Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το θολό νερό (διήγημα του Γιώργου Βραζιτούλη)

Posted by sarant στο 10 Απριλίου, 2022


Θα δημοσιεύσω σήμερα στο ιστολόγιο ένα ανέκδοτο διήγημα που μου έστειλε τις προάλλες ο φίλος Γιώργος Βραζιτούλης, που παρακολουθεί το ιστολόγιό μας αν και δεν σχολιάζει.

Ο Βραζιτούλης γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1961, έχει σπουδάσει τοπογράφος στη Θεσσαλονίκη και από τη δεκαετία του 80 ζει στη Γερμανία, τώρα στο Βερολίνο. Αρθρογραφεί τακτικά τόσο για θέματα ιστορίας και τοπικής ιστορίας όσο και για επιστημονικά θέματα, ενώ το 2019 εξέδωσε το βιβλίο Προδότρες λέξεις, για το έργο του Δημήτρη Νόλλα, που μου το έχει στείλει και είναι πολύ ενδιαφέρον. Τις δημοσιεύσεις του μπορείτε να τις βρείτε ονλάιν, σε ειδική σελίδα του.

Το διήγημα θίγει μια όχι πολύ γνωστή πτυχή της ιστορίας, τη μεταχείριση που είχαν από το ελληνικό κράτος οι «ρουμανίζοντες» Βλάχοι όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1940. Ο Βραζιτούλης έχει ασχοληθεί και ιστοριογραφικά με το θέμα αυτό -δείτε εδώ ένα άρθρο του. Όπως λέει, παρόμοια μέτρα πήραν και άλλα κράτη (η Γαλλία με τους γερμανόφωνους της Αλσατίας και Λωραίνης, οι ΗΠΑ με τους ιαπωνικής καταγωγής Αμερικανούς) αλλά στην Ελλάδα ίσως υπάρχει δυσαναλογία των μέτρων προς τους κινδύνους.

Στο διήγημα υπάρχουν και μερικές βλάχικες λέξεις, που τις εξηγεί στο τέλος ο συγγραφέας. Υπάρχει επίσης και η λέξη «οβορός», που είναι η περιφραγμένη αυλή του αγροτόσπιτου (η λέξη έχει και άλλες σημασίες), από το σλαβ. obor = στάβλος.

Χωρίς άλλα εισαγωγικά, παρουσιάζω το διήγημα. Στο τέλος κάνω ένα επιλογικό σχόλιο.

Το θολό νερό

Οι μετεωρολόγοι έλεγαν πως ήταν οι εντονότερες βροχοπτώσεις των τελευταίων σαράντα χρόνων στην περιφέρεια του Ζάουερλαντ της Βεστφαλίας, οι οποίες είχαν κάνει μέσα σε λίγες ώρες  τα ποτάμια και τους χείμαρρους  να φουσκώσουν και να προξενήσουν ανυπολόγιστες ζημιές σε σπίτια και περιουσίες των γύρω περιοχών. Η μικρή κωμόπολη του Πλέτενμπεργκ βρίσκονταν σε κατάσταση συναγερμού, παντού σειρήνες από βιαστικά αυτοκίνητα της αστυνομίας και βαριά φορτηγά της υπηρεσίας καταστροφών, που έτρεχαν να σώσουν ό,τι μπορούσε ακόμα να σωθεί από τη μανία των ορμητικών νερών. Η αναστάτωση στο σπίτι του Γιάννη Μπέσιου ήταν εκείνη τη μέρα ακόμα μεγαλύτερη, από τη στιγμή που τού τηλεφώνησαν νωρίς το πρωί από το γηροκομείο, όπου διέμενε η άρρωστη, με βαριάς μορφής άνοια, μητέρα του, η Βάγγιω, για να του πουν, ότι από τα χαράματα είχε εξαφανιστεί και δεν την εύρισκαν πουθενά. Η είδηση τού στοίχισε ένα σχεδόν πακέτο τσιγάρα μαζί με ένα αφόρητο πλάκωμα από τύψεις,  επειδή εκείνος ήταν που είχε πείσει τη μάνα του με βαριά, ομολογουμένως, καρδιά, έναν μόλις χρόνο αφότου τού την είχαν στείλει από την Ελλάδα, λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα, πως θα ήταν καλύτερο για όλους να διαμένει στο εξής στο Αλτενχάιμ, όπου θα είχε άριστη φροντίδα.

Αφού πέρασε αρκετές ώρες διανύοντας αμέτρητα πήγαινε-έλα μεταξύ σαλονιού και κουζίνας σαν λύκος κλεισμένος σε κλουβί, ένιωσε τελικά να λυτρώνεται, όταν χτύπησε το κουδούνι και ανοίγοντας την εξώπορτα είδε μπροστά του δυο νεαρούς αστυνομικούς που κρατούσαν από τα μπράτσα τη μάνα του. Η κατάστασή της ήταν αξιολύπητη. Tα άσπρα της μαλλιά της ανακατεμένα, ενώ κάτω από μια ακριλική κουβέρτα, με την οποία την είχαν τυλίξει για να μην κρυώνει, φορούσε μονάχα το βρεγμένο νυχτικό της και παντόφλες. «Τη βρήκαμε στο πάρκο» τού είπε ο ένας από τους αστυνομικούς. «Είχε περάσει  τα απαγορευτικά κιγκλιδώματα που έχουμε βάλει λόγω των πλημμυρών στην περιοχή, στέκονταν στη μέση της σιδερένιας πεζογέφυρας πάνω απ’ το ποτάμι και μονολογούσε. Είχαμε δυσκολίες να συνεννοηθούμε μαζί της. Ο γιατρός του ασθενοφόρου που καλέσαμε, την εξέτασε επιτόπου, δεν της βρήκε κάτι παθολογικό και μας συνέστησε να τη φέρουμε καλύτερα πρώτα σε εσάς.»

Ο Γιάννης ευχαρίστησε τα όργανα της τάξεως, έκλεισε με ένα «αουφβίντερζεν» την εξώπορτα και οδήγησε τη μάνα του στο δωμάτιο που τη φιλοξενούσε και τον πρώτο καιρό. Της άλλαξε τα βρεγμένα ρούχα  χωρίς να μπορέσει να αποφύγει την αποκρουστική εικόνα του σκελεθρωμένου και καταζαρωμένου κορμιού της  που κουβαλούσε σχεδόν έναν αιώνα ζωής πάνω του, την έντυσε με μια καθαρή ρόμπα που βρήκε στη ντουλάπα, και τη σκέπασε στο κρεβάτι με ένα χοντρό πάπλωμα. Της χάιδεψε για λίγο τρυφερά το μάγουλο, ενώ εκείνη τον κοίταζε όλη την ώρα με ένα βλέμμα απλανές, σαν να ζούσε κάπου αλλού. Όταν πήγε να βγει απ’ το δωμάτιο την άκουσε να ψελλίζει «Λου βουτουμάρε… Λου βουτουμάρε…»* και τότε συνειδητοποίησε, ότι εδώ και μήνες, μετά την τελευταία επιδείνωση της ασθένειάς της, η μάνα είχε σταματήσει πλέον να μιλάει ελληνικά, λες και κάποιος είχε πατήσει  ένα κουμπί και έσβησε το αντίστοιχο γλωσσικό κέντρο στον εγκέφαλό της.

Μετά από λίγη ώρα ήχησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη της σύνδεσης ήταν ο θείος ο Βίκτωρας από την Ελλάδα, που είχε ανησυχήσει πληροφορούμενος τα ανησυχητικά μαντάτα για την αδελφή του. Ο Γιάννης τον καθησύχασε αναφέροντάς του το αίσιο, ευτυχώς, τέλος της απρόοπτης ιστορίας, αντάλλαξαν μερικές κουβέντες περί υγείας και γηρατειών, για να ακούσει στη συνέχεια τον θείο του να του να λέει με έναν βαρύ αναστεναγμό «Τι τα θες; Τούτη η γης που την πατούμε… Ω, λάϊα Βάγγιω…**»

* * * * *

Η Βάγγιω ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Γιάννη Ρούσα και της γυναίκας του Μαρίτσας. Η φύση την είχε προικίσει με ένα περήφανο  παράστημα, πυκνά σγουρά καστανόξανθα μαλλιά, που τα έπλεκε σε δύο χοντρές μακριές κοτσίδες στο πλάι, χοντρά γυριστά ματοτσίνορα και φωτεινά καταγάλανα μάτια. Παρά τις δυσκολίες της εποχής είχε καταφέρει να βγάλει το δημοτικό σχολείο και μάλιστα για δύο τάξεις είχε κάνει και στο ρουμανικό, που λειτουργούσε παράλληλα εδώ και πολλά χρόνια στο χωριό της. Για περισσότερα γράμματα δεν προορίζονταν η Βάγγιω, αφού από μικρή έπρεπε να βοηθάει, όπως και όλα τα άλλα κορίτσια, στις δουλειές του σπιτιού, στη φροντίδα των ζώων και σε οτιδήποτε άλλο απαιτούσε η σκληρή βουνίσια ζωή.

Θα πρέπει να είχε κλείσει τα δεκαέξι της, όταν ο πόλεμος που έκανε άνω κάτω ολόκληρη την ανθρωπότητα, έφτασε και στα δικά της τα μέρη. Το χωριό της, που ήταν χωμένο κι απομονωμένο μέσα στις χαράδρες της Πίνδου, είχε εκείνη την εποχή πεντακόσιες περίπου ψυχές, Βλάχους ορεσίβιους, υλοτόμους κυρίως και κυρατζήδες. Ζούσαν στους δυο μαχαλάδες που χώριζε στη μέση ένα ποτάμι και ένωνε ένα παλιό τοξωτό πέτρινο γεφύρι. Το ποτάμι ήταν πηγή ζωής και ενέργειας για τους κατοίκους και για όλη την γύρω περιοχή, όμως μερικές φορές, όταν δηλαδή τύχαινε να βρέχει για μέρες ασταμάτητα ή έλιωναν την άνοιξη τα χιόνια στα γύρω βουνά, μεταμορφώνονταν σε ένα ορμητικό θηρίο, που με ένα τρομακτικό βουητό σάρωνε τα πάντα στο κατέβασμά του.

Μια τέτοια μέρα ήταν, στα τέλη περίπου του Νοέμβρη, τη χρονιά που οι Ιταλοί του Μουσολίνι επιχείρησαν να ατιμάσουν τη χώρα, όταν η μητέρα της Βάγγιως, ταραγμένη, την ξύπνησε μέσα στα άγρια χαράματα και της έδωσε την εντολή, να πάρει ένα μικρό δισάκι με τρόφιμα – δύο κομμάτια μπομπότα, ένα κρεμμύδι κι ένα αγριόμηλο – και να το αφήσει στον αχυρώνα του Λαλα-Τούσιου, στον πέρα μαχαλά, μετά το τελευταίο σπίτι, στο ανηφορικό μονοπάτι που πήγαινε προς τα Γιάννενα. Θα πήγαινε, θα το άφηνε μπροστά στη πόρτα και θα γύριζε αμέσως, δίχως να πει κουβέντα σε όποιον τυχόν συναντούσε στο δρόμο. Πριν καλά-καλά η ίδια ρωτήσει γιατί και πώς, η μάνα της έσκυψε και της είπε χαμηλόφωνα: «Είναι για τον Ζάρο». Στο άκουσμα του ονόματος η Βάγγιω ταράχτηκε και το πρόσωπό της φωτίστηκε για μια στιγμή. Ένα παράξενο μυρμήγκιασμα άρχισε να ανεβαίνει μέσα της, από την κοιλιά μέχρι το στήθος, που στη συνέχεια ήρθε να επικαλυφθεί από ένα ανάμεικτο συναίσθημα φόβου και έλξης μαζί, για κάτι απαγορευμένο και επικίνδυνο.

Ο φόβος οφείλονταν κυρίως στους δυο χωροφύλακες, που ήταν εδώ και χρόνια εγκατεστημένοι στο χωριό, δύο τύποι πολύ ζόρικοι και αυστηροί, που δεν σήκωναν πολλά, είτε είχαν να κάνουν με μικρούς είτε με μεγάλους σε ηλικία παραβάτες, ειδικά εκείνες τις πρώτες μέρες του πολέμου. Αυτούς τούς έτρεμε από μικρή η Βάγγιω, τους άκουγε που μίλαγαν πάντα απότομα στους χωριανούς ή τους έβλεπε που έκαναν και έλεγαν συχνά ασχήμιες, όταν μεθούσαν σε διάφορα γλέντια. Ο ένας μάλιστα, ο ενωμοτάρχης, ένας μελαχρινός ψηλόσωμος κρητικός με στριφτό μουστάκι, είχε εκδηλώσει αρκετές φορές με πονηρές ματιές ή διάφορα πειράγματα, τις απόκρυφες επιθυμίες του για την τρυφερή Βάγγιω.

Είχαν περάσει περίπου δυο βδομάδες μετά από τη σκληρή μάχη του ελληνικού στρατού με τους Ιταλούς, που είχαν φτάσει κατά την εισβολή τους στη χώρα μέχρι έξω απ’ το χωριό, όταν οι δυο χωροφύλακες, μαζί με ένα μικρό απόσπασμα δικών τους, που είχε καταφτάσει από τα Γιάννενα, συγκέντρωσαν στο μεσοχώρι όλους όσους είχαν καταγεγραμμένους στα κατάστιχά τους ως «ρουμανίζοντες». Απλοί άνθρωποι του ίδιου μόχθου και της ίδιας φτώχειας με τους υπόλοιπους χωριανούς ήταν και αυτοί, εκτός από δυο-τρία άτομα που είχαν απευθείας σχέσεις με το ρουμάνικο προξενείο και διαχειρίζονταν το χρήμα που προορίζονταν για μισθούς των δασκάλων και τη λειτουργία του ρουμάνικου σχολείου. Είτε από ανάγκη είτε από οικογενειακή παράδοση, είχαν βρεθεί οι περισσότεροι μπλεγμένοι εκείνη την εποχή, κυρίως μέσω της επιλογής των σχολείων, με τη ρουμάνικη πλευρά (ή την «προπαγάνδα», όπως την αποκαλούσε η άλλη παράταξη). Εκείνη τη μέρα συνελήφθησαν μαζί με άλλους, όπως έμαθαν αργότερα, από άλλα βλαχοχώρια, ως άτομα «αμφιβόλου ή μειωμένου εθνικού φρονήματος» και πιθανοί συνεργάτες του εχθρού, κι ας είχαν αρκετοί απ’ αυτούς ακόμη πάνω τους το μπαρούτι από το Εσκι Σεχίρ και την εκστρατεία στον Σαγγάριο.

Η μέρα αυτή χαράχτηκε βαθιά μέσα στη μνήμη της Βάγγιως όπως και ολόκληρης της κοινότητας. Είκοσι τέσσερις άνδρες και τρεις γυναίκες βρίσκονταν συγκεντρωμένοι κάτω από τον μεγάλο πλάτανο στο μεσοχώρι, με τους οπλισμένους χωροφύλακες σε πολυγωνική διάταξη γύρω τους. Οι περισσότεροι κοιτάζονταν σαστισμένοι ή συζητούσαν χαμηλόφωνα μεταξύ τους, ενώ κάποιοι είχαν αρχίσει τα παρακάλια προς τους φρουρούς τους για να τους αφήσουν να φύγουν. Πιο πίσω οι γυναίκες με τα μικρά παιδιά κοντά τους στέκονταν βουβές και χλωμές, ενώ άλλες έκλαιγαν, αφού δεν μπορούσαν να φανταστούν, πώς θα έβγαζαν τον χειμώνα χωρίς τον άντρα στο σπίτι, χωρίς εισοδήματα από δουλειά, χωρίς αποθέματα από σιτάρι και καλαμπόκι, μια και όλα είχαν ήδη επιταχτεί για τις ανάγκες του ελληνικού στρατού. Πού θα τους πήγαιναν; Για πόσο χρόνο; Θα τους σκότωναν μήπως; Αλλά το χειρότερο απ’ όλα, πώς θα άντεχαν το στίγμα του προδότη του Έθνους που θα βάραινε τις οικογένειές τους εκείνες τις φορτισμένες μέρες του πολέμου; Θα μπορούσε να βρίσκεται και ο πατέρας της Βάγγιως ανάμεσα στους συλληφθέντες, αν δεν ήταν ήδη από την έναρξη του πολέμου επιστρατευμένος ως ημιονηγός, αφού ήταν κι ο ίδιος σταμπαρισμένος στις Αρχές, έχοντας έναν μεγαλύτερο αδερφό σπουδαγμένο και εγκατεστημένο χρόνια στη Ρουμανία, για χάρη του οποίου είχε στείλει και την Βάγγιω, έστω για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, στο ρουμανικό σχολείο.

Λίγο πιο πέρα, προς τη μεριά του καφενείου κάθονταν μερικοί χωριανοί που δεν είχαν τέτοιου είδους μπλεξίματα και χάζευαν με περιέργεια το όλο σκηνικό. «Καλά τους κάνουν! Να γλυτώσουμε από αυτή τη γάγγραινα τόσα χρόνια τώρα. Τι Ρουμανίες και κολοκύθια. Άσε που οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν τα καλύτερα χωράφια. Μωρέ να τους στείλουν στον αγύριστο», είπε κάποιος και το μυαλό του στριφογύριζε κυρίως στα χωράφια, που είχε αναφέρει προηγουμένως. Έλεγαν διάφορες τέτοιες κουβέντες κι ας μιλούσαν ακόμα και για δικούς τους συγγενείς ανάμεσα στους συλληφθέντες ή για συγχωριανούς τέλος πάντων, που τους ένωνε η κοινή καταγωγή και προπάντων η κοινή τους μοίρα.

Γιατί έτσι ήταν η κοινότητα. Μια ευλογία και μια κατάρα μαζί. Ευλογία για τον όμορφο τόπο, για όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα γύρω τους, τα φτιαγμένα από τα δικά τους τα χέρια, τα αρχοντόσπιτα, τα καλντερίμια, τις βρύσες, τα νεροπρίονα, όπως και τους προστάτες Αγίους τους, το σύστημα αξιών και τα σύμβολά τους, και τους ιερούς τόπους τους. Ένας ολόκληρος πολιτισμός που τους ένωνε όλους, και που με κάθε ευκαιρία το διατράνωναν προς τα έξω, πιασμένοι όλοι μαζί από τα χέρια σε τεράστιους κυκλωτικούς χορούς, σε ρυθμούς μιας αρχέγονης τελετουργίας. Από την άλλη, η κατάρα του φθόνου και του διχασμού, οι συγκρούσεις των διαφόρων εγωισμών, ανάμεσα στα «κριάρια του κοπαδιού», που δημιουργούσαν και τα αντίστοιχα στρατόπεδα. Φαίνεται πως χρειάζονταν λοιπόν η κοινότητα τον πόνο, ακόμη και το αίμα της, σαν μια επιπλέον συγκολλητική ουσία, για το στέριωμα της ενότητάς της,  την αναβάπτισή της και αναγέννησή της στο πέρασμα των αιώνων. Κι αν δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή οι ρουμανίζοντες ίσως να είχε επινοηθεί κάποια άλλη ομάδα για να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, γεγονός που επαληθεύτηκε  λίγα χρόνια αργότερα στην αιματοχυσία του Εμφυλίου.

Λίγο πριν αναχωρήσει το μπουλούκι με τους κρατούμενους και τους χωροφύλακες συνοδούς τους πεζή για τα Γιάννενα, με απώτερο προορισμό, όπως τους είπαν, κάποιο στρατόπεδο στην Κόρινθο, ο επικεφαλής του αποσπάσματος, κρατώντας έναν κατάλογο ονομάτων φώναξε δυνατά το όνομα κάποιου, που, όπως φαίνονταν, είχε διαφύγει της σύλληψης. «Στέργιος Ζάρος! Πού είναι ο μπάσταρδος; Να μη μας ξεφύγει! Να συλληφθεί και αυτός! Οπωσδήποτε!»

Ο Στέργιος Ζάρος, ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση μεταξύ των μελών της μικρής ορεινής κοινότητας. Σπουδαγμένος στο Βουκουρέστι και πολυταξιδεμένος σε Αμερικές και Παρίσια, είχε επιστρέψει πριν μερικά χρόνια στο χωριό, αφού είχε κλείσει πλέον τον κύκλο των πνευματικών και επαγγελματικών αναζητήσεών του. Ξεχώριζε από όλους, όχι μόνο για το ευρωπαϊκό του ντύσιμο και τις παράξενες καθημερινές του συνήθειες αλλά, κυρίως, για τις καινούργιες ιδέες που κουβαλούσε μαζί του, αναστατώνοντας συχνά τη συντηρητική τοπική κοινωνία, τόσο της πλειοψηφούσας «ελληνόφρονης», όσο και της άλλης παράταξης. Καταρχάς είχε φέρει απ’ έξω διάφορες μικρές καινοτομίες που είχαν όμως ωφελήσει πολύ τους συγχωριανούς του. Έπεισε, για παράδειγμα, μετά από μεγάλη προσπάθεια πολλούς να αποκτήσουν και να διατηρούν αγελάδες – άγνωστο ζώο στο χωριό μέχρι τότε – αντί για αιγοπρόβατα, κι έτσι πολλά παιδιά χόρτασαν γάλα και οικογένειες γλίτωσαν από την πείνα σε καιρούς χαλεπούς. Εκπαίδευσε επίσης πολλούς συγχωριανούς του στο μπόλιασμα των δένδρων, με αποτέλεσμα να απολαμβάνουν κάθε χρόνο μήλα, κεράσια και ότι άλλο ωφέλιμο καρπό μπορεί να παράγει η μητέρα Φύση. Σε άλλους τομείς πάλι οι ιδέες του δεν εύρισκαν ανταπόκριση, όταν για παράδειγμα προσπαθούσε να τους εξηγήσει, ότι είναι προς το συμφέρον τους να ιδρύσουν έναν συνεταιρισμό για την εκμετάλλευση του δάσους και την εμπόρευση της ξυλείας τους, αντί να αγκομαχεί ο καθένας μονάχος του, να μοιράζονται το κόστος και τη σωματική εργασία και να μην βρίσκονται τελικά στο έλεος των ορέξεων τού κάθε αμείλικτου ξυλέμπορου από τα Γιάννενα ή την Κοζάνη. Αυτά τα πράγματα δεν τα πολυκαταλάβαιναν οι ταπεινοί υλοτόμοι, μερικοί μάλιστα τα θεωρούσαν κομμουνιστικά.

Η «ρουμάνικη παράταξη» επίσης πολλές φορές δεν τον καταλάβαινε και μάλιστα είχε έρθει σε ρήξη μαζί του, επειδή εκείνος, παρότι ήταν βλαστάρι του δικού της εκπαιδευτικού συστήματος και «φρονήματος», τούς τα είχε, κατά καιρούς, ψάλει, ότι δηλαδή ο ρόλος τους είναι επιβλαβής και οι προσπάθειές τους μάταιες, ότι όλα αυτά τα εκατομμύρια από το ρουμάνικο κράτος για σχολεία και εκκλησίες στις βλάχικες κοινότητες ήταν μια σκανδαλώδης σπατάλη χωρίς κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, όταν μάλιστα άλλες περιοχές στη Ρουμανία παρέμεναν πάμπτωχες και είχαν μεγαλύτερες ανάγκες, και ότι το μόνο που είχαν πετύχει ήταν ο ανούσιος και καταστρεπτικός διχασμός των βλάχικων κοινοτήτων και τίποτε άλλο.

Ο Στέργιος Ζάρος είχε περάσει τα τριάντα του αλλά λίγο το κομψό παρουσιαστικό του, λίγο η ευγένεια στους τρόπους και στα λόγια του, μαζί με τον  ευρωπαϊκό του «αέρα», τον έδειχναν αρκετά νεότερο. Δεν άργησε λοιπόν να συμβεί μια μέρα στη νεαρή Βάγγιω, όταν διασταυρώθηκαν τυχαία και κόλλησαν μεταξύ τους για λίγη ώρα τα βλέμματά τους στο προαύλιο της εκκλησίας, αυτό που συμβαίνει σε όλα τα κορίτσια που νιώθουν ότι έχουν αφήσει πλέον πίσω τους την αθωότητα των παιδικών τους χρόνων για να περιπλανηθούν στον άγνωστο κόσμο των βάσανων του έρωτα. Ο Ζάρος πέρασε και καρφώθηκε σαν βέλος βαθιά μέσα στη σκέψη της, κι έμεινε εκεί νύχτα και μέρα.

* * * * *

Η Βάγγιω έκλεισε με προσοχή την πόρτα του οβορού, για να μην την ακούσει κάποιος γείτονας, έσφιξε το δισάκι κάτω απ’ τη μασχάλη της και κατηφόρισε στο καλντερίμι που οδηγούσε στο γεφύρι. Προσπαθούσε να περπατάει όσο γίνεται πιο φυσιολογικά, ώστε να μην κινήσει τις υποψίες κάποιου που τυχόν θα την έβλεπε.  Περισσότερο όμως προσπαθούσε να ελέγξει το καρδιοχτύπι της, που το ένιωθε σαν μικρές σφυριές στο στέρνο της και σε ολόκληρο το κορμί. Θα ξημέρωνε σε λίγο και η μέρα προμηνύονταν καθαρή, χωρίς άλλη βροχή ή χιόνι. Πλησιάζοντας προς το ποτάμι άκουσε το ασυνήθιστα δυνατό βουητό του, έναν ασταμάτητο ήχο υπερφυσικό, σαν να έβγαινε από τα έγκατα ενός άλλου κόσμου. Όταν έφτασε στην άκρη της γέφυρας και κοίταξε προς τα νερά, έμεινε με το στόμα της ανοιχτό. Ποτέ άλλοτε δεν είχε ξαναδεί το ποτάμι τόσο φουσκωμένο. Ένας τεράστιος, ατελείωτος, καφετί αφρισμένος χυλός, που κουβαλούσε μαζί του κλωνάρια, θάμνους, ακόμη και ολόκληρα κούτσουρα. Το νερό χτυπούσε με λύσσα τις δυο βάσεις του γεφυριού, έτσι που θα νόμιζε κανείς, ότι ήταν θέμα χρόνου το γκρέμισμά του και το κομμάτιασμα του μεγαλοπρεπούς τόξου του.

Με γρήγορες δρασκελιές η Βάγγιω βρέθηκε στην κορυφή του γεφυριού και στάθηκε μια στιγμή για να κοιτάξει από ψηλά το φοβερό υγρό θέαμα κάτω από τα πόδια της. Και τότε διέκρινε ξαφνικά, μέσα σε όλα τα υλικά που κατέβαζε το ποτάμι, ένα μεγάλο ξεριζωμένο πεύκο, που μέσα στους στροβιλισμούς του νερού είχε πάρει μια όρθια θέση κι ερχόταν απειλητικά προς το μέρος της. Και αμέσως, μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, είδε  τρομαγμένη μπροστά της το τέλος τής σύντομης ζωής της, και το μόνο που πρόφτασε να κάνει με αστραπιαία ανακλαστικά, ήταν να καλύψει με τις παλάμες το πρόσωπό της και να γονατίσει σκυφτή, βγάζοντας σαν τσίριγμα από μέσα της ένα «Ντουμνιτζάλε!»*** Περίμενε την αμέσως επόμενη στιγμή ένα μεγάλο τράνταγμα με κρότο από την πρόσκρουση και μετά, τον βασανιστικό πνιγμό της μέσα στα παγωμένα ορμητικά νερά.

Δεν κατάλαβε για πόση ώρα, δευτερόλεπτα ή ίσως και λεπτά, είχε μείνει έτσι ακίνητη γονατιστή –  το απειλητικό πεύκο φαίνεται, πως, σαν από θαύμα, την τελευταία στιγμή «υποκλίθηκε» στη γέφυρα και πέρασε από κάτω χωρίς να την αγγίξει – όταν η Βάγγιω ένιωσε  δυο στιβαρά χέρια να τη πιάνουν από τα μπράτσα και να τη σηκώνουν όρθια.

«Για πού το ‘βαλες μικρή, πρωί-πρωί;» άκουσε μια γνώριμη αυστηρή ανδρική φωνή. Γύρισε το κεφάλι της και επανήλθε απότομα στην πραγματικότητα, αντικρίζοντας τρομαγμένη τις σκυθρωπές φάτσες του ενωμοτάρχη και του βοηθού του. Ενώ προχωρούσαν προς την άλλη άκρη  του γεφυριού ο ενωμοτάρχης άρπαξε το δισάκι της, κοίταξε το περιεχόμενό του και με ύφος αγριωπό τη ρώτησε:  «Πού είναι; Λέγε!» Μέσα στα υπεροπτικά μάτια του η Βάγγιω διέκρινε εκείνη τη γυαλάδα που δεν ξέρεις αν τελικά προέρχεται από μίσος ή από έναν ασίγαστο πόθο ή και τα δυο μαζί. Γιατί η Βάγγιω ήταν σχεδόν σίγουρη, πως ήταν η δική του σκιά που εξαφανίστηκε τρέχοντας στα σκοτάδια, πίσω από την εγκαταλειμμένη καλύβα δίπλα από το αλώνι του χωριού, εκείνο το βράδυ του περασμένου καλοκαιριού, που η ίδια και ο Ζάρος, ο Στέργιος της πια,  είχαν ενώσει για πρώτη φορά, μαζί με τις ψυχές τους και τα διψασμένα τους κορμιά.

Πριν προλάβει να σκεφτεί κάποια δικαιολογία, ένα ψέμα για να γλυτώσει τέλος πάντων, ένιωσε ξαφνικά ένα δυνατό χαστούκι στο ροδαλό της μάγουλο, μετά κι άλλο ένα και τα αυτιά της άρχισαν να σφυρίζουν.  «Παλιορουμούνα, θα σας στείλουμε όλους σηκωτούς στη Ρουμανία! Λέγε, πού τον έχετε κρυμμένο;» «Δεν ξέρω…δεν καταλαβαίνω τι μου λέτε… Δεν ξέρω!» φώναζε πλέον δυνατά μετά από κάθε χαστούκι, που μετατράπηκαν στη συνέχεια σε μπουνιές και κλωτσιές. «Θα στείλουμε και τη μάνα σου μαζί με τους άλλους, άμα δε μας πεις! Να το ξέρεις!» την απείλησε ο ενωμοτάρχης που γυρίζοντας μετά προς τον συνάδελφό του είπε:  «Αχιλλέα, πήγαινε τώρα αμέσως να συλλάβεις και τη Μαρίτσα και κλείδωσέ την στον Σταθμό. Η μικρή δε βάζει μυαλό».

Η σκέψη και μόνο, ότι το σπίτι με τα πέντε παιδιά θα έχανε τη μάνα, ενώ μάλιστα ο πατέρας βρίσκονταν στο μέτωπο και κανείς δεν ήξερε αν θα γύριζε ποτέ ζωντανός, την πανικόβαλε αφάνταστα. Το δίλημμα ήταν φρικτό και τα χρονικά περιθώρια επιλογής μηδαμινά. «Στον αχυρώνα του Λαλα-Τούσιου!» φώναξε μέσα σε λυγμούς, πεσμένη κάτω στο καλντερίμι και προσπάθησε να σκουπίσει με το χέρι της  τα αίματα που έτρεχαν από τη μύτη της.

«Αν μας λες ψέματα, κακομοίρα μου, τελείωσες!» της φώναξε ο ενωμοτάρχης φεύγοντας, ενώ τραβούσε το περίστροφο από τη θήκη του και έλεγχε αν ο μύλος του ήταν γεμισμένος με σφαίρες.

Η Βάγγιω σηκώθηκε αργά, τίναξε και ίσιαξε τα ρούχα της που είχαν γεμίσει ξηρόχορτα και χώματα και κάθισε για λίγο σε μια μεγάλη πέτρα στην άκρη του δρόμου. Εύχονταν μέσα της ο Ζάρος να τους δει από μακριά και να προφυλαχτεί φεύγοντας έγκαιρα πίσω στο δάσος, όπου είχε κρυφτεί και τη μέρα που μάζευαν τους άλλους,  να μην τον εύρισκαν καθόλου, κι ας την έδερναν εκείνη ξανά και ξανά. Αν πάλι τον έπιαναν, δεν ήθελε να δει να τον σέρνουν δεμένο σαν το σκυλί, ίσως και χτυπημένο, μπροστά της. Εκείνες τις απεγνωσμένες στιγμές είχε κοκκαλώσει και δεν ήξερε τι να κάνει. Έστρεψε το βλέμμα της προς το γεφύρι και το αγριεμένο ποτάμι, και άφησε τη βοή του να την διαπεράσει, να μπει μέσα στα αυτιά της, στο κεφάλι, στη σπονδυλική της στήλη και σ’ όλα τα νεύρα μέχρι τα δάχτυλα στα χέρια και στα πόδια της. Και τότε άρχισε να νιώθει ολόκληρο το κορμί της να σείεται, να δονείται, να σπαρταράει μέσα στο βουητό αυτό. Για μια στιγμή νόμισε πως άκουσε κάποιες αρχέγονες φωνές να βγαίνουν μέσα απ’ τα λασπωμένα νερά και να συντονίζονται σ’ ένα οικείο της τραγούδι:

Μια κόρη ψιλή λιανή / σε γιοφύρι κάθεται / κι όλο συλλογιάζεται / πώς θα το περάσω εγώ / τούτο το θολό νερό…

Στέκονταν σαν χαμένη στην άκρη του γεφυριού, όταν ξαφνικά άκουσε από μακριά, από τη μεριά που είχαν φύγει οι χωροφύλακες, πυροβολισμούς: Έναν, μετά κι άλλον έναν και στη συνέχεια άλλους τρεις…

«Τον σκότωσαν!…» αναφώνησε με γουρλωμένα μάτια και τότε όλα πάγωσαν μέσα της, ο χρόνος, οι αισθήσεις, το μυαλό. Αμέσως μετά, μια άγνωστη δύναμη, χωρίς τη θέλησή της, πρέπει να έθεσε σε κίνηση το κορμί της, να το εξώθησε να τρέξει γρήγορα πάνω στη γέφυρα, να χωθεί στα δαιδαλώδη καλντερίμια και τα στενά σοκάκια του χωριού για να φτάσει στο σπίτι της, να κλειδωθεί για σαράντα μέρες στη μικρή κάμαρα, χωρίς να τρώει και χωρίς να βγάζει μιλιά σε κανέναν, μέχρι που οι χωριανοί είπαν πως το ‘χε χάσει εντελώς.

* * * * *

«Τι ιστορίες κι αυτές…» σκέφτηκε ο Γιάννης, αφού τελείωσε τη μακρά τηλεφωνική συνομιλία με το θείο Βίκτωρα και πήγε να ρίξει μια ματιά στο δωμάτιο που είχε τακτοποιήσει τη μητέρα του. Τη βρήκε ακίνητη ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με το στόμα και τα μάτια της ανοιχτά, να κοιτάζουν αόριστα προς το ταβάνι. «Μάνα!…» τής φώναξε τρομαγμένος και η φωνή του έσβησε απότομα. Κοίταξε το αποστεωμένο της πρόσωπο κι ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό να του κόβει την ανάσα.  Κάποια στιγμή, ευτυχώς, η μάνα ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά της και κάρφωσε στη συνέχεια το βλέμμα της στο δικό του. «Νου βρεάμ σ’ ου φάκου… Νου βρεάμ…» **** του ψιθύρισε και μέσα από τα στεγνωμένα χείλη της άρχισε να βγαίνει ένας αργόσυρτος, ασυνάρτητος σκοπός, κάτι σαν μουρμουρητό, σαν ένα τελευταίο σιγανό κλάμα.

 

Γιώργος Μ. Βραζιτούλης                                                                         Βερολίνο, Δεκέμβρης 2021

……………………………………………………………………………..

* Τον σκότωσαν

** Ω, καημένη Βάγγιω

*** Θεέ μου

**** Δεν ήθελα να το κάνω…δεν ήθελα

 

Μια επιλογική σημείωση. Στην αρχή του διηγήματος, διαβάζουμε ότι η γριά πλέον Βάγγιω από ένα σημείο και μετά, έχοντας πάθει και άνοια, σταμάτησε να μιλάει ελληνικά και γύρισε στα βλάχικα. Θυμήθηκα τη διήγηση Εβραίου φίλου του πατέρα μου, που η μητέρα του, σε αντίστοιχη ηλικία, είχε σταματήσει να μιλάει ελληνικά και μιλούσε μόνο λαντίνο.

Advertisement

129 Σχόλια προς “Το θολό νερό (διήγημα του Γιώργου Βραζιτούλη)”

  1. Κιγκέρι said

    Λε λε Βάγγιω μου…

  2. Costas X said

    Καλημέρα !

    Υπέροχο το διήγημα, και η αφήγηση και το θέμα, μία από της άγνωστες σε μένα, και στους πολλούς, σκοτεινές πτυχές της ελληνικής ιστορίας.

  3. Έλα Voulagx, η μέρα σου είναι σήμερα… Πολύ ενδιαφέρον και το άρθρο του συγγραφέα για τους εκτοπισμούς.

  4. Καλημέρα

    Εξαιρετικό το διήγημα, τόσο ζωντανή περιγραφή που ευχόμουν να είναι μόνο διήγημα κι όχι περιγραφή γεγονότων.

    Εχω την εντύπωση πως στην μεν επαρχία τος έλεγαν βλάχους ενώ στις πόλεις ρουμάνους, το ξανάγραψα, σε κάθε συνοικίατο 60 υπήρχε κι ένας ρουμάνος. Ισως έτσι ταυτίστηκε στην Ελλάδαο χαρακτηρισμός ‘βλάχος» για τον επαρχιώτη, δεν είμαι σίγουρος, βέβαια

  5. Πολύ ενδιαφέρον. Θα το διαβάσω μετά. προέρχομαι κι εγώ από σημαντική βλαχούπολη, την Πρέβεζα.

  6. Ένας «Βλάχος» (Συρρακιώτης) δικηγόρος μου έλεγε πως σε δίκη ο συνήγορος του αντιδίκου έφερε το επιχείρημα πως ο «Βλάχος» θα έπρεπε να είναι κακός, αφού οι ντόπιοι του δυσκόλευαν τη ζωή. Οπότε είναι βέβαιο πως θα είχε υποπέσει στο αδίκημα για το οποίο είχε παραπεμφθεί σε δίκη! Θυμίζει το «Η εξαίρεση και ο κανόνας» του Μπέρτολντ Μπρεχτ.

  7. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ωραιότατο το διήγημα, στενάχωρο όμως… Ίσως είναι και πραγματική ιστορία από τα χρόνια της Γερμανοϊταλικής εισβολής (Β’ ΠΠ), της κατοχής και του εμφυλίου.

    Ευχαριστούμε τον κ. Γιώργο Βραζιτούλη που μας το παρουσιάζει και τον Νικοκύρη για την δημοσίευση.

    Περισσότερα, ίσως στην πορεία…

  8. voulagx said

    #3: Ορίστε Δύτη για σένα.
    Λου βουτουμάρε = τον σκότωσαν -> Λου βâτâμάρâ ή Λ’ βâτâμάρâ η σωστή προφορά, όπου το â ακούγεται σαν το τούρκικο ι.

  9. Γιάννης Κουβάτσος said

    Συγκλονιστικό αφήγημα. Ο ενωμοτάρχης διαχρονική προσωποποίηση του ελληνικού κράτους και της συμπεριφοράς του στους πολίτες του.

  10. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Εκείνη τη μέρα συνελήφθησαν μαζί με άλλους, όπως έμαθαν αργότερα, από άλλα βλαχοχώρια, ως άτομα «αμφιβόλου ή μειωμένου εθνικού φρονήματος» και πιθανοί συνεργάτες του εχθρού, κι ας είχαν αρκετοί απ’ αυτούς ακόμη πάνω τους το μπαρούτι από το Εσκι Σεχίρ και την εκστρατεία στον Σαγγάριο.»
    Η γνωστή ηλίθια και εθνικά καταστροφική νοοτροπία του ελληνικού κράτους να θεωρεί δυνάμει όλους τους μειονοτικούς Έλληνες και να τους μετατρέπει σε πολίτες β’ κατηγορίας, σπρώχνοντάς τους έτσι στην αγκαλιά άλλων κρατών.

  11. Γιάννης Κουβάτσος said

    10: να θεωρεί δυνάμει προδότες, συμπληρώνω.

  12. dryhammer said

    Καλημέρα!

    Άγνωστη (σε μένα) λέξη

    κυρατζήδες

    Κατά τ’ άλλα. Συγκλονιστικό όντως.

  13. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ τον Γιώργο Βραζιτούλη για το διήγημα κι εσάς για τα πρώτα σχόλια!

    Τα λέμε αργότερα

  14. Γιάννης Κουβάτσος said

    Και η επικίνδυνη ηλιθιότητα συνεχίζεται :
    «Υπάρχουν, τέλος, και κάποιοι άλλοι που έχουν αυτόκλητα ή με τη συνέργεια κάποιων κρατικών υπηρεσιών χριστεί θεματοφύλακες του ελληνικού πατριωτισμού, όταν θεωρούν πως «ανακινείται» βλάχικο ζήτημα. Έτσι λοιπόν καταφέρνουν οι ίδιοι με τις παραληρηματικές τους αντιδράσεις να το ανακινούν.»
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.lifo.gr/stiles/optiki-gonia/pos-na-dimioyrgisete-blahiko-zitima-ek-toy-mi-ontos%3Famp&ved=2ahUKEwjaj4Gcgon3AhUVg_0HHaHXAzoQFnoECA8QAQ&usg=AOvVaw2SswSC9ufNTNIIsZ_1t8jv

  15. 12 Κιρατζήδες είναι οι αγωγιάτες. Δεν έχεις ακούσει το πολυφωνικό;

  16. voulagx said

    #12: Με πρόλαβε ο Δυτης στο #15.

    «του Λαλα-Τούσιου!» = του θείου Τούσιου
    Το Τούσιου με το σίγμα παχύ είναι υποκοριστικό του Παναγιώτη. Παναγιώτ’η-> Παναγιουτούσι(ου) -> Τούσι(ου) , όπου σ=sh

  17. voulagx said

    Το χωριο, όπου διαδραματιζεται η ιστορια, μου θυμιζει την Βωβουσα. Δεν ξερω αν ειχε αυτην στο μυαλο του ο συγγραφεας οταν εγραφε το διηγημα.

  18. Stelios Kornes said

    Μου αρεσε πολυ το διηγημα. Ευχαριστω πολυ και τον συγγραφεα αλλά και το Νικοκυρη μας για την αναρτηση.

  19. BLOG_OTI_NANAI said

    Για το επώνυμο και δύο αναφορές:

  20. SearchPeloponnese said

    Ας βάλουμε και αυτό να υπάρχει:

  21. gbaloglou said

    Ενδιαφέρον και συγκινητικό, σκόπιμα ίσως δεν αναφέρεται γιατί δεν πήγε στον πόλεμο ο Στέργιος, σημασία έχει το προαιώνιο θέμα του έρωτα προς τον αιχμάλωτο ή τραυματία ή καταδιωκόμενο… (Με έκανε να θυμηθώ κάτι που είχα γράψει, Αγγλιστί, προ τριακονταετίας!)

  22. dryhammer said

    15.
    Α’. Ευχαριστώ αλλά επειδή(ς) το έγραφε κΥρατζήδες πήγα αλλού.

    Β’. Δεν το ξέρω το πολυφωνικό. Θα έπρεπε;

  23. 22 Ε, επειδή είναι πολύ ωραίο.

  24. Πολύ ωραίο.

  25. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τό διήγημα τοῦ Βραζιτούλη, πολύ καλό.
    Τό ἄρθρο του -πού μνημονεύει ὁ Νικοκύρης στήν εἰσαγωγή του- ἀκόμη καλύτερο. Μετρημένο καί χρήσιμο γιά ὅσους ἐνδιαφέρονται γιά τήν ἱστορία τοῦ ζητήματος.
    (Οἱ Βλάχες τῆς Θεσσαλίας -Κώστα.. 🙂 -καλύτερες καί ἀπ’τά δυό!

  26. @ 19 BLOG_OTI_NANAI

    Καλό. Τη θυμούμαστε εμείς αυτή την 24η Μαρτίου.

  27. Georgios Bartzoudis said

    # Καλό το διήγημα, με κάπως «στρογγυλευμένα» τα εθνοτικά. Να θυμίσω σε κάποιους σχολιαστές ότι τόσο στον Α΄ όσο και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έγινε (χωριστική) απόπειρα να δημιουργηθεί «Πριγκιπάτο της Πίνδου», ενώ υπήρξε και ένοπλο το σώμα «Ρωμαϊκή Λεγεώνα».
    # Περί «οβορού»: Μακεδονιστί βορός ή βουρός(ο)= «εναύλειος» περιφραγμένος χώρος ανοιχτού σταβλισμού βοοειδών ή/και ιπποειδών.
    # Επίσης λάλας (ο)=ο κηδεμών (συνήθως θείος, ορφανού παιδός).

  28. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Πολύ καλό διήγημα . Επισημαίνω :

    «…Άσε που οι περισσότεροι απ’ αυτούς έχουν τα καλύτερα χωράφια. Μωρέ να τους στείλουν στον αγύριστο», είπε κάποιος και το μυαλό του στριφογύριζε κυρίως στα χωράφια, που είχε αναφέρει προηγουμένως. Έλεγαν διάφορες τέτοιες κουβέντες κι ας μιλούσαν ακόμα και για δικούς τους συγγενείς ανάμεσα στους συλληφθέντες ή για συγχωριανούς τέλος πάντων, που τους ένωνε η κοινή καταγωγή και προπάντων η κοινή τους μοίρα….»

    Γιατί έτσι ήταν η κοινότητα. Μια ευλογία και μια κατάρα μαζί. Ευλογία για τον όμορφο τόπο, για όλα τα ανθρώπινα δημιουργήματα […] Ένας ολόκληρος πολιτισμός που τους ένωνε όλους, και που με κάθε ευκαιρία το διατράνωναν προς τα έξω, πιασμένοι όλοι μαζί από τα χέρια σε τεράστιους κυκλωτικούς χορούς, σε ρυθμούς μιας αρχέγονης τελετουργίας. Από την άλλη, η κατάρα του φθόνου και του διχασμού, οι συγκρούσεις των διαφόρων εγωισμών, ανάμεσα στα «κριάρια του κοπαδιού», που δημιουργούσαν και τα αντίστοιχα στρατόπεδα. Φαίνεται πως χρειάζονταν λοιπόν η κοινότητα τον πόνο, ακόμη και το αίμα της, σαν μια επιπλέον συγκολλητική ουσία, για το στέριωμα της ενότητάς της, την αναβάπτισή της και αναγέννησή της στο πέρασμα των αιώνων. Κι αν δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή οι ρουμανίζοντες ίσως να είχε επινοηθεί κάποια άλλη ομάδα για να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, γεγονός που επαληθεύτηκε λίγα χρόνια αργότερα στην αιματοχυσία του Εμφυλίου.»

  29. Πολυ καλό! Το φχαριστήθηκα!

  30. Reblogged στις "Δημόσιος Χώρος Γ. Ρέντζος".

  31. Γιώργος Μ.Β. said

    Καλημέρα στις φίλες και τους φίλους ! Ευχαριστώ πολύ για τα σχόλιά σας.
    Σχετικά με την επιλογική σημείωση του Νίκου θέλω να πω, πως κι εγώ είχα συναντήσει παρόμοιο περιστατικό. Συγγενής μου Βλάχα, η οποία είχε μεταναστεύσει ήδη το 1905 σαν μικρό παιδί στις ΗΠΑ και έζησε εκεί μέχρι το τέλος του βίου της, παρουσίασε αργότερα στα βαθιά της γεράματα το φαινόμενο, να μιλάει μονάχα την αρχική μητρική της γλώσσα, τα βλάχικα. Τόσο τα ελληνικά όσο και τα αγγλικά της είχαν εξαφανιστεί. Πιθανόν αυτό να συνδέεται με το ότι σε κάθε άνθρωπο η αρχική («κύρια» ή «μητρική») γλώσσα δημιουργείται, αποθηκεύεται και παράγεται σε ένα συγκεκριμένο σημείο του εγκεφάλου μας και όλες οι επόμενες γλώσσες που μαθαίνουμε αργότερα, σε κάποιο άλλο διαφορετικό σημείο, το οποίο και οι άνοια ή άλλες παρόμοιες αρρώστιες προσβάλουν ευκολότερα.

  32. Αγγελος said

    Γνωρίστηκα μέσω Facebook κάποτε μ´έναν Μιχάλη Βραζιτούλη, εσπεραντιστή από τα Γιάννενα, που σπούδαζε τότε στο Σααρμπρύκεν. Να είναι συγγενής του συγγραφέα; Αλλά απ’ ό,τι λέει ο BLOG στο (19), πρέπει να είναι μεγάλο σόι…

  33. Γιώργος Μ.Β. said

    17. Voulagx 🙂 Λένε πως ειναι το μοναδικό χωριό στην Ελλάδα που το χωρίζει ένα ποτάμι στη μέση και έχει ένα πέτρινο παλιό γεφύρι. Άρα…. 🙂

  34. ΚΩΣΤΑΣ said

    Προσωπικά, τους βλάχους τους έχω σε μεγάλη εκτίμηση. Είχα ως συμμαθητές βλάχους, κάναμε πολύ καλή παρέα. Η ενδυμασία και η προφορά μας στην ομιλία μάς οδήγησαν να συνασπιστούμε ξέχωρα από τους αστούς Λαρισαίους. 🙂

    Ουδ’ επί στιγμή μου έδωσαν την εντύπωση ότι είναι κάτι διαφορετικό από εμάς τους λοιπούς γηγενείς. Και με τα βλάχικά τους κάναμε πλάκα. Τους ζητούσαμε να μας μάθουν κάτι και έπεφτε ωραίο καλαμπούρι. Μένουν ακόμη στη μνήμη μου κάτι λίγα, αν τα θυμάμαι και καλά. Τσίτσι φάτσι, γκίνι, φιατιλί του Τόιβασι μουνου απου Αβδουλάρδου…

    Στα κατοπινά χρόνια, όταν μεγάλωσα διαπίστωσα ότι υπήρξε κάποιο προβληματάκι. Ο Αλκιβιάδης Διαμάντης …, με κάποια μικρή μερίδα βλάχων, με το πριγκιπάτο της Πίνδου και την λεγεώνα των βλάχων, συνεργάστηκαν με τους κατακτητές Ιταλούς – Γερμανούς και δημιούργησαν πρόβλημα. Αυτό λύθηκε οριστικά από τον ΕΛΑΣ.

    25 Οἱ Βλάχες τῆς Θεσσαλίας, Γιώργο; Δεν το πρόσεξα. Θα το ψάξω αργότερα και θα σου πω. Μια βλαχούλα πάντως που με κέντρισε το ενδιαφέρον, άκυρο. Μου διεμήνυσαν πολύ έγκαιρα ότι αφού δεν είμαι βλάχος, να σταματήσω να ενδιαφέρομαι! 😉

  35. Γιάννης Κουβάτσος said

    Μια μερίδα Βλάχων συνεργάστηκε με τους Ιταλούς, αλλά να θυμίσω κι εγώ σε κάποιους σχολιαστές πόσες χιλιάδες «γνήσιοι» Ελληναράδες συνεργάστηκαν και με τους Ιταλούς και με τους Γερμανούς και με τους Βουλγάρους.

  36. Γιώργος Μ. Β. said

    19. Για τον Τέγο Τέγου (Βραζιτούλη) υπάρχει κάτι σχετικό εδώ:
    https://www.agon.gr/istories/15794/enas-ipeirotis-pilotos-stin-aerogefyra-toy-verolinoy/

    20. Πολύ ενδιαφέρον το «Dansul Vrajitoarelor»! Δεν το ήξερα. Θα το ψάξω με μεγάλη περιέργεια.

    21. Ο Στέργιος απλά φοβήθηκε τα χειρότερα και κρύφτηκε στο δάσος. Ήταν χοντρά σταμπαρισμένος. Τελικά η απόφασή του ήταν εκ των υστέρων λανθασμένη.

    28. Βρήκατε τον πυρήνα! 😊

    32. Πρόκειται για τον υιό. 🙂 Ο πατέρας του είναι από τα Γιάννενα, ο ίδιος γεννήθηκε στη Βόννη. Σπουδάζει Υπολογιστική Γλωσσολογία.

  37. ΚΩΣΤΑΣ said

    Πάντως, σε περιοχές της Ηπειροθεσσαλίας (τότε) την Ευαγγελία την έλεγαν χαϊδευτικά Βάγγιω, βλάχοι και μή. Για άλλες περιοχές δεν γνωρίζω, ας πει κάποιος άλλος αν ξέρει κάτι.

  38. GeoKar said

    “το μυαλό του στριφογύριζε κυριως στα χωραφια”: τα ίδια δεν έγιναν κι αλλού, π.χ. στη Θεσσαλονίκη με τον διωγμό της εβραϊκής κοινότητας? …

    Πολύ ωραία η σημερινή ανάρτηση, θερμές ευχαριστίες προς αμφότερους τους συντελεστές!

  39. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @34.Μπορεῖ νά τό’χαν οἱ Βλάχοι αὐτό σέ μερικές μικροκοινωνίες, ἀλλά σήμερα Κώστα μᾶλλον σπανίζει. Σιγά νά μήν βρεθῆ πατέρας πού θά πῆ «ὄχι» σέ γαμπρό πού θά φέρη ἡ κόρη του, ἐπειδή δέν εἶναι Βλάχος, Σαρακατσάνος κλπ Καί σιγά νά μήν βρεθῆ ἡ ἐρωτευμένη Βλαχοπούλα πού θά ἀκούση ἕναν τέτοιον πατέρα 🙂

  40. SearchPeloponnese said

    36 β

    Αν κατάλαβα καλά, πρόκειται για παραδοσιακό τραγούδι (που δεν είναι ούτε ντόινα, ούτε χόρα). Υπάρχει και η παραλαγή του Πέτρε Ελινέσκου:

  41. SearchPeloponnese said

    «παραλλαγή», φυσικά…

  42. Να ευχαριστήσω κι εγώ δημιουργό και παρουσιαστή για την ωραία σημερινή ανάρτηση καθώς και τον σχολιαστή που ανέβασε Παγκανίνι σ’ ένα ωραίο αλλά άγνωστο σε μένα κομμάτι. Ξαναθυμήθηκα την Καμπανέλα…

  43. ΚΩΣΤΑΣ said

    39 Γιώργο, τότε μάλλον ίσχυε. Εγώ δεν είχα καμιά σχέση προχωρημένη. Ξαδέρφη φίλου μου βλάχου ήταν. Κι όταν είπα που χάθηκε… να την ξαναδούμε, μου είπε, άστο, την ζήτησαν κι άλλοι, αλλά αλλά η οικογένεια ψάχνει βλάχο 😉

    Για πες μου, αυτό, με τις βλάχες της Θεσσαλίας, πού θα το βρω;

  44. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  45. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα. Ωραίο διήγημα.
    Σωστή η αντιστοίχηση του νερού, με την ρευστή, ωσάν και δαύτο, μνήμη . Που, όπως αγριεύει και βουρκώνει αυτό κατά καιρούς. το ίδιο κι αυτή μουχρώνει και ματώνει την ψυχή- και τότε, σαν μελανά βυθόψαρα με μάτια γκρίζα και θαμπά, ξεβράζονται στοιχειώνοντας την άφρη της, οι όποιες τύψεις και ενοχές, που μοιάζανε παντοτινά θαμμένες..

  46. Γιάννης Κουβάτσος said

    Σιάνα σι αρντεάρεα α Γράμμουστλιι (Χατζηστέργιου)

    -«Αχ, ναμούτζεα μίνε νι κέρι!
    Τσι λι βόι κουπίι σσι αβέρι ;
    Τσι νι βόι μπάνα ντι αουά σι νίνττι;»
    Τούτου ασσί σσι τζιτσεά του μίνττι .

    Χατζη-Στέργιου τσέλνικ μάρι,
    κούμ του Γράμμουσστι άλτου νου άρι.
    Τσι άρι κάσα κα παλάτι
    σι τούρμι (κουπίι) ντι όι νιμισουράτι.

    Τσι λιέσκου μούντσιλι τούτς.
    Σι ούμππλου κ΄μπουριλι ντι μπουάτσι,
    Πριμουβεάρα κ΄ντου γίνου .
    Σι τουάμνα ιάρα, κ΄νττ κου βιρίνου,

    σι άρσι Γράμμουστα μουσσιάτα,
    σ’ ντούσι Γράμμουστα αλαβντάτα…

    (μετάφραση)
    Σιάνα και η πυρπόληση της Γράμμουστας (Χατζηστέργιος)

    «Αχ, υπόληψή μου χάνεσαι!
    Τι τα θέλω τα κοπάδια και τα πλούτη;
    Τι τη θέλω τη ζωή από δω και μπρος;»
    όλο έτσι έλεγε στο μυαλό του.

    Ο Χατζη-Στέργιος, τσέλιγκας μεγάλος,
    που στη Γράμμουστα δεν υπάρχει άλλος.
    Που έχει σπίτι σαν παλάτι
    και κοπάδια με πρόβατα αμέτρητα.

    Που μαυρίζουν τα βουνά όλα,
    και γεμίζουν οι κάμποι με φωνές,
    την άνοιξη όταν έρχονται .
    Και το Φθινόπωρο, όταν με θλίψη,

    Και κάηκε η Γράμμουστα η όμορφη ,
    Πήγε η Γράμμουστα η ξακουστή …

  47. Alexis said

    Ωραία ανάρτηση και σχόλια.

    Πολύ καλό το διήγημα!

  48. aerosol said

    Πολύ καλό το σημερινό!

    Εικάζω πως οι Γάλλοι είχαν λόγους ανησυχίας από κάποιους γερμανόφωνους της Λωραίνης. Αν καταλαβαίνω σωστά -και από το σχετικό άρθρο- εμείς είχαμε ελάχιστες αφορμές. Αλλά σχεδόν ανύπαρκτες είχαν και οι ΗΠΑ. Εκεί βρέθηκαν σε στρατόπεδα πολίτες με μόλις 1/16 γιαπωνέζικη καταγωγή, πολλοί δεύτερης και τρίτης γενιάς, πλήρως αφομοιωμένοι, με μηδενική σχέση με την χώρα απώτερης καταγωγής τους. Χρόνια αργότερα, επί Κάρτερ, συστήθηκε επιτροπή μελέτης των πεπραγμένων και κατάληξε πως ο εγκλεισμός τους ήταν άδικος, προϊόν ρατσισμού και εκδικητικού μένους για την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ. Σταδιακά, μετά το επίσημο πόρισμα, αποδόθηκαν χρηματικές αποζημιώσεις σε επιζώντες ή στις οικογένειές τους. Εμείς μια ζωή τα κρύβουμε κάτω από το χαλάκι, διότι ποτέ δεν έχουμε κάνει λάθη και πάντα είμαστε αθώοι και αδικημένοι.

  49. Γιώργος Μ.Β. said

    Ευχαριστώ και πάλι τους σχολιαστές για τα καλά τους λόγια.

    20 και 40 Αυτό που αποτελεί μυστήριο είναι η λέξη «Vrajitoarelor» και η σημασία της.

    Επειδή τα μουσικά ακούσματα, όπως παρατηρώ, είναι ευπρόσδεκτα στο ιστολόγιο, να προσθέσω από τη μεριά μου το τραγούδι που αναφέρεται στο διήγημα: «Μια κόρη ψηλή λιανή …» όπως το αποδίδει ο Φώτης Καραβιώτης με την κομπανία του..

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    48: Και στη Σοβιετική Ένωση, ο γερμανόφωνος πληθυσμός της χώρας, δηλαδή οι απόγονοι των πρώτων εποίκων, τους οποίους είχε καλέσει για εγκατάσταση στη Ρωσία η Μεγάλη Αικατερίνη στα τέλη του 18ου αιώνα, εκδιώχτηκε από τα μέρη της εγκατάστασής του, κυρίως από την περιοχή του Βόλγα, προς τα ανατολικά, με την υποψία της τέλεσης εχθρικών πράξεων.

  51. Eva Matenoglou said

    Ωραίο , κυριακάτικο δώρο – ευχαριστούμε! Γοητευτική η ιδέα για τη σημασία του πόνου στο στεριωμα της κοινότητας. Πράγματι το αίμα είναι συγκολλητική ουσία – τουλάχιστον στο εσωτερικό κάθε ομάδας ( το μεγάλο στοίχημα είναι τι γίνεται με τις ευρύτερες κοινότητες που διχάζονται από αυτό το αίμα, πώς επουλώνουν τις πληγές τους…) Και, μιλώντας για αίμα, ποιος ξεχνά και το Γκιακ του Παπαμάρκου…
    Τι όμορφο το πολυφωνικό στο 15!

  52. Nestanaios said

    35.
    Για την συνεργασία υπεύθυνες είναι όλες οι μέχρι τότε κυβερνήσεις τυχοδιωκτών και όχι οι πολίτες. «Το ψάρι βρομάει από το κεφάλι».

  53. Κιγκέρι said

    46: Μισές δουλειές! 🙂

    «Κίντικλου αλ Χατζηστέργιου» – και με χορό για τον Αλέξη! 😉

  54. SearchPeloponnese said

    49.

    Vrăjitoare είναι η μάγισσα. (Vrăjitorul de Oz είναι ο Μάγος του Οζ, αλλά… συνήθως γυναικεία «στοιχειά» έχουμε εδώ στα Βαλκάνια).

    Έχω την αίσθηση ότι η ρίζα vrăj- / vrăjit- έχει και τη θετική έννοια (π.χ. μαγευτική θέα). Έχω ακούσει και την έκφραση «cu cine te vrăjeşti» = «με ποιον καμακώνεσαι»

    Γράφτηκε παραπάνω ότι το επώνυμο Βραζιτούλης προέρχεται από κάποιο τοπωνύμιο. Ίσως το τοπωνύμιο να ετυμολογείται από κάποιο «μαγευτικό» τοπίο.

    ———————–

    Άσχετο: Στα σύγχρονα Ρουμάνικα το ρήμα a vătăma σημαίνει (απλώς) βλάφτω, δηλαδή τραυματίζω ή προκαλώ άλλου είδους ζημιά σε κάποιον. Σίγουρα όχι «σκοτώνω».

  55. Κιγκέρι said

    49: Γιώργο Μ.Β,

    κάτι με μάγισσες έχει να κάνει:

    https://ro.wikipedia.org/wiki/Vr%C4%83jitoare

  56. ΧΗΜΙΚΟΣ ΧΗΜΙΚΟΣ said

    Πολύ ωραίο, πολλές ευχαριστίες!

  57. Θράκας said

    Πολύ δυνατό το διήγημα. Μέσα σε λίγες,αδρές γραμμές μας μεταφέρει ο συγγραφέας, τις υπαρκτές για όλους μας,ευαισθησίες του,για τα βιώματα της πολύμορφης(θολό νερό) ταυτότητάς μας.Και όπως κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του,ετσι και εδώ ο Βραζιτούλης φαινεται ότι αγαπάει τους ήρωές του,μάλιστα τους προσεγγίζει και τους περιγράφει με μια ιδιαίτερη τρυφερότητα.Ευχαριστούμε.

  58. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @43. Πονηρέ Θετταλολαρισαῖε, ἐμένα ρωτᾶς ποῦ θά βρῆς Βλάχα ἤ μπάς καί τήν βρῆκες ἐδῶ καί πολλά χρόνια καί μοῦ κάνεις πλᾶκα; 🙂

  59. Χαρούλα said

    Ευχαριστώ Χ 2
    Δύσκολο θέμα με πολλά κενά στις γνώσεις μου. Με λίγες γραμμές, χωρίς πλατιάσματα, αγγίζει ιστορία, κοινωνία, αισθήματα, καθημερινότητα, καταγωγή, μετανάστευση… Το χθες και το τώρα. Θέλει τέχνη!
    Μπράβο κ.Βραζιτούλη!
    Από θολό ποτάμι, ήξερα αυτό μόνο.

    και ψάχνωντας το, βρήκα κι αυτό.

    Άσχετα αλλά Κυριακή είναι. Χαλάλι να…μουσικωθούμε😉 και λίγο😂!

  60. dryhammer said

    Θολό ποτάμι είπατε;

    Κι απ’ αυτό έχουμε…
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%98%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AC%CE%BC%CE%B9_%CE%A7%CE%AF%CE%BF%CF%85

  61. Alexis said

    #53: Α, σ’ ευχαριστώ πολύ Κιγκέρι!

    Στην Πρέβεζα υπάρχει σημαντικότατη κοινότητα Βλάχων Συρρακιωτών με Πολιτιστικό Σύλλογο και αντίστοιχο τμήμα παραδοσιακών χορών.
    Μπορώ να πω ότι είναι ίσως το πιο δραστήριο και ενεργό χορευτικό τμήμα από τα ουκ ολίγα που υπάρχουν στην πόλη.
    Ωστόσο το ρεπερτόριό του είναι πανελλήνιο και μικρό μόνο μέρος του αποτελούν οι χοροί των βλαχόφωνων.
    Τα δε βλαχόφωνα τραγούδια, σαν αυτό που ανέβασες, ακούγονται ελάχιστα και συνήθως στα πλαίσια πολύ ειδικών εκδηλώσεων.
    Εδώ το κανάλι τους στο YouTube

  62. SearchPeloponnese said

    60.

    Το Θολοποτάμι Χίου είναι… διασημότατο!
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%97_%CE%B5%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%BD%CE%AE_%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CF%82_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CE%B3%CF%81%CE%BF%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CF%89%CE%BD

  63. Alexis said

    #60, 62: Έχουμε όμως κι εμείς οι …στεριανοί το δικό μας διάσημο θολό ποτάμι 🙂

  64. voulagx said

    #34 @ΚΩΣΤΑΣ: «Τσίτσι φάτσι, γκίνι, φιατιλί του Τόιβασι μουνου απου Αβδουλάρδου… »
    Πάλι καλά που δεν έγραψες «Τσâτσâ φάτσι,» (=βυζιά κάνει). 🙂
    Τσι σ’ φάτσι=τι γίνεται; γκίνι=καλά, φεάτι λι ντι Τόιβασh’ι=τα κορίτσια από το Τόιβασι αλλά το «μουνου απου Αβντουλάρ λου» δεν το θυμασαι καλά, δεν βγαζει νόημα.

  65. @ 63 Alexis

    Χαχα… κορυφαίο.

  66. …που δεν καταλάβαινα τι είναι η «αντερούσα»… Είδος «ραμόνι».

  67. Alexis said

    #63, συνέχεια:
    …το οποίο, σύμφωνα με μια παράδοση, είναι ο Αχελώος που έπνιξε τα δυο αδέρφια σε κάποια μεγάλη πλημμύρα του.

  68. Alexis said

    #66: 😆 😆 😆

  69. Πέπε said

    39

    Και όμως γίνεται Γιώργο. Δεν ξέρω τόσο την περίπτωση πατέρα που να πει όχι, όσο νέων που πριν διαλέξουν ταίρι έχουν ήδη αποφασίσει ότι θα είναι από το ίδιο χωριό ή έστω από το ίδιο νησί. Και βέβαια στα νησιά δεν παίζουν εθνολογικές διακρίσεις, όλοι μια φάρα είναι. Και τους αγαπάμε και τους εχτιμάμε αλλά όχι να τους παντρευτούε κιόλας, είπαμε δα.

  70. Νίκος Προκόβας said

    Πολλούς χαιρετισμούς στον παλιό φίλο Γιώργο Βραζιτούλη από τους Βλάχους Λιβαδίου Ολύμπου. Παρότι παρακολουθούσαμε χρόνια την ξεχωριστή αρθρογραφία του στον «Ηπειρωτικό Αγώνα», αυτό το διήγημα δεν το ξέραμε και μάς άρεσε πολύ. Με την άδειά του θα το δημοσιεύσουμε στην εφημερίδα μας

  71. ΚΩΣΤΑΣ said

    58 Τώρα κατάλαβα, Γιώργο, παρανόησα. Γράφεις στο @25 σχόλιο:

    «Τό διήγημα τοῦ Βραζιτούλη, πολύ καλό.
    Τό ἄρθρο του -πού μνημονεύει ὁ Νικοκύρης στήν εἰσαγωγή του- ἀκόμη καλύτερο.
    (Οἱ Βλάχες τῆς Θεσσαλίας -Κώστα.. 🙂 -καλύτερες καί ἀπ’τά δυό!»

    Έτσι όπως το είδα γραμμένο, νόμισα ότι υπάρχει και διήγημα του Γ.Β. με τίτλο: Οἱ Βλάχες τῆς Θεσσαλίας.

    Τώρα που το ξαναβλέπω, εσύ σκέφτηκες πονηρά, Γιώργο, με την διφορούμενη γραφή και παραπλάνησες εμένα τον αθώο Θετταλολαρισαῖο!!!
    Τώρα κατάλαβα που το πήγαινες και τι εννοούσες! 🤣😂

    ————————–

    64 Βουλάγκς, πίνουν νερό απ’ το Αβδουλάρ εννοούσε, τραγούδι ήταν, αλλά για πιστή απόδοση δεν εγγυώμαι. Γράψε μας εσύ πως είναι τα λόγια. Άμα το ξέρεις και όλο το τραγούδι γράψτο, να το ξαναθυμηθώ. 🙂

  72. sarant said

    Eυχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια και χαίρομαι που σας άρεσε το διήγημα!

    32-36 Μικρός ο κόσμος

    70 Ομοίως!

  73. freierdenker said

    Το διάβασα με την μία, χωρίς ούτε μια στιγμή να πω άντε να φτάσω στο τέλος. Και αν είχε και συνέχεια θα την διάβαζα αμέσως. Δουλεμένη γλώσσα, ζωντανοί χαρακτήρες, ενδιαφέρουσα πλοκή, εξαιρετικός ρυθμός. Επιτρέψτε μου όμως και ένα κριτικό σχόλιο.

    Στην πεζογραφία ο συγγραφέας, πολύ συχνά, δεν αρκείται στο να φτιάξει κάτι και να μας το δείξει, αλλά παράλληλα το σχολιάζει, σαν να προσπαθεί να μας το εξηγήσει. Το αν θα το κάνει αυτό είναι φυσικά αποκλειστικά ζήτημα του συγγραφέα, αλλά το πως θα το κάνει θέλει προσοχή, διότι αλλιώς ο αναγνώστης μπορεί να νιώσει σαν κάποιον που επισκέπτεται ένα ωραίο μνημείο, αλλά δεν μπορεί να το ευχαριστηθεί διότι δίπλα του ο ξεναγός κάνει συνεχώς τετριμμένα σχόλια. Ενδεικτικά, κάποια από τα σχόλια του αφηγητή για πράγματα όπως το εθνικό φρόνημα

    … ως άτομα «αμφιβόλου ή μειωμένου εθνικού φρονήματος» και πιθανοί συνεργάτες του εχθρού, κι ας είχαν αρκετοί απ’ αυτούς ακόμη πάνω τους το μπαρούτι από το Εσκι Σεχίρ και την εκστρατεία στον Σαγγάριο.

    ή ο έρωτας

    … αυτό που συμβαίνει σε όλα τα κορίτσια που νιώθουν ότι έχουν αφήσει πλέον πίσω τους την αθωότητα των παιδικών τους χρόνων για να περιπλανηθούν στον άγνωστο κόσμο των βάσανων του έρωτα.

    ακούγονται λίγο σαν να τα πήρε έτοιμα από το ράφι.

    Προφανώς δεν περιμένει κανείς νέες θεωρίες για το έθνος ή τα ανθρώπινα συναισθήματα. Αλλά τα παραπάνω σχόλια ίσως θα μπορούσαν να διατυπωθούν με πιο πρωτότυπο/ενδιαφέροντα τρόπο, ή, ίσως πιο έυκολα, να ενσωματωθούν στην πλοκή (διηγούνται ιστορίες για την Μικρασιατική εκστρατεία και συγκινούνται, ή μαλώνουν στο καφενείο κτλ).

    Το λέω αυτό για να μην καταντήσουμε σαν το τμήμα Ιατρικής του ΕΚΠΑ που λέει οτι αν το ειδικό μέρος της διατριβής είναι πρωτότυπο όλα είναι μια χαρά. Προφανώς δεν περιμένεις το γενικό μέρος μιας διατριβής να δίνει μια πρωτότυπη σύνθεση που θα αλλάξει τις αντιλήψεις σου για ένα ζήτημα, αλλά περιμένεις να δείχνει μια προσπάθεια που θα τιμάει το ειδικό μέρος. Γι’ αυτό έγραψα και το σχόλιο, νομίζω οτι το «γενικό μέρος» του διηγήματος, χωρίς να είναι και καμιά καταστροφή, θα μπορούσε να δουλευτεί κι άλλο.

  74. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @69. Σ’αὐτές τίς περιπτώσεις πού ἀναφέρεις νομίζω ὅτι κρύβεται ἀπό πίσω (ἤ ὑπολανθάνει) τό ζήτημα «δέν θέλω -ἤ θέλω- νά φύγω μακριά ἀπό τούς δικούς μου, ἀπό τόν τόπο μου». Ὁ Κώστας ἐννοοῦσε περίπτωσι ἐθνοτικῆς (ἄς τό ποῦμε ἔτσι) ἐνδογαμίας, πρᾶγμα «κουφό» ἕως ἀδιανόητο γιά τίς μέρες μας..

  75. Mitsi Vrasi said

    Τι ωραίο διήγημα! Ευχαριστώ, κ. Βραζιτούλη. Μου θυμήσατε πράγματα.

    Η πεθερά μου και η οικογένειά της ζούσαν στο Μπίτολιε (Μοναστήρι) της Βόρειας Μακεδονίας. Αγορομάνα, τρία αγόρια. Όταν ήθελε να πει κάτι που να μην καταλάβουν οι νύφες, και για να τις ενοχλήσει (τη γλίτωσα γιατί ήμουν με τον μικρότερο και μικρότερή του), τους μιλούσε βλάχικα. Ο μεγάλος της γιος καταλάβαινε τα πάντα και απαντούσε, ο μεσαίος λιγότερο γιατί δεν τον ένοιαζε, κι ο μικρός είχε έφεση στις γλώσσες και καταλάβαινε. Το ζευγάρι, στο μεσοπόλεμο κατέβηκαν στη Θεσσαλονίκη και μετέπειτα στην Αθήνα. Μέχρι τα βαθιά γεράματα μιλούσε βλάχικα η πεθερά μου. Πάντα έλεγε ότι ήταν ρουμανόβλαχοι,, Μιλούσε ελληνικά πολύ καλά, όμως ήταν από άλλους τόπους. Ενώ είχε άνοια τα τελευταία δέκα χρόνια πριν πεθάνει (εκατό παρά κάτι), μιλούσε και τις δυο γλώσσες. Ίσως τις μιλούσαν παράλληλα στο σπίτι τους.

    Τι κάναμε οι επόμενοι:
    Κάθε πρωτοχρονιά πηγαίναμε με τα παιδιά στα σπίτια των συγγενών και είχαν μάθει τα κάλαντα που έλεγαν στη Μπίτολιε, κι ύστερα το «Αγιος Βασίλης έρχεται:

    «Κόλεντε μπάμπου σάρα μπαμπουντίνα, τσιν τσι κάκα ομπόρ λα γιάκια». Έχω ξεχάσει, αλλά περίπου είναι κάτι, «κάλαντα θα πούμε στον παππού το Γιάκα στην αυλή του»;;;;

    Η πεθερά μου έλεγε την παροιμία, «το μήλο πέφτει κάτω απ’ τη μηλιά».
    «Κακ σι ντίτσι ντα ομ ομ, κακ εσκάρα ντα ποπ πομ», που, αν θυμάμαι, λέει: όπως ο ένας άνθρωπος μοιάζει στον άλλο, έτσι και τα μήλα;

    Παίζαμε και το χάσκα με ένα αβγό. Ο πιο μεγάλος της οικογένειας κρεμούσε ένα αβγό από ‘να σκοινί δεμένο σε μια μαγκούρα και το περνούσε απ’ όλους. Όποιος το ‘πιανε με το στόμα, έπαιρνε το αβγό. Ύατερα ο πιο μεγάλος έβαζε φωτιά στο σκοινί, αν καιγόταν ως επάνω, θα ‘φτανε εκατό χρονών.

    Αυτοί που γνωρίζετε, διορθώστε τις «ρωμανικές» πατάτες μου. Αν βγάζουν νόημα.

  76. Πέπε said

    74

    Αλλά μια χαρά φεύγουν από τον τόπο τους, μπορεί και ποτέ να μη ζούσαν στον «τόπο τους» (=τόπο των γονέων τους) εκτός από τα καλοκαίρια.

    Μπα, τίποτα. Παλιά με τελείως άλλους όρους ζωής η ενδογαμία είχε όντως διάφορα πλεονεκτήματα, και έκτοτε έμεινε ως ιδεολόγημα που το μαθαίνουν οι παλιοί στους καινούργιους από τα γεννοφάσκια τους.

  77. Πολύ ωραίο το διήγημα. Ευχαριστούμε κύριε Βραζιτούλη, ευχαριστούμε Νικοκύρη για τη δημοσίευση.

    Με τους γάμους στις βλάχικες κοινότητες γνωρίζω πως η γυναίκα είναι μεγαλύτερη από τον άνδρα. Όσους ξέρω με βλαχική καταγωγή τους έχω ρωτήσει και η μικρή στατιστική μου ισχύει μέχρι τώρα. Και πιο δυναμική η γυναίκα στο ζευγάρι και πιο ισχυρή στη σχέση. Εννοείται για γάμους στα παλιότερα χρόνια (μέχρι πριν 50 χρόνια, ας πούμε), με Βλάχους και τους δύο.

  78. Κιγκέρι said

    Με κίνδυνο να με πείτε σεμνότυφη, θα πω κι εγώ ένα αγκαθάκι που βρήκα στην ιστορία, κρίνοντας βέβαια με τα σημερινά δεδομένα: δεν μου άρεσε που ο Ζάρος, που είχε πατήσει τα τριάντα, το στρίμωξε το κοριτσάκι το δεκαπεντάχρονο. Μπορεί για τότε η Βάγγιω να ήταν σε ηλικία γάμου, αλλά και πάλι…

  79. sarant said

    78 Άλλες εποχές όμως.

  80. Mitsi Vrasi said

    Κλειστές κοινωνίες, άλλες εποχές. Πάντρευαν νωρίς τα κορίτσια και για να τα ξεφορτωθούν, και μπας και τα «χαλάσει» κάποιος.

  81. Mitsi Vrasi said

    79. Ουπς 🙂

  82. Γιώργος Μ. Β. said

    Ευχαριστώ πολύ και για τα τελευταία θετικά και εποικοδομητικά σχόλια.

    70. Νίκος Προκόβας. Χαίρομαι. Βασικά ουδεμία αντίρρηση για αναδημοσίευση. Να επικοινωνήσουμε (fb, messenger ή email).

  83. Κιγκέρι said

    Εμ, αυτό λέω κι εγώ, άλλες-άλλες οι εποχές, αλλά το «χάλασε» το κοριτσάκι ο σπουδαγμένος και πολυταξιδεμένος- πώς άραγε θα εξελισσόταν η ιστορία αν πχ η Βάγγιω είχε μείνει έγκυος; Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά!

  84. Mitsi Vrasi said

    79 Συμπέσαμε, αλλά είμαι πολυλογού

  85. Mitsi Vrasi said

    83. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά. Ναι.

  86. voulagx said

    #71: « Βουλάγ[ξ], πίνουν νερό απ’ το Αβδουλάρ εννοούσε,..»

    Ε, τότε: bea apâ di Avdular lu=πινουν νερο απ’ το Αβντουλαρ
    αλλά το τραγουδι δεν το ξέρω.

  87. Κιγκέρι said

    Τέλος πάντων, για να μην κακοκαρδίσω και τον Γιώργο Μ.Β, το διήγημα μού άρεσε πολύ και τον ευχαριστώ που το μοιράστηκε μαζί μας. Απλώς, κατά τη γνώμη μου, δεν θα έχανε τη δύναμή του αν έλειπε η ολοκληρωμένη σχέση των δύο πρωταγωνιστών, ενώ θα μπορούσε να υπάρχει το στοιχείο της μεταξύ τους έλξης.

  88. ΚΩΣΤΑΣ said

    86 Συγνώμη για την λάθος στην αναγραφή του ονόματός σου. Κι άλλη φορά μπερδεύτηκα. Βουλάγξ λοιπόν.

    Αυτός ήταν από το Νέο Περιβόλι και μάλλον λόγω τοπικού ερωτικού εθνικισμού 😉 ήθελε να πει ότι όλα τα κορίτσια ξεδιψούσαν στο Αβδουλάρ. Μπορεί να ήταν και παράφραση άλλου τραγουδιού, φτιαγμένο στα δικά του μέτρα.

  89. sarant said

    81 Ε ναι 🙂

  90. Γιώργος Μ. Β. said

    87. Κιγκέρι Καμία δυσαρέσκεια, τουναντίον… 🙂 Η ολοκληρωμένη σχέση της Βάγγιως με τον Στέργιο είναι εκείνη που «θόλωσε» τον ενωμοτάρχη, (που τους είχε δει κρυφά) και τον οδήγησε στον ψυχρό φόνο. Μπορούσε κάλλιστα να τον συλλάβει τον Ζάρο. Ξεκαθάρισμα του πεδίου λοιπόν.
    Επίσης κάτι άλλο: στις μικρές αυτές κοινωνίες συνέβαιναν πολύ περισσότερα από όσα μπορούμε να φανταστουμε σήμερα στις σχέσεις των δυο φύλων. Άσχετα αν προς τα έξω έβγαιναν ελάχιστα. Οι παλιοί ξέρουν πολλές ιστορίες…
    Να είστε καλά!

  91. Alexis said

    Το μεσημέρι στο δελτίο ειδήσεων της ΕΡΤ1 για τις γαλλικές εκλογές:
    Θωμαΐς Παπαϊωάννου: «Η Μαρίν Λεπέν δήλωσε ότι απευθύνεται σε όλους τους Γάλλους ανεξαρτήτου καταγωγής»
    Αμέσως μετά η Κλειώ Νικολάου σε δικό της ρεπορτάζ αποκάλεσε τον Μελανσόν «ακροαριστερό υποψήφιο» 🙂

  92. Alexis said

    #90: Πάντως την εποχή που τοποθετείται το διήγημα ήταν μάλλον συνηθισμένο φαινόμενο σ’ αυτές τις κοινωνίες ένας τριαντάρης να ζητήσει σε γάμο ή να κλέψει ακόμα μια κοπέλα 16-17 χρονών, που θεωρούνταν ολοκληρωμένη γυναίκα.

  93. voulagx said

    #77: Μαγαδαληνή, είσαι σίγουρη; Τι σόι Βλάχοι ήταν αυτοί; Έχουμε και μια υπόληψη! 🙂

  94. voulagx said

    #75: Mitsi Vrasi, τα Βλάχικά σου δεν τα καταλαβαίνω. 🙂

  95. Γιάννης Κουβάτσος said

    91:Ανέκαθεν προπύργιο αριστείας και αντικειμενικότητας η ΕΡΤ. 😊

  96. Λευτέρης said

    Ήταν και για μένα πολύ ευχάριστη έκπληξη το διήγημα του κ. Βραζιτούλη, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσα μέχρι τώρα. Ακόμα μεγαλύτερη αποκάλυψη είναι η αρθρογραφία του στον «Ηπειρωτικό Αγώνα». Κάποιος κακοήθης θα μπορούσε να συμπεράνει ότι ο κ. Βραζιτούλης έγραψε αυτό το διήγημα για προπαγανδιστικούς λόγους, επειδή είναι κι ο ίδιος ρουμανίζων Βλάχος. ΚΙ ΟΜΩΣ: Μια προσεκτική ματιά στα άρθρα του στον «Η.Α.» δείχνει ότι έχουμε να κάνουμε με έναν αμερόληπτο και δαιμόνιο ερευνητή που αναζητά την Αλήθεια, όσο κι αν αυτό στενοχωρεί κάποιους.

    Συνοψίζω μερικά από τα παλιά άρθρα του στον «Ηπειρωτικό Αγώνα» που διάβασα:

    Στά άρθρα «Γερμανοί ταξιδιώτες στην Ελλάδα του ’36» και «Τα Γιάννενα του ’30 και ’40 μέσα από τις αφηγήσεις γερμανών περιηγητών» ο κ. Βραζιτούλης δεν διστάζει να επαινέσει 4 ναζί περιηγητές που επισκέφτηκαν την Ελλάδα επί 4ης Αυγούστου και επί Κατοχής και έγραψαν για τα Γιάννενα, την Δωδώνη και άλλες περιοχές της Ηπείρου. Στα Γιάννενα τους έκανε εντύπωση η αφόρητη βρωμιά, στη Δωδώνη η εγκατάλειψη του θεάτρου και της γύρω περιοχής, ενώ ο Μεταξάς έλεγε πως νοιάζεται για τα αρχαία μνημεία.

    Στο άρθρο «Το πραξικόπημα του Ιωαννίδη και οι εκτιμήσεις της ΣΤΑΖΙ» ο κ. Βραζιτούλης δεν διστάζει να γράψει ότι η Ανατολική Γερμανία τα είχε βρεί με τον Δικτάτορα Παπαδόπουλο και στενοχωρήθηκε πολύ όταν τον ανέτρεψε ο Ιωαννίδης

    Στο άρθρο «Πορνεία στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης» ο κ. Βραζιτούλης τολμά να γράψει κάτι που απαγορευόταν μέχρι πρόσφατα και στην ίδια την Γερμανία: Ότι οι Ναζί είχαν φιάξει μπουρδέλα μέσα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τις ανάγκες των αιχμαλώτων και αρνιόντουσαν να χρησιμοποιήσουν σαν πουτάνες τις Εβραίες αιχμάλωτες. Διερμηνέας σε ένα τέτοιο πορνείο στο Νταχάου ήταν και ο Νίκος Ζαχαριάδης, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μάρκου Βαφειάδη.

    Στο άρθρο «Έρευνες των Ναζί στο Άγιον Όρος» ο κ. Βραζιτούλης τολμά να γράψει ότι οι Ναζί ενδιαφέρθηκαν να σώσουν τους θησαυρούς του Αγίου Όρους από τα χέρια των Βουλγάρων

    Στο άρθρο «Ο Δημήτρης Χατζής και η παραστρατημένη νεολαία» ο κ. Βραζιτούλης δεν διστάζει να γράψει ότι ο Δ. Χατζής όταν βρισκόταν στην Ουγγαρία ήταν σφοδρός πολέμιος της Ομοφυλοφιλίας, των μοντέρνων χορών και όλων των συνηθειών της Νεολαίας που μιμούνται τον αμερικάνικο τρόπο ζωής.

    Πολλά συγχαρητήρια στον κ. Βραζιτούλη

  97. Ωραίο και το σημερινό.
    Θυμάμαι τον πατέρα μου (από τον ορεινό Βάλτο Αιτω/νίας) που έλεγε «ο λάλας μου» και εννοούσε τον αδερφό του. Ίσως είναι επιρροή από κοντινούς Ρουμανόβλαχους. Δεν έχει βέβαια την ίδια σημασία.

  98. Alexis said

    #97: Ο λάλας (=αδερφός) λέγεται και στο Ξηρόμερο.
    Και λαλάκη μ’ (=αδερφέ μου, αδερφάκι μου)

    Στο μεταξύ ο γνωστός καλικάντζαρος, αφού ξεκοκάλιζε όλη μέρα τον «Ηπειρωτικό Αγώνα» για να βρει κάτι να πει, μπήκε τελικά και άφησε τις κουράδες του.

  99. Triant said

    Φτου ξεΛευτερία.

  100. atheofobos said

    Το διήγημα είναι εξαιρετικό!
    Πριν 50 χρόνια βρεθήκαμε με την γυναίκα μου για πρώτη φορά ένα βράδυ στο Μέτσοβο. Είχαμε κάτσει, σε μια πεζούλα στην πλατεία και τρώγαμε κάτι κοψίδια που είχαμε πάρει από μια ψησταριά σε λαδόκολα, ενώ δίπλα μας μερικοί γέροι μίλαγαν μεταξύ τους σε μια παντελώς άγνωστη σε μας γλώσσα.
    Σε επίσκεψη εκεί μετά από χρόνια δεν ξανακούσαμε κάτι παρόμοιο.

  101. Mitsi Vrasi said

    94. voulagx Κοίτα, δεν είναι «μου». Αυτά όμως λέγονταν. Μπορεί να ήταν παραφθορά. Τα «πομ», «ομ», είναι εύκολα. Η αυλή επίσης εξηγήθηκε στο διήγημα. Ο Γιάκας επίσης ήταν ένας προ-προ-προπάππους. Τι να πω.

  102. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ευχαριστούμε! Ωραίο και πικρό μαζί.
    Σκάλισε μια (ακόμη) πληγή των νεότερων χρόνων. Πίσω από το όμορφο λογοτεχνικά αφήγημα, η μικρή ιστορία, άγριες προσωπικές στιγμές στα γυρίσματα της μεγάλης Ιστορίας. Καλογραμμένο. Συγχαίρω τον κ. Βραζιτούλη, εκτιμώ ιδιαίτερα την απαθανάτιση μέσω μυθιστορίας, ανθρώπινων περιστατικών ειδικά όταν αφορούν βαρβαρότητες και αδικίες μέσα σ΄ένα γενικό χαμό(πόλεμο, Κατοχή, λιμό και λοιμό κλπ) . Διασώζεται έτσι και το πραγματικό πλαίσιο που γέννησε το λογοτέχνημα.
    Μόνο στης κοπέλας την προδοσία ένιωσα ότι ήθελα ακόμα κάτι στη δραματουργική πλοκή. Είχε δύναμη, καίτοι τόσο νέα, να υπερβεί τους κανόνες, να κάνει τέτοια αποκοτιά αλλά να τον «δώσει» μετά;

    Είχα δει πριν πολλά χρόνια, εποχή Μελίνας στο Υπ.πολιτισμού, ένα ντοκιμαντέρ «Βλαχόφωνοι Έλληνες της Πίνδου», παραγωγής του υπουργείου (δεν θυμάμαι πια τίνος η σκηνοθεσία) και από αυτό νομίζω πρώτη φορά πήρα χαμπάρι γι΄ αυτή την πτυχή του ελληνισμού.

  103. Γιώργος Μ. Β. said

    96. Λευτέρης
    Θα παρακαλούσα εφόσον μεταφέρετε εντυπώσεις σας από τα άρθρα μου στον «Ηπειρωτικό Αγώνα», να τις μεταφέρετε σωστά, ώστε να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις:
    Στα άρθρα μου για τους Γερμανούς ταξιδιώτες στην Ελλάδα του 30 και του 40 ΔΕΝ επαινώ κανέναν Ναζί (περιηγητή ή άλλον) . Απλά περιγράφω και σχολιάζω τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις τους.
    Στο άρθρο για τα πορνεία στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν αναφέρω πουθενά τον Νίκο Ζαχαριάδη ή τον Βαφειάδη.
    Στο άρθρο για τους Ναζί και το Αγιον Όρος, ΔΕΝ αναφέρω ότι οι Γερμανοί θέλαν να σώσουν τους θησαυρούς του από τους Βούλγαρους. Τους ήθελαν για δικούς τους ανεξάρτητα από τους Βούλγαρους.
    Στο άρθρο για τον Δημήτρη Χατζή και την παραστρατημένη νεολαία στην Ουγγαρία επίσης δεν αναφέρω πουθενά τη λέξη «ομοφυλοφιλία» ή άλλη παρόμοια.
    Αυτά, και σίγουρα ΔΕΝ ειμαι «ρουμανίζων».
    Κατά τα άλλα χαίρομαι που σας άρεσαν.

  104. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>οβορός
    Όβγορο στην Κρήτη λένε το μέρος με ανοιχτό ορίζοντα, με θέα.

  105. sarant said

    103 Αγαπητέ Γιώργο, έπεσες πάνω στο ξωτικό του ιστολογίου. Μη δίνεις σημασία. (Δεν θα ξανασχολιάσει)

  106. Γιώργος Μ. Β. said

    102. ΕΦΗ-ΕΦΗ Ευχαριστώ για το όμορφο σχόλιο. Το δίλημμα αφόρητο για τη Βάγγιω.Τελικά το βάρος της ευθύνης απέναντι στην οικογένεια και στα μικρά αδέρφια της αποδείχτηκε μεγαλύτερο από τον έρωτα. Θα μπορούσε βέβαια να είναι και διαφορετικά… 🙂

  107. Γιώργος Μ. Β. said

    105. Κατάλαβα Νίκο. 🙂 Καλό μας ξημέρωμα.

  108. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Θολό νερό, (θελό νερό λεγανε οι παλιοί μου)
    νερό, όχι ποτάμι βρε φίλοι-αλλά χαλάλι μπήκαν ωραία πράματα 🙂 .
    Μες την πολλή θολούρα μου (περασμένη η ώρα), εγώ θυμήθηκα τον Θολό βυθό,το εξαιρετικό βιβλίο ,του Γιάννη Ατζακά.

    Θολά νερά

  109. Πέπε said

    108
    > θελό νερό λεγανε οι παλιοί μου

    και στην Κάρπαθο:

    …και άστρο δεν εβρέθη ν’ αστρονομιστεί,
    να ‘εί το ριζικό της και τη μοίρα της,
    μόνο ‘ναν αστρουλλάκι στην ανατολή,
    θελό και ‘ουρκωμένο κι ανεγνώριμο…

    Το «θελό και (β)ουρκωμένο», μιας και είναι κάπως περίεργο για άστρο, μάλλον θα προέρχεται από στερεότυπη έκφραση για νερό που έχει γίνει θολός βούρκος, υποθέτω.

  110. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    109, πολύ ωραίο!
    >>θελό και (β)ουρκωμένο
    νομίζω όπως το βλέμμα.
    Και ήθελα να πω και το ξέχασα, για τις ενδογαμίες ότι υπάρχουν ακόμη κατάλοιπα. Από την Κάρπαθο έχουμε γνωστό, φίλο πες ,με γερές σπουδές (ας μην πω το επάγγελμα) που δεν παντρεύτηκε , άνω των 60 πλέον, γυρεύοντας καρπαθιώτισσα (εννοείται ίδιου κοινωνικού βεληνεκούς κλπ). Από πολλά χρόνια πριν, το λέγαν άλλοι φίλοι, κοντινότεροί του που ξέρανε τις περιπτώσεις.

  111. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>…χωρίς να μπορέσει να αποφύγει την αποκρουστική εικόνα του σκελεθρωμένου και καταζαρωμένου κορμιού της…
    μήπως καλύτερα «θλιβερή» εικόνα ;
    Συγγνώμη, δεν μ΄αρέσει που το κάνω αυτό -και να είναι και η δεύτερη, ας πούμε παρατήρησή μου, το σκεφτόμουν πολλή ώρα να το πω να μην το πω, αλλά (θέλω να πιστεύω ότι) το γερασμένο κορμί των γονιών-κι ίσως περισσότερο της μάνας, δεν (γίνεται να) είναι, για τα παιδιά της τουλάχιστον, αποκρουστικό.
    Λίγο πριν πεθάνει η μητέρα μου (αιφνίδια, από καρδιά), είχα κατέβει λίγες μέρες στην Κρήτη και μέσα στ΄άλλα μας, τη βοήθησα να κάνει μπάνιο. Είναι η τελευταία μου εικόνα από κείνην και θυμάμαι πόση αγάπη και συγκίνηση ένιωθα για το νικημένο από τον χρόνο και τα βάσανα σώμα της καθώς την έπλυνα. Και βέβαια τη σκέφτομαι πάντα έτσι, λατρευτικά, με το καταπονημένο κορμί της, την ελαφρά στραβωμένη από κακό πέσιμο πλατούλα της.
    Συγγνώμη και πάλι.

    Κατά τη γνώμη μου ήταν από τα προσφυή σημεία του διηγήματος η πλημμύρα που φούσκωσε το ποτάμι και μαζί το ασυνείδητο της μητέρας, με όλο τον τότε πόνο και την τύψη.

    Αχ αυτό το πολυώνυμο ασβούδι του ιστολογίου, δε βαστιέται να μην αμολύσει τη βρωμίτσα του.

  112. IRA said

    Το χωριό της, που ήταν χωμένο κι απομονωμένο μέσα στις χαράδρες της Πίνδου, είχε εκείνη την εποχή πεντακόσιες περίπου ψυχές, Βλάχους ορεσίβιους, υλοτόμους κυρίως και κυρατζήδες. Ζούσαν στους δυο μαχαλάδες που χώριζε στη μέση ένα ποτάμι και ένωνε ένα παλιό τοξωτό πέτρινο γεφύρι. Το ποτάμι ήταν πηγή ζωής και ενέργειας για τους κατοίκους και για όλη την γύρω περιοχή, όμως μερικές φορές, όταν δηλαδή τύχαινε να βρέχει για μέρες ασταμάτητα ή έλιωναν την άνοιξη τα χιόνια στα γύρω βουνά, μεταμορφώνονταν σε ένα ορμητικό θηρίο, που με ένα τρομακτικό βουητό σάρωνε τα πάντα στο κατέβασμά του.
    https://travel.eleftheriaonline.gr/travel/item/6829-boboysa-to-kala-krymmeno-chwrio-ths-hpeiroy-poy-kobetai-sta-dyo-binteo

  113. gbaloglou said

    ΠΕΡΑ ΣΤΟ ΘΟΛΟ ΠΟΤΑΜΙ

  114. ΚΩΣΤΑΣ said

    21 gbaloglou

    Εξαιρετικό και αυτό, το προ 30ετίας, για την Σαμαρίνα.

  115. loukretia50 said

    Γιώργος Μ.Β.
    Πολύ ωραίο κι ενδιαφέρον διήγημα, δυνατή και περιεκτική γραφή.
    Ευχαριστούμε που το μοιραστήκατε.

    Μπαγιάτικες σερβίρονται οι σοφίες μου, οι προλαλήσαντες τα είπατε όλα – και μερικά περισσευούμενα!
    Σχολιάζω μόνο γιατί δε βρίσκω αγκαθάκια, και διαφωνώ με τις φίλες που τα εντόπισαν.

    Κιγκέρι,
    κατά τη γνώμη μου ήταν απαραίτητο να αναφερθεί η ερωτική σχέση, βρίσκω ότι προσθέτει άλλη δυναμική στον πυρήνα της ιστορίας.
    Ήδη απάντησε ο συγγραφέας, ο οποίος δεν κρίνει, δεν ηθικολογεί, απλά αναφέρει ένα γεγονός απίστευτα συνηθισμένο , ειδικά σε ταραγμένες εποχές.
    Άλλωστε με τον πατέρα απόντα, ούτε λόγος για παντρολογήματα.
    Θα πούμε εμείς σήμερα ότι ήταν η αγάπη αμαρτία?

    ΕΦΗ-ΕΦΗ,
    Νομίζω πως ακριβώς αυτή η «προδοσία»* είναι το πιο δυνατό σημείο, ένα δίλημμα τραγικό που απογειώνει την ιστορία..
    Μπορείς να φανταστείς μια τόσο νέα κοπέλα ανυπεράσπιστη στο έλεος εκείνων που πάντα την τρομοκρατούσαν ? – «ζόρικοι τύποι… έκαναν και έλεγαν συχνά ασχήμιες».
    Δε χρειάζεται τίποτε περισσότερο στην πλοκή, είναι πολύ έντονη η εντύπωση που δημιουργεί και εύκολο να φανταστεί κανείς τη φοβερή σκηνή.
    Και μάλλον πολύ σεμνή είναι η περιγραφή όσων έλεγαν και ήταν διατεθειμένοι να κάνουν και την προτιμώ.
    Κατανοητή η επιλογή του συγγραφέα να μην εστιάσει σε λεπτομέρειες που άλλους σοκάρουν κι άλλους… άντε να μη γίνω πολύ κακιά…
    Και εξαιρετικά δοσμένο ότι είναι η βία κι η χυδαιότητα που θολώνει σαν ορμητικό ποτάμι τη σκέψη και πνίγει την αθωότητά της.
    Γιατί είναι αθώα, διαφωνείς?

    Θα συμφωνήσω όμως μαζί σου ότι είναι βαρύς ο χαρακτηρισμός «αποκρουστική», για την εξαθλιωμένη εικόνα του σώματος της μητέρας. Αποδίδει μεν, αλλά δεν ταιριάζει σε γιο, έστω όχι ιδιαίτερα φιλόστοργο.
    Εκτός αν είναι σκόπιμη αυτή η αποστασιοποίηση, οπότε σωστά το αναφέρει.

    * : είναι, όντως? Είχε επιλογή?
    Ούτε ο Μιχαήλ Στρογκώφ – όπως θυμάμαι απ΄τα παιδικάτα μου.

  116. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    115, Γεια σου Λου!
    Προσπάθησα να πω ότι αισθάνθηκα ότι χρειαζόμουν ακόμη κάτι στη δραματουργία, ένα εύρημα (δεν έχω κάτι στο μυαλό μου) για να προκύψει η εξέλιξη, όχι ν΄αλλάξει το αποτέλεσμα. Αθώα μεν αλλά όχι ως τα τέρματα (εξ ου και οι τύψεις) .
    Νομίζω επίσης, από τις καταγραφές τέτοιων περιστατικών, ότι αυτά τα καθάρματα ακόμη κι όταν αποσπούσαν την πληροφορία, πάλι δεν γλίτωνε τα «υποσχόμενα» βάσανα ο εκβιαζόμενος άθελος πληροφορητής.

    Α! με το τσίγκλισμά σου, τώρα δα μου ήρθε μια κατεβασιά, αλλά αυτό είναι άλλο διήγημα! Απευθύνομαι όμως μόνον σ΄εσένα σαν παιχνίδι-διάλογο που κάνουμε κι άλλοτε με τα στιχάκια, όχι ν΄αλλάξουμε (τα φώτα) στο έργο του κ. Βραζιτούλη, με τις εξυπνάδες μου!
    Με άλλη μια συγγνώμη και χωρίς παρεξήγηση λοιπόν, μια τέτοια δική μου ηρωίδα, θα ρίσκαρε μην ομολογώντας για πιο πολλήν ώρα τρώγοντας ξύλο κι απάνω κει θα ξετρύπωνε/εμφανιζόταν ο καταζητούμενος (για να πάψουν να χτυπούν εκείνην) τον οποίο θα ντουφέκιζαν επιτόπου και μετά, στο τέλος, η ανοϊκή γιαγιούλα θα έλεγε στα βλάχικα (ξυπνημένη η μνήμη από το φουσκωμένο νερό-σαν τότε, με την εκτέλεση του καλού της μπρος στα μάτια της) κάτι σαν «όχι, δεν ξέρω πού είναι ο Ζάρος».
    Το κάνω προβλέψιμο ε; Αμ γι΄αυτό δε γράφω… 😉

  117. Πέπε said

    Τώρα το διάβασα. Πολύ καλό το διήγημα. Ευχαριστούμε και μπράβο στον κ. Βραζιτούλη. Ευχαριστούμε επίσης και τον Νίκο.

    Το σέτινγκ μού ήταν εντελώς άγνωστο. Ώστε υπήρχαν βλαχοχώρια στα οποία το ρουμάνικο κράτος έτσι ανοιχτά έστελνε λεφτά κι έκανε ρουμάνικα σχολεία; Και η αντίδραση του ελληνικού κράτους ήταν να στέλνει χωροφυλάκους να δέρνουν και να εκφοβίζουν τον κόσμο; Ωραία πράγματα.

    Υποθέτω ότι η απόφαση του κ. Βραζιτούλη να στείλει αδημοσίευτο έργο του όχι σε έντυπο αλλά σ’ έναν ηλεκτρονικό χώρο ελεύθερου σχολιασμού ισοδυναμεί με κάλεσμα σε σχολιασμό, έτσι δεν είναι; Κατ’ αρχήν είναι αδιαπραγμάτευτος ο σεβασμός στις επιλογές του συγγραφέα, αφού αυτός είναι ο συγγραφέας και όχι εμείς. Αλλά αν ορθώς αντιλαμβάνομαι ότι αυτό το κάλεσμα μάς δίνει την άδεια, θα ήθελα να επισημάνω δύο εκφραστικές παρωνυχίδες:

    > Κι αν δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή οι ρουμανίζοντες ίσως να είχε επινοηθεί κάποια άλλη ομάδα για να αναλάβει έναν τέτοιο ρόλο, γεγονός που επαληθεύτηκε λίγα χρόνια αργότερα στην αιματοχυσία του Εμφυλίου.

    Ένα γεγονός δεν επαληθεύεται. Μια υπόθεση επαληθεύεται (από γεγονότα). Εδώ θα θέλαμε «όπως και συνέβη» ή κάτι ισοδύναμο.

    > κυκλωτικούς χορούς

    Μιας και δε νομίζω ότι είναι τόσο συνηθισμένη αυτή η έκφραση, προσωπικά με παραπέμπει τόσο έντονα στη μία και πασίγνωστη φορά που χρησιμοποιήθηκε, δηλαδή στον Σαββόπουλο, ώστε κι αν δεν είναι σκόπιμη η αναφορά πάντως μοιάζει σαν να είναι. Είναι λίγο κλισέ να τσιτάρεις Σαββόπουλο (ή να φαίνεσαι ότι τσιτάρεις).

    Αντίθετα, δεν έχω κανένα πρόβλημα με τη φράση «αποκρουστική εικόνα του σκελεθρωμένου και καταζαρωμένου κορμιού της» (#111). Δεν είναι βέβαια ευχάριστη φράση, αλλά ούτε και προσπαθεί να είναι. Το να φτάσεις να βλέπεις έτσι τη μάνα σου είναι τραγικό. Η ένστασή σου, Έφη, μήπως οφείλεται στο ότι άλλα βλέπει μια κόρη κι άλλα ένας γιος;

  118. voulagx said

    #117: « Ώστε υπήρχαν βλαχοχώρια στα οποία το ρουμάνικο κράτος έτσι ανοιχτά έστελνε λεφτά κι έκανε ρουμάνικα σχολεία;»
    Ναι, βασει συμφωνιας Ελλαδος-Ρουμανιας μετα το τελος του 2ου Βαλκανικου πολεμου (Συνθηκη Βουκορεστιου) οπως και ελληνικα σχολεια στη ρουμανια.

  119. sarant said

    118 O Mίλτης Παρασκευαϊδης, που τον έχουμε συζητήσει πολλές φορές στο ιστολόγιο, ήταν στη δεκ του 1930 φιλόλογος σε ένα τέτοιο ελληνικό γυμνάσιο στο Γαλάτσι (της Ρουμανίας)

  120. Μαρία said

    118
    Στη Θεσσαλονίκη υπήρχε και ρουμάνικο γυμνάσιο.

  121. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    …ο Κοτζιούλας, επικαλούμενος τη μαρτυρία του Μπάμπη Κλάρα, αναφέρει στα απομνημονεύματά του:
    «Στην αρχή της κατοχής παρουσιάστηκε μια μεγάλη απειλή για τη φυλετική μας ενότητα απ’ορισμένους βλαχόφωνους της Πίνδου, που ίδρυσαν με την υποστήριξη των Ιταλών τη λεγόμενη λεγεώνα, κατατάσσοντας σε αυτήν με τη βία ή με τη δωροδοκία όσους μπορούσαν. Η προπαγάνδα απλωνόταν ολοένα
    αποσυνθέτοντας το ελληνικό στοιχείο και στηριγμένη πάντα στην τρομοκρατία
    …οι «λεγεωνάριοι» φαίνεται να είναι από τους ελάχιστους «δοσίλογους» που τιμωρούνται, γεγονός που μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως η «τιμωρία» τους δεν σχετίζεται τόσο με τη συνεργασία τους με τους κατακτητές αυτή καθ’ εαυτήν όσο με το ζήτημα της εθνοτικής διαφοροποίησης και διεκδίκησης που αυτοί προέβαλαν.
    Στη συνέχεια, μάλιστα, διάφορες αφηγήσεις του «εθνικού στρατοπέδου» θα
    συνδέσουν άμεσα ή έμμεσα την δράση των πρωταγωνιστών της «Λεγεώνας» με την,
    πραγματική ή φανταστική, σχέση τους με τον «κομμουνισμό»…
    … Είναι προφανές πως η σύνδεση της «Λεγεώνας» με τον «κομμουνισμό» εγγράφεται σε ένα σχήμα πρόσληψης, ερμηνείας και δημόσιας παρουσίασής των γεγονότων της Κατοχής συμβατό με τις ιδεολογικές κατευθύνσεις
    και τις πολιτικές στοχεύσεις του μετεμφυλιακού κράτους και, ενδεχομένως, αποτελεί μια προσπάθεια άμβλυνσης, ακύρωσης ή και αντιστροφής των κατηγοριών της αριστεράς περί «συνεργασίας» ενός τμήματος της νικήτριας παράταξης του εμφυλίου με τους κατακτητές…
    (…)
    Σε κάθε περίπτωση, με τον στιγματισμό της «Λεγεώνας» ως «προδοτικής», ανεξάρτητα από το πόσο κάτι τέτοιο ανταποκρίνεται στην «ιστορική πραγματικότητα», το ελληνικό κράτος θα βρει την ευκαιρία (το 1944-1945) να κλείσει πολλά «ρουμανίζοντα ιδρύματα», όπως αυτά της Θεσσαλονίκης και της Βέροιας, με την αιτιολογία πως «συνεργούσαν υπέρ των κατακτητών»και να διακόψει οριστικά τη λειτουργία των βλαχορουμάνικων σχολείων.Το αποτέλεσμα είναι σύμφωνα με την Ε. Αμπατζή η λήθη και η αφομοίωση των Βλάχων μετά τον πόλεμο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «μετά από τις καταστροφές δύο πολέμων, το ασφαλέστερο πράγμα για τους επιβιώσαντες Βλάχους ήταν να αποκρύψουν ή και να ξεχάσουν την γλώσσα που τους έβαλε σε τόσα δεινά. Φαίνεται σαν όλοι να αποφάσισαν ότι η χρήση της είναι προβληματική».Ωστόσο, πρόκειται μάλλον για μια λήθη εκκωφαντική, που πλανάται συνεχώς, υπόρρητα ή φαντασματικά, αναπαράγοντας το ιδεολογικό και θεσμικό πλαίσιο απαξίωσης και απόρριψης κάθε «εθνοπολιτισμικής» διεκδίκησης των Βλάχων ως εξίσου «προδοτικής».

    ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
    Διδακτορική Διατριβή Θεόδωρου Σπύρου
    Τίτλος διατριβής:Οι Βλάχοι και οι Τόποι τους:
    Kοινωνικός μετασχηματισμός και «μεταμορφώσεις» της ταυτότητας σε μια βλαχόφωνη κοινότητα της Πίνδου
    σελ.112 κ΄114
    https://www.vlahoi.net/ebooks/oi-vlaxoi-kai-oi-topoi-tous

  122. # 111,115

    Ισως να είναι η διαφορά μεταξύ γιου και κόρης, οφειλόμενη κατά την γνώμη μου στην φυσική σκληράδα που δίνει η μητρότητα στις γυναίκες, που δίνει μεγαλύτερα ποσοστά αυτοθυσίας, σε σχέση με τους άνδρες. Ο φόβος αντιμετώπισης μιας τραγικής εικόνας στους άνδρες δίνει αυτή την έννοια του αποκρουστικού, είναι μια καλή δικαιολογία. Είναι το ίδιο συναίσθημα που νοιώθει για το γυμνό κορμί της συντρόφου του όταν έχει τελειώσει κάθε φιλική και σαρκική σχέση, εδώ τα ρούχα παίζουν καταλυτικό ρόλο, ενω κανένας (νορμάλ) δεν φαντάζεται την μάνα του γυμνή.

  123. spyridos said

    Με τη Συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία αναγνώρισαν Ρουμανική μειονότητα μέσα στα σύνορά τους.
    Σύμφωνα με τη συνθήκη τους έδωσαν θρησκευτική (μητρόπολη) και εκπαιδευτική (δημοτικά και γυμνάσια στη Ρουμανική γλώσσα) αυτονομία.
    Η Ρουμανία θεσπίζει υποτροφίες για σπουδές σε πανεπιστήμια της.
    Στη Ρουμανία υπήρχαν ήδη Ελληνικά σχολεία.
    Τη δεκαετία του 1920 μερικές χιλιάδες Κουτσόβλαχων μεταναστεύουν στη Ρουμανία, ύστερα από πιέσεις της Ελλάδας λένε οι Ρουμάνοι, ύστερα από αίτημα της Ρουμανίας λένε οι Έλληνες
    Ο Μεταξάς δημιουργεί τα πρώτα προβλήματα στα σχολεία αλλά οι διεθνείς συνθήκες και η ανταποδοτικότητα είναι «πρόβλημα».
    Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, τα ρουμάνικα σχολεία πέφτουν σε δυσμένεια παντού. Υπάρχουν μαρτυρίες και για εχθρική αντιμετώπισή τους από τον ΔΣΕ.
    Το 1948 «σιωπηλά» σταματά η λειτουργία τους παρόλο που η Ελλάδα συνεχίζει να δεσμεύεται από συμφωνίες.
    Ο Αβέρωφ βγάζει το βιβλίο του για το Κουτσοβλαχικό ζήτημα.
    Το 1991 μετά την επίσκεψη Μητσοτάκη , Σαμαρά στο Βουκουρέστι και τις εκεί δηλώσεις παύει ντε φάκτο η ύπαρξη του ζητήματος.

    Θυμάμαι το 2003, Απρίλη, μετά το Πάσχα πήγαμε με μια παρέα στο Μέτσοβο.
    Μαζί μας και μια ξαδέλφη μου με μητέρα Ρουμάνα.
    Στο δρόμο παρέες ντόπιων κυρίως, οι τουρίστες του Πάσχα είχαν φύγει.
    Κάποια στιγμή με πλησιάζει έκπληκτη με παίρνει παράμερα και μου δηλώνει ότι αυτοί μιλάνε Ρουμάνικα.

  124. voulagx said

    #123: «Στη Ρουμανία υπήρχαν ήδη Ελληνικά σχολεία.» Τα οποια βασει της συνθηκης μετατραπηκαν σε ΝΠΔΔ.
    Και στην πρωην Οθωμανικη Μακεδονια- που διαμοιραστηκε σε Ελλαδα, Σερβια, Βουλγαρια- υπηρχαν ρουμανικα σχοελια.

  125. Γιώργος Μ. Β. said

    Φίλες και φίλοι! Σας ευχαριστώ πολύ για τα σχόλια, τις παρατηρήσεις και τα καλά σας λόγια. Αυτές τις μέρες βρίσκομαι σε ταξίδι και δεν μπορώ δυστυχώς να συμμετάσχω ενεργά στη συζήτηση. Να είστε καλά!

  126. GeoKar said

    #111:😢👍

  127. sarant said

    125 Εμείς ευχαριστούμε!

  128. John said

    Θα προσπαθήσω να μεταφράσω στα βλάχικα την πρώτη πρόταση.
    Meteoroloyilji dzâtsea că fură ma grei ploili tu patrudzătsĭ di anjĭ până tora tu periferia di Zauerland di Vestfălii, cari avea faptă nuntru tu psâni sihâtsĭ arâuri shi shuruinji s’ umflă shi s’ facă zinjii nimisurati pi câsi sh’ averi a lochilorŭ di vărlingă.

  129. sarant said

    Α, ευχαριστούμε πολύ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: