    111-2-3
    Eίναι το χωριό που λέει η Χαρούλα, στη γαλλική Βικιπαίδεια προσδιορίζεται ότι η φωτο είναι από anciennement Topçin.

  115. Δημήτρης Καραγιώργης said

    111 (Δύτης Των Νιπτήρων) <– Κι όχι ό τι κι ό τι Βιετναμέζους. Κοτζαμάν Χο Τσι Μινχ έφεραν οι Γάλλοι στο Μακεδονικό Μέτωπο και κόντεψε να αφήσει τα κόκαλά του (μάχη του Σκρα)
    https://www.onalert.gr/enoples-dynameis/ges/to-ges-psaxnei-ta-ixni-tou-xo-tsi-minx/111150/
    http://akrokorinthos.blogspot.com/2012/11/when-ho-chi-minh-was-fighting-in-greece.html

  116. 111: Γιατί θυμάμαι ότι έχουμε ξανασυζητήσει γι’ αυτά;

  117. Μαρία said

    113
    Στο βιβλίο σας της ιστορίας της Γ Λυκείου υπήρχε η λιθογραφία http://www.thessmemory.gr/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B7%CE%B3%CE%B7%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83/%CE%B5%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%84%CE%B5%CE%B9%CF%87%CF%8E%CE%BD/%CF%83%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CE%AF%CE%BF-%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85-%CF%83%CF%87%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BA%CE%B5-%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CF%81/
    με δίγλωσση επιγραφή στα ελληνικά και γαλλικά.
    Στα ελληνικά:
    ΕΚ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΟΥ 1912-1913
    Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΕΝ ΤΟΠΣΙΝ
    Ο Ταχσίν πασσάς παραδίδων το ξίφος του εις τον δαφνοστεφή στρατηλάτην Κωνσταντίνον τη 25η Οκτωβρίου 1912.

    Στα νεότερα χρόνια εκεί κοντά και εκτός κατοικημένης περιοχής υπήρχε καλό σκυλάδικο απο τα λίγα νυκτερινά μαγαζιά που λειτουργούσαν μετά τις 2 π.μ. επι υπουργίας Αρσένη στο υπουργείο οικονομικών.

  118. Μαρία said

    115, 116
    Γνωστό κι αυτό.
    Ο Πιδύος είχε λινκάρει το φωτογραφικό αρχείο του γαλλικού στρατού.

  119. sarant said

    115 Το βιβλίο του Ζοζέφ Αντράς «Μακριά, ο ουρανός του Νότου» που προσπαθεί να βρει τα ίχνη του ΧοΤσιΜινχ (που ακόμα δεν λεγόταν έτσι) στο Παρίσι δεν θυμάμαι να αναφέρει τίποτα για συμμετοχή του στον πόλεμο. Άλλωστε, στο Παρίσι θα πήγε μετά τον πόλεμο, έτσι κι αλλιώς.

  120. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ο Χασάν Ταχσίν πασάς θα έπρεπε να ανακηρυχθεί σε εθνικό ήρωα. Στην ουσία έγινε παράδοση της πόλης της Θεσσαλονίκης και όχι κατάληψη ύστερα από πολιορκία και μάχη. Στο Τόψιν υπογράφηκε η συμφωνία… Εκεί βρίσκονται και τα κόκκαλά του σήμερα.

    ———————-

    117β
    Ρε Μαρία, δεν άφησες πολιτιστικό κέντρο της Θεσσαλονίκης (εντός και ευρύτερα) που να μην το έχεις γνωρίσει; 😉

  121. Τώρα που το λέτε, αυτό με τον Χο Τσι Μινχ κάτι μου λέει…

  122. Μαρία said

    119. 121
    Πρέπει να είναι αστικός μύθος, επειδή ο θείος Χο βρισκόταν στο Λονδίνο και στο Παρίσι κατα τη διάρκεια του πολέμου.
    Ένα σχετικό άρθρο Première Guerre mondiale : ces Asiatiques venus au front https://lejournal.cnrs.fr/billets/premiere-guerre-mondiale-ces-asiatiques-venus-au-front

    120
    Τη θυμάσαι αυτή τη φάση που στα μπαρ καθόμασταν με τα κεριά, για εξοικονόμηση ενέργειας κι όχι για ηθικοπλαστικούς λόγους όπως επι Παπαθεμελή;

  123. Νώντας Τσίγκας said

    Από τα 8,5 εκατομμύρια στρατιωτών που πολέμησαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπό την Γαλλική σημαία, περίπου 600.000 προέρχονταν από αποικίες.

    Συνολικά 72.000 άτομα της πρώην Γαλλικής Αυτοκρατορίας έχασαν τις ζωές τους κατά την διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, όπως ονομάστηκε ο Α’ Παγκόσμιος.

    Ανάμεσά τους αρκετοί από την Σενεγάλη, το Μαρόκο, την Αλγερία, την Τυνησία, τη Μαδαγασκάρη, αλλά και πιο μακριά, από την Ασία και την Ωκεανία.[διαδικτυο]

  124. sarant said

    122 A μπράβο.

  125. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Περίπου 90.000 βιετναμέζοι στρατιώτες και εργάτες στάλθηκαν από την τότε γαλλική αποικία στο Γαλλικό Δυτικό Μέτωπο το 1914 κατά τη διάρκεια του Α΄ΠΠ.
    Εκεί έπεσαν οι σπόροι της επανάστασης για τη γέννηση του σύγχρονου Βιετνάμ
    https://www.channelnewsasia.com/watch/asia-great-war/vietnam-war-and-rebellion-2053161

  126. spyridos said

    123
    Και στο Β ΠΠ πολέμησαν Αλγερινοί και Μαροκινοί σαν Γάλλοι στην Ευρώπη.
    Στην υπεράσπιση της Ζηλανδίας (επαρχία στα νότια της Ολλανδίας) πολέμησαν και σκοτώθηκαν Μαροκινοί. Δεν νομίζω να έπεσε έστω και ένας (1) Ολλανδός.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: