Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 14 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2022


Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη τέταρτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Έζμπα. Σήμερα μπαίνουμε στο όγδοο κεφάλαιο, με εύγλωττο τίτλο.

ΟΧΤΩ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ένα απόγεμα του Σεπτέμβρη [1978], λίγο πριν ανοίξουν τα σχολειά, μετά τον απαραίτητο υπνάκο του, καθώς έπινε τον καφέ του, διαβάζοντας, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού του. Όταν την άνοιξε έμεινε στήλη άλατος. Μπροστά του στεκόταν η Έζμπα, με μια μεγάλη συρόμενη βαλίτσα στο ένα χέρι κι ένα σακ βουαγιάζ στο άλλο.

«Δε θα έρχεσαι μόνο συ απροειδοποίητα» του λέει, γελώντας με την έκπληξή του.

Μη πιστεύοντας τέτοιαν ευτυχία την τράβηξε μέσα, την αγκάλιασε και τη φίλησε. Άφησε τα μπαγκάζια της στο χωλ και τον ακολούθησε στο καθιστικό.

«Πάντοτε μόνος» σχολίασε, βλέποντας το ένα φλιτζάνι του καφέ.

«Θα μου φτιάσεις κι εμένα έναν;» παρακάλεσε.

«Φοράς γυαλιά;» παραξενεύτηκε βλέποντάς τα παρατημένα στο τραπέζι».

«Πρεσβυωπία γαρ, μην ξεχνάς πως έχω τα χρονάκια μου».

Πίνοντας τον καφέ τους του είπε τα νέα της.

«Θυμάσαι εκείνον τον Τζέφρυ Σμίθσον;» τον ρώτησε.

«Εκείνον τον δασύτριχο ζωγράφο;»

«Ακριβώς» γέλασε με τον χαρακτηρισμό «αυτός λοιπόν ως ζωγράφος δεν έλεγε και πολλά πράγματα και ευτυχώς που το κατάλαβε εγκαίρως και σταμάτησε να ζωγραφίζει. Αποδείχτηκε όμως πως έχει επιχειρηματικές ικανότητες, γιατί εδώ και τρία χρόνια εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, όπου άνοιξε γκαλερί, που πάει πολύ καλά».

«Μπράβο του, αλλά δεν καταλαβαίνω…»

«Περίμενε να τελειώσω. Αυτός λοιπόν ο Τζέφρυ με καλεί να εκθέσω τη δουλειά μου και είναι σίγουρος πως η ζωγραφική μου θα αρέσει στο λονδρέζικο κοινό και θα πουλήσω πολλούς πίνακες. Λέω λοιπόν να πάω».

«Πολύ ωραία. Η τέχνη σου ξεπερνά τα εθνικά όρια. Μπράβο σου. Και πότε θα πας;»

«Έχω καιρό. Βέβαια πρέπει να είμαι εκεί τουλάχιστον δεκαπέντε μέρες πριν από τις Γιορτές, αλλά χρειάζεται μεγάλη προεργασία. Πρέπει να διαλέξω ποιους πίνακες θα εκθέσω, να τους συσκευάσω, να τους ασφαλίσω και να τους στείλω με σίγουρο μέσο. Με περιμένει λοιπόν πολλή δουλειά».

«Μπορώ να σε βοηθήσω;»

«Και βέβαια μπορείς. Σου κουβαλήθηκα απρόσκλητη για δυο λόγους: Ο πρώτος είναι πως έχω λαχταρήσει την παρέα σου και ο δεύτερος πως θα χρειαστώ μπόλικο χώρο για να ετοιμάσω τους πίνακες που θα στείλω».

«Το σπίτι μου είναι στη διάθεσή σου».

«Μην το λες τόσο πρόθυμα. Δεν ξέρεις τι σε περιμένει. Θα σου χαλάσω την υποδειγματική τάξη και νοικοκυροσύνη σου. Όταν θα φύγω, θα χρειαστείς καθαρίστρια που θα δουλέψει υπερωρίες».

«Ούτε να το συζητάς. Από αυτή τη στιγμή μένεις εδώ. Θα κοιμηθείς στον κοιτώνα. Εγώ θα βολευτώ στο καθιστικό…»

«Τι είν΄ αυτά που λες;» τον διέκοψε, κοιτάζοντάς τον με έκπληξη και απορία «μαζί θα κοιμόμαστε. Όταν σου είπα πως έχω λαχταρήσει την παρέα σου εννοούσα, βρε κουτέ, πως  ποθώ την αγκαλιά σου, τα χάδια σου, τον έρωτά σου, ή μήπως δε με θέλεις πια;»

Δεν την άφησε να τελειώσει. Σηκώθηκε, πήγε κοντά της, την αγκάλιασε με λαχτάρα και τη φίλησε στο στόμα. Ανταποκρίθηκε πρόθυμα και πολύ ενεργητικά  Όπως τότε που ήταν στην αρχή των ερωτικών τους επαφών, μισογδύθηκαν με πυρετική βία και πέσανε στο ντιβάνι.

«Τι όμορφα που ήταν, αγάπη μου» του λέει σαν έλυσαν το αγκάλιασμά τους, με φωνή ακόμα λαχανιασμένη.

«Ξέρεις, πριν αγγίξω το κουδούνι της πόρτας σου, είχα ένα καρδιοχτύπι. Αν μου άνοιγε κάποια γυναίκα, τι θα έκανα; Πού θα πήγαινα να μείνω, που εκτός από την Κατερίνα δεν έχω με κανέναν άλλον θάρρος στην Αθήνα».

Σηκώθηκε από το ντιβάνι και πήγε στο λουτρό. Από παλαιότερες επισκέψεις της στο σπίτι του, προ δεκαπενταετίας και βάλε, ήξερε τα κατατόπια. Σηκώθηκε κι αυτός και παραμερίζοντας τους δισταγμούς του την ακολούθησε. Τη βρήκε με τα μαλλιά της τυλιγμένα με μια πεσέτα να κάνει ντους. Τον υποδέχτηκε με την έκφραση κάποιας ευχάριστης έκπληξης στο πρόσωπό της και δεν έκανε καμιά κίνηση να κρύψει τη γύμνια της. Πέταξε τα υπόλοιπα ρούχα του και μπήκε κι αυτός κάτω από το ντους και πλύθηκαν μαζί.

Λίγο αργότερα, εκείνη φορώντας το μπουρνούζι του κι αυτός τυλιγμένος με μια μεγάλη πεσέτα του μπάνιου, τα λέγανε.

«Έχουμε δυόμισι χρόνια να ιδωθούμε και θέλω να μου πεις τι έκανες όλον αυτόν τον καιρό» της λέει.

«Κυρίως δούλευα. Θα το πιστέψεις; Τα δυο σύντομα περάσματά σου ήταν για μένα κάτι σαν εγερτήριο σάλπισμα, που λέγαν οι παλιοί. Όταν μου είπες πως τώρα σ΄ αρέσει η ζωγραφική μου, μου έδωσες κουράγιο και όρεξη και το βάφτισμα του πίνακα «οίνωψ πόντος» με απογείωσε. Από τον Γενάρη του ΄76 δούλευα ασταμάτητα. Μετά βίας ανεχόμουνα την Ελένη, την Σάλυ, τον Μισέλ και την Τώνια, τη γυναίκα του, όταν αποτολμούσαν να έρθουν στο σπίτι μου. Έτσι, έφτιαξα σχεδόν πενήντα πίνακες. Φυσικά στην Αγγλία θα εκθέσω ούτε τους μισούς καθώς και καμιά δεκαριά παλιούς. Πες μου τώρα τα δικά σου».

«Όπως σου είπα την τελευταία φορά που σ΄ επισκεφθήκαμε με τον Αντρέα και την Αναστασία, επανήλθα στην ενέργεια και με μεταθέσανε στο Γυμνάσιο της Παιανίας. Μ΄ αρέσει εκεί, οι μαθητές μου είναι πολύ ενδιαφέροντα παιδιά, μου τύχανε και συνάδελφοι συμπαθητικοί και γενικά βολεύτηκα στο καινούργιο περιβάλλον. Ύστερα, είμαι χωμένος ως τα μπούνια στο συνδικαλισμό, με εκλέξανε στο συμβούλιο της ΕΛΜΕ, το κυριότερο όμως είναι πως κι εγώ έπεσα με τα μούτρα σε μιαν άλλη απασχόληση, που με έχει κατακτήσει. Καταπιάστηκα ξέρεις με το γράψιμο, γράφω διηγήματα, νουβέλες, τέτοια πράματα…»

«Μα αυτό είναι θαυμάσιο!» του είπε με πραγματικόν ενθουσιασμό.

«Έχω γράψει δυο νουβέλες και τρία διηγήματα και τα έδωσα να τα εκδώσει η Σύγχρονη Εποχή, αλλά με ειδοποίησαν πως για την ώρα δε θα μπορούσαν να εκδώσουν λογοτεχνικά κείμενα, γιατί ο προγραμματισμός τους για όλον τον επόμενο χρόνο αφορά πολιτικά και φιλοσοφικά βιβλία».

«Θα μου τα δείξεις;»

«Φυσικά. Θέλω οπωσδήποτε να μου πεις τη γνώμη σου. Οι συμβουλές να πούμε του Αντρέα σε ένα από τα γραφτά μου, μου στάθηκαν πολύτιμες».

 

Από εκείνο το απόγεμα εγκαταστάθηκε στο σπίτι του, αλλά δεν έμενε κλεισμένη σ΄ αυτό. Κάθε πρωί πήγαινε στην Αθήνα, από όπου γυρνούσε φορτωμένη με πακέτα. Την τρίτη μέρα τη λυπήθηκε και, μια που δεν είχαν ακόμα ανοίξει τα σχολεία, τη συνόδευε με το αμάξι του, που το φόρτωσε με υλικά συσκευασίας. Το πρώτο κι όλας Σαββατοκύριακο πήγανε μαζί στην Αίγινα, συνεννοήθηκε με μια μεταφορική εταιρεία, ένα φορτηγό της οποίας ανέβηκε μαζί τους στην Παχειά Ράχη και φόρτωσε τους πίνακες που είχε διαλέξει. Τους παραλάβανε την άλλη μέρα στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη και όλη την επόμενη βδομάδα καταπιάστηκε να τους απαλλάσσει από τα πρόχειρα περιτυλίγματά τους. Το σπίτι γέμισε με σκισμένα χοντρά χαρτιά κραφτ, με ζαρωμένα πλαστικά φύλλα και μεταχειρισμένες συγκολλητικές ταινίες, ώσπου ήρθε ένας κορνιζάς και ασχολήθηκε επί δυο βδομάδες να καδράρει όλους τους πίνακες, που θα ταξίδευαν. Έγινε όπως τον είχε προειδοποιήσει. Την καθαριότητα και τάξη που επικρατούσαν στο διαμέρισμα τις διαδέχτηκε απερίγραπτη ακαταστασία.

Αυτή τη φορά όμως δεν τον ένοιαξε καθόλου. Είχε το γέλιο της, τη ξεγνοιασιά της, την τρυφερότητά της, το κορμί της και τα χάδια της, που τα γευόταν σχεδόν κάθε νύχτα. Και πάλι του φάνηκε αχόρταγη, όπως την προηγούμενη φορά που είχαν σμίξει και πάλι έπαιρνε εκείνη στο κρεβάτι πρωτοβουλίες, που τον μάγευαν. Την πρώτη νύχτα της άφιξής της, όταν πήγε να φορέσει προφυλακτικό, τον εμπόδισε.

«Δε χρειάζεται, χρησιμοποιώ το χάπι»

«Μα κάπου διάβασα πως προκαλεί κάποιες παρενέργειες στον οργανισμό της γυναίκας».

«Έχουν βγει καινούργιες βελτιωμένες μορφές του, που είναι τελείως ακίνδυνες».

Αυτό του άρεσε πολύ. Ακόμα πιο πολύ του άρεσε, πως τώρα της ξέφευγαν εκφράσεις και λέξεις πολύ τολμηρές, σχεδόν ωμές, αλλά έτσι που τις έλεγε δεν είχαν τίποτα το χυδαίο ή το πρόστυχο. Μια φορά στην καλύτερη στιγμή της ένωσής τους του είπε με λιγωμένη φωνή κάτι τόσο τολμηρό αλλά και τρυφερό συνάμα, που κυριολεκτικά τον συγκλόνισε.

Ένα ακόμα καινούργιο στοιχείο, που τον ευχαριστούσε ιδιαίτερα, ήταν πως, μετά το σμίξιμό τους,  ήθελε να κουβεντιάζουν και όχι μόνο για έρωτα, αλλά για ένα σωρό άλλα θέματα.

«Ξέρεις, διάβασα δυο βιβλία του Ράιχ, θα τον ξέρεις βέβαια» του λέει μια φορά, μετά από ένα πολύ γλυκό σμίξιμο.

«Τον Βίλχελμ Ράιχ δε λες; Και φυσικά τον ξέρω. Για ποια βιβλία του πρόκειται;»

«Τη «σεξουαλική επανάσταση» και τη «λειτουργία του οργασμού».

«Μα έχουν εκδοθεί στην Ελλάδα; Εγώ μόνο το «Άκου ανθρωπάκο»  έχω βρει μεταφρασμένο».

«Tα διάβασα σε αγγλική έκδοση. Μου τα έστειλε πέρσι ο Τζέφρυ».

Παρά λίγο να της μεταφέρει την πληροφορία του Αντρέα για τον non tropo fanatico φίλο της, αλλά δίστασε. Το βρήκε άκαιρο. Άλλωστε εκείνη συνέχισε να μιλά για τα βιβλία του Ράιχ.

«Είναι πολύ ενδιαφέροντα και τα δύο. Σημείωσα κάποια σημεία τους, που με βρίσκουν απόλυτα σύμφωνη. Λέει κάπου πως ο έρωτας, η εργασία και η γνώση είναι οι αστείρευτες πηγές της ζωής, αυτές που πρέπει να την κυβερνούν. Σε άλλο πάλι μέρος λέει πως η απαίτηση να μένουν οι γυναίκες παρθένες ως το γάμο τους και να είναι κατόπιν πιστές στο σύζυγό τους, εφόσον δεν επεκτείνεται εξ ίσου και στους άντρες, είναι εκφράσεις της θεσμοθετημένης καταπίεσης και ανισότητας της γυναίκας. Σε ένα άλλο πάλι σημείο λέει πως η σεξουαλική απώθηση δημιουργεί ανθρώπους υποτακτικούς και σχετίζεται άμεσα με θεσμούς της καθεστηκυίας τάξης, όπως είναι η οικογένεια, η εκκλησία και το σχολείο».

«Επόμενο είναι να σου άρεσαν οι απόψεις του Ράιχ. Είχες παρόμοιες αντιλήψεις από τότε που σε ξέρω, δηλαδή πολύ πριν διαβάσεις τα βιβλία του. Εμένα το βιβλίο του «Άκου ανθρωπάκο» μου άρεσε. Είναι καλογραμμένο, διαβάζεται άνετα και ικανοποιεί κάποιον που θέλει να πάρει μια γεύση από τις ιδέες του. Το βρήκα ανθρωπιστικό, μόλο που με ενόχλησε κάποιος υπολανθάνων αντισοβιετισμός, που το χαρακτηρίζει».

«Ο Ράιχ δεν ήταν αντισοβιετικός, αντισταλινικός ήταν. Έναν καιρό είχε πλησιάσει τον τροτσκισμό, αλλά απογοητεύθηκε. Τελικά έμεινε ανένταχτος, μακριά από κόμματα και το τέλος του ήταν τραγικό. Τον απαρνήθηκαν όλοι, τον καταδίωξε το αμερικανικό κατεστημένο και πέθανε στη φυλακή. Αλλά δε μου λες; Εξακολουθείς να θεωρείς αντισοβιετισμό κάθε κριτική του σταλινισμού; Δεν το περίμενα, γιατί δε σου ταιριάζει. Ο Στάλιν ήταν ένα είδος σοβιετικού Βοναπάρτη».

«Δε νομίζεις πως στην κατάσταση και στη θέση που βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή οι δυο μας, μια πολιτικοϊδεολογική συζήτηση είναι εκτός τόπου και χρόνου;» της λέει γελώντας και της έκανε ένα τολμηρό χάδι.

«Μη θαρρείς πως θα με ρίξεις με κάτι τέτοια φαλλοκρατικά, αλλά έχε χάρη πως μου ξανάρθε η όρεξη» του λέει, γελώντας κι αυτή και τον αγκάλιασε.

 

Ένα απόγεμα, που την είδε κουρασμένη από την αδιάκοπη χειρωνακτική δουλειά, της έδωσε «για να κάνει διάλειμμα» όπως της είπε, το πάκο με τα χαρτιά του, αντίγραφο εκείνου που έδωσε στη «Σύγχρονη Εποχή». Το πήρε και το διάβαζε με προσοχή επί τρεις μέρες, όσες ώρες δεν ήταν απασχολημένη με τους πίνακές της. Του άρεσε να την παρακολουθεί να διαβάζει με τόση εμβρίθεια τα κείμενά του και με αγωνία περίμενε την κρίση της.

«Θα σου πω τη γνώμη μου, στα ίσα, χωρίς να θέλω να σε κολακέψω ή να σε πικράνω» του είπε σαν τα τέλειωσε. «Πρώτα πρώτα είναι όλα καλογραμμένα. Ξέρεις να γράφεις, δεν τίθεται θέμα. Γενικά μου άρεσαν πολύ, αλλά όχι όλα. Πιο πολύ μου άρεσαν οι δυο νουβέλες. Από τα διηγήματα το δεύτερο «του φτωχού το βρέσιμο» το τελειώνεις κάπως βιαστικά, το άλλο «τα γενέθλια του μαγκούφη» είναι με κάποια υπερβολή φορτωμένο συναισθηματικά και εκείνο που το τιτλοφορείς «στη μέγγενη» δε με έπεισε. Μοιάζει ψεύτικο».

«Έχεις δίκιο. Δεν το δούλεψα όσο θα ήθελα. Στ΄ αλήθεια χαίρομαι που δε θα εκδώσουν τώρα κοντά το βιβλίο μου. Ευκαιρία να το ξαναδουλέψω».

Πραγματικά την άλλη μέρα πήγε στα γραφεία της Σύγχρονης Εποχής, ζήτησε και πήρε πίσω τα δακτυλόγραφά του και καταπιάστηκε να γράφει τις ιστορίες του από την αρχή και με κέφι.

Μέσα Οκτωβρίου πήρε πάλι γράμμα από τον Αντρέα, μέσα στο οποίο η τυπική  στα ζητήματα αυτά Αναστασία είχε βάλει δικιά της ευχετήρια κάρτα, μ΄ όλο που η γιορτή του απείχε μια βδομάδα. Ο Αντρέας του έγραφε πως απόχτησε κάποιες προσβάσεις στον κύκλο των αρχαιολόγων της Θεσσαλονίκης και έλπιζε πως σύντομα θα είχε στα χέρια του φωτογραφία της περίφημης ξύλινης πινακίδας. Στο γράμμα του πάντως επανέλαβε τις απόψεις του πως δεν πίστευε ότι τα σημάδια της αντιπροσώπευαν αλφαβητική γραφή και κατέληγε:

Θα συμφωνείς, υποθέτω, μαζί μου πως δε μπορεί σε τόσο παρωχημένη εποχή να πήγαν οι άνθρωποι απευθείας στην αλφαβητική γραφή χωρίς να περάσουν προηγουμένως από τα στάδια της εικονογραφικής και συλλαβικής γραφής.

Της ίδιας άποψης ήταν κι ο ίδιος και κεντρισμένος από το γράμμα του φίλου του ξανάρχισε να καταγίνεται με τις γραφές και τα αλφάβητα.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε μια μέρα η Βασιλική, όταν τον είδε να αραδιάζει ακατανόητα σύμβολα και σημάδια στο χαρτί.

«Ά, είναι μεγάλη ιστορία και φοβάμαι πως θα γελάσεις αν σου την πω» και βλέποντας την να τον κοιτά απορημένη, της εξήγησε.

«Με τον Αντρέα έχουμε καταπιαστεί να αποκρυπτογραφήσουμε κάποιες επιγραφές που χρονολογούνται από την προϊστορική εποχή. Για τον Αντρέα είναι κάτι σαν μανία που την έχει από παλιά, αλλά μου την κόλλησε κι εμένα. Είναι μια ενασχόληση, που τη βρίσκω συναρπαστική. Σκέψου, να μπορέσεις να ερμηνεύσεις τι θέλανε να πούνε με τα χαράγματά τους στον πηλό, στην πέτρα ή στο ξύλο, άνθρωποι που ζήσανε πριν από χιλιάδες χρόνια».

«Σαν τον Βέντρις, έτσι δε λεγόταν αυτός που μπόρεσε να ερμηνεύσει τι γράφουν οι πινακίδες της Κνωσού και της Πύλου; Όταν το πρωτοδιάβασα, ήμουν ακόμη μαθήτρια στο Γυμνάσιο, μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Και δε μου λες, έχετε καταλήξει πουθενά;»

«Δεν είναι καθόλου εύκολα τα πράγματα. Πρώτα πρώτα δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στα ευρήματα που έχουν τέτοιες επιγραφές. Οι αρχαιολόγοι στο θέμα αυτό είναι μυστήριοι. Λες και τα θεωρούν ιδιοκτησία τους. Τα κρατάνε κλειδωμένα, ενώ δεν κάνουν οι ίδιοι καμιά σχετική ανακοίνωση».

Συνέχισε να της μιλά με ενθουσιασμό για την καινούργια μανία του και είδε πως κατάφερε να της μεταδώσει την έξαρση που ένοιωθε. Του φάνηκε πως χαιρόταν ειλικρινά ακούγοντάς τον.

«Από τότε που σε γνώρισα κατάλαβα πως είσαι άνθρωπος με πολύπλευρα ενδιαφέροντα κι αυτό ήταν που με τράβηξε  πολύ σε σένα. Δεν τους πάω τους μονοκόμματους, της απόλυτης εξειδίκευσης».

«Ο Αντρέας όμως με ξεπερνά στον τομέα αυτόν» της λέει και της μετέφερε τα τελευταία νέα του φίλου του, το πόσο καλά πήγαινε με την Αναστασία, τα βαφτίσια του παιδιού τους. Ακόμα και για τα ρεμάλια της Πιερίας και τον «Ακράτητο» την ενημέρωσε και, ευχαριστημένος, την είδε πως την διασκέδασε  η υπόθεση.

«Λοιπόν εσείς οι δύο μου θυμίζετε τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάνθα και αυτό δεν το λέω με καμιά υποτιμητική ή ειρωνική διάθεση. Ειλικρινά θαυμάζω αυτούς τους δυο χαρακτήρες του Θερβάντες, που κυνηγούσαν μιαν ουτοπία και που ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον».

«Ποιος από τους δυο μας είναι ο Δον Κιχώτης και ποιος ο Σάντσος;» τη ρώτησε χαμογελώντας.

«Και οι δύο σας έχετε στοιχεία και από τους δύο. Την ομοιότητα που σου είπα τη στηρίζω κυρίως στους αντίθετους χαρακτήρες σας. Εσύ μου θυμίζεις περισσότερο τον Δον Κιχώτη, έτσι που είσαι άκαμπτα πιστός στις αρχές σου. Αυτός κυνηγούσε το ιδανικό της ιπποσύνης σε μιαν εποχή που το ιδανικό αυτό είχε πεθάνει. Εσύ κυνηγάς  το ιδανικό μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης, όπου θα βασιλεύει η λογική και  η  συνέπεια, τη στιγμή που παρόμοια κοινωνία δεν έχει εγκαθιδρυθεί ακόμα και στις χώρες τις λεγόμενες σοσιαλιστικές, άσε που ο κόσμος όπου ζούμε είναι παράλογος και αντιφατικός. Ο προσγειωμένος και πραγματιστής Σάντσος, παρά τον ρεαλισμό του, ακολουθούσε τον Κιχώτη στο όνειρό του. Ο επίσης προσγειωμένος Αντρέας, κυνηγά κι αυτός το ίδιο με σένα ιδανικό. Βέβαια δεν ξέρω τις απόψεις του για τον σοσιαλισμό που επικρατεί στις ανατολικές χώρες, τον υπαρκτό σοσιαλισμό, όπως τον λένε τώρα, είμαι όμως σίγουρη πως βλέπει καθαρά ότι μήτε η λογική, μήτε ο ορθός λόγος κυβερνάν τον κόσμο. Εντούτοις πορεύεται στην ίδια με σένα πορεία».

Ο Δήμος στο σημείο αυτό δεν κρατήθηκε και αμφισβήτησε ζωηρά τις ενστάσεις της για τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών στις ανατολικές χώρες. Αποτέλεσμα, να πιάσουν πολιτική συζήτηση.

«Λες πως δεν έχει εγκαθιδρυθεί εκεί κοινωνία ισότητας και δικαιοσύνης, παραβλέποντας πως στις σοσιαλιστικές χώρες όλοι έχουν δουλειά, εξασφαλισμένη κατοικία, και περίθαλψη και όλοι μπορούν να μορφωθούν. Αν αυτά δεν είναι σοσιαλισμός, τι διάβολο είναι; Δεν ισχυρίζομαι πως έχουν φτάσει στον κομμουνισμό, απέχουν ακόμα πολύ, αλλά έχουν κοινωνικοποιηθεί τα μέσα παραγωγής και έχουν αλλάξει ριζικά και οριστικά οι παραγωγικές σχέσεις».

«Εδώ είναι που κάνεις λάθος και μάλιστα διπλό. Πρώτα πρώτα εκεί δεν έγινε  κοινωνικοποίηση  αλλά κρατικοποίηση των  μέσων παραγωγής. Η διαφορά  ανάμεσα σ’αυτούς τους δύο όρους καταλαβαίνεις πως είναι τεράστια, γιατί στην πρώτη  περίπτωση τον έλεγχο τον παραγωγικών μονάδων τον ασκούν οι διάφοροι κοινωνικοί φορείς, ενώ στη δεύτερη τα διάφορα υπουργεία».

«Και λοιπόν; Τα υπουργεία δεν είναι όργανα της λαϊκής εξουσίας;»

«Καθόλου, αλλά μη με διακόπτεις. Το δεύτερο λάθος που κάνεις είναι πως στον σοσιαλισμό ο κύριος μοχλός των εξελίξεων πρέπει να είναι ο άνθρωπος. Αυτό είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού και εκεί αυτό δε συμβαίνει. Εκεί οι άνθρωποι έχουν μετατραπεί σε απλά «γρανάζια» των μηχανισμών. Ο ίδιος ο Στάλιν το είπε αυτό.  Αντί να καταργηθεί η μισθωτή εργασία και να ξεκινήσει πορεία για την εξέλιξη των εργαζομένων  σε ελεύθερους  συνεταιρισμένους παραγωγούς, που είναι άλλο ένα σοσιαλιστικό στοιχείο, είχαμε τη γενική  υπαλληλοποίηση του πληθυσμού».

«Μήπως όμως δε γινόταν αλλιώς;»

«Συμφωνώ. Στην κατερειπωμένη από τον εμφύλιο πόλεμο και την ξένη επέμβαση νεαρή Σοβιετική Ένωση, για ποιό βαθμιαίο μαρασμό του κράτους  και για τι είδους  αυτοδιοικούμενους  συνεταιρισμένους παραγωγούς να μιλήσει κανείς. Αλλά είκοσι χρόνια μετά, όταν οι υλικοτεχνικές συνθήκες είχαν ωριμάσει, ο συγκεντρωτισμός και η γραφειοκρατία όχι μόνο δε μετριάστηκαν αλλά αντίθετα απόχτησαν τερατώδεις διαστάσεις. Και μετά τον πόλεμο το σύστημα αυτό μεταφυτεύθηκε αυτούσιο στην Τσεχοσλοβακία, την Ανατολική Γερμανία, την Ουγγαρία και αλλού, όπου οι συνθήκες ήταν ήδη ώριμες για πιο ριζικούς μετασχηματισμούς. Δε στέκει λοιπόν αυτό που λες».

«Ξέρεις κάτι;» της λέει «Αρχίσαμε πάλι πολιτική συζήτηση κι αυτό μ΄ αρέσει κι ας μη συμφωνούμε. Θυμάσαι πως τότε που γνωριστήκαμε, στης Κατερίνας, από ένα είδος πολιτικής συζήτησης ξεκίνησε η φιλία μας, όταν δήλωσες πως σου αρέσει ο κομμουνισμός και με ρώτησες αν συμφωνώ».

«Αγάπη μου, μαζί σου τουλάχιστον, θέλω να τα συζητώ όλα. Όχι για να σε πείσω ή να σε επηρεάσω. Σε σέβομαι και σε εκτιμώ πολύ, για να κάνω κάτι τέτοιο. Το ότι δε συμφωνούμε, δεν το βρίσκω κακό αλλά καλό. Από την πάλη των αντιθέτων δεν γίνεται η σύνθεση;»

«Ναι έτσι λέει ο Μαρξ», συμφώνησε «αλλά ο Ηράκλειτος το είπε καλύτερα: κατ΄ έριν γίνονται τα πάντα».

«Εγώ πιστεύω πως με τέτοια κουβέντα, έστω κι αν δε βγει κάποιο κοινά αποδεκτό συμπέρασμα, πάλι κάποιο κέρδος βγαίνει».

«Να σου πω κάτι; Και μην το χαρακτηρίσεις φαλλοκρατικό, όπως προχτές. Τέτοιες κουβέντες που κάνουμε, είτε στο τραπέζι είτε στο κρεβάτι, τις θεωρώ  βασικό στοιχείο επικοινωνίας και επαφής, που δεν ξέρω αν το έχουν άλλα ζευγάρια. Και κάτι άλλο. Δεν περίμενα να είσαι τόσο καταρτισμένη σε πολιτικά και οικονομικά θέματα».

«Κοίτα να δεις. Η πολιτική, αυτή καθεαυτή δε με απασχόλησε ποτέ, αλλά με ενδιαφέρει η σχέση της πολιτικής με την τέχνη. Και έχω παρατηρήσει πως σε περιόδους έντονης πολιτικής δράσης, όπως είναι οι επαναστάσεις, η τέχνη γνωρίζει μεγάλη έξαρση. Η παρισινή Κομμούνα, να πούμε, κράτησε ελάχιστα, ούτε δυόμισι μήνες και όμως αν μελετήσει κανείς το έργο που ξεκίνησε να φτιάξει στον τομέα του πολιτισμού, εντυπωσιάζεται. Γιαυτό και δεν είναι τυχαίο πως τόσοι σπουδαίοι καλλιτέχνες: ζωγράφοι σαν τον Γκυστάβ Κουρμπέ,  και τον Ονορέ Ντωμιέ, ποιητές σαν τον Πωλ Βερλαίν και τον Αρτύρ Ρεμπώ και ένα σωρό άλλοι είχαν στρατευθεί με την Κομμούνα. Το ίδιο και σε μεγαλύτερη έκταση έγινε με την Οκτωβριανή Επανάσταση, πολύ φυσικό άλλωστε, αφού νίκησε και η επίδραση της κράτησε πολύ περισσότερο. Εντυπωσιάζεται κανείς βλέποντας τι τεράστιες δυνάμεις απελευθέρωσε, στον τομέα της Τέχνης. Χωρίς υπερβολή, πιστεύω πως ό,τι καινούργιο έφερε ο εικοστός αιώνας στις Τέχνες, έχει σε μεγάλο βαθμό τις ρίζες του στη Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του 20. Ο Αιζενστάϊν στον κινηματόγραφο, ο Μάγιερχολτ και ο Στανισλάβσκι  στο θέατρο,  ο Καντίνσκι, ο Σαγκάλ και πλήθος άλλοι στη ζωγραφική,  ο Μαγιακόφσκι, ο Μπλοχ, o Παστερνάκ και ο Γιεσσένιν στην ποίηση,  σημάδεψαν  καθοριστικά  την πορεία της Τέχνης. Μου έκανε εντύπωση κάτι που διάβασα σε ένα διήγημα του Τένεση Γουίλιαμς, «ο ακρωτηριασμένος Απόλλωνας», μου φαίνεται πως λέγεται, όπου παρομοίαζε  τη νεαρή Σοβιετική Ένωση με την Αθήνα της κλασσικής αρχαιότητας».

«Γιαυτό μου είπες δυο πράματα που τότε μου φάνηκαν στην αρχή αντιφατικά: πως σου αρέσει ο αμερικάνικος τρόπος ζωής και ο κομμουνισμός».

«Θα το κατάλαβες αμέσως πως δεν εννοούσα το αμερικάνικο όνειρο που μας σερβίρει το Χόλυγουντ, αλλά τον τρόπο ζωής των χίπηδων και όσων αμφισβητούσαν αυτό ακριβώς το όνειρο. Πάντως από τότε είχα αρχίσει να έχω αμφιβολίες για το αν τα πράματα πήγαιναν καλά εκεί πάνω. Στη Σοβιετική Ένωση εννοώ. Πάλι από την Τέχνη ξεκίνησα. Γιατί να αυτοκτονήσουν ο Γιεσσένιν ή ο Μαγιακόφσκι; Γιατί να εξοντωθούν ο Ζοστσένκο,  ο Μάντελσταμ, ο Μπαμπέλ; Γιατί να εκπατριστούν ο Καντίνσκι και  ο Σαγκάλ;. Για να συμπληρώσω τον ορισμό του σοσιαλισμού, νομίζω πως προϋπόθεσή του είναι η δημοκρατία, δηλαδή η ελευθερία να λες την άποψή σου».

«Να σου πω το κρίμα μου επ΄ αυτού. Ενώ από τους ρώσους ζωγράφους που μου ανέφερες ούτε ο Καντίνσκι, ούτε ο Σαγκάλ με συγκίνησαν, αυτοί όμως οι δυο Γάλλοι που ανέφερες είναι μέσα στην καρδιά μου και ο Ντωμιέ και ο Κουρμπέ. Αυτό το «βαγόνι τρίτης θέσεως» ή η «πλύστρα»…»

«Αυτά είναι του Ντωμιέ, που ήταν επίσης και σπουδαίος γελοιογράφος. Του Κουρμπέ πιο έργο σου αρέσει πιο πολύ;»

«Έχω δει μόνο κάτι τοπία του και έναν πολύ μεγάλο πίνακα του, την «κηδεία». Όλα μου άρεσαν και πιο πολύ απ΄ όλα «η αρχή του κόσμου», θα το ξέρεις βέβαια», της λέει κοιτάζοντάς την πονηρά.

Εκείνη γέλασε και του έδωσε μια φιλική μπουνιά.

«Το περίμενα πως θα μου το ανέφερες».

«Α δε σου είπα» θυμήθηκε τότε τον καπταν-Παύλο.

«Στα ρεμάλια έχει προστεθεί και ένας παλιός ναυτικός, βίος και πολιτεία, που ήξερε καλά τον πατέρα σου, από τον καιρό του πολέμου».

Την είδε πως συγκινήθηκε.

«Στ΄αλήθεια; Πώς θα ήθελα να τον γνωρίσω. Ξέρεις, ο πατέρας μου ελάχιστα μιλούσε για τη συμμετοχή του στην Αντίσταση, γιατί και το να κρατάς σε κίνηση τα καράβια εκείνον τον καιρό, Αντίσταση έκανες. Ύστερα ήμουνα μικρή, τι να μου έλεγε; Έχεις τη διεύθυνσή του; Μια που δε βλέπω εύκολη την προσωπική επαφή μου μ΄ αυτόν τον καπετάν Παύλο, δώσε μου την γιατί θα ήθελα να του γράψω να μου πει όσα ξέρει».

Συνέχισαν να κουβεντιάζουν πολλήν ώρα σ΄ αυτό το πνεύμα και ο Δήμος κατάλαβε πως είχανε βρει ακόμα ένα σημείο επαφής κι ας μη συμφωνούσαν.

 

41 Σχόλια προς “Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 14 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)”

  1. Πέπε said

    Ο τρόπος που χρησιμοποιούν οι ζωγράφοι τις λέξεις δουλεύω και δουλειά εγγίζει τα όρια της επαγγελματικής αργκό. Δεν έχω ακούσει να το λένε έτσι οι συγγραφείς, οι φωτογράφοι, και σίγουρα όχι οι μουσικοί. Η χρήση αυτών των λέξεων (δηλαδή του «δουλεύω» συγκεκριμένα) στο κείμενο είναι μια διακριτική πινελιά μεγάλης ευστοχίας.

    Κατά τα άλλα, εξακολουθώ να βρίσκω βαρετές τις συζητήσεις τους. Το να γίνονται γεγονότα, όπως ότι Εκείνη ήρθε και τον βρήκε, ότι Εκείνη άνοιξε την καριέρα της κι Εκείνος μπήκε στο παιχνίδι να τη στηρίξει, ότι η ερωτική τους σχέση συνεχίζεται με τον ιδιόρρυθμο τρόπο που επιλέγει και ορίζει Εκείνη αποκλειστικά, αυτά μάλιστα. Το τι διάβασαν όμως και τι τους έκανε εντύπωση και οι απόψεις τους για τη σχέση πολιτικής και τέχνης κλπ. είναι σκέτη θεωρία. Με ελάχιστες αλλαγές στη διατύπωση θα μπορούσε να προκύψει ένα κείμενο του τύπου «εκείνη την εποχή κέρδιζαν έδαφος σε ορισμένους κύκλους οι τάδε και δείνα απόψεις», που να μην είναι και να μην προσπαθεί να είναι λογοτεχνικό.

    > και το να κρατάς σε κίνηση τα καράβια εκείνον τον καιρό, Αντίσταση έκανες

    Και να κρατάς, ή και με το να κρατάς. Ή, και το να κρατάς … Αντίσταση ήταν.

  2. Πέπε said

    1
    > δηλαδή του «δουλεύω» συγκεκριμένα

    Άκυρο. Και τη δουλειά και το δουλεύω τα έχει το κείμενο, και τα δύο με την ειδική ζαργκόν απόχρωση.

  3. leonicos said

    Πολύ ωραίο κ ενδιαφέρον όπως πάντα

  4. leonicos said

    πρόκειται για καταγραφή

    Δεν θα τα είχαμε αλλιώς

  5. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Δικιο έχεις για το τελευταίο, τουλάχιστον

  6. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἦταν κάποιοι κάποτε πού ρωτοῦσαν γιατί νά αὐτοκτονήση ὁ Α, γιατί νά ἐξαφανιστῆ ὁ Β, γιατί νά ἐξοντωθοῦν αὐτοί, γιατί νά ἐκτοπιστοῦν οἱ ἄλλοι, γιατί εἰσβάλαμε ἐδῶ, γιατί ἐπιτεθήκαμε ἐκεῖ κλπ κλπ κλπ. Καί ἦταν ἐπίσης κάποιοι ἄλλοι πού ἐπιχειροῦσαν παρηγορητικές ἐξηγήσεις καί συχνή ἦταν ἡ κατακλείδα «δέν ἐφαρμόστηκε σωστά..». Τώρα, φαίνεται πώς ἔχουν ἐκλείψει τέτοιου εἴδους συζητήσεις, ὑπάρχει μόνο μία σχετική βεβαιότητα καί μποροῦμε πλέον νά κρίνουμε ἀσφαλέστερα -βάσει αὐτῆς- τήν νεώτερη Ἱστορία μας

  7. freierdenker said

    Τι είναι πιο σωστό, non tropo, ή non troppo;

  8. sarant said

    7 Προφανώς non troppo, Θέλει διόρθωση.

  9. Αγγελος said

    (7) troppo. Είναι ιταλική λέξη, και όοπως πάρα πολλές ιταλικές λέξεις έχει διπλό σύμφωνο.

  10. gpointofview said

    κοίτα να δεις, περίπου δυσλεκτικός εγώ με την ζωγραφική, μόνο ο Σαγκάλ μου λέει κάτι, κι εδώ μου τον κακοκρίνει ο Δήμος !
    Ας δώσω τόπο στην οργή ! 🙂 🙂

  11. nikiplos said

    Ωραίο και το σημερινό παρόλο τον αμείλικτο τίτλο που προϊδεάζει…

  12. ΓΤ said

    Πολλά υλικά στο σημερινό καζάνι με τη σούπα.
    Τσελεμεντές επιθέτων, γεύση αμφίβολη

  13. Α. Σέρτης said

    Ατυχώς Β΄ Εθνική molto piu

  14. Πουλ-πουλ said

    Αφού απέχει ο καθ’ ύλην υπεύθυνος, ας φιλοτιμηθώ:


    Την αρχή του κόσμου δεν την βάζω, γιατί είναι τόσο πολυδιαφημισμένος πίνακας, που θα ήταν σαν να κλέβω από εκκλησία.
    Όσο για τη σύγκριση του μέγιστου Καντίνσκυ με Ντωμιέ και Κουρμπέ, διατηρώ αιδήμονα σιγή.

  15. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    >> της ξέφευγαν εκφράσεις και λέξεις πολύ τολμηρές, σχεδόν ωμές, αλλά έτσι που τις έλεγε δεν είχαν τίποτα το χυδαίο ή το πρόστυχο. Μια φορά στην καλύτερη στιγμή της ένωσής τους του είπε με λιγωμένη φωνή κάτι τόσο τολμηρό αλλά και τρυφερό συνάμα, που κυριολεκτικά τον συγκλόνισε.

    Και εδώ κυρίες και κύριοι έχουμε τυπικό παράδειγμα του συγγραφέα που σταματάει ακριβώς εκεί που έπρεπε να αρχίσει 🙂

  16. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα.
    Μάλλον αναμενόμενο ήταν να εμφανισtούν ως Δημο-φιλείς και οι Ράιχ-Κουρμπέ. Μολοντούτο, το μέλλον της εν λόγω ερωτοληψίας (π.χ. σαν ένα Χάπι-End, υπέρ οικογενειακής “γαλήνης” ή ώσπερ: Ο Δήμος-“κατὰ πῦρ ἐκάη καὶ φλὸξ ἐμαράνθη”), παραμένει ακόμη -σοφά και ως γνωστόν- αβέβαιο, πράγμα που αρκεί για να κρατήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον.
    Ως προς τα λοιπά, λοπόν (βλ. και σχ.1,12), ισχύει πάντα το «Ὄττω τις ἔραται» και ό,τι η ψυχούλα καθενός τραβάι .(Κατά την προσωπική μου όρεξη, ας πούμε, θα νοστιμευόμουνα και κάποια σουρεαλιστικότερη γαρνιτούρα, όπως αυτή του Μπορις Βιαν στο «Φθινόπωρο στο Πεκίνο». Βάσει της οποίας, για παράδειγμα, το “Έχω δει μόνο κάτι τοπία του και έναν πολύ μεγάλο πίνακα του, την «κηδεία». Όλα μου άρεσαν και πιο πολύ απ΄ όλα «η αρχή του κόσμου», θα το ξέρεις βέβαια», της λέει κοιτάζοντάς την πονηρά.// Εκείνη γέλασε και του έδωσε μια φιλική μπουνιά.”, – θα μπορούσε να συνεχιστεί ως: “…Το άκαμπτο σώμα του διέγραψε ένα τόξο και προσγειώθηκε στο τραπέζι κάνοντάς το κομμάτια Εκείνος σηκώθηκε αμέσως, λυμένος στα γέλια: «Είσαι πολύ δυνατή στο να χειρ-αφετείς Κοσμίως τους ομοτράπεζους άντρες σου», της είπε”)

  17. nikiplos said

    Η Αισθητική μου αντί της l’origine du monde του Courbet (Κουρμπέτιου), με κάνει να προτιμώ τον Αμενδέον

  18. Georgios Bartzoudis said

    Ένας «αυτοδιάλογος», που είχε ξεσπάσει εκείνα τα χρόνια, με την διάσπαση σε ΚΚΕες-εξ.
    Όλοι οι κουκουέδες τα είχαν χαμένα τότε. Και έτσι ανακαλύφθηκε ότι «η σεξουαλική απώθηση δημιουργεί ανθρώπους υποτακτικούς και σχετίζεται άμεσα με θεσμούς της καθεστηκυίας τάξης, όπως είναι η οικογένεια, η εκκλησία και το σχολείο».
    Ας ξεγραφεί το χωράφι «εκκλησία», όπου καλλιεργείται το «όπιο του λαού». Τί να πει όμως κανείς για την ασχημία εναντίον της οικογένειας και του σχολείου?? Μια εξήγηση δίνει η λαϊκή ρήση, «ο πνιγμένος από τα μαλλιά πιάνεται»!!

  19. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    15 Δεν έχεις άδικο, και θα μείνουμε με την απορία.

  20. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>έναν πολύ μεγάλο πίνακα του, την «κηδεία»

  21. Πέπε said

    15
    Σωστά, ήθελα να το σχολιάσω κι εγώ αλλά το ξέχασα.

    Του συγγραφέα μάλλον του αρέσει αυτή η ελευθεροστομία, χαίρεται όταν οι πραγματικά μη-χυδαίοι άνθρωποι την αποσυνδέουν ολότελα από τη χυδαιότητα, αλλά τον ίδιο τον ξεπερνάει!

    Σε πληροφοριακό επίπεδο, το αποτέλεσμα είναι φτωχό:

    «…και έκαναν έρωτα. Εκείνος αποτόλμησε έναν εναγκαλισμό (δε σας λέω ποιον) που δεν είχε ξαναδοκιμάσει, κι εκείνη ανταποκρίθηκε μ’ ένα χάδι (δε σας λέω ποιο). … Μετά έπιασαν τη συζήτηση. Εκείνη τον ρώτησε κάτι, κι εκείνος της απάντησε. Τότε αυτή του είπε κάτι ακόμα, θυμίζοντάς του κάτι που αυτός καιρό ήθελε να της πει. Της το είπε λοιπόν. Εκείνη το σχολίασε.»

  22. aerosol said

    Με παραξενεύει η αναφορά στον Σαγκάλ. Ο Σαγκάλ σπούδασε, δημιούργησε και έγινε γνωστός σε πολλά μέρη πριν και μετά την Σοβ. Ένωση, και για πολύ περισσότερο χρόνο απ’ όσο πέρασε στην Σοβ.Ένωση, από την οποία έφυγε το 1923 για να μην ξαναγυρίσει. Δεν νομίζω πως είναι παιδί των επαναστατικών ζυμώσεων, απλά πέρασε μια περίοδό του εκεί.

    #21
    Κύριε Πέπε, είστε καταπέλτης! 🙂

  23. konstantinos said

    Μάλλον ο συγγραφέας δεν το είχε δημοσιεύσει γιατί ήθελε να το δουλέψει

  24. michaeltz said

    Μερικές φορές γράφεις κάτι και αυτό σε σπρώχνει πιο πέρα από τους (αυτο)περιορισμούς σου, μετά το βρίσκεις φτωχό, άτολμο, και το ξαναγράφεις και μετά σε πάει πιο πέρα… και μετά μόνο με μεταγλώσσα μπορείς και να το γράψεις και να το μοιραστείς με άλλους!

  25. sarant said

    23 Δεν αποκλείεται. Το είχε τελειώσει, μεν, αλλά δεν το είχε ακόμα για δημοσίευση -ούτε συζητήσεις με εκδότες είχε αρχίσει.

  26. freierdenker said

    8,9, σίγουρα non troppo θα εννοούσε, δηλαδή ο Τζέφρυ δεν ήταν πολύ φανατικός.

    Αλλά από ότι βλέπω στα Ιταλικά λεξικά, υπάρχει και το πιο σπάνιο tropo, από το ελληνικό τρόπος, και σημαίνει σχήμα λόγου, μεταφορά. Δηλαδή non tropo fanatico, θα σήμαινε μη μεταφορικά (κυριολεκτικά) φανατικός.

    Δεν ξέρω αν το καταλαβαίνω σωστά, αλλά πιθανώς αυτή η χρήση υπάρχει ως λογοπαίγνιο στον τίτλο μιας εργασίας στο περιοδικό Semiotics, 1980

    SI MUOVE, MA NON TROPO: An Inquiry into the Non-metaphorical Status of Idioms and Phrases

  27. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η σεξουαλική επανάσταση εκδόθηκε τον Δεκ. 1972
    https://www.politeianet.gr/books/9789600401950-reich-wilhelm-rappa-i-sexoualiki-epanastasi-49389

  28. ΓΤ said

    @27

    Την επόμενη χρονιά εξεδόθη από τον «Ολκό», σε μτφρ. Έλλης Αλεξίου.

    Από τη μια ο Παττακός απαγόρευε τα μίνι κι από την άλλη επέτρεπε «τέτοια» βιβλία;
    Γιά διαφωτίστε με παρακαλώ.

  29. ΓΤ said

    Πεντέλη: όλα στα κάρβουνα

  30. Α. Σέρτης said

    28
    Η «απαγόρευση» αφορούσε μόνον τας μαθητρίας.
    Ως προς τα βιβλία, η λογοκρισία είχε καταργηθεί από το 1969

  31. sarant said

    26 Και η έκφραση non troppo fanatico υπάρχει σε μια ιταλική κωμωδία που άρεσε στον πατέρα μου

    30 Και ήδη το 1970-1 έβγαιναν και μαρξιστικά βιβλία

  32. Το ’70 βγήκαν και τα «18 Κείμενα» του Κέδρου https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%BF%CF%87%CF%84%CF%8E_%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B1

  33. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>έλπιζε πως σύντομα θα είχε στα χέρια του φωτογραφία της περίφημης ξύλινης πινακίδας. Στο γράμμα του πάντως επανέλαβε τις απόψεις του πως δεν πίστευε ότι τα σημάδια της αντιπροσώπευαν αλφαβητική γραφή

    Η πινακίδα του Δισπηλιού, βρέθηκε αργότερα(αν υπονοεί αυτήν βέβαια)
    https://sarantakos.wordpress.com/2013/03/04/dispilio/

  34. Πέπε said

    @26:
    Το «ma non troppo» (έτσι, μαζί με το «ma») είναι μουσικός όρος. Αλέγκρο μα νον τρόπο > κεφάτα αλλά όχι και πάρα πολύ. Οπότε, τουλάχιστον στις άλλες γλώσσες, η χρήση του «μα νον τρόπο» πιθανόν να είναι και λογοπαίγνιο μ’ αυτούς τους μουσικούς όρους. Στα ίδια τα ιταλικά ίσως όχι (δεν ξέρω κιόλας), γιατί αυτού του είδους η ορολογία αποτελείται από κοινότατες λέξεις με την απλή κυριολεκτική τους σημασία, π.χ. βιβάτσε (ζωηρά) – μόλτο βιβάτσε (πολύ ζωηρά), οπότε δε νομίζω τον Ιταλό να τον παραπέμπουν ειδικώς σε μουσική ορολογία. Είναι όμως διεθνώς καθιερωμένη, οπότε για τον μη ιταλόφωνο το κλικ είναι αρκετά πιθανό να γίνει.

    Παρόμοιο ελληνικό λογοπαίγνιο για τον όχι πολύ φανατικό άντρα είναι και το «μ’ άλλον τρόπο».

    (Όχι και πολύ φανατικό άντρα… μα άκου τώρα! Μου ακούγεται τραγικά ντεμοντέ τρόπος σκέψης και αντίληψης των πραγμάτων. Υπάρχουν οι ομοφυλόφιλοι, οι ίσως ομοφυλόφιλοι, εκείνοι που φέρονται σαν ομοφυλόφιλοι αλλά μπορεί και να μην είναι, αλλά όχι οι περισσότερο ή λιγότερο φανατικοί άντρες.)

  35. Μαρία said

    78
    Η έκδοση του Ολκού είναι του 1973. Μετάφραση: Έλλη Αγγέλου, Λευτέρης Αποστόλου, Βαγγέλης Τρικεριώτης και επιμέλεια Μαίρης Κοτσονάρου 🙂

  36. Μαρία said

    35
    28 γτκμ

  37. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα (:εν είδει ευχής να πάψουν κάποτε οι νύχτες οι κακές ).
    «Μου έκανε εντύπωση κάτι που διάβασα σε ένα διήγημα του Τένεση Γουίλιαμς, “ο ακρωτηριασμένος Απόλλωνας”, μου φαίνεται πως λέγεται, όπου παρομοίαζε τη νεαρή Σοβιετική Ένωση με την Αθήνα της κλασσικής αρχαιότητας».
    Εδώ, μάλλον παραπέμπει στην περικοπή «(…)The rest of the afternoon they would spend talking about literature and life, art and civilization.They both had tremendous admiration for the ancient Greeks and the modern Russians. Greece is the world’s past, said Flora, and Russia is the future–which John thought a briliant statement, though it sounded a little familiar as if he had come across it somewhere before in a book». Περικοπή προερχόμενη από το διήγημα του Τ.Ουίλιαμς “The Important Thing” που πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Story” τον Νοέμβριο του 1945 (Vol. XXVII, No. 116) και συμπεριλήφθηκε το 1948 στη συλλογή “One Arm and Other Stories”, η οποία με τίτλο Ο ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ εκδόθηκε τον Νοέμβριο του 1971 ως βιβλίο τσέπης Αγκύρας (μτφρ Αννίκα Φερτάκη, Εκδόσεις Δημ.Παπαδημητρίου & Σία).
    Στο εν λόγω ωραίο διήγημα, δύο συγγραφείς, η Φλόρα και ο Τζον, που μονοιάζουν αρχικά αναζητώντας προσωπική και καλλιτεχνική ολοκλήρωση (:το «σημαντικό πράγμα») αναγνωρίζουν και αποδέχονται, αλληλοματώνοντας εντέλει τα σώματά τους, την έμφυλη αλλοκοτιά τους (queer) και την αποξένωση που αυτή συνεπάγεται.
    Ο ελληνικός τίτλος της σχετικής συλλογής προέρχεται από τον «Μονόχειρα», τον ομοερωτικό φωτοσκιερό πρωταγωνιστή του ομώνυμου πρώτου διηγήματος, ο οποίος παρομοιάζεται (εξ αρχής αλλά και μετά από το -επί ηλεκτρικής καρέκλας- τέλος του) με ακρωτηριασμένο Απόλλωνα, λόγω της σωματικής του ωραιότητας
    Χαρακτηριστικό (αυτοερωτικό) απόσπασμα:«(…)Lying nude on the cot in the southern July, his one large hand made joyless love to his body, exploring all af those erogenous zones that the fingers of others, hundreds of stranger’s fingers, had clasped with hunger that now was beginning to be understandable to him (…) », το οποιο θα μπορούσε να συνδιαλεχτεί και με τον απεκδυμένο, ελαχιστοποιημένο εαυτό στο ελυτικό “Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο.”

  38. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    37 Μπράβο που το βρήκες

    34 Πράγματι, εντελώς παλιομοδίτικο

  39. Χαρούλα said

    Καλ(;)μέρα!
    Αν κάποιος επικοινωνεί με τον ΛΑΜΠΡΟ, ας μας ενημερώσε πως πήγε η νύχτα με την φωτιά. Μολις μας μίλησε για την γη χθες, ήρθαν επίσκεψη οι δυσκολίες της φωτιάς.
    Εύχομαι και όλοι οι άλλοι συνσχολιαστές(δεν ξέρω τις περιοχές τους) να είναι τουλάχιστον προσωπικα/οικογενειακά καλά.

  40. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    39 – Όλα καλά Χαρούλα, έγραψα πρίν λίγο στο νήμα με την φέτα.
    Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον.

  41. ΓΤ said

    @35

    Έλλη Αλεξίου κ.λπ. δίνει η Εθνική Βιβλιοθήκη 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: