Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 19 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2022


Εδώ και κάμποσους μήνες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη ένατη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση ξεκίνησε επί δικτατορίας και συνεχίζεται στη μεταπολίτευση -ήδη βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1980. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος. Έχει μια μπερδεμένη σχέση με τη ζωγράφο Βασιλική ή Έζμπα που δεν ευοδώθηκε, ενώ η σχέση του με τη νεότερη συνάδελφό του Φανή διακόπτεται αναπάντεχα. Σήμερα ολοκληρώνουμε το δέκατο κεφαλαιο, το οποίο σε μεγάλο βαθμό καταλαμβάνεται από αναμνήσεις, τις οποίες πυροδοτεί η επίσκεψη σε έναν παλιό φίλο. Σημειώνω ότι ο πατέρας μου πράγματι είχε δραστηριοποιηθεί στη συλλογή οικονομικής ενίσχυσης για την παράνομη ΕΠΟΝ και όσα γράφει στις αναμνήσεις αυτές του ήρωά του έχουν συμβεί στον ίδιο. 

«Τι είχες Γιάννη; – τι είχα πάντα»

μονολόγησε όταν μπήκε, περασμένες έντεκα, στο σπίτι του. Κατάλαβε πως η μοναξιά ήταν το μόνο ορατό μέλλον του.

Παρόλο που ήταν κατάκοπος από το πολύωρο ταξίδι, σαν πλύθηκε κι έπεσε στο κρεβάτι, ύπνος δεν του κολλούσε. Στριφογύριζε για πολλήν ώρα χωρίς αποτέλεσμα. Στο τέλος το πήρε απόφαση. Σηκώθηκε, έπλυνε τα μούτρα του, ντύθηκε και βγήκε από το σπίτι. Έξω όλα ήταν κατασκότεινα και σιωπηλά. Το ρολόι της Αγίας Φωτεινής χτύπησε τρεις. Περπάτησε προς την πλατεία και τη διέτρεξε με ήρεμο βάδισμα στο μάκρος της. Σιγά σιγά ήρθε στα συγκαλά του.

Θυμήθηκε τα χρόνια που πήγαινε στο Γυμνάσιο, που τότε βρισκόταν στο κτίριο της Ευαγγελικής, στη δυτική πλευρά της πλατείας. Είχε οργανωθεί στην ΕΠΟΝ από τα τέλη του ΄43 και ένα από τα καθήκοντά τους ήταν να γράφουν αντιγερμανικά συνθήματα στους τοίχους. Αυτό γινόταν μόλις σκοτείνιαζε, σε ώρες που επιτρεπόταν ακόμα η κυκλοφορία  και το συνεργείο το αποτελούσαν συνήθως έξι άτομα. Δύο ήταν αυτοί που γράφανε, ο ένας κρατούσε το κουβαδάκι με το χρώμα κι ο άλλος το πινέλο και έγραφε. Οι  άλλες δύο δυάδες κρατούσανε τσίλιες, στις δυο άκρες του δρόμου. Πολύ συχνά τα συνεργεία γραψίματος ήταν μικτά και οι δυάδες ήταν πραγματικά ζευγαράκια, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Έτσι, στους περαστικούς αλλά και στην αστυνομία δε δίνανε στόχο.

Θυμήθηκε μια πραγματική αποκοτιά τους (η ιδέα ήταν της Αλκυόνης), να γράψουνε συνθήματα στον ψηλό μαντρότοιχο που περιτριγύριζε ένα μεγάλο αγρόκτημα, του «Παπαστράτου» όπως το λέγανε, που βρισκόταν στα χωράφια που χώριζαν την άκρη της Νέας Σμύρνης με τις παρυφές του Παλιού Φαλήρου, στον λεγόμενο τότε Βουρλοπόταμο. Το αγρόκτημα και το μεγάλο οίκημα που ήταν στο κέντρο του, το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί από την αρχή της Κατοχής και μέσα υπήρχε φρουρά. Εντούτοις καταφέρανε και πλησιάσανε ως τη μάντρα, χωρίς να τους αντιληφθεί κανείς, ούτε ο σκοπός, ούτε κανένας άλλος και στον τοίχο ζωγραφίσανε ένα πελώριο ρολόι που έδειχνε 12 παρά τέταρτο. Ήταν χαρακτηριστικό σύνθημα εκείνη την εποχή όταν, μετά το Στάλινγκραντ, την απόβαση των Συμμάχων στην Ιταλία και τη συνθηκολόγηση των Ιταλών, όλα δείχνανε πως οι μέρες των Γερμανών ήταν μετρημένες.

Αργότερα μάθανε από αστυφύλακες, που ήταν οργανωμένοι στο ΕΑΜ, πως οι Γερμανοί λυσσάξανε με την πρόκληση αυτή και ένας «όμπερλόϊτναντ» πήγε έξαλλος ως το ΚΣΤ΄ Αστυνομικό τμήμα και τα έβαλε με τον διοικητή του, καθιστώντας τον υπεύθυνο για την περίπτωση επανάληψης. Αυτό φυσικά δεν τους εμπόδισε να γεμίζουνε κάθε νύχτα τους τοίχους με συνθήματα.

Μεγαλύτερη ζημιά κάνανε τα Τάγματα Ασφαλείας, όταν μια μονάδα τους εγκαταστάθηκε στη Νέα Σμύρνη. Τότε σκοτώθηκαν τα τρία παιδιά, που νωρίς το απόγεμα βγάλανε χωνί, από τη μεριά των νεκροταφείων. Οι ταγματαλήτες τους πλησίασαν ακροβολισμένοι και οι νεαροί αντί να χωθούν μέσα στη γειτονιά, οπότε θα κρύβονταν σε κάποιο σπίτι ή θα χάνονταν στα δρομάκια, έτρεξαν να φύγουν προς το Μπραχάμι κι εκεί, καθώς ήταν τελείως ακάλυπτοι, τους πυροβόλησαν και τους σκότωσαν.

Ύστερα θυμήθηκε τις μέρες της Απελευθέρωσης, εκείνη την ανεπανάληπτη περίοδο έξαρσης και ενθουσιασμού, που κράτησε τόσο λίγο. Στα Δεκεμβριανά η γειτονιά του βρέθηκε εκτός Σκομπίας, αλλά κατά τα Χριστούγεννα πλάκωσαν από τον Πειραιά τα εγγλέζικα τανκς και οι χίτες ξεμυτίσανε κι άρχισαν τα δικά τους. Όχι φυσικά σπουδαία πράματα, μικρή μειοψηφία ήτανε, αλλά είχαν τις πλάτες της αστυνομίας και της εθνοφυλακής.

Ούτε που λογάριασε πόσες ώρες περπατούσε και συλλογιζόταν, όπως παλιά στις ονειροπολήσεις του στην παραλία της Πλάκας ή στο δασάκι του Άη Διονύση. Όταν γύρισε σπίτι του είχε πια ξημερώσει, αλλά δε νύσταζε. Άλλωστε ήταν εργάσιμη μέρα και τον περίμενε η υπηρεσία. Έτσι, έκανε ένα ντους, ήπιε δυνατό καφέ, ντύθηκε και ξεκίνησε με το αμάξι του για την Παιανία.

Όταν παρουσιάστηκε στο Γυμνάσιο, οι συνάδελφοι τον πληροφόρησαν πως η Φανή τους τηλεγράφησε, ότι για λόγους υγείας θα έμενε λίγον καιρό στα Γιάννενα. Επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό της και πέτυχε να δοθεί στη φίλη του αναρρωτική άδεια ενός μηνός. Κανείς πάντως από τους συναδέλφους που είχαν πάρει μαζί τους μέρος στην εκδρομή στην Αλβανία δεν τον διέψευσε.

Ακολούθησε, την άλλη βδομάδα, γράμμα από τη Φανή, από τα Γιάννενα. Ήταν πολύ σύντομο, σχεδόν λακωνικό και ζητούσε τη βοήθειά του, σχετικά με την υπόθεση του Ορέστη.

«Εδώ πέρα δε βλέπω να γίνεται τίποτα. Με αντιμετώπισαν πολύ εχθρικά, όχι μονάχα οι δικοί μου μα και οι συγγενείς, υποτίθεται, του Ορέστη. Μήπως εσύ με τις γνωριμίες σου μπορείς να βοηθήσεις;»

Τότε σκέφτηκε τον Κώστα, που είχε εξελιχθεί σε Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας. Του τηλεφώνησε αμέσως κι αυτός του είπε πολύ πρόθυμα πώς και πού θα τον εύρισκε. Πράγματι πήγε σε δυο μέρες και τον βρήκε.

Ο Κώστας τον δέχτηκε πολύ απλά, με την παλιά του εγκαρδιότητα, χωρίς ίχνος έπαρσης. Άκουσε προσεχτικά την ιστορία του Ορέστη και του είπε πως μια που αυτός, ο Ορέστης υπήρξε κάποτε εκπαιδευτικός και εφόσον δεν εκκρεμούν εις βάρος του διώξεις για παραβάσεις του ποινικού κώδικα, παρά μόνο πειθαρχικές διώξεις, για υπηρεσιακά ζητήματα, κάτι θα μπορούσε να γίνει.

Όταν ο Δήμος του είπε όσα είχε να του πει, σηκώθηκε να φύγει. Ο Κώστας όμως είχε όρεξη για κουβέντα

«Κάτσε, ρε τυπικότατε τύπε» του λέει «κάνε και κάτι που δεν είναι προγραμματισμένο»

Ο Δήμος δεν του χάλασε το χατίρι. Ο Κώστας είπε σε μια προθυμότατη γραμματέα να τους φέρει από το κυλικείο ούζο και ξηρούς καρπούς και πιάσανε την κουβέντα

«Θέλω να τα πούμε λίγο, γιατί έχουμε να ιδωθούμε οι τρεις καμπαλέρος, από τότε που μαλώσαμε, όταν με είπατε καριερίστα και οπορτουνιστή…»

«Και συ μας είπες αιθεροβάμονες και ονειροπόλους» παρατήρησε ο Δήμος

«Ρε Δήμο, με ξέρεις σαράντα χρόνια. Θυμάσαι με τι όνειρα ξεκινήσαμε; Θυμάσαι τι μαλλιοτραβήγματα είχαμε τότε, το ΄46, που το Κόμμα αποφάσισε αποχή από τις εκλογές; Εμείς φυσικά δε θα ψηφίζαμε έτσι κι αλλιώς, λόγω ηλικίας, αλλά θυμάμαι πως ένα σωρό συναγωνιστές ήταν αντίθετοι. Φυσικά πειθαρχήσαμε και από μεριά μας κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να πείσουμε τον κόσμο να μην ψηφίσει. Θυμάσαι, που εμείς οι επονίτες κυκλοφορούσαμε στην Ομόνοια, στο Σύνταγμα και σε άλλα κεντρικά σημεία και λέγαμε συνεχώς σα να μονολογούσανε, αλλά δυνατά για να μας ακούνε:  «Αποχή, Αποχή, Αποχή»!

Και τι βγήκε; Ήρθανε οι κουκουβάγιες του ΟΗΕ και εκτιμήσανε πως η πραγματική αποχή ήταν 9,3%. Κι από πάνω, μερικά χρόνια αργότερα το Κόμμα, μου φαίνεται στο 8ο συνέδριό του, αποφάνθηκε πως η αποχή ήταν λάθος! Ξέρεις πόσοι άνθρωποι χάσανε τότε τη δουλειά τους από αυτό το λάθος; Άσε που αυτοφακελωθήκαμε όλοι οι αριστεροί. Καλύτερο δώρο στην Ασφάλεια δε θα μπορούσαμε να κάνουμε»

Μ΄ όλο που ο Κώστας δεν το έθιξε, ο Δήμος θυμήθηκε πως τότε, εξαιτίας της αποχής ο πατέρας του απολύθηκε από τη θέση του στο Υπουργείο Επισιτισμού και στην οικογένεια έπεσε μεγάλη δυστυχία. Για ένα διάστημα ο πατέρας του Κώστα έκανε τον ευκαιριακό ζυγιστή στη Λαχαναγορά και η μητέρα του  φρόντιζε άρρωστες γριές, ενώ ο Κώστας πουλούσε βιβλία, πόρτα πόρτα.

«Ξέρεις από τότε άρχισα να αμφιβάλλω αν οι αποφάσεις του Κόμματος ήταν σωστές. Θυμάσαι πως τότε, αρχές του ΄47, το αντάρτικο είχε αρχίσει να φουντώνει και μας έτρωγε η επιθυμία να κάνουμε κι εμείς κάτι. Θυμάσαι πως είχαμε πάει στον καθοδηγητή μας, Βασίλη δεν τον λέγανε; και τον ρωτήσαμε τι στάση θα κρατήσουμε, σχετικά με το αντάρτικο και αυτός μας είπε να περιμένουμε. Θα αποτελούσαμε τον Δημοκρατικό Στρατό των πόλεων, όταν θα ερχόταν η ώρα. Έτσι μας είχε πει. Βέβαια η ώρα αυτή δεν ήρθε ποτέ και ο Τάκης, ο Χρήστος και πιο μετά η Αλκυόνη, δεν κάτσανε να περιμένουν και βγήκαν με δικιά τους πρωτοβουλία στο βουνό – και χάθηκαν».

«Ξέρεις Κώστα, πως ακόμα με πονάει η μοίρα της Αλκυόνης»

«Δεν ήταν μόνο το ομορφότερο κορίτσι στο Γυμνάσιο, ήταν και η καλύτερη μαθήτρια. Αφού από την εβδόμη οι γονείς της την προετοιμάζανε για σπουδές στο Πολυτεχνείο» συμφώνησε, φανερά συγκινημένος κι αυτός.

«Άσε τον Τάκη, που ήταν αληθινή ιδιοφυΐα. Αν δεν αργούσε εκείνος ο φίλος του πατέρα του να του βγάλει τα χαρτιά, θα έφευγε για σπουδές στο εξωτερικό και θα διέπρεπε. Και τώρα ούτε που τον έχουν θάψει δεν ξέρουμε».

«Μπορεί να μου πεις πως σκέφτομαι υποκειμενικά ή αν θες αντιμαρξιστικά, αλλά όλα αυτά με προβλημάτισαν σοβαρά. Στην αρχή είχα πάει στην άλλη άκρη, στην ΠΠΣΠ και στο ΕΚΚΕ, αλλά ειλικρινά απογοητεύθηκα. Όλο λόγια ήτανε, χωρίς κανένα αντίκρισμα. Σκέτη συνθηματολογία. Τώρα όμως θαρρώ πως πρέπει να κοιτάξουμε το εφικτό»

«Τώρα, στα σωστά σου πιστεύεις πως ο Αντρέας θα φέρει τον σοσιαλισμό στην Ελλάδα; Με τον Κουτσόγιωργα να πούμε; Άσε με βρε Κώστα»

«Βλέπεις εσύ κανέναν άλλον πολιτικό στον ορίζοντα;»

Ο Δήμος δεν του απάντησε αμέσως. Κι αυτός μέσα του δεν έβλεπε κανέναν ισάξιο του Αντρέα, αλλά αυτό δε μείωνε σε τίποτα την δυσπιστία που ένιωθε γι  αυτόν. Ο Κώστας συνέχισε

«Το θέμα αυτό το εξέτασα μέσα μου πολλές φορές και κατάληξα στο συμπέρασμα πως έτσι όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, στην Ελλάδα, όχι μόνο  επανάσταση σαν την Οκτωβριανή ή σαν την Κινέζικη δεν είναι δυνατό να γίνει, αλλά και η εγκαθίδρυση κάποιου είδους σοσιαλισμού, δυτικού τύπου, είναι ανέφικτη. Όποιος φαντάζεται πως μπορεί να γίνει σοσιαλιστική αλλαγή στην Ελλάδα, είναι βαθιά νυχτωμένος. Τελείως ανεδαφικός».

«Δηλαδή στο βάθος συμφωνείς πως αυτό το «σοσιαλισμός εδώ και τώρα» είναι λίγο παπατζήδικο» του λέει ο Δήμος χαμηλόφωνα και  γελώντας

Ο Κώστας γέλασε κι αυτός και σκύβοντας του λέει σιγανά

«Τι να γίνει ρε Δήμο. Το μήλο θα πέσει κάτω από τη μηλιά. Γιος του Παπατζή δεν είναι; Ανεξαρτήτως αυτού όμως, το μόνο που μένει, για να βοηθήσουμε το λαό, είναι να γίνουν όσο το δυνατό περισσότερες μεταρρυθμίσεις. Κι αυτές μονάχα ο Αντρέας και το ΠΑΣΟΚ μπορούν να κάνουν».

Σταμάτησε για λίγο και ύστερα συνέχισε, μιλώντας  το ίδιο χαμηλόφωνα

«Χαρακτήρισέ με όπως θέλεις, αλλά αποφάσισα του λοιπού να είμαι με το λιοντάρι» αναφέρθηκε στο παλιό ανέκδοτο «Από αυτό το πόστο που έχω, όλο και κάποιον παλιό φίλο βοηθώ. Με έργα, όχι με λόγια συμπαράστασης και συμπάθειας, δηλαδή με αέρα κοπανιστό».

Κουβέντιασαν λίγην ώρα ακόμα σ΄ αυτό το πνεύμα και χώρισαν σαν καλοί φίλοι, όπως παλιά.

Φαίνεται πως ο Κώστας την πήρε ζεστά την υπόθεση, γιατί σε δέκα μέρες τον πήρε στο τηλέφωνο και τον κάλεσε πάλι στο υπουργείο. Εκεί του ανακοίνωσε πως κινήθηκαν οι διαδικασίες για να επαναχορηγήσουν στον Ορέστη την ελληνική ιθαγένεια και πως εξακριβώθηκε πως εναντίον του δεν εκκρεμούσαν ποινικής φύσεως διώξεις, μόνο πειθαρχικές κυρώσεις για εγκατάλειψη θέσεως. Με την ευκαιρία ο Δήμος, ύστερα από τηλεφωνική επικοινωνία του με τη Φανή, ζήτησε από τον Κώστα να τη μεταθέσουν σε κάποιο Γυμνάσιο των Ιωαννίνων. Και αυτό του το υποσχέθηκε.

Η συνάντησή του με τον Κώστα θύμισε στον Δήμο τα παλιά, τότε που δεν είχαν ακόμα συγκροτήσει την τριάδα των καμπαλέρος, όταν είχαν πια τελειώσει το Γυμνάσιο και ετοιμάζονταν για ανώτερες σπουδές. Αυτός κι ο Κώστας είχαν ενταχθεί σε μιαν από τις τρεις ομάδες της Κεντρικής Οικονομικής Επιτροπής της ΕΠΟΝ, σκοπός της οποίας ήταν η συγκέντρωση χρημάτων για τις ανάγκες της Οργάνωσης. Ενισχυτές τους ήταν αριστεροί, συμπαθούντες ή οργανωμένοι, επιχειρηματίες, γιατροί, δικηγόροι, και έμποροι, που τα μαγαζιά και τα γραφεία τους βρίσκονταν στο κέντρο της Αθήνας, τα περισσότερα στο τρίγωνο Ερμού – Αθηνάς – Σταδίου. Στην αρχή κόβανε κανονικές αποδείξεις από διπλότυπα μπλοκ, όταν όμως, τον Απρίλη, του ΄47, με δικαστική απόφαση, απαγορεύτηκε η λειτουργία της ΕΠΟΝ, δίνανε ένσημα.

Ανύποπτοι και αισιόδοξοι κάνανε μια πολύ επικίνδυνη δουλειά, χωρίς να σκέφτονται τους κινδύνους που συνεπαγόταν. Αντίθετα οι περισσότεροι “πελάτες” τους, πιο προσγειωμένοι, σαν μπαίνανε τους έβλεπαν με φανερή ανησυχία, που όσο σφίγγανε τα πράγματα γινόταν τρόμος και πολλοί τους έκαναν σιγά σιγά πέρα. Επί πλέον δεν είχανε κάποιο μόνιμο και ασφαλές στέκι για να κάνουν τον απολογισμό της δουλειάς τους, δηλαδή να δίνουν στον υπεύθυνο τα χρήματα που είχαν μαζέψει και να παίρνουν καινούργια ένσημα. Τα μόνα γραφεία που είχαν απομείνει ανοιχτά, στην οδό Εδουάρδου Λω [σήμερα Χρήστου Λαδά] ήτανε φίσκα από κόσμο, γιατί σ΄αυτά στεγάζονταν η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ, η ΚΟΑ του ΚΚΕ, η διεύθυνση και η σύνταξη του «Ριζοσπάστη» και της «Ελεύθερης Ελλάδας». Πού να περισσέψει μια γωνίτσα γι΄ αυτούς.

Τα πράγματα φυσικά χειροτέρεψαν πολύ μετά τον Δεκέμβρη του ΄47, όταν κηρύχθηκαν εκτός νόμου το ΕΑΜ και το ΚΚΕ και τα γραφεία της Εδουάρδου Λω κλείσανε. Δεν είχανε πια πού να μαζευτούν. Στο δρόμο αν έκαναν κάτι τέτοιο θα ήταν καθαρή τρέλα. Είχε γεμίσει ο κόσμος χαφιέδες, ενώ τα σπίτια τους, εκτός του ότι τα περισσότερα πέφτανε πολύ μακριά από το κέντρο, ήταν χαρακτηρισμένα και, μετά την επέκταση των εκτάκτων μέτρων και στην Αθήνα, μπορούσαν κάθε στιγμή να μπουκάρουνε μέσα οι ασφαλίτες, χωρίς να χρειάζονται ένταλμα ερεύνης, όπως παλιά.

Έτσι, χρησιμοποιούσαν χώρους, αθέατους από τους περαστικούς, σε μαγαζιά δικών μας, πατάρια φιλικών καφενείων, την ώρα που ήταν άδεια από πελάτες, αλλά αυτό μόνο για σύντομες συναντήσεις και ανταλλαγή χρημάτων, ενσήμων και χαρτιών. Για συνεδριάσεις μεγάλης διάρκειας τα στέκια αυτά ήταν τελείως ακατάλληλα. Έτσι, με μεγάλη δυσκολία, βρίσκανε σπίτια που ανήκαν σε ανθρώπους υπεράνω υποψίας, για την αστυνομία.

Θυμήθηκε τότε την αποφασιστική συμβολή του Κώστα, στην επίλυση αυτού του πολύ σοβαρού προβλήματος. Είχαν συγκεντρωθεί στο σπίτι ενός θείου του, στο Παλιό Φάληρο, κοντά στην παραλιακή λεωφόρο. Ο θείος του Κώστα ήταν απόστρατος αξιωματικός, γεροντοπαλίκαρο και επί πλέον φανατικός αντικομμουνιστής. Ανήκε δηλαδή στην κατηγορία των ανθρώπων υπεράνω υποψίας. Υπεραγαπούσε βέβαια τον γιο της μονάκριβης αδερφής του, αλλά ήταν τόσο εμπαθής, που θα εξαγριωνόταν αν μάθαινε πως χρησιμοποιήθηκε το σπίτι του για παράνομη συνεδρίαση «κομμουνιστών» και δε θα δίσταζε ούτε στιγμή να καλέσει την Ασφάλεια,. Βέβαια εκείνο το απόγεμα ο θείος έλειπε. Είχε πάει για οικογενειακές υποθέσεις στο Ναύπλιο και κανονικά θα γύριζε αργά τη νύχτα, όταν αυτοί θα είχανε φύγει. Καλού κακού όμως, με έμπνευση του Κώστα, σκηνοθέτησαν χαρτοπαιξία. Κάθισαν όλη η ομάδα στο μεγάλο τραπέζι του καθιστικού, που ήταν μονίμως σκεπασμένο με πράσινη τσόχα και άπλωσαν πάνω της τραπουλόχαρτα και μάρκες. Καθώς ο θείος ήταν μεγάλος χαρτοπαίκτης, θα τους έβλεπε με κατανόηση να παίζουν. Ευχαρίστως θα τους παραχωρούσε το σπίτι του ακόμα και να φέρνανε και γυναίκες, καθότι μεγάλος γυναικάς κι ο ίδιος.

Ο Δήμος θυμήθηκε με πόση αδημονία άκουγε τον Παναγιώτη, τον γραμματέα να διαβάζει με κάπως άχρωμη φωνή μια γενικόλογη εισήγηση, χωρίς να μπαίνει στο φλέγον ζήτημα, που ήταν πώς θα εξασφάλιζαν κάποιο σίγουρο στέκι, για να κάνουν τη δουλειά τους. Φαίνεται πως ανάλογα νοιώθανε κι άλλοι, γιατί όταν σε μια στιγμή ο Παναγιώτης σταμάτησε για να πάρει ανάσα ο Κώστας σήκωσε το χέρι και ζήτησε να μπουν στο θέμα, αγνοώντας την τετριμμένη καθηκοντολογία της εισήγησης. Ο Παναγιώτης δέχτηκε με κάποια δυσφορία και σε λίγο η συζήτηση είχε ανάψει. Όλοι, εκτός από τον Παναγιώτη, ζήτησαν και πήρανε διαδοχικά το λόγο, γιατί το πρόβλημα τους ήταν πολύ σοβαρό και δυσεπίλυτο. Όπως ήταν επόμενο ακούστηκαν οι πιο παράλογες ιδέες, χωρίς να βρούνε άκρη. Ο Αντώνης μάλιστα πρότεινε να συνεδριάζουν σε μια βάρκα, στα ανοιχτά του Μπάτη! Τότε μίλησε ο Κώστας, που ως τότε άκουγε σιωπηλός

«Βρε συναγωνιστές, τι ψάχνουμε να ξετρυπώσουμε στέκια σε τέτοια απίθανα μέρη που λέτε, όταν υπάρχουν μέσα στο κέντρο τρία τουλάχιστον, άνετα και ασφαλή»

«Τι θες να πεις βρε Κώστα;» τον ρώτησε ο Παναγιώτης

«Λέω να μαζευόμαστε την ώρα της μεγάλης κίνησης, να πούμε έντεκα με μία το μεσημέρι, στις κεντρικές αίθουσες των μεγάλων τραπεζών, της Εθνικής στα Χαυτεία, της Ιονικής, Πεσματζόγλου και Πανεπιστημίου, της Αθηνών, στη Σταδίου. Εκεί γύρω γύρω είναι τα γκισέ, στη μέση όμως υπάρχουν μεγάλα τραπέζια και πολυθρόνες για τους συναλλασσόμενους…»

Τον άκουγαν απορώντας, ο Αντώνης μάλιστα σήκωσε το χέρι να του ρίξει καρπαζιά, ο Παναγιώτης όμως τον σταμάτησε

«Για κάνε μας λιανά την πρότασή σου» τον ρώτησε με φανερό ενδιαφέρον

«Λέω πως σ΄αυτά τα μέρη όλοι κουβαλάνε λεφτά και χαρτιά, όλοι είναι βιαστικοί και σκοτουριασμένοι. Δε θα δώσουν λοιπόν σημασία αν μας δούνε να ανταλλάσσουμε λεφτά και να γράφουμε στα χαρτιά μας»

«Και οι χαφιέδες;» του λέει ο Αντώνης

«Αυτοί είναι απέξω, να φυλάνε τα κάστρα του καπιταλισμού, αλλά μέσα δεν μπαίνουν. Τι να κάνουνε άλλωστε»

«Μπράβο ρε Κώστα, η ιδέα σου είναι σπουδαία» επιδοκίμασε φανερά ανακουφισμένος ο Παναγιώτης.

Ο Δήμος θυμήθηκε έντονα την ανακούφιση που νοιώσανε όλοι και τον ενθουσιασμό με τον οποίο καταστρώσανε το πλάνο δουλειάς. Αποφάσισαν πρώτα πρώτα, να περάσουν ένας ένας, από τις τράπεζες αυτές, για «αναγνώριση του εδάφους». Κατόπιν κανονίσανε  το πρόγραμμα για τους επόμενους δυο μήνες, ως τις Γιορτές: κάθε πότε θα συγκεντρώνονταν και σε ποια τράπεζα κάθε φορά. Τέλος δεν παραλείψανε τις λεπτομέρειες: Να μην πηγαίνουν όλοι μαζί. Να μην κάθονται αμέσως στο τραπέζι, αλλά να περνάνε πρώτα από τις Πληροφορίες και να στέκονται για λίγο σε κάποιο γκισέ.

Πραγματικά τα στέκια αυτά λειτούργησαν απρόσκοπτα, όλο το ΄47 και ως το καλοκαίρι του ΄48, αλλά σιγά σιγά, καθώς ο Εμφύλιος γινόταν όλο και πιο άγριος, κάποιοι από την ομάδα πιάστηκαν, είτε τυχαίως στα μπλόκα που γίνονταν κάθε τόσο, είτε μετά από παρακολούθηση, αλλά για άλλες αιτίες, όχι για συγκέντρωση χρημάτων, δυο βγήκαν στο βουνό και άλλοι, μεταξύ των οποίων κι ο ίδιος, αποτραβήχτηκαν και κάθισαν στα αυγά τους. Κανένας όμως δεν πιάστηκε μέσα σ΄αυτά τα στέκια, την ώρα που έδινε λεφτά και έπαιρνε ένσημα, στα φανερά και μπροστά σε εκατοντάδες άτομα.

 

Advertisement

52 Σχόλια προς “Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 19 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)”

  1. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    Εδώ πέρα δε βλέπω να γίνεται τίποτα. Με αντιμετώπισαν πολύ εχθρικά, όχι μονάχα οι δικοί μου μα και οι συγγενείς, υποτίθεται, του Ορέστη. Μήπως εσύ με τις γνωριμίες σου μπορείς να βοηθήσεις;

    Πω πω, φοβερή η τύπισσα. Όχι μόνο να τους βαστάει το φανάρι ο χτεσινός, αλλά να τους στρώσει και το κρεβάτι 🙂
    Καλημέρα.

  2. Theo said

    Καλημέρα,

    Η οδός λέγεται Πεσμαζόγλου, όπως και η γνωστή οικογένεια, όχι Πεσματζόγλου.

  3. Καλημέρα

    προκαλεί σκέψεις η ανάγνωση, στο τι ήταν σωστό και τι ήταν λάθος ακόμα και τώρα, όχι τότε που ήταν δύσκολες οι εποχές

  4. nikiplos said

    Καλημέρα!
    Χτήνος, τρισυπόστατος: «Έτσι», σύντροφος και φίλος αλλά με benefits. 🙂

  5. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Κακίες !

  7. Καλημέρα
    Σχετικά με τη συζήτηση Δήμου – Κώστα, μια παρόμοια είχα κι εγώ εκεί στις αρχές τις δεκαετίας του 80 με υποψήφιο τότε και βουλευτή αργότερα (και άλλα διάφορα) του ΠΑΣΟΚ. Μόλις είχε τελειώσει την προεκλογική του ομιλία και καθόμαστε για κάνα ούζο.
    – Καλά, απ’ αυτά που είπες στην ομιλία σου πιστεύεις πως θα τα κάνει το ΠΑΣΟΚ; Και για τα άλλα που λέει συμφωνείς;
    – Κοίτα να δεις. Εγώ θέλω να παλέψω για ορισμένα πράγματα. Το ΠΑΣΟΚ είναι το πιο κοντινό στα πιστεύω μου και θεωρώ πως μέσ’ απ’ αυτό κάτι θα καταφέρω. Κι αφού σήμερα εκπροσωπούσα το ΠΑΣΟΚ, κι αυτά που διαφωνώ πρέπει να τα υποστηρίξω αφού δεν μιλάω από μεριάς μου.

  8. «ρε τυπικότατε τύπε», μ’ άρεσε αυτό.

  9. Alexis said

    #1: Στο τέλος θα τους παντρέψει κιόλας 😂

  10. ΣτοΔγιαλοΧτηνος said

    9# Εκτός και τον φέρουνε πίσω από την Αλβανία τον Ορέστη αλλά τελικά δεν τα βρεί με τη λεγάμενη και αυτή ξαναγυρίσει στον Δήμο. Ζόρικο πλοτ τουίστ λέμε.

  11. ΓΤ said

    (Στην ΑΑΔΕ αναρτήθηκε λίστα παραβατών για βενζινομούρες που νοθεύουν καύσιμα.)

  12. leonicos said

    Επανήλθα από το Bordeau ξεμεθυστος.

    Δεν το διακινδύνευσα καν

    Πήγ ακαι σε μια degustation. 5 κρασιά, 10 ευρώ το άτομο. Ήπια από μια γουλιά

    κι έκανα τη μμνημειώδη δήλωση Je ne peux pas distinguer le cochon de l’ escargot

    οπότε με άφησαν ήσυχο μ’ ένα χαμόγελο

    Π΄γα και στο Saint Emilian. Καταπληκτικό μέρος.

    Όλοι φεύγουν ειδικοι οινογνώστες. Εγώ δεν κατάφερα ούτε αυτό

  13. ΓΤ said

    BordeauX

  14. leonicos said

    Κάτι από τ απροηγούμενα

    Οι μαρωνίτες ΔΕΝ είναι απλώς μια θρησκευτική κοινότητα της Κύπρου. Είναι λιβανέζοι καθολικοί, έστω και αν κατοικούν στην Κύκρο και είναι κύπριοι πολίτες, στους οποίους είχε δοθεί από παλιά το δικαίωμα να λειτουργούν στην αραβική και οχι στη λατινική.
    Ως γνωστόν, μονο σχετικά πρόσφατα επετράπησαν από το Βατικανό οι λειτουργίες στις ντόπιες γλώσσες.

  15. Γιαννιτσιώτης said

    Αλκυόνη έλεγαν την μητέρα μου, Αλκυόνη λένε και την κόρη μου. Πολύ συγκινήθηκα που διάβασα αυτό το όνομα κι ότι η Αλκυόνη του ιστορήματος ήταν τόσο όμορφη. Είναι πολύ σπάνιο όνομα, ζήτημα αν υπάρχουν εν ζωή πάνω από 10 Αλκυόνες αυτή την στιγμή στην Ελλάδα. Εξ ού και οι Αλκυονίδες ημέρες

  16. […] Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 19 (μυθιστόρη… […]

  17. sarant said

    12 Γεια σου Λεώνικε με τα ταξίδια σου, είχα κάνει παλιά ένα Πάσχα στο Μπορντό, αλλά θα ξαναπάω

    15 Τοσο σπάνιο είναι; Δεν το είχα συνειδητοποιήσει.

  18. ΓΤ said

    η κυπριακή αραβική

  19. Theo said

    @14:
    Οι Μαρωνίτες, με ηγέτη τον Μάρωνα, αποσχίστηκαν από την κανονική Εκκλησία τον 4ο αιώνα. Κατά την πάγια τακτική της Ουνίας, τον 16ο ή 17ο αιώνα τους δέχτηκε η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στους κόλπους της, επιτρέποντάς τους να διατηρούν το τυπικό της λατρείας και τη γλώσσα τους. Αρχικά ζούσαν στον Λίβανο. Στην Κύπρο μαρτυρούνται από τον 9ο αιώνα, και αλλού μεταγενέστερα. (βλ. Βίκη.

  20. # 14

    Τον καιρό εκείνο που ήμουνα στην Βηρυττό, οι Μαρωνίτες είχαν τον δικό τους τομέα, την Ασραφίγια, όπου λέγανε πως αν πέταγες ένα σπίρτο’η ένα αποτσίγαρο στον δρόμο σε βάζανε φυλακή ! Προτιμούσα την Χάμρα με ντους ορτοντόξ και τους πλούσιους μουσουλμάνους

  21. sarant said

    18 Είναι πολύ καλή αυτή η γλωσσολόγος

  22. freierdenker said

    Να αφήσεις την δουλειά σου σε δημόσιο σχολείο για ένα μήνα και να τρέχεις πίσω από έναν πρώην δεν είναι καθόλου σωστό. Δυσκολεύομαι και να πιστέψω ότι οι αναρρωτικές δινόταν τόσο εύκολα, ακόμα και «Με το ΠΑΣΟΚ … » που λέει η γνωστή σειρά μιμιδίων.

    Θυμήθηκα μια εκπομπή αφιέρωμα στο Ιωάννου τον συγγραφέα (καθηγητής φιλόλογος στο επάγγελμα κι αυτός), όπου σε κάποια στιγμή ο Ιωάννου λέει ότι το δημοκρατικό κράτος είναι ο καλύτερος εργοδότης. Η εκπομπή είναι στο YouTube, δεν είμαι σίγουρος ότι το απόφθεγμα του βρίσκεται με σκέτο Google.

  23. ΣΠ said

    15
    Το 11888.gr δίνει 86 αποτελέσματα για το όνομα Αλκυόνη. Αν αφαιρέσουμε ονόματα ξενοδοχείων κλπ. και τις πολλαπλές εγγραφές, μένουν καμιά εξηνταριά, πολλές από την Κρήτη.

  24. Γιάννης Κουβάτσος said

    «το δημοκρατικό κράτος είναι ο καλύτερος εργοδότης»
    Άρα δεν αναφέρεται στο ελληνικό κράτος και σίγουρα όχι στο κράτος-εργοδότη των ημερών μας.

  25. @ 24 Γιάννης Κουβάτσος

    Γιατί δεν αναφέρεται στο ελληνικό κράτος; Δεν υπάρχουν πολλές εκδοχές της δημοκρατίας στο σύγχρονο λόγο;

  26. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    -Ὑπάρχει μιά δυσκολία νά «βγοῦν τά νούμερα» (κάποιος πού δέν θά μποροῦσε νά ψηφίσῃ λόγῳ ἡλικίας τό ’46 καί συμμετεῖχε στά Δεκεμβριανά τό ’44, ἐντάσσεται στήν φοιτητική ΠΠΣΠ τό -ἐνωρίτερον- 1966 [ἔτος ἱδρύσεώς της]..), ἀλλά ὑποθέτω πώς μπορεῖ νά σταθῇ καί ἔτσι ἡ διήγησι, λογοτεχνικῇ ἀδείᾳ.

    -Τα «ἐγγλέζικα τάνκς» καί οἱ λοιπές -ἔγχρωμες- βρεττανικές ἐνισχύσεις «πλάκωσαν» ἀρκετά νωρίτερα ἀπό τά Χριστούγεννα, περί τά μέσα Δεκεμβρίου..

  27. Γιάννης Κουβάτσος said

    25:Ναι. Η ελληνική εκδοχή είναι σίγουρα η πιο sui generis. Η κορωνίδα της διαβόητης «ελληνικής ιδιαιτερότητας».

  28. @ 27

    Ναι, αλλά όλα τα κράτη, με την δι’ αντιπροσώπων δημοκρατία τους, δεν έχουν κάποια sui generis και μάλιστα καπελωμένη εκδοχή αυτού του πολιτεύματος της πόλης-κοινότητας;

  29. ΓΤ said

    Μύκονος, Nammos Village, θερινή σεζόν, τζίρος: 50.000.000 ευρώ…

  30. Georgios Bartzoudis said

    (α) Για την «αποχή» του 1946: Του πατερούλη (Ζαχαριάδη) στρίψαντος σια έξω, κάποιοι σύντροφοι ξύπνησαν την τελευταία στιγμή και θέλησαν να βγουν στο μεγντάνι με τους «Αριστερούς Φιλελεύθερους του Νεόκοσμου Γρηγοριάδη, που συνοδοιπορούσε με το ΚΚΕ και επίσης απείχε από τις εκλογές. Όμως, παρότι έτρεχαν με χίλια έχασαν το τραίνο!

    (β) Το 1947 που ο πατήρ Σαραντάκος ασχολούνταν με ένσημα, στη Μακεδονία είχε ανάψει το πελεκούδι. Μαζεύαμε σφαίρες, που τις βρίσκαμε στους δρόμους και στις αυλές. Μολύβια τις λέγαμε.
    Υπήρχαν όμως και εν Μακεδονία σύντροφοι που …κολλούσαν ένσημα, αποφεύγοντας να πάνε στο βουνό, όπου υπήρχε συντροφική λειψανδρία. Και ένα βράδυ, στο μεσοκαλόκαιρο του 1947 κατέβηκαν οι «βουνήσιοι» στη Νιγρίτα και έτρεξε πολύ αριστερό αίμα από αριστερά χέρια. Όσοι επιθυμούν να μάθουν περισσότερα, μπορούν να επισκεφτούν στο Academia.edu τις αναρτήσεις: Η Ματωμένη Νιγρίτα του Εμφυλίου, και Νεότερα για το Μακελειό στη Νιγρίτα.

  31. Γιάννης Κουβάτσος said

    28:Δεν νομίζω ότι τα δυτικοευρωπαϊκα κράτη λειτουργούν τόσο…δημοκρατικά όσο το ελληνικό. Αλλά ας αφήσουμε την όποια δημοκρατικότητα και ας παραμείνουμε στην απλή λειτουργία. Αυτά, λίγο-πολύ, λειτουργούν ακόμα και σε περιόδους ακυβερνησίας. Εδώ δεν λειτουργεί ούτε με τις «στιβαρές» μονοκομματικές κυβερνήσεις. Κι όταν λέμε λειτουργεί, εννοούμε προς όφελος του απλού πολίτη. Γιατί για αλλωνών όφελος λειτουργεί άψογα και αποτελεσματικά.

  32. @ 31. Ας ελπίσουμε πως θα διορθωθούν και στη χώρα μας τα πράγματα (με το τερματικό αυτό πολίτευμα της Ιστορίας).

  33. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    (περί ὀρέξεως..)

    Μέ συγκινοῦν οἱ ἰδεολογικές ἐλεγεῖες, πεζές ἤ ἔμμετρες, ἀπ’ ὅποια πλευρά τῆς Ἱστορίας καί ἄν πηγάζουν.

    Μοῦ ἄρεσε ἡ πίκρα τῶν «θυμάσαι με τι όνειρα ξεκινήσαμε; Θυμάσαι τι μαλλιοτραβήγματα είχαμε τότε [..] ο πατέρας του απολύθηκε [..] και ο Τάκης, ο Χρήστος και πιο μετά η Αλκυόνη [..] και χάθηκαν».

    Γιά ἕνα πουκάμισο ἀδειανό. (Καί στήν γωνία πάντα θά ἐνεδρεύει ἕνας παπατζῆς..)

  34. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    >>…με κάπως άχρωμη φωνή μια γενικόλογη εισήγηση, χωρίς να μπαίνει στο φλέγον ζήτημα … την τετριμμένη καθηκοντολογία της εισήγησης.

    Τι μου θυμίζει… τι μου θυμίζει! 🙂
    ====+====

    Για την αποχή του 1946 ένα σύντομο ενημερωτικό εδώ:
    https://www.efsyn.gr/themata/istorika/41299_i-apohi-apo-tis-ekloges-toy-1946
    Ωστόσο, μου κάνει εντύπωση που μέχρι και τις παραμονές των εκλογών καλούνταν οι πολίτες να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους. Είχε νομοθετηθεί κάποια ποινή για τους μη εγγραφόμενους;

    (Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΡΗΤΗ-Όργανο της Ν.Ε. Ηρακλείου του Πολιτικού Συνασπισμού των Κομμάτων του ΕΑΜ, 14-3-1946)
    Ενώ, στην ίδια σελίδα -1η- αναφέρεται ότι «η αποχή αποτελεί μία εύλογη διαμαρτυρία του δημοκρατικού κόσμου της χώρας…» κλπ, κλπ.

  35. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @34. Ἄν παραβλέψουμε τό ὅτι τά πολιτικά πράγματα ἐκείνου τοῦ καιροῦ στήν Κρήτη δέν ἐξελίχθηκαν παρόμοια μέ τά ἀντίστοιχα τῆς ὑπόλοιπης Ἑλλάδας, καί πέραν τοῦ ὅτι ἐκείνη ἡ προεκλογική περίοδος περιελάμβανε πολλά ἐπιμέρους ρευστά στοιχεῖα, νομίζω πώς ἡ ἐγγραφή στούς ἐκλογικούς καταλόγους καί ἡ συμμετοχή στήν ψηφοφορία δέν εἶναι (δέν ἦταν) ταυτόσημες ἐπιλογές. Μπορῶ νά ἐγγραφῶ στούς ἐκλογικούς καταλόγους, ἀλλά νά μήν πάω νά ψηφίσω.

  36. Αγγελος said

    (34) Για να μετρηθεί η αποχή, έπρεπε ο απέχων να είναι γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους. Αυτός που δεν ήταν γραμμένος μπορούσε να ήταν πεθαμένος — είχε μεσολαβήσει και η Κατοχή από την τελευταία απογραφή — να είχε μεταναστεύσει, ή πάντως να μην είχε συνειδητά απόσχει, ώστε να μπορεί να μετρήσει την αποχή του ως δική της η Αριστερά.

  37. Αγγελος said

    Και βεβαίως για πλήθος πράγματα (π.χ. για να βγάλεις διαβατήριο) έπρεπε μέχρι πρόσφατα να έχεις εκλογικό βιβλιάριο. Θυμάμαι ότι ακριβώς γι’αυτό το σκοπό γράφτηκα κι εγώ στους εκλογικούς καταλόγους το 1973, χωρίς να φαντάζομαι ότι θα είχα σ’ένα χρόνο την ευκαιρία να ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα 🙂

  38. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    36.
    Σωστά! Αυτή είναι μία –και μοναδική μάλλον- ερμηνεία.

  39. sarant said

    34κε Υπάρχει όμως και το άλλο. Ότι πολλοί, και όχι μόνο το ΕΑΜ/ΚΚΕ, ζητούσαν αναβολή των εκλογών και υπήρχε και αυτό το ενδεχόμενο.

  40. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα.
    -«Ήρθανε οι κουκουβάγιες του ΟΗΕ». Τριπλά πικρόχολος χαρακτηρισμός αν τον καλοσκεφτείς:
    Κομίσθηκαν γλαύκες εις Αθήνας(άλλο ένα:«Τι είχες Γιάννη; – τι είχα πάντα»). Σοφές δεν ήταν, σοφούς ή ανοιχτομάτες δεν βρήκαν. Και κάθε άλλο παρά “Ηνωμένων” αέρα φέρανε (δοθέντος ότι ακολούθησε ο Εμφύλιος).
    -«Κατάλαβε πως η μοναξιά ήταν το μόνο ορατό μέλλον του.»:
    “Κάποιος εξημέρωσε, κάποτε, μια μοναξιά/ Από θηρίο της ερήμου, ζώο/ την έκανε, οικόσιτο/ κι ήτανε τρυφερή και διακριτική/ και στην αφή τόσο απαλή/ πιο απαλή ακόμα κι από γάτα./ Τώρα, πώς έγινε και, έτσι ξαφνικά/αυτή η τόσο εξημερωμένη μοναξιά/ τον κατασπάραξε,/ κανείς δεν ξέρει.” λέει ο Αργύρης Χιόνης, αλλά “Ποτέ δεν είμαι μοναχός μέσα στη μοναξιά μου” διαπιστώνει ο Δημήτρης. Χριστοδούλου και αυτό το τραγούδι αφιερώνει -μάλλον, τελικά- ο Ζωρζ Μουστακί και στο Δήμο (βλ. https://www.youtube.com/watch?v=7cMo56Ic4EA&t=19s ΜΟΝΑΞΙΑ ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)

  41. freierdenker said

    24, αυτό που είπε ο Ιωάννου σήμερα νομίζω ότι όντως ακούγεται λιγάκι κωμικό. Το 1982 βέβαια θα ένιωθε την ανάγκη να διαχωρίσει την περίοδο της χούντας.

    Βάζω όλο το βίντεο, γιατί η απομόνωση της συγκεκριμένης φράσης κάπως τον αδικεί. Δεν εννοούσε μιμίδιο του στυλ, με το ΠΑΣΟΚ … όταν σε παρατούσε ο γκόμενος έπαιρνες ένα μήνα αναρρωτική.

  42. leonicos said

    Το ρολόι της Αγίας Φωτεινής

    Το ωρολόγιον του Αγίου Σουλπικίου εσήμανε το μεσονύκτιον

    Πρώτη φράση από περίφημο αστυνομικό μυθιστορημα, που πολύ σιασκέδαζε κάποιον

  43. Χαρούλα said

    Μεγάλωσα ακούγωντας τον πατέρα μου να λέει πως η αποχή ήταν μεγαλύτερο λάθος κι απ´την Βάρκιζα. Μετά από εκείνες της εκλογές οι πολίτες αντιμετωπιζόταν ανάλογα με …το εκλογικό βιβλιάριο. Ακόμη κι αν για λόγους υγείας δεν είχες ψηφίσει, είχες χαραχτηριστεί. Και κέρδος δεν υπήρξε.
    Άποψη. Όχι από ιστορικό ή αναλυτή. Ενός απλού αριστερού.

  44. leonicos said

    Η εδώ αποχή σήμερα ειναι ακόμα μεγαλύτερο λάθος

  45. # 43

    Δηλαδή η αποχή απεδείχθη … απόχη !!

  46. konstantinos said

    Οι πηγές που αναφέρει ο Μπαρτζ είναι δικά του κείμενα!

  47. sarant said

    43κε Ήταν λάθος η αποχή, αλλά δεν είμαι καθόλου βέβαιος πως η εξέλιξη θα ήταν ριζικά διαφορετική με συμμετοχή στις εκλογές του 1946.

  48. Καλημέρα,
    42 Στη γειτονιά (όπως και σε τόσες άλλες) υπάρχει το ρολόι της εκκλησίας που χτυπάει τις ώρες (και τώρα που είναι ηλεκτρικό, όχι όλες – κάνει και σιέστα). Κι οπότε το ακούω (ή το περιμένω) πάντα αυτή τη φράση θυμάμαι και την παραφράζω ανάλογα (το ρολόι του αγίου Σουλπικίου δεν σήμανε ακόμα ή σήμανε 8 κ,π)!

  49. ΓΤ said

    @46

    Τώρα το κατάλαβες; 🙂
    Αυτός παίζει να ‘χει κανονίσει οδωνύμιο με το όνομά του ποστμορτεμικώς…

  50. ΕΦΗ -ΕΦΗ said

    >>τα χρόνια που πήγαινε στο Γυμνάσιο, που τότε βρισκόταν στο κτίριο της Ευαγγελικής, στη δυτική πλευρά της πλατείας.
    «… το 1934 ιδρύεται με το Προεδρικό Διάταγμα της 31-7-1934 το Μεικτό
    Γυμνάσιο Νέας Σμύρνης. Το σχολείο ήταν εξατάξιο, σύμφωνα με τον ισχύοντα Νόμο
    4373/13-8-1929, και μεικτό, καθώς ο αριθμός των μαθητριών δεν επέτρεπε τη
    δημιουργία χωριστού γυμνασίου θηλέων. Στεγάστηκε στο κτήριο του Γεωργίου
    Τσακίρη στην κεντρική πλατεία της Νέας Σμύρνης, το οποίο είχε εκμισθωθεί από τον
    Σύλλογο Γονέων, Κηδεμόνων και Φιλομούσων Νέας Σμύρνης για τον σκοπό αυτό. …»

    Click to access Evangelical-School_of_Smyrna-Nea-Smyrni.pdf


    Εγκαίνια της Ευαγγελικής Σχολής επί της κεντρικής πλατείας, παρουσία Ελ. Βενιζέλου, 7 Απριλίου 1935. Το κτίριο κατεδαφίστηκε το 1975

    http://local.e-history.gr/pages/viewpage.action?pageId=11928832

    >>αγρόκτημα «Παπαστράτου» ,
    το κτήμα Π. με τον ψηλό μαντρότοιχο, βρισκόταν στην περιοχή όπου εκτείνεται σήμερα μεγάλο εκπαιδευτικό συγκρότημα με Γυμνάσια και Λύκεια της Ν. Σμύρνης, μεταξύ των οδών Αγνώστων μαρτύρων, Κύπρου, Μηδείας , Νίκαιας .

    Όποτε διαβάζω τ΄όνομα Αλκυόνη, θυμάμαι ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο μιας Αλκυόνης που μου χάρισαν πριν χρόνια. Δεν μου πήγαινε η πολλή μελούρα (κι από μέλι) .

  51. sarant said

    50 Το σχόλιο είχε κρατηθεί, μάλλον εξαιτίας των πολλών λινκ.

  52. ΓΤ said

    @50 Έφη

    «[…] θυμάμαι ότι δεν έχω διαβάσει το βιβλίο μιας Αλκυόνης που μου χάρισαν πριν χρόνια. Δεν μου πήγαινε η πολλή μελούρα […]».

    Προφανώς Αλκυόνη Παπαδάκη…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: