Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ιστορία ενός αιχμαλώτου (του Στρατή Δούκα, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2022


Κυριακή σήμερα, λογοτεχνική ύλη λοιπόν, και συνεχίζω με θέματα σχετικά με τη Μικρασιατική εκστρατεία. Είδαμε τις δύο προηγουμενες Κυριακές αποσπάσματα από δυο κορυφαία έργα της λογοτεχνίας μας, τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου και το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη. Για να τριτώσω, διάλεξα αποσπάσματα από τη νουβέλα «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» του Στρατή Δούκα.

Ο Στρατής Δούκας (1895-1983) γεννήθηκε στα Μοσχονήσια, σπούδασε Νομική στην Αθήνα, πολέμησε στο μακεδονικό και στο μικρασιατικό μέτωπο και το 1929 εξέδωσε τη νουβέλα του που γνώρισε αμέσως επιτυχία και αλλεπάλληλες εκδόσεις. Ασχολήθηκε επίσης με τη δημοσιογραφία, την ανάδειξη της μικρασιατικής λαϊκής τέχνης, τη γλυπτική, συμμετείχε σε πρωτοποριακά εγχειρήματα όπως το περιοδικό Το τρίτο μάτι, ήταν ανήσυχο πνεύμα, πρωτότυπος και πολυτάλαντος.

Η νουβέλα δεν εξιστορεί βιώματα του ίδιου του συγγραφέα, πέρα από το ότι κι ο Δούκας είχε πολεμήσει -και τραυματιστεί- στη Μικρασία. Ο πραγματικός Αιχμάλωτος είναι ο Νικόλας Κοζάκογλου, τον οποίο συνάντησε ο Στρ. Δούκας πρόσφυγα στην Πιερία και κατέγραψε, μεταπλάθοντάς τις λογοτεχνικά, τις περιπέτειες που αυτός του αφηγήθηκε. (Κάτι που μας θυμίζει τον Μανώλη Αξιώτη στο μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου). Ο Στρατής Δούκας αναγνωρίζει την οφειλή στο επίμετρο της νουβέλας και άλλωστε τελειώνει τη νουβέλα «υπογράφοντας» ως Νικόλας Κοζάκογλου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη έκδοση της νουβέλας, το 1929, είναι πολύ πιο κοντά στην αφήγηση του Κοζάκογλου, ενώ στις επόμενες εκδόσεις, δηλ. στο κείμενο που θα διαβασουμε, ο Δούκας έχει προσθέσει υλικό κι έχει μεταπλάσει ακόμα περισσότερο το κείμενο. Δεν ξέρω αν υπάρχει συγκριτική εξέταση των δύο εκδόσεων, αλλά μια ιδέα μπορείτε να πάρετε από τα σχόλια στο τέλος του άρθρου.

Ο Δούκας αφιερωνει τη νουβέλα του «στα κοινά μαρτύρια των λαών». Κι αυτός αντιμετωπίζει τον πόλεμο σαν πηγή ανείπωτης δυστυχίας και όχι σαν κάτι ηρωικό που φέρνει δόξα και τιμή.

Ολόκληρη η νουβέλα υπάρχει ονλάιν σε ιστότοπο του Υπουργείου Παιδείας και από εκεί δανείστηκα το κείμενο, μαζί και τις επεξηγήσεις και τα λινκ, που είναι αρκετά, αφού η έκδοση απευθύνεται σε μαθητές της δευτεροβάθμιας. Δείτε και τα σχόλια στο τέλος.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ

Στήν καταστροφή τῆς Σμύρνης,1 βρέθηκα μέ τούς γονιούς μου στό λιμάνι, στήν Πούντα.2 Μέσ’ ἀπ’ τά χέρια τους μέ πήρανε. Κι ἔμεινα στήν Τουρκία αἰχμάλωτος.

Μεσημέρι πιάστηκα μαζί μέ ἄλλους. Βράδιασε καί τά περίπολα ἀκόμα κουβαλοῦσαν τούς ἄντρες στούς στρατῶνες.

Κοντά μεσάνυχτα, ὅπως ἤμαστε ὁ ἕνας κολλητά στόν ἄλλο, μπῆκε ἡ φρουρά κι ἄρχισαν νά μᾶς χτυποῦν, ὅπου ἔβρισκαν, μέ ξύλα, καί νά κλοτσοπατοῦν ὅσους κάθονταν χάμω, γόνα μέ γόνα. Τέλος πῆραν διαλέγοντας ὅσους ἤθελαν κι ἔφυγαν βλαστημώντας.

Ἐμείς φοβηθήκαμε πώς θά μᾶς χαλάσουν ὅλους.3

Ἕνας γραμματικός, πού ‘χε τό γραφεῖο του πλάι στήν πόρτα, μᾶς ἄκουγε πού μιλούσαμε λυπητερά καί μᾶς ἔκανε νόημα νά τόν πλησιάσουμε:
— Σάν ἔρχονται, μᾶς λέει, καί σᾶς φωνάζουν, ἐσεῖς τραβηχτεῖτε μέσα. Καί τό λόγο μου φυλάχτε τον καλά, ἔξω μήν τόν δώσετε.
Ἀπό κεῖνο τό βράδυ, κάθε νύχτα, ἔπαιρναν ἀπ’ τούς θαλάμους. Κι ἐμεῖς π’ ἀκούγαμε πυροβολισμούς, ἀπ’ τό Κατιφέ – Καλεσί, λέγαμε: «σκοποβολή κάνουνε».4

Ἀπό μέρες, πού πέρασαν μέ φόβο, ἦρθε ἕνας ἀξιωματικός καί μᾶς παράλαβε, μέ σαράντα στρατιῶτες. Μᾶς ἔβγαλαν στήν αὐλή καί μᾶς χώρισαν ἀπ’ τούς πολίτες·5 τότε εἶδα καί τόν ἀδερφό μου. Μᾶς ἔβαλαν τετράδες καί μᾶς διέταξαν νά γονατίσουμε νά μᾶς μετρήσουν. Ὁ ἀξιωματικός πού μᾶς ἔβλεπε, καβάλα στό ἄλογό του, ἔλεγε:
— Θά κοιτάξω νά μή μείνει οὔτε σπόρος ἀπό σᾶς. Κι ἔδωσε τό παράγγελμα νά κινήσουμε.
Θά ἤμαστε ὅλη ἡ φάλαγγα κάνα δυό χιλιάδες.
Ὅπως βγήκαμε, μᾶς τραβήξανε ἴσια στήν ἀγορά. Ἐκεῖ, τό τουρκομάνι πού μᾶς περίμενε, σάν τό λεφούσι6 ἔπεσε ἀπάνω μας: τραπέζια, καρέκλες, ποτήρια, ὅ,τι ἔβρισκαν μπροστά τους μᾶς πετοῦσαν ἀπ’ ὅλες τίς μεριές. Ἦταν καί ναῦτες Φράγγοι7 μαζί τους στά καφενεῖα κι ἔκαναν χάζι μέ μᾶς.
Σά φτάσαμε στόν Μπασμαχανέ, μπροστά μας βγῆκε ἕνας Χαφούζης.8 Μᾶς κοίταξε:
—  Ἀλλάχ, Ἀλλάχ, εἶπε, τί γίνεται ἐδῶ!
Καί φώναξε τοῦ ἀσκέρ – ἀγᾶ.9 Αὐτός σταμάτησε.
—  Ὁ λοχαγός ἐδῶ! ξαναφωνάζει.
Τράκ τράκ τό ἄλογο, ὁ λοχαγός πῆγε, χαιρέτησε. Ὁ Χαφούζης τόν ρωτᾶ:
—  Τό «κιτάπι»10 μας αὐτά λέει;
Ὁ λοχαγός μεταχαιρέτησε.
Κι ἐμεῖς περνούσαμε ἀράδα ἀπό μπροστά τους.

Μεσημέρι, δώδεκα, φτάσαμε στό Χαλκά – Μπουνάρ. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισαν στό σύρμα, κύκλο. Ἅμα βράδιασε, ἕνας τοῦρκος ἐφές11 ἀπ’ τό χωριό μας ἦρθε καί μᾶς καλοῦσε μέ τά ονόματά μας νά βγοῦμε, τάχα πώς θά μᾶς γλιτώσει, μέ σκοπό νά μᾶς χαλάσει. Κι ἐμεῖς στή γῆ πέσαμε νά μή δώσουμε γνωριμία.
Τά ξημερώματα ἦρθε ἀπό τή Μαγνησία12 ἄλλος ἀξιωματικός, καί μᾶς σήκωσαν. Ὧρες περπατούσαμε. Οὔτε ξέραμε ποῦ μᾶς πᾶν. Μονάχα ἀπό τόν τόπο καταλαβαίναμε πώς βαδίζαμε γιά τή Μαγνησία.
Ἀντί νά μᾶς πηγαίνουν στό δημόσιο δρόμο μᾶς τραβούσανε ἀπ’ τό βουνό. Κι ὅπως δέν ἤμαστε σέ ἰσότοπο, ἀρχίσαμε νά σκορπᾶμε. Δέν μπορούσαμε νά κρατήσουμε τίς τετράδες. Καί οἱ στρατιῶτες φώναζαν προσταχτικά:
—  Στίς τετράδες! Στίς τετράδες!
Ἐμεῖς προσπαθούσαμε, καί πάλι τίς χαλάγαμε. Ὅσοι ἦταν ἀνήμποροι κι ἔμεναν πίσω, τούς τραβοῦσαν οἱ πολίτες στό δάσος καί τούς καθάριζαν.
Μέ πολύ κόπο πέσαμε στό δημόσιο δρόμο. Ἐκεῖ πάλι, μᾶς περίμεναν, μπουλούκια μπουλούκια, γέροι ἄνθρωποι, ἑξήντα ὥς ὀγδόντα χρονῶ, μέ παλιές μαχαῖρες, καί σά φτάσαμε κοντά ρίχτηκαν ἀπάνω μας, φωνάζοντας στό λοχαγό:
—  Ἄφησέ μας νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε!
Κι ὁ λοχαγός τούς ἔλεγε «ὄχι», γελώντας.
Ἐμεῖς τοῦ φωνάζαμε:
— Κύρ λοχαγέ, σέ σένα κρεμόμαστε.
Καί προχωρούσαμε.
Οἱ δρόμοι δεξιά κι ἀριστερά ἦταν σπαρμένοι ἀπό πτώματα πού μύριζαν. Στίς βρύσες ἔστεκαν σκοποί καί φύλαγαν τό νερό, πού ἔτρεχε ἀπ’ τά κανούλια13 ἐμεῖς τό βλέπαμε και διψούσαμε περισσότερο.
Στό δρόμο εἴχανε σκάσει πολλοί. Ἐγώ, βάδιζα μέ τόν ἀδερφό μου, πού κρατοῦσε τό γελιό14 ἑνός Τούρκου ἀπ’ αὐτούς πού μᾶς φύλαγαν σκέφτηκα: «Λεφτά ἔχουμε, ἄς δώσουμε νά πιοῦμε». Κι εἶπα τοῦ ἀδερφοῦ μου:
—  Διψῶ πολύ, θά σκάσω.
— Κάνε κουράγιο, ἀδερφέ, μοῦ λέει, μή φανοῦμε μέ λεφτά καί μᾶς χαλάσουν.
— Ὄχι, δέν ἀντέχω, δῶσε λεφτά καί πάρε νά πιοῦμε.
Μοῦ ‘δωσε, κι ἔτρεξα ἴσια στόν Τοῦρκο.
—  Λίγο νερό, τοῦ λέω, κοντεύω νά ξεψυχήσω.
—  Τί λές, σκυλί; Οὔτε δράμι15 δέ σοῦ δίνω.
— Ἀσκέρ-ἀγά, ψυχικό θά κάνεις, νά πάρε κι αὐτά τά λεφτά.
—  Δῶσ’ τα, μοῦ λέει, καί πιές κρυφά.
Ἤπια, κι ἔδωσα καί τοῦ ἀδερφοῦ μου.
Αὐτά γινότανε Αὔγουστο μήνα.

Τέλος, ἕνα βράδυ, φτάσαμε ἔξω ἀπ’ τή Μαγνησία. Ἐκεῖ ὁ κόσμος μᾶς περίμενε μέ ρόπαλα στό χέρι φωνάζοντας:
—  Αἰχμάλωτοι ἔρχονται! Κι ἔτρεχαν κατά μᾶς.
Ὁ λοχαγός τώρα τούς ἔλεγε:
—  Τραβηχτεῖτε μακριά! Ὅταν ἐμεῖς πολεμούσαμε, ἐσείς κάνατε τά κέφια σας.
Αὐτοί τότε σκόρπισαν φωνάζοντας, πώς μιά μέρα οἱ Γιουνάνηδες16 πάλι θά μᾶς χαλάσουν.
Ὁ λοχαγός νευριασμένος, μᾶς μάζεψε ὅλους, σαν τα πρόβατα στό μαντρί, κι ἔβαλε γύρω σκοπούς νά μᾶς φυλᾶν.
Νερό, ψωμί, τίποτα!
Ὅσοι εἶχαν λεφτά, ἔδιναν στούς σκοπούς κι ἔπιναν. Ἔδωσε κι ἡ παρέα μας σ’ ἕναν ἀράπη καί μᾶς ἔφερε ἕναν ντενεκέ γεμάτο.
—  Κάντε γρήγορα, μᾶς λέει κι αὐτός, ὁ λοχαγός δέν ἀφήνει.
Ἤπια, ἤπια… ὁ ἀδερφός μου μέ τράβηξε νά πιεῖ, ρίχτηκαν κι οἱ ἄλλοι στόν κουβά, καί τό νερό χύθηκε.
Τήν ἄλλη μέρα, νύχτα ἀκόμα, ὁ λοχαγός φώναξε:
—  Ἑτοιμαστεῖτε!
Μπήκαμε στίς τετράδες σειρά καί κινήσαμε. Μᾶς πῆγε μέσα στη Μαγνησία. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισε σ’ ἕνα νοσοκομεῖο, πού ἦταν μέσα σέ πεῦκα, περιτριγυρισμένο μέ κάγκελα, καί μᾶς παράδωσε στά χέρια ἑνός δεκανέα.
Ἀπό τήν κούραση πείνα δέ νιώθαμε, μονάχα ἡ δίψα μᾶς ἔκοβε. Ξαπλωμένοι σάν ἄρρωστοι κάτω ἀπ’ τά πεῦκα, μασούσαμε τά χλωρά πούσια.17 Καί σά φάνηκαν στόν οὐρανό λίγα σύννεφα, παρακαλούσαμε νά βρέξει. Αὐτά ἅπλωσαν, σκοτείνιασαν, κατέβηκαν χαμηλά, καί πάλι σιγά σιγά χάθηκαν. Ὁ ἥλιος ἔριξε τήν κάψα του τώρα πιό πολλή, κι ἐμεῖς απελπισμένοι φωνάζαμε:
— Νερό! Νερό!
Μά κανένας δέ μᾶς ἄκουγε.

Μετά πέντε ὧρες, ἦρθε ἕνας ξανθός, καλοντυμένος χότζας,18 κι ἐμεῖς ὅλοι μέ μιά φωνή τόν παρακαλούσαμε:
—  Χότζα, Ἀλλάχ ἀσκινά,19 διψοῦμε, νερό!
Σά νά φχαριστήθηκε μέ τά χάλια μας, εἶπε:
— Ἔτσι θέλω νά σᾶς βλέπω ὥς τό τέλος, σάν τά φίδια νά σερνόσαστε. Κι ἔφυγε.
Αὐτός ἔφυγε, κι ἄλλος ἦρθε μέ τό ἁμάξι. Κι ἐμεῖς φωνάζαμε πάλι:
—  Ἀλλάχ ἀσκινά, λίγο νερό, διψοῦμε, δέν ἀντέχουμε!
Σά μᾶς εἶδε καλά καλά καί τοῦτος, εἶπε:
—  Τό γοῦστο μου τό ἔκανα.
Καί διέταξε τόν ἁμαξά νά τραβήξει.
Ἑφτά μέρες περάσαμε ἔτσι. Ὅσοι εἶχαν λεφτά πίνανε, μά ὅσοι δέν εἴχανε πίνανε τό κάτουρό τους.20
Πολλοί πέσανε ψάθα ἀπό πείνα και δίψα. Οἱ συνοδοί μᾶς εἴπανε νά βγεῖ ἀπό μᾶς ἀγγαρεία,21 νά τούς πετάξουμε. Κι ἐμεῖς μαλώναμε ποιός θά πρωτοβγεῖ γιατί θά ‘πινε νερό.22
Βγῆκαν καμιά κοσαριά νομάτοι23 μέ τά κάρα καί τούς πέταξαν μακριά, ἔξω ἀπ’ τήν πολιτεία…
Μέσα στό νοσοκομεῖο ἦταν καί μαγνησαλῆδες24 αἰχμάλωτοι πού μᾶς ἔλεγαν πώς τό συντριβάνι στήν αὐλή ἔχει νερό.
Ἐμεῖς τ’ ἀκούγαμε καί δέν τό πιστεύαμε.
Τή νύχτα ξυπνήσαμε ἀπό φωνές καί μάθαμε πώς οἱ Μαγνησαλῆδες ἔσπασαν τό κιούγκι25 κι ἦρθε νερό. Τότε σηκωθήκαμε ὅλοι καί χτυπιόμαστε ποιός θά πρωτοπιεῖ. Ἀπ’ τίς φωνές μας οἱ σκοποί πήρανε εἴδηση κι ἄρχισαν νά πυροβολοῦν. Ἀφοῦ ἔπεσαν κάμποσα κορμιά, μᾶς ἔκλεισαν σέ συρματόπλεγμα. Ἐκεῖ μέσα παίρναμε λάσπη καί βυζαίναμε.
Καί σ’ ἑφτά μέρες ἀπάνω ἔρχεται πάλι ὁ χότζας κι ἐμεῖς μέ φωνές τόν παρακαλούσαμε.
— Σωπᾶτε, μᾶς λέει, γιατί θά φύγω ἄν φωνάζετε. Ἦρθα, νά σᾶς σώσουμε.
Στό λόγο ἀπάνω, ἔφεραν σέ καλάθια κουραμάνες.26 Μᾶς ἔβαλαν στό ζυγό, δίνοντας στούς δυό νομάτους ἀπό μισή. Ὕστερα μέ τή σειρά μᾶς ἄφησαν στό συντριβάνι νά πιοῦμε νερό.
Ἐκείνη τή μέρα εἶχε ἔρθει ἄνθρωπος μεγάλος ἀπ’ τό Ἀχμετλί, μᾶς ἔλεγαν οἱ στρατιῶτες, κι ἀπό δῶ κι εμπρός θά περάσετε καλά.
Τό βράδυ μᾶς ἔγδυσαν! Ὅ,τι εἴχαμε ἀπάνω μας, δαχτυλίδια, ρολόγια, μᾶς τά πήρανε. Ὥς καί τά χρυσά δόντια μᾶς βγάλανε ἀπ’ τό στόμα.
Τό πρωί μᾶς σήκωσαν. Κι ὅταν ἑτοιμαζόμαστε, μαζεύτηκαν ἀπ’ ἔξω οἱ ζεμπέκηδες,27 μέ ζουρνάδες28 καί νταούλια,29 καί βγαίνοντας μᾶς χτυποῦσαν μέ τά ὅπλα τους. Ἐκεῖ, ἦρθε ἄλλος ἀξιωματικός. Μᾶς παρέλαβε καί ξεκινήσαμε.
Ἔξω ἀπ’ τή Μαγνησία, μακριά τρεῖς ὧρες, ἦταν ἕνα μεγάλο ἀμπέλι, τριγυρισμένο μέ φράχτη. Ἐκεῖ μᾶς ἔκλεισε μέσα κι ἔβαλε σκοπούς νά μᾶς φυλᾶν ὥσπου νά ξημερώσει.
Ἐμεῖς σκορπίσαμε στά τρυγημένα κλήματα καί τρώγαμε φύλλα μέ τήν κουραμάνα.
Κι ἅμα νύχτωσε, δυό ἔκαναν νά φύγουν. Οἱ σκοποί τους ἔπιασαν καί μπροστά μας τούς σκότωσαν. Τό πρωί μᾶς ἔλεγε ὁ λοχαγός:
— Ἄπιστα σκυλιά! Ἐγώ κοιτάζω νά σᾶς κάνω καλό κι ἐσεῖς μοῦ φεύγετε;
Καί διέταξε νά μᾶς σηκώσουν.
Ὧρες βαδίζαμε. Καί κεῖ πού κάναμε στάση, σ’ ἕνα σταθμό, ἦρθαν κάμποσοι τοῦρκοι πολίτες, κι εἶπαν τοῦ ἀξιωματικοῦ νά τούς ἀφήσει νά ψάξουν ἀνάμεσά μας κι ἅμα βροῦν κάποιον πού ζητοῦσαν, νά τόν πάρουν.
— Ναί, τούς λέει, κοιτάχτε κι ἅμα τόν βρεῖτε πάρτε τον.
— Ἄφεριμ, ἄφεριμ,30 εἶπαν καί χώθηκαν στό σωρό μας. Τόν βρῆκαν. Ἦταν Ἀρμένης, ὁ περβολάρης τοῦ σταθμοῦ.
— Βρέ κερατά Ἀρμένη, ἐσένα γυρεύουμε.
—  Τί θέλετε ἀπό μένα; τούς εἶπε. Μιά ψυχή ἔχω νά παραδώσω.
Καί μέ τό κεφάλι ψηλά, σά νά ‘θελε νά τόν δοῦμε ὅλοι, πέρασε ἀνάμεσά μας.
—  Πάρτε τον! φώναξε ὁ λοχαγός.
Ὁ Ἀρμένης ἅμα ἄκουσε ἔτσι, ρίχτηκε ἀπάνω σέ κεῖνον πού πρωτάπλωσε νά τόν πιάσει καί μέ πάθος τοῦ δάγκωσε τό λαρύγγι.
Οἱ ἄλλοι τόν χάλασαν ἀμέσως· πρόφτασε μόνο κι εἶπε:
—  Κάντε με ὅ,τι θέλετε, τό αἷμα μου τό πῆρα.
Ἀφήσαμε πίσω μας τό ζεστό κουφάρι, πού τό κλοτσοκυλοῦσαν ἀκόμα, καί τραβήξαμε γιά τόν Κασαμπά. Ἐκεῖ ἦταν ὅλα στάχτη. Σέ μιά μάντρα μᾶς βάλανε. Ἀπό κεῖ βλέπαμε νά περνοῦν ἄλλους αἰχμαλώτους, κι ἀκούοντας ἀπό μακριά τά μαρτύριά τους, δοξάζαμε τό Θεό.

Τό πρωί μᾶς σηκώσανε γιά τό Ἀχμετλί. Ἅμα φτάσαμε, ὁ λοχαγός μᾶς περίμενε στό σταθμό κι ἀπ’ αὐτόν μάθαμε πώς θά μέναμε ἐκεῖ.
Μᾶς τράβηξε σ’ ἕναν ξερότοπο καί μᾶς ἄφησε στόν ἥλιο. Ἐμεῖς τόν παρακαλούσαμε νά μᾶς βάλει ἀπ’ τό ἄλλο μέρος πού εἶχε δέντρα.
—  Ὄχι, μᾶς εἶπε, στόν ἥλιο. Κι ἔφυγε.
Τ’ ἀπομεσήμερο ἔπιασε βροχή· χαρήκαμε. Ἤπιαμε μέ τή φούχτα μας νερό, πλυθήκαμε καί δροσιστήκαμε.
Ἅμα πῆρε τό βράδυ, ἦρθε ὁ λοχαγός καί μᾶς ἔβαλε κάτω ἀπό ‘να ὑπόστεγο. Στό πόδι ξημερωθήκαμε. Ὅλη τή νύχτα ἔβρεχε.
Τό πρωί ἦρθε πάλι· κοντά του εἶχε κι ἕνα γραμματικό. Μᾶς χώρισε σέ λόχους, κι ἔβγαλε τούς τεχνίτες, φουρνάρηδες, ζυμωτῆδες, καμιά δεκαριά, μαραγκούς, σιδεράδες εἴκοσι, χτίστες, σουβατζῆδες31 ἄλλους τόσους· κι ὅπως τούς χώριζε, ἔλεγε:
—  Ἐσεῖς πού τά γκρεμίσατε, νά τά χτίσετε.
Καί τούς παράδωσε στούς στρατιῶτες.
Ὁ γραμματικός φώναξε:
— Μυλωνάς δέν εἶναι κανένας ἀπο σᾶς; Καρπό ἔχουμε32 ν’ ἀλέσουμε. Δέν ξέρει κανένας σας μυλωνάς;
Βγῆκε ὁ ἀδερφός μου καί δυό ἄλλοι.
Οἱ ζυμωτῆδες πῆγαν στό φοῦρνο, κι ἔβγαλαν κουραμάνα, ἀπό κριθάρι ἀκοσκίνιστο. Κι ἀπό κείνη τή μέρα μᾶς μοίραζαν ἀπό ‘να τέταρτο στόν καθένα μας.
Ἕνα βράδυ δυό ζυμωτῆδες ἔκλεψαν λίγο χαμούρι33 γιατί ‘χαν στό νοῦ τους νά τό σκάσουν. Κι ὁ σκοπός τούς ἔπιασε τήν ὥρα πού τό ἔκλεβαν. Τό πρωί τούς πῆγαν στό λοχαγό, πού ἔμενε ἐκεῖ κοντά μας σέ μιά καλύβα.
—  Τοῦτοι ἐδῶ χτές βράδυ ἔκλεψαν χαμούρι γιά νά φύγουν, τοῦ λένε.
Ὁ λοχαγός ἔβγαλε τό πιστόλι του.
— Νά ἔτσι θά πᾶτε σά σκυλιά ὅσοι κάνετε αὐτά, εἶπε καί τούς σκότωσε μπροστά μας. Ὕστερα μᾶς ἔβαλε ἀγγαρεία νά καθαρίσουμε τό σταθμό. Ἀπ’ τήν ἀκαθαρσία, μᾶς πόνεσαν τά μάτια.
Κι ἕνας λοχίας πού μᾶς παράστεκε, Τουράν τόν λέγανε, μᾶς φώναζε ἄγρια καί μᾶς χτυποῦσε, γιά νά τόν καμαρώνουν μέσ’ ἀπ’ τό τραῖνο οἱ γυναῖκες. Κι ὅποιοι ἀπό μᾶς εἶχαν βαρύ πονόματο τούς ἔλεγε πώς θά τούς πάει στό νοσοκομεῖο νά τούς γιατρέψει, κι αὐτός τούς τράβαγε μές στή χαράδρα καί τούς ξεπάστρευε.
Ἕνα βράδυ ὁ λοχαγός ἔδωσε διαταγή στή φρουρά νά ποῦν στά χωριά, ὅσοι θέλουν παραγιούς νά ‘ρχονται νά παίρνουν.
— Ἔχουμε, νά τούς πεῖτε, ἀπ’ ὅλους· τσομπάνηδες, χτίστες, σιδεράδες, ὅ,τι θέλουν.
Τό πρωί ἔφτασαν οἱ μουχτάρηδες34 κι ἄρχισαν νά διαλέγουν πενήντα, ὀγδόντα, ὅσους ἤθελαν ἀπό μᾶς, σά νά ‘μαστε ζωντόβολα.
Τότε συμφωνήσαμε, δώδεκα χωριανοί, νά μάθουμε κανένα καλό χωριό, κι ὅταν ξανάρθουν καί ζητήσουν, νά πᾶμε ὅλοι μαζί.
Ἀπό λίγες μέρες ἕνας δεκανέας πού μᾶς συμπαθοῦσε, γιατί τοῦ εἴχαμε χαρίσει, ἀπό τήν ἀρχή ὅταν πιαστήκαμε, ἕνα ζουνάρι πού τοῦ ἄρεσε, μᾶς λέγει:
— Ἑτοιμαστεῖτε. Ἐδῶ κοντά εἶναι ἕνα καλό χωριό, τό Μπουνάρ – Μπασί, στό Μπόζ – Ντάγ. Θά περάσετε καλά.
Τόν ρωτήσαμε ἄν θά ‘ρθει κι αὐτός μαζί μας.
— Ὄχι, μᾶς λέγει, ἐμένα δέ μ’ ἀφήνει ὁ λοχαγός. Θά σᾶς παραδώσω στό μουχτάρη.
Μᾶς παράδωσε καί φύγαμε.
Στό δρόμο ἀπάνω, βρήκαμε μιά γκορτσιά35 καί πέσαμε στ’ ἄγουρα γκόρτσα.
— Μπρέ σεῖς, ἐλᾶτε, φώναζε ὁ μουχτάρης, μᾶς πῆρε τό βράδυ.
Κι ἐμεῖς μπήκαμε στό δρόμο τρώγοντας.
Στό χωριό φθάσαμε νύχτα. Μᾶς μοίρασαν σέ τρεῖς μεριές, ἀπό τέσσερις.
Εἴκοσι μέρες δουλέψαμε σ’ αὐτό τό μέρος. Κι ἀπ’ τήν πρώτη μέρα πού πήγαμε, βάλαμε μέ τό νοῦ μας νά λιποταχτήσουμε, κι ἀρχίσαμε στά κρυφά νά κρατοῦμε ψωμί, κι ὅ,τι ἄλλο βαστοῦσε ἀπ’ τό φαγί μας, γιά τό δρόμο.
Τέλος ὁρίσαμε τή μέρα. Παρασκευή μεσάνυχτα νά ξεκινήσουμε. Κι ὅταν ἦρθε ἡ ὥρα, ξύπνησα τό σύντροφό μου, κι ἕνας μέ τόν ἄλλο ξυπνήσαμε ὅλοι. Μά οἱ ἄλλοι μετάνιωσαν. Ἐμεῖς τούς εἴπαμε: τ’ ἀποφασίσαμε πιά, θά φύγουμε. Καί φύγαμε.

Σάν περπατήξαμε καμιά ὥρα δρόμο, ἔξω ἀπ’ τό χωριό, μπροστά μας βρήκαμε ἕναν γκρεμό, ρέμα. Τό βουητό του δέν ἀκουγότανε, ἀπ’ τό πολύ βάθος πού εἶχε. Ἐκεῖ σταματήσαμε.
Πλάγι μας ἦταν ἕνα χωριό. Τά σκυλιά του μᾶς μυρίστηκαν κι ἄρχισαν νά γαβγίζουν.
— Θά φανερωθοῦμε, λέγω στό σύντροφό μου, πρέπει νά τό περάσουμε ἀπόψε.
—  Ναί, μοῦ λέει.
Καί σουρτά,36 πιαστοί στίς πέτρες, κατεβαίνουμε. Μά δέν μπορέσαμε. Στό μισοκατήφορο, σταματήσαμε σέ μιά βραχοσπηλιά. Ἐκεῖ ξημερωθήκαμε.
Ἅμα πῆρε ἡ μέρα, ἀπάνω ἀπό τόν γκρεμό ἀκούσαμε φωνές. Μᾶς εἶχαν πάρει στό κατόπι μικροί μεγάλοι καί μᾶς κυνηγούσανε μέ τά σκυλιά τους.
Οἱ φωνές ἀπό ὥρα μάκρυναν. Ἐμεῖς καθίσαμε ἀκόμα λίγο, κρυμμένοι, κι ὕστερα πήραμε πάλι τόν γκρεμοκατήφορο.
Μεσημέρι κοντά ἔδειχνε μέ τόν ἥλιο, πού φθάσαμε ὥς κάτω στό γούπατο.37
«Βάι, βάι38» εἴπαμε σάν εἴδαμε τό ἄλλο μέρος, πού θ’ ἀνεβαίναμε. Περπατήσαμε γιά λίγο, ὀρθοί, δίπλα στό νερό πού κύλαγε χοχλαστό39 καί μπήκαμε μέσα γλιστροπατώντας ἀπάνω στά τρόχαλα.40 Τό νερό μᾶς ἔφθασε ὥς τό γόνα.
Ὅπως προχωρούσαμε, ἀκούσαμε κοντά μιας κροτοχαρχάλεμα.41 Τρομάξαμε· σμίξαμε κοντά κοντά τά κορμιά μας καί βλέπαμε. Ἀπό πάνω, χαμηλά, περνοῦσαν κοράκια, κάνοντας κύκλους. Σκύψαμε κι ἤπιαμε νερό, δίχως νά διψοῦμε. Ὕστερα βγήκαμε ἀπ’ τό ποτάμι στάζοντας καί πήραμε τό ἀνηφόρι.
Ὁ ἥλιος ἔπεφτε ὅταν ἀναριχτήκαμε, πιάνοντας τίς χορτόριζες. Μέ πολύν κόπο ἀνεβήκαμε. Μᾶς εἶχε πάρει τό βράδυ.
Σά βγήκαμε στό ἴσιωμα, κοιτάξαμε γύρω. Μπροστά μας, λίγο μακριά, φάνηκαν καλύβες <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="γιουρούκης| Τούρκοι ορεινοί. Συνήθως ξυλοκόποι. Στη θρησκεία αιρετικοί. Στα τζαμιά δεν μπαίνουν να προσκυνήσουν. Φαίνεται πως είναι ντόπιοι εξισλαμισθέντες.» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>γιουρούκικες.42 Τά σκυλιά γάβγιζαν. Οἱ τσομπάνηδες φώναξαν ἀναμεταξύ τους:
—  Τά σκυλιά ἀλυχτοῦν,43 ἄνθρωποι εἶναι. Καί ντουφέκισαν στόν ἀέρα.
Ἐμεῖς λοξέψαμε στόν γκρεμό καί περπατούσαμε σκυφτοί ἄκρια ἄκρια, ὥσπου πέσαμε σ’ ἕνα ἐρειπωμένο χωριό. Καθώς προχωρούσαμε μές στά χαλάσματα, λίγα βήματα μπροστά μας, ἀκούσαμε βόγγο. Πλησιάσαμε. Ἀπάνω σέ ἀδειασμένο στρῶμα ἀπό ἄχυρο ἦταν ξαπλωμένο ἕνα σκυλί.
Ὅταν μᾶς εἶδε, ἔκανε νά σηκωθεῖ. Δέν μπόρεσε. Μᾶς κούνησε τήν οὐρά του ἀπάνω στό χῶμα, ἀνοιγόκλεισε τά μάτια του, πού γυάλιζαν στό φεγγάρι, καί μεταβόγγηξε. Καθίσαμε κοντά του, σ’ ἕνα μισότοιχο τῆς σωριασμένης αὐλῆς. Ἀπάνω σέ σωρούς ἀπό ἄχρηστα πράγματα κούρνιαζαν κότες ξεπουπουλιασμένες, κατάστεγνες ἀπ’ τή δίψα. Εἴπαμε νά πάρουμε καμιά, μά ποῦ φωτιά. Κοιτάξαμε τό σκυλί καί τραβήξαμε. Ὅλη τή νύχτα περπατούσαμε στό φεγγάρι καί ξαφνιαζόμαστε μέ τούς ἴσκιους μας.
Κοντά ξημερώματα, πέσαμε στά λιβάδια τοῦ Μπόζ – Ντάγ, ὅπου ἔβοσκαν γίδια· τά φύλαγε γυναίκα. Βιαστήκαμε νά τά περάσουμε, δέν προφτάσαμε. Μᾶς ἔζωσε τό κοπάδι. Ἡ γυναίκα σκυφτή ἔπλεκε· δέ μᾶς πρόσεξε, περάσαμε.

Τήν τέταρτη μέρα πέσαμε στό Ὀντεμίς.44 Ὅπως πηγαίναμε, ἀπαντήσαμε ἕνα μύλο.
—  Ἔ, σύντροφε, τοῦ λέω, ποῦ θά πάει αὐτό, ὅλο δρόμο, δρόμο; Καί τοῦ ‘δειξα τό μύλο, μέ νόημα.
—  Τί, νά τόν σπάσουμε; μοῦ λέει.
—  Ναί, εἴπαμε κι οἱ δυό καί πάλι μετανιώσαμε.
Ἀπό κεῖ βγήκαμε σέ δημόσιο δρόμο. Τραβηχτήκαμε στό δάσος νά κρυφτοῦμε. Κοντά μεσημέρι, εἴδαμε ἕναν κυνηγό στήν ἀπέναντι ράχη. Τό σκυλί του γάβγιζε· φοβηθήκαμε.
Μπουσουλώντας, πήγαμε ὥς δέκα μέτρα καί λουφάξαμε πίσω ἀπό ‘να κορμόδεντρο, παραμονεύοντας τόν κυνηγό πότε θά φύγει. Βαρεθήκαμε. Ἔμεινε ὥς ἀργά τό βράδυ. Κάναμε τότε τό σταυρό μας καί δρόμο.
Πρίν ξημερώσει, εἴχαμε φτάσει ἔξω ἀπό τήν πολιτεία Μπανός. Ὥς τό Βαϊντίρι κοντά ἔφταναν τά λιόδεντρά της. Ἀπ’ τήν πείνα μας, τρώγαμε τίς ἄγουρες ἐλιές καί μᾶς πίκρισε τό στόμα.
Ἅμα μερώσαμε λίγο τήν πείνα μας, σταθήκαμε καί βλέπαμε τήν πολιτεία. Ἀντίκρυ μας περνοῦσε τό τραῖνο. Πῆγε, ἦρθε, δυό τρεῖς φορές. Ὁ κόσμος πού ἔβγαινε σκορποῦσε στούς δρόμους· δέν μπορούσαμε νά περάσουμε. Σουρούπωσε κι οἱ δρόμοι ἀκόμα ἦταν γεμάτοι κόσμο. Φύγαμε ἀργά, νύχτα.
Ἀπ’ τό Βαϊντίρι περάσαμε γρήγορα καί πέσαμε στό ποτάμι τό Μαίαντρο.45 Τό νερό μᾶς ἦρθε ὥς τή μέση. Τό περάσαμε.
Βγαίνοντας, μπροστά μας φάνηκαν πρόβατα. Δέν μπορούσαμε νά κάνουμε πίσω, πέσαμε μές στό κοπάδι. Τά σκυλιά μᾶς μούνταραν46 κι ἐμεῖς τά διώχναμε μέ τά ξύλα π’ ἀκουμπούσαμε. Αὐτά, τίποτα· τά μαυλίσαμε47 καί σκυφτοί, σιγά σιγά, τραβηχτήκαμε.
Σά μακρύναμε πολύ ἀπ’ τό κοπάδι, καθίσαμε. Δέν μπορούσαμε οὔτ’ ἕνα βῆμα νά κάνουμε. Κι ἕνα μικρό παιδάκι μᾶς ἔπιανε.

Τέλος φτάσαμε ἔξω ἀπ’ τό χωριό μας. Μπήκαμε στό δάσος, κι ἀπό κεῖ τό βλέπαμε στήν κορφή, ὅπως τό ξέραμε. Καμιά πενηνταριά φῶτα ἔκαιγαν. Τά σκυλιά ἀλυχτοῦσαν. Ἦταν ὅπως τότες, πού ἤμασταν ἐκεῖ. Κλάψαμε. Μᾶς φάνηκε πώς γλιτώσαμε ἀπό φυγόστρατοι καί γυρίζαμε στά σπίτια μας νά ἡσυχάσουμε.
—  Πᾶμε, μοῦ λέει ὁ σύντροφός μου, ἴσως ἀκόμα νά ‘ναι οἱ δικοί μας, πᾶμε νά δοῦμε γιά νά πιστέψουμε.
Καί ξεκινήσαμε χωριστά, ἀφοῦ πρῶτα ὁρίσαμε τήν ἄλλη μέρα ν’ ἀνταμώσουμε στή σπηλιά. Αὐτός τράβηξε σέ ἄλλο μαχαλά,48 ἐγώ σέ ἄλλον. Ὅπου κι ἄν πήγαμε, ὅλα ρημαγμένα. Τά σπίτια ἀνοιχτά, ἄδεια, οἱ πόρτες σπασμένες μέ τά τσεκούρια. Μονάχα στήν ἀγορά ἔμεναν ἀκόμα λίγοι Τοῦρκοι καί στήν ἀστυνομία ὁ σκοπός. Στό σκολειό, πού τό ‘χαν γεμάτο ἔπιπλα καί ροῦχα, ἀπό μέσα ἀκουγόταν κουβέντα. Ἀποτραβήχτηκα καί γύριζα ὅλη τή νύχτα, μέ τό φόβο μου συντροφιά.
Τό πρωί π’ ἀνταμώσαμε, μᾶς πῆραν τά κλάματα. Ἐμεῖς λογαριάζαμε πώς κάτι θά βρίσκαμε στό χωριό, ἀφημένο ἀπ’ τούς δικούς μας. Μά δέ βρήκαμε τίποτα καί στήν ἀπελπισιά μας, ριχτήκαμε στούς συκομπαξέδες.
Ὕστερα ἀπό μιά βροχή τά σύκα χάλασαν, μά εἶχαν ἀρχίσει νά ὡριμάζουν τά κάστανα κι οἱ ἐλιές. Μαζέψαμε ὅσο καρπό μπορούσαμε καί τόν βάλαμε στή σπηλιά μας.
Μιά μέρα πού καθόμαστε ἀπέξω καί βλέπαμε ἀντικριστά μας ἕνα μύλο,
— Σύντροφε, τοῦ λέω, ὅσο κι ἄν τρώγω, μοῦ ‘ρχεται λιγούρα. Δέν πᾶμε νά στήσουμε πόστο,49 κι ἅμα φύγει ὁ μυλωνάς νά τόν πατήσουμε;
— Καί δέν πᾶμε, μοῦ λέει. Καί πήγαμε.
Οἱ πελάτες ἦρθαν καί φύγαν. Σά βράδιασε, ὁ μυλωνάς καβαλίκεψε τ’ ἄλογό του κι ἔφυγε κι αὐτός.
Περιμέναμε ὥς τά μεσάνυχτα, μήπως βγεῖ κανένας ἀπό μέσα ἤ γυρίσει ὁ ἴδιος πίσω. Δέ φάνηκε τίποτα. Σταυρώσαμε τό στῆθος μας καί πήγαμε.
Ἡ κλειδαριά ἦταν σπασμένη, μ’ ἀπό μέσα εἶχε ἀμπάρα.50 Ἀπ’ τό βοριά, πού ‘βγαινε τό νερό, μπήκαμε. Ἕνα νυχτοφάναρο ἔκαιγε μπροστά στό στόμα τοῦ φούρνου. Τρομάξαμε. Καί πάλι εἴπαμε: «ψωμί νά φᾶμε κι ἄς πεθάνουμε». Κοιτάξαμε τό ντουλάπι. Εἶχε τό μπαρντάκι51 μέ λάδι, ντομάτες, ἁλάτι. Μές στό καλάθι δυό πίτες. Στό παράθυρο τά τσανάκια52 βαλμένα μπρούμυτα. Κάναμε σαλάτα καί φάγαμε. Εὐχαριστήσαμε τό Θεό σά νά τόν εἴχαμε μπροστά μας, καί κουβεντιάσαμε μέ λαχτάρα. Παρηγορηθήκαμε.
Ὕστερα σηκωθήκαμε καί ψάχναμε παντοῦ. Σέ μιά θυρίδα εἶχε καμιά κοσαριά κεριά τῆς ἐκκλησιᾶς. Τά πήραμε. Σ’ ἕνα βαρέλι, ἀλεύρι καί μισό σακί στάρι. Βάλαμε νά τό ἀλέσουμε. Ἀφήσαμε τό νερό κι ὁ μύλος ἄρχισε ν’ ἀλέθει.
Κόντευε πιά νά ξημερώσει. Μαζέψαμε ὅ,τι ἄλλο μᾶς χρειαζόταν, βάλαμε τό ἀλεύρι σέ δυό σακιά καί τραβήξαμε στό δάσος. Ἀπό κεῖ παραφυλάγαμε, νά δοῦμε καί ν’ ἀκούσουμε τί θά γινόταν.
Ὁ μυλωνάς ἦρτε, σάν πῆρε ἡ μέρα, μέ πελάτες γιουρούκηδες.
Μόλις μπῆκαν, ἀκούστηκαν φωνές. Ὁ μυλωνάς ἔβριζε, θαρρώντας πώς κλέφτηκαν συναμεταξύ τους.
Φυλάξαμε ἐκεῖ ὥς τό μεσημέρι. Ἅμα εἴδαμε ἡσυχία, πήγαμε στή σπηλιά, νά συμμαζέψουμε ὅ,τι εἴχαμε πάρει ἀπ’ τό μύλο. Εἴχαμε κάνει πιά καλά τό κουμάντο μας:53 λάδι, ἀλεύρι, ἁλάτι, ἀπό τούς γύρω μπαξέδες μελιτσάνες, ντομάτες. Τή νύχτα μαγειρεύαμε στή σπηλιά καί ψήναμε ζυμαρόπιτες στή θράκα.54 Τό πρωί παίρναμε τό φαγί μας καί τραβούσαμε στό δάσος. Ἐκεῖ βραδιάζαμε.

Μιά μέρα, ὅπως καθόμαστε προφυλαγμένα, μπροστά μας παρουσιάστηκε ἕνας Γιουρούκης μέ δίκαννο. Μᾶς κοίταξε καλά. Ἐμεῖς τρομάξαμε. Τόν περάσαμε γιά ἀγροφύλακα.
—  Ἀπό ποῦ εἶστε, πατριῶτες; μᾶς ρώτησε.
— Ἀπό τή Μακεδονία, <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="μουατζίρης| μέτοικος, πρόσφυγας. Από τη Μακεδονία, μουατζίρηδες…· μέτοικοι από την ευρύτερη γεωγραφικά περιοχή της Μακεδονίας. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 μεταξύ των Βενιζέλου και Ινονού, περίπου 500.000 Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή της Μακεδονίας.» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>μουατζίρηδες55 τοῦ λέμε, καί ἡ κυβέρνηση μᾶς ἔστειλε ἐδῶ, στό Τσαβίρ – Κιόι. Αὐτό τό χτῆμα τώρα εἶναι δικό μας. Ἐσύ τί θέλεις ἐδῶ;
— Νά, περνοῦσα καί μπῆκα νά μάσω λίγα κάστανα· τώρα ἔφυγαν οἱ Γκιαούρηδες56 εἶπε κι ἔφυγε.
Σά χάθηκε ἀπό μπροστά μας, κοιταχτήκαμε.
—  Ἔι, σύντροφε, τοῦ λέω, ὁ ἥλιος βασίλεψε, πᾶμε.
Στό δρόμο μας ἀπαντήσαμε ἕνα ξωκλήσι. Μπήκαμε νά γονατίσουμε, καί νά παρακαλέσουμε, ἴσως μᾶς φανεῖ κανένας ἅγιος, νά τοῦ ποῦμε τόν πόνο μας. Δέν εἴδαμε τίποτα. Μονάχα τοίχους γυμνούς καί σανίδια.
Συλλογισμένοι γυρίσαμε στό γιατάκι57 μας. Ὅλη τή νύχτα δέν κλείσαμε μάτι ἀπό φόβο μήν ἔρτουν καί μᾶς πιάσουν, ἀπάνω στόν ὕπνο. Καί δέν ἦταν μόνο αὐτό πού μᾶς βασάνιζε. Εἴχαμε καί τή φαγούρα ἀπό τίς ψεῖρες πού δέν μᾶς ἄφηναν σέ ἡσυχία. Καλύτερα εἴχαμε νά πεινᾶμε, καί νά γλιτώναμε ἀπ’ αὐτές.
Κι ἔτσι, σκεφτήκαμε τό πρωί νά κατέβουμε κάτω ἀπ’ τή σπηλιά, πού ἦταν ρέμα. Σούρουπο ἀκόμα πήγαμε, κι ἀνάψαμε φωτιά μέ ξερά ξύλα. Ὥσπου νά κάψει τό νερό κουρευτήκαμε, ξουρίσαμε τίς τρίχες καί τά γένια μ’ ἕνα ξουράφι κι ἕνα ψαλίδι, πού εἴχαμε βρεῖ στό χωριό. Ὕστερα γδυθήκαμε καί ζεματίσαμε τίς ἀλλαξιές μας. Ἐκείνη τή μέρα ἡσυχάσαμε. Ἀπό δυό μέρες, πάλι ἡ ψείρα. Κάθε μέρα μέ τό ζεμάτισμα τίς ξεκάναμε· γλιτώσαμε κι ἀπ’ αὐτές.
Τώρα μᾶς εἶχε σωθεῖ τ’ ἀλεύρι. Μέσα σέ πενήντα μέρες, εἴχαμε φάει ὥς σαράντα οκάδες58 ψωμί. Πιο κάτω, εἶχε κι ἕναν ἄλλο μύλο, ἀπάνω στό δρόμο. «Νηστικό σκυλί φοῦρνο τρυπάει». Εἴπαμε νά πᾶμε καί σ’ αὐτόν, κι ἀρχίσαμε νά παραφυλᾶμε. Μά ὁ μυλωνάς ἔμενε ἐκεῖ.
Τέλος, μιά μέρα, ἔφυγε γιά τό χωριό μέ ἄλλους τρεῖς συντροφιά. Βράδιασε κι οἱ δρόμοι δούλευαν ἀκόμα. Πῆγε μεσάνυχτα κι ὁ μυλωνάς δέ φάνηκε. Εἴπαμε δέ θά ‘ρτει καί ζυγώσαμε στό μύλο. Ἀφουγκραστήκαμε· ὁμιλία καθόλου. Σπρώξαμε τήν πόρτα· φάνηκε νά ‘ναι γερά κλεισμένη ἀπό μέσα. Ἀποφασίσαμε νά μποῦμε ἀπ’ τό φοῦρνο, πού ‘χε παράθυρο.
— Ἐσύ, λέγω στό σύντροφό μου, νά φυλᾶς τό δρόμο κι ἄν δεῖς τίποτα, δῶσε μου εἴδηση.
Ἐγώ ἔσπασα τό τζάμι καί πήδησα μέσα. Ἀπάνω ἀπ’ τό παράθυρο κρεμόταν ἕνα καλάθι κι ἔπεσε. Πάγωσα. «Ὁ μυλωνάς», εἶπα μέσα μου κι ἔτρεμα. Μά πιό δυνατή ἦταν ἡ πείνα. Κατέβηκα κι ἄνοιξα. Ὁ σύντροφός μου μπῆκε καί μετάκλεισε τήν πόρτα. Ἀνάψαμε φῶς καί ψάξαμε παντοῦ. Μές στό ντουλάπι βρήκαμε δυό ψωμιά, μιά χύτρα μαγειρεμένα φασόλια, στό ράφι ἀπάνω σαπούνι, καπνό <a class="tooltip" style="text-decoration:none;color:#006600;" title="…και μια ζωστήρα που τη φόρεσα…| το κείμενο στην α' έκδοση: Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δύο ψωμιά, μια ζωστήρα (τούτη εδώ που φοράω). Στην α’ έκδοση με τρόπο άμεσο δηλώνεται η παρουσία ενός αφηγητή-μάρτυρα και, κατά κάποιο τρόπο, προοικονομείται το τέλος του βιβλίου με την υπογραφή του «Νικόλα Κοζάκογλου».» href=»http://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2712/Neoelliniki-Logotechnia_G-Lykeiou-AnthrSp_html-empl/index_2_03.html#»>καί μιά ζωστήρα, πού τή φόρεσα.59 Πίσω ἀπ’ τήν πόρτα, σέ μιά κόφα,60 εἶχε λερά ροῦχα, δίπλα ἕνα τσουβάλι ἀλεύρι κι ἕνα, σιτάρι. Τά μαζέψαμε ὅλα, πήραμε τήν κατσαρόλα μέ τό φαΐ καί φύγαμε. Ἡ σπηλιά μας ἦταν κοντά στό μύλο, σιγά σιγά τ’ ἀνεβάσαμε.
Τό πρωί, πρίν ξημερώσει, πήγαμε ἀντίκρυ νά παραφυλάξουμε. Ὁ μυλωνάς ἦρθε μοναχός του, κι ἔφυγε βρίζοντας γιά τό χωριό. Δέν πέρασε μισή ὥρα κι ἀπάνω στό δρόμο φάνηκε ἀπόσπασμα ἱππικό. Ἀπό τό φόβο μας, ὅλη μέρα κρυφτήκαμε μέσα στή σπηλιά.
Σάν ἔφεξε ἡ ἄλλη μέρα, πήραμε ψωμί καί φύγαμε. Ἔτσι κάναμε κοντά μιά βδομάδα. Δέ φάνηκε τίποτα. Ἡσυχάσαμε.
Κάτω ἀπ’ τή σπηλιά μας ἦταν μεγάλα ἐλιόδεντρα. Ὁ ἥλιος δέν ἔβλεπε τό κορμί τους, τόσο πυκνά ἤτανε. Ἕνα βράδυ μπήκαμε νά μαζέψουμε ἐλιές. Ἐκεῖ πού μαζεύαμε, ἀκούσαμε ὁμιλία.
—  Σύντροφε, τοῦ λέγω ζυγώνοντας, ἄνθρωποι εἶναι ἐδῶ, νά κρυφτοῦμε.
Δέν ἀπόσωσα τήν κουβέντα κι ὥς δυό μέτρα, ἀπάνω στό δρόμο, φάνηκαν ἄντρες, γυναῖκες, κάτι Γιουρούκηδες. Ὅπως περνοῦσαν μπροστά ἀπ’ τά δέντρα, λέει ἕνας:
—  Βάζω στοίχημα, ἐδῶ μέσα ἔχει ἀκόμα Γκιαούρηδες.
Σά μάκρυναν, μοῦ λέει ὁ σύντροφός μου:
— Πρέπει ν’ ἀλλάξουμε γιατάκι. Καί μέ προφύλαξη γυρίσαμε στή σπηλιά μας.
Οὔτε φάγαμε κεῖνο τό βράδυ. Γείραμε μέ τήν ἔννοια πώς θά πιαστοῦμε.
Σά χάραξε ἡ ἄλλη μέρα, μαζέψαμε τά πράματά μας καί πήγαμε μακρύτερα σέ ἄλλη σπηλιά, πού τήν ξέραμε ἀπό πρίν. Ἐκεῖ βολευτήκαμε καλύτερα. Ἦταν βαθιά μέσα καί φαρδιά ὥς δυό μέτρα. Ἀπ’ τό χωριό εἴχαμε πάρει μιά σκαφιδούλα καί δυό τενεκέδες ἀπό λάδι. Ἐλιές εἴχαμε μπόλικες. Τίς τσακίσαμε λιῶμα, τίς βάλαμε σ’ ἕναν τρουβά61 καί τίς περιχύναμε μέ βραστό νερό, ζουλώντας τες καλά μέσα στή σκαφίδα. Μετά ρίξαμε τό λαδόνερο στόν τενεκέ, πού τού εἴχαμε τρυπήσει τόν πάτο καί σιγά σιγά τό νερό ἔφευγε κι ἔμενε τό λάδι.
Αὐτή τή μέρα μαγειρέψαμε, φάγαμε καλά καί ξαπλώσαμε. Τό φῶς ἔμπαινε ὥς βαθιά μέσα στή σπηλιά κι ἔκανε τίς ἀράχνες νά κουνηθοῦν μές στό ὑφάδι τους. Χαρήκαμε τή συντροφιά τους.
Τέσσερις μῆνες σωστούς ζήσαμε ἐδῶ μέσα.
Καί στούς τέσσερις ἀπάνω, ἕνα πρωί, ὅπως διάβαζα, ψέλνοντας ἀπό μιά σύνοψη62 πού τήν εἶχα βρεῖ στό χωριό,
— Πάψε, μοῦ λέει σκουντώντας ο σύντροφός μου, ὁμιλία ἀκούω.
Καί κοίταξε μέσ’ ἀπ’ τό βάθος.
Μπροστά ἀπό τή σπηλιά, ὥς δέκα πόδια, περνοῦσε ἕνα μονοπάτι. Τά βήματα ὅλο καί ζύγωναν. Ἡ σπηλιά τραβοῦσε μέσα τήν κουβέντα σά ρουφήχτρα.
—  Ἐδῶ ἔπρεπε νά ‘ναι τά βόδια μας…
Καί φάνηκαν. Ἦταν δυό γιουρούκηδες γελαδάρηδες· κι ἐμεῖς ἑτοιμαστήκαμε μέ τά ρόπαλα στό χέρι, ἄν τύχαινε νά μᾶς δοῦν, νά τούς σκοτώσουμε.
Δέ μᾶς εἶδαν. Πέρασαν ἥσυχα, κουβεντιάζοντας, μέ τά χέρια πίσω στή μέση.
Πάλι μοῦ λέγει ὁ σύντροφός μου:
—  Κι ἀπό δῶ πρέπει νά φεύγουμε.
— Βρέ φίλε, τοῦ ἀποκρίθηκα, ποῦ ἀλλοῦ νά πᾶμε;
— Ὄχι, μοῦ λέγει, ἐγώ δέ μένω. Ἴσως νά εἶδαν καί πῆγαν ἴσια στό φρουραρχεῖο.
—  Καλά, ἄς γίνει ἔτσι, τοῦ ἀπάντησα.
Καί ξεκινήσαμε νά βροῦμε ἄλλη κρυψώνα. Ὥς τ’ ἀπόγευμα ψάχναμε. Βρήκαμε σ’ ἕνα μέρος πού τό λέγαν Ἁγια-Τριάδα, σπήλαιο κι αὐτό, καί κουβαλήσαμε νύχτα τά πράματά μας.
Δέκα μέρες περάσανε, κι ἀπ’ τό φόβο μας δέν εἴχαμε βγεῖ ἔξω. Οἱ τροφές ἄρχισαν νά σώνονται μέρα μέ τή μέρα. Στό τέλος μείναμε νηστικοί. Τό μάτι μας εἶχε θολώσει ἀπ’ τήν πείνα.
—  Σύντροφε, τοῦ λέγω, δέ βαστῶ πια. Νά σκοτώσουμε τό μυλωνά;
— Πάψε, μοῦ λέγει, μή θέλεις νά χάσεις τήν ψυχή σου. Σε λίγο βγαίνουν τά σπαρτά, τά ρεβίθια, κι ἔτσι θά φᾶμε πάλι.
—  Σύντροφε, τοῦ μετάπα, ὥς τώρα τρώγαμε φαΐ κι ἀπάνω μας δέν πήραμε· μέ τά χορτάρια θά ζήσουμε; Ἤ θά βροῦμε νά φᾶμε, ἤ θά τραβήξουμε μές στή Σμύρνη, νά παραδοθοῦμε.
— Ὄχι, μοῦ λέγει, ἐγώ δέν παραδίνουμαι σέ τούρκικα χέρια. Ἐδῶ μέσα, στή σπηλιά θά πεθάνω.
— Μήν τό παίρνεις ἔτσι, σύντροφε, τοῦ εἶπα, ἐκεῖ εἶναι πολιτεία, δέν μποροῦν νά μᾶς χαλάσουν.
—  Ὄχι, μοῦ ἀπαντᾶ, αὐτό δε γίνεται.
— Ἔ, τότε νά γίνει ἕνα ἄλλο. Νά κάνουμε τούς Τούρκους καί νά κατέβουμε νά πιάσουμε δουλειά. Κι ὅ,τι μᾶς εἶναι γραμμένο θά γίνει.
—  Σύμφωνος, μοῦ λέει.
— Μά κι οἱ δυό μαζί δέν κάνει, τοῦ λέω, γιατί μπορεῖ ἀπάνω στήν κουβέντα μας νά πιαστοῦμε.
Κι ἔτσι ἀποφασίσαμε νά χωρίσουμε. Αὐτός νά κατέβει σέ ἄλλο χωριό κι ἐγώ σέ ἄλλο.
— Ποιό μέρος ξέρεις ἐσύ; τόν ρώτησα.
—  Τό Ἀϊντίν,63 μοῦ λέγει.
— Καλά, ξέρω κι ἐγώ τά Θεῖρα. Ἐκεῖ μπορῶ νά κάνω τόν τσομπάνο. Ἀπό ζωντανά γνωρίζω.
Καί μείναμε σύμφωνοι στούς δυό μῆνες, ἄν δέν μᾶς καταλάβαιναν, ν’ ἀνταμώναμε στά Θεῖρα ἤ στά μαντριά.
— Ἄν δέ μᾶς ἔβρει κακό, μοῦ λέει, καί κοίταξε ἔξω τή μαυρίλα, πού ἔμπαινε σάν καπνός μές στή σπηλιά.
Νύχτα μεσάνυχτα ἔπιασε δυνατή βροχή. Ἀπ’ τίς ἀστραπές λέγαμε πώς θ’ ἀνοίξει τό σπήλαιο. Πιάσαμε κουβέντα μές στό σκοτάδι. Καί τί δέν εἴπαμε. Ὥσπου φτάσαμε στό χωρισμό μας. Παίρναμε ἀπόφαση καί μετανιώναμε· παίρναμε ἄλλη καί πάλι ξαναμετανιώναμε.
Σάν ξημέρωσε, πρῶτος σηκώθηκε ὁ φίλος, πῆρε τό ξουράφι, τ’ ἀκόνισε στή ζώστρα του καλά64 καί πικρογέλασε.
—  Ἔλα, μοῦ λέει, μή στέκεις, καί μοῦ ἔγειρε τό λαιμό.
Μέ ξύρισε, τόν ξύρισα κι ἐγώ, καί κοιταχτήκαμε.
—  Μοιάζω γιά Τοῦρκος; τοῦ λέγω.
—  Ἴδιος Μεμέτης65 εἶσαι.
—  Καί σύ σάν Τουρκοκρητικός μοιάζεις.
—  Ἄι, πᾶμε τώρα, γιατί ἀδυνατίσαμε.
Πιάσαμε τά χέρια καί δέν τ’ ἀφήναμε. Εἴπαμε πώς δέ θά ξανανταμώναμε. Κλάψαμε καί συχωρεθήκαμε.
Κι ὁ καθένας μας πῆρε τό δρόμο τῆς μοίρας του. Κι ὅπως πηγαίναμε, κοιταζόμαστε, ὥσπου τόν ἔχασα ἀπ’ τά μάτια μου.
— Ἀνόητε, εἶπα τότε στόν ἑαυτό μου, κι ἔκανα νά τρέξω πίσω του. Μά ἡ καρδιά μου εἶπε ὄχι. Πάντα ἄκουα τήν καρδιά μου, τό συνήθιζα.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ – ΣΧΟΛΙΑ

 * Το κείμενο παρατίθεται όπως στην έκδοση: Στρατής Δούκας, Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, στ’ έκδ. Κέδρος 1977.
Όσων σχολίων η επεξήγηση είναι με πλάγια γράμματα, είναι του συγγραφέα και προέρχονται από την πρώτη έκδοση του έργου (1929), την οποία ευγενικά μας παραχώρησε το Ε.Λ.Ι.Α. (Εταιρεία Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου), το οποίο και ευχαριστούμε.
(Στην α’ έκδοση (1929) ο Στρατής Δούκας διατήρησε σχεδόν ανέπαφη την έκταση της ιστορίας, έτσι όπως την άκουσε από την πραγματική της πηγή, τον Νικόλα Κοζάκογλου, καθώς επίσης και τα στοιχεία του προφορικού λαϊκότροπου λόγου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αρχή του βιβλίου:
«Όταν έγινε η καταστροφή της Σμύρνης είμουνα εκεί.
Έμεινα στην Τουρκία αιχμάλωτος.
Από τη Σμύρνη μας έμασαν όλους και μας έκλεισαν στους στρατώνες για να μας στείλουν στο Εσωτερικό. Μόλις βγήκαμε βαδίσαμε στην αγορά. Κι’ είμαστε κάνα δυο χιλιάδες αιχμάλωτοι. Εκεί ήταν και ναύτες Γάλλοι, δεξιά κι αριστερά, μαζί με τους Τούρκους και κάνανε γούστο»).

  1. Στην καταστροφή της Σμύρνης…· γίνεται λόγος, φυσικά, για την πυρπόληση της Σμύρνης και τις βιαιοπραγίες των Τούρκων σε βάρος των χριστιανών κατοίκων της (Αρμενίων και Ελλήνων) τον Σεπτέμβριο του 1922.
  2. Πούντα· παραλιακή συνοικία της Σμύρνης, όπου βρισκόταν και ο σιδηροδρομικός σταθμός για το Αϊδίνι. Τις μέρες της Καταστροφής πολλοί πρόσφυγες είχαν καταφύγει εκεί, με την ελπίδα να βρουν πλοίο και να σωθούν.
  3. θα μας χαλάσουν όλους· θα μας σκοτώσουν.
  4. Κι εμείς π’ ακούγαμε… «σκοποβολή κάνουνε»· πρόκειται για ένα είδος ψυχολογικής άμυνας των αιχμαλώτων με τη δημιουργία ψευδαισθήσεων.
  5. Μας έβγαλαν στην αυλή και μας χώρισαν απ’ τους πολίτες· ο αφηγητής είναι προφανώς στρατιώτης.
  6. λεφούσι· ασύνταχτο πλήθος.
  7. Φράγγοι· Γάλλοι. Εδώ, προφανώς, υπονοούνται γενικά όλοι οι Ευρωπαίοι, οι οποίοι κατά τη διάρκεια της μικρασιατικής καταστροφής και ιδιαίτερα στην καταστροφή της Σμύρνης επέδειξαν όχι μόνο ανθελληνική, αλλά σε μεγάλο βαθμό μη ανθρωπιστική στάση.
  8. Χαφούζης· Τούρκος που γνωρίζει να απαγγέλλει το Κοράνι.
  9. ασκέρ αγάς· επικεφαλής των στρατιωτών, αξιωματικός.
  10. κιτάπι· βιβλίο ή τετράδιο που χρησιμοποιείται για σημειώσεις. Εδώ: το ιερό βιβλίο των μουσουλμάνων, το Κοράνι.
  11. εφές· ο εφέντης, το παλικάρι, ο άξιος και ικανός.
  12. Μαγνησία· πόλη της Μ. Ασίας στην αριστερή όχθη του Έρμου ποταμού. Σ’ αυτή την πόλη μεταφέρθηκε ένα μεγάλο τμήμα από τα διαβόητα «τάγματα εργασίας».
  13. κανούλια· κάνουλες.
  14. γελιός· γυλιός· στρατιωτικό σακίδιο ώμου, που περιέχει ατομικά είδη.
  15. δράμι· παλαιότερη μονάδα βάρους, ίση περίπου με 3 γραμμάρια. Εδώ: πολύ μικρή ποσότητα.
  16. Γιουνάνηδες· έτσι αποκαλούσαν οι Τούρκοι τους Έλληνες.
  17. πούσια· στρώμα από βελόνες πεύκου, που σχηματίζεται κάτω από το δέντρο.
  18. χότζας· μουσουλμάνος ιερωμένος ο οποίος γνωρίζει, ερμηνεύει και διδάσκει το Κοράνι.
  19. Αλλάχ ασκινά· για όνομα του Θεού!
  20. πίνανε το κάτουρό τους· κορυφώνεται η σωματική εξαθλίωση των αιχμαλώτων.
  21. αγγαρεία· στρατιωτικός όρος: προσφορά αναγκαστικής εργασίας.
  22. Κι εμείς… θα ‘πινε νερό· Σ’ αυτό το σημείο τονίζεται, με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, η ηθική εξαθλίωση στην οποία έχουν οδηγηθεί οι αιχμάλωτοι.
  23. καμιά κοσαριά νομάτοι· περίπου 20 άνθρωποι.
  24. μαγνησαλήδες· αυτοί που κατάγονται από την περιοχή Μαγνησία της Μ. Ασίας.
  25. κιούγκι· πήλινος σωλήνας αποχέτευσης.
  26. κουραμάνα· το ψωμί που έτρωγαν οι στρατιώτες.
  27. ζεμπέκης ή ζεϊμπέκης· χωροφύλακας ή επαγγελματίας στρατιώτης της Οθωμανικής Τουρκίας, που προερχόταν κυρίως από εξισλαμισθέντες Έλληνες της Μ. Ασίας.
  28. ζουρνάς· λαϊκό ξύλινο πνευστό όργανο.
  29. νταούλι· παραδοσιακό, κρουστό όργανο με βροντερό ήχο· κάτι σαν τύμπανο.
  30. άφεριμ, άφεριμ· μπράβο, μπράβο!
  31. σουβατζήδες· εργάτες για την επίστρωση επιφανειών τοίχων, οροφών κ.ά. Αμμοκονιαστές.
  32. καρπό έχουμε· εννοεί σιτάρι, κριθάρι κλπ.
  33. χαμούρι· ζυμάρι.
  34. μουχτάρης· ο πρόεδρος της κοινότητας ενός χωριού, αλλά και ο νομάρχης.
  35. γκορτσιά· αγριαχλαδιά.
  36. σουρτά· σερνάμενοι.
  37. γούπατο· εδαφική περιοχή που βρίσκεται χαμηλότερα από τα γύρω μέρη.
  38. βάι, βάι· αχ, αχ!
  39. χοχλαστό· κοχλαστό, αναταραγμένο.
  40. τρόχαλα· μεγάλες πέτρες.
  41. κροτοχαρχάλεμα· θόρυβος από τις πατημασιές πάνω στις πέτρες.
  42. γιουρούκης· Τούρκοι ορεινοίΣυνήθως ξυλοκόποιΣτη θρησκεία αιρετικοί. Στα τζαμιά δεν μπαίνουν να προσκυνήσουν. Φαίνεται πως είναι ντόπιοι εξισλαμισθέντες.
  43. αλυχτούν· γαβγίζουν.
  44. Οντεμίς· η αρχαία ελληνική πόλη Οδεμήσιον.
  45. Μαίαντ(δ)ρος· ποταμός της Μ. Ασίας, κοντά στην αρχαία Μίλητο. Λόγω των πολλών ελιγμών του ρου του, ονομάζεται έτσι και το ομώνυμο διακοσμητικό στοιχείο.
  46. μουντάρω· κινούμαι απειλητικά, ορμώ.
  47. μαυλίζω· εδώ: ξεγελώ διάφορα ζώα με απομίμηση της φωνής τους.
  48. μαχαλάς· γειτονιά, συνοικία.
  49. να στήσουμε πόστο· να βρούμε θέση ελέγχου.
  50. αμπάρα· σιδερένιος λοστός στην εσωτερική πλευρά της πόρτας για ασφάλεια.
  51. μπαρντάκι· σκεύος όμοιο με κανάτα.
  52. τσανάκι· πήλινο πιάτο των χωρικών, γαβάθα.
  53. είχαμε κάνει το κουμάντο μας· είχαμε εφοδιαστεί με τα αναγκαία.
  54. θράκα· σωρός από αναμμένα κάρβουνα και στάχτη.
  55. μουατζίρης· μέτοικος, πρόσφυγας. Από τη Μακεδονίαμουατζίρηδες…· μέτοικοι από την ευρύτερη γεωγραφικά περιοχή της Μακεδονίας. Πριν από την ανταλλαγή των πληθυσμών, που συμφωνήθηκε στις 30.1.1923 μεταξύ των Βενιζέλου και Ινονού, περίπου 500.000 Τούρκοι ζούσαν στην περιοχή της Μακεδονίας.
  56. γκιαούρηδες· υβριστικός χαρακτηρισμός των Ελλήνων από τους Τούρκους.
  57. γιατάκι· τόπος κατάλληλος για ύπνο ή ανάπαυση, κατάλυμα.
  58. οκά· παλαιότερη μονάδα βάρους, ίση με 1282 γραμ.
  59. και μια ζωστήρα που τη φόρεσα…· το κείμενο στην α’ έκδοση: Είδαμε ένα μερίδιο φασόλια, δύο ψωμιά, μια ζωστήρα (τούτη εδώ που φοράω). Στην α’ έκδοση με τρόπο άμεσο δηλώνεται η παρουσία ενός αφηγητή-μάρτυρα και, κατά κάποιο τρόπο, προοικονομείται το τέλος του βιβλίου με την υπογραφή του «Νικόλα Κοζάκογλου».
  60. κόφα· κοφίνι μεγάλων διαστάσεων για μεταφορά καρπών.
  61. τρουβάς· δισάκι.
  62. σύνοψη· η Ιερή Σύνοψη. Βιβλίο που περιέχει μέρος από τα επίσημα βιβλία της Εκκλησίας, για κατ’ ιδίαν προσευχή ή παρακολούθηση λειτουργίας στην εκκλησία.
  63. Αϊντίν· η μικρασιατική πόλη Αϊδίνιο.
  64. πήρε το ξουράφι, τ’ ακόνισε στη ζώστρα του καλά…· διαδικασία τροχίσματος του ξυραφιού πάνω στη δερμάτινη ζώνη, ώστε να γίνει πιο κοφτερό.
  65. Μεμέτης· Τούρκος, αλλά και κάθε μουσουλμάνος.

 

 

Advertisement

59 Σχόλια προς “Ιστορία ενός αιχμαλώτου (του Στρατή Δούκα, απόσπασμα)”

  1. sarant said

    Καλημέρα, το ανέβασα νωρίτερα γιατί θα βγω από νωρίς. Τα λέμε προς το βράδυ.

  2. Γιάννης Κουβάτσος said

    Καλημέρα.
    Και εδώ, όπως στη «Ζωή εν τάφω», τα σημαντικά κείμενα είναι της πρώτης έκδοσης. Από τις επόμενες εκδόσεις τα κείμενα νοθεύονται από ιδεολογικές και «πατριωτικές» σκοπιμότητες, γίνονται «καθώς πρέπει», μπορούν να μπουν και στα σχολικά βιβλία αλλά πάντα εις βάρος της αλήθειας και της λογοτεχνίας.

  3. Γιάννης Κουβάτσος said

    Κάτι μας λέει σχετικά ο Νερούδα στο «Γλυκό πάντοτε» από τη συλλογή «Εστραβαγάριο», σε μετάφραση Δανάης Στρατηγοπούλου:
    «Γιατί για να γραφτούν τα πράγματα
    και οι άνθρωποι της κάθε μέρας
    ντύνονται οι στίχοι με χρυσάφι,
    με απαίσια παλιά πέτρα;»

  4. Φτάνοντας σε μια τουρκική πόλη βλέπει κανείς μια πινακίδα με το υψόμετρο και τον πληθυσμό της = nüfus, εξού και «λεφούσι».

  5. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ὁ (ἀξιολογώτατος κατά τά ἄλλα) Στρατῆς Δούκας δέν ξεφεύγει ἀπό τήν κοινή μοῖρα τῶν δημιουργῶν πού ἐπιλέγουν ἰδεολογικά ἑρμηνευτικά σχήματα ἔναντι τῆς πραγματικότητας. Ἔτσι, στά «κοινά μαρτύρια των λαών» θά ἦταν ἴσως δύσκολο νά συμπεριληφθοῦν καί τά «μπουλούκια γέροι μέ παλιές μαχαῖρες πού ρίχτηκαν ἀπάνω μας, φωνάζοντας «Ἄφησέ μας νά κάνουμε ὅ,τι θέλουμε», ὁ «κόσμος πού τούς περίμενε μέ ρόπαλα στό χέρι», οἱ ἀλλοι πού φώναζαν:Ἔτσι θέλω νά σᾶς βλέπω, σάν τά φίδια νά σερνόσαστε» κλπ κλπ

  6. Αγγελος said

    Διάβασα και το υπόλοιπο, από το σχολικό βιβλίο όπου παραπέμπει ο Νικοκύρης. Ωραιότατο!
    Μου κάνει εντύπωση ότι στο γλωσσάρι περιλαμβάνονται οι λέξεις «δράμι», «αμπάρα» και άλλες κοινότατες. Αλλά βέβαια, τα σημερινά παιδιά πού να ξέρουν τι ακριβώς είναι το δράμι κι η οκά, που καταργήθηκαν εδώ κι εξήντα τόσα χρόνια;

  7. Λεύκιππος said

    Πιάστηκε η καρδιά μου.

  8. Alexis said

    Ωμό, τραχύ και παραστατικό.
    Πόσο πιο «άγριο» μπορεί να είναι άραγε το κείμενο της πρώτης έκδοσης;

  9. Ποια αρχαία ελληνική πόλη Οδεμήσιον; Ödemiş, παναπεί «πλήρωσε» (αγνοώ την ιστορία του τοπωνύμιου).

    5 Πρέπει ωστόσο στη ζυγαριά να μπουν και όσα έκανε ο ελληνικός στρατός τρία χρόνια…

  10. 9α Διάφορες εκδοχές, όχι πολύ πειστικές. Να έκανα γκάφα; Εδώ που είμαι πολύ δύσκολο να το τσεκάρω παραπάνω.
    https://en.wikipedia.org/wiki/%C3%96demi%C5%9F

  11. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @9. Προφανῶς!

  12. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    «Ἐπισπεύδων τῆς πολιτικῆς ἀστάθειας ἐγώ δέν θά γίνω».. (Κ.Μ.)

    Ἔχω τήν ἐντύπωσι ὅτι τώρα τελευταία ξεφυτρώνουν ἀρκετές κακόγουστες καί ἀπρόσφορες μετοχές στόν δημόσιο λόγο. Ὑποψιάζομαι ὅτι οἱ αὐτουργοί πρέπει νά διάβασαν κάπως ὄψιμα τό κεφάλαιο «Μετοχές» καί κάνουν φιγούρα 🙂

  13. ΓΤ said

    @12

    Ασφαλώς όχι. Αλλά επειδή είναι πιθανό αυτός ο τύπος να αποκτά και άλλα σπίτια μέσω του ΗΛΣΥΠΛΕΙΣ, ξέρει καλά τον όρο, στεκόμενος εναντίον του οφειλέτη, αφού βιάζεται να αποκτήσει.

    Αξέχαστος όταν πήγε στη Χάλκη και, με φοραπάρτιδα τα μικρόφωνα στα αμόρφωτα χείλια του, ρωτούσε πληροφορίες για βίλα που είχε κιαλάρει ο Κούλης Φαταούλης.

  14. Γιάννης Κουβάτσος said

    8:Σε θέματα αμεσότητας και ειλικρίνειας διαφέρουν οι πρώτες εκδόσεις από τις επόμενες, όπου βάζουν το χεράκι τους σκοπιμότητες και προσαρμογές στις ανάγκες των νεότερων εποχών.

  15. Χαρούλα said

    Δύτη συμπληρωματικά
    Τα Λύγδα βρίσκονταν στις βόρειες πλαγιές του όρους Μεσωγίς, στην νότια όχθη του Καΰστρου, ανήκε διοικητικά στο σαντζάκι Σμύρνης, στον καζά Οδεμησίου. Ο καζάς Οδεμησίου είχε 141 ή 146 χωριά (ανάλογα με την πηγή) και τρεις δήμους: Πυργίου (35 χωριά), Κελλάς/ Gilas (52 χωριά), Παλαιόπολης/ Balyanbolu (24 χωριά).

  16. Χαρούλα said

    -άφεριμ, άφεριμ· μπράβο, μπράβο!-
    Ξέρει κάποιος αν είναι η μοναδική ερμηνεία;
    Ο πατέρας μου το έλεγε και με την έννοια -νάσαι καλά,ευχαριστω,παρακαλώ-, κάπως έτσι. πχ βάλε αφερίμ ένα ποτήρι νερό. Και, κυρίως όταν το έδινες, πάλι αφερίμ.
    Δεν μιλούσε τουρκικά. Φράσεις που έμειναν στον χρόνο μόνον.

    αμπάρα· σιδερένιος λοστός στην εσωτερική πλευρά της πόρτας για ασφάλεια
    Για κάποιους(κατα την γνώμη μου Πορτοκάλους), από εκεί (μπορούσε να ήταν και σανίδα), προήλθε η μπάρα και το μπαρ.

  17. 15 Ότι η ελληνική ονομασία ήταν Οδεμήσιον το ξέρω, για την «αρχαία ελληνική πόλη» που λένε τα σχόλια είπα.

  18. Ένα παρόμοιο ζήτημα, η μάλλον ανύπαρκτη Μαρμαρίδα.
    https://www.lexilogia.gr/threads/marmaris-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%8C%CF%87%CE%B9-%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CF%82.16915/

  19. Χαρούλα said

    Οκ Δύτη μου. Είπα και γω μήπως συνεισφέρω. Πιάνεσαι εσύ στα «τουρκικα» όμως;;; Ειδήμων του ιστολογίου
    .

  20. Δεν είμαι ο μόνος 😳

  21. Αγγελος said

    (16) Μάλλον η αμπάρα προήλθε aπό την ιταλική barra = γαλλ. barre = αγγλ. bar, που μας ξαναμπήκε στα ελληνικά με άλλες σημασίες ως μπάρα και μπαρ!

  22. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα.
    Τρία ομόθεμα αποσπάσματα λοιπόν, σαν Φουλ της Συφοράς μας, αυτής που μένει ζωντανή, ως “πόνος μνησιπήμων”:
    “Ὅσοι ἦταν ἀνήμποροι κι ἔμεναν πίσω, τούς τραβοῦσαν οἱ πολίτες στό δάσος καί τούς καθάριζαν.[…]Πολλοί πέσανε ψάθα ἀπό πείνα και δίψα.[…] ἄρχισαν νά διαλέγουν(…)σά νά ‘μαστε ζωντόβολα.[…]πήρε το ξουράφι, τ’ ακόνισε στη ζώστρα του καλά(…) Μέ ξύρισε, τόν ξύρισα κι ἐγώ, καί κοιταχτήκαμε.”
    Γλώσσα στρωτή, βιωματική κι εδώ, όπως στα δύο πρότερα, και ομού το ξύρισμα σαν όμοιο δείγμα ανθρωπιάς ή ως κοινή επωδός, συμπέρασμα πικρό : Σε Κοινωνία της παρακμής,ψυχές επί ξυρού ακμής… Το ξουράφι όντας όντως ένα μέσον για “καθάρισμα”, έτσι ή αλλιώς.
    Σάμπως να είναι και η Σμύρνη μία αιχμάλωτη του Χρόνου, “Γυναίκα με τα Μαύρα” που λέει στον φεγγαρόλουστο Νέο ότι κι η μνήμη η επώδυνη και το νερό της λησμονιάς ίδια τα χείλη της ματώνουν, κι αυτή διπλά θα τυραννιέται εάν δεν μπορέσει έξοδο μαζί του::
    “(…)Τοῦτο τό σπίτι, παρ’ ὅλους τούς νεκρούς του, δέν ἐννοεῖ νά πεθάνει./Ἐπιμένει νά ζεῖ μέ τούς νεκρούς του/ νά ζεῖ ἀπ’ τούς νεκρούς του/ νά ζεῖ ἀπ’ τή βεβαιότητα τοῦ θανάτου του/καί νά νοικοκυρεύει ἀκόμη τούς νεκρούς του σ’ ἑτοιμόρροπα κρεββάτια/καί ράφια./Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.//(..)
    κι ἄν κάνεις νά κοιτάξεις σ’ αὐτόν ἤ στόν ἄλλον καθρέφτη,/διακρίνεις πιό θαμπό καί πιό τεμαχισμένο τό πρόσωπό σου,/τό πρόσωπό σου πού ἄλλο δέ ζήτησες στή ζωή παρά νά τό κρατήσεις/καθάριο κι ἀδιαίρετο. / Τά χείλη τοῦ ποτηριοῦ γυαλίζουν στό φεγγαρόφωτο /σάν κυκλικό ξυράφι — πῶς νά τό φέρω στά χείλη μου;/ὅσο κι ἄν διψῶ, — πῶς νά τό φέρω; — Βλέπεις;/ ἔχω ἀκόμη διάθεση γιά παρομοιώσεις, — αὐτό μοῦ ἀπόμεινε,/αὐτό μέ βεβαιώνει ἀκόμη πώς δέ λείπω. /Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.(…)” [Γιάννης Ρίτσος «Η σονάτα του σεληνόφωτος»,1956/ στ.113-119 και125-134 ]
    …Και σαν να τρέμει μη φανεί ότι κι ο Νέος αυτός είν’ αποκύημα, τελικά, της φαντασίας της.

  23. Χαίρετε,
    6 Έχει όμως σημασία να μάθουν τα παιδιά αν το δράμι ήταν 3,2 γραμμάρια ή η οκά 1282; Σχολαστικισμός δεν είναι; Αν έλεγε απλώς μέτρο βάρους της εποχής (μικρό για το δράμι, στο κιλό και πιο πάνω η οκά) δεν θα έφτανε; Ή για τον τρουβά λέει δισάκι. Αυτό είναι πιο εύκολα κατανοητό απ’ τους σύγχρονους;

    Γιουρούκοι για μας οι γύφτοι (τσιγγάνοι, ρομά ή όπως αλλιώς). Μάλλον από παρετυμολόγηση απ’ το γυρίζω (μιας και δεν έχουν – είχαν – σταθερά σπίτια).

  24. Spiridione said

    10.
    Το Οδεμήσιο αναφέρεται στις ευρωπαϊκές πηγές ως ‘Oedemisch’, ‘Eudemich’, ‘Eudemich’, ‘Odemes’, ‘Demich’, ‘Demieh’ και οι ντόπιοι το ανέφεραν ως ‘Τεμίσι’ και ‘Οντεμίς’. Πιθανώς το όνομά του συνδέεται με την τουρκομανική φυλή Otemis (γνωστή και για την εξέγερση του 17ου αιώνα). Ο Hyde Clarke αναφέρει σχετικά για τις φυλές Eutemish και Baindir (Journal of the Anthropological Society, 5, 1867,clxxx).
    https://mikrasiatis.gr/lygda-odemisio-kaystrion-pedion/

  25. Β.Σ. said

    διορθωμένο

    ΄΄ Το ηρωικό στοιχείο στον Στρατή Δούκα ήταν το εξής. Όταν συνεργαζόταν με την εφημερίδα Μακεδονία, του είπαν να πάει στην Φλώρινα. Φτάνοντας εκεί βρίσκει διαταγή – Γύρισε πίσω δεν μπορούμε να αναλάβουμε τα έξοδα. Αυτός χωρίς πεντάρα, ζητιανεύοντας από τους ίδιους τους χωρικούς, γύρισε 276 χωριά της Δυτικής Μακεδονίας, από κει ξεσήκωσε πολλές εμπειρίες. Αυτό είχε τέτοια ένταση, ώστε να είναι πια μύθος.΄΄

    Ν.Γ.Πεντζίκης
    από βιβλίο του Κώστα Κουρούδη για το περιοδικό Κοχλίας, εκδόσεις Μπιλιέτο.

    Καλημέρα σας. 🙂

  26. sarant said

    Ευχαριστώ για τα σχόλιά σας και να με συμπαθάτε για την απουσία, είχα πάει εκδρομούλα

    12 Αυτό το «επισπεύδων» είναι δανεικό από τη νομική ορολογία

    16 Η αμπάρα είναι από το ιταλ. barra απ’ όπου η μπάρα και το μπαρ, όχι το αντίστροφο. Κάπου έχουμε γράψει.

    25 Ζητώ συγγνώμη που το σχόλιό σας έμεινε τόσες ώρες στην καραντίνα, επειδή ήταν το πρώτο σας.

  27. leonicos said

    Προσέξτε, διότι η ιστορία δεν συγχωρεί.

  28. Theo said

    Όπως κι ο Άγγελος, διάβασα κι εγώ όλη τη νουβέλα.
    Πολύ δυνατή. Λόγος βιωματικός, αφτιασίδωτος. Φαίνεται κι από τη σύνταξη, με το ρήμα στο τέλος της πρότασης, όπως το έκαναν οι τουρκομερίτες.

    Και θυμάμαι την οικογένεια που έμενε απέναντι από το σπίτι μας, στον δεύτερο (προσφυγικό) συνοικισμό της Έδεσσας. Από τα Σώκια κι αυτοί. Ο κυρ Δαμιανός, φιλόμουσος, με πέντε όργανα, ούτι, μαντολίνο, δεν θυμάμαι τα άλλα, να βγάζει τον σεβντά του τα βράδια, παίζοντας με κάποια απ’ αυτά και τραγουδώντας, για την κόρη που έχασε νέα, για τον χωρισμό από την υπόλοιπη οικογένεια (ένας τοίχος τους χώριζε), για τη χαμένη πατρίδα, εγώ να ακούω αυτές τις αργόσυρτες λίγο παράξενες μελωδίες που δεν τις έπαιζε το ραδιόφωνο, κι αυτός την άλλη μέρα να κυκλοφορεί στολισμένος.

    Θυμάμαι και τον Νίκο Πεντζίκη να μιλά πολλές φορές για τον Στρατή Δούκα. Κάποτε ο Δούκας τον είχε οδηγήσει στην Αίγινα, στο σπίτι του Καζαντζάκη, που τους σέρβιρε μια ωραία συναγρίδα, ο κυρ Νίκος δεν ήξερε να την καθαρίσει γιατί στο σπίτι του την καθάριζε η μάνα του, κι έτσι του την καθάρισε ο Καζαντζάκης (παραλείπω τη συνέχεια, που την έχω διηγηθεί παλαιότερα εδώ).

    Τέλος, η νουβέλα συνδέεται και με το απόσπασμα από τα Ματωμένα χώματα που αναρτήθηκε πρόσφατα εδώ, γράφοντας για τον εγκαταλειμμένο Κιρκιντζέ και τα λεηλατημένα προικιά του αλλά και για έναν Κιρκίντζαλη που ο Δούκας συνάντησε στη Μυτιλήνη.

    Χίλια ευχαριστώ στον Νικοκύρη 🙂

  29. sarant said

    28 Νάσαι καλά!

  30. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Συνταρακτικό, όπως και τα περισσότερα με παρόμοιο θέμα (έχουμε συναντήσει κι εδώ αρκετά, κατά καιρούς).

    – Χαλκά-μπουνάρ (πηγή του κρίκου), αλλιώς Λουτρά της Αρτέμιδος, ΒΑ της Σμύρνης. Ίσως έπρεπε κάτι να αναφέρει το σχολικό βιβλίο.

  31. sarant said

    30 Α μπράβο!

  32. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    11η Σεπτεμβρίου. Ἕνα γεγονός -τομή στήν σύγχρονη ἱστορία

    https://www.kathimerini.gr/world/562038991/11i-septemvrioy-to-chroniko-tis-imeras-poy-allaxe-ton-kosmo/

  33. Theo said

    Μια άλλη αποφράδα 11 Σεπτεμβρίου, το 1973, στη Χιλή

  34. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @25, 28. (Τήν θυμόμουν, ἔψαξα καί τήν βρῆκα!)

    Εἶναι γνωστή, γνωστότατη ἡ σχέσι τοῦ Δούκα μέ τήν Θεσσαλονίκη καί τόν Πεντζίκη. (Νομίζω ὅτι συνεργάστηκε καί μέ τήν Διαγώνιο τοῦ Χριστιανόπουλου..).
    Μιά ὑπέροχη νεανική φωτογραφία τους- τήν ἀνεβάζω..

    https://www.kaliterilamia.gr/2020/03/31-isadora-rosenthal-kamarinea.html

  35. BLOG_OTI_NANAI said

    32: Το Netflix έφταξε ένα ντοκιμαντέρ 5 επεισοδίων με τις βασικότερες πτυχές του ζητήματος, τον τρόπο των χτυπημάτων, τους πολέμους σε Αφγανιστάν-Ιράκ, τα βασανιστήρια μουσουλμάνων αιχμαλώτων κ.λπ.
    Καλό ήταν, εξηγούσε τα πράγματα.
    Μερικές φορές σε τέτοιες περιπτώσεις σκέφτομαι -φαντάζομαι και άλλοι το κάνουν- την διαδρομή των προσωπικών ιστοριών. Δηλαδή, φεύγεις από το σπίτι σου ένα πρώι όπως χιλιάδες άλλα, και μπαίνεις ακριβώς στο αεροπλάνο, στο δρομολόγιο, στην ώρα, που έχει επιλεγεί να γίνει ολοκαύτωμα… Εξίσου, η αντίστροφη ιστορία, αυτός χάνει βρίζοντας το αεροπλάνο που σε λίγο θα γίνει ολοκαύτωμα, και τελικά σώζεται.
    Αυτός που έτυχε το γραφείο του να είναι όχι στον 92ο όροφο, αλλά στον 93ο, ήταν μελλοθάνατος. Το ίδιος αυτός που εκτάκτως πήγε εκείνη την ημέρα στον 93ο όροφο για κάποιο λόγο και έτσι αποκόπηκε από την φωτιά συνειδητοποιώντας πως αν το προγραμμάτιζε για άλλη ημέρα ή αν η δουλειά του ήταν σε πιο κάτω όροφο, θα ζούσε…
    Που λέγαμε κάποτε για ντετερμινισμό.

  36. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἡ τύχη εἶναι πιό θεμελιώδης ἔννοια ἀπό τήν αἰτιότητα..

    https://thalesandfriends.org/el/book/ta-vimata-tou-methismenou/

  37. sarant said

    35 Ο αστικός μύθος λέει ότι κάποιος που δούλευε στον 93ο όροφο, εκείνο το πρωί είχε πάει στη γκόμενα και είχε κλείσει το κινητό.

    Όταν τελείωσε, βγήκε από της γκόμενας και άνοιξε το κινητό. Του τηλεφωνάει η γυναίκα του έξαλλη.
    — Πού είσαι;
    — Πού θες να είμαι; Στο γραφείο. Μου έχεις φάει τη ζωή με την παράλογη ζήλια σου.

    Το διαζύγιο βγήκε εις βάρος του.

  38. BLOG_OTI_NANAI said

    37: Πολύ καλό 🙂

    36: Το παιχνίδι του κόσμου που έλεγε κι ο Αξελός.

  39. BLOG_OTI_NANAI said

    36: «Ἡ τύχη εἶναι πιό θεμελιώδης ἔννοια ἀπό τήν αἰτιότητα»

    Στην συζήτηση μας το θέμα ήταν αν η «τύχη» τελικά είναι απλά αιτιότητα αλλά σε βάθος σχέσεων αιτίου-αποτελέσματος τέτοιο που είναι σχεδόν αδύνατο να ελεχθεί, να εξεταστεί και να επαληθευθεί οπότε κάνουμε την ανάγκη φιλοτιμία και το ονομάζουμε τύχη.

  40. BLOG_OTI_NANAI said

    39: Στη συζήτηση δεν λάβαμε υπόψη αν υπάρχει θεός κ.λπ. Για παράδειγμα, αν η μπίλια της ρουλέτας κάτσει σε έναν αριθμό, αυτό είναι τύχη, ή μήπως το ονομάζω έτσι επειδή μου είναι αδύνατο να επαναλάβω ένα προς ένα με απόλυτη ακρίβεια όλα τα βήματα στο πέταγμα της μπίλιας και στο γύρισμα της ρουλέτας ώστε να πετυχαίνω άπειρες φορές το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα;

  41. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @37. 🙂
    @39. Εἶμαι σχεδόν βέβαιος ὅτι δέν θά τήν ἄντεχε μιά τέτοια συζήτησι τό ἱστολόγιο.. 🙂

  42. leonicos said

    37,39 κλπ

    Όταν βούλιαξε το Ηράκλειο στη Φαλκονέρα, λέγεται ότι υπήρχαν λεωφορεία από το Ρέθυμνο για το πλοίο, και κάποιοι, από λάθος, πήραν το λεωφορείο του ΚΤΕΛ για την πόλη του Ηρακλείου. Όταν το κατάλαβαν ήσαν πολύ μακριά για να το προλάβουν. Κλαίγανε για τα εισιτήριά τους μέχρι την επομένη το πρωί. Μετά κλάψανε από χαρά.

  43. Αγγελος said

    (40) Και το ένα, και το άλλο.
    Θυμάμαι ένα γαλλικό σχολικό βιβλίο φιλοσοφίας που έλεγε ότι το τυχαίο είναι διασταύρωση ανεξάρτητων αλύσων αιτιότητας. Αυτός που πηγε στους Δίδυμους Πύργους εκείνο το πρωί πήγε γιατί κάποια δουλειά είχε, πιθανότατα την καθημερινή δουλειά του, όπως και αυτός που δεν πήγε γιατί ξύπνησε π.χ. με πυρετό· αυτοί που έριξαν το αεροπλάνο εκεί είχαν κι αυτοί κάποιους λόγους, που ανάγονται ενδεχομένως στις… Σταυροφορίες· αλλά οι δύο αυτές αλυσίδες αιτιότητας είναι τελέίως ανεξάρτητες, και ο θάνατος ή η σωτηρία αυτού που πήγε ή που δεν πήγε είναι γεγονός όχι αναίτιο, αλλά πάντως «τυχαίο».
    Αφετέρου, η σημερινή φυσική διδάσκει ότι στο μικροσκοπικό (κβαντικό) επίπεδο υπάρχουν πράγματα όντως τυχαία, ότι αν έχουμε δύο άτομα ραδίου δίπλα-δίπλα, είναι εντελώς τυχαίο και δεν οφείλεται σε καμία διαφορά τους ούτε σε καμία εξωτερική αιτία το ότι ως αύριο το ένα ίσως θα διασπαστεί και το άλλο όχι. Ο Αινστάιν ποτέ δεν μπόρεσε να το χωνέψει αυτό, και πάντοτε πίστευε ότι υπάρχει μια βαθύτερη πραγματικότητα, κάποιες απαρατήρητες μεταβλητές που καθορίζουν την πορεία και των κβαντικών φαινομένων· έχει όμως αποδειχθεί, και μάλιστα βάσει πειραμάτων που ο ίδιος μαζί με συνεργάτες του είχε σκεφτεί, ότι αυτό, τουλάχιστον με την αφελή μορφή που θα το φανταζόταν π.χ. ο Λαπλάς, δεν μπορεί να ισχύει.

  44. sarant said

    43 Κοίτα να δεις!

  45. BLOG_OTI_NANAI said

    43: Ενδιαφέρον, αν και σε αυτά που αναφέρεις ως ανεξάρτητες σειρές που διασταυρώνονται, έχω διαβάσει ότι ακριβώς αν μπορούσαμε να καταγράψουμε όλα τα βήματα μέχρι τη διασταύρωση τους θα μπορούσαμε θεωρητικά να τα επαναλάβουμε και να φτάσουμε στο ίδιο αποτέλεσμα.
    Αν υπάρχει κάτι εντελώς τυχαίο σε κβαντικό επίπεδο, δηλ. μετά από πιστή/ακριβή επανάληψη των ίδιων ακριβώς βημάτων, παίρνουμε κάθε φορά ένα διαφορετικό αποτέλεσμα, δεν το έχω ψάξει.
    Να πούμε βεβαίως πως όταν φτάνουμε στην ουτοπία, και πρόκειται για ουτοπία αφού σήμερα δεν είναι δυνατόν να έχουμε καταγραφή όλων των βημάτων όλων των τμημάτων του κόσμου επί Χ χρόνια (ανθρώπων και μή) που συνετέλεσαν σε ένα αποτέλεσμα «Α», δεν είναι δυνατόν αυτή η ουτοπία να θεωρηθεί κανόνας. Έτσι, αναγκαστικά τα ερμηνεύουμε ως κάτι τυχαίο αφού έν ας τέτοιος ντετερμινισμός είναι αδύνατον να αποδειχθεί τουλάχιστον σήμερα. Αντιθέτως, το να ρίξω μία πέτρα από το μπαλκόνι και να προβλέψω ότι θα κατευθυνθεί προς τα κάτω, εμπεριέχει ελάχιστα βήματα και μπορεί να αποδειχθεί.

  46. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Τώρα το διάβασα.Πολύ δυνατό! Ομολογώ δεν το είχα διαβάσει. Καλά λένε πως τα σημαντικά κείμενα αν δεν τα βρεις εσύ, έρχονται εκείνα και σε βρίσκουν. Ευχαριστίες.

    Για το έργο του Στρατή Δούκα «Ιστορία ενός αιχμαλώτου» (Από μια συνέντευξή του μ’ αφορμή την συμπλήρωση 50ετίας από την πρώτη έκδοση του έργου του αυτού το έτος 1929)
    Όταν πρωτοκυκλοφόρησε – το 1929 – το χαιρέτησε πρώτος ο Φώτος Πολίτης: «Είναι ένα μικρό αριστούργημα. Η απλότητα του όλου κομματιού είναι μοναδική. Τύποι περνούν και χάνονται, αρπαγμένοι με μια μονοκονδυλιά. Στάζει η ζωή, στάζει η αλήθεια – στάλα στάλα – από κάθε περιγραφή …».

    Κι ο Φώτης Κόντογλου, τον ίδιο χρόνο: «Είναι ένα αληθινό διαμάντι. Έχει μέρη που θαρρείς πως είναι Αγία Γραφή και Όμηρος…».

    Αλλά και η γνώμη του Γιώργου Σεφέρη, όπως την εμπιστεύτηκε στον Νίκο Πεντζίκη: «Το καλύτερο απ’ όλα τα βιβλία του Πολέμου – δικά μας και ξένα!».

    Αυτό το μικρό αριστούργημα, που μόλις πιάνει 60 σελίδες στην τελευταία (έκτη) έκδοσή του από τον «Κέδρο» έχει την παράξενη … ιστορία του.

    Ήταν Σεπτέμβρης του 1928. Στην Θεσσαλονίκη ο Στρατής Δούκας ζήτησε από τον διευθυντή της «Μακεδονίας» (ήταν ο Πέτρος Λεβαντής) να βγει στα χωριά για μια δημοσιογραφική «εξόρμηση» και να μελετήσει την ζωή τους.

    Έτσι ξεκίνησε, με κάποια συστατικά για «εθνική αποστολή», και γύρισε 220 χωριά ως τα Χριστούγεννα. Και σ’ ένα απ’ αυτά, το Σπη ή Στουπί (σήμερα Νέα Έφεσος) γνώρισε τον «αιχμάλωτο» κι άκουσε την «ιστορία» του…

    «Καθήσαμε στο καφενείο με τον Πρόεδρο να κουβεντιάσουμε τα προβλήματά τους. Ένα γύρω οι χωρικοί – οι πιο πολλοί ζήσανε την αιχμαλωσία. Κάποιος είπε: «Να ένας που έκανε τον Τούρκο για να γλυτώσει!». Οσφράνθηκα την αφήγηση … Δείλιασε εκείνος στην αρχή, μα λίγο-λίγο με το ούζο, έρχεται στο κέφι… Μια νύχτα κράτησε η ιστορία του. Κι εγώ που κράταγα σημειώσεις όσο μιλούσε, πρόσεξα τα «και» που δένανε τον λόγο του, έτσι όπως δένουν τα κείμενα της Αγίας Γραφής. Ευτυχώς, έπαιρνε τέλος και η περιοδεία μου. Γύρισα Χριστούγεννα στην Θεσσαλονίκη και σε δεκαπέντε μέρες έγραψα το βιβλίο».

    -Πώς ήταν ο ήρωάς σας;

    -Ένας τουρκόφωνος ανατολίτης 25 χρονών, νιόπαντρος, μ’ ένα παιδάκι, οδυσσειακός τύπος δυνατός!

    -Το διάβασε το βιβλίο;

    -Ναι, τους το πήγα το βιβλίο και τους το διάβασα. Ήταν εκεί κι ο δεύτερος αιχμάλωτος, ο σύντροφος του αφηγητή μου, που στο βιβλίο τον φέρνω ν’ αφανίζεται από τους Τούρκους. Κακοκαρδίστηκε. «Γιατί με σκότωσες!», μου λέει. «Για να μείνει μόνος ο ήρωας!», είπα.

    Ο Φώτος Πολίτης είπε πως ήταν έτοιμος ο Στρατής Δούκας για μια άρτια προσφορά, όταν έγραψε την «Ιστορία ενός αιχμαλώτου». Ο Στρατής Δούκας μετρά τις «συμπτώσεις» που έσμιξαν – μοίρες καλές στην γέννηση του έργου:

    Ήταν τα εφτά χρόνια της στρατιωτικής του ζωής (με πολεμικό σταυρό και αριστείο ανδρείας!) που τον έφερναν οικείο στο κλίμα του Πολέμου και τον κόσμο των πολεμιστών. Ήταν ακόμη η πρώιμη απασχόλησή του με την λαογραφία (φοιτητής παρακολουθούσε τον σοφό Καθηγητή Νικόλαο Πολίτη). Τρίτη «σύμπτωση» οι καλλιτεχνικές εξορμήσεις του με τον Αντώνη Πρωτοπάτση – μνήμες νωπές κι αυτές – στα χωριά της Λέσβου για μια επικοινωνία με τις πηγές της λαϊκής δημιουργίας. Πρόσθετη «σύμπτωση» η συμπεριφορά του Πέτρου Λεβαντή που προκάλεσε πολλές πικρίες στον συγγραφέα κι ένα κλίμα ψυχολογικό έτοιμο ν’ απορροφήσει μια ζεστή εξομολόγηση και να την αναμεταδώσει θερμότερη. Και – τέλος:

    «Έτυχα σ’ ένα λαμπρό Μικρασιάτη αφηγητή!»

    Πολλές, λοιπόν, οι «συμπτώσεις» («σύμπτωση» και το πως αντάμωσαν ένας τουρκόφωνος πρόσφυγας κι ένας τουρκομαθής συγγραφέας!) αλλά δεν είναι αυτές, φυσικά, που εξηγούν πώς μέσα από το «μίγμα» μιας αφήγησης μπορεί να βγει ένα «διαμάντι» της πεζογραφίας μας που και τώρα ακόμη κρατάει την πρώτη του λάμψη…

    Κάποιες στιγμές, ο Στρατής Δούκας μιλάει και γι’ αυτό, για τα μυστικά της τέχνης του, κι είναι σαν να δουλεύει τώρα και να λέει:

    «Είναι ξένο το βίωμα. Μα δουλεύω χέρι-χέρι με τον λαό».
    «Εργάζομαι σαν τον αρχαίο τραγικό, με δεδομένο τον μύθο. Το ίδιο γίνεται και με τους βυζαντινούς τοιχογράφους, είναι δεδομένη η γραφή. Αλλά τεράστια η απόσταση από ζωγράφο σε ζωγράφο».
    «Προσπαθώ να υποτάξω την αρχική αφήγηση στις αρχές των κλασικών. Η αφήγησή μου έχει αρχή, μέση και τέλος, όπως θα το ήθελε ο Αριστοτέλης. Δεν είναι, βέβαια, «μίμησις βίου σπουδαίου». Αλλά είναι σπουδαία ιστορία. Και τελειούται, δι’ ελέου και φόβου».
    «Δουλεύω και σαν αισθητικός. Κλασική αφήγηση, αλλά και μοντέρνος λόγος. Ούτε λαϊκισμός, ούτε «κατσαρές κουβέντες» που λέει κι ο Καραγκιόζης. Η επιθετομανία του Γρυπάρη μπήκε και στην πεζογραφία μας – την πάτησε κι ο Μυριβήλης! Εγώ παραμερίζω και τ’ αφηρημένα ουσιαστικά (αγάπη, αρετή) και κρατώ τα συγκεκριμένα (πόρτα, δρόμος). Βρέθηκα στις αρχές των Άγγλων εικονιστών, στις οποίες προσχώρησε κι ο Πάουντ. Πετούν τα πάντα για την εικόνα».
    «Στηρίζομαι στον ελληνικώτατο νόμο των αντιθέσεων. Σύμβολο ελληνικό είναι ο μαίανδρος ευθεία-κάθετος. Κι ο βυζαντινός σταυρός … Η τέχνη – γράφω – είναι η συμφωνία των άκρων αντιθέσεων, μέρα-νύχτα, χειμώνας-καλοκαίρι. Κι αυτό το βλέπετε στην ιστορία του αιχμαλώτου μου: «Μεσ’ απ’ τα χέρια τους με πήρανε … Μεσημέρι πιάστηκα … Βράδυασε και…»

    Ας πούμε κι εμείς πως για τον αναγνώστη η πιο μεγάλη «αντίθεση» βρίσκεται στην ίδια την ιστορία, με τον Πόλεμο ανάμεσα στους ανθρώπους, με τον χριστιανό δραπέτη ανάμεσα σ’ αλλόθρησκους χωρικούς, με τον τρόμο ενός αιχμαλώτου που ζει κορυφωμένη την αγωνία του Πολέμου μέσα σ’ ένα σπίτι που κοιμάται, δουλεύει, προσεύχεται κι απολαμβάνει την ειρήνη του…».
    https://www.kosmosnf.gr/2014/01/doukas/

  47. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

  48. Theo said

    @34:
    Ευχαριστώ, Γιώργο 🙂
    Σχεδόν όλα όσα λέει στη συνέντευξή του αυτή τα είχα ακούσει πολλές φορές από το στόμα του.

    Πώς χαρακτηρίζετε εσείς την τέχνη σας;

    Ως εξομολόγηση, συμφωνώντας με τον Ηγούμενο της Σταυρονικήτα πάτερ Βασίλειο, που έγραψε σχετική κριτική για το βιβλίο μου «Ομιλήματα» στο περιοδικό «Ευθύνη» το 1972.

    Μάλλον τα Ομιλήματα ήταν το τελευταίο έργο του που επανεκδόθηκε εν ζωή, το 1992 (βλ. https://www.protoporia.gr/pentzikhs-nikos-gabrihl-omilhmata-9789607006974.html). Και θυμάμαι με πόση αγωνία έψαχνε τον πατέρα Βασίλειο, για να του δώσει την άδεια να βάλει αυτή την κριτική του ως πρόλογο στην επανέκδοση.

  49. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Μαγνησία

    Το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς” μεταφέρει πρόσφυγες στο Βόλο

    Αργά την νύχτα της 18ης προς 19η Σεπτεμβρίου1922, «κατέπλευσε εις τον λιμένα μας το υπερωκεάνειο “Μεγάλη Ελλάς” φέρον πρόσφυγας εκ Σμύρνης. Έτσι έλεγε η μικρή σημείωση στην ΘΕΣΣΑΛΙΑ της Δευτέρας 19 Σεπτεμβρίου 1922, που μόλις είχε προλαβει να μπει στο πιεστήριο της εφημερίδας [1]. Τι ειρωνεία της Ιστορίας! Το πλοίο «Μεγάλη Ελλάς» που φαίνεται στην φωτογραφία μεταφέρει πρόσφυγες από την Μικρά Ασία
    https://volosmagnisia.wordpress.com/2014/09/18/%ce%b7-%ce%ac%cf%86%ce%b9%ce%be%ce%b7-%cf%84%cf%89%ce%bd-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%86%cf%8d%ce%b3%cf%89%ce%bd-%cf%83%cf%84%ce%bf-%ce%b2%cf%8c%ce%bb%ce%bf-%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%bf-%cf%80%ce%bb%ce%bf/

  50. Pedis said

    # 43 – … αφελή μορφή που θα το φανταζόταν π.χ. ο Λαπλάς

    Σόρρυ Άγγελε, μην το πάρεις προσωπικά, αλλά κόλλησα στο «αφελή μορφή»: η υποτιθέμενη και με πολύ συχνά επαναλαμβανόμενη «αφελής» προσέγγιση του Laplace για τον ντετερμινισμό είναι κάτι σαν καραμέλα.

    Ο Laplace ήταν αυτός που έδωσε την πρώτη δομημένη θεωρία των πιθανοτήτων, ακριβώς για το λόγο ότι δεν ήταν καθόλου αφελής (ω μον ντιέ, μα είναι δυνατόν για έναν Laplace ;!) και φυσικά δεν ταύτισε τον ντετερμινισμό με την προβλεψιμότητα:

    Given for one instant an intelligence which could comprehend all the forces by which nature is animated and the respective situation of the beings who compose it—an intelligence sufficiently vast to submit these data to analysis—it
    would embrace in the same formula the movements of the greatest bodies of the universe and those of the lightest atom; for it, nothing would be uncertain and the future, as the past, would be present to its eyes.

    The human mind offers, in the perfection which it has been able to give to astronomy, a feeble idea of this intelligence. Its discoveries in mechanics and geometry, added to that of universal gravity, have enabled it to comprehend in the same analytical expressions the past and future states of the system of the world.

    Applying the same method to some other objects of its knowledge, it has succeeded in referring to general laws observed phenomena and in foreseeing those which given circumstances ought to produce. All these efforts in the search for truth tend to lead it back continually to the vast intelligence which we have just mentioned, but from which it will always remain infinitely removed.

    A philosophical essay on probabilities, κεφ ΙΙ.

    Επιπλέον, η θεωρία της κβαντικής μηχανικής παρέχει τη δυνατότητα ακριβέστατων προβλέψεων, μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις τις πιο ακριβείς σε ολόκληρη την μέχρι τώρα ανάπτυξη της επιστήμης, άσχετα με και παρόλη την (φιλοσοφική περισσότερο) εικασία/πεποίθηση/θέση περί της ύπαρξης ενδογενούς τυχαιότητας στο πλαίσιο των μικροσκοπικών φαινομένων. (Σε κάθε περίπτωση, ας μη λησμονείται ότι η θεμελιώδης εξίσωση της κβαντικής θεωρίας, όσον αφορά τη χρονική εξέλιξη των μικροσκοπικών συστημάτων, είναι ντετερμινιστική.)

    Έτσι για την κουβέντα, αφού πήγε προς τα κεί (δεν πολυκατάλαβα πώς), αλλά και για να κάνω πάσα στον Αβό. 😄

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    –Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος λέει <>. Και ο Θόδωρος Πλατσής γράφει το 2016 στην ΑΙΟΛΙΔΑ της Λεσβιακής Παροικίας <>. (…)
    –Να και μια από τις ορμήνιες που μας άφησε ο Στρατής Δούκας όπως την διέσωσε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γκιώνης…<>.
    https://www.lesvosnews.net/articles/news-categories/afieromata/stratis-doykas-oi-istories-enos-odoiporoy-kai-enos-aihmalotoy

  52. # 40

    Δεν έχω παίξει ποτέ ρουλέτα στην ζωή μου αλλά είναι πασίγνωστο στους ασχολούμενους με το είδος πως ο μέτριος γκρουπιέρης πετυχαίνει με την μπίλια του τόξο 5 αριθμών με κεντρικό τον ποθούμενο, ο δε καλός σε τόξο 3 αριθμών, δλδ αν δεν τον πετύχει θα σκάσει δίπλα η μπίλια.
    Φαίνεται δύσκολο, αλλά δεν είναι τόσο όταν ρίχνεις μια ζωή την μπίλια κάθε 40 δευτερόλεπτα, μηχανικά βάζεις την ίδια ακριβώς δύναμη στην μπίλια και την αφήνεις όταν το μηδέν -που ξεχωρίζει- περνά από συγκεκριμμένο σημείο.Απειρα είναι τα περιστατικά με παίκτη-γκρουπιέρη συνενοημένους που τους έπιασε η ασφάλεια του κ;αζίνου αλλά και ‘γεροί» παίκτες που ξέρουν τις συνήθειες κάθε γκρουπιέρη στην» ρουλέτα του» – γι αυτό και τους αλλάζουν πόστο συχνά
    Δεν τα μαθαίνεις όλα από τα βιβλία, αλλιώς δεν θα υπήρχανε ιδιαίτερα μαθήματα στα οποία αρκετοί εδώ μέσα έχουνε πείρα.

    Πιτσιρικάς είχα πάει με το σχολείο στο εργοστάσιο τσιγάρων στον Πειραιά κι έβλεπα σαν μαγεμένος τις εργάτριες να πιάνουν με μια κίνηση ακριβώς 10 τσιγάρα και να τα βάζουν στρωτά στο πλακέ πακέττο, ύστερα το χαρτάκι και από πάνω άλλα 10 τσιγάρα σε χρόνο ντετέ !! Τις θεωρούσα θεές, μετά…μεγάλωσα.

  53. gbaloglou said

    27 Σαν να ακούω τον ίδιο τον Ερντογάν («Προσέξτε γιατί θα πάθετε χειρότερα από το 1922»)!!!

  54. sarant said

    51 Αν είχες κάτι μέσα στις γωνιώδεις αγκύλες, δυστυχώς χάθηκε

  55. Triant said

    Πάντα έλεγα οτι ο άνθρωπος έχει κάνει μόνο δύο εφευρέσεις: Τον θεό και την τύχη. Όλα τα άλλα είναι ανακαλύψεις.

  56. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    51
    Ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος* λέει «…πρόσφερε πολλά σ΄αυτόν τον τόπο, για ένα όμως κυρίως τον μνημονεύουμε την ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ που έγραψε το 1929, σταθμό στην πεζογραφία μας, καταγραφή της περιπέτειας ενός έλληνα στρατιώτη του Νικόλα Καζάκογλου στην Τουρκία μετά την καταστροφή της Σμύρνης, που αναγκάστηκε για να γλυτώσει να παραστήσει τον Τούρκο. Βιβλίο αφοπλιστικά αντιπολεμικό, μακρυά από εθνικά μίση και πάθη, αφιερωμένο στα κοινά μαρτύρια των λαών «.
    Και ο Θόδωρος Πλατσής γράφει το 2016 στην ΑΙΟΛΙΔΑ της Λεσβιακής Παροικίας «… Ο συγγραφέας καταγγέλει τον πόλεμο και τη φρίκη που αυτός προκαλεί, παρουσιάζοντας τις συνέπειές του κυρίως στον άμαχο πληθυσμό. Ο αφηγητής μάλιστα δε στέκεται μεροληπτικά αλλά σε αρκετά σημεία του έργου πέρα από την αγριότητα των εχθρών,δείχνει την ανθρωπιά τους αλλά και τη δική τους πλευρά». (…)

    -Να και μια από τις ορμήνιες που μας άφησε ο Στρατής Δούκας όπως την διέσωσε ο δημοσιογράφος Δημήτρης Γκιώνης…» Μονάχα οι ηλίθιοι και οι νεκροί έχουν δικαίωμα να λησμονούν, μα όσοι έχουν την πνοή της ζωής μέσα τους, οφείλουν να θυμούνται για να στοχάζονται και να συγχωρούν. Η μνήμη είναι εκείνη που δίνει θροφή στο πνεύμα και στη καρδιά. Η μνήμη είναι ένα ωραίο καθήκον μέσα στη ζωή…μην αφήνετε να χάνεται ότι είναι τόσο ακριβά πληρωμένο…».

    *
    ο Κώστας Ακρίβος συνομιλεί με τον Μάνο Στεφανίδη, καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης στο Ε.Κ.Π.Α., για το νέο του βιβλίο , «Ιστορία ενός οδοιπόρου: Στρατής Δούκας».

  57. sarant said

    56 Αυτό το βιβλίο το είχα δει, αλλά δεν έτυχε να το πιάσω στα χέρια μου.

  58. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    55 – Έχει εφεύρει και το χρήμα, που είναι η μεγαλύτερη και ισχυρότερη εφεύρεση στην ιστορία του.😂

  59. Φώτης said

    @5
    Ακριβώς. Και μένα μου ακούγεται ιδιαίτερα ξεπλυματικό αυτό το «στα κοινά μαρτύρια των λαών».

    Γενοκτονία έγινε, διάολε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: