Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 15 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Αυγούστου, 2022


Εδώ και μερικούς μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη πέμπτη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος που αρχικά υπηρετούσε σε κωμόπολη της Πιερίας. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα. Σήμερα τελειώνουμε το όγδοο κεφάλαιο, με τίτλο «Τελευταία συνάντηση».

 

Στη γιορτή του ήρθανε να τους δούνε πολλοί. Συνάδελφοι του από το Γυμνάσιο όπου υπηρετούσε, η Ελένη, που κουβαλήθηκε από την Αίγινα κι αυτό τον συγκίνησε πολύ και παλιοί φίλοι από τη γειτονιά του, απομεινάρια της ωραίας εκείνης παρέας των πρώτων χρόνων μετά την Απελευθέρωση. Πρώτοι πρώτοι φυσικά ήρθανε η Κατερίνα κι ο Αλέκος, αλλά όχι μόνοι τους, γιατί ήρθε κι ο Κώστας, όχι όμως με τη Λούλα ή την «πανταλονού» τη Δανάη, αλλά με μιαν άλλη, την Ισμήνη, όπως τους τη σύστησε.

Η Βασιλική ανάλαβε καθήκοντα οικοδέσποινας και με τη συμπαράσταση της πάντα πρόθυμης Ελένης, αλλά και της Κατερίνας, που επέμενε να βοηθήσει ενεργά περιποιήθηκαν όπως έπρεπε τους μουσαφιρέους. Και οι τρεις γυναίκες ταίριασαν πολύ με τους φίλους και συνάδελφους του και συμμετείχαν τόσο στο τραγούδι, όσο και στο κουβεντολόι. Ενημέρωσαν τους νεότερους της παρέας για το χρονικό της γνωριμίας των τριών καμπαλέρος με τις τρεις φιλενάδες στο σπίτι της Κατερίνας, η οποία, με την ευκαιρία, τους παρουσίασε ένα αυτοσχέδιο άλμπουμ με φωτογραφίες της παρέας τους εκείνης όπως ήταν πριν από εικοσιπέντε χρόνια.

Το άλμπουμ είχε πολύ μεγάλη επιτυχία και πολλοί συγκινήθηκαν βλέποντας πως ήτανε πριν τόσα χρόνια. Αναπάντεχα ο Κώστας δάκρυσε, βλέποντας τη φωτογραφία του, όπου καθόταν δίπλα στη Λούλα. Αγκάλιασε τις δυο παλιές του φιλενάδες και τις φίλησε. Ο Δήμος κατάλαβε τότε πως το λεύκωμα των φωτογραφιών το είχαν ετοιμάσει η Βασιλική με την Κατερίνα και η υποψία του αυτή έγινε βεβαιότητα, όταν, σαν ήρθε η ώρα του φαγητού η Έζμπα σε συνεργασία με την Κατερίνα, κανόνισαν ποιός θα καθότανε δίπλα σε ποιόν, βάζοντας σχετικές πινακίδες με το όνομα του καθενός.

Οι καλεσμένοι του πάντως φάνηκαν γοητευμένοι με τις φίλες του Δήμου, για τον οποίο στον κύκλο τους, τόσο τον υπηρεσιακό, στο Γυμνάσιο, όσο και στον συντροφικό, στην κόβα, δεν είχε ακουστεί να έχει παρτίδες με γυναίκες. Δημιουργήθηκε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα, που του θύμισε εκείνες τις συνάξεις στο σπίτι της Έζμπας στην Παχιά Ράχη.

Ο Δήμος κατά την εξέλιξη του γλεντιού, επισήμανε μιαν ιδιαίτερη επιστηθιότητα της αγαπημένης του με την Κατερίνα. Δεν ήταν μόνο η έκπληξη με τις παλιές φωτογραφίες, ήταν το ότι συνεχώς τα λέγανε οι δυο τους και για πολλήν ώρα, απομονωμένες από όλους τους άλλους. Τον έτρωγε η περιέργεια να μάθει τι συζητούσαν αλλά δεν ήταν βολετό τα πάει κοντά τους να ακούσει. Άσε που μιλούσαν χαμηλόφωνα. Συμπέρανε πάντως πως πρέπει να κουβέντιαζαν για κάποιο θέμα πολύ ενδιαφέρον, αλλά οπωσδήποτε άσχετο με την πολιτική ή την κομματική τους τοποθέτηση. Του ήρθε στο νου η κουβέντα που του είχε πει παλαιότερα η Κατερίνα, πως η Βασιλική στο νησί της είχε ενταχθεί σε μια μικρή και πολύ μαχητική ομάδα ακροαριστερών, οπότε….

Τη νύχτα, στο κρεβάτι την αγκάλιασε και τη φίλησε πολλές φορές.

«Δεν ξέρεις πόσο με συγκίνησε αυτό που κάνατε με τις φωτογραφίες. Πού τις ξετρυπώσατε;»

«Την Κατερίνα να ευχαριστείς. Εγώ με την ακαταστασία μου, ούτε που θα ήταν δυνατό να τις βρω».

«Αλήθεια τι λέγατε τόσην ώρα με την Κατερίνα;» τη ρώτησε.

«Πάντως όχι πολιτικά, γιατί όπως καταλαβαίνεις θα αρπαζόμασταν αμέσως. Για την κόρη της μου έλεγε. Πρώτη φορά την είδα να είναι τόσο συνεπαρμένη με ένα μωρό» του απάντησε και μη θέλοντας προφανώς να επεκταθεί στο θέμα τον αγκάλιασε.

Του άρεσε και πάλι η πρωτοβουλία της στα ερωτικά τους σμιξίματα, που είχε εγκαινιάσει από την τελευταία επίσκεψη του στην Παχειά Ράχη. Του άρεσε επίσης πως τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε μπροστά στην Ελένη και πως τη νύχτα καθόλου δεν την ένοιαξε το ενδεχόμενο να ακούει η φίλη της το ερωτοπάλαιμά τους, μια που της είχαν στρώσει να κοιμηθεί στο καθιστικό, αφού ήταν αδύνατο να γυρίσει στην Αίγινα. Το θεώρησε κατά έναν τρόπο κοινολόγηση του δεσμού τους προς τα έξω και αυτό του άρεσε πολύ.

 

Ένα απόγεμα του Νοέμβρη ήρθανε πάλι να τους δούνε η Κατερίνα και ο Αλέκος, αυτή τη φορά με το κοριτσάκι τους, ένα γλυκύτατο παιδάκι δύο χρονών, που έγινε αμέσως το κέντρο της προσοχής τους. Για πρώτη φορά είδε την Έζμπα να δείχνει τέτοιο ενδιαφέρον και τόση τρυφερότητα για ένα παιδί. Στην παρέα της, στην Αίγινα, τα παιδιά απουσιάζανε ολοκληρωτικά. Τώρα την έβλεπε να το παίζει, να το κανακεύει, να του δίνει χαρτιά και κραγιόνια για να ζωγραφίσει και σκεφτόταν πόσο όμορφο θα ήταν να είχαν ένα δικό τους παιδί.

Όπως ήταν επόμενο, μετά το φαΐ και αφού βάλανε το κοριτσάκι, την Ανθούλα να κοιμηθεί, ανοίξανε συζήτηση. Στην αρχή μιλήσανε για τη ζωή τους, για την οικογένειά τους, τους φίλους τους, για τις προοπτικές της εκείνη, για την ταχτοποίησή του στη νέα του θέση αυτός. Μετά την ανταλλαγή πληροφοριών, για την προσωπική ζωή τους πέρασαν σε θεωρητικά θέματα.

«Σκέφτομαι πως όσοι θέλουν να εξουσιάζουν, να επηρεάζουν, να κατευθύνουν, να κατηχούν ή να καθοδηγούν τους άλλους (τους πιστούς, τους οπαδούς, τις μάζες), το πρώτο πράμα που επιδιώκουν είναι να επιβάλλουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τις απόψεις τους στην κοινή γνώμη, για να την έχουν σύμμαχό τους. Κατόπιν επιδιώκουν να ελέγχουν τις πράξεις τους, ακόμα κι αυτές που γίνονται μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα τρίτων καθώς και τις σκέψεις τους, αν είναι δυνατόν» τους είπε η Βασιλική.

«Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκε η Κατερίνα.

«Μα δεν το επιδιώκουν με άμεσους τρόπους. Κάτι τέτοιο είναι σχεδόν  ανέφικτο. Καταφεύγουν σε έμμεσους τρόπους ελέγχου. Στην εξομολόγηση, να πούμε, αν πρόκειται για θρησκευόμενους. Στην αυτοκριτική, προκειμένου για τα μέλη του κόμματος».

«Και από κοντά χρησιμοποιούν την τρομοκρατία» παρατήρησε ο Αλέκος «φοβερίζουν τους απείθαρχους ή έστω όσους δεν ευθυγραμμίζονται, κατά περίπτωση με αιώνια μεταθανάτια τιμωρία στην κόλαση, με διαγραφή από το κόμμα, με αποδοκιμασία από την κοινή γνώμη, με απόρριψη από τα άλλα μέλη της κοινότητας και στο τέλος τέλος,  με το ενδεχόμενο της τιμωρίας από τον ποινικό κώδικα».

«Νομίζω πως έχετε δίκιο» αποφάσισε να τους πει κι αυτός την άποψή του «ακόμα και εγώ, που θεωρώ τον εαυτό μου αντικομφορμιστή και ελεύθερο άνθρωπο, θα απέφευγα να περάσω κάποια όρια, που άλλοι μου έχουν επιβάλει και που, ασυναισθήτως, έχω αποδεχτεί. Ενώ δε από πολλά χρόνια έχω απορρίψει τον Χριστιανισμό, και ως πίστη και ως ηθική διδασκαλία και ως τρόπο ζωής, είμαι ασυνείδητα μπολιασμένος με ορισμένες χριστιανικές αντιλήψεις, που θεωρούν αμαρτία, να πούμε ό,τι έχει σχέση με τις σαρκικές ηδονές και τέρψεις. Από τότε που, φοιτητής ακόμα, καταπιάστηκα να μελετώ τους προσωκρατικούς, είχα καταλήξει στο συμπέρασμα πως οι αρχαίοι Έλληνες, εκτιμούσαν πολύ την ηδονή και τη χαίρονταν όσο μπορούσαν, χωρίς μ΄ αυτό να ήταν ανήθικοι. Ήταν μάλλον πιο ειλικρινείς και λιγότερο υποκριτές από μας».

«Να που έρχεσαι στα λόγια μου» του είπε φανερά ικανοποιημένη.

«Ένα άλλο στοιχείο που βρήκα μελετώντας τους προσωκρατικούς είναι πως η ομοφωνία κάνει κακό. Με τη διαφωνία και την αντιπαράθεση διαφορετικών απόψεων μπορεί να φτάσουμε στην αλήθεια. Τουλάχιστον αυτό συμβούλευε ο Ηράκλειτος και πολλοί άλλοι. Κι ο Μαρξ άλλωστε αυτό δεν υπονοεί με την πάλη των αντιθέσεων;»

«Τα έχεις πει αυτά στην κόβα σου;» τον πείραξε ο Αλέκος «γιατί απ΄ όσο ξέρω εσείς είσαστε υπέρ της σιδερένιας μονολιθικότητας και τις αποφάσεις τις παίρνετε πάντα ομόφωνα».

Στο σημείο αυτό η όμορφη ατμόσφαιρα που είχε δημιουργηθεί χάλασε, γιατί άνοιξαν καθαρά πολιτική συζήτηση και χωρίστηκαν στα τρία. Ο Δήμος παρακάμπτοντας τα περί μονολιθικότητας και ομοφωνιών, κατηγόρησε το εσωτερικό για πλαδαρότητα και «σοσιαλθολούρα». Μόλις είπε τη λέξη αυτή μετάνιωσε αλλά ήταν αργά. Ο Αλέκος και η Κατερίνα κατηγόρησαν το κουκουέ για δογματική και σεχταριστική πολιτική, ενώ η Βασιλική επιτέθηκε και στις δύο πλευρές.

«Δεν έχετε καταλάβει πως επιδιώκοντας την κυβερνητική εξουσία η Αριστερά θα χάσει την ψυχή της; Θα μετατραπεί σε υπηρέτη-διεκπεραιωτή των εντολών του Κεφαλαίου και των ξένων επικυρίαρχων, εκτός αν νομίζετε πως μπορεί να επαναληφθεί η έφοδος στα Χειμερινά Ανάκτορα, που δεν τη βλέπω πιθανή».

«Και τι θα γίνει; Θα μένουμε πάντα κόμμα διαμαρτυρίας ή λέσχη συζητήσεων;» της λέει η Κατερίνα.

«Και κόμμα διαμαρτυρίας και καταγγελίας να είναι η Αριστερά, αλλά, και κυρίως να γίνει αυτό που λένε οι χημικοί «καταλύτης», να επιταχύνει τις εξελίξεις, προτείνοντας στους εργαζόμενους λύσεις. Ο ρόλος μας ως αριστερών, αυτή τη στιγμή, είναι πρώτα πρώτα να μάθουμε τους ανθρώπους να σκέφτονται μόνοι τους, να μην έχουν ανάγκη ποιμένων, καθοδηγητών, χαρισματικών αρχηγών. Να γίνει κοινή συνείδηση πως η διαίρεση των ανθρώπων σε ποιμένες, ηγέτες, αρχηγούς, καθοδηγητές, από τη μια μεριά και σε ποίμνια, καθοδηγούμενους, οπαδούς, μάζες, από την άλλη, είναι μειωτικός και ξεπερασμένος. Επιτέλους, να το πάρουμε απόφαση πως ο ρόλος του κόμματος-οδηγού δεν ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες. Το δεύτερο που πρέπει να κάνει η Αριστερά είναι να καταδείξει στον κόσμο ποιος είναι ο εχθρός».

«Ένας είναι ο εχθρός – ο ιμπε-ρια-λισμός!» απάγγειλε ρυθμικά το παλιό σύνθημα ο Δήμος.

«Και όμως δεν είναι αυτός ο εχθρός. Είναι η λατρεία του χρήματος. Είναι η αναγόρευση του κέρδους, σαν ανώτατου αγαθού, πολύ πιο ανώτερου από τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες. Ξέρετε τι νομίζω; πως τα δυο εμπόδια που φράζουν το δρόμο της Ανθρωπότητας για την πρόοδο και την ελευθερία, είναι το Χρήμα-Κέρδος από τη μια και το Άπληστο Εγώ από την άλλη. Δεν αρκεί να αλλάξεις τις οικονομικές συνθήκες, μέσα στις οποίες ζει ο άνθρωπος, πρέπει να αλλάξεις τον ίδιο τον άνθρωπο. Και τα δύο μαζί. Ο Χριστός θέλησε να αλλάξει μόνο τον άνθρωπο και απέτυχε. Ο Μαρξ θέλησε να αλλάξει μόνο τις συνθήκες και απέτυχε κι αυτός.  Και στο σημείο αυτό η Αριστερά δεν έχει κάνει σχεδόν τίποτα. Άσε που η νοοτροπία αυτή έχει κυριεύσει ένα σωρό αριστερούς, με τον καταναλωτισμό, τον ευδαιμονισμό, την ιδιοτέλεια με άλλα λόγια,  που τους έχει πιάσει».

Στο σημείο αυτό αρπάχτηκαν γερά και για πολλήν ώρα λογομαχούσαν. Όταν κάποτε η Κατερίνα και ο Αλέκος πήρανε το κοιμισμένο μωρό τους και φύγανε, η Βασιλική πήγε κοντά στον Δήμο, τον αγκάλιασε και του λέει.

«Τα είπαμε, ξεθυμάναμε και καταφέραμε να πικραθούμε όλοι μας. Άξιζε τον κόπο;»

Τη νύχτα, όταν πέσανε στο κρεβάτι, του φάνηκε ακόμα πιο αχόρταγη κι ακόμα πιο τρυφερή, από όλες τις προηγούμενες φορές.

Το πρωί σαν παίρνανε το πρωινό και καθώς συλλογιζόταν πως σε λίγες μέρες θα έφευγε και μάλιστα στο εξωτερικό, πονούσε βαθιά με τη σκέψη πως θα χωρίζανε και πάλι. Ας μένανε μαζί έστω και ανύπαντροι. Δε βάσταξε και της το είπε.

«Αφού δε σ΄αρέσει ο κανονικός γάμος, με τις υποχρεώσεις που συνεπάγεται, δέξου τουλάχιστον να ζήσουμε μαζί, όπως τότε, στην Ηλιούπολη. Ωραία δεν είχαμε περάσει; Δεν καταλαβαίνεις πως σ΄ αγαπώ και δε μπορώ να ζήσω μακριά σου;»

«Το καταλαβαίνω πολύ καλά. Καλύτερα από όσο φαντάζεσαι. Η αγάπη σου όμως είναι, πώς να το πω; Κτητική, ιδιοτελής. Όχι φυσικά με τη βαριά σημασία της λέξης, αλλά δε μ΄ αγαπάς χωρίς κανένα αντάλλαγμα, όπως σ΄ αγαπώ εγώ. Με αγαπάς για να μ΄ έχεις δίπλα σου και με κάποιον τρόπο να ελέγχεις τα αισθήματά μου, τις παρέες μου, τα γούστα μου».

«Μα κι εγώ ζητώ από σένα παρόμοια ιδιοτέλεια, αφού τη χαρακτήρισες έτσι. Θέλω να ελέγχεις τα αισθήματά μου, τις κινήσεις μου, τις παρέες μου …».

«Μα εγώ δε θέλω ούτε να έχω ούτε να ασκώ τέτοιες εξαρτήσεις. Αχ πώς δε μπορείς να το καταλάβεις. Θέλω την απόλυτη ελευθερία μου. Να είμαι εγώ η μόνη υπεύθυνη για τον δρόμο που θα πάρω και για όλες τις συνέπειες που θα έχει αυτή μου η επιλογή. Λες πως είσαι κομμουνιστής και πιστεύω πως είσαι στ΄ αλήθεια. Αλλά πώς ζητάς να λευτερώσεις τους άλλους όταν δεν ελευθερωθείς πρώτα ο ίδιος;»

«Ο Λένιν λέει κάπου, πως ελευθερία είναι η επίγνωση και η κατανόηση της ανάγκης».

«Δε με νοιάζει καθόλου τι λέει ο Λένιν, ούτε ο Μαρξ, ούτε κανένας άλλος. Το μυαλό μου το έχω για να το βάζω να δουλεύει, όχι για να αποστηθίζει τσιτάτα».

Τον είδε πως πικράθηκε.

«Έλα τώρα, γιατί σκοτείνιασες; Δεν ήθελα να σε πικράνω, αλλά δε μπορώ να το χωνέψω, άνθρωποι σαν κι εσάς, που έχετε απορρίψει κάθε μεταφυσική πίστη, να έχετε βάλει στη θέση της μιαν άλλη. Να έχετε δημιουργήσει καινούργιους προφήτες και οσιομάρτυρες, καινούργια άγια λείψανα και καινούργιες άγιες γραφές, στη θέση των παλιών που απαρνηθήκατε. Ο Καζαντζάκης είχε ζητήσει να γράψουν στον τάφο του: δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα – είμαι λεύτερος. Ε λοιπόν εγώ θα πρόσθετα: και δεν πιστεύω τίποτα. Μονάχα όταν απαλλαγεί ο άνθρωπος από κάθε φόβο, από κάθε ελπίδα κι από κάθε πίστη, τότε θα ελευθερωθεί πραγματικά».

«Μα είναι δυνατόν να μην πιστεύεις πουθενά; Όταν δεν πιστεύεις στις δυνατότητες της επιστήμης, στην πρόοδο της ανθρωπότητας, στον ίδιο τον άνθρωπο, δεν έχεις θεμέλια….»

«Μα αυτά που λες δεν είναι στοιχεία πίστης, είναι πεποιθήσεις. Η πίστη σημαίνει παραίτηση από το δικαίωμα να κρίνεις αυτό που πιστεύεις. Είναι δηλαδή θέμα καρδιάς όχι μυαλού. Η πεποίθηση αντίθετα προϋποθέτει την κριτική, αλλιώς μένει ξεκρέμαστη».

Εκείνη την ώρα δεν της απάντησε, αλλά η άποψη της αυτή τον  έβαλε σε σκέψεις και όλη την επόμενη μέρα τον απασχολούσε. Τελικά κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Έζμπα είχε δίκιο. Θυμήθηκε μια κουβέντα που είχανε πριν δυο χρόνια με τον Αντρέα, για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Ο Αντρέας του είχε τότε αναφέρει πως η αμφισβήτηση και ο σκεπτικισμός ήταν βασικά χαρακτηριστικά  πολλών φιλοσοφικών σχολών και του είπε ένα απόφθεγμα του Επίχαρμου (αλήθεια τον έχεις ακουστά; πρόσθεσε, όπως συνήθιζε, θέλοντας να τον πειράξει).

«Ένας σοφιστής και κωμωδιογράφος από την Κόρινθο, ο Επίχαρμος, έλεγε πάντα «νάφε και μέμνασο απιστείν». Στα δωρικά το έλεγε, δηλαδή να είσαι νηφάλιος και να θυμάσαι πως πρέπει να δυσπιστείς. Γιατί στα αρχαία, απιστώ σήμαινε δυσπιστώ, εξ ου και ο άπιστος Θωμάς, που δεν ήταν καθόλου άπιστος, μόνο δύσπιστος».

Αποφάσισε με πρώτη ευκαιρία να ξανασυζητήσει την άποψη αυτή με την αγαπημένη του. Δεν πρόλαβε όμως. Οι υπόλοιπες μέρες ως την ημερομηνία που είχε ορίσει για να φύγει κύλησαν σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλά του. Στείλανε με μια σοβαρή μεταφορική εταιρεία τους πίνακες, αφού πρώτα τους ασφάλισαν. Τη βοήθησε όσο μπορούσε, μ΄ όλο που μέσα του αχνόφεγγε μια ελπίδα πως τελικά κάτι θα γινόταν και θα ματαιωνόταν το ταξίδι της. Καταλάβαινε πως κάτι τέτοιο ήταν πια ανέφικτο και επί πλέον  τελείως εγωιστικό από μέρους του και γι΄ αυτό δεν άφησε να φανεί ούτε η υποψία μιας παρόμοιας προσδοκίας του.

Όταν έφτασε η μέρα, την πήγε με το αμάξι του ως το αεροδρόμιο του Ελληνικού κι έμεινε κοντά της ώσπου ήρθε η ώρα να μπει στο πούλμαν που θα την πήγαινε ως το αεροπλάνο. Χωρίστηκαν με μεγάλη συγκίνηση και πολλά φλογερά φιλιά. Την έβλεπε να φεύγει με σταθερά, σίγουρα βήματα. Μια καλοντυμένη, όμορφη γυναίκα, στην καλύτερη ηλικία της και στην ακμή της δημιουργίας της.

Αυτή τη φορά γυρίζοντας στη ρουτίνα της καθημερινότητας δεν ένοιωθε την πίκρα των προηγούμενων χωρισμών τους. Θα ξαναντάμωναν και πάλι, είτε στην Ελλάδα είτε στην Αγγλία. Δε μπορεί. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχαν ξανασμίξει με μαγευτικό τρόπο τρεις φορές. Ξεχνιούνται αυτά;

…………………………………………     ……………………………………

Δεν την ξαναείδε ποτέ πια.

 

53 Σχόλια προς “Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 15 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)”

  1. atheofobos said

    Γνήσιος μάστορας της μυθιστορίας ο πατέρας ,μας αφήνει με μια πίκρα στο στόμα!

  2. Όπως το λέει ο Atheofobos. Καλημέρα.

  3. Αγγελος said

    «…την πήγε με το αμάξι του ως το αεροδρόμιο του Ελληνικού κι έμεινε κοντά της ώσπου ήρθε η ώρα να μπει στο πούλμαν που θα την πήγαινε ως το αεροπλάνο.»
    Αχ, η εποχή που τ´αεροδρόμια ήταν ξέφραγα αμπέλια κι έφτανες, άμα ήθελες, ως τη σκάλα του αεροπλάνου! — Από την άλλη, ας μη νοσταλγούμε τους ελέγχους διαβατηρίων και συναλλάγματος, που τους έχουμε σχεδόν ξεχάσει…

  4. Πέπε said

    3
    Περίπου έτσι ήταν πριν από ελάχιστα χρόνια το αεροδρόμιο της Ικαρίας, μπορεί να ‘ναι κι ακόμα. Ουσιαστικά δύο παραπήγματα, ένα για αναχωρήσεις κι ένα για αφίξεις, με απολύτως ελεύθερη πρόσβαση από το ένα στο άλλο. Είχα όντως συγκινηθεί.

    Λίγο παλιότερα είχα προλάβει και της Καρπάθου να ‘ναι έτσι, αλλά το εκσυγχρόνισαν. Με το παλιό καθεστώς είχε τύχει να χάσω το αεροπλάνο και να μου πουν οι υπάλληλοι «καλά ρε δάσκαλε, για δύο λεπτά τόσο δύσκολο ήταν να πάρεις ένα τηλέφωνο να πεις μην πετάξετε, φτάνω;»

  5. Αυτό με το τηλέφωνο το έχω κάνει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στη Σάμο (όχι καλοκαίρι βέβαια).

  6. ΓΤ said

    Πέθανε ο Σταύρος Ψυχάρης.

  7. 4: Όταν κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας αντίκρυσα για πρώτη φορά το αεροδρόμιο στον Αφιάρτη, όπου και βρισκόταν το φυλάκιό μας, έπαθα απανωτά εγκεφαλικά! Μιλάμε για σεληνιακό τοπίο! Το μόνο παρήγορο ήταν ότι είχαμε αυτή την υπέροχη θάλασσα δίπλα μας.

  8. Πέπε said

    7
    Ναι, για να μείνεις φαντάζομαι ότι δε θα ‘ναι ωραία… Όμως τον συνδέει με τα πιο νορμάλ μέρη η μοναδική ευθεία του οδικού δικτύου του νησιού!

    Και οι πέριξ παραλίες είναι πολλές, ωραίες γενικά, και με ποικιλία μεταξύ τους. Και εντελώς παρθένες εκείνο τον καιρό.

    Γενικά η Κάρπαθος είναι πολύ ορεινή και μάλιστα και με πολύ πολύπτυχο ανάγλυφο. Η εμπειρία της διαμονής στη μοναδική -και σεληνιακή- πεδιάδα είναι εντελώς παραπλανητική.

  9. Γιάννης Κουβάτσος said

    «επισήμανε μιαν ιδιαίτερη επιστηθιότητα της αγαπημένης του με την Κατερίνα.»
    Επιστηθιότητα. Ωραία λέξη και πολύ σπάνια. Δεν την ήξερα.

  10. Alexis said

    Αυτό που κρατάω από το σημερινό είναι ότι κάποτε υπήρχαν παρέες που έκαναν τέτοιου είδους συζητήσεις.
    Η αντίστοιχη «πολιτική» συζήτηση σήμερα θα ήταν κάπως έτσι:
    -Τι έγινε, πήρατε fuel pass;
    -Δεκάρα τσακιστή! Άσε μας μωρέ με τους απατεώνες που κυβερνάνε! Μωρέ θα τη φάει τη φόλα του στις εκλογές και θα ησυχάσει!
    -Ποια φόλα; Δέκα μονάδες πάει μπροστά ο Κούλης, μην κάνετε όνειρα.
    -Α, ναι; Τότε γιατί φοβήθηκε και δεν τις κάνει τώρα τις εκλογές;
    -Όποτε και να τις κάνει τις έχει στο τσεπάκι.

    Κάπου εκεί θα γινόταν μια μικρή παύση και η κουβέντα θα πέρναγε σε άλλο επίπεδο:
    -Τι έπαθε ρε ο γαύρος προχτές; Μα καλά, τεσσάρα από τον Πανιώνιο του Ισραήλ;
    -Καλά, θα δούμε και τη δική σας την προκοπή αύριο, μη βιάζεσαι…

    Και η κουβέντα θα συνεχιζόταν μέσα σε μια πολύ ωραία ατμόσφαιρα…😂

  11. Αντώνης said

    #3 «…η εποχή που τ´ αεροδρόμια ήταν ξέφραγα αμπέλια…»
    Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 πήγαινα συχνά τα βράδια με τους φίλους μου στο Ελληνικό, σεργιανίζαμε στο apron (πώς λέγεται ελληνικά;) και, αν ήμασταν τυχεροί, οι καθαρίστριες μας άφηναν να μπούμε μέσα στις Ντακότες της Ολυμπιακής. Toute une époque!

  12. Γιάννης Κουβάτσος said

    10: Καλά, μην εξιδανικεύεις το τότε, Αλέξη. Οι συζητήσεις αυτές γίνονταν μεταξύ αριστερών. Υποθέτω ότι αρκετοί και τις θυμόμαστε και συμμετείχαμε και τις νοσταλγούμε. Θυμάσαι όμως συζητήσεις μεταξύ νεοδημοκρατών και πασοκτζήδων; Οι «συζητήσεις» μεταξύ Παναθηναϊκών και Ολυμπιακών ήταν πρότυπα πολιτισμένου και ποιοτικού διαλόγου εν συγκρίσει με αυτές. 😊

  13. Δημήτρης Καραγιώργης said

    καλημέρα, πάλι άσχετο.
    Ημέρα Μνήμης σήμερα για το Ολοκαύτωμα των Τσιγγάνων.
    https://left.gr/news/imera-mnimis-toy-olokaytomatos-ton-roma

  14. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Δεν ήθελα να σε πικράνω, αλλά δε μπορώ να το χωνέψω, άνθρωποι σαν κι εσάς, που έχετε απορρίψει κάθε μεταφυσική πίστη, να έχετε βάλει στη θέση της μιαν άλλη. Να έχετε δημιουργήσει καινούργιους προφήτες και οσιομάρτυρες, καινούργια άγια λείψανα και καινούργιες άγιες γραφές, στη θέση των παλιών που απαρνηθήκατε.»
    Να υποθέσω, μάλλον βάσιμα, ότι αν κάποια σχολιάστρια» Βασιλική» τα είχε γράψει αυτά ως σχόλιο στο παρόν ιστολόγιο, θα είχε ακούσει διάφορα όχι και πολύ επαινετικά; 😊

  15. Παναγιώτης Κ. said

    Βρήκα ενδιαφέροντα τα πολιτικοφιλοσοφικά του Δ.Σ

  16. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    4-5 Ωραία ιστορία

    9 Ναι, σπανιότατη

    10 Ωραίος διάλογος

    14 Μπα, υπερβάλλεις

  17. Παναγιώτης Κ. said

    12. Προσπάθησα να θυμηθώ εκείνη την περίοδο και της αντιπαραθέσεις μεταξύ Πασόκ και ΝΔ.
    Μου φαίνεται ότι δεν διαφέρουν από τον πολιτικό διάλογο του καιρού μας. Το νέο στοιχείο είναι τα ΜΚΔ όπου το βρισίδι των οπαδών αποκτά δημόσια έκφραση.

  18. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Υποκλίνομαι στην παρακάτω συζήτηση.

    […]
    «Σκέφτομαι πως όσοι θέλουν να εξουσιάζουν, να επηρεάζουν, να κατευθύνουν, να κατηχούν ή να καθοδηγούν τους άλλους (τους πιστούς, τους οπαδούς, τις μάζες), το πρώτο πράμα που επιδιώκουν είναι να επιβάλλουν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τις απόψεις τους στην κοινή γνώμη, για να την έχουν σύμμαχό τους. Κατόπιν επιδιώκουν να ελέγχουν τις πράξεις τους, ακόμα κι αυτές που γίνονται μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα τρίτων καθώς και τις σκέψεις τους, αν είναι δυνατόν» τους είπε η Βασιλική.

    «Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;» αναρωτήθηκε η Κατερίνα.

    «Μα δεν το επιδιώκουν με άμεσους τρόπους. Κάτι τέτοιο είναι σχεδόν ανέφικτο. Καταφεύγουν σε έμμεσους τρόπους ελέγχου. Στην εξομολόγηση, να πούμε, αν πρόκειται για θρησκευόμενους. Στην αυτοκριτική, προκειμένου για τα μέλη του κόμματος».

    «Και από κοντά χρησιμοποιούν την τρομοκρατία» παρατήρησε ο Αλέκος «φοβερίζουν τους απείθαρχους ή έστω όσους δεν ευθυγραμμίζονται, κατά περίπτωση με αιώνια μεταθανάτια τιμωρία στην κόλαση, με διαγραφή από το κόμμα, με αποδοκιμασία από την κοινή γνώμη, με απόρριψη από τα άλλα μέλη της κοινότητας και στο τέλος τέλος, με το ενδεχόμενο της τιμωρίας από τον ποινικό κώδικα».
    […]

  19. Παναγιώτης Κ. said

    τις αντιπαραθέσεις

  20. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μα Νικοκύρη μας, δεν την έκοβες την τελευταία φράση, έστω για την επόμενη συνέχεια; έγινε απότομα δραματικό απάνω που διαβάζοντας τά πριν σκέφτηκα ότι μπορεί τ΄αερικό η ζωγράφα να έκοβε κρυφά το χάπι και να έφερνε πίσω -καάααποια στιγμή- κανένα Δημο-εζμπάκι 🙂 . Πφ! Στερεοτυπική η σκέψη μου ε; σαν σ΄ελληνική ταινία (και δεν έχω δει και πολλές, του τέτοιου παλιού -χάλια θα πω, κινφου) .

  21. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    3 >>Αχ, η εποχή που τ´αεροδρόμια ήταν ξέφραγα αμπέλια κι έφτανες, άμα ήθελες, ως τη σκάλα του αεροπλάνου! —

    Η Ολυμπιακή (και ΤΑΕ) μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο.

    Β΄μέρος

    Γ΄μέρος

  22. Γιάννης Κουβάτσος said

    17. Θυμάσαι, Παναγιώτη, τα «πράσινα» και τα «γαλάζια» καφενεία; Θυμάσαι στις προεκλογικές συγκεντρώσεις που οι νεοδημοκράτες φώναζαν «Φόλα στον σκύλο των Αμερικανών»* και οι Πασοκτζήδες «Φόλα στον σκύλο των Γερμανών» (λόγω των γνωστών φωτογραφιών της Αυριανής για τον Μητσοτάκη); 😊

    *Τότε ήταν και οι δεξιοί αντιαμερικανοί.

  23. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα και χρόνια πολλά στον μυθιστορηματικό ήρωα του Σαραντάκου (πατρός), για την ονομαστική του (στις 26 Οκτ) γιορτή..
    Κ ύ ρ ι ο ς, διακριτικότατος, ο Δήμος αφού στον κύκλο του, «τόσο τον υπηρεσιακό, στο Γυμνάσιο, όσο και στον συντροφικό, στην κόβα, δεν είχε ακουστεί να έχει παρτίδες με γυναίκες.»
    Κύριος και πλάι στην ονειρεμένη του σαν ήρθε η ώρα, μέρα Δεκέμβρη, εκείνη να πετάξει και εκείνος, ήσυχος, πιστεύοντας πως, «Δε μπορεί», θα ξανασμίξουν μ’ ένα τρόπο μαγικό, «Την έβλεπε να φεύγει με σταθερά, σίγουρα βήματα. Μια καλοντυμένη, όμορφη γυναίκα, στην καλύτερη ηλικία της και στην ακμή της δημιουργίας της.», την οποία όμως, όπως εμείς πρώτοι μαθαίνουμε, για να μας γίνει έτσι ο ήρως συμπαθέστερος, «Δεν την ξαναείδε ποτέ πια.»
    Όπότε, εάν η Εζμπα είναι εκπρόσωπος διττώς της ομορφιάς (ως πλάσμα και ως εικονοπλάθος-τεχνίτρα του Ωραίου) κι ο Δήμος «Ο ηλίθιος» πρίγκιψ που μολογάει «Η ομορφιά μού δίνει μιαν αίσθηση πληρότητας, μέτρου, ειρήνευσης και παλλόμενης θρησκευτικής ταύτισης με την Πανουσία της ζωής (…) η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», ή άλλος Καρούζος που φερόμενος κι αυτός «Στο γκρίζο τρένο του Δεκέμβρη», μιλώντας με τον Φιόντορ, συμπληρώνει «(…)Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου ο σώζων εαυτὸν σωθήτω. Θα σωθούμε απὸ μία/γλυκύτητα στεφανωμένη με αγκάθια.(…) Δεν έχει η απαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής./ Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιὰ μία μέρα… Με τη θυσία του γύρω φαινομένου θα ανακαταλάβει, η ψυχὴ τη μοναξιά της.»– τότε ένα., στο εξής, μεγάλο ερώτημα εγείρεται για κάθε αναγνώστη: Αν είναι ο Δήμος να σωθεί, ποια ωραία θα τον σώσει;
    (Όπως και να ‘χει δύσκολοι, πάντα, οι καιροί, όχι μονάχα για όποιους πρίγκιπες, φτωχούς και μόνους καουμοπόυ, μα και για όποιες Δουλτσινέες τους)

  24. sarant said

    20 O συγγραφέας έτσι το θέλησε, αφού.

  25. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    4+5
    Ίσως να το ‘χω ξαναγράψει:
    Πριν καμιά 25αριά(+) χρόνια στο αεροδρόμιο Ηρακλείου, πήγα ασθμαίνων στο γραφείο της τότε Ολυμπιακής να παρακαλέσω αν μπορεί να καθυστερήσει για 5 λεπτά η αναχώρηση του αεροπλάνου, για να προλάβουμε να δώσουμε προς παράδοση για κάποιο Υπουργείο ένα δέμα. Το δέμα περιείχε Πρόταση σε Αναπτυξιακό Πρόγραμμα, που η προθεσμία του έληγε εκείνη τη μέρα και θα το έφερνε άλλο αυτοκίνητο που με ακολουθούσε… με διαφορά φάσης. Πάνω στην ώρα έρχεται δίπλα στο γκισέ ο πιλότος (ή συγκυβερνήτης;), που ακούει την κουβέντα και υπομειδιά πονηρά. «Εντάξει, εντάξει θα περιμένουμε λίγο», μου λέει. Πράγματι, σε 3-4 λεπτά έφθασε το δέμα, το δώσαμε –ανοίγοντας την πλαϊνή θύρα για να περάσει το αυτοκίνητο- κι όλα καλά… (Και η Πρόταση εγκρίθηκε, τελικά 🙂 )

    – Λίγο απότομα μας προσγείωσε το σημερινό!

  26. Πέπε said

    25 (τέλος αλλά και όλο μαζί):

    Ε, δεν μπορείς να έχεις και τη χαλαρότητα των παλιών αεροδρομίων αλλά και να προσγειώνεσαι βούτυρο όπως σήμερα! 🙂

  27. Triant said

    20,25 κ.α.
    Δεν διαβάσατε τον τίτλο του κεφαλαίου, μου φαίνεται 🙂

    Εμένα πάντως μου άρεσε αυτός ο λιτός κεραυνός. Αν μάλιστα έχει αρκετά κεφάλαια ακόμα, προβλέπω πολύ ζουμί.

  28. Triant said

    26: Έχω ακούσει πάντως οτι αυτή η προσγείωση ‘βούτυρο’ δεν είναι και πολύ ασφαλής. Καλύτερα το αεροπλάνο να χάσει την στήριξή του (να στολάρει) λίγα μέτρα πάνω από τον διάδρομο (και να ακούσουμε 3 διαδοχικά ‘γκουπ’ καθώς θα πέφτει) γιατί αλλιώς κινδυνεύει να ξανασηκωθεί χωρίς μάλιστα να έχει την ταχύτητα που πρέπει για να ολοκληρώσει νέα απογείωση, με απρόβλεπτες συνέπειες. Αν ξέρει κάποιος ας μας πει αν αυτό ισχύει πράγματι και σήμερα.

  29. Αγγελος said

    (6) Της Καρπάθου κι εγώ, τη μια και μόνη φορά στη ζωή μου που πηγα (1991), το θυμάμαι τενεκεδένιο παράπηγμα, με πόρτα που … δυσκολευόμασταν να την ανοίξουμε από τον δυνατό άνεμο 🙂
    (12) Πολλοί θα θυμόμαστε τις συζητήσεις των παλιών αριστερών (της ΕΑΜογενούς αριστεράς, όπως είπε προσφυώς ο Μίκης κάποτε), που από ό,τι και να ξεκινούσαν, θα κατέληγαν στο «πώς τα καναμε έτσι σκ…»

  30. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Η σημερινή εξέλιξη στη διήγηση, μου θύμισε μια ιστορία από τη ζωή ενός παλιού φίλου.
    Ο πατέρας του διορίστηκε καθηγητής στο νησί (ένα απ τα μεγάλα νησιά μας) απ΄όπου καταγόταν και παντρεύτηκε μια χωριανή του (τη μητέρα του φίλου) , κάνανε δυο παιδιά και μείνανε εκεί. Πέρασαν τα χρόνια, ο φίλος, μεγαλύτερος απ΄τα παιδιά, αφού τέλειωσε τη νομική, ετοιμάστηκε, όπως το ήθελε πια η εποχή, να πάει για μεταπτυχιακά στο Παρίσι. Μέσα στη σχετική αγωνία του ταξιδιού, μεταξύ όλων των άλλων για την εύρεση στέγης και εγκατάστασης (πρώτο παιδί π΄έφευγε έξω και δεν είχαν κανέναν γνωστό για μια επαφή), ο πατέρας τού δίνει εμπιστευτικά (προπαντός κρυφά από τη μάνα) το όνομα και τη διεύθυνση μιας γυναίκας εκεί, απ΄την οποία θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια. Πράγματι πήγε και πράγματι βοηθήθηκε.Ήταν μια ζωγράφος, αγαπημένη του πατέρα του όταν ήταν φοιτητής στην Αθήνα, αλλά μετά χώρισαν οι δρόμοι, πλην κρατούσαν αλληλογραφία.
    Δεν θυμάμαι, είναι πολλά χρόνια π΄άκουσα την ιστορία, πώς διάολο πήρε χαμπάρι η μητέρα του το ποια ήταν αυτή η κυρία του Παρισιού κι έγινε χαμός. Μέχρι που πέθανε, και πέθανε με αρκετά χρόνια στην άνοια η καημένη ,του το χτυπούσε (ότι συνωμότησε με τον πατέρα του και πήγε στο σπίτι τής πρώην του -τί προσβολή για κείνην θεωρούσε! παρόλο που ούτε ο πατέρας του έφυγε ποτέ από το νησί, ούτε εκείνη ήρθε ποτέ πίσω στην Ελλάδα.
    Τα γράμματά τους μάλλον τα εξαφάνισε ο ίδιος ο πατέρας του όταν αρρώστησε, ενενηντάρης πια, αλλά με σώας φρένας (η ανοϊκή πια μάνα, έμεινε παραπίσω αρκετά) και πολύ στενοχωρήθηκε ο φίλος που δεν τα βρήκε. Ήταν φιλόλογος και καλός μάλιστα, ο μπαμπάς του…

  31. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    […]
    Όταν έφτασε η μέρα, την πήγε με το αμάξι του ως το αεροδρόμιο του Ελληνικού κι έμεινε κοντά της ώσπου ήρθε η ώρα να μπει στο πούλμαν που θα την πήγαινε ως το αεροπλάνο. Χωρίστηκαν με μεγάλη συγκίνηση και πολλά φλογερά φιλιά. Την έβλεπε να φεύγει με σταθερά, σίγουρα βήματα. Μια καλοντυμένη, όμορφη γυναίκα, στην καλύτερη ηλικία της και στην ακμή της δημιουργίας της.

    Αυτή τη φορά γυρίζοντας στη ρουτίνα της καθημερινότητας δεν ένοιωθε την πίκρα των προηγούμενων χωρισμών τους. Θα ξαναντάμωναν και πάλι, είτε στην Ελλάδα είτε στην Αγγλία. Δε μπορεί. Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχαν ξανασμίξει με μαγευτικό τρόπο τρεις φορές. Ξεχνιούνται αυτά;

    ………………………………………… ……………………………………

    Δεν την ξαναείδε ποτέ πια.

    […]

    Σε ανάλογες περιπτώσεις, υπάρχουν και τα αεροπλάνα. Μήπως ο ήρωας ήταν τσιγγούνης ?

  32. sarant said

    30 Ωραία ιστορία!

  33. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Καί τό ἐρωτοπάλαιμα τοῦ Δ.Σ. εἶναι μιά ὄμορφη ἀπόδοσι τῆς (παπαγιώργειας ἀλλά καί ἀρχαίας) κλινοπάλης..

  34. Alexis said

    #30: Τι ωραία ιστορία!
    Και τι κρίμα που χάθηκαν τα γράμματα…
    Θα είχαν μεγάλο ενδιαφέρον και φιλολογικό ακόμα.

  35. «Τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχαν ξανασμίξει με μαγευτικό τρόπο τρεις φορές. Ξεχνιούνται αυτά;
    …………………………………………
    Δεν την ξαναείδε ποτέ πια.»

    Θα τον συγκινούσε, νομίζω, αν άκουγε το παρακάτω τραγούδι (Mi par d’udire ancora)

    Mi par d’udire ancora
    Ascosa in mezzo ai fior
    La voce sua talora
    Sospirare l’amor

    O notte di carezze
    Gioir che non ha fin
    O sovvenir divin
    Folli ebbrezze del sogno, sogno d’amor

    Delle stelle del cielo
    Al tremolante balen
    La ved’io d’ogni velo
    Render libero il sen

    O notte di carezze
    Gioir che non ha fin
    O sovvenir divin
    Folli ebbrezze del sogno, sogno d’amor

    Divin sovvenir, divin sovvenir

    (Από τους Αλιείς μαργαριταριών του Μπιζέ)
    Άρια υπέροχα τραγουδισμένη  από τον μεγάλο Ενρίκο Καρούζο. Μαγεία.  (Είπα να τον τιμήσουμε τη σωστή μέρα, σύμφωνα με το Μηνολόγιο)

  36. sarant said

    35

  37. 36.
    Ευχαριστώ!

    Κι άμα μεράκλωνε ακόμα περισσότερο, ο ήρωάς μας μπορεί να τραγουδούσε και αυτούς τους στίχους:
    […]
    E si ce muoru e vaju’n paradisu
    Si nun ce truovo a ttia,
    Mancu ce trasu.

    Ο Lola, Cavalleria Rusticana (σε σικελική διάλεκτο):

    ( Και αν πεθάνω και πάω στον παράδεισο
    Αν δεν σε βρω εκεί,
    Δεν μπαίνω ούτε εγώ. )

  38. Πέπε said

    30

    > ,,,πώς διάολο πήρε χαμπάρι η μητέρα του το ποια ήταν αυτή…

    Ε καλά τώρα! Η μάνα του το ‘ξερε πριν το μάθει «αυτή»! Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις.

  39. 37.
    Μπορεί, όμως, να γράφεται έτσι:

    E s’iddu muoru e vaju mparadisu,
    Si nun ce truovo a ttia, mancu ce trasu.

    (Δεν ξέρω ποιο είναι το σωστό στα σιτσιλιάνικα)

  40. Georgios Bartzoudis said

    Φιλοκαλούμεν μετ’ ευτελείας. Ο δε έρωτας («πριν, κατά και μετά») είναι μία κατ’ εξοχήν φιλοκαλία (ή «καλλιτεχνία», όπως λένε και οι παπάδες). Δεν υπάρχει χώρος για φιλοσοφία και «φιλοσοφούμεν», και δη κομμουνιστικοπαθώς.

  41. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἄς συνεχίσουμε τό χθεσινό ζαχαριαδικό ἐδῶ, γιά νά τό δέσουμε μέ τόν ἀποθανόντα Ψυχάρη. Ἤτανε λέει νά τόν βαφτίση ὁ Ζαχαριάδης, ἀλλά ἔπεσε σέ μπλόκο καί τόν βάφτισε τελικά ὁ θεῖος του ὁ Λουλές!
    Ἀπορία: Κι ἄν δέν τύχαινε τό μπλόκο, τί θά ἔλεγε ὁ Ζαχαριάδης; Πιστεύω εἰς ἕναν Θεόν; Ἀπεταξάμην; Φτοῦ, φτοῦ, φτοῦ;
    Ἐδῶ σέ θέλω κάβουρα! 🙂 🙂

  42. Γιάννης Κουβάτσος said

    41: Γιατί, ο Λουλές τι θα είπε; Τυπικά είναι αυτά. 😊

  43. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Δέν ξέρω τί εἶπε κατά τήν βάπτισι ὁ Λουλές (ἀδελφός τῆς μάνας του!), αὐτό πού ξέρω ὅμως εἶναι ὅτι μέ τά πνευματικά ἐφόδια πού τοῦ ἔδωσε ὡς ἀνάδοχος, ὁ Ψυχάρης ἔφτασε μέχρι καί Διοικητής τοῦ Ἁγίου Ὅρους! 🙂

  44. Γιάννης Κουβάτσος said

    43: Καλά, πολλούς κυρίους προσκύνησε ο Ψυχάρης, αλλά, τελοσπάντων, μόλις πέθανε, τα λέμε άλλη φορά. 😊

  45. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    39 >>Και αν πεθάνω και πάω στον παράδεισο
    Αν δεν σε βρω εκεί,
    Δεν μπαίνω ούτε εγώ.

    Κι αν βρω τ΄αθάνατο νερό
    δεν πίνω κι ας ‘ποθάνω
    άμα δε βρεις να πιεις κι εσύ
    ίντα θα ζω να κάνω

  46. sarant said

    43 και πριν: Ε, αυτά δεν τα ήξερα.

  47. Χαρούλα said

    Και μιά και πιάσαμε βαφτίσια
    τον μεγάλο του γιό τον βάφτισε ο Βύρωνας Σταματόπουλος και τον μοκρό ο Ανδρέας Παπανδρέου.

  48. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    46. Ορμήξανε τα ΜΚΔ και τα γράψανε καταλεπτώς μόλις ακούστηκε η είδηση. Άλλα οικογενειακά του εκλιπόντος :
    Από τον πρώτο του γάμο έχει δύο γιους, τον Παναγιώτη (τον οποίο βάφτισε ο Βύρωνας Σταματόπουλος) και τον Ανδρέα Ψυχάρη (τον οποίο βάφτισε ο Ανδρέας Παπανδρέου), ενώ ήταν νυμφευμένος σε δεύτερο γάμο με τη δημοσιογράφο και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ομίλου Χριστίνα Τσούτσουρα, με την οποία έχει αποκτήσει δύο κόρες, τη Χριστίνα (την οποία βάφτισε ο Χρήστος Λαμπράκης) και τη Σοφία (την οποία βάφτισε ο Σωκράτης Κόκκαλης).

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    47 Χαρούλα, χαχα, πέτυχα πιο κουτσομπολίστικο σάιτ

  50. Γιάννης Κουβάτσος said

    Τελικά το παν στην Ελλάδα είναι να έχεις τον σωστό νονό/κουμπάρο. Τα τυπικά προσόντα έπονται. Κι ο Ψυχάρης χάρη στον νονό του (και θείο του) τον Λουλέ θα μπει στη δημοσιογραφία μέσω της «Δημοκρατικής Αλλαγής». Ε, ήταν, να μην τρουπώσει… 😊

  51. sarant said

    48 Κοίτα να δεις!

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μια κόμη αξιοσημείωτη σύμπτωση: Τη βίλα του Ψυχ. στο Πόρτο Χέλι όταν εκπλειστηριάστηκε, γράφτηκε ότι την πήρε «ένας Ελβετός Τραπεζίτης» με ελληνίδα σύζυγο «συγγενή οικογένειας στρατιωτικών», εδώ κάτι λεπτομερειούλες.
    http://www.diogenis-press.gr/2018/03/blog-post_79.html

  53. Χαρούλα said

    Κι άλλα για τον Ψυχάρη. Και ενδιαφέροντα
    https://www.ethnos.gr/opinions/article/218736/pethaneostayrospsyxarhsotheosnasygxorhseitoysaylodoyloyskaitoysparatrexamenoystoy

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: