Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Το Λιος (διήγημα του Ηλία Βενέζη)

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2022


Μετά τη διακοπή της προηγούμενης Κυριακής, ξαναπιάνουμε σήμερα τη λογοτεχνική μας ύλη και συνεχίζουμε με θέματα σχετικά με τη Μικρασία και την Καταστροφή. 

To σημερινό μας ανάγνωσμα είναι μια προσφορά του φίλου μας του Spiridione, ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση που είχα κάνει για λογοτεχνικό υλικό σχετικό με τη Μικρασία και μου έστειλε τη σημερινή δημοσίευση έτοιμη, πληκτρολογημένη και με συντομη εισαγωγή. Πολύ χαίρομαι διότι δεν έχω πολλή δουλειά για σήμερα, μονο να συμπληρωσω την εισαγωγή. 

Ο Ηλίας Βενέζης (γενν. Ηλίας Μέλλος, 1904-1973) γεννήθηκε στο Αϊβαλί, στη μικρασιατική ακτή απέναντι από τη Μυτιλήνη. Το 1914, με τους πρώτους διωγμούς, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στη Μυτιλήνη. Επέστρεψαν στο Αϊβαλί το 1919. Τα επόμενα δυο χρόνια άρχισε να δημοσιεύει, πολύ νέος, σε λογοτεχνικά περιοδικά της Σμύρνης ως Ηλίας Μέλλος ακόμα. Τον Σεπτέμβριο του 1922 πιάστηκε από τους Τούρκους και στάλθηκε, μαζί με πολλούς άλλους Αϊβαλιώτες, στα Τάγματα εργασίας. Ήταν από τους ελάχιστους που επέζησαν -τις περιπέτειές του τις περιγράφει στο μυθιστόρημα Νούμερο 31328. Στα τελη του 1923 απελευθερώθηκε και επέστρεψε στη Μυτιλήνη όπου συμμετείχε στο λογοτεχνικό κίνημα της Λεσβιακής Άνοιξης, έχοντας ως μέντορα τον Στρ. Μυριβήλη, στην εφημερίδα του οποίου (την Καμπάνα) δημοσίευσε και το Νούμερο 31328, με το ψευδώνυμο Ηλίας Βενέζης (το επώνυμο του εκ μητρός παππού του). 

Το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα εκδόθηκε το 1928 και περιλαμβάνεται στη συλλογή «Ο Μανώλης Λέκας και άλλα διηγήματα». Επανεκδόθηκε το 1941 (στη συλλογή διηγημάτων «Αιγαίο») με σημαντικές αλλαγές. Η Αγγέλα Καστρινάκη σημειώνει ότι στην έκδοση του 1941 θα απαλειφθούν οι πολύ σημαντικές για το αρχικό κείμενο αντιθέσεις ανάμεσα σε πλούσιους παραθεριστές στη Λέσβο και φτωχούς βιοπαλαιστές, με αποτέλεσμα το κείμενο να χρωματίζεται διαφορετικά: η αρχική αλληλεγγύη των ταλαιπωρημένων ανθρώπων (των φτωχών Τούρκων ψαράδων προς τον φτωχό Έλληνα) μετατρέπεται σε εν γένει αγάπη μεταξύ των λαών. 

Επί του πιεστηρίου, που λέμε, ο φίλος μας ο Spiridione κατάφερε να βρει και την αρχική μορφή του διηγήματος, του 1928, και έβαλε αντικριστά τις δυο εκδοχές στο pdf που ανέβασα εδώ. Όπως λεει, η πρώτη εκδοχή είναι πιο λιτή (και με άλλη γλώσσα βέβαια), αλλά το κομμάτι με τις κοινωνικές αντιθέσεις ήθελε περισσότερο δούλεμα.

Το κείμενο του διηγήματος που ακολουθεί προέρχεται από δημοσίευσή του στο περιοδικό Νέα Εστία το 1961 (σε μια σειρά στην οποία διάφοροι συγγραφείς δημοσίευαν αγαπημένα τους έργα). Ο ίδιος ο Ηλ. Βενέζης σε σημείωμά του προς το περιοδικό γράφει:

«Το Λιος» είναι απ’ τις πρώτες ‑ πρώτες σελίδες που έγραψα, νεώτατος, μόλις γύρισα απ’ τα τουρκικά τάγματα της σκλαβιάς στα 1923. Είναι στον τόμο «Ο Μανώλης Λέκας». Ξαναδιάβασα αυτές τις σελίδες τις προάλλες στη Θερμή της Λέσβου, ένα ψαρολίμανο, κάτω απ’ τον αιωνόβιο πλάτανο όπου τις έγραψα, πλάι στους ψαράδες που «λάντιζαν» τα παραγάδια τους όπως τότε, πλάι στον κουλό ήρωά τους, περασμένον πια στα χρόνια. Κοιτάζαμε και οι δυο μας το Γυμνό, το ρημονήσι της αντικρινής Ανατολής, το «Τραπέζι του Δαιμόνου», τα βουνά της Μικρασιατικής πατρίδας μας, εκεί που είχε σημαδευτεί η ζωή μας – και των δύο. Και δε μιλούσαμε. Ύστερα από τόσα χρόνια ξαναβλέπω πόσο αυτές οι σελίδες δεν έχουν διόλου μίσος, κι ας γράφτηκαν όταν η πληγή ήταν ανοιχτή. Αισθάνομαι γι’ αυτό ησυχία πολλή».

Το Λιος

Ήταν τρεις ψαράδες, νέα παιδιά, κι ένας γέρος. Κάθονταν κάτου από έναν πλάτανο στη Θερμή, στο ακρογιάλι της Λέσβου, και «λάντιζαν» τα παραγάδια. Τούτη είναι μια βαρετή δουλειά, που πρέπει να γίνεται μόλις τελειώσει το ψάρεμα και τραβηχτούν τα παραγάδια απ’ τη θάλασσα. Πάνου στα αφάγωτα δολώματα έχουν κολλήσει κάτι μακρουλά σκουλήκια σα σαρανταποδαρούσες μ’ ένα αδύνατο κόκκινο χρώμα. Αν τ’ αγγίξεις, τα δάχτυλα τσούζουν σα νάπιασες τσουκνίδες. Κάνουν και άλλη ζημιά, γιατί μπαταλεύουν το δόλωμα με το να κολνούν απάνω του και να μη δίνουν τόπο στο ψάρι να το φάει. Οι ψαράδες παίρνουν ένα ‑ ένα τ’ αγκίστρια απ’ τη βρεμένη κουβάρα, όπως είναι μες στα πανέρια, καθαρίζουν τους σπάγγους ‒ τα παράμαλα – και τ’ αγκίστρια, και τ’ αραδιάζουν ύστερα στο φελλό του πανεριού.

Οι δύο ψαράδες – που λάντιζαν τα παραγάδια κάτου απ’ τον πλάτανο στη Θερμή – ήταν τ’ αδέρφια οι Φωτιάδες. Οι άλλοι δυο ήταν πατέρας και γιος, αïβαλιώτες πρόσφυγες.

—  Ε! Πώς τα πήγατε σήμερα, Δημητρό; ρώτησε ο γέρος το ένα απ’ τα αδέρφια, σκουπίζοντας τα χέρια στα βρακιά του για να τυλίξει τσιγάρο.

Αυτός που ρώτησαν ήταν ευχαριστημένος.

Δυο πανέρες μπαρμπούνια στα δίχτυα και πέντε συναγρίδες, είπε. Εσείς;

Ο γέρος σήκωσε τους ώμους του.

— Δεν τα ξέρεις τώρα; Τα συνηθισμένα. Δυο μαγειριές σπάροι και μια οκά χάνοι – ήταν δεν ήταν!

— Τι να γίνει, μπαρμπα ‑ Αντρέα! Α δε μουντάρεις δε ζεις σήμερα! Σου το λέμε: Άσ’ τον, τη Νυχτερίδα, να  ‘ρθεί με τη βάρκα σας μαζί μας στο Λιος! Άσ’  τον να  ‘ρθεί. Μα εσύ δεν ακούς! Δεν ακούς!

— Όχι, μωρέ παιδί μου, όχι! επίμενε με δύναμη ο γέρος, σα νάθελε να δείξει πως δεν είχε κλονιστεί στην απόφασή του. Εμείς είμαστε ολάκερη φαμίλια, πιο φουκαράδες απ’ τον καθένα. Να γίνει τίποτα να πιάσουν τη βάρκα; Πάει, σβήσαμε! Όχι!

Λιγοστοί ψαράδες πηγαίναν και ψάρευαν στην αντικρινή Ανατολή, εκεί κατά το Λιος. Ήταν τα πρώτα χρόνια μετά την καταστροφή της Ανατολής. Από τη Θερμή, το νησάκι τούτο – το Λιος – είναι μόλις δέκα μίλια. Είναι ένα έρημο ξερονήσι, όξω απ’ τον κόρφο του Αϊβαλιού, μα η θάλασσά του είναι ατίμητη σε ψάρι. Τον πρώτο καιρό ύστερα απ’ την καταστροφή, κανένας απ’ την ακρογιαλιά της Λέσβου, από τους ντόπιους και τους πρόσφυγες ψαράδες, δεν κοτούσε να τραβήξει κατά το Λιος. Μα ύστερα, κάμποσα παλικάρια το πήραν απόφαση. Στη Μυτιλήνη απάνου είχε πέσει τόσος πολύς κόσμος που ζούσε απ’ τη θάλασσα, που κι αυτή, τι να κάνει, σφίχτηκε, σφίχτηκε, στέρεψε, δεν έδινε ψάρι. Έναν καιρό, δοκίμασαν με δυναμίτη. Μα ήρθε το καράβι του κουβέρνου για τα λαθραία, έπαιρνε βόλτες όλες τις ακρογιαλιές, έκλεισε κι αυτή η πόρτα.

Λοιπόν; Πήραν καμπόσοι την απόφαση. Μια νύχτα τράβηξαν για τη βλογημένη θάλασσα, το Λιος. Την αυγή γύρισαν πίσω με τα πανέρια τους φίσκα. Ξαναπήγαν. Όλα καλά. Πήγαν κι άλλη φορά. Κι άλλη.

Όμως ήρθε μια μέρα και τα πράματα σκουρήναν. Ο Τούρκος τούς μυρίστηκε. Το Λιος ήταν σύνορα, περιοχή αυστηρά απαγορεμένη, και οι Τούρκοι είχαν περίπολο μια γκαζολίνα που έκανε βόλτα στα ξερονήσια. Τέλος, αυτό που τρέμαν οι ψαράδες της Θερμής έγινε: Οι Τούρκοι τούς πιάσανε μια βάρκα.

Στα ψαροκαλύβια της Θερμής περίμεναν τη βάρκα να γυρίσει απ’ το Λιος, μια μέρα, δυο, τρεις. Τίποτα. Ύστερα από δυο βδομάδες πήραν μήνυμά τους, μες απ’ τη φυλακή του Αϊβαλιού, μ’ ένα καΐκι τούρκικο που ήρθε από κει. Τους γράφανε πως τους πήραν τη βάρκα και τα δίχτυα, με κατάσχεση. Και να τους στείλουν δέκα λίρες, μπαγκανότες, για να τους αφήσουν.

Ένα διάστημα, πολύς φόβος έπεσε στα ψαράδικα καλύβια της Θερμής. Κανένας δεν τολμούσε να ξαναπάει στο Λιος. Ύστερα, πάλι η ανάγκη τούς έσφιξε, ξεθαρρεύτηκαν.

Πάλι οι Τούρκοι πιάσαν μια βάρκα τους. Φοβήθηκαν πάλι, πάλι ξεθαρρεύτηκαν. Η σκληρή ζωή, η ανάγκη της, τύλιγε τους ανθρώπους, τα ψάρια και το Λιος μέσα σ’ έναν κύκλο από φόβο, από ελπίδα, από λίγη χαρά κι από δάκρυα.

Ο γερο ‑ Αντρέας έβλεπε τις πανεριές τα ψάρια που φέρναν όσοι πηγαίναν στο Λιος, οι λιγοστοί που είχαν απομείνει να παίζουν ακόμα τη βάρκα και τα δίχτυα τους μονά ‑ ζυγά∙ λαχταρούσε, μα μάτωνε τα χείλια με τα δόντια του για να διώξει τον πειρασμό.

— Όχι, Όχι, γιε μου, μουρμούριζε. Θα σβήσουμε…

—  Καλά, πατέρα, συμφωνούσε θέλοντας και μη ο νέος ψαράς. Μα αυτό μ’ εμάς δεν είναι ζωή! Με δέκα δράμια χάνους, τι θα κάνουμε; Καμιά μέρα θα μαυρίσει το μάτι μου, θα τα παρατήσω και θα φύγω! Κι ας γίνει ό,τι θέλει!

— Σωστά μιλά! έμπαινε στη μέση ο ένας απ’ τα δύο αδέρφια που πηγαίναν στο Λιος, μασώντας ένα κομμάτι ψημένο χταπόδι. Εσύ, μπαρμπα ‑ Αντρέα, κάνεις σαν κλαψοπαναγιά. Άσ’ τον να ‘ρθεί μ’ εμάς! Εδώ είναι τύχη: Μονά ‑ ζυγά!

Το άσπρο κεφάλι κουνιόταν με πείσμα, τρομαγμένο, σα νάθελε να φυλαχτεί απ’ τον κίνδυνο που ήταν καθαρός σαν τη μοίρα!

— Όχι! Όχι!

Περνούσε ο καιρός. Κάθε φορά, ίσαμε να γυρίσουν οι βάρκες που φεύγαν τη νύχτα για το Λιος, κάμποσα μάτια – τα παιδιά των ψαράδων που ήταν στον κίνδυνο, οι γυναίκες τους, οι μητέρες τους, – κοίταζαν το πέλαγο με αγωνία. Οι άλλοι πάλι, οι ψαράδες που μένανε φχαριστημένοι με τους χάνους και με τους σπάρους που έδινε η ασφαλισμένη θάλασσα της Λέσβου, κουβέντιαζαν με πίκα για τους παλικαράδες του Λιος.

— Ωχ! αδερφέ! Παν να φαν το κεφάλι τους και το κεφάλι των παιδιών τους! Ποιος τους φταίει; Εμείς μαθές δεν έχουμε  φαμίλιες;

Ήταν οι μόνες στιγμές που χτυπούσαν κατακέφαλα τον πειρασμό του Λιος, επειδή, μέσα στην αγωνία των αλλωνών, αυτοί πατούσαν γερά το μουράγιο, γεμάτοι απ’ την άγρια χαρά που δίνει η ασφάλεια.

Σαν πουλούσαν το ψάρι, όλοι μαζί οι ψαράδες κάθονταν και κουβέντιαζαν. Οι παλικαράδες διηγόνταν στους άλλους για το Λιος. Πώς τα πήγαν. Οι άλλοι, οι φρόνιμοι, κουνούσαν τα κεφάλια τους χωρίς να θέλουν ν’ αλλάξουν γνώμη. Το βράδυ, στο ψαράδικο καφενεδάκι της ακρογιαλιάς, πάλι τα ίδια. Το Λιος. Το Λιος. Ήταν ένα όνομα που το άγγιζαν με φόβο, με συγκίνηση, με θαυμασμό, με μίσος. Σα να τους είχε κάμει καλό και κακό μαζί, τους αναστάτωνε και το βλαστημούσαν, όπως γίνεται για καθετί που είναι έξω απ’ το μέσον όρο στη ζωή.

Όμως η μοίρα των ανθρώπων δουλεύει παράξενα. Ο μπαρμπα ‑ Αντρέας πήγαινε ήσυχα και θεοσεβούμενα, νοικοκυρεμένα. Μήτε Λιος, μήτε μπαρμπούνια, μήτε φασαρίες. Έπρεπε, λοιπόν, να περιμένει πως καμιά βίαιη κίνηση δεν έμελλε να ταράξει τη γαλήνη του καλυβιού του. Μα φαίνεται πως ο Θεός φρόντισε να βάλει το χέρι του και μες στους σπάρους και στους χάνους ακόμα.

Ένα πρωί γύρισε με το γιο του απ’ το ψάρεμα με κατεβασμένα μούτρα και με αδειανά τα πανέρια από παραγάδια. Τα είχε κρατήσει η θάλασσα. Μπλέξαν στον πάτο της, μες στους βράχους, κι έμειναν πια εκεί να ησυχάσουν.

Η φαμίλια χρεώθηκε για ν’ αγοράσει καινούργια αγκίστρια και καινούργιο σπάγγο. Το χρέος αυτό τους έπνιξε. Για να ξεπληρωθεί ήθελε μεγάλες χειρονομίες. Μονά ‑ ζυγά.

Το άσπρο κεφάλι του γέρου ψαρά κουνήθηκε ακόμα λίγες φορές με πείσμα, αρνητικά. Ύστερα οι κινήσεις γίνανε πιο μαλακές και πιο ανάριες, τα ξαγρυπνισμένα μάτια του συνήθιζαν στην απόφαση. Δεν το είπε παστρικά το ναι. Χτύπησε μόνο αλαφρά το γιο του στην πλάτη με τρεμουλιαστό χέρι, χωρίς να τον βλέπει καταπρόσωπο.

Ο νέος ψαράς αιστάνθηκε τότε το αίμα μες στις φλέβες του πιο ζεστό, και το μούτρο του πήρε ξαφνική σοβαρότητα. Ήταν ένα παλικάρι ίσαμε εικοσιπέντε χρονώ, μ’ ένα χέρι. Το άλλο ήταν κομμένο απ’ τον καρπό, μα ήταν σα να μην του έλειπε. Έκανε τις δουλειές του περίφημα.

Αυτή η ιστορία του χεριού έγινε πριν από δέκα χρόνια:

Στον πρώτο ευρωπαϊκό πόλεμο οι Εγγλέζοι είχαν πάρει καμιά κατοστή ανθρώπους και τους βάλαν πάνου σ’ ένα άλλο ξερονήσι, στο Γυμνό, όξω απ’ τον κόρφο του Αϊβαλιού. Αν μιλάς στην Ανατολή ακούγεσαι στο Γυμνό, τόσο είναι κοντά. Με το αντάρτικο τούτο σώμα ο Εγγλέζος ήθελε νάχει ένα μάτι μπροστά στα μούτρα της Τουρκιάς. Διάλεξαν τους άντρες έναν ‑ ένα, ανάμεσα στα παλικάρια του Αϊβαλιού που είχαν πάει πρόσφυγες στη Λέσβο. Αυτό που τους γυρέψαν, το να μένουν στο Γυμνό, ήταν μια απίθανη περιφρόνηση προς το θάνατο. Και μονάχα αυτοί ήταν σε θέση να το κάνουν. Ήταν οι τελευταίοι από μια δυνατή ράτσα που έσβησε μαζί τους. Όλη τη ζωή τους την περνούσαν κάνοντας κοντραμπάντο, πίνοντας κρασί και σκοτώνοντας για το τίποτα αν τους πείραζες στο φιλότιμο, αν πρόσβελνες το φίλο τους. Στα φερσίματά τους είχαν έναν αγέρα περήφανο και ντροπαλό μαζί, και πάνω στο πιοτό τους ήταν βαριοί και αμίλητοι, σα να γινόταν λειτουργία. Άμα σηκώνονταν να χορέψουν, τα νταούλια χτυπούσαν βαριά και αυστηρά, και οι κινήσεις του χορού ήταν το ίδιο αυστηρές και ελάχιστες, που επαναλαμβάνονταν στον ίδιο ρυθμό, μ’ ένα τυπικό θρησκευτικής τελετής. Όλα έπρεπε να υποταχθούν στο τυπικό τούτο, και η προσωπικότητα του ανθρώπου να δαμαστεί μες στην παράδοση. Ήταν φανερό πως σ’ αυτούς τους ανθρώπους με το αψύ αίμα, που άναβαν με το τίποτα, τούτο το τυπικό του χορού ήταν ξαλάφρωμα καρδιάς, η ίδια βαθιά ανάγκη που δοκιμάζει κάθε άνθρωπος να χαθεί μια στιγμή και να σβήσει σαν άτομο μες στη συνείδηση του πλήθους.

Στο Γυμνό, εξόν απ’ τ’ άρματά τους, δεν είχαν καμιάν άλλη προστασία απ’ τη μεριά της θάλασσας. Ένα μικρό μονάχα συμμαχικό καράβι ερχόταν κάθε δέκα μέρες, τους άφηνε την τροφοδοσία τους κι έφευγε. Οι αντάρτες μέναν πάλι μονάχοι να κοιτάζουν τις στεριές της Ανατολής που τις ξέραν σπιθαμή με σπιθαμή, και λέγαν πικραμένα τραγούδια της ξενιτιάς. Αν ο καιρός ήταν μπουνάτσα, ξεχώριζαν καθαρά τους σκοπούς στην αντικρινή στεριά. Ρίχναν τότε μια ντουφεκιά στον αγέρα για να πάρουν εκεί είδηση, κι από κει αποκρίνονταν με τον ίδιο τρόπο στο χαιρετισμό. Τη νύχτα άκουγαν τα τραγούδια τους. Προπάντων ένας Τούρκος άμα τραγουδούσε, όλος ο τόπος γέμιζε Ανατολή. Οι αντάρτες του Γυμνού μαζεύονταν τότε στο φρύδι του νησιού και σωπαίναν ακούγοντας τον άνθρωπο απ’ την άλλη στεριά που τραγουδούσε.

Μια χειμωνιάτικη νύχτα έβρεχε. Το πρωί της ίδιας μέρας είχε έρθει το συμμαχικό καράβι στο Γυμνό κι έφερε στους αντάρτες καπνό και κρασί. Ήπιαν. Ήπιαν. Αργά τη νύχτα είχαν γίνει όλοι στουπί. Μήτε οι σκοποί δεν είχαν φυλαχτεί. Οι Τούρκοι κάμαν απόβαση στο Γυμνό, με μαούνες, από τρεις μεριές. Οι μισοκοιμισμένοι σκοποί το πήραν είδηση όταν πια ήταν πολύ αργά. Κείνη τη νύχτα, ως την αυγή, χαθήκαν όλοι τούτοι οι άντρες, μεθυσμένοι, μουγκρίζοντας φριχτά και παλεύοντας στα σκοτεινά πριν ξεψυχίσουν.

Όταν ύστερα από κάμποσες μέρες το συμμαχικό καράβι πήγε πάλι στο Γυμνό, τα πτώματά τους βρωμούσαν από μακριά, τυλιγμένα στη λάσπη και στο αίμα. Μονάχα ένα αμούστακο παλικαράκι δεκαπέντε χρονώ, που το είχε μαζί του ένας από τους αντάρτες, θειος του, αυτό μονάχα είχε καταφέρει να τρυπώσει σε μια σπηλιά, λαβωμένο στο χέρι από σφαίρα. Το βρήκαν αποκαμωμένο, κίτρινο και αλλοσούσουμο από τον τρόμο, να σπαράζει μες στα πτώματα.

Αυτό το παλικαράκι ήταν ο νέος ψαράς, ο Πέτρος, ο επιλεγόμενος Νυχτερίδα. Του κόψαν το χέρι γιατί είχε σαπίσει. Με το κομμένο χέρι και με την ιστορία του έγινε ξακουστός σ’ όλο το νησί. Δεν απόμεινε άνθρωπος που να μην έρθει ν’ ακούσει απ’ το στόμα του το τέλος του Γυμνού. Το παλικαράκι έδειχνε το κομμένο χέρι του κι έλεγε τα καθέκαστα, τη μικρή του ιστορία, ίδια, στερεότυπη, χωρίς πια αποχρώσεις, επειδή την είχε μάθει απόξω. Από τότε η ζωή του γέμισε με το αδιάκοπο ξαναμάσημα της τρομερής σκηνής, γέμισε απ’ το Γυμνό, τους αντάρτες, τις μαούνες που τους ριχτήκαν, το αίμα, το παιχνίδι του πολέμου και του θανάτου.

Ένας περίφημος σταμπαδόρος έβαλε όλη την τέχνη του για να χτυπήσει στα στήθια του νέου ψαρά το καλύτερό του σχέδιο με μπαρούτι και με λιβάνι. Ήταν μια φοβερή συμβολική σύνθεση: Ένα δέντρο∙ κάτου απ’ τα κλαδιά του ένα λιοντάρι. Τυλιγμένο πολλά κάτια στο σώμα του λιονταριού ένα φίδι. Το λιοντάρι, με το τρομερό σφίξιμο του ερπετού, είχε γονατίσει κι έστεκε με το κεφάλι του τιναγμένο ψηλά. Ένα δεύτερο φίδι, πιο χοντρό, πρόβελνε απ’ την άλλη μεριά. Ήταν σωστό θεριό: τύλιγε δυο κάτια όλο τον κορμό του νέου ψαρά, η ουρά του χωνόταν στον αφαλό του, και το κεφάλι του κοίταζε το γονατισμένο λιοντάρι με ανοιχτό στόμα σα να του είχαν χώσει μια μπάλα στο λαρύγγι. Πλάι στα φύλλα του δέντρου, στη γωνιά, έστεκε μια νυχτερίδα, και πλάι της ήταν ένα μισοφέγγαρο.

Το πιο παράξενο σ’ όλη τη σύνθεση ήταν η νυχτερίδα. Γι’ αυτό, από τότε, το νέο ψαρά τον βγάλανε: Η Νυχτερίδα. Στην αρχή πειράχτηκε, ύστερα το συνήθισε, όπως συνήθισε και τα φίδια και τα λιοντάρια που τον ζώναν. Βλέπονταν κάθε μέρα. Μια γοργόνα, ακόμα, του χαμογελούσε, χτυπημένη στο γερό μπράτσο του. Όλα αυτά, – τα φίδια, το γονατισμένο λιοντάρι, η νυχτερίδα, η γοργόνα, το αίμα του Γυμνού, – ήταν μια μικρή καρδιά, ήταν ένα κομμάτι λάσπη, όλα μαζί, που είχε ξεραθεί και δεν ήταν τρόπος να το μαλάξεις.

Το πρώτο ταξίδι της Νυχτερίδας για το Λιος, το «ταξίδι μονά ‑ ζυγά», έγινε με κάθε επισημότητα. Αποβραδίς, όλη η φαμίλια μαζεύτηκε νωρίς την ώρα του φαγιού στο χαμηλό τραπέζι: Οι γονιοί, οι δύο κόρες, ο μικρός γιος κι η Νυχτερίδα. Τρώγανε με σκυμμένο κεφάλι, σιωπηλά. Σαν τέλειωσαν έγινε μικρή κίνηση, σήκωσαν το τραπέζι. Ύστερα πάλι βουβάθηκαν.

Η Νυχτερίδα δεν το βάσταξε:

— Μωρέ, βουβαμάρα σας έπιασε ολουνούς! φώναξε χολωμένος. Ε! Και τι είναι, μαθές;

Πραγματικά, δεν καταλάβαινε να φοβάται. Όμως αν δε φοβόταν μην πάθει ο ίδιος τίποτα, ήξερε καλά τι θάταν για τη φαμίλια τους αν τους πιάναν τη βάρκα. Ένιωθε την τρομερή ευθύνη να κάθεται σα βαριά καδένα πάνου στην καρδιά του. Και αντίς να τον βοηθήσουν, απόψε, να πάρει αγέρα, όλοι τους σωπαίναν σα να είχαν μπροστά τους λείψανο!

Πειράχτηκε.

— Θα πλαγιάσω, είπε στη μητέρα του. Στρώσε μου!

Σε λίγο είχαν πλαγιάσει κι όλοι οι άλλοι, στη γραμμή. Στα σκοτεινά η σιωπή έγινε πιο βαθιά. Πέρασε καμιά ώρα. Κατά το μέρος του μπαρμπα ‑ Αντρέα κάτι σάλευε.

— Ε, γέρο! φωνάζει σιγανά η Νυχτερίδα, για να δει αν κάθεται.

Του αποκρίθηκε μονομιάς στον ίδιο τόνο:

— Ε!

—Κάθεσαι;

— Κάθουμαι.

Πάλι σώπασαν για να κοιμηθούν.

Κατά τα μεσάνυχτα, η Νυχτερίδα έπρεπε να ξυπνήσει για το ταξίδι. Ο γέρος δεν είχε κλείσει μάτι. Σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του γιου του. Μα πριν φτάξει κοντά του, ο νέος ψαράς σηκώθηκε.

— Δεν κοιμήθηκες; ρωτά με απορία ο μπαρμπα ‑ Αντρέας.

Τον βεβαίωσε επίμονα:

— Ναι! Ναι! Κοιμήθηκα!

Όλη η φαμίλια ήταν στο πόδι, κι όλοι τον κοιτάζαν μες στα μάτια. Η Νυχτερίδα κατάλαβε: Του έδιναν κουράγιο. Κατέβασε τα μούτρα, έκαμε ένα κίνημα του χεριού σαν αποχαιρετιστήριο, και βγήκε στη νύχτα.

Σαλπάρισαν.

Το νυχτερινό αγέρι χτύπησε το κορμί, το φρεσκάρισε, έχυσε δροσιά μες στην καρδιά. Η Νυχτερίδα αιστάνθηκε να είναι πιο καλά, – ο κλειστός χώρος αντηχεί και πολλαπλασιάζει τις σκέψεις. Άρχισε να σφυρίζει. Όμως το αγέρι ήταν αλαφρό, οι σκέψεις πάλι ξαναγύριζαν. Για μια στιγμή το σφύριγμα γινόταν ασθματικό, κομμένο∙ ο ψαράς τότε έχανε, ξαφνικά, το σκοπό που ωστόσο του ήταν πολύ γνώριμος, πάλευε να τον ξαναπιάσει. Αυτή η προσπάθεια, να ξανάρθει ο σκοπός που τόσκασε, έκανε να φεύγουν για λίγο οι ταραγμένες σκέψεις που τριγύριζαν παρέα με τα σφυρίγματα.

Πραγματικά, δε φοβόταν. Ήταν κάτι άλλο παράξενο που δοκίμαζε, ένα αίσθημα που τον τάραζε ολάκερο. Και ήταν τόσο δυνατό αυτό, που δεν τον άφηνε να κάθεται ήσυχος στο δοιάκι, σαν να πατούσε σε φωτιά: Απ’ τον καιρό του Γυμνού ήταν η πρώτη φορά, τώρα, που θα μπορούσε να συναπαντηθεί με Τούρκο, με τον εχτρό των παιδικών του χρόνων, τώρα που πήγαινε στα χώματά του. Όταν με το τέλος του πολέμου, στα 1919, οι Μικρασιάτες γυρίσαν στην Ανατολή, η Νυχτερίδα δε βρήκε τότε μήτε ένα Τούρκο στην πατρίδα του. Είχαν φύγει. Ύστερα, στην καταστροφή του 1922, η Νυχτερίδα είχε μπαρκάρει για τη Μυτιλήνη πριν φτάξουν οι Τούρκοι στο Αϊβαλή. Γι’ αυτό, τώρα που θα πατούσε τούρκικο χώμα, έρχονταν μπροστά του όλα: Το Γυμνό, η απόβαση, η σκοτεινή νύχτα που τους σφάξαν, το κομμένο χέρι, οι στάμπες, το ξεπάτρισμα, το αίμα των χριστιανών, η τρομερή ευθύνη αντίκρυ στη φαμίλια του. Όλα γίνονταν παράξενος ήχος, ένα σφύριγμα που έκαιγε.

Οι δυο βάρκες, – η μια με τ’ αδέρφια τους Φωτιάδες, που πήγαινε ταχτικά στο Λιος, κι η άλλη με τη Νυχτερίδα, – ταξίδευαν κοντά ‑ κοντά. Ίσαμε είκοσι μέτρα. Ο νέος ψαράς άκουσε στην πλαϊνή βάρκα να τραγουδούνε. Πίσω του, το αυλάκι που άφηνε το τιμόνι στη θάλασσα έτρεμε, ώσπου τα κύματα να σκεπάσουν τα πράσινα μάτια από φώσφορο που σβούσαν.

— Ε, Νυχτερίδα! του φώναξε απ’ την πλαϊνή βάρκα ο Δημητρός, παρατώντας το τραγούδι. Φοβάσαι;

Το σφύριγμα σταμάτησε.

— Εγώ, ρε Δημητρό, να φοβάμαι; Γιατί;

— Έτσι, ρώτησα!

— Α!

Τότε ξαφνικά το θυμήθηκε. Ύστερα από τόσα χρόνια! Πήρε τα μάτια του απ’ τη θάλασσα, να μην τη βλέπει. Τάριξε μες στο αμπάρι σα σαβούρα. Θυμήθηκε:

Όταν έγινε η καταστροφή της Ανατολής, στα 1922, φεύγοντας η Νυχτερίδα με τη φαμίλια τους ξεμπαρκάρανε στο Πλωμάρι. Τα βαπόρια ξεφορτώναν κάθε μέρα στο νησί, σε κακά χάλια, επαναστατημένο στρατό που ό,τι είχε γλιτώσει απ’ την κόλαση της συμφοράς. Κι άλλα βαπόρια, με αμερικάνικες σημαίες, σκορπούσαν στα λιμάνια, σα σάπιο εμπόρευμα, τις γυναίκες και τα παιδιά που φέρναν απ’ την Ανατολή.

Στο Πλωμάρι βρέθηκαν τρεις Τούρκοι, ντόπιοι. Μόλις οι δικοί μας, οι αλαλιασμένοι, τους πήραν είδηση, έγινε χαλασμός ίσαμε να τους ξεπαστρέψουν. Τους βάλαν μπρος με τα κοντάκια των ντουφεκιών τους και τους φέραν στη μεγάλη σκάλα του μουράγιου. Στη μύτη της σκάλας, ήταν στερεωμένη μια σανίδα. Σκούντησαν τον πρώτο Τούρκο να βγει στην άκρη της σανίδας. Από κάτω η θάλασσα ήταν τέσσερα μέτρα βάθος. Ο φουκαράς ο Τούρκος, στεριανός σαραντάρης, δεν είχε βάλει ποτέ στη ζωή του το ποδάρι στη θάλασσα. Οι δικοί μας τον σημαδέψαν με τα ντουφέκια για να τον φοβερίσουν. Ο κόσμος που είχε πλημμυρίσει το κατάγιαλο έμπηξε ενθουσιαστικές κραυγές. Ήταν ένα έξαλλο πλήθος, κουνούσε τα χέρια λυσσασμένο και ούρλιαζε. Παρακινούσαν τον Τούρκο να πέσει:

«Άι! Άι! Άιντε, παλιόσκυλο! Α! α! α! α!»

Ο Τούρκος είχε σαστίσει. Οι κραυγές του πλήθους τον σπρώχναν, παχύ στρώμα ύλη που ερχόταν κύματα κύματα. Οι μπούκες των ντουφεκιών γυρισμένες απάνω του. «Άιντε! Άιντε!». Πάτησε στη σανίδα, ένα βήμα, δυο. Παραπάτησε, το ένα ποδάρι έγραψε δυο κινήσεις ασυνάρτητες, έπεσε στη θάλασσα ανάσκελος, σε μια αστεία στάση.

Το πλήθος ανάσαινε λαχανιασμένο απ’ τη χαρά και την αγωνία. Οι δυο άλλοι Τούρκοι βλέπαν. Ήρθε η σειρά τους. Τον ένα τον σπρώξαν γιατί δεν έπεφτε, μονάχα παρακαλούσε. Ο τελευταίος όμως ήξερε κι έπλεε. Μόλις έπεσε στη θάλασσα άρχισε να χτυπά απελπισμένα το νερό για να φτάξει στη σκάλα. Το πλήθος έτρεξε. Ένας έκαμε την αρχή κι έριξε μια πέτρα. Όλα τα χέρια τότες άρχισαν να πετροβολούν σα να παράβγαιναν. Ο μελλοθάνατος πάλευε με αγκρηλωμένα μάτια. Κατάπινε θάλασσα. Η Νυχτερίδα είχε βρει μια μεγάλη πέτρα, τη ζύγιασε και την έριξε με δύναμη στο βρεμένο μούτρο που σπάραζε από απελπισία. Βγήκε λίγο αίμα, μα το ρούφηξε γρήγορα η θάλασσα, – να μη φαίνεται λερή.

.   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .   .

— Ε, Νυχτερίδα! άκουσε να του φωνάζουν απ’ την πλαϊνή βάρκα. Φοβάσαι;

— Εγώ, ρε Δημητρό; Γιατί; είπε.

Φτάξαν στο Λιος, ρίξαν τα παραγάδια και τα δίχτυα κι άραξαν πίσω από ένα μικρό κάβο που ήταν σαν κρυψώνας.

— Ιχ και νάσαι καλοπόδαρος, να μας πιάσουν! είπε ο ένας αδερφός απ’ την άλλη βάρκα.

Ο νέος ψαράς, πλημμυρισμένος απ’ την ταραχή, έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μη χάσει το θάρρος του, την τελευταία στιγμή, σα γυναίκα.

— Ωχ, αδερφέ! είπε. Κι ύστερα;

Ύστερα, το Λιος αλάφρωσε από κάμποσες πανεριές ψάρι. Το μάτι της Νυχτερίδας γέμισε, πλημμύρισε. Πέντε φορές τέτοια τύχη κι έσβησε το χρέος!

Ετοιμάζονταν να φύγουν. Η βάρκα των δύο αδερφιών σήκωσε πρώτη τα πανιά. Τότε η μικρή ιστορία γράφτηκε πολύ γρήγορα: Ώσπου να το καλοκαταλάβει, η Νυχτερίδα είχε πιαστεί στη φάκα. Οι Τούρκοι ξεμπρόβαλαν απ’ την ανατολική μεριά του κάβου και του φράξαν το δρόμο:

Ντουρ! Αλτ!

Η βάρκα των δυο αδερφιών είχε προλάβει. Ήταν ίσαμε διακόσια μέτρα αλάργα. Δεν την κυνήγησαν.

Το τούρκικο δεν ήταν περιπολικό. Ήταν μια ψαράδικη βάρκα, και μέσα ήταν, μαζί με τους ψαράδες, ένας μονάχα στρατιώτης που τον είχαν στείλει να ρίξει μια ματιά κατά το Λιος.

Βγήκαν όλοι στη στεριά.

Οι τούρκοι ψαράδες ήταν κρητικοί πρόσφυγες. Η Νυχτερίδα αναθάρρεψε σαν άκουσε να του μιλούν ρωμαίικα. Μα την ίδια στιγμή θυμήθηκε αυτό που είχε ακουστά, πως οι Κρητικοί είναι οι πιο φανατισμένοι απ’ όλο το μιλλέτ. Γύρισε στο στρατιώτη. Αυτός φαινόταν πολύ θυμωμένος, άγριος. Φώναζε, βλαστημούσε και χτυπούσε τον ήσυχο αγέρα του Λιος, μοναδικός άρχοντας καταπώς ήταν την ώρα κείνη πάνου σ’ όλο το γυμνό νησί.

— Και ποιος σας φταίει; λέγανε στο χριστιανό οι κρητικοί ψαράδες. Εσείς, αδερφάτσι μου, πάτε να βγάλετε τα μάτια με τα ίδια σας τα χέρια. Τσ’ εμείς δε θα τάχουμε, βέβαια, δεμένα! Άιντε, τώρα, τραβάτε τα!

Η Νυχτερίδα συνέφερε γρήγορα. Θα μπορούσε μάλιστα να περηφανευτεί πως η κρίσιμη ώρα τον βρήκε έτοιμο, με σκληρή καρδιά, ή, τουλάχιστο, με καρδιά που έκανε ό,τι μπορούσε για να γίνει σκληρή, να μη χτυπά. Γι’ αυτό δεν του έρχονταν τα λόγια. Να τους πει παρακαλετά πως ήταν τα παραγάδια που μείναν στη θάλασσα, το χρέος, ένα άσπρο κεφάλι, μια φαμίλια που περίμενε – δεν του ερχόταν. Απαντούσε στις ερωτήσεις τους κοφτά, ξερά, με περηφάνια.

— Είχαμε ανάγκη, είπε μονάχα, με χαμηλωμένο πρόσωπο.

Κάθισαν στην ακρογιαλιά. Ήταν ένα γαλάζιο ήσυχο πρωί. Το πέλαγο μπροστά τους κατρακυλούσε γυαλιστερά κύματα. Ο στρατιώτης έβγαλε και τύλιξε τσιγάρο. Ύστερα έδωσε την καπνοσακούλα του και στους κρητικούς ψαράδες. Δίστασε λίγο, – την έδωσε και στον αιχμάλωτο να κάνει τσιγάρο.

— Ε! Κάνε κι εσύ, του λέει με πόζα, συγκαταβατικά.

Η Νυχτερίδα κοντοστάθηκε. Ο στρατιώτης τότε μόλις το προσέχει πως το ένα χέρι του αιχμαλώτου είναι κομμένο.

Ουλάν, σακάτης είσαι;

Η Νυχτερίδα παίρνει την καπνοσακούλα και γνέφει καταφατικά.

Ο στρατιώτης τον κοιτάζει με υποψία.

— Είναι απ’ τον πόλεμο;

— Ναι, απ’ τον πόλεμο.

— Δικοί μας;

— Δικοί σας.

— Α, έτσι! βιάζεται να χαρεί ο Τούρκος. Ποιος σας έφταιγε; Καλά να πάθετε! Γουρούνια!

Η Νυχτερίδα τού γυρίζει την καπνοσακούλα, χωρίς να την ανοίξει.

— Α! Δε μπορείς να στρίψεις τσιγάρο με το ένα χέρι; λέει με μαλακότερη φωνή. Τύλιξέ του εσύ! κάνει σ’ έναν Κρητικό.

Του τύλιξαν τσιγάρο. Για λίγο πάψαν να μιλούν, φουμέρνοντας. Το αγέρι έπαιρνε τον καπνό, τον σκορπούσε, τον έκανε γαλάζιον αιθέρα. Ο στρατιώτης τότε το θυμήθηκε: Ο αιχμάλωτος τού μιλούσε τούρκικα. Πού τα έμαθε τα τούρκικα;

— Είμαι Ανατολίτης, του αποκρίνεται ο χριστιανός.

—Άλλη φορά ήρθες καταδώ; Ξέρεις το μέρος;

— Είμαι από τούτα τα μέρη, Αϊβαλιώτης.

— Α, είμαστε και στα λημέρια σας! συμπεραίνει ο στρατιώτης σα να έμπαινε σε κανένα νόημα σπουδαίο.

Ένα δελφίνι περνούσε ανοιχτά απ’ το Λιος, ίσαμε μισό μίλι. Έβγαζε, μια, τη ράχη του όξω απ’ τη θάλασσα, πάλι βουτούσε στον ίδιο ρυθμό, στο ίδιο διάστημα, ολωσδιόλου αδιάφορα, αναπόφευχτα, σχεδόν τυπικά.

Η κουβέντα γύρισε. Ο στρατιώτης είπε στους κρητικούς ψαράδες να μιλάνε κι εκείνοι τούρκικα για να καταλαβαίνει κι αυτός.

— Ε! Πώς τα περνάτε με τον Έλληνα; ρώτησαν τον αιχμάλωτο οι ψαράδες.

— Πρόσφυγες είμαστε, ζούμε δύσκολα, είπε.

— Κι όμως εμείς ήμαστε πολύ καλά, κάτου στο νησί, πριν απ’ τον πόλεμο, λέει ο Κρητικός.

— Κι εμείς, θαρρείς, δεν ήμαστε καλά στον τόπο μας πριν απ’ τον πόλεμο;

Οι Κρητικοί άνοιξαν τότε τρικούβερτη κουβέντα για τη στρωτή ζωή που ήταν κει κάτου, στο νησί, πριν φύγουν με την ανταλλαγή των πληθυσμών, πριν απ’ τον πόλεμο. Οι ελιές ήταν έτσι, τα δέντρα ήταν έτσι, η θάλασσα ήταν έτσι, οι άνθρωποι ήταν έτσι. Θυμήθηκαν ακόμα πως ένας χριστιανός είχε κάμει στο χωριό το τζαμί τους, επειδή όλοι οι ντόπιοι Τούρκοι ήταν φουκαράδες και δεν είχαν τον τρόπο να σπιτώσουν τον προφήτη τους.

Η πρωινή δροσιά έφευγε, ο ήλιος καθάριζε τα σχήματα, το φως. Στην ξερή γωνιά του Λιος, όπου είχαν διπλοκαθίσει τούτοι οι άνθρωποι, η κουβέντα, από σκληρή και πικρή που άρχισε, σιγά ‑ σιγά ξέχασε, έπιασε να στρώνει. Οι ψαράδες απ’ την Κρήτη ήταν περασμένοι στα χρόνια, είχαν πια κάνει τα τρία κάρτα της ζωής τους. Ήταν μια ζωή στρωτή, ήσυχη, χωρίς τινάγματα, και μ’ όλον που τώρα, για τα στερνά τους, απόμειναν σκληρές μέρες, η καρδιά τους ήταν ακόμα γεμάτη, ήταν διαμορφωμένη απ’ τις καλές μέρες, – τα κάρτα.

— Ναι, ναι, συμπέρανε ο ένας τους. Τούτες οι τιμωρίες, που πέσαν και σ’ εσάς και σ’ εμάς, δε μπορεί νάναι από θέλημα θεού. Ο σεïτάν είναι στη μέση!

— Δε μπορεί να γίνει τίποτα αν δε το θέλει ο Προφήτης, ουλάν! αντιμίλησε δογματικά ο στρατιώτης.

— Σωστό! Σωστό! Μα πες μου, έγινε άλλη φορά τέτοιο ανακάτωμα σ’ όλον το ντουνιά; Αυτό δε θα πει πως στη μέση είναι ο διάολος;

Ο στρατιώτης ήταν ένας απλοϊκός χωριάτης, αγαθός, σκέτος Ανατολίτης. Από κείνα τα αγαθά βόδια που ό,τι καταλαβαίνουν απ’ τη ζωή είναι μοναχά πως ο ήλιος βγαίνει κάθε πρωί, πως λάιν λουλ Αλάχ και πως μακριά από τούτη τη χώρα του νερού, εκεί κατά το Ντιαρμπεκήρ, είναι ένα καλύβι, μια γυναίκα και δυο παιδιά που περιμένουν.

— «Ο κόσμος είναι ένα τσέρκι, χαρά σ’ εκείνον που θα το γυρίσει», απαντά μ’ ένα γνωμικό του τουρκικού λαού.

Ο ψαράς απ’ την Κρήτη, ο ζάβαλος, είχε κι αυτός ένα παλιοτσέρκι στο νησί του, χάρβαλο, ωστόσο το γύριζε μια από δω, μια από κει, τελοσπάντων όσο του ερχόταν βολικά. Τώρα; Ε, τώρα κάθουνται άλλοι με την ησυχία τους και του μιλούν για τσέρκια…

— Αδερφέ μου, λέει πικρά στο στρατιώτη, εσύ φαίνεσαι σα να ήρθες με άλλη βαποριά στον κόσμο, εδώ κάτου. Σίγουρα, δε θάχεις τίποτα να θυμάσαι.

Ο στρατιώτης γυρνά απότομα και τον κοιτάζει καταπρόσωπο.

— Αυτό πού το ξέρεις, ουλάν, εσύ;

— Χμ! Το βλέπω, αδερφέ! Τούτος ο γκιαούρης έχει μπροστά του το κομμένο χέρι του, κι εδώ που τον έπιασες είναι ο τόπος του. Κι εμείς, καταπώς το βλέπεις, ήρθαμε από ένα νησί και δε μπορούμε να το ξεχάσουμε. Εσύ όμως…

Ο στρατιώτης κάνει πιο αραιή τη φωνή του. Σα να τη δίνει με δόσεις, ήσυχα, ταπεινά.

— Έτσι λοιπόν, θαρρείς; Θαρρείς εγώ δε θάθελα να είμαι στον τόπο μου, ουλάν, και δεν έχω τίποτα να θυμάμαι, ε; Για μπας και δεν έχω εγώ φαμίλια…

Αλήθεια! Πώς σε τόσο μεγάλη ηλικία, φαμελίτης, ήταν στρατιώτης;

Ναι, το είχε σκάσει στον καιρό του πολέμου. Έκανε, τότε, μια ζωή σκυλίσια. Τους κυνηγούσαν, κι όσους πιάναν τους κρεμάζαν για να τρομάζουν οι άλλοι. Μα ήταν τόσο βάσανο να πας στρατιώτης τότε, – χωρίς να σου δίνουν μήτε να ντυθείς, μήτε να φας, – που πολλοί είχαν καλύτερα να ζούνε κινδυνεύοντας να τους κρεμάσουν παρά να παν στο στρατό. Τώρα που τέλειωσε ο πόλεμος και κατέβηκαν οι λιποτάχτες κι οι ανυπόταχτοι απ’ τα βουνά, άνοιξαν τα παλιά τεφτέρια, του χάρισαν τη ζωή, μα τον στείλαν να κάνει τη θητεία του. Ήταν η πιο μικρή τιμωρία. Έτσι τ’ άφησε πάλι, κει κάτου, το καλύβι, τη γυναίκα και τα μωρά, τώρα που είναι τόσο δύσκολα να ζήσεις…

Σιγά ‑ σιγά, ο κυρίαρχος χαμήλωσε τη φωνή, χαμήλωσε τα φρύδια. Μες στην πίκρα του είχε ξεχάσει ολότελα πως μπροστά του ήταν και τον άκουγε κι ένας χριστιανός. Μονάχα το πως κει κάτου, στο Ντιαρμπεκήρ, είναι ένα καλύβι…

Μα η Νυχτερίδα έμενε αδιάφορος για όλα αυτά και ασυγκίνητος. Για να φτάξει κει που ήταν σήμερα είχε γίνει στη μικρή ζωή του τρομερή προετοιμασία. Δε βγαίνουν εύκολα τα αίματα του Γυμνού. Το κομμένο χέρι ακουμπούσε πάνου στο στήθος, ίσια κάτου απ’ τα μάτια∙ στο Πλωμάρι, ένα κεφάλι βουτούσε ξεφρενιασμένο στη θάλασσα κι άνοιγε τα μάτια. Αίμα! Αίμα!

Φούμερνε και σώπαινε. Όλοι σώπαιναν.

— Ε! Το ξέρετε πως πρέπει να φεύγουμε; λέει κάποτε ο ένας Κρητικός. Έχουμε και δουλειά στα Μοσχονήσια!

Ο στρατιώτης τίναξε το κεφάλι του, συνεφέρνοντας.

— Σωστά! Πρέπει να φεύγουμε!

— Λοιπόν, αλέστα!

Η Νυχτερίδα τώρα πια καταλαβαίνει να χτυπά δυνατά η καρδιά του. Η μεγάλη ώρα ήρθε: «Σβήσαμε, γιε μου!».

Ο στρατιώτης τον κοιτάζει με προσοχή και του γνέφει:

— Πάμε!

Σηκώνεται. Όμως οι ψαράδες της Κρήτης δε σαλεύουν. Ο ένας ξύνει το κεφάλι του, σα να θέλει κάτι να πει, το συλλογίζεται. Η ατμόσφαιρα απ’ την κουβέντα είναι ακόμα θερμή και φιλική. Τέλος, ο Κρητικός φάνηκε πως το πήρε απόφαση.

Εμ σερί, λέει στο στρατιώτη. Εμ – σερί

Κόβεται. Ο στρατιώτης κάνει, αδιάφορος, ένα ‑ δυο βήματα στον τόπο, να ξεμουδιάσει.

— Τι είναι;

Εμ σερί…, κάνει παίρνοντας θάρρος ο τούρκος ψαράς. Φουκαράς είναι, σακάτης είναι… Τι λες;

Τι; Α, όχι! Όχι! Αυτός είναι στρατιώτης, πρέπει να κάμει το χρέος του. Είναι ο κυρίαρχος. Κουνά το κεφάλι του αρνητικά:

— Όχι! Καταλαβαίνω τι πας να πεις, σύντροφε. Μα όχι, δε γίνεται!

— Τίποτα δε χάνει κανείς απ’ το Θεό, λέει παρακαλετά ο Κρητικός. Θα δεις καλή πατρίδα, αδερφέ μου. Άσ’ τον!

Ο στρατιώτης επιμένει ακόμα.

— Όχι!

Όχι. Μα κάπου, κει κατά το Ντιαρμπεκήρ, είναι μια μικρή καλύβα…

Η Νυχτερίδα έστεκε ολότελα χαμένος. Ό,τι γινόταν ήταν απίστευτο.

— Ναι, ναι έλεγε ο Κρητικός, ενώ πλησίαζε τον αιχμάλωτο και τον έσπρωχνε να φύγει, κοιτάζοντας κατάματα το στρατιώτη σα να βυθομετρούσε το παιχνίδι που γινόταν στην καρδιά του.

Ο κυρίαρχος κοιτάζει από ένστιχτο, γύρω του, μπας κι είναι κανείς και βλέπει. Ερημιά! Στέκεται ακίνητος μια στιγμή. Ακίνητος. Ύστερα παίρνει βαθιά ανάσα, – «το Ντιαρμπεκήρ! το Ντιαρμπεκήρ!» – κάνει μισή στροφή, και τινάζει κάτου με δύναμη το χέρι του.

— Άι σιχτίρ! μουγκρίζει θέλοντας να κρύψει την αδυναμία του, επειδή όλοι οι άνθρωποι θέλουν να κρύβουν την αδυναμία τους.

— Φεύγα! Γλήγορα! Γλήγορα! λέει ο Κρητικός στη Νυχτερίδα, σπρώχνοντάς τον δυνατά.

Ολότελα χαμένος, ζαλισμένος, χιμά στη βάρκα του, σηκώνει το μαδέρι και σιέρνει το πανί.

— Ε! του φωνάζει απ’ τη στεριά ο Κρητικός. Κοίταξε, σακάτη, να μην ξαναπατήσεις το ποδάρι σου εδώ! Αλλαά Σημαρλαντίκ!

Αλλαά Σημαρλαντίκ! φωνάζει με άγρια φωνή κι ο χριστιανός ψαράς.

Το αγεράκι φυσούσε γενναία.

Η Νυχτερίδα, μες στη βουή τη θάλασσας που σπούσε στη βάρκα, ακούει μια ντουφεκιά. Μπας και του ρίχνουν; Όχι, ένας γλάρος, κάπου εκατό μέτρα δεξιά του, έτρεχε πάνου στα μικρά κύματα σα να τα έγλειφε. Με τη ντουφεκιά, τινάζεται λοξά, πολύ λίγο, κάνει να πετάξει ψηλότερα, μα λυγίζει και πέφτει απότομα στο κύμα, χωρίς να ξανασηκωθεί.

Ο στρατιώτης, στη στεριά, κατέβασε το ντουφέκι. Θέλησε να βρει μια δικαιολογία. Γιατί χτύπησε το πουλί; Μα δε μπορεί να δίνει κανείς πάντα απόκριση. Μήτε στον εαυτό του. Αισθάνεται μονάχα να είναι λυπημένος, γεμάτος φούρκα, αναστατωμένος, αυτό ήξερε.

Πρόσεξε για λίγο αφαιρεμένος τον τόπο όπου έπεσε το πουλί, είδε μια στιγμή την άσπρη φτερούγα που έπλεε. Ώσπου χάθηκε στο κύμα.

— Άι σιχτίρ! βλαστήμησε πάλι.

Η Νυχτερίδα ανοίχτηκε στο πέλαγο. Το κύμα χτυπούσε στη μάσκα της ψαροπούλας και τον ράντιζε, μα στο κεφάλι του μέσα όλα ήταν θολά. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να τα βάλει τα πράματα στη σειρά. Δεν γινόταν. Η χαρά τον έπνιγε. Ήταν ένα φοβερό κύμα που έσπασε μονομιάς. Πολεμούσε να εξηγήσει. Μα όλη του η ζωή δεν τον άφηνε να δεχτεί μια τέτοια εξήγηση. Το μόνο μέτρο που είχε ήταν ο εαυτός του. Συλλογιζόταν λοιπόν τι θα έκανε αυτός σε μια τέτοια περίσταση, αν ήταν ο κυρίαρχος. Πελάγωνε, δεν έβρισκε άκρη. Το φέρσιμο τούτο, ό,τι έγινε στο Λιος, δεν του ερχόταν μήτε για παλικαριά, μήτε για αδυναμία, μήτε για καλοσύνη, τίποτα. Έμενε ξεκρέμαστο μες στα δακρυσμένα από χαρά μάτια του, που το κοίταζαν με θαυμασμό και απορία.

Το ταξίδι του γυρισμού στη Λέσβο δεν έλεγε να τελειώσει. Οι ώρες ήταν μακριές σα να τις λαστιχέρνανε ξεπίτηδες. Σιγά ‑ σιγά, έτσι που μονολογούσε φωναχτά, χωρίς διακοπή, πάνου σε κείνο που έγινε στο Λιος, ο νέος ψαράς άρχισε να το συνηθίζει. Το έβλεπε με λιγότερη έκπληξη. Ύστερα, οι χαρούμενες φωνές του γίναν πιο αραιές. Ύστερα ακόμα πιο αραιές. Ώσπου, τέλος, κόπηκαν.

Έμεινε συλλογισμένος απάνου στα κύματα του Αιγαίου που ο δυνατός ήλιος τα έκανε να λάμπουν σαν ασήμι.

Όταν αργά, άραξε στη Θερμή, έγινε χαλασμός κυρίου σ’ όλο τον πληθυσμό των ψαροκαλυβιών. Η βάρκα των δυο αδερφιών, που είχε γλιτώσει, είχε φέρει το κακό μήνυμα για τη Νυχτερίδα. Γι’ αυτό τρίβαν όλοι τα μάτια τους σαν τον είδαν να αράζει. Δεν ήξερε με τι λόγια και με ποια σειρά να τους τα πει. Και οι ψαράδες, που τ’ άκουγαν έτσι ανακατεμένα, τον κοιτάζαν γεμάτοι απορία.

Πέρασε ώρα, πούλησε τα ψάρια του, πήγε στο καλύβι τους, βγήκε όξω. Ακόμα δε μπορούσε να κατασταλάξει. Εκεί που το χώνευε, εκεί τιναζόταν ολάκερος. Μα η αντίσταση αυτή ήταν, τώρα πια, σαν τη βαριά ανάσα του ψαριού που σπαράζει στην κουπαστή χωρίς δύναμη, αραιά, για τελευταία φορά.

Πήγε να περπατήσει μονάχος, πέρα κατά την ακρογιαλιά. Εκεί ήταν ένα καφενεδάκι, πολλά νέα ζευγάρια έρχονταν απ’ τη Μυτιλήνη να χαρούν τη θάλασσα και την αγάπη. Κάτω από ένα δέντρο, στη σκιά, είδε δυο νέα παιδιά που φιλιούνταν. Το αγόρι είχε μελαψό πρόσωπο και καστανά μάτια, το κορίτσι ήταν ξανθό και είχε μακριά μαλλιά που πέφταν στους ώμους του. Στο τραπέζι τους περίμενε ένα πιάτο με δυο μεγάλα μπαρμπούνια του Λιος. Έμεναν τα ψάρια, εκεί, έρημα και περίμεναν, το λίγο φως τα τύλιγε, από πάνω τους ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που αγαπιούνταν. Παράξενα που ήταν εκεί, στο γαλήνιο χώρο, ήσυχα, τα ψάρια του Λιος…

Πολύ γαλήνεψε το βράδυ. Και η Νυχτερίδα αιστάνθηκε να ξαλαφρώνει, να δένεται κι αυτός με τη γαλήνη που τον έλουζε. Γύρισε, σφυρίζοντας, στο ψαράδικο καφενεδάκι της Θερμής. Κάτω απ’ τον πλάτανο κάθονταν κάτι νέα παιδιά, πατριωτάκια, που δούλευαν στις τράτες. Χτυπούσαν το μπράτσο του γιου του Χάνου, για να του κάνουν στάμπα. Ένας, ο μάστορης, βαστούσε το ξυλαράκι με τις ψιλές βελόνες, τις βουτούσε στον καπνό του άσπρου αρσενικού λιβανιού, ανακατεμένου με ρακί, κι έξυνε, χτυπώντας το μπράτσο του αγοριού, του Χάνου, πάνω στο σχέδιο που είχε κάνει πριν με μολύβι.

— Γεια ‑ χαρά, Νυχτερίδα!

— Γεια σας! Τι κάνετε, ρε; τους ρώτησε και πλησίασε να δει. Γοργόνες είναι;

— Τούτο που βλέπεις θα γίνει καρδιά, του αποκρίνεται με σοβαρότητα ο σταμπαδόρος. Μονάχα δεν ξέρω τι να βάλω από πάνου της: σταυρό για μαχαίρι…

— Δε βάζεις κανένα γρύλλο, να ταιριάζει! τον πείραξε η Νυχτερίδα.

Κάθισε και παρακολουθούσε με ενδιαφέρον ό,τι γινόταν. Το βράδυ έγερνε, τα φύλλα του πλάτανου σειούνταν σα να τρίβονταν με τον αγέρα ερωτικά. Τα φύκια στέλναν δυνατή μυρουδιά, και ο νέος γιος του Χάνου, όταν ο πόνος γινόταν αβάσταγος, έβαζε φωνή δυνατή και την έπνιγε στη στιγμή, για να μη δείξει πως φοβάται.

— Εσύ αλήθεια, έχεις τίποτα εξόν απ’ τα φίδια και τη νυχτερίδα; ρώτησε ο σταμπαδόρος το νέο ψαρά, επειδή δε θυμόταν.

— Στο μπράτσο, λες;

— Ναι.

— Έχω μια γοργόνα.

— Για να δω!

Η Νυχτερίδα τράβηξε προς τα πάνου το μανίκι του πουκαμισιού του. Ήταν εκεί ένα άγριο, άτεχνο, ανθρώπινο μούτρο, μήτε αρσενικό μήτε θηλυκό, με δυο μολυβιά μάτια σα να ήταν μονάχα κόχες. Από κάτου η φιγούρα τέλειωνε σε ουρά ψαριού.

— Ρε, τούτο είναι σωστό φάντασμα! λέει περιφρονητικά ο σταμπαδόρος. Εμ, όλα τα πράματα θέλουν τη μαστοριά τους, Νυχτερίδα! Να σου χτυπήσω εγώ γοργόνα και να δεις! Σαν τον Στρατάρα, μα το Θεό!

— Τι μας λες! Τον ειρωνεύτηκε η Νυχτερίδα για να τον πικάρει.

— Μα το Θεό! Μα το Θεό, σου λέω! υπερασπιζόταν ο άλλος την αξοσύνη του. Σα δεν πιστεύεις, σα δεν πιστεύεις δοκιμάζουμε!

Η Νυχτερίδα είχε τόσο καλό κέφι, αισθανόταν την ανάγκη να ευχαριστήσει ακόμα και τούτο το παιδί.

— Τι λέτε, ρε; κάνει ερωτηματικά στην παρέα, γελώντας. Θα το χάψουμε;

Οι άλλοι τον παρακινούσαν.

— Άιντε, ντε! Θέλουμε να το δούμε! Να το δούμε!

— Καλά, λέει η Νυχτερίδα κουνώντας με χαμόγελο το κεφάλι του. Έλα!

Έκαμε ν’ ανεβάσει πάλι το μανίκι που σκέπαζε το γερό χέρι του. Στάθηκε λίγο. Μια βιαστική ιδέα, γελαστή, του ήρθε. Όχι. Στο γερό χέρι ήταν που ήταν μια γοργόνα. Αν χτυπούσε στο άλλο χέρι, τώρα, στο κομμένο;

Χαμογέλασε.

Ναι, ναι, σ’ αυτό! Το είχε δεμένο πάντα, σα φασκιωμένο. Έλυσε τα δεσίματα, το ξεγύμνωσε, φάνηκε ένα κομμάτι κρέας, ένα τίποτα, σαν πεθαμένο πράμα∙ εκεί που ήταν η κοψιά, το κρέας έκανε ζαρωματιές ‑ ζαρωματιές σαν τα γερασμένα πρόσωπα.

— Έλα! γνέφει στο νέο παιδί, το μάστορη.

Μα το παιδί έβλεπε έκπληχτο, διστάζοντας.

— Αυτού; λέει δειλά. Στο κομμένο χέρι;

— Ναι. Γιατί;

— Τίποτα.

Σάλιωσε το καλέμι του.

— Λοιπόν; Γοργόνα θα γίνει;

Η Νυχτερίδα συλλογίζεται. Γιατί γοργόνα; Έχει που έχει μια στο άλλο χέρι.

— Για στάσου, ρε. Γιατί γοργόνα; λέει.

— Εγώ θάθελα να γίνει γοργόνα για να δείτε! λέει ο σταμπαδόρος. Μα θα γίνει ό,τι θες εσύ, αδερφέ μου. Σαν τι;

— Ε, να, ξέρω κι εγώ; αναρωτιέται κι η Νυχτερίδα, πασκίζοντας να βρει. Ας γίνει… – α στο διάολο, μπελά που βάλαμε! κάνει χαμογελώντας. Ας γίνει μια μπρατσέρα… Όχι, όχι μπρατσέρα!…

— Ένα ελάφι! πετάχτηκε ένας απ’ την παρέα.

— Α, όχι, είπε πάλι η Νυχτερίδα.

Κι άξαφνα το βρήκε.

— Τίποτα κανένα πουλί, ρε! Μπορείς; Να, θαλασσινοί αφού είμαστε… Ας είναι… ας είναι ένας γλάρος!

Κόμπιασε, έκαμε μικρή προσπάθεια, μα το είπε. Οι άλλοι τον κοίταζαν ξαφνιασμένοι: Τα φίδια, η νυχτερίδα κι ένας γλάρος! Ωχ, αδερφέ!

Χαμήλωσε τα χαροπά μάτια του με ντροπή, σαν κορίτσι, στη γη.

Το αίμα απ’ το χτύπημα με τις βελόνες κατρακυλούσε ως τις ψιλές ζαρωματιές, που έκαναν την κοψιά του χεριού να μοιάζει σα μικρό γερασμένο πρόσωπο. Γινόταν ένας γλάρος, κάτι τέτοιο, λίγες γραμμές χοντρές, χωρίς γούστο, με το αίμα που έτρεχε, με την καπνιά του αρσενικού λιβανιού και με το ρακί. Από δω και πέρα, μαζί με τα φίδια, με τη γοργόνα, με τη νυχτερίδα και με το λιοντάρι, θα είναι κι ένας άλλος φοβισμένος σύντροφος, ένα πουλί. Η Νυχτερίδα – δεν του φαινόταν ο πόνος. Ήταν ευτυχισμένος, δεν ήξερε τίποτα. Σφύριζε.

Advertisement

71 Σχόλια προς “Το Λιος (διήγημα του Ηλία Βενέζη)”

  1. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  2. Θα το διαβάσω με την ησυχία μου αργότερα.
    Αλλαά Σημαρλαντίκ: allaha ısmarladık, στο καλό
    Εμ-σερί: hemşehri, πατριώτη

  3. Ωραία η εισαγωγή στην πρώτη εκδοχή (στο pdf). Σχολιάζει επικριτικά, τόσο πρώιμα και από θέσεις αντιπλουτοκρατικές, την αυτοκινητική λαίλαπα:
    Τ’ αυτοκίνητα σφύριζαν παλαβά,
    σήκωναν την κίτρινη ζεστή σκόνη και πηγαινοέρχουνταν
    στο αριστοκρατικό Παλλάς, λίγο παρακάτου.

  4. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πρωτόλειο -ξεπρωτόλειο, ὁ χαρισματικός μάστορας ξεχωρίζει ἀμέσως. Διαμαντάκι!
    (Καί μπράβο στόν Spiridione γιά τήν δουλειά πού ἔκανε!). Καλημέρα σας!

  5. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΖΑΚΟΣ said

    Εξαιρετική δουλειά αυτό το πρωτόλειο! Κρίμα που ο κόσμος δεν διαβάζει πια Βενέζη.

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστω πολύ για τα πρώτα σχολια και βέβαια ευχαριστώ επίσης τον Σπύρο για την εξαιρετική του δουλειά -αυτό το pdf, που δεν το έβαλα στο άρθρο επειδή δεν μπορούσα να πετύχω τη στοίχιση και θα βάραινε πολύ το άρθρο, αξίζει μελέτη.

    2 Α μπράβο, ήταν απορία μου τι σημαίνουν.

  7. Λάμπας said

    Ουλάν;

  8. sarant said

    7 Το ulan είναι επιφώνημα που επιτείνει την έννοια της πρότασης. Συχνά δίνει προσβλητική χροιά αλλά όχι πάντα. Βρε, ίσως.

    Η πλάκα είναι ότι αποτελεί παράλληλο τύπο του ογλάν, βρίσκω.

    (Να πει όμως και ο Δύτης)

  9. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ὁ Μυριβήλης, σέ συνέδριο ἐφέδρων (1924), ἀπαντώντας σέ κάποιον παλληκαρᾶ πού θεωροῦσε ὅτι ἡ βαρβαρότητα τῶν πολέμων (ἀπό τό Μακεδονικό Μέτωπο μέχρι τήν Μικρασιατική Έκστρατεία) ἀφοροῦσε μόνο τούς ἀπέναντι:

    «..όσο γιά τά τέρατα αυτά που λέτε πως σκότωσαν αθώους ανθρώπους, να μου επιτρέψετε να σας πω πως κι εμείς είμαστε στην ίδια θέση μ’ αυτούς. Προσωπικώς σας λέγω με βδελυγμό για το κατάντημά μου, και εγώ ο ίδιος έλαβα μέρος το 1912 μες στην Ε’ Μεραρχία στο κάψιμο ένα πλήθος ευτυχισμένων τούρκικων χωριών, τα Καΐλάρια, εγώ ο ίδιος ντουφέκισα μαζί με τους συναδέλφους μου όλους τους Τούρκους πολίτας, που είχανε απομείνει μες στα σπίτια τους από 18 χρόνων κι απάνω, εγώ ο ίδιος είδα χανούμισες λυσίκομες και ζεφρενιασμένες απ’ τη φρίκη να χύνονται κοπάδια μέσα στους φλεγόμενους δρόμους των χωριών, για ν’ αναγνωρίσουνε τους σκοτωμένους των ανθρώπους. Λοιπόν, κι εμείς οι φονιάδες είμασταν κατά βάθος αθώα κτήνη σπρωγμένα απ’ τους ανώτερους μας κι αυτοί ήταν ολότελα αθώοι όπως κι όλοι οι Τούρκοι στρατιώτες που σκοτώθηκαν από μας. Το μόνο σφάλμα τους, που υπερασπιζότανε την πατρίδα τους και την οικογένειά τους που πήγαμε να καταχτήσουμε».

  10. atheofobos said

    Μακάρι να διαβάζαμε και άλλα «πρωτόλεια» σαν και αυτό το διαμαντάκι!

  11. Ανδρέας Τ said

    Καλημέρα. Μπράβο για το σημερινό κείμενο. Πάντα αγαπούσα τα γραφτά του Βενέζη. Και τον θαύμαζα. Γλώσσα απλή στρωτή μαστορική. Πάω να ξεθάψω τα βιβλία του που έχω για να ξαναδιαβάσω.

  12. Το ουλάν είναι σαν το δικό μας ρε, κάπως σαν «ε, εσύ». Ο συγκεκομμένος τύπος λαν είναι πιο πεζοδρομιακός.
    Το δικό μας βρε (πιο οικεία προσφώνηση) είναι μπε ή μπρε.

  13. Γιάννης Κουβάτσος said

    Ξέρω ότι σήμερα πολλοί αντιμετωπίζουν συγκαταβατικά αυτούς τους παλιούς πεζογράφους (ίσως επειδή τους έχουν συνδέσει με τα σχολικά βιβλία), αλλά ήταν καλοί μάστορες της γραφής, ξέραν να περιγράφουν, να αφηγούνται χωρίς να αλλάζουν τον αδόξαστο στον αναγνώστη με τεράστιους εσωτερικούς μονολόγους και ατελείωτα σώψυχα και χωρίς την υποχρέωση να ετοιμάζουν ένα μπεστ σέλερ κάθε ένα-δυο χρόνια, επειδή έτσι επίτασσε το συμβόλαιό τους και οι αδηφάγες αναγνωστικές ανάγκες του κοινού της ξαπλώστρας. Πολύ λίγα βιβλία οι περισσότεροι αλλά που τα διαβάζουμε και τα ξαναδιαβάζουμε (όσοι) με ευχαρίστηση και αγάπη. Μυριβήλης, Βενέζης, Τερζάκης, Θεοτοκάς, Καραγάτσης, Πολίτης κ.α. πολύ καλή παρέα μιας ολόκληρης ζωής.

  14. Καλημέρα

    Μου άρεσε το διήγημα, οι ιστορίες με ψαράδες πάντα μου κινούν το ενδιαφέρον, για τα ελληνοτουρκικά δεν έχω άποψη.
    Μου έκανε εντύπωση το ρήμα λαντίζω που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας… το ξέρω με την ίδια σημασία- να ξεμπλέκεις το παραγάδι που μαζεύτηκε βιαστικά ή μπλεγμένο-αλλά σαν λΕντίζω, τόσο από γαλαξιδιώτες όσο και από τζτζιφιώτες ψαράδες, δεν γέρω αν λέγεται αλλιώς στην Λέσβο, ούτε την ετυμολογία της λέξης.
    Τις περισσότερες φορές είναι δουλειά που γίνεται από τις γυναίκες των ψαράδων, αφού για να μπλεχτεί το παραγάδι ήείχεφιυρτούνα, ρέματα, ή σκάλωσε σε βράχια και ήτανε κοπιαστικό το λεβάρισμα

    Να πάρει θέση για το λaντίζω ο Σταύρος, ο Lands !!!!

  15. Costas X said

    Καλημέρα, υπέροχο το διήγημα !

    13. Συμφωνώ απόλυτα, ειδικά γιά τους «τεράστιους εσωτερικούς μονολόγους και ατελείωτα σώψυχα», που πολλές φορές δεν λένε τίποτε, απλώς γεμίζουν σελίδες και απομακρύνουν τον αναγνώστη από τη σύγχρονη λογοτεχνία, σαν κάτι σύγχρονους «ζωγράφους», που πασαλείβουν τον καμβά για πέντε λεπτά και τον εκθέτουν ως «εσωτερικό» έργο τέχνης.

  16. sarant said

    12 Οκ, ευχαριστώ

    14 Ίδια λέξη θα είναι. Ναι, να πάρει θέση ο LandS!

  17. Γιάννης Κουβάτσος said

    15:Στο Ναύπλιο, πριν από δύο χρόνια, όπως περπατάγαμε σε έναν πεζόδρομο βράδυ, παραλίγο να πέσουμε πάνω σε έναν περιφραγμένο μικρό σωρό από πέτρες. Γκρινιάξαμε λίγο εις βάρος του δημάρχου, ώσπου διαπιστώσαμε ότι στον πεζόδρομο ελάμβανε χώρα έκθεση μοντέρνας τέχνης. Ο σωρός ήταν έκθεμα, τελικά. Και τα υπόλοιπα εκθέματα, αν θα τα έβλεπες μόνα τους δίπλα σε κάναν κάδο σκουπιδιών, θα νόμιζες ότι δεν χώρεσαν μέσα και τα παράτησαν εκεί. Ναι, ξέρω, η μοντέρνα τέχνη προκαλεί τον θεατή, είναι κρυπτική, επιβάλλει σχετική παιδεία και επαφή μαζί της για να την αποκρυπτογραφήσεις και όλα αυτά, αλλά εκτός από μοντέρνα πρέπει να είναι και τέχνη, ε; Ομολογώ ότι επέστρεψα μόνος μου στον πεζόδρομο, μελέτησα για ώρα τον πετροσωρό και κάτι καρέκλες τη μια πάνω στην άλλη, άφησα τη φαντασία μου ελεύθερη, προσπάθησα ειλικρινά, αλλά ούτε νόημα βρηκα, ούτε τέχνη χάρηκα. Και καλά, βράσ’το το νόημα, μάλλον σε καμιά παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού θα αναφερόταν, αλλά τέχνη, ομορφιά έστω και μέσα στο τετριμμένο και την ασχήμια; Έφυγα άπραγος και απογοητευμένος με τον εαυτό μου:Άιντε, ρε ντουγάνι, γύρνα στις κλασικούρες σου και άσε τη μοντέρνα τέχνη στην ησυχία της.

  18. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα. Εξαιρετική επιλογή και το σημερινό και πολλά συγχαρητήρια στον φιλόπονο Spiridione.
    Ο πρωταγωνιστής σε αυτό το οδοιπορικό αλήθειας(*) και εξιλέωσης, ανήκει σε μια κοινωνία όπου, όπως παντού στον κόσμο, το άσπρο με το μαύρο ανακατεύονται και “Η σκληρή ζωή, η ανάγκη της, τύλιγε τους ανθρώπους, τα ψάρια και το Λιος μέσα σ’ έναν κύκλο από φόβο, από ελπίδα, από λίγη χαρά κι από δάκρυα”. Ο ίδιος, σταμπαρισμένος για καλά, “με μπαρούτι και με λιβάνι”, ένα τυφλό στοιχειό της νύχτας σαν και το παρατσούκλι του, μεγαλωμένος με “μια απίθανη περιφρόνηση προς το θάνατο” (άρα και για ύπαρξη), παιδί “από μια δυνατή ράτσα” κάποιων που “τη ζωή τους την περνούσαν κάνοντας κοντραμπάντο, πίνοντας κρασί και σκοτώνοντας για το τίποτα”, καλείται, όντας λιονταρόψυχος, όχι μόνον να αντιμετωπίσει “την κόλαση που είναι οι άλλοι”, η οποία τον τυλίγει “πολλά κάτια” και μοιραία τον γονατίζει, αλλά -κυρίως-τον όφιο, τον δαίμονα που βγαίνει από τα σωθικά του, από τον αφαλό του, και πάει να τον καταπιεί ολάκερο.
    Τον Σεϊτάν που τον έκανε να νιώσει ανηλεής Κυρίαρχος Ζωής και Θανάτου, βάζοντάς τον να σκοτώσει άνθρωπο ανήμπορο, με πέτρα που βαραίνει από τότε την καρδιά του ως κρίμα ασήκωτο, οδηγώντας τον για Κρίση τελική, αναγκαία ως δίκαιη πληρωμή και ησυχασμό.
    Κι εκείνη έρχεται στο Λιος (σαν ήλιος, ίσως, στο σκοτάδι), με τη μορφή Ευσπλαχνίας εκφρασμένης απ’τον Κυρίαρχο Άλλο, σαν αναγνώριση, θαρρείς, ότι αρκεί ως τιμωρία ο ακρωτηριασμός του αρπακτικού και φονικού διαολο-χεριού του.
    Και πάνω απ’ όλα καταγράφεται, ως νέα στάμπα τούτη τη φορά, ληστόγλαρος συχωρεμένος στικτός στο χέρι το κουλό, σα μάθημα ανεξίτηλο Ζωής σερβιρισμένο ως “ένα πιάτο με δυο μεγάλα μπαρμπούνια του Λιος(…), το λίγο φως τα τύλιγε, από πάνω τους ήταν ένα αγόρι κι ένα κορίτσι που αγαπιούνταν. (…)εκεί, στο γαλήνιο χώρο, ήσυχα,(…) Και η Νυχτερίδα αιστάνθηκε να ξαλαφρώνει, να δένεται κι αυτός με τη γαλήνη που τον έλουζε(…)Ήταν ευτυχισμένος, δεν ήξερε τίποτα. Σφύριζε.”.
    Είναι η Συγχώρεση, εντέλει, αγάπης φως που σε τυλίγει εκεί που πρώτα μαύρο φίδι τό ‘κανε.

    (*)Παρεμφερείς ήρωες, στον απόηχο του “ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν”, ο Βασίλης ο Αρβανίτης του Μυριβίλη, ο Ged, ο Μάγος της Γαιοθάλασσας της Ursula K. Le Guin και ο Naoufel στο ωραίο “J’ai perdu mon corps”(2019) του Jérémy Clapin.

  19. Καλημέρα και σας ευχαριστώ και τους δύο για την ευκαιρία αυτή να απολαύσω (για πρώτη φορά) αυτό το μικρό αριστούργημα!
    Σε αυτό, κατά τη γνώμη μου, διακρίνεται καθαρά η τάση της λογοτεχνίας να θέτει στο επίκεντρο την περίπλοκη σχέση ανάμεσα σε αυτό που γνωρίζουμε και σε εκείνο που αγνοούμε (σε αυτό το σημείο «τέμνεται» με την ψυχανάλυση)*, γιατί φέρνει στο προσκήνιο αυτό που ονομάζεται «κρίση μνήμης». Εδώ, μάλιστα, φανερώνει δύο από τους πιο χαρακτηριστικούς μηχανισμούς διαχείρισης της τραυματικής μνήμης: την αφηγηματοποίηση και εξωτερίκευση (το πρώτο επεισόδιο με το κομμένο χέρι, που ο ήρωας θυμάται και διηγείται ξανά και ξανά), αλλά και την απώθηση (του δεύτερου επεισοδίου που παρέμενε λησμονημένο , αλλά «ενεργό» στην ψυχή του – ένας αποκηρυγμένος πόνος που αδυνατεί να ενσωματώσει στην «ταυτότητά» του, ένα «ξένο σώμα» γι΄ αυτόν). Αυτό το ρήγμα στην αντίληψη του εαυτού αποκαλύπτεται στην πιο κρίσιμη στιγμή του (αφηγηματικού) παρόντος – τη στιγμή που τον απειλεί ο κίνδυνος της σύλληψης και του θανάτου, αλλά η εξέλιξη των πραγμάτων τον (μας) οδηγεί στη λυτρωτική έκβαση. Αυτό, λοιπόν, που στοίχειωνε για πολύ καιρό την ψυχή του (η σκληρότητα και η ανεπανόρθωτη απώλεια, ο ακρωτηριασμός) μπορεί στο τέλος να αντιμετωπιστεί και να συνδεθεί με μια πράξη ανθρωπιάς, που θα του θυμίζει για πάντα η εικόνα του («θυσιασμένου») γλάρου στο τραυματισμένο χέρι…
    * (Περισσότερα για το θέμα αυτό στο παρακάτω εξαιρετικό βιβλίο)

    Click to access caruth-unclaimed-experience.pdf

  20. freierdenker said

    Πολύ ωραίο κείμενο, ένας από τους λόγους της σφιχτής διήγησης είναι φαντάζομαι και το οτι ο συγγραφέας το ξαναδούλεψε.

    Η σημαντικότερη αλλαγή που έκανε είναι οτι αφαίρεσε ένα ολόκληρο στρώμα διήγησης, τους πλούσιους τουρίστες εκείνης της εποχής. Δεν μπορούμε να ξέρουμε πως ακριβώς σκεφτόταν ο συγγραφέας, αλλά εδώ έδειξε νομίζω καλή αντίληψη της οικονομίας του έργου. Ένα τέτοιο στρώμα θα είχε ίσως θέση σε μια τρίτομη τοιχογραφία, αλλά σε ένα σχετικά σύντομο διήγημα ήταν ενόχληση, ή απλά κάτι που ήταν πέρα από τις δυνάμεις του συγγραφέα να το δέσει.

    Κατά την γνώμη μου το διάβασμα του αρχικού κειμένου, αφού πρώτα διαβαστεί το τελικό, προσθέτει κάτι. Πριν το διαβάσω νόμιζα οτι απλά αφαίρεσε κάποιες τσόντες. Στο κατω κάτω το ιστολόγιο δημοσιεύει πολύ αγκιτπρόπ, η οποία είναι γεμάτη τσόντες, κομμάτια δηλαδή που δεν εξυπηρετούν την οικονομία του έργου αλλά άλλες ανάγκες. Εδώ όμως νομίζω οτι έχουμε ένα στρώμα του κειμένου, το οποίο ίσως όντως τελικά να μην χωρούσε, ή απλά να ήθελε πολύ δούλεμα ακόμα, αλλά δεν ήταν τυπική αγκιτπρόπ τσόντα.

  21. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἐκτός ἀπό τούς λογοτεχνικούς, ὁ Βενέζης περπάτησε καί σέ δρόμους κινηματογραφικούς, δρόμους πού πέρασαν μέσα ἀπό τήν Θεσσαλονίκη. Στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ ’60 διετέλεσε Πρόεδρος τοῦ Κινηματογραφικοῦ μας Φεστιβάλ καί προσέδωσε ὑψηλό κῦρος στίς ἐπιλογές του (ἔχουν μιλήσει ἀρκετοί γι αὐτό, καί μᾶς ἔμειναν ἀπό τότε κάποιες ἱστορικές φωτογραφίες ἀπό τήν συμμετοχή του στήν κριτική ἐπιτροπή) ἐνῶ λίγα χρόνια ἀργότερα ξανα»πέρασε» ἀπό τό Φεσιβάλ διά τοῦ Κούνδουρου, μέ τό «1922» του, πού βασίστηκε στό Νούμερο 31328..

  22. 21 https://www.academia.edu/35518408/%CE%9F_%CE%97%CE%BB%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%92%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CE%B6%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%BF_%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

  23. Χαρούλα said

    Συμφωνώ απόλυτα δάσκαλε με το #13 σου!
    Όσο για το #17😊 τι μου θύμησες! Χρόνια πριν, σε έκθεση στην Βιέννη, δίπλα στην είσοδο, τραπέζι με σακούλες από ψώνια. Ακούμπησα και γω την τσάντα μου… συναγερμός, φύλακες, χαμός!😅😂🤣

    Υπέροχη, κλασσική πια, λογοτεχνία. Βιβλία που σωστά, έπρεπε να πρωτοδιαβαστούν στην πρώιμη εφηβεία. Τότε που τα βιβλία διαμορφώνουν το πνεύμα. Μακάρι να βρούμε τρόπους να ασχοληθούν μαζί τους και οι σημερινοί έφηβοι.

  24. rogerios said

    Συγκλονιστικό κείμενο, με διαχρονική και πανανθρώπινη αξία. Κείμενο από αυτά που θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία. Θερμές ευχαριστίες σε Spiridione και Νικοκύρη.
    Ένα μεγάλο ευχαριστώ και στην κυρία Eva Matenoglou για την εξαιρετική ανάλυση που μας προσέφερε με το αριθ. 19 σχόλιο! [υπάρχει, αλήθεια, καθιερωμένη απόδοση του unclaimed experience στα ελληνικά, απωθημένη εμπειρία ή κάτι άλλο;]

  25. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Διαφωτιστικότατο τό κείμενο τῆς ἐλλόγιμης Α. Καστρινάκη, Νῖκο (ἔστω καί στό Indymedia 🙂 ) γιά τόν Βενέζη, ἀλλά ἔπεσα ἀπό τά σύννεφα γιά τό χωρίς βιβλιογραφική τεκμηρίωσι μπόλιασμα τοῦ καπετάν Μιχάλη (Μαυρίδη 🙂 ) ἀπό τήν Γερμανική Κατοχή. Ἄς τό κρατήσουμε -στό μυαλό- γιά τό μέλλον, ὅταν θά ἀνεβάσῃς κάτι σχετικό..

  26. …don’t criticize what you can’t understand…

    The Times They Are A-Changin’
    Song by Bob Dylan, 1964, Nobel Prrice in Literature 2016

    To 1964 πολλοί δεν άντεχαν την μη μελωδική φωνή του και δεν άκουγαν τα λόγια, τρία χρόνια αργότερα είχαμε χούντα και μπήκαν τα γούστα στα γνωστά «υγιεινά» εθνικά καλούπια με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επόμενες γενιές ( ολυμπιακοί αγώνες τραγουδιού με νικήτρια την Κλειώ Δενάρδου στο Παναθηναϊκό στάδιο, απαγόρευση τραγουδιών Θεοδωράκη κ.λ.π. ) Ολο και κάτι απέμεινε από τις «διδαχές» …

  27. Theo said

    Να ευχαριστήσω με τη σειρά μου τον Νικοκύρη και τον Spiridione γι’ αυτό το διαμαντάκι που μας χάρισαν και να συμφωνήσω με τους προλαλήσαντες ότι το «χτένισμα» του διηγήματος από τον Βενέζη το έκανε να διαβάζεται με μιαν ανάσα.

    «Ο κόσμος είναι ένα τσέρκι, χαρά σ’ εκείνον που θα το γυρίσει», απαντά μ’ ένα γνωμικό του τουρκικού λαού.

    Ο Παπαδιαμάντης, πιο λογοτεχνικά, είχε προηγηθεί του Βενέζη, μεταφράζοντας το τσαρκ ως σφαίρα

    Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστόν, εἶχε σταθῆ ἐνώπιον τοῦ σαλεπτσῆ.

    ― Ποῦ, σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο;

    ― Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ*.

    ― Ἂσκ ὀλσούν*… ὑπεψιθύρισεν ὁ σαλεπτσής.
    […]

    Ἦτον Δερβίσης; Ἦτον βεκτασής*, χόντζας, ἰμάμης; Ἦτον οὐλεμάς*, διαβασμένος; Ὑψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, ἄγριος. Μὲ τὸ σαρίκι του, μὲ τὸν τσουμπέν* του, μὲ τὸν δουλαμάν* του.

    Ἦτο εἰς εὔνοιαν, εἰς δυσμένειαν; Εἶχεν ἀκμάσει, εἶχεν ἐκπέσει, εἶχεν ἐξορισθῆ; Μποὺ ντουνιὰ τσὰρκ φιλέκ. Αὐτὸς ὁ κόσμος εἶναι σφαῖρα καὶ γυρίζει.

  28. Μανολης Καμπανος said

    Υπέροχο διήγημα! Χτισμένο με δομή κλασική όπως του Βιζυηνού, όλο το διήγημα αναπτύσσεται δυαδικά, με αντιθετικά ζεύγη. Θα σταθώ όμως σε εκείνο που με ενθουσίασε απο αισθητική άποψη.
    Το περιστατικό με τον γλάρο που πυροβολείται- χωρίς να το δικαιολογεί η πλοκή- επιλέγεται για να υποστηρίξει ακριβώς αυτή τη δυαδικότητα: οι Τούρκοι πρέπει να βάψουν κι αυτοί τη θάλασσα όπως οι Έλληνες. Έτσι ο γλάρος θυσιάζεται και βάφει με το αίμα του τη θάλασσα, αντί για τον νυχτερίδα. Στο τέλος επανέρχεται και καταρρίπτεται το δίπολο δημιουργώντας κορύφωση: ο νυχτερίδας, με το ίδιο του το αίμα, θα ξεπληρώσει την θυσία και θα τον κάνει τατουάζ δίνοντας του μια νέα «ζωή» που θα διαρκέσει, αναπόφευκτα, όσο κι η δική του. Έτσι, έντεχνα, το διήγημα κλείνει όχι μόνο με την ανταπόδοση της θυσίας, αλλα και με τη συμβολική ενοποίηση των δύο μερών, αφού ο γλάρος θα ζει πάνω του, όσο θα ζει κι ο νυχτερίδας.

  29. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα, πολύ ωραία σχόλια!

    27 Τέο καλά που το ανέφερες, το σκέφτηκα κι εγώ να το πω και το αμέλησα.

  30. 24.
    Ευχαριστώ πολύ, Ρογήρε! Τι ωραίο κείμενο μας κέρασαν σήμερα!
    Ο όρος unclaimed στον τίτλο είναι εύρημα της Caruth – ο ψυχαναλυτικός όρος είναι repressed, αφού η απώθηση είναι repression (rimozione ιταλ.)
    Νομίζω ότι ειδικά σ’ εσένα θα αρέσει πολύ το κομμάτι που αναφέρεται στο ρομαντικό έπος του Τορκουάτο Τάσσο «Η Απελευθέρωση της Ιερουσαλήμ» (The Wound and the Voice, στην αρχή του βιβλίου).
    (Είναι μια ανάλυση που έκανε ο Φρόιντ για τον επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα του τραύματος, όπως αυτός εκφράζεται συμβολικά στη δραματική ιστορία του έπους)

  31. nikiplos said

    Καλημέρα. Κι εγώ θα το διαβάσω αργότερα. Συγγνώμη για την παρέμβαση αλλά απευθύνομαι στη συλλογική σοφία του ιστολογίου.

    Σε κείμενο 6ης Δημοτικού που διδάσκουν το πολυ έναντι του πολύς , πολλή, πολύ ζητούν από τα παιδιά να συμπληρώσουν τα κενά. Κάποια σημεία λοιπόν αναφέρουν:

    συμμετοχή ———- διαφορετικών επιστημονικών πεδίων, όπως μπλαμπλα
    παρουσία ——- διακεκριμένων επιστημόνων

    Εδώ εγώ βλέπω και τα δύο ως σωστά. Δλδ αν θέλω να τονίσω στο κείμενο τη διαφορετικότητα θα έγραφα πολύ διαφορετικών επιστημονικών πεδίων πχ θεολογία και μαθηματικά. Κάτι τέτοιο στο κείμενο δεν παίζει το μπλαμπλα υποδηλώνει αρχιτεκτονική, μηχανική, μαθηματικά κλπ
    Αν δεν ήθελα επομένως να τονίσω τη διαφορετικότητα μπαίνει πολλών διαφορετικών επιστημονικών πεδίων. Έτσι δεν είναι?

    Για το δεύτερο ισχύει περίπου το ίδιο. Οι καλεσμένοι είναι πολύ διακεκριμένοι επιστήμονες. Τονίζω τη διάκριση (από νομπελίστες και πάνω). Μπορεί όμως να είμαι γαλαντόμος και να βάλω όλους τους επιστήμονες στο ίδιο σακκί προς τα πάνω: δλδ θα υπάρχει παρουσία πολλών διακεκριμένων επιστημόνων (θα είναι πολλοί επιστήμονες, όλοι τους διακεκριμένοι).

    Ευχαριστώ προκαταβολικά όποιον εκφέρει γνώμη, και συγγνώμη και πάλι για το άσχετο του θέματος.

  32. Πέπε said

    31
    Πολλών θα βάλεις. Κατά πάσα πιθανότητα, αυτό θέλει και αυτό πρέπει να ήταν στο αυθεντικό κείμενο, αν οι φράσεις προέρχονται από υπαρκτά κείμενα.

    Το σκεπτικό σου είναι ολόσωστο – στέκουν και τα δύο. Αυτό είναι σφάλμα της εκφώνησης. Αλλά στην πράξη δεν είθισται να ποσοτικοποιούμε τον βαθμό διάκρισης ενός επιστήμονα, κι αν το κάνουμε θα πούμε μάλλον «ιδιαίτερα διακεκριμένος» και όχι «πολύ». Αντίστοιχα, κάποιοι επιστημονικοί κλάδοι μπορεί να διαφέρουν πολύ, ενώ άλλοι λίγο, αλλά πρακτικά δε μου φαίνεται πολύ πιθανό να θέλει να δώσει κανείς τόση σημασία σ’ αυτό (το πολύ/λίγο διαφορετικοί), αλλά στο πλήθος των διαφορετικών κλάδων που συναντώνται στη Χ περίσταση.

    Αυτά λοιπόν, αν πάμε για τον βαθμό. Αν νομίζεις ότι στην 6η Δημοτικού δεν καλείται κανείς να έχει τέτοια εμπειρία κειμένων (που θα έχεις δίκιο!) αλλά απλώς να σκέφτεται λογικά πάνω σε όσα διδάχτηκε, τότε συζητήστε το με το παιδί και πρότρεψέ το να το συζητήσει και με τη δασκάλα ή τον δάσκαλο.

  33. sarant said

    31-32 Οπως λέει ο Πέπε, ταιριάζουν και τα δύο (πολύ / πολλών) και στις δύο προτάσεις. Κι αν στο πρώτο τα επιστημονικά πεδία δεν ειναι πολύ διαφορετικά, τότε «πολλών» και τις δυο φορές.

  34. aerosol said

    Τώρα… αυτό είναι πρωτόλειο; Ωρέ μπράβο Βενέζη!
    Ευχαριστούμε Spiridione.

    #19
    Μερσί για το πεντέφι.

  35. Με την ευκαιρία, αφήνω αυτά που έχουν ζωντανή μετάδοση, Τρίτη και Τετάρτη στις 7:00 :
    Στρογγυλή τράπεζα | 100 χρόνια: Αγαπημένη Μικρά Ασία
    Edhem Eldem: Η Οθωμανική Iστορία μεταξύ τουρκικής μονοπώλησης και ελληνικής απόρριψης

  36. rogerios said

    @35: Μπράβο, Στάζυμπε! Ευχαριστούμε πολύ!
    Ειδικά η δεύτερη εκδήλωση θα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Ο Ελντέμ είναι γνωστός και για το σύνθημά του, «μην αφήνετε την οθωμανική Ιστορία αποκλειστικά στα χέρια των Τούρκων». Ο ίδιος είναι, κατά κάποιο τρόπο, ιδιαίτερα επικριτικός για τη δική μας στάση, καθώς τονίζει ότι οι Έλληνες καταλήγουν να απαρνούνται τέσσερις αιώνες της Ιστορίας τους [επειδή, συμπληρώνω εγώ, δεν κολλάνε με το επίσημο αφήγημα], κάτι που αποτελεί παραλογισμό αν κάποιος αναλογιστεί πόσο σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν οι Έλληνες ειδικά όσον αφορά τη διοίκηση της αυτοκρατορίας.
    Πρόσθετη εγγύηση ο συντονισμός της συζήτησης από τον ικανότητα και εξαιρετικά συμπαθή Ερβέ Ζωρζλέν (αρμενικής καταγωγής).

  37. rogerios said

    «ικανότατο» βέβαια, σόρρυ για το λάθος βιασύνης. 😦

  38. Costas Papathanasiou said

    31: ‘Ενα σκεπτικό μπορεί να είναι και αυτό:
    -Τα εξειδικευμένα επιστημονικά πεδία ξεχωριστών επιστημών μπορεί να διαφέρουν πολύ, ως εξορισμού διακριτοί γνωστικοί τομείς, αλλά μπορεί και να μοιάζουν, αλληλεπιδρώντας, ως έχοντα βάση τόσο κοινούς κανόνες Λογικής (αναγκαίους για τη συστηματική έρευνα της νέας γνώσης και την αναδιοργάνωσή της σε μεγαλύτερο σώμα) όσο και το σύνολο των γνωστικών κατακτήσεων, ως κτήμα κοινό θεωρητικά ανοιχτό και προσβάσιμο -χωρίς στεγανά- σε όλους, διατιθέμενο για ανακαλλιέργεια, καρποσυλλογή και ανατροφοδότηση κάθε ξεχωριστής επιστήμης. Οπότε, καθώς το κοινό κτήμα μεγαλώνει, ανακαλλιεργείται και επαναρδεύεται, είναι δεδομένο ότι θα χωρίζεται και σε περισσότερα, όμορα ή όχι, χωραφάκια. Και ενώ το ότι αυτά είναι πολλά είναι πλέον μάλλον προφανές, το πόσο μπορεί να διαφέρουνε δεν είναι, γι’ αυτό και στο πρώτο παράδειγμα ίσως ταιριάζει καλύτερα, ως διευκρινιστικό, το “πολύ”.
    -Πιο φανερό είναι στο δεύτερο παράδειγμα ότι το επίθετο “διακεκριμένος”, αφού ήδη υποδηλώνει κάποιο εντυπωσιακό έργο, δεν θέλει την παραπανίσια έμφαση που δίνει το “πολύ”(βλ.σχ.32), αντιθέτως, το πλήθος των επιστημόνων που έχουν καταφέρει να διακριθούν, παρά τις δυσκολίες για τα όποια αντίστοιχα επιτεύγματά τους, είναι κάτι που μπορεί να εντυπωσιάζει και επομένως χρειάζεται να διευκρινιστεί με το “πολλοί”.
    (Εννοείται ότι εάν δεν υπάρχει λόγος να τονιστεί κάτι, καί το “πολύ” καί το “πολύς” μπορούν να μπουν στην άκρη χωρίς πολλά πολλά- τα οποία, εν πολλοίς, ισχύουν έτσι κι αλλιώς, βλ.σχ.33 )

  39. 36 Και έχει απόλυτο δίκιο! (Για να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις, ο Ελντέμ είναι επίσης ιδιαίτερα επικριτικός για την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τις προσπάθειες να χαρακτηριστεί πολυπολιτισμική και ανεκτική, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως φτάνει σε υπερβολές. Επίσης καταφέρνει και μοιάζει τζόβενο ενώ πρέπει να φτάνει τα εξηνταπέντε 🙂 )

  40. geobartz said

    Εξαιρετικός, όπως πάντα, ο Βενέζης. Μου έφερε και κάποιες μνήμες από το παρελθόν:
    (α) «Προπάντων ένας Τούρκος άμα τραγουδούσε, όλος ο τόπος γέμιζε Ανατολή».
    # Θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια τον γιατρό τον Δημητράκη (εκ του Μεμέτ) που τραγουδούσε υπέροχα τα τουρκικά τραγούδια Ήταν ένας Τούρκος που έμεινε στην Ελλάδα. Η μάννα του ήταν Ρωμιά Πολίτισσα.
    (β) «Όταν με το τέλος του πολέμου, στα 1919, οι Μικρασιάτες γυρίσαν στην Ανατολή … δε βρήκε τότε μήτε ένα Τούρκο στην πατρίδα του. Είχαν φύγει».
    # Όταν αναφερόμαστε (και καλά κάνουμε) στον ξερριζωμό του Ελληνισμού από τη Μικρασία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ΚΑΙ τον ξερριζωμό των Τούρκων από τα «απελευθερωθέντα» μέρη.
    (γ) «….Το πλήθος ανάσαινε λαχανιασμένο απ’ τη χαρά και την αγωνία. Οι δυο άλλοι Τούρκοι βλέπαν. Ήρθε η σειρά τους. Τον ένα τον σπρώξαν γιατί δεν έπεφτε, μονάχα παρακαλούσε».
    # Παρόμοιες (τεκμηριωμένες) ημέτερες βαρβαρότητες αναφέρονται στη δημοσίευση (στο Academia.edu) «Πολιτική και Θύματα Πολέμου». Ενδιαφέρουσα είναι και η μαρτυρία του Μυριβήλη [ως εν σχολίω 9, Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said]. Εδώ όμως θα πω μια πιο φρέσκια ημετέρα βαρβαρότητα, ή αν προτιμάτε, έγκλημα πολέμου:
    Εν έτει 1944, όταν οι Γερμανοί τα μάζεψαν και έφυγαν από τη Νιγρίτα, «ξέχασαν» να πάρουν μαζί τους δυο νεαρούς στρατιώτες, που ήταν σε κάποιο φυλάκιο στον Στρυμόνα. Οι φουκαράδες, γύρισαν μόνοι τους στη Νιγρίτα που ήταν …έρημη από Γερμανούς. Κάποιοι προπομποί αλαφιασμένων «πατριωτών» τους συνέλαβαν. Έτρεμαν σύγκορμοι οι δυο αιχμάλωτοι, δυο νεαρά παιδιά που ήταν-δεν ήταν 17 ετών. Τους οδήγησαν στο τοπικό «αρχηγείο» και έσπευσαν να τους παραδώσουν στους «αντάρτες». Έκτοτε ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Οι Γερμανοί επέστρεψαν (από τη Θεσσαλονίκη) και ζητούσαν να τους επιστραφούν οι δυο αιχμάλωτοι. Εις μάτην, αφού τους έφαγε το σκοτάδι. Προέβησαν μετά στα γνωστά θηριώδη αντίποινα. Ταυτόχρονα, ετοιμάστηκαν να κάψουν τη Νιγρίτα, της οποίας οι κάτοικοι είχαν μαζευτεί στο Παρεκκλήσι του Αγίου Νικήτα που γιόρταζε (15 Σεπτεμβρίου). Τελικά η πυρπόληση δεν έγινε μάλλον επειδή οι Γερμανοί επείγονταν να τα μαζέψουν και από τη Θεσσαλονίκη. Οι Νιγριτινοί λένε, μέχρι και σήμερα, ότι τους έσωσε ο Αγιο-Νικήτας! [Λίγοι ξέρουν ότι πρόκειται για τον Αγιο-Νικήτα τον Γότθο, δλδ για έναν …πρόγονο των Γερμανών!].
    (δ) «Οι τούρκοι ψαράδες ήταν κρητικοί πρόσφυγες… Αναθάρρεψε σαν άκουσε να του μιλούν ρωμαίικα. Μα την ίδια στιγμή θυμήθηκε αυτό που είχε ακουστά, πως οι Κρητικοί είναι οι πιο φανατισμένοι απ’ όλο το μιλλέτ».
    # ΚΑΙ ο Κονδύλης (ο γνωστός «δημοκράτης», πολέμαρχος, αντιβασιλιάς κλπ) λέει σε ένα βιβλίο του ότι οι Τουρκοκρητικοί ήταν από τους χειρότερους Τούρκους.

  41. nikiplos said

    Αγαπητοί Πέπε, Νικοκύρη και Costas Papathanasiou, σας ευχαριστώ πολύ! Από καρδιάς πρωτίστως!

  42. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

  43. Α. Σέρτης said

    31
    Αν η έμφαση είναι στο καταληκτικό ουσιαστικό μετά το επίθετο/επίθετα, τότε γράφουμε «πολλών»
    Αν η έμφαση είναι στο επίθετο/επίθετα (και όχι στο καταληκτικό ουσιαστικό), τότε γράφουμε «πολύ»
    (Στα συγκεκριμένα παραδείγματα η τάση μου είναι να βάλω επίρρημα. Πες μας τι έβαλε η δασκάλα)

  44. Καλησπέρα,
    Το Λιος δεν βρήκα πού είναι, αν και το ξέρω γιατί το περνάμε με το καραβάκι καθώς πάμε στ’ Αϊβαλί. (Αλήθεια, γιατί Αϊβαλή). Το Γυμνό είναι το Çıplak Ada, ακριβώς έξω απ’ τον κόλπο του Αϊβαλιού, μπροστά απ’ τον Σεϊτάν Σοφρά, σε απόσταση αναπνοής.

    Για το διήγημα, τι να πω. Εξαιρετικό.

  45. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Το διάβασα μονορούφι! (Παρότι κάπως πιεσμένος αυτό τον καιρό…)

    Ρεαλισμός και ψυχανάλυση, εκφρασμένα με ευαισθησία και καλαισθησία!
    Τα ταλέντα -συνήθως- ανατέλλουν νωρίς.

    Πολύ ενδιαφέρουσες και διαφωτιστικές, όμως, οι αναλύσεις των Papathanasiou,
    Eva Matenoglou, Freierdenker.
    Και ευχαριστούμε Νικοκύρη και Spiridione!
    ===+++===
    Οι τουρκοκρητικοί που ήταν «οι πιο φανατισμένοι απ’ όλο το μιλλέτ» ήταν εκείνοι που είχαν φύγει ομαδικά από την Κρήτη αμέσως μετά την άφιξη του Έλληνα Ύπατου Αρμοστή το 1898. Στην πλειοψηφία τους ήταν οι πιο σκληροί εκφραστές-υποστηρικτές-όργανα του μέχρι τότε σκληρού και αυταρχικού προσώπου της οθωμανικής διοίκησης, ίσως με «λερωμένη φωλιά», από βιαιοπραγίες ή αρπαγές κ.λπ. Παρόμοια αθρόα μετανάστευση μουσουλμάνων της Κρήτης σημειώθηκε κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, το πιθανότερο επειδή φοβούνταν διώξεις και αντεκδικήσεις από τους χριστιανούς (Περίπου 30.000 πρέπει να ήταν συνολικά).
    [Αυτούς ήξερε, αυτούς «μολογούσε», προφανώς, ο Κονδύλης 🙂 #40]

    Οι υπόλοιποι που παρέμειναν μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών (περίπου 33.000) είχαν συνυπάρξει σχεδόν χωρίς προβλήματα με τους ντόπιους χριστιανούς. Στο διήγημα, οι δύο ψαράδες είναι Κρητικοί Τούρκοι που μιλούσαν «…για τη στρωτή ζωή που ήταν κει κάτου, στο νησί, πριν φύγουν με την ανταλλαγή των πληθυσμών,…». Ίσως αυτή ακριβώς η καταγωγή τους τους κάνει ανεκτικούς και συναισθηματικά ανοικτούς ώστε τελικά να ελευθερώσουν –αυτοί ουσιαστικά- τη Νυχτερίδα.

  46. Πέπε said

    #38:
    > [Οπότε, καθώς το κοινό κτήμα μεγαλώνει, ανακαλλιεργείται και επαναρδεύεται, είναι δεδομένο ότι θα χωρίζεται και σε περισσότερα, όμορα ή όχι, χωραφάκια.] Και ενώ το ότι αυτά είναι πολλά είναι πλέον μάλλον προφανές…

    Δεν είναι προφανές πόσο πολλά είναι αυτά που συναντώνται σε κάποια δεδομένη περίσταση, στην οποία μοιάζει να αναφέρεται το παράδειγμα της άσκησης.

    Πάντως κι εγώ, αν και ψήφισα «πολλών» και στα δύο, για τα πεδία δε θα επιμείνω τόσο όσο για τον διακεκριμένο επιστήμονα…

  47. spyridos said

    44
    Είναι το Gunes Ada (Λιός, Λείος, Έλεος). Το 2017 ο Νίκος Κοτζιάς ήθελε να το βάλει στις γκρίζες ζώνες που ζητάει η Ελλάδα από την Τουρκία.
    Σύμφωνα με τη μέση γραμμή βάσης ανήκει στο σύμπλεγμα της Λέσβου και θα έπρεπε να αποδοθεί στην Ελλάδα, με μια κατά γράμμα εφαρμογή της συνθήκης της Λωζάνης.

  48. sarant said

    44 Το Τσιπλάκ Αντά μεταφράζεται γυμνό νησί κατά λέξη.

  49. 47 Θα μπορούσε, αλλά είναι πολύ βόρεια. Αλλά είναι στα 10 μίλια απ’ τη Θερμή μετράω. Οπότε…
    Τώρα πώς με τη μέση γραμμή βγαίνει δυτικά, δεν ξέρω, ανάλογα από ποιο σημείο μετράς και βγάζεις τη μέση. Ας πούμε απ’ το Μοσχονήσι είναι πολύ κοντά (λιγότερο από 5 μίλια – κι έχει κι άλλα νησάκια πιο κοντινά του) ενώ και τα Τοκμάκια να βάλεις, είναι παραπάνω.

  50. spyridos said

    47β
    Μνήμες, αν θυμάμαι καλά κι Σκύλος έγραφε ότι τη θυμόταν με νοσταλγία τη Λέσβο από το στρατιωτικό του.
    Το Δασκαλειό, (το Λιόπουλο) δυτικά του Λιού, φαίνεται σαν ένα πετρωμένο καράβι όπως το πλησιάζεις. Ενας μακρόστενος βράχος. Και αυτό αμφισβητούμενο. Θυμάμαι τους χάρτες της ΓΥΣ να το έχουν στα όρια.
    Το 97-98, από τα Τοκμάκια που στήναμε σημαδούρες, στρατιωτικούς στόχους, περάσαμε δύό φορές στο Δασκαλειό και περιμέναμε τις τουρκικές λέμβους να βγουν να μας κυνηγήσουν για να φύγουμε.
    Λίγο πριν τη Θέρμη, υπάρχει παρατηρητήριο με διόπτρες και βλέπαμε τους ψαράδες της Θερμής να αγοράζουν ψάρια από τους Τούρκους. Τα Α ψάρια τα μεταπουλούσαν με κέρδος το καλοκαίρι.

  51. 48 Λογικό! Και Αϊβαλί πάει να πει Κυδωνιές το επίσημο όνομά του στα ελληνικά (και Νέες Κυδωνίες το παλιό Μπαλτζίκ στη Λέσβο).

  52. Spiridione said

    44. 47. Ο Συρίγος έχει γράψει κάτι

    https://www.kathimerini.gr/politics/967354/gkrizes-zones-echei-kai-i-toyrkia/

  53. spyridos said

    49
    Σύμφωνα με τη συνθήκη της Λωζάνης τα νησιά και βραχονησίδες που δεν αναφέρονται στο κείμενο, ανήκουν στην πιο κοντινή ηπειρωτική ακτή (για την Τουρκία) ή ακτή νησιού για την Ελλάδα. Η μέτρηση δεν αρχίζει από το Μοσχονήσι αλλά από την ακτή στο Αϊβαλί ως την ακτή, δίπλα στο Μανταμάδο.

  54. spyridos said

    52
    Αει γειά σου. Σωστά τα λέει. Ναι για την Τουρκία ίσχυαν τα τρία μίλια από τις ακτές της, όχι παραπάνω.

  55. Γιάννης Κ. said

    35, πολύ ενδιαφέροντα, ειδικά (συμφωνώ με 36) το 2ο.
    36, ο Ζωρζελέν δεν είναι αρμένικης καταγωγής (Γάλλος είναι, από τη Βρετάνη αν θυμάμαι καλά). Έχει οικογενειακές σχέσεις με Αρμένιους, μιλάει και γράφει εξαιρετικά αρμενικά (καθώς και ελληνικά κλπ) κι έχει μεταξύ άλλων δημοσιεύσει ένα ενδιαφέρον βιβλίο για τη Σμύρνη πριν το ’22, το οποίο έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.

  56. sarant said

    53 Το Μοσχονήσι είναι νησί ή χερσόνησος;

  57. rogerios said

    @55: Ευχαριστώ πολύ για την πληροφορία και τη διόρθωση (είχα υποθέσει, εσφαλμένα όπως αποδεικνύεται, ότι η γνώση της αρμενικής σήμαινε και αντίστοιχη καταγωγή).

  58. leonicos said

    18 Costas Papathanasiou

    Υπέροχο σχόλιο, που έδωσε άλλη διάσταση στο όντως εκπληκτικό, ως προ την πλοκή τουλάχιστο, διήγημα

  59. Γιάννης Κ. said

    57, επίτρεψέ μου (…επί τη ευκαιρία, που λένε) να πω κάτι σημαντικό για εμένα (έναν σπανιότιατο σχολιαστή αλλά τακτικότατο αναγνώστη): Εγώ σε ευχαριστώ γιατί μού έχεις συχνά προσφέρει πολύ αξιόλογες πληροφορίες. Η παρουσία σου εδώ είναι σπουδαία. Κρίμα που δεν προλαβαίνεις πια να γράφεις στο δικό σου ιστολόγιο.

  60. spyridos said

    56
    Νησί. Συνδέεται με γέφυρες με το Αϊβαλί.

  61. freierdenker said

    Μια άλλη μικρή διαφορά μεταξύ των δύο κειμένων είναι από το

    «Κι άλλα βαπόρια, με αμερικάνικες σημαίες, σκορπούσαν στα λιμάνια, σα σάπιο εμπόρευμα, τις γυναίκες και τα παιδιά που φέρναν απ’ την Ανατολή.»

    έχει αφαιρεθεί ένα προσδιορισμός «στην τύχη» για το σκορπούσαν, που ίσως να μπορούσε να θεωρηθεί επικριτικός. Αυτό το ιστορικό επεισόδιο είναι συνδεδεμενο με το όνομα του Asa Jennings, που τα τελευταία χρόνια άρχισε να (ξανα)γίνεται γνωστός και υπαρχει πλέον πολύ υλικό στο διαδίκτυο. Φέτος κυκλοφόρησε και ένα βιβλίο του καθηγητή δημοσιογράφίας Lou Ureneck για την ιστορία του «καμπούρη πάστορα από την Νέα Υόρκη».

    Φέτος κυκλοφόρησε και ένα ντοκιμαντέρ του Mike Damergis που υπαρχει στο Youtube. Μπορεί να είναι και καλό, αλλά απέφυγα γνα το δω γιατί λέει οτι κέρδισε βραβείο στο Cannes World Film Festival. Σα να λέμε βραβείο Nodel.

  62. Πισμάνης said

    Ο Λιός (Ήλιος) σέ χάρτη τού Kiepert (1890). Εμφανίζεται ως Eleos δίπλα στό Γυμνονήσι.

  63. Πέπε said

    61
    Πολύς λόγος για τον «κυρ Τσένιξ» και στο φετινό μυθιστόρημα «Μινόρε Μανές – μυθιστορηματική ανάπλαση της μουσικής ζωής στη Σμύρνη« της Ν. Τουμπακάρη. https://www.politeianet.gr/books/9789605055431-toumpakari-nasi-agra-minore-manes-339004

  64. sarant said

    60 Ευχαριστώ!

    62 Α μπράβο

    63 Είναι καλό αυτό;

  65. rogerios said

    @59: Δεν ξέρω πώς να ευχαριστήσω για τα καλά λόγια. Με συγκινούν πραγματικά. Μεγάλη πίκρα για μένα το ότι δεν προλαβαίνω πια να γράφω στο ιστολόγιο (κι όχι μόνο στο ιστολόγιο – εδώ έχω μήνες να γράψω κάτι από τα πιο σύντομα που ανέβαζα στο ΦΜΠ), αλλά ο χρόνος δυστυχώς δεν επαρκεί (και μάλλον με τα χρόνια οι δυνάμεις λιγοστεύουν). Όλο λέω να τα ξαναπιάσω και… αλλά ποιος ξέρει.

  66. Πέπε said

    64
    Κατά τη γνώμη μου αργεί να δέσει, αλλά τελικά είναι καλό. Επί πολλά κεφάλαια είχα την αίσθηση ότι το μεν θέμα είναι ενδιαφέρον, αλλά το μυθιστόρημα τζούφιο. Προς το τέλος το δυσμενές πρώτο σκέλος αυτής μου της γνώμης αναιρέθηκε, τα της Καταστροφής (αν και πολυχρησιμοποιημένο θέμα) είναι δυνατά.

  67. sarant said

    66 Οκ, ευχαριστώ!

  68. Alexis said

    Εξαιρετικό διήγημα, πολλές ευχαριστίες σε Νικοκύρη και Spyridione!

  69. Alexis said

    #13:
    ξέραν να περιγράφουν, να αφηγούνται χωρίς να αλλάζουν τον αδόξαστο στον αναγνώστη με τεράστιους εσωτερικούς μονολόγους και ατελείωτα σώψυχα…

    Ε, όχι πάντα, και όχι όλοι.
    Ο Μυριβήλης ας πούμε στη «Ζωή εν τάφω» το κάνει αρκετά συχνά αυτό. Μακρότατες αναπολήσεις του στρατιώτη για την πατρίδα και την αγαπημένη του και λεπτομερέστατες περιγραφές μέχρι και του χρώματος της τελευταίας… πευκοβελόνας του τάδε πεύκου της δείνα παραλίας… 🙂

  70. Alexis said

    Ξέχασα να κλείσω τα πλάγια…

  71. 69 Και τι να πει κανείς για τους εσωτερικούς μονολόγους του Τσίρκα, ιδίως στη Χαμένη Άνοιξη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: