Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο (Μια συνεργασία του Spiridione)

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2022


Στο τέλος του πρόσφατου άρθρου «λεξιλογικής περιήγησης» με λέξεις από τον Κάλαμο, το νησί του Ιονίου, είχα απαριθμήσει τα ανάλογα άρθρα του ιστολογίου και είχα προσθέσει ότι μας λείπουν άρθρα από την Κέρκυρα, τη Χίο, τη Μακεδονία ή τη Θράκη και άλλες περιοχές, ελπίζοντας ότι έτσι θα παρακινούσα κάποιον αναγνώστη να μας στείλει άρθρο για τη ντοπιολαλιά της ιδιαίτερης πατρίδας του. 

Ο φιλος μας ο Spiridione έσπευσε να ανταποκριθεί στο έμμεσο κάλεσμα, και μάλιστα με πρωτότυπο τρόπο. Μας στέλνει μια εκτενή εργασία στην οποία αποδελτιώνει λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από το έργο του Ιωαννίκιου Καρτάνου. Ο Καρτάνος ήταν μοναχός του 16ου αιώνα, ο οποίος περί το 1530 μετέφρασε αποσπάσματα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης στη δημώδη γλώσσα της εποχής, προσφέροντάς μας ένα πολύτιμο δείγμα του δημώδους εκκλησιαστικού λόγου της εποχής του. Χρωστάω άρθρο για τον Καρτάνο, αλλά μια γεύση μπορείτε να πάρετε εδώ.

Όπως λέει και ο ίδιος στην εισαγωγή του, διάλεξε 70 λέξεις από το Γλωσσάριο του έργου του Καρτάνου οι οποίες όμως υπάρχουν αυτούσιες ή σε παραπλήσια μορφή στο (σύγχρονο) κερκυραϊκό γλωσσάρι του Χυτήρη -κι έτσι αφενός γεφυρώνει τον 16ο αιώνα με τον 20ό, αφετέρου δε δεν εμποδίζει άλλους Κερκυραίους να παρουσιάσουν στο μέλλον κάποιο άρθρο με άλλες κερκυραϊκές λέξεις, νεότερες ας πούμε.

Αλλά δεν χρειάζεται να γράψω εγώ περισσότερα, δίνω τον λόγο στον Σπύρο. Ελάχιστα δικά μου σχόλια, κυρίως ετυμολογικά, είναι σε [αγκύλες].

Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο

Στον παρακάτω κατάλογο υπάρχουν ορισμένες λέξεις, 70 επιλεγμένες λέξεις για την ακρίβεια, από το γλωσσάρι της Παλαιάς τε και Νέας Διαθήκης του Ιωαννίκιου Καρτάνου (εκδ. ΚΕΓ, 2000, επιμέλεια Ελένη Κακουλίδη – Πάνου, γλωσσικό επίμετρο Ελένη Καραντζόλα), οι οποίες υπάρχουν, με την ίδια ή παραπλήσια μορφή ή σημασία, και στο Κερκυραϊκό Γλωσσάρι του Γεράσιμου Χυτήρη (1987). Ο Καρτάνος έγραψε το έργο του αυτό, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1536, στη ζωντανή δημώδη γλώσσα της εποχής του, με πολλά στοιχεία απ’ το μητρικό του κερκυραϊκό ιδίωμα. Στον κατάλογο, από πάνω είναι τα λήμματα απ’ το γλωσσάρι του Καρτάνου, με κάποια παραθέματα που έχω προσθέσει, και από κάτω του Χυτήρη, χωρίς τις ετυμολογήσεις του (που δεν είναι και πάντα εύστοχες).

  1. αγκωνή, η: γωνιά, «είχε τες πόρτες χάλκινες εις πάσα αγκωνή της χώρας» (Καρ).

αγκωνή, η: γωνία, και αγκωνιάζω σπρώχνω κάποιον στη γωνία με εχθρικές διαθέσεις και τον ακινητώ «τον αγκώνιασε και του ‘δωκε τση χρονιάς του» (Χυτ.).

  1. αλατρεύω: καλλιεργώ «δεν είχεν βρέξει τότες εις την γην και άνθρωπος δεν ήτονε ότι να την αλατρέψει» (Καρ.).

‒ αλατρεύω: αροτριώ (Χυτ.).

  1. αμαχεύομαι: φιλονικώ, γίνομαι εχθρός «διατί να αμαχευομέστεν εγώ και εσύ και οι βοσκοί μας, οπού είμεσθεν αδελφοί;», και αμάχη, η έχθρα, μίσος (Καρ.).

‒ αμαχεύομαι: εχθρεύομαι, «αδρέφια π’ αμαχεύονται, γονιό δε λογαριάζουν» (παροιμ.), και αμαχεμός, ο έχθρα, ψυχρότητα, διακοπή σχέσεων «τι σου ‘καμα, τι σου ’πραξα, αμαχεμό να μου ‘χεις» (δημ. στίχος), και αμάχη, η φρ. «βάνω σ’ αμάχη» (Χυτ.).

  1. αμπλάθρι, το: έμπλαστρο «ώσπερ κάνουν οι καλοί και οι έμπειροι ιατροί εις τες λαβωματίες των ανθρώπων, όπου βάνουν τ’ αμπλάθρι και τα ιατρικά φάρμακα» (Καρ.).

‒ μπλάθρης, ο: έμπλαστρο και μπλαθρώνω τοποθετώ έμπλαστρο σε κάποιον, περιαλοίφω «τον εμπλάθρωσε με σκ…». (Χυτ.).

  1. αμπώνω: σπρώχνω, πιέζω «και ηβλέποντας ο Σαούλ ότι οι εχθροί εσίμωναν να τον πιάσουν, … και το ξίφος το βάνει εις την κοιλίαν του και αμπώνει το και απέρασέ τον έως την ράχην» (Καρ.).

‒ αμπώνω: απωθώ, συνωθώ, και αμπωσιά, η σπρωξιά «τον εβγάλανε τσι αμπωσιές» (Χυτ.).

  1. αναισχυντώ, ανασχυντώ: προσβάλλω, ντροπιάζω, επιτιμώ, επιπλήττω «έπειτα (ο Βολουσιανός) γυρίζει προς τους Εβραίους και ανασχυντά και υβρίζει τους» (Καρ.).

‒ ανασκυντάω: επιπλήττω, εξελέγχω, και ανασκύντια, η επίπληξη. (Χυτ.).

  1. αναπίασμα, το: ζύμη, προζύμι «και υπήραν ο λαός το αναπίασμα οπού είχαν πριν να το ζυμώσουν να το κάμουν ψωμί, μόνον ζυμάρι ήτονε» (Καρ.).

‒ αναπιαίνω: ρίχνω το προζύμι στο αλεύρι, ζυμώνω και σκεπάζω τη σκάφη, περιμένοντας να φουσκώσει, και αναπίασμα, το η ενέργεια, αλλά και η φύραση (Χυτ.).

  1. αναχαράζω: μηρυκάζω, μασώ «και ήξευρεν και τούτο, ότι τα ψάρια δεν αναχαράζουν, μόνον ο σπάρος λέγουν ότι αναχαράζει» (Καρ.).

‒ αναχαράζω: μηρυκάζω (Χυτ.).

  1. απανωθίο: επιρ. πάνω από, αποπάνω «έπειτα απετάγει απανωθίο την φωλίαν του» (Καρ.).

‒ αποπανουθιό: επιρ. άνωθεν, από το επάνω μέρος, Και αντίστοιχα αποκατουθειό. (Χυτ.).

  1. απεθινήσκω: πεθαίνω «οπόταν απεθινήσκει ένα κορμί, το κορμί και τα κόκκαλα γυρίζουν εις εκείνην την ύλην οπού είναι γιναμένα» (Καρ.).

‒ απεθινήσκω: «ήθελα ν’ απεθίνησκα  και πάλε να ‘τουν ψέμα» (δημ. στίχος) (Χυτ.).

  1. απέκει: επιρ. τοπ. από εκεί, και απόκει, επιρρ τοπ., χρον. (Καρ.).

‒ απέκεια: επιρ. αργότερα, κατόπι (σε χρόνο ακαθόριστο), και απέκι, τ’ επιρ. α) το εκείθεν, το αντικρινό, β) το μέλλον, το ακαθόριστο αύριο «για τ’ απέκι μιλείς τώρα;» (Χυτ.).

  1. αποκείθεν και απέκειθε: επιρ. χρον. αφότου (Καρ.).

‒ απόκειαθε: επιρ. «φεύγα απόκειαθε, μου κρούβεις τον ήλιο» (Χυτ.).

  1. αποθώνω: απιθώνω «και δι’ αυτόν τον τρόπον και ημείς απλώνομεν εις την αγίαν Τράπεζον το αντιμήσιον διά να αποθώσομεν τον βασιλέαν των ουρανών» (Καρ.).

‒ αποθώνω: ακουμπώ, κατεβάζω από το κεφάλι ή τον ώμο αντικείμενο που έχω φορτωθεί, και αποθωμός, ο «στον αποθωμό σου κάτσε να τα πούμε» (Χυτ.).

  1. άρκλα, η και αρκλί, το: κιβωτός, κιβώτιο «το οποίο αρκλόπουλο το έκραζαν Αρκλί της ητοιμασίας και διαθήκης του Θεού» (Καρ.).

‒ παράκλι, το: χώρισμα σε έπιπλο, κιβώτιο κ.α., κιβωτίδιο κάτω από τη θέση του αμαξά (Χυτ.).

[Και οι δυο λέξεις, άρκλα και παράκλι, υπάρχουν στο δικό μου Λέξεις που χάνονται. Η άρκλα έρχεται από το λατιν. arcula, το παράκλι από παρά+άρκλα]

  1. βατσέλι, το: λεκάνη «και έτσι όρισεν ο βασιλεύς ότι να βάλουν εις δύο βατσέλια εις το ένα λιθαρόπουλα και μπαλάσια και έμορφες τζόγες και εις το άλλο να βάλουν κάρβουνα αναμμένα» (Καρ.).

‒ βατσέλι, το: μικρή λεκάνη, «τι το θέλεις το χρυσό βατσέλι, σαν θα φτυείς το αίμα μέσα;» (παροιμ.) (Χυτ.).

  1. γνώρα, η: σημάδι για αναγνώριση «και εσύ δεν μου δίδεις γνώρα να σε ιδώ να σε εγνωρίσω» (Καρ.).

‒ γνώρα, η: στη φράση «δίνω γνώρα» συσταίνομαι (Χυτ.).

  1. δεσπέτο, το: πείσμα «διά δεσπέτο του Θεού των Ιουδαίων έκραξε θεόν αληθινόν και έκαμε και έκαμαν τον ναόν του Σολομώντος στάβλο των αλόγων» (Καρ.).

‒ δεσπέτο, το: πείσμα, δυσαρέσκεια «για ποντίλιο, για δεσπέτο, δε θα παντρευτώ εφέτο» (δημ. στίχος), και δεσπετικό, το «δεσπετικά και προσβολές σε μένα δε χωράνε» (Χυτ.).

  1. δηλώνω: φανερώνω «αύτου οπού εδήλωσαν τα όνειρα» αποδείχθηκαν αληθινά, πραγματοποιήθηκαν (Καρ.).

‒ δηλάω: φανερώνω, επαληθεύω «εδήλησε τ’ όνειρό μου» (Χυτ.).

  1. δουρώ: ζω, διαρκώ «έναι φθαρτός και ο άνθρωπος και ο κόσμος και στέκουν και δουρούν τόσον όσον θέλει αυτός ο Θεός» (Καρ.).

‒ δουράω: διατηρούμαι, επιζώ, «εγώ βαφτίζω και μυρώνω και μη σώσει και δουρήσει» (παροιμ.). Σε άψυχα αντέχω, διαρκώ κατά τη χρήση «δουράει σαν τον αζόερα (=σε μικρή διάρκεια)» (Χυτ.).

[από το ιταλ. durare ή αντίστοιχο βενετικό]

  1. έβγαλσις, η: βγάλσιμο, έξοδος «και η έβγαλσις αυτών από την Αίγυπτον» (Καρ.).

‒ έβγαση, η: έξοδος και θύρα εξόδου, τέλος χρονικής περιόδου «στην έβγαση του καλοκαιριού» (Χυτ.).

  1. εξαφορμίζομαι: δικαιολογούμαι, απολογούμαι «και ο Πιλάτος εξαφορμίζοτον ότι ο φθόνος των Ιουδαίων και οι ατυχίες τους ήθελαν ότι κατά πάσαν ανάγκην να απεθάνει, αμή αυτός ήτονε άναιτος του θανάτου αυτού» (Καρ.).

‒ ξαφορμίζομαι: βρίσκω δικαιολογίες «να μη μου ξαφορμίζεσαι πως δε με συντυχαίνεις» (δημ. στίχος), και ξαφόρμιση, η δικαιολογία «με τσι ξαφόρμισές σου δε μ’ αλλάζεις» (Χυτ.).

  1. εξετιμώνω: εκτιμώ «και βάνει και κάνει μίαν μονέδαν από κλωνάρια ασημένια και εχρύσωσέ την διά να δείξει ότι τα πράγματα δεν ημπορούσαν να εξετιμωθούν μήτε να συλλογισθούν διά κανέναν άλλον τρόπον, αμή μόνον από στάμενα» (Καρ.).

‒ ξετιμώνω: εκτιμώ «ξετίμωσα τα νιάτα σου κι είδα την ομορφιά σου» (δημ. στίχος), και ξετίμωμα, το η εκτίμηση αντικειμένου, οι επίμονες ερωτήσεις, ανάκριση (Χυτ.).

  1. έχει, το: περιουσία «και δια να ευχαριστεί τον Θεόν του επλήθαινε το έχει του εις καλόν» (Καρ.).

‒ έχας, το: για ιδιοκτησία, για διάρκεια «επήρα μιαν αρνάδα για έχας (=για να αποκτήσω ράτσα)», και έχιμο, το η ιδιοκτησία (Χυτ.).

  1. ζόρκος: επιθ. γυμνός, και ολόζορκος «εκεί έγδυσαν τον Χριστόν ολόζορκον» (Καρ.).

ζόρκος, ο: επιθ. γυμνός, και μεταφ. φτωχός «αυτόνε θα παντρευτείς που ‘ναι ζόρκος και κακομοίρης;» (Χυτ.).

  1. ζοφός: επιθ. ζούφιος, κούφιος, άδειος «και ηβλέπη άλλον ένα όνειρον, πως ήσαν επτά αστάχυα εις μίαν ρίζαν χοντρά και πλερωμένα πολλά καλά και άλλα επτά έβγαιναν αποκάτω ζοφά και διχώς να είναι γεμάτα» (Καρ.).

‒ ζοφός, ο: επιθ. ατροφικός, καχεκτικός, και ζοφιάζω σε ξηρούς καρπούς και όσπρια έχω ατροφική σάρκα, σε άτομα συρρικνούμαι (Χυτ.).

  1. ζύφω: στίβω, ζουπώ «και όταν αύξησε και έκαμε σταφύλια, έζυψέ τα ο Νώε και έπιεν και εμέθυσεν» (Καρ.).

 ‒ ζίφω: εκθλίβω, πιέζω, συμπιέζω, και ζιφταριά, η ξύλινο κοχλιωτό πιεστήριο λαδιού ή κρασιού, και ζίψιμο, το έκθλιψη, συμπίεση μέσα στο μεγάλο πλήθος. (Χυτ.).

  1. ζώντας: μτχ. ενώ ζούσε «και είχεν πρώτα την Θεοφανήν, και έπειτα ζώντας αυτής υπήρε και άλλην και άλλην» (Καρ.).

‒ ζώντας (μου, σου, του): «ζώντας του έκαμε τη μοιρασιά στα παιδιά του με χαρτί και νοδάρο». Και αντίστοιχα θανόντας (μου) (Χυτ.).

  1. θαραπαύω: ικανοποιώ, ευχαριστώ «και ο Πιλάτος αποκρίθη και είπε: αληθινά, διότι εγώ εφοβούμουν την κακίαν και τον θυμόν των Εβραίων, και εκείνο οπού έκαμα επίστευα ότι με εκείνο θέλω τους θαραπαύσει και να σιωπήσουν να μην κάνουν άλλο τίποτες» (Καρ.).

‒ θαραπαύομαι: ευχαριστούμαι, υπερχαίρω «εθαραπάηκα που ήρθες», ευχαριστούμαι από την ηδύτητα της γεύσης, και χαραπαύομαι «είχανε καλό φαΐ και το χαραπάηκα» (Χυτ.).

  1. καταστένω: (+ αιτ. και γεν.) κάνω κάτι σε κάποιον «η αιτία, Θεέ μου, δεν έναι από εμένα, μόνον έναι από την Εύαν οπού μου την έδωσες διά συντροφίαν και αυτήνη μου εκατάστησεν τούτο» (Καρ.).

‒ κατασταίνω: καταντώ άλλον σε κακή κατάσταση με δική μου υπαιτιότητα, κατασταίνομαι καταντώ «έτσι που εκαταστάθηκα να ζήσω άλλο δεν θέλω» (δημ. στίχος), και καταστεμός, ο το κατάντημα «σε τούτον τον καταστεμό δεν έλεγα να φτάκω» (δημ. στίχος) (Χυτ.).

  1. κεντρίνα, η: πονοκέφαλος (στο Λεξ. Κριαρά «σφήκα, εδώ σε μεταφ. προκειμένου για πονοκέφαλο») «οι κεντρίνες τού εχαλούσαν την ζωήν του, διότι αυτές οι κεντρίνες τον εκεντούσαν εις την κεφαλήν» (Καρ.).

κεντρίνα, η: είδος σφήκας σε μέγεθος μέλισσας (Χυτ.).        

  1. κλείσμα, το: κλείσιμο, κλειδαριά «και τούτο το είπαν τρεις φορές, και μετά την τρίτην φοράν ετσακίσθησαν οι πόρτες (ενν. του Άδου) και τα κλείσματα και εσέβη ο βασιλεύς της δόξης εις ομοίωμα ανθρώπου» (Καρ.).

‒  κλειμός και κλεισμός, ο: το κλείσιμο. (Χυτ.).

  1. κουναρώ: ανατρέφω, μεγαλώνω «και ανοίγει το αρκλόπουλον και ευρίσκει το παιδί και ήτονε έμορφον πολλά και εκείνη δεν είχεν παιδί και παίρνει το διά να το κουναρήσει να το έχει διά παιδί της, και έβγαλέ το Μωυσήν» (Καρ.).

‒ κουναρώ: «κουνάρησε παιδιά, να σε διώξουνε από το σπίτι» (παροιμ.), «μέσα του που σε κουνάρησε (δηλ. ο διάολος)» και κουνάρημα, το παιδοκομία, κτηνοτροφία (Χυτ.).

  1. κουντούτο, το: αγωγός, υδραγωγείο «και άλεθαν και μύλοι από εκείνο το κουντούτο οπού ήφερνε το νερόν» (Καρ.).

‒ κουντούτο, το: οχετός, μεταφ. ο βωμολόχος «έχει στόμα κουντούτο» (Χυτ.).

[Από ιταλ. condotto ή ανάλογο βενετικό]

  1. κουντραστάρω: αντιδικώ «τούτος ο Νεβρώδ ήτονε τόσον λωλός, ότι επίστευε και ήθελεν να κουντραστάρει με τον Θεόν» (Καρ.).

‒ κοντραστάρω: αμφισβητώ, εναντιώνομαι και κοντράστο, το αντίθεση, διαφορά (Χυτ.).

[Από ιταλ. contrastare]

  1. κρατημένος: μτχ. «πιασμένος», παράλυτος «και ο βασιλεύς διά να έναι κρατημένος από την ποδαλγίαν» (Καρ.).

‒ κρατημένος, ο: παράλυτος, δυσκίνητος, και κρατήλας, ο παράλυτος ημιπληγικός, και ως κατάρα (Χυτ.).

  1. κυβερνώ: (και) φροντίζω, περιποιούμαι «ω, μητέρα μηδέν λυπείσαι, και αφήνω τον Ιωάννην να σε κυβερνά εις τες χρείες σου όλες» (Καρ.).

‒ κυβερνάω: ελεώ «κυβέρνησέ με σ’ ό,τι μπορείς, γιατί δυστυχάω», και κυβέρνιο, το (και) η ελεημοσύνη «στο κυβέρνιο σου στέκομαι». (Χυτ.).

  1. λάκκουρας, ο: κόγχη ματιού «και έχει η κεφαλή του ανθρώπου χαραμάδες και μάλιστα λέγουν εις τον λάκκουραν έχει μία τρύπα και απόκει παίρνει την αναθυμίασιν το πλεμόνι και δροσίζει το μέσα» (Καρ.).

‒ λάγκουρα, τα: οι κόγχες των ματιών «όρσε, μες στα μάτια σου και μες στα λάγκουρά σου» (μούντζα) (Χυτ.).

  1. λάλα, η: (;) «και ο Θεός ήφερεν άνεμον τον λεγάμενον νότον και εκράτησε ένα ημερονύκτι και ήφερεν τόσην ακρίδα και λάλα» (Καρ.).

‒ λάλα, η: κάμπια, αφέλεια στην κόμμωση (Χυτ.).

  1. λιμπά, τα: όρχεις (Καρ.).

λιμπά, τα: όρχεις (Χυτ.).

[Tο έχω στις Λέξεις που χάνονται. Από το ελνστ. επίθ. λιμβός, απ’ όπου και το λιμπίζομαι]

  1. μέμψις, η: μομφή «εσείς είστεν και γεμάτοι μέμψεως και ραδιουργίας» (Καρ.).

‒ μέψη, η: επίκριση, κατηγορία «φύλαξε τη μέψη σου γι’ άλλονε, εμένα δε με πιαίνει» (Χυτ.).

  1. μέτρα, η: μέτρηση, μέτρο χωρητικότητας (Καρ.).

‒ μέτρα, η: ταινία που μετριέται στο μήκος και πλάτος θαυματουργής εικόνας και δίνεται στους πιστούς προσκυνητές ως αλεξίκακο (Χυτ.).

  1. μετωρίζω, -ομαι: κάνω αστείο, αστειεύομαι «και πάλιν εάν εις αυτόν τον άνθρωπον υπάγεις να γυρέψεις τίποτες χάριν και υπάς γελώντας και μετωρίζεσαι μετ’ αυτόν» (Καρ.).

‒ μέτορο, το: αστειότητα, φιλικό πείραγμα, και μετοριστής, ο φιλοπαίγμων, αστειολόγος. (Χυτ.).

  1. μπαίγνιο(ν), το: κορόιδο, αντικείμενο κοροϊδίας, εμπαιγμός «και τώρα σε ηβλέπω και έχασες τον πολύν βίον οπού είχες και την πολλήν τιμήν και είσαι ολουνών μπαίγνιον» (Καρ.).

‒ μπαίγνιο, το: άτομο αφελές, μωρόπιστο (Χυτ.).

  1. μπαρούνος, ο: αξιωματούχος (Καρ.).

‒  μπαρονιά, η: μεταφ. πλούσιος οικ. πόρος «η διακονιά είναι μπαρονιά, χαράς τον που την κάνει» (παροιμ.) (Χυτ.).

  1. μπουκούνι, το: μπουκιά «διακόσια δουκάτα δεν μας σώνουν να τους δώσομε πάσα ενός ένα μπουκούνι» (Καρ.).

‒ μπουκούνι, το: μπουκιά, ελάχιστο τεμάχιο «ένα μπουκούνι ψωμί», φρ. «στα μπουκούνια», και μπουκουνιάζω τεμαχίζω (Χυτ.).

  1. μπραγέσα, η: βράκα, παντελόνι (Καρ.).

‒ μπραέσα, η: παντελόνι (Χυτ.).

  1. νήστεια, η: νηστεία (Καρ.).

νήστια, η: (προφ. δισυλλ.) αναγκαστική αποχή από φαγητό «νήστια και ξελιγωμάρα», σεξ. αποχή «νήστια μέρα, νήστια νύχτα, εμπερδεύτηκα/τι αν γινόμουνα καλόγρια, τι αν παντρεύτηκα;» (δημ. στίχος) (Χυτ.).

  1. ντριμώνω: στριμώχνω και εντριμώνομαι «και η Μαγδαληνή Μαρία το υπήρε και ετύλιξε το κεφάλι της και εσέβη μέσα εις το πλήθος ντριμώνοντας αμπώνοντας έναν και άλλον και έσωσεν σιμά εις τον σταυρόν» (Καρ.).

‒ ντρυμώνω: κρύβω, συμπιέζω, και ντρύμωμα, το διαφύλαξη, απόκρυψη, συμπίεση σε πλήθος ατόμων (Χυτ.).

  1. ξετρέχω: σπεύδω, κυνηγώ, επιδιώκω «και πως αυτός θέλει αποθάνει από έναν κακόν θάνατον, εάν αυτός ξετρέχει τες κακές αυτού επιθυμίες και αμαρτίες» (Καρ.).

‒ ξετρέχομαι: πηγαινοέρχομαι, επιδιώκω κάτι με κάθε προσπάθεια «για μένανε αν ξετρέχεσαι, βγάλτο από το νου σου» (δημ. στίχος) (Χυτ.).

  1. οκνώ: παραμελώ «μην οκνήσεις να μηδέν παρακαλέσεις τον Θεόν εξ όλης σου της ψυχής» (Καρ.).

‒ οκνάω, οκνιάζω: είμαι νωθρός, βραδυκίνητος «κάθεται κι οκνιάζει κατάηλια κάθε μέρα» (Χυτ.).

  1. παρρησιάζω: παρουσιάζω με θάρρος, ομολογώ «διά τούτο εγώ δεν κρύπτω την αμαρτίαν μου, αλλά μάλλον την παρρησιάζω κατέμπροσθέν σου» (Καρ.).

‒ παρησιάζομαι: παρουσιάζομαι, και παρησία, η εμφάνιση, παρουσιαστικό «καλή κοπέλα, αλλά δεν έχει παρησία» (Χυτ.).

  1. πατημία, η: πατημασιά, πατούσα, πέλμα «και όταν το διώχνει τινάς (το λιοντάρι) ταυρίζει τα ποδάρια του και τα μαζώνει, ήγουν τες πατημίες του» (Καρ.).

‒ πατούμα, η: πέλμα ποδιού, και πατουμιά, η το ίχνος της πατούσας στο έδαφος (Χυτ.).

  1. πενητεύω: φτωχαίνω, γίνομαι φτωχός (Καρ.).

‒ πενητεύω: πένομαι «πενητεύει και λιμάζει», και πενήτια, η πενία «ζορκιά και πενήτια» και ως κατάρα (Χυτ.).

  1. πίλα, η: δοχείο για υγρά (Καρ.).

‒ πίλα, η: μεγάλο δοχείο για την εναποθήκευση λαδιού, σκαλισμένο σε πέτρα στο παρελθόν, από λευκοσίδηρο σήμερα (Χυτ.).

  1. πίων: επίθ. εύφορος «και αυτή η γης (Ιουδαία) κράζεται γη πίων» [εκκλησ. φράση] (Καρ.).

‒ πίωμος, ο: με πυκνή βλάστηση (από υπερβολική ποσότητα σπόρου) «πίωμο το γέννημά σου, θέλει ξανάριωμα (=αραίωση (Χυτ.).

  1. πλημαίνω: πλημμυρίζω «και πάλιν η θάλασσα εματάρθε με μεγάλην σπουδήν και ήλθε και επλήμανε περισσότερον παρά οπού ήτον και πνίγει πέντε μυριάδες ψυχές» (Καρ.).

‒ πλήμμη, η: πλημμύρα, απ’ όπου τα ρήματα πλημμαίνω και πλημμώνω γεμίζω νερά (Χυτ.).

  1. πούπετε(ς): πουθενά «οπού πούπετες δεν είχεν μείνει οπού να μην βρέξει» (Καρ.).

‒ πούπετα: πουθενά «δεν τον ευρήκα πούπετα» (Χυτ.).

  1. πρέπος, το: σωστό «είναι πρέπος» (Καρ.).

‒ πρέπος, το: «πρέπος είναι να του γυρέψεις συμπάθειο» (Χυτ.).

  1. πρικός: (πρικύ, πρικόν) πικρός (Καρ.).

‒ πρικός, ο: πικρός (Χυτ.).

[Ομοίως στα κρητικά]

  1. προβατώ: προχωρώ, περπατώ «επάρτε τα πρόβατά σας και τα βόδια σας και προβατείτε» (Καρ.).

‒ προβατώ: περπατώ, και προβατησιό, το περπάτημα (Χυτ.).

  1. ριζαμία: (πέτρα) επίθ. μεγάλος βράχος ριζωμένος (Καρ.).

‒  ριζαμιά, η: βράχος ριζιμαίος (Χυτ.).

  1. σημάδι, το: (και) ενέχυρο «έκαμε και ήφεραν όλα τα ενόχυρα, ήγουν τα σημάδια όσα και αν είχαν οι χρεωφειλέτες» (Καρ.).

‒ σημάδι, το: και το ενέχυρο «έβαλε το δαχτυλίδι του σημάδι» (Χυτ.).

  1. σκλήθρα, η: γενιά «ηξεύρετε ότι ο Χαμ ο πρώτος υιός ο κατηραμένος από τον Νώε, απ’ αυτόν εγεννήθησαν οι κακές σκλήθρες» (Καρ.).

‒ σκλήθρα, η: (και) γενιά, ράτσα «είναι από κακή σκλήθρα» (Χυτ.).

  1. σκόρτσα, η: φλοιός, φλούδα αυγού, κέλυφος, περίβλημα σπόρου, καρπού (Καρ.).

‒ σκόρτσο, το: μαδέρι, δοκός εμφλοιωμένη  (Χυτ.).

  1. σπληνίζομαι: θυμώνω, οργίζομαι «και ο δάσκαλος εσπληνίσθη και δίδει του Ιησού μίαν σφοντυλία, και παρευθύς ο Ιησούς εκαταράσθη τον δάσκαλον και έπεσε απεθαμένος» (Καρ.).

‒ σπληνιάζομαι: οργίζομαι (Χυτ.).

  1. τετάρτι, το: το ένα τέταρτο (Καρ.).

‒ τετάρτι, το: το ένα τέταρτο. Στον πληθ. κατάρα «στα τετάρτια» ή «τετάρτια να γένει» (Χυτ.).

  1. τράφος, ο: τάφρος, φαράγγι, χαντάκι «διότι ο παντοδύναμος Θεός όρισεν και η γης οπού είχεν όλη απάνω της το νερόν εσκίσθη και έκαμε τράφους μεγάλους» (Καρ.).

‒ τράφος, ο: κοίτη χείμαρρου, φρ. «επιάστηκε στον τράφο (για άτακτα παιδιά = η μάνα του συνευρέθη με δαίμονα, όπου ο τράφος συνήθης τόπος διαμονής του)» (Χυτ.).

[Στις Λέξεις που χάνονται]

  1. φανέστρα, η: παράθυρο (Καρ.).

‒ φανέστρα, η: παράθυρο «έκλεισε και τα δύο φύλλα τση φανεστρός και τον άφηκε να λέει» (Χυτ.).

  1. φόρος, ο: αγορά, πλατεία, δημόσιος χώρος (Καρ.).

‒ φόρος, ο: κέντρο οικισμού, αγορά «εβγήκε στο φόρο και του τα φώναξε» (Χυτ.).                                                                    

  1. φρύγομαι: ξεραίνομαι, στεγνώνω «και εφρύγησαν τα δόντια του και αυτηνού και των παιδιών του και εκεινών οπού μέλλουν να έρθουν, από το ξύλον εκείνο της παρακοής» (Καρ.).

‒ φρύγομαι: ζεσταίνομαι, διψάω έντονα, στερούμαι «φρύγεται, μα δε χαλάει τ’ όβολό του» (Χυτ.).

 

Advertisement

74 Σχόλια προς “Λέξεις του κερκυραϊκού ιδιώματος από τον Ιω. Καρτάνο (Μια συνεργασία του Spiridione)”

  1. Νέο Kid said

    Ωραίος ο Πίπης μας!
    Αναρωτιέμαι αν ο Καρτάνος είχε κάποια συγγένεια με τον διάσημο μαθηματικό (κι όχι μόνο!) Τζιρολάμο Καρντάνο ( Cardano), το φανταστικό (pun intended!) άσπονδο φίλο του Ταρτάλια του κεκέ…

  2. Νέο Kid said

    Για το σχόλιο 1. έχω να πω μια βαθυστόχαστη καρντανιά-λατινικούρα!:
    Quinquies exscriptus, maneat tot millibus annis!

  3. Νέο Kid said

    Quinquies exscriptus, maneat tot millibus annis!

  4. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    ‒ αμπώνω: απωθώ, συνωθώ, και αμπωσιά, η σπρωξιά «τον εβγάλανε τσι αμπωσιές» (Χυτ.).

    Αμπώθω, αμπωστιά , σπρώχνω, (διαγκωνίζω 🙂 )
    Καινούργια αγάπη και παλιά
    με βάλανε στη μέση
    δώσε καινούργια τση παλιάς
    μιαν αμποστιά να πέσει

  5. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>αναχαράζω: μηρυκάζω,
    Ναι! μυρηκάζω, αναμασώ
    Παλαιά μαντινάς (για όταν έρχεται η ηλικία του «φάτε μάτια πσάργια»)
    Ως και το γεροντόβουιδο
    στην πρασινάδα αράσσει,
    δόντια δεν έχει να μασεί
    μα σκιας* ανεχαράσσει

    *τουλάχιστον, έστω

  6. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχολια!

    4-5 Αναμενομενο να υπάρχουν και σε άλλες περιοχές, και αυτο κάνει πιο ενδιαφέροντα τούτα τα άρθρα!

    3 Και τι θα πει αυτο;

  7. Καλημέρα και εύγε στον Σπιριντιόν

    Στα επτάνησα η λαλιά είναι τραγουδιστή και ίσωα από εκεί η αλλαγή τόνου σε λέξειις να ακούγονται..ποιητικότερες όπως αναπίασμα το κοινό ανάπιασμα, νήστεια η νηστεία κ.α.

  8. sarant said

    Σχολιο απο Τουίτερ:

    πολλα ειναι κοινα κ με την απεναντι ακτη (ηπειρωτικα ιδιωματα). λαλα < αλβ. llallë, με την ιδια σημασια. δουραω ~ αλβ. duroj (αντεχω).

  9. Νέο Kid said

    6. 3. Δες αυτό το φανταστικό άρθρο. Τα εξηγεί όλα.
    http://dimitristsokakis.blogspot.com/2012/10/blog-post.html?m=0

    Πάντως ο Καρτάνος κι ο Cardano(s) ήταν σύγχρονοι. Θα ήταν ωραίο να υπάρχει σχέση ( κάποιο παρακλάδι των Καρνταναίων δηλαδή που ξέκοψε κορφιάτικα… ή ταποδανά!(;)

  10. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    ‒ πατούμα, η: πέλμα ποδιού, και πατουμιά, η το ίχνος της πατούσας στο έδαφος (Χυτ.).
    Πατούχα (η), το πέλμα (βλ και «Πατούχας» ο πλατυπόδης ήρωας του Κονδυλάκη) και
    πατουχιά η πατημασιά:
    Σαν είν ο άντρας ΄πο γενιά
    κι από μεγάλο διώμα*
    πατεί της γης και τη γροικά
    την πατουχιά το χώμα

    *διώμα, (και διωματάρης) το παράστημα (επιβλητική ,αρχοντική παρουσία)

  11. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>αγκωνή, η: γωνιά, «είχε τες πόρτες χάλκινες εις πάσα αγκωνή της χώρας» (Καρ).
    και αγκωνάρι ο ακρογωνιαίος λίθος (και με επέκταση νοήματος και η μεγάλη πέτρα)

  12. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  13. Νέο Kid said

    Μια παραλλαγή του «πουπετα» είναι το κυπριακό «πούποτε» . Δεν τον βρήκα πούποτε= δεν τον βρήκα πουθενά!

  14. Εγώ βλέπω ότι όντως το έργο του Καρτάνου έχει φοβερό ενδιαφέρον. Καταρχάς επιγράφεται Παλαιά τε και Νέα Διαθήκη, όμως φαίνεται να έχει παρεμβάλει ένα σωρό άλλα στοιχεία. Στο λινκ που έβαλες, Νίκο, βλέπω για παράδειγμα τη Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου (εντυπωσιακό ότι ο σχολιασμός στο σάιτ αγνοεί το έργο και σημειώνει με έκπληξη απλώς ότι δεν ακολουθεί την κυρίαρχη παράδοση!), Οικουμενικές Συνόδους, τον Νέρωνα…

  15. Alexis said

    Πολύ ωραίο, μπράβο!

    Λέξεις που λέγονται και στο Ξηρόμερο:

    μπλαθρώνω (πασαλείβω)
    ανάπιασμα, αναπιάνω
    ζόρκος
    ζοφός (με τη σημασία μουντός, σκοτεινός, π.χ. η μέρα είναι ζοφή σήμερα)
    λιμπά (και στην Ήπειρο επίσης)
    πρικός

  16. sarant said

    14 Θα έπρεπε κι εγώ να το αναφέρω, ότι έχει βάλει μέσα πολλά και διάφορα ψυχωφελή, αλλά ξεμπέρδεψα με το «χρωστάω άρθρο»

  17. miltos86 said

    Καλημέρα, καταπληκτικό άρθρο το σημερινό εύγε!

    Πολύ ουσιαστική η σύγκριση Καρτάνου με Χυτήρη και εντυπωσιακό πόσο αναλλοίωτοι έχουν μείνει οι περισσότεροι από αυτούς τους ιδιωματισμούς μετά από πέντε αιώνες πολύ έντονης ιστορίας και παρά την επέλαση της κοινής μέσω εφημερίδων τηλεοράσεων κλπ τον τελευταίο αιώνα.

  18. miltos86 said

    παρρησιάζω: παρουσιάζω με θάρρος

    Το βρίσκω ευρηματικότατο αν μη τι άλλο

  19. Spiridione said

    Καλημέρα, ευχαριστώ τον Νικοκύρη, και τους σχολιαστές για τα καλά τους λόγια.
    Σκοπός μου ήταν να καταγράψω λέξεις του Καρτάνου που υπάρχουν στο κερκυραϊκό γλωσσάρι του Χυτήρη, αλλά παράλληλα είχα στο νου μου να δείξω και την εξέλιξη ορισμένων λέξεων. Τελικά, το κριτήριο ήταν οι λέξεις της λίστας να έχουν κάποιο ας πούμε στοιχείο ιδιωματικότητας, τόσο στον Χυτήρη όσο και στον Καρτάνο. Έτσι, αντικατέστησα ορισμένες λέξεις που είχα βάλει αρχικά.
    – Το έχει/έχας κακώς έμεινε, γιατί το ‘έχει’ είναι πανελλήνιο, υπάρχει και στα δύο μεγάλα λεξικά μας.
    – Η μέμψις στον Καρτάνο διατηρεί μεν την αρχαία μορφή και σημασία της λέξης, αλλά σήμερα δεν υπάρχει στα μεγάλα λεξικά μας, την ξέρουμε μόνο από τα νομικά. Πάντως, επειδή η μέψη υπάρχει στα σημερινά κερκυραϊκά, αυτό δείχνει ότι είχε επιβιώσει στα μεσαιωνικά κερκυραϊκά, ενώ αλλού δεν θα είχε επιβιώσει. Ο Καρτάνος έχει και ρ. μέφομαι, δηλ. υπάρχει η αποβολή του μ.
    – Το μπαίγνιο υπάρχει και στα δύο μεγάλα λεξικά μας. Την θεώρησα οριακά ιδιωματική, χαρακτηριστική κερκυραϊκή λέξη. Ο Χυτήρης έχει και ρήμα μπαιγνιίζω.
    – Το παρ(ρ)ησιάζω έχει ενδιαφέρον. Στο λεξικό Κριαρά υπάρχει ρήμα παρρησιάζω, με σημασίες παρόμοιες με του Καρτάνου, υπάρχει παρουσία/παρουσιά, δεν υπάρχει το αρχ. παρουσιάζω = είμαι παρών (υπάρχει στο LBG που έχει πιο λόγια κείμενα). Λέω ότι στο ιδιωματικό παρησιάζω έχει γίνει κάποιος συμφυρμός του παρρησιάζω/παρρησία και παρουσιάζω/παρουσία.
    https://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/em_kriaras/scanned_new/index.html?start=0&id=63&lq=211&show=1
    -Το πίων/πίωμος κανονικά κι αυτό δεν έπρεπε να μπει, το άφησα κατ’ εξαίρεση. Το ‘γη πίων’ είναι παλιά εκκλησιαστική φράση, δεν νομίζω να υπήρχε στην καθομιλουμένη της εποχής του Καρτάνου. Ο Χυτήρης λέει ότι το ‘πίωμος’ προέρχεται από το ‘πίων’ και πρέπει να έχει δίκιο. Θυμάμαι αμυδρά ότι πρέπει να την είχα ακούσει τη λέξη μικρός, και την είχα συνδέσει με το πιόμα.

    Κατά τα λοιπά, έχει ενδιαφέρον πόσες απ’ αυτές τις λέξεις λέγονται και σήμερα. Εγώ δεν μπορώ να το απαντήσω αυτό 😊

  20. Spiridione said

    Υπάρχει και μια άλλη φράση στον Καρτάνο, που δεν την έχει το γλωσσάρι, η οποία υπάρχει και σήμερα στην Κέρκυρα:
    φρ. «κάμε καλά» «και ο Ιωσήφ λέγει: Ω παιδί μου, δεν ηβλέπεις ότι οι άνθρωποι σε μέφονται; κάμε καλά». (Καρτ.)

  21. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πολύ ενδιαφέρον – συγχαρητήρια και ευχαριστίες στον Spiridione!
    Αλλά, γιατί «… και από κάτω του Χυτήρη, χωρίς τις ετυμολογήσεις του (που δεν είναι και πάντα εύστοχες)».

    Εδώ λεξιλογούμε – οπότε και γλωσσολογούμε 🙂 – και θα άξιζε να δούμε ή να προβληματιστούμε για τις ετυμολογήσεις, να δώσουμε κάποιες έγκυρες (άλλων) ή να προτείνουμε…

    4,5,6,15 κε
    Αρκετές ίδιες ή με μικρές αλλαγές και στο κρητικό ιδίωμα.
    Προς το παρόν (εκτός αυτές που αναφέρθηκαν από ΕΦΗ κυρίως) βλέπω : ανέπιασμα – αναπιάνω (μάλλον πανελλήνιο), απανωθιό, αμάχη (κι αυτό σε πολλές περιοχές).
    Οπότε, ήρθε η σχετική μαντινάς: (Σκορδαλός)
    «Περνάς και δε με χαιρετάς ως μ’ εχαιρέτας πάντα,
    κακιά και αμάχη μου κρατάς μα δεν κατέχω γιάντα»
    Και βέβαια:
    «Της θάλασσας κρατώ κακιά, του β(π)αποριού αμάχη
    που πήρε την αγάπη μου και την-ε χαίρονται άλλοι»

  22. Spiridione said

    20. συν.
    ‒ καλά: επιρ. … στη φράση «κάμε καλά» ανάλαβε την ευθύνη για τη διευθέτηση (Χυτ.).

  23. Spiridione said

    21. Κακώς δεν τις έβαλα, είπα ότι θα μεγάλωνε αρκετά το άρθρο.
    Ας πούμε δυο παραδείγματα άστοχων ετυμολογήσεων:
    -ντρυμώνω, πιθ. από τον δρυμό. Γι’ αυτό το έχει με υ.
    – ζόρκος, από τη δορά πρβ. δορκάς/ζαρκάδι. Αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει.

    Ενδιαφέρον έχει και μια άλλη λέξη, μετωρίζομαι/μέτορο. Προέρχεται από το μετεωρίζομαι
    https://www.greek-language.gr/greekLang/medieval_greek/kriaras/search.html?lq=%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%89%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89&dq=
    αναρωτιέμαι αν λέγεται ακόμα.

  24. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>αναπίασμα, το: ζύμη, προζύμι «και υπήραν ο λαός το αναπίασμα οπού είχαν πριν να το ζυμώσουν να το κάμουν ψωμί, μόνον ζυμάρι ήτονε» (Καρ.).

    -Αναπιάνουν το προζύμι (υποχρεωτικά, πριν ζυμώσουν για να αναπτυχθούν οι μύκητες του φουσκώματος) οι ηπειρώτισσες.
    -Ανεπιάνω λέμε μεις τη διαδικασία να αναθρέψω, να αβγατίσω ένα είδος, να το αποκτήσω κι εγώ, είτε δέντρου, είτε σπόρου κλπ. «Μου δωκε πέρισυ μια χούφτα σπορικό γαζανά (φασόλια) και τα ανέπιασα κι εγώ»

    Διαόλου ανέπιασμα (4σύλλαβο), φύτρο του σατανά «Ανάθεμα το για ανέπιασμα» κακή περίπτωση ατόμου, «του διαόλου» υπονοείται

  25. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>απανωθίο: επιρ. πάνω από, αποπάνω «έπειτα απετάγει απανωθίο την φωλίαν του»
    Απανωθιό ΄ποκατωθιό
    ΄πο πέρα κι από πόδε
    το πράμα που ΄δα σήμερο
    άλλος κιανείς δεν το ΄δε!

    Παλιό τετράστιχο του χωργιού (μαζί κι άλλα), νομίζω αφορούσε την αφήγηση σε μαντινάδες κάποιου που πήρε μάτι κοπελιά (άνευ εσωρούχου) κι από την έκσταση το «τραγούδησε» .

  26. ymalliaros said

    Καλημέρα,
    Για να προσπαθήσω. Είμαι από κινητό και δύσκολα. Στην άλλη άκρη της Ελλάδας, λοιπόν, στο Πλωμάρι της Μυτιλήνης, έχουμε:
    αμάχη, έχθρα, ανταγωνισμός
    ανάπιασμα, το ίδιο, η προετοιμασία της ζύμης
    αναχαράζω, το ίδιο, μηρυκάζω
    έχι, το ίδιο, το βιος, η περιουσία (αφού το έχι γιατί -ει; )
    νήστια, το ίδιο, η νηστεία (αλλά μάλλον κοινό).
    πούπετα, ίδια σημασία αλλά πούβιτα (το ε γίνεται ι, συνηθισμένο).
    σκόρτσο, ζόρι (εδώ διαφέρουμε).
    τράφος, το σύνορο ανάμεσα σε χωράφια (κτήματα) που φτιάχνεται από κλαδιά ή βάτα (πάλι διαφέρουμε).

    ζίφω, αυτό ηπειρώτικο, στην «κοντούλα λεμονιά» (για να το ζίψω να το πιω, να μου διαβούν οι πόνοι).

    Έφη, ο πατούχας ο δικός σας, πατσχάς σε μας.

    Τα κατάφερα!

  27. ymalliaros said

    Ανάπιασμα. Ακριβώς αυτό Έφη. Γι’ αυτό λέω προετοιμασία της ζύμης. Βάζω το προζύμι που έχω με αλεύρι και ζεστό νερό αποβραδίς ώστε να φουσκώσει.
    Η συνέχεια το πρωί: κρατάω το μισό σαν προζύμι για το μέλλον ενώ το άλλο το δουλεύω με τα απαραίτητα για το ψωμί που θέλω να φτιάξω.

    Προφανώς τώρα με την ξηρή μαγιά δεν χρειάζεται ανάπιασμα.

  28. Βασίλης Φίλιππας said

    Καλησπέρα
    Πολλές ευχαριστίες στον Spyridione.
    Στη Λευκάδα συναντούμε 57 από τις 70 λέξεις των Καρτάνου-Χυτήρη. Δεν συναντούμε, στις όσες μέχρι τώρα καταγεγραμμένες, αυτές των αρ. 10, 13, 21, 26, 30, 37, 38, 40, 46, 48, 52, 53 και 55.
    Οι κοινές λέξεις, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, έχουν στο λευκαδίτικο ιδίωμα την ίδια ερμηνεία με του Καρτάνου ή του Χυτήρη. Κάποιες από αυτές τις συναντούμε σε παραπλήσιες μορφές. Αναλυτικότερα:
    1. αγκωνή: συναντούμε και το «αγκωνιάζω» του Χυτήρη
    3. αμαχεύομαι: συναντούμε και τα «αμαχεμός» και «αμάχη» του Χυτήρη
    4. αμπλάθρι: συναντάται ως «μπλάθρι» ακούγεται όμως και σαν «αμπλάθρι» όταν λέγεται με το άρθρο «τ’ αμπλάθρ(ι)» ― συναντούμε και τα «μπλάθρης» και «μπλαθρώνω» του Χυτήρη.
    5. αμπώνω: συναντούμε και το «αμπωσ(ι)ά» του Χυτήρη.
    6. αναισχυντώ, ανασχυντώ: στη Λευκάδα συναντάται μόνο το επ. «ανάσχυντος, -(η), -ο».
    7. αναπίασμα: στη Λευκάδα ως «ανάπιασμα» ― συναντούμε και τα ρ. «αναπιάζω», «αναπ(γ)ιαίνω», «αναπιάνω».
    9 απανωθίο: στη Λευκάδα ως «απανωθιό» ― συναντούμε και το «αποπανουθιό» του Χυτήρη.
    11. απέκει: στη Λευκάδα, όπως και στον Χυτήρη, συναντούμε τη λ. «απέκεια».
    12. αποκείθεν: στη Λευκάδα συναντούμε τη λ. «αποκείθενε».
    13 έβγαλσις: τη λ. τη συναντούμε σε χειρόγραφο κώδικα λαϊκής ιατρικής ― στον προφορικό λόγο τις λ. «εβγαλσά» και «εβγάλσιμο».
    14 άρκλα: στη Λευκάδα συναντούμε τις λ. «άρκουλα» και «άρκλα» καθώς και το «παράκλι» του Χυτήρη.
    22. εξετιμώνω: στη Λευκάδα συναντούμε, όπως και στον Χυτήρη, τις λ. «ξετιμώνω» και «ξετίμωμα».
    23. έχει: στη Λευκάδα συναντούμε «το έχει» και «τα έχει».
    25 ζοφός: στη Λευκάδα τη συναντούμε με την ερμηνεία στυφός.
    28. θαραπαύω: στη Λευκάδα συναντούμε και το «θαραπαύομαι» του Χυτήρη.
    32. κουνάρω: στη Λευκάδα τη συναντούμε και με την ερμηνεία νανουρίζω.
    34. κουντραστάρω: στη Λευκάδα συναντούμε και το «κουντραστάρω» του Χυτήρη.
    35. κυβερνώ: στη Λευκάδα, όπως και στον Χυτήρη, συναντούμε και τα «κυβερνάω» και «κυβέρνιο» με διαφορετική, όμως, ερμηνεία.
    42 μετωρίζω, -ομαι: στη Λευκάδα, όπως και στον Χυτήρη, συναντούμε και τα «μέτωρο», «μετωριστής»
    44. μπαρούνος: στη Λευκάδα ως «μπαρόνος»: απατεώνας, κατεργάρης, κατίβος (από τη βεν. baron που έχει την ίδια ερμηνεία). Συναντούμε και τη λ. «μπαρονιά» του Χυτήρη αλλά με τις ερμηνείες κατεργαριά, απάτη, τσιγκουνιά, κουβέντα χωρίς περιεχόμενο.
    45 μπουκούνι: στη Λευκάδα, όπως και στον Χυτήρη, συναντούμε και τη λ. «μπουκουνιάζω».
    50 οκνώ: στη Λευκάδα σπ. «οκνάω» και συνηθέστερα «οκνεύομαι» και «κνεύομαι»
    55 πλημαίνω: στη Λευκάδα συναντούμε τη λ. «πλημμάρω».
    57. πούπετε(ς): στη Λευκάδα συναντούμε τη λ. «πούποτε» καθώς και το «πούποτα» του Χυτήρη.
    61. ριζαμία: στη Λευκάδα τη συναντούμε ως «ριζιμιά».
    63. σκλήθρα: στη Λευκάδα αγκίδα ξύλου και σπανιότερα ένα είδος φυλλοβόλου δέντρου, του γένους Alnus, με πολύ σκληρό ξύλο
    64. σκόρτσα: στη Λευκάδα λέγεται η λεπτή και επιμήκης σανίδα, αλλιώς και «σκόρτσο».
    65. σπληνίζομαι: στη Λευκάδα τη συναντούμε ως «σπληνιάζομαι».

  29. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ξετρέχω: σπεύδω, κυνηγώ, επιδιώκω
    Το ίδιο. Σε ευρεία χρήση ως σήμερα.
    Στον Ερωτόκριτο επαναληπτικά.
    Ποιος εις τον κόσμο εφάνηκε, κι αγάπη δεν κατέχει;
    Ποιος δεν την εδικίμασε; ποιος δεν τηνε ξετρέχει;
    Ερωτόκριτος Γ 1267

    ….
    >>ο τράφος ,
    το έχουμε κι άλλοτε πει, αλλού είναι αυλάκι, ρέμα*, ρεματιά κλπ (σαν αναγραμματισμένη τάφρος) . Σ΄εμάς, αντιθέτως, όχι βάθος αλλά ύψος 🙂 : ένα είδος τοίχου** γύρω ή ανάμεσα πχ στα χωράφια, στα περιβόλια, ή ένας αυλόγυρος, είτε από κλαδιά είτε από ξερολιθιά είτε συνδυασμός των δύο.
    Νομίζω σε παραδοσιακό νησιώτικο υπάρχει η επωδός
    «έλα τράφο τράφο» (σ΄αγαπώ μα δε σου γράφω ξερωγώ) ή μήπως τον τράφο τράφο πήγαινα;

    *«Όπου χυπάει ο Διγενής το αίμα αυλάκι κάνει / και όπου χτυπάει ο Χάροντας το αίμα τράφο κάνει»
    **Καταϊδρωμένος ο Πέτρος ο Τσαϊπάς ανέβηκε στον τράφο ν’ αγναντέψει
    Το κόνισμα/Α.Καρκαβίτσας

  30. Georgios Bartzoudis said

    Αρκετά όμοια ή παρόμοια με τα Μακεδονικά, τα οποία παραθέτω με καγκελάκι (#) μετά τα Κερκυραϊκά! (παραλείπεται η Μακεδονική προφορά)

    – αμάχη, η έχθρα, μίσος
    # Ομοίως
    – αναπιαίνω: ρίχνω το προζύμι στο αλεύρι, ζυμώνω και….
    # Ματαπιάνω το προζύμι
    – αναχαράζω: μηρυκάζω, μασώ
    # Μαρκιέται η γελάδα. «όλα τα χαϊβάνια αρχίν’σαν το μαρκάλισμα».
    – απόκειαθε: επιρ. «φεύγα απόκειαθε, μου κρούβεις τον ήλιο»
    # Φύγε «σια κει» (τοπ, επίρ.), επίσης «σια δω», «σια πέρα» κλπ.
    – βατσέλι, το: μικρή λεκάνη
    # Λιγένι (το)
    – ζόρκος: επιθ. Γυμνός
    # ζόρ’κος=ζόρικος. Επίσης «τον σήκωσαν ζορ-ζορντάν»= …βιαίως
    – ζοφός: επιθ. ζούφιος, κούφιος, άδειος
    # ζούφιος
    – ζύφω: στίβω, ζουπώ
    # ζουπώ ή τζουπώ=κεντρίζω, εμπηγνύω.
    – λιμπά, τα: όρχεις
    # Ομοίως
    – μπαίγνιο, το: άτομο αφελές, μωρόπιστο
    # σιολντασιάκι [από το τουρκ σιόλ-τασιάκι=πιατάκι για φλυτζάνι]
    – μπουκούνι, το: μπουκιά
    # χαψιά (η)
    – οκνάω, οκνιάζω: είμαι νωθρός, βραδυκίνητος
    # Ομοίως [οκνώ, οκνιάρης(ο), οκνιάρω(η) κλπ]
    – πατούμα, η: πέλμα ποδιού
    # πατούνα (η)
    – τράφος, ο: τάφρος, φαράγγι, χαντάκι
    # Ομοίως [τράφος (ο)=η τάφρος, και τραφάδι (το)=μικρή τάφρος, χαντάκι

  31. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>θαραπαύω
    Του ΄πε το καλό νέο κι εθαραπάηκε, εγαλήνεψε , ησύχασε.
    Θαραπαή (η) , ηύρηκε θαραπαή η ψυχή της, αναπαμό,γιατρειά.

    >>το έχει
    Ναι! Το έχει μου ή το πράμα* μου / η περιουσία μου, η ιδιοκτησία μου, και τα έχειτα.
    * ενώ ισχύει και το σεξοπονηρό, όμως λέγεται και ως η ιδιοκτησία (κυρίως για ακίνητα)

  32. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Μερικά συγγενικά κρητικά και ετυμολογίες
    κατασταί(έ)νω : Έχουμε ίδια σημασία (…εδά που θα νέρθεις, θα σε καταστέσω εγώ! φωνάζει η μάνα στον ατακτήσαντα μπόμπιρα).
    Αλλά έχει και την έννοια του ‘ταχτοποιώ, φροντίζω’ (Εκατάστεσε όμορφα το δωμάτιό τζη η Φωτεινή).
    κουντούτο: κουτούτο, ακούγεται εδώ. ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ο Νικοκύρης.
    μπαίγνιο: Ακριβώς το ίδιο (μάλλον και αλλού)
    μπαρονιά: Στα Χανιώτικα σημαίνει ‘καλή παρέα, εκλεκτή συντροφιά’. Κατά τον Αντ. Ξανθινάκη < ιταλ. baronia = βαρονία, αριστοκρατία. (Το ‘πλούσιος, πλούτος’ του Χυτήρη, μάλλον μεταφορά/επέκταση)
    Αλλά, προς τα Ηρακλειώτικα, ο ‘μπαρόνος’ σημαίνει «απατεώνας, κατεργάρης», όπως λέει και ο Βασ. Φίλιππας στο #28. (Παράξενο, πάντως…)
    τράφος: Το ίδιο κι εδώ (και ‘τραφούλι’), αλλά επεκτείνεται και στη σημασία που λέει ο Ymalliaros (#26) και η ΕΦΗ αναλυτικότερα στο #29. Απ’ όπου και το ρήμα ‘τραφώνω’= οριοθετώ-δένω χωράφι με τράφο (κάθε είδους… 🙂 )

  33. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    19 Για το παρρησιάζω και τον συμφυρμό πρέπει να έχεις δίκιο. Για το έχει, εκείνο που είναι ιδιωματικό είναι το έχας, αλλά βέβαια αυτό δεν το έχει ο Καρτάνος. \

    23 Κι εγώ για μεσαιωνική την ξέρω, από άλλα μέρη

    28 Ευχαριστούμε!

    26-29 Ο τράφος πρέπει να είναι πανελλήνιος, βλ. και 30

  34. Spiridione said

    ΕΦΗ – ΕΦΗ και ΜΙΚ_ΙΕ, αν και και μας χωρίζει μεγάλη απόσταση, έχουμε αρκετά κοινά γλωσσικά!
    26. Το ‘έχει’ είναι απαρέμφατο (από το έχειν), άρα καλώς γράφεται έτσι. Η ιδιωματικότητα στη νήστεια έγκειται στον τονισμό/προφορά.
    28. Μπράβο, με τη Λευκάδα βέβαια έχουμε πολλά κοινά.
    Μπαρούνος βλέπω και στη Ζάκυνθο έγινε απατεώνας. Ωραία παράλλαξη λέξης 🙂
    33. Τράφος, ναι πανελλήνια, αλλά με διαφορετικές σημασίες όπως παρατηρούμε.

    Έκανα ένα λάθος, αναπίασμα στον Καρτάνο, αλλά ανάπιασμα στον Χυτήρη.

  35. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    βατ(ζ)έλι. Δεν –νομίζω να- λέγεται σήμερα. Αλλά συναντάται σε παλιότερα κείμενα με την ίδια ακριβώς σημασία.
    Στην ΕΡΩΦΙΛΗ (Ε367):
    «…θέλω γι’ αγάπη μου ακομή (ή μ’ αγάπη περισσή) να πάρεις χάρισμά σου
    τα πράματα απού βρίσκουνται σε τούτο το βατσέλι».
    Αλλά, φυσικά, υπάρχει και σε πολλά κρητικά συμβόλαια της βενετοκρατίας, διαθήκες, απογραφές κ.λπ.
    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%B2%CE%B1%CF%84%CF%83%CE%AD%CE%BB%CE%B9

  36. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>αποθώνω
    Αποθέτω. Απόθεσε πρώτα το σταμνί κ ύστερα κουβεντιάζεις. Ακούμπισε .
    Γυρεύω μια ώρα το μαχαίρι και δε θυμούμαι πού το ΄πόθεκα

    >>απέκει: επιρ. τοπ. από εκεί, και απόκει, επιρρ τοπ., χρον. (Καρ.).
    αποκειά, αποκειέ

    >>κουντούτο, το: αγωγός, υδραγωγείο
    32, Μικ. ναι, κουτούτο
    Μαντινάδα γάμου:
    Ως τρέχει το κρυγιό νερό
    σε γυάλινο κουτούτο
    έτσα να τρέξει κι χαρά
    στ΄αντρόυνο ετούτο

  37. Costas X said

    Πολύ ωραίο το σημερινό, η σύγκριση των λέξεων μετά από 450 χρόνια.
    Για περισσότερες κορφιάτικες λέξεις, δείτε και τα 26 λιμερίκια μου, στα «Λιμερίκια».
    Δεν προλαβαίνω για περισσότερα, σχολιάζω από τη δουλειά «άου-άου». *
    * «άου-άου» : βιαστικά και με άγχος, πιθανότατα κορφιάτικη παραφθορά του ήδη παρεξηγημένου «άρον-άρον»!

  38. sarant said

    34 Υποθέτω πως και το επώνυμο Σμπαρούνης (όπως ο γιατρός) είναι από τον βαρόνο / μπαρούνη

  39. Μου αρέσει το «αμπώνω» (απωθώ) που έχουμε και στην Πρέβεζα ως «αμπώχνω» και μου είχε έρθει στο μυαλό όταν έμαθα το ισπανικό empuzar.

  40. Λάμπας said

    Λίγες λέξεις βρίσκω κοινές με το ιδίωμα της Γορτυνίας, και μου κάνει εντύπωση, δεδομένου ότι πολλές δικές μας λέξεις τις βρίσκω στο γλωσσάρι του λευκαδίτικου ιδιώματος που υπάρχει στο διαδίκτυο.
    Θα σταθώ σε δύο που νομίζω πως έχουν ενδιαφέρον.
    το έχας: σε μας θηλυκό (η έχα) και σημαίνει ό,τι ακριβώς λέει το παράδειγμα του Χυτήρη: το ζώο που δεν το σφάζεις, για να το φας, αλλά το κρατάς για παραγωγή και αναπαραγωγή.
    η σκόρτσα : κατά τον Καρτάνο σημαίνει «φλοιός, φλούδα αυγού, κέλυφος, περίβλημα σπόρου, καρπού». Νομίζω ότι είναι η ίδια λέξη με τη «σγόρτσα», που σε μας είναι η πέτσα του χοιρινού.
    Κατά τα άλλα, την «αγκωνή» τη λέμε και εμείς , ενώ το δοχείο για το λάδι σε μας είναι το «λιμπί».

  41. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >>ριζαμιά, η: βράχος ριζιμαίος
    ριζιμιό (το) χαράκι (βράχος) ριζιμιό.
    Σε ψηλό βουνό σε ριζιμιό χαράκι κάθεται ν΄αητός, το γνωστό ριζίτικο.
    Στη Ρούσα παπαδιά επίσης : Σέρνει λιθάρια ριζιμιά, δεντρά ξεριζωμένα, σέρνει και μια γλυκομηλιά.

  42. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    δεσπέτο
    Πιστεύω ότι ο Χυτ. θα αναφέρει την απ’ ευθείας προέλευση από το βεν./ιταλ. despeto/dispetto με ίδιες ή παρόμοιες σημασίες.

    το έχει
    «Τέτοιας λογῆς ἀποκοτιές, ὡστόσο, μαθαίνοντες οἱ Ἄλλοι, σφόδρα ταράχθηκαν. Καὶ φορὲς τρεῖς μὲ τὸ μάτι ἀναμετρῶντας τὸ ἔχει τους, λάβανε τὴν ἀπόφαση νὰ βγοῦν ἔξω σὲ δρόμους καὶ σὲ πλατείες, μὲ τὸ μόνο πρᾶγμα ποὺ τους εἶχε ἀπομείνει: μία πήχη φωτιὰ κάτω ἀπ’ τὰ σίδερα, μὲ τὶς μαῦρες κάννες καὶ τὰ δόντια τοῦ ἥλιου.»

  43. Spiridione said

    36. Το κουντούτο σε εμάς έπαθε δείνωση, κι έτσι λέμε στόμα – κουντούτο (ή καναλέτο όπως τόχω ακούσει).
    42. Ναι, δεσπέτο από dispetto.
    38. Μάλλον.

  44. sarant said

    40 Να περιμένουμε άρθρο με λέξεις της Γορτυνίας;

  45. Spiridione said

    40 η σκόρτσα από ιταλ. scorza με τις ίδιες σημασίες του Καρτάνου.

  46. Jorge said

    αναχαράζω, το λέγανε και παλιά οθέ τΑμάρι, σαλεμό, εντυπωσιακός χαμηλός θόρυβος, αν ησουν ή κοιμοσουν στο μαντρί, όλα τα ζώα το ενα πίσω από το άλλο, αναχάραζαν. Κάτι ανάμεσα σε γουργουρητό και ξεροκατάπημα.

  47. Λάμπας said

    44. Με μεγάλη μου χαρά, αν και στο θέμα της ετυμολογίας δεν μπορώ να συνεισφέρω κάτι. Για τις ιδιωματικές λέξεις, γενικά κυκλοφορούν διάφορες ετυμολογίες, πολλές όμως νομίζω ότι είναι εξελληνισμοί τραβηγμένοι από τα μαλλιά. Αφήστε μου λίγο χρόνο, να το ετοιμάσω!

  48. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα.
    Όμορφη η φανέστρα στη διαχρονία του κερκυραϊκού ιδιώματος. Μπράβο στον Spiridione.

  49. sarant said

    47 Τις ετυμολογίες τις βρίσκουμε κι εμείς, το πιο χρήσιμο είναι παραδειγματικές φράσεις, με χρήση της λέξης, όπως έχει πολλές στο άρθρο.

  50. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Spiridione ὁ ἐξαιρετικός! Μπράβο σου!

  51. Ο Σιορ Διονύσιος στον Καραγκιόζη του Γιώργου Χαρίδημου, όπως τον άκουσα μικρός: «Καραγκιόζο, μην αμπώνεις!»

    «Μια φορά ήταν τρεις. Κι απ’ τους τρεις κανείς. Πήγαν πούπετα, φέραν τίποτα» έλεγε η Κουλουριώτισσα μητέρα μου, χάριν παιδιάς.

    Στην Μυτιλήνη, το πούπετα και ως πούβετα. Γράφει ο Κώστας Μάκιστος στο διήγημα του «Σεκλέτια» από την συλλογή «Ο Τάραχος»: «Πούβετα δεν ήμασταν, ρε Θάνο, και μας έφερε τούτος [ο πατέρας τους] στον ντουνιά. Και σαν δεν ήταν τούτος, πούβετα δε θάμασταν…»

  52. Παναγιώτης Κ. said

    Γνωστές σε μένα λέξεις: Αγκωνές (μητρική). Τα όρθια αγκωνάρια στο τζάκι.
    Μπλάθρης και μπλάστρης να τις θεωρήσουμε ταυτόσημες έννοιες.
    Ομοίως το αμπώνω και το αμπώχνω.
    Απέκει (μητρ.) («απέκει» λέγαμε και εννοούσαμε τους έλληνες που ήταν στην Β.Ήπειρο (ή Ν.Αλβανία…).
    Ανάπιασμα, απανωθιό, ζάρκος αντί του ζόρκος,ζίβω ή ζίφω, θαραπεύω και αθαράπαυτος, μπαίγνιο (την χρησιμοποιεί και ο Μακρυγιάννης), ριζιμιό, σκλήθρα.
    11/70…

  53. Ωραίο που είναι και το κερκυραϊκό ιδίωμα!
    (Ευχαριστούμε Spyridione!)
    Μου άρεσε πολύ το «δεσπέτο» και οι άλλες ιταλογενείς λέξεις. Το κουντούτο (condotto=αγωγός) μου θύμισε και την περίφημη Via dei Condotti (που αναφέρει, νομίζω, και η Καρέζη στο «Τζένη Τζένη»)

    Το «κάμε καλά» το λέν(μ)ε και στη Ρόδο (τι ωραία που το λένε- κι ας είναι δήθεν λίγο «απειλητικό»)

  54. ΚΑΒ said

    πλημαίνω: πλημμυρίζω

    -Μάννα ,θα πλημμάρουμε, εφώναξεν η κόρη της.
    Η μήτηρ εξηκολούθει να κυττάζη υψηλά εις το βουνόν.
    -Ας πα να πλημμάρουμε, εψιθύρισε.
    -Μάννα, πλημμάραμε, επανέλαβε μετ΄ ολίγον η Ματώ. (Το σπιτάκι στο λιβάδι, Παπαδιαμάντης)

    πρέπος, το: σωστό

    Εν είναι πρέπο ετθά τα πράματα.

    τράφος αντί τάφρος με μετάθεση, σε μεταχριστιανικούς αιώνες

  55. Κουτρούφι said

    Μερικά Σιφνέικα:
    1. Απέκεια. Και στη Σίφνο: α) από κει και πέρα, ύστερα, β) εξάλλου, αλλά.
    2. Κουντούτο. Σιφν, κουτέντο και εκτος από οχετός έχει και την έννοια του πήλινου υδροσωλήνα. Ο αείμνηστος Ν. Προμπονάς στο «Χρηστικό Σιφνιακό Γλωσσάριο» (2019), το συνδέει, όπως ο Ν. Σαραντάκος εδώ, με το ιταλικό condotto.
    3. Κυβερνώ. Στη Σίφνο έχει την έννοια του φροντίζω, τακτοποιώ. Κυβερνημένος: α. φαγωμένος και γενικότερα, φροντισμένος. β. αυτός που έχει αποκτήσει περιουσία.
    4. Μπουκούνι. Στη Σίφνο, αλλά και αλλού στο Αιγαίο, η μπουκουνιά. Μπουκιά.
    5. Νήστεια (αντί για νηστεία). Και στη Σίφνο.
    6. Πούπετες, πούπετα. Σιφν, πούετα (πού ήσουνα; Πούετα, ίντα ‘καμες; Τίοτα).

  56. sarant said

    53 και πριν: Και σε μένα είναι οικείο το «κάνε καλά».

  57. GeoKar said

    Επαναλαμβάνω, με την ευλογία του Ν(ο)ικοκύρη μας, προςφατη αλλά αργοπορημένη αναφορά:https://www.lifo.gr/culture/vivlio/apo-gkiak-sto-opa-opa-mplatimoi-i-logotehnia-tis-ntopiolalias. Καλό σας βράδυ.

  58. 29 Ο τράφος πάντα με κλαδιά ή βάτα, ξερολιθιά μπορεί ναι, μπορεί όχι.
    Τράφο τράφο πήγαινα
    κι έτρωγα μια πέρδικα
    τα φτερά της έτρωγα
    το κορμί της πέταγα.
    Τι είναι; (το τσαμπί το σταφύλι).

    54 Πλημμάρω όμως, όχι πλημμαίνω (αλλά ναι, θυμήθηκα με την ευκαιρία πως λέμε και πλημμαίρνω).

  59. Πέπε said

    Πολύ ωραίο και ενδιαφέρον, όχι μόνο για το θέμα αλλά και για τον πρωτότυπο τρόπο παρουσίασής του, που, πράγματι, αφήνει χώρο και στον τυχόν επόμενο.

    Προφανώς, η συζήτηση για παράλληλα σε άλλα ιδιώματα έχει ακόμη πολλά να δώσει. Ένα θα σχολιάσω προς το παρόν:

    40 (Λάμπας, Γορτυνία):

    > το έχας: σε μας θηλυκό (η έχα) και σημαίνει ό,τι ακριβώς λέει το παράδειγμα του Χυτήρη: το ζώο που δεν το σφάζεις, για να το φας, αλλά το κρατάς για παραγωγή και αναπαραγωγή.

    Στην Κρήτη το έχνος (τα έχνη) είναι το ζώο, έτσι γενικώς. Εννοιολογικά δε μοιάζει και πολύ με το κερκυραϊκό, κι ούτε θα φανταζόμουν ποτέ να έχει σχέση με το έχει και το ρήμα έχω. Τώρα όμως με το γορτυνιακό, μήπως εμφανίζεται κάποια γέφυρα;

  60. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Spiridione, ευχαριστούμε. Πολύ ωραίο τρατάρισμα σήμερα!
    Ναι, έχουμε αρκετά κοινά ή κοντινά αλλά και αρκετά πρωτάκουστα.

    58α Α Γιάννη! αυτό μάλλον θυμόμουν! Ευχαριστώ!

    >>‒ μπαίγνιο, το: άτομο αφελές, μωρόπιστο
    Ναι, μπαίγνιο και ανεμπαίγνιο
    -«μπεκρής, άσωτος και μπαίγνιο του χωριού»από τον Χριστό Ξανασταυρώνεται του Καζαντζάκη
    -«Δεν θα την αφήσω να κάμει το παιδί μου ανεμπαίγνιο του χωριού»
    Από την Πρώτη Αγάπη του Κονδυλάκη
    ….
    -κάνω καλά ~ κανονίζω
    «Πέρασε συ να φορτώσεις τα λιπάσματα κι εγώ θα κάμω καλά.»
    ….
    >>φρύγομαι: ξεραίνομαι, στεγνώνω
    ψύγομαι, με την ίδια σημασία
    Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της ερωτιάς τα πάθη,
    και πώς σ’ αγάπη εμπέρδεσεν κι εψύγη κι εμαράθη.
    Ερωτόκριτος Α 381

  61. ΧριστιανoΜπoλσεβίκoς said

    Το αμπώνω το θυμάμαι από πολύ μικρός σαν αμπώχνω (μη με αμπώχνεις, με άμπωξε κ.λ.π.) εδώ στη δυτική Αιτωλ/νία.
    Το βατσέλι το είδα πρώτη φορά σε ένα κέιμενο ενός παλιού λαϊκού δρώμενου της περιοχής τον Πανάρατο βασισμένο στην Ερωφίλη(φέρεται ότι το φέρανε στην περιοχή Κρήτες πρόσφυγες μετά την κατάληψη της Κρήτης από τους Τούρκους το 1669).
    «Κοίταξε εις τούτο το βατσέλι το Χάρο που σε περιμένει!»

  62. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    59. Πέπε,
    Το έχνος, κατά τον Αδ.Κοραή , από το έθνος με τροπή του θ σε χ. Στην Ιλιάδα (Β,459) αναφέρεται «των δ’, ως τ’ ορνίθων πετεινων εθνεα πολλά…»
    https://el.wiktionary.org/wiki/%CE%AD%CF%87%CE%BD%CE%BF%CF%82

    Το ζώο που κρατιέται για αναπαραγωγή κλπ στην Κρήτη το λέμε ζωντάρι .Ωραία λέξη μου φαίνεται και την λέγανε και μελαγχολικά οι γερόντοι όταν του λέγαμε ευχές να πολυχρονήσουν: ίντα για ζωντάρι θ΄ μ΄αφήσει; (ο χάρος)
    Το λέγαν και για υπερήλικα πεθερικά οι νεότεροι, πειραχτικά «εγώ τον/την εκράτηξα για ζωντάρι»

  63. sarant said

    59 Εχω την εντύπωση ότι το κρητικό έχνος είναι από το έθνος -αλλά δεν έχω πρόχειρα κιτάπια για να το τσεκάρω.

  64. sarant said

    62 Και μέχρι να το γράψω, με πρόλαβε η Εφη που το επιβεβαιώνει.

  65. Πέπε said

    62, 63
    Σαν περίεργη ετυμολογία… Με την τροπή θν > χν δεν έχω κανένα πρόβλημα, άλλωστε από κάποιο κείμενο εδώ στο ιστολόγιο θυμάμαι και το κανονικό γνωστό ν/ελλ έθνος παρεφθαρμένο σε έχνος. Αλλά νοηματικά; Το «ορνίθων πετεινών έθνεα» μου φαίνεται ελάχιστα να απέχει από τη σημερινή έννοια (σε μια στιγμή κάπως λογοτεχνίζουσα, δε θα λέγαμε για ένα μεγάλο πλήθος ζώων «λαός» ή κάποια παρόμοια λέξη; – Το αντίστροφο πάντως, για ανθρώπους να βάζουμε λέξη που σημαίνει πλήθος ζώων, συχνότατο: κοπάδι, αγέλη, σμάρι…). Πώς να έφτασε να σημαίνει «ζώο»;

  66. dryhammer said

    Χωρίς να προλάβω να διαβάσω όλα τα σχόλια (ελλείψει χρόνου και όχι μόνο) παραθέτω όσες λέξεις βρήκα όμοιες ή παρόμοιες στα ευρύτερα* Χιώτικα.

    Ευρύτερα γιατί οι (από μνήμης) πηγές μου είναι από ιδιώματα διάφορων χωριών, μικρασιάτικα, χωραίτικα.

    4. αμπλάθρι, το: μπλάστρι και μπλαστρώνω. Σήμερα μόνο με αρνητική σημασία πχ για κάτι άχρηστο «να το κάνω –εις –ει (ή να το βάλω –εις –ει) μπλάστρι», ενώ το φαρμακευτικό έμπλαστρο λέγεται έμπλαστρο

    5. αμπώνω: Υπάρχει το σπάνιο πια μπόθω τόσο με τη στενή έννοια του σπρώχνω συνωθώ όσο και με την ευρύτερη του συμμετέχω βοηθώντας σε κάτι «μπόθε κι σύ δωνά και άσ’ τα λόγια»

    7. αναπίασμα, το: ανάπιασμα, αναπιάνω με την ίδια σημασία και χρήση

    8. αναχαράζω: (σπάνια αναχαράσσω) με την ίδια σημασία και χρήση

    11. απέκει και απόκει: απέδευτού κι απόδευτού μόνο τοπικά

    31. κλέισμα, το: υπάρχει (στο Πυργί) επώνυμο Κλεισσάς δύο (άσχετων μεταξύ τους) οικογενειών που λέγεται πως ήταν οι κλειδοκράτορες των δύο πυλών του χωριού (γι αυτό και το άσχετο παρότι συνεπώνυμες)

    34. κουντραστάρω: κοντραστάρω, αντιτίθεμαι εναντιώνομαι. «το γκαιρό / τη θάλασσα εν τονε /τηνε κοντραστάρεις γιατί α βγείς χαμένος»

    36. κυβερνώ: έχει μείνει στο (σπάνιο πια) «να κυβερνήσω τα ζά»

    39. λιμπά τα: όμοια

    43. μπάιγνιο το: όμοια

    45. μπουκούνι, το: η μπουκουνιά «το ‘καμε δυό μπουκουνιές»

    47. νήστεια, η: όμοια

    52. πατημία, η: πατουνιά και επώνυμο Πατούνας

    56. πλημαίνω: πλημαίρνω και πλημάρω [αντίθετα (ξε)λιμπάρω ναυτ. -σχέση με τα λιμπά;]

    57. πούπετε(ς): πούπετις και πούβετις αλλά παροιμιακά «πούσουνα; πούπ/βετα, τι ‘κάμες; τίποτα» για μάταιους κόπους κι έξοδα

    64. σκόρτσα, η: Εδώ υπάρχει το σκόρτσο ως ζημιά ή τραύμα από βίαια ή/και απότομη χρήση όπου κάτι «σκορτσάρει» ή «παίρνει σκόρτσο» «(ε)σκορτσάρησε η αλυσίδα κι ίσα που ηπρολάβαμένε μπρι κοπεί» «έν το ‘σπασένε αλλά ηπήρενε σκόρτσο από το καργάρισμα/ το πέσιμο» Επί εμψύχων και αψύχων.

    67. τράφος, ο: όμοια

    69. φόρος, ο: τα φόρα στην έκφραση «τ* βγάζω στα φόρα»

  67. sarant said

    66 Ωραίος!

  68. dryhammer said

    66. παρέλειψα στο
    11. απέκει και απόκει: χρονικά το απέ και απόκια =ύστερα, κατόπιν

  69. dryhammer said

    8 του 66
    «Αναχαράζω στο Αιγαίο κι είναι όμορφα σου λέω» βέλαζε η κατσίκα ξαπλωμένη στο δροσιό λίγο αφότου βόσκησε την αλητόφουντα ενώ ο τσοπάνης γαμοσταύριζε που δεν την πρόλαβε…

  70. Spiridione said

    Να προσθέσω μερικές λέξεις ακόμα που βρήκα. Λίγες λέξεις δεν τις βρήκα στον Χυτήρη (έχει κάνει και δεύτερη έκδοση συμπληρωματική που δεν την έχω), τις βρήκα στον Θεοτόκη και άλλο γλωσσάρι διαδικτυακό.
    1. αναμουρεύομαι: επιθυμώ, ερωτεύομαι «η Nτίδο ηβλέποντας τον Aινέαν αναμουρεύτη τον» (Καρ.) [στο Λεξ. Κριαρά: αναμορεύομαι· αναμουρεύομαι: ερωτεύομαι, ←ιταλ. innamorarsi].
    ‒ ιναμοράτος, ο: ερωτευμένος (innamorato) (Χυτ.).
    2. βαλημένος: μτχ. τοποθετημένος «και τούτο το είδωλον έστεκεν εις την μέσην του φόρου της Νινευής βαλημένο αποκάτου εις ένα μπόριο» (Καρ.).
    ‒ βαλημένος, ο (Χυτ.).
    3. βαριούμαι: δυσανασχετώ για κάποιον, αποστρέφομαι, αγανακτώ, εξοργίζομαι «εις τρόπον ότι ο Θεός τον εβαρέθη και τα γεννήματα των ζώων αυτού πάσα χρόνον υπήγαιναν από κακόν εις χειρότερον» (Καρ.).
    ‒ βαραίνω: δυσανασχετώ, πικραίνω, κακοκαρδίζω∙ και βαρεμένος, ο: δυσαρεστημένος «είμαι βαρεμένος από το γιό μου» (Χυτ.).
    4. βόλτο, το: καμάρα «είχε γένει η τούρη έως σαράντα τέσσαρα βόλτα» (Καρ.).
    ‒ βόλτο, το: αψίδα, στοά, αψιδωτή εξώθυρα (Χυτ.).
    5. γεύομαι: τρώγω «και εκεί είχεν καλεσμένους ο προφήτης τριάντα άρχοντας διά να γευτούν μετ’ αυτόν» (Καρ.).
    ‒ γεύγομαι: τρώγω μεσημεριανό «να γεύγεται τον κουρνιαχτό και να δειπνάει το χώμα» (μοιρολ.) (Χυτ.).
    6. θαυμάζομαι: αμτβ. και μτβ. θαυμάζω, απορώ, εκπλήττομαι «αμήν αμήν λέγω σας ένας από εσάς με θέλει παραδώσει, και τότες οι μαθητάδες ηκούγοντας αυτόν τον λόγον εκοίταζεν ένας από τον άλλον και εθαυμάζονταν διά τίναν λέγει» (Καρ.).
    ‒ θιαμάζομαι: θαυμάζω, εκπλήττομαι «όπου δεν είδε παλάτι, είδε φούρνο κι εθιαμάστη», «σε θιαμάζομαι» απορώ μαζί σου∙ και θιάμασμα, το: θαυμασμός «επήγε θιάμασμα σ’ όλο τον κόσμο» (Χυτ.).
    7. καλά: στη φρ. «κάμε καλά» [δεν υπάρχει στο γλωσσάρι] «και ο Ιωσήφ λέγει: Ω παιδί μου, δεν ηβλέπεις ότι οι άνθρωποι σε μέφονται; κάμε καλά». (Καρτ.)
    ‒ καλά: επιρ. […] στη φράση «κάμε καλά» ανάλαβε την ευθύνη για τη διευθέτηση (Χυτ.).
    8. κερδαίνω: κερδίζω «με κόπον και με μόχθον και με το ίδρο του προσώπου μου να κερδαίνεις τον άρτον σου» (Καρ.).
    ‒ κερδαίνω: κερδίζω «εβγήκε κερδαιμένος»∙ και κέρδεμα, το: κέρδος «το κέρδεμα σου ένα φιλί, το χάσιμο μι’ αγάπη…» (Χυτ.).
    9. κρατύνω: «κρατώ», κάνω παράλυτο, κουτσό «και αφού τον άφησεν ο άγγελος του ήλθεν εις την λάγκαν με ένα αστροπελέκι και εκράτυνέ του το λαγκόνι και εκούτσαινεν από τότες» (Καρ.) [σχετικά με το «κρατημένος» παραπάνω].
    ‒ κραταίνομαι: παθαίνω παράλυση∙ κραταίνω: ξυλοκοπώ ώσπου να προκαλέσω προσωρινή παράλυση, ως απειλή. (Χυτ.).
    10. λαρνάκι, το: λάρνακα, κιβώτιο (Καρ.).
    ‒ λαρνάκι, το: βαθούλωμα με νερό, αυλάκι, ποτίστρα «και του ψαριού την ομιλιά γιομάτος ψυχοπόνοια άκουσε ο μάντης ο Μανούς, και τόπιασε στο χέρι, και τόρριξε μές στο νερό σ’ ένα τρανό λαρνάκι» (Θεοτ.).
    11. ξαιματώνω: κάνω να ματώσει (Καρ.).
    ‒ ξαιματώνω: αιματορροώ (Χυτ.).
    12. ξώκαρδα: επιρ. επιπόλαια «η ευχή οπόταν θέλει ο άνθρωπος να την κάμει, τυχαίνει να την κάνει ως χρη, αλλ’ όχι με γέλιον και ξώκαρδα, διότι δεν ηκούγεται προς τον Θεόν» (Καρ.).
    ‒ ξώκαρδα: επιρ. λέμε κάτι χωρίς να το πιστεύουμε, «του λέω μία καλημέρα ξώκαρδα» (από γλωσσάρι).
    13. οικονομώ: ρυθμίζω, τακτοποιώ, καθοδηγώ «και πάσα ένας άλλη και άλλη γλώσσα, και τούτο ήτονε του Θεού και τους οικονόμησε έτσι το Πνεύμα το άγιον διά να μην συγχυστούν» (Καρ.).
    ‒ οικονομάω: ως μτβ. βοηθώ κάποιον «ήρθα να με οικονομήσεις» (Χυτ.).
    14. ορθός, ο: ορθοστάτης, παραστάδα της πόρτας «να πάρουν από το αίμα του προβάτου και να το βάλουν εις τους δύο ορθούς … της πόρτας» (Καρ.).
    ‒ ορθός, ο: (τση πόρτας) τα όρθια μάρμαρα, οι παραστάδες (Χυτ.).
    15. ‘ποκτίζω: αποκτώ (Καρτ.).
    ‒ ξεποχτίζω: αποστερούμαι, χάνω ό,τι είχα αποκτήσει, χάνω δυνάμεις (Χυτ.).
    16. σέπομαι: σαπίζω «και τούτα τα δένδρα έκαναν μήλα μεγάλα, τα οποία εδουρούσαν έτσι χλωρά τριακοσίους χρόνους, οπού δεν εσέπονταν» (Καρ.).
    ‒ σέπω: σαπίζω «τα πολλά νερά πού πίνεις σαν κάρλακας, αυτά αμιά σε αρρωσταίνουνε. Σέπουνε, άκου το, τα σωθικά» (Θεοτ.).
    17. τεταρτιώνω: κόβω, χωρίζω στα τέσσερα «και έτσι ετετάρτιωσε το παιδί της και έβαλε το ένα μερτικόν εις το σουβλί να το ψήσει διά να δειπνήσει» (Καρ.). [σχετικά με το «τετάρτι» παραπάνω].
    ‒ τεταρτιάζομαι: από πτώση παρουσιάζω θραύση των άκρων, τσακίζομαι∙ και τεταρτιάζω: κόβω στα τέσσερα, και ως απειλή «θα σε τεταρτιάσω» (Χυτ.).
    18. τούρη, η: πύργος (Καρ.).
    ‒ τούρη, η: πύργος, στενό και ψηλό σπίτι (Χυτ).
    19. φουντάνα, η: αγωγός νερού, βρύση, υδραγωγείο «με έναν φόρον έμορφον και με μίαν φουντάνα με νερό οπού εχόρταινε όλην την χώραν» (Καρ.).
    ‒ φουντάνα, η: πηγή (από γλωσσάρι).
    20. φτυώ: φτύνω «και επολυπλασίασε πολλές αμαρτίες, ήγουν τούτος ο Κάις, και ο Θεός έκαμε και εξεφύτρωσαν εις την γην πολλά θηρία κακά οπού εφτυούσαν το φαρμάκι διά να φαρμακώσουν τους αμαρτωλούς» (Καρ.).
    ‒ φτυώ: φτύνω (Χυτ.).

  71. sarant said

    70 Α, ωραίο συμπλήρωμα.

  72. dryhammer said

    Στο 19. του #70 να συμπληρώσω πως στη Χίο φουντάνα λέμε την δεξαμενή νερού ιδίως την υπόγεια. «Είχενε φουντάνα απεκάτω από το σπίτι κι ημάζευγένε το βρόχινο νερό»

  73. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    >> «εβγήκε κερδαιμένος»
    Ακριβώς το ίδιο στο δημοτικό ποίημα/τραγούδι «Για ένα ζευγάρι ρόδα»όπως το θυμάμαι να το λένε η μάνα κ η γιαγιά μου, όταν η μάνα της κόρης «την έβλεπε απ΄ανάδιο παραθύρι»:
    Μωρή σκυλιά μωρή βρωμιά, μωρή μαγαρισμένη
    απού ΄χεις δώδεκα αδερφούς καστροπολεμιστάδες,
    το Κάστρο επολεμήσανε και κερδαιμένοι εβγήκαν … »

    >>φτυώ: φτύνω
    Ναι, «εκειά που φτυω δε γλείφω»

    «Και κάπου εφτυούσε καταγής» λέει κι ο Βάρναλης.

    >>φουντάνα στην Κυνουρία
    Έτρεχε το νερό φουντάνα.Μια φουντάνα νερό.
    Πολύ και ορμητικό νερό.

  74. sarant said

    72 Σε φουντάνα μέσα ήταν το παράνομο τυπογραφείο του ΔΣΕ στη Χίο, εκεί που πιάσανε τον Αγγουλέ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: