Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μονόλογοι κι ερωτηματικά

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2022


Συμπληρώνονται αύριο 134 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888.

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε εκεί κοντά, ας πούμε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύουμε σήμερα.

Ποιητής ήταν βέβαια πρώτα και κύρια ο Λαπαθιώτης, αλλά καλλιέργησε επίσης και πολλά άλλα είδη λόγου, το διήγημα, τη νουβέλα, το πεζό ποίημα (ή πεζοτράγουδο), την κριτική βιβλίου, την επιφυλλίδα και το χρονογράφημα, και, τέλος, τους στοχασμούς, ένα υβριδικό είδος ανάμεσα στο δοκίμιο και στη λογοτεχνία. Ο στοχασμός είναι ένα μικρό κείμενο, συχνά μόνο μια πρόταση, το πολύ μια παράγραφος, που περικλείνει με ύφος αποφθεγματικό μια διαπίστωση, συνήθως για τη ζωή ή για την τέχνη.

Στοχασμούς έγραφε από τα νιάτα του ως το τέλος της ζωής του. Στο ανέκδοτο υλικό που άφησε (εννοώ στο δημόσια διαθέσιμο τμήμα του αρχείου του, που απόκειται στο ΕΛΙΑ), περιλαμβάνονται πολλές σελίδες, συνήθως κόλλες χαρτί αλλά και μικρότερα χαρτάκια, που κάθε μία έχει επάνω έναν ή περισσότερους στοχασμούς, σχεδόν πάντα με σημειωμένη την ημερομηνία ή και άλλες επεξηγήσεις.  Όμως και από τα νιάτα του (ήδη από το 1910) δημοσίευε στοχασμούς σε εφημερίδες και περιοδικά. Τέτοιους στοχασμούς έχουμε παρουσιάσει σε δυο παλιότερα άρθρα του ιστολογίου (το 2009 και πέρυσι).

Στη δεκαετία του 1930 ο ώριμος πια Λαπαθιώτης δημοσίευε ταχτικά (αλλά όχι σε κάθε τεύχος) στη Νέα Εστία, το κορυφαίο λογοτεχνικό περιοδικό της εποχής, στοχασμούς που συχνά τους παρουσίαζε με τον γενικό τίτλο Μονόλογοι κι ερωτηματικά (άλλοτε: σκέτο Μονόλογοι), που τον διάλεξα και για τίτλο του σημερινού άρθρου.

Παρουσιάζω εδώ μιαν επιλογή από δημοσιευμένους (στη Νέα Εστία) και αδημοσίευτους στοχασμούς. Απ’ όσο (δειγματοληπτικά) έλεγξα δεν έχουν δημοσιευτεί άλλη φορά στο Διαδίκτυο. Η πληκτρολόγηση οφείλεται στον Αχιλλέα Τζάλλα, εξού και το πολυτονικό. Κατ’ εξαίρεση διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Στο τέλος κάθε ενότητας βάζω την ημερομηνία δημοσίευσης.

 

— Γ ι ὰ  π ο ι ὸ ν γράφεις;

— Γ ι ὰ  μ έ ν α.

— Τ ό τ ε  γ ι α τ ί  δ η μ ο σ ι ε ύ ε ι ς ὅσα γράφεις, καὶ δὲν τὰ κλείνεις μέσα στὸ συρτάρι σου, νὰ τὰ χαίρεσαι μονάχος, ἐντελῶς;

— Ἀκριβῶς γιὰ νὰ δείχνω καὶ στοὺς ἄλλους π ό σ ο  κ α λ ὰ  ἐ ρ γ ά ζ ο μ α ι  γ ι ὰ  μ έ ν α…

Ὁ ποιητής, ποὺ θ’ ἀπαντοῦσε ἔτσι, θἄλεγε, χωρὶς ἀμφιβολία, ἕνα μεγάλο μέρος τῆς ἀλήθειας. Γιατὶ ἡ πραγματικὴ χαρὰ δὲν ἔγκειται καθόλου σ τ ὸ  ν ὰ  κ ρ ύ β ε ι, ἀλλὰ σ τ ὸ  ν ὰ  δ ε ί χ ν ε ι ὅ,τι κάνει. Ἑπομένως — κ’ ἐδῶ εἶναι, ἴσα ἴσα, ποὺ συλλαμβάνουμε τὸ μυστικὸ σημεῖο ἐπαφῆς τοῦ δόγματος «Ἡ Τέχνη γιὰ τὴν Τέχνη», μὲ τὸ δόγμα «ἡ Τέχνη γιὰ τοὺς ἄλλους» — ἡ καθαρὰ ἀ τ ο μ ι κ ὴ  χ α ρ ά  μ α ς ὅτι δημιουργοῦμε κάτι ἄρτιο, ἐ ξ α ρ τ ᾶ τ α ι,  κ α τ ὰ  β ά θ ο ς,  ἀ π’  τ ὴ  χ α ρ ὰ  π ο ὺ  δ ί ν ο υ μ ε  σ τ ο ὺ ς  ἄ λ λ ο υ ς…

Αὐτοὶ ποὺ μελετοῦν τὴν ἐπιφάνεια, δὲν ξέρουν ο ὔ τ ε  κ ὰ ν τὴν ἐπιφάνεια. Μονάχα ὅσοι ἀσχολοῦνται μὲ τὸ βάθος, εἶναι σὲ θέση νὰ ξέρουν καὶ τὰ δυό.

 

Ἕνας ποὺ ὑποπτεύεται τὸν ἄλλον ὅτι κάνει κατιτὶ κακό, καὶ καταφέρεται μὲ πάθος ἐναντίον του, εἶναι, τὶς περισσότερες φορές, ἕνας πού, ἂν τύχαινε στὴ θέση του, θὰ ἦταν ἴσως, ἱκανὸς καὶ νὰ τὸ κάνει.

(15/9/1933)

* * *

Σήμερα ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἐξαντλήσει ὅλους τοὺς τρόπους νὰ καταπλήσσουν τοὺς ὁμοίους των, ἡ μόνη ἰδιορρυθμία ποὺ ὑπολείεπται σ’ ἕναν ἐκκεντρικό, εἶναι νὰ μένει τελείως ἀφανής.

 

Τὸ νὰ εἶναι κανένας μαρξιστής, δὲν εἶναι τόσο ζήτημα μορφώσεως, ὅσο ζήτημα ἰδιοσυγκρασίας.

 

Νιώθω τὸ μυαλό μου, σὰ μιὰ μεγάλη ἀνοιχτὴ περιοχή — ἕνα τοπεῖο ἀναπεπταμένο. Μέσ’ στὴ γνώριμη αὐτὴ περιοχή, συμβαίνουν πλῆθος πράγματα οἰκεῖα — ἕνα πλῆθος πράγματα ἐναλλασσόμενα καὶ καθημερινά, ποὺ τὰ παρακολουθῶ σὰ θεατής: Βλέπω τὶς πιὸ παραμικρές του λεπτομέρειες, τὶς παραμικρότερες κινήσεις, τὰ δέντρα, τοὺς δρόμους, τὶς γωνιές, τὶς ἐναλλαγὲς τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, ὅλες τὶς καιρικὲς μεταβολές… Ξαίρω, σχεδόν, ὅλα τὰ χρώματα, σ’ αὐτό, ὣς τὶς πιὸ λεπτές τους ἀποχρώσεις. Δὲν ἀπολείπουν, βέβαια, τ’ ἀπρόοπτα, ἀλλὰ ξαίρω νὰ μαντεύω, κάπως, τὸ μυστικὸ καὶ λογικὸν εἱρμό τους… Πιὸ πέρα, ὅμως, ἀπ’ τὴ γνώριμη αὐτὴ περιοχή, πιὸ πέρα κι’ ἀπὸ τὰ βουνά, ποὺ κλείνουν τὸν ὁρίζοντα — ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ μιὰ τοποθεσία —  νιώθω τὸ μυστήριο, τὸ ἄγνωστο, τὸ δίχως τέλος, νὰ μὲ περιβάλλει.

 

Ἡ μόνη μου παρηγοριά, σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ χάνουνται τὰ προσφιλῆ μας ὄντα — εἶναι ὅτι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, θὰ ρθεῖ μιὰν ὥρα νὰ χαθῶ κ’ ἐγώ.

 

Ὁ ἀληθινὸς δημιουργὸς κάνει, συνήθως, ἕνα ἔργο μόνο, ἐνῶ μπορεῖ νὰ κάνει ἑκατὸ — ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μὴ δημιουργό, ποὺ καταλήγει νὰ κάνει ἑκατό, ἐπειδὴ δὲ μπορεῖ νὰ κάνει ἔνα.

(1/12/1933)

* * *

Ἡ ζωή μας μοιάζει, μέσ’ στὸ Σύμπαν, μ’ ἕνα σκοινί, τεντωμένο σὲ μιὰν ἄβυσσο, ποὺ δὲ φαίνεται τὸ τέλος κ’ ἡ ἀρχή του — καὶ ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀναγκασμένος νὰ τὸ περάσει, θέλοντας καὶ μή, προσπαθώντας διαρκῶς, σὲ κάθε βῆμα, νὰ κρατήσει τὴν ἰσορροπία.

 

Θαυμάζουμε, συχνά, τὴν Ἐπιστήμη, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ βρῆκε καὶ κατέχει, ἐνῶ θὰ ἦταν πολὺ πιὸ λογικό, νὰ καταλογίζαμε εἰς βάρος της ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τῆς διαφεύγουν.

 

Εἶναι θλιβερὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, τὶς πιὸ λαμπρὲς ἰδέες, στὴ ζωή, ποὺ συλλαμβάνουν ἄνθρωποι τῆς σκέψεως, κατὰ τὸ πλεῖστον μεγαλοφυεῖς — τὶς ἐφαρμόζουν ἄνθρωποι τῆς δράσεως, ποὺ εἶναι σχεδὸν πάντοτε ἠλίθιοι.

 

Ἡ Τέχνη μπορεῖ νὰ εἶναι κλασική, μπορεῖ νὰ εἶναι ρωμαντική, μπορεῖ νὰ εἶναι ρεαλιστική, μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνθρωπιστική, μπορεῖ νὰ εἶν’ ἐπαναστατική — ἀλλὰ εἶναι, προπαντός, α ἰ σ θ η τ ι κ ή. Ὅσοι παραγνωρίζουν τὸν εὐαίσθητον αὐτὸν καὶ λεπτὸν αἰσθητικό της χαρακτήρα, θὰ μένουν πάντα μακρυὰ ἀπὸ τὰ σύνορά της.

 

Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει κατορθώσει νὰ συλλάβει καὶ νὰ καθορίσει ὣς ποῦ φτάνει ἡ ἀντίληψή του, καὶ σὲ ποιὸ σημεῖο, ἀκριβῶς, ἀρχίζει ὁ κύκλος τῶν πραγμάτων ποὺ δ ὲ ν  τ ο ῦ  ε ἶ ν α ι  δ υ ν α τ ὸ ν  ν ὰ  κ α τ α λ ά β ε ι — ἔχει κλείσει, πλέον, ὅλη τὴν καμπύλη τῆς ἐφικτῆς, σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, ἀνθρώπινης σοφίας.

 

Ἡ Τέχνη εἶναι ἡ προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ περισώσει καὶ νὰ συγκρατήσει, ὅσο εἶναι δυνατὸν ἀνέπαφ⟨ε⟩ς, ἀπ’ τὸ διαρκῆ ἀφανισμό, καὶ νὰ τὶς διατηρήσει, ὅσο εἶναι δυνατὸν γιὰ πάντα, κάποιες ὡρισμένες συγκινήσεις, κάποιες ἀνθρώπινες μοναδικὲς στιγμές, ποὺ θεωρεῖ πολύτιμες γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους.

 

Γιὰ μένα δὲν ὑπάρχουν οὔτε τάξεις, οὔτε διακρίσεις ἐθνικές, ἢ ἀνθρώπων μορφωμένων κι’ ἀμόρφωτων — ἀλλὰ δυὸ σαφεῖς κατηγορίες: ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀγαθοί, πονετικοί, καλοπροαίρετοι, εὐαίσθητοι — κι’ αὐτῶν ποὺ εἶναι ὕπουλοι,πανοῦργοι, ἐγκληματικοὶ καὶ θηριώδεις. Ὅσο οἱ δυὸ αὐτὲς κατηγορίες θὰ συνυπάρχουν μέσ’ τὴν ἴδια κοινωνία, καὶ δὲ θὰ εἶναι χωρισμένες σὲ δυὸ κόσμους ποὺ νὰ μὴν ἔχουν ἐπαφὴ ο ἕνας μὲ τὸν ἄλλο — ἐντελῶς ξένους ἀναμεταξύ τους — θὰ θεωρῶ χιμαιρικὴ καὶ μάταιη κάθε προσπάθεια γιὰ κάθε θεμελίωση μιᾶς ὁποιασδήποτε ἄρτιας Κοινωνίας.

(1/1/1934)

* * *

Δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἀμφιβολία ὅτι κάποια Μυστικὴ Δικαιοσύνη ἔθεσε ἔτσι, ἐπὶ γῆς, τὰ πράγματα, ὥστε, ὅπου συναντᾶται ἔγκλημα, νὰ ἐπακολουθεῖ κ’ ἡ τιμωρία. Τὸ κακό, μονάχα, εἶναι τοῦτο: ὅτι εἶναι τόσο βραδυκίνητη, ὥστε ἄλλος, ἐντελῶς, νὰ κάνει ἕνα ἔγκλημα, κι’ ἄλλος νὰ δέχεται, μετά, τὴν τιμωρία…

 

Ἡ σύμπηξη τῶν ἀνθρωπίνων ὄντων στὴ σημερινή μας κοινωνία, στηρίζεται, κυρίως, σ’  ἕνα σύστημα ὄχι ἀμοιβαίων, ἑκουσίων καὶ λογικῶν μικροϋποχωρήσεων, ἀλλ’ ἀμοιβαίων ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν, μεγάλων ἢ μικρῶν, ἐκβιασμῶν.

 

Γιὰ μένα, ἕνας ἄνθρωπος καχύποπτος, εἶναι ἤδη ὕποπτος ὁ ἴδιος…

 

Ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τὴν Τέχνη νὰ ἐξυπηρετεῖ μιὰ «σκοπιμότητα», συμβατικὴ καὶ περιωρισμένη, καὶ δὲν τὴ δέχονται διαφορετικά — μοιάζουν, φοβερά, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲ μποροῦν νὰ ἐκτιμήσουν τὰ φωτιὰ — τὴ λάμψη της, τὴ ζέστα της καὶ τὴν παρηγοριά της — ἄν, ἀπάνω στὴ λαμπρή της φλόγα, δὲ μαγειρεύεται καὶ κάποιο φαγητό…

(1/2/1934)

* * *

Ἡ Θρησκεία, γενικά, εἶν’ ἕνα ὕφασμα, κόμμοδο πολὺ καὶ βολικό, ποὺ ἐπιτρέπει σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ τὸν ἀνεξέλικτο καὶ καθυστερημένον, ὣς τὸν πιὸ πνευματικὰ προχωρημένο, νὰ κόβη ροῦχο, ἀκριβῶς στὰ μέτρα του, ποὺ νὰ τοῦ ἐφαρμόζη ἀπολύτως. Κι’ ἐπειδή, κατὰ κανόνα, κάθε ἄνθρωπος ἔχει, ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φύση, τὴν ἀνάγκη τοῦ νὰ βρίσκεται ντυμένος, καθένας ἔχει τὸ ἀνάλογο κοστούμι του, ποὺ τὸ φορεῖ ὡσότου νὰ πεθάνη. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχουν τόσα ροῦχα ὅσοι κι’ ἄνθρωποι, — τὸ ὕφασμα, ἀπ’ τὸ ὀποῖο κόβονται, εἶν’ ἕνα πάντα, καὶ μοναδικό.

*

Ὑπάρχουν κάποια ὡρισμένα στάδια ἀσχολιῶν, κι’ ἀνθρωπίνων διακρίσεων, — ἐπαγγελματικῶν, νὰ πῆ κανένας, — στὰ ὁποῖα, ἐκεῖνος ποὺ ἀνήκει, δὲ μπορεῖ παρὰ ν’ ἀνέβη, μόνο, εἴτε καὶ νὰ μείνη, κάπου, στάσιμος, ἀλλὰ ποτὲ νὰ ξανακατεβῆ ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου ἔφτασε, καθὼς συμβαίνει σ’ ἄλλα, παραπλήσια: ἕνας καλλιτέχνης, λόγου χάριν, ποὺ ἔφθασε νὰ βαθμολογηθῆ, μ’ ἕναν ὁποιοδήποτε βαθμό, στῶν ἀνθρωπίνων ἀξιῶν τὴν κλίμακα, μπορεῖ, μὲ κάποιο ἔργο του καινούργιο, νὰ ξεπεράση τὸ βαθμὸν αὐτό, καὶ νὰ φτάση σ’ ἕνα μεγαλύτερον, — εἴτε καὶ νὰ μὴν τὸν ὑπερβῆ, καὶ νὰ μείνη στάσιμος σ’ αὐτόν, — ἀλλὰ δὲ μπορεῖ, ὅ,τι κι’ ἂν κάμη, νὰ κατεβῆ ἀπ’ τὸ βαθμὸν αὐτό, καὶ στὸ συγκριτικό, μεγάλο πίνακα, νὰ ὑποβιβασθῆ σ’ ἕνα μικρότερο. Μένει σ’ ἐκεῖνον, — ἢ τὸν ὑπερβαίνει.

(1942)

* * *

Ὅλη μας ἡ ἀνθρώπινη σοφία ἔγκειται καὶ συνίσταται σὲ τοῦτο: στὸ νὰ θέτη, μόνο, τὰ προβλήματα, δίχως νὰ μπορῆ καὶ νὰ τὰ λύση. Τὸ νὰ τὰ θέτη μόνο, τῆς ἀρκεῖ.

 

Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς κρύβει τὴν Ἀλήθεια, εἶναι οἱ πολλὲς μικρὲς ἀλήθειες. Μιὰ ἀπ’ αὐτὲς εἶναι κι’ ἡ Ἐπιστήμη.

(1942)

* * *

Δὲν εἶναι μιὰ λεπτὴ μελαγχολία στὸ νὰ συλλογίζεται κανένας, ὅτι κι’ οἱ πιὸ ἀκραῖοι ριζοσπάστες, οἱ «πρωτοπόροι» κάθε γενεᾶς, — στὴν περιοχὴ τῆς Ἐπιστήμης, τῆς Φιλοσοφίας καὶ τῆς Τέχνης, — εἶναι οἱ «κλασικοὶ» τῆς ἑπομένης, — κι’ ἁπλῶς οἱ «πρόδρομοι» τῆς παρακατινῆς;…

(1942)

* * *

Ἡ εὐκολία τοῦ νὰ γράφη κανεὶς στίχους, τὸν ἐμποδίζει, κάποτε, νὰ εἶναι ποιητής.

Δὲ χωρεῖ καμμιὰ ἀμφιβολία ὅτι ἕνα ἔργο Τέχνης, γενικά, ἄξιο τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, δημιουργεῖται, ἀποκλειστικά, γιὰ μιὰ λεπτή, βαθειὰ καὶ μυστικὴ ἀτομικὴ χαρὰ τοῦ καλλιτέχνη· κι’ ὅμως ἡ λεπτὴ αὐτὴ χαρὰ ἔγκειται, μᾶλλον, στὸ νὰ διαισθάνεται ὅτι δίνει μὲ μορφὴ συγκεκριμένη, κι’ ὅσο τοῦ εἶναι δυνατὸν πιὸ ἄρτια κι’ ἀπόλυτα, — κι’ ἂν ἦταν τρόπος, ἀκατάλυτα κι’ αἰώνια, — τὴ συγκίνησή του καὶ στοὺς ἄλλους.

Ὅσοι πιστεύουν θετικά, φανατικά, στὴν ἀνυπαρξία τοῦ Θεοῦ, δημιουργοῦν ἀκούσια, μιὰ δ ε ύ τ ε ρ η θρησκεία, ἴση σ’ ὑπερβολὲς κι’ ἀποτελέσματα, μ’ ἐκείνων ποὺ πιστεύουν πὼς ὐπάρχει.

(1/2/1943)

* * *

Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ σὲ ὑποχρεώνει νὰ παίζης ἔνα ρόλο, διαρκῶς, καὶ νὰ ὑποκρίνεσαι μαζί του, ἢ ποὺ παίζει ὁ ἴδιος ἕνα ρόλο, ἔστω καὶ ρόλο συμπαθῆ, μαζί σου, δὲ μπορεῖ ποτὲ νὰ γίνη φίλος σου.

Δὲ μισεῖ πραγματικὰ κανένας, παρὰ κάτι ποὺ τὸν ταπεινώνει, καὶ ποὺ τὸ νιώθει δυνατώτερό του.

Τὸ νὰ κατέχης, στὸν ἀνώτατο βαθμό, τὴν αἴσθηση τῆς πλέριας Ἁρμονίας, τῆς Συμμετρίας, τῆς Προοπτικῆς, κι’ ὅλα, μαζί, τὰ μυστικὰ τῆς πλέριας Τεχνικῆς, — ποὺ ἀποτελοῦν, θαρρεῖς, τὰ «ράγια», — καὶ ν’ ἀφίνης, ἔπειτα, ἀπάνω τους, νὰ κυλάη, μ’ ὁποιοδήποτε ρυθμό, τὸ βαγόνι τῆς Ἐμπνεύσεώς σου, — εἶναι, πιστεύω, ἀκριβῶς, τὸ Ἅπαντο τῆς Τέχνης.

(15/2/1943)

* * *

Τὸ Παρὸν εἶναι παιδὶ τοῦ Παρελθόντος: εἶναι τὸ γέννημα τοῦ ὅ,τι προηγήθη. Ἀλλ’ ὅπως ὅλα τὰ παιδιά, εἶναι ἀχάριστο! Περιφρονώντας τὴν καταγωγή του, δίνει καὶ στὸ Μέλλον τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ ἀρνηθῆ τὸ σεβασμό του. Ἐκτὸς ἂν ὁ σκοπός του εἶν’ αὐτός!  Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι πὼς δὲν εἶναι…

 

Ἡ ἄγνοια κρατεῖ μιὰ πιθανότητα, ὅτι μπορεῖ νὰ γίνη, κάποτε, σοφία· ἡ ἐπηρμένη ὅμως ἡμιμάθεια, μὲ τὸ νὰ εἶναι βέβαιη πὼς εἶναι ἡ σοφία, ἀποκλείει κάθε τέτοιο ἐνδεχόμενο.

 

Εἶναι πολλοί, πού, σ’ ὅλα τὰ συμβαίνοντα, βλέπουν τὴν ἔμφυτη κακία τῶν ἀνθρώπων. Δὲ συμμερίζομαι τὴν ἄποψην αὐτή. Ἐγώ, ἀπεναντίας, κι’ ἀπ’ ἀνέκαθεν, βλέπω, στὴν ἴδια τὴ Δημιουργία (στὴ Ζωή, καὶ στὴ Δημιουργία, θεωρουμένη αὐτὴ καθ’ ἑαυτήν, χωρὶς τὰ πρόσθετα κακὰ τῆς κοινωνίας, πού, αὐτά, εἶν’ ἔργο τῶν ἀνθρώπων), τόσο κτηνώδη ἀσυνειδησία, τόσο ἀποτρόπαιαν, ἠλίθια καὶ τερατώδη ἐγκληματικότητα, ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ἀπέναντι σ’ ἐκείνη, νὰ μοιάζη, μᾶλλον, δυσανάλογα καλός…

(1/3/1943)

 

Advertisement

113 Σχόλια προς “Ναπολέων Λαπαθιώτης, Μονόλογοι κι ερωτηματικά”

  1. Theo said

    Καλημέρα, κι ευχαριστώ για την ανάρτηση.

    Σε κάποια σχόλιά του είναι καίριος ο Λαπαθιώτης, ενώ άλλα είναι επιπόλαια και αφόρητες κοινοτυπίες. Αυτό με κάνει να υποψιάζομαι πως, όπως κάποιοι τακτικοί επιφυλλιδογράφοι είναι αναγκασμένοι κάτι να γράφουν καθημερινά ή εβδομαδιαία και κάποιες φορές απλώς το κάνουν για να γεμίσουν τη στήλη και να βγάλουν το ψωμάκι τους, έτσι κι ο Λαπαθιώτης μάλλον αρκετές φορές έγραφε από ψυχικό καταναγκασμό, είτε για να είναι εντάξει απέναντι στη «Νέα Εστία», είτε για να αποδείξει στον εαυτό του πως ήταν συγγραφέας, είτε για να είναι σε φόρμα, κλπ.

    Κι όμως, ο ίδιος έγραψε: «Ἡ εὐκολία τοῦ νὰ γράφη κανεὶς στίχους, τὸν ἐμποδίζει, κάποτε, νὰ εἶναι ποιητής.»
    Οι αιώνιες, συγχωρητέες αντιφάσεις των διανοουμένων, ιδιαίτερα όταν είναι ειλικρινείς 🙂

  2. dryhammer said

    Ὁ ἀληθινὸς δημιουργὸς κάνει, συνήθως, ἕνα ἔργο μόνο, ἐνῶ μπορεῖ νὰ κάνει ἑκατὸ — ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μὴ δημιουργό, ποὺ καταλήγει νὰ κάνει ἑκατό, ἐπειδὴ δὲ μπορεῖ νὰ κάνει ἔνα.

  3. Πέπε said

    > Ἡ ζωή μας μοιάζει, μέσ’ στὸ Σύμπαν, μ’ ἕνα σκοινί, τεντωμένο σὲ μιὰν ἄβυσσο, ποὺ δὲ φαίνεται τὸ τέλος κ’ ἡ ἀρχή του — καὶ ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀναγκασμένος νὰ τὸ περάσει, θέλοντας καὶ μή, προσπαθώντας διαρκῶς, σὲ κάθε βῆμα, νὰ κρατήσει τὴν ἰσορροπία.

    Το σκοινί είναι βέβαια οριζόντιο. Αν το γυρίσεις κατακόρυφα;

    Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
    Υψώνονται σα δάχτυλα στα χάη,
    στην κορυφή τους τ’ άπειρο αντηχάει,
    μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.
    (Καρυωτάκης)

    (Δεν εννοώ ότι λέει το ίδιο. Η παρομοίωση όμως θυμίζει.)

  4. sarant said

    Καλημερα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    1 Ισχύει ότι οι στοχασμοί συχνά καταντούν κοινοτοπίες. Αυτός είναι ο μεγάλος κίνδυνος.

  5. Costas X said

    Καλημέρα !

    Στοχαστής και φιλόσοφος ο Λαπαθιώτης, δεν το ήξερα. Εύστοχοι οι στοχασμοί του, κι ακόμα κι αν φαίνονται κοινοτυπίες, είχε έναν δικό του ποιητικό τρόπο να τους διατυπώνει.

    Υ.Γ. Αγράμματος όμως, άκου «ξαίρω» και «απ’ ανέκαθεν» ! 🙂

  6. Λεύκιππος said

    Κοινοτοπιες ή κοινοτυπιες, γιατί τα είδα και τα δύο.

  7. Τον μόνο που ξέρω να έφιαξε ένα μονάχα έργο ήταν ο Βιάσα, ο φουκαράς ο Ομηρος έγραψε τρία τουλάχιστον, όσο για τον Αισχύλο…

    Α, ναι κι ο Σέξπηρ μόνο το Τεμπέστ έγραψε ή κι άλλα που δεν τα θυμάμαι ;

  8. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Συγκίνηση και μόνον από τον τίτλο-αναφορά στον Λαπαθιώτη.
    Ανηφορίζω σχετικά τακτικά/προσκυνηματικά από το σπίτι του, αφημένο μισόγκρεμνο με σκισμένες λινάτσες και γκράφιτι-μπουτζούρες στα πλευρά.
    Στο δρόμο μπρος στην αυλόπορτα οι πυκνόφυλλες χαρουπιές, θρεμμένες και με πλεγμένα μεταξύ τους τα κλαδιά , το σκεφτόμουν προ ημερών που πέρασα, συντροφεύουν/ αγκαλιάζουν ταιριαστά, βαθύσκιες και σκοταδερές καθώς είναι, τα κατάλοιπα των τοίχων που έκλεισαν το μπαμ της αυτοκτονίας του.
    «Καμιά μέρα θα γκρεμίσουν και το σπίτι ή θα το κάψουν. Κανείς δεν άκουσε την πιστολιά! Ούτε πρόκειται να ακούσει.»
    Γιώργος Ιωάννου : ο της φύσεως έρως (Κέδρος)

  9. Α. Σέρτης said

    6
    Μόνο «κοινοτοπίες»

  10. ΓΤ said

    Πρόδρομος λογαριασμός twitter ενός αισθαντικού, μερικές στακάτες αράδες του οποίου δείχνουν μακρινοί συγγενείς του Νικάνορ Πάρα.
    Δεν θα είναι έκπληξη για το Ιστολόγιο εάν, αργότερα μέσα στη μέρα, εμφανιστεί ο Μελίφθογγος Σερρών να στάξει κρουνηδόν τις αφόρητες κοινοτοπίες του για τον «δραπέτη της ζωής».
    Ένα ωραίο Σάββατο έδωσε τη θέση του σε μια λιόχαρη Κυριακή, κι ένας άλλος Λαπαθιώτης, μακριά απ’ τον γλυκανάλατο εαυτό του, είναι ό,τι πρέπει να πάρουμε μπροστά.

  11. Georgios Bartzoudis said

    Γενικά, δεν μου πολυαρέσει να μου παριστάνουν τον …δάσκαλο με «φιλοσοφίες» επιγραμματικού τύπου (που εδώ αποκαλούνται «στοχασμοί»), πολύ μάλλον όταν εκφέρονται από δραπέτες της ζωής. (μηδέν εις το πηλίκον, που λέμε!)

  12. Georgios Bartzoudis said

    Πρώτη φορά συμφωνώ με ….στρουθοκαμηλοειδή!

  13. Α. Σέρτης said

    Ένα μέλος της φορουμάρας μας ανήγγειλε ότι δρομολογείται η αποκατάσταση του κτιρίου, στην οποία θα λάβει μέρος και ο ίδιος ως ταπεινός οικοδόμος.

  14. Καλή σας μέρα!
    Ευχαριστούμε για τα ερωτηματικά, αλλά και για τις τελείες και τα αποσιωπητικά του Λαπαθιώτη («ένας αλλά Ναπολέοντας», τι ωραία απάντηση από έναν πατέρα υπό τις τότε συνθήκες!)
    «Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς κρύβει τὴν Ἀλήθεια, εἶναι οἱ πολλὲς μικρὲς ἀλήθειες. Μιὰ ἀπ’ αὐτὲς εἶναι κι’ ἡ Ἐπιστήμη.»
    (ωραίο παράθεμα για τη διδασκαλία της Φιλοσοφίας στο Λύκειο- όπως και πολλοί άλλοι από τους παραπάνω στοχασμούς)

  15. @ 5 Costas X

    Γιατί αγράμματος; Το «ξαίρω» έπαιζε πολύ στα χρόνια του. Έτσι δεν είναι;

  16. sarant said

    5-15 Νομίζω το λέει ειρωνικά

    6-9 Τυπικά το -τυπίες θεωρείται λάθος, αν και πολλοί το γράφουν ή το γράφανε έτσι, πχ ο Βάρναλης

    13 Φορουμάρα;

  17. 10.
    Α, ΓΤ, τώρα τελευταία, μας έλειψαν και οι δικές σου «στακάτες αράδες» (το λέω για να το ξέρεις)

  18. Α. Σέρτης said

    16/13
    Ε…μέχρι εκεί.
    Μην πλακώσει και αλλότριος κόσμος στο πιο sui generis φόρουμ εδώ και 15 χρόνια

  19. ΓΤ said

    @17

    Προτιμάτε Εύα και ουχί Μαρέβα 😛

  20. sarant said

    18 Τέλος πάντων, μακάρι

  21. 19.
    Α, τεμπελιάζεις ΓΤ! Το έχεις ξαναπεί αυτό 😛

  22. Πέπε said

    6, 9, 16
    Κοινοτοπίες < κοινοί τόποι

  23. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @6, 9, 16, 22. Κοινοί τόποι, ὄχι μέ τήν γεωμετρική, ἀλλά μέ τήν ρητορική (loci argumentorum) σημασία.. 🙂

  24. Theo said

    @4 κε.
    Ευχαριστώ για τη διόρθωση.

    Κι ο Μπαμπινιώτης με διορθώνει:
    «Με βάση το σημασιολογικό αντίθετο πρωτότυπος και το παράγωγό του πρωτοτυπία δημιουργήθηκε το αίσθημα ότι το β΄ συνθετικό είναι όχι το τόπος αλλά ο τύπος (πρωτότυπος, πρωτοτυπία) εξ ου και κοινότυπος – κοινοτυπία που είναι φανερό ότι δεν είναι ορθά.»

    Αλλ’ αντί για το δημιουργήθηκε το αίσθημα δεν θα ήταν πιο ομαλό να έγραφε δημιουργήθηκε η αίσθηση; Το αίσθημα αφορά τα αισθητήρια όργανά μας, ενώ η αίσθηση μιαν εντύπωση, κλπ., κτγμ.

  25. sarant said

    24 Ελα ντε;!

  26. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @24 (καί 25, βέβαια!). Theo, ὑπάρχουν καί διαφορετικές ἀπόψεις ἐπί τοῦ θέματος 🙂

  27. dryhammer said

    Κι εμένα με ξένισε αυτό το «δημιουργήθηκε το αίσθημα» αλλά μιλάμε και για αίσθημα ευθύνης (-αστυνόμος Σαΐνης) [νομίζω συχνότερα απ’ ότι για αίσθηση ευθύνης κι ας μου φαίνεται πιο σωστό το τελευταίο], για (λεπτά ή όχι) αισθήματα κλπ οπότε νομίζω πως και το αίσθημα και η αίσθηση αφορούν αμφότερα τόσο τα αισθητήρια όσο και την εντύπωση.

  28. dryhammer said

    27 … άν και δεν θα έλεγα ποτέ «τα 5 αισθήματα» [εκτός κι αν έκανα ερωτικό απολογισμό]

  29. aerosol said

    Κοινοτυπία. Ένα λάθος που μ’ αρέσει.

  30. Costas Papathanasiou said

    Γεια και χαρά μας.
    Αναμενόμενα (:ιστολογικώς) εύστοχο το απάνθισμα ιδεών του ‘ήσσονος’ ποιητή μας, καλό συμπλήρωμα τού
    https://www.youtube.com/watch?v=ezH_-L7xZ9g -Ν. Λαπαθιώτης: Κίναιδος, χασικλής και μπολσεβίκος, για μια καλύτερη εικόνα του, όπου φαίνεται:
    ● Η ατομική ανάγκη να “κοινωνείς” την ανθρωπιά της τέχνης, ως άρτον-αρτιότητα (ως ομορφιά που ίσως τον κόσμο μας θα σώσει) και η δυσκολία ενός τέτοιου σεφ(σ’εὖ ), να γίνει, όντας κοσμήτωρ άυλου πυρός, αποδεκτός από όσους βλέπουν τη φωτιά καλή κυρίως για γρήγορο φαΐ , και δη αποφαινόμενοι συχνά “άψτο, χάψ’το”:
    « ἡ καθαρὰ ἀ τ ο μ ι κ ὴ  χ α ρ ά  μ α ς ὅτι δημιουργοῦμε κάτι ἄρτιο, ἐ ξ α ρ τ ᾶ τ α ι,  κ α τ ὰ  β ά θ ο ς,  ἀ π’  τ ὴ  χ α ρ ὰ  π ο ὺ  δ ί ν ο υ μ ε  σ τ ο ὺ ς  ἄ λ λ ο υ ς…(15/9/1933)
     Ἡ σύμπηξη τῶν ἀνθρωπίνων ὄντων στὴ σημερινή μας κοινωνία, στηρίζεται, κυρίως, σ’  ἕνα σύστημα ὄχι ἀμοιβαίων, ἑκουσίων καὶ λογικῶν μικροϋποχωρήσεων, ἀλλ’ ἀμοιβαίων ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν, μεγάλων ἢ μικρῶν, ἐκβιασμῶν.
     Ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τὴν Τέχνη νὰ ἐξυπηρετεῖ μιὰ “σκοπιμότητα”, συμβατικὴ καὶ περιωρισμένη, καὶ δὲν τὴ δέχονται διαφορετικά — μοιάζουν, φοβερά, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲ μποροῦν νὰ ἐκτιμήσουν τὴ φωτιὰ — τὴ λάμψη της, τὴ ζέστα της καὶ τὴν παρηγοριά της — ἄν, ἀπάνω στὴ λαμπρή της φλόγα, δὲ μαγειρεύεται καὶ κάποιο φαγητό…
    (1/2/1934)»
    ● Η χάραξη προς τούτο και μιας προσωπικής καλλιτεχνικής πορείας, πιστής στην αρχή “φτάσε το μέγιστο που δύνασαι χωρίς ποτέ να υποβιβάζεσαι “, ζήτα να βρεις το «’Απαντο της Τέχνης» (αυτό το “Όσο μπορείς” που είπε ο Καβάφης, ή “The Important Thing”, που λέει κι ο Τενεσί Ουίλιαμς στο ομώνυμο διήγημά του)—μοιράσου ό,τι κι εσύ αγαπάς:
    «Ὑπάρχουν κάποια ὡρισμένα στάδια ἀσχολιῶν, κι’ ἀνθρωπίνων διακρίσεων, —(…)ἕνας καλλιτέχνης, λόγου χάριν, ποὺ ἔφθασε νὰ βαθμολογηθῆ, μ’ ἕναν ὁποιοδήποτε βαθμό, στῶν ἀνθρωπίνων ἀξιῶν τὴν κλίμακα, μπορεῖ, μὲ κάποιο ἔργο του καινούργιο, νὰ ξεπεράση τὸ βαθμὸν αὐτό, καὶ νὰ φτάση σ’ ἕνα μεγαλύτερον, — εἴτε καὶ (…)νὰ μείνη στάσιμος σ’ αὐτόν, — ἀλλὰ δὲ μπορεῖ, ὅ,τι κι’ ἂν κάμη, νὰ κατεβῆ ἀπ’ τὸ βαθμὸν αὐτό, (…). Μένει σ’ ἐκεῖνον, — ἢ τὸν ὑπερβαίνει. (1942)
    Τὸ νὰ κατέχης, στὸν ἀνώτατο βαθμό, τὴν αἴσθηση τῆς πλέριας Ἁρμονίας, τῆς Συμμετρίας, τῆς Προοπτικῆς, κι’ ὅλα, μαζί, τὰ μυστικὰ τῆς πλέριας Τεχνικῆς, — ποὺ ἀποτελοῦν, θαρρεῖς, τὰ «ράγια», — καὶ ν’ ἀφίνης, ἔπειτα, ἀπάνω τους, νὰ κυλάη, μ’ ὁποιοδήποτε ρυθμό, τὸ βαγόνι τῆς Ἐμπνεύσεώς σου, — εἶναι, πιστεύω, ἀκριβῶς, τὸ Ἅπαντο τῆς Τέχνης.
    (15/2/1943)»
    ●Βαγόνι και η ύπαρξή του επομένως που κυλάει ως αυταξία, έχοντας έσω και έξω τροχοπέδες, όπως όλοι, υπό το φάσμα του άφευκτου τέλους γραμμής, ξέροντας πόσο ανέφικτη είναι η ανεύρεση Αγίας Κύλικος χωρίς κοινωνική αποδοχή, χωρίς συνεπιβάτες και άνεση Χρόνου :
    «Σήμερα ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἐξαντλήσει ὅλους τοὺς τρόπους νὰ καταπλήσσουν τοὺς ὁμοίους των, ἡ μόνη ἰδιορρυθμία ποὺ ὑπολείπεται σ’ ἕναν ἐκκεντρικό, εἶναι νὰ μένει τελείως ἀφανής.
    (…) Πιὸ πέρα, ὅμως, ἀπ’ τὴ γνώριμη αὐτὴ περιοχή, πιὸ πέρα κι’ ἀπὸ τὰ βουνά, ποὺ κλείνουν τὸν ὁρίζοντα — ὅπως συμβαίνει καὶ σὲ μιὰ τοποθεσία —  νιώθω τὸ μυστήριο, τὸ ἄγνωστο, τὸ δίχως τέλος, νὰ μὲ περιβάλλει.
     Ἡ μόνη μου παρηγοριά, σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ χάνουνται τὰ προσφιλῆ μας ὄντα — εἶναι ὅτι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, θὰ ρθεῖ μιὰν ὥρα νὰ χαθῶ κ’ ἐγώ. (1/12/1933)»
    ●Και έτσι καθόλου (μα καθόλου), παράξενο δεν είναι να βλέπει τη σχέση θάνατου-ζωής, σχεδόν ερωτικά, ως πράξη ένστικτη ολοκλήρωσης, όπως αυτή που διακατέχει το αλογάκι της παναγίας που τρώει τον σύντροφο ενώ εκείνος τραγουδά το “Ερωτικό” του με φωνή βραχνή από λύπη-πόθο:
    “(…)Ίσως μια μέρα όταν χαθώ/ γυρνώντας πάλι στο βυθό/και με τη νύχτα μυστικά/ γίνουμε πάλι ταίρι/
    Αυτό το ανεύρετο φιλί/ που το λαχτάρησα πολύ/ σαν μια παλιά της οφειλή/ να μου το ξαναφέρει.”
    ●Ιδέα που ξανακούγεται “Στο κέντρο το νυχτερινό”(βλ. https://www.sarantakos.com/liter/lapathiotis/kentro.html )
    “(…) Γιατί αν λείψει το κρασί, και φύγεις, άξαφνα, και συ,/και βουβαθεί και το βιολί, με το γλυκό βραχνά του,/
    – μες στης καρδιάς μου το κενό, μεγάλο σαν τον ουρανό,/θ’ ακούσω πάλι, το βραχνό τραγούδι του θανάτου…”
    Τραγούδι κομβικό, τριπλά ιδωμένο -όχι τυχαία- εσχάτως:
    https://www.youtube.com/watch?v=1y9jbW2s1-c Στο κέντρο το νυχτερινό- Γιώργος Μότσιος/Μάγια Σικορόβσκα /2012
    https://www.youtube.com/watch?v=AaGhVTQWRkw Ναπολέων Λαπαθιώτης Στο κέντρο το νυχτερινό
    Ερμηνεία-Δώρα Πετρίδη Μουσική-Γιώργος Δίπλας 2015
    https://www.youtube.com/watch?v=-Jxs9VJr33g Στο κέντρο το νυχτερινό-Μαρία Αναματερού / Μάρθα Μεναχέμ (2015)
    ●Διότι όλα, όσο κοινότοπα(ή κοινότυπα) και αν νομίζονται, μοιάζουν παράξενα ωραία αν στριφογυρίσουν μπρος σε άλλο μάτι. Και αυτά τα λίγα που μας δείχνει και εδώ ο Λαπαθιώτης(μέσω Νικοκύρη), ίσως αρκούνε για να δούμε ότι λιγότερο νοιαζόταν για το αν θα άρεσε ή όχι σε πολλούς. Τού έφτανε μάλλον να ’ν’ “τα ράγια” του όσο πιο καλά στρωμένα, όπως τα μπόραγε, για εκεί που εκείνος έβλεπε απ’ τα σκότη του το φως να ειρηνέψει. Και αυτή του η -έστω απειροελάχιστη, μα ειλικρινής και ανυστερόβουλη, μέχρις εσχάτων – συνεισφορά στην κίνηση της αμαξοστοιχίας της Τέχνης, θα πρέπει οπωσδήποτε να του αναγνωριστεί.

  31. BLOG_OTI_NANAI said

    Τα διάβασα όλα, ξεχώρισα τα εξής:

    «Εκείνοι πού ζητούν από τήν Τέχνη νά εξυπηρετεί μιά «σκοπιμότητα», συμβατική καί περιωρισμένη, καί δέν τή δέχονται διαφορετικά — μοιάζουν, φοβερά, μέ τούς ανθρώπους πού δέ μπορούν νά εκτιμήσουν τά φωτιά — τή λάμψη της, τή ζέστα της καί τήν παρηγοριά της — άν, απάνω στή λαμπρή της φλόγα, δέ μαγειρεύεται καί κάποιο φαγητό…»

    Το ξεχώρισα έχοντας κατά νου κάποια τρομακτικά πράγματα που άκουσα σε πρόσφατες εμμονικά φεμινιστικές και πολιτικά ορθές εκπομπές. Γυναίκες, να επικεντρώνονται στην απαξίωση του άντρα γενικά και να στηλιτεύουν την «αντρική» τέχνη του παρελθόντος βάζοντας της μια ταμπέλα περιφρόνησης για το πόσο μακριά είναι από τον φεμινισμό και την πολιτική ορθότητα…
    Μιλάμε για καθαρά φασιστική ματιά, δηλ. μια καθολική και αναχρονιστική καταδίκη του διαφορετικού απλά ως… «μή ορθού»! Και τρομάζει κανείς με αυτά τα μυαλά σε ποια στράτευση μπορεί να οδηγήσουν την τέχνη. Και τρομάζει κανείς βλέποντας πρόσφατα έργα μυθοπλασίας που τα σενάρια τους μοιάζουν με κατήχηση στην πολιτική ορθότητα παρά με έργα αβίαστης τέχνης

    «Όσοι πιστεύουν θετικά, φανατικά, στήν ανυπαρξία τού Θεού, δημιουργούν ακούσια, μιά δ ε ύ τ ε ρ η θρησκεία, ίση σ’ υπερβολές κι’ αποτελέσματα, μ’ εκείνων πού πιστεύουν πώς υπάρχει.»

    Σαφέστατα συμφωνώ καθώς έχουμε και έμπρακτη επιβεβαίωση ότι ο αθεϊστικός φανατισμός λειτούργησε όπως ακριβώς και ο φανατισμός της Ιεράς Εξέτασης.

    «Είναι πολλοί, πού, σ’ όλα τά συμβαίνοντα, βλέπουν τήν έμφυτη κακία τών ανθρώπων. Δέ συμμερίζομαι τήν άποψην αυτή. Εγώ, απεναντίας, κι’ απ’ ανέκαθεν, βλέπω, στήν ίδια τή Δημιουργία (στή Ζωή, καί στή Δημιουργία, θεωρουμένη αυτή καθ’ εαυτήν, χωρίς τά πρόσθετα κακά τής κοινωνίας, πού, αυτά, είν’ έργο τών ανθρώπων), τόσο κτηνώδη ασυνειδησία, τόσο αποτρόπαιαν, ηλίθια καί τερατώδη εγκληματικότητα, ώστε ο άνθρωπος, απέναντι σ’ εκείνη, νά μοιάζη, μάλλον, δυσανάλογα καλός…»

    Αυτό το επέλεξα με τη σκέψη στους ευαίσθητους βιγκανίζοντες της πολιτικής ορθότητας που δεν μπορούν να κατανοήσουν τη διαφορά ανάμεσα στην κακία και τη βία και στους κανόνες στους οποίους υπακούει κάθε πλάσμα της φύσης. Ενώ διακηρύσσουν την θεμελίωση της φιλοσοφίας τους στους νόμους της Φύσης, ταυτόχρονα καταδικάζουν τον τρόπο που λειτουργούν οι νόμοι της φύσης όταν αυτοί δεν συμβαδίζουν με την καθαρά ανθρωποκεντρική τους ματιά. Για παράδειγμα, η χορτοφαγία και η κρεοφαγία είναι θεμιτά καθώς υπακούν σε φυσικούς κανόνες και η μόνη παρέμβαση επ’ αυτών θα έπρεπε να σχετίζεται με την υπερκατανάλωση. Κι όμως, εκείνοι που ομνύουν στο όνομα της απελευέρωσης της Φύσης από τον άνθρωπο, τελικά υιοθετούν καθαρά ανθρωποκεντρική ματιά και μιλούν για «ηθικό πλεονέκτημα» απέναντι στην τροφικής αλυσίδας και στον τρόπο που καταναλώνονται τα ζώα στη φύση ως μέρος της.

  32. BLOG_OTI_NANAI said

    Κάποια δημοσιεύματα:

  33. BLOG_OTI_NANAI said

    Άλλο ένα:

  34. 25, 27
    (>>νομίζω πως και το αίσθημα και η αίσθηση αφορούν αμφότερα τόσο τα αισθητήρια όσο και την εντύπωση)
    Πράγματι, αλλά νομίζω ότι το αίσθημα είναι προϊόν (αποτέλεσμα) της αίσθησης, που είναι μια αντιληπτική διαδικασία (λειτουργία)- κι αυτό ισχύει στην κυριολεκτική χρήση τους, αλλά και στη μεταφορική. Γι’ αυτό και, νομίζω, ταιριάζει περισσότερο κι εδώ το αίσθημα, ακριβώς όπως το λέει ο Λαπαθιώτης

  35. Α. Σέρτης said

    Στο 6.44 του παραπεμπόμενου βίδεου του σχολ. 30 -και 35.48 του πρωτότυπου βίδεου https://www.youtube.com/watch?v=w-bfu7QB1ss&ab_channel=arxeioarxeio – ακούμε να λέγεται με κάθε άνεση, όσον αφορά την κρίση της Σπανούδη για τις συνθέσεις του Λαπαθιώτη: «τα ρεμπέτικα που είχε συνθέσει ο Λαπαθιώτης τα βρήκε φρικώδη, όπως έβρισκε φρικώδη και τον Τσιτσάνη, δηλ. δεν είναι αντικειμενική η κρίση της»

    Και ως προς μεν την κρίση της για τον Τσιτσάνη, ακόμα και η κουτσή Μαριόγκα γνωρίζει το διθυραμβικό άρθρο της του 1951 για αυτόν… Κάθε άλλο δηλ. παρά «φρικώδη» έβρισκε η Σπανούδη τον Τσιτσάνη…

    Ως προς δε «τα ρεμπέτικα που είχε συνθέσει ο Λαπαθιώτης», γράφει η Σπανούδη: «Ο Λαπαθιώτης και στις κακόζηλες ακόμα σελίδες του –“χασικλίδικα”, “χασάπικα”- δείχνει πως είναι πλασμένος για ν’ αντικρύζει μόνο τις ομορφιές της ζωής, δείχνει πως οι ασχήμιες της ματώνουν την αισθαντική ψυχή του»

    Αυτά.

  36. sarant said

    32-3 Mπράβο, παράλειψή μου που δεν ανέφερα ότι τον ίδιο τιτλο τον χρησιμοποίησε και στα Νεοελλ. Γράμματα (1940-1).

  37. sarant said

    35 Να θυμηθώ να βάλω την άλλη φορά το άρθρο της Σπανούδη για τον Λαπαθιώτη.
    Όσο για τα ρεμπέτικα, το λάθος στο βίντεο είναι ότι από παραδρομή αναφέρεται στη γνώμη της για τον Τσιτσάνη, που άλλωστε είναι του 1951, και όχι στα παλιότερα άρθρα της για τα ρεμπέτικα (βλέπε στον Βλησίδη) που είναι εξόχως εχθρικά.

  38. Theo said

    @34:

    το αίσθημα, ακριβώς όπως το λέει ο Λαπαθιώτης
    Ο Μπαμπινιώτης (βλ. #24) 🙂

  39. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  40. Πέπε said

    Δε νομίζω ότι υπάρχει απόλυτης αποδοχής μπούσουλας για το αίσθημα και την αίσθηση. Ούτε καν για το συναίσθημα: ναι μεν η χαρά, ο φόβος, η αγάπη, τα ας πούμε «ψυχικά πάθη», είναι κατά σύμβαση γνωστά ως συναισθήματα, αλλά κατά περίπτωση τα λέμε και αισθήματα.

    Αίσθημα είναι ό,τι αισθανόμαστε. Αίσθηση, επίσης. Αλλά δεν είναι το ίδιο. Συναίσθημα, επίσης. Ό,τι όμως συναισθανόμαστε είναι συναίσθηση.

    Οι αισθήσεις είναι σωματικές. Αλλά, ενώ προ πολλού γίνεται λόγος για διεύρυνση του όρου πέρα από τις παραδοσιακές πέντε (ήδη η «6η αίσθηση» δεν είναι σωματική!), π.χ. στην αίσθηση της θερμοκρασίας, ωστόσο το αίσθημα της πείνας είναι σωματικό αλλά δεν είναι αίσθηση.

    Τα αισθήματα είναι ψυχικά, αλλά ήδη εξαιρέσαμε το αίσθημα της πείνας. Το κοινό περί δικαίου αίσθημα δεν είμαι βέβαιος αν θα το θεωρήσουμε ψυχικό ή νοητικό. Το αίσθημα του Μπαμπινιώτη ότι μια λέξη σημαίνει κάτι είναι σαφώς νοητικό, κι ενώ παραπάνω ξένισε κάποιους, άλλοι το δέχονται ολόψυχα.

    Το ίδιο το αίσθημα, ως γενική έννοια πέρα από το αίσθημα «του τάδε» ή «του δείνα», είναι διαφορετικό πράγμα από τον πληθυντικό του: όταν «τρέφουμε αισθήματα», το καθένα από αυτά είναι μάλλον ένα συναίσθημα.

    …Γενικά υπάρχει μια λαϊκή ρήση για τέτοιες περιπτώσεις: «Θέλει άρθρο».

    (Κι άλλη μία: «Εδώ σε θέλω κάβουρα»…)

  41. BLOG_OTI_NANAI said

    Βρήκα δύο ακόμα, ας τα βάλω:

  42. BLOG_OTI_NANAI said

    Άσχετο, αλλά εκεί που έψαχνα για τον Λαπαθιώτη, είδα μια γλωσσολογική απορία του Νικολάου Χατζιδάκη, ανιψιού του Γεωργίου Χατζιδάκη (πως και δεν ρώτησε τον θείο του;!). Θα μπορούσε η απάντηση, αν υπάρχει κάποια απάντηση, να γίνει στο μέλλον και άρθρο:

  43. dryhammer said

    χώρια το Χιώτικο -ούσης [που κι αυτό συνυπάρχει με τις άλλες καταλήξεις στα χιώτικα]

  44. Πέπε said

    42
    > Ένας ξένος μπορεί ευκολώτατα να πη πχ.: Ντηνιώτης ή Κρητικιανός ή Μηλιακός κτλ. Ο Έλληνας όμως δε θα γελαστεί…

    Και βέβαια θα γελαστεί. Τα λαϊκά πατριδωνυμικά (όσα δηλαδή δεν είναι αρχαία: Τήνιος, Μήλιος…) προέρχονται από τον αυτοπροσδιορισμό του κάθε επιμέρους πληθυσμού, στην εκάστοτε δική του ντοπιολαλιά. Αν δεν ξέρεις το ντηνιακό ιδίωμα, ποτέ δε θα μαντέψεις το «Ντηνιακός». Για να μάθεις το «Νισύρ(γ)ιος», τρισύλλαβο, και όχι Νισυριός, αλλά θηλ. «Νισυριά» και όχι Νισύρια, θες μεγάλη τριβή με τα 12νησιακά. Τέτοια λάθη ακούω όλη την ώρα.

    Στο Οροπέδιο Λασιθίου υπάρχουν μεταξύ άλλων τα χωριά Μέσα Λασίθι και Μέσα Λασιθάκι. Ρώτησα ντόπιο πώς ονομάζονται οι κάτοικοι. Πρώτα ίδρωσε να καταλάβει τι τον ρωτούσα, και μετά άρχισε να πασχίζει να βρει την απάντηση:
    -Μεσαλασιθιώτης ή Μεσαλασιθιανός;
    -Μεσαλασιθιώτης. Ή μάλλον, Μεσαλασθιώτης. Μεσαλαθιώτης ολότελα.
    -Κι ο άλλος, Μεσαλασιθακιώτης;
    -Μεσαλαθιώτης σού λέω.
    -Και πώς τους ξεχωρίζουμε;
    -Ε, το Μέσα Λασιθάκι το κάνανε αργότερα ο Μεσαλαθιώτες!

  45. Πέπε said

    (…συνεχίζω)

    Και μόνο που ήξερε ο Χατζιδάκις τα περίεργα «Σερφιώτης», «Αξ(ι)ώτης», «Μηλιός», μπράβο του. Δε νομίζω να τα ξέρουν σήμερα πολλοί Αθηναίοι ή πολλοί επιστήμονες.

    Από την άλλη βέβαια, βλέπω την ημερομηνία κάτω κάτω: τι απασχολούσε τους ανθρώπους τέτοιες μέρες!!

  46. BLOG_OTI_NANAI said

    45: Ναι, είναι η περίπτωση «εδώ ο κόσμος καίγεται…». Τα Νε. Γράμμ. παρά τον πόλεμο έβγαιναν κανονικά όπως φαίνεται. Προφανώς οι εκδότες θα ήταν σε μή στρατεύσιμη ηλικία.

  47. @ 42 BLOG_OTI_NANAI
    @ 44 Πέπε

    Ωραίο του Χατζιδάκη και τα σχετικά υπόλοιπα.
    Είχαμε πρόβλημα το καλοκαίρι με το λάθος που έγινε για το Μίκη, Πρεβεζιάνος (αθηναϊκή εκδοχή) αντί Πρεβεζάνος.

  48. BLOG_OTI_NANAI said

    «χωριά Μέσα Λασίθι και Μέσα Λασιθάκι»

    Μάλωσε ο πρόεδρος με τον αντιπρόεδρο και έφτιαξε άλλο χωριό;!

  49. Πέπε said

    47
    Αν ήταν αθηναϊκή εκδοχή δε θα ήταν λάθος, θα ήταν απλώς μια εκδοχή. Αλλά συμφωνώ κι εγώ ότι είναι λάθος. Για να είναι κανείς σωστός οφείλει -τι να κάνουμε- να ξέρει την πρεβεζάνικη εκδοχή. Αλλιώς δεν του μένουν παρά οι μαντεψ(ι;)ές.

  50. 38
    Ο Μπαμπινιώτης, μωρέ! (τι απρόσεκτη ☺)
    40
    Δεν ξέρω αν μου διαφεύγει κάτι, αλλά μου φαίνεται σαφής η διάκριση αισθήματος και αίσθησης. (Αν το συγκρίνουμε, βέβαια, με την παρεμφερή έννοια της αντίληψης, διαπιστώνουμε ότι η λέξη αυτή αποδίδει άλλοτε τη διαδικασία κι άλλοτε το αποτέλεσμά της.)
    Κατά τα λοιπά, τόσο το αίσθημα όσο και η αίσθηση αφορούν και την ψυχή και το σώμα, αλλά η λογική της χρήσης αυτής (διαδικασία ή προϊόν) δεν αλλάζει ιδιαίτερα. (Ακόμη και στην πιο «προβληματική» περίπτωση του «έχω την αίσθηση ότι», και πάλι, δεν είναι ανάγκη να ταυτίσουμε την αίσθηση με την εντύπωση (προϊόν κάποιας υποτιθέμενης αίσθησης), αλλά με την ίδια την αντιληπτική διαδικασία: «αισθάνομαι ότι…» αντί του «έχω την εντύπωση ότι…» Ή όχι;)

  51. BLOG_OTI_NANAI said

    47: Πράγματι, βλέπω σε περιοδικά της Ηπείρου ότι εκτός πολύ λίγων εξαιρέσεων, γράφεται Πρεβεζάνος».

  52. 49 + 51

    Η αθηναϊκή εκδοχή όμως συνοδεύεται και με το φωτοστέφανο του ορθού ‒μη μας πούνε και βλάχους‒, οπότε δεν είναι απλή εκδοχή αλλά κάτι παραπάνω. 🙂

  53. Πέπε said

    52
    Είναι όντως αθηναϊκή «εκδοχή»; Είναι δηλαδή καθιερωμένο; Ή απλώς απόπειρα αυτοσχεδιασμού;

    Γιατί ως απόπειρες τέτοιου αυτοσχεδιασμού έχω ακούσει και διάφορα τέρατα όπως Συριώτης (=Συριανός), που δεν είναι βέβαια εκδοχές, ούτε αθηναϊκές ούτε άλλες. Άλλωστε άμα δεν το ξέρεις και το πεις λάθος μπορεί να είσαι από οπουδήποτε, όχι κατ’ ανάγκην από Αθήνα.

    Να θυμίσω ότι δεν υπάρχουν αθηναϊκά, υπάρχει η επίσημη ΚΝΕ. Στην επίσημη ΚΝΕ δεν περιλαμβάνεται φυσικά ούτε το Συριώτης ούτε οποιοδήποτε παρόμοιο λάθος. Το Πρεβεζιάνος περιλαμβάνεται; (σε λεξικά π.χ.)

  54. BLOG_OTI_NANAI said

    53: Να πω την αλήθεια, Μπαμπινιώτης, ΜΗΛΝΕΓ-ΠΑΤΑΚΗ, Φυτράκης και ΛΝΚ έχουν «Πρεβεζάνος».

  55. Α.Σέρτης said

    53
    «Το Πρεβεζιάνος περιλαμβάνεται; (σε λεξικά π.χ.)»
    Βέβαια:
    -ιάνος [iános] θηλ. -ιάνα [iána] (η προφορά του [iá] εξαρτάται από το σύμφωνο που προηγείται) : επίθημα: 1. εθνικών ή πατριδωνυμικών ουσιαστικών παράγωγων από ουσιαστικά που δηλώνουν πόλη, χώρα ή γενικά τόπο, περιοχή· (πρβ. -άνος): (Πρέβεζα) Πρεβεζιάνος – Πρεβεζιάνα. || σε οικογενειακά ονόματα. (ΛΚΝ)

  56. 53, 54

    Γενικά την αναγέννηση ή απλή χρήση του γιωτ [j] τη θεωρώ αθηναϊκή εκδοχή σε αντίθεση με την πιο βόρεια προφορά που το παραλείπει, π.χ. Κηφισά/Κηφισιά. Επειδή οι νομοθετούντες είναι στην Αθήνα και πολλά της ισχύουσας ΚοιΝΕϊκής γραμματικής μου μοιάζουν αθηναϊκά (π.χ. τα άκλιτα ξενόγλωσσα, π.χ. τα πάρτι όχι τα πάρτια κ.λπ.) ίσως υπερβάλλω θεωρώντας το «Πρεβεζιάνος» αθηναϊκό. Όμως είναι αθηναϊκή υπερδιόρθωση. (Ευχαριστώ για τη τεκμηρίωση τον BLOG).

  57. @ 55 Α.Σέρτης

    Πω, πω miserabile visu. 🙂 Ευχαριστούμε για την τεκμηρίωση. Εντάσσεται και αυτό στον πόλεμο του κέντρου κατά των διαλέκτων και των ιδιωμάτων.

  58. Πέπε said

    56
    Κοίτα, είναι γεγονός ότι τόσο στην Αθήνα όσο και στην ΚΝΕ λέμε π.χ. «κορίτσια» και όχι «κορίτσα», αλλά αυτό δεν είναι ιδιωματισμός. Υπάρχει εκεί ένα γιώτα, το ίδιο όπως σε κάθε πληθυντικό ουδετέρου σε -ι, και ορισμένες ντοπιολαλιές το συγχωνεύουν με το προηγούμενο συριστικό ενώ άλλες όχι. Στάνταρ θα πρέπει να θεωρήσουμε τη μη συγχώνευση, δηλαδή «κορίτσια» όπως «αγόρια».

    Υπάρχει όμως τέτοιο γιώτα στο Πρεβεζάνος που να συγχωνεύθηκε (δηλ. παραγωγική κατάληξη -ιάνος), ή εξ αρχής η κατάληξη ήταν -άνος; Εξ όσων μπορώ προχείρως να θυμηθώ, δεν υπάρχει κατάληξη -ιάνος για πατριδωνυμικά. Υπάρχει βέβαια -ιανός, π.χ. Παριανός, Συριανός κι ένα σωρό άλλα, το Πρεβεζάνος όμως είναι μάλλον one of a kind και δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε/προσθέσουμε γιώτα.

    Οπότε, πολύ φοβούμαι ότι το ΛΚΝ (#55) θα πρέπει να διορθωθεί. Αυτό καταλαβαίνω απ’ όσα μου λες και από τη συζήτηση, ΕΚΤΟΣ αν το ΛΚΝ έχει λάβει υπόψη του κάτι που μας διαφεύγει.

    > τα άκλιτα ξενόγλωσσα, π.χ. τα πάρτι όχι τα πάρτια κ.λπ.

    Δεν ξέρω πού λένε «τα πάρτια». Γκαράζια πάντως και άλλα παρόμοια λέγονται και στην Αθήνα, όχι όμως σε επίπεδο ΚΝΕ στην επίσημη μορφή της αλλά ως λαϊκότεροι τύποι. Υποθέτω ότι και οπουδήποτε αλλού, Βορρά ή Νότο, τέτοιου τύπου θα είναι η διάκριση. Οπότε και πάλι δεν είναι γεωγραφικό (διαλεκτολογικό) το θέμα αλλά υφολογικό / κοινωνιογλωσσολογικό.

  59. Α. Σέρτης said

    Ορισμένοι Πρεβεζιάνοι …
    (Νικος Ζιαγκος. Η αντισταση των Σουλιωτων και ο Λαμπρος Τζαβελλας)

    Απερίγραπτα είναι τα δεινά που τράβηξαν οι Πρεβεζιάνοι .
    (Αφιέρωμα 1821-1971)

    Οι Πρεβεζιάνοι όμως
    (Κασομούλη, Ενθυμήματα)

    Και Πρεβεζιάνοι σήμερα να γίνωμε ‘ μείς τώρα;
    (Ο Μουσταφά Πασάς κι ο Ντεμίραγας)

    κυρίως οι Γιαννιώτες και οι Πρεβεζιάνοι …
    (Κουτσούκαλη, Το χρονικό μιας τραγωδίας)

    τόσο ὄμορφα τὰ ἐκτελοῦν οἱ Πρεβεζιάνοι λαϊκοὶ μουσικοί
    (4ο συμπόσιο λαογραφίας βορειοελλαδικού χώρου)

    Οι Πρεβεζιάνοι και ο στρατός περίμεναν στο ακρογιάλι το στολισμένο με αψίδες
    (Φ. Δραγούμη, Ημερολόγιο Βαλκανικοί πόλεμοι)

  60. Πέπε said

    Σταμάτα μωρέ με τον πόλεμο του κέντρου! Στο κάτω κάτω Σαλονικιοί είναι στο ΛΚΝ!

  61. Πέπε said

    59
    Ωραία λοιπόν, έχει ειπωθεί αρκετές φορές το «Πρεβεζιάνος». Επιβεβαιώνεται μεν ότι το ΛΚΝ κάτι ήξερε (που εξάλλου δε νομίζω να το αγνοούσε και ο ΔΧώρος), ωστόσο εγώ θα επιμείνω να ρωτώ: όλοι αυτοί, ορθώς το είπαν ή εσφαλμένα; Το ήξεραν και το είπαν, ή προσπάθησαν να το πιάσουν στην τύχη;

    Για παράδειγμα τον προτελευταίο, τον λαογράφο που λέει «τα γυρίσματα αυτά, που τόσο όμορφα τα εκτελούν οι Πρεβεζιάνοι λαϊκοί μουσικοί» (μα άκου «τόσο όμορφα!!!» – πάλι καλά που δεν είπε «τόσο χαριτωμένα») δε θα τον εμπιστευόμουν.

  62. Α. Σέρτης said

    Όταν το α προ αυτού έχει σύμφωνο, πολλές φορές το ι της κατάληξης μεταφέρεται προ του α, ως π.χ.Πρέβεζα + ινός = Πρεβεζιάνος , Καλαμάτα + ινός = Καλαματιανός κ.ά.
    (Κρασσανάκη, Γλωσσολογία Γενική)

  63. Χαρούλα said

    Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει κατορθώσει νὰ συλλάβει καὶ νὰ καθορίσει ὣς ποῦ φτάνει ἡ ἀντίληψή του, καὶ σὲ ποιὸ σημεῖο, ἀκριβῶς, ἀρχίζει ὁ κύκλος τῶν πραγμάτων ποὺ δ ὲ ν τ ο ῦ ε ἶ ν α ι δ υ ν α τ ὸ ν ν ὰ κ α τ α λ ά β ε ι — ἔχει κλείσει, πλέον, ὅλη τὴν καμπύλη τῆς ἐφικτῆς, σ’ αὐτὴ τὴ γῆ, ἀνθρώπινης σοφίας.

    Ευχαριστώ ποιητή και δημοσιευτή! Την καληνύχτα μου!

  64. Ωραία συμβολή στη συζήτηση των εκλεκτών φίλων (58-62).
    Όμως η περιγραφή Κρασσανάκη (στο σημείο 62) μου φαίνεται απίστευτη. Πολλές δεκαετίες τώρα από τους τους ντόπιους ομιλητές το ακούμε χωρίς γιωτ. Βέβαια, σε γενικότερο ΚοιΝΕϊκό πλαίσιο θα έχει κάποια βάση, αλλά αυτό είναι άλλο ζήτημα.

  65. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    Φωτιές μάς άναψε ο Χατζιδάκις ανιψιός.

    44 Πάντως, Πέπε, θυμάμαι ότε ήμην μειράκιον και παραθέριζα στο Τολό, και ρώτησα μια συνομήλικη ντόπια φίλη, πώς τους λένε τους κατοίκους του Τολού και μου απάντησε Ξέρω γω; Τολιανούς; Τολιώτες; Τότε η άλλη παρέα ντόπιων αποφάνθηκε πως μάλλον «Τολιώτης» λένε, αλλά σήμερα γκουγκλίζοντας βρίσκω πολλούς Τολιανούς.

    54-5 και πριν: Χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα, εγώ το Πρεβεζιάνος σήμερα το πρωτοβλέπω, πάντα Πρεβεζάνος ήξερα.

  66. BLOG_OTI_NANAI said

    55: Το ΛΝΚ έχει προφανώς και τα δύο σε διαφορετικά λήμματα:

  67. Πέπε said

    Ποιος είναι αυτός ο συγγραφέας; Ξέρουμε κάτι, πέρα από το ότι η έκδοση (1987) είναι ιδιωτική; Αν εδώ https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=48804 δεν πρόκειται για συνωνυμία, πρόκειται κατά βάση για οικονομολόγο που ενδιαφέρεται και για τη γλώσσα.

    Είμαι λίγο επιφυλακτικός γιατί μου φαίνεται κάπως παράξενο να παράγεται ο «Καλαματιανός» από το «Καλαμάτα» ολόκληρο (μαζί με την κατάληξη), με μεταφορά (sic) του ι πριν από το α, πόσο μάλλον να παράγεται ο παροξύτονος «Πρεβεζιάνος» κατά τον ίδιο τρόπο από την οξύτονη κατάληξη -ινός, οπότε, αν όλα αυτά δεν ισχύουν, γιατί να ισχύει και η μαρτυρία του για την ίδια την ύπαρξη του τύπου «Πρεβεζιάνος»;

  68. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Μέσα Λασιθιώτες (και οι από το Μ.Λασιθάκι …ομογενείς 🙂 )
    https://www.mesaralive.gr/post/apokalupthria-tou-mnhmeiou-gia-tous-mesa-lasithiwtes-nitadwrous/local-news/

    Μέσα Λασίθιον
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%AD%CF%83%CE%B1_%CE%9B%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B8%CE%B9_%CE%9B%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B8%CE%AF%CE%BF%CF%85

    Α προπό, έχουμε αυθεντικούς Λαπαθιώτες κάτω, έστω και προσωνυμιακά, από τΟν Λάπαθο, μια κορφή/οροπέδιο των Λασιθιώτικων βουνών (ή της Δίκτης).
    Λάπαθος (1260 μ), https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%AF%CE%BA%CF%84%CE%B7

  69. sarant said

    62-67 Ωχ, τώρα το πρόσεξα αυτό. Ο Κρασανάκης (ή Κρασσανάκης) είναι εντελώς αναξιόπιστος για θέματα γλώσσας, έχω διαβάσει κείμενά του. Αυτοδίδακτος και δεν έμαθε και πολλά. Εκτός αν πρόκειται για συνωνυμία, αλλά κι αυτός που λέω εγώ είναι/ήταν υπάλληλος του Υπ Πολιτισμού. Με παραξενεύει που ο Σέρτης τον επικαλείται για πηγή.

  70. BLOG_OTI_NANAI said

    59: Να προσθέσω πως όπως ήδη είπα, ακόμα και σε ηπειρώτικα περιοδικά, υπάρχει το «πρεβεζιάνος», αλλά το ποσοστό είναι μόλις 5%. Στο περιοδικό «Πρεβεζάνικα χρονικά» σε περίπου 250 ευρήματα, το μόνο που φεύγει από τον κανόνα είναι Πρεβεζιάνος Κων/ος:

  71. Theo said

    @65, τέλος:
    Κι εγώ πάντα Πρεβεζάνος το ήξερα. (Είχα κι ένα φίλο από το Αγρίνιο με αυτό το επώνυμο, που έφυγε νέος).

  72. Theo said

    Έκανα και δυο αναζητήσεις στον τηλεφωνικό κατάλογο: 275 οι Πρεβεζάνου και Πρεβεζάνοι, 127 οι Πρεβεζιάνου και Πρεβεζιάνοι, δηλαδή 2:1.

  73. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Γιάννη (Κουβάτσε), σάν νά μήν σέ βλέπω τώρα τελευταία..
    Λόγοι προσωπικοί ἤ σοῦ ξέφυγε κανένα ἀπρεπές σχόλιο καί εἰσέπραξες τά προβλεπόμενα;

    (Εὔχομαι νά μήν εἶναι τό πρῶτο)

  74. Μαρία said

    71
    Παρομοίως. Άλλο Πρεβεζάνος κι άλλο Παριζιάνος 🙂

  75. Α. Σέρτης said

    τα είς -άνος ( λατ . -anus ) τά τε ἐκ τῆς Λατινικῆς καὶ τὰ ἄλλοθεν εἰλημμένα καὶ τὰ κατ ̓ αὐτὰ σχηματισθέντα : Καταλᾶνος ( Κατελᾶνος ) , Σουλτάνος , Μουσουλμᾶνος , Πρεβεζιᾶνος , Γερουλᾶνος , ̓Αλαβᾶνος , καπετάνος ( καπετάνιος ) , καθαρευουσιᾶνος …
    (Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών 1939)

  76. sarant said

    73 Καλά λες.

  77. BLOG_OTI_NANAI said

    Επιπλέον, τα «πρεβεζάνος» πρέπει να αποτελούν το 75% σε σχέση με το «πρεβεζιάνος» που είναι γύρω στο 25%.
    Η διαφορά βρίσκεται στα τοπωνυμία που εμφανίζονται κυρίως χωρίς «γιώτα», ενώ τα επώνυμα εμφανίζονται κυρίως με «γιώτα».
    Έχουμε πολλά υστεροβυζαντινά συμβόλαια όπου εμφανίζεται το όνομα «Πρεβεζιάνος».
    Εδώ βλέπουμε στο Προσωπογραφικό λεξικό για την εποχή των Παλαιολόγων το επώνυμο:

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    69 Τώρα είδα κι εγώ. Αυτός είναι! Τα ΄παμε τα ξανάπαμε να μην τα ξαναλέμε. Αρες μάρες και λασιθιώτικες μαδάρες. Και τα ιστορικά του την ίδια (μη) σοβαρότητα έχουν.
    Ως και οι μαντινάδες του (ανεπίτρεπτο) είναι απ΄το σωρό.
    Θου κύριε! (το κ με τσ).

    Επίλογος: Αχ Γιάννη Ιατρού που μου λεγες άλλο αυτός που είναι γνώστης κι άλλο αυτός που χε καλό ψαχτήρι.

  79. @ 65 Sarant

    >> [E]γώ το Πρεβεζιάνος σήμερα το πρωτοβλέπω, πάντα Πρεβεζάνος ήξερα.

    Σωστά, Νίκο μου. Όπως εγώ το Πρεβεζιάνος πρώτη φορά το άκουσα (εννοώ: διάβασα) σε πρεβεζάνικο περιβάλλον με την ευκαιρία της εκδήλωσης για το Μίκη, από την αφίσα.

  80. @ 74 Μαρία

    Με εξαίρεση το ύμνο των γυναικών της Πρέβεζας:

    Κάθε Πρεβεζάνα ‒ Παριζιάνα αξίζει πολλά… κ.λπ.

  81. @ 77 BLOG

    Πολύ καλό.

  82. BLOG_OTI_NANAI said

    75: Στην ίδια ενότητα των οδηγιών της Ακαδημίας για την ορθογραφία, αναφέρεται και το εξής όπου διαφοροποιείται το πρεβεζΙάνος από την πρεβεζΑνα:

  83. @ 70 BLOG

    Καλό

    @ 71 Theo

    Καλό.

  84. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>Ἐκεῖνοι ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τὴν Τέχνη νὰ ἐξυπηρετεῖ μιὰ «σκοπιμότητα», συμβατικὴ καὶ περιωρισμένη, καὶ δὲν τὴ δέχονται διαφορετικά — μοιάζουν, φοβερά, μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲ μποροῦν νὰ ἐκτιμήσουν τὰ φωτιὰ — τὴ λάμψη της, τὴ ζέστα της καὶ τὴν παρηγοριά της — ἄν, ἀπάνω στὴ λαμπρή της φλόγα, δὲ μαγειρεύεται καὶ κάποιο φαγητό…

    Αυτό! Το ωφελιμιστικό, το χειροπιαστό συμφεράκι.
    Παλιά πολύ, φοιτήτρια, βολτάραμε στον Εθνικό Κήπο
    μ΄έναν φίλο, φοιτητή επίσης και σταθήκαμε μπρος σε μια λιμνούλα (όχι αυτήν με τις πάπιες) ολογάργαρη με υδροχαρή φυτά και χρωματιστά ψάρια.Ένα πιο μεγαλούτσικο, σαν αρχηγός τους, ήταν γαλαζοχρυσαφί και τράβηξε για δευτερόλεπτα το βλέμμα μου η ομορφιά του και τα σκέρτσα του.
    Κι ο άλλος δίπλα μου: Να το είχαμε αυτό σούπα!

  85. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο Θωμόπουλος για το «πρεβεζάνος», η εγκυκλοπαίδεια Πάπ-Λαρ-Μπριτ, αλλά και η Ακαδημία στις εκδόσεις της ακολουθεί το «πρεβεζάνος»:

  86. Ενδιαφέροντα!

  87. Πέπε said

    85
    Αν το Πρεβεζάνος είναι όντως ιταλικό (υπάρχει τέτοια πιθανότητα όμως;), ή έστω επηρεασμένο από τα ιταλικά, τότε ξεκαθαρίζει ότι, ετυμολογικά τουλάχιστον, το -ι- είναι αδικαιολόγητο.

    (Ή μήπως όχι; Τις προάλλες ξαναλέγαμε ότι στα μεν ελληνικά λέμε παρμεζάνα, χωρίς γιώτα, στα ιταλικά όμως parmigiano.) 🙂

  88. sarant said

    87 Όμως το ιταλικό προφέρεται παρμιτζάνο, όχι παρμιτζιάνο.

  89. Πέπε said

    Σάματις ο Πρεβεζάνος πώς προφέρεται;

  90. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Ολέ!
    https://sarantakos.wordpress.com/2022/10/29/meze-556/#comment-842040

    88 αλλά Ρετζιάνο (νομίζω 🙂 )

  91. 84
    Ανώμαλη προσγείωση!
    Κι εγώ, όταν το διάβασα, θυμήθηκα ότι για μένα το τζάκι είναι σαν τηλεόραση- πόσο μ’ αρέσει να κοιτάω τη φωτιά για πολλή ώρα, με αφοσίωση, ειδικά αν είμαι μελαγχολική. (Ωραία ταιριάζει η λέξη «παρηγοριά» σ’ αυτό που προσφέρει αυτή η χορογραφία της φλόγας, όταν σε απορροφά τελείως)
    Καληνύχτα!

  92. 90.
    Και τα δύο με τον ίδιο τρόπο προφέρονται- πακέτο 🙂

  93. sarant said

    Καλημέρα από εδώ!

    92 Νομίζω κι εγώ πως ίδια προφέρονται. Ρετζάνο.

  94. Α. Σέρτης said

    -ιάνος κατάλ . έθν . και επιθ .: Ποταμιάνος , Πρεβεζ – ιάνος , ζητιάνος , πρωτευουσ – ιάνος , καθαρευουσιάνος : από ξένα εθνικά σε -ιάνος ( Παριζι – άνος , Βενετσι – άνος )
    (Ν. Ανδριωτης Ετυμολογικο λεξικο της κοινης Νεοελληνικης – σελ. 127)

  95. @ 87 Πέπε

    Ναι, ναι, λόγω της πολυετούς ενετικής κατοχής της Πρέβεζας. Οι πρόγονοί μου έχουν απογραφεί ως Reggio και Renzo από τους Ενετούς. Ποτέ ως κάτι σαν Rentzo(s).

  96. Τελικά με τον Ναπολέοντα και με τα πρεβεζάνικα είναι σαν να κάναμε και ένα μνημόσυνο του Κώστα. Καλημέρες από εδώ.

  97. Καλημέρα
    Ας πω κι εγώ το τι ξέρω για τους Ηπειρώτες: Γιαννιώτες, Αρτ(ι)νούς και Πρεβεζάνους. Άντε να βάλω και τους Θεσπρωτούς αν και κανένας δεν το λέει εκεί. Ούτε απ’ τη Θεσπρωτία λένε. Περισσότερο το κεφαλοχώρι τους αυτοί.

  98. @ 97 Γιάννης Μαλλιαρός
    Σωστά. Πάντως εγώ όταν γνωρίζω κάποιον και του λέω πως είμαι από την Πρέβεζα, όταν τύχει και συναντηθούμε πάλι με ρωτάει «τι γίνονται τα Γιάννινα;». Εγώ τον διορθώνω «η Πρέβεζα» και την άλλη φορά με ρωτάει με βεβαιότητα καλού μαθητή «τι γίνεται η Άρτα;». 🙂 Καλημέρες.

  99. Πέπε said

    94, 95
    Μάλιστα. Πειστικά και τα δύο. Ατυχώς, αντίθετα μεταξύ τους!
    (Δύσκολη η ζωή ρε γαμώτο…)

  100. Για το 100 δε γμτ… 🙂

  101. sarant said

    98 Κι εμενα μου λέγανε συνεχως «Πώς τα περνάς στις Βρυξέλλες;»

  102. Prince said

    101. Ο αδερφός μου μένει κι αυτός στο Λουξεμβούργο. Η μάνα μας στην Αθήνα συζητάει γενικά στη λαϊκή που πάει (κάτω Χαλάνδρι). Ο αβγουλάς της τη ρωτάει συνέχεια για «το γιο της στις Βρυξέλλες».
    Πρέπει να’χει να κάνει με το Ξ και το Λ.

  103. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    92 Α! Για δες!Παγιωμένο λάθος. Ευχαριστώ!
    Έτσι μου είχε καθίσει να το λέω,
    -ανο το πρώτο -ιάνο το δεύτερο.
    Τιμής ένεκεν (κυριολεκτικά) και για την παράξενη πληροφορία του άρθρου, αντί καφάλαια,κεφάλια :), να βάλουμε την προέλευση (όπου …μεζεδογράφεται και η εκφορά/προφορά :))
    Η παρμεζάνα ή παρμιτζιάνο-ρετζιάνο είναι σκληρό κοκκώδες τυρί από την Ιταλία, από τις επαρχίες της Πάρμα, του Ρέτζο-Εμίλια, της Μπολόνια και Μόντενα στην Εμιλία-Ρομάνια και στην επαρχία της Μάντοβας στη Λομβαρδία.
    https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/270404.html

  104. sarant said

    102 Θα τον έχω συναντήσει πουθενά.
    Ίσως είναι το Ξ και το Λ, ίσως οι Βρυξέλλες, ως ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, να παίρνουν όλη τη δόξα.

  105. aerosol said

    #101
    Γεια σου Νίκο, τι λέει η Πρέβεζα;

  106. freierdenker said

    Δεν νομίζω ότι είναι το πρόβλημα στους στοχασμούς του Λαπαθιώτη είναι τόσο η έλλειψη πρωτότυπων ιδεών (ουδέν καινόν υπό τον ήλιον) όσο το ύφος, το οποίο επίσης είναι κάπως τετριμμένο. Γενικά σου αφήνει την αίσθηση αυτού που λέμε τυφλού σημείου του συγγραφέα (blind spot), σαν να θεωρεί αυτά που λέει σημαντικότερα από ότι είναι. Ίσως αυτό να είναι και μια εξήγηση γιατί δεν επιχειρεί μια άσκηση ύφους.

    Εκείνος που νομίζω ότι ήταν εξαιρετικός στο να κάνει παρατηρήσεις καθημερινότητας με ξεχωριστό ύφος ήταν ο Προυστ. Είχα σημειώσει δεκάδες τέτοιες στο βιβλίο του.

    Ένα παράδειγμα που τώρα μου έρχεται στο μυαλό, για την ίδια ουσιαστικά ιδέα, ο Προυστ έγραψε, ένας υγιής άνθρωπος μπορεί να ξεγελάσει εύκολα τον εαυτό του ότι δεν φοβάται τον θάνατο, ενώ ένας παππούς στο λεωφορείο είχε πει θυμάμαι, μωρέ κάτσε να γεράσεις και θα σου πω εγώ.

  107. 98# Όμως τελικά δεν μας είπες, πώς τα περνάτε εκεί στην Ηγουμενίτσα?

  108. sarant said

    105 Θάνατος είν’ οι κάργιες που χτυπιούνται….

  109. Theo said

    Συγγνώμη.
    Παιδεύτηκα προχτές για να ξαναμπεί το αβατάρ στον λογαριασμό μου της WP και τώρα είδα πως ξαναβγήκε. Πάτησα «αλλαγή» και ξαναπληκτρολόγησα τα στοιχεία μου και νομίζω πως ξαναμπήκε.

  110. Theo said

    «ξαναβγήκε» εννοώ στο σημερινό νήμα που ευχήθηκα περαστικά στον Αλέξη.

  111. @ 107 ΣτοΔγιαλοΧτηνος

    Ωραία, ωραία. Χαλοουινιάζουμε απόψε. 🙂

  112. 111# Να προσέχουτε μη γίνει της Κορέας 🙂

  113. Ναι, ναι χρειάζεται προσοχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: