Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Χάθηκε βελόνι (αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου)

Posted by sarant στο 21 Αυγούστου, 2022


Θα παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου. Ο Γκέζος γεννήθηκε το 1988 στη Χιμάρα της Αλβανίας και πολύ νέος ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Μεγάλωσε στη Σκάλα Λακωνίας, σπούδασε τοπογράφος στο ΕΜΠ και πολύ νέος εμφανίστηκε στα γράμματα, αποσπώντας μάλιστα το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για την ποιητική του συλλογή «Ανεκπλήρωτοι φόβοι» το 2013.

Το μυθιστόρημα «Χάθηκε βελόνι» (Μεταίχμιο 2021) είναι ένα σπονδυλωτό έργο που διαρθρώνεται σε πέντε μέρη, σε πολλούς τόπους και μέσα στον χρόνο. Παρακολουθούμε την οικογένεια των Ζεφάδων, μεγάλη αρχοντοοικογένεια του Δρεπενιού, από το 1932 και μετά, πρώτα στην Αλβανία, μετά το 1991 στην Ελλάδα και, στο τέλος, το ταξίδι του Αλέξανδρου, του εξαφανισμένου αδελφού, στην Αμερική. (Ο Αλέξανδρος εμφανίζεται και σε προηγούμενο μυθιστόρημα του Γκέζου, που δεν το έχω διαβάσει. Όπως θα δείτε, το κανονικό του όνομα είναι Σάντο, κάτι που ίσως είναι βιωματικό του συγγραφέα, ο οποίος, κάπου διάβασα, έμαθε ότι τον λένε (και) Αρμάντο όταν πήγε να δώσει πανελλήνιες, ενώ ως τότε μόνο Χρήστος ήξερε πως λέγεται).

Το Δρεπένι βεβαίως δεν είναι υπαρκτό μέρος, είναι μυθιστορηματικά μεταπλασμένη η Χιμάρα. Πάντως ο συγγραφέας φρόντισε να βρει και ετυμολογία στο φανταστικό τοπωνύμιο («από έναν δευτερεύοντα ημίθεο της ελληνικής μυθολογίας, τον Δρέπανο, που υποτίθεται ότι είχε εξοριστεί από τον Δία για να ζήσει ολομόναχος κι αποκλεισμένος βαθιά μέσα στις αφιλόξενες κοιλότητες των βουνών της περιοχής») ενώ, για ακόμα μεγαλύτερη αποστασιοποίηση, κάπου αναφέρει, μία φορά νομίζω, και τη Χιμάρα ανάμεσα στα χωριά της περιοχής. Ανύπαρκτο είναι και το μέρος στο οποίο εγκαθίσταται η οικογένεια του Παύλου Ζέφου στην Πελοπόννησο -η Μεθενιά.

Μου άρεσε πολύ το τρίτο μέρος του βιβλίου, το Τσιμπιτόνι (έχει αρίθμηση 2 διότι ξεκινάει από το 0). Σε αυτό μιλάει η Τέτα (Ηλέκτρα), η γυναίκα του Παύλου και μητέρα του Αλέξανδρου -και μιλάει στο χιμαριώτικο ιδίωμα («με κάποιες απλοποιήσεις στην προφορά για να γίνεται πιο εύκολη η ανάγνωση», μου είπε ο συγγραφέας).

Υπάρχει και γλωσσάρι στο βιβλίο, από το οποίο θα βάλω στο τέλος τις άγνωστες λέξεις του αποσπάσματος που θα παρουσιάσω. Επίσης, περίπου όπως και στα ποντιακά, τα χιμαριώτικα απλοποιούν το στ σε σ, ενώ προφέρουν ασυνίζητους τύπους σαν τα ζακυθινά (χωρία, παιδία). Για να μην έχετε απορία, η μίσα είναι ο ύπνος, ενώ ο Μενέλαος/Νέλος ειναι ένα παιδί της οικογένειας, το στερνοπαίδι μετά τον Αλέξανδρο, που το έχασαν κατά τρόπο ανεξήγητο ενώ περνούσαν τα σύνορα προς Ελλάδα το 1991.

Η φτώχεια όμως δεν άλλαζε.

Τα πράματα σην Αλβανία χειροτερεύαν με τα χρόνια. Σην κοπερατίβα μάς δίνανε λιγότερα. Σο μαγαζί του χωρίου και λάδι με το ζόρι έβρισκες πιλά.

Για, εμείς παίραμε το αλεύρι και το κάναμε πέτουρα, τρώγαμε για μέρες. Έκανα και πίτες εγώ με ό,τι χόρτο έβγανε ο κήπος.

Κουρνέα με γάλα, πανάδα με το ψωμί και το νερό. Περάγαμε.

 

Το ’85 όμως πέθανε ο Ενβέρης.

Κλάμα που ρίξαμε όλοι, Αναΐα!

Όλοι, σο χωρίο και σο σπίτι. Μέχρι κι ο Παύλος εδάκρυσε, που του ‘χανε πάρει τα χωράφια του παππού του. Μονάχοι μας εκλάψαμε, δεν μας έβαλε κανένας.

Θα μου πεις, δεν είχατε κακοπεράσει με τον Χότζα; Μωρέ, αν είχαμε λέει; Η ψυχή μας το ξέρει. Αλλά το κλάμα έτσι μας βγήκε, ποτάμι.

Ζουλάπια.

Λες και χάσαμε δικό.

Τι να κάναμε, πού ξέραμε εμείς τι θα γενόταν τώρα; Τον Ενβέρη ξέραμε, αυτόν είχαμε μάθει τόσα χρόνια. Τώρα πού θα βαδίζαμε παίος ήξερε.

Εγώ σκεβούμουνα και τον τάτα μου.

Τι χαρές που θα είχε κάμει άμα ζούσε. Θα χόρευε και θα τραγούδαγε σο Κάσρο πάνω, να τον κούσει όλο το χωρίο.

Αλλά είχε πεθάνει κείνος από χρόνια.

Δεν ξέρω.

Μπορεί και για τούτο να έκλαψα εγώ λίγο.

 

Το ’86 έκαμα και τον Αλέξανδρο.

Μέχρι τον όγδοο με την κοιλία τούμπανο ήμουνα. Κου­βάλαγα ξύλα και ίδρωνα σαν η γαϊδάρα. Σον Αυλώνα με τρέξανε για να τονε βγάλω.

Πέντε κιλά θερίο.

Τα αδρέφια του σην αρχή δεν τονε θέλανε. Είχανε μάθει τόσα χρόνια μονάχοι τους παρέα. Ο Αλέξανδρος τους εφάνη ξένος.

Η Γκένα μόλις τονε φέραμε και τον είδε πρώτη φορά μου λέει: «Τι μαϊμούδι είναι τούτο;». Ο Μάρκος τονε τσίμπα σα μάγλα για να τονε κάμει να κυλαίγει.

Ψωμοσάκουλο τόνε λέγανε, επειδής ήτανε παχαίος.

Ο Παύλος όμως εχάρη πολύ.

Ξανάνιωσε. Κι εγώ, μάνα ήμουνα. Γι’ αυτό τον εκάμαμε τον Αλέξανδρο, λέγω τώρα με το νου μου. Μας είχε πιάσει το μαράζι τόσα χρόνια.

Όλο δουλειά, ψωμί και μίσα.

Τα άλλα παιδία είχανε μεγαλώσει, περάγαν μοναχά τους. Θέλαμε πάλε ένα μικρό τέκινο σο σπίτι να γελάει. Να έχουμε κάτι να περάμε την ώρα.

Να χαιρούμεσα.

 

Σο Δρεπένι όμως λέγανε ότι δεν θα βασάξει πολύ ακόμα έτσι η Αλβανία. Ότι χωρίς τον Ενβέρη θα ανοίξουνε τα σύ­νορα.

Ότι θα μποράει όπαιος θέλει να πάει σην Ελλάδα.

Άρχισα να το βάνω με το νου μου κι εγώ και το κουβέ­ντιασα με τον Παύλο. Κείνος όμως δεν ήθελε να το αφεί το σπίτι.

«Και τι θα τον κάμουμε τον τάτα;» μου ήλεγε με πόνο.

«Θα τονε πάρουμε αντάμα» του ήλεγα εγώ. «Και θα ’χει καλύτερα χάπια σην Ελλάδα, καλύτερους γιατρούς. Για, θα το ιδείς, θα μιλήσει καλύτερα κει πέρα. Θα μποράει να κάμει και καμιά βόλτα μονάχος του».

Ο Παύλος δεν ήθελε να το συλλογίζεται όμως το φευγιό. Όχι για τον μαυροπατέρα μόναχα, το ήξερα εγώ. Σκιαζούτανε.

Δεν ήξερε τι θα βρίσκαμε σην Ελλάδα.

Εκεί τολάχιστο είχαμε το σπίτι μας, το κεραμίδι μας, το μπλαρί μας. Η ισκέα τον Γκούστη γιόμιζε με σύκα. Ψένα­με τις πίτες μας σον πέτρινο τον φούρο.

Απ’ όταν πέθανε κι ο Ενβέρης είχανε λασκάρει και καψίχα τα πράματα. Μποράγαμε να έχουμε πάλε δυο όρθες και πέντε πρόβατα.

Είχαμε και μια σκύλα.

Άσπρη και καφέ, με μεγάλα αφτία. Ταρίκα την είχανε βγάλει τα παιδία και την είχανε σαν άνθρωπο. Πηγαίνανε βόλτες ση λαγκάδα μαζί, παίζανε όλη μέρα.

Ούτε ξέρω πού την είχαν εύρει.

 

 

To ’91 έπεσε το καθεστώς.

Σο χωρίο κάμανε γιορτή. Λέγανε όλοι ότι τώρα θα μας ενώσουνε πιλά με την Ελλάδα. Ότι θα μας δεχτούνε σαν αδρέφια και θα μας κάμουνε ανθρώπους.

Και για, ανοίξανε τα σύνορα.

Πολλοί ετοιμάζουνταν να φύγουνε. Ο Παύλος όμως ακόμη δεν ήκουε κουβέντα. Το είχε μεγάλο φόβο.

Αλλά εγώ το είχα βάλει πείσμα. Ήμουν αγύριστο κεφά­λι. Δεν τη βασάς εύκολα τη φτώχεια, άμα ξέρεις ότι δίπλα μοιράζουνε ψωμί.

Τα παιδία σκεβούμουνα. Πώς να τα μεγαλώσεις έξι τέκινα έτσι σο Δρεπένι. Και καλά το φαΐ, μια δάγκα τη βρίσκεις. Ένα ξεροκόμματο.

Αλλά η Γκένα μου είχε ένα σκέρτσο…

Τιναζούτανε σαν χορεύτρια. Του Μάρκου πιάνανε τα χέρια, μπορεί να γινούτανε πολυτεχνίτης. Ο Αλέξανδρος φαινούτανε σπίρτο.

Τι θα κάνανε όλοι κει πάνω;

 

Με τα πολλά, ο Παύλος εδέχτη.

Έναν μήνα έκατσε σα Τίρανα για να φτιάσει τη βίζα.

 

(…)

 

Για, τι να σου ειπώ. Ση Μεθενιά ο ένας πάνω σον άλλονε κοιμούμεσα. Φασουλάδα με ψωμί τρώγαμε όλη τη βδομά­δα, για να μας φτάσει ο μήνας.

Μονάχα σο τραπέζι ανταμώναμε όλοι βραδέα.

Βουτάγαμε το ψωμί σο λάδι της σαλάτας και μπουκώ­ναμε. Δεν μιλάγαμε, ήμεσα κουρασμένοι. Πότε κάναμε κουβέντα εμείς για να κάμουμε τώρα;

Ση μούγγα είχαμε μάθει όλοι.

Και τι να λέγαμε; Είχαμε να πούμε τίποτις που να μη μας κάμει μαύρη την καρδία;

Εμείς, εντάξει, δεν ήμεσα μαθημένοι και με πολλά, αλ­λά τολάχιστο σο Δρεπένι είχαμε το σπίτι μας. Είχαμε δύο νοματαίους να πούμε μια κουβέντα σαν ανθρώποι.

Έξω απ’ το μεροκάματο.

Σο Δρεπένι προβάτιες σον δρόμο και ήξερες πως είσαι δικός τους. Ήξερες πως ήσουνα ίδιος. Δεν σκιαζούσουνα πώς θα σου ρίξουνε τα μάτια, άμα σε θέλουνε ή όχι.

Δεν σκιαζούσουνα ότι σε είχανε για φτύμα.

Μου ερχότανε να πω του Παύλου καμιά φορά: «Για τούτο κάμαμε όλο τον δρόμο; Για τούτο χάσαμε τον Νέλο;». Αλλά δεν ήλεγα τίποτις.

Αντρεπούμουνα.

Εγώ το είχα πατήσει ποδάρι να κατεβούμε σην Ελλάδα. Εγώ τα είχα κάμει όλα.

Ήπρεπε να βασάξω.

 

 

Τα βράδια που πέφταμε σο κρεβάτι κι είχε σιγαλιά θυμιόμουνα που ήμουνα μικρή κι αρέντευα μέσα σις ελαίες. Ήλεγα με τον νου μου: «Τόσο ωραία χρόνια ήσανε κείνα και δεν το ’ξερες, μωρ’ Τέτα;».

Μου ερχότανε να σηκωθώ και να πάγω ση μάνα μου, σον τάφο του τάτα μου, κι έβανα τα κλάματα μέχρι να με πάρει η μίσα.

Αλλά το μπονόρα ήγλεπα τα παιδία κι έπαιρα τα ήπατα. Καλά εγώ κι ο Παύλος, πες είχαμε τελειώσει. Κείνα όμως είχανε όλη τη ζωή αμπροσά.

Είχανε καιρό να τα φτιάσουνε όλα.

Ένα παγωτό τους παίραμε μία φορά τον μήνα και χαιρούντανε για μέρες. Για κείνο το παγωτό έσφιγγα τα δόντια.

Και, κατόπις, ήταν κι ο Αλέξανδρος.

Σάντο τον ήλεγε ο τάτας του, ποτές Αλέξανδρο.

Εμένα μου άρεσε πιο πολύ το Αλέξανδρος. Μου φαινούτανε πιο αρχοντικό. Τονε βάφτισε μια καλή οικογένεια, αλλά τα χαρτία Σάντο τον είχανε.

Ήρθε μια μέρα το παιδί κυλαίγοντας και μου λέει: «Μα­μά, γιατί με γράφουν Σάντο σο σκολείο, αφού εγώ Αλέξανδρος είμαι».

Σον Αλέξανδρο είχαμε ριχτεί όλοι. Κείνον είχαμε μικρό­τερο τώρα, κείνον είχαμε για χαρά του σπιτιού.

Σο σκολείο ήτανε πρώτος.

Ερχούτανε σπίτι και κλεινούτανε μέσα να διαβάσει ατός του. Όλο διάβαζε, έβγανε τα μάτια του. Μη διαβάζεις τόσο, του λέγαμε εμείς, θα πάθεις τίποτις.

Έβγα και λίγο όξω.

Κείνος κει, σα βιβλία χωμένος.

Λέγαμε τούτος θα γενεί γιατρός, τούτος θα μας κάμει τα γεράματα.

Πήγαινε κι ο Παύλος κάθε φορά να πάρει τους βαθμούς μέσα σο καμάρι.

Αναΐα, κάτι μάγλα που είχε το παιδί…

Τα πέθαινε τα γαριδάκια και τις τσοκουλάτες. Τα αδρέφια του τον είχανε για παιγνίδι, τον φουλάγανε και τον μαλάζανε όλη την ώρα. Του ρουφάγανε τα μάγλα.

Λες και ήτανε φάρμακο για τον βήχα.

Η Γκένα δεν τον άφηνε να πάρει ανάσα.

Τον εβάσα αγκαλιά σαν μωρό, του εχάιδευε για ώρα τα μαλλία. Ερχούτανε κείνος από το σκολείο και τον έφερε γύ­ρα σο κρεβάτι μέχρι να κουραστεί και να τονε πάρει η μίσα.

Εμίλα για τον Αλέξανδρο κι έσταζε μέλι. Λέγω, θα το είχε τύψεις για τον Νέλο. Ό,τι αγάπη είχε, την έρινε πάνω σον Αλέξανδρο.

Για να της απαλύνει η ψυχή.

Κι εγώ πέραγα ώρα μαζί του όμως, αμ πώς.

Τον έβανα πάνω σα γόνατα και του ήλεγα ιστορίες με τον Νασραντίνη. Περσσότερο του άρεσε κείνη που ο Νασραντίνης πάλευε με ένα καπέλο να πιάσει ένα χελι­δόνι. Αλλά σο τέλος έπιασε έναν κόκορα κομμένον ση μέση.

Του ήλεγα και παραμύθια. Ό,τι μου ερχούτανε.

Τραγούδια.

Για, πιο πολύ ένα που μου ήλεγε κι εμένα η μάνα μου όταν ήμουνα κοπέλα. Το τραγούδαγα και του ετσίμπαγα τα δάχλα του χερίου ένα ένα, μέχρι να τονε πάρει η μίσα:

Τσίμπι-τσιμπιτόνι
χάθηκε βελόνι
πάω να το βρω
εχάθηκα κι εγώ.

 

 

Περάγανε τα χρόνια.

Τα παιδία μεγαλώνανε.

Τα άλλα δεν νιώθανε από γράμματα και πιάσανε το με­ροκάματο. Όπου βρήκανε. Σε βενζινάδικο, σε συνεργείο, το λέκι να πέφτει.

Η Γκένα όμως ήτανε ξεφτέρι, έμοιαζε του Αλέξανδρου. Αλλά την κοροϊδεύανε σο σκολείο και το σταμάτησε. Έπιασε κατόπις να δουλεύει σ’ έναν φούρο.

Μωρέ, και τον Αλέξανδρο τον κοροϊδεύανε σην αρχή. Αλλά δεν έπαιρε χαμπάρι, τους άρπαζε και τους έβριζε κι εκείνος. Αμ πώς.

Τόσες φορές μας είχανε πάρει από το σκολείο. Ότι είναι, λέει, πολύ έξυπνος, αλλά πιάνεται σα χέρια με τα άλλα παιδία όλη την ώρα.

Καλά τους έκανε.

Όχι, θα καθούτανε.

Για, ήτανε δύσκολα τα πράματα.

Με το ζόρι περάγαμε.

Ήλεγα εγώ να πιάσει να δουλεύει κι ο Αλέξανδρος όταν τελειώσει το δημοτικό. Ο Παύλος όμως έβγανε σπυρία. Δεν ήθελε να το κούει τέτοιο πράμα.

«Ο Αλέξανδρος μεροκάματο; Σου σάλεψε; Το παιδί θα πάει πανεπιστήμιο» ήλεγε.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Αναΐα = η Παναγία

αρεντεύω = τρέχω

Γκούστης = ο Αύγουστος

ισκέα = η συκιά

καρμαντάρα = λάστιχο

καψίχα = λίγο

κοπερατίβα = ο συνεταιρισμός

κουρνέα = σούπα από γάλα και αλεύρι

κυλαίγω = κλαίω

λέκια = λεφτά

μίσα = ύπνος

μπλαρί = τζάκι

μπονόρα = πρωί

όρθα = όρνιθα, κότα

παίρω τα ήπατα = παίρνω κουράγιο

πιλά = πια, πλέον

προβατάω = περπατάω

τάτας = μπαμπάς

 

Advertisement

151 Σχόλια προς “Χάθηκε βελόνι (αποσπάσματα από το μυθιστόρημα του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου)”

  1. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    «Μονάχοι τους ἐκλάψανε, δεν τους ἔβαλε κανένας», τό ἴδιο καί μέ τόν ὁμοιότροπό του Στάλιν, τριάντα χρόνια νωρίτερα (κι ἐδῶ ἐκούσιο καί αὐθόρμητο ἤτανε γι αὐτόν, ὅπως ἔγινε μέ τόν Ρίτσο καί μέ ἄλλους προοδευτικούς..) τό ὁλόϊδιο καί μέ τόν Μάο καί τόν Κίμ Γιόνγκ Ίλ..
    Κλάμα ἰδεολογικό, λαϊκό, γνήσιο..

    Πάντως, ὁ Χρῆστος Γκέζος ἐξαιρετικός.
    Καλημέρα σας!

  2. Κιγκέρι said

    Η Γκένα θα είναι Ευγενία σίγουρα.

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    3: Νικοκύρη, μαρμάγκα.

  4. Κιγκέρι said

    3: Κι εμένα μ’ έπιασε, γιατί ξέχασα ένα γιώτα από το όνομα μου, αλλά ήταν μικρό το σχόλιό μου και το ξανάγραψα.

  5. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    «Μέχρι κι ο Παύλος εδάκρυσε, που του ‘χανε πάρει τα χωράφια του παππού του». Σύνδρομο Στοκχόλμης ἤ φοβότανε μήν τούς καρφώσῃ ὁ συγγενής; 🙂

  6. Γιάννης Κουβάτσος said

    1:Σύνδρομο Στοκχόλμης.😊

    «Ήμουν και τεμπέλης, αλλά επειδή ήταν πάρα πολύ δύσκολη η ζωή για την οικογένειά μου στη Λακωνία, από όλες τις απόψεις, είχα καταλάβει ότι έπρεπε να θέσω έναν στόχο για να ξεφύγω κάπως από αυτά τα μέρη, από αυτές τις καταστάσεις και από αυτούς τους ανθρώπους, και κατάλαβα ότι το σχολείο ήταν ο μόνος τρόπος. Είχα πλάσει στο μυαλό μου ένα όραμα μεγάλο, μια κοσμοθεωρία για μένα, ότι πρέπει να διαβάσω για να φύγω από κει.»
    Η νοοτροπίας της Ελίνας Τζάνγκο και των περισσότερων μεταναστόπουλων. Πατέρας πολυτεχνίτης, μητέρα καθαρίστρια, μόνο τα γράμματα και ο αθλητισμός προσφέρουν τις δυνατότητες «για μια καλύτερη ζωή» σε αυτά τα παιδιά. Έχω δει αυτήν την αποφασιστικότητα σε μικρά παιδιά του δημοτικού και με έχει εντυπωσιάσει. Πολύ τονωτική ενίσχυση για την ελληνική κοινωνία αυτά τα παιδιά.
    https://www.google.com/url?sa=t&source=web&rct=j&url=https://www.lifo.gr/culture/vivlio/hristos-armanto-gkezos-me-apasholei-pos-parelthon-stoiheionei-ton-anthropo%3Famp&ved=2ahUKEwi5lbvWrNf5AhUIuqQKHRmsCZ8QFnoECF8QAQ&usg=AOvVaw0HSaNRP9F8LbZbWYzxLtS8

  7. Νέο Kid said

    Είναι γεγονός ότι πλέον (εδώ και πολύ καιρό δηλαδή) οι σπουδές Τοπογραφίας στο Πολυτεχνείο είναι απαραίτητο εφόδιο (Background που λένε οι Επικυρίαρχοι…) για να κάνεις καλά και επιτυχημένα οτιδήποτε άλλο εκτός από τοπογραφία!… 🙂

  8. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 —> 6

    6 Έτσι είναι

  9. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ὅπως πολύ καλά γνωρίζεις Νικοκύρη, τέτοιους ἀσυνίζητους τύπους (χωρία, παιδία κλπ) ἔχουν μπόλικους ΚΑΙ τά Ποντιακά 🙂

  10. atheofobos said

    Το θαυμάσιο αυτό κείμενο μου θύμισε ένα από τα ωραιότερα ταξίδια που έχω κάνει στην ζωή μου! Ήταν στην Αλβανία λίγο μετά που άνοιξαν τα σύνορα επί Αλία.
    Η εικόνα του χωριού που περιγράφει, είναι αυτή που είδα τότε σαν τουρίστας, αλλά και αυτή που μου έχει περιγράψει εδώ και χρόνια η Ελληνίδα κοπέλα από την Βόρεια Ήπειρο που εδώ 25 χρόνια μας φροντίζει το σπίτι και την θεωρώ πια σαν μέλος της οικογένειας μας.
    Σχετικά έχω γράψει :
    ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΠΡΙΝ 23 ΧΡΟΝΙΑ (1987)
    http://atheofobos2.blogspot.com/2010/11/23-1987.html

    Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ ΤΟ 1987
    http://atheofobos2.blogspot.com/2010/12/1987.html

  11. Γιάννης Κουβάτσος said

    6. Τζένγκο, να το γράψουμε σωστά το χρυσό κορίτσι.
    1,5: Γιατρέ, αυτό το τραγούδι εξηγεί πολλά για το φαινόμενο:

  12. Alexis said

    Καλημέρα.
    -Απλοποίηση του -ρν σε ρ: φούρνος-φούρος, περνάω-περάω κλπ., και
    -σαν+ονομαστική αντί για αιτιατική, π.χ. λάμπει σαν ο ήλιος
    Λέγονται και στην Ήπειρο…

  13. sarant said

    9 Σωστά!

    10 Επί Αλία είχες πάει βρε θηρίο;

    12 Α μπράβο

  14. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @11. Γιάννη, εἶσαι φοβερός! Ποῦ τό θυμήθηκες; (Πάντως ἐδῶ, πέρα ἀπό τήν μαγική φωνή τῆς Σοφίας τῶν Ἑλλήνων, περιγράφεται ἀπό τόν Τραϊφόρο ἕνα ὅχι τόσο σπάνιο φαινόμενο τῆς κοινωνίας μας- εἴτε εἶναι Στοχολμιαῖο, εἴτε ὄχι..)

  15. Γιάννης Κουβάτσος said

    14: Δεν το θυμήθηκα, γιατί είναι αξέχαστο τραγούδι. Με είχε εντυπωσιάσει και προβληματίσει μικρόν, όταν το πρωτοάκουσα και το θυμάμαι κάθε φορά που συναντάω αυτό το δυσεξήγητο φαινόμενο.

  16. Ανδρέας Τ said

    Καλημέρα. Πολύ όμορφο και ζωντανό. Χωρία παιδία κλπ υπάρχουν και στη μέσα λακωνική Μάνη.

  17. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @6. Νομίζω Γιάννη ὅτι τό ἔγραψες καί χθές αὐτό τό «μεταναστόπουλο» (ἤ κάτι τέτοιο) και θέλω νά σοῦ ἐπισημάνω ὅτι δέν εἶναι ἔτσι ΟΛΑ τά μεταναστόπουλα. (Μόλις χθές, περιμένοντας στήν Ἐγνατία γιά λεωφορεῖο, βρέθηκα μέ τρεῖς νέους, πιθανότατα Ἰρακινούς, πού φαίνεται πώς ζοῦσαν καιρό στήν Ἑλλάδα. Ἄν ἤσουν μαζί μου, θά εἶχα κοπιάσῃ νά σέ συγκρατήσω γιά νά μήν τούς πνίξῃς..).
    Ἡ Ἐλίνα ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ «μεταναστόπουλο» (ὅπως ἦταν κάποτε κάποιοι πρόγονοι ΟΛΩΝ μας..), γεννήθηκε καί μεγάλωσε στήν Ἑλλάδα, δέν ξεχωρίζει σέ τίποτε ἀπό μιά Ἑλληνίδα, τιμᾶ τή Ἑλλάδα καί ΘΕΛΕΙ (κυρίως αὐτό!) νά εἶναι Ἑλληνίδα. Καί γι αὐτό, εἶναι ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ Ἑλληνίδα..

  18. sarant said

    17 Όχι ότι δεν θα είχαν ανάλογη συμπεριφορά και ελληνόπουλα αναντάμ μπαμπαντάμ

    Θα λείψω για λίγες ωρες

  19. Γιάννης Κουβάτσος said

    17: Έχεις δίκιο καταρχήν, Γιώργο, αλλά πολύ φοβάμαι ότι, αν η Ελίνα δεν είχε γίνει γνωστή ως χρυσή πρωταθλήτρια αλλά ως μέλος συμμορίας κακοποιών, τότε δεν θα ήταν η Ελληνοπούλα μας αλλά η Αλβανίδα (λαθρο)μετανάστρια. Το ίδιο και οι Αντετοκούνμπο. Πρέπει να δεχόμαστε αυτά τα παιδιά, είτε έχουν γεννηθεί εδώ είτε όχι, και να τους προσφέρουμε ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης και μόρφωσης, γιατί τα περισσότερα δεν τις έχουν. Μένω σε γειτονιά μεταναστών, οι μαθητές μου εδώ και 26 χρόνια είναι μεταναστόπουλα και ξέρω καλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Μας συμφέρει στο κάτω-κάτω σαν κοινωνία να το κάνουμε αυτό, (και) αυτά τα παιδιά είναι το μέλλον της χώρας μας, όσο και αν αυτό δεν αρέσει σε πολλούς απευθείας απογόνους του Περικλή, του Λεωνίδα και του Μεγαλέξανδρου. (😊)

  20. Alexis said

    #1: Συγγνώμη, δεν κατάλαβα καλά αυτό που έγραψες για τον Ρίτσο.
    Έγινε στο θάνατο του Ρίτσου κανένας πανελλήνιος και «αυθόρμητος» λαϊκός θρήνος τύπου Κιμ Γιονγκ Ιλ;
    Ή εννοείς κάτι άλλο;

  21. ΓΤ said

    Από το ίδιο βιβλίο του Γκέζου ας δούμε και τον «Πέτρο».
    https://flip.metaixmio.gr/apospasmata/XATHHKE_BELONI/2/index.html

  22. Alexis said

    Έπρεπε να το γράψω στο προχθεσινό άρθρο, αλλά αυτό το «TZENGKO» δεν βγάζει μάτι;
    Δηλαδή πιστή μεταγραφή των ελληνικών γραμμάτων σε λατινικά, ένα προς ένα; Κι ας βγαίνουν τερατάκια; 🙂

  23. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @18. (Τώρα εἶδα τό σχόλιό σου, Νικοκύρη.. 🙂
    Καί βέβαια θά μποροῦσαν νά ἦταν στήν θέσι τους Ἕλληνες! Ἐκεῖνοι, ὅμως, (ἐπίσης γιά ξῦλο) θά ἦταν ἀληταράδες στήν πατρίδα τους. Αὐτοί πού συνάντησα χθές, πού βασίζονταν νά εἶναι προκλητικοί ἀληταράδες;

  24. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα. Ανθρώπινος και αληθινός ο Χρήστος Γκέζος [ ο οποίος προσθέτει στους λόγους για το βουρτσικό σύνδρομο της Τέτας(βλ.σχ.14) και το παράπονό της που δεν έζησε ο πατέρας της για να γλεντήσει και να χαρεί το ενβερικό τέλος:
    “Εγώ σκεβούμουνα και τον τάτα μου.
    Τι χαρές που θα είχε κάμει άμα ζούσε. Θα χόρευε και θα τραγούδαγε σο Κάσρο πάνω, να τον κούσει όλο το χωρίο.
    Αλλά είχε πεθάνει κείνος από χρόνια.
    Δεν ξέρω.
    Μπορεί και για τούτο να έκλαψα εγώ λίγο.”]
    Περαιτέρω, η (άκλαφτη ή κλαμένη) μετάβαση από το ολοκληρωτικό “Όλο δουλειά, ψωμί και μίσα.” στο ανθρωπινότερο “Απ’ όταν πέθανε κι ο Ενβέρης είχανε λασκάρει και καψίχα τα πράματα. Μποράγαμε να έχουμε πάλε δυο όρθες και πέντε πρόβατα.”, αναγνωρίζεται εντέλει σαφώς και από την αφηγήτρια ως κοινωνική αναβάθμιση. αποδεικνύοντας εν προκειμένω ότι όντως “χάθηκε βελόνι”- τυραννικό.

  25. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @20. https://sarantakos.wordpress.com/2019/03/10/stalin/

  26. ΓΤ said

  27. ΓΤ said

    Πέθανε ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς
    (Θρήνος στη ΝΔ)

  28. Alexis said

    #25: Α μάλιστα, για το ποίημα ήταν η αναφορά στον Ρίτσο…

  29. Georgios Bartzoudis said

    # Πολύ καλό το αφήγημα, και με λεξιλογικό ενδιαφέρον. Αρκετές λέξεις ή φράσεις που χρησιμοπιούμε και στη Μακεδονία:
    – Τέτα: Νομίζω ότι το χρησιμοποιεί ως όνομα, στα Μακεδονικά όμως έτσι λέμε τη θεία.
    – Τάτας βεβαίως ο πατέρας (και) Μακεδονιστί
    – Ζουλάπια: Ζ’λάπια λέμε Μακεδονιστί τα (μικρά) άγρια ζώα, μεταφορικά όμως και τα ζωηρά παιδάκια, τα κουτσούβελα.
    – Γιόμιζε με σύκα: Γιομίζω (αντί γεμίζω) λέμε Μακεδονιστί.
    – Όρθες, οι όρνιθες. Αρνίθες λέμε Μακεδονιστί
    – Για, εμείς…=ναι εμείς…, όπως και εν Μακεδονία
    – Θα μας ενώσουνε πιλά = …πλέον, πια. Πλιά (μονοσυλλάβως) λέμε Μακεδονιστί.
    – Αντρεπούμουν: Αντρέπουμαν, λέμε Μακεδονιστί

  30. rogerios said

    Όσον αφορά το παράπονο του Alexis για τις μεταγραφές γράμμα προς γράμμα από το ελληνικό στο λατινικό αλφάβητο, ας θυμηθούμε ότι με αυτόν τον τρόπο οι Αντετοκούνμπο φορτώθηκαν με 3 ψηφία επιπλέον κι από Adetokunbo έγιναν Antetokounmpo.

  31. Costas X said

    Ο «τάτας» (μπαμπάς) και το «μπονόρα» ή «αμπονόρα» (ενωρίς το πρωί, ιταλ.»buonora»), λεγόταν και στην Κέρκυρα, ίσως και σε άλλα Ιόνια νησιά.
    Επίσης μέχρι πρόσφατα και το παιδικό τραγουδάκι «τσίμπι-τσίμπι-τόλι, έχασα βελόνι, πάω να το βρω, χάθηκα κι εγώ».

  32. zgrisp said

    Εξαιρετικό! Ευχαριστώ Νικοκύρη μας!

  33. ΣΠ said

    22
    Ακόμα χειρότερο το NTRISMPIOTI.

    30
    Όχι όλοι
    https://www.sport24.gr/basket/ethniki-mpasket-giati-to-antetokoynmpo-grafetai-diaforetika-stis-faneles-gianni-thanasi-kai-kosta.9722687.html

  34. freierdenker said

    Ο θάνατος του Ενβέρ Χότζα δεν έφερε λαϊκή θλίψη, αλλά συλλογικό σοκ. Σε τέτοια ολοκληρωτικά καθεστώτα το πρόσωπο του δικτάτορα εμφυτεύεται στην καθημερινή ζωή, και η απώλεια του φέρνει ένα σοκ. Ακόμα και δικούς ανθρώπους όταν χάνουμε, συχνά πρώτα έρχεται το σοκ και μετά η θλίψη.

    Το κείμενο μου άρεσε πολύ, υπάρχει μια ποιητικότητα στο ιδίωμα, ή ίσως καλύτερα, στον τρόπο που το χειρίζεται ο συγγραφέας.

    Ίσως είναι άδικο να κρίνει κανείς το κείμενο σαν να ήταν αυτοτελές διήγημα, ενώ είναι μέρος κάτι ευρύτερου. Στο απόσπασμα πάντως έχουμε μια ακόμα επανάληψη (στον βαθμό που δεν το παρατηρούμε και εύκολα) του τύπου της μάνας που δεν υπάρχει έξω από τον ρόλο της ως μάνα, πλην ίσως του συνδεδεμένου ρόλου της συζύγου.

    Αυτό μπορεί να αλλάζει σε άλλα σημεία του βιβλίου, αλλά στο απόσπασμα η εικόνα της Τέτας είναι γκριζομαυρη. Ποιο είναι το αγαπημένο της φαγητό; Μας λέει μόνο για τα παγωτά και τα γαριδάκια των παιδιών. Ακούει μουσική, τι βλέπει στην τηλεόραση, τι ρούχα της αρέσει να φοράει; Υπάρχει μόνο μία αχτίδα που ρίχνει κάποιο φως στον άνθρωπο Τέτα, και ίσως όχι τυχαία αυτό είναι όταν θυμάται την ζωή της πριν κάνει οικογένεια.

  35. rogerios said

    @ΣΠ: Μιλ μερσί. Πολύ ωραίο. Άρα ο Κώστας ζήτησε τη στάνταρ μεταγραφή του νιγηριανού επωνύμου, απορρίπτοντας τη μεταγραφή με βάση το πρότυπο ΕΛΟΤ. Ο Ντόρσυ, ανυποψίαστος, την πάτησε κι έφαγε την… ελληνικούρα.

  36. Κωστής Ανετάκης said

    Τι ωραία αφήγηση, γλώσσα ζωντανή, προφορική γραφή, μου άρεσε ιδιαίτερα…

  37. leonicos said

    αμπονορα και στην Κύπρο

    έτσι για την επάνοδό μου

    όχι ότι δεν το ξέρατε

  38. spyridos said

    Καλημέρα
    Πολύ ωραίο ευχαριστούμε.
    Νόμιζα ότι ο Νικοκύρης έχει ξαναβάλει κάτι δικό του, αλλά μάλλον κάνω λάθος.

    33α
    Το NTRISMPIOTI είναι σωστό σύμφωνα με το ISO που χρησιμοποιούν στα διαβατήρια για το ντ και μπ.
    Και μένα δεν μου άρεσε αυτή η λατινογράφηση και το έγραψα αλλιώς τη δεκαετία του 80.
    Με αποτέλεσμα να είναι αλλιώς γραμμένος ο πατέρας μου, ο αδελφός μου κι εγώ.
    Με τρεις διαφορετικούς τρόπους.
    Και να παλεύω σε κάθε ανανέωση διαβατηρίου και ταυτότητας για να έχω ίδιο ονοματεπώνυμο με αυτό που αναγράφεται σε πτυχία και με τα έγγραφα της κόρης μου.

  39. Τι ωραίο! Μπράβο για την επιλογή – ευχαριστώ πολύ!
    Ένιωσα την Τέτα σαν δικό μου άνθρωπο, σαν να την άκουγα να μου τα λέει (έχω ακούσει παρόμοια αφήγηση με το ίδιο ιστορικό πλαίσιο με πολλές αναλογίες στις αντιδράσεις και τα συναισθήματα)
    Απλότητα, ειλικρίνεια και γνήσια συγκίνηση (χωρίς κανένα «βουρτσικό σύνδρομο»)

  40. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @31, 37 κλπ Αὐτό τό ὄμορφο ἰταλοβενετσιάνικο δάνειο πού ἐπιχωριάζει (καί ὡς λέξι τῆς καθημερινότητας, ἀλλά καί ὡς ἐπώνυμο) στά ἰδιώματα τῆς δυτικῆς Ἑλλάδας καί τῆς Κύπρου, χρησιμοποιήθηκε καί ἀπό τόν Μακρυγιάννη.

    https://sarantakos.wordpress.com/2019/08/30/makrygiannis/

  41. aerosol said

    #1
    Το κλάμα που δεν στήθηκε για τις κάμερες είναι και λαϊκό και γνήσιο -ιδεολογικό… δεν θα το έλεγα. Όταν χάνεται ο κόσμος που γνωρίζεις, στενοχωριέσαι και φοβάσαι για το άγνωστο μέλλον. Σε τέτοια καθεστώτα που ο κόσμος είναι περίκλειστος και ο ηγέτης μια πανταχού παρούσα πατρική φιγούρα, το να χάνεται η μόνη σταθερά μιας ολόκληρης ζωής είναι σοκαριστικό για πολλούς. Ακόμα κι αν αυτή η ζωή είναι μίζερη, σκληρή και δυσάρεστη. Αυτό δεν σημαίνει συνειδητή πίστη στο καθεστώς ή στην κυρίαρχη ιδεολογία. Θρηνεί κανείς το τέλος της μόνης πραγματικότητας που ξέρει.

  42. Χαρούλα said

    Τι ωραία έκπληξη! Όχι δεν τον ήξερα τον συγγραφέα. Συγχαρητήρια!
    Πολύ ενδιαφέρουσα φαίνεται και η πρόταση του ΓΤ(#21). Αργότερα που θα έχω χρόνο.

    Ωραία γραφή, απλή χωρίς φτιασίδια. Άλλωστε και οι διαφορές στην γλώσσα δεν επιτρέπουν πολλές δηθενιές. Μια γλώσσα όμως που δεν με δυσκόλεψε. Πολλές άγνωστες λέξεις, αλλά οι περισσότερες κατανοητές στην ανάγνωση.

    Για μένα όμως είναι νέος τόπος και η καθημερινότητα των Βορειοηπειρωτών. Όσο κι αν ακούγεται παράξενο δεν ξέρω κάποιον(πλην των αθλητών). Πόσο κοντά είναι στην γλώσσα και στην νοοτροπία με τους παπούδες μας;! Από τους Αλβανούς που γνώρισα έβλεπα την ότι έχουν αντιλήψεις του 60, αλλά με ξένη νοοτροπία. Εδώ μου φάνηκε ιστορία σε ένα ελληνικό χωριό, τότε που όλοι ξεκινούσαν για ένα καλύτερο αύριο.

    Είναι από τους μετανάστες(οι έντιμοι τους βέβαια), που κυνηγούν την μόρφωση. Παλεύουν να σπουδάσουν τα παιδιά τους. Τα οποία προσπαθούν αγχωμένα να ανταποκριθούν σ´αυτό, και παράλληλα να βγάλουν από πάνω τους τις προκαταλήψεις. Ζουν με ραντάρ ανοιχτά να μην τους …την φέρουν. Ελπίζω κάποια στιγμή να νοιώσουν ασφαλή.

  43. 23 Τι λογική είναι αυτή; Ο ξένος αρμόζει να βαδίζει με το κεφάλι σκυφτό, γιατί του κάνουμε χάρη; Δηλαδή οι τύποι στο Μυλοπόταμο που μόνο που δεν σκότωσαν την οικογένεια των Γερμανών έχει διαφορά που ήταν στον τόπο τους; Να τους πάρουμε την ιθαγένεια τότε, να λήξει η ιστορία.

    Πολύ ωραίο το κείμενο, παρεμπιπτόντως.

  44. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @41. Τό ὅτι δέν στήθηκε γιά τίς κάμερες, δέν τό καθιστᾶ αὐτοδικαίως γνήσιο. (Ἡ γνησιότητα στά ἀνθρώπινα εἶναι μιά τρισεύγενη ἰδιότητα πού νομίζω πώς πρέπει νά τήν διαφυλάσσουμε γιά ἄλλες χρήσεις :). Ἐκεῖνο τό κλάμα γιά ἕναν δικτάτορα πού παίδεψε ἰδιαίτερα τούς Βορειοηπειρῶτες -πέραν αὐτῶν πού ἔγραψα στό (5)- φαίνεται πιό πολύ νά μοιάζει μέ τά μεταδοτικά χασμουρητά. Χασμουριοῦνται καί ἐκεῖνοι πού δέν νυστάζουν! 🙂
    Παρ’ ὅλην αὐτή τήν ἀντιλογία μου, θεωρῶ τό περιεχόμενο τοῦ σχολίου σου βάσιμο.

  45. Alexis said

    Μου άρεσε το κείμενο και το γεγονός ότι είναι γραμμένο σε ιδιωματική γλώσσα το κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον και γοητευτικό για μένα.
    Ωστόσο δεν μπορώ να κρίνω τον συγγραφέα από ένα απόσπασμα. Καλό το δείγμα αλλά λίγο για να έχω άποψη.

  46. Γιάννης Κουβάτσος said

    Είναι βάσιμες οι απόψεις του Frei και του Aerosol. Για πολλούς λόγους συμμετέχουν οι υπήκοοι (όχι πολίτες, βέβαια) στο πένθος για τον θάνατο ενός δικτάτορα, ο οποίος, μέσω της συστηματικής προπαγάνδας και τρομοκρατίας έχει εγκαθιδρυσει προσωποπαγές καθεστώς. Γνήσια αγάπη, σοκ και ανασφάλεια για το μέλλον, φόβος εξαιτίας των απανταχού παρόντων χαφιέδων που μετράνε δάκρυα, σύνδρομο Στοκχόλμης, πολλές οι αιτίες, ως συνήθως. Θυμάμαι μια φίλη, που έβαλε τα κλάματα, όταν πέθανε ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ξαφνιάστηκα γιατί αυτή ήταν (και είναι) βαμμένη δεξιά. «Τι κλαις, παιδί μου; Εσύ τον έβριζες από το πρωί μέχρι το βράδυ» της λέω. «Ναι» μου λέει, «αλλά ήταν σημαντική προσωπικότητα, ήταν ο Ανδρέας, ήταν μια σταθερά για τη χώρα. Τι θα γίνει από δω και πέρα χωρίς αυτόν;». Δεν βρήκα τι να απαντήσω, αλλά συνειδητοποίησα πως το να προσπαθείς να καταλάβεις τα πολιτικά θέματα χωρίς τη συνδρομή της ψυχολογίας είναι ματαιοπονία. Το άλογο μέρος κάνει κουμάντο, όχι το λογικό.

  47. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @46. Ἔτσι εἶναι, Γιάννη. Μᾶς κατευθύνουν κυρίως τά ἄλογά μέρη τῆς ψυχῆς μας! 🙂

  48. # 27

    Ωχ, της κλάσης μου… κάποτε παίζαμε μαζί ποδόσφαιρο με μια μικρή μπαλίτσα, τα βραδάκια στην πλατεία Κυψέλης

    Δεν με ενθουσίασε το κείμενο.

  49. SearchPeloponnese said

    «Ενβέρης»

    Πάντα χαίρομαι την άνεση των εκτός Ελλάδας να εξελληνίζουν τα ξένα ονόματα. Σε αντίθεση με μας τους ιθαγενείς που τα… ξαναξενίζουμε…

    ———————————

    Πλεοναστικός προσδιορισμός του αντικειμένου:

    «Γι’ αυτό τον εκάμαμε τον Αλέξανδρο…»
    «Και τι θα τον κάμουμε τον τάτα;»
    » Δεν τη βασάς εύκολα τη φτώχεια…»
    «Πώς να τα μεγαλώσεις έξι τέκινα…»
    «Είχαμε να πούμε τίποτις που να μη μας κάμει μαύρη την καρδία;» Θα μπορούσε και εδώ. Αλλά είπαμε, οι κανόνες δεν είναι χωροφύλακες.
    «Εγώ το είχα πατήσει ποδάρι να κατεβούμε σην Ελλάδα.» Ακόμα κι εδώ!

  50. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τον συγγραφέα τον άκουσα προσκαλεσμένο Στο Κοκκινο ράδιο και, όνομα μόνο, στις βραβεύσεις ως πρωτοεμφανιζόμενο .
    Περίεργο,νόμισα κι εδώ κάπου τον είχαμε ήδη αναφέρει;

    «Ο Γκέζος εντυπωσιάζει όχι μόνο με τη δεινή αφηγηματική του ικανότητα, καθώς περνάει με άνεση από ύφος σε ύφος, αλλά, κυρίως, με τον σπαραγμό, τη βαθιά ευαισθησία και την πίστη του στη θαυματουργή δύναμη της γλώσσας.»
    https://www.avgi.gr/tehnes/396102_synnefo-stin-plati

    Στην ποίησή του, πάλι η γλώσσα είναι η τελευταία δύναμη στον αδιέξοδο πόνο της ύπαρξης
    https://diastixo.gr/kritikes/poihsh/6669-anekplirwtoi-fovoi-melani

  51. 43
    >>Τι λογική είναι αυτή;
    Δύσοσμη…
    (Για περισσότερα βλ. σχόλιο 47 :))

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Κατ
    Και ο Πετρούνιας χρυσό. Το χαρήκαμε πριν λίγο σε ζωντανή μετάδοση
    Πολύ ωραία γραφή. Απ΄αυτές που ζηλεύω. Είναι και πολύ νέος. Μπράβο του.
    Εκτός από το μίσα, την καρμαντάρα και το μπλαρί (που νόμιζα …μουλάρι), τα υπόλοιπα τα έπιασα εύκολα. Άσχετα κι αν είναι αρκετά διαφορετικό το (βορειο)ηπειρωτικό ιδίωμα που γράφει ο Σωτήρης Δημητρίου, μ΄εξοικείωσε με τη ροή αυτής της ελληνικής ντοπιολαλιάς. Πότε κόβονται και πότε προστίθενται ή και αλλάζουν α σύμφωνα, αλλά κάπου η κοίτη είναι κοινή. (Έχω βέβαια και ακούσματα…)

    16 >> Χωρία παιδία κλπ υπάρχουν και στη μέσα λακωνική Μάνη.
    «Το συγκεκριμένο ιδίωμα συγγενεύει με τα ιδιώματα της Νότιας Ελλάδας. Όταν μεταναστεύσαμε στη Σκάλα Λακωνίας, πολλές φορές μας περνούσαν για Μανιάτες στην αρχή»
    https://www.oneman.gr/synentefxeis/o-xristos-armanto-gkezos-den-exei-kanena-logo-na-nostalgei-ta-90s-tou-pasok/

  53. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    51,43, Διαολίστηκα κι εγώ με την άποψη αλλά αυτή (εξακολουθεί να) είναι η (απεχθής) δεξιά αντίληψη για τον άλλον. Ιδιοκτησία ρπστ μου σε ΟΛΑ! Η γη μου, η χώρα μου, τα φατά μου… Ο «άλλος», ο ξένος, ο άγνωστος, είναι στου ντουφεκιού την κάννη.

  54. ΣΠ said

    49
    Δεν είναι πλεονασμός. Αλλού είναι η έμφαση όταν λες «τον είδα τον Γιώργο» και αλλού όταν λες «είδα τον Γιώργο».

  55. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    53 +
    Ρε κακομοίρηδες, «παιδιά του χρόνου είμαστε όλοι», καθώς το λέει ο συγγραφέας ποιητής Χρήστος Αρμάντο Γκέζος
    https://ennepe-moussa.gr/%CF%83%CF%84%CE%B1-%CE%B2%CE%B1%CE%B8%CE%B9%CE%AC/%CE%B5%CF%86%CF%84%CE%AC-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%BF-%CE%B3%CE%BA%CE%B5%CE%B6%CE%BF%CF%82

  56. aerosol said

    #44
    Μπορεί να μας μπερδεύουν οι λέξεις. Νομίζω πολύ λίγοι θρήνησαν τον Χότζα ως άνθρωπο και αγαπητή φιγούρα, οπότε δεν μιλάμε για γνήσια αγάπη προς αυτόν. Αλλά είναι γνήσια η θλίψη για την αλλαγή εποχής και κατάστασης και για τον χαμό του Χότζα ως πυλώνα ενός ολόκληρου κόσμου. Οπότε λέω γνήσια την θλίψη τους για τον θάνατό του, ακόμα κι αν δεν προκύπτει από εκτίμηση. Ιδρυματοποιούμαστε ευκολότερα απ’ όσο νομίζουμε.

  57. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ναι, γιατρέ μου, ούτε εγώ καταλαβαίνω τι θα πει ότι κάποιοι είναι μεν αληταράδες, αλλά τουλάχιστον κάνουν τις αλητείες τους στη χώρα τους. Από τη στιγμή που η χώρα δέχεται μετανάστες, δεν μπορούμε να απαιτούμε από αυτούς καλύτερη συμπεριφορά από τη συμπεριφορά των ημεδαπών, επειδή είναι «ξένοι». Ή έχουμε ισονομία ή δεν εχουμε. Άλλο μπορούμε και πρέπει να απαιτήσουμε: να μη μεταφέρουν εδώ ήθη και άγραφους νόμους που έρχονται σε αντίθεση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Δεν μπορεί να γίνεται ανεκτό σε ευρωπαϊκό έδαφος το σύστημα π.χ. των καστών.

  58. sarant said

    Ευχαριστώ πολύ για τα νεότερα σχόλια!

    34 Εύστοχη παρατήρηση. Η Τέτα εξελίσσεται στη συνέχεια της αφήγησης

    38 Καλώστον!

    52 Ωραίο αυτό με τους Μανιάτες.
    Το μπλαρί είναι δηλαδή αυτό που λένε στην Κοζάνη μπουχαρί

  59. SearchPeloponnese said

    54.
    ;;;;;;;;;;;;;;;

    Ο «πλεοναστικός προσδιορισμός του αντικειμένου» είναι συντακτικό φαινόμενο.
    https://en.wikipedia.org/wiki/Balkan_sprachbund#Clitic_pronouns
    Δεν έχει να κάνει έμφαση σε καμιά περίπτωση.

  60. SearchPeloponnese said

    Δες και https://sarantakos.wordpress.com/2022/08/20/meze-546/#comment-829391

  61. ΣΠ said

    59
    Στο λινκ που έβαλες δεν την σημείωση κάτω από τον πίνακα
    Note: The neutral case in normal (SVO) word order is without a clitic: «Гледам Георги.» However, the form with an additional clitic pronoun is also perfectly normal and can be used for emphasis: «Гледам го Георги.»

  62. SearchPeloponnese said

    ΟΚ, πλεονασμός και έμφαση είναι.
    (Δεν θα κάτσω να παίζω πάλι την κολοκυθιά.)

  63. ΣΠ said

  64. Τι ωραία, ο Ενβέρης, ο Φατίχης, η Ναϊρόμπη και άλλες εξελληνισμένες λέξεις που τις αποδίδουν έτσι όμορφα οι κατά τόπους Έλληνες και που η Αθήνα δυστυχώς δεν τις δέχεται.

  65. >>Τα πέθαινε τα γαριδάκια και τις τσοκουλάτες. Τα αδρέφια του τον είχανε για παιγνίδι, τον φουλάγανε και τον μαλάζανε όλη την ώρα. Του ρουφάγανε τα μάγλα.

    Σαν να ακούω πρεβεζάνικα [Σαν ν ακού πριβζάννκα]:
    Τα πέθινε τα γαρδάκια και τς τσουκουλάτις. Τα αδρέφια τ τουν είχανι για πιγνίδ, τον φύλαγαν και τουν μάλαζαν όλλ ν ώρα. Τ ρούφαγαν τα μάγλα.
    _________________
    [πριβζάννκα: -νν- για ουρανικό -ν-, φωνητικά ΙΡΑ /ɲ/]
    όλλ: -λλ- για ουρανικό -λ-, φωνητικά ΙΡΑ /ʎ/].

  66. sarant said

    64-5 Γεια σου Γιάννη!

  67. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    58τέλος
    Μπουχαρί ε; δεν πήγε ο νους, ενώ το ξέρω καλά (και) από τη Θεσσαλία.
    Εδώ (σε παμπάλαιο νήμα) δεν αναφέρθηκε αλλά κι ένας άλλος συνεπώνυμος χειμαριώτης, αν είναι «γνήσιος», το λέει τζάκι. Απλώς για την καταγραφή,μιας και πέτυχα το μπουχαρί-από το ΄11,στο ιστολόγιο.
    https://sarantakos.wordpress.com/2011/06/09/buhari/#comment-796068

    >>Δρεπένι
    εν πρώτοις θα πήγαινε ο νους μου στο Τεπελένι ξερωγώ (ομοιοκατάληκτο), αλβανικά:Tepelena, τουρκικά:Tepedelen λόφος της Ελένης – βλέπω- να γράψω παρεμπιφτού την ετυμολογία που μ΄άρεσε 🙂

  68. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    67 διόρθωση, Χιμαριώτης

  69. sarant said

    67 Δεν ήξερα την ετυμολογία του Τεπελενιού!

  70. Τότης said

    Υπάρχει θέμα αρμοδιότητάς σας με την Ελίνα. Στα αλβανικά το ονοματεπώνυμό της είναι Elina Zhengo, που προφέρεται ζ παχύ. Το ταύ δεν έχει καμία θέση, προήλθε από λάθος του έλληνα καταγραφέα όταν γεννήθηκε

  71. sarant said

    70 Ευχαριστώ πολύ και συγγνώμη που το μήνυμα κρατήθηκε, αφού ήταν το πρώτο σας.

  72. sarant said

    Και κάτι άλλο πυο δεν ήξερα, με ενημερώνουν από το Τουίτερ ότι το λεκ είναι από τον Μεγαλέξαντρο, ο οποίος στα αλβανικά λέγεται Leka i Madh.

  73. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @70. Πατριδωνυμικό πού μᾶς θυμίζει αὐτόν τόν χασάπη 🙂

    https://www.academia.edu/44736720/%CE%98%CE%B5%CF%8C%CE%B4%CF%89%CF%81%CE%BF%CF%82_%CE%96%CE%AD%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%82_%CE%BF_%CE%88%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B1%CF%82_%CE%9D%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%B9_%CE%93%CE%B9%CE%B5%CE%B6%CF%8C%CF%86

  74. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @57. Γιάννη, συζητᾶμε ἄλλη φορά. Αὐτήν τήν μπόχα ἀπό τίς Φουκαροποῦλες δέν τήν ἀντέχω..

  75. freierdenker said

    58, καλό ότι στην συνέχεια η Τέτα εξελίσσεται.

    Ισχύει ότι ο καλός γονιός βάζει τις ανάγκες ή και τις επιθυμίες των παιδιών του πάνω από τις δικές του. Αλλά αν σβήσεις από την αφήγηση τις ανάγκες/επιθυμίες του γονιού, τότε το «τα παιδιά πάνω από όλα τα άλλα» που προσπαθείς να πεις μπορεί να σου βγει «τα παιδιά πάνω από το τίποτα, το κενό», διότι το άλλο δεν υπάρχει.

    Είναι νομίζω μια παγίδα ρηχότητας που πιο ερασιτέχνες συγγραφείς πέφτουν συχνά μέσα. Ίσως είναι και η μεγάλη επιρροή στο θέμα αυτό της παιδικής λογοτεχνίας, η οποία με μια έννοια πρέπει να είναι ρηχή.

  76. 74 Λίγη ντροπή, γιατρέ, λίγη ντροπή!

  77. Γιάννης Κουβάτσος said

    «Όχι, είναι κάτι που συμβαίνει εδώ»
    Λεβέντες που κάνουν ό,τι γουστάρουν στον τόπο τους…
    https://menshouse.gr/epikerotita/160528/zitima-timis-i-agria-katadioxi-ton-germanon-stin-kriti

  78. Alexis said

    Η απρέπεια του σχολίου 74 επιβεβαιώνει δυστυχώς πανηγυρικά το #51.
    Δυσοσμία χυδαιότητας και σεξισμού…

  79. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    78, >>Η απρέπεια του σχολίου…
    Με ψιλές και με *περισπωμένες όμως, κυριλέ, της υψίστης αρχοντίας και εκλεκτικότητος !

    *έλξη, όπως προϊσταμένες-που λέγαμε προ ημερών για τον τόνο 🙂

    75, Αλλά αν σβήσεις από την αφήγηση τις ανάγκες/ επιθυμίες του γονιού, τότε…
    Τί εννοείτε, στ΄αλήθεια μ΄ενδιαφέρει. Δεν μπορεί να αποτελεί αυτό(η απουσία του) υλικό αφήγησης; Εννοείτε ότι είναι «πιασάρικο» να ορίζονται οι γονεϊκές επιθυμίες ως δραματουργικές ράγες αλλά απ΄την άλλη κινδυνεύει να υποπέσει σε ρηχότητα ο λογοτέχνης αν λείπουν;

  80. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    2 Κίγκε >>Η Γκένα θα είναι Ευγενία
    Όι, Ιωάννα 🙂

  81. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    64 >>Τι ωραία, ο Ενβέρης, ο Φατίχης, η Ναϊρόμπη
    Πράγματι! και Νασραντίνης , πού ποια ιστορία είναι αυτή που πάλευε με ένα καπέλο να πιάσει ένα χελι­δόνι κλπ;

    Ο Αρμάντο/Αρμάνδος είναι από τ΄άρματα, ο πολεμικός;
    Και γκουγκλάρω, ναι , γερμανικό λέει, ο άνθρωπος του πολέμου.

  82. Αγγελος said

    Αλλά άσχετο με τα άρματα, μάλλον Heer+Mann.
    Κι ο Δελλαπατρίδης Αρμάνδος δεν λεγόταν;

  83. sarant said

    81 Δεν την ξέρω

    82 Ναι!

  84. MA said

    Καλησπέρα, τι ωραίο κείμενο! Και παρ όλο το ιδίωμα και με τη βοήθεια βέβαια του Νικοκύρη το χάρηκα. Ευχαριστώ!

    Για τα λέκια δεν μου χρειάστηκε η επεξήγηση 😊 — λεκ δεν είναι το εθνικό νόμισμα της Αλβανίας;

    Και ξαναθυμήθηκα τον Ουρανό απ άλλους τόπους του Σωτήρη Δημητρίου. Ιδίωμα στριφνό και δεν έχω ακούσματα (Έφη μ ακούς; Δεν το ξανάπιασα το βιβλίο, το αφήνω για τον χειμώνα)

    Όσο για τον θρήνο, νομίζω ότι στην Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα η Ζέη περιγράφει τη θλίψη του αριστερού κόσμου για τον θάνατο του Στάλιν. Και δεν ήταν στημένο, τον έκλαψαν όντως.

    Εύα, Έφη, συμφωνώ με την αντίδρασή σας και προσυπογράφω τα σχόλιά σας για τη δυσώδη δεξιά αντιμετώπιση του Άλλου, του Ξένου.

    Φουκαροπούλες, κύριε Κατσέα; Μπορείτε να προσθέσετε και μένα στον υποτιμητικό χαρακτηρισμό που χρησιμοποιήσατε, αλλά δεν με(μας) υποτιμάτε!

  85. ΓΤ said

    Σχετικά με τις «Φουκαροπούλες», φαίνεται ότι διαβάζει Καζαντζάκη και η Μαριάννα Πυργιώτη (Ινστιτούτο Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής)

    Απ’ τον καπετάν Μιχάλη στο χάλι…

  86. GeoKar said

    Πολύ ωραίο το απόσπασμα κ ακομη καλύτερη η άμεση, σχεδόν προφορική / αφηγηματική γραφή. Σχετικές ιστορίες πολλές, αλλά θυμάμαι πάντα τον Πύρρο Δήμα να αφηγείται πως, πριν γίνει γνωστός ολυμπιονίκης, ειχε πάντα τα χέρια στην τσέπη στα ΜΜΜ…

  87. freierdenker said

    Το λέκια ακούγεται νομίζω λιγάκι σαν το σέντσια. Με αυτήν την ετυμολογία, θα μπορούσαν να τα λένε και τ’ Αλέκια.

    Μια άλλη δύσκολη λέξη που όμως την περνάει ο συγγραφέας είναι ο Γκούστης. Δεν ενσωματώνεται εύκολα στα κανονικά Ελληνικά, δεν θα λέγαμε οι ήσυχες μέρες του Γκούστη, ή οι καυτές νύχτες του Γκούστη.

    Δηλαδή, είναι από την μια το εργαλείο, εδώ το ιδίωμα, και από την άλλη ο μάστορας που το χειρίζεται.

  88. 55.
    τι ωραία και τα ποιήματα (ειδικά Το τέλος του κόσμου)!
    Ευχαριστώ, Έφη!
    (Του ΓΤ δεν το διάβασα ακόμα)
    34, 58α
    Δεν κατάλαβα την παρατήρηση – δεν βρίσκω καθόλου ελλιπή τον χαρακτήρα της Τέτας. Αντιθέτως, στη σκέψη μου πήρε σάρκα και οστά αμέσως, για να επικεντρωθώ στα στοιχειώδη/ουσιώδη: το βίωμα, ατόφιο, χωρίς «θόρυβο» στη συγκεκριμένη στιγμή (ανεξάρτητα από την εξέλιξη).
    («Γι’ αυτό τον εκάμαμε τον Αλέξανδρο, λέγω τώρα με το νου μου. Μας είχε πιάσει το μαράζι τόσα χρόνια. […]Όλο δουλειά, ψωμί και μίσα.Η ισκέα τον Γκούστη γιόμιζε με σύκα. Ψένα­με τις πίτες μας σον πέτρινο τον φούρο.[…]Ση μούγγα είχαμε μάθει όλοι. Και τι να λέγαμε; Είχαμε να πούμε τίποτις που να μη μας κάμει μαύρη την καρδία;» Τι άλλο να ζητήσει κανείς για να γίνει αληθινή αυτή η γυναίκα;)
    78, 79, 84
    Δεν πειράζει, αφήστε να ακουστεί (και πάλι) ο κρότος από την κατάρρευση του εύθραυστου προσωπείου ευπρέπειας και κομψότητας (κι εγώ την πάτησα κάποια στιγμή και την πίστεψα!) του «ευπατρίδη», του εκφυλισμένου Δον Κιχώτη, που εισβάλλει σε κάθε νήμα για να κατακεραυνώσει τους «σταλινικούς». Τουλάχιστον, ο άλλος, ανάμεσα στα τσιπροξεπουλήματα, πετάει και κανα λεξιλογικό σχόλιο – τούτος εδώ (τουλάχιστον τον τελευταίο καιρό) μπαίνει ίσα-ίσα για να εκτονώσει τα πολιτικά του απωθημένα!

  89. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    77 >>Λεβέντες που κάνουν ό,τι γουστάρουν στον τόπο τους…
    Μα την μΠαναγία δηλαδή, τί διάολο! Πρέπει να τιμωρηθούν υποδειγματικά και άμεσα, αυτά τα κοθώνια! Αναρωτιέμαι κυκλοφορούν ελεύθεροι; Αλλά εκεί κάτω τέτοιες (και άλλες) λεβεντολαμακίες, φοβάμαι ότι ακόμη έχουν πέραση σε κάποιους-ντροπές του νησιού. Το χουμε με τις μεγάλες αντιφάσεις…

    85,Έξοχα! Ναι! κολπάκια της πεντάρας*. Με το κεφαλαίο (και την περισπωμένη) θα είναι σικ και διανοουμενέ η απαξίωση. (Χριστέ μου τί ντεκαντάνς -με ύφος Ντένης Μαρκορά.)
    Ρε δεν πα να θειαφίσουν καμιά ντοματιά 🙂
    ΓΤ, Είσαι ένας θεός της Κυψέλης 🙂 (Παραστέκεις τις Παναγίες των Πατησίων)
    * αν με πατήσει ο κρητικός διάολος στην κοιλιά, κι επειδή εδώ λεξιλογούμε, χμ , να γράψω μερικές λέξεις απ΄το νησί όπως κατσοπρίνι, κατσαντράκι, κατσάλουπα, κουίζ για το τι σημαίνουν.

  90. Γιάννης Κουβάτσος said

    Εντάξει τώρα, ήταν μια κακή στιγμή για τον γιατρό (ο αναμάρτητος πρώτος κλπ), αλλά μην τον βάλουμε και στο ίδιο τσουβάλι με τα τρόλια και τους γραφικούς. Και αν κατακεραυνώνει τους σταλινικούς (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και δικαίωμά του είναι και εντός του πλαισίου του πολιτικού διαλόγου. Υποθέτω ότι δεν συχνάζουμε σ’ αυτό το ιστολόγιο, επειδή μας αρέσει η ομοφωνία.

  91. ΓΤ said

    @90 Δάσκαλος Θ13

    «Υποθέτω ότι δεν συχνάζουμε σ’ αυτό το ιστολόγιο, επειδή μας αρέσει η ομοφωνία».

    Εγώ πάντως συχνάζω επειδή γίνεται της πουτάνας 🙂

  92. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    88 Εύα, ναι (και) τα ποιήματά του είναι αγρίως όμορφα (που ΄λεγε και μια άλλη ποιητική ύπαρξη).
    Στους μακόνες φίλους σημειώνεται μια εντεινόμενη νευρικότητα. Κάτι οι επισυνδέσεις, το στραπάτσο στον Έβρο, η ΔΕΗ- (Διάολε Ενα ευρώ Ήφταξε), κάτι η παρατασιακή κατάσταση, τρύπησαν τη φούσκα με το δηλητήριο. Κρίμα. Όλοι (μπορούν να) έχουν κάτι πιο φωτεινό να εισφέρουν.

    90
    Άλλη μια κακή στιγμή.
    Εν τούτοις, όταν, αν, φτιάξουν τα πράματα (κορονιοί κλπ) κ βρεθώ στα Γιαννιτσά θα μπω χωρίς άδεια στον μπαξέ του κι ας με πυροβολήσει 🙂

  93. Γιάννης Κουβάτσος said

    91:Καταλαβαινόμαστε,ρε φίλε… 😊👍

  94. Γιάννης Κουβάτσος said

    92:Πάρε πολλές άδειες σακούλες μαζί, γιατί ο γιατρός μού φαίνεται κιμπάρης. 😊

  95. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    91, ΄Σαι θεός, άμα σου λέω! Τράνταξε το χαγιάτι από τα γέλια μου, την ώρα που αντιλαλεί και φοβερίζει ο Μαλεβός με κουφοβροντές,να φέρει καταιγίδα; Μακάρι!

  96. Πολύ ωραίο και το απόσπασμα στο λινκ του ΓΤ !(σχόλιο 21). Είναι βέβαια πολύ διαφορετικό (πιο συμβατικό, με ολοκληρωμένη αφήγηση), αλλά το απόσπασμα με την ελλειπτική αφήγηση της Τέτας έχει άλλη γοητεία! Ενδιαφέρουσα και η ίδια η εναλλαγή στον τρόπο γραφής. Γενικά, το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί ολόκληρο, καθώς φαίνεται…

  97. 91.
    Άτιμε ΓΤ, το ήξερα ότι τα απολαμβάνεις όλα αυτά σαν τους κορσικανούς του Αστερίξ από μια γωνιά, μέχρι να ευαρεστηθείς να κάνεις τα μαγικά (συγγραφικά) σου κόλπα!🙂

  98. 90.
    Καλά, και η «μονοκαλλιέργεια» αυτή στα σχόλια, αλλά και το ήθος της διαφωνίας δεν παίζει ρόλο; Εσύ (ακόμη και όταν συμφωνείς μαζί του) το ίδιο κάνεις; (ρητορική ερώτηση)
    Φοβάμαι ότι είναι δύσκολο να ρετουσάρεις τέτοιο στραβοπάτημα (αλλά μπράβο για τις απαντήσεις που του έδωσες)

  99. Γιάννης Κουβάτσος said

    98:Ακριβώς, του έδωσα απαντήσεις, δεν τον απαξίωσα, επειδή διαφωνώ μαζί του σε αρκετά πολιτικοκοινωνικά θέματα. Αν εξαιρέσουμε 3-4 εδώ μέσα, που δεν τους αντέχω λόγω του ύφους τους (συνήθως ειρωνικό και εριστικό), με όλους τους άλλους μπορώ να κουβεντιάσω, έστω κι αν βρισκόμαστε πολιτικά στους αντίποδες.

  100. 99.
    Μα αυτός δεν κάνει άλλο από το να απαξιώνει! ‘Οχι εσένα, βέβαια, (τον βασικό συνομιλητή του), αλλά τους άλλους (με ιδιαίτερη προτίμηση στις γυναίκες, μάλιστα)
    Τέλος πάντων, δεν επιμένω, Γιάννη, ξέρω ότι καταλαβαίνεις τι λέω…

  101. 98. 99
    >>Εσύ (ακόμη και όταν συμφωνείς μαζί του) το ίδιο κάνεις;
    Συγγνώμη, κακοδιατυπωμένη πρόταση. ‘Ετσι εξηγείται
    και η απάντησή σου. (Αν κάνεις το ίδιο απέναντι στους άλλους με τους οποίους διαφωνείς, εννοούσα).

  102. Alexis said

    #99: Γιάννη κανείς δεν τον απαξίωσε επειδή διαφωνεί μαζί του πολιτικά.
    Όσα γράφτηκαν αφορούν τη χυδαιότητα του σχολίου 74 και μόνον.

  103. ΓΤ said

    @97

    😉

  104. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    84, MA γεια σου!
    Έχει δυσκολία ο Σ.Δ. Όχι τόσο στις λέξει αλλά στον ελλειπτικό λόγο. Στη φυσική λαλιά/αφήγησή του (μιλάει μια γυναίκα σχεδόν 100 ετών) κομπιάζεις σε πολλές αποστροφές να παρακολουθήσεις σε ποιον αναφέρεται κι αν αναφέρεται θετικά ή αρνητικά,αλλά αυτή είναι και η μαστοριά διότι πείθει ότι δεν είναι επιτήδευση του γράφοντα μα καθαυτού ο τρόπος ομιλίας των τοτινών. Σε υποχρεώνει να έχει τεταμένες τις κεραίες καθώς μνημονεύει η μπαμπω αυτή όλους, ξένους κι εδικούς και τους στολίζει ανάλογα, δεν χαρίζεται καν στον πατέρα και τη μάνα της. Βασανισμένες γυναίκες και θάνατοι παρελαύνουν, Ήπειρο και Γερμανία μέσα στα χρόνια αλλά η γλώσσα και η πειστική δομή είναι το βαρύ πυροβολικό του Σ.Δ. Δεν λείπει διόλου και το χιούμορ. Βγάζει γέλιο τακτικά. Με τρομαριστερό φρόνημα η Αλέξω, λέει και για τον εμφύλιο (τους βρικολάκους τους αντάρτες) κοροϊδεύοντας πικρανάλατα κάπως και τις συχωριανές μαχήτριες και ζει με διαρκή κομμουνιστοφοβία «θαλα ρθουν πίσω. Όπως κι έρθαν, με τον Αντρίγια » σελ 408 🙂
    «Φυτεύει» ιστορίες με ζώα, μιάμιση αράδα γράφει, και δακρύζεις: » …το έρημο (πήγε κακοθάνατο-το έχει πει αλλού) το γομάρι της Λένης με την Ούντρα είχ΄ έρθει από την Αμερική. Το παλικαρόπλο (έχει αλλού πει πόσο πολύ βάρος άντεχε να μεταφέρει). Τόηθελε (τ΄αγαπούσε)πολύ η Λένη, ας ήταν πόνερο (πονηρό-έχει πει αλλού πώς κατάφερνε κι έτρωε το ψωμί από τον ντορβά χωρίς να το πάρουν χαμπάρι). Έρθε στην ξενιτιά, ήλεγε 😦 . σελ.413
    «Έρθαν τα γομάρια της Αμερική εδώ, έλεγε ο Μήτση Μάνος, κι εμείς τους στείλαμαν τα δικά μας. »
    Όπως κατάλαβες, το έφερα μαζί μου το βιβλίο. Τέτοιο αργό διάβασμα, απολαυστικό όμως του κάνω.
    Άσε που ξαφνικά μεταφέρει ιστορίες ως εδώ, στην Πελοπόννησο, στο Κοπανάκι για καλατζήδες φερμένους από την Πόβλα που τους κάλεσε ο πρόεδρος-πατέρας της, ν΄ανέβουν να γραφτούν να πάρουν τη βοήθεια της Ούντρας. 🙂

    Γράφω για το βιβλίο του Σ.Δημητρίου, με αφορμή το βιβλίο του Γκέζου αλλά δε νιώθω ότι ξεφεύγω. Είδα ότι και ο ίδιος αναφέρει την επιρροή τού Σ.Δ. μεταξύ των άλλων διαβασμάτων του. Εξάλλου είναι όμοροι οι τόποι/και οι άνθρωποί τους.

  105. Γιάννης Κουβάτσος said

    Προφανώς και δεν ξεφεύγεις, Έφη : ο Δημητρίου με το «Ντιάλιθ’ιμ’ Χριστακη» και με το «Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου» είναι «ιδρυτής» της σχολής της ντοπιολαλιάς στην ελληνική λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών. Βαλτινός, Μακριδάκης, Παπαμάρκος, Πέτσα κ.α. ακολούθησαν.

  106. sarant said

    105 Ναι, μάλλον ο Δημητρίου ήταν ο πρώτος. Αλλά ποιο του Βαλτινού θεωρείς ότι είναι σε ντοπιολαλιά;

  107. Γιάννης Κουβάτσος said

    106:Η «Ορθοκωστά» έχει άφθονη ντοπιολαλιά.

  108. Γιάννης Κουβάτσος said

    Αν και ο Δημητρίου θεωρεί «δάσκαλό» του τον Βαλτινό με το «Συναξάρι…» και την «Κάθοδο…».

  109. ΓΤ said

    @105, 106

    Την ντοπιολαλιά τη βλέπουμε ακόμη παλαιότερα, με τον Δημήτρη Ζαραβέλα το 1988 στο βιβλίο του «Στον ήχο της ελπίδας».
    https://biblionet.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%bf/?personid=17488

  110. Γιάννης Κουβάτσος said

    109: Δεν το ήξερα αυτό το βιβλίο, ούτε τον συγγραφέα του. Αλλά το βιβλίο του Δημητρίου είναι του 1987.

  111. MA said

    Εφη ευχαριστώ σε,

    Αλλά τα άλλα του τα βιβλία που τα αναφέρει και ο δάσκαλος δεν με δυσκόλεψαν, το αντίθετο μάλιστα, τα διάβασα με ευχαρίστηση. Τούτο το τελευταίο δεν μπόρεσα, αλλά θα το παλέψω😊

    Δεν απαξίωσα τον γιατρό, απλώς βρήκα απαράδεκτο, ως και σεξιστικό, το σχόλιο. Δεν καταπίνεται! Για τον Στάλιν μπορεί να λέει ό,τι θέλει, δημοκρατία έχουμε. Τι, όχι;

    ΓΤ: ευχαριστίες για το κείμενο και την πληροφορία για τις φουκαροπούλες😊

  112. ΓΤ said

    @110

    A, δεν έψαξα τον Δημητρίου, νόμιζα ότι είναι λίγο πιο φρέσκος. Ντάνκε, ρε Πανάθα, για τη διόρθωση.

  113. sarant said

    107 Εχει, αλλά θα έλεγα ότι δεν είναι το βασικό στοιχείο. Πιο πολύ λαϊκές λέξεις θα τις έλεγα.

  114. Γιάννης Κουβάτσος said

    112:Μεταξύ βάζελων ευχαριστίες δεν χρειάζονται. 😊
    113:Ναι, η αφήγηση ιδίως δεν έχει διαλεκτικά στοιχεία. Όσο άντεξα να διαβάσω, δηλαδή, γιατί με κούρασε και το παράτησα. Το ‘χω εδώ, στη μόνιμη εξοχική βιβλιοθήκη, αλλά δύσκολα θα το ξαναπιάσω.

  115. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @92. Ἔφη, ἄν ἔρθῃς στά Γιαννιτσά, δέν θά ‘κονομήσῃς οὔτε ἕνα ντοματίνι. Ἐκεῖ, μόνο ἐργάζομαι, ἐνῶ ὁ λαχανόκηπός μου βρίσκεται σέ χωριό τῆς Θεσσαλονίκης. Καί ὄχι μόνο δέν πυροβολῶ, παρά μοιράζω κλειδιά στούς φίλους, μέ τήν προτροπή «μπεῖτε ὅποτε θέλετε καί κόψτε ὅσα θέλετε» (..αὐτόν τόν καιρό πρέπει νά κυκλοφοροῦν στό χωριό περί τά πέντε κλειδιά μου.. 🙂 ).
    Ἀπό τά γραπτά σου σχημάτισα τήν γνώμη ὅτι εἶσαι ἕνα χαρισματικό πλᾶσμα, ἀλλά θά μοῦ ἐπιτρέψῃς νά σοῦ πῶ ὅτι στά φωτεινά σου στοιχεῖα ΔΕΝ περιλαμβάνεται ὁ πολιτικός λόγος. (Καί ὁ πολιτικός λόγος, ὅπως θά σοῦ πῇ ὁ φίλος μου ὁ Γιάννης, δέν κρίνεται πρωτίστως ἀπό τίς αποχρώσεις του, ἀλλά ἀπό τόν τρόπο πού ἐκφέρεται..) Δέν σοῦ ζητῶ νά ἀλλάξῃς κάτι γιατί κανείς μας δέν ἀλλάζει ἔτσι ξαφνικά. Σοῦ ζητῶ μόνο νά μήν ξαναεπιχειρήσῃς νά ἀσχοληθῆς ἀπαξιωτικά -καί προσωπικά- μέ ἐμένα. Ἔχω τίς δικές μου ἀλήθειες, ἐσύ νά κρατήσῃς τίς δικές σου, δέχομαι (καί ὅταν ἔχω χρόνο, συζητῶ) κάθε καλοπροαίρετο σχόλιο ἐκπεφρασμένο μέ εὐπρέπεια, μπορῶ νά ζήσω καί χωρίς τό ἱστολόγιο αὐτό ἀλλά σκοπεύω νά ἀποχωρήσω ὅταν ΕΓΩ τό θελήσω καί ὄχι ὅταν τό ἀποφασίσῃ ἡ Κ.Ο.Β.

    @98, 100 κλπ. Βρέ, οὔστ!

  116. ΚΩΣΤΑΣ said

    Ειρήνη υμίν. Παρακαλώ και προτρέπω τον φίλο Γιώργο Κ. να ζητήσει συγνώμη από την Έφη για τον χαρακτηρισμό.

    Και μια γενικότερη παρατήρηση, πρωτίστως προς τις ευγενέστατες κυρίες σχολιάστριες, αλλά και γενικότερα προς πολλούς, η ευαισθησία να μην είναι επιλεκτική…

    Εξαιρείται ο Αλέξης που είναι πάντα ακριβοδίκαιος 🙂

    *Επιστρέφω στην σιωπή μου!

  117. «Εγώ θα σε λέω Φουκαροπούλα (και θα γελάω μόνος μου) αλλά εσένα σου ζητάω να μην ξαναασχοληθείς μαζί μου». Νόμιμο αλλά λάθος και σιγά μην πω και συγγνώμη, μ’ άλλα λόγια.

  118. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    111 ΜΑ, θα βρεις το μίτο, σαν την Αριάδνη και «θα το πας»
    🙂 Μια «συμβουλή», αν μια λέξη -που αισθάνεσαι ότι δεν είναι βασική για την κατανόηση (πχ, μια κακολογία ή χαρακτηρισμός- που έχει πολλές) σημείωσέ τη για άλλη στιγμή και προχώρα τη διήγηση. Είναι δύσκολο, τ΄αναγνωρίζω αλλά επειδή κάνει αυτήν την καταβύθιση στην ιδιωματική γλώσσα (μια γλώσσα που πεθαίνει ή έχει πεθάνει αυτή η εκφορά της) μου αρέσει πολύ. Προσπαθώ να μπαίνω στο πετσί, στο μυαλό, της κυρούλας αυτής, φαντάζομαι ως και χειρονομίες, γκριμάτσες ίσως, που θα συνόδευαν τις κουβέντες της. Τ΄ακούσματά μου (από μεγάλη γυναίκα) ήταν από τη Λάκα Σούλι μεριά και κάποιες σκόρπιες λέξεις που ακόμη λέει η φίλη μου απ το Πωγώνι. Έχει συμβεί να διαβάσω και τρεις και τέσσερις φορές δυο φράσεις, να κατανοήσω το πνεύμα, για να καταλάβω τί λέει.

    Μια λέξη που ήθελα να σχολιάσω στον Γκέζο
    >>όρθες, ακριβώς έτσι τις λένε τς όρνιθες σ΄εμάς, αλλά στα χανιώτικα. Ο Δημητρίου στον Ουρανό τις λέει ‘ρίθια (ορνίθια προφανώς) και πόσο μ΄άρεσε!

  119. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @117. Πόσο πιό φανερό πρέπει νά κάνω τό ὅτι δέν ἐνδιαφέρομαι γιά ὁποιουδήποτε εἴδους ἐπικοινωνία μαζί σου;

  120. Τόσα χρόνια έστω, αν έχω μάθει κάτι είναι πόσο δύσκολο είναι να πει κάποιος «συγγνώμη, παραφέρθηκα». Δε βαριέσαι.

  121. 90.
    >> «Εντάξει τώρα, ήταν μια κακή στιγμή για τον γιατρό (ο αναμάρτητος πρώτος κλπ), αλλά μην τον βάλουμε και στο ίδιο τσουβάλι με τα τρόλια και τους γραφικούς».
    Μάλιστα. Δηλαδή, κατά τη γνώμη σου τι άλλο πρέπει να κάνει ευγενής φίλος σου για να τον κατατάξεις σε αυτούς; Το απαράδεκτο σχόλιο (23) βλέπω ότι ήδη έχει ξεχαστεί (δήθεν θα τα λέγατε οι δυο σας – στην πραγματικότητα δεν τόλμησε να αποκαλύψει όλη του τη φασίζουσα νοοτροπία). Αλλά το 115β δεν σε πείθει;
    120, 111
    Δύτη, θα προτιμούσα να πάρει πίσω το σχόλιο 23 παρά να ζητήσει συγγνώμη για το 74. Αυτό είναι το σημαντικό να προσέξουμε: τον καλπάζοντα εκφασισμό της κοινωνίας μας (και δη στα ανώτερα στρώματα), όχι τους «καλούς τρόπους» (που έτσι κι αλλιώς γι’ αυτόν είναι σκέτη βιτρίνα).
    Όσο για τον Στάλιν, ΜΑ, κανείς εδώ δεν τον άφησε στο απυρόβλητο τον Στάλιν (μακάρι να αρκούσε αυτό για να χαρακτηρίσουμε την κοινωνία μας δημοκρατική). Το πρόβλημα (το κόλλημά του) είναι να βλέπει «σταλινικούς» εκεί που δεν υπάρχουν και να πετάει χαιρέκακες σπόντες – τις οποίες όλοι και όλες αγνοούσαμε μέχρι τώρα και αυτό θα εξακολουθήσουμε να κάνουμε (όπως και με τα λαθροξεπουλήματα)

  122. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τα κεφαλαία και μόνο παιδιά μου, δηλώνουν σαχλαμάρα σκέτη. Ας τ΄αφήσουμε.
    Οποίο ήθος να ΄ναι είρων με τον Δύτη…
    Αν το πάμε σοβαρά, αιωρείται κι ένα ουστ,
    (που δεν το σώζει ούτε με …Προυστ).

    ΓΤ άμα είναι να γράψεις ποίμα, να πιάσω τ΄αντριωμένο βήμα.
    Ωχ τώρα που είπα αντριωμένο…
    να ευχαριστήσω Άγγελε για το
    82 >> Heer+Mann = Αρμάντο και όχι από κάποιο αρμ- που λάθος υπέθεσα .

  123. Γιάννης Κουβάτσος said

    121: Έχουμε άλλα κριτήρια για διάφορα θέματα, Εύα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θεωρώ πως εγώ έχω δίκιο κι εσύ άδικο· το ξεκαθαρίζω αυτό. Προσωπικά, το σχόλιο 23, με το οποίο διαφώνησα σαφώς, προσφέρεται για συζήτηση, αφού εξέφρασε μια άποψη που την ασπάζεται μεγάλο μέρος των Ελλήνων· κακώς, κάκιστα, αλλά την ασπάζεται. Προσωπικά, το πιο πρόσφατο σχόλιο που θα χαρακτήριζα δυσώδες ήταν άλλου σχολιαστή, στο οποίο υπονόησε ότι πιθανόν και να χαίρονταν οι συριζαίοι, αν όντως είχε πεθάνει το προσφυγάκι στον Έβρο, ώστε να το εκμεταλλευτούν πολιτικά. Εδώ δεν σηκώνει καμία απολύτως συζήτηση· καμία όμως.

  124. MA said

    123: δεν είναι μόνο το απαράδεκτο 23, είναι και το δυσώδες 74, και ένα βρε ουστ στο 115. Γαλατική ευγένεια

  125. Γιάννης Κουβάτσος said

    124:Όχι, αναφέρομαι αποκλειστικά στο 23. Τα άλλα δύο δεν είναι σχόλια που προσφέρονται για συζήτηση, προς Θεού, είναι κακές στιγμές, θέλω να πιστεύω.

  126. MA said

    125: για τις κακές στιγμές, ζητάμε και μια συγνώμη, όπως είπε και ο Δύτης

  127. 125.
    Καλά. Στις πόσες κακές στιγμές θεωρείται κάφρος ο ευπατρίδης, άραγε; ( θα υπάρξουν κι άλλες – εσύ τουλάχιστον θα είσαι εδώ για να τις διαπιστώσεις, Γιάννη)

  128. Γιάννης Κουβάτσος said

    126: Συμφωνώ.

  129. Γιάννης Κουβάτσος said

    127:Δυστυχώς, οι πολιτικές (και οι ποδοσφαιρικές😊) αντιπαραθέσεις είναι πολύ συχνά πρόξενοι κακών στιγμών. Το έχουμε δει και με άλλους σχολιαστές, οι οποίοι παρεκτράπηκαν πολύ χειρότερα, αλλά δεν τούς ζητήθηκε με την ίδια επιμονή να ανακαλέσουν και να ζητήσουν συγγνώμη, και, εννοείται, πως ούτε από μόνοι τους φιλοτιμήθηκαν να το πράξουν. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Γενικώς ισχύει πως, όταν το παρακάνουμε, μας τιμά το να ζητάμε συγγνώμη.

  130. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    197, Την Ορθοκωστά* για κάποιο λόγο δεν την έχω διαβάσει και τώρα που το είπαμε μπορεί και να την έχω εδώ κάπου συρταρωμένη-λες να ήρθε η ώρα της; Μου ΄βαλες τη μέλισσα στο κουκούλι για την ντοπιολαλιά να δω – έστω λαϊκότροπη που λέει ο Νικοκύρης στο 113.

    *από το Μοναστήρι στα νεότερα χρόνια (όχι τα πολύ τελευταία με την φριχτή δολοφονία των δυο καλογραιών), έχω ακουστά, εδώ, την εξής ιστορία για έναν καλόγερο/ηγούμενο (μόνος του, σε περίοδο μεγάλης παρακμής) : Χειμώνας με πολύ κρύο και χιόνι (η Μονή είναι σε μια χαράδρα στις πλαγιές του ανατολικού Πάρνωνα, για όποιον δεν ξέρει), περνούσαν κάτι κυνηγοί απέξω και βλέπουν παχύ καπνό, ντουμάνι, να βγαίνει από το μαντρότοιχο. Χτύπησαν, τελοσπάντων μπήκαν μέσα και βλέπουν το παράθυρο του κελιού ανοιχτό αλλά μπουκωμένο από τις κλάρες ενός ολόκληρου δέντρου που έβγαινε ή μάλλον έμπαινε οριζοντιωμένο μες το σπίτι! Το ριζοκόρμι καίγονταν στο τζάκι, ο κορμός διέσχιζε το δωμάτιο και οι φούντες έφραζαν το παράθυρο! Ο καημένος ο μοναχός, μη έχοντας άνθρωπο να βοηθήσει μες στο χιονιά, τράβηξε το πεσμένο δέντρο ως το παράθυρο και μετά ως το τζάκι και το έκαιγε άκοπο λίγο λίγο! Φοβερό;!

  131. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    130 Φτου,107 βέβαια, όχι 197!

  132. ΣΠ said

    70
    Elina Xhengo

  133. ΓΤ said

    @122 Έφη, ΜΑ, Γιάννη Θ13, Εύα μου, Νικοκύρη, Δύτα πάνω απ’ όλους, δάσκαλοί μου

    Η ανατομία μίας έγκλισης

    Έστειλα τη γατούλα μου στο άλλο δωμάτιο, γράφω τέρμα παρακμή, σπίρτο ανάβω στην αλκοόλα ανάσα μου και πυρπολιέμαι μοναχός, προστιθέμενος στη δίκαιη διαμαρτυρία των αράδων ενός νήματος που ξεκινά με βελόνι που χάθηκε αλλά καταλήγει με μεγάλες, για τα μάτια μου ασφαλώς, απώλειες, ή, αν θέλετε, καταβαραθρώσεις.

    Ας σταθούμε σε έναν ρηματικό τύπο, που αντλούμε από σχόλιο του νήματος: «(δέν) θά ‘κονομήσῃς».

    Δεν παραγνωρίζω ότι στέκομαι εδώ σαν μια γεροντοκόρη Φουκαροπούλα ύπαρξη που ακριβώς έχει ανοίξει τρύπα «αψηλά» για να στρέφει το γκαβόματο στην περατζάδα τής κάθε γνώμης. Το Parade στου Σαραντάκου είναι καθημερινό, έως κραυγαλέο λέω, και μπορεί ασφαλώς κάθε πορδή να γίνει θέσφατο, αλλά, βέβαια, κάθε άρμα δεν είναι χάρμα, ιδίως όταν στίφη λέξεων σαρκώνουν ορδή.

    «θά ‘κονομήσῃς»

    Εδώ έρχεται η αφαίρεση, η αποβολή του αρχικού φωνήεντος, να προσπαθήσει να δέσει με την υπογεγραμμένη της υποτακτικής. Δεν με απασχολεί καμία γκριμάτσα αθάνατου Κριαρά, ακριβώς επειδή αυτή την αφήνω στη φαντασία σας. Μία ντεμέκ λογιότητα υπογεγραμμένης γέρνει ώμο μαγκίτικα, με λαϊκή καλοσχεδιασμένη ανοιχτοκαρδία που σκύβει επιδέξια στον μη δεξιό, να «παρηγορήσει» τον συνάνθρωπο με μία απόστροφο, φιλικό χτύπημα στην πλάτη. Και αυτό το ντουέτο γεννά αυτόχρημα αποστροφή.

    Και όταν προκύπτουν αποστροφές, οφείλεις να μπαίνεις στη στροφή με ανάποδο τιμόνι, πάντα φλερτάροντας και εσύ με κρημνούς απόρριψης, για να μη μείνουν αδικαίωτοι όσοι απορρίφθηκαν είτε με ντελικάτη αυθορμησία είτε με την ωμογλωσσία ενός «ουστ», που ακριβώς είναι ευθεία παραπομπή μελιφθογγίας σε χασαπιό. Αν η υποτακτική είναι δείκτης γραμματικής υπόταξης, τότε ακριβώς εδώ έρχομαι να σε υποτάξω με ένα ήτα για να ζήσεις την ήττα σου, φουκαροπούλα, την οποία θα έρθω να πιστοποιήσω υπογράφοντας με μια υπογεγραμμένη.

    Έχω μέσα στην καρδιά μου τον Δύτη, όχι μόνο επειδή μαθαίνω πολλά από αυτό το διαυγές πρόσωπο, αλλά επειδή φροντίζει εγκαίρως να με βάζει στη θέση μου όταν παρεκτρέπομαι, και έτσι να με θεραπεύει μπας και ορθοφρονήσω. Και ακριβώς εδώ βιώνουμε κάτι μαγικό: δύτες που γιατρεύουν και γιατροί αγιάτρευτοι…

    Ζούμε σε αυτό το νήμα την απόλυτη κατάρρευση του πολυτονικού. Παρατηρήστε την ψιλή και την οξεία στο «οὔστ». Το πνεύμα και ο τόνος έρχονται ως επίστεψη σε έναν ναό-δίφθογγο. Αλλά όταν απευθυνόμαστε έτσι στον συνάνθρωπο, και δη σε μία κυρία, υψηλώ… πνεύματι, αφενός ο τόνος είναι οξύς, καθιστώντας την οξεία περιττή, το δε πνεύμα έχει χαθεί προ πολλού.

    Και κανένας ευγενικός και φιλομαθής άνθρωπος σε αυτό το Ιστολόγιο δεν πρέπει να περισπάται με της ψιλής το χαβά ενός εκάστου.

  134. ΣΠ said

    133
    Ρε μπρο, αν ξέρεις από πολυτονικό, πες μου: στο σχόλιο 17 το «εἶχα κοπιάσῃ» δεν πρέπει να είναι «εἶχα κοπιάσει»;

  135. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @124. Ὄχι, Γιάννη, δέν ξύπνησα νωρίς γιά ν’ ἀπαντήσω σέ ὀχετούς. Ψήνω ψωμί 🙂

    Γιά ἄλλους δέν ἐνδιαφέρομαι (..σιγά νά μήν νοιαστῶ γιά τήν ἀγανάχτησι τῶν συντρόφων τῆς Κ.Ο.Β.) ἀλλά -ἀπευθυνόμενος ΜΟΝΟ σέ σένα- σοῦ διευκρινίζω ὅτι τά τοῦ σχολίου 23 δέν περιγράφουν οὔτε τό νόμιμο, οὔτε τό ἠθικό, οὔτε τό ἐπιθυμητό [..Ἐκεῖνοι, ὅμως, (ἐπίσης γιά ξῦλο), γράφω..]. Περιγράφουν τήν ψυχολογία καί τήν ἀσυδοσία τοῦ παρανομοῦντος ἀληταρᾶ, εἶναι ἡ σκοπιά τοῦ ἀληταρᾶ. Πολύ πιό εὔκολα ἕνα ἀθηναϊκό κοπρόσκυλο θά σοῦ ξεφυσήσῃ καπνό στήν μούρη χωρίς νά σέ ξέρῃ σέ μιά στάσι τῆς Πατησίων, παρά σέ ἕναν Ἄραβα πού περιμένει λεωφορεῖο σέ μιά στάσι τοῦ Ριάντ.
    Καλή σου μέρα!

  136. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @133. «..σέ μιά κυρία» ναί! Καί μιά κυρία πρέπει συνεχῶς -συχνά, ἔστω- νά ἀποδεικνύῃ αὐτήν της τήν ἰδιότητα..

    (Ἐπειδή ΓΤ δέν ἐπιδιώκω ἐδῶ τό νά κερδίσω φίλους, ὑποστηρικτές ἤ συνεργούς-ἄρα δέν προσποιοῦμαι καί δέν σκηνοθετῶ τίποτε- πρέπει νά σοῦ πῶ ὅτι διέκρινα ὁμόφρονες πού δέν θά τούς ἔκανα ποτέ παρέα καί ἑτερόφρονες πού τούς συμπαθῶ, κάποιους μάλιστα ἰδιαιτέρως. Ἐσύ ἀνήκεις στήν δεύτερη κατηγορία καί μπορεῖς ἐλεύθερα νά μοῦ ἐπιτίθεσαι. Ἡ ποιότητα μετράει! 🙂 )

  137. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @134. «Θά» εἶχα κοπιάσῃ, Σταῦρε 🙂
    Οἱ τῆς Κ.Ο.Β. διαστρεβλώνουν τά λόγια μου, ἐσύ ὅμως περιορίζεσαι μόνο στήν Γραμματική μου. Αὐτό σέ τιμᾷ! 🙂
    Καλή σου μέρα!

  138. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τό «οὔστ» ἀγαπητέ ΓΤ, εἶναι μιά πολύ φιλική παραίνεσι καί περιορίστηκα σ’αὐτήν μόνο γιά νά μήν χρειαστῇ νά τῆς πῶ ἀπό διαδικτύου, ποῦ θά μποροῦσε νά βάλῃ τά ἄλλα (περί φασισμοῦ κλπ).
    Τήν ἑπόμενη φορά πού θά τήν βρῶ ἔτσι ἀναίσχυντα μπροστά μου, θά κοιτάξω νά βρῶ ἀποτελεσματικότερους τρόπους ἀποτροπῆς..

    https://www.iter-legis.gr/analyseis/dusfimisi-prosvoli-proswpikotitas-internet/

    Υ.Γ. Ἐγώ μπορῶ νά τῆς πῶ τό τί ἔκανα μέ τόν φασισμό, ὅταν αὐτός μᾶς προέκυψε. Αὐτή (καί κάποιοι ἄλλοι ἐδῶ μέσα) μποροῦν νά μᾶς ποῦν γιά τούς πατεράδες τους ἤ γιά τούς ἴδιους;

  139. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ξέρω, ξέρω Νικοκύρη! Πολύ τόπο σοῦ ἔπιασα σήμερα, ἀλλά πόσες ἄραγε ἀποδείξεις περί ὑπάρξεως Θεοῦ θά μποροῦσε νά βρῇ κανείς στήν ἐποχή μας; (..χώρια πού δέν ψήθηκαν ἀκόμη ὅλα τά ἀρτοσκευάσματα..)

    https://www.cnn.gr/style/politismos/story/322783/97-xronia-apo-ti-gennisi-toy-miki-theodoraki-oi-dromoi-toy-arxaggeloy-den-tha-xathoyn?fbclid=IwAR2Qz2Don-Dx_N9zZoYzxETaMbUBaR8jop302nfsDBqP_llHGfKUFJN47zQ

  140. ΓιώργοςΜ said

    Κάποιος, οδηγώντας στην Εθνική, ακούει στο ραδιόφωνο: «Προσοχή! Στο χιλιόμετρο …. κάποιος οδηγεί στο αντίθετο ρεύμα!».
    «Τι ένας,» μονολόγησε, «εγώ έχω ήδη δει καμιά πενηνταριά!»

  141. 133.
    Αχ, ρε ΓουΤου, να κάτι τέτοια κάνεις…
    Μου θύμισες εκείνο το σχόλιο σου που μας έκανε όλους να λιώσουμε (ρε μαν, που λένε)
    https://sarantakos.wordpress.com/2022/04/26/kopeles-8/#comment-809079

  142. 138.
    Σχόλιο 115. Βρέ, οὔστ!
    Σχόλιο 121. «φασίζουσα νοοτροπία»
    (Όχι φτηνές δικαιολογίες. Ούτε γελοίες απειλές- αν είχα περισσότερο χιούμορ θα είχα λινκάρει κι εγώ τον αντιρατσιστικό. Αλλά στεναχωρήθηκα για σένα τώρα, μην εκτίθεσαι άλλο. Εγώ θα σε βοηθήσω με το να μην απαντήσω σε οποιοδήποτε υβριστικό σου σχόλιο ακολουθήσει. Ξέρω ότι δεν θα σταματήσεις γιατί με θεωρείς εύκολο στόχο. Αυτοί που σου έριξαν τα αληθινά μπινελίκια πήραν επαίνους, εγώ έχασα την ιδιότητα της «κυρίας»!)

  143. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @142. Δέν μέ ἐνδιαφέρει κανενός εἴδους καί κανενός βαθμοῦ ἀντιπαλότητα, εἰδικά διαδικτυακή, ὅπου δέν ξέρεις μέ ποιόν ἔχεις νά κάνῃς καί (κυρίως αὐτό!) ὅταν δέν εἶναι Γόνιμη. Θέλω μόνο -ὅταν παρασύρομαι σέ ΜΗ φιλολογικές συζητήσεις- νά μήν ἔχω ἀπό ἀπέναντι τήν Βλοσυρή/ ἤ καί Ὑβριστική Ἐπίπληξι τοῦ Κατόχου τῆς Ἀπόλυτης Ἀλήθειας ἀλλά ἕναν πού μοῦ ἐπιτρέπει νά ἔχω τίς δικές μου ἀλήθειες, ὡς Ἰσότιμες μέ τίς δικές του.

    Delete ὅλα!

    Καλή σου μέρα!

  144. Alexis said

    #133: Τώρα δεν έγραψες απλώς, ζωγράφισες! 🙂🙂

  145. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα σε όλες και σε όλους. 😊
    133:Μπρο, τι να πω για το σχόλιό σου που να μην είναι κοινότοπο. Αν έχεις εκδώσει κάνα βιβλίο με κείμενά σου, πες το, το θέλω, γιατί εγώ είμαι του χαρτιού, την οθόνη δεν την πάω, εξ ανάγκης τη χρησιμοποιώ και την ανέχομαι.
    143: Γιώργο, σωστό σχόλιο. Σ’ ευχαριστώ για την εκτίμηση, το ξέρεις πως έχεις και τη δική μου. Κοιτάω πάντα τον άνθρωπο, δεν με ενδιαφέρει η ιδεολογία του και η πολιτική του ενταξη, σε μια ανοικτή κοινωνία όλοι έχουμε τη θέση μας. Να ‘σαι καλά. Εξαιρώ τους συνειδητούς (επιμένω στο συνειδητούς) ακροδεξιούς, χρυσαβγίτες κλπ, αφού, για να υποστηρίζουν (στη θεωρία και στην πράξη) αυτά που υποστηρίζουν, αποκλείεται να είναι άνθρωποι της προκοπής.

  146. sarant said

    Καλημέρα από εδώ. Δεν θέλω να μπω στη διαμάχη, ιδίως εκ των υστέρων, αλλά το σχόλιο 133 μου άρεσε.

  147. 143.
    Έτσι μπράβο!
    (Αν παρασύρθηκες εκατό φορές σε μη φιλολογικές συζητήσεις, μόνο μια φορά πήρες απάντηση. Κανείς δεν ασχολείται με τις εμμονές σου. Εδώ πήρες απάντηση γιατί κάποιος έπρεπε να υπερασπιστεί τους συνανθρώπους μας («θά εἶχα κοπιάσῃ νά σέ συγκρατήσω γιά νά μήν τούς πνίξῃς») και όχι τη μούμια του Στάλιν)
    Καλημέρα.

  148. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ο Στάλιν πέθανε, αλλά η σταλινική νοοτροπία δυστυχώς ζει και βασιλεύει στα μυαλά και αριστερών και δεξιών, οπότε η αντιπαράθεση μαζί της έχει νόημα, δεν είναι σκιαμαχία.

  149. ΣΠ said

    137
    Πρέπει να είναι «θά εἶχα κοπιάσει». Το «κοπιάσει» είναι απαρέμφατο, όχι υποτακτική. Δες στην σελ. 59 στο τέλος:
    http://e-library.iep.edu.gr/iep/collection/browse/item.html?tab=01&code=03-20560748

  150. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @149. Μπράβο, Σταῦρε! Μέ εἶχε παρασύρει τό «θά ἔχῃ λύσει»..

  151. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    133 Στην κάψα του μεσημεριού
    στο σταύρωμα τση μέρας
    τα λόγια σου κρυγιό νερό
    και καθαρός αέρας

    Έπιασε να βρέχει, ρίγανη και τσάι,
    ρυάκι στο σοκάκι, το νερό κυλάει

    Δάσος το κατώι, γιασεμί στη μάντρα
    τρίξανε τα ξύλα στην παλιά μεσάντρα

    Δάσος το χαγιάτι, κλήματα και δέντρα
    βούρκωσε την ώρα η ψιλο-κουβέντα

    Έπιασε να βρέχει, δάσος οι δασείες
    αστραπές μεσαίες και βροντές βαρείες

    Έπιασε να βρέχει, το βουνό ορχήστρα
    πότε συναυλία, πότε πολεμίστρα

    υγ. Ναι, βρέχει ο Αύγουστος εδώ, ως τό ΄χει συνήθειο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: