Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 4 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Μαρτίου, 2022


Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη -αλλά σήμερα είχαμε μετάθεση λόγω Μηνολογίου. Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ωστόσο, και στη σημερινή συνέχεια, με την οποία ολοκληρώνεται το δεύτερο κεφάλαιο, έχουμε αναδρομή σε παλιότερα γεγονότα. Μια αναδρομή που ίσως φαντάζει εκτός τόπου ενω μαινεται ο πόλεμος λίγο πιο πέρα -ίσως όμως και όχι. Οι προσεκτικοί αναγνώστες θα αντιληφθούν ότι στην αφήγηση υπάρχει ένας αναχρονισμός.

Όλα αυτά τέλειωσαν οριστικά και τελεσίδικα, μετά την ερωτική νύχτα που πέρασε με την Έζμπα. Οι προηγούμενες ερωτικές εμπειρίες του χάθηκαν, σα να μην είχαν υπάρξει ποτέ. Ήταν σα να τη γνώρισε παρθένος. Πραγματικά ξαναγεννήθηκε ερωτικά. Ένα πρωτόγνωρο μεθυστικό συναίσθημα τον κατακυρίευσε ως το μεδούλι. Τα ερωτικά τους σμιξίματα, έστω και αν γίνονταν με προβληματικόν τρόπο και καρδιοχτύπια, στα σπίτια τους όταν λείπανε οι δικοί τους ή στις εκδρομές τους, στις κοντινές εξοχές και ακρογιαλιές, ήταν μαγευτικά.

Όταν συνειδητοποίησε πως την αγαπούσε και πως κι εκείνη ανταποκρινόταν το ίδιο, άρχισε να κάνει σχέδια για το κοινό τους μέλλον. Για τον ίδιο δεν υπήρχε άλλη προοπτική από τον γάμο. Θα παντρεύονταν, θα κάνανε παιδιά, θα ζούσανε μαζί για όλη τους τη ζωή. Δε μπορούσε να σκεφτεί καμιάν άλλην εξέλιξη. Όταν διορίστηκε στη Δημόσια Εκπαίδευση και εκείνη είχε ήδη αποφοιτήσει από τη Σχολή Καλών Τεχνών, νόμισε πως ήταν πια έτοιμοι. Πόσο μάλιστα, που ξαφνικά του ανακοίνωσε πως ήταν έγκυος ενός μηνός. Τότε πίστεψε πως έφτασε η ώρα να της το πει. Ξαφνιάστηκε πολύ όταν εκείνη αρνήθηκε.

«Καλά δεν περνάμε;»

του είπε σαν της μίλησε για μια τέτοια προοπτική και συνέχισε κοιτάζοντας τον τρυφερά και κρατώντας τα χέρια του

«Σ΄ αγαπώ, μ΄ αγαπάς, κάνουμε όμορφη παρέα και ακόμα ομορφότερον έρωτα. Τι περισσότερο θα μας δώσει μια τελετή σε μιαν εκκλησιά;»

«Και το παιδί;»

«Αγάπη μου, δεν είμαι ακόμα έτοιμη να κάνω παιδιά. Θα βρούμε τρόπο να απαλλαγούμε από μιαν ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αυτό άστο σε μένα»

Δεν το περίμενε, αλλά δεν είπε τίποτα. Ήταν δικαίωμά της. Το σώμα της ήταν δικό της. Το πίστευε αυτό, αλλά παρ΄ όλα αυτά πικράθηκε. Πολύ θα ήθελε να κάνανε όχι ένα αλλά πολλά παιδιά. Αγαπούσε τα παιδάκια και πολύ θα ήθελε να είχε δικά του.

Όσο για το θρησκευτικό γάμο δεν τον πολυένοιαξε. Από τότε που τη γνώρισε ήξερε πως δεν ήταν θρησκευόμενη. Κι ο ίδιος άλλωστε, από έφηβος είχε ξεκόψει από τη θρησκεία. Ο Χριστιανισμός δεν του έλεγε πια τίποτα.  Μέσα του όμως πειράχτηκε. Τον ενόχλησε η προοπτική να ζήσουν αστεφάνωτοι κι αυτό (το ότι ενοχλήθηκε), τον παραξένεψε πολύ, γιατί πίστευε πως ήταν απαλλαγμένος από προκαταλήψεις και μάλιστα προκαταλήψεις με θρησκευτικό υπόβαθρο.

Μετά από λίγους μήνες όμως, εκείνη του πρότεινε να συγκατοικήσουν!

«Ξέρεις, αποφάσισα να μείνω χωριστά από τις αδερφές μου. Θέλω να έχω δικό μου ατελιέ και γενικά να είμαι ανεξάρτητη. Τι θα έλεγες να συγκατοικούσαμε;»

τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Η καρδιά του χτύπησε. Αν το ήθελε λέει! Έβλεπε την προοπτική της συμβίωσής τους σαν το πρώτο βήμα για τον γάμο τους. Συμφώνησε μαζί της με ενθουσιασμό.

Στην πράξη έπρεπε βεβαίως να αντιμετωπίσει την αντίδραση των γονιών του, που τον είχαν μοναχοπαίδι και φυσικά πικράθηκαν, που θα τους άφηνε μόνους. Και δεν πικράθηκαν μόνο, αλλά και σοκαρίστηκαν. Μπορεί να είχαν φιλελεύθερες αντιλήψεις και να καταλάβαιναν πως, αργά ή γρήγορα, το κίνημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης των νέων, που χαλούσε τότε κόσμο στην Ευρώπη, θα έφτανε και στην Ελλάδα, τους έπεσε εντούτοις λίγο βαρύ να δεχτούν να συζήσουν ο γιος τους και η κοπέλα του, χωρίς να παντρευτούν. Η μητέρα του διατύπωσε πιο καθαρά τις αντιλήψεις της, λέγοντας

«Ευτυχώς που πρόκειται για το αγόρι μας. Αν είχαμε κορίτσι, πώς θα μας φαινόταν;»

Εκείνος πάντως τους διαβεβαίωσε πως έβλεπε αυτή τη συμβίωση σαν το πρώτο βήμα για τον γάμο, τους παρηγόρησε λέγοντάς τους πως θα περνούσε κάθε απόγεμα να τους βλέπει και τους υποσχέθηκε να τους γνωρίσει με το κορίτσι του.

Πραγματικά, όταν τους γνώρισε την Έζμπα η διάθεσή τους άλλαξε. Η κοπέλα τους κατάκτησε με την πρώτη. Ο πατέρας του μάλιστα του είπε αστειευόμενος

«Δεν το περίμενα από σένα, που δε σε ήξερα για γόη, να γοητεύσεις τέτοιο γοητευτικό πλάσμα. Μόνο που μου φαίνεται ατίθαση. Πώς θα ταιριάσει μ΄ έναν τυπολάτρη σαν και σένα»

Με την πρώτη ευκαιρία πήγανε οι δυο τους εκδρομή στην Αίγινα. Σάββατο πρωί κατεβήκανε στον Πειραιά και πήρανε ένα καραβάκι, που το λέγανε «Χαρά». Ήταν μικρό, κομψό και, περιέργως, ατμοκίνητο, σε μιαν εποχή που κυριαρχούσαν τα ντιζελοκίνητα πλοία, τα λεγόμενα μότορσιπ. Ήταν μια λαμπρή μέρα του Σεπτέμβρη.  Το καράβι, περήφανο, έσκιζε τα καταγάλανα νερά,. Η θάλασσα λάδι. Ξαφνικά μπροστά τους, στα αριστερά της πλώρης, ξεπήδησαν από το νερό δυο δελφίνια, που, παίζοντας, παραβγαίνανε με το καράβι. Ένοιωθε μαγεμένος, έχοντας δίπλα του τη γυναίκα του (έτσι πάντα τη λογάριαζε μέσα του), διακρίνοντας στο βάθος του ορίζοντα, μέσα στη χρυσόσκονη που σκορπούσε ο ήλιος, το νησί όπου πήγαιναν και δεξιά μια ομάδα από μικρά νησάκια και βράχους. Γλάροι πετούσαν ένα γύρω και ψαρόβαρκες ήταν σκορπισμένες από τη μια κι από την άλλη πλευρά του πλοίου. Όνειρο απίστευτο η λιόχαρη μέρα, θυμήθηκε το ποίημα του Πορφύρα. Πήγαινε στης χαράς το νησί, με πλοίο που λεγότανε «Χαρά».

Η επίσκεψή του στην πατρίδα της τον ενθουσίασε. Ήταν η πρώτη φορά που πήγαινε, μ΄ όλο που το νησί βρίσκεται τόσο κοντά στην Αθήνα και τα καινούργια πλοία καλύπτανε την απόσταση του από τον Πειραιά σε λιγότερο από δύο ώρες.. Η Αίγινα τον κατάκτησε με τα πρώτα βήματα που έκανε στην παραλία της. Αφού περιπλανήθηκαν στα δρομάκια της, καταλήξανε στο σπίτι της, όπου γνώρισε τη μητέρα της, μια αυστηρή και δυναμική, όπως του φάνηκε, γυναίκα, που συνεχώς τον παρατηρούσε με εξεταστικό μάτι. Τις αδελφές της δεν τις συνάντησε. Λείπανε σε δουλειές. Το απόγεμα έκαναν ένα μεγάλο περίπατο στην ακρογιαλιά, στα νότια της πόλης αποθαυμάζοντας τον ήλιο που βασίλευε και έβαφε πορφυρό τον δυτικόν ορίζοντα.

Τον κράτησαν να κοιμηθεί στο σπίτι της, στον καναπέ του σαλονιού. Ο ίδιος θα προτιμούσε να μείνει σε κάποιο ξενοδοχείο, γιατί δεν είχε κουβαλήσει μαζί του ούτε πυτζάμες, ούτε οδοντόβουρτσα, ούτε τίποτα και ένοιωθε, δικαιολογημένα, συστολή. Η μητέρα της όμως ούτε να ακούσει κάτι τέτοιο. Τον περιποιήθηκε με την πατροπαράδοτη νησιώτικη φιλοξενία και εκείνος για ανταπόδοση την έπεισε να δεχτεί να φάνε μαζί σε ένα ωραίο εστιατόριο της παραλίας. Τότε γνώρισε από κοντά τις αδερφές της κοπέλας του, δυο πρόσχαρα και χαριτωμένα κορίτσια, που εξοικειώθηκαν αμέσως μαζί του και όπως φάνηκε ήταν ενήμερες του δεσμού τους και τον ενέκριναν.

Την άλλη μέρα πήραν το λεωφορείο και διασχίζοντας μια κατάφυτη και πανέμορφη κοιλάδα, πήγαν στο ναό της Αφαίας. Στη διαδρομή κουβέντιαζαν συνεχώς. Του έκανε εντύπωση, όχι μόνο το πόσο διαβασμένη ήταν (αυτό το είχε ήδη διαπιστώσει), αλλά για την κριτική της σκέψη και την παρατηρητικότητά της.

 

Το επόμενο Σαββατοκύριακο, εν μέρει για να τους αποζημιώσει για τη φυγή του από το πατρικό του σπίτι και εν μέρει για να τους γνωρίσει τον τόπο της αγαπημένης του, πήγε με τους γονείς του στο νησί. Το κορίτσι του δεν ήρθε μαζί τους, γιατί της έτυχε μια δουλειά στην Αθήνα. Γι΄ αυτό το λόγο δεν του πήγε στο σπίτι της να τους γνωρίσει με τη μητέρα της. Οι γέροι του πάντως ενθουσιάστηκαν με το νησί, όσο κι εκείνος. Κάνανε άλλες δύο εκδρομές, αυτή τη φορά μαζί τους και η Βασιλική και στη δεύτερη γνωρίστηκαν με την «συμπεθέρα» τους.

Ο πατέρας του, άνθρωπος περπατημένος στη ζωή, που έκοβε το μάτι του, παραξενεύτηκε πως μια τόσο αυστηρή γυναίκα και τόσο προστατευτική μητέρα, δεχόταν να ζει η κόρη της μόνη, ανεξάρτητη και ελεύθερη. Μια μέρα μάλιστα δεν κρατήθηκε και του έκανε κάποιες νύξεις, με τρόπο και πολύ προσεχτικά, είναι η αλήθεια, γιατί ήταν άνθρωπος πολιτισμένος.. Και στον ίδιον είχαν γεννηθεί παρόμοιες απορίες και ύστερα από αυτό δεν κρατήθηκε και τη ρώτησε.

Παραδέχτηκε πως πράγματι η μητέρα της ήταν σαν γυναίκα αυταρχική και σαν μητέρα υπερπροστατευτική. Πως χήρεψε νωρίς και αφοσιώθηκε στις τρεις κόρες της, αλλά με μιαν αγάπη που τις πλάκωνε, πως κοντά της πέρασε βασανισμένα παιδικά και εφηβικά χρόνια, ώσπου στο τέλος επαναστάτησε. Για να την αφήσει να έρθει στην Αθήνα να σπουδάσει είχε δώσει αληθινές μάχες. Μέχρι και σε απεργία πείνας έφτασε.

Τότε εκείνος τη ρώτησε πώς μια τόσο συντηρητική γυναίκα ανεχόταν να ζει η κόρη της μόνη και ανεξέλεγκτη. Η Βασιλική του εξήγησε πως ο πατέρας της ήταν παλιά ναυτικός, εμποροπλοίαρχος, υπήρξε μάλιστα στέλεχος της ΟΕΝΟ και γι΄ αυτό έχασε τη δουλειά του μετά τον πόλεμο, μια που κανένας εφοπλιστής δεν τον ήθελε στα καράβια του. Αναγκαστικά στράφηκε στις επιχειρήσεις και κατάφερε όχι μόνο να επιβιώσουν αλλά έκανε και λεφτά, που τα επένδυσε σε ακίνητα. Πεθαίνοντας τους μοίρασε με διαθήκη την περιουσία του στα τέσσερα εξ ίσου.

«Μετά την υποχώρησή της, όταν μ΄ άφησε να έρθω στην Αθήνα για σπουδές, αλλά κυρίως όταν ενηλικιώθηκα και έγινα οικονομικά ανεξάρτητη, υποτάχθηκε στη μοίρα της. Κατάλαβε πως δε μπορούσε να μου κάνει κουμάντο και καθώς είναι πανέξυπνος άνθρωπος, προτίμησε να μη φτάσουμε στη ρήξη, γιατί έτσι θα με έχανε οριστικά. Ύστερα φοβήθηκε μην ακολουθήσουν το δικό μου παράδειγμα και οι αδελφές μου, άν και, μεταξύ μας, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση. Της είναι πλήρως υποταγμένες».

 

Ο πατέρας του μόλις είχε συνταξιοδοτηθεί και το εφάπαξ που πήρε από την Εμπορική Τράπεζα, της οποίας υπήρξε στέλεχος επί τριακονταπενταετίαν, ήταν αρκετά μεγάλο. Σκεφτόταν με τα λεφτά αυτά να αγοράσει ένα σπίτι και να το έχουν για εξοχικό. Τη Μυτιλήνη την αποκλείσανε από την αρχή. Έπεφτε πολύ μακριά. Για καιρό προσανατολιζόταν να αγοράσει κάτι στη Βουλιαγμένη, την Ανάβυσσο ή εκεί κοντά, αλλά όταν πήγε να ψάξει, απογοητεύτηκε. Είχαν ήδη αρχίσει να υψώνονται και εκεί πολυκατοικίες

«Ε όχι να δώσω ένα κάρο λεφτά για να συνδυάσω τα μειονεκτήματα της εξοχής με τα μειονεκτήματα της πόλης. Να ζω μακριά από το κέντρο σε πολυκατοικία!» τους είπε και την άποψή του την αποδέχτηκαν  κι αυτός και η μητέρα του.

Τελικά του ανακοίνωσαν πως αποφάσισαν να αγοράσουν σπίτι στην Αίγινα και τον επιφόρτισαν να ψάξει σχετικά. Χάρηκε πολύ γι αυτή τους την απόφαση και βάλθηκε στα γεμάτα να μαζεύει πληροφορίες και στοιχεία. Φυσικά ζήτησε τη βοήθεια της οικογένειας της και τότε η μητέρα της Βασιλικής τους βρήκε μια καταπληκτική ευκαιρία. Ένα νεοκλασικό σπίτι στην άκρη της πόλης, κοντά στην περιοχή που λέγεται Πλακάκια, που ο ιδιοκτήτης του το πουλούσε όσο όσο, γιατί βρισκόταν στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Βέβαια το εφάπαξ δεν έφτανε για τέτοια σπιταρόνα, αλλά πουλήσανε κάποιο χτήμα της μητέρας του στη Λέσβο και συμπληρώσανε το ποσόν.

Από τότε οι γονιοί του πηγαίνανε κάθε καλοκαίρι και μένανε δυο και τρεις μήνες στο νησί. Αγάπησαν πολύ και το σπίτι και το νησί και καθώς ήταν άνθρωποι ευπροσήγοροι και κεφάτοι, αποχτήσανε αρκετούς φίλους, ντόπιους και μέτοικους. Ακόμα και με τη «συμπεθέρα» τους ταιριάσανε. Ο ίδιος φυσικά τους επισκεπτόταν τα Σαββατοκύριακα. Όχι γιατί είχε υπηρεσία, αφού ως εκπαιδευτικός είχε το προνόμιο να μη δουλεύει τους δυο μήνες του καλοκαιριού, αλλά γιατί η Έζμπα προτιμούσε να μένει μακριά από τη μητέρα της.

 

Ξαναθυμήθηκε τα χρόνια της κοινής ζωής τους. Είχαν νοικιάσει ένα τριάρι στην Ηλιούπολη και στην αρχή αξίωσε να πληρώνει αυτός το ενοίκιο. Ο μισθός του ήταν ικανοποιητικός. Αυτή όμως το απέρριψε κατηγορηματικά

«Θα μοιραζόμαστε όλα τα έξοδα εξ ίσου» του το ξέκοψε.

Έτσι, ξεκίνησαν ισότιμα. Εκτός από το ενοίκιο και τα λοιπά έξοδα, μαζί επιπλώσανε και αρματώσανε το σπιτικό τους. Αφιερώθηκε σ΄ αυτή την ευχάριστη απασχόληση με μεγάλη όρεξη. Το μεγαλύτερο δωμάτιο ήταν καθιστικό και τραπεζαρία μαζί, που επικοινωνούσε με ένα μικρό κουζινάκι.  Δίπλα στο λουτρό ήταν ο κοιτώνας τους και το μικρότερο, βορινό, δωμάτιο το διάλεξε για το ατελιέ της. «Δεν πρέπει να μπαίνει ήλιος όταν ζωγραφίζω» του εξήγησε.

Χωριστό δωμάτιο για δικό του γραφείο δεν περίσσευε και έτσι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη μια γωνιά του καθιστικού, όπου και τοποθέτησε τα ράφια της βιβλιοθήκης του και σιγά σιγά μετέφερε εκεί τα πιο αγαπημένα βιβλία του. Ξεβολεύτηκε βέβαια με αυτή τη λύση και μέσα του πειράχτηκε λίγο, γιατί από τότε που πήγε σχολείο είχε δικό του ευρύχωρο δωμάτιο, όπου με τον καιρό έβαλε το γραφείο και τη βιβλιοθήκη του.

Λιγότερο πειράχτηκε όταν εκείνη απόρριψε την επιλογή διπλού κρεβατιού και προτίμησε δύο μονά. Το πνεύμα της εποχής, τότε, ήταν οι παντρεμένοι να διαλέγουν δυο μονά κρεβάτια αντί για ένα διπλό. Όταν το έμαθε ο πατέρας του, σχολίασε

«Τα μονά κρεβάτια είναι για μοναχικούς ανθρώπους. Όταν γεράσετε, που θα έχετε βαρεθεί ο ένας την άλλη, τότε να έχετε μονά. Τώρα δεν το καταλαβαίνω»

Τελικά βέβαια, με κοινή συναίνεση, κόλλησαν τα δυο μονά κρεβάτια και από τότε αυτός συνήθως κοιμόταν στη γραμμή της επαφής τους.

Ύστερα ήταν η ακαταστασία της, που τον ενοχλούσε φοβερά, παθιασμένος καθώς ήταν με την τάξη και την καθαριότητα. Σε όλα τα δωμάτια ήταν πεταμένα ρούχα, δικά της πράγματα ή χαρτιά της και το να μπεις νύχτα χωρίς φως στο ατελιέ της, εγκυμονούσε μεγάλους κινδύνους, είτε να σκοντάψεις σε κάποιο καβαλέτο, είτε να μπερδευτούν τα πόδια σου σε διάφορα πεταμένα ρούχα, είτε να λερωθείς με μπογιές. Άσε που ο νεροχύτης στέναζε από το βάρος των άπλυτων πιάτων.

Στην αρχή δε μιλούσε. Η μαγεία της κοινής τους συμβίωσης τα σκέπαζε όλα. Αργότερα τόλμησε να κάνει κάποιες παρατηρήσεις, που τις υποδέχτηκε με αφοπλιστικά χαμόγελα, που τα συνόδευαν φιλιά και χάδια. Στο τέλος αποφάσισε να πλένει αυτός τα πιάτα και να συμμαζεύει ό,τι σερνόταν αδέσποτο στην κατοικία τους. Εκείνη δέχτηκε με ανακούφιση το πρώτο, αλλά του απαγόρεψε να συμμαζεύει τα προσωπικά της αντικείμενα, εκτός από τα παπούτσια, που ο Δήμος δεν ανεχόταν να τα βλέπει πεταμένα το ένα εδώ και το άλλο εκεί, αλλά τα μάζευε και τα τοποθετούσε κανονικά δίπλα δίπλα (πάντα το δεξί, δεξιά και το αριστερό, αριστερά) μαζί με τα δικά του, ομοίως τοποθετημένα. Καμιά φορά μάλιστα τα βούρτσιζε ή τα γυάλιζε.

Παρά την ακαταστασία  και την ανεμελιά της, της άρεσε να μαγειρεύει και στο σημείο αυτό ήταν υποδειγματική, πράγμα που ευχαριστούσε ιδιαίτερα τον Δήμο, συνηθισμένο στα ωραία φαγητά της μητέρας του. Φρόντιζε επίσης τα ρούχα του, σαν ανταπόδοση του πλυσίματος των πιάτων, που είχε αναλάβει αυτός. Τα πλένανε βέβαια στο πλυντήριο που αγόρασαν, όταν αρμάτωσαν το σπιτικό τους, αλλά εκείνη τα σιδέρωνε και έραβε τα κουμπιά που λείπανε.

Γενικά η συμβίωση με την αγαπημένη του ήταν τους πρώτους μήνες μαγευτική. Ο έρωτας που κάνανε και που τον χαίρονταν και οι δύο με το παραπάνω, ήταν συναρπαστικός. Το να ξυπνάει κάθε πρωί έχοντάς την στην αγκαλιά του, να ετοιμάζουν μαζί το πρωινό και να το πίνουν κουβεντιάζοντας, να τη βλέπει να ντύνεται και ένα σωρό άλλες μικρές και μεγάλες χαρές, τον έκαναν να νοιώθει αληθινή ευτυχία. Για να μην έχουν άλλη ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και τη συνεπαγόμενη οδυνηρή έκτρωση, συμφώνησαν να χρησιμοποιούν προφυλακτικό. Το νεοεμφανισθέν τότε χάπι το αντιμετώπισαν με δυσπιστία. Προκαλούσε, λέγανε, παρενέργειες στον οργανισμό της γυναίκας

Υπήρχαν βέβαια και τα δυσάρεστα. Από τα πιο ανώδυνα – την  ενοχλούσε να πούμε η συνήθεια του να σιγοτραγουδά ή να σιγοσφυρίζει το πρωί, μόλις ξυπνούσε – ως τα σοβαρότερα. Ήθελε να είναι απολύτως αδέσμευτη και ανεξάρτητη. Δεν τον έμπασε στην παρέα της και δεν ενδιαφέρθηκε να γνωρίσει τους δικούς του φίλους. Ο ίδιος ονειρευόταν το «σπιτικό» τους να γίνει το κέντρο της παρέας του. Να μαζεύονται σ΄αυτό οι φίλοι του με τα κορίτσια τους και να μιλάνε ή να διασκεδάζουν. Το δικό τους σπίτι, χάρη στη φιλόξενη διάθεση των γονιών του, ήταν για πολλά χρόνια μια θελκτική εστία, που συγκέντρωνε πολύ ωραίους ανθρώπους. Η Έζμπα όμως δεν το δέχτηκε. Ουσιαστικά ο μόνος κοινός γνωστός τους ήταν η Κατερίνα, ή μάλλον η Κατερίνα κι ο Αλέκος, όταν αποτελέσανε ζευγάρι, αλλά αυτούς τους ήξεραν και οι δυο από την αρχή. Αντίθετα δεν είδε με καλό μάτι τον Κώστα, πράγμα που αυτός, πανέξυπνος καθώς ήταν, το πήρε είδηση αμέσως και ξέκοψε σιγά σιγά.

Δεν ξέκοψε μονάχα από αυτούς, αλλά αποστασιοποιήθηκε και από τον Αλέκο και την Κατερίνα. Η θορυβώδης ομάδα των τρες καμπαλέρος διαλύθηκε. Ο Κώστας κατόπιν τα χάλασε με τη Λούλα και τα έφτιαξε με κάποια Δανάη, μυστήρια κοπέλα, που κυκλοφορούσε με πανταλόνια, πράγμα καινοφανές και ασυνήθιστο τότε, και φαίνεται πως ήταν ανακατεμένη σε κάποιες ακροαριστερές οργανώσεις. Το γεγονός είναι πως ο Κώστας ξέκοψε και από την ΕΔΑ, που τότε βρισκόταν στα επάνω της, έχοντας αναδειχθεί δεύτερο κόμμα στη Βουλή και αξιωματική αντιπολίτευση και οργανώθηκε στο «Παπάκι Πάει Στην Ποταμιά», όπως έλεγαν περιπαιχτικά την ΠΠΣΠ.

Το πρώτο όμως σοβαρό σύννεφο στη σχέση τους φάνηκε, όταν στην πρότασή του να πάνε ξανά μαζί στην Αίγινα, εκείνη αρνήθηκε. Αυτός είχε προετοιμάσει από μέρες αυτή την εκδρομή, σκόπευε όμως να της το πει την τελευταία στιγμή, σαν έκπληξη. Εκείνη όμως είχε κανονίσει να πάει με φίλους της καλλιτέχνες στα εγκαίνια μιας έκθεσης και κατόπιν να τα πιούνε σε ένα κέντρο. Ούτε τον είχε ενημερώσει για τα σχέδιά της αυτά, ούτε δέχτηκε να ακούσει κουβέντα για αλλαγή ή τροποποίησή τους και, το χειρότερο, δεν τον κάλεσε τουλάχιστον κι εκείνον. Αυτό τον πείραξε πολύ, μ΄ όλο που είχε καταλάβει πως οι φίλοι της δεν τον ήθελαν στον κύκλο τους και πως εκείνη συμφωνούσε μαζί τους. Αποφάσισε κι αυτός να μην πάει μόνος του στο νησί, άν και το είχε υποσχεθεί στους γέρους του, που είχαν ήδη πάει εκεί από μέρες και τον περίμεναν. Αυτός σα να εφάρμοζε σε βάρος του μιαν αυτοτιμωρία, έμεινε κλεισμένος στο σπίτι.

Άργησε πολύ να γυρίσει. Την περίμενε διαβάζοντας, όμως ο νους του, όλην την ώρα, έτρεχε σ΄αυτήν και τους φίλους της. Της είχε βέβαια εμπιστοσύνη, αλλά ξέροντας τη θερμή της ιδιοσυγκρασία και τον αυθορμητισμό της, καθώς και την υπερβολική ελευθεριότητα, που επικρατούσε στον καλλιτεχνικό κύκλο της, του πέρασε για μια στιγμή η ιδέα πως μπορεί φεύγοντας από το κέντρο να είχε καμιά περιπέτεια με κάποιον από τους φίλους της. Η σκέψη πως μπορεί να έκανε εκείνη τη στιγμή έρωτα με κάποιον άλλον, ιδίως μ΄ εκείνον τον αχώνευτο τον Θανάση, που της κολλούσε συστηματικά, τον φαρμάκωσε.

Θα ήταν σχεδόν δύο μετά τα μεσάνυχτα, σαν μπήκε, πολύ στο κέφι..

«Άργησες» της λέει μόλις μπήκε

«Είχαν τόσο κέφι τα παιδιά, που δε μού ΄κανε καρδιά να φύγω»

«Το βλέπω» της είπε πικρόχολα

Τότε μόνο πρόσεξε το σκοτεινό βλέμμα του

«Τι έπαθες τώρα; Γιατί σκοτείνιασες; Δε μπορώ να βγω με την παλιά παρέα μου;» του λέει και τον κοίταξε πιο προσεχτικά. Αυτός έμεινε αμίλητος και κατηφής. Τότε εκείνη μάντεψε τι τον βασάνιζε. Κάθισε δίπλα του, του έπιασε τα χέρια και του λέει, κοιτάζοντάς τον στα μάτια

«Μπας και φαντάστηκες τίποτ΄ άλλο; Τι διάβολο, περίμενα να μου έχεις μεγαλύτερη εμπιστοσύνη. Αν πάντως φοβάσαι μήπως πλάγιασα με κανέναν άλλον, για να ησυχάσεις, σου λέω πως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Αν γινόταν θα σου το έλεγα μόνη μου. Με ξέρεις καλά, δεν είναι έτσι;»

Την πίστεψε, γιατί ήξερε πόσο ντόμπρος άνθρωπος ήταν. Ήταν βέβαιος πως αν είχε κάνει έρωτα με άλλον, δε θα δίσταζε να του το πει καθαρά.

Αυτό όμως δε μείωσε την πίκρα του.

……………………………………………………………………………………

Οι αναμνήσεις αυτές, που αναδύθηκαν από το υποσυνείδητο του, όπου τις είχε θαμμένες τόσα χρόνια, όταν είδε στην οθόνη του σινεμά ζωντανή την εικόνα της, μπήκαν ορμητικές στο μυαλό του και τον απορρόφησαν ολοκληρωτικά. Σαν αλλοπαρμένος, αψηφώντας τη βροχή και τον άνεμο, συνέχισε να περιπλανιέται, ώσπου συνειδητοποίησε πως είχε φτάσει στο λιμάνι, στην Πλάκα, σχεδόν δυο χιλιόμετρα από το σπίτι του. Καθώς ήταν όλα κλειστά, καφενεία, μαγέρικα, ακόμα και ταβέρνες, αποφάσισε να γυρίσει πάλι πίσω, χωρίς να σταθεί κάπου να απαγκιάσει.

Ήταν περασμένες μία όταν γύρισε στο σπίτι του, ψόφιος στην κούραση, με τα ρούχα του μούσκεμα και τουρτουρίζοντας. Για πρώτη φορά, εδώ και αρκετά χρόνια, δεν κάθισε μπροστά στη γραφομηχανή του, για το καθιερωμένο γράψιμο. Άλλωστε η ονειρική επίσκεψή του στη Χιλή είχε σβηστεί από τη μνήμη του. Έτσι γδύθηκε, με βία, άλλαξε ασπρόρουχα, έβαλε τις πυτζάμες του και σκεπάστηκε με δυο επί πλέον κουβέρτες, προσπαθώντας να  ζεσταθεί. Και ναι μεν κατάφερε να ζεσταθεί, αλλά, παρά την κούρασή του, δεν του κολλούσε ύπνος. Η εικόνα της Έζμπας δεν έφευγε από το μυαλό του. Συνεχώς σκεφτόταν πώς έγινε και δε στέριωσε ο δεσμός τους, αφού την αγαπούσε και τον αγαπούσε, αφού ταίριαζαν οι ιδέες τους, αφού είχαν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον.

Ο ύπνος τον πήρε σχεδόν τα ξημερώματα.

 

 

 

 

102 Σχόλια προς “Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 4 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)”

  1. Η ΠΠΣΠ το ’58; (Είμαστε στο ’58; Γιατί το όλο κλίμα παραπέμπει αργότερα – που βέβαια δεν ήταν η ΕΔΑ αξιωματική αντιπολίτευση…)
    https://el.wikipedia.org//%CE%A0%CF%81%CE%BF%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7

  2. Κάτι έσβησα στο λινκ που ήταν αυτό:

    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%81%CE%BF%CE%BF%CE%B4%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CE%BD%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B7

  3. Να κάνω εδώ τη γενική παρατήρηση που έχω στην άκρη της γλώσσας από την αρχή του μυθιστορήματος. Γράφει κάπου ο Μπόρχες μιλώντας για τη μετάφραση των Χιλίων και Μιας Νυχτών από τον Ρίτσαρντ Μπέρτον, τον εξερευνητή: «Τα σχόλιά του είναι εγκυκλοπαιδικά και άτακτα, και το ενδιαφέρον τους είναι αντιστρόφως ανάλογο προς την αναγκαιότητά τους… Στα πενήντα του, κάθε άνθρωπος έχει συσσωρεύσει μέσα του τρυφερότητες, ειρωνείες, σαρκασμούς και φαντασιώσεις: ο Μπέρτον τα ξεφορτώθηκε όλ’ αυτά με τις Σημειώσεις του.» Ο πατήρ Σαραντάκος μοιάζει να ξεφορτώθηκε αντίστοιχα ό,τι φαντασιώσεις είχε συσσωρεύσει με αυτό το μυθιστόρημα, το οποίο σίγουρα θα το παρέδιδε με μεγάλες περικοπές (όχι από σεμνοτυφία, επειδή οι εμπειρίες και η ζωή του ήρωα είναι τόσο παραγεμισμένες που είναι αναληθοφανείς) αν είχε προλάβει να το επιμεληθεί.

    Υπάρχει ένα πιθανό τέλος του μυθιστορήματος, βέβαια, που θα το απογείωνε λογοτεχνικά. Περιμένω με πολύ ενδιαφέρον να δω αν το διάλεξε!

  4. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1-2 Ναι, η ΠΠΣΠ είναι ο αναχρονισμός. Η ΕΔΑ ήταν αξ.αντ. το 1958-61 ενώ η ΠΠΣΠ ιδρύθηκε το 1966, οι δε πρόδρομες καταστάσεις εμφανίστηκαν το 1963. Αυτό θα το άλλαζε αν το είχε επιμεληθεί.

    3 Εύστοχη παρατήρηση, κάτι ανάλογο έχω σκεφτεί κι εγώ.

  5. Και το αντισυλληπτικό χάπι είναι ένας μικρός αναχρονισμός: https://www.theguardian.com/society/2007/sep/12/health.medicineandhealth Το ’61 άρχισε να δίνεται στην Αγγλία (μόνο σε παντρεμένες γυναίκες!). Σίγουρα πρέπει να υπάρχει μελέτη για την ιστορία του στην Ελλάδα, αλλά δεν την ξέρω.

  6. Καλημέρα

    Επί του σημερινού κειμένου, ήρθε στο μυαλό μου ένα τραγούδι που τόχει πει καλύτερα ο άρχοντας του ελληνικού γλεντιού Πάνος Γαβαλάς !

  7. # 6

    Ομως η φωνή δεν είναι του Γαβαλά αλλά του Μπάμπη Τσετίνη !! Καλη τη πίστει έγραψα πριν το ακούσω .

  8. Παναγιώτης Κ. said

    Να εικάσουμε εμείς οι αναγνώστες γιατί δεν στέριωσε αυτός ο ισχυρός δεσμός ή θα μας το πει ο Δ.Σ.
    Ο Τζη πάντως έδωσε μια πρώτη εξήγηση.
    Υπάρχει και η φράση: «είναι πολύ ωραίο για να είναι αληθινό».

  9. sarant said

    5 Χμμμ…. ναι

  10. Α. Σέρτης said

    3
    Πολύ φοβάμαι ότι καμμία περικοπή/επιμέλεια δεν μπορεί να διασώσει τόσο παλαιάς και παρωχημένης κοπής γράψιμο…

  11. Georgios Bartzoudis said

    Την «ποιότητα» του ιστορήματος θα την κρίνουμε όταν …τελειώσει. Αυτό που έχω να πώ τώρα είναι το εξής: Τω καιρώ εκείνω, μετά από έναν καταστρεπτικό εμφύλιο, ο κοσμάκης πάλευε για …τον άρτον αυτού τον επιούσιον. Εξ αντιθέτου, οι εν τω ιστορήματι «ΑΣΤΟΙ του πατρός Σαραντάκου» …αγρόν αγόραζαν!

  12. Παναγιώτης Κ. said

    Το βρίσκω ωραίο να συναντώ κάποιες από τις εμπειρίες μου καθώς διαβάζω λογοτεχνία. Συμβαίνει αυτό και στην παρούσα αφήγηση.
    Από την άλλη, μερικές φορές, με δυσκολεύει η ξένη λογοτεχνία για αυτό τον λόγο. Περιγράφεται κάποιος κόσμος που έχει λίγα κοινά σημεία με τον δικό μου.

  13. sarant said

    11 Δηλαδή στη δεκαετία του 1950 κανείς δεν φλερτάρισε.

  14. Καλημέρα
    Έφυγε από την ΕΔΑ και πήγε στην ΠΠΣΠ; Δεν κολλάει. Το ένα είναι (ήταν) κόμμα, η άλλη φοιτητική παράταξη της ΟΜΛΕ. Και δεν φαίνεται να είναι φοιτητές πια.

  15. Πέπε said

    > …πήγε με τους γονείς του στο νησί. Το κορίτσι του δεν ήρθε μαζί τους, γιατί της έτυχε μια δουλειά στην Αθήνα. Γι΄ αυτό το λόγο δεν του πήγε στο σπίτι της να τους γνωρίσει με τη μητέρα της.

    Και πώς δικαιολογήθηκε στους γονείς της κοπέλας, ότι πήγε στο νησί (και μάλιστα με τους γονείς του!) και δεν τους επισκέφτηκαν; Γιατί φυσικά, όταν πηγαίνεις σε μικρό τόπο όπου έχεις γνωστούς, εκείνοι το ξέρουν πριν καν πατήσεις το πόδι σου στη στεριά.

  16. Παναγιώτης Κ. said

    Γνωρίζω αρκετές περιπτώσεις ανθρώπων οι οποίοι στην δεκαετία του ΄50 είχαν την έγνοια να αποκτήσουν ένα οικόπεδο, συνήθως στις παρυφές των πόλεων τότε (διότι με την αστυφιλία το απομακρυσμένο από το κέντρο της πόλης οικόπεδο είναι πια προνομιακό) για να κτίσουν ένα μικρό σπίτι στην αρχή και να το μεγαλώσουν σιγά-σιγά.
    Οι άνθρωποι αυτοί κάθε άλλο παρά αστοί ήταν.

  17. atheofobos said

    Μιας και αναφέρθηκε η αντισύλληψη είναι νομίζω ενδιαφέρον να ξέρει κανείς πως την λένε στα γερμανικά.
    Schwangerschaftsverhütungsmittel !

  18. Παναγιώτης Κ. said

    @17. !
    Υποθέτω ότι αναλύεται σε επιμέρους λέξεις του τύπου… χάπι που δεν επιτρέπει στη γυναίκα να μείνει έγκυος…
    Πες μας αν ξέρεις… 🙂

  19. 17# Σωστοί οι φρίτσηδες. Μέχρι να το πεις σου ‘χει πέσει και δεν υπάρχει πιθανότητα σύλληψης.

    ________________

    Υπάρχει κι ένας πλεονασμός εκεί που λέει «Όσο για το θρησκευτικό γάμο δεν τον πολυένοιαξε». Τότε δεν υπήρχε άλλη επιλογή.

  20. 18# Μέσο αποτροπής εγκυμοσύνης παναπεί το μακρυνάρι.

  21. spyridos said

    17
    Schwangerschaftsverhütungsmittel
    Είναι η επίσημη ονoμασία των μεθόδων παρεμπόδισης της εγκυμοσύνης (και εννοούν της σύλληψης).
    Στην καθημερινή και εκπαιδευτική γλώσσα τα λένε Verhütungsmittel.
    Μια από της μεθόδους είναι verhütungspille και απλά καθημερινά Die Pille.

  22. dryhammer said

    17-8-9-20. Θυμήθηκα εκείνο το παλιό που λεγόταν όταν πιάσανε να κυνηγάνε για κράνος [πιθανές επιρροές από Άσιμο(;) ] πως πουλιέται για προφυλακτικό αλλά χρησιμοποιείται σαν αντισυλληπτικό.

  23. Πέπε said

    20:

    Μέσο αποτροπής; Ποιο μέσο όμως; Υπάρχουν πολλά, δεν μπορεί να ονομάζεται έτσι γενικόλογα. Το Pille (#21), προφανώς=χάπι, μια χαρά μού φαίνεται για καθημερινή άτυπη συνεννόηση. Στο κατάλληλο συμφραζόμενο το καταλαβαίνει ο καθένας και άλλωστε κι εδώ το λέμε, και φαντάζομαι και σε άλλες γλώσσες.

  24. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    6,7,8:Πάντα καίριος, ιδίως προκειμένου για αναγκαίες μουσικές επισημάνσεις.
    Ίσως όμως εδώ ταιριάζει καλύτερα το «Σ’ ένα σύμπαν δικό μου σκαλωμένος και μόνος/ σαν το στρείδι κλεισμένος με ξεχνούσε κι ο χρόνος. Κουρασμένες παρέες, βιαστικές καληνύχτες/ αγκαλιές φευγαλέες, πήγαινε έλα κομήτες.» [Τραγούδι: Υπνοβάτης, Άλμπουμ: Αλλάξαν πολλά(2017), Στίχοι: Λίνα Δημοπούλου Μουσική/ Ερμηνεία: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας (:που λείπει κι εκαίνος πολύ),βλ.https://www.youtube.com/watch?v=5dRYEU32IW4 και επιφυλάξεις καταδυομένου στα σχ.3,4 )

  25. spyridos said

    Διάβασα πρόσφατα δυο βιβλία του Γκούρνα με αφορμή το Νόμπελ.
    Μου άρεσαν και μαθαίνω ότι μια καλή και γνωστή μεταφράστρια δουλεύει τη μετάφραση τριών βιβλίων του στα Ελληνικά.
    Όσοι δεν αντέχετε τους αναχρονισμούς μην τον διαβάσετε όμως, έχεις πολλούς και χτυπητούς.
    Είναι από τα λογοτεχνικά εργαλεία του θα έλεγα.

  26. 23# Προφανώς για τα υπόλοιπα θα έχουν άλλη, συγκεκριμένη ορολογία. Να μας πουν οι γερμανομαθείς.
    Υπάρχει και το χάπι της επόμενης μέρας, που στα ιταλικά είναι pillola del giorno dopo (=χάπι της ημέρας μετά), που έδωσε λαβή στον Αλτάν για σκίτσο με τον εξής διάλογο μεσόκοπων γυναικών:
    -Πώς πάει με το χάπι της ημέρας μετά?
    -Μετά από τι?

  27. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Δεν νομίζω πως είναι και τόσο πια φουσκωμένα και αναληθοφανή τα διηγούμενα από τον Δ.Σ. Καταστάσεις όπως αυτές που περιγράφει τις έχουμε ζήσει, σε κάποιο βαθμό, είτε εμείς οι ίδιοι είτε φίλοι, συγγενείς κ.λπ. Ίσως η συγκέντρωση των εμπειριών σε ένα πρόσωπο να είναι κάπως υπερβολική, αλλά πολλές φορές η υπερβολή είναι απαραίτητο συστατικό στη λογοτεχνία.
    Πάντως, κι εγώ κάποια ανατροπή, την περιμένω… 🙂

    – Και:

  28. # 26

    Μου θύμισες μια τότε συνάδελφο που την ρωτήσανε ¨

    – Από πότε έχεις να κάνεις σεξ ;
    – Τι μέρα είναι σήμερα ;
    – Τρίτη !
    – Τρίτη, Δευτέρα, Κυριακή, Σάββατο,…τρία χρόνια !!

  29. ΣΠ said

    28
    Αυτό είναι από την ταινία του Γούντι Άλεν Take the Money and Run (1969). Στο 33ο λεπτό.

  30. Alexis said

    Το ατμόπλοιο στον Πειραιά το 1960 δεν είναι αναχρονισμός;
    Ρωτάω, δεν το γνωρίζω, πιθανόν και να υπήρχαν ακόμα…

  31. # 29

    Για να το λες έτσι θάναι αλλά εγώ δεν έχω δει καιά ταινία του αντιπαθέστατου Φιλιππίδη της Αμερικής !!

  32. ΓΤ said

    Αποσταγματική σοφία

  33. spyridos said

    32
    Είναι πολλοί μου μπλέξανε το πνεύμα με το οινόπνευμα. Όπως ο Κεδίκογλου προχθές.

  34. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    30 Και σήμερα δεν λέμε «ατμοπλοϊκή σύνδεση»;

  35. ΓΤ said

    «Σ΄ αγαπώ, μ΄ αγαπάς, κάνουμε όμορφη παρέα και ακόμα ομορφότεροN έρωτα. Τι περισσότερο θα μας δώσει μια τελετή σε μιαN εκκλησιά;»
    «Αγάπη μου, δεν είμαι ακόμα έτοιμη να κάνω παιδιά. Θα βρούμε τρόπο να απαλλαγούμε από μιαN ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. […]».

    Αυτό το πρήχτικο Ν, πουρ ντε ρεζόν εφονίκ, είναι ίδιον του ΔΣ, το οποίο, όπως διαπιστώνουμε συχνά πυκνά, ασφαλώς δεν έχει μείνει ακληροδότητο. Αλλά, στην πραγματικότητα, πολύ δύσκολα θα μιλούσε ένα ζευγάρι ΕΤΣΙ… Και μάλιστα, αυτό το σφηναδόρικο Ν, σε χαλαρή, ή και μη, καθημερινότητα, αφήνει την αυθορμησία αξεδίψαστη.

  36. ΣΠ said

    35
    Κάποιοι αυτό το Ν το βάζουν και στον προφορικό λόγο. Κι εγώ συχνά. Λέω, ας πούμε, «μιαν άλλη φορά».

  37. Πέπε said

    35

    Απόλυτος είσαι. Πρώτα απ’ όλα, γιατί αποκλείεται να μιλούσαν έτσι; Μιλάμε για άλλες γενιές. Ύστερα, είναι σα να λέμε «γιατί βάζουμε -ν στηΝ μπίρα αφού δεν το προφέρουμε;» Ε, για μία σειρά λόγων (που μπορεί ίσως κανείς να τους αμφισβητήσει, αλλά ωστόσο μέχρι στιγμής τυγχάνουν αποδεκτοί) έχει καθιερωθεί να γράφουμε έτσι.

    Πάντως το ότι και ο Sarant επιμένει στο -ν των αρσενικών επιθέτων, όπως έχω παρατηρήσει (κι εσύ ομοίως), μάλλον θα δείχνει ότι έτσι τα προφέρει. Δεν ξέρω, ας μας πει κι ο ίδιος. Οπότε, πιο πιθανό βρίσκω να γράφει όπως προφέρει και να προφέρει όπως ο πατέρας του, παρά το κληροδότημα να είναι απλώς μια ορθογραφία ανεξάρτητη από την προφορά.

  38. SearchPeloponnese said

    Συγγνώμη, αλλά εξανέστην.

    «Στο τέλος αποφάσισε να πλένει αυτός τα πιάτα…»
    Αφού αυτή ανάλαβε το μαγείρεμα, όπως μας λέει παρακάτω, δεν ήταν λογικό να αναλάβει αυτός τα πιάτα (και τα ταψιά); Τι… προοδευτικισμοί είναι αυτοί;

    Να μην πω ότι, αφού ήταν «συνηθισμένος στα ωραία φαγητά της μητέρας του» (και του άρεσαν), γιατί δεν έμαθε να τα φτιάχνει ο ίδιος;;;

    «Φρόντιζε επίσης τα ρούχα του, σαν ανταπόδοση του πλυσίματος των πιάτων» Έλεος!

    «αλλά εκείνη τα σιδέρωνε» με δεδομένο ότι οι άντρες δε θα τα πάνε ποτέ καλά με το σιδέρωμα, λογικό είναι να αναλαμβάνουν το πλύσιμο. (Αν βέβαια συνηθίζουν να φοράνε πουκάμισα, τότε πρέπει να εξασκηθούν και στο σιδέρωμα…)

    «έραβε τα κουμπιά που λείπανε» Φαντάρος δεν είχε πάει;;; (το λιγότερο που μπορώ να πω.)

    + το 15

  39. ΓΤ said

    37@

    Δεν το ακούω καν, Πέπε, στον ελεύθερο λόγο στην «αγορά», χρόνια τώρα.

  40. SearchPeloponnese said

    @35, 37

    Πείτε «τον καφένε γλυκόνε τονε θες» και όλα θα ξεκαθαρίσουν. 🙂

    (Εκείνο που δεν ξέρω είναι αν το «τονε» παίρνει τόνο.)

  41. SearchPeloponnese said

    Να προσθέσω στο 38 ότι την πρώτη φορά που με τραπέζωσε (και ήμασταν οι δυο μας*), το τραπέζι το μάζεψα εγώ. Και υπολόγισα και την 5η φορά έπιασα το σφουγγάρι. Την 6η ζήτησα και την κατσαρόλα.

    *Εννοείαται ότι είχα ξαναπάει στο σπίτι, αλλά ήταν κι άλλοι παρόντες (αδερφές, γαμπρός κλπ), οπότε δεν πήρα πολλές πρωτοβουλίες.

  42. antonislaw said

    Καλημέρα σας! Συνεχίζει να είναι πολύ ενδιαφέρον το βιβλίο του Δημήτρη Σαραντάκου. Μάλιστα έγινε και μια αναφορά από την οποία ίσως και να πηγάζει και ο τίτλος του βιβλίου «Η θορυβώδης ομάδα των τρες καμπαλέρος διαλύθηκε. Ο Κώστας κατόπιν τα χάλασε με τη Λούλα και τα έφτιαξε με κάποια Δανάη, μυστήρια κοπέλα, που κυκλοφορούσε με πανταλόνια, πράγμα καινοφανές και ασυνήθιστο τότε…».
    Η γραφή μου αρέσει και με κρατάει.

    22 «Θυμήθηκα εκείνο το παλιό που λεγόταν όταν πιάσανε να κυνηγάνε για κράνος [πιθανές επιρροές από Άσιμο(;) ] πως πουλιέται για προφυλακτικό αλλά χρησιμοποιείται σαν αντισυλληπτικό».

    Το έχω ακούσει και «αντιγραφτικό» κράνος (δεδομένου και ότι δεν μπορείς να συλληφθείς για μη χρήση κράνους). Κυρίως για το κράνος που είναι ευτελέστατο ή παμπάλαιο και το φοράς μόνο και μόνο για να μη σε γράψουν. Βέβαια το αστείο είναι προφυλακτικό-αντισυλληπτικό. (Και σε ταινία ΘΒ ο αρχιπράκτορας έδωσε στον Βέγγο τελευταίας τεχνολογίας εξοπλισμό: μεταξύ άλλων αντισυλληπτικά για να μη συλλαμβάνεται και μολυβόνερο για τις μελανιές)

  43. antonislaw said

    40 «Πείτε «τον καφένε γλυκόνε τονε θες» και όλα θα ξεκαθαρίσουν».

    «Έναν ελληνικόνε διπλόνε γλυκόνε» άκουσα σε καφενείο -εδώ χάμου 😉

  44. SearchPeloponnese said

    43.
    Ε, ναι.

    (Η αλήθεια είναι ότι το «Έναν φραπένε» δε λέγεται και πολύ…)

  45. sarant said

    35-36-37 Το ευφωνικό ν δεν είναι και τόσο σπάνιο, ρε παιδιά. Εγώ πολλές φορές το προφέρω, δεν μου αρέσ’ η χασμωδία.

  46. SearchPeloponnese said

    Νομίζω ότι δεν είναι μόνο θέμα χασμωδίας. Π.χ. «Ke mian avγin, mian Giriakin, mian bisimon imeran» μου πάει καλύτερα.

  47. Αγγελος said

    Το τελικό ν πράγματι συχνά προστίθεται, είτε ακολουθούμενο από ευφωνικό φωνήεν είτε όχι, στην αιτιατική των επιθέτων (και είναι υποχρεωτικό στην αντωνυμία «τον»), όχι όμως των ουσιαστικών. Κανείς δεν θα πει «έναν καφέν(ε)», εκτός αν είναι Κύπριος 🙂 ,, αλλά «έναν ελληνικόν» πραγματι ακούγεται.

  48. Prince said

    47. Κι όμως, στην απάντηση στην ερώτηση ‘τί θα πάρεις’, δεν ακούγεται «ένα καφέ» αλλά «ένα γκαφέ». Οπότε το ν το βάζουμε πάντα εκεί.

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αγάπα με πουλάκι μου, γιατί κι εγώ αγαπώ σε.
    Μιαν ώρα μόνο αν δε σε δω, κλαίω κι ανεζητώ σε.

    Είχα μιαν αγάπη- θάλασσα πλατιά
    την πήρε το καράβι την πάει στην ξενιτιά

  50. SearchPeloponnese said

    47.
    Τα «καφέν» και «καφένε» είναι πράγματι υπερβολές των Αχαιών (και όχι των Γκυπρίων). 🙂

    48.
    Το «ν» πάει στο «έναν», στο άρθρο, όχι στο ουσιαστικό. Όπως τα λέει ο 47.

  51. Τον Μακρόν και τον Πούτιν τους λέμε στα κυπριώτικα ή στην καθαρεύουσα;

  52. Prince said

    50β. Προφανώς. Γι’αυτό και είπα τί ακούγεται, όπως έγραψες κι εσύ «των Γκυπρίων». Οπότε λέμε πάντα «έναΝ καφέ» και ποτέ «ένα καφέ» (εκτός αν περιγράφουμε χρώμα).

  53. ΓΤ said

    Πριχού τα χείλη να εκμανούν μ’ ένα γαμωσταυρίδι
    ερίγδουπος ο φάδερ μου λέει σ’ εμέ τ’ @χίδι:
    «Θέλω μιαΝ απάντηση τώρα!»
    Κι άρχισε σφόδρα να γελά του Δία η νεφέλη
    που γλώσσας δίχτυα έσκισες, άτιμε Αλτομπέλι!

    Οι λέξεις που δε θένε νι
    αν ψάξουν κοτσαδόρο
    καλλιγραφίας είναι @νί
    με χοντρομαρκαδόρο

    Μα ο μαρκαδόρος ο χοντρός
    αρμόζει σε χασάπη
    Θάβω λοιπόν τα νεύρα μου
    στο πιο βαθύ ντουλάπι…

  54. Prince said

    51. Εξαρτάται αν τρώνε αλλαντικά (ζαμπό και μπέικο).

  55. SearchPeloponnese said

    Ο Μακρόν και ο Μελανσόν πάνε κατά το τεφλόν το μακρολόν και τα λοιπά πλαστικά.

  56. 46# Λέμε μια Κυριακή / τη Γκυριακή (όχι μιαν Γκυριακήν όπως γράφεις με λατινικά). Μια πίσημον, όχι μιαν μπίσημον. Προσοχή με τα πολλά ν, η υπεροξυγόνωση έχει πνίξει κόσμο.
    Άκου και τον Ξυλούρη:

  57. SearchPeloponnese said

    The knights who say «ni».

  58. Triant said

    Πολύ ωραίο, πάλι. Femme fatale βέβαια η Έζμπα, όλοι ξέρουμε κάποια.
    Γιατί δεν μπαίνεις στα παπούτσια (!) του πατέρα σου Νίκο και να κάνεις την επιμέλεια εσύ; Όχι τίποτα άλλο, θα γλυτώσεις τη μουρμούρα κάποιων.

    38: Μου θύμισες που στα 35 μου, μια κυρία, όταν της είπα πως μαγειρεύω, πλένω, σιδερώνω και καθαρίζω και ότι όταν έμεινα μόνος μου αγόρασα πλυντήριο-στεγνωτήριο πριν από τηλεόραση, με ρώτησε γιατί δεν παντρεύομαι. Όπου φυσικά της απάντησα ‘γι’ αυτό’. (Η αλήθεια είναι βέβαια ότι για τό καθάρισμα και το σιδέρωμα χρησιμοποιούσα συχνα επαγγελματία).

  59. SearchPeloponnese said

    56.
    Αγαπητέ μου, δεν έγραψα «τι λέμε» ή «τι λέγεται», έγραψα «εμένα (ως Μοραϊτη με αχαΙκές επιδράσεις) μου πάει καλύτερα».

    Αν ήμουν π.χ. Μακεδόνας ή Μυτιληνιός, μπορεί να μου ‘ρχόταν αλλιώς.

  60. SearchPeloponnese said

    56.
    «Προσοχή με τα πολλά ν, η υπεροξυγόνωση έχει πνίξει κόσμο.»

    Νομίζω ότι το σχόλιο είναι αγενές. Αν σε χαλάει η προφορά μου, δεν μπορώ να κάνω τίποτα…

  61. 60# Καμία τέτοια πρόθεση, είχα στο νου μου τον υπεραερισμό που κάνουν οι ψαροντουφεκάδες, και που μπορεί να γίνει θανάσιμα επικίνδυνος.

  62. Georgios Bartzoudis said

    13, sarant said: « 11 Δηλαδή στη δεκαετία του 1950 κανείς δεν φλερτάρισε»

    #Ποιος είπε τέτοι πράγμα;; Όλοι, και οι αστοί και οι εργάτες και οι αγρότες, και φλέρταραν, και ερωτεύονταν κλπ, κλπ, ΑΦΟΥ βεβαίως κατόρθωναν και επιβίωναν!

  63. sarant said

    47-50 Δεν είναι μόνο θέμα επιθέτου/ουσιαστικού αλλά και αρχικού γράμματος της επόμενης λέξης.

    Δεν λέμε «έναν καφέ» (αν και νομίζω πως λέω ένα γκαφέ), αλλά λέμε «έναν άνθρωπο», τουλάχιστον εγώ.

    58 Φοράω μεγαλύτερο νούμερο 🙂

  64. # 57

    Στην εποχή μας ο Μανωλάς μαρκάρει φωνάζοντας «μπου» !!

  65. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  66. Πουλ-πουλ said

    Αυτή η πλάκα με την οξυγόνοση του «ν» ωραία είναι, αλλά μπάστα, το πολύ το Κύριε ελέησον…Στο κάτω κάτω, όποιος δεν γουστάρει ας μην γράφει (προφέρει) το ευφωνικό ν, λογαριασμός δικός του. Αλλά σιγά-σιγά ν’ αποκτούμε και νιοστή αστυνομία, παραπάει.

  67. SearchPeloponnese said

    Μια διευκρίνιση, παρακαλώ: «έναν καφέ» δεν είναι η γραφή της προφοράς «ένα γκαφέ» ή «έναν γκαφέ» (ή «ένα ngafe»); Δεν ταυτίζονται όλα αυτά;

    Προφορές όπως «tin Korinθo» προφανώς είναι αφύσικες.

  68. ΓΤ said

    Με εντολή Ιβάν Σαββίδη, οι Έλληνες που επιστρέφουν από την Ουκρανία θα φιλοξενηθούν στα 407 δωμάτια του «Σιθωνία Πόρτο Καρράς».

  69. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    68 Απροπο, προχτές πέθανε ο Κώστας Καρράς της ΕΛΛΕΤ

  70. sarant said

    67 Δεκτό.

  71. Κιγκέρι said

    έναν καφέ / ένα γκαφέ:

    Κάποτε που έτυχε να συνυπάρχουν στην παρέα μας μια Κέλλυ και μια Γκέλη, έπρεπε να μιλάμε σαν τον Χατζηνικολάου για να καταλαβαινόμαστε!

  72. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    66. Να θυμηθούμε όμως ότι αυτός που τα σέρβιρε αυτά τα οξυγονωτικά ήταν ένας εκπαιδευτικός (δάσκαλος) που διετέλεσε και Εκπαιδευτικός Σύμβουλος σε σχολική περιφέρει του εξωτερικού.
    https://www.ipaidia.gr/endiaferouses-eidiseis/ti-prokalei-ston-egkefalo-i-ekfora-tou-n-to-gramma-n-kai-oi-egkefalikoi-kradasmoi-ton-ellademporon/

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για την ιστορία: Στην Κρήτη λέγεται και «ένα γκαβέ»
    Γκαβεδοκούτι, έλεγε η γιαγιά το καφεκούτι 🙂

    (Γενή Γκαβέ -ένα μας χωριό στο Ρέθεμνο)

  74. # 68

    Μπα, πως και δεν έγραψες ο ρώσος ολιγάρχης και τα λοιπά κομητικά ;

  75. Πουλ-πουλ said

    72. Δεκτόν, αλλά, πέρα από καλαμπούρια, γιατί πρέπει να λεηλατεί το χρόνο μας αυτός ο κύριος, στα σοβαρά;

  76. SearchPeloponnese said

    72,75.
    Επειδή κάποιος είπε ένα σωρό παπαριές για το «ν», αυτό σημάινει ότι πρέπει να φοβόμαστε να το προφέρουμε;;; Για όνομα του θεού!

  77. SearchPeloponnese said

    Του θεού της γραμματικής, εννοείται…

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Για να την αφήσει να έρθει στην Αθήνα να σπουδάσει είχε δώσει αληθινές μάχες. Μέχρι και σε απεργία πείνας έφτασε.
    130 χρόνια μετά τη Σπετσιώτισσα Ελένη Μπούκουρη-Αλνταμούρα, χρειαζόταν ακόμη να φτάσει μια κοπέλα σε τέτοιες ακραίες καταστάσεις για να κερδίσει τη δυνατότητα να ρθει στην πρωτεύουσα και να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών.

    Από περιέργεια έψαξα από πότε δέχονταν γυναίκες στη ΑΣΚΤ
    «…Το 1894 το Πολυτεχνείο καλείται να αντιμετωπίσει άμεσα το ζήτημα της φοίτησης των γυναικών. Τότε θα συσταθεί «Τμήμα Γραφικής και Πλαστικής διά νεανίδας». Το Τμήμα θα καταργηθεί το 1901, οπότε και θα επιτραπεί η μεικτή φοίτηση. Το σημαντικό βήμα για τη συγκρότηση μιας αμιγούς Σχολής Καλών Τεχνών θα πραγματοποιηθεί μετά το στρατιωτικό κίνημα του 1909. Με νομοσχέδιο του Φεβρουαρίου 1910, το καλλιτεχνικό τμήμα θα αποχωρισθεί διοικητικά από το τμήμα των Βιομηχάνων Τεχνών, θα γίνει δηλαδή αυτοδιοικούμενο, και θα υπαχθεί στο Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. …»
    http://www.asfa.gr/idrima/istoria

    Η Σοφία Λασκαρίδου ήταν η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου Αθηνών το 1903, ύστερα από βασιλικό διάταγμα, μετά από δική της δυναμική παρέμβαση προς τον βασιλιά Γεώργιο τον Α΄, υπέρ της εισδοχής γυναικών στη Σχολή.
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A3%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1_%CE%9B%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85

  79. Costas Papathanasiou said

    53: …και το ντουλάπι, κλείνοντας
    εμένα το ζουλάπι,
    το “νου” απόξω αφήνοντας
    με χάζεψε απ’ αγάπη…
    (Σεμνό και σεπτό το βαρύ χρέος της επιμέλειας να επισημαίνει το α-μελές και όχι να εμμένει οκνή επί του μελιού)
    60 Γειά σου Έφη μέλισσα!

  80. Costas Papathanasiou said

    Αμελής κι εγώ: Αντι 60, 78

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    80. 🙂
    Κι εγώ χωρίς νου, έβαλα «νου» στην Αλταμούρα. Με εεεκδικήηθηκε! 🙂

  82. venios said

    ΕΦΗ – ΕΦΗ = 0 = x – x για κάθε x:

  83. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα!
    82:Άψογη, διαχρονική διατύπωση τόσο από μαθηματική όσο και από λογοτεχνική (π.χ. κατά Καίσλερ) άποψη: “η Ιστορία εξαφανίζει ό,τι εμποδίζει την ροή και την εξέλιξή της, θεωρεί τον κάθε άνθρωπο έναν απλό αριθμό και προχωρώντας πέρα και πάνω από κάθε ηθική αναστολή συντρίβει όσους προτάσσουν διαφορετικές απόψεις” (βλ .https://www.toperiodiko.gr/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%B7%CE%B4%CE%AD%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%AC%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%BF-%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%BF%CF%85%CF%81-%CE%BA%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%BB%CE%B5%CF%81/#.YiBUw7hHP-g )

  84. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    73 Το Γενή Γκαβέ με το ωραίο γουρουνόπουλο έχει να κάνει με τον καφέ; Αλήθεια;

  85. 73, 84β Ήτανε χάνι νομίζω, είναι στον παλιό δρόμο για Ρέθυμνο.

  86. loukretia50 said

    Καλημέρα!
    Με τη συνήθη χρονοκαθυστέρηση!
    ==============================

    Αν δεν αρέσει σας το «Νι» που χάσμα γεφυρώνει
    κάθε τραγούδι της καρδιάς πολύ θα σας αγχώνει!

    Παράφωνα δεν αντηχούν τα λόγια που αγγίζουν.
    Μιαν άλλη νότα μαγική μελωδικά σκορπίζουν

    Κι όταν το βλέμμα των παιδιών μιαν αγκαλιά προσμένει
    Κανόνες δεν ακολουθεί φωνή αγαπημένη
    ΛΟΥ
    Παιδιά αγέλαστης γενιάς, ψυχροί αρνησιΝίτες
    Δασκάλες είχαν αυστηρές, ου μη και ψηλομύτες!

  87. loukretia50 said

    57. The knights who say «ni»

    Ιππότες λάβροι κάνουν «Νιιι» στη Βία Ντολορόσα
    να μη μπορεί να ακουστεί καμία άλλη γλώσσα
    και προκαλούν καταστροφή και πάθη άλλα τόσα.

    Επαίρονται για το σκοπό – καθότι ευγενείς!
    Χρυσό είναι το κύπελλο , ανάγκη προφανής.
    Η βία είν΄αποδεκτή, δεν αντιδρά κανείς
    ΛΟΥ
    Δικαίως επιβάλλουνε την τάξιν – οιονεί!
    Κανείς δεν αντιστέκεται στη δύναμη του «Νιιι»

  88. loukretia50 said

    26. Χχτήνος, για τις μεσόκοπες δε σου τα είπαν καλά!

    – «Πώς πάει με το χάπι μέρας μετά?»
    – Ηa! still happy!

  89. Ιππότες λάβροι κάνουν «μη!!» στο πάθος που ανάβει
    γιατί ειν’ από παλιά γνωστό, το νι σέρνει καράβι.

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Γεια Λου!

    Εχάθη πρωινό μου σχόλιο:
    84: Καινούργιο καφενείο σημαίνει, λέει, το Γενί (με γιώτα τελικά) Γκαβέ . Σέρνεται το νέτι κ δε μπορώ να βάλω παραπομπή από το βιβλίο του Βασ. Ορφανού » Τούρκικες λέξεις στα ελληνικά της Κρήτης»

    82. Άλλοι (με) λένε στο τετράγωνο, σεις (με) εκμηδενίσατε, μπορεί δίκαια αφού δεν κατάλαβα το αστείο. Εντούτοις γέλασα πολύ γι΄άλλο λόγο, πού να ξέρατε τί λέγαμε Βένιο σπίτι μας!
    Αν υποψιαστώ,δε κι ότι σας λένε Βενιανάκη, τα πετάνωω! 🙂

  91. loukretia50 said

    89-90 Γειά σας !

    Καράβι όμως που αργεί, αγκυροβολημένο,
    σ΄ατέλειωτη αναμονή είν’ καταδικασμένο!

  92. Costas Papathanasiou said

    90β: Ποτέ μην πάει ο νούς μας πρώτα στο κακό,ιδίως σε τόπο όπου οι καλοί προεξάρχουν: Το μαθηματικό(μη μεταφυσικό) 0 δεν είναι μηδενιστικό εν προκειμένω, αλλά φιλοφρονητικότατο, ον/ΟΝ ως η αρχή μετρήσεως μέχρι το άπειρο κι ακόμα παραπέρα.
    Διότι, και στον μικρόκοσμο αυτού του ιστολογίου, είναι συχνή η χρήση του 0 ωςη αριθμητική παραπομπή στο άρθρο, δηλαδή στον Νικοκύρη (του οποίου τον κόπο ακολουθούν το υπ’ αρ. 1 και λοιπά μας σχόλια): Όθεν συνάγεται ασφαλώς (εν είδει σπόντας και για εμάς τους πιο τεμπέληδες) το κομπλιμάν πως (ΕΦη)=(ΕΦάμιλλΗ εδώ Νικοκυριό), ομότιμή του ως προς Εργατικότητα μα και ΦΙλοξενία.

  93. Costas Papathanasiou said

    92: ..μιλάμε για πολύ τεμπέλχανάς:έφαγα και ένα «στο» πριν το «εδώ Νικοκυριό»(όπως λέμε: Πολυτεχνείο)-Καλή μου χώνεψη!

  94. sarant said

    86-87 Νυμανείς, νυλάγνοι και νυφοβικοί. Χαίρε Λου!

  95. loukretia50 said

    92. Υποπτεύομαι ότι θεωρείτε το εδώ Νοικοκυριό
    E-Family!

  96. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    90β,92
    Δυο e-ρακές λοιπόν! 🙂

    94 και …νυχιλιστές 🙂

  97. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Ωραία περιγραφή της συμπεριφοράς και των συναισθημάτων ενος πολυ συντηρητικού φιλόλογου (της ΕΔΑ;) που ερωτεύεται μια πολύ ελεύθερη ζωγράφο . Παραπέμπτει στην κινημ. τανια Στέλλα, μόνο που ο Δήμος δεν είναι λουμπεν όπως ο…. Μίλτος.

  98. loukretia50 said

    97. Νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο που ο ήρωας δεν είναι συντηρητικός «με τη βούλα»!
    Τότε η συμπεριφορά του θα ήταν αναμενόμενη σε μεγάλο βαθμό.
    Αντίθετα , ακριβώς επειδή είναι προοδευτικός , είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες οι αντιδράσεις του και στην περιγραφή τους διακρίνω μια αμεσότητα και μια ειλικρίνεια που με συγκινεί.
    Γιατί συμβαίνει πολύ πιο συχνά απ΄όσο φαντάζεστε, εφόσον πολλοί εν δυνάμει επαναστάτες προέρχονται από οικογένειες με ακλόνητες θρησκευτικές, πολιτικές και ηθικές πεποιθήσεις.

    Άλλωστε μια ανεξάρτητη και δυναμική κοπέλα όπως η Έσμπα , δύσκολα θα κοίταζε έναν τύπο βαθύτατα συντηρητικό, και αν ναι, δε θα έμενε μαζί του αν δεν είχαν μια κοινή στάση ζωής , έστω σε βασικά θέματα.
    Προσωπική μου άποψη φυσικά, όλα γίνονται!

    Περιμένω ανυπόμονα τη συνέχεια.

  99. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    98.Δεν συμφωνω οτι ο Δημος δεν ταν υντηρητικος.. Σ΄αυτοσυνηγορουν η εποχη, ο τοπος, η ψυχοσυνθεση του ηρωα και το οικογενειακο περιβαλλον.
    Θα περιμενουμε την συνεχεια….

  100. loukretia50 said

    99. Χρόνια και ζαμάνια!
    Μα και βέβαια είναι συντηρητικός, η έμφαση ήταν στο «με τη βούλα» – δηλωμένος προοδευτικός, σαν απάντηση στην απορία που κλείστηκε στην παρένθεση.
    Και δε διαφωνούμε!

    ΥΓ. Προβληματίστηκα αν θέλει ή όχι εισαγωγικά, έχω ξεχάσει κι αυτά που ήξερα με τόσα που διαβάζω για τη χρήση τους,

  101. loukretia50 said

    100- διόρθωση :
    Εννοούσα : «δεξιός, αντί για δηλωμένος προοδευτικός».
    Είπαμε, γράφω πιο γρήγορα απ΄ όσο σκέφτομαι!

  102. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    100. Οντως, χάρηκα.!
    ο Δημος ηταν συντηρητικος.και σχολαστικος, όπως καταλαβα από τα γραφόνενα εως εδω.
    Σ΄αυτο συνηγορουν η εποχη, ο τοπος, η ψυχοσυνθεση του ηρωα και το οικογενειακο περιβαλλον.

    Δεν προβλεπω να προχωρησει η σχεση του με την ελεύθερη αυτη ζωγραφο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: