Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κοψίδια για τσίκνισμα

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2022


Σημερα είναι η Πέμπτη η Κρεατινή, η Τσικνοπέμπτη. Το έθιμο επιβάλλει να τσικνίσουμε, να φάμε δηλαδή κρέας ψητό, και μάλιστα να αναδίδει την τσίκνα του ψησίματος, όπως στη φωτογραφία.

Tο ιστολόγιο προσφέρει βέβαια κάθε Σάββατο μεζεδάκια, σήμερα όμως, για να τιμήσει τη μέρα, θα σας κεράσει κοψίδια μόνο, αλλά λεξιλογικά. Θα λεξιλογήσουμε δηλαδή για μερικά από τα εδέσματα που ταιριάζουν την Τσικνοπέμπτη.

Το περίεργο είναι ότι τόσα χρόνια (διότι, κακά τα ψέματα, τούτη είναι η δέκατη τρίτη ιστολογημένη Τσικνοπέμπτη μας!) δεν έχουμε γράψει ανάλογο άρθρο -εκτός αν και ξεχνάω και δεν ψάχνω καλά στα περιεχόμενα του ιστολογίου. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, όμως.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη, την Τσικνοπέμπτη, που βλέπουμε αμέσως ότι είναι σύνθετη από την τσίκνα και την Πέμπτη. Η τσίκνα, πάλι, εμφανίζεται στην ελληνική γλώσσα στα βυζαντινά χρόνια, πρώτα μάλλον στον Πτωχοπρόδρομο, που ο καημένος παραπονιέται στον αυτοκράτορα (τον Μανουήλ Κομνηνό, αν δεν σφάλλω) ότι ο γείτονάς του, αν και αμόρφωτος, κοσκινάς στο επάγγελμα, καλοτρώει ενώ ο ίδιος στερείται και το ψωμί:

καὶ βλέπω τὴν ἰστίαν του πῶς συχνοφλακαρίζει,
καὶ πῶς πολλάκις τῶν κρεῶν ἀπολυόντων τσίκναν,
ποτὲ δὲ τὴν ἀνθρακιὰν τὴν φοβερὰν ἐκείνην
κειμένην βλέπω, βασιλεῦ, μετὰ τῶν ὀψαρίων
καὶ τσίκναν φέρουσαν πολλὴν μετὰ καὶ τῶν βρωμάτων,
καὶ ἐγὼ τσικνώνω διὰ ψωμὶν καὶ οὐκ ἔχω το νὰ φάγω,

Το «τσικνώνω», σύμφωνα τουλάχιστον με τον Χανς Αϊντενάιερ στα Πτωχοπροδρομικά, είναι φτιαχτή λέξη από την τσίκνα. Λιγουρεύομαι, από τα συμφραζόμενα;

(Να πούμε εδώ ότι η λέξη τσίκνα πέρα από την τρέχουσα σημασία, της μυρωδιάς από το κρέας που ψήνεται, έχει και την πολύ λιγότερο ευχάριστη σημασία της μυρωδιάς από κάτουρα, ιδίως σε ρούχα ή στρώματα -αψιά η μία μυρωδιά, αψιά κι η άλλη, βέβαια. Τη σημασία αυτή δεν τη βρίσκω στα σημερινά λεξικά, τουλάχιστον του Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, αλλά την έχει π.χ. η Πρωία, λεξικό προπολεμικό, όπου έχει επίσης τη σημασία «οσμή καιομένων τριχών», ιδίως στο κεφάλι του σφαχτού που ψήνεται).

Για την ετυμολογία της τσίκνας η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο κνίσα, το οποίο, εδώ που τα λέμε, σήμαινε το ίδιο πράγμα, μια λέξη ήδη ομηρική (με τον τύπο κνίση), που έπαιζε άλλωστε σημαντικό ρόλο αφού οι θεοί του Δωδεκαθέου ακριβώς απολάμβαναν την κνίσα από τις θυσίες –κνίση δ’ οὐρανὸν ἷκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῷ στο Α της Ιλιάδας, ή «κι η κνίσα ανέβαινε στρουφίζοντας με τον καπνό στα ουράνια» στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή.

Τώρα, πώς η κνίσα έγινε τσίκνα; Στο λεξικό Μπαμπινιώτη βρίσκω δύο εκδοχές, μία στο ετυμολογικό, όπου από την κνίσα με αντιμετάθεση έχουμε το (αμάρτυρο) σίκνα και μετά την τσίκνα με τσιτακισμό, και μια άλλη στο γενικό λεξικό (5η έκδ.) που προτείνει *κνίτσα –> τσίκνα. Πιο πιθανό βρίσκω το πρώτο. Τόσο ο Μπαμπινιώτης όσο και το ΛΚΝ έχουν επιφυλάξεις για την προέλευση αυτή, που τη θεωρούν απλώς πιθανή.

Ο Μπαμπινιώτης παραθέτει στο ετυμολογικό του και μιαν άλλη εκδοχή, από το αρχαίο εξικμάζω («αποπνέω, αναδίδω») που τη θεωρεί απίθανη, όπως και την προέλευση από το τουρκ. tiken.

Όπως και να ετυμολογείται, η τσίκνα που μας σπάει τη μύτη αναδίδεται βέβαια από τα κρέατα όταν ψήνονται, ιδίως από το λίπος τους.

Το ρήμα ψήνω, πάλι, προέρχεται κι αυτό από τα αρχαία, από το ρήμα «έψω», που σήμαινε κυρίως «βράζω, μαγειρεύω». Από τον αόριστο, έψησα, το αρχικό «ε» θεωρήθηκε συλλαβική αύξηση, και κατ’ αναλογία προς τα έστησα-στήνω, έσβησα-σβήνω, παράχθηκε νέος ενεστώτας, ψήνω. Αυτό το φαινόμενο, της παραγωγής νέου ενεστώτα από τον αόριστο, εξακολουθεί να είναι ενεργό στη γλώσσα μας και σήμερα -κι έτσι έχουμε πχ το καταχράζομαι από το καταχράστηκα, αλλά επειδή το βλέπουμε να συντελείται μπροστά στα μάτια μας κάποιοι θεωρούν βαρβαρισμό το «καταχράζομαι» ενώ φυσικά δέχονται το ψήνω ή το «πιάνω», που κι αυτό έτσι φτιάχτηκε (από τον αόριστο επίεσα, επίασα).

Το «έψω» δεν το λέμε σήμερα, αλλά η λέξη επιβιώνει στο αφέψημα (διότι το έψω έπαιρνε δασεία). Και βέβαια τα αφεψήματα τα βράζουμε, διότι όπως είπαμε η αρχική σημασία της λέξης ήταν «βράζω». Οπότε, οι σύντεκνοι, που λένε «έψησα σούπα» μένουν πιστοί στην αρχική σημασία της λέξης!

Τι ψήνουμε όμως; Πολλά και διάφορα. Ψήνουμε, ας πούμε, σουβλάκια, με την πανελλήνια σημασία της λέξης, δηλαδή όχι τυλιχτά αλλά καλαμάκια. Το σουβλάκι είναι υποκοριστικό της σούβλας, η δε σούβλα είναι δάνειο λατινικό (από το subula), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό, που είναι η αρχαία λέξη.

Θα θυμάστε ότι «οβελία» λέμε το αρνάκι του Πάσχα, το σουβλιστό, αλλά οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα). Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Από εκεί και ο οβολός, όπως έχουμε πει σε παλιότερο πασχαλιάτικο άρθρο. Πέρα από τον οβελία, στη σημερινή γλώσσα ο οβελός δεν εμφανίζεται, αλλά στον Κουμανούδη υπάρχει ο φοβερός όρος «οβελοστρεφές κεμπάπι».

Το οποίο κεμπάπ είναι οφθαλμοφανώς δάνειο από τα τουρκικά, kebap, από το αραβικό kebab. Όχι, δεν είναι ηχομιμητική λέξη από το «και μπαπ», όπως επέμενε κάποιος (στ’ αστεία, ελπίζω) σε μια παρέα, όπως είχα ακούσει προ καιρού ενώ περίμενα την παραγγελία μου.

Αλλά δεν ψήνουμε μόνο σουβλάκια και κεμπάπ. Έχουμε και μπριζόλες στη σχάρα. Η μπριζόλα είναι δάνειο από το βενετικό brisiola, από το ιταλικό braciola, που ανάγεται στο υστερολατ. brasas, αναμμένα κάρβουνα. Τον 19ο αιώνα, που ήταν πολύ της μόδας οι πορτοκαλισμοί, σε μια προσπάθεια να βγουν ελληνικές οι διάφορες καθημερινές λέξεις ξένης προέλευσης, κάποιοι είχαν ετυμολογήσει την μπριζόλα από το «εν πυρί ζέει όλη»! Πάντως, το ιταλικό πιάτο, η braciola, δεν είναι μπριζόλα όπως τη λέμε εμείς. Αλλά για το θέμα αυτό θα μπορούσα να γράψω (και ίσως γράψω κάποτε) ξεχωριστό άρθρο, σήμερα απλώς τσιμπολογάμε.

Διότι θα βάλουμε και μερικά μπιφτέκια στη σχάρα, έτσι δεν είναι; Αλλά και τα μπιφτέκια έχουν πάθει διολίσθηση σημασίας, αν σκεφτούμε ότι εμείς τα πήραμε από το γαλλικό bifteck, το οποίο προήλθε από το αγγλ. beef steak, δηλαδή φέτα, φιλέτο κρέατος, μπριζόλα σα να λέμε, παρόλο που το δικό μας το μπιφτέκι φτιάχνεται από κιμά.

Το μπιφτέκι είναι μικρό, αλλά τελευταία είναι της μόδας το μεγεθυντικό του, η μπιφτέκα, που μπορεί να πιάνει και μισό κιλό και να είναι γεμιστή με την Άρτα και τα Γιάννενα. Της μόδας και σχετικά πρόσφατη είναι και η έκφραση «γυρίζω τη μπιφτέκα» δηλ. αλλάζω άποψη, τοποθέτηση, στάση, αίσθημα. Σαν και σένα έχω άλλες δέκα, μη μου γυρίζεις τη μπιφτέκα, τραγουδάει ο φέρελπις νέος στο κλιπάκι, που το μόνο του θετικό είναι πως έχει γυριστεί στο πάρκο της γειτονιάς μου στο Φλοίσβο.

Να βάλουμε και μερικά λουκάνικα στη σχάρα. Τα λουκάνικα είναι λέξη της ύστερης αρχαιότητας, δάνειο από τα λατινικά, από το lucanicum, που θα πει «αλλαντικό φτιαγμένο με τον τρόπο των Λουκανών», οι οποίοι Λουκανοί ήταν ένα ιταλικό φύλο που ζούσαν στην περιοχή λίγο κάτω από τη Νάπολη. Ξέρουμε επίσης, και συζητήσαμε και σχετικά πρόσφατα στο ιστολόγιο, την έκφραση «τότε που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα», που λέγεται για εποχές ευμάρειας και ανέμελης σπατάλης, περασμένες πια.

Ε, ας βάλουμε και καναδυό παντσέτες. Όπως δείχνει η κατάληξή της, είναι ιταλικό δάνειο, από το pancetta, που είναι υποκοριστικό του pancia = κοιλιά, λατινικής αρχής, διότι η παντσέτα είναι κοιλιά χοιρινού, αν και στα ιταλικά η pancetta κυρίως είναι σαλάμι, αλλαντικό, δηλ. τρώγεται ως επί το πλείστον ωμή, ενώ η δική μας παντσέτα μαγειρεύεται.

Αλλά ξεχάσαμε τα παϊδάκια, που είναι βέβαια πλευρά από αρνάκι ή κατσικάκι. Παΐδια είναι τα πλευρά, ζώου ή ανθρώπου, και παλιότερα ήταν διαδεδομένη η απειλή «θα σου σπάσω τα παΐδια», δηλ θα σε ξυλοφορτώσω (ή: θα σου μετρήσω τα παΐδια), ενώ για κάποιον πολύ αδύνατο λέγανε «φαίνονται τα παΐδια του».

Τα παΐδια καμιά φορά μπορεί να τα δείτε «παγίδια», και αυτή είναι η παλιότερη μορφή της λέξης, διότι το παΐδι ή παγίδι ανάγεται στο μεσαιωνικό παγίδιν και αυτό στο αρχαίο «παγίς», που, πέρα από την παγίδα, πήρε και τη σημασία «οτιδήποτε στερεώνει γερά», κι έτσι το παγίδιον έφτασε να σημαίνει το πλευρό.

Θα μπορούσα να συνεχίσω και με άλλα τερψιλαρύγγια και σπαζομύτικα της Τσικνοπέμπτης, αλλά θα σταματήσω εδώ -πείνασα βλέπετε! Καλά να περάσετε απόψε, τσικνίζοντες και μη!

90 Σχόλια προς “Κοψίδια για τσίκνισμα”

  1. spyridos said

    Καλημέρα και καλά να τσικνίσετε.
    Στο ιστολόγιο θυμάμαι συζήτηση περί Τσικνοπέμπτης αλλά που και ποτέ πολύ δύσκολο.

  2. LandS said

    Καλημέρα.
    Τι καλημέρα δηλαδή που άρχισε με τα νέα για το κακό.

  3. ndmushroom said

    Νικοκύρη, αν είναι ακόμα ζεστά τα κάρβουνα, δε βάζεις και ένα ψαρονέφρι να ψηθεί, που έχει και γλωσσολογικό ενδιαφέρον; 😉

  4. Παναγιώτης Κ. said

    Άργησε λίγο η σημερινή ανάρτηση και νόμισα ότι θα μείνουμε στη χθεσινή λόγω γεγονότων.
    Ευτυχώς…έπεσα έξω! 🙂

    Το ανέκδοτο ή η προπαγάνδα έχει ως εξής:
    Το Λονδίνο βομβαρδίζεται.
    Σε μια ανάπαυλα των βομβαρδισμών ο Τσόρτσιλ πάει να κουρευτεί.
    Μπαίνει στο κουρείο και ξαναρχίζουν οι βομβαρδισμοί. Θορυβείται ο κουρέας και περιμένει να τα παρατήσουν για να πάνε στο κοντινό καταφύγιο. Αλλά ο Τσόρτσιλ ατάραχος λέει:
    » Αυτοί τη δουλειά τους και μεις τη δική μας».

  5. Παναγιώτης Κ. said

    Και με τον πόλεμο η ζωή δεν σταματάει.
    Και πως να σταματήσει με τόσο ακριβό…σπορ 😦 που είναι ο πόλεμος;

  6. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Για τα λουκάνικα θα το ξαναπώ να το εμπεδώσετε γιατί δεν προσέχετε γμτ. Είναι από το λατιν canis (=σκύλος) λόγω του κρέατος που συχνά χρησιμοποιούσαν, κι έτσι φτάσαμε και στο υπερατλαντικό χοτ ντογκ. Και βέβαια, με τέτοιο κρέας και λίγη luck δεν βλάπτει 😇

  7. Για την ιστορία του σουβλακιού βγήκε πρόσφατα ένα βιβλίο που μοιάζει να είναι πολύ ενδιαφέρον, όπως φαίνεται από την προδημοσίευση: https://www.lifo.gr/culture/vivlio/ti-einai-telika-soyblaki

  8. Αντώνης said

    Καλημέρα.
    Δεν είναι μόνον οι σύντεκνοι που «ψήνουν σούπα»· η μικρασιάτισσα γιαγιά μου «έψηνε καφέ».
    Και όπως βλέπετε, στη Ρουέν, δένουν τα σκυλιά με τα λουκάνικα:

  9. LandS said

    Braciola may refer to an Italian dish, consisting of slices of meat that are pan-fried or grilled,[1] often in their own juice or in a small amount of light olive oil. They are different from the finer cut fettine («small/thin slices»), which never have bone and are generally thinner.

    Λέει η Βίκη η εγγλέζα https://en.wikipedia.org/wiki/Braciola

    Μια χαρά μπριζόλα την βρίσκω

    Αναμένουμε το υποσχεθέν άρθρο.

  10. Πέπε said

    Καλημέρα και καλά γλέντια.

    > Στο λεξικό Μπαμπινιώτη βρίσκω δύο εκδοχές, μία στο ετυμολογικό, όπου από την κνίσα με αντιμετάθεση έχουμε το (αμάρτυρο) σίκνα και μετά την τσίκνα με τσιτακισμό

    Γι’ άλλη μια φορά παίρνω αφορμή να θυμσω πόσα έχουν να μας διδάξουν τα ιδιώματα που κρατάνε την προφορά των διπλών συμφώνων. Σε αρκετά 12νησιακά ιδιώματα ό,τι γράφεται «σσ» προφέρεται ίδια με ό,τι γράφεται «τσ», όποια κι αν είναι αυτή η προφορά: αλλού παρατεταμένο [s], αλλού ένα ιδιαίτερο αλλόφωνο του [s] πιο «ψιλό» (πώς λέμε για το sh ότι είναι «παχύ» – το αντίθετο), αλλού το πανελλήνιο κοινό [ts]. Στο καθένα από αυτά τα ιδιώματα, ακριβώς ίδα σχέση υπάρχει ανάμεσα στο ηχηροποιημένο «σ» (π.χ. «σβήνω») και στο «ζ»: το πρώτο σαν κοινό ζήτα, [z], το δεύτερο σαν ηχηροποιημένη εκδοχή του διπλού σίγμα.

    Σε κάποιον τουλάχστον βαθμό, αυτά δεν αποτελούν καινοτομίες των εν λόγω ιδιωμάτων αλλά το αντίθετο, στοιχεία συντηρητισμού τους. Ανέκαθεν τόσο το σσ όσο και το ζ ήσαν διπλά, προφέρονταν διπλά (όπως κι αν πραγματώνονταν), και σταδιακά αυτό έσβησε, εκτός από μερικές ντοπιολαλιές.

    Με βάση αυτά, μπορούμε κάλλιστα να υποθέσουμε ότι η κνίσσα ήταν κνίτσα, και μετά συνέβη μια αντιμετάθεση. Απαλλασσόμαστε έτσι (απαλdατσόμαστε έσσι) από το να έχουμε δύο επεισόδια, αντιμετάθεση ΚΑΙ τσιτακισμό, και φυσικά και από την ανάγκη να τα βάλουμε σε σειρά.

    > σουβλάκια, με την πανελλήνια σημασία της λέξης, δηλαδή όχι τυλιχτά αλλά καλαμάκια

    Μμμ, ωραίος! Πετάω τις φιτιλιές μου και μετά παίρνω ποπκόρν και χαζεύω τους Β και τους Ν να έχουν πιάσει από ‘να ψάρι και να κοπανιούνται.

    > Όχι, δεν είναι ηχομιμητική λέξη από το «και μπαπ», όπως επέμενε κάποιος (στ’ αστεία, ελπίζω) σε μια παρέα, όπως είχα ακούσει προ καιρού ενώ περίμενα την παραγγελία μου.

    Αυτό είναι ανέκδοτο, για την ερωτική στάση «κεμπάπ».

  11. atheofobos said

    Όταν είμαστε νέοι δεν θυμάμαι που, ένα γέρος όταν είδε την τότε φίλη μου και μετέπειτα κουμπάρα μου, που ήταν πολύ αδύνατη την χαρακτήρισε ως στεγνοπαΐδα ! που έκτοτε της έμεινε ως παρατσούκλι άσχετα με τα κιλά που πήρε καθώς τα χρόνια περνούσαν!

  12. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Και η παγίδα / παΐδι στον Ερωτό:

    Βρίσκουν του εφτά λαβωματιές και τς έξι δεν ψηφούσι
    μα κείνη που ‘το στο βυζί τρέμουν, πολλά δειλιούσι.
    Ο τόπος ήτον ακριβός κι έχουν ολίγη ολπίδα
    γιατί ήσωνε η λαβωματιά κι ετρύπα την παγίδα.

  13. Πέπε said

    8
    Ειδικά τον καφέ όλοι τον «ψήνουμε». Αλλά μόνο τον ελληνικό, γιατί μόνο αυτός κρατάει από εποχές που οι λέξεις είχαν λίγο πιο παλαιινή χρήση. Κανείς δεν «ψήνει» εσπρέσο ή φίλτρου.

    Στα χωριά «ψήνουν» και τσάι, εφόσον βέβαια είναι βραστάρι (χαμομήλι, φασκόμηλο…) που το βράζεις μέσα στο νερό απ’ την αρχή, όχι κανονικό τσάι που το ζεματίζεις, δηλαδή του ρίχνεις ψητό νερό! 🙂

  14. LandS said

    «αν και στα ιταλικά η pancetta κυρίως είναι σαλάμι, αλλαντικό»
    Φτιάχνεται από το ίδιο μέρος με το μπέικον με διαφορετικό τρόπο και κρατάει λιγότερο.
    Φτιάχνει τα παραδοσιακά σπαγγέτι μπολονέζ, αλλά μπαίνει και στη καρμπονάρα ρομάνα αντί του γκουαντσιάλε.

  15. Πέπε said

    > παντσέτα

    Κυρίως «πανσέτα» την ξέρω. Καθώς αυτό το -νσ- είναι ασυνήθιστο, λέγεται και σε διάφορες παραλλαγές, π.χ. εδώ στο Ηράκλειο «πασέτα», που το βλέπεις και γραμμένο, ενώ αλλού, δε θυμάμαι πού, είχα ακούσει και… «φαλτσέτα»!

    Κάποιο κρεατικό bresaola, είναι παραλλαγή της ίδιας λέξης με την μπριζόλα;

  16. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια. Το σημερινό άρθρο φαντάζει άτοπο, ίσως και άσεμνο, μετά απ’ οσα έγιναν τα χαράματα, αλλά αποφάσισα να το κρατήσω. Ίσως βάλω κάτι αύριο.

    3 Έχουμε γράψει για το ψαρονέφρι

    Ψαρονέφρι στο Καρπενήσι

    7 Να το δούμε

    10α Χμμμ… Μπορεί να έχεις δίκιο.

  17. sarant said

    15 Ίδια ρίζα πρέπει νάναι.

  18. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἔλα μ%&*#@ στόν τόπο σου..

    https://i.postimg.cc/DZBHYPb8/mavrikios-mavrikiou-poios-einai-jpeg.webp

  19. Georgios Bartzoudis said

    Τσικνίζω, τσίκνισμα, τσίκνα κλπ: Η σημασία του (Μακεδονιστί) ανάγεται στο τσίκνισμα του φαγητού: Όταν έχουμε στον ταβά, ή στον ντέντζερη, χυλώδες φαγητό και δεν το ανακατεύουμε αρκούντως, τότε πιάνει τσίκνα, δηλαδη μια καμένη κρούστα, που βέβαια μυρίζει τσικνίλας [τούτο εστί Μακεδονικό επίρρημα]. Όπως μυρίζει και το φαγητό που θα προκύψει μετά από τέτοιο τσίκνωμα. Κατ’ επέκταση, και τα κατουρημένα ρούχα των νηπίων μυρίζουν τσικνίλα [τούτο εστί Μακεδονικό ουσιαστικό].
    Το κρέας το ψήνουμε, στο φούρνο ή στα κάρβουνα. Αν βάλουμε μια μπριτζιόλα σε κάρβουνα ανεπαρκή ή/και προώρως, ενώ δηλαδή υπάρχει ακόμα φλόγα, τότε μπορεί να μην καταφέρουμε να ψήσουμε καλά το κρέας και απλώς να το τσικνίσουμε μόνο, να αρπάξει δηλαδή τη μυρουδιά της τσίκνας. Αν το πέρασμα του κρέατος από τη φωτιά είναι ακόμα πιο ανεπαρκές τότε λέμε ότι «μόνο που το λάμνισαμι» [Παρακαλώ, μην ακούτε τους χαμουτζήδες που λένε ότι δεν τονίζεται η προ-προπαραλήγουσα].
    Τούτων ούτως εχόντων, θα πω ότι σήμερα, όπως φαίνεται, η Άρκτος δεν αρκείται να λαμνίσ(ει) ή να τσικνώσ(ει) τα πράγματα. Μάλλον πάει να τα τσουροφλήσ(ει) ή να τα ψήσ(ει) για τα καλά. Ας ευχηθούμε να μην τα κάψ(ει)!! Σε κάθε περίπτωση, όσες ψυχούλες πάρουν την άγουσα προς τα ουράνια, θα είναι «απώλειες» παράπλευρες, αμφίπλευρες, πολύπλευρες και …ότι πάει για τον Άγνωστο Στρατιώτη. Οπωσδήποτε υπάρχουν και κάποιοι που τρίβουν τα χέρια τους: Οι κατασκευαστές όπλων και οι παρ’ αυτών «ταχτοποιημένοι»!!! Και βέβαια, αυτοί οι τελευταίοι δεν είναι μόνο Άρκτοι!

  20. Πέπε said

    Τσίκνωση: στην Κάρπαθο, το συνοδευτικό της μακαρούνας. Οι μακαρούνες είναι φρέσκα χειροποίητα ζυμαρικά σε σχήμα περίπου σαν δαχτυλάκια, και η τσίκνωση είναι κρεμμύδι πολύ ψιλοκομμένο, ψημένο σε βούτυρο μέχρι να ροδίσει ή και σχεδόν να μαυρίσει. Παρόμοια συνταγή (δεν είναι δα και καμία δύσκολη έμπνευση, απεναντίας είναι μεγάλη νοστιμιά από το τίποτα) κάνουν και σε άλλα 12νησα. Η τσίκνωση της Νισύρου εκτός από κρεμμύδια περιλαμβάνει και σκόρδα και πιπεριές.

    Οι μακαρούνες με την τσίκνωση έχουν προβληθεί τουριστικά ως η απόλυτη μαστ λιχουδιά της Καρπάθου, επισκιάζοντας πλήρως τις μακαρούνες με σιτάκα, που είναι κλάσεις ανώτερες, αλλά δυσεύρετες. Η σιτάκα (που δεν είναι στάκα) είναι ένα ιδιαίτερο γαλακτοκομικό υποπροϊόν της Καρπάθου και της Κάσου, που δεν ξέρω αν πρέπει να θεωρηθεί τυρί ή κάτι άλλο. Φτιάχνεται από τη δρίλλα, που είναι περίπου καϊμάκι. Η δρίλλα -και επομένως και η σιτάκα- έχουν καταντήσει τόσο σπάνιες στην Κάρπαθο, επειδή γενικά έχει ψιλοεγκαταλειφθεί η βοσκοσύνη, ώστε έχω δει Κασιώτισσες να έρχονται στο νησί μόνο για να πουλήσουν αυτά τα δύο προϊόντα.

  21. ΓΤ said

    beef

    Καλό είναι οι μπούμερ να γνωρίζουν ότι όταν είναι μπιφ η φάση, όταν παίζει μπιφ, όταν ο Γιάννης με τον Κώστα έχουν μπιφ, υπάρχει εχθρότητα, και θα παίξει τσακωμός.

    (Αξέχαστο το κορν μπιφ στον στρατό)

    Έκανες μπιφτέκι —> καράφλα, εκείνη η αλωπεκία στο πάνω μέρος του κεφαλιού, στρογγυλή, σαν το μπιφτέκι που ξεχωρίζει απά’ στη σχάρα

    Και μπιφτεκάς, βέβαια, αυτός που γυρίζει συνεχώς την μπιφτέκα, που συνεχώς μεταβάλλει στάση, Και είναι πολύ γαμάτος ο «μπιφτέκας», γιατί δε λέει τη σήμερον ημέραν να μπλέκεις με «κυβιστήσεις» και λοιπάς γλωσσικάς στύσεις.

  22. ΓΤ said

    21@
    «μπιφτεκάς»

  23. Πέπε said

    @21

    > γυρίζει συνεχώς την μπιφτέκα

    «Ψησταριά» = το αρμόνιο σε σκυλοπανηγυριώτικο πλαίσιο.
    «Γύρνα τα σουβλάκια» = άλλαξε ακόρντο (όταν το όργανο παίζει έτοιμα ακόρντα, το κομμάτι δεν έχει καθόλου αλλαγές για κάμποση ώρα, και όταν τελικά γίνεται αλλαγή ο «ψήστης» έχει ξεχαστεί)

  24. ΓΤ said

    23@

    Πολύ δυνατό, ρε Πέπεμαν.
    Εδώ η «ψησταριά» για το σκυλοαρμόνιο με πηγαίνει οπτικά σε έναν οβελό σε κάθε χέρι, με τσικνάτο πεντάγραμμο, οπότε και σαντούρι. Αλλά ξέρω ότι αυτό που σκέφτηκα είναι προσβολή στη μνήμη του Αριστείδη Μόσχου.

  25. Πέπε said

    Γιατί, χορτοφάγος ήτανε;

    Βέβαια βασική διαφορά ανάμεσα στο αρμόνιο, όταν χρησιμοποιείς τα ακόρντα, και στο σαντούρι είναι ότι στο σαντούρι βλέπεις τον παίχτη να παίζει ενώ στο άλλο να στρίβει τσιγάρο ή να στέλενει sms και το όργανο να παίζει μόνο του.

  26. EΦΗ - ΕΦΗ said

    Αντί τσίκνα, μύρισε μπαρούτι 😦

    >>Το ρήμα ψήνω, πάλι, προέρχεται κι αυτό από τα αρχαία, από το ρήμα «έψω»
    Άρα σωστό το ψένω που λένε στην Αρκαδία και λίγο το χαβαλιάζαμε τα πρώτα χρόνια (αυτός ψένει-δήλωνε ότι ήταν από τα ορεινά εκεί).

    Ναι, στην Κρήτη ψήνομε τα μακαρόνια κι αν κρατάνε πολύ είναι ανήψητα κι αν κρατάνε λίγο, είναι ανηψητωπά.
    Ψημμένος/ανήψητος.

    » Ήψησές τα, ήχασές τα» (τα ΄ψησες-τα ΄χασες),
    λεγόταν επαινετικά για καλόβραστα κουκιά και όσπρια γενικά, ότι δηλαδή είναι τόσο βραστερά που μόλις πάρουν λίγο βράση, λιώνουν.

    και ψήνει του και η γρϊά πέρδικα με το ρύζι
    αλλά να φάει δε μπορεί μόνο πως το μυρίζει

  27. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    21, 22
    Μπιφτεκά ξέρω ήδη από τα 80ζ και τον χαπάκια.

  28. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    19 Μπράβο, υπάρχει και αυτή η σημασία, της μυρωδιάς του αρπαγμένου φαγητού

    20 Ωραίο σχόλιο, άντε τώρα να βρούμε σιτάκα.

  29. nwjsj said

    Γειά και χαρά και καλά τσικνίσματα!

    Δεν είμαι χορτοφάγα, αλλά αυτά τα αμιγώς κρεατοφαγικά έθιμα δεν τα ακολουθώ. Αν έκανα ή πήγαινα σε κάποιο τσικνοτραπέζι σήμερα, θα φρόντιζα να έχω εξασφαλίσει μανιτάρια πλευρώτους και καλαμάρια για τη θράκα. Καθαροδευτεριάτικες επιλογές, αλλά είναι εξίσου νόστιμες για τα δικά μου γούστα. Άλλωστε στις συνάξεις σημασία έχει η παρέα, τα εδέσματα έπονται κατ’ εμέ.

  30. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    29# Έλα τώρα, πλευρώτους? Σοβαρά? Εγώ πριν σχολιάσω στο ιστολόγιο τρώω πάντα κάμποσα από κείνα τα ωραία κόκκινα με τις άσπρες βούλες 😃

  31. Καλημέρα
    Για διάφορα ψησίματα είδα, αλλά οι από Κρήτη μεριά δεν είπαν για το οφτό (και δεν ετυμολογήθηκε).

  32. rogerios said

    @15: Η μπρεζάολα είναι αλλαντικό φτιαγμένο από βόειο κρέας. Βλ. κι εδώ

  33. nwjsj said

    Καταγγέλω! Το Χτήνος τρώει τα σπίτια των Στρουμφς, με αποτέλεσμα αυτά να μένουν άστεγα! Κάπου έλεος, υπάρχει και το CBD γι’ αυτές τις δουλειές που είναι και Spyradonis approved πλέον…

  34. 7 Αυτά που διάβασα στην προδημοσίευση, μου φάνηκαν καλά σαν παραμύθια, αλλά μακριά απ’ την πραγματικότητα. Σε τίποτα δεν μου κολλάνε (έτρωγα πίτα με γύρο στο Πλωμάρι όταν ξέμενα στη γιαγιά μου τη δεκαετία του 60 – κι έτσι τη λέγαμε πάντα – το σουβλάκι = πίτα με κάτι τόμαθα απ’ την γυναίκα μου χρόνια μετά, κι ακόμα δεν μπορώ να το συνηθίσω).

  35. Πάνος με πεζά said

    Καλό τσίκνισμα σε όλους !
    Να θυμίσω και τη λέξη «τσικνιάς», ένα είδος θαλασσοπουλιού, που μάλλον έχει ονομάσει τον κάβο και το στενό Τσικνιά, μεταξύ Τήνου-Μυκόνου, δεύτερη ισχυρότερη «στένωση» στο Αιγαίο, μετά τον Κάβο Ντόρο.

  36. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    33# Σιγά μην πάρω τα σαλατικά του Πίπη απ’ το περίπτερο. Amanita muscaria, εγγυημένες παραισθήσεις και ανάλογα σχόλια στο Σαραντακέικο 🙂

  37. Avonidas said

    Καλημέρα και καλό τσίκνισμα!

    Εμείς εδώ στην πικρήν ξενιτείαν τρώμε γλυκά σήμερα 😀

  38. Καλό αλλά κρεατοφαγικό, έ; Επίκαιρο, καθότι αιματηρό…

  39. 35 Α, τώρα πούπες για Τσικνιά. Είναι κι ένα ποτάμι (χείμαρρος μάλλον) στη Μυτιλήνη, λίγο πιο έξω απ’ την Καλλονή (και χύνεται στον κόλπο της).

  40. Divolos said

    #10 Πέπε, ευχαριστούμε για το διαμαντάκι. Εξαιρετικό! Μέχρι την μέση που το άκουσα, είναι πολύ καλό. Δεν το ήξερα.

  41. 37 Σήμερα, ή την αντίστοιχη μέρα (την προηγούμενη βδομάδα);

  42. Πέπε said

    35

    Τσικνιάς είναι ο ερωδιός. Κυρίως λιμνίσιο – ποταμίσιο πουλί, αλλά έχει και στις ακρογιαλιές. Ερωδιοί υπάρχουν πολλά είδη, ίσως και πολλά γένη. Κάποιος απ’ αυτούς έχει τη λαϊκή ονομασία τσικνιάς, και από κει τα υπόλοιπα είδη πήραν διάφορες μιξοβάρβαρες ονομασίες όπως στακτοτσικνιάς κλπ. Ο σκέτος τσικνιάς είναι γνήσια ονομασία, όχι μιξοβάρβαρη.

  43. Avonidas said

    #41. Σήμερα, σήμερα! Δεν ξέρω γιατί – τις αλχημείες του computus ας μας τις εξηγήσουν οι χριστιανοί λόγιοι 😛 του ιστολογίου – αλλά συμπίπτουν φέτος, ενώ το Πάσχα διαφέρει.

  44. Παναγιώτης K. said

    «Τσικνίστηκε» ή «έπιασε το φαγητό «. (Έπιασε κρούστα στη βάση του σκεύους).
    Οι Γάλλοι λένε ότι νόστιμο είναι το φαγητό που «έπιασε».
    Κατά βάση είναι σαν να μας λένε ότι ένα νόστιμο φαγητό που δεν ανήκει στις σούπες, δεν πρέπει να έχει ζουμιά παρά μόνο το λαδάκι του.

  45. Spiridione said

    15. 32. Στο Βένετο η κλασική μπρεζάολα είναι από άλογο (το λέει και το άρθρο).

  46. sarant said

    43 Φέτος μόνο συμπίπτουν; Περίεργα πράγματα

    31 Το οφτό είναι οπτός, αρχαίο. Ψητός,

  47. Πέπε said

    Το τσίκνισμα βέβαια της Τσικνοπέμπτης δεν είναι ακριβώς έθιμο, συνήθεια είναι. Και με άλλο κρέας, χωρίς τσίκνα, πάλι μέσα είσαι. Το θέμα είναι ότι αρχίζουν σταδιακά να κόβονται τα διάφορα αρτύσιμα για να μπούμε μαλακά στη νηστεία της Σαρακοστής. Αυτή είναι η τελευταία βδομάδα με κρέας, οπότε τρώμε κρέας γιατί ακόμα μπορούμε, τη Μεγάλη Αποκριά (Τυρινή) τρώμε τυριά γιατί και γι’ αυτά είναι η τελευταία ευκαιρία, και από Καθαρά Δευτέρα νηστεία.

    Αυτό που γίνεται στην πράξη, από νηστεύοντες και μη, είναι ένα ωραίο χαλασμένο τηλέφωνο σε σχέση με τις συγκεκριμένες διαιτολογικές επιταγές της Εκκλησίας, τις οποίες αμφιβάλλω αν τις ξέρει κανείς με βεβαιότητα και εξαντλητική ακρίβεια γιατί έχω δει άπειρες διαφωνίες. Το θέμα είναι πόσο γλυκά συμπλέκονται αυτά τα αυστηρής καλογερίστικης αρχής έθιμα με τα κοσμικά και μάλλον αντιχριστιανικά καρναβαλίστικα έθιμα.

    Όπως λέει κι ο αγαπημένος τραγουδιστής του Διβόλου (#40):

    Έρχεται Σαρακοστή,
    να νηστέψτε και το μ’νί
    κι άμα θέτε να γαμάτε
    στο ταχήν’ να τον βουτάτε.

  48. rogerios said

    @45: Πράγματι… Και στο Άστι του Πεδεμοντίου επίσης. Αλλά αν παραγγείλω μπρεζάολα εδώ που είμαι δεν θα μου φέρουν αλλαντικό από άλογο. 🙂

  49. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    47# Στο ταχύνει? Σίγουρα πιάνει το κόλπο?

  50. ΓΤ said

    47@

    Αφού λαγΗνι, τότε ταχΗνι. Ωστόσο ταχΙνι 😉

  51. Avonidas said

    #46. Φέτος μόνο συμπίπτουν; Περίεργα πράγματα

    Όχι, δεν συμβαίνει μόνο φέτος. Νομίζω είναι αρκετά συχνό, όταν το Ορθόδοξο και το Καθολικό Πάσχα πέφτουν κοντά (1 βδομάδα διαφορά). Πρέπει να έχει να κάνει με το ότι ο υπολογισμός της ημερομηνίας του Πάσχα είναι «μεσοβέζικος» (προσαρμοσμένος στο Ιουλιανό ημερολόγιο, αλλά τώρα εφαρμόζεται με τις ημερομηνίες του Γρηγοριανού).

    #47. Ένας ακόμη λόγος για τα καρναβαλικά έθιμα είναι ότι στα παλιά χρόνια, η νηστεία κι η κρεοφαγία δεν ήταν ατομική υπόθεση, αλλά ζήτημα προγραμματισμού για όλη την κοινωνία. Τα κρεατικά που περίσσευαν έπρεπε να πουληθούν (και να φαγωθούν) πριν η κοινότητα μπει σε περίοδο νηστείας – και δεν υπήρχε η επιλογή να τα βάλεις στα ψυγεία. Ο πιο πρακτικός τρόπος να γίνει αυτό ήταν με μια μεγάλη γιορτή: το καρναβάλι, εκ του carne, «κρέας» (το ίδιο και στα ελληνικά, βέβαια, Από-κρεως).

  52. Πέπε said

    49

    Ολιγοπιστείς; Και βέβαια πιάνει, αρκεί να σιγουρευτείς για τη σωστή ορθογραφία.

  53. Πέπε said

    51

    Σωστός. Αυτή τη συλλογική διάσταση δεν την είχα σκεφτεί.

    Στη Μ. Ασία ήτανε κι εκείνη η μουσουλμανική ομάδα, Γιουρούκοι (;), που γυρνάγαν στα χριστιανικά σπίτια και μαζεύαν ό,τι αρτύσιμο είχε περισσέψει την τελευταία Κυριακή για να μην κολαστούν οι Χριστιανοί να τα φάνε, αφού φυσικά δεν έπαιζε να τα πετάξουν. Οπότε και τους ταΐζανε, και τους λέγανε κι ευχαριστώ (οι Χριστιανοί)!

    Πού το έχω διαβάσει αυτό; Λωξάντρα; Ματωμένα Χώματα; …

  54. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    53# Χώματα, οι Κιρλήδες.

  55. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    >> τσίκνα,…,όπου έχει επίσης τη σημασία «οσμή καιομένων τριχών»,…

    Οι συντέκνοι, αυτή την ιδιαίτερη μυρωδιά τριχών ή μάλλινων ρούχων που καίγονται ή καψαλίζονται, τη λέμε –και σήμερα- ‘τσουδιά, η’ (‘τσουδέ’ στα Χανιώτικα) και το αντίστοιχο ρήμα ‘τσουδίζω’. Ο Ξανθινάκης το θεωρεί ηχοποίητο, από τον ήχο τζούδ- με κατάληξη –ίζω.

    Όσο για την τσίκνα, τσίκνισμα, Τσικνοπέμπτη κ.λπ.: Το ίδιο και εδώ, αλλά σε μερικά μέρη το τσι- ακούγεται τσου-, ενώ για κάποιους παλιούς σήμερα είναι Τσικνοπέφτη!

    31.
    Για το οφτό απάντησε ο Νικοκύρης (#46). Αλλά να και ένα άλλο οφτό… 🙂

    44.
    Συμφωνώ με …τσι Γάλλοι! Προπαντός η γυναίκα μου, δηλαδή 🙂 . Που πετυχαίνει αυτό το ελαφρύ τσίκνισμα στο …τσικ της νοστιμιάς!

  56. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Ωχ, συγνώμη …δια την τεραστίαν οπτόπλινθον 🙂

  57. # 8

    Εξ ου και το παραλλαγμένο τετράστιχο στην μουσική του Αναψε το τσιγάρο, δος μου φωτιά (-αα)

    Αναψε την γκαζιέρα
    ψήσε καφε (-εε)
    το καφεκούτι είναι
    μεσ’ τον μπουφέ (-εε)

  58. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αντικρυστό

  59. ΓΤ said

    25 μήνες φυλάκιση στον Ιβάν Σαββίδη, με 3ετή αναστολή. Η συνέχεια στο Εφετείο

  60. # 59

    ρε ΓΤ, ζεις ;

    είχα τρομάξει χθες όταν διάβασα για κάποιον που είχε παίξει 1 ευρώ στοίχημα κι έκανε κασ άουτ λίγα λεπτά πριν την λήξη των αγώνων παίρνοντας ενενήντατόσα ευρώ.

    Αν άφημε το δελτίο του να συνεχίσει θα έπαιρνε τετρακόσιες εξηντατρεις χιλιάδες και κάτι ψιλά !!! Πέντε ή έξη σκορ είχε παίξει το ένα ήταν 4-1 και τα υπόλοιπα ‘ολα του έκατσαν !

    Ο ίππος MOUNIA που διαγωνίσθηκε στην 8η ιπποδρομία της Νοίου Αφρικής διευκρινίσθηκε πως τονίζεται στην προπαραλήγουσα και ηρεμήσαμε οι οπαδοί της γαλλικής πγοφογάς …

  61. sarant said

    59 Ήταν η πρώτη εισβολή 🙂

  62. Αγγελος said

    H Σαρακοστή των Καθολικών κρατάει 40 μέρες χωρίς τις Κυριακές, αρχίζει συνεπώς 6 εβδομάδες και 4 ημέρες (40=6*6+4) ήτοι 46 ημέρες πριν από το Πάσχα, ημέρα Τετάρτη («της σποδού», Ash Wednesday, mercredi des cendres κλπ.), μία μέρα μετά τη «λιπαρή Τρίτη» (mardi gras, παραδοσιακά τελευταία ημέρα κρεωφαγίας, αν και η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έχει καταργήσει την υποχρέωση της νηστείας του κρέατος). Η «λιπαρή Πέμπτη» είναι απλώς η αμέσως προηγούμενη Πέμπτη, που ομολογώ ότι πρώτη φορά την ακούω τώρα — στις γαλλόφωνες χώρες δεν φαίνεται να γιορτάζεται. Πέφτει συνεπώς 52 μέρες πριν από το γρηγοριανό Πάσχα.
    Η Ορθόδοξη Σαρακοστή κρατάει έξι εβδομάδες πριν από τη Μεγάλη Βδομάδα, αρχίζει δηλαδή 48 ημέρες πριν από το Πάσχα, την Καθαρή Δευτέρα. Πριν από αυτήν μεσολαβεί η εβδομάδα της Τυρινής, κατά την οποία απαγορεύεται το κρέας αλλά επιτρέπονται τα γαλακτοκομικά, ενώ η Τσικνοπέμπτη είναι η Πέμπτη της προηγούμενης εβδομάδας, 59 ημέρες πριν από το ιουλιανό Πάσχα, δηλαδή συνήθως ακριβώς δυο μήνες (28 ημέρες ο Φεβρουάριος και 31 ο Μάρτιος) πριν.
    Επομένως, όταν το ιουλιανό Πάσχα διαφέρει κατά μία εβδομάδα από το γρηγοριανό, η δική μας Τσικνοπέμπτη συμπίπτει με τη «Λιπαρή Πέμπτη» των Καθολικών.
    Το γιατί διαφέρει τόσο συχνά (π.χ. φέτος) κατά ακριβώς μία εβδομάδα το ιουλιανό από το γρηγοριανό Πάσχα το έχουμε κουβεντιάσει και εξηγήσει πολλές φορές. Η παραδοσιακή μέθοδος υπολογισμού των φάσεων της Σελήνης έχει συσσωρεύσει ένα σφάλμα 4 ημερών, που οι Δυτικές Εκκλησίες το έχουν διορθώσει· οπότε άμα η πασχαλινή πανσέληνος (υποτίθεται η πρώτη πανσέληνος της άνοιξης) πέσει Τετάρτη ως Σάββατο, οι Ορθόδοξες Εκκλησίες θεωρούν ότι έπεσε την αμέσως επόμενη Κυριακή ως Τετάρτη και γιορτάζουν το Πάσχα την πάρα πέρα Κυριακή.

  63. ΓΤ said

    Πέθανε ο Έντμουντ Κίλι.

  64. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @63. Ἕνας ὑπέροχος Ἕ-λ-λ-η-ν-α-ς…

  65. Costas X said

    «Ψένω» το «ψήνω» και στα κορφιάτικα, αλλά άγνωστη για τους περισσότερους στην Κέρκυρα η Τσικνοπέμπτη, μέχρι την δεκαετία του ’70. Είχα ρωτήσει τον πατέρα μου, και μου είχε πει : «κάτι έχω ακούσει, νομίζω ότι αυτή τη μέρα, σε κάποια μέρη οι τσοπάνηδες «τσικνίζουν», δηλαδή καίνε λιγάκι το γάλα, έτσι για το καλό.» (!!!) Την δεκαετία του ’80 μάθαμε και την Τσικνοπέμπτη, κυρίως από τα ΜΜΕ.

    Και του χρόνου !

  66. leonicos said

    Γειά!
    α ευχαριστήσω όσους μ’ ευχήθηκαν προχτές

  67. ΣΠ said

    63
    Σπουδαίος! Είχα παρακολουθήσει διιάλεξή του για τον Ελύτη.

  68. sarant said

    62 Α γεια σου!

    65 Ενδιαφέρον αυτό.

  69. ΣΠ said

    65
    Κι εγώ έμαθα για την Τσικνοπέμπτη ως φοιτητής το 1974.

  70. ΣΠ said

    10 Πετάω τις φιτιλιές μου και μετά παίρνω ποπκόρν και χαζεύω τους Β και τους Ν να έχουν πιάσει από ‘να ψάρι και να κοπανιούνται.

    Δεν πρόκειται για Β και Ν αλλά για Αθήνα και λοιπή Ελλάδα.

  71. … σούβλα είναι δάνειο λατινικό (από το subula), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία
    σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, …

    Η απόφαση για το λατινικό δάνειο δεν λήφθηκε
    αβασάνιστα

  72. Κουτρούφι said

    #55
    Τσικνόπεφτη σε τα μας.

  73. 71 Καλωσήρθες Μιχάλη στον κόσμο των + 🙂

  74. 58,
    Παρόμοιο σε βραζιλιάνικη churrascaria, εδώ. Συνεχές σερβίρισμα μέχρι κορεσμού.

  75. 73,
    😀 😀

    Πώς μπήκε αυτό το + πάλι;

  76. Κουτρούφι said

    #58, #74
    Υπάρχει και το αργεντίνικο asado https://en.wikipedia.org/wiki/Asado. Οι Έλληνες ναυτικοί που έχουν ταξιδέψει στη Νότια Αμερική το ξέρουν.

  77. 75 Το κάνει πότε πότε. Μου τόκανε εμένα και του Ιατρού μέχρι τώρα (δεν θυμάμαι για τον Κουβάτσο) κι έλεγα πως είναι για τους Γιάννηδες κόλπο, αλλά βλέπω έπιασε και σένα 🙂

  78. sarant said

    77 Στα διλεκτα το κάνει

  79. (Να πούμε εδώ ότι η λέξη τσίκνα ………. σφαχτού που ψήνεται).
    Μάλλον γιατί αυτή η σημασία χρησιμοποιείται συχνά στη Β Ελλάδα.
    Στην ποντιακή σίγουρα αλλά κ αλλού.
    Λημματογραφείται στο Λεξικό του εκδ οίκου Μαλλιάρης Παιδεία.
    Στο μικρό σχολικό λεξικό (εκδ1989) το έχει δεύτερο ορισμό.
    Καλημέρα

  80. (Να πούμε εδώ ότι η λέξη τσίκνα ………. σφαχτού που ψήνεται).
    Μάλλον γιατί αυτή η σημασία χρησιμοποιείται συχνά στη Β Ελλάδα.
    Στην ποντιακή σίγουρα αλλά κ αλλού.
    Λημματογραφείται στο Λεξικό του εκδ οίκου Μαλλιάρης Παιδεία.
    Στο μικρό σχολικό λεξικό (εκδ1989) το έχει δεύτερο ορισμό.
    Καλημέρα

  81. Alexis said

    #69: Εγώ την έμαθα τέλη ’70ς από το «Λούνα Πάρκ», το περίφημο σίριαλ της TV όπου σε κάποιο επεισόδιο ο κυρ-Γιώργης και η παρέα του είχαν μαζευτεί στο σπίτι για να γιορτάσουν την Τσικνοπέμπτη:
    -Τι είναι τούτο;
    -Τσικνοπέμπτη. Η Πέμπτη πριν από την προτελευταία Αποκριά. Μαζεύονται σε παρέες, τρώνε, πίνουν και γλεντάνε!
    Μέχρι τότε δεν την γνώριζα.
    Νομίζω όμως ότι παλιότερα τα γλέντια της Τσικνοπέμπτης έδιναν περισσότερο βάρος στη μεταμφίεση και στο αποκριάτικο στοιχείο και λιγότερο στο ψήσιμο και στο φαϊ. Η παρέα του «Λούνα-Πάρκ» π.χ. θυμάμαι ότι ήταν μεταμφιεσμένοι, τραγουδούσαν και πετούσαν σερπαντίνες και κομφετί.
    Τα τελευταία χρόνια η Τσικνοπέμπτη τείνει να γίνει μόνο αφορμή για φαγοπότι.
    Έχω άδικο; Έχετε κι εσείς παρατηρήσει κάτι τέτοιο ή είναι απλά η ιδέα μου;

  82. ΣΠ said

    81
    Στην Πάτρα το φαγοπότι είναι μέχρι το μεσημέρι. Το βράδυ έχει αποκριάτικα πάρτι.

  83. Καλημέρα
    78 Ε, ναι. Στα μονοκόμματα δεν μπορεί 🙂 Στο έτοιμο πακέτο όταν είσαι συνδεμένος, το πετάει για να μην έχει κενό. Και το κοτσάρει αν δεν το πάρεις χαμπάρι (που δεν θα το πάρεις γιατί δεν ελέγχεις τα στοιχεία σου κάθε φορά).

  84. 82 Η Πάτρα κάθε βράδυ από μέσα Γενάρη μέχρι ΚαθαροδΕυτέρα έχει αποκριάτικα πάρτι. Γιατί ν’ αλλάξει την τσικνοπέμπτη τις καλές της συνήθειες; 🙂
    Στην Ηλεία λιώνουν τα γουρούνια τέτοια μέρα και τρώνε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Τα χασάπικα, εεε, συγγνώμην, τα κρεοπωλεία βγάζουν ψησταριές και ψήνουν και μοιράζουν σουβλάκια απ’ το πρωί.

    Πάντως, τέτοιες μέρες κάποτε βγαίναμε σε ταβέρνα. Οι εμπειρίες αρνητικές, γίνεται πατείς με πατώ σε και από εξυπηρέτηση άσε… Η τελευταία ήταν μια αποτυχημένη στο Γέρακα…

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>η κνίσα ανέβαινε στρουφίζοντας με τον καπνό στα ουράνια
    πολύ μ΄αρέσει αυτή η απόδοση. Στρουφίζοντας = σε άτακτη περιστροφή/αυτοσυστροφή.
    Σε πολλές χρήσεις όσο το σκέφτομαι: Εστρούφιξε τα χείλη του. Τα συφωνήσαμε ,μα ύστερα τα ΄στρούφηξε.
    Εξεμάτωνε γερά και το ΄δεσα στρουφιχτά στρουφιχτά με το μεντήλι μου.
    Εστρούφιξε η μέση μου κι εξέργωσα μια εβδομάδα

    Παροιμία από ένα ενδιαφέρον λεξικάκι
    «Πέρσι εκάηκε το φαΐ και φέτος βγηκ’ η τσίκνα.»
    τσίκνα η: μυρωδιά κρέας που ψήνεται ή φαγητό που καίγεται. Πρώτες τσίκνες στην ηλιόλουστη Καλαμάτα. Δεν καπνίζει – άκαπνο ψήσιμο, χωρίς τσίκνες και λαμπάδιασμα των ψητών, απαιτούνται μόλις 400gr κάρβουνα – χρησιμοποιούμε πάντα ξυλοκάρβουνα. Μύρισε… τσίκνα η Ψαρού! Πβ. Όμηρος: αἴ κέν πως ἀρνῶν κνίσης αἰγῶν τε τελείων / βούλεται ἀντιάσας ἡμῖν ἀπὸ λοιγὸν ἀμῦναι (Μπας και την κνίσα από αψεγάδιαστα γίδια κι αρνιά θελήσει / να προσδεχτεί κι απ᾿ τα κεφάλια μας το χαλασμό να διώξει.- Πάλλ.). Παρ.: «Πέρσι εκάηκε το φαΐ και φέτος βγηκ’ η τσίκνα.» | < μσν. τσίκνα < αρχ. ελλ. κνῖσα(;).
    https://eranistis.net/wordpress/2018/01/31/%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%BB%CE%B1%CF%8A%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD-%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CF%89%CE%BD-14/

    Καλημέρα και πώς να το πεις, ανθρώπινο κρέας μυρίζει

  86. 85 Α, κι εμείς τη λέμε την παροιμία (πέρς κάιτσι του φαΐ, φέτους δώτσι τσίκνους)

  87. sarant said

    85-86 Κατά το «πέρσι ψόφησε, φέτος βρώμισε» στο λιγότερο μακάβριο

  88. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    81.
    >>Νομίζω όμως ότι παλιότερα τα γλέντια της Τσικνοπέμπτης έδιναν περισσότερο βάρος στη μεταμφίεση και στο αποκριάτικο στοιχείο και λιγότερο στο ψήσιμο και στο φαϊ.

    Ναι, κι εγώ αυτή την εντύπωση έχω. Τα πρώτα μας μασκαρέματα την Τσικνοπέμπτη τα κάναμε. Και όχι μόνο ως πιτσιρίκια, αλλά και ενήλικοι όντες 🙂 , γυρίζαμε στις γειτονιές, χτυπούσαμε σε σπίτια γνωστών ή συγγενών και περιμέναμε –κάνοντας διάφορες τρέλες αρμόζουσες στην ημέρα αυτή- να δούμε αν θα μας αναγνώριζαν. Ακολουθούσε το βρισκούμενο τσικνοκέρασμα –μετά ποτού φυσικά- και …καλή συνέχεια! Περιστατικά θυμάμαι πολλά.
    Πρέπει να έχει περάσει πάνω από 20ετία που έχουν να φανούν τέτοιοι μασκαράδες στο σπίτι μου, και όχι μόνο… ☹️
    ===*===
    Και, πριν πάμε στα ρωσο-ουκρανικά: Η πιο παλιά αναφορά σε Τσινκοπέφτη που βρήκα, σε αντιστοιχία με το γαλ. Jeudi gras, ήταν σ’ αυτό το λεξικό του 1844.

  89. 87 Μπορεί και να συνδυαστούν: «πέρς ψόφς ι γάδαρους, φέτους δώτσι τσίκνους»

  90. Κιγκέρι said

    Άργησα λίγο, γιατί έψαχνα μια φωτογραφία που τράβηξα στον Πλαταμώνα το καλοκαίρι του 2017:

    Λες Νικοκύρη: Όχι, δεν είναι ηχομιμητική λέξη από το «και μπαπ», όπως επέμενε κάποιος (στ’ αστεία, ελπίζω) σε μια παρέα, όπως είχα ακούσει προ καιρού ενώ περίμενα την παραγγελία μου.

    Εγώ λοιπόν δεν το άκουσα απλώς, το είδα και γραμμένο σε έναν από αυτούς τους διπλούς πίνακες που γράφουν το μενού στα εστιατόρια. Στην αρχή νόμισα ότι είναι ορθογραφικό λάθος, όμως η έκπληξη παραμόνευε στην άλλη πλευρά του πίνακα:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: