Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview)

Posted by sarant στο 15 Μαΐου, 2022


Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτά συνδέονται με τραγούδι, τούτη τη φορά ελληνικό, που μπαίνει σαν ιντερλούδιο μετά το πρώτο διήγημα. Τα διηγήματα αυτά τα αφιερώνουμε στη μνήμη του αξέχαστου φίλου μας Γιάννη Ιατρού, επειδή λίγο πριν από τον αδόκητο θάνατο του Γιάννη ο Τζι τού είχε ζητήσει τη βοήθεια για τη μορφοποίηση -και φυσικά ο Γιάννης είχε δώσει τη βοήθειά του, όπως με τόση γενναιοδωρία και αξιοσύνη έκανε πάντοτε.

1. Το στρείδι και το μαργαριτάρι

Περίεργα νερά αυτά της Μεσόγειος, αλλού σου μοιάζουν φιλικά, κι αλλού μόνο το χρώμα τους προειδοποιεί κινδύνους. Μεγαλωμένη στα ήρεμα νερά της Καλλονής η κοπελιά-λέγανε πως από αυτήν πήρε το όνομά του ο κόλπος- ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό, μα δεν της έλαχε ποτέ μαργαριτάρι. Τόχε παράπονο. Μόνο ένα πιο μικρό από φακή, σε ακανόνιστο σχήμα σαν αχλάδι, στα τόσα χρόνια που έψαχνε. 

 – Θέλω το πιο σπάνιο μαργαριτάρι του κόσμου ! 

 – Θα τόχεις. Κι’ από μένα, μπόνους, το πιο σκούρο. 

 Ηταν σαν προγαμιαία συμφωνία ό όρος που έθετε η κοπελιά στον νέο από την Μπαρμπαριά. Γεροδεμένος κι αθλητικός, με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής, δούλεψε χρόνια σ’ ελληνικά καΐκια, έμαθε και την γλώσσα. Με το τέλος της δουλειάς ήρθε με το σφουγγαράδικο στα νησιά του  Αιγαίου ψάχνοντας για νύφη. Δεν τόχε σε πολύ να αλλαξοπιστήσει, πίστευε πως αν η γυναίκα του ήταν καλύτερη από αυτόν και ο θεός της θα μπορούσε να είναι καλύτερος από τον δικό του. Η Καλλονή τον μάγεψε τόσο που αρκέστηκε στον λόγο της για την παρθενιά της- ήταν εκ των ουκ άνευ στην κουλτούρα του- αν και η κάπως προχωρημένη ηλικία της για γάμο προξενούσε απορίες αν κάποιος έβλεπε την ομορφιά της. 

Η Καλλονή τάχε γλεντήσει τα χρονάκια της και στόχευε σε κανέναν πλούσιο ηλικιωμένο που δεν δίνει πολλή σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες και κουτσομπολιά, ο ξένος μορφονιός ήταν το πιο τρελλό όνειρό της στην τωρινή κατάστασή της. Δεν θάχανε τέτοια ευκαιρία. Κάτι κόλπα ξέρανε οι γριές του νησιού, στεφάνι, ταξίδι στην Μπαρμπαριά και ποιος την πιάνει.. 

Η θειαΒιολέττα ανέλαβε την …επανόρθωση, ο γάμος έγινε, το πανηγύρι στήθηκε μια ο Σαΐντ δεν μέθυσε όπως ήταν το σχέδιο, αποδείχθηκε πολύ γερό ποτήρι. Δασκαλεμένη η Καλλονή έβγαλε όλη την θεατρικότητά της κι όλα τα κόλπα που διδάχθηκε, μέχρι και αίμα στο σεντόνι. Ο Σαΐντ δεν είπε λέξη, πήρε την γυναίκα του και γύρισε στην Μπαρμπαριά. Εκεί της θύμισε το μεγάλο και το μαύρο, σπάνιο μαργαριτάρι. Η Καλλονή από την αγωνία της τόχε σχεδόν ξεχάσει. Της είπε πως τα έχει εντοπίσει. 

Ηταν από τους άντρες που βαστούσαν τον λόγο τους κι’ η Καλλονή ήταν από τις γυναίκες που απερίσκεπτα ζητάγανε ότι περάσει απ’ το μυαλό τους, πολλές φορές χωρίς να το εννοούν. 

Στα λόγια συμφωνούσανε πλήρως, στις εικόνες στο μυαλό τους όμως οι διαφορές ήταν τεράστιες. 

Αυτή φανταζόταν κατ’ αρχήν μια λεπτή χρυσή αλυσιδίτσα. Να συγκρατεί ένα μικρό μαύρο μαργαριτάρι και από αυτό να κρέμεται – δεμένο με πλατίνα – ένα πελώριο μαργαριτάρι στα χρώματα του ροδάκινου – ταίριαζαν τόσο με τα χρώματα του δέρματός της κι’ ακόμα με το κυπαρισσί στα μάτια της. Καθόλου δεν νοιαζότανε που θα έβρισκε τέτοιο κόσμημα, ας το παράγγελνε. 

Κι’ αυτός το ίδιο ροδακινί χρώμα έβλεπε σ’ όλο το νερό σαν νάτανε ένα πελώριο μαργαριτάρι. Ηταν ο χώρος μιας θαλάσσιας σπηλιάς σχεδόν σφαιρικής, με την είσοδο στο πλάι και την μικρή στρογγυλή τρύπα στην κορυφή να αιχμαλωτίζει όλο το φως όταν ο ήλιος περνούσε από πάνω της. Ούτε αυτός νοιαζότανε που θα βρεθεί τέτοια θαλάσσια σπηλιά γιατί απλούστατα την είχε ήδη βρει. Το εσωτερικό της φαινότανε σαν ένα πελώριο μαργαριτάρι που επαναλαμβανότανε σε κάθε ασύννεφη μέρα του χρόνου για καμμιά ώρα προς το μεσημέρι. Την έβλεπε πλέον εκεί μέσα, ξαπλωμένη ανάσκελα στον πάτο της σπηλιάς με τα χέρια πλεγμένα στην κοιλιά της και τα μαλλιά να κυματίζουν ελαφρά στα υποθαλάσσια ρεύματα. Και εδώ τα χρώματα του δέρματος και των μαλλιών της ταίριαζαν με τις αποχρώσεις των νερών. Ηταν σαν να βρισκότανε μέσα ένα πελώριο μαργαριτάρι με τα μάτια κλειστά και το μικρό μαύρο αχινούδι στα μωβ χείλη στον ρόλο της μαύρης πέρλας. Φυσικά οι αχινοί δεν μπορούν να σκαρφαλώσουν γρήγορα όπως τα καβούρια και οι πορφύρες, κάποιος φαίνεται το είχε βάλει βιαστικά εκεί. 

Τα υπόλοιπα πτωματοφάγα θα ερχότουσαν μόνα τους, αργότερα… 

Ο νιος αφέντης απ’ το Τούνεζι,

μαύρος σαν του βυθού το στρείδι
αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα
είχε ένα μάτι, μάτι, μάτι
είχε ένα μάτι σαν αχάτη
Αυτός που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτα,
που πιάστηκε στα δίχτυα του έρωτά της.

Λευκή, λευκότερη κι απ’ την αυγή
Η Λεωνόρα, ινφάντη απ’ την Καστίλη
Το δέρμα της λουλούδι της μανόλιας
τ’ αυτάκι της σαν το κοχύλι
στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτα
στα δίχτυα πιάστηκε κι αυτή του έρωτά του,
του νιού από το Τούνεζι,
μαύρου σαν του βυθού το στρείδι
που γίνεται χλωμός μόλις τη δει.

Το στρείδι ανοίγει, ανοίγει τρυφερά
και έπειτα μέσα του την κλείνει
λευκή, λευκότερη κι απ’ την αυγή
με χείλη που έτρεμαν πολύ
εκείνη τον γλυκοφιλεί.

Μα παραμόνευαν απ’ το Καστέλι
οι τρεις δικοί της αδελφοί
αστράψαν ξαφνικά τα βέλη
κι ο νιός από το Τούνεζι
πάει τον κατάπιε η θάλασσα.

Μαύρος σαν στρείδι αυτός μαζί της
στην άβυσσο κατρακυλά
Με την καλή του αγκαλιά,
τη σεντεφένια κοπελιά
Στης θάλασσας τα βάθη ο μαύρος
σα στρείδι έμεινε κλειστό
Κι εκείνη έγινε μαργαριτάρι
Χλωμότερο απ’ το θάνατο.

(στίχοι του Dario Fo σε μετάφραση Κωστή Σκαλιόρα)

2. Γιώργης Αγιώργης

Ο Γιώργης Αγιώργης, ο έλληνας ξάδερφος του Γιάννη Αγιάννη, ξύπνησε το πρωΐ πεινασμένος στην τρώγλη του. Ο καφές, μαζί με το νερό, ήταν τα μόνα αγαθά που του είχαν μείνει από την τελευταία χορηγία της Ουνέσκο. Εβαλε το μπρίκι να βράζει. Δεν τον χόρταινε βέβαια ο καφές αλλά του ξελαμπικάριζε το μυαλό. Ψύχραιμα ανέλυσε την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση. Πολλοί άστεγοι και ζητιάνοι, ρε παιδάκι μου, δεν βγαίνει μεροκάματο πια με το χέρι απλωμένο και το μυστικό είχε γίνει κοινός τόπος μεταξύ των αστέγων : έπρεπε τώρα νάχεις μέσον γιατρό για να βγάλεις την νύκτα στο νοσοκομείο της εφημερίας, πάνε οι καλές εποχές που το ξέρανε μόνο τρεις κι’ ο κούκος, τζάμπα φαΐ και τζάμπα ύπνος. Καλά που βρέθηκε αυτή η τρώγλη και λύθηκε το ζήτημα στέγη.

Ο Γιώργης Αγιώργης έτριψε τις τσίμπλες του και φύσηξε τη μύτη του. Μπροστά του έβλεπε την κατσαρόλα άδεια. Την γέμισε νερό και την κοίταξε ενορατικά. Τώρα ήταν έτοιμος. Στο μυαλό του ήταν ήδη καταστρωμένο το πλάνο της σημερινής του εξόρμησης » πώς να γεμίσετε την κατσαρόλα σας με εκλεκτό φαΐ, δωρεάν «.

Θα ήταν μια μακριά πορεία -το περπάτημα κάνει καλό στην υγεία – ανάμεσα σε ξεκάθαρα επιλεγμένους στόχους, με την μέγιστη αποτελεσματικότητα, μέσα σε λογικά χρονικά πλαίσια, βέβαια. Τα βήματά του τον έφεραν στο δρόμο με τους μαραγκούς. Γρήγορα εντόπισε τον στόχο του : πεταμένα κουτιά από ξυλόκολλα που να μην έχει μέσα τους  ξεραθεί τελείως το τελείωμα της κόλλας. Βρήκε το πιο κατάλληλο. Το έκλεισε σφιχτά  και το έρριξε στο σακκούλι του. Μετά μάζεψε μερικά λεπτά ξυλαράκια.

Συνέχισε τον δρόμο του μέχρι τον κουλουρά της γωνίας. Εβαλε το καπέλλο του ανάποδα πάνω στον πάγκο του κουλουρτζή κι’ έπιασε ένα κουλούρι. Τότριψε ελαφρά πάνω από το καπέλλο του. Τα σουσάμια πέσανε μέσα. Μετά έπιασε ένα άλλο. Οταν μάζεψε όσο σουσάμι ήθελε  βρήκε τα κουλούρια μπαγιάτικα, τα παράτησε κι’ έφυγε.

Ο Γιώργης Αγιώργης ξαναγύρισε στη τρώγλη του. Βούτηξε προσεκτικά τα ξυλαράκια στην ξυλόκολλα φιάχνοντας ξώβεργες. Ποτέ του δεν τα χώνεψε τα κολόπουλα τα περιστέρια, του την σπάγανε που ο κόσμος τα θεωρούσε πρότυπα αγνότητας. Ακόμα περισσότερο του τη σπάγανε τ’ αγριοπερίστερα, οι δεκαχτούρες μ’ αυτό το απαίσιο γουργούρισμά τους τον ξυπνάγανε συχνά από τον ύπνο του. Τώρα τις φανταζότανε πιλάφι ατζέμ. Χωρίς κανένα πρόβλημα συνείδησης έστησε τις ξώβεργές του. Μετά σκόρπισε το σουσάμι σε ζωτικά σημεία για δόλωμα. Χαμογέλασε ικανοποιημένος, ήταν σαν να είχε ρίξει παραγάδι. Απλά έπρεπε να περάσει λίγη ώρα για να δρέψει τους καρπούς και φυσικά δεν θα πήγαινε χαμένη αυτή η αναμονή. Μπήκε μέσα στη τρώγλη του, δίπλωσε καλά το άσπρο τραπεζομάντηλό του, το έχωσε σε μιά τσέπη του παλτού του μαζί με μια πλαστική σακούλα και βγήκε έξω ξανά. Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά το περπάτημα ήταν ευχάριστο τώρα. Κινήθηκε προς  τα σύνορα του προαστείου του.

Ο Γιώργης Αγιώργης σταμάτησε  στο περίπτερο για την ενημέρωσή του. Προσπέρασε με το βλέμμα του τον «Ριζοσπάστη». Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές, δεν ήθελε να έρθουν στην εξουσία και να του πάρουνε το βιός του. Η «Ελευθεροτυπία» έθετε το ερώτημα αν μας συμφέρει η παραμονή στο ευρώ και πρότεινε επαναφορά της δραχμής. Ο Γιώργης Αγιώργης στριτζώθηκε. «Είναι δυνατόν να πάρουνε μια τόσο σοβαρή απόφαση χωρίς να ρωτήσουν την γνώμη μου ; Δημοψήφισμα τώρα ! «. Η «Καθημερινή» είχε για θέμα της την κατρακύλα του Χρηματιστηρίου. Ο Γιώργης Αγιώργης διάβασε καλά την ανάλυση του Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας. Μετά έριξε μια ματιά στους δυο «Τύπους». Περισσότερο πρόσεξε τις φωτογραφίες από τις μισόγυμνες μοντέλες, η πολιτική τους ανάλυση δεν τον ενδιέφερε.

Ενημερωμένος πλέον τράβηξε  για το σπίτι της κυρά-Ξούλας, γνωστής τρελλής της γειτονιάς του. Κτύπησε το κουδούνι και όταν βγήκε άρχισε να της αναλύει την οικονομική κατάσταση του τόπου. Οταν έφτασε στο Ρ/Ε της μετοχής της Εθνικής Τράπεζας η κυρά-Ξούλα δεν άντεξε. Πήγε στη κουζίνα της πήρε ντομάτες και άρχισε να του τις πετά. Ψύχραιμα ο Γιώργης Αγιώργης μάζεψε στην πλαστική σακούλα του τις πιο ώριμες, αυτές ήταν οι κατάλληλες για την σάλτσα.  Μετά συνέχισε την μοναχική πορεία του.

Στο προσκυνητάρι του Αγιου Γεράσιμου οι Κεφαλλωνίτες πάντα άφηναν φυτίλια, καρβουνάκια, λιβάνια, και λαδάκι για το καντήλι του άγιου. Αμαρτωλοί οι περισσότεροι, προσπαθούσαν να εξαγοράσουν τον άγιο με τα ακριβότερα προϊόντα, το λάδι του Αη Γεράσιμου ήταν το καλύτερο της περιοχής και πάντοτε παρθένο, καμμιά φορά μέχρι και βιολογικό εύρισκε. Ο Γιώργης Αγιώργης δεν ήταν πλεονέκτης. Πήρε ένα μικρο μπουκαλάκι, ίσα-ίσα για τις σημερινές ανάγκες του.

Με το που μεσημέριαζε αρχίζανε οι γάμοι στο ξωκλήσι. Είχε σχεδόν πάντα δυο-τρεις στη σειρά. Ο παπάς τα είχε κανονίσει μια χαρά : Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο οι γάμοι, Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή, οι κηδείες. Την Κυριακή είχε μόνο λειτουργία και μνημόσυνα. Ο Γιώργης Αγιώργης έφτασε την κατάλληλη στιγμή πάνω στο «Ησαΐα χόρευε». Εβγαλε το τραπεζομάντηλο και το κράτησε απλωμένο. Μαζεύτηκε αρκετό ρύζι και μερικά κουφέτα απ’ όσους έκαναν πιο χοντρό καλαμπούρι με τους νεόνυμφους, βγάζοντας τα απωθημένα τους για το γάμο που τους ανέτρεπε κάποιες σεξιστικές ισορροπίες. Ο Γιώργης ξεχώρισε τα κουφέτα από το ρύζι, θα τα χρησιμοποιούσε σαν γλυκό μετά το γεύμα.

Με τον δεύτερο γάμο μάζεψε όσο ρύζι χρειαζόταν και πήρε σιγά-σιγά τον δρόμο της επιστροφής. Από ένα πεταμένο πακέτο τσιγάρα έβγαλε το ζελατινιένο περιτύλιγμα, ήταν σαν διάφανο σακουλάκι. Εκεί έβαλε την τελευταία του προμήθεια, αλατοπίπερο που το προμηθεύτηκε από τα στρωμένα αλλά χωρίς πελάτες ακόμα τραπέζια του σουβλατζίδικου. Εχοντας τελειώσει την συλλεκτική περιπλάνησή του επανέκαμψε στην τρώγλη του.

Δυο περιστέρια και μια δεκαχτούρα τον περίμεναν κολλημένα στις ξώβεργες του. Τους έστριψε απαλά τον λαιμό. Τα ξεπουπούλιασε, τους έκοψε πόδια και κεφάλι και με ένα ξυλαράκι σε σχήμα » Τ » στην άκρη του, τους έβγαλε τα εντόσθια από την αμάρα. Τα έπλυνε καλά και τα έριξε στην κατσαρόλα με τις ντομάτες, το αλατοπίπερο και το λάδι. Σε λίγο θάριχνε και το ρύζι, το ήθελε «παντρεμένο» και όχι να το βράσει χώρια.

Μετά το φαΐ πιπίλησε ένα δυο κουφέτα να γλυκαθεί και ύστερα  μάσησε τα αμύγδαλα.

Ο Γιώργης Αγιώργης  κοιμήθηκε ήσυχα σαν πουλάκι.

Είδε ένα όνειρο.

3. Επί πώλου όνου

Ο κυρ Μέντιος, ο γάίδαρος, είχε κάτι το περίεργο στο βλέμμα του. Στα μάτια των ανθρώπων ίσως ήταν  μια περηφάνεια απ’ τα πολλά βραβεία που είχε κερδίσει, είχε ανακηρυχθεί «γάϊδαρος του νησιού» τα τρία τελευταία χρόνια σερί, μα οι άνθρωποι τι να ξέρουν από γαϊδούρια, όταν απλά μιμείσαι κάτι, δεν είναι σίγουρο πως θα το κατανοήσεις…
Στα μάτια των ομοίων του ο κυρ Μέντιος φαινότανε κουρασμένος κάπως κι’ απορημένος, είχε μπλέξει σ΄αυτήν την ιστορία με τις διπλοβάρδιες που του έφερνε βέβαια αναγνώριση και βραβεία αλλά και μια κόπωση που την άντεχε  μόνο χάρη στην γαϊδουρινή υπομονή του.
Ο κυρ Μέντιος κληρονομήθηκε » εξ αδιαιρέτου » σε δυο αδέρφια στο νησί. Οπως τα περισσότερα γαϊδούρια, μέχρι τότε, δούλευε στο αγώγι μεταφέροντας ανθρώπους και πράγματα από τη σκάλα κάτω, στη χώρα απάνω, τα κτίζανε στα ψηλά τα σπίτια στα νησιά ένα καιρό για ν’ αποφεύγουν  πειρατές κι’ Εγγλέζους.  Τ’ αγώγια, μετρημένα, μια φαμιλιά μονάχα μπορούσαν ν’ ανασταίνουν, τ’ άλλο τ’ αδέρφι πήρε να παλεύει σε κάτι λίγα  κληρονομικά στρέμματα  φτωχής σε χώμα γης, με κάτι αμπέλια ξερικά και στάρι, κριθάρι για προσφάγι. Εχοντας το γαϊδούρι μισακό, της γης το πάλεμα τόκανε βράδυ, όταν τελείωναν τ’ αγώγια.
Αδιαμαρτύρητα ο κυρ Μέντιος πέταγε το βαρύ σαμάρι και ζευότανε νυχτιάτικα τ’ αλέτρι ή το σβολοκόπι και τ’ άλλα τα εργαλεία του οργώματος ή κουβάλαγε, με το φεγγάρι οδηγό, στα κτήματα λιπάσματα και κοπριές για ν’ αυγατίσει η σοδειά. Μέχρι και αυτοκόλλητα φωσφορίζοντα του βάλανε του κυρ Μέντιου, πράσινο από μπροστά και κόκκινο στα καπούλια να τονε βλέπουν τ’ αυτοκίνητα από τουρίστες στη βραδυνή την βάρδια, μην έχουν κάνα ατύχημα
Κι’ ήρθε κι’ έστρωσε το γαϊδαράκι, πέταξε ότι λίπος είχε επάνω του περιττό, για να μπορεί ν’ αντεπεξέλθει στην διπλοβάρδια. Κάθε πρωΐ, με τ’ άλλο αφεντικό στη σειρά, σαν τα ταξί, για τ’αγώγια, μ’ ελάχιστη ξεκούραση και το βράδυ τ’ αγροτικό του, σαν δόκιμος γιατρός. Τα βράδια αγρίευε λιγάκι, χρόνια συνηθισμένος να τα περνάει στο παχνί του, πάλευε με τα μάτια του να σκίσει το σκοτάδι να δει μην έρχεται εχθρός. Τα πρωϊνά ξεκουραζόταν λίγο η ψυχή του, έβλεπε κι’ άλλα γαϊδούρια, καμμιά θηλυκιά να θυμάται που και που το φύλο του κι αντάλλασσε κανένα φιλικό γκάρισμα με τ’ άλλα γαϊδουράκια. Στα μάτια ανθρώπων και γαϊδάρων φάνταζε ήρωας, ο ήρωας της διπλοβάρδιας, όλοι κοιτάζανε με δέος και με ζήλεια τα μετάλλια από τα βραβεία που ήταν περασμένα χαϊμαλιά στην λαιμαριά του.
Ο κυρ Μέντιος τ’ αγαπούσε και τα δυό τ’ αφεντικά του. Θυμότανε μικρά που τα πήγαινε βόλτα στο σαμάρι του, τις εποχές τις ευτυχισμένες. Θυμότανε που τούδιναν να φάει καρπουζόφλουδες και το νερό που τούβαζαν να ξεδιψάσει. Θυμότανε με περηφάνεια την λίγη αγάπη που του δείξανε τα πιτσιρίκια μεσ’ στα παιχνίδια τους. Δεν θα μπορούσε να κάνει αλλιώς τώρα που είχαν την ανάγκη του.
Μπορεί να μην τον ρώτησαν ποτέ, μπορεί να τον θεωρούσαν «δεδομένο», μα η συναίνεσή του ήταν γνήσια και εντελώς αυθόρμητη.
Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας.

93 Σχόλια προς “Κάτι σαν όνειρο, ένας άνθρωπος κι ένας γάιδαρος (τρία διηγήματα του gpointofview)”

  1. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τά δύο τελευταῖα, πολύ καλά. Εὖγε, Τζῆ! (Ὁ τρόπος πού ξεπουπουλίζεις τά περιστέρια, φανερώνει ὅτι τό κατέχεις ἐμπειρικά τό θέμα! 🙂 )

  2. mazianos said

    «Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές, δεν ήθελε να έρθουν στην εξουσία και να του πάρουνε το βιός του».
    Γέλασα πικρά με τον φτωχό που τρέμει μη χάσει την τρώγλη του.
    Ζούμε την παράλογη εποχή που το (αστικής κατοχυρώσεως) δικαίωμα της ιδιοκτησίας αμφισβητείται από τους ίδιους τους εμπνευστές του.
    Καλημέρα σας

  3. Ωραίο υλικό!

  4. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ τον Τζι για τα διηγήματα και εσάς για τα πρώτα σχόλια!

    Θα τα πούμε το βράδυ από την πολη του Τουλούζ Λοτρέκ

  5. leonicos said

    O Tζι είναι
    καταπληκτικός στις αφηγήσεις του. Απλός, γλυκός και ωραίος, με όλο την τρυφερότητα στο γαϊδουράκι, με τη σκληρότητα και ειρωνεία για τον αντικομμουνιστή άθλιο, και με το χιντ του μεταμοντέρνου για το μαργαριτάρι.

    Το μόνο του ελάττωμα ψαράς και ΠΑΟΚτζής

    Αλλά κανένας δεν είναι τέλειος.

    Αλλά, για να ξαναγυρίσω στη συγγραφή του, υπέροχος.

    Αυτό το θέμα και αυτή η έκταση (το σύντομο, στο οποίο ΔΕΝ επιδίδομαι, είναι πολύ πιο δύσκολο από το λαγάδικο, που συνηθίζω) δεν επιδέχονται φρου φρου κι αρώματα.Είναι και τα τρία εξαιρετικά. Και το πρώτο εντελώς απρόσμενο.

  6. ΚΑΒ said

    . >>Ο Σαΐντ δεν είπε λέξη.

    όμως…

    . Το πρώτο είναι εξαιρετικό.

    Ευχαριστούμε.

  7. voulagx said

    #4: «Θα τα πούμε το βράδυ από την πολη του Τουλούζ Λοτρέκ»
    Μιλάς με γρίφους, γέροντα!

  8. odinmac said

    «…ανεβοκατέβαινε από τον αφρό στον πλούσιο σε όστρακα βυθό…»


    Joseph Stella (1877–1946), The Birth of Venus (1922), oil on canvas, 215.9 x 134.6 cm, Private collection. The Athenaeum.

  9. nikiplos said

    Πολύ ωραία και τα τρία… Ένα μεγάλο μπράβο και στον Τζή αλλά και στον νοικοκύρη που το διάλεξε για σήμερα. Το καθένα με κέρδισε για διαφορετικό λόγο…
    Κάποιες ήκιστες κι ανούσιες παρατηρήσεις μόνο…
    Στο πρώτο βέβαια ο αλιέας μαργαριταριών θα μπορούσε να μην έχει σκοτώσει ο ίδιος την γυναίκα αλλά να την έχει απλά θάψει εκεί… Δεν το λέει το κείμενο ούτε το υπονοεί άλλα οι αυτοματισμοί με τον μαύρο τον αράπη τον ταμ ταμ είναι αναπόφευκτοι.
    Το δεύτερο μιλάει από μόνο του.
    Το τρίτο θα μπορούσε να έχει δημοσιευθεί σε ένα Ριζοσπάστη των 70ς, ως ύμνος στους σταχανοβίτες 😁😁…

  10. odinmac said

    8@ συνέχεια… ως άλλη μία Αφροδίτη αναδυόμενη..


    Jean Auguste Dominique Ingres (1780–1867), Venus Anadyomene (1808-48), oil on canvas, 164 × 82 cm, Musée Condé, Chantilly, France.

  11. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  12. Έξοχα και τα τρία!

    «…ήταν εκ των ουκ άνευ…» μου άρεσε που έμεινε έτσι, και όχι το σωστό «εκ των ων ουκ άνευ», αφού έτσι λέγεται περισσότερο.

    «Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές…» αν ήταν κομμουνιστΑς θα έσταζε περισσότερη ειρωνεία.

  13. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Καλημέρα!
    Γεια σου Τζη! Όμορφες ψαριές και στο λόγο. Να είσαι καλά να γράφεις (και για μας)!
    Μόλις αποδιάβασα (μόνο)* το πρώτο. Με πήγε και σ΄αυτό:

    Μίκης Θεοδωράκης/ Λευτέρης Παπαδόπουλος
    Μαρία Φαραντούρη

    Τα μάγια 1998
    Στο Μόλυβο, στη Μυτιλήνη
    θα βρω μια μάγισσα που λύνει
    τα μάγια που σου έχουν κάνει
    και την καρδιά σου έχουν μαράνει.

    Κι όταν λυθούν τα μαύρα μάγια
    κάτω απ’ των άστρων την ανταύγεια
    σ’ ένα κοχύλι θα κλειστούμε
    και στο βυθό θ’ αγκαλιαστούμε.

    Να μην μας δει ανθρώπου βλέμμα
    γιατί τα μάγια σαν το αίμα
    φεύγουνε και ξαναγυρνάνε
    και την αγάπη τυραννάνε.

    *Είμαι σε μαγιάτικη δραστηριότητα.
    Ζεματίζω πρωινά τρυφερά, από το κηπίσιο κλήμα μου, αμπελόφυλλα/μπελαδόφυλλα για ντολμαδάκια 🙂

  14. argyris446 said

    Reblogged στις worldtraveller70.

  15. ΓιώργοςΜ said

    Μπράβο συνονόματε! Έχεις βάλει ψηλά τον πήχη, αλλά καταφέρνεις να τον περνάς πάντα.

  16. Αρτι αφιχθείς Αθήναζε, ευχαριστώ τους σχολιάσαντες και τον Νικοκύρη για την δημοσίευση

    Εφη έφη, ωραίο τραγούδι μου θύμισες (νομίζω πως καιτο στρείδι με το μαργαριτάρι πάλι εσύ μου τόχες θυμίσει κι ήταν η αφορμή για το όνειρο )

  17. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Για το δεύτερο διήγημα: Ευρηματικό, έξυπνο το Γιώργης Αγιώργης κι όλη η σύλληψή/ιδέα σου Τζη. Το στόρι έχει ρεαλιστική βάση/ πραγματοποιήσιμο, κάτι σημαντικό στη λογοτεχνία.
    >> Είδε ένα όνειρο
    (Βέβαια ο Ντ΄Αντρέ είναι ημίθεος, δεν έχει και Μαγδαληνή, το ελληνόγλωσσο ασμάτιο, αλλά ας είναι 🙂 )

  18. Μια φωτό για τους λάτρεις των λουλουδιών !

  19. ΚΩΣΤΑΣ said

    Τζη, και τα τρία διηγήματα ωραία. Το πρώτο μου φάνηκε λίγο πιο βαρύ και κουλτουριάρικο, τα άλλα δύο ξεκούραστα και ευχάριστα! Μπράβο!

    –> «Δεν τους χώνευε τους κομμουνιστές, δεν ήθελε να έρθουν στην εξουσία και να του πάρουνε το βιός του.»

    Καίρια και χιουμοριστική-σκωπτική επισήμανση ενός παράδοξου ελληνικού κοινωνικού φαινομένου. Οι πάμπτωχοι, οι μη έχοντες στον ήλιο μοίρα, φοβούνται μην έρθουν οι κομμουνισταί και τους πάρουν την περιουσία. Πολλοί βολεμένοι, ευκατάστατοι ή και πλούσιοι το παίζουν κομμουνιστές και γενικώς αριστεροί κοινωνικοί αγωνιστές, χωρίς να θυσιάζουν τίποτα από τον προσωπικό τους πλούτο.

    Στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις… 😉

  20. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα.
    Όμορφα διαβάζεται (και ακούγεται) κι αυτή η Τζή-ινη τριπλέτα σημαινόντων της ανθρώπινης κατάστασης.
    —Ο αφέντης απ’ το Τούνεζι, κατ’ όνομα Ευτύχης-ευλογημένος και καρτερικός(βλ. Saʽid αραβ.: سعيد Saʽīd), αλλά « με σκοτεινό το βλέμμα απ’ τις βουτιές για σφουγγάρια στα σκληρά νερά της Αφρικής», δέσμιος δεσμώτης έρωτα ακραίως κτητικού (μέχρι θανάτου), και αποθησαυριστέου εν σπηλαίω, σαν ένα ακόμα άγριο ρόδο του Νικ Κέιβ ή σαν χαρώνεια μαύρη πέρλα,
    —ο αδέσποτος της σάτιρας παράσιτος, Αθλίων-(γάλλων)-ξάδερφος και αγγόνι μακρινό του Διογένη, που τρώει τη ρέντζα των πουλιών και σαν πουλάκι ονείρεται ,
    —το αιώνιο Βασταγούρι το Πιστό και βραβευμένο απ’ τους Κυρίους του ως Ήρως-Υπηρέτης, που τον ζυγό δεν διανοείται να τινάξει, μόνο κοιτάει μ’ ένα βλέμμα απορημένο για να δει πώς και γιατί η τυράγνια του έγινε ανθρώπων πρότυπο και απάντηση δεν βρίσκει,
    όλα πτυχές (κορώνα, γράμματα και κώχη ) του ίδιου νομίσματος: του ανελεύθερου βίου-αβίωτου που μάς βαραίνει όλο και περισσότερο κι όμως ακόμη δε μαθαίνουμε, δεν ψάχνουμε; τον τρόπο να τον ξαναδούμε ανθρωπινότερα.
    (Πολλά συγχαρητήρια στον εύμουσο διηγηματογράφο)

  21. Stelios Kornes said

    Μου αρεσαν πολυ και τα τρια καλογραμμενα διηγηματα και συγχαιρω το συγγραφεα και τον ευχαριστω, οπως και τον νικοκυρη μας για την αναρτηση.

  22. Παναγιώτης Κ. said

    3,2,1. Με αυτή τη σειρά η αξιολόγηση.
    Το 3 και το 2 άνετα μπορούν να προκαλέσουν τη συγγραφή κοινωνιολογικού δοκιμίου.

  23. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Στο τρίτο διήγημα, δάκρυσα.
    Κοίτα να δεις που με το πιστό γαϊδουράκι συγκινήθηκα. Έχω εμπειρία βλέπεις με αυτά τα ζωντανά. Τα περισσαγαπώ και ακριβώς σαν στο διήγημα, είχα πάντα την αίσθηση ότι αυτά (δυο είχε ο παππούς μου) πάντα καλόβολα μάς πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους. Σαν ταγμένα. Δεν φαίνονταν λυπημένα τα μεγάλα μάτια τους ποτέ. Κι όταν αγκομαχούσαν δεν φαίνονταν να κάκιωναν, αφού κι οι νοικοκύρηδές τους από δίπλα αγκομαχούσαν κι αυτοί στις δουλειές ξωμάχου που συμπορεύονταν. Βέβαια ήταν πάντα καλοταϊσμένα κι όταν ξεθεώνονταν (θυμάμαι πχ κουβάλημα πέτρας για χτίσιμο ή όργωμα) πάντα τους βάζαμε έξτρα φαγητό με καλό καρπό αλλά είχαν και έξτρα ξεκούραση. Παλεύανε μαζί με τ΄αφεντικά στις σκληρές δουλειές και ξεκουράζονταν ανάλογα.
    Το τί σκέφτονταν τα γαϊδουρινά μυαλά τους, ποιος ξέρει. Τώρα εμείς οι νεοάνθρωποι αποδίδουμε διάφορα, κι αν είναι για λογοτεχνία όπως του Τζη, χαλάλι, αλλά για υστερικούς «φιλόζωους» κάπου χάθηκε η μπάλα. Χθες βράδυ έβλεπα σ΄ένα Υ.Τ. που διατηρεί ένας τωρινός 50άρης φωτογράφος από τα μέρη μου (νότια-ανατολική Κρήτη) και αναρτά διάφορα από επισκέψεις στα χωριά (τωρινή κατάσταση και ζωή) κι έλεγε ότι βιντεοσκόπησε το φόρτωμα ενός γαϊδάρου, τον τρόπο που φορτώνουν το ζώο, με ντιχαλόβεργα κλπ και ξεσηκώθηκαν λέει κάτι φιλόζωοι και προκειμένου να μην βρει μπελά, το κατέβασε. Αυτό κατάλαβα από άλλη ανάρτηση που το ανέφερε παρεμπιπτόντως. Δεν είναι ο τύπος αυτός κανένα σαϊνι και τα βίντεά του είναι φλύαρα και με ιδεολογικές αποχρώσεις κάποιες φορές, αλλά όμως κάνει μια επίμονη καταγραφή, 2-3 χρόνια, που έχει μια σημασία/αξία για τη σημερινή ζωή/απερήμωση των χωριών μας εκεί κλπ ( ασφαλώς και διαφημίζεται κιόλας σαν φωτογράφος γάμων, βαφτίσεων κλπ, αλλά αυτό είναι θεμιτό έναντι της αξίας της αποτύπωσης στιγμιότυπων της σύγχρονης επαρχίας-στα χωριά της Κρήτης).
    Σκόνταψε λοιπόν η πραγματικότητα (ναι στα ορεινά χωριά έχουν ακόμη από κανένα γαϊδουράκι, χρειαζούμενο όπως αιώνες τώρα) στη ιν βίτρο ζωοπροστασία κάποιων.
    Κάτω τα χέρια σας υστερικοί νεοζωόφιλοι από τις ζωές των απλών ανθρώπων και των ζώων τους. Παρήχηση του ζω 🙂 .

  24. aerosol said

    Ευχαριστούμε, Τζη!
    Έξυπνο το πρώτο, μα τελικά προτίμησα το τρίτο. Πολλοί οι αθέλητοι ήρωες στη ζωή.

  25. Λεύκιππος said

    Πως να το κάνουμε; Όταν κάτι έχει γραφεί με κέφι, αυτό φαίνεται. Ιδιαίτερα καλογραμμένα, και για μας καλοδιαβασμένα, και τα τρία.

  26. Χαρούλα said

    Μόνο το βλέμμα του ποτέ δεν εξηγήσανε μήτε οι ανθρώποι μήτε οι γαϊδάροι. Γιατί ποτέ δεν τους πέρασε από το μυαλό πως ο κυρ Μέντιος βρέθηκε εκεί, αλλά δεν ήθελε να είναι ο ήρωας της διπλοβάρδιας. ούτε κανένας άλλος ήρωας.

    Τζη, τα έσβησες όλα! Ωραία και τα τρία, αλλά στο τέλος, αυτό με συγκλόνησε…! Και βούρκωσα χωρίς να έχω ποτέ σχέση με ζωάκια.

    Κατά τα λοιπά…
    Γέλασα με τον κομμουνιστικό κίνδυνο, φχαριστήθηκα τον στραγκαλισμό των περιστεριών και …νοστάλγησα την εφηβεία μου, όταν ψάχναμε να βρούμε
    γιατί είχε …ένα μάτι!🫣

    Odinmac, όπως πάντα έτοιμος! Σ´ ευχαριστώ.

  27. Συγχαρητήρια Τζη!
    Πολύ ωραία και τα τρία. Διαλέγω το πρώτο για την ιστορία του, για τη σπηλιά και τα βάθη της. Και πάω στο δεύτερο και ξεχωρίζω την οικονομία που τα βρίσκει και τα αξιοποιεί όλα. Και εκεί ανακαλύπτω τον Ντ’ Αντρέ (που δεν τον ήξερα) και μια συνονόματή μου. Κι έρχεται και ο κυρ Μέντιος και φέρνει τον ηρωισμό όλων των απλών, ζώων κι ανθρώπων.

  28. BLOG_OTI_NANAI said

    23: «Κάτω τα χέρια σας υστερικοί νεοζωόφιλοι από τις ζωές των απλών ανθρώπων και των ζώων τους»

    Θυμάμαι μία από τις γελοιότερες και ντροπιαστικές στιγμές στην ιστορία της υποκρισίας, ο Χοακίν Φοίνιξ, στα όσκαρ του 2020, να συγκινείται για τις αγελάδες και τα μοσχάρια…

    Οι ξεφτίλες οι πάμπλουτοι, παίζουν με το πενιχρό εισόδημα χιλιάδων οικογενειών στον κόσμο που ζουν από την κτηνοτροφία και μετά βίας επιβιώνουν, αλλά ο Χοακίν Φοίνιξ τα παπάρια του, δε πα να ψοφήσουν όλοι αυτοί σε τόσα μέρη του πλανήτη, αυτός να πουλήσει οικολογία και πολιτική ορθότητα και μετά να πάει για πιοτό και μαστούρα…

    Μαστούρα, που ξέρει ότι είναι γεμάτη αίμα, από τους φόνους και τις αμέτρητες γυναικοκτονίες που γίνονται από τα καρτέλ στο Μεξικό, που δολοφονούν για το ποιος θα φέρει στις ΗΠΑ την μαστούρα των όσκαρ, που στρατολογούν παιδάκια στην υπηρεσία της μαστούρας αυτής, και δολοφονούνται τυχαίες κοπέλες και εργάτριες ώστε τα μαστουρωμένα κτήνη των καρτέλ να βιάζουν.

    Αλλά για αυτά, δεν μπορεί να κλάψει ο Χοακίν Φοίνιξ και να πει στους υποκριτές για όσκαρ ότι αυτά που χώνουν στη μύτη τους με αντίτιμο χιλιάδων δολλαρίων, είναι γεμάτα αίμα, φόνο και πόνο…

    Οπότε, ας πούμε για τα μοσχαράκια, και ας ψοφολογήσει η πλέμπα των μικρών κτηνοτρόφων….
    Δυστυχώς, μία ακόμα από τις αμέτρητες εμετικές στιγμές των επαγγελματιών υποκριτών.

  29. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Πολύ καλά διηγήματα.»Ο Γιώργης Αγιώργης» πολύ ευρηματικό.

  30. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Εγώ ψηφίζω 3,1,2.
    Το δεύτερο μου θύμισε το παλιό, πλακατζήδικο Κάμα Τσούχτρα (μείζων οδηγός του περιθωρίου) του Ν. Πλατή, όπου έχει κάμποσα τέτοια κόλπα επιβίωσης σε αστικό περιβάλλον.

  31. Ευχαριστώ όσους σχολίασαν ως τώρα

    Μαγδαληνή το τραγούδι είναι του Ντύλαν ( Romance in Durango ) αλλά ο Φαμπρίτσιο έχει καλύτερη και πιο αισθαντική φωνή και τον προτίμησα. Ψάξτον, έχει πολλά καλά δικά του τραγούδια, πιστεύω πως αν τραγούδαγε στα αγγλικά θα είχε ξεπεράσει τον Ντύλαν

  32. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τό θέτω στόν Νικοκύρη (γιά κανένα Σάββατο ἤ ὅχι..) μιά πού ἔχουμε ἐδῶ στά σίγουρα τόν καθ’ὕλην ἁρμόδιο τῶν ἀθλητικῶν τοῦ Ἱστολογίου, Τζῆ.
    Ἐδῶ καί λίγον καιρό, λύσσαξαν οἱ κειμενογράφοι τῶν ἀθλητικῶν εἰδήσεων (διαδίκτυο, τηλεόρασις κλπ) μέ τό «ἐμφατικός»- κυρίως «ἐμφατική νίκη». Ὑπάρχει καμμιά κρυμμένη σημασία τοῦ ἐμφατικός πού νά δικαιολογῆ τέτοια χρῆσι ἤ εἶναι κακότεχνη προσπάθεια ἀπεξάρτησης ἀπό τήν ἄλλη λύσσα, τό «έπικός»;

  33. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Παρά το ότι μάλλον έχουν γραφεί παλιότερα, έχουν τη φρεσκάδα του στυλ και τη γοητεία του ημι-σουρεαλιστικού του συγγραφέα – κάπως έτσι τα ευχαριστήθηκα!
    Πάντα τέτοια, Τζη!

    23.
    Μπράβο, βρε ΕΦΗ! Πολύ καλά -και παραστατικά- τα λες!
    Ειδικά για τους υστερικούς «φιλόζωους». [Οι οποίοι, ωστόσο, μέχρι κάποιο βαθμό, είναι συγχωρητέοι αφού ’’ου γαρ οίδασι…’’]

  34. Βρε Μπλογκ, πραγματικα και ειλικρινά, δεν διαφωνώ αναγκαστικά μαζί σου αλλά αυτή η τόσο οργισμένη αντίδραση σε κάθε αναφορά της λέξης «ζωόφιλος» δεν σου φαίνεται κάπως δυσανάλογη, ξερωγώ;

  35. Alexis said

    Όμορφα τα διηγήματα, μου άρεσε πιο πολύ το δεύτερο με την ευρηματικότητα του άστεγου.

    #23: Έφη κορυφαίο σχόλιο!

  36. Ευχαριστώ για τα νεότερα σχόλια

    # 30, 33

    Ναι, το 2 έχει γραφτεί με την αρχή της κρίσης-μάλλον το 07 στον Λογόκηπο- και το 3 είναι παλιό. Εβαλα αυτά που πιστεύω πως θα άρεσαν στον αξέχαστο Γιάννη Ιατρού- όσο ήταν δυνατό να μαντέψω τις προτιμήσεις του

  37. Alexis said

    #26, Χαρούλα:

    Γέλασα με τον κομμουνιστικό κίνδυνο,
    οκ, κι εγώ το ίδιο…

    φχαριστήθηκα τον στραγκαλισμό των περιστεριών
    Όπα! να σε προσέχουμε εσένα, πολύ άγριοι είστε κει πάνω στον Έβρο! 😆

    και …νοστάλγησα την εφηβεία μου, όταν ψάχναμε να βρούμε
    γιατί είχε …ένα μάτι!

    εδώ ομολογώ ότι σήκωσα τα χέρια ψηλά, δεν κατάλαβα τι θέλει να πει ο ποιητής… 🙂

  38. Inari said

    Ωραίο αυτό με το γάιδαρο

  39. sarant said

    Χαιρετώ από την πόλη του Τουλούζ του Λοτρέκ. Νόμιζα ότι είχα κάνει κι ένα σχόλιο μόλις έφτασα, δηλ αργά το μεσημέρι, αλλά μάλλον έπεσε στη χαραμάδα του κυβερνοχώρου και χάθηκε.

    Να πάτε στο Αλμπί, είναι πανέμορφο.

    32 Γιώργο, θαρρώ πως το «επικη» πάει στην εμφάνιση ενώ το «εμφατική» στη διαφορά γκολ στη νίκη. Δηλ. μια νίκη με 3-2 μπορεί να έρθει ύστερα από επική εμφάνιση ή μπορεί να είναι επική νίκη, αλλά δεν είναι εμφατική. Εμφατική θέλει 2-3 γκολ διαφορά.

  40. Costas Papathanasiou said

    …Δοθέντος ότι το πολυύμνητο υποζύγιο, προσφέρεται εξ ορισμού για μεταφορές, μπορούμε να το επιφορτίσουμε τραγουδιστικά ( μετά την «Μπαλάντα του  κυρ Μέντιου» που υποκρούεται σαφώς στο τρίτο διήγημα) και με το ωραίο σύγχρονο https://www.youtube.com/watch?v=lu8ESuOWuks – Λεωνίδας Μπαλάφας – Ο γάιδαρος ο Μανωλιός (cd «Ανηφοριά» , 2014) μαζί με το εξ ίσου όμορφο παλιό (και κάπως ξεχασμένο) https://www.youtube.com/watch?v=ng85k88-vkI – Κώστας Χατζής – Ο γερο-γαϊδαράκος (1979):
    “Κλαίει ο γέρο-γαϊδαράκος με παράπονο πολύ/ Γιατί άνθρωπο τον είπαν και είν’ μεγάλη προσβολή
    Στα βαθειά τα γηρατειά του άνθρωπο να τον ειπούνε… /Πώς τη λέν’ τέτοια κουβέντα δίχως να τον λυπηθούνε; Κλαίει ο γέρο-γαϊδαράκος με παράπονο πολύ, /Λέει στ’ αναφυλλητά του με σπαραχτική φωνή,
    «Άνθρωπος εγώ δεν είμαι και μπορώ να τ’ αποδείξω/ Αντικλείδια εγώ δε φτιάχνω, Δεν μπορώ να διαρρήξω
    Τα παιδιά μου δεν τα δέρνω δεν μισώ δεν κοροϊδεύω /Δεν μετέχω σε απάτες δεν σκοτώνω δεν ληστεύω
    Εγώ δεν κάνω ατιμίες ούτε σαμποτάζ και φόνους,/ Στυγερές δολοφονίες.. Δεν προδίδω εγώ τους νόμους
    Όλα αυτά να τα σκεφθείτε γιατί λάθος έχει γίνει/ Είμαι γνήσιο γαϊδούρι… άνθρωπος δεν έχω γίνει”

  41. aerosol said

    #28
    Έριξα μια ματιά στο βίντεο των Όσκαρ του 2020, για να τσεκάρω τη φάση -δεν τα βλέπω και δεν ήξερα το περιστατικό.
    Δεν ξέρω αν ο Γιόακιν Φίνιξ μαστουρώνει ή πίνει. Αλλά ήταν έφηβος όταν ο αδερφός του (ανερχόμενος ηθοποιός, από τα αστέρια της γενιάς του) πέθανε από ναρκωτικά. Στον λόγο του ήταν δακρυσμένος εξαρχής και τον ανάφερε. Κάνω την πολύ τραβηγμένη εικασία πως μάλλον γι αυτό δάκρυσε.

  42. aerosol said

    #23
    Πριν λίγες μόνο μέρες ανάφερα την συνήθεια του παστουρώματος των γαιδουριών ως κάτι κακό. Συνειδητοποιώ πως μάλλον ανήκω κι εγώ στους υστερικούς νεοζωόφιλους -μαζί με τον νομοθέτη που το έχει κρίνει πλέον παράνομο. Βλέπω το σφάλμα μου και υπόσχομαι να πάρω τα χέρια μου από τις ζωές των απλών ανθρώπων και των ζώων τους. Αρκετά τους βασάνισα. 😛

  43. Labros Antonakos said

    Καλησπέρα. Ειχα γράψει ένα κείμενο, αυτοβιογραφικό, πιο πολύ για τους
    ηλικιωμένους συντοπίτες μου. Απόψε διάβασα το διήγημα με το γάιδαρο και
    σκέφθηκα ότι είναι σχετικό και ίσως ενδιαφέρει. Αν δημοσιευτεί ας είναι
    ανώνυμο.

    Στις Κυρ 15 Μαΐ 2022 στις 9:42 π.μ., ο/η Οι λέξεις έχουν τη δική τους

  44. # 40

    Πολύ ωραίο τραγούδι, δεν το ήξερα. οντως ταιριάζει, ευχαριστώ.

  45. sarant said

    42 Μου αρεσε το σχόλιο

    43 Κάτι πηγε λάθος στην κωδικοποίηση

  46. ΓιώργοςΜ said

    (εκτός θέματος)
    18 Γιώργο με τα άνθη θυμήθηκα πως κάποτε έψαχνες για δεντρομολόχες. Έχω σπόρους αν θέλεις, ελπίζω να είναι καλοί. Αν ενδιαφέρεσαι, ο Νικοκύρης έχει το μέιλ μου.

  47. Χαρούλα said

    #37 Alexis μην πάρουν το βάρος οι συντοπίτες μου. Καλοί άνθρωποι είναι.🙂
    Τα περιστέρια είναι μάστιγα του κέντρου πολλών πόλεων. Την τελευταία 8ετία είμαι(όλοι οι γείτονες) φυλακισμένοι στο διαμέρισμα. Δεν μπορούμε στο μπαλκόνι να αφήσουμε κάτι, να απλώσουμε ρούχα, για καφεδάκι δε και χαλάρωση, ούτε να το φανταστούμε!
    Καταλαβαίνεις κάπως;;; Και επειδή φυσικά δεν γίνεται να τα πειράξουμε, χάρηκα τον Γιώργη. Εμείς πια μια ελπίδα έχουμε. Τους γλάρους. Που ξεκίνησαν πόλεμο για να κατακτήσουν αυτοί τα μπαλκόνια και τις ταράτσες μας! Εμείς απλά δυνάστη θα αλλάξουμε😂🤓🤣!

  48. Alexis said

    #42: Πού βλέπεις να λέει για παστούρωμα το σχόλιο 23;
    Για φόρτωμα με διχαλόβεργα λέει. Είναι κι αυτό κακοποίηση;

  49. BLOG_OTI_NANAI said

    34: Ο τρόπος αντίδρασης είναι ανάλογα τον άνθρωπο. Όμως, οι κοινωνικοί προβληματισμοί είναι προβληματισμοί ουσίας. Ο Φοίνιξ έχει περίουσία $50 εκ. και ενας μικρός κτηνοτρόφος βγάζει 15-25 χιλ. το χρόνο. Ο Τζοακίν έχει την πολυτέλεια να λέει ανοησίες για τα μοσχαράκια, ενώ ο άλλος με την παραμικρή στραβή που θα του συμβεί, είναι αντιμέτωπος και αυτός, και η οικογένεια του αν έχει, με την καταστροφή και την πείνα. Αν λοιπόν έρχεται μια σχετική συζήτηση τα θυμάμαι.

  50. aerosol said

    #42
    Δεν ξέρω, εμένα με φορτώνουν αλλιώς! 😀

  51. mitsos said

    Μπράβο Γιώργο.

    Το πρώτο λίγο με ταλαιπώρησε με επίθετα και χρώματα κεντημένα περισπούδαστα Αλλά το τέλος ( απρόσμενο ) ήταν ανταμοιβή γενναία

    Τα άλλα δυο τα ρούφηξα με μια ανάσα αλλά με ροές απολαυστικής γλώσσας οικείας. Μια γεύση από Μέντιο Βάρναλη στο πάλεμα της γης !

    Ένα μεγάλο ευχαριστώ και για τις τρεις πιο όμορφες σύντομες «Καληνύχτες σου».

    Μας καλομαθαίνεις και να ξέρεις ότι πια καρτερώ ανυπόμονα τα επόμενα δικά σου πονήματα.

    Να ΄σαι καλά.

  52. ΚΑΒ said

    Εγώ από χωριό είμαι και ξέρω το τι υποφέρουν οι άνθρωποι από κάποιους όψιμους φιλόζωους οι οποίοι αφ’ υψηλού και ανίδεοι αντικρίζουν τον αγρότη. Καταγγέλλουν με το παραμικρό, αν δουν ένα πρόβατο λ.χ. παστουρωμένο, καταγγέλλουν τον αστυνόμο, γιατί παραβλέπει τις σχετικές «παρανομίες» και έχουν γίνει φόβητρο για τους ανθρώπους που ξημεροβραδιάζονται για να φροντίσουν τα ζώα τους και να ζήσουν την οικογένειά τους.

  53. sarant said

    52 Τουριστες προφανώς….

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    50. Ε να πχιάσω τη ντιχαλόβεργα να σε μάθω 🙂 🙂 🙂
    Επ΄ευκαιρία : το παστούρωμα στην Κρήτη το λέγανε μπρόδεμα.
    Έχει μια ταινία στην Έρτφλιξ «Η αγελάδα». Μου σύστησαν να την δω και βλαστήμησα την ώρα. Η ζωή και ο θάνατος ενός ζώου στη φάρμα. Όλα νόμιμα κι όλα φρίκη, έτσι να πετάξω κι εγώ τη μπάλα όπου να ναι σ΄ αυτή την ατέλειωτη συζήτηση, λες και δεν είναι αυτονόητο ότι όλοι θέμε να μην βασανίζονται τα ζώα κλπ.

  55. Πολύ ωραία και τα τρία.
    Θα μας κάνει παοκτσήδες ο Τζι!

  56. Πέπε said

    Καλησπέρα κι ας άργησα. Κι ακόμη μόνο ένα έχω διαβάσει, το μεσαίο.

    Αν μεταφερθώ νοερά στην εποχή όπου δεν επηρεαζόμουν από πολιτικές ορθότητες, επειδή δε βαλλόμασταν τόσο έντονα με την υπερβολή τους (και απλώς είχαμε μάθει να σεβόμαστε τους ανθρώπους), τότε εκτιμώ πολύ το ύπουλο ανατρεπτικό του χιούμορ. Όμως δεν εύχομαι σε κανέναν άνθρωπο να αναγκαστεί να φάει αστικό περιστέρι με όλη την ψώρα και τη μόλυνση που κουβαλάει.

    Τζη, μια ορθογραφική παρατήρηση. Γενικά έχεις παλιότερα εξηγήσει πώς τα βλέπεις τα πράγματα, οπότε δε θα σχολιάσω όλα όσα παρατήρησα, αλλά η ξόβεργα (με όμικρον) βγαίνει από το «ιξόβεργα», όπου ιξός είναι η κόλλα.

    47
    Χαρούλα, το περιστέρι φαντάζομαι ότι θα πηγαίνει να κάτσει κυρίως στο κάγκελο, έτσι; Υπάρχει το εξής ωραίο κόλπο: σε κάποια διαστήματα λίγο κάτω από ένα μέτρο, βιδώνεις από μία βίδα στο οριζόντιο του κάγκελου. Οι βίδες να προεξέχουν μερικούς πόντους. Από βίδα σε βίδα τεντώνεις μια πετονιά. Το περιστέρι δεν μπορεί να κάτσει, αλλά δεν παθαίνει το παραμικρό.

    Δεν έχω δει τόσο ακραίες συνθήκες κατοχής σαν αυτές που περιγράφεις, επομένως δεν ξέρω αν μετά από αυτό τα περιστέρια θα εξακολουθήσουν να έρχονται στο ίδιο το μπαλκόνι και στα έπιπλά του, αλλά σε κάπως μετριοπαθείς συνθήκες (να έρχονται μόνο στο κάγκελο) δουλεύει. Με λίγη μαγκαϊβερική μπορείς να το κάνεις και στο σίδερο της τέντας.

    Κι εγώ τα μισώ, τα σιχαίνομαι, τα απεχθάνομαι, αλλά δε θέλω το κακό τους. Ήσυχο να μ’ αφήσουν και μου φτάνει, μακριά κι αγαπημένοι. (Μόνο σε φαντασιώσεις ονειρεύομαι ακτιβιστές να αμολάνε κρυφά στην πόλη ζευγάρια από νυφίτσες για να τα εξολοθρεύσουν…)

  57. Πέπε said

    (Για φαρδύτερο κάγκελο προφανώς βάζεις δύο παράλληλες πετονιές με δύο σειρές βίδες…)

  58. Πέπε said

    47
    > Εμείς πια μια ελπίδα έχουμε. Τους γλάρους. Που ξεκίνησαν πόλεμο για να κατακτήσουν αυτοί τα μπαλκόνια και τις ταράτσες μας!

    Τι παίζει με τους γλάρους; Σήμερα είδα έναν στο Οροπέδιο Λασιθίου (υψόμετρο για αετούς, απόσταση από θάλασσα πολύ μεγάλη), και μου ‘παν ναι, έρχονται τώρα τελευταία. Όχι ότι το Οροπέδιο υποφέρει από τα περιστέρια βέβαια…

  59. aerosol said

    #54
    Σε τσίγκλησα, Έφη, λόγω του πρόσφατου κλίματος που με κάνει λίγο… persona non grata. 😉

  60. Πέπε said

    52, 53:
    Στη λίμνη της Κερκίνης, προστατευόμενο υγροβιότοπο όπου ζουν πολλά επίσης προστατευόμενα είδη πουλιών και άλλων ζώων, ένας ντόπιος μάς αφηγούνταν:
    -Μια μέρα ψάρευα. Νιώθω να τσιμπάει, τραβάω το καλάμι, βλέπω ένα μικρό ψαράκι. Ξαφνικά ορμάει μια [προστατευόμενη] αγριόπαπια, μου το αρπάζει, και αγκιστρώνεται κι η ίδια. Και πριν προλάβω ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου έχει γεμίσει ο τόπος οικολόγους που φωνάζανε!

  61. Πέπε said

    59 (περσόνα νον γκράτα):

    Έχεις δύο διαδοχικά σχόλια (41, 42), το ένα για μαστουρώματα, το άλλο για παστουρώματα. Ε είσαι επικίνδυνος ρε φίλε!

    (Πάντως το ότι ο αγρότης, ή κάποιος άλλος επαγγελματίας, διαβεβαιώνει ειλικρινά ότι κατά τη δική του οπτική φροντίζει τα ζώα και δεν τα τυραννάει δε δείχνει παρά μία οπτική.)

  62. aerosol said

    #62
    Και δε μου έρχεται τίποτα καλό για γκαστρώματα! 😀

  63. Καλημέρα

    Να ευχαριστήσω και πάλι όσους σχολίασαν και τον Νικοκύρη για την δημοσίευση

    Πέπε, έχεις δίκιο-άδικο για την ξόβεργα. Καμιά αμφιβολία για την ετυμολογική προέλευση της λέξης αλλά…. όταν γράφω τον Γιώργη πρέπει να σκέφτομαι σαν Αγιώργης κι όχι σαν Τζι αλλιώς δεν θάχει αληθοφάνεια το κείμενο, θα εκφράζει τον συγγραφέα κι όχι τον πρωταγωνιστή της ιστορίας. Ο Γιώργης Αγιώργης θα έγραφε ξώβεργα από έλξη στο έξω-γιατί έξω την τοποθετούσε- και μάλλον δεν ξέρει καν τι θα πεί ετυμολογία.
    Για μένα το διήγημα πρέπει να έχει μια θεατρικότητα, αν το διάβαζε κάποιος θα πρέπει να φαινότανε στις αλλαγές χροιάς της φωνής του, στο γράψιμο επιλέγω μια γλώσσα που (θεωρώ πως) ταιριάζει με το κείμενο και λογικά οι ορθογραφικές και άλλες προτιμήσεις λαμβάνονται ασυναισθήτως ανάλογα.

    Οσον αφορά τα περιστέρια κυριολεκτικά έχουν γίνει αχώνευτα για μένα ειδικά τα τελευταία χρόνια όπου η τρελλή της απέναντι πολυκατοικίας επιμένει να τα ταΐζει και μαζεύονται στην διπλοκατοικία μου περιμένονττας το συσσίτιο.Η γάτα μου κάνει ό,τι μπορεί αλλά με ένα στη βδομάδα, στις δέκα μέρες δεν λύνεται το πρόβλημα. Οι ευαισθησίες μου έχον κάποια λογικά όρια.

  64. # 46

    Γιώργο Μ. έχω σπόρους από δενδρομολόχα με ροζ λουλούδια. Αν έχεις σε άσπρο, κόκκινο ή μοβ σκούρο πες μου να έρθω σε επαφή μαζί σου

  65. ΓιώργοςΜ said

    64 Γιώργο άσπρη και μοβ έχω (περί… σκουράδας δεν έχω να συγκρίνω 🙂 ). Αν βρω καμιά φωτό θα ανεβάσω. Φέτος φύτρωσε (αυτοβούλως) μια λευκή, άργησα να σπείρω ή τα έφαγαν τα μυρμήγκια.
    Πλάκα έχει το γεγονός ότι η άσπρη έχει σκούρους σπόρους και η μοβ σχεδόν λευκούς!

  66. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    47-56 Που μου θυμίζει ότι δεν έχουμε άρθρο για το περιστέρι

  67. # 65

    Ωραία, θα επικοινωνήσουμε σύντομα. Και η ροζ, η δικιά μου, έχει κατάμαυρους σπόρους !Ολη η διαδρομή που κάνω στην Φωκίδα έχει μόνο ροζ !!Φέτος έβαλκα έναν αλβανό να ξεχορταριάσει και να σκάψει τον κήπο… από υπερβάλλοντα ζήλο (και ασχετοσύνη) μου ξερίζωσε τον ιβίσκο (θα βρω άλλον) αλλά και τηνκάπαρη που είχε φιάξει ρίζωμα σαν μικρό αργίτικο παπόνι και μπορούσες από μια ρίζα να φιάξεις άπειρα βάζα. Αυτή θέλει χρόνια για να γίνει έτσι.

  68. Κουνελόγατος said

    47-56: Κάποτε, πολλά χρόνια πίσω, ο Πέτρος Μανταίος είχε γράψει στην αείμνηστη Ελευθεροτυπία για τα «ποντίκια του ουρανού».

  69. ΚΑΒ said

    53. Δυστυχώς δεν είναι τουρίστες, όχι ότι κάποιοι δεν φωνάζουν, αλλά αυτοί δεν καταγγέλλουν. Υπάρχει μια ομάδα που δεν είναι ντόπιοι, αλλά ζουν στο νησί οι οποίοι έχουν γίνει οι «μεγάλοι προστάτες¨ των ζώων των χωρικών, γιατί οι τελευταίοι τάχα δεν ξέρουν πώς να φροντίζουν το ζώο τους που τους προσφέρει τα απαραίτητα.

    Εκφράζομαι με μετριοπάθεια.

  70. antonislaw said

    Γεια σας! Τζη συγχαρητήρια, σήμερα διάβασα τα διηγήματά σου και μου άρεσαν πολύ! το πρώτο που μου θύμισε Βουτυρά με το τέλος του αλλά και πολύ καλό σε περιγραφές, το δεύτερο που μου έφερε στο νου του Μπητλς και το Eleanor Rigby με τους μοναχικούς ανθρώπους που μαζεύουν το ρύζι από τους γάμους, και οπωσδήποτε το χτηματσερό που ανεβοκατεβαίνει μια στη Λίνδο, μια στα Φηρά και που δεν θέλει ήρωας να είναι κανενός.
    Θυμάμαι στο βενετσιάνικο λιμάνι των Χανιών που σε ένα αμαξάκι που ήταν σταματημένο το άλογο αναμασούλιζε παράξενα, και χτυπούσε επίμονα το μπροστινό πόδι, πήγε κοντά ο καροτσέρης και έβαλε το χερι του στα χείλια του αλόγου και έπιασε ένα δόντι «του βγήκε το δόντι » μας είπε απολογητικά σχεδόν σε εμάς που είχαμε σταματήσει και κοιτούσαμε, και τρυφερά σχεδόν έβαλε το βγαλμένο δόντι στην τσέπη του… αυτός που ουσιαστικά με το χαλινάρι όλη μέρα μες στον ήλιο του το είχε βγάλει… τι τραβάνε κι αυτά

  71. # &)

    Ετχαρθιστώ για το σχόλιο και τα καλά σου λόγια

  72. Χαρούλα said

    #56,57 Πέπε, (δυστυχώς δεν το κατέγραψα…) την δεύτερη βδομάδα της πετονιάς, βλέπω το «καλό μου» να πατάει στην άκρη, να σηκώνει το ένα πόδι πάνω από την πετονιά και να περνάει μετά και το άλλο! Ενώ συνήθως τα βρίζω, γέλασα πολύ! Έχω/ουμε δοκιμάσει πάρα πολλά. Σε 10-15 μέρες τα έχουν ξεπεράσει(Τώρα είμαι στο ψέκασμα των επιφανειών με τσίλι!). Σώθηκαν όσοι κρέμασαν δίχτυ σαν τέντα, αλλά μέχρι κάτω. Όμως στην πρόσοψη;;;

    Οι γλάροι βρίσκονται στην θάλασσα και στα σκουπίδια. Δεν ξέρω για το ορεινό χωριό σας. Εδώ είναι συνδιασμός. Από την θάλασσα ξεκινούν και επισκέπτονται τους κάδους απομακρυνόμενοι προς το εσωτερικό!

    Ευχαριστώ πάντως… Ο Τζη τα ζει κι αυτός! Κουράγιο.

  73. Πέπε said

    #72
    Άμα είναι τόσο ευφυές, μήπως πρέπει απλά να παραδεχτούμε το μοιραίο, ότι αυτό θα μας διαδεχθεί;

    Το ίδιο λένε και για την κατσαρίδα. Καθώς και των δύο ο οργανισμός αποτελείται κατά 80% από ρύπανση, και αντέχουν, ίσως συναντηθούν στον μεγάλο τελικό.

  74. Αχ! Χαρούλα, εδώ στη Χαλκίδα, οι γλάροι έχουν γίνει ο εφιάλτης μας. Μέσα στη νύχτα κρώζουν τόσο δυνατά πάνω από τα σπίτια και τις πολυκατοικίες που ξαγρυπνάμε. Ιδιαιτέρως το καλοκαίρι. Φρίκη. Από τη θάλασσα ξεκινούν, αλλά φτάνουν όπου νά’ ναι. Ας μην πω για τα περιστέρια…

  75. spyridos said

    Επιτέλους τα κατάφερα.
    Πάλι τα διηγήματα του Τζι, σαν γιαπωνέζικο σούσι ή σαν καλοφτιαγμένα μεζεδάκι.
    Φαίνονται μικρά αλλά σε παραγεμίζουν χωρίς να το καταλάβεις.
    Πολύ σκοτεινό το πρώτο. Ανολοκλήρωτο; αλλά και τι άλλο να προσθέσεις; Καλό αλλά δυσκολοχώνευτο.
    Το δεύτερο το βλέπω σαν μια ωραία άσκηση. Φυσικής, αυτές με δυναμική – κινητική ενέργεια, μάζα κτλ.
    Παρόλο που είναι δομημένο σαν άσκηση, δίνει φαγητό για παραπέρα σκέψη. Ολιγάρκεια, κυνισμό.
    Το τρίτο το βλέπω σαν αλληγορία. Πολύ βαρναλικός ο κυρ Μέντιος του. Ανθρωπος είναι για μένα, που προσπαθεί αρκετά παθητικά να ανταπεξέλθει, ξανά εδώ ο κυνισμός στη σκέψη του.
    Δεν έχει σημασία αν το έγραψε σαν αλληγορία, αν και είμαι περίεργος. Αν κάποιος αναγνώστης το βλέπει έτσι, είναι για εκείνον αλληγορικό.

  76. spyridos said

    Έχω ζήσει τρία χρόνια σε διαμέρισμα με ένα μικρό μπαλκονάκι στην Ουτρέχτη. Δεν μπορούσα να το χρησιμοποιήσω λόγω των ιπτάμενων αρουραίων, αλλά και οι γλάροι μας έβγαζαν την πίστη, 50 χλμ από τη θάλασσα.
    Εδώ και χρόνια υπάρχει πρόστιμο γι αυτούς που ταΐζουν περιστέρια στην Ουτρέχτη. Στο Άμστερνταμ θεσμοθετήθηκε πριν ένα μήνα (70 ευρώ). Στο Χάρλεμ, στα δυτικά του Άμστερνταμ το πρόστιμο είναι 140 ευρώ.
    Βρέθηκα το φθινόπωρο στο Άλκμαρ και πήρα ένα σαντουιτσάκι από ένα μαγαζί στο κέντρο. Μέχρι να φτάσω στο αυτοκίνητο, 300 μέτρα απόσταση, μου είχαν επιτεθεί 2 γλάροι. Κυριολεκτικά, με νύχια, ράμφος και με ηχητικές απειλές. Αν μπεις σε κλειστό χώρο σε ακολουθούν και περιμένουν έξω φωνάζοντας. Ο πρώτος κατάφερε να μου πάρει κι ένα κομμάτι, γιατί δεν περίμενα κάτι τέτοιο. Οι κάτοικοι έχουν πλέον συνηθίσει και κακολογούν τους πολλούς τουρίστες που τους ταΐζουν. Σε κάθε γωνιά, υπάρχουν ταμπέλες στα Αγγλικά.

  77. Πέπε said

    76
    > Ο πρώτος κατάφερε να μου πάρει κι ένα κομμάτι

    Σα δεν έφαγες και κάνα πρόστιμο, φτηνά τη γλίτωσες. Ή είναι αποποινικοποιημένο το τάισμα γλάρων; Δεν υπάρχουν μαλακά και σκληρά, εεε, άσπρα και γκρίζα εννοώ, ενιαία νομοθεσία για όλα!

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    72. Χαρούλα, ας πω κι εγώ τί κάνανε εδώ και 4-5 χρόνια κάποιοι συγγενείς κάτω, που είχανε πρόβλημα με περιστέρια αλλά και πολλά σπουργίτια που κάνανε σειρά φωλιές μέσα στα κεραμίδια και γινότανε του κακού χαμού όλο το χρόνο στις βεράντες. Κρέμασαν κι αιωρούνται 5-6 πλαστικά φίδια(μήκος 40-50 πόντους)* γύρω γύρω (γωνιακό σπίτι με μεγάλη πέργκολα) και δεν ξαναπάτησαν. Αποκρουστικό αισθητικά, αλλά πέτυχε.
    Βάλτε τα έτσι που να μην τα βλέπετε εσείς αλλά μόνο τα πουλιά 🙂 .
    *απ αυτά που πουλά(γα)νε σε καταστήματα παιχνιδιών μαζί με όλες τις ποικιλίες δεινοσαύρων κι άλλα τέτοια «πανέμορφα» ζωάκια που μοιάζουν πολύ με τ΄αληθινά.

  79. Πέπε said

    78
    Α, έχει χοντρύνει το παιχνίδι. Αμέσως μετά τον Σπυρίδο που του την έπεσε άσχημα ο γλάρος, ακούω τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου πρόβλημα με τα σπουργίτια, που τα θεωρούσα ανεπιφύλακτα συμπαθητικά. Ζούμε στιγμές Χίτσκοκ.

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    79. 🙂 Στις πόλεις, πίσω από τα κλιματιστικά, ή στο κενό απ΄ τις τρύπες που μπαίνουν τα καλώδιά τους, αν μείνουν χωρίς σοβάτισμα, κλασικά είναι αγαπημένο τους μέρος για να φωλεύουν. Και φωλεύουν συνέχεια και κάνουν κι ένα σαματάκο /δεν είναι και τα πιο καλλίφωνα. Κι εγώ τα συμπαθώ και τ΄απολάμβανα κάτι φορές που κατέβαιναν και κυλιόταν στα χώματα του κήπου (δεν έχουν μέρος να φωλιάσουν σ΄εμένα 🙂 ), μου θύμιζαν τα φθινόπωρα στο χωριό, που το «αλεύρωμα» των ατσελέγων* μες τη σκόνη, ήταν σημάδι βροχής. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να χάνονται και μου λείψανε, από πέρυσι σαν να άρχισαν να φαίνονται μερικά. Είναι κομψά πουλάκια, λαίμαργα διαολεμένα, τα κάνω χάζι.
    *ατσέλεγοι ή κοπρίτες , τα σπουργίτια στην Κρήτη.

  81. # 75

    Εξαιρετικό σχόλιο, ευχαριστώ σε

    Τα όνειρα έχουν δικιά τους λογική, ο πρωταγωνιστής δεν βλέπει ποτέ το σώμα του, μόνο τις πράξεις του, σαν τον σκηνοθέτη την ώρα της δουλειάς αλλά οι εντολές δίνονται ασυναίσθητα. Διαφέρουν από την ζωή.
    Αγαπημένο τραγούδι ο κυρ Αντώνης, το πρώτο μου βιβλίο, αφιερωμένο στον «θείο» μου τέλειωνε με τους στίχους του Χατζηδάκι :
    Μα ο κυρ Αντώνης δε θα βγει ποτέ του στην αυλή
    αφού για πάντα μες τ’ όνειρό του θέλησε πια να ζει.
    Στο δεύτερο, η πραγματική ανάγκη, η πείνα, στερει από την ζωή το όνειρο, μόνο με γεμάτο στομάχι, φεύγει από το μιαλό σου η πείνα και ονειρεύεσαι.
    Φυσικά και είναι αλληγορία το τρίτο, κανένας λογικός άνθρωπος δεν γίνεται ήρωας με την θέλησή του, οι αρχές που έχει και πιστεύει, τον κάνουν. Αλλά η κανονική ζωή είναι πιο γλυκειά από την ζωή του ήρωα, την νοσταλγεί. Αλλοι ζηλεύουν την δόξα του ήρωα, αλλά όχι την ζωή του

    Οταν ήταν να αγοράσω το πρώτο μου αυτοκίνητο συμβουλεύτηκα κάποιον μηχανικό αυτοκινήτων που τα χέρια του ήτανε μαύρα από τα γράσσα, ενω στους μηχανικούς είναι σύνηθες το μανικιούρ (κομπλεξάκι). Αφού με ρώτησε τι λεφτά διαθέτω και τι χρήση θα έκανα μου είπε ασυζητητί Χόντα. Την ίδια εποχή ο ίδιος θα αγόραζε μια Αλφα Ρομέο. Ζήτησα εξηγήσεις :
    – Με το Χόντα θα γυρίζεις το κλειδί και θάσαι ήσυχος, με το ΑλφαΡομέο θάχεις συχνά μικροπροβλήματα που εγώ ξέρω να τα αντιμετωπίσω μόνος μου, ενώ εσύ θα τρέχεις από συνεργείο σε συνεργείο.
    – Και γιατί τότε παίρνεις Αλφα Ρομέο ;
    – Για να λένε οι άλλοι» να αυτός έχει ΑλφαΡομέο» και να ζηλεύουν όπως ζηλεύουν αυτούς που έχουν ωραία γυναίκα, χωρίς να ξέρουν τι τραβάνε κάποιες φορές !

  82. Μου προξενεί εντύπωση το πρόβλημα με τους γλάρους. Χρόνια τους ταΐζω τους σπάρους που πιάνω στην καθετή, περισσότερο από κακία στους σπάρους που μου χαλάνε το λυθρινοκυνήγι μου, παρά από αγάπη στα πουλιά. Είχα καλή σχέση με έναν τον Ιωνάθαν, κάποτε μούφερε την συμβία του και δυο γλαρόπουλα να μου τα γνωρίσει. Δεν έχουν έρθει ποτέ στο σπίτι στην εξοχή, σκάρτα 100 μέτρα από την θάλασσα. Είσαστε σίγουροι πως είναι (ασημό)γλαροι κι όχι άλλα θαλασσοπούλια ;

    Στο πέτρινο σπίτι που μένω φωλιάζουν -κυρίως το χειμώνα που λείπω- πετρίτες, μπούφοι και τσαλαπετεινοί, φέτος πρέπει νάχουν φωλιάσει χελιδόνια, ένα μπαίνει από το ανοιχτό παράθυρο στο δωμάτιο, επιθεωρεί και φεύγει, δεν με προβληματίζουν, ούτε λερώνουν όπως τα περιστέρια στην Αθήνα.

    Εφη, θα δοκιμάσω αυτό με τα φίδια, όλα τα άλλα σύρματα, πετονιές, σιντί δεν δούλεψαν.

  83. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    80# Σου λείψανε ε? Να, πάρε ένα 🙂

  84. odinmac said

    83
    Πριν μερικά χρόνια είχε πέσει από την φωλιά του ένα κουκουβαγιάκι και το πήρα να το μεγαλώσω. Άγριο πουλάκι, ζωηρό, του έδινα γάλα, το έπινε με το ζόρι και σε δύο μέρες ψόφησε. Αργότερα έμαθα πως η μόνη τροφή που δίνουμε σ’ αυτό το πουλάκι για να έχει πιθανότητες να ζήσει είναι κοτόπουλο ωμό.

  85. zgrisp said

    Δυνατό χειροκρότημα κι από μένα Τζη! Και τα τρία υπέροχα, το καθένα στο ύφος του και το είδος του. Σ΄ ευχαριστώ πολύ, καθώς και το Νικοκύρη που σε δημοσιεύει! Μπράβο!

  86. # 85
    Eyxarist;v pol;y gia to sx;olio.

  87. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    72,78,82 – Βρε τι πετονιές ψεύτικα φίδια κι άλλα ημίμετρα, εδώ χρειάζονται επιστημονικά μέτρα για να λυθεί το πρόβλημα. Κάντε τα κοκκινιστά και θα με θυμηθείτε, ΤΟ ΤΕΡΠΝΟΝ ΜΕΤΆ ΤΟΥ ΟΦΕΛΙΜΟΥ!😂

    Και για μην έχετε ενοχές, εκτός του ότι τα τρόφιμα έχουν πάει στα ύψη και οσονούπω θα φτάσουν στον θεό, τα περιστέρια είναι από τα πιο μοχθηρά πουλιά αν όχι το πιο μοχθηρό, καμία σχέση με ειρήνη που αυθαίρετα το έχουν συνδυάσει οι άνθρωποι, εδώ έβγαλαν την κουκουβάγια που είναι μπούφος, σύμβολο εξυπνάδας.😂

    Τα πράγματα είναι απλά, από το στιγμή που ζούν στα αστικά κέντρα, πρακτικά δεν έχουν φυσικούς εχθρούς ενώ βρίσκουν εύκολα τροφή με φυσική συνέπεια να πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα.
    Κοκκινιστά λοιπόν (και άλλες συνταγές δέκτες😊) και τέρμα τα προβλήματα.😊

  88. Πέπε said

    87
    Διαδώστε ότι το τρίμμα από τα ράμφη τους είναι αφροδισιακό, να τα εξαφανίσουμε και να σώσουμε και κάναν ρινόκερο.

  89. Λάζαρος Ρεπούνδιος said

    Σε δυο πολυκατοικίες της γειτονιάς μας τα περιστέρια δεν πλησιάζουν ουτε από περιέργεια.

    Αυτό οφείλεται σε ψεύτικα κοράκια στα μπαλκόνια.

    Δοκιιμάστε το.

  90. sarant said

    89 Περισσότερες λεπτομέρειες για τα σκιάχτρα; Χάρτινα; Πανινα;

  91. Λάζαρος Ρεπούνδιος said

    Χάρτινα; Πανινα;

    Συνδυασμός υλικών για αληθοφάνεια. Τοποθετημένα «καθισμένα» στο περβάζι.

  92. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Γιατί πάνινα και χάρτινα ρε παιδιά?

  93. Πέπε said

    Πάντως το Ηράκλειο είναι γεμάτο πραγματικά κοράκια, και περιστέρια επίσης. Δεν έχω παρατηρήσει αν επιτίθενται ποτέ τα μεν στα δε. Εδώ στη γειτονιά μου τα περιστέρια δεν είναι πρόβλημα, έχουν ένα πληθυσμό μέσα στα όρια του ανεκτού. Σε κάτι κεντρικές πλατείες που γίνεται χαμός, κι έχει και χαζοβιόληδες που τα ταΐζουν, περνάνε και κοράκια και αυτό δεν επηρεάζει ιδιαίτερα τα πράγματα….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: