Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 10 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2022


Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Σε ένα ταξίδι στην Αίγινα ξαναβρίσκει την παλιά του αγάπη. Σήμερα μπαίνουμε στο έκτο κεφάλαιο, όπου ο ήρωας επέστρεψε στη βάση του.

ΕΞΙ

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗΣ

Γυρνώντας στη βάση του, ο Δήμος συνέχισε την προηγούμενη ζωή του, το ίδιο ρεγουλαρισμένη, όπως και πριν. Ξυπνούσε την κανονική του ώρα, ετοίμαζε το πρωινό του με την ίδια πάντα σχολαστική ακρίβεια, ξυριζότανε με επιμέλεια, ντυνότανε και στις οχτώ παρά τέταρτο, ακριβώς, βρισκόταν στο Γυμνάσιο. Δίδασκε ως τις δύο, το μεσημέρι, έτρωγε στη «Φωλιά», γύριζε στις τρεις στο σπίτι, έπαιρνε τον απογευματινό του υπνάκο και έπινε τον καφέ του με την Ντίνα στις πέντε. Κατόπιν πήγαινε στο καφενείο, κάπου κάπου στο σινεμά και στις δέκα και μισή γυρνούσε στο σπίτι

Αλλά αυτό ήταν κάτι το επιφανειακό. Έτσι παρουσιαζόταν στους άλλους. Μέσα του όλα είχαν αλλάξει ριζικά, η μόνη όμως μεταβολή στις συνήθειές του, που θα μπορούσαν να επισημάνουν τρίτοι, ήταν πως σταμάτησε τους καθιερωμένους περίπατους στο δασάκι ή την παραλία. Κατάργησε τις περιπατητικές ονειροπολήσεις του, γιατί το πήρε απόφαση πως ο ονειρικός εαυτός του πέθανε οριστικά και αφού απαρνήθηκε τη διέξοδο της φυγής με την ονειροπόληση, αποφάσισε να βρει κάποιαν άλλη παρηγοριά.  Έπρεπε να γεμίσει τη ζωή του με κάτι πιο ουσιαστικό από τις ψευδαισθήσεις των ονειροπολήσεων. Η Έζμπα είχε βρει το σωστό δρόμο. Η τέχνη της, γέμιζε τη ζωή της.

Αποφάσισε να καταπιαστεί με το γράψιμο. Θυμήθηκε τις καταγραφές των ονειροπολήσεών του, που σε μια περίοδο ζήλου και έξαρσης είχε ταξινομήσει σε κατηγορίες. Ξεπερνούσαν τις διακόσιες σελίδες γραφομηχανής και ξεφυλλίζοντάς τις βρήκε πως αποτελούσαν πρώτης τάξεως υλικό, για να γράψει τουλάχιστον τρεις νουβέλες ή και μυθιστόρημα ολόκληρο. Με κάποια ικανοποίηση διαπίστωσε πως τα φανταστικά πρόσωπα με τα οποία πλαισίωσε αυτόν τον δεύτερο, ονειρικό, Δήμο, είχαν δυνατότητες να γίνουν αληθοφανείς προσωπικότητες, το καθένα με δικιά του υπόσταση και χαρακτηριστικά.

Δεν ήταν μόνο ο ταβερνιάρης ο Φίλιππας και οι θαμώνες του. Ήταν και οι άλλοι, που πλαισίωναν την άλλη, την  ονειρική δραστηριότητα του δεύτερου Δήμου, με τη συντροφιά των οποίων έκανε μακρινά ταξίδια στα πέρατα του κόσμου και που ήταν, οι περισσότεροι, ξένοι με διασυνδέσεις που έφταναν ως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας και τη ΡΑΦ της Γερμανίας. Αποφάσισε, για την ώρα, να ασχοληθεί μόνο με τους ντόπιους. Τους ξένους χαρακτήρες, τους κράτησε σε εφεδρεία για δεύτερο ενδεχομένως βιβλίο.

Από την πρώτη βδομάδα της επιστροφής του κλεινόταν στο δωμάτιο του και έγραφε με τις ώρες στη μηχανή του. Δεν είχε ποτέ του ως τώρα επιχειρήσει να γράψει κάτι τόσο εκτεταμένο και μάλιστα λογοτεχνικό κείμενο και όχι τις απλές καταγραφές των ονειροπολήσεών του ή υπηρεσιακές αναφορές, μελέτες ή έστω μικρά δοκίμια και παιδεύτηκε πολύ ώσπου να δώσει στο γράψιμό του κάποιο ύφος, που να τον ικανοποιεί. Στο τέλος η δουλειά αυτή του άρεσε. Πραγματικά γέμιζε τη ζωή του. Έπιανε μάλιστα τον εαυτό του να διασκεδάζει με τις ιστορίες που σκάρωνε και συνδέθηκε με κάποιαν οικειότητα αν όχι με αγάπη, με τα πρόσωπα που δημιούργησε η φαντασία του.

Η Ντίνα δεν παραξενεύτηκε με τη συνεχή απασχόλησή του με το γράψιμο. Την είχε πια συνηθίσει. Εκείνο που τη στεναχώρησε και τη λύπησε ήταν πως τις δυο πρώτες βδομάδες ο Δήμος απέφυγε να πλαγιάσει μαζί της. Εκείνη φυσικά την επομένη κι όλας από την επιστροφή του, όταν του πήγε τους καφέδες και κάθισαν να τους πιουν, έδειχνε πως περίμενε να την αγκαλιάσει και δεν έκρυψε την απογοήτευσή της όταν αυτός έκανε πως δεν κατάλαβε τις προθέσεις της. Όταν όμως το ίδιο έγινε και τις επόμενες μέρες της πρώτης βδομάδας αλλά και την ακόλουθη, δε βάσταξε και του ζήτησε εξηγήσεις.

«Δε με θέλεις πια Δήμο μου;» τον ρώτησε κοκκινίζοντας «Βρήκες άλλη γυναίκα;»

Όταν την είδε έτοιμη να δακρύσει, συγκινήθηκε. Πού να της εξηγεί πως ήθελε να κρατήσει την ανάμνηση της μαγείας του έρωτα της Έζμπας όσο πιο πολύ γινόταν. Τη διαβεβαίωσε πως δεν μπήκε άλλη γυναίκα στη ζωή του και δια του λόγου το αληθές, την αγκάλιασε και την έριξε στο κρεβάτι του. Όσην ώρα της έκανε έρωτα σκεφτόταν αυτό που είπε στην Έζμπα: «είναι κάτι το επιδερμικό». Όταν όμως ξεκουράζονταν ξαπλωμένοι δίπλα δίπλα, κατάλαβε πως δεν ήταν τόσο «επιδερμική» η σχέση τους. Κακά τα ψέματα. Έξι χρόνια γνωριμίας και ερωτικών επαφών δεν περνάνε χωρίς να αφήσουν κατάλοιπα. Δεν ένοιωθε αγάπη, αλλά οπωσδήποτε τρυφερότητα για τη γυναίκα που ανάσαινε βαριά στο πλάι του.

Εκτός από την κατάργηση των βραδινών περιπάτων, δεύτερο καινούργιο στοιχείο στη νέα αυτή περίοδο της ζωής του, ορατό στους τρίτους, ήταν η αναβάθμιση της φιλίας του με τον Αντρέα. Κατά την εκδρομή τους στην Αίγινα του δόθηκε η αφορμή να γνωρίσει άγνωστες και εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πτυχές της προσωπικότητας του φίλου του και να νοιώσει γι΄ αυτόν πραγματικό θαυμασμό. Συμπέρανε πως και ο φίλος του ζούσε κι αυτός, κατά κάποιον τρόπο, διπλή ζωή, μόνο που δεν έκρυβε επιμελώς τη μία, όπως εκείνος, απλώς δεν την πρόβαλε. Στην εμφανή ζωή του, ήταν ο ρέμπελος, ανέμελος γλεντζές και γυναικάς, ο αναγνωρισμένος αρχηγός των «ρεμαλιών της Πιερίας». Στην άλλη, ήταν ο βαθιά καταρτισμένος και μάλιστα σε τελείως εξειδικευμένους τομείς, φιλόλογος και ερευνητής, που με τις γνώσεις, την κατάρτιση, την ευθυκρισία και την εργατικότητα, θα μπορούσε να γίνει καθηγητής Πανεπιστημίου.

Κάποτε του το είπε, αυτός όμως έβαλε τα γέλια.

«Άσε με ρε Φιλέα Φονγκ, δεν είναι για μένα αυτά. Κατ΄ αρχήν έχω απομυθοποιήσει τον τίτλο του «καθηγητού Πανεπιστημίου». Ξέρεις πόσους τενεκέδες ξέρω, που έχουν αυτόν τον τίτλο; Ύστερα, όπως μου είπες για τη Βασιλική, έτσι και για μένα, η ζωή που κάνω με γεμίζει. Εντάξει, δεν υπηρετώ την Παιδεία αλλά την Παραπαιδεία, η δουλειά όμως αυτή μ΄ αρέσει. Με φέρνει σε επαφή με νέα παιδιά, που δε με βλέπουν σαν υποτακτικοί μου, όπως βλέπουν στα σχολεία οι μαθητές τον δάσκαλό τους, αλλά μάλλον σαν εργοδότες μου. Ύστερα έχω τα ρεμάλια, που η παρέα και ο χαβαλές τους μου αρέσει επίσης. Τέλος, έχει ανακύψει ένα καινούργιο στοιχείο. Έχω τώρα την Αναστασία. Τελευταία το σκέφτομαι σοβαρά το ζήτημα. Θα το πίστευες ποτέ σου; Πρώτη μου φορά αντιμετωπίζω το ενδεχόμενο να παντρευτώ. Να «υπογυναικωθώ» όπως το έλεγα παλιά, χωρατεύοντας».

«Δηλαδή ο ελεύθερος σκοπευτής, μας τέλειωσε;» τον πείραξε.

«Παλιά τις σχέσεις με τις γυναίκες τις αντιμετώπιζα αλλιώς. Τις ονόμαζα «δεσμούς χωρίς δεσμεύσεις». Όταν τα έφτιαχνα με κάποια, κάναμε παρέα, πλαγιάζαμε φυσικά μαζί, αλλά εκ των προτέρων ξέραμε και οι δύο πως δεν υπήρχαν μακροχρόνιες προοπτικές. Δεν είμαι κανένας κυνικός, αυτό πιστεύω πως θα το κατάλαβες στην εκδρομή μας και γι΄ αυτό ποτέ μου δεν αποδέχτηκα αυτό που είπε ο Διογένης: «λυχνίας σβεσθείσης, πάσα γυνή Λαΐς». Άσε που αυτός το είπε για να πικάρει τη Λαΐδα, όταν του΄κανε εκείνο το χουνέρι με την άσκημη υπηρέτριά της»

«Ξέρεις πως το θέμα αυτού του χουνεριού, όπως το είπες, το χρησιμοποίησε ο Βοκάκιος στο Δεκαήμερο;»

«Το ξέρω, αλλά μη με διακόπτεις. Μανία που έχεις όλο να πετάγεσαι. Άσε με να τελειώσω. Λοιπόν ένα χρόνο και κάτι μήνες, που τα έχουμε με την Αναστασία, νομίζω πως την έχω ερωτευθεί. Ποιος θα το πίστευε έ; Είναι ένας ζεστός, ειλικρινής και καλός άνθρωπος, που δίπλα στον πρώτο της άντρα έζησε μια πολύ στερημένη ζωή»

«Μα τι λες τώρα, με δύο μισθούς, είχανε στερήσεις;»

«Βρε δεν εννοώ οικονομικές στερήσεις. Ο προκάτοχός μου ήταν, από όσο κατάλαβα από τα λεγόμενά της, γιατί εγώ δεν τον είχα γνωρίσει, ένας σοβαροφανής και υπερόπτης ξυλοσκίστης. Σ΄ αυτόν κι αν ταίριαζε ο χαρακτηρισμός δοκησίσοφος, που κόλλησες του Κολιάτσου. Νόμιζε πως τα ξέρει όλα και, επί πλέον, ποτέ του δε γελούσε, δεν καταλάβαινε, ούτε ανεχόταν αστεία. Άσε που ήταν παθολογικά τσιγκούνης. Και το χειρότερο, όπως μου εξομολογήθηκε, στο κρεβάτι ήτανε για κλάματα. Να σκεφτείς πόσο μαλάκας ήταν, που την «ερωτική ομιλία», έτσι έλεγε το πλάγιασμα με τη γυναίκα του, την έβλεπε σαν αναγκαίο κακό, που το δικαιολογούσε μόνο ο σκοπός της τεκνοποιίας και κατά βάθος μεμφόταν γι΄αυτή την πράξη τη γυναίκα του, αφού «εκ γυναικός ερύη τα φαύλα». Τέτοιες μπούρδες της έλεγε. Καταλαβαίνεις λοιπόν τι τραβούσε η καημένη, έτσι θερμή και ερωτιάρα, αλλά και καλλιεργημένη γυναίκα που είναι».

«Κοντά σου πάντως αποζημιώθηκε με το παραπάνω και σε όλους τους τομείς» του λέει γελώντας.

Ο Αντρέας δεν απάντησε, αλλά ήταν φανερό πως κολακεύτηκε.

Πραγματικά ο Αντρέας και η Αναστασία δεν κρύβανε πια τον δεσμό τους. Εξακολουθούσαν φυσικά να μένουνε χώρια, γιατί καταλάβαιναν πως η συγκατοίκηση μιας δασκάλας με έναν άντρα, χωρίς γάμο, δε θα ήταν ανεκτή από την κοινή γνώμη του τόπου τους, κυκλοφορούσαν όμως μαζί, πήγαιναν μαζί στο σινεμά ή σε κάποια κέντρα και η σχέση τους έγινε με θερμότητα αποδεκτή από την παρέα του Αντρέα.

Ο Δήμος άρχισε να κάνει στενότερη παρέα με το ζευγάρι. Βγαίνανε συχνά μαζί, πήγαιναν με τον Αντρέα φανερά στο σπίτι της δασκάλας, συζητούσαν πολύ. Όπως διαπίστωσε, από πρώτο χέρι και όχι από τα σχόλια του Αντρέα, η Αναστασία εξακολουθούσε να είναι πολύ θρήσκα, κάνοντας όμως παρέα με τον φίλο του, είχε απαλλαγεί κατά μεγάλο μέρος από την παλιά μισαλλοδοξία της. Εκτός του ότι δεν έκανε πια καμιάν απόπειρα να τον φέρει σε «θεογνωσία», ανεχόταν πολλές παρατηρήσεις ή σχόλια του, που παλαιότερα θα τα θεωρούσε βλασφημίες. Επί πλέον δεν την ενοχλούσε καθόλου η στενή παρέα που συνέχιζε να κάνει ο Αντρέας (με τη συμμετοχή και του Δήμου τώρα) με τα «ρεμάλια της Πιερίας», στις συνάξεις των οποίων φυσικά δεν πήρε ποτέ της μέρος. Άλλωστε από αυτές, κατά κανόνα, απουσίαζαν οι γυναίκες. Η Αναστασία είχε τη δικιά της παρέα, που την αποτελούσαν κάποιες δασκάλες, θρησκευόμενες οι πιο πολλές.

Μια μέρα, που ο Αντρέας έλειπε και συζητούσαν οι δυο τους, του είπε:

«Ξέρεις Δήμο (είχαν πια εξοικειωθεί και μιλούσαν στον ενικό), νομίζω πως πολύ πριν από σένα κατάλαβα πως κάτω από τον ανέμελο και επιπόλαιο Αντρέα που ξέρατε, κρύβεται ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος. Δεν είναι μόνο οι γνώσεις και η κατάρτιση που έχει, είναι στην πραγματικότητα ευαίσθητος και συντρεχτικός άνθρωπος».

Σώπασε για λίγο, σα να σκεφτόταν αυτά που είπε και συνέχισε.

«Και να ξέρεις, πριν τον γνωρίσω, άκουγα για την παρέα σας, τα ρεμάλια της Πιερίας, όπως σας λένε και είχα σχηματίσει τη γνώμη πως επρόκειτο σχεδόν για αλήτες. Τώρα βλέπω πως είσαστε πολύ ενδιαφέροντες άνθρωποι. Από όσα μου λέει ο Αντρέας δηλαδή, γιατί από κοντά δεν έχω γνωρίσει κανένα φίλο του, εκτός από σένα. Τον καιρό που ζούσε ο μακαρίτης ο άντρας μου είχα γνωρίσει πολλούς ανθρώπους του κύκλου του και πρέπει να σου πω, πως τότε, τους εκτιμούσα και τους παραδεχόμουν,  κυρίως γιατί ήταν όλοι τους σοβαροί και ευγενικοί. Βλέπεις εκείνον τον καιρό θεωρούσα πως η σοβαρότητα, η τυπικότητα και η ευγένεια σημαίνουν πολιτισμό. Δεν ήξερα πως μπορεί να σημαίνουν επίσης κενότητα και υποκρισία…»

Σταμάτησε πάλι για λίγο. Ο Δήμος δε μιλούσε καθόλου, περιμένοντας να συνεχίσει.

«Βέβαια, τότε, με πείραζε λίγο το γεγονός πως, στον κύκλο του μακαρίτη, με βλέπανε με κάποια, πώς να στο πω, συγκατάβαση. Υποτιμητικά. Βλέπεις εκείνοι ήτανε καθηγητές Γυμνασίου, ανώτεροι υπάλληλοι, πλούσιοι επιχειρηματίες κι εγώ, μια απλή δασκαλίτσα και μάλιστα από φτωχή οικογένεια. Έ, λοιπόν, τον τελευταίο χρόνο, συγκρίνοντάς τους με τον Αντρέα, βλέπω πόσο κατώτεροί του είναι, άντρες και γυναίκες. Πόσο εγωιστές, μικρόψυχοι και υποκριτές είναι στην πραγματικότητα. Πόσο άπληστοι είναι, που θέλουν μόνο να παίρνουν από τη ζωή, ενώ ο Αντρέας, αλλά κι εσύ και οι φίλοι σας, είσαστε τελείως διαφορετικοί. Εσείς δίνετε: βοήθεια, φιλία, κατανόηση. Κοντά του ανοίξανε τα μάτια μου. Σα να φορούσα πρώτα παραμορφωτικούς φακούς, που αλλοιώνανε την εικόνα του κόσμου. Βέβαια, όλοι αυτοί και ιδίως οι φίλες μου, δεν είδαν με καλό μάτι το δεσμό μου. «Πώς ξέπεσες σ΄ αυτόν τον άθεο, τον κομμουνιστή, το ρεμάλι» έτσι μου λέγανε στην αρχή. Τώρα δεν τα λένε πια. Τους το ξέκοψα καθαρά και ξάστερα. Τους είπα πως δίπλα του ένοιωσα για πρώτη φορά την ευτυχία».

Έμεινε πάλι για κάμποσην ώρα σιωπηλή σα να δίσταζε πώς θα συνέχιζε.

«Δεν ξέρω αν ο Αντρέας σου είπε πώς γνωριστήκαμε. Ήταν σε μια εκδρομή μας στη Μυτιλήνη, όταν μετά από ένα γλέντι όλων των εκδρομέων, στο οποίο για πρώτη φορά κουβεντιάσαμε οι δυο μας και χορέψαμε μια δυο φορές ευρωπαϊκούς χορούς, μου ζήτησε στα ίσια και κάπως, πώς να στο πω, πολύ τολμηρά, ωμά θα έλεγα, να περάσουμε τη νύχτα μαζί. Όπως καταλαβαίνεις, όταν μου το είπε, σοκαρίστηκα πολύ και αρνήθηκα, όταν όμως κλείστηκα στο δωμάτιό μου, το ξανασκέφτηκα και άλλαξα γνώμη. Έτσι, όταν χτύπησε την πόρτα μου, του άνοιξα και αμέσως γίναμε εραστές. Και να ξέρεις δεν το μετάνιωσα καθόλου. Από εκείνη τη νύχτα, κυριολεκτικά, άλλαξε η ζωή μου. Μπορώ να πω πως ο Αντρέας με μεταμόρφωσε από την κάμπια, που ήμουν και σερνόμουν στο χώμα, σε χρυσαλίδα, που πετάει και χαίρεται το φως. Τώρα που είμαι μαζί του, νιώθω πως ζω πραγματικά».

Έμεινε πάλι για κάμποσην ώρα σιωπηλή σα να σα να δίσταζε πώς θα συνέχιζε

«Πριν ακόμα νιώσω αυτό που λέμε ευτυχία, ένιωσα πως ήμουν ελεύθερη. Γιατί κοντά στον πρώτο μου άντρα ένιωθα υπόδουλη. Ο μακαρίτης με αντιμετώπιζε σαν υποδεέστερο πλάσμα. Ξέρεις πως δεν έλεγε ποτέ το όνομά μου; «Γυναίκα» με φώναζε και μάλιστα με ύφος προϊσταμένου προς υφιστάμενο. Όταν πάλι ήταν άλλοι μπροστά ή όταν ήθελε να κάνει τον ευγενή, με φώναζε «κυρία Βλάχου», λες και το επώνυμο του ήταν τίτλος ευγενείας».

Έμεινε πάλι για λίγο σιωπηλή κι ύστερα συνέχισε

«Όπως σου είπα ένοιωθα υπόδουλη και, το χειρότερο είναι πως δεν απελευθερώθηκα ούτε όταν πέθανε, γιατί, ένα χρόνο πριν, μου είχε κουβαλήσει την αδερφή του, τον γαμπρό του και τον ανεψιό του και τους εγκατέστησε, χωρίς φυσικά να με ρωτήσει, στο σπίτι μου. Κι αυτοί οι παρείσακτοι, ποτέ δε με είδανε σα συγγενείς, όταν δε εκείνος συχωρέθηκε άρχισαν να μεθοδεύουν τρόπους για να οικειοποιηθούν το σπίτι και να με πετάξουν έξω. Δε μπορείς να φανταστείς τι τράβηξα έξι ολόκληρα χρόνια»

«Το σπίτι ήταν του άντρα σου ή δικό σου; Ενδιαφέρθηκε ο Δήμος

«Δικό μου, προίκα μου, αλλά το μεγάλωσα όταν παντρευτήκαμε. Αυτό το θεώρησαν επιχείρημα για να δικαιολογήσουν τις απαιτήσεις τους ως συγγενείς του, γιατί εμφάνισαν αποδείξεις πως αυτός πλήρωνε τους εργολάβους και τους προμηθευτές των υλικών. Με δικά μου λεφτά τους πλήρωνε, γιατί ο μακαρίτης δεν έβαζε εύκολα το χέρι στην τσέπη του, αλλά στις αποδείξεις, που τις κρατούσε στο συρτάρι του, φαινόταν μόνο το δικό του όνομα. Τόσο σιχαμένος ήταν…»

Συνέχισε με μάτια που λάμπανε από την έξαψη που ένιωθε

«Όταν γυρίσαμε από την εκδρομή ένοιωθα σα να πετούσα κι όταν η κουνιάδα μου πήγε να μου κάνει μια από τις παρατηρήσεις που συνήθιζε, της έβαλα τέτοια φωνή, που έμεινε άναυδη. Από την άλλη μέρα τους έδωσα τελεσίγραφο, να αδειάσουν το σπίτι μου και να γυρίσουν στο δικό τους»

«Και τι απόγινε;»

«Είδαν πως είχαν μπροστά τους μια καινούργια Αναστασία, που δε χωράτευε και πραγματικά σε δυο μήνες φύγανε. Λευτερώθηκα. Τώρα που είμαι μαζί με τον Αντρέα, νιώθω πως ζω πραγματικά. Η ως τότε ζωή μου, και σαν παντρεμένη και σαν χήρα, ήταν ζωή εν αναστολή».

Στο μεταξύ αναβαθμίστηκε ο ρόλος του Δήμου στις συνάξεις των ρεμαλιών. Η αρχή έγινε όταν ο Αντρέας τους μετέφερε τον χαρακτηρισμό «δοκησίσοφος», που κόλλησε ο Δήμος στον Αντώνη τον Κολιάτσο, που τον αποδέχτηκαν αμέσως. Ακολούθησαν ο «ευυπόληπτος» και ο «καημένος»

Ο πρώτος χαρακτηρισμός αφορούσε τον Θεοδόση, έναν τύπο ανεπάγγελτο, που έκανε διάφορες δουλειές του ποδαριού και στα ενδιάμεσα, κυκλοφορούσε στα καφενεία παίζοντας τάβλι ή μπιλιάρδο, πάντοτε όμως με χρηματικό έπαθλο. Είχε την αναμφισβήτητη ικανότητα να διαλέγει για συμπαίκτες λιγότερο ικανούς από αυτόν και έτσι σχεδόν πάντα κέρδιζε. Πρόσεχε πολύ την εμφάνισή του, την τσάκιση του παντελονιού του ή το δέσιμο της γραβάτας του, μιλούσε συνεχώς  για τις επιχειρήσεις του και είχε το χάρισμα να πείθει, όσους δεν τον ήξεραν από την καλή, πως ήταν πράγματι επιτυχημένος επιχειρηματίας.

Ο Θεοδόσης είχε αντιληφθεί πως τα ρεμάλια, παρά  την αποδοκιμασία των φρονίμων νοικοκυραίων της πόλης, είχαν κάποιο ανεξήγητο κύρος στην κοινή γνώμη του τόπου και επιδίωξε να δίνει δεκτός στις συνάξεις τους αλλά η συμμετοχή του καταψηφίστηκε ομόφωνα. Όταν το έμαθε παρηγορήθηκε, λέγοντας στους τυχαίους συμπαίκτες του πως «πρόκειται για ανυπόληπτα υποκείμενα», οπότε ο Δήμος τον αποκάλεσε «ο κύριος ευυπόληπτος», ονομασία που έγινε αμέσως αποδεκτή, όχι μόνο στον κύκλο των ρεμαλιών αλλά και  από την κοινή γνώμη της μικρής πόλης.

«Καημένο» είχε επονομάσει ο Δήμος τον Χρήστο, έναν από τους τέσσερις μπακάληδες της κωμόπολης, γιατί έξω από το μαγαζί του και πέρα από τις καθιερωμένες σύντομες κουβέντες που έκανε με τους πελάτες του και οι οποίες είχαν πάντα συγκεκριμένα θέματα και αφορούσαν την ποιότητα, και την τιμή των ειδών που πουλούσε, σε όλες τις άλλες συναναστροφές δε μπορούσε να πει τίποτα. Είχε απόλυτη αδυναμία να ανοίξει συζήτηση και ακόμη μεγαλύτερη να πάρει μέρος στις κουβέντες των άλλων. Ήθελε όμως να λέει κι αυτός κάτι και να μη μένει βουβός. Έλεγε όμως πράματα ξεκάρφωτα, μηδαμινής σημασίας και απολύτως αδιάφορα στους άλλους. Να πούμε όταν καθόταν με άλλους στο καφενείο έμπαινε στην κουβέντα λέγοντας «είδες μια καρέκλα;» ή «εκείνο το σπίτι έχει κεραμίδια», ή «δες ένα γκρίζο αυτοκίνητο».

Όταν σε κάποια σύναξη τους τα ρεμάλια σχολίαζαν ευθύμως τη συστηματική μηδαμινολογία του Χρήστου, ο Δήμος τους ανέφερε μια περικοπή από ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, όπου ένας αγωγιάτης, που συνόδευε πεζός μια στρυφνή και κακιά γριά, που είχε αγκαζάρει αυτόν και το μουλάρι του για να την πάνε στην Παναγιά στο Κάστρο, θέλοντας να σπάσει τη σιωπή, που κρατούσε από την ώρα που φύγανε από τη χώρα, αλλά μη βρίσκοντας τι να πει, της λέει, δείχνοντας τα δέντρα που πλαισίωναν  το δρόμο

«Γιαγιάκα μ΄φτέρες»

«Ε και σαν είναι φτέρες τι; Έχω μάτια και τις βλέπω;»

«Ε, να, λέω κι εγώ ο καημένος»

Από τότε ο Χρήστος επονομάστηκε «ο καημένος»

Μετά από αυτές τις επιτυχίες του ο Δήμος καθιερώθηκε σαν επίσημος νονός των διαφόρων τύπων της πόλης και του απονεμήθηκε ειδικό «πάπλωμα» στο οποίο αναγορευόταν «ονοματολόγος».

Ο Δήμος όταν ύστερα από πολλά σχισίματα χαρτιών και ξαναγραψίματα κατάφερε να τελειώσει ένα κείμενο, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μεγάλο διήγημα ή ακόμα και νουβέλα, το έδωσε στον Αντρέα, να το διαβάσει και να του πει τη γνώμη του. Μετά την εκδρομή τους στην Αίγινα τον εμπιστευόταν απολύτως σε τέτοια θέματα. Ο φίλος του, δέχτηκε το πολυσέλιδο κείμενο με ευχάριστη έκπληξη και έκανε κάπου μια βδομάδα πριν του απαντήσει, σημάδι πως το μελέτησε διεξοδικά. Τελικά διατύπωσε τις κρίσεις του εγγράφως.

Αγαπητέ μου Δήμο

         Δηλώνοντας, εν γνώσει των συνεπειών του νόμου περί ψευδούς δηλώσεως, ότι δε θεωρώ τον εαυτό μου κριτικό, ούτε, πολύ περισσότερο, λογοτέχνη, επίτρεψε με να κάνω κάποιες παρατηρήσεις πάνω στα γραφτά σου, στηριζόμενος στην προσωπική μου εμπειρία αλλά και στην αγάπη μου απέναντί σου, που πηγάζει από την μακρόχρονη συναναστροφή μας. Προσθέτω δε ότι, επειδή πιθανόν να κάνω και λάθος στις σκέψεις μου, πολύ σε παρακαλώ μην τις πάρεις τις μετρητοίς. Αν έχεις αντίθετη άποψη, μην τις λάβεις διόλου υπόψη.

Λοιπόν: διαβάζοντάς σε, είχα έντονη την αίσθηση ότι δε δουλεύεις τα κείμενά σου συνθετικά, δηλαδή δεν τα ολοκληρώνεις μυθιστορηματικά, ώστε να έχω εγώ, ο τρίτος, ένα παραμύθι με αρχή, μέση και τέλος, κάτι δηλαδή που να δικαιώνει την ανάγνωσή μου δραματουργικά. Μην ξεχνάς ότι γράφεις διήγημα.

Σαν συγγραφέας αξίζεις πολλά. Το ύφος σου είναι αληθινού τεχνίτη του λόγου. Και τα δύο κομμάτια σου ρέουν αβίαστα. Αλλά  στο τέλος, μου αφήνεις μια γεύση απλώς υλικού, που το συγκέντρωσες για να το χρησιμοποιήσεις σαν μαγιά για κάτι πιο μεγάλο, για έναν μύθο, που με την εξέλιξή του και τις όποιες συγκρούσεις των δεδομένων του, θα όρθωνε μέσα στη συνείδησή μας μια καλά στερεωμένη ιστορία  με τις ρίζες της και τις προεκτάσεις της. Εντούτοις μοιάζεις σαν κάπου να βαρέθηκες και τα παράτησες. Δεν είναι κρίμα;

Το ταλέντο σου, αγαπητέ φίλε, έχει απαιτήσεις από τον Δήμο. Το ίδιο και οι μέλλοντες  αναγνώστες σου. Και δεν τους φτάνει να τους  λες: «ξέρετε, έχω αυτό το υλικό, σας το χαρίζω». Είναι σαν να ετοίμασες το φύλλο για το μπακλαβά, το αμύγδαλο, τη ζάχαρη, τα σιρόπια, και μας λες τώρα βρείτε το ταψί και ψήσετέ τον.

Επαναλαμβάνω ότι μπορεί τα παραπάνω να είναι και λάθος. Δε θα σου τα έγραφα αν ήσουν ένας οποιοσδήποτε άλλος συγγραφέας. Σε σένα θέλω να είμαι ειλικρινής. Κι αν είναι δυνατόν, να αποβώ ωφέλιμος.

Η κριτική του Αντρέα τον προβλημάτισε. Ξαναδιαβάζοντας τα διηγήματα προσπάθησε να βρει πού έκανε το λάθος. Σε τί συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στην στρωτή αφήγηση και στην μυθιστορηματική πλοκή, στην οποία προφανώς υστερούσε. Αποφάσισε να τα ξαναγράψει από την αρχή. Έκανε μάλιστα κάτι το παράτολμο. Αποφάσισε να μη διορθώσει τα γραμμένα κείμενα, αλλά να τα σκίσει και να ξαναγράψει τα δυο διηγήματα από την αρχή, από μνήμης, χωρίς να μπορεί καταφεύγει στα αρχικά γραφτά του. Αποδείχτηκε πως η κουραστική αυτή μέθοδος ήταν σωστή. Με τη νέα τους μορφή τα κείμενά του ήταν πολύ καλύτερα.

Το τέταρτο, τέλος, στοιχείο της αλλαγής του ήταν πως έπαψε να συμπεριφέρεται σαν τον ευσυνείδητο, ανεπίληπτο, μετρημένο και νομοταγή καθηγητή, που ξέρανε όλοι. Συντέλεσε βέβαια σ΄ αυτό η βαθιά εσωτερική αλλαγή του, μετά το ταξίδι του στην Αίγινα, επηρεάστηκε οπωσδήποτε από τον συγχρωτισμό του με τα ρεμάλια της Πιερίας, κυρίως όμως παρασύρθηκε από την πολιτική ατμόσφαιρα που επικρατούσε το πρώτο τρίμηνο του ΄74, και που είχε μεγάλη επίδραση επάνω του. Το πρώτο εξωτερικό σημάδι της αλλαγής του αυτής ήταν πως ένα μήνα μετά την επιστροφή του, κατάργησε τη γραβάτα, άφησε μουστάκι και έπαψε να κουρεύεται στου Λάμπη με τον καθιερωμένο ρυθμό, κάθε είκοσι μέρες κι έτσι μάκρυναν τα μαλλιά του. Ο Λάμπης όταν άκουσε πώς ήθελε να τον κουρέψει, συμφώνησε με ενθουσιασμό

«Θα σε κάνω να μοιάζεις ακούρευτος ενώ θα είσαι κουρεμένος»

Η καινούργια φάτσα του, όπως την έβλεπε στον καθρέφτη το πρωί, του άρεσε.

Δε σταμάτησε όμως στην εξωτερική εμφάνιση. Στον εορτασμό της 25ης  Μαρτίου, ο Γυμνασιάρχης ανέθεσε σ΄ αυτόν να εκφωνήσει τον «πανηγυρικό». Βλέποντας το ύφος του, του εξήγησε πως «ως εις εκ των αρχαιοτέρων καθηγητών,  του Γυμνασίου όφειλε κάποτε να αναλάβει αυτό το τιμητικόν καθήκον». Μόνο που αυτός δεν το θεώρησε καθόλου τιμητικό καθήκον. Το πήρε σαν αγγαρεία, αν όχι σαν τιμωρία. Ανέκαθεν απεχθανόταν αυτού του είδους τους λόγους και λυπόταν από τα βάθη της καρδιάς του τους ταλαίπωρους, στους οποίους έπεφτε ο κλήρος να αναμασούν βαριεστημένοι τις καθιερωμένες κοινοτοπίες, σε ένα ακροατήριο, που έπληττε ακούγοντάς τους. Αποφάσισε λοιπόν να εκφωνήσει έναν ολότελα διαφορετικό πανηγυρικό, που θα έμενε αξέχαστος στους ακροατές του.

Τον προετοίμασε δουλεύοντας εντατικά δυο μέρες και τον διάβασε στο σπίτι του τόσες φορές, που σχεδόν τον αποστήθισε.  Έτσι, όταν μίλησε, είχε μεν μπροστά του το χειρόγραφο, αλλά δεν του έριξε ούτε μια ματιά. Φυσικά αγνόησε την υπόδειξη του Γυμνασιάρχη «να φέρει επίσημον ένδυμα» και από τη στιγμή που ανέβηκε στο βήμα κατάλαβε πως με την εμφάνισή του, με τα μαλλιά του, που είχαν μακρύνει αρκετά, με το μουστάκι και χωρίς γραβάτα, έκανε αίσθηση. Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή. Πρώτα πρώτα μίλησε πολύ απλά και στη δημοτική, αποφεύγοντας κάθε πατριωτική κορώνα και κάθε μεγαλοστομία.

Ξεκίνησε τονίζοντας πως τιμούσανε την επέτειο μιας αληθινής Επανάστασης (αυτό το είπε με έμφαση) και παρενθετικά εξήγησε τη διαφορά του όρου Επανάσταση και του όρου Πραξικόπημα. Συνέχισε, αναφέροντας αυτά που είπε ο Σολωμός: «το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό». Ύστερα ανέτρεξε στην «Ελληνική Νομαρχία», στον Μακρυγιάννη και στον Κοραή και απάγγειλε στίχους του Κάλβου. Τόνισε πως η Επανάσταση του 1821 ήταν καρπός των ιδεών του Διαφωτισμού και πως η επίσημη Εκκλησία την αντιμετώπισε εχθρικά, παρά το γεγονός πως πολλοί κληρικοί πήραν ενεργό μέρος σ΄ αυτήν.

Από την ενθουσιώδη υποδοχή που έκαναν οι μαθητές του στον πανηγυρικό, από τα χειροκροτήματα που ξέσπασαν όταν απάγγειλε με ιδιαίτερη έμφαση το «παρά προστάτας να έχωμεν», αλλά και από το ύφος του Γυμνασιάρχη, που ήταν φανερό πως είχε γίνει μπαρούτι, καθώς και από την αμήχανη στάση των αντιδραστικών από τους συναδέλφους του, κατάλαβε πως πέτυχε τον στόχο του.

Με ικανοποίηση πληροφορήθηκε την επομένη, από φίλους και γνωστούς, πως ο πανηγυρικός του συζητήθηκε πολύ και πως οι περισσότεροι συμπολίτες του επικροτούσαν το περιεχόμενό του. Ειδικότερα δε τα ρεμάλια αφιέρωσαν σ΄ αυτόν την επόμενη μάζωξή τους, κατά την οποία του απένειμαν ειδικό τιμητικό «πάπλωμα», στο οποίο τον είχαν ανακηρύξει «ΑΡΧΙΔΑσκαλο». Έτσι, με κεφαλαία το μισό του τίτλου.

110 Σχόλια προς “Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 10 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)”

  1. Λεύκιππος said

    Κατ΄ αρχήν έχω απομυθοποιήσει τον τίτλο του «καθηγητού Πανεπιστημίου». Ξέρεις πόσους τενεκέδες ξέρω, που έχουν αυτόν τον τίτλο;…….

    Κι εγώ το ίδιο….. ξέρω. Καλημέρα

  2. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    1 ίσως είναι υπερβολή, αλλά τελευταία αισθάνομαι πως η… τενεκεδοσύνη είναι στα βασικά προσόντα για αυτές τις θέσεις.

  3. Καλημέρα

    Εγώ ξέρω λίγους αλλά ένας ήταν όχι απλά τενεκές αλλά ξεγάνωτος !! Από αυτούς που γαίνανε στο Χαρδαβέλλα κι άλλων τις επομπές. Το μότο του ήταν «ο,τι αρρώστεια και νάχεις να ξέρει θεραπεύετται αλλά…κοστίζει ! »
    Δεν το πίστευα, κι όμως διατηρούσε γραφείο στο πανεπιστήμιο της Πάτρας και μετά την συνταξιοδότηση, τον έχουμε ξανασυζητήσει εδώ

  4. Μου άρεσε το μέρος για το σχολικό περιβάλλον και την ομιλία.

  5. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    >>Δεν είχε ποτέ του ως τώρα επιχειρήσει να γράψει κάτι τόσο εκτεταμένο και μάλιστα λογοτεχνικό κείμενο.
    Να μια σχεδόν ανατροπή για τον Δήμο…

    >>…η αναβάθμιση της φιλίας του με τον Αντρέα.
    >>Πραγματικά ο Αντρέας και η Αναστασία δεν κρύβανε πια τον δεσμό τους.
    Και εξελίξεις ως προς τον Αντρέα…

    Ωραίο και συναρπαστικό και το σημερινό!

    Στο τέλος, κάτι παρόμοιο (με την πανηγυρική ανατρεπτική αλλά καλόδεχτη από το κοινό ομιλία) έχω ξανασυναντήσει αλλά δεν θυμάμαι πού ακριβώς (σε ταινία, σε λογοτεχνικό έργο, σε κάποια βιογραφία ???)

    1.
    Λεύκιππε, … με αντέγραψες ! 🙂 🙂
    Αλήθεια –δυστυχώς…– που πρέπει να λέγεται (και να επαναλαμβάνεται!). Το έχουμε σχολιάσει κι εδώ, παλιότερα…

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Πολλοί έχουν γραφείο στο πανεπιστήμιο μετά τη συνταξιοδότηση και προσφέρουν έργο, δεν είναι κακό απαραίτητα.

  7. Παναγιώτης Κ. said

    Ξυλοσκίστης…
    Τι σημαίνει;
    Δεν το βρήκα στο λεξικό.
    Καλημέρα.

  8. leonicos said

    ΑΡΧΙΔΑσκαλο
    ΑΡΧΙΔΑ σκαλο

    Όντως ήσαν ρεμάλια

  9. leonicos said

    Κατ΄ αρχήν έχω απομυθοποιήσει τον τίτλο του «καθηγητού Πανεπιστημίου». Ξέρεις πόσους τενεκέδες ξέρω, που έχουν αυτόν τον τίτλο;

    1, 2, 3, 5 και μελλοντικοί

    Επειδή τυχαίνει να έχω αυτό τον τίτλο

    ΚΑΙ

    τυχαίνει επίσης να ξέρω κι άλλους που τον έχουν, ντενεκέδες κα ξυλοσχίστες.

    Υπήρξαν δε ειδικευόμενοι με χαρακτήρα, καταρτηση και διδακτική μεθοδολογία ανώτερα των ‘τύποις’ ανωτέρων τους.

    Είναι αλήθεια
    αλλά δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις.

  10. nikiplos said

    6@ Δυστυχώς οι μανιέρες εξελίσσονται. Και τα μοντέλα περνούν, χάνουν την λάμψη τους, την πατίνα τους και τον ενθουσιασμό τους. Αρκετοί άλλωστε αφού δεν «καζαντίζουν» με τα δικά τους, στρέφονται ή εξελίσσονται σε άλλα δρώμενα, παρεμφερή σε εξέλιξη κλπ. Και πως να καζαντίσει κανείς? Όχι μόνο δεν είναι το κέντρο του κόσμου η χώρα μας, αλλά είναι και από τις τελευταίες τρύπες του ζουρνά.

    Ωστόσο να πούμε εδώ, πως δεν κάνουν οι τίτλοι τους ανθρώπους, αλλά οι άνθρωποι τους τίτλους. Αρκεί να μην είσαι μονοθεματικός, να διαβάζεις και να εξελίσσεσαι. Και κυρίως να αποδεχθείς πως μπορούν άλλοι να καταφέρουν περισσότερα πράγματα από εσένα.

    Πολλοί αφυπηρετήσαντες, έχουν τον ίδιο πάντα ερευνητικό ενθουσιασμό και συνεχίζουν και καλά κάνουν εδώ που τα λέμε.

  11. leonicos said

    Να περιορίζεστε στο ντενεκέδες

    Το ξυλοσχίτης δεν είναι εύκολο. Γιατι υπάρχουν ξύλ με ρόζους που θέλουν τέχνη για να σκιστούν. Δεν αρκεί να το στήσεις όρθιο και να του ρίξει ςτην τσεκουριά

  12. Πολυ μου άερεσε το σημερινό και πολλά μου θύμισε απότην θητεία μου τα σχολεία…
    Τα τελευταία 10-15 χρόνια αφού απέτυχα να πείσω τους » εγκέ-φαλλους-σικ-«πως τα ολοκληρώματα είναι παντελώς άχρηστα στις κομμώτριες, τις νοσηλεύτριες και τους ψυκτικούς το γύρισα την οργάνωση εορτών και λοιπών εκδηλώσεων και την δημιουργία θεατρικής ομάδας και καλά πέρασα και τα παιδιά απολάμβαναν γιορτές χωρίς ξύλινες ομιλίες και χωρίς να κοιτάνε πως θα φύγουν χωρίς απουσία, αντίθετα μένανε κι ακολουθούσε τσιμπούσι και τραγούδι
    και κάπου αλλού τώρα δεν μπορώ να πείσω κάποιους να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα αλλά ευτυχώς υπάρχει η κηπουρική και η βάρκα…
    ωραίο τραγούδι, ωραία λόγια…

  13. leonicos said

    Στην Ιατρική, από το τρίτο έτος και μετά, εκτός από τα ‘από αμφιθεάτρου’ γίνονται και κλινικά μαθήματα, σε ομάδες, ‘επί κλίνης’, στους θαλάμους.

    Μπροστα στο κρεβάτι ενός ασθενούς με εξαιρετκά περίπλοκλο ιστορικό, ζήτησα από την υπεύθυνη του θαλάμου, πτυχιούχο ειδικευόμενη δηλαδή, να τον παρουσιάσει. (Ήμουν επίκουρος τότε)
    Η παρουσίασή της είχε τέτοια επάρκεια, έδειχνε τόσο βαθιά κι εμπεριστατωμένη γνώση του αντικειμένου, που με άφησε άναυδο. Την ‘ηξερα για καλή, αλλά δεν τη φανταζόμουν κι έτσι.
    Το ανέφερα στον διευθυντή μου. Την επομένη, την έστειλε στα εξωτερικά ιατρεία.

    Αλλά, όπως γινεται πάντα, το διαμάντι λάμπει όπου και να το βάλεις.
    Αν δεν βαριέσαι και δεν το κάνει αγγαρεία, το εξωτερικό ιατρείο είναι χώρος πολύ πιο εντονα εκπαιδευτικός από το τμημα, όπου όλα είναι λυμένα ή τα λύνει κάποιος άλλος
    Κι έλαμψε κι εκεί.

    Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί εκανε την αλλαγή. Όταν τον ρώτησα, μου απάντησε πως ‘ήταν η σειρα της’.

    Και άλλος καθηγητής, απέκλειε από τα χειρουργεία του όσους αντιλαμβανόταν όταν μαθαίνουν βοηθώντας τον. Είναι πολύ γερος για να πω το όνομά του πια. Αλλά τον σιχαίνομαι τόσο που θα το έλεγα.

  14. leonicos said

    12 κάπου αλλού τώρα δεν μπορώ να πείσω κάποιους να έρθουν σε επαφή με την πραγματικότητα

    Ύπουλε, δόλϊε (προσεξε το ϊ), και λοιπά κακά που βαριέμαι να σου τα γράψω, Τζι!
    Ξέρω ποιον εννοείς!

    Εννοείς ΕΜΕΝΑ που δεν μπορείς να με πείσες να γίνω ΠΑΟΚ

  15. ΓιώργοςΜ said

    3, 6 Και θεσμικά, οι ομότιμοι έχουν αυτή τη δυνατότητα. Βέβαια συχνά ομότιμοι κρατάνε μόνο το γραφείο και τον τουπέ, ενώ άλλοι συνταξιούχοι παράγουν έργο χωρίς τίτλους, από μεράκι.

  16. leonicos said

    Θα πάω να εγκατασταθώ στο Γαλαξίδι

    Και θα γράψω, μαζί με τον Τζι, Τα Ρεμάλια του Γαλαξιδιού

    Να μια καλή ιδεα!

    Τζί μου, συχωρεσέ με που σε έβρισα πατώκορφα μόλις πριν μερικά λεπτά.

    Δεν είχα σκεφτεί καλά.

    Αλλά ΠΑΟΚ δεν γίνομαι, που να σκάσει η φελούκα σου.

    Σιγά τη βάρκα. Άμα τσιμπήσει κάτι μεγαλύτερο από μαρίδα, ανατρέπεται

  17. leonicos said

    Νίκο, ετοίμασε χώρο για τα Ρεμάλια του Γαλαξιδιού σε συνέχειες

  18. sarant said

    7 Ξυλοσχίστης, ο ατζαμής, ο κακός τεχνίτης

    17 Πολύ ωραία, αρκεί να μην είναι σε συνεχόμενα σχόλια

  19. ΓΤ said

    5 «ονειροπολήσεις» και 3 «ονειρι-» μέσα σε 14 αράδες…
    Ονειρεμένα ξεκίνησε η Τρίτη μου…

    (εκ γυναικός ερύη —> εΡΡύη)

  20. ΓΤ said

    «Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ».

    λινκ σε αναμονή

  21. sarant said

    20 Καλά που το είδες, το συμπλήρωσα

  22. Georgios Bartzoudis said

    (α) «Να υπογυναικωθώ»
    # Όρος στον οποίο έχει ρίζες η νεότερη συριζοσοφιστεία «παράτυπος μετανάστης»

    (β) «η επίσημη Εκκλησία την αντιμετώπισε εχθρικά [την Ελληνική Επανάσταση], παρά το γεγονός πως πολλοί κληρικοί πήραν ενεργό μέρος σ΄ αυτήν».
    # Ναι. Αυτή την …ανακάλυψη την έκαναν οι «δηθεναριστεροί» που …δεν υπήρχαν το 1821, και όπως φαίνεται δεν υπήρχαν ούτε το 1974! [Εντάξει, ας γενικεύσω και εγώ, αφού (και) με τις γενικεύσεις μπορείς να κάνεις το άσπρο μαύρο, όπως κάνει ο πατήρ Σαραντάκος με τους παπάδες του 1821]

  23. leonicos said

    15 παράγουν έργο χωρίς τίτλους, από μεράκι.

    Mόνο το μεράκι παράγει έργο

  24. ΓΤ said

    15 «παράγουν έργο χωρίς τίτλους, από μεράκι».

    με πρόσθετο αποτύπωμα στο επώνυμό τους: Μιχάλης Γ. Μερακλής

  25. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Αμ τα ΄λεγα γω, η τέχνη (και η λογοτεχνία εννοείται) σώζει. Την ψυχή, τη ζωή, την ερωταγάπη 🙂 . Μ’ αρέσει η εξέλιξη του αφηγήματος.
    Να κλέψω (περίπου) τη «διαφήμιση» κάποιας παράστασης: Γιατί θέατρο (τέχνη) δεν είναι να αναπαριστούμε τη ζωή όπως είναι ή όπως θα θέλαμε να είναι αλλά όπως τη βλέπουμε στα όνειρά μας
    Φίλε Δήμο, (τώρα) καλά πας!
    Αδημονούμε για τη συνέχεια

  26. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    12 Τζη >>και καλά πέρασα και τα παιδιά απολάμβαναν γιορτές χωρίς ξύλινες ομιλίες και χωρίς να κοιτάνε πως θα φύγουν χωρίς απουσία, αντίθετα μένανε κι ακολουθούσε τσιμπούσι και τραγούδι

    Αυτά τα λόγια απηύθυνα στους μαθητές µου (λέει ο Δάσκαλος), στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών, για την επέτειο της 25ης Μαρτίου:
    «Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη, αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.
    Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21, αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ.
    Συλλογίστηκα πολύ για να καταλήξω, αν αξίζει να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.
    Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα, τι να λένε σε σένα; Σε σένα που ßιάζεσαι να φύγεις, να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο…
    http://www.poiein.gr/2010/03/25/iieessa-ouoeoiyiio-aaoeueio-aea-oci-25c-ianossio-ee-aothoeooio-aiuiyiio/

  27. Πέπε said

    > συνόδευε πεζός μια στρυφνή και κακιά γριά, που είχε αγκαζάρει αυτόν και το μουλάρι του…
    «Γιαγιάκα μ΄φτέρες»
    «Ε και σαν είναι φτέρες τι; Έχω μάτια και τις βλέπω;»

    Πιστεύω πως η γιαγιά, εκτός από στρυφνή και κακιά, θα πρέπει να ήταν και τυφλή. Αλλιώς περισσεύει το ερωτηματικό.

    > Φυσικά αγνόησε την υπόδειξη του Γυμνασιάρχη «να φέρει επίσημον ένδυμα» και από τη στιγμή που ανέβηκε στο βήμα κατάλαβε πως με την εμφάνισή του, με τα μαλλιά του, που είχαν μακρύνει αρκετά, με το μουστάκι και χωρίς γραβάτα, έκανε αίσθηση.

    Α όχι φίλε, δε θα συμφωνήσω. Τα μαλλιά και τα μουστάκια τα κουβαλάμε κάθε μέρα, είμαστε εμείς. Τα ρούχα τα διαλέγουμε κάθε φορά, είναι η περίσταση. Η εν λόγω περίσταση είναι σοβαρή, επίσημη, και λέμε ό,τι ανατρεπτικό θέλουμε (με τα μαλλιά και τα μουστάκια μας, επειδή το λέμε εμείς) χωρίς να την απαξιώνουμε, ούτε να δείχνουμε ότι την απαξιώνουμε. Ιδίως που δεν είχε καμία διάθεση να την απαξιώσει, μάλλον ήταν ο πρώτος που όντως την τίμησε.

  28. ΓΤ said

    «να υπογυναικωθώ»

    «Μίλτος – Σας ευχαριστώ. Εγώ, οπωσδήποτε σας αφίνω και φροντίσατε να συνεννοηθήτε να μου δώσετε άδειαν γάμου, διότι το έβαλα σκοπόν να υπογυναικωθώ, τελείωσε!»

    Ν. Ι. Λάσκαρης, «Να με ζηλεύης». Κωμωδία εις πράξιν μίαν, Σκηνή τέταρτη, στο «Παναθήναια», τχ. 16, 1901, σελ. 137.

    Click to access panathin_issue16_1901.pdf

  29. ΓΤ said

    28@

    To οποίο «υπογυναικωθώ» το ξαναβρίσκουμε το 1909 στην «Γκόλφω» του Κυριακού.

  30. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τα χέλια/1925

    Ἄλλη ἐπήγαινε καβάλα ἀνὰ τὰ ρέματα καὶ τὰ λιβάδια τοῦ Πηλίου τὴν ἄνοιξιν, ὁ δὲ νεαρὸς ἀγωγιάτης ἠκολούθει πεζὸς ὄπισθεν, καὶ συχνὰ τῆς ἔδειχνε τὶς χλοερὲς φτέρες, κ᾿ ἔλεγε: «Γιαγιάκα μ᾿, φτέρις. ― Ἂμ σὰν εἶν᾿, μωρέ, καὶ τί; ― Λιέου κ᾿ ἰγὼ καημένος».
    https://www.papadiamantis.net/aleksandros-papadiamantis/syggrafiko-ergo/diigimata/230-t-xelia-1925

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    30 και ξεκινάει με έναν μέτοικο -που λέγαμε χθες
    Τὰ Χέλια (1925)
    Κανεὶς δὲν ἦτο πλέον προκομμένος εἰς ὅλον τὸ νησὶ ἀπὸ τὸν Δ. τὸν Λ. Οὗτος κατήγετο ἀπὸ τὸ ἀντικρινὸν χωρίον… καὶ εἶχεν ἔλθει καὶ ἐγκατασταθῆ ἐδῶ εἰς τὰ χρόνια τοῦ Ἀγῶνος. Ὅλοι οἱ μέτοικοι, βλέπεις, ἦσαν φιλόπονοι, ὅλοι οἱ ἐντόπιοι ὀκνηροί. Διὰ τοῦτο ἔφθασε νὰ δουλεύσῃ δεσπότης τὸν σκλάβον καὶ νὰ δανείσῃ προσήλυτος τὸν ἀφέντην του.
    Εἶχεν ἐνοικιασμένα, δι᾿ εἴκοσιν ἔτη, ὅλα τὰ κτήματα τῆς Παναγίας τῆς…, διαλελυμένης Μονῆς. Τὰ ἐκαλλιέργει συνεχῶς καὶ ἀνενδότως. Ἀπὸ τρεῖς χιλιάδας ὀκάδας λάδι, ὁποὺ ἔκαμε τὸ δεύτερον ἔτος, ἦλθε χρονιὰ ποὺ ἔκαμε δώδεκα χιλιάδας ὀκάδας.

  32. ΓΤ said

    @30, 31 Efi the Dame

    Στις αράδες είσαι χέλι
    ωραία που ελίσσεσαι
    και στου Ππδ το σέρτσιν
    βλέπω εξελίσσεσαι

    όλα καλοφροντισμένα
    από μάστορα Τριανταφυλλό
    λέλουδα καλοποτισμένα
    στης Εφούλας τον αγρό

  33. Πέπε said

    30
    Δηλαδή η φράση με το υπό αίρεση ερωτηματικό (#27) δεν υπάρχει καθόλου, την προσέθεσε ο Δήμος παραφράζοντας από μνήμης; (Λογικό, ποιος απομνημονεύει πεζά;)

  34. Πέπε said

    Αμ δεν το ‘πα σωστά. Δικαίωμά του μεν να προσθέσει μία φράση, αφού δεν ισχυρίζεται ότι το λέει αυτολεξεί, αλλά το ερωτηματικό και πάλι περισσεύει. Έχω μάτια και τις βλέπω, τι μου τις αναφέρεις; Ενώ αλλιώς: [σάμπως] έχω μάτια να τις δω; τι μου τις δείχνεις; Αλλά αν δεν είχε μάτια, τότε θα άλλαζε η υπόθεση, ενώ αλλάζοντας απλώς τη διατύπωση η ουσία παραμένει αλώβητη και πιστή στο πρωτότυπο.

  35. Αγγελος said

    «να υπογυναικωθώ»
    Κάπως έτσι λέγεται και ρωσικά (жениться, από το жена = γυναίκα) το «παντρεύομαι» για τους άντρες. Για τις γυναίκες λέγεται идти замуж за…, κυριολ. «πάω πίσω από άντρα» 🙂

  36. Καλημέρα σας και με ενδιαφέρον διαβάζουμε τη συνέχεια.

    ξένοι με διασυνδέσεις που έφταναν ως τις Ερυθρές Ταξιαρχίες της Ιταλίας και τη ΡΑΦ της Γερμανίας

    Αρχές του 74 ήξεραν στην χουντική Ελλάδα τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και τη Φράξια Κόκκινος Στρατός; Ίσως κάποιοι, αλλά δεν φαντάζομαι ότι τέτοια νέα κυκλοφορούσαν εύκολα. Σκέφτομαι πως το 1978 που έγινε η απαγωγή του Άλντο Μόρο συζητήθηκαν όλα αυτά πολύ, ήταν και μεταπολίτευση και ενημερωνόμασταν πια διαφορετικά.

  37. Mitsi Vrasi said

    36.
    Καλό μας μεσημέρι.
    Αν σκεφτούμε πόσοι έλληνες ζούσαν εκτός, γιατί όχι; Και οι δύο οργανώσεις δραστηριοποιήθηκαν από το ’70

    Ωραία προχωράει το μυθιστόρημα!

  38. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    36,
    τον Νοέμβριο του 1970, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες-Brigate Rosse -ΒΡ( ιδρυτές οι Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι, Ρενάτο Κούρτσιο και η σύζυγός του, Μαργκερίτα Καγκόλ) δημοσίευσαν το «Ανακοινωθέν Νο 1», που αναφερόταν στους επιστάτες της Πιρέλι στο Μιλάνο.
    (Ήδη η πρώτη επίθεσή τους είχε λάβει χώρα στις 17 Σεπτεμβρίου 1970, όταν έκαψαν το αυτοκίνητο ενός εργοστασιάρχη)
    Τον Ιούνιο του 1974, οι Ερυθρές Ταξιαρχίες δολοφόνησαν δυο μέλη του MSI (Movimento Sociale Italiano), ιταλικού νεοφασιστικού κόμματος, στη διάρκεια επίθεσης στα γραφεία του στην Πάντοβα
    Τον Σεπτέμβριο του 1974 η ιταλική αστυνομία συνέλαβε τους Ρενάτο Κούρτσιο και Αλμπέρτο Φραντσεσκίνι
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%95%CF%81%CF%85%CE%B8%CF%81%CE%AD%CF%82_%CE%A4%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B5%CF%82

  39. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    32 🙂
    Των βιβλίων οι ιστορίες
    μού γεννήσαν απορίες
    προ καιρού για τ΄άγρια χέλια
    (χθες για μέλισσες και μέλια)
    σήμερα μου ήρθαν γάντι
    χέλια στον Παπαδιαμάντη!

  40. aerosol said

    Με αφήνουν σκεπτικό οι εξελίξεις…
    Η Τέχνη του Δήμου παίρνει σάρκα και οστά με αφορμή την απώλεια του έρωτα. Και συμπίπτει με την απόφαση να δομηθεί μια ζωή πιο σαφής. Συμβιβασμένη από κάποιες πλευρές, πιο ασυμβίβαστη σε άλλες. Η εσωτερική αναταραχή βρίσκει σωσίβιο στην δημιουργία μιας προσωπικής «τάξης». Ίσως όχι της κοινωνικά αποδεκτής (το πώς χειρίστηκε την 25η Μαρτίου) αλλά ανακουφιστικής για τον ίδιο. Αφήνει παλιές συνήθειες, υιοθετεί νέες, όμως αποδέχεται την συνέχεια μιας σχέσης που δεν συγκρίνεται με αυτό που ήθελε. Μοιάζει να «πάει μπροστά» αλλά, ταυτόχρονα, μάλλον τρέχει να γλιτώσει από κάτι παρά τρέχει με χαρά προς κάτι. Αντίθετα, ο δρόμος που πέρνει ο Αντρέας φαίνεται πιο ουσιαστικός και βαθύς, σε πιο ξεκάθαρη αρμονία με τις ανάγκες του.

    Δεν είμαι σίγουρος αν με πείθει δραματουργικά η εξομολόγηση της Αναστασίας. Πιστή στο επικούριο κλίμα του πατρός Σαραντάκου (που απολαμβάνεις ακόμα κι όταν έχεις ενστάσεις), όμως μου φαίνεται υπερβολικά ξεκάθαρη. Και μέσα της αλλά και στο ότι επιλέγει να μοιραστεί με τρίτο τέτοιου είδους σκέψεις. Μου φαίνεται πως είναι μάλλον τρόπος του συγγραφέα να αποσαφηνίσει κάποιον χαρακτήρα, παρά ρεαλιστική σκηνή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που δεν έχουμε καταλάβει για φίλους ως τώρα. Βέβαια… η ζωή είναι πιο περίεργη απ ‘όσο μπορεί να φανταστεί ένα ταπεινό αεροζόλ!

    #27
    Χωρίς να είμαι σίγουρος για το τι εννοείς (σιγά που θα με εμπόδιζε να έχω αποψάρα!), σημειώνω ότι το πώς εννοείται η περίσταση και η επισημότητα μπορεί να είναι μπερδεμένο. Ποιός βάζει ποιά κριτήρια; Εμείς; Κάποιοι άλλοι, που ίσως σεβόμαστε, ίσως όχι; Παίζει μεγάλο ρόλο και το αν θεωρούμε πως κάποια πράγματα κατάντησαν αδειανό κέλυφος εξωτερικών γνωρισμάτων. Σε τέτοια περίπτωση η ενδυματολογική επιλογή μας μπορεί να αντανακλά την αντίδραση σε αυτή την διαδικασία και να (ελπίζει πως) στέλνει μήνυμα επιστροφής στην ουσία και το όντως σημαντικό.
    Βέβαια κι αυτή η στάση με τη σειρά της μπορεί να γίνει εγωκεντρική μανιέρα ή συνήθεια κενή νοήματος.

    #29
    Συριζαία και η Γκόλφω! Αλί!

  41. Costas Papathanasiou said

    Χαίρετε..
    Ευθύμως και οδυσσέικα εξελίσσονται επομένως “τὰ ἐν δήμῳ, ὅπου δεῖ ,/ εξ αρχιΔάμου(!)-για οικείας σπουδή/ και υπέρ γάμου”, καθόσον η στερνή γνώση (:η ζωή συνεχίζεται μ’ έρωτες) μοιάζει να πρυτανεύει και εγκαίρως να ενΔημεί, χωρίς ιδεοληψίες.
    Εξ άλλου, «Δὲν μὲ θαμβώνει πάθος/ κανένα· ἐγὼ τὴν λύραν/ κτυπάω, καὶ ὁλόρθος στέκομαι/ σιμὰ εἰς τοῦ μνήματός μου/ τ᾿ ἀνοικτὸν στόμα.», καταλήγει, διά στόματος ζωηρότατου Δήμου, στις «Ευχές» του και ο Κάλβος, και ένας “μικρότερός” του αφηγείται εν συνεχεία ομοθυμαδόν:
    «Ο καβαλάρης που ταξιδεύει μακριά σε τόπους άγριους νιώθει τον πόθο για μια πόλη. Τέλος, φτάνει στην Ισιδώρα, πόλη με κτίρια που έχουν ελικοειδείς σκάλες επιστρωμένες με ελικοειδή όστρακα, όπου κατασκευάζουν τηλεσκόπια και βιολιά εξαίσιας τέχνης, όπου ο ξένος αν διστάσει ανάμεσα σε δύο γυναίκες συναντά πάντα μια τρίτη, όπου οι κοκορομαχίες καταλήγουν στο αιματοκύλισμα αυτών που στοιχηματίζουν. Όλα αυτά σκεφτόταν όταν ποθούσε μια πόλη. Η Ισιδώρα είναι λοιπόν η πόλη των ονείρων του με μια διαφορά. Η πόλη που ονειρευόταν τον είχε μέσα της στα νιάτα του: στην Ισιδώρα φτάνει στα γεράματα. Στην πλατεία βρίσκεται το πεζούλι όπου κάθονται οι γέροι και κοιτάζουν τους νέους να διαβαίνουν:κάθεται κι αυτός στη σειρά ανάμεσά τους. Οι επιθυμίες είναι πια αναμνήσεις».(Ίταλο Καλβίνο,“Οι πόλεις και η μνήμη 2”- «Αόρατες πόλεις», μτφρ Ε.Γ.Ασλανίδης-Σάσα Καπογιαννοπούλου, 1983, Εκδόσεις Οδυσσέας)..
    ..Ομοίως, και κατά Δήμον ονείρων, εἴδωλα καμόντων, αδωροδόκητων από έρωτα, μάλλον καθόλου δεν συνάδει να τιμώνται.

  42. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    27-30-33 Αυτό με τις φτέρες ήταν συνηθισμένο ανέκδοτο στην οικογένεια, από τον παππού μου -χωρίς να αναφέρεται πάντα ο Παπαδιαμάντης. Το ερωτηματικό πρέπει να διορθωθεί.

    28-29 Κι αυτό το έλεγε ο παππούς.

  43. # 36 και άλλα

    Εχω την αίσθηση-όχι βεβαιότητα- πως επί χούντας μαθαίναμε από τα νέα για τις Ερυθρές Ταξιαρχίας και την ομάδα Μάινχοφ-Μπάαντερ, σαν παραδείγματα προς αποφυγήν, ενώ η «εθνική κυβέρνηση» είχε εξασφαλίσει «ησυχία, τάξη και ασφάλεια»

  44. 40

    Η Τέχνη του Δήμου παίρνει σάρκα και οστά με αφορμή την απώλεια του έρωτα […] Η εσωτερική αναταραχή βρίσκει σωσίβιο στην δημιουργία μιας προσωπικής «τάξης» […] ανακουφιστικής για τον ίδιο […] Μοιάζει μάλλον τρέχει να γλιτώσει από κάτι παρά τρέχει με χαρά προς κάτι.

    Λένε (ποιοι?) πως ο καλύτερος τόπος για να κάνεις Τέχνη είναι ο λάκκος με τα κωλοδάχτυλα. Εν προκειμένω συναισθηματικά/υπαρξιακά. Ο Δήμος γράφει για τον λόγο για τον οποίο πρωτίστως (οφείλουν να) γράφουν οι γραφιάδες: για να ξορκίσει τους δαίμονές του. Στον Αντρέα από την άλλη, τον εναρμονισμένο με τις ανάγκες του και με ξεκάθαρο στόχο, έρχεται γάντι ο ρόλος του κριτικού.
    Δεν ξέρω αν διάβασα σωστά εσένα ή τον ΔΣ, εδώ δεν ξέρω καλά-καλά τι λέω.

  45. Eva Matenoglou said

    43.
    Λογικό ακούγεται, αλλά, όπως αναφέρθηκε και στο σχόλιο 37, οι Έλληνες φοιτητές στην Ιταλία (ειδικά στην Πάδοβα και άλλες πόλεις στη Β. Ιταλία) ζούσαν τον δικό τους «μύθο» μέσα στη βράση της εποχής…
    (Πολλοί από αυτούς έτρεφαν τεράστιο θαυμασμό για τον Τόνι Νέγκρι, που καταδικάστηκε χωρίς στοιχεία για την υποτιθέμενη σχέση του με τις Ε. Τ.)

  46. papathm said

    Παρά τους ξύλινους διαλόγους και τους μπερδεμένους (και με μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους) χαρακτήρες και παρά τα ξενέρωτα γκομενιλίκια, το αφήγημα έχει μια περίεργη ζεστασιά και διαβάζεται ευχάριστα. Θέλω να δω τι θα γίνει στο τέλος.

    Κατά τη γνώμη μου, το πιο δυνατό σημείο στο σημερινό κομμάτι είναι η κριτική τού Αντρέα προς τον Δήμο. Μια εύσχημη απόρριψη που σφάζει με το βαμβάκι. Πολύ ωραίο κειμενάκι, με χρήσιμες φράσεις.

    Μου άρεσε και η ιστορία του Παπαδιαμάντη με τις φτέρες – δεν την ήξερα.

  47. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Και, σε άλλα νέα, φαίνεται πως η απαγορευση δημοσίευσης από το ιστολόγιο στο ΦΒ δεν ισχύει πια. Ξετιμωρηθήκαμε 🙂

  48. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ενδιαφέρουσα και η σημερινή συνέχεια. Ένα ταξιδάκι… και μετά απότομες ανατροπές.

    Ο Δήμος, εκτός του ότι αλλάζει το στυλ εμφάνισής του, αποπειράται να γίνει συγγραφέας. Το ρεμάλι, ο Ανδρέας, σαν να παίρνει τον δρόμο να καταντήσει κυρ-Παντελής. Εμ, κι αυτή η θεούσα Αναστασία άρχισε να το γλεντάει… κανονικά. Μόνο η φουκαριάρα η Ντίνα παραμένει στα ίδια. Τι θα γίνει παρακάτω;

    Υπομονή, σε 15 μέρες κάτι επιπλέον θα μάθουμε! 😉

  49. Pedis said

    # 45 (τέλος)- Χωρίς στοιχεία, ναι, αλλά όχι σε σχέση με τις ΕΤ.

    Πάντως, οι κρατικοι-παρακρατικοί νεοφασιστικοι μηχανισμοί της Ιταλίας της εποχης δεν ζούσαν στον μύθο. Είναι δε ντοκουμενταρισμενη η συνεργασία τους με την ελληνική χούντα.

  50. @ 47 Sarant

    Ευχάριστο νέο.

  51. 49# Πέραν του προφανούς χαφιεδισμού των εκεί αντιχουντικών ελλήνων φοιτητών τι άλλο έχει το μενού?

  52. Pedis said

    # 51 – Ασφαλή κανάλια χρηματοδότησης, εκπαιδευση και το κυριότερο, παροχή ασύλου μετά από επιθέσεις, αν υποτιθετο ότι θα τους τους έψαχνε κανείς.

  53. 52# Έχεις κάνα κείμενο, κάνα λυγξ, κάτι? Εφσυν και Κωστόπουλο υποψιάζομαι 🙂

  54. Πέπε said

    @40
    > Χωρίς να είμαι σίγουρος για το τι εννοείς (σιγά που θα με εμπόδιζε να έχω αποψάρα!)…

    Νομίζω Αεροζόλ ότι κατάλαβες, ότι απαντάς εντός θέματος, και ότι οι αποψάρες μας, ενώ δεν ταυτίζονται, ούτε και διαφέρουν απέραντα.

  55. Pedis said

    # 53 – Για δες

    https://contropiano.org/news/cultura-news/2020/01/13/i-colonnelli-greci-e-la-strategia-del-terrore-in-italia-0122929

  56. Pedis said

    # 53 – Δεν θυμάμαι από Κωστόπουλο μεριά, μα είναι, γενικά, γνωστά κι επίσημα πράγματα (μέχρι και σε ραπόρτα του Ιταλικού κράτους, με ασφαλή χρονική απόσταση, βέβαια, έχουν δημοσιευτεί.)

  57. Mitsi Vrasi said

    47.
    Να στείλουμε φον-τανάκια ή μια τούρτα φλαμ-πέ;

  58. 55# Γκράτσιε αμίκο. Άτσα ο Άλντος ο Μόρος! Δεν τόξερα ντιπ.

  59. Mitsi Vrasi said

    36-49-52 κε
    Τα νέα δε μαθεύονταν μόνο από εφημερίδες. Έλληνες ζούσαν σ’ ένα σωρό χώρες της Ευρώπης. Υπήρχαν και σταθμοί, υπήρχαν και «αθώοι» ευρωπαίοι τουρίστες -έλληνες και αλλοδαποί- που πηγαινοέρχονταν.

    Το συγκεκριμένο με τους φοιτητές στην Ιταλία, ομολογώ, με ξεπερνάει για δυο λόγους:
    α) είναι ατεκμηρίωτο από τον γράφοντα
    β) όσο για κυβερνήσεις, ιταλικές κ.ά., συγνώμη, αλλά εδώ κλέβουμε εκκλησία.
    γ) και πολύ πιο σοβαρό, βάζουμε σ’ ένα σακί τον κόσμο όλο. Σαν να λέμε, όλοι οι έλληνες είναι μαλάκες, φασίστες, ηλίθιοι και δεν ξέρω ‘γω τι άλλο. Το τσουβάλιασμα κάνει κακό στην παγκόσμια υγεία.

  60. aerosol said

    #44
    Τώρα… αν νομίζεις πως ξέρω εγώ…

    #54
    Τελικά… να βάλω γραβάτα; Πρέπει να θυμηθώ και πού είναι! 😀

  61. 59# Μίτση, αν αναφέρεσαι στο δικό μου #51 περί φοιτητών, ίσως δεν το διατύπωσα καλά. Εννοώ βεβαίως πως οι ιταλοί φασίστες συνεργάζονταν με τους εκεί έλληνες φοιτητές-χαφιέδες εναντίον των εκεί δημοκρατών ελλήνων φοιτητών, με εκφοβισμό και επιθέσεις, όπως τα λέει και το λυγξ του Πέδη.

  62. Πέπε said

    60

    Στο στρατό, νεοσύλλεκτοι, υπήρχε κάποια φάση όπου έπρεπε να φορέσουμε τη στολή (εξόδου λέγεται;) με τη γραβάτα. Είχαμε έναν στον λόχο που ήξερε να δένει, τις έδεσε σε όλους, και οι περισσότεροι είχαμε την προνοητικότητα όταν τελείωσε η φάση να τη βγάλουμε χωρίς να τη λύσουμε, μη μας ξαναχρειαστεί…

    Κι όμως, σε όχι πολύ παλιές εποχές (μπορεί κι ακόμα σε κάποιους χώρους) η κομψότητα δεν κρινόταν από το αν φοράς γραβάτα ή τι γραβάτα φοράς, αλλά από το αν την έχεις δέσει καλά.

  63. ΣΠ said

    Καθηγητές Πανεπιστημίου τενεκέδες; Φυσικά και υπάρχουν. Για παράδειγμα, αυτοί που ενέκριναν την «διατριβή» του Πατούλη.

  64. Mitsi Vrasi said

    61 Ναι, παρεξήγησα, και
    56 και όχι μόνο, συγνώμη, Πέδη
    Τώρα τέλειωσα και του Δεληολάνη

  65. 60α
    Μαύρε μου, υπήρχε πιθανότητα να ξέρεις εσύ τι λέω εγώ? Αφού ούτε εγώ δεν ξέρω, θα ξες εσύ? 😁

  66. 64# Δε θα σου κρατήσουμε μούτρα 🙂

  67. Mitsi Vrasi said

    66. Κρατήσετε δεν κρατήσετε, το έμενταλ καλά κρατεί, τα ξέραμε αυτά.
    56. Πέδη, και πάλι συγνώμη.

  68. Eva Matenoglou said

    49.
    Σωστά.
    Αυτό που ανέφερα αφορά τα χρόνια αμέσως μετά τη Χούντα (όπως και στο διήγημα) και προέρχεται από σκόρπιες μαρτυρίες και συζητήσεις με ανθρώπους που είχαν σχετικά βιώματα – δεν μπορώ να τα τεκμηριώσω όμως.
    49, 51, 53
    Όμως, οφείλω να ομολογήσω ότι από κει και κάτω κάπου σας έχω χάσει, εσένα και τον Χτήνο, παρόλο που διάβασα και την πηγή. Μάλλον, αφορά προηγούμενες διαφωνίες σας, καθώς και γεγονότα για τα οποία έχω πλήρη άγνοια (για τον «προφανή χαφιεδισμό των εκεί αντιχουντικών Ελλήνων φοιτητών»).
    Παρεμπιπτόντως, μιας και δε βρέθηκε Κωστόπουλος εύκαιρος, πάρε Left.gr
    https://left.gr/news/i-hoynta-stin-ellada-kai-i-stratigiki-toy-tromoy-stin-italia

  69. kpitsonis said

    Μπορώ να πω πως ο Αντρέας με μεταμόρφωσε από την κάμπια, που ήμουν και σερνόμουν στο χώμα, σε χρυσαλίδα, που πετάει και χαίρεται το φως. Η χρυσΣαλίδα δεν πετάει, είναι το προηγούμενο στάδιο του εντόμου πριν γίνει νύμφη (πεταλούδα).

  70. Eva Matenoglou said

    61. (και μετά)
    Σόρυ, ξεχνάω να κάνω ανανέωση σελίδας, μετά έβγαλα νόημα

  71. sarant said

    60 Όταν ήμουν φαντάρος, προς το τέλος, έπρεπε καθημερινά να πηγαίνω με την εξόδου, οπότε είχα βάλει τον πατέρα μου να με μάθει, αλλά τελικά απλώς την χαλάρωνα και την έσφιγγα χωρίς να τη λύνω. Φοβάμαι πως η χρήσιμη αυτή γνώση έχει χαθεί μαζί με τις γραβάτες μου (στον γάμο μου φόρεσα όμως).

  72. Eva Matenoglou said

    61. (και μετά)
    Σόρυ, ξεχνάω να κάνω ανανέωση της σελίδας – μετά έβγαλα νόημα

  73. 72# Κούτσαινε όσο νάναι η διατύπωση, αλλά όχι και καταντίπ. Αφού ήταν αντιχουντικοί, πώς θα ήταν χαφιέδες?
    Θα παρω μέτρα για να μην επαναληφθεί 🙂

  74. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Tο Άλτσι, καλά κρατεί. Το διάβαζα λίγο πριν την εισβολή της κορόνας, που μπαινόβγαινα στον Ευαγγελισμό.
    Οι Έλληνες φασίστες και η στρατηγική της έντασης στην Ιταλία
    https://www.efsyn.gr/politiki/231382_oi-ellines-fasistes-kai-i-stratigiki-tis-entasis-stin-italia

  75. 71# Πριν από πέντε χρόνια, στη Γερμανία, είπα να φορέσω, έτσι για τον χαβαλέ. Μετά από κάνα εικοσάλεπτο μάταιων προσπαθειών το πήρα απόφαση πως είχα πιά ξεχάσει πώς διάολο δένεται.

  76. kpitsonis said

    69 .Συγγνώμη , χρυσαλλίδα.

  77. spyridos said

    O A. Παπανδρέου στη συνέντευξή του στο PBS (Απρ. 1972) συνδέει χούντα, Ιταλούς φασίστες και CIA.
    Δεν θυμάμαι το σημείο της συνέντευξης.
    Κάποια από αυτά τα γεγονότα ήταν ήδη γνωστά το 72.
    https://tinyurl.com/2p8vxw6s

  78. Κοπούκι said

    1) Γράφει ο πατήρ Σαραντάκος: «…γι΄ αυτό ποτέ μου δεν αποδέχτηκα αυτό που είπε ο Διογένης: «λυχνίας σβεσθείσης, πάσα γυνή Λαΐς». Άσε που αυτός το είπε για να πικάρει τη Λαΐδα, όταν του΄κανε εκείνο το χουνέρι με την άσκημη υπηρέτριά της»

    Ο αγαπητός μας κύριος Νίκος που κάθε Σαββάτο κράζει δημοσίως τα ανθυποπταίσματα παγκοσμιως αγνώστων, δεν κατάφερε να προστατεύσει τον αλησμόνητο πατέρα του από την ουρανομήκη γκάφα: Πουθενά στην Ελληνική Γραμματεία (Ιδού το TLG, ιδού και το πήδημα…) δεν υπάρχει η παραμικρή φράσις που να συνδέει τον Διογένη ή την Λαΐδα με την σβησμένη λυχνία.

    Η αυθεντική αρχαία ελληνική φράσις ανήκει στον Μέγα Πλούταρχο (δείτε την εδώ https://tinyurl.com/staah3uv από τα εκπληκτικά «Γαμικά Παραγγέλματα») και έχει ως εξής: «Πάσα γυνή του λύχνου αρθέντος η αυτή εστί»!..

    Την όντως σοφή αυτή φράση έκλεψαν οι Λατίνοι και την μετέφρασαν στα λατινικά «sublata lucerna nullum discrimen inter feminas». Τους αιώνες που ακολούθησαν, η φράσις αναπαρήχθη με διαφόρους τρόπους, βάζοντας μέσα και την Λαΐδα για να παρηγοριούνται όσοι έχουν άσκημη γυναίκα πως είναι εξίσου όμορφη με την διάσημη εταίρα, όταν σβήνουν τα φώτα. Την φράση την αναφέρει και ο θρυλικός Τζιάκομο Καζανόβα στα «Απομνημονεύματά» του (δείτε εδώ https://tinyurl.com/44asecez το σχετικό απόσπασμα στην αγγλική μετάφραση του γαλλικού πρωτοτύπου), λέγοντας πως δεν συμφωνεί καθόλου με αυτή την παροιμία και πως το κατάλαβε όταν «πήγε» με μία νέγρα και δεν ευχαριστήθηκε καθόλου το γαμήσι!..

    Την φράση του Πλουτάρχου την αναφέρει και ο Έρασμος στα λατινικά, συμβάλλοντας ακόμη περισσότερο στην διάδοσή της σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Ο πρώτος ελληνόφωνος που συνέδεσε (με το έτσι θέλω…) την σβησμένη λυχνία με τον Διογένη και την Λαΐδα ήταν ο μπολσεβίκος μεταφραστής του «Δον Κιχώτη», Κώστας Καρθαίος, σε κείμενό του στην «Νέα Εστία» του 1946. Προφανώς, αυτό το κείμενο διάβασε ο Δημήτρης Σαραντάκος, θεώρησε έγκυρη πηγή τον απατεώνα Καρθαίο και περιέπεσε στην ουρανομήκη σημερινή του γκάφα.

    ΗΘΙΚΟΝ ΔΙΔΑΓΜΑ: Γνωρίζοντας πόσο αρρωστημένα εγωτιστής είναι ο 63χρονος οικοδεσπότης μας κύριος Νίκος, στοιχηματίζω ότι ΔΕΝ θα φιλοτιμηθεί να διορθώσει την τρανταχτή αγραμματοσύνη του πατρός του για την σβησμένη λυχνία, τον Διογενη και την Λαΐδα. Θα προτιμήσει να διασύρεται εσαεί ο πράγματι λογιώτατος πατήρ του εις τους αιώνας των αιώνων αμήν, παρά να παραδεχτεί δημοσίως ότι τον άφησε απροστάτευτο, ενώ σπαταλά τόση φαιά ουσία κάθε Σαββάτο, επισημαίνοντας τα ανθυποπταίσματα κάποιων φουκαράδων.

    Έχει και συνέχεια…

  79. Κοπούκι said

    2) Γράφει ο πατήρ Σαραντάκος: «… Τελευταία το σκέφτομαι σοβαρά το ζήτημα. Θα το πίστευες ποτέ σου; Πρώτη μου φορά αντιμετωπίζω το ενδεχόμενο να παντρευτώ. Να «υπογυναικωθώ» όπως το έλεγα παλιά, χωρατεύοντας»

    Άλλη μία τρανταχτη περίπτωσις που ο «ψείρας» με τα ανθυποπταίσματα, κύριος Νίκος, δεν φιλοτιμήθηκε να προστατεύσει τον αλησμόνητο πατέρα του. Τα ρήματα «υπογυναικώ» (=νυμφεύω) και «υπογυναικούμαι» (=νυμφεύομαι) υπάρχουν στην Θεία Ελληνική Γλώσσα από το 1888 τουλάχιστον, όπως αποδεικνύει το κλασσικό Γερμανο-Ελληνικό Λεξικό του Αντωνίου Γιάνναρη.

    Επίσης, από τον 4ο μετά Χριστόν αιώνα υπάρχει στην Θεία Ελληνική Γλώσσα το ουσιαστικό «υπογύναιος» που σημαίνει «δούλος του γυναικείου αιδοίου», «μουνάκιας». Σημειωτέον ότι το «υπογύναιος» με την σημασία του «μουνάκια» είναι λέξις του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος στους Ασκητικούς Κανόνες του γράφει επί λέξει:

    «Ο υπογύναιος, και καταφρονητικώς μένων εν ιερώ, εξωθείσθω και των κατηχουμένων»

    Λίγο παρακάτω, ο Μέγας Βασίλειος γράφει: «πόρνος γάρ, ού μοιχός, ο εις ελευθέραν εκπεσών υπογύναιος»

    ΗΘΙΚΟΝ ΔΙΔΑΓΜΑ: Ο τάχα ειδήμων κ. Ν. Σαραντάκος ηγνόει παντελώς όλα ταύτα, γι’ αυτό και άφησε απροστάτευτο τον αείμνηστο πατέρα του, να μάς βεβαιώνει ότι τάχα το «υπογυναικώνομαι» είναι εφεύρεσις των κωμωδιογράφων

    ΥΓ: Το ότι επί 13 ολόκληρες ώρες τόσο ο επιφανής χριστιανός λόγιος κ. Blogotinanai, όσο και ο παραγιός του, το αγνό χριστιανόπουλο Ριβαλντίνιο, δεν βγήκαν να διορθώσουν τα περί του δήθεν χωρατατζίδικου ρήματος «υπογυναικώνομαι», επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά πόσο λίγη σχέση έχουν με την Πατερική Γραμματεία

  80. Eva Matenoglou said

    73.
    Το σαράκι της αμφιβολίας είναι – μη δίνεις σημασία, καλέ Χτήνε!
    (Μπορεί να ήταν «αντιχουντικοί», γιαλαντζί, πού ξέρω;)

  81. sarant said

    78-79 Καλώστον!

  82. Pedis said

    # 58 – 55# Γκράτσιε αμίκο. Άτσα ο Άλντος ο Μόρος! Δεν τόξερα ντιπ.

    «Το κράτος έχει συνέχεια» όχι μόνο στον χρόνο, αλλά και στο χώρο.

    Όταν διαβάζω ή ακούω το όνομα Aldo Moro, το μυαλό μου πάει αυτόματα στον Βολοντέ του Todo Modo του Petri … Μι ντισπιάτσε, μα νον τσι πόσσο φάρε νούλλα.

    # 64 β – Δεν έγινε κάτι. Νον τι πρεοκουπάρε.

    # 77 – Δεν θυμάμαι το σημείο της συνέντευξης.
    Κάποια από αυτά τα γεγονότα ήταν ήδη γνωστά το 72.

    Στο 35:25.

    Με έκανες και είδα τη συνέντευξη στον Μπάκλευ που είναι για φουσκιές, και τον 16βάλβιδο. Κακά τα ψέματα. Σκάρτος μεν, τζίνιους δε.

  83. aerosol said

    #62
    Να λύσω δεμένη (από άλλον) γραβάτα; Δεν το επιτρέπει η θρησκεία μου!

    #71 & 75
    Της ίδιας συνομοταξίας κι εγώ. Δεν θυμάμαι αν έχω βάλει 4 φορές.

  84. Γραβάτα…

    φόρεσα επί χούντας που πήγα δυο φορές στην Πάρνηθα και δυο χειμώνες με την στολή του αξιωματικού. Παντρεύτηκα με παπιγιόν αλλά φόρεσα σταθερά κάνα μήνα μαύρη σε ένδειξη πένθους όταν έχασα τον πατέρα μου.
    Πάντως θυμάμαι ακόμα πως δένεται.:
    εχουμε παράλληλες τις δυο άκρες της γραβάτας να κρεέμονται από τον λαιμό σε ίσο περίπου μήκος. περνάμε την φαρδειά άκρη της γραβάτας γύρω από την λεπτη σε ψηλό σημείο από έξω προς τα μέσα πρώτη , δεύτερη φορά και την τρίτη βγαίνοντας την περνάμε μέσα από την ταινία ΄που έγινε με το δεύτερο τύλιγμα. Τραβάμε προς τα κάτω την λεπτή άκρη και ρυθμίζουμε λεπτομέρειες τεντώνοντας την φαρδειά άκρη.

    Θεωρώ υποτιμητικό η (εκαστοτε) σύντροφος να μου δένει την γραβάτα, επιτρέπονται μονο ελαφριές διορθώσεις

  85. SearchPeloponnese said

    Σε ποια εποχή ζείτε;
    https://www.google.com/search?client=firefox-b-d&q=%CE%B4%CE%AD%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF+%CE%B3%CF%81%CE%B1%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B1%CF%82

  86. SearchPeloponnese said

    Να λέγατε ότι ζορίζεστε μ’ αυτό, θά ‘χε μια λογική… 🙂
    https://www.google.com/search?client=firefox-b-d&q=%CE%B4%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF+%CF%80%CE%B1%CF%80%CE%B9%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BD

  87. Είχα δει ένα ντοκιμαντέρ για τον Κλοντ Λεβί-Στρος. Ετοιμαζόταν να φορέσει μια τήβεννο ή κάτι τέτοιο για δεν-θυμαμαι-τι εκδήλωση προς τιμήν του, και έλεγε ότι δεν πήγαινε όσους σνομπάρουν αυτά τα επίσημα, γιατί είναι λέει σα να λένε ότι είμαστε ανώτεροι από τους «πρωτογονους» που δίνουν τόση σημασία στις τελετές. Μου φάνηκε ενδιαφέρον, αν και δεν έχω ντυθεί ποτέ επίσημα (νομίζω μαθητής είχα φορέσει μια γραβάτα στην παρέλαση).

  88. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    82# Καλά, κοιτάω τον Μπάκλευ στη βίκη, και γαμώ τα βιογραφικά. Χαφιές, ρατσιστής, μακαρθικός, άνθος το αμάραντον λέμε.

  89. stratosbg said

    Reblogged στις a hairless ape.

  90. Πέπε said

    84, 87 και όλα τα σχετικά:

    Από κάποια στιγμή και μετά, ο κύριος λόγος που δε βάζω ποτέ γραβάτα είναι απλώς ότι δεν είχα βάλει μέχρι τότε (εκτός από τη στολή εξόδου στον στρατό): αφού δεν την έχω συνηθίσει, είμαι βέβαιος ότι θα χτυπάει αταίριαστα επάνω μου, όπως το έχω δει να συμβαίνει με άλλους, που κάνει μπαμ ότι για κάποιον γάμο ή κάτι άλλο έκτακτο έβαλαν γραβάτα ενώ δεν ξέρουν όχι να τη δέσουν (αυτό εντάξει, κάποιος θα ξέρει να σ’ τη δέσει) αλλά να κυκλοφορούν με γραβάτα και φυσικό ύφος.

    Πιστεύω δε ότι υπάρχουν πιο πολλές γυναίκες που ξέρουν να τη δέσουν παρά άντρες.

  91. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    87# Ε τώρα κι αυτός ο Κλαύδιος…Άλλη η σημασία/χρήση των τελετών σε συμπαγείς, προνεωτερικές κοινωνίες στη ζούγκλα ή τη σαβάνα ξερωγώ, κι άλλη σε σύγχρονες κοινωνίες με κατακερματισμένο συλλογικό υποσυνείδητο και σαφή περιχαράκωση ομάδων και συμφερόντων.

  92. Πέπε said

    91
    Δεν πολυσυμφωνώ Δύτη. Εμένα μ’ αρέσουν, υπό διάφορες προϋποθέσεις, οι τελετές. Αυτή τη σημασία που λες ότι έχει μια τελετή που αφορά μια ολόκληρη κοινωνία, εγώ τη βλέπω να υπάρχει και στην περίπτωση της τελετής που αφορά μόνο κάποιους. Φυσικά, έχω τον σκεπτικισμό ότι σε άπειρες περιπτώσεις οι τελετές ξεπέφτουν σε κενές νοήματος, γελοίες, εντυπωσιακές παραστάσεις (π.χ. σχολική παρέλαση – έλεος, πότε πια θα καταργηθούν), αλλά όταν για παράδειγμα μαζευτούμε σ’ ένα τραπέζι όχι απλώς για να καλύψουμε τις φυσικές μας ανάγκες σε τροφή αλλά για κάποιον ιδιαίτερο κοινωνικό λόγο, το να αρχίσουμε όλοι συντονισμένα να τρώμε αφού συγκεκριμένο μέλος της ομήγυρης δώσει το σύνθημα «καλή όρεξη», και προηγηθούν προπόσεις, και τρώμε με συγκεκριμένο τρόπο κλπ κλπ, όλα αυτά ανεβάζουν τη διαδικασία σε ένα άλλο επίπεδο.

    Όταν πήρα πτυχίο, στην ορκωμοσία φορούσαμε τηβέννους. Ήταν τέρμα γελοίο, αφού έπρεπε ελάχιστα λεπτά πριν να μπούμε κάπου όπου τις μοιράζανε και να πάρουμε βιαστικά από ένα ράσο ο καθένας, μας κάνει – δε μας κάνει, ολοσκόνιστο και φορεμένο από εκατοντάδες φουρνιές παλιότερων πτυχιούχων, και να το ρίξουμε όπως όπως πάνω από τα ρούχα μας, το δε χαρτί του πτυχίου έχει ένα στερεότυπο κειμενάκι διατυπωμένο σε κάτι ελληνικά πιο αρχαία κι από τ’ αρχαία… Αλλά φταίει ο τρόπος που γίνεται. Μια τελετή που υποτίθεται ότι είχε σκοπό να μας κάνει να νιώσουμε το ιδιαίτερο της στιγμής, εξευτελίζεται από τον τρόπο που γίνεται, σε φάση άντε να το κάνουμε κι αυτό το καραγκιοζιλήκι λίγο σύντομα γιατί έχουμε και δουλειές μετά. Καθώς και από το ότι η τελετή δεν αντιστοιχεί σε καμία κοινότητα ή ομάδα όπως θα ήταν π.χ. οι συμμαθητές μιας φουρνιάς σχολείου – είχα τελειώσει αρκετά χρόνια μετά από την ώρα μου, και στην ορκωμοσία ήμουν μαζί με κόσμο που δεν είχα ξαναδεί και δεν είχαμε περάσει τίποτε μαζί, και όχι μόνο εγώ βέβαια, λίγοι είναι αυτοί που τερματίζουν ταυτόχρονα με όσους ξεκίνησαν ταυτόχρονα ώστε να έχουν έναν κάποιο δεσμό μεταξύ τους… Αυτό καθαυτό το γεγονός όμως ότι γίνεται μια τελετή, το προτιμώ από το να πηγαίναμε απλώς στη γραμματεία με μια αίτηση στο ένα χέρι κι έναν φραπέ στο άλλο και να μας δίναν μια βεβαίωση από τον εκτυπωτή ότι πήραμε πτυχίο τάδε χρονιά με τάδε βαθμό.

  93. Pedis said

    # 88 – Πρόσεξες στο άνοιγμα της συνέντευξης ότι κάνει πως δεν μπορεί να προφέρει το όνομα του Papandreou? Στη συνέχεια το λέει κανονικά και αβίαστα.

  94. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    92# Εγώ πάλι δεν πολυδιαφωνώ (εκτός από το όνομα που έκανες ένα λαθάκι 🙂 )
    Αυτό που είπα παραπάνω δεν ήταν συνολική απόρριψη των τελετών. Απλά επεσήμανα πως πλέον ο κάθε κύκλος/ομάδα/λόμπι/τάξη κλπ έχει τις δικές του τελετές που πλέον χωρίζουν, αντί να ενώνουν τις διάφορες ομάδες ανθρώπων με διαφορετικά συμφέροντα.
    Στη β’ παράγραφό σου επεσήμανες ο ίδιος τη γελοιότητα της διαδικασίας με την τήβεννο. Ένα φυτευτό πιθήκισμα, κάπως σαν το στήσιμο και τη γραμματοσειρά της Καθημερινής που πολύ θα ήθελε να ήταν Νιού Γιόρκ Τάιμς ξερωγώ.

  95. sarant said

    92 Στο ΕΜΠ, που τελείωσα με τη φουρνιά μου, δεν είχαμε τελετή απονομής πτυχίων, μάλιστα ούτε αξιώθηκα να πάω να πάρω την περγαμηνή να την κολλήσω στον τοίχο.

    Στο ΕΚΠΑ, πάλι, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, πήγα στην τελετή στα Προπύλαια, τουλάχιστον μου έμειναν οι φωτογραφίες.

  96. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    94+
    Εγώ που τα λέω αυτά, αν βρεθώ ας πούμε στο μνημείο των Καλαβρύτων, όχι μόνο δεν θα με ενοχλήσει αλλά θα νιώθω αρμονικά μέρος της τελετής με τους λόγους, τα στεφάνια, την ηχογραφημένη αφήγηση κλπ. Όσο αταίριαστος θα ένιωθα σε μια τελετή αποφοίτησης με τηβέννους, καραγκιοζιλίκι που απέφυγα καθόσον στον καιρό μου δε γίνονταν αυτά 🙂

  97. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    93# Ο αδώνειος Ακενοτούμπο δεν προέκυψε εν κενώ, φευ…

  98. Καλημέρα
    Ορκωμοσία; Έχουμε: https://gevseis.blogspot.com/2022/03/epeteiaka.html
    Όσο δε για τον όρκο, περαδώθε θυμάμαι: του σεπτού τούτου τεμένους των μουσών εξερχόμενος, καθ’ επιστήμιν βιόσομαι τη ευλογία των εμών καθηγητών και πεφιλημένων διδασκάλων και άλλα ωραία. Αλλά όποιος θέλει μπορεί να το διαβάσει (Ευχαριστώ Θόδωρε)

  99. Pedis said

    # 97 – Μα είτε από αγροίκο, γιδοβοσκό, είτε από μηχσω διανοοούμενο και κοσμοπολίτη από τα κεντρικά της αυτοκρατορίας (και μάλιστα στην ακμή της), από Αρχίδιξιό τι περιμένεις?

  100. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    99# Να είναι άραγε (αρχ)ίδιον της εξουσίας γενικότερα η απαξίωση του συνομιλητή (=σε έχω γραμμένο και σου το δείχνω κατάμουτρα, ούτε με το σωστό σου όνομα δε σε προσφωνώ) ή των αγγλοσαξόνων ιδιαίτερα?
    Μάλλον το πρώτο.

  101. Pedis said

    # 100 – Προφανώς και δεν είναι μόνο των αγγλοσαξόνων. Αντίθετα, οι μορφωμένες μεσαίες τάξεις σε αυτές τις χώρες είναι πολύ προσεκτικές σε αυτά και θέλουν να είναι σωστοί και ευγενείς.

    Ειδικά, ο Μπάκλευ το έκανε για να δείξει ότι έχει χεσμένους τους υπηκόους των ανατολικών επαρχιών.

    Από την άλλη, και οι Έλυνες δεν το έχουν και με το παραπάνω αυτό το συνήθειο? Ντάξει, οι Δεξιοί χαίρονται να το επιδεικνύουν, γι αυτό και ειπε το συγκεκριμένο η στρίγγλα, ο ρήτωρ, ο γνήσιος ηγέτης τους.

    Αλλά, είναι γενικότερο σύμπτωμα και λόγω κόμπλεξ απομόνωσης στην άκρη των Βαλκανίων.

  102. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    101# Tους ελυνες τους έγραψες σωστά, ένα λαθάκι έκανες στους δεξυιους 😜

  103. Pedis said

    # 102 – Κι αν έχουν και κόρες για βόλεμα, πώς να λέγονται?

    Δεν μπορεί, αυτό το κόλλημα με τον Μητσοτάκη πρέπει να σπονσοράρεται από άλλες επιχειρηματικές φαμίλιες της πολιτικής του τόπου.

  104. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    103# Κορrichια

  105. Πέπε said

    @Χτήνος:

    #100: > …η απαξίωση του συνομιλητή (=σε έχω γραμμένο και σου το δείχνω κατάμουτρα, ούτε με το σωστό σου όνομα δε σε προσφωνώ)…
    #94: > δεν πολυδιαφωνώ (εκτός από το όνομα που έκανες ένα λαθάκι 🙂 )

    Ζητώ συγγνώμη για την απροσεξία, την οποία πράγματι κι εγώ την αξιολογώ πολύ ψηλά. Δεν είναι δυνατόν να μην ξέρεις σε ποιον απευθύνεσαι, πώς τον λένε έστω (ακόμα και «Γιώργο» ή «Γιώργη», ή, στα γραπτά, «Μανόλη» ή «Μανώλη»: έχει σημασία η διαφορά), αλλά το έκανα…

    #102: Tους ελυνες τους έγραψες σωστά

    Θεέ μου, να τους έδενες,
    Ποτέ να μην τους έλυνες,
    Τους Έλληνες.

  106. Pedis said

    # 104 – όχι, θυγαταίρες? (της εταιρείας κι αυτές)

  107. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    106# Μη θίγεις τις εταίρες θα βρεις κάνα μπελά.

    _______________________

    Πέπε, μη ζητάς συγγνώμη, δεν τρέχει κάστανο. Η εκτίμησή μου στο πρόσωπό σου είναι δεδομένη και σε καμία περίπτωση δεν σου καταλογίζω κάτι, ούτε υπαινίχθηκα τίποτα. Πολύ απλά, είσαι από τα καλύτερα παιδιά εδωμέσα (πάλι μέρα απόδοσης ευσήμων η σημερινή).

  108. spyridos said

    Ο Μπάρκλευ είναι πολυεπίπεδα αποκρουστικός. Αλλά είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τον τρόπο σκέψης του.
    Τον βρίσκουμε συχνότατα και στη Δ. Ευρώπη, τον τρόπο.
    Το πόνημα του Χτήνους το είδα και σαν επιχείρημα κατά της φωνητικής γραφής.

  109. Pedis said

    # 108 α – Ακριβώς. Γι αυτό το λόγο πρέπει κανείς να τον παρακολουθει και σημερα. Είναι πιο επίκαιρος από ποτέ.

  110. aerosol said

    #107
    Τέτοια λες και πέρνουν τα μυαλά μερικών μερικών αέρα. Άσ’ τον να φτιάξει χαρακτήρα ντε!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: