Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Η πυρκαγιά της Σμύρνης (απόσπασμα από το Στου Χατζηφράγκου, του Κοσμά Πολίτη)

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2022


Συνεχίζω και τούτη την Κυριακή με λογοτεχνήματα σχετικά με τη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κοσμάς Πολίτης, κατά κόσμον Πάρις Ταβελούδης (1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (έχουμε δημοσιεύσει δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις φάμπρικες του Στάινμπεκ), μας χάρισε σε προχωρημένη πια ηλικία, το 1962, το μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου», ένα αριστούργημα με αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία στη χαμένη πια Σμύρνη πριν από την Καταστροφή. Εύγλωττος είναι άλλωστε ο υπότιτλος, Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας.

Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη (απορώ που δεν έχει γίνει ταινία). Στη μέση του, υπάρχει ένα κεφάλαιο είκοσι σελίδων με τον τίτλο Πάροδος, όπως στις αρχαίες τραγωδίες, που δεν ακολουθεί την πλοκή αλλά είναι ο μονόλογος ενός γέρου Σμυρνιού πρόσφυγα, περιβολάρη, του Γιακουμή, ο οποίος ύστερα από τις έντονες παρακλήσεις του συγγραφέα, του αφηγείται τις αναμνήσεις του από τη χαμένη πριν από σαράντα χρόνια πολιτεία. (Ο Γιακουμής εμφανίζεται στο μυθιστόρημα και πρωτύτερα, ως έφηβος).

Ένα σχετικά μικρό απόσπασμα από την Πάροδο δημοσιέψαμε πέρυσι, εκεί που ο αφηγητής περιγράφει τα τσερκένια, τους χαρταετούς της Σμύρνης -τώρα θα βάλω το υπόλοιπο, από το σημείο όπου αρχίζει η αφηγηση για την καταστροφή ως το τέλος του κεφαλαίου.

Μια σύμπτωση περίεργη είναι ότι και σε τούτη την αφήγηση, όπως και στα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, που είδαμε την περασμένη Κυριακή, ο αφηγητής μέσα στον χαμό πηγαίνει να ξυριστεί σ’ ένα μπαρμπέρικο. Και τα δυο βιβλία άλλωστε κυκλοφόρησαν την ίδια εποχή. (Το μυθιστόρημα του Πολίτη δημοσιεύτηκε πρώτα στον Ταχυδρόμο σε συνέχειες, το 1962, κι έπειτα το 1963 σε βιβλίο). 

Στο τέλος εξηγώ μερικές λέξεις. Η έκδοση που έχω στα χέρια μου (εκδόσεις Α. Καραβία, 1963) δεν έχει γλωσσάρι, αλλά η εκδοση της Εστίας, σε επιμέλεια του Πίτερ Μάκριτζ, σίγουρα θα έχει. Όμως δεν την έχω, οπότε όσες εξηγήσεις δώσω είναι δικές μου -και ίσως λαθεύουν κάπου.

Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, ήτανε η τρίτη καν η τέ­ταρτη μέρα πού είχε μπει ο τούρκικος στρατός. Η πολι­τεία λούφαζε. Είχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα στο αναμεταξύ, σκοτωμοί, ξεπαρθενέματα και πλιάτσικο, πολλοί χάσανε τη ζωή τους, πολλοί θα τη χάνανε ακόμα, πλιά­τσικο, τσέτες, κακάριζε το πολυβόλο, πόλεμος ήτανε, έχθρητα και άχτι —κι οι δικοί μας είχανε κάψει τούρκικα χωριά στην υποχώρηση, πόλεμος ήτανε, ο άνθρωπος γίνεται ανήμερο θερίο. Γινήκανε κι άλλοι σκοτωμοί, κι εδώ και στους ντερέδες της ’Ανατολής, χαθήκανε χιλιάδες δικοί μας, δεκαριές, κατοσταριές χιλιάδες, και πλάκωσε μεγάλη ορφάνια. Βλέπεις, ο Τούρκος μάς λογάριαζε προδότες, εί­χαμε σηκώσει τ’ άρματα ενάντια στην πατρίδα —ενάντια στην Τουρκία, δηλαδή. Μιλάω δίχως πάθος, σα να μην υπάρχει πια οργή και αμάχη στο ντουνιά… και τώρα, τρίτη καν τέταρτη μέρα που είχε μπει ο τούρκικος στρα­τός, η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο, μέσα στη θλίψη και την απαντοχή. Μα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Λες κι είχε γίνει κάποια ρέγουλα. Πού και πού μια τουφεκιά. Φαινότανε απείραχτη κι αθώα, υστερ’ από το μεγάλο πατιρντί. Δεν την έκανες κάζο. Δε μπορούσε να ’τανε για σένα. Και πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα —α[ν] με καταλαβαίνεις. Οι δικοί μας είχανε πιάσει μετερίζι στον Τσεσμέ, και με τα κανόνια κρατάγανε μα­κριά το τούρκικο ασκέρι, ώσπου να μπαρκάρει στα βαπόρια ο στρατός.

Εκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δί­κιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά. Έγραφε πως μας πλανέψανε οι Έλληνοι, πως οι Τούρκοι είναι κα­λοί άνθρωποι, πως πρέπει ν’ ανανήψομε, τη θυμάμαι αυτή τη λέξη αν και δεν ξέρω τί θα πει —άκου, άκου! αυτές πού τρία χρόνια μάς πιπιλίζανε το μυαλό για λευτεριά και δόξα, για περιούσιο λαό, για Πόλη και Άγια Σοφιά, και στέλ­νανε τον Τούρκο στην Κόκκινη Μηλιά — να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη τής τούρκικιας πατρίδας —άκου, άκου! τα διάβαζε ο κοσμάκης, ανοίγανε παράθυρα, χαμογελού­σανε γυναίκες —φαρμακωμένα, βέβαια, μα ωστόσο χαμογε­λούσανε— ξεπορτίζανε παιδιά. Κάποια ονείρατα είχανε χα­θεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Κι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξαντρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή. Μα η Κατερίνα κούνησε μονάχα το κεφάλι της. Πάω μια βόλτα, της λέω σέ λιγάκι, φοβάσαι να μείνεις μονάχη ; Να πας μου λέει. Γυναίκα με κουράγιο.

Θ’ αναδρομίσω πιο παλιά, για να καταλάβεις τί γυ­ναίκα ήταν η Κατερίνα. Ώσαμε το ’14, οι Γραικοί εμείς ήμασταν τσελεμπήδες. Περνούσαμε όμορφα κι ευτυχισμένα. Μα στο ’14, οι Νεότουρκοι —γιασασίν ανταλέτ, γιασασίν χουριέτ [Ζήτω η δικαιοσύνη, ζήτω η λευτεριά]— παραδώσανε την Τουρκιά στα χέρια του Γερμα­νού, κι ο Γερμανός απαίτησε να διωχτούνε οι Ρωμιοί απ’ τα παράλια της Μικρασίας. Κάνανε καλά τη δουλειά τους, φανατίσανε και τον τούρκικο πληθυσμό και τότε αρχινήσανε οι πρώτοι διωγμοί. Και σαν κηρύχτηκε ο πόλεμος, και μπήκε υστέρα και η Τουρκία στο χορό, τις Ρωμιοί στρατεύ­σιμοι μάς βάλανε στα αμελέ ταμπούρια —σα να λέμε, τάγμα­τα αγγαρειάς— να σπάμε πέτρες και να φτιάχνομε δρόμους. Πολλοί, πλήθος δικοί μας, αφήσανε στις ερημιές τα κόκαλά τους, αρρώστιες, πείνα, εξάντληση. Βόγγαγε η γης. Εγώ, άφησα μονάχα δυο δάχτυλα του αριστερού χεριού μου —μιαν άλλη Ιστορία, που δεν είναι του παρόντος, Ωστόσο, σε τούτα τα λειψά δυο δάχτυλα χρωστάω πως δε με πήρανε στον ελληνικό στρατό, σαν κάναν επιστράτεψη στα μέρη μας, ύστερ’ από την απόβαση. Όμως, και με δυο δάχτυλα λιγότερα, με θέλησε για άντρα της η Κατερίνα. Ήταν γυναίκα με κουράγιο, σου λέω.

Ξεπόρτισα, λοιπόν, εκείνο το πρωί. Στα σοκάκια, πού και πού, ένας διαβάτης τοίχο τοίχο. Μερικά μαγαζιά ήτανε ανοιχτά, όχι πολλά, μπορεί ένα στα τρία. Μα οι φούρ­νοι βγάζανε ψωμί. Μια φράγκισσα πελάτισσά μου —καλή της ώρα, της πούλαγα φυντάνια για το πρεβολάκι της— μου φώναξε απ’ το μπαλκόνι: Γιακουμή, γύρισε στο σπίτι σου, το καλό που σου θέλω, δεν είναι ώρα για παλικαριές.

Μαντάμ, της λέω στα χωρατά, πάω να ξουριστώ. Πεθαμέ­νος κι αξούριστος ολούρμου; Κι αλήθεια, είχα τεσσάρω μερώ γένια. Βγήκα στο Κιαι. Πήχτρα ο κόσμος, κι άλλοι, χι­λιάδες, πάνω σε μαούνες, αραδιασμένες πλάι στο μουράγιο. Προσφυγιά που είχε κατέβει ποδαρόδρομο από το εσωτερικό για να γλυτώσει. Ούλα τα τρένα τα ‘χε πιάσει ο ελληνικός στρατός. Σκοτώνανε κοσμάκη για να φύγουνε. Ζωή και θά­νατος ήταν αυτός.

Είχανε, που λές, κατέβει προσφυγιά στην πολιτεία για να γλυτώσουν τη ζωή τους. Βλέπεις, πιστεύανε πως ο ελληνικός στρατός θα κράταγε την πολιτεία, όπως βεβαιώ­νανε μπαμπέσικα, μέρες πρωτύτερα, από την Αρμοστεία. Κι απέ, σου λέει, θάλασσα ήτανε, λιμάνι, σίγουρα η ελληνικιά κυβέρνηση θα ’χει στείλει βαπόρια να παραλάβουν τον κοσμάκη. Ναι, είχανε στείλει δυο τρία βαπόρια, που παραλάβανε μονάχα τις δικοί τους, από την Αρμοστεία κι από την Εθνική Τράπεζα. Είχε ανοίξει κατάστημα η Εθνική Τράπεζα στην πολιτεία μας, και τώρα ήπρεπε να σώσει τα λεφτά, την κάσα της. Μπρος στα λεφτά τ’ είναι η ζωή του ανθρώπου; Μη φύγετε, μας λέγανε, θα ξανάρθομε, ζήτω η Ελλάς!

Λοιπόν, ούλος αυτός ο κόσμος στοιβαγμένος στο μουράγιο και πάνω σέ μαούνες. Άντροι, γέροι, γριές και γυναικό­παιδα, που είχανε παρατήσει τα καλά τους και ξεμείνανε στο δρόμο, και τώρα εκεί μεροβραδιάζονταν, εκεί πλαγιά­ζανε, άλλος μ’ ένα χράμι πού ’φερε μαζί του, άλλος μ’ ένα πάπλωμα η με μια μπατανία. Χείλια τρεμοσαλεύανε από το παραμιλητό. Μάτια γουρλωμένα, που αγναντεύανε τη Δευτέρα Παρουσία, τη συντέλεια τού κόσμου… Μέρα, χαρά θεού. Τέλη Αυγούστου. Αρχές Σεπτέμβρη με το καινούριο. Μερικοί δικοί μας κάνανε επιχείρηση. Στήσανε φουβούδες, ψήνανε νταριά, ακόμα και σουβλάκια ή φασουλάδα, και πουλά­γανε φαΐ. (Το αθάνατο δαιμόνιο της Φυλής, σημείωσε αυτός που άκουγε το Γιακουμή). Ωστόσο οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. Και δυο τρεις μπαρμπέρηδες είχανε στήσει από μια καρέγλα και ξουρίζανε. Το ’δα με τα μάτια μου. Όπως θες εξήγησέ το. Αυτοί που ξουρίζονταν ίσως να ’χανε την ίδια ιδέα με τα μένα: πεθαμένος και αξούριστος, ολούρμου ;

Στη θάλασσα, κάμποσα τουμπανιασμένα κορμιά πλέκανε στον αφρό. Δεν παραξενευόσουνα, θάνατος ήτανε η τρεχού­μενη ζωή. Ωστόσο το μεγάλο κακό φαινότανε να ’χε κατα­λαγιάσει. Πάνω στην ώρα, περάσανε καμιά διακοσαριά καβαλαρέοι, τούρκικο ασκέρι, κι ο μπίνμπασης που πάγαινε μπροστά, έχοντας πλάι του το μπαϊρακτάρη με την τούρκικια παντιέρα, φώναζε στον κοσμάκη: κόρκμα, κόρκμα, μη φοβόσαστε ! Τα πράματα φαίνονταν πιο ήσυχα. Ασυμμά­ζευτα παιδάκια ξεφεύγανε από την αγκαλιά της μάνας τους και γυροφέρνανε ανάμεσα στην προσφυγιά. Όξω, στ’ ανοι­χτά, ήτανε φουνταρισμένα τέσσερα πέντε ξένα βασιλικά. Για προστασία, λέγανε… Τώρα, μη γελάσεις γι’ αυτό που θα σου πω: απ’ ούλοι αυτοί, εκεί μπροστά μου, που περιμέ­νανε τη σωτηρία τους απ’ τα βασιλικά, άλλοι σκοτωθήκανε κι άλλοι πνιγήκανε. Την ίδια βραδιά. και όσοι περισσέ­ψανε, τις κουβαλήσανε στην ξενιτιά. Εδώ.

Ήστριψα μέσα, για το Φασουλά. με τρώγανε τα γένια μου. Ένα μπαρμπερικο ήτανε ανοιχτό και μπήκα. Όσο με ξούριζε ο μπαρμπέρης, μου κουβέντιαζε μουρμουριστά. Στην Αρμενιά, μου λέει, δεν άπόμεινε ρουθούνι. Οι Αρμενέοι ταμπουρωθήκανε στην εκκλησία τους, τον Άϊ Στέφανο, από κει αντισταθήκανε και από κει χτυπούσανε. Μα τούς ξεπα­στρέψανε. Τούς είχανε άχτι. Βλέπεις, είχανε φτιάξει κομι­τάτο, -πηγαίνανε κι αυτοί για τη Μεγάλη τους Ιδέα, για τη Μεγάλη Αρμενία. Είχανε πάει και εθελοντές στον ελληνικό στρατό. Μου λέει ακόμα, λέγανε, πως κάποιος, σα­ράφης στο Σκοτεινό Μπεζεστένι, για να γλυτώσει, σκαρφά­λωσε στα πριμάτσα ενού εγγλέζικου κάργκο, μες στό λιμάνι, σύρθηκε ανηφορίζοντας πάνω στο παλαμάρι κι άδραξε με τα δυο χέρια του την κουπαστή του βαποριού για να τη δρασκελίσει. Μα ένας Εγγλέζος ναύτης τού κοπάνησε τα δάχτυλα μ’ ένα σίδερο, ο άνθρωπος λασκάρισε, ήχασε την ισορροπία του, ήπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε. Κάμποσοι, μου λέει ο μπαρμπέρης, είχανε καταφέρει να μπούνε σέ πλεούμενα, βάρκες, καΐκια. Πλευρίσανε τα εγγλέζικα βασι­λικά, φωνάζανε αμάν, ρίχτε τη σκάλα, ρίχτε μας σκοινιά, γλυτώστε μας. Τους αποδιώχνανε. Και όσοι δοκιμάζανε ν’ αρπαχτούν από την κρεμασμένη ανεμόσκαλα, οι Εγγλέζοι την τινάζανε και τους πετάγανε στη θάλασσα. Βλέπεις, κρατάγανε ουδετερότητα. Έτσι την κρατάγανε. Λένε πως οι Φραντσέζοι, σέ τούτη την περίσταση, φερθήκανε πιο ανθρωπινά… και στο Σεβδίκιοϊ, μου λέει, αντισταθήκανε οι Σεβδικιολοί με το τουφέκι στο χέρι, και γίνηκε μεγάλος χαλασμός. Και καθώς μου σφούγγιζε τίς σαπουνάδες απ’ το μούτρο, σκύβει και μου λέει στ’ αφτί, μαθεύτητε πως πετσοκόψανε το δεσπότη στο Κονάκι. Πήγε ν’ απολογηθεί στον πασά, κι εκείνος τον παράδωσε στον τούρκικο λαό να τον δικάσει. Όσο κι αν φέρθηκε ασυλλόγιστα ο Χρυσόστομος, μού λέει ο μπαρμπέρης, τα χρόνια της κατοχής —αν και, να πεις, αν φερνότανε με νου και γνώση, θα τον βγάζανε προ­δότη— όσο κι αν φέρθηκε άμυαλα, ωστόσο δεν παράτησε το ποίμνιό του, δεν ήφυγε μαζί με τις άλλοι, που το σκάσανε κρυφά, ενώ βεβαιώνανε πως θα κρατάγανε την πολιτεία και πως δεν είχαμε κανένα κίνδυνο. Το σκάσανε κρυφά. Είναι οι μεγάλοι φταίχτες κι αυτοί, κι εκείνοι που τους στείλανε. Μα, να πεις, ξένοι ήρθανε στον τόπο, σαν ξένοι φερθήκανε, ξένοι φύγανε, οχτροί… Να, μου λέει ακόμα, το ξέρω από πελάτη μου, γιατί απαγορέψανε να το γράψουν οι εφημερίδες: τότε που κηρύξανε απεργία οι υπάλληλοι μιας Τράπεζας, και στείλανε μιαν επιτροπή στην Αρμοστεία να εκθέσουνε το δίκιο τους, τον πρώτο που ’κανε να μιλήσει τον μπάτσισε ο Στεργιάδης κι ήδιωξε την επιτροπή. Πριν από τον πόλεμο και τη μεγάλη αμάχη, ο Τούρκος μάς σεβότανε. Αυτοί, δεν τον πονέσανε τον τόπο. Δεν πονέσανε τις ανθρώποι του τόπου. Και, να σου πω, κατά τη γνώμη μου, όσο το συλλογιέμαι, μου λέει ο μπαρμπέρης, πατρίδα δεν είναι μια ιδέα στον αέρα, δεν είναι οι περασμένες δόξες κι οι τά­φοι και τα ρημαγμένα μάρμαρα. Πατρίδα είναι το χώμα, ο τόπος, τα χωράφια κι οι θάλασσες και τα βουνά. Πατρίδα είναι οι σημερινοί άνθρωποι, κι αγάπη της πατρίδας είναι να θες την ευτυχία τους. Το λέω γιατί είμαι καλός Έλλη­νας… Αυτά και άλλα μου ’λεγε ο μπαρμπέρης, κι εγώ κούναγα το κεφάλι μου, μη ξέροντας τί ν’ αποκριθώ. Μ’ ένα μπαρμπέρη δεν τα βγάζεις εύκολα πέρα στο λακριντί. Ανά­θεμα την ώρα, είπε στο τέλος ο μπαρμπέρης.

Γύρισα στο σπίτι μου με δυο χάσικα ψωμιά κάτω από τις αμασχάλες. Στο δρόμο με σταματάει ένας ζαπτιές: ντουρ! Είχα κι άλλους ανταμώσει, πολίτσιες και ζαπτιέ­δες, μα δε μ’ ενοχλήσανε. Τεσκερέ, μου λέει αυτός, τα χαρτιά σου. Δεν ξέρω πως μου ’ρθε και του λέω : μπεν κατολίκ. Μάφησε να περάσω. Ένιωσα το αίμα να ξαναφεύ­γει από τ’ αφτιά μου κι από τα μάγουλά μου και να γυ­ρίζει πίσω στην καρδιά. Λίγο έλειψε να του φωνάξω: βρε, είμαι Ρωμιός, Έλληνας, σκότωσέ με!… Λόγια, βέβαια, λό­για τούτης της ώρας. Μα εκείνη τη στιγμή, ο ήλιος μ’ έδει­χνε με τ’ αμάλαχτο δάχτυλό του, κι εγώ δεν έβρισκα πού να κρυφτώ απ’ τη ντροπή μου. Μου ’ρθε στο νου, τότε που ο Άγιος Πέτρος απαρνήστηκε τον Ιησού Χριστό. Λίγο το χεις;

Στο σπίτι, βρήκα την Κατερίνα μου να βράζει χόρτα που τα ’χε μαζέψει από το μπαξέ. Το πρόσωπό της γαληνεμένο, σοβαρό, σαν το διπλό καλοστρωμένο νυφιάτικο κρεβάτι μας, εκεί, σέ μια γωνιά. Είτανε πρωτοβαρεμένη, πέντε μηνώ. Τίποτα δε με ρώτησε, μόνο ξάφριζε το τσουκάλι.

– Όξω ησυχία, της λέω.

Γύρισε και με κοίταξε.

—  Με γειά, μου λέει χαμογελαστά.

—  Τί πράμα ;

— Να, που ξουρίστηκες.

Χάδεψα το πηγούνι μου, κόμπιαζα μια στιγμή, και υ­στέρα λέω:

— Σκοτώσανε το δεσπότη.

— Θεός σχωρέσ’ τονε, μου λέει, έτσι απλά —μα σαν έπιασε να κόβει το ψωμί, το χέρι της τρεμούλιαζε απ’ τον αγκώνα.

Γλυκό ψωμί, αφράτο. Γλυκό σαν το παραστέκεται η κούραση απ’ τη δουλειά. Μα σήμερα το πίκραινε μια λύ­πηση —να, όπως πικρίζει τώρα το μαύρο ψωμί, το πιτουρένιο, που ωστόσο καμιά κούραση δεν καταφέρνει να το γλυκάνει, μονάχα το πικραίνει ακόμα πιότερο. Λένε πως είναι πιο υγιεινό από τη ροδοκόκκινη φραντζόλα που τρώει τ’ αφεντικό μου. Μπορεί. Για τούτο ταΐζουνε με πίτουρο τα ζωντανά.

Σαν αποφάγαμε, θα ’τανε περασμένες δυο η ώρα. Η γυ­ναίκα μου πλάγιασε. Είπε πως σα θα σηκωνότανε τ’ απόγεμα, θα ’πλενε τα πιάτα και ύστερα θα καρίκωνε τα τσου­ράπια μου. Θέλησα να ξεστρώσω το τραπέζι, για να τη βοηθήσω, μια κι ήτανε βαρεμένη, μα η Κατερίνα μού λέει, άσε το, έλα πλάγιασε κοντά μου και κράτα μου το χέρι. Την πήρε ο ύπνος. Της κράταγα το χέρι, και κάθε τόσο την ένιωθα ν’ αναριγάει. Βαρεμένη, πέντε μηνώ. Είπα, μπορεί να κλω­τσάει στην κοιλιά της το μωρό, για τούτο αναριγάει. Δεν ήτανε και τόσο φουσκωμένη. Κοιτότανε ξυπόλητη, με το μεσοφόρι και μ’ ένα ξέστηθο μπουστάκι. Ορεχτικιά. Για να ξεγελαστώ από τον πειρασμό, κοίταγα το ταβάνι κι έκανα σχέδια για το μέλλον. Για το γιο που θα μου ’δινε.

Μα κάτι με ξελόγιαζε κι από τα δυο, μου πιλάτευε το νου. Τέλος κατάλαβα πως ήταν η έγνοια για κείνους τους ερημοσπίτηδες στο Κιαι. Κάτι έπρεπε να γίνει. Βέβαια, σε τέτοιες ώρες, ο άνθρωπος γίνεται εγωιστής. Ωστόσο, κι άθε­λά σου, σέ τρώει μέσα σου ο τσαγανιός. Να πήγαινα μαζί με άλλοι γειτόνοι, να περιμαζεύαμε ο καθένας από μια φαμίλια. Ύστερα, έχει ο Θεός… Σηκώθηκα, φόρεσα τα πα­πούτσια μου… Ούλα, εκείνης της μέρας, τα ’χω στο νου μου ζωντανά. Μόνο από τη νύχτα κι έπειτα δεν είμαι σίγουρος για τίποτα. Μα πάλι λέω όχι, τα ’δα με τα μάτια μου, όσο κι αν μου ντουμάνιαζε το νου μου ο καπνός.

Όξω, ησυχία. Ψυχή στο δρόμο και στ’ Αλάνι. Όσο κι αν κάνεις κουράγιο το πρωί, με το γέρμα της μέρας κάτι γέρνει μέσα σου. Μονάχα δυο πιτσιρικάκια, με ξύλινα σπα­θιά, σηκώνανε τη σκόνη με το βήμα τους. Παίζανε στρατιώ­τες και φωνοκοπούσανε : ά – στρούτ, μπάλα – στρούτ. Μα βγήκε η μάνα τους και τα συμμάζεψε… Λοιπόν, από σπίτι σε σπίτι κι από πρεβόλι σε πρεβόλι, μαζευτήκαμε πέντ’ έξι στο σπίτι του πλαϊνού μου. Ένας φράχτης από κλαδιά χώ­ριζε τα πρεβόλια μας. Κουβεντιάσαμε για το ζήτημα, μας έβγαλε και τσίπουρο με κοπανιστές ελιές —αυτό, προπάν­των για τον Επαμεινώντα, που ήτανε πατσαβούρα το ηθικό του. Κουβεντιάσαμε κι αποφασίσαμε πως είχε γείρει πια η μέρα, δε μας έπαιρνε η ώρα, θα τα ξανακουβεντιάζαμε το άλλο πρωινό. Έμεινα τελευταίος, για να πούμε ακόμα δυο λογάκια με το γείτονα, άνθρωπο γνωστικό και μυαλωμένο. Βγαίνοντας, είδα τη γυναίκα του να μαζεύει τα ρούχα της μπουγάδας από το σκοινί. Στάζανε, ακόμα ογρά. Πέφτουνε καπνιές, μου λέει, δεν ξέρω από πού, και μου τα λερώνουνε, θα τα ξαναπλώσω το πρωί…. Πέφτανε καπνιές. Σουρούπωνε. Τέλη Αυγούστου, κονταίνουνε οι μέρες. Νωρίς, μα κουτσοφάγαμε το βραδινό μας με την Κατερίνα, τι να κάναμε, και ύστερα, τι άλλο να κάναμε, πλαγιάσαμε, ανυποψίαστοι. Το στόμα μου ήτανε φαρμάκι απ’ τα τσιγάρα.

Άλλες μέρες, τέτοια ώρα, καθόμασταν όξω, στο πρε­βόλι, ερχότανε κανένας γείτονας, καμιά γειτόνισσα, η Κατερίνα κάτι έπλεκε για το μωρό μας, ένα καλτσάκι, ένα ζι­πουνάκι, γαλάζια ούλα, γιατί θα ’τανε αγόρι. Μπροστά μας, πιο χαμηλά, τ’ Αλάνι. Εμείς οι πρεβολαρέοι κάναμε χω­ριστά παρέα— μπορεί και να λογαριάζαμε τον εαυτό μας πιο σπουδαίο, γιατί δουλεύαμε τη γης. Από αλλοτεχνίτες, μο­νάχα τούς ψαράδες είχαμε σε υπόληψη. Κι αυτοί οργώνουνε τη θάλασσα. Και, δεν ξέρω, οι θαλασσινοί κάτι έχουνε στα μάτια τους, κάτι το αλαργινό, θαρρείς, που σε βάνει σε μεγάλη συλλογή… Καθόμασταν, δεν πολυκουβεντιάζαμε στις βραδινές μας παρεούλες -οι γυναίκες, ναι, μα εμείς οι άντροι αφουγκραζόμασταν το χώμα που μουρμούριζε κα­θώς ανάδινε τη ζεστασιά της μέρας. Οι πρεβολαρέοι, είναι λιγομίλητο σινάφι. Μην κοιτάζεις, τώρα, εγώ.

Καμιά φορά, το βραδάκι, παίρναμε οι δυο μας, η γυ­ναίκα μου κι εγώ, το βαποράκι της συγκοινωνίας, από τη βαπορόσκαλα του λιμανιού, και βγαίναμε στην τελευταία σκάλα, στο Κοκάργιαλι. Για να ξέρεις, Κοκάργιαλι θα πει ο μυρωμένος γιαλός. Καθόμασταν σ’ ένα καφενεδάκι που βούταγε τα πόδια του στη θάλασσα. Κι αλήθεια, ο γιαλός, εδώ, με τη βραδινή φυρονεριά, μοσκοβολούσε αχινιό και χάβαρο. Ανοίγανε τα πνεμόνια σου. Μπαρμπούνι μεζεδάκι. Καρσί μας το μπουγάζι, γαλατερό αυτή την ώρα της μπουνάτσας, και σαν έπαιρνε να σκοτεινιάσει, βγαίνανε οι ψαρο­πούλες και ζώνανε τη θάλασσα με πυροφάνια, αραδιασμένες από το Τσιφλίκι του Άϊ Γιωργιού, κάτω από τα Δυο Αδέρφια, ώσαμε την άλλη κόστα, πέρ’ από του Παπά τη Σκάλα. Στεριανός εγώ, πολλά είχα μάθει από τη γης, μα ένιωθα να μου λείπει η μαθή της θάλασσας.

Μα εκείνη τη μέρα, τι να κάναμε, πλαγιάσαμε νωρίς. Μόλις που βράδιαζε. Κουβέντιασα με την Κατερίνα για τούτο και για κείνο, πως αργήσανε τα πρωτοβρόχια, πως τόσες και τόσες γούλες από λάχανα και κουνουπίδια πηγαί­νανε χαμένες, και πως θα ’τανε καλά ν’ αγοράζαμε μια γου­ρούνα. Θα τη θρέφαμε τζάμπα, θα τη βάζαμε και με τον αρσενικό του Επαμεινώντα, και σε δυο – τρία χρόνια, που­λώντας τα γουρουνόπουλα, θα χτίζαμε ακόμα μια καμαρού­λα, για το γιο μας, που θα ’χε μεγαλώσει ώσαμε τότε. Κου­βέντες σπιτικές, του καλού καιρού. Ύστερα κόμπιασα, και της είπα πως ήκλαιγε ο Επαμεινώντας για τη συφορά του Έθνους. Φαίνεται πως λύγισε κι εμένα η φωνή μου, γιατί η Κατερίνα μού χάδεψε το χέρι. Το παιδί μας, μου λέει. Ναι, ο γιος μας, είπα κι εγώ, καταλαβαίνοντας πού πήγαινε ο νους της. Της μίλησα και για τη μπουγάδα της Ασήμως και για τις καπνιές. Πρωτύτερα, μου λέει, που βγήκα για να πετάξω τα φρόκαλα στον τενεκέ, είδα ένα σύννεφο, το χρώμα του σαν το μπακίρι, προς τη μεριά του Μπασμαχανέ. Ιδέα σου, της λέω —μ’ όλο που είχα δει κι εγώ το σύννεφο. Δε φοβήθηκα, μου αποκρίθηκε. Μονάχα, το παιδί μας.

Μας πήρε ο ύπνος.

Κάτι μας ξύπνησε μέσα στη νύχτα. Η κάψα; Οι φω­νές; Σκυλιά ουρλιάζανε. Η φωτιά ήτανε μακριά. Καρατάρισα με το μάτι πως θα ’χε φτάσει από το Μπασμαχανέ στον Άϊ Δημήτρη, αφού είχε πάρει σβάρνα ολάκερη την Αρμε­νιά. Μας χώριζε πάνω από ένα μίλι ακόμα. Ένα σύννεφο μπακιρί σκέπαζε το μισό ουρανό. Μπροστά μου, τ’ Αλάνι λες και φωτιζότανε από ένα πλούσιο ηλιοβασίλεμα, πορτοκαλί. Ανθρώποι βγαίνανε από τα σπίτια, κοιτάζανε ψηλά, μαζώνονταν εδώ κι εκεί, φωνάζανε, χειρονομούσαν, ξαναμπαίνανε στα σπίτια τους και πάλι ξαναβγαίνανε, φωνάζανε, κοιτά­ζανε ψηλά. Είχε σηκωθεί σορόκος, όχι δυνατός, όσο χρεια­ζότανε για να το γλεντά η φωτιά. Δε βιαζότανε, σίγουρη για τον εαυτό της, ξέροντας πως ατή της ήτανε ο νόμος κι οι προφήτες. Σεργιάνιζε στις σκεπές, χωνότανε στα σπίτια, ξεπεταγότανε απ’ τα παράθυρα. Ο καπνός ανέβαινε κόκκι­νος, καρουλιαστός, απλωνότανε ύστερα σε μπακιρένια σύν­νεφα. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Τα πουλιά, ξεγελασμένα από τη λάμψη, από το φως, είχανε ξυπνήσει και τσιβίζανε μέσα στις φυλλωσιές. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου. Όμορ­φος μπαξές, ποτιστικός. Τώρα ποτίζω τούτες τις δυο γλάστρες.

Φωνάζανε από τ’ Αλάνι. Δεν καταλάβαινα τι λέγανε. Το καμίνι που ερχότανε κατά δω, άδραχνε τα λόγια, τα ξάτμιζε, τα ’κανε αχνό. Μπήκα στο σπίτι. Η Κατερίνα με κοίταξε στα μάτια. Μη νοιάζεσαι, της λέω, κι εδώ να ’ρθει η φωτιά, θα τη σταματήσει τ’ Αλάνι. Το ξυπνητήρι έδειχνε κοντά έντεκα η ώρα. Θα ’χαμε κοιμηθεί καμιά – δυο ώρες.

Σιγά σιγά, πήρε τ’ αφτί μου ένα βουητό, σα να κύλαγε άγριο ποτάμι, ξεχειλούσε κατά δω, ζύγωνε ολοένα. Και ξα­φνικά, μπουκάρανε απ’ τα σοκάκια κοπάδι ανθρώποι, σκυ­φτοί, αλαφιασμένοι, μ’ ένα μπόγο στον ώμο, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, μ’ ένα τέντζερε στα χέρια ή μ’ ένα μύλο του καφέ, πράματα ασυλλόγιστα, τρελά, μουγγοί, ούτε γυναί­κες στριγγλίζανε ούτε γέροι να βογγάνε ούτε μωρά να κλαψιαρίζουνε —μονάχα σούρσιμο στο χώμα και ποδοβολητό. Μουγγοί, σκυφτοί, μ’ αγριεμένα μούτρα, τραβάγανε μπρο­στά.

Φόρεσα ένα παντελόνι πάνω από τη νυχτικιά μου και κατέβηκα στ’ Αλάνι. Πέσαμε πλάι τους.

— Βρε παιδιά, πού πάτε ;

Δείξανε μπροστά.

— Σταθείτε, βρε παιδιά, δεν έχει φόβο εδώ, μπείτε στα σπίτια μας, είναι δικά σας. Μπείτε να ξαποστάσετε.

Δεν αποκρίνονταν, μόνο τραβάγανε μπροστά. Βγαίνανε απ’ την κόλαση, πορτοκαλιοί και κόκκινοι απ’ τη μεριά που χτύπαγε η φωτιά. Οι άντροι, τελοσπάντων, είναι άντροι. Παραβλέπεις. Μα οι γυναίκες ήτανε φριχτές, ξεμαλ­λιασμένες και μες στη μουτζαλιά. Μια κράταγε ένα κόσκινο, μιαν άλλη φόραγε στο κεφάλι της ένα καπέλο με φτερά και ήτανε ξυπόλητη, και μια είχε φορτωθεί στον ώμο της ολάκερο φορτσέρι, κοπελίτσα, θα ’τανε τα προικιά της. Άλλοι σηκώνανε στη ράχη τους παππούδες και γιαγιάδες. Δυο, εί­χανε πλέξει τα χέρια τους καρεγλάκι και κουβαλάγαν £να γέρο πετσί και κόκαλο, με το πηγούνι του ακουμπιστά στο στήθος. Ένας παπάς οδήγαγε μπροστά ένα δεύτερο κο­πάδι.

—Αμάν, πού πάτε, βρε παιδιά;

Αμάν αμάν! η φωτιά τούς είχε κάψει τη μιλιά, τους στέγνωσε το σάλιο. Κι ο ρόχος της φωτιάς ούρλιαζε τώρα, γέμιζε τον αέρα. Μπρος από τον παπά, ένα παιδάκι, ανίδεο, κύλαγε το τσέρκι του, ευτυχισμένο.

‘Ένα γρήγορο ποδοβολητό ακούστηκε σε κάποιο καλντε­ρίμι. Οι Τούρκοι! στριγγλίξανε οι γυναίκες του μαχαλά, και δυο αλόγατα χυμήξανε στ’ Αλάνι, έρημα και ξεσέλωτα, σταθήκανε απότομα, χλιμιντρήσανε ψηλά τον ουρανό, και ύστερα χυθήκανε μπροστά, χαθήκανε μες στους μπαξέδες.

Βρήκα την Κατερίνα καθιστή σε μια καρέγλα. Βαρεμέ­νη πέντε μηνώ. Το μούτρο της ήταν τσαλακωμένο. Δεν αισθάνεσαι καλά; Τίποτα, μου λέει, ένα πονάκι. Φαίνεται πως κλωτσάει το μωρό. Δε θέλησε να ξαναπλαγιάσει…. Λέ­νε για τον οξαποδώ, πως ύστερ’ από τα μεσάνυχτα βιάζεται να τελέψει τη δουλειά του, πριν να λαλήσει κόκορας την αυ­γή. Το ίδιο βιαζότανε τώρα η φωτιά, διχάλωνε, τριχάλωνε, έζωνε την Άγια Φωτεινή, τον Άϊ Γιώργη, μια τρίτη γλώσ­σα έγλειφε κιόλα το μαχαλά της ‘Άγιας Αικατερίνης. Έδινε χέρι κι ο σορόκος στη φωτιά, κι αυτή σαλτάριζε, ήβλεπες ένα σπίτι να φουντώνει πολύ πιο εδώ, στα Τράσα η στο Κερατοχώρι, μοναχικό, και ύστερα, σε μια στιγμή, ν’ αρπάζει ολάκερο σοκάκι. Ο ρόχος σκέπαζε κάθε άλλο σαματά, χίλιοι ανέμοι ουρλιάζανε, χοχλακιστός, καρουλιαστός…. Βγήκε η Κατερίνα και ήρθε πλάι μου. Πώς αισθά­νεσαι; Τίποτα, ένα πονάκι λίγο πιο κάτω από τον αφαλό…. Άκου, μου λέει σε λίγο, στήσε αφτί, σημαίνει μια καμπά­να. Είναι η πυρωμένη ανάσα της φωτιάς, εξήγησα της Κα­τερίνας, αυτή κουνάει τις καμπάνες και σημαίνουνε.

Δεν ξέρω τι κάνανε οι γειτόνοι, μας χωρίζανε οι μπα­ξέδες, τα δέντρα, οι έγνοιες. Μας τσουρούφλιζε η κάψα της φωτιάς… Όχι, μουρμούρισε κάποια στιγμή πλάι μου η Κατερίνα, δεν είναι από την ανάσα της φωτιάς που σήμανε η καμπάνα. Πάλι σημαίνει, άκου…. Το ’πε σα να ’τανε ονειροπαρμένη, κι αυτό δε μ’ άρεσε. Μονάχα μια καμπάνα, πάλι μου λέει, σημαίνει. Άκου…. Ξάφνου, σωριαστήκανε πέρα ένας τρούλος εκκλησιάς κι ένα καμπαναριό, έτσι, σαν ψεύτικα, τίποτα δεν ακούστηκε μέσα στο ρόχο της φωτιάς, μονάχα η καμπάνα σήμαινε, και τότε, κοίτα, Γιακουμή, μου λέει —ένα ράσο τινάχτηκε ψηλά κι ανέμιζε απλωτό, κούφιο, μαύρο πάνω στο μπακιρί ουρανό, το ράσο του δε­σπότη, μου λέει, και πλάι στο ράσο κορωνίζει μια καμπάνα σαν ήλιος ασπροπυρωμένη και αστραφτερή…. και ούλο ανέβαινε και σήμαινε λυπητερά η καμπάνα, ψηλά, ολοένα πιο ψηλά πλάι στο ράσο —ούτε φεγγάρι ούτε άστρα είχε ο ου­ρανός— ώσπου χαθήκανε από τα μάτια μας κι από τ’ αφτιά μας κι απόμεινε μονάχα ο ρόχος και το καμίνι της φωτιάς, και τα πουλιά ξεσηκωθήκανε και φρουφρουρίσανε αλάργα, και το κίτρινο γατί μας πήδηξε από την αγκαλιά της Κα­τερίνας και κυνηγούσε τ’ άπιαστα πουλιά.

Η Κατερίνα κάθισε στο κατώφλι. Πονάς; Δεν είναι τίποτα, κλωτσάει το μωρό. Άλλα κοπάδια ροβολούσανε στ’ Αλάνι, βαμμένα κόκκινο πορτοκαλί, πότε γυρίζανε στο κί­τρινο πότε στο βυσσινί, από τα σπίτια ολόγυρα στ’ Αλάνι· βγάζανε μόμπιλα και τα στοιβάζανε καταμεσής, σωροί σω­ροί, ανθρώποι χειρονομούσανε κι ανοιγοκλείνανε το στόμα τους μα δεν έβγαινε μιλιά, ούλα πνιμένα μέσα στο ρόχο της φω­τιάς —και να, καθώς κοιτάζαμε, μια φλόγα ξεπήδησε από μια σκεπή, μιαν άλλη κείθε, μιαν άλλη δώθε, άρπαξε μια βελέντζα εδώ, ένα στρώμα εκεί, μια μπατανία, ένα κοφίνι, αφανοί του Άϊ Γιάννη, κανένας δεν τούς πήδαγε, ύστερα λαμπάδιασε το πεύκο του μπαξέ μας, πετάγονταν οι κουκουνάρες ίδιες φλογισμένα τόπια —μην τρέχεις, είπε η Κατερί­να, το παιδί— τη σήκωσα στα χέρια βαρεμένη πέντε μηνώ, σταμάτησα εκατό δρασκελιές πιο πέρα, στο χωραφάκι με το θερισμένο καλαμπόκι, την απόθεσα χάμω στην άλλη άκρη, πλαγιαστή, δε βαστάω πιά, μου λέει, σφιγγότανε τρεμουλιαστά, με το μανίκι της νυχτικιάς μου σφούγγιζα τον ιδρώ­τα πάνω στο κούτελό της, βογγούσε, μούγγριζε, τρίζανε τα δόντια της, πονάω, πονάω κάτω από τον αφαλό, εκεί απόβαλε το γιο μας, ήτανε γιος, το ’δα στη φλόγα του σπιτιού, κι η σίχλια γης ρούφηξε ούλο της το αίμα… Παιδούλα, ονει­ρευότανε την ευτυχία η Κατερίνα.

 

Γλωσσάρι

ντερέδες: ξεροπόταμοι, χούνες.

ολούρμου; : γίνεται; Μπαίνει στο τέλος της πρότασης, εννοώντας ότι δεν γίνεται κάτι, ότι είναι αφύσικο. Φυσικά τουρκικό.

μπατανία: η κουβέρτα

νταρί: το καλαμπόκι

πλέκανε: έπλεαν

βασιλικά: τα πολεμικά πλοία των μεγάλων δυνάμεων

μπίνμπασης: αξιωματικός περίπου αντίστοιχος με τον ταγματάρχη· κατά λέξη, χιλίαρχος (bin = 1000)

βαρεμένη: έγκυος

σίχλια: χλιαρή (ίσως σύχλια, από συν+χλιος).

 

 

Advertisement

90 Σχόλια προς “Η πυρκαγιά της Σμύρνης (απόσπασμα από το Στου Χατζηφράγκου, του Κοσμά Πολίτη)”

  1. sarant said

    Καλημέρα, το ανέβασα λίγο πιο νωρίς επειδή φεύγω για μια πεζοπορία και θα λείψω για αρκετές ώρες.

  2. Λεύκιππος said

    Μόνο αν ζήσεις κάτι, μπορείς να το περιγράψεις τόσο ζωντανά.

  3. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἐκεῖνο τό «είχανε γίνει κάμποσα παρατράγουδα [..] ξεπαρθενέματα» μοῦ μύρισε λιγάκι Χρυσόστομο, ἀλλά προφανῶς ἔχω ἄδικο..
    Καλημέρα σας!

  4. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    μέσα στά χρυσά νταριά
    κοιμοῦνται ἀγοροκόριτσα.
    Ὀ ὕπνος τους μυρίζει πυρκαγιά.
    Στά δόντια τους ὁ ἥλιος σπαρταράει

  5. Σμύρνη, Σμύρνη είναι τ’ όνειρό μας…

  6. Κιγκέρι said

    >>…πλέκανε: έπλεαν

    Ενώ η γιαγιά μου, από τη Ραιδεστό, έλεγε πλέγω, έπλεγα, αντί για πλέκω, έπλεκα!

  7. μπεν κατολίκ= εγώ (είμαι) καθολικός
    ντουρ = στάσου

  8. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Οἱ «γούλες από λάχανα και κουνουπίδια» (καί μαυρολάχανα καί ἄλλα κραμβοειδῆ) εἶναι βέβαια τό σκληρό -ἕως ἀφάγωτο γιά τά ἀνθρώπινα δόντια- ἀρχικό τμῆμα τοῦ κοτσανιοῦ..

  9. Λάμπας said

    «Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη.» Ειδικά τώρα που ο κάθε πικραμένος γράφει και κάτι για τη Σμύρνη.

  10. Συναρπαστική αφήγηση !!

  11. Πουλ-πουλ said

    Έξοχη επιλογή Νικοκύρη. Όταν το ξαναδιάβασα επί ιντερνέτ, αναζήτησα παλιούς χάρτες της Σμύρνης, και έτσι συμπορεύτηκα στα σοκάκια και τις γειτονιές της πόλης, συντροφιά με τους ήρωες. Και κάτι γλωσσικό, ντερέδες έλεγαν τις υδρορρόες οι παλιοί μαστόροι.

  12. gbaloglou said

    Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η πληροφορία για την μονοήμερη κυκλοφορία της απολογητικής εφημερίδας (σε πνεύμα παπα-Εφτύμ, «πρέπει ν’ ανανήψομε»)…

  13. Ναι, και ποια εφημερίδα να είναι; Άραγε να υπάρχει κάπου;

  14. Πουλ-πουλ said

    «Όσο κι αν φέρθηκε ασυλλόγιστα ο Χρυσόστομος, μού λέει ο μπαρμπέρης, τα χρόνια της κατοχής —αν και, να πεις, αν φερνότανε με νου και γνώση, θα τον βγάζανε προ­δότη—»
    Το αφήνω ασχολίαστο…

  15. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    «..όσοι δοκιμάζανε ν’ αρπαχτούν από την κρεμασμένη ανεμόσκαλα, οι Εγγλέζοι την τινάζανε και τους πετάγανε στη θάλασσα [..] Λένε πως οι Φραντσέζοι, σέ τούτη την περίσταση, φερθήκανε πιο ανθρωπινά»

    Πιθανῶς καί νά ἦταν ἔτσι τά πράγματα στόν χαμό τοῦ λιμανιοῦ. Τό βέβαιο ὅμως εἶναι πώς αὐτή ἡ διάκρισι τῶν ἀνταντικῶν μας προστατῶν δέν ἀντιστοιχοῦσε μέ τήν κατεύθυνσι τῶν ἐπιδιώξεων τῶν δύο Μεγάλων στό τοπίο τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Ἡ Ἀγγλία -ὁ Λλόυδ Τζώρτζ, ἔστω..- διέκειτο φιλικώτερα πρός τήν Ἑλλάδα, ἐνῶ ἡ Γαλλία προέβη σέ οὐκ ὀλίγες ἀνθελληνικές παρασπονδίες.

    (Νομίζω ὅτι εἶναι σωστή ἡ παρατήρησι τοῦ Ἰοῦ ὅταν -γράφοντας γιά τά Ματωμένα Χώματα- διαπίστωνε ὅτι «το αντιιμπεριαλιστικό μήνυμά του [..] δεν μπορούσε παρά να βρει πρόσφορο έδαφος σ’ ένα κοινό έντονα σημαδεμένο από [..] τις αμερικανοβρετανικές ίντριγκες και την αιματηρή κατάπνιξη του εαμικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος» (Χρόνος δημοσιεύσεως τοῦ «Χατζηφράγκου», 1962..)

  16. Georgios Bartzoudis said

    # Εξαιρετικό αφήγημα!
    # «ολούρμου; : γίνεται; Μπαίνει στο τέλος της πρότασης, εννοώντας ότι δεν γίνεται κάτι, ότι είναι αφύσικο. Φυσικά τουρκικό».
    Το έλεγαν συχνά-πυκνά οι παλιοί (καθιαυτού) Μακεδόνες. Μια άλλη εξήγηση: «Είναι δυνατόν»?
    # «πλέκανε: έπλεαν». Ναι. Πλέκω=κολυμπώ (Μακεδονιστί)

  17. BLOG_OTI_NANAI said

    Κάποια στοιχεία:

  18. BLOG_OTI_NANAI said

    Μερικές επιστολές του συγγραφέα προς ζευγάρι φίλων του (από το περ. Περίπλους):

  19. BLOG_OTI_NANAI said

    Κάποια βιογραφικά. Γενικά είχε σοβαρά οικονομικά προβλήματα:

  20. Χαρούλα said

    Πωωωω! υπέροχο! Το είδα μεγάλο και ήμουν επιφυλακτική.
    Αλλά με παρέσυρε. Ωραία γραφή. Λόγος που τρέχει. Όχι τεράστιες προτάσεις. Ευχαριστώ

    Και ναι
    «Αξίζει να διαβάσετε αλλά και να ξαναδιαβάσετε το μυθιστόρημα αυτό του Πολίτη.»
    Συμφωνώ. Νομίζω είναι από τις αντικειμενικότερες περιγραφές των ημερών

  21. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τί ὄμορφο ἀέρα άποπνέουν οἱ ἐπιστολές! (Καί πόσα χρωστᾶ ἡ πνευματική Ἑλλάδα στό ζεῦγος..). Ἐκτός τῶν ἄλλων μαθαίνουμε ὅτι ὁ Πολίτης φοροῦσε καβαφικές Κραβάτες 🙂

  22. Πολύ ωραία η αλληλογραφία με την Τατιάνα Γκρίτση-Μιλιέξ. Με όλες αυτές τις γαλλικές φράσεις αναρωτήθηκα μήπως δεν ήξερε αγγλικά και μετέφραζε, π.χ. τον Κίπλινγκ, από γαλλικές μεταφράσεις (όπως θαρρώ -αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος- έκανε ο Κόντογλου με τον Στίβενσον ξερωγώ), αλλά στο τέλος η αγγλομάθεια επιβεβαιώθηκε, με το βιβλίο του Καζάν που δεν νομίζω να είχε μεταφραστεί κιόλας στα γαλλικά (αν και ποτέ δεν ξέρεις).

  23. Γιάννης Κουβάτσος said

    «ἐνῶ ἡ Γαλλία προέβη σέ οὐκ ὀλίγες ἀνθελληνικές παρασπονδίες.»
    Δεν ήταν ανθελληνικές παρασπονδίες, γιατρέ μου. Ηταν απλώς πολιτική. Το τηλεγράφημα του Παπούλα στον εξόριστο Κωνσταντίνο ήταν η αφορμή (όχι η αιτία), για να αγκαλιάσει η Γαλλία τον Κεμάλ.
    Αυτό το βιβλίο του Πολίτη, εν συγκρίσει με τα «Ματωμένα χώματα» υπερέχει στο ότι δεν είναι γραμμένο με, έστω λανθάνον, ύφος ανωτερότητας έναντι του τουρκικού πληθυσμού της Σμύρνης. Άλλωστε ο Πολίτης, για τα δικά μου γούστα, είναι σαφώς καλύτερος λογοτέχνης από τη μάλλον υπερτιμημένη Διδώ Σωτηρίου.

  24. BLOG_OTI_NANAI said

    Γενικά οι επιστολές ανθρώπων των γραμμάτων είναι από τα πιο ζωντανά αναγνώσματα και προσωπικά μου αρέσει πολύ να τις διαβάζω. Για μένα π.χ. είναι το είδος του βιβλίου που θα έπαιρνα στη θάλασσα ή σε έναν καφέ για να χαλαρώσω.

  25. Γιάννης Κουβάτσος said

    Οι επιστολές και τα ημερολόγιά τους.

  26. BLOG_OTI_NANAI said

    Ναι, και τα ημερολόγια έχουν ενδιαφέρον.

  27. Νεσταναῖος said

    Όταν κάποιος φωνάζει «Η Ελλάδα στους Έλληνες» και τον λοιδορούν είναι επειδή δεν υπάρχουν Έλληνες η επειδή δεν υπάρχει Ελλάδα?

  28. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἡ Ἑλλάδα, Γιάννη, βρέθηκε ἐκεῖ ΚΑΙ μέ τήν ὑπογραφή τῶν Γάλλων ἀντιπροσώπων στίς Σέβρες. Ἑπομένως, οἱ στρατιωτικές, ὁπλικές, ἐμπορικές καί ἄλλες γαλλοτουρκικές «έγκάρδιες συνεννοήσεις» πού ἐπακολούθησαν, ἦταν παρασπονδίες. Ἄλλο θέμα τό ἄν γιά τά πολιτικά ἤθη τῶν ἰμπεριαλιστικῶν κρατῶν οἱ τέτοιες παρασπονδίες ἦταν καί εἶναι παρωνυχίδες.

  29. Γιάννης Κουβάτσος said

    28:Ακριβώς :πολιτική. 😊

  30. Spiridione said

    Εδώ ολόκληρη η πάροδος
    http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=135&author_id=38

  31. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    ..καί μιά ὑπόθεσι (ἴσως ὄχι πολύ ἡρωϊκή, ἀλλά βάσιμη) γιά τήν φυγή του ἀπό τήν φλεγόμενη Σμύρνη. Ἐκεῖνον τόν καιρό ἐργάζονταν στην Crédit Foncier d’ Algérie et de Tunisie καί δέν εἶναι ἀπίθανο τό «μπεν κατολίκ» νά μήν τό πέταξε μόνο ὁ Γιακουμῆς..

  32. aerosol said

    Αριστούργημα το Στου Χατζηφράγκου. Μακράν ανώτερο απ’ ό,τι άλλο έχω διαβάσει του Πολίτη.

  33. Πουλ-πουλ said

    23. Κουβάτσος
    «Άλλωστε ο Πολίτης, για τα δικά μου γούστα, είναι σαφώς καλύτερος λογοτέχνης από τη μάλλον υπερτιμημένη Διδώ Σωτηρίου.»
    Ε, καλά τώρα, ποιά δικά σου γούστα, τι σχέση έχει ο αδάμας με τα βοτσαλάκια της άμμου;

  34. Spiridione said

    Γλωσσάρι είχε γράψει ο ίδιος ο Πολίτης και υπήρχε στην α’ έκδοση, αλλά μάλλον όχι σε όλα τα αντίτυπα.
    Ο Mackridge λέει τα περισσότερα λήμματα στο γλωσσάρι του είναι παρμένα ατόφια από τον Πολίτη και έχει προσθέσει και μερικά ακόμη
    https://books.google.gr/books?id=LH9iAAAAMAAJ&q=%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85+%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF&dq=%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%85+%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CF%86%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CF%85+%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwjrv_6mjfv5AhVdR_EDHdnCBggQ6AF6BAgCEAI

  35. Παναγιώτης Κ. said

    Το «τραύμα» από την Μικρασιατική Καταστροφή που υπάρχει εντός μου, (πρωτίστως αποτέλεσμα κάποιων αφηγήσεων της μάνας μου όταν ήμουν παιδί-η μάνα μου δεν ήταν πρόσφυγας. Το δικό της συναίσθημα μετέφερε σε μένα για τα γεγονότα όπως τα είχε ακούσει-) γενικώς με εμποδίζει να αφιερωθώ με τρόπο συστηματικό στη μελέτη αυτής της ιστορικής περιόδου, της τόσο οδυνηρής για την Ελλάδα.
    Όταν η τηλεόραση έχει κάποιο ντοκιμαντέρ σχετικό με τα γεγονότα και δείχνει την κλασική σκηνή με τον παππά και το κάρο που το σέρνουν βόδια τότε, για να μην επιτείνω τον «πόνο» μου, αλλάζω κανάλι! (Κάπου διάβασα ότι αυτά τα στιγμιότυπα αφορούν Αρμένιους όπως και ο παππάς Αρμένιος είναι. Φυσικά, δεν έχει καμιά σημασία).
    Δεν είναι μόνο ο ανθρώπινος πόνος. Αυτός ξεπερνιέται με το πέρασμα του χρόνου.
    Ο μεγάλος πόνος είναι η καταστροφή ενός πολιτισμού. Ο πολιτισμός που υπήρξε σε εκείνα τα μέρη και δημιουργήθηκε σε μια περίοδο πάνω από τρεις χιλιάδες χρόνια!

    Αλλά τι περίεργο! Ενώ η σκέψη αυτών το γεγονότων με θλίβει, όταν βρεθώ σε αυτά τα μέρη η διάθεσή μου γίνεται ευφρόσυνη.
    Μάλλον κυριαρχεί η ιδέα-μύχιος πόθος- να πορευτούμε με τους γείτονες σε δρόμους ειρήνης και συνεργασίας και ό,τι έγινε,…νερό και αλάτι!
    Εξ άλλου οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Έτσι δεν το λέμε;

    Για την ώρα έχουμε τον Ταγίπ και μερικούς ακόμη που μου χαλάνε…το όνειρο!
    Και μια και το έφερε η κουβέντα, θυμίζω ότι στην Ελλάδα πολλοί από μας είχαν μια θετική στάση όταν ο Ερντογάν ανέβηκε στην εξουσία.
    Ένας Τούρκος ξεναγός το 2013, Θρακιώτης στην καταγωγή, μας είχε προειδοποιήσει να περιστείλουμε, εμείς οι Έλληνες, τον…ενθουσιασμό μας για τον Ερντογάν. Ήμασταν βλέπετε, επηρεασμένοι από τις κουμπαριές…
    Δεν είχαμε αντιληφθεί ότι έχουμε έναν ισλαμιστή ηγέτη ο οποίος εκπροσωπεί το ισλαμικό στοιχείο της Τουρκίας.
    Ο ξεναγός τότε μας είπε ότι, κατά τρόπο μεθοδικό οι ισλαμιστές επιδιώκουν να καταλάβουν επίκαιρες θέσεις στο κράτος. Αργά αλλά σταθερά τα καταφέρνουν.
    Εμείς βεβαίως τα ακούσαμε όλα αυτά, με κάποια δυσπιστία είναι αλήθεια. Η πραγματικότητα, όπως την προσλαμβάνουμε σήμερα, επιβεβαίωσε τα λόγια του ξεναγού!

  36. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    Εδώ είναι όλη η αλήθεια.
    http://ola-ta-kala.blogspot.com/2013/02/blog-post_12.html

  37. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα. Δυνατό κείμενο γεμάτο εικόνες Αποκάλυψης που αραδιάζονται και έτσι:
    «[…]πλάκωσε μεγάλη ορφάνια.[…]η πολιτεία λούφαζε μες στο κακό της όνειρο,[…]Μα οι φούρνοι βγάζανε ψωμί. […]πέρα, πολύ μακριά, ένα πνιχτό μπουμπουνητό, κάτι σα μπασαβιόλα […]πρωτοβγήκε ξανά και μια δι­κιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά[…]πρέπει ν’ ανανήψομε,[…]να καταγίνομε στα ειρηνικά μας έργα, γράφανε, κάτω από την προστασία και τη δικαιοσύνη τής τούρκικιας πατρίδας[…] Κάποια ονείρατα είχανε χα­θεί, μα ονείρατα είν’ εύκολο να ξαναφτιάξεις. Κι ακόμα τότε ξαναφτιάχναμε δειλά δειλά, μπορεί και δίχως να το μολογάμε στον εαυτό μας. Δεν πέθανε ο βασιλιάς Αλέξαντρος, λέω της γυναίκας μου κάποια στιγμή.[…]πάω να ξουριστώ. Πεθαμέ­νος κι αξούριστος ολούρμου;[…]Μπρος στα λεφτά τ’ είναι η ζωή του ανθρώπου; Μη φύγετε, μας λέγανε, θα ξανάρθομε, ζήτω η Ελλάς![…]ούλος αυτός ο κόσμος στοιβαγμένος στο μουράγιο και πάνω σε μαούνες[…] Τέλη Αυγούστου. Αρχές Σεπτέμβρη με το καινούριο.[…]Το αθάνατο δαιμόνιο της Φυλής,[…]Στη θάλασσα, κάμποσα τουμπανιασμένα κορμιά πλέκανε στον αφρό.[…]θάνατος ήτανε η τρεχούμενη ζωή. […]μού λέει ο μπαρμπέρης,[…]άλλοι, που το σκάσανε κρυφά, ενώ βεβαιώνανε πως θα κρατάγανε την πολιτεία και πως δεν είχαμε κανένα κίνδυνο.[…]Είναι οι μεγάλοι φταίχτες κι αυτοί, κι εκείνοι που τους στείλανε […]λέω: μπεν κατολίκ.[…] σε τέτοιες ώρες, ο άνθρωπος γίνεται εγωιστής.[…]Πέφτανε καπνιές. Σουρούπωνε. Τέλη Αυγούστου, κονταίνουνε οι μέρες. […]Εμείς οι πρεβολαρέοι κάναμε χω­ριστά παρέα— μπορεί και να λογαριάζαμε τον εαυτό μας πιο σπουδαίο, γιατί δουλεύαμε τη γης.[…] Από αλλοτεχνίτες, μο­νάχα τούς ψαράδες είχαμε σε υπόληψη[…]Στεριανός εγώ, πολλά είχα μάθει από τη γης, μα ένιωθα να μου λείπει η μαθή της θάλασσας.[…]Ένα σύννεφο μπακιρί σκέπαζε το μισό ουρανό. Μπροστά μου, τ’ Αλάνι λες και φωτιζότανε από ένα πλούσιο ηλιοβασίλεμα, πορτοκαλί. Ανθρώποι βγαίνανε από τα σπίτια, κοιτάζανε ψηλά, μαζώνονταν[…] Τα πουλιά, ξεγελασμένα από τη λάμψη, από το φως, είχανε ξυπνήσει και τσιβίζανε μέσα στις φυλλωσιές. Στεκόμουνα στο μπαξέ μου.[…]Το καμίνι που ερχότανε κατά δω, άδραχνε τα λόγια, τα ξάτμιζε, τα ’κανε αχνό.[…]μας χωρίζανε οι μπα­ξέδες, τα δέντρα, οι έγνοιες. Μας τσουρούφλιζε η κάψα της φωτιάς…[…]κορωνίζει μια καμπάνα σαν ήλιος ασπροπυρωμένη και αστραφτερή…. […]ούτε φεγγάρι ούτε άστρα είχε ο ουρανός […]αφανοί του Άϊ Γιάννη, κανένας δεν τούς πήδαγε[…] μην τρέχεις, είπε η Κατερί­να, το παιδί[…] εκεί απόβαλε το γιο μας, ήτανε γιος, το ’δα στη φλόγα του σπιτιού[…] Παιδούλα, ονει­ρευότανε την ευτυχία η Κατερίνα.»
    …Μα, τελικά,φαίνεται ότι όπως και να διαβάσεις μιαν ιστορία τρανής καταστροφής, αυτό που μένει είναι η γεύση η πικρή της προδοσίας που μοιάζει πάντα να στοιχειώνει τις ιδέες τις μεγάλες, αυτές που αργά ή γρήγορα θε ν’απορρίξει η ζωή, σάμπως παιδούλας ορφανό παιδί που ούτε καν πρόκαμε να κλάψει.

  38. Παναγιώτης Κ. said

    Έστειλα ένα σχόλιο πριν δύο και πλέον ώρες και το είδα στην οθόνη μου με την σημείωση πάνω-πάνω ότι είναι υπό έγκριση.
    Υπάρχει και αυτή η αίρεση;
    Πρώτη φορά μου συμβαίνει.

  39. Παναγιώτης Κ. said

    Μετά βέβαια, εξαφανίστηκε.

  40. Theo said

    Καλησπέρα,

    Δυνατή περιγραφή, ίσως καλύτερη από αυτήν της Διδώς Σωτηρίου που αναρτήθηκε εδώ την περασμένη Κυριακή.
    (Όταν πρωτοδιάβασα τα Ματωμένα χώματα συγκλονίστηκα. Το ίδιο σχεδόν και με τη δεύτερη ανάγνωση. Την περασμένη βδομάδα, που διάβασα για τρίτη φορά το βιβλίο, δεν μου φάνηκε τόσο δυνατό. Ίσως γιατί είχα διαβάσει εν τω μεταξύ και πολλές άλλες μαρτυρίες για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ίσως και να ‘χει δίκιο ο ΓΚ στο #23. Ίσως κακώς να «χτένισε» η Σωτηρίου την αφήγηση του Μανόλη Αξιώτη.)

  41. sarant said

    Eυχαριστώ για τα σχόλιά σας. Να με συμπαθάτε που έλειπα όλη μέρα, αλλά ειχα να κάνω μια μεγάλη πεζοπορία, 31 χλμ. Τώρα γύρισα, κάπως κουρασμένος ομολογώ.

  42. sarant said

    7 Α μπράβο

    11 Καλή ιδέα με τους χάρτες. Ντερέδες λέγονται και σήμερα οι υδρορρόες, βρίσκω στο γκουγκλ, αλλά βέβαια είναι άλλη σημασία

    12 Τόσο που αναρωτιέμαι αν μπορεί να βρεθεί το φύλλο

    17-18-19 Μπράβο ρε συ

  43. sarant said

    Και συνεχίζω

    24 Λοιπόν κι εγώ το ίδιο. Οπότε ευκαιρίας δοθείσης θα βάλω μερικές στο ιστολόγιο

    30 Ωχ, και καθόμουν άδικα και οσιάριζα! (Θα μου πεις: γιατί δεν το γκούγκλισες;)

    34 Υποψιάζομαι ότι το αντίτυπο που έχω είναι ανατύπωση της πρώτης έκδοσης

    38-39 Για κάποιο λόγο το σχόλιό σου το έπιασε η μαρμάγκα. Το ελευθέρωσα μεν αλλά δεν του άλλαξα ώρα, οπότε είναι το σχόλιο αριθ. 35

  44. Παναγιώτης Κ. said

    Τέλος καλό, όλα καλά! 🙂

  45. Theo said

    @41:
    Μπράβο, ρε θηρίο!
    Κι εγώ πεζοπορώ στο δάσος. Έχω κάνει μέχρι 13,5 χλμ. κι ο γιατρός μου είπε να το κάνω με μέτρο. ‘Ετσι, δεν κάνω πάνω από 10-11.

  46. ΠΟΔΟΣΑΙΡΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

    3 στα 3 τα «φιλικά» του ΠΑΟ και καιρός είναι να δούμε τι κάνει σε…πραγματικό ματς. Το φιλκό με τον «ελλιπή» ΟΦΗ αποδεικνύεται με την εκτός έδρας νίκη του «ελλιπούς»ΟΦΗ επί του Βόλου αν και με 10 παίκτες από το 70 !!

  47. sarant said

    45 Δεν είναι μόνο η απόσταση, είναι και το ανάγλυφο, που κουράζει πολύ.

  48. Aghapi D said

    Είναι από χρόνια ένα από τα αγαπημένα βιβλία
    Πόσες φορές το χάρισα και το αγόρασα ξανά 🙂
    Έχοντας όμως ζήσει πολλά χρόνια (καλοκαίρια) σε συνοικισμό που εξελίχτηκε σε χωριό πανέμορφο, σε κωμόπολη και πλέον σε αρκετά άσκημη πόλη, έχω κουραστεί πολυ από τη ναρκισιστική επανάληψη «Εγώ είμαι Τριγλιανός,-ή» ακόμα και από παιδιά τής σχεδόν τέταρτης γενιάς. Ταξιδεύουν κάθε χρόνο στη Βιθυνία, έχουν κάνει, και μου φαίνεται ωραίο, φιλίες – κάποιοι τουλάχιστον – με τους Τούρκους που ζουν σε όσα πατρογονικά τους σπίτια μένουν ακόμα.
    Κατά κάποιο τρόπο, ελπίζουν να ξαναπάρουν το τούρκικο πλέον χωριό τους.
    Εκεί που άλλοι πρόσφυγες και απόγονοί τους πρόκοψαν, αυτοί εκεί νομίζουν πως η πόλη τους θα προκόψει αν οι δημοτικοί άρχοντες πουλήσουν ολόκληρη την δημοτική περιουσία για να αντιμετωπίσουν τα μεγάλα έξοδα της πόλης.
    Ή δέν αντέχονται όντως ή εγώ δέν καταλαβαίνω τίποτα.
    Βοηθείστε να καταλάβω

  49. Georgios Bartzoudis said

    Προσθήκη στο σχόλιο 16, για να μην το αφήσω κουτσό: Είπαμε ότι (Μακεδονιστί) πλέκω=κολυμπώ [πρπφανώς με «εξέλιξη» του πλέω]. Αλλά επίσης πλέκω =…. πλέκω (τσιουράπια, κουλόβια, φανέλλες, καλάθια, καλαμωτές, ψάθες κλπ, κλπ), με προέλευση όπως περιπλοκή, εμπλοκή, διαπλεκή, αλλά και τα Μακεδονικά πλοκός και πλοκαριά=φράχτης αυλής με κλαδίσκους από μιλιάδι.

  50. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    Πολύ δυνατό βιβλίο, το είχα διαβάσει πρίν 25-30 χρόνια, μπράβο Νικοκύρη που το έβαλες, αξίζει.

    27 – Επειδή, είναι φασιστομαλάκας.

  51. sxoliastis2020 said

    aerosol said
    4 Σεπτεμβρίου, 2022 στις 14:10

    >32 Αριστούργημα το Στου Χατζηφράγκου. Μακράν ανώτερο απ’ ό,τι άλλο έχω διαβάσει του Πολίτη.

    Συμφωνώ απόλυτα. Από τα λίγα βιβλία που έχω διαβάσει δυο φορές. Και το σημερινό απόσπασμα εξαιρετικό!

    Το ξεφυλλίζω για να το ξαναθυμηθώ και στάθηκα σε κάτι που έχω υπογραμμίσει:

    «Τελοσπάντων, κάτι πρέπει ν’ αγαπάει κανείς σ’ αυτό τον κόσμο. Μπορείς να ζήσεις δίχως να σ’ αγαπάνε, μα όχι δίχως ν’ αγαπάς.»

    Ισχύει άραγε;

  52. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Υπέροχο! Ξαναδιάβασα το βιβλίο πέρυσι που είχαμε τα τσερκένια και το σημερινό απόσπασμα,προχθές, με αφορμή το νήμα από τα Ματωμένα Χώματα. Ανθολογούνται και τα τρία κείμενα στο Λογοτεχνικό ημερολόγιο 2022: Μικρασία, χαίρε. Εκατό χρόνια από το ΄22, των εκδόσεων Πατάκη.

  53. EΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Ντερέ
    Το πανέμορφο Καράντερε στη Δράμα. Μαύρο Ρέμα, Βαθύρεμα ομώνυμο και το βουνό και όλη η περιοχή τελικά.

  54. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>μια είχε φορτωθεί στον ώμο της ολάκερο φορτσέρι
    Δεν ξέρω τί είναι και
    γκουγκλάρω: ντουλάπι στο https://www.antroni.gr
    αλλά στα λεξικά (και)
    κασέλα σεντούκι, μπαούλο.

    Βρίσκω κι ένα τραγούδι του γάμου από την Πελοπόννησο

    «Κυριακή μηλιά φυτεύω
    τη Δευτέρα την κλαδεύω
    και την Τρίτη την ποτίζω
    την Τετάρτη τη σκαλίζω
    και την Πέμπτη κάνει φύλλο
    την Παρασκευή το μήλο
    και το Σάββατο το παίρνω
    στην αγάπη μου το στέλνω.
    να τα βάλει στο φορτσέρι (μπαούλο) και κανείς να μη το ξέρει.
    https://www.pemptousia.gr/2021/09/kiriaki-milia-fitevo-petros-androutsopoulos/

  55. Πέπε said

    > Ωστόσο, κι άθε­λά σου, σέ τρώει μέσα σου ο τσαγανιός.
    Τσαγανιός=;
    Θυμάμαι ότι ο τσαγανός, το κουράγιο, σημαίνει κυριολεκτικά κάβουρας (αν και η μετάβαση δεν είναι πολύ σαφής). Εδώ είναι η ίδια λέξη, με άλλη μεταφορική σημασία, ή άλλη; Και πάντως τι σημαίνει;

    > σα να λέμε, τάγμα­τα αγγαρειάς
    Έτσι τρισύλλαβη δε θυμάμαι να την έχω ξαναπετύχει την αγγαρεία.

    > φυντάνια για το πρεβολάκι της
    Φιντάνια

    > αφανοί του Άϊ Γιάννη, κανένας δεν τούς πήδαγε
    Από το συμφραζόμενο είναι μάλλον σαφές ότι πρόκειται για τις φωτιές του Άη Γιάννη. Τη λέξη την ήξερα «φανοί» και όχι για τον Άη Γιάννη, αλλά και πάλι σημαίνει τελετουργική φωτιά που συνδέεται με κάποιο έθιμο (οι γνωστοί της Κοζάνης, π.χ., με την Αποκριά).

    > η Κατερίνα κάτι έπλεκε για το μωρό μας, ένα καλτσάκι, ένα ζι­πουνάκι, γαλάζια ούλα, γιατί θα ’τανε αγόρι.

    Στα Ματωμένα Χώματα την περασμένη εβδομάδα είχα σχολιάσει ότι μου ‘κανε εντύπωση να μιλάνε το 1922 στη Σμύρνη για κεράκια γενεθλίων, αλλά άλλος σχολιαστής απήντησε ότι πρόκειται για λογοτεχνική άδεια. Όπως και να ‘χει, να άλλη μία συνήθεια (γαλάζια για τα αγόρια, άρα υποθέτω και ροζ για τα κορίτσια) που φαντάζει αστική, ξενόφερτη και πρόσφατη, πάλι στη Σμύρνη πριν την Καταστροφή.

    #8: > Οἱ «γούλες από λάχανα και κουνουπίδια» (καί μαυρολάχανα καί ἄλλα κραμβοειδῆ) εἶναι βέβαια τό σκληρό -ἕως ἀφάγωτο γιά τά ἀνθρώπινα δόντια- ἀρχικό τμῆμα τοῦ κοτσανιοῦ.

    Στο ΛΚΝΕ:

    γουλί το [γulí] Ο43 : ο τρυφερός βλαστός του λάχανου. || σφαιρική υπόγεια ρίζα φυτού: Tο ~ από το σέλινο. || (ως επίρρ.) για κεφάλι φαλακρό ή υπερβολικά κουρεμένο: Tον κούρεψαν ~. ~ έμεινε. Ξύρισε ~ το κεφάλι του.
    [μσν. γουλίν < *γλιν με ανάπτ. [u] από επίδρ. του υπερ. [γ] < *αγλίον υποκορ. του αρχ. ἡ ἄγλ(ις) `σκελίδα σκόρδο΄ -ίον]

    Τις άγλιθες του σκόρδου τις είχαμε δει σε ανάρτηση για το σκόρδο. Και κοκκινογούλι, βέβαια, το παντζάρι.

  56. ΕΦΗ - ΕΦΗ said


    σπάνιες φωτογραφίες της Σμύρνης πριν από την καταστροφή της το 1922.
    https://eng.travelogues.gr/collection.php?view=13

  57. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    55 >>αφανοί
    στην Κρήτη «φουνάρες», το Πάσχα(έξω από την εκκλησία). Ιούδας αλλού.

    Αφανούς τους λένε στην Κυνουρία, αλλά τους κάνουν τις Απόκριες
    στην πλατεία, βάζουν φωτιά σε στίβα κλαδιών, πηδάνε πάνω της και χορεύουν γύρω (δηλαδή όπως στ΄Αγιάννη).

    Αφανός στο πανηγύρι Αη Γιάννη του …Αφανιστή στις Ράχες Ικαρίες

  58. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    55 Τα φυ(ι)ντάνια, συχνή η γραφή με υ, μάλλον παρετυμολογούνται από τα …φυτάκια :).

  59. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    50. Στο έχω ξανά πει. Διαπιστώσεις κάνεις πάρα πολλές. Κάθε φορά που ανοίγεις το στοματάκι σου. Το ίδιο κάνουν και όλοι οι «προοδευτικοί». Μικροί και μεγάλοι. Όταν όμως ρωτηθούν για την εναλλακτική, αυτό το στοματάκι κλείνει η το γυρνούν σε τσάμικο. Απόλυτη μούγκα.

  60. Α. Σέρτης said

    55
    «Τσαγανιός=;
    Θυμάμαι ότι ο τσαγανός, το κουράγιο, σημαίνει κυριολεκτικά κάβουρας (αν και η μετάβαση δεν είναι πολύ σαφής). Εδώ είναι η ίδια λέξη, με άλλη μεταφορική σημασία, ή άλλη; Και πάντως τι σημαίνει;»

    τσαγανιός: κάβουρας/ακατανίκητη επιθυμία, ζήλος
    https://books.google.ro/books?id=joViAAAAMAAJ&q=%22%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CF%82%22&dq=%22%CF%84%CF%83%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CF%82%22&hl=el&sa=X&ved=2ahUKEwiD4Zuw8fz5AhWUHuwKHfIWDVcQ6AF6BAgCEAI

  61. Α. Σέρτης said

    59
    Το ζήτημα δεν είναι «η Ελλάδα στους Έλληνες» αλλά «οι Έλληνες στην Ελλάδα»…
    Δεν πρόκειται δηλ. περί του εάν ανήκει το οικόπεδο στους οικοπεδούχους, αλλά για το αντίθετο…

  62. Α. Σέρτης said

    34
    «Γλωσσάρι είχε γράψει ο ίδιος ο Πολίτης και υπήρχε στην α’ έκδοση, αλλά μάλλον όχι σε όλα τα αντίτυπα.»
    Απίθανη βέβαια αυτή η εικασία

  63. Spiridione said

    63. Δεν είναι εικασία, το λέει ο Μακρίτζ.
    Στου Χατζηφράγκου, Καραβίας, Αθήνα 1963. 318 σελ. Σ
    συν γ’ σελ. (οι τρεις τελευταίες σελ. περιέχουν το γλωσσάριο. Υπάρχει και άλλη παραλλαγή με 321 σελ. χωρίς γλωσσάριο).
    Σελ. 47

  64. Α. Σέρτης said

    Για φαντάσου: υπήρξε πρώτη έκδοση ενός βιβλίου που τυπώθηκε υπό δύο «παραλλαγές» οι οποίες διέφεραν μόνο κατά το Γλωσσάρι…
    Δεν μπήκε Γκίνες;

  65. Χαρούλα said

    #53 ΕΦΗ ναι! Δεν πήγε το μυαλό μου. Υπάρχει και το ΚαρανικΝτερέ, το δύσκολο κομμάτι της διαδρομής Κομοτηνή-Αλεξανδρούπολη.

    Εμείς χρησιμοποιούμε το «τσαγανό»(μεράκι-ζωντάνια-διάθεση). Ντιπ τσαγανό δεν έχεις!
    Έχει σχέση με τον τσαγανιά;

  66. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    52, Διόρθωση: Τα αποσπάσματα για τα τσερκένια και αυτό από τα Ματωμένα Χώματα ανθολογούνται αλλά όχι το παρόν.

  67. Spiridione said

    55. κάποια πράγματα για το τσαγανό
    https://sarantakos.wordpress.com/2022/07/26/crab/#comment-825585
    οι μεταφορικές σημασίες φαίνεται πως προέρχονται από το καβουράκι που υπάρχει μέσα στα όστρακα, τα οποία και τσιμπά αν υπάρχει κίνδυνος κτλ.

  68. Α. Σέρτης said

    Η πρώτη έκδοση με τρία διαφορετικά εξώφυλλα…

    http://www.orizontesbooks.gr/catalog/product_info.php?products_id=33381

    https://metabook.gr/books/stoy-xatzifraghkoy-ta-sarantakhrona-mias-khamenis-politias-kosmas-politis-127776

  69. Andreas_M said

    Ντερές λέγεται – νομίζω – όχι οποιαδήποτε υδρορρόη, αλλά η εσωτερική ακμή της γωνίας σε τεμνόμενα τμήματα στέγης. Η ακμή αυτή υλοποιείται μεν με κάποιο υλικό στο οποίο τρέχει το νερό για να οδηγηθεί στο λούκι, αλλά δεν είναι η κλασική υδρορρόη όπως την φανταζόμαστε συνήθως.

  70. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    69 Το σχόλιό σας διανυκτέρευσε στο κρατητήριο, ζητώ συγγνώμη. Αλλά επί της ουσίας έχετε βέβαια δίκιο

    55-67κε Τσαγανιός ο τσαγανός, το καβουράκι, που δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις. Από εκεί είναι και το τσαγανό.

    62-63-64 Ακριβώς, εγώ έχω την έκδοση χωρίς γλωσσάρι. Πάντως, μου έστειλαν το γλωσσάρι της έκδοσης του Μάκριτζ, και βλέπω ότι έχει προσθέσει αρκετά λήμματα.

  71. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>…μαθεύτητε πως πετσοκόψανε το δεσπότη στο Κονάκι. Πήγε ν’ απολογηθεί στον πασά, κι εκείνος τον παράδωσε στον τούρκικο λαό να τον δικάσει. Όσο κι αν φέρθηκε ασυλλόγιστα ο Χρυσόστομος, μού λέει ο μπαρμπέρης, τα χρόνια της κατοχής —αν και, να πεις, αν φερνότανε με νου και γνώση, θα τον βγάζανε προ­δότη— όσο κι αν φέρθηκε άμυαλα, ωστόσο δεν παράτησε το ποίμνιό του, δεν ήφυγε μαζί με τις άλλοι, που το σκάσανε κρυφά,

    Γράφει ο Ρενέ Πυό (Rene Puaux 1878- 1937) Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος που εργάστηκε για την γαλλική εφημερίδα Le Temps (1861-1942), στο βιβλίο του «Ο Θάνατος της Σμύρνης» La Morte de Smyrne, εκδόσεις Ειρμός,1992, μεταφρ. Άννα Κατρά , επιμέλεια Θεοδ. Πυλαρινός, σ. 57-58 :
    Μία γαλλική περίπολος από είκοσι άνδρες, τους οποίους συνόδευα μαζί μʼ έναν άλλο πολιτοφύλακα, κατευθύνθηκε αμέσως στη Μητρόπολη, με σκοπό να πεισθεί ο μητροπολίτης να έλθει και να παραμείνει στην εκκλησία της Sacre-Coeur ή στο Γαλλικό Προξενείο. Ο μητροπολίτης Χρυσόστομος δεν δέχθηκε, λέγοντας ότι σαν καλός ποιμένας είχε χρέος να μείνει κοντά στο ποίμνιό του. Όταν η περίπολος έβγαινε από τη Μητρόπολη, ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν ένας Τούρκος αξιωματικός και δύο στρατιώτες, με τις λόγχες πάνω στα όπλα, σταμάτησε μπροστά από το μητροπολιτικό κτίριο. Ο αξιωματικός ανέβηκε επάνω και διέταξε τον μητροπολίτη να τον ακολουθήσει στον Νουρεντίν πασά, τον στρατιωτικό διοικητή. Βλέποντας ότι απάγεται ο μητροπολίτης, είπα στους άνδρες της περιπόλου να πάρουμε από πίσω το αυτοκίνητο. Φθάσαμε μπροστά στον Μεγάλο Στρατώνα, όπου βρισκόταν ο στρατιωτικός διοικητής, ο στρατηγός Νουρεντίν. Ο αξιωματικός που συνόδευε τον Χρυσόστομο, τον οδήγησε μπροστά στον Νουρεντίν. Σε δέκα λεπτά, και ενώ ο Χρυσόστομος κατέβαινε, βγήκε στο μπαλκόνι του κτιρίου ο Νουρεντίν πασάς, ο οποίος απευθύνθηκε στους χίλιους με χίλιους πεντακόσιους μουσουλμάνους, άνδρες και γυναίκες, που βρίσκονταν στην πλατεία· τους είπε ότι τους παραδίδει, τον μητροπολίτη, προσθέτοντας χαρακτηριστικά τις φράσεις: «Αν σας έκανε καλό, να του το ανταποδώσετε· αν σας έκανε κακό, να του κάνετε και εσείς κακό!»
    Ο όχλος άρπαξε χωρίς χρονοτριβή τον μητροπολίτη και τον οδήγησε πιο πέρα, μπροστά στο κομμωτήριο του Ismail, ενός Ιταλού προστατευόμενου· εκεί σταμάτησαν και τον έντυσαν με μία άσπρη μπλούζα που πήραν από τον κομμωτή· άρχισαν αμέσως να τον χτυπούν λυσσασμένα με γροθιές και με ξύλα, και να τον φτύνουν στο πρόσωπο· του τρύπησαν με μαχαιριές το σώμα· του ξερίζωσαν τη γενειάδα· του έβγαλαν τα μάτια· του έκοψαν τη μύτη και τα αυτιά.» Πρέπει να σημειώσουμε, ότι η γαλλική περίπολος παρακολουθούσε τα γεγονότα μέχρι τη σκηνή που περιγράψαμε. Οι άνδρες που την αποτελούσαν (επρόκειτο για ναύτες), είχαν βγει έξω απʼ τα ρούχα τους, έτρεμαν χωρίς υπερβολή από την αγανάκτηση και ήθελαν να επέμβουν. Ο επικεφαλής, όμως, αξιωματικός, με το περίστροφο στο χέρι ακολουθούσε τις διαταγές που τους είχαν δοθεί και τους εμπόδισε να κάνουν οποιαδήποτε κίνηση. Στη συνέχεια, δεν είδαμε πια το μητροπολίτη, που τον αποτελείωσαν σε μικρή απόσταση πιο πέρα».

    Για το ίδιο θέμα,
    ο Ηλίας Βενέζης (στο «Μικρασία, χαίρε»* κεφ,10, υποκεφάλαιο Το μαρτύριο) αναφέρει ότι υπάρχει και μια γαλλική μαρτυρία.Την κατέθεσε στη γαλλική Βουλή, στη συνεδρίαση της 14/27 Οκτωβρίου του 1922, ο βουλευτής Παρισίων πάστωρ Εδουάρδος Σουλιέ. :
    «…το απόγευμα το γαλλικό προξενείο ειδοποιήθηκε ότι ο Έλλην Μητροπολίτης Χρυσόστομος διέτρεχε κίνδυνον και ότι θα έπρεπε να σταλή άγημα γάλλων ναυτών για να τον προστατεύση.Πράγματι ο πρόξενός μας Graillet έστειλε αμέσως άγημα, ο επικεφαλήςτου οποίου επρότεινε στον Χρυσόστομο να τον οδηγήσει στην εκκλησία του Sacre coeur ή στο γαλλικό προξενείο. Ο Χρυσόστομος δεν ανήκει στην Εκκλησία της Γαλλίας αλλά αυτό δεν με εμποδίζει να εκφράσω τον βαθύτατο σεβασμό μου στη μνήμη του.Με ωραιότητα ψυχής αρνήθηκε να δεχθή το προσφερόμενο καταφύγιο, λέγοντας ότι το καθήκον του είναι να μείνη με το ποίμνιό του. Την στιγμή που έφευγε το άγημά μας, κατέφθασε με άμαξα ο Τούρκος αξιωματικός,μαζί με δυο στρατιώτες, και εζήτησαν από τον Χρυσόστομο να τους ακολουθήση.
    Οδήγησαν τότε τον ιεράρχη στα άκρα των ευρωπαϊκών συνοικιών, μπρος σ΄ένα κουρείο.Εκεί του φόρεσαν άσπρη μπλούζα, ίσως για να διακρίνεται καλύτερα. Κι εκεί έγινε ένα φρικτό κακούργημα από εκείνα με τα οποία είναι γεμάτη η ιστορία των μαρτύρων. Του ξερίζωσαν τα γένια, τον μαχαίρωσαν, του έκοψαν την μύτη και τα αυτιά. Μαζί με τους άνδρες πήραν μέρος στα βασανιστήρια και γυναίκες.
    Ήταν παρόντες ναύτες μας πάνοπλοι, αγανακτισμένοι, έξαλλοι. Υποχρεωμένος από τις διαταγές που είχε ο επικεφαλής αξιωματικός τους απειλούσε με περίστροφο στο χέρι ότι θα τους πυροβολήση αν θελήσουν να επέμβουν. Ύστερα μετέφερανε τον ιεράρχη στις τούρκικες συνοικίες, όπου τον διαμέλισαν και τον άφησαν βοράν εις τους σκύλους».

    *Το βιβλίο του Ηλία Βενέζη «Μικρασία, χαίρε» βρέθηκε μετά το θάνατό του μέσα σε φάκελο, με την ένδειξη «για το τυπογραφείο», και εκδόθηκε έναν χρόνο αργότερα, το 1974.

  72. […] Συνεχίζω και τούτη την Κυριακή με λογοτεχνήματα σχετικά με τη Σμύρνη και τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο Κοσμάς Πολίτης, κατά κόσμον Πάρις Ταβελούδης (1888-1974), αφού είχε δώσει σημαντικό και πρωτοποριακό λογοτεχνικό έργο ήδη από τη δεκαετία του 30, όπως και πολύ αξιόλογο μεταφραστικό έργο στη συνέχεια (έχουμε δημοσιεύσει δείγμα δικής του μετάφρασης στον Δρόμο με τις… — Weiterlesen sarantakos.wordpress.com/2022/09/04/kpolitis/ […]

  73. Καλημέρα,
    7 Και στα οκτάγωνα σήματα στους δρόμους στην Τουρκία δεν γράφει STOP όπως εδώ αλλά DUR

  74. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @55. Ἄλλο εἶναι αὐτό τό γουλί πού ἀναφέρεις (=τρυφερός βλαστός) καί ἄλλο εἶναι οἱ γοῦλες από λάχανα και κουνουπίδια (μεσαιων. γούλα < λατινική gula (λαιμός)/ ἀναγουλιάζω, προγούλια κλπ). Ἐδῶ, εἶναι ὁ χοντρός "λαιμός", τό σκληρό -ἕως ἀφάγωτο γιά τά ἀνθρώπινα δόντια- ἀρχικό τμῆμα τοῦ κοτσανιοῦ). Αὐτές οἱ γούλες τοῦ Γιακουμῆ πού πηγαίνουν χαμένες (προφανῶς ἐπειδή πετιοῦνται), ἀλλά θά μποροῦσαν κερδοφόρα νά τίς δίνουν ὡς τροφή σέ γουρούνα, δύσκολα θά μποροῦσε νά πιστέψει κανείς ὅτι εἶναι -σέ ὁποιοδήποτε σκηνικό- κάτι τό "τρυφερό" καί ἑλκυστικό, ἐξαιρουμένης τῆς Φάρμας τῶν Ζώων.

  75. Μανώλης said

    Εγώ πάλι στάθηκα σε αυτό:
    πατρίδα δεν είναι μια ιδέα στον αέρα, δεν είναι οι περασμένες δόξες κι οι τάφοι και τα ρημαγμενα μάρμαρα.
    Πατρίδα είναι οι σημερινοί άνθρωποι, κι αγάπη της πατρίδας είναι να θες την ευτυχία τους…

  76. Μανώλης said

    Όταν με λίγες λέξεις τα λες όλα….

  77. Theo said

    @47:
    Και το ανάγλυφο, φυσικά 🙂

  78. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    59 – Εγώ απάντησα στο ερώτημα σου, τα υπόλοιπα που λες, είναι δικές σου φαντασιώσεις και δεν με αφορούν, απόδειξη πως δίνω εναλλακτική, από τον φασιστομαλάκα, αφαίρεσε την πρώτη λέξη.

    Καλό θα ήταν βέβαια, να ορίσεις και τι είναι – εννοείς Έλληνας, αλλά και Ελλάδα.

  79. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    78.
    Α) Μην ξεχνάς ότι ήταν ο μόνος που προσπάθησε να πολεμήσει τον θατσερισμό. Δεν είχε συμμάχους και ιδού τα πανευρωπαϊκά αποτελέσματα.
    Μη ξεχνάς την «Α.Τ.Α». Ήταν το πρώτο που κατάργησε ο Σημίτης όταν πήρε εξουσία. Η «Α.Τ.Α.» ενοχλούσε πάρα πολύ αλλά ο Ανδρέας ήξερε ότι τα γρανάζια της οικονομίας για να γυρίσουν θέλουν γράσο και ο πληθωρισμός είναι γράσο.
    Μη ξεχνάς τον εσωτερικό δανεισμό με 55% επιτόκιο σε μία εποχή που ο πληθωρισμός ήταν κάτω του 20% και τα επιτόκια στις τράπεζες κάτω του 15%. Τώρα ο εσωτερικός δανεισμός δεν υφίσταται. Είδος απαγορευμένο.

    Μόνο με τέτοια χτυπήματα μπορεί κανείς να χαλιναγωγήσει τον καπιταλισμό.

    Β. Έλληνας και Ελλάδα, άνθρωπος και πατρίδα, Ιταλός και Ιταλία, Ισπανός και Ισπανία, παιδί και γονιός, γείτονας και γείτονας, άνθρωπος και συνάνθρωπος.

    Την πατρίδα όπως την εννοούσε ο Πλάτων. Αυτός ήξερε, τίποτα άλλο.

  80. BLOG_OTI_NANAI said

    «πατρίδα δεν είναι μια ιδέα στον αέρα, δεν είναι οι περασμένες δόξες κι οι τά­φοι και τα ρημαγμένα μάρμαρα»

    Ασφαλώς δεν ξέρω τι εννοούσε ο κύριος. Ασφαλώς έλεγε διάφορα με βάση τα δεδομένα της στιγμής. Αλλά το βέβαιο είναι ότι τον διαψεύδει η ιστορία και η ίδια του η φράση που λέει «είμαι καλός Έλλη­νας».

    Είναι σαφές ότι με τόσους κατακτητές που πέρασαν ή προσπάθησαν να περάσουν από την Ελλάδα και τον ελληνισμό, δεν θα ήταν καν Έλληνας. Αν εδώ υπάρχουν Έλληνες μετά από 4 και 5 αιώνες Τουρκοκρατίας, αυτό οφείλεται ακριβώς στην αδαμάντινη σκληρότητα του ορθόδοξου χριστιανισμού μαζί με το γεγονός της υπερηφάνειας για τις «περασμένες δόξες», τους «τάφους» και τα «ρημαγμένα μάρμαρα». Φυσικά αυτά τα συνατάμε και στους βυζαντινούς αιώνες, αλλά μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, όλα αυτά παίζουν τον θεμελιώδη ρόλο της μνήμης που μπορεί να δώσει ώθηση σε αναζήτηση της ελευθερίας. Και στην Τουρκοκρατία η ελευθερία αναζητήθηκε αμέτρητες φορές μέχρι να πετύχει τελικά το 1821 έως το 1948.

    Φυσικά, ορθόδοξος χριστιανισμός σημαίνει χριστιανισμός εξαπλωμένος και θεμελιωμένος στο ελληνικό υπόβαθρο της γλώσσας και της αναγνώρισης των Ελλήνων ως ζητητών της Αρετής, εκκαθαρισμένης εννοείται από τα ειδωλολατρικά στοιχεία.

    Το γεγονός λοιπόν ότι υπάρχουν εδώ Έλληνες και ελληνισμός επί 2.800 χρόνια, οφείλεται ακριβώς σε αυτά που ο μπαρμπέρης αγνοεί, ενώ την ίδια στιγμή αξιολογεί θετικά το γεγονός ότι είναι Έλληνας.

  81. Πισμάνης said

    Πήγαμε γιά μαλλί καί φύγαμε κουρεμένοι. Τώρα ξυνώμαστε πάλι στή γκλίτσα τού τσομπάνη μέ τούς βράχους τού Αιγαίου. Μυαλό δέν βάλαμε.

  82. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    79 – Α για τον παπατζή μιλούσες; καλά άστο δεν έχει νόημα η όποια συζήτηση, αλλά αυτό με τα χτυπήματα που χαλιναγωγούν τον καπιταλισμό, όλα τα λεφτά 👍πέθανα στα γέλια.😂😂😂

    Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια κοινή μητέρα, την Γη, οι πατρίδες, είναι πατριαρχική διαστροφή και τεχνητά τραπεζικά μορφώματα, και με τα σημερινά δεδομένα, ο Πλάτωνας ήταν μακριά νυχτωμένος.

    Η φαντασία, είναι μία από τις ιδιότητες που διαφοροποιούν τον άνθρωπο από το υπόλοιπο ζωϊκο βασίλειο, οι φαντασιώσεις όμως εκτός του ότι τον χειραγωγούν, μπορούν να τον κάνουν πολύ επικίνδυνο.

  83. BLOG_OTI_NANAI said

    81: Μήπως έχουμε πολύ θάλασσα, οπότε ας δώσουμε τη μισή στους Τούρκους; Να πούμε ότι η οπτική «βράχια του Αιγαίου» είναι απόλυτα επικίνδυνη καθώς ουδεμία στρατηγική υπάρχει που να θεωρεί την υποχώρηση ως λύση, αντιθέτως, αποτελεί την πηγή για επιπλέον διεκδικήσεις από τους απέναντι φασίστες.
    Επίσης, η οπτική παρχώρηση «βράχια του Αιγαίου» δεν έχει σχέση με «αντιεθνικισμό», αντιθέτως, είναι η ρητορική των ακραίων Τούρκων, ουσιαστικά είναι ξέπλυμα και ταύτιση με τον τουρκικό εθνικισμό.
    Επιπλέον, για εμάς αυτή η οπτική είναι και πλήρως αντισυνταγματική, αφού η πατρίδα ταυτίζεται με την επικράτεια, και ουδεμία παραχώρηση/καταπάτηση ούτε χιλιοστού της επικράτειας, δεν προβλέπεται για τους δημοκράτες Έλληνες.

    ΥΓ
    Παρά τη Μικρασιατική καταστροφή, η Ελλάδα είχε τεράστιο εδαφικό κέρδος από το 1821 μέχρι το 1948. Φυσικά, ήταν αναπόφευτο το να πάμε στη Μικρασία διότι σφαζόταν κόσμος, αλλά οι χειρισμοί ήταν τραγικοί. Και όμως, ακόμα και η Μικρασιατική καταστροφή ήταν απόδειξη του ουδέν κακόν αμιγές καλού, καθώς η Μακεδονία, αποψιλωμένη από τις σφαγές των Τούρκων, τις αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών και τη βία των κατακτητών που οδηγούσε σε συνεχείς μεταναστεύσεις, οι πρόσφυγες και οι χειρισμοί του ελληνικού κράτους ματαίωσαν τελικά τα σχέδια αριστερών και δεξιών φασιστών που ο καθένας έπαιζε παιχνίδια για τα δικά του ιδεολογικά και εδαφικά συμφέροντα.

  84. Πέπε said

    @74
    > Ἄλλο εἶναι αὐτό τό γουλί πού ἀναφέρεις (=τρυφερός βλαστός) καί ἄλλο εἶναι οἱ γοῦλες από λάχανα και κουνουπίδια (μεσαιων. γούλα < λατινική gula (λαιμός)/ ἀναγουλιάζω, προγούλια κλπ). …

    Το ΛΚΝΕ τη γούλα δεν την έχει, μάλλον θα είναι σπάνια ιδιωματική λέξη ή τεχνικό λεξιλόγιο της οπωροκηπευτικής. Για το γουλί όμως δίνει και ως πρώτη σημασία τον τρυφερό βλαστό του λάχανου, που μου φαίνεται το ίδιο μ' αυτό που λες Γιώργο. Βέβαια διαφωνείς ως προς την τρυφερότητα.Πράγματι, κι εγώ σκληρό τον ξέρω τον βλαστό του λάχανου, δεν μπορεί όμως να υπάρχει και τρυφερός βλαστός, που να λέγεται γουλί με μια άλφα ετυμολογία, και σκληρός που να λέγεται γούλα με μία τελείως διαφορετική ετυμολογία. Πρέπει να πρόκειται για τον ίδιο βλαστό, είτε με πραγματολογικό λάθος του ΛΚΝΕ (δεν είναι κηπουροί δα οι άνθρωποι), είτε θεωρώντας ότι στο νεαρό φυτό που ο βλαστός του ακόμη είναι τρυφερός χρησιμοποιείται το υποκοριστικό γουλί.

    (Τη γούλα-λαιμό την έχει.)

    Πάντως στο μαρούλι, που δεν έχει τοσο σκληρό κοτσάνι αλλά κι αυτό που έχει το πετάμε, είναι το καλύτερο μέρος του. Καθαρίζεις γύρω-γύρω να φύγει όλη η φλούδα με τα υπολείμματα από τις βάσεις των κομμένων μαρουλόφυλλων και μένει ένα τραγανό, ζουμερό πράμα που είτε το κόβεις κυβάκια είτε το κρατάς ολόκληρο μαζί με τα φύλλα της καρδιάς του μαρουλιού (που είναι τρυφερή σχεδόν σαν τον τόνο Ρίο Μάρε) στην κορφή του, οπότε και το φυτεύεις στη μέση της σαλάτας και το φυλάς για τελευταίο ή για να το προσφέρεις στο τιμώμενο πρόσωπο του τραπεζιού. Αντίστοιχα και στο μπρόκολο, αφού το βράζουμε, αν και μερικές φορές παραείναι σκληρό και δεν είναι ωραίο.

  85. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    84
    Αυτά τα κοτσάνια/γουλιά (εμείς τα λέμε ρουκάνια, εξου και ρουκανίζω κράπα κρούπα) από τα σταυρανθή* (λάχανα, κουνουπίδια κραμβολάχανα, -φυλλάδες που τα λέμε κάτω), είναι γλύκισμα όντως. Παιδιά, τα πελεκάγαμε με μυτερό μαχαιράκι και τα γευόμασταν σφήνα σφήνα από το υπόλοιπο που έμενε στον κήπο απ τα κομμένα φυτά. Ειδικά προς το τέλος της άνοιξης που είχανε μπιτίσει πια αυτά τα χειμερινά λαχανικά και είχανε πιάσει οι ζέστες, θυμάμαι τη δροσιά της λιλιπούτιας γκουρμεδιάς από κει που φαινόταν ξερά και τελειωμένα, κομμένα από καιρό τα βλαστωμένα μέρη. Τα στερούσαμε από τα οικόσιτα, αίγες, γαϊδουράκια, που ακολουθούσε η σειράς τους να «ξυρίσουν» τις αυλακιές για να φυτευτούν τα καλοκαιρινά.
    Για το μπρόκολο, αν είναι «κοτσανάτο» ,κόβω αυτό το κάτω μέρος, το ξεγυμνώνω από το σκληρό του φλούδι και το βράζω με τ΄άλλα.
    Για τον κόπο, ροκανίζω έτσι ωμό κι από κανένα-τόσο νόστιμα όλα αυτά! 🙂
    Με αλάτι κ λεμόνι, μεζές ρακής!

    * και από το μαρούλι! Σωστός! 🙂

  86. ΝΕΣΤΑΝΑΙΟΣ said

    82. Πατρίδα είναι αυτή που μας προστατεύει. Η πατρίδα προστατεύει τα παιδιά από τους παιδεραστές αν χάσουν τους γονείς τους και υπήρχαν πολλοί αυτού του είδους την εποχή του Πλάτωνα. Η πατρίδα δεν είναι γη. Η πατρίδα είναι μια ασπίδα προστασίας. Τώρα, σχεδόν όλες οι πατρίδες είναι σιδηροδέσμιες και οι λαοί ευάλωτοι τυχοδιωκτών. Οι πρώτες αλυσίδες είχαν προέλευση τον Χριστιανισμό και άλλες θρησκείες. Μετά ακολούθησε η προέλευση της « πατριαρχικής διαστροφής» και μετά η προέλευση της «παγκοσμιοποίησης» και ποιος ξέρει τι άλλο θα ακολουθήσει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Πλάτωνας αθάνατος έσσεται.

    83. Οι πατρίδες δεν πρέπει να αλληλοσυγκρούονται. Οι πατρίδες πρέπει να υποστηρίζονται. Άλλος είναι ο εχθρός.

  87. Spiridione said

    12. κτλ.
    -Λοιπόν, αν θυμάμαι καλά, ήτανε η τρίτη καν η τέ­ταρτη μέρα πού είχε μπει ο τούρκικος στρατός (δηλ. 29 ή 30 Αυγούστου)
    – Εκείνο το πρωί, λοιπόν, πρωτοβγήκε ξανά και μια δικιά μας εφημερίδα. Πρώτη και τελευταία φορά.

    Σε ένα άρθρο του Κωστόπουλου αναφέρονται τα εξής:
    Τα διαθέσιμα φύλλα σταματούν, ανάλογα με το έντυπο, μεταξύ 19 και 22 Αυγούστου. Σύμφωνα όμως με τον επικεφαλής της λογοκρισίας της ελληνικής διοίκησης, το κύκνειο άσμα της τοπικής ελληνικής δημοσιογραφίας ήρθε στην πραγματικότητα λίγο αργότερα: «Προς τας απογευματινάς ώρας της 26ης Αυγούστου διέκοψαν την έκδοσιν των εφημερίδων των και ανεχώρησαν, μετά πολλούς κόπους και παρακλήσεις, οι διευθυνταί και συντάκται των Σμυρναϊκών εφημερίδων διά των επιτεταγμένων πλοίων του στρατού» (Μ. Ροδάς, «Η Ελλάς στη Μ. Ασία», Αθήναι 1950, σελ. 348).
    https://www.efsyn.gr/themata/kryfa-hartia/332869_oi-teleytaies-eidiseis-tis-smyrnis
    Τα διαθέσιμα φύλλα μάλλον θα εννοεί αυτά που είναι στη Βιβλιοθήκη της Βουλής. Δεν ξέρω αν υπάρχουν και αλλού εφημερίδες της Σμύρνης.
    Μπορεί λοιπόν αυτό το φύλλο που λέει ο Πολίτης να βγήκε από 23 έως 26 Αυγούστου. Μετά τις 26 Αυγούστου πολύ δύσκολο να βγήκε φύλλο.

  88. sarant said

    87 Απο την αλλη, στις 23 με 26/8 δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει φύλλο με το περιεχόμενο που λέει ο Πολίτης

  89. Spiridione said

    88. Σωστό κι αυτό.

  90. Μαρία said

    Και μια ψυχαναλυτική προσέγγιση http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2022/12/blog-post_660.html#more

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: