Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ο ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2022


Στις 26 Οκτωβρίου, ακριβώς 65 χρόνια μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Διόπτρα (που επανεκδίδουν το σύνολο του έργου του) το μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη «Ο ανήφορος».

Όποια γνώμη κι αν έχει κανείς για τον μεγάλο Έλληνα συγγραφέα, η έκδοση αυτή ασφαλώς αποτελεί σημαντικό εκδοτικό και φιλολογικό γεγονός.

Το μυθιστόρημα το έγραψε ο Καζαντζάκης το 1946, όταν έφυγε από την Ελλάδα για την Αγγλία, στον πρώτο σταθμό μιας αυτοεξορίας που έμελλε να κρατήσει ίσαμε τον θάνατό του, το 1957. Ένα κομμάτι («Ο θάνατος του παππού») το δημοσίευσε στη Νέα Εστία, τον Μάρτιο του 1947 (τχ 473) με αφιέρωση στην Τέα Ανεμογιάννη και με την υποσημείωση: Ένα κεφάλαιο από το τελευταίο βιβλίο που γράφτηκε στο Cambridje [sic], αλλά το υπόλοιπο έργο το άφησε ανέκδοτο.

Και όχι μόνο αυτό, αλλά κάποιες σελίδες του τις χρησιμοποίησε στον Καπετάν Μιχάλη. Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε πιο κάτω, ίσως θυμηθείτε τη σκηνή με τους τέσσερις τζουτζέδες του πατέρα του αφηγητή, που είμαι βέβαιος (αλλά δεν μπορώ να το ψάξω τώρα) πως υπάρχει  και στον Καπετάν Μιχάλη.

Ήρωες στο μυθιστόρημα είναι ο Κοσμάς, σαραντάχρονος συγγραφέας και προφανές  αλτερέγκο του Καζαντζάκη, και η Νοεμή, η Πολωνοεβραία γυναίκα του που έχει περάσει όλη τη φρίκη του πολέμου και του Ολοκαυτώματος. Το μυθιστόρημα εκτυλίσσεται στην Κρήτη αρχικά και στη συνέχεια την Αγγλία.

Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα έδωσε στο γεγονός τη σημασία που του αξίζει. Η έκδοση είναι καλαίσθητη και το κείμενο του μυθιστορήματος (αλλά όχι των προλόγων κτλ) είναι τυπωμένο σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά, πολύ ευχάριστη στο μάτι. Αρκετές λέξεις εξηγούνται σε υποσημείωση, με μια πρωτοτυπία: δεν υπάρχει αστερίσκος ή άλλη ένδειξη στη λέξη που εξηγείται, αλλά στο κάτω μέρος της σελίδας υπάρχουν οι εξηγήσεις με διαφορετική γραμματοσειρά. Οι εξηγήσεις βασίζονται στο «Γλωσσάρι στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη» του Β. Γεώργα, ένα πολύ αξιόλογο έργο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπ. Εκδόσεις Κρήτης και που φιλοδοξώ κάποτε να παρουσιάσω εδώ. Για να πάρετε μια ιδέα των λέξεων που εξηγούνται, στο τέλος του αποσπάσματος που θα παραθέσω βάζω όλες μαζί τις εξηγούμενες λέξεις -και σημειώνω και κάποιες παρατηρήσεις.

Αξιοδιάβαστο και χρήσιμο είναι και το Επίμετρο που το υπογράφουν, όπως και τον πρόλογο, ο Νίκος Μαθιουδάκης και η Παρασκευή Βασιλειάδη.

Γεννιέται το ερώτημα, αν προσθέτει κάτι ο Ανήφορος στο έργο του Καζαντζάκη που ξέρουμε (που ξέρουν, όσοι έχουν διαβάσει τα μεγάλα του έργα τουλάχιστον). Ενώ αναγνωρίζω πως είναι σημαντικό γεγονός φιλολογικά, δεν είμαι πεισμένος ότι στέκεται στο ύψος των γνωστών έργων του Καζαντζάκη σαν συνολικό εγχείρημα. Κι ο ίδιος άλλωστε το ίδιο φαίνεται να πίστευε, αφού πήρε σελίδες από το [αποτυχημένο; αποκηρυγμένο;] έργο του και τις ένταξε (σικ, ρε) στον Καπετάν Μιχάλη. Όμως η γνώμη μου αυτή είναι προσωρινή εντύπωση και μπορεί ν’ αλλάξει. Θα άξιζε επίσης να υπάρξει αντιπαραβολή με τον Καπετάν Μιχάλη, κάτι που δεν το κάνουν οι Μαθιουδάκης και Βασιλειάδη στο Επίμετρο, όπου πάντως αναφέρουν πολλά ενδιαφέροντα για την ιστορία του χειρογράφου και την αντιμετώπιση που είχε ως τώρα.

Θα παραθέσω λοιπόν εδώ τις πρώτες σελίδες από τον Ανήφορο (σελ. 29-43 του βιβλίου) και στο τέλος τις Λέξεις που εξηγούνται. Αν μου ξέφυγε κανένα λαθάκι από το Οσιάρ, διορθώστε με.

Πριν προχωρήσω, μια επισήμανση. Έχω βάλει με μαύρα τη λέξη «δυνάμες» (όλες του τις δυνάμες) διότι θεωρώ απίθανο να το έγραψε αυτό ο Καζαντζάκης, ή, ακόμα κι αν είναι έτσι στο χειρόγραφο που σώζεται, θα έπρεπε να το διορθώσουν οι επιμελητές. Ο Καζαντζάκης «δύναμες» και μόνο «δύναμες» έγραφε, όπως είναι ο παλιός δημοτικός-λαϊκός τύπος των δημοτικών τραγουδιών, του Σολωμού και του Βάρναλη, όχι «δυνάμεις» που είναι ο κανονικός τύπος της σημερινής κοινής νεοελληνικής, και οπωσδήποτε όχι το αλλόκοτο «δυνάμες». Οπότε, ένα μείον για την επιμέλεια της έκδοσης. Εχω  και μια μικρή επιφύλαξη για το απόσπασμα: Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε, όπου λογικά θα περίμενα «ήταν γερός», αλλά και το «γέρος» στέκει. Όμως αυτά είναι παρωνυχίδες. Ο λόγος στο άγνωστο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη

Ο ανήφορος

Ι

Ξημέρωνε. Απόγειο αγεράκι φύσηξε κι η θάλασσα ανατρίχιασε ανάλαφρη μυρωδιά από θυμάρι κατέβαινε από τη στεριά κι ο Κοσμάς, όρθιος στην πλώρα, ανάσαινε βαθιά τον κόρφο της Πατρίδας. Βράχοι άγριοι σηκώνουνταν μπροστά του, κάπου κάπου δέντρα μαυρολογούσαν, μακριά οι βουνοκορφές ρόδιζαν. Πώς έφυγε, είκοσι τώρα χρόνια, νέος με χνουδάτα μάγουλα, με χνουδάτη ψυχή και πώς τώρα γύριζε! Στράφηκε’ μια κοπέλα δίπλα του, μικρή, χλωμή, κοίταζε κι αυτή, με μεγάλα μάτια γιομάτα τρομάρα.

— Η Κρήτη! της είπε, χαμογέλασε και της άγγιξε με τρυφε­ρότητα τον ώμο.

Η κοπέλα τινάχτηκε.

— Ναι, είπε’ και σώπασε.

— Εδώ θα ξεχάσεις, της είπε με σιγανή φωνή. Τούτη πια είναι η πατρίδα σου. Ξέχασε την άλλη…

Κι επειδή η κοπέλα σώπαινε:

–  Ξέχασε την άλλη… της ξανάπε με γλύκα.

– Ναι, Κοσμά… έκαμε η κοπέλα· και σώπασε πάλι.

Κι άξαφνα τον άρπαξε από το μπράτσο, τον έσφιξε ανήσυχη, σα να ‘θελε να βεβαιωθεί πως υπάρχει. Γαλήνεψε λίγο.

Η Κρήτη όλο και ζύγωνε με τα βουνά της, με τους ελαιώνες, με τ’ αμπέλια. Το Μεγάλο Κάστρο, πέρα, ασπρολογούσε μέσα στο πρωινό φως. Η μυρωδιά του θυμαριού πλήθαινε. Το φως είχε κατηφορίσει πια από τις κορυφές στις ποδιές του βουνού, έπιανε τώρα τις ρίζες του, χύνουνταν ήσυχα και πλημμύριζε τον κάμπο. Τα δέντρα άρχιζαν και ξεχώριζαν, κοκόρια ακούστηκαν, ο κόσμος ξυπνούσε.

Ο άντρας έσκυψε στην κοπέλα:

— Σε παρακαλώ, της είπε σιγά, τώρα που θα μπεις στο πατρικό μου σπίτι, βάστα την καρδιά σου, μην τρομάξεις. Σκέψου πως είμαι μαζί σου, πάντα. Η μητέρα μου είναι μια άγια γυναίκα, θα σε αγαπήσει· η αδερφή μου, πρέπει να ξέρεις…

Σώπασε· μάζεψε τα φρύδια με αγανάχτηση.

— Τι; είπε η κοπέλα και κοίταξε τον άντρα ανήσυχη.

—  Όταν έγινε δώδεκα χρονών, ο γέρος τη φώναξε: «Δε θα δρασκελίσεις πια το κατώφλι της εξώπορτας», της είπε· «δε θα παρουσιαστείς πια μπροστά μου. Φεύγα!» Κι από τότε πια κλειδομανταλώθηκε σπίτι· κάθουνταν όλη μέρα, ύφαινε, κεντούσε, έκανε τα προυκιά της· όταν γύριζε ο γέρος το βράδυ, άκουγε πρώτη από μακριά το βήμα του κι έτρεχε στη μέσα κάμαρα να κρυφτεί. Όταν έγινε είκοσι χρονών είδε ψηλά από το παράθυρο ένα νέο που την κοίταζε. Την άλλη μέρα, το ίδιο. Την άλλη το ίδιο. Τον αγάπησε… Ένα βράδυ, στα σκοτεινά, του έριξε ένα χαρτάκι: «Έλα, τα μεσάνυχτα’ θα ’μαι στην πόρτα».

Ο Κοσμάς σώπασε· η φλέβα ανάμεσα στα φρύδια του είχε φουσκώσει και χτυπούσε. Τινάχτηκε πάλι μέσα του, όλο αγριότητα, το μίσος, ο φόβος, η αγάπη για το γέρο. Χάθηκε η Κρήτη και διάνεψε μέσα στον αγέρα ο φοβερός ο ίσκιος.

— Σώπα, ψιθύρισε η κοπέλα· σώπα, δε θέλω να μου πεις.

—  Όχι, πρέπει. Τα μεσάνυχτα η αδερφή μου κατέβηκε, ξυπόλυτη, σιγά σιγά για να μην τρίξουν οι σκάλες… Μα ο γέρος αγρυπνούσε, την άκουσε, γλίστρησε ξοπίσω της, την ακολούθησε. Η κακόμοιρη η κοπέλα βγήκε στην αυλή και τη στιγμή που άπλωνε το χέρι ν’ ανοίξει την πόρτα, ο γέρος την άρπαξε από τα μαλλιά, κάρφωσε απάνω της τα νύχια του, την ανέβασε λιπόθυμη στην κάμαρά της, την πέταξε μέσα, την κλείδωσε κι έβαλε το κλειδί στη μέση του. Λέξη ο γέρος δεν ξεστόμισε· μα από τότε πια η αδερφή μου, δεκαπέντε χρόνια, δεν πρόβαλε το πρόσωπό της μήτε στην πόρτα μήτε στο παράθυρο· δεν μπορεί, μου λεν, να κοιμηθεί· κι όταν μονάχα ζυγώνουν τα μεσάνυχτα, ανοίγει το παραθύρι της, σκύβει, κι αν τύχει και περνάει κανένας στο δρόμο, του φωνάζει: «Κοντεύουν μεσά­νυχτα;» και κλείνει ευτύς, πάλι, το παράθυρο, με τρόμο.

Ο Κοσμάς σώπασε. Τα ξανθά μαλλιά, τα γαλάζια μάτια, η γλύκα της αδερφής, το γέλιο της, όταν ήταν μικρή… Σα να ’ταν ένα βαθύ μαύρο νερό κι έβλεπε μέσα.

—  Και τώρα; ρώτησε η κοπέλα. Τώρα που πέθανε ο γέρος…

Κάτι ήθελε να πει, μα η φωνή της κόπηκε.

—  Τώρα που πέθανε ο γέρος; Δεν ξέρω’ μα ναι πολύ αργά.

Έκαμε μερικά βήματα στο κατάστρωμα, επεστράτεψε πάλι,

όπως το συνήθιζε, όλες του τις δυνάμες, ησύχασε λίγο. Ξαναγύρισε στην κοπέλα.

— Σε παρακαλώ, της ξανάπε, μην τρομάξεις.

— Μα… έκαμε η κοπέλα.

Ο Κοσμάς άπλωσε το χέρι, σα να ’θελε να της φράξει το στόμα.

—  Όχι, όχι… είπε· δεν πέθανε. Θα δεις.

Κοίταζε ο Κοσμάς πίσω από το Μεγάλο Κάστρο, κατά νότου, το ξακουστό βουνό, το Γιούχτα – τεράστιο θεϊκό κεφάλι, ξαπλω­μένο ψηλά απάνω από τις ελιές και τ’ αμπέλια, με το τραχύ όλο ανήφορο μέτωπο, με την όρθια μύτη, με το φαρδύ κλεισμένο στόμα και τα γένια από βράχους και γκρεμούς που χιμούσαν και κατέβαιναν στον κάμπο. Κείτονταν ανάσκελα, σαν πεθα­μένος, μαρμαρωμένος θεός, γαλαζόμαυρος, κακοτράχαλος, αλαφριά ανασηκωμένος, σα να κοίταζε ακόμα και ν’ αφέντευε την Κρήτη.

«Δεν πέθανε ο γέρος», συλλογίστηκε ξαφνικά ο Κοσμάς, με

τα μάτια καρφωμένα στο ανησυχαστικό μπροστά του βουνό. «Όσο ζει και σαλεύει μέσα μου, δεν πέθανε, όσο ζω και τον συλλογιέμαι δε θα πεθάνει. Οι άλλοι θα τον ξεχάσουν, από μένα κρέμεται η ζωή του. Με κρατάει μα κι εγώ τον κρατώ…»

Ένιωθε τον κύρη στα σωθικά του να πιάνει, ν’ απλώνει ρίζες, να μη θέλει να ξεκολλήσει. Έτσι ήταν πάντα του. Άγριος, αμίλητος κι έκανε κατοχή. Τον θυμάται, μικρός, με τα μαύρα καραμπογιά γένια, με το μαύρο μαντίλι στο κεφάλι, βαρύς, λιγομίλητος κι είχε κάμει όρκο να μη γελάσει αν δε λευτε­ρωθεί η Κρήτη. Κι ένα βράδυ, θυμάται ο Κοσμάς, είχε έρθει βεγγέρα σπίτι τους ο θείος ο Δημητρός, ο αδερφός της μητέρας, πρόσχαρος, αγαθός, από άλλο χώμα καμωμένος. Είπε κάτι στην κουβέντα απάνω και γέλασε’ ο κύρης μάζεψε τα χοντρά του φρύδια και πια δε μίλησε. Κι όταν ο θειος έφυγε, στράφηκε κι είδε τον Κοσμά: «Δεν ντρέπεται», είπε, «γέλασε».

Δε μιλούσε, δε γελούσε, κοίταζε τους ανθρώπους και δεν τους ήθελε. Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε· μα μέσα του ένιωθε βαριά κατασκέπαση, ακατανόητη πίκρα, ένα αχ! ανέβαινε στο λαιμό του και τον έπνιγε. Στέρνιαζε, στέρνιαζε τον πόνο ένα μήνα, δυο μήνες, έξι μήνες, μα πια ξεχείλιζε μέσα του, δεν μπορούσε πια να χωρέσει, πήγαινε να σπάσει η καρδιά του. Και τότε, κάθε έξι μήνες, μεθούσε. Τα μεθύσια αυτά τα θυμάται ακόμα ο Κοσμάς με τρόμο. Είχε τέσσερεις τζουτζέδες, φτωχούς ανθρώπους, που τους έδινε δανεικά όλο το χρόνο, για να τους έχει στην υποταγή του όταν τους ήθελε’ όταν, κάθε έξι μήνες, μεθούσε και του χρειάζουνταν. Καθένας τους είχε και μια χάρη – ο ένας χόρευε καλά, ο άλλος τραγουδούσε, ο άλλος έπαιζε λύρα κι ο τέταρτος έκανε χωρατάδες. Σαν έρχουνταν ο γραμμένος καιρός, ο κύρης έστελνε τον παραγιό στον καθένα και τους μηνούσε: «Χαιρετίσματα», λέει, «από τον καπετάν Μιχάλη, και να κλείσετε το μαγαζί και να κοπιάσετε σπίτι».

Τρόμος τους έπιανε. Έστελναν ανθρώπους, παρακαλούσαν τον κύρη αν ήταν μπορετό ν’ αναβάλει δυο τρεις μέρες, να ετοιμαστούν. Είχαν δουλειά, δεν την τέλειωσαν, η γυναίκα τους ήταν άρρωστη, είχαν να παν στο χωριό να τρυγήσουν. Τίποτα! Έστελνε ο γέρος πάλι τον παραγιό: «Να κοπιάστε, λέει, ευτύς!» Κλειούσαν λοιπόν τα μαγαζάκια τους οι κακόμοιροι κι έγραφαν σ’ ένα κομμάτι χαρτί και το κολνούσαν απόξω: «Θα λείψω οχτώ μέρες», γιατί τόσο βαστούσαν τα μεθύσια του γέρου. Ψώνιζαν μιας βδομάδας πράματα, πήγαιναν σπίτι τους, αποχαιρετούσαν τις γυναίκες και τα παιδιά τους, έκαναν το σταυρό τους και κατάφταναν ένας ένας στο σπίτι. Η δούλα τούς κατέβαζε στο υπόγειο· εκεί ταν τα βαρέλια το κρασί, ένα πιθάρι λάδι, ένα πιθάρι ελιές και δυο πιθάρια αλεύρι και στάρι. Είχε σύντοιχα ένα μακρύ πατάρι με μαξιλάρες και μεντέρια και μπροστά ένα μακρύ τραπέζι. 0 γέρος κάθουνταν στη μέση, έβανε δεξά του τους δυο, ζερβά τους άλλους δυο, κατέβαζε η δούλα τους μεζέδες, κινούσαν να σφάζουνται οι όρνιθες στη μέσα αυλή κι άρχιζε το φαγοπότι. Έτρωγαν, έπιναν, δε μιλούσαν. Κανένας από τους τέσσερεις δεν είχε κέφι· καθένας συλλογίζουνταν τις δουλειές του και το σπίτι του κι αγαναχτούσε μα σώπαινε. Σιγά σιγά, με το κρασί, με το φαΐ ζωντάνευαν, θόλωνε το μυαλό, ξεχνούσαν, έκανε νόημα ο γέρος, έπιανε τη λύρα ο λυράρης, ρουφούσε ο τραγουδιστής ένα αυγό να καθαρίσει η φωνή του κι άρχιζε το ξεφάντωμα. Πετιούνταν ο χορευτής, κινούσε τα χωρατά ο χωρατατζής, όλο το υπόγειο βροντούσε κι έτρεμε. Περνούσε η μέρα, έφτανε η νύχτα, ξημέρωνε. Ο γέρος, αγέλα­στος, ακίνητος, έπινε και θωρούσε· δεν τραγουδούσε, δε χόρευε ποτέ του. Ακουμπούσαν στον τοίχο οι καλεσμένοι, ή στον ώμο ο ένας του άλλου, έπαιρναν κλεφτάτα έναν ύπνο και πάλι, με μια σκουντιά του γέρου, τινάζουνταν και ξαναρχινούσε το φαγοπότι. Μέρες τρεις, τέσσερεις, οχτώ. Απάνω στις οχτώ, ο γέρος σηκώνουνταν, άνοιγε την πόρτα, άπλωνε το χέρι: «Φευγάτε!» έλεγε ήσυχα. Ποτέ δε θα τους ξεχάσει ο Κοσμάς τους κακόμοιρους πώς έφευγαν τοίχο τοίχο κι οι τέσσερεις, ο ένας πίσω από τον άλλον, κιτρινοπράσινοι από τους εμετούς και τις αγρυπνίες, άπλυτοι, αξούριστοί, τρεκλίζοντας… Κι ο γέρος καβαλίκευε τη φοράδα του, περνούσε από τους τούρκικους μαχαλάδες, έβγαινε από την πολιτεία και πήγαινε στο μετόχι του να πάρει αγέρα.

Τίναξε ο Κοσμάς θυμωμένος το κεφάλι, σα να ’θελε να πετάξει αποπάνω του τον κύρη, στράφηκε να δει την κοπέλα, να γλυκάνει ο νους του. Την είδε να κάθεται απάνω στην κουλούρα τα σκοινιά, στην πλώρα, και να κοιτάζει με τα μεγάλα μαύρα μάτια της την πολιτεία που όλο και ζύγωνε… Τα βενετσάνικα τείχη, τα χαλασμένα σπίτια, δυο τρεις μιναρέδες κουτσου­ρεμένοι, χωρίς πια μισοφέγγαρο, κι απάνω απ’ όλα μια μεγάλη εκκλησιά με γαλαζόμαυρο τρούλο.

— Είναι η μητρόπολη, ο Άγιος Μηνάς, είπε ο Κοσμάς και κάθισε δίπλα της. Είναι ο προστάτης του Μεγάλου Κάστρου όταν χιμούσαν οι Τούρκοι να πατήσουν την εκκλησιά, αυτός πηδούσε από το κόνισμά του κι όπως ήταν, καβαλάρης, με τα σγουρά κοντά γένια, με την ασημένια αρμάτα, με το μακρύ κοντάρι, πρόβαινε στην πόρτα της εκκλησιάς και χύνουνταν στους Τούρκους…

Έζωσε το χέρι του στη μέση της, ένιωσε τη ζεστασιά του κορμιού της, την παράξενη μυρωδιά της ανάσας της -σα να μύριζε μοσχοκάρυδο και κανέλα- κι άγρια του γεννήθηκε η λαχτάρα ν’ αναποδογυρίσει το αγαπημένο κεφάλι, απάνω στα καραβόσκοινα, να το φιλήσει. Δυο χρόνια τώρα το χαίρεται, κι ακόμα δεν μπορεί να χορτάσει το ζεστό λιανοκόκαλο αυτό κορμί, από χώρα μακρινή, από ξένη ράτσα, από θλιμμένους, κατατρομαγμένους προγόνους.

– Νοεμή, της είπε σιγά, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις.

Η κοπέλα έσκυψε το κεφάλι, μαζεύτηκε στο στήθος του αντρός

σα να ‘θελε να μπει, να χαθεί μέσα του, να μην υπάρχει.

Το φως τράνεψε, από χλωμό πρωινό τριαντάφυλλο έγινε άγριο ρόδο κάτασπρο κι η θάλασσα γέμισε μαστούς, χοροπηδούσε και δέχουνταν τον ήλιο. Ο Γιούχτας άρχισε ν’ αραιώνει και να χάνεται μέσα στους αχνούς της ζέστας που ανέβαιναν κιόλας από τη γης. Ο ουρανός αποπάνω είχε χάσει τη γλύκα του την πρωινή κι είχε γίνει γαλάζιο ατσάλι.

Κάθε πρωί, είπε η κοπέλα κι αναστέναξε, άνοιγε ο πατέρας μου  το παράθυρο και τον έπαιρναν τα κλάματα. «Τι ομορφιά είναι τούτη», έλεγε, «τι θάμα!» Και τι έβλεπε; Μαύρες καμι­νάδες κι ένα κομμάτι μολυβένιο ουρανό κι ανθρώπους άσκη­μους και κουρελήδες που τουρτούριζαν. Τι θα ’λεγε, Θε μου, αν έβλεπε την Κρήτη!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε αναστενάζοντας ένας γέρος βρακάς, που πρόβαλε το κεφάλι του από το αμπάρι, αναμαλλιασμένο, μαχμουρλίδικο και κοίταξε. Παντέρμη Κρήτη!

Έσκυψε στο αμπάρι.

— Ελάτε, μωρέ παιδιά, να δείτε’ όλο χαλάσματα!

Ένας ναύτης περνούσε:

— Σώπα, γέρο, του φώναξε, σώπα και καλά τα πλερώνουν τώρα οι Φρίτσοι κι οι Φριτσομάνες!

Μα ο γέρος κούνησε το κεφάλι:

— Μωρέ, κι όλη η Γερμανία να ξεπατωθεί, το αχ! της Κρήτης δε σβήνει! Παντέρμη Κρήτη! αναστέναξε πάλι κι έκαμε το σταυρό του’ να ’σουν γυναίκα, θα ’χες πάει στην Παράδεισο· μα ’σαι νησί, κακομοίρα!

— Παντέρμη Κρήτη! είπε κι ο Κοσμάς, μαρτύρησε πάλι. Εγώ ’μουν τότε ακόμα στην Αθήνα, δε με είχε ακόμα πιάσει η ντροπή, δεν είχα ακόμα πάρει την απόφαση να τα παρατήσω όλα και να φύγω, να κιντυνέψω κι εγώ, σαν άντρας. Ήταν οι τελευταίες μέρες του Μάη του ’41. Ο ουρανός σκοτείνιασε, γέμισε αεροπλάνα, χύθηκαν όλα, γραμμή, σα γερανοί, κατά την Κρήτη. Οι γυναίκες και τα παιδιά πήραν σκληρίζοντας τα βουνά, οι άντρες, ξαρμάτωτοι, χιμούσαν και φώναζαν: «Ελευ­θερία ή θάνατος!» Ένας Εγγλέζος αξιωματικός μου δηγόταν, ύστερα από καιρό, στην Αφρική, για την πατρίδα που καίγουνταν. «Κι οι άντρες;» ρώτησα. Ο Εγγλέζος γέλασε: «Κρατούσαν μεγάλες σκουριασμένες μαχαίρες και φώναζαν: ‘Ελευθερία ή θάνατος!” κι έπεφταν απάνω στους αλεξιπτωτιστές». «Και γιατί γελάς;» «Για να μην κλαίω· εμείς φεύγαμε. Σ’ ένα χωριό, στο Λιβυκό πέλαγο, την ώρα που πηδούσα στο καράβι, ένας γέρος καπετάνιος με ρώτησε: “Γιατί φεύγετε;” “Μα δε βλέπεις, καπε­τάνιο; Θα μας σκοτώσουν”. “Ε, κι ύστερα;” έκαμε ο καπετάνιος. “Κι αν φύγεις, δε θα πεθάνεις θαρρείς μια μέρα; Πέθανε τώρα!” “Όσο αργότερα, τόσο καλύτερα”, του αποκρίθηκα. “Τον κακό σου τον καιρό!” μου φώναξε ο γερο-Κρητικός και μου γύρισε τις πλάτες». Ύστερα από καιρό έμαθα πως ο γερο-καπετάνιος αυτός ήταν ο παππούς μου.

— Βαριές ψυχές είναι τούτες, ζόρικοι άντρες οι Κρητικοί, σα να μπαίνω σε ζούγκλα, ψιθύρισε η κοπέλα, κοίταξε τον άντρα και του χαμογέλασε για να γλυκάνει λίγο τα λόγια της.

«Έχει δίκιο», συλλογίστηκε ο Κοσμάς, «έχει δίκιο. Βαριά πολύ η ψυχή του Κρητικού, μονόχνοτη, άγρια, σα ρινόκερος».

Θυμήθηκε στην Αφρική, όταν πήγε να πολεμήσει κι αυτός, πώς ξάφνου ανοίχτηκαν τα σπλάχνα του και πετάχτηκαν οι παμπάλαιοι δαιμόνοι. Στην αρχή δεν μπορούσε να δει χωριό να καίγεται, αίμα να χύνεται. Την πρώτη φορά που είδε άνθρωπο σκοτωμένο παραλίγο να λιποθυμήσει. Μα, σιγά σιγά, περιπλέ­χτηκε στο αιματερό παιχνίδι, το πάθος τον κυρίεψε, η προαιώνια σκοτεινή λαχτάρα του ανθρώπου να σκοτώνει ανθρώπους… Άνοιξαν μέσα του οι καταπαχτές και ξεπετάχτηκαν οι παμπά­λαιοι πρόγονοι – ο τίγρης, ο λύκος, το αγριογούρουνο.

—Έχει δίκιο, μουρμούρισε πάλι και κοίταξε τη γυναίκα με συμπόνια.

— Θαρρώ δε θα βγω από δω ζωντανή, είπε η κοπέλα τόσο σιγά που δεν ακούστηκε.

Οι επιβάτες ξεπρόβαλαν όλοι από τ’ αμπάρια, από τις καμπίνες, μαζώχτηκαν στην πλώρα, κοίταζαν. Έμπαιναν πια στο λιμάνι έλαμψε δεξιά, σφηνωμένο στους βράχους, το πέτρινο λιοντάρι της Βενετιάς με το ανοιχτό Βαγγέλιο στα νύχια. Βούιζε το λιμάνι, μύριζε σάπια λεμόνια, λάδι, κίτρα, χαρούπι… Πίσω η θάλασσα η λουλακιά χόχλαζε. Ο ήλιος πια είχε ανέβει, κι έκαιγε. 0 Κοσμάς πήδηξε στο μόλο, άπλωσε το χέρι, πήρε το χέρι της κοπέλας:

— Πρωτοπάτησε με το δεξό σου πόδι, της είπε σιγά· ευτυ­χισμένη να ’ναι τούτη η στιγμή.

Πρωτοπάτησε με το δεξό της πόδι η κοπέλα, κρεμάστηκε από το μπράτσο του αντρός, εξαντλημένη.

— Κουράστηκα, είπε.

— Κοντά ’ναι το σπίτι, είπε ο Κοσμάς, κάνε κουράγιο. Φτάσαμε.

Προχώρεσαν. Ο Κοσμάς κοίταζε με απληστία τα σπίτια, τους ανθρώπους, τους δρόμους. Όλα είχαν γεράσει· οι μαύρες τρίχες άσπρισαν, τα μάγουλα βούλιαξαν, οι μπογιές ξέβαφαν, ξέφτισαν οι τοίχοι, πολλοί γκρεμίστηκαν. Πολλά κατώφλια είχαν χορταριάσει. Πήρε το χέρι της κοπέλας, το ’σφίξε.

— Τούτη είναι η πατρίδα μου, είπε· να, είμαι από τούτο το χώμα που πατούμε.

Η κοπέλα έσκυψε, πήρε από χάμω λίγο χώμα, το ’θρύψε στα δάχτυλά της:

— Είναι ζεστό, είπε· μου αρέσει.

Και θυμήθηκε τη μακρινή δική της πατρίδα, την παγωμένη.

Μπήκαν στα στενά σοκάκια. Ο Κοσμάς είχε αφήσει το μπράτσο της κοπέλας, πήγαινε τώρα λίγο μπροστά· βιάζουνταν. Η καρδιά του χτυπούσε. Πήρε δεξά, έστριψε το δρομάκι· από μακριά ξέκρινε την πατρική πόρτα· κλειστή. Αποπάνω το παράθυρο, κλειστό. Κανένας στο δρόμο. Καμιά φωνή· σα να ονειρεύουνταν. Ζύγωσε στην παλιά δοξαρωτή πόρτα, με το χοντρό σιδερένιο κρικέλι. Τα γόνατά του λύγισαν λίγο. Έκαμε κουράγιο.

Χτύπησε. Βήματα ακούστηκαν στην αυλή, κάποιος στέναξε. Τα βήματα σταμάτησαν, ξαναχτύπησε. Η πόρτα άνοιξε, μια γριούλα πρόβαλε, κάτασπρη, εξαντλημένη, λιωμένη, ντυμένη κατάμαυρα. Μόλις είδε τον άντρα, έσυρε φωνή:

— Παιδί μου! κι άνοιξε την αγκάλη.

Η αδερφή πρόβαλε, λιγνή, λιωμένη κι αυτή, με άσπρες τρίχες τα μάτια της ολάνοιχτα, γεμάτα κακία και πίκρα. Τα στήθια της του κάκου περίμεναν όρθια, χρόνια· έπεσαν.

Χαρές, κλάματα, τα χέρια άδραχναν με λαχτάρα το αγαπη­μένο σώμα.

Μπήκαν μέσα· ένα καντήλι άναβε στην πέρα γωνιά του καναπέ, όπου κάθουνταν πάντα ο γέρος.

Ο Κοσμάς τρόμαξε μια στιγμή, έκαμε το σταυρό του.

— Είπε τίποτα πεθαίνοντας; ρώτησε.

— Όχι, αποκρίθηκε η μάνα· μούγκριζε σα θεριό. Του δώκαμε το κόνισμα της Παναγιάς, το πέταξε.

— Πονούσε;

—  Όχι· από θυμό που πέθαινε.

— Σιγά! είπε η αδερφή, δείχνοντας το καντήλι. Ακούει!

Μα η μάνα είχε τώρα το γιο της, δε φοβόταν εξακολούθησε

δυνατά:

—Έκρυψε το χρυσάφι του όλο μέσα στη γης, να μη χαρούμε. Σούρθηκε όξω στο μετόχι ετοιμοθάνατος, μας έδιωξε όλους, έσκαψε τη γης και το ‘κρύψε. Το βράδυ γύρισε· έπεσε ευχαριστημένος κι άρχισε το ρουχαλητό του θανάτου. Ήρθε ο παπάς να τον μεταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, τον είδε· αγρίεψε: «Φύγε!» του φώναξε. «Την κατάρα σου να ’χω!» «Δε φοβάσαι το Θεό;» του κάνει ο παπάς και του ’δείξε το άγιο δισκοπότηρο. «Δικός μου λογαριασμός!» αποκρίθηκε ο γέρος· «ξεκουμπίσου πό δω!»

Τα μεσάνυχτα άρχισε να χλιμιντράει σαν άλογο· η αδερφή σου κι εγώ μι οι γειτόνισσες μαζευτήκαμε σε μια γωνιά του σπιτιού και τρέμαμε. Αυτός χλιμίντριζε και λέγαμε τώρα θα πέσει το σπίτι να μας πλακώσει. Κι άξαφνα σιωπή. «Πέθανε!» είπε η κυρα-Κατίγκω η γειτόνισσα· «ποια θα πάει να δει;» Μα καμιά δεν τολμούσε. «Πήγαινε εσύ να του κλείσεις τα μάτια», μου κάνει η κυρα-Κατίγκω, «πήγαινε κι είναι αμαρτία». Έκαμα το σταυρό μου, πήγα. Κρατούσε ακόμα τα σίδερα του κρεβατιού και τα ’χε λυγίσει…

Άξαφνα, ως μιλούσε, είδε την κοπέλα να στέκει ακόμα στην αυλή, στον παραστάτη της οξώπορτας.

— Είναι…; ρώτησε η μάνα σιγά.

— Ναι, η γυναίκα μου…

Η αδερφή έστρεφε το πρόσωπο πέρα, με αναγούλα· η μάνα ζύγωσε το γιο:

— Γιατί την πήρες; ρώτησε σιγά. Θα μολέψει το αίμα. Οβραία.

— Είναι μεγάλη ψυχή. Σε αυτή χρωστώ τη ζωή μου· αν έλειπε, θα ’χα πεθάνει. Άλλη χαρά δεν έχω. Αγάπα τη, μητέρα. Και συ, Μαρία… είπε και στράφηκε στην αδερφή του.

Μα αυτή είχε γλιστρήσει μέσα να ετοιμάσει τον καφέ.

— Είναι Οβραία… ξανάπε η μάνα. Μα αφού τη θέλεις… Ένα μονάχα φοβούμαι…

-Τι;

— Μην την πνίξει.

— Ποιος;

Η μάνα δεν αποκρίθηκε· στράφηκε, κοίταξε κατά το αναμ­μένο καντήλι. Ο Κοσμάς κατάλαβε, ακούμπησε στον τοίχο. Σιγή. Ήξεραν κι οι δυο πως σαράντα μέρες η ψυχή δε φεύγει από το σπίτι, τρογυρίζει στην αυλή, ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες, μανταλώνει τη νύχτα την πόρτα, κάθεται δίπλα στο καντήλι και κοιτάζει κι ακούει τα πάντα. Ο γέρος του μήνυσε ως έμαθε πως παντρεύτηκε Οβραία: «Όσο ζω να μην πατήσεις στην Κρήτη!» Και τώρα είναι μονάχα δέκα μέρες που πέθανε.

Έσκυψε ένα βήμα προς την πόρτα.

— Χρυσούλα, είπε, έλα!

Την πήρε από το χέρι, την πήγε στη μάνα του.

— Μητέρα, η κόρη σου, είπε.

Η κοπέλα έσκυψε, φίλησε το χέρι της γριάς και στάθηκε πάλι και περίμενε.

Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια, τα μεγάλα τρομαγμένα μάτια. Τη χρυσή αλυσιδίτσα που της έζωνε το λαιμό.

— Βαφτίστηκες; ρώτησε η γριά, χωρίς ν’ απλώσει το χέρι.

— Βαφτίστηκε, αποκρίθηκε ο Κοσμάς. Να ο σταυρός. Πήρε και τ’ όνομά σου, μητέρα. Χρυσούλα.

Τράβηξε την αλυσιδίτσα κι ανέβηκε από το στήθος, ζεστό, ένα χρυσό σταυρουλάκι.

— Καλώς όρισες! είπε η μάνα και της άγγιξε με κάποιο δισταγμό το κεφάλι.

Ο Κοσμάς άρχισε να τρογυρίζει στο σπίτι κι ήταν η καρδιά του βαριά· ανέβαινε, κατέβαινε, χάδευε αμίλητος τις πόρτες, τα παλιά έπιπλα, το τεράστιο ρολόι του τοίχου, τις ασημένιες πιστόλες τις προγονικές δίπλα στα κονίσματα.

— Κι ο παππούς; ρώτησε.

— Πέρα, στο χωριό· κείτεται του θανατά.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν στο μακρύ παμπάλαιο καναπέ. Η μάνα κοίταζε έξω από το κλειστό παράθυρο, τη χαλικοστρω­μένη αυλή, τις γλάστρες το βασιλικό και πάνω από το πηγάδι την κληματαριά φορτωμένη αγουρίδες. Κάποτε έριχνε και μια λοξή ματιά στην κοπέλα. «Τι να της πω;» συλλογίζουνταν. «Άλλη ράτσα, άλλος θεός την έπλασε αυτή, δεν τη θέλω!» Κι η κοπέλα έβλεπε πέρα από την αυλή, πάνω από την κληματαριά, απέρα­ντους κάμπους χιονισμένους, μαύρες έρημες φάμπρικες και δάση κρουσταλλεμένα και καβαλάρηδες με γυμνά σπαθιά που έσπαζαν τις πόρτες των σπιτιών και μάζωναν τους Οβραίους… Και τα χιόνια έλιωναν από το ζεστό αίμα, γίνουνταν λάσπη, και τα κοπάδια, άντρες και γυναικόπαιδα, έσερναν φωνές, μάζωναν τους μπόγους και τα παιδιά τους κι έτρεχαν…

Στράφηκε· είδε τη γριά που την κοίταζε. Έκαμε να της χαμογελάσει, δεν μπόρεσε· τα μάτια της ξαφνικά είχαν βουρ­κώσει. Η γριά τη λυπήθηκε.

— Τι συλλογιέσαι; τη ρώτησε, την πατρίδα σου; Πού γεννήθηκες;

— Μακριά, μακριά, στην Πολωνία. Σε μια μαύρη πολιτεία, με φάμπρικες.

— Τι κάνουν;

— Κανόνια, αεροπλάνα, μηχανές… Μα ο πατέρας μου…

Ήθελε να πει: «Δε μόλευε τα χέρια του φτιάνοντας μηχανές

να σκοτώνουν ανθρώπους, ήταν ραβίνος…» μα πρόλαβε και κρατήθηκε.

— Ο πατέρας σου, τι; ρώτησε η γριά.

— Ήταν καλός άνθρωπος, αποκρίθηκε η κοπέλα στενά­ζοντας.

Η γριά σηκώθηκε, βγήκε στην αυλή, έκοψε ένα κλωνί βασιλικό, το ’δωκε στην κοπέλα.

—Έχετε σεις βασιλικό; ρώτησε.

-Όχι.

— Φύτρωσε στον τάφο του Χριστού, είπε η γριά και σώπασε.

Ωστόσο κατάφταναν οι θείοι, οι θείες, οι γειτόνισσες. Γέμισε

το σπίτι. Είχαν ξεχάσει το γέρο, όλοι χαίρουνταν για τον ερχομό του γιου. Και κοίταζαν τη γυναίκα του από την κορυφή ως στα νύχια, σαν ένα όμορφο ζώο περίεργο κι ανησυχαστικό.

Η κυρα-Κατίγκω έσκυψε στο αυτί της γειτόνισσάς της:

— Είδες τι μυρωδιά που βγάνει; είπε. Για ζύγωσε κοντά της.

— Οβραΐλα, μουρμούρισε η γειτόνισσα και σούφρωσε τα χείλια. Έτσι μυρίζουν αυτές.

Ο Κοσμάς, μια στιγμή περνώντας, είδε τη γυναίκα του και την πόνεσε. Σαν πληγωμένος κύκνος του φάνηκε ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι χήνες, πάπιες και καρακάξες. Όλες άπλωναν το λαιμό και την κοίταζαν, έβγαναν μερικές φωνές και τραβούσαν πάλι το λαιμό τους πίσω· και σώπαιναν.

— Άκου πώς τσίρισε το καντήλι! είπε άξαφνα μια γριά και σταυροκοπήθηκε. Κύριε ελέησον!

Όλες στράφηκαν κατά τη γωνιά του καναπέ, όπου άγριο, ασάλευτο μέσα στο μεσόφωτο, έλαμπε το κόκκινο μάτι του καντηλιού.

— Ο γέρος! μουρμούρισε μια παχουλή γυναικούλα και χλώμιασε.

— Πού;

— Να, εκεί, στη γωνιά του καναπέ, διπλοπόδι.

— Άνοιξε το παράθυρο να φύγει! ακούστηκαν τρομαγμένες φωνές.

Μια γριά γαντζώθηκε από το παράθυρο της αυλής, το άνοιξε’ μπήκε ο ήλιος.

— Βλέπεις τώρα τίποτα, κυρα-Πηνελόπη;

Η στρουμπουλή γειτονοπούλα έκαμε το σταυρό της:

— Δόξα σοι ο Θεός, είπε· έφυγε!

Η Μαρία έφερε τους καφέδες. Μαραμένη, στριμμένη, με μια μαύρη κορδέλα στο λαιμό, για να κρύβει τις ζάρες. Κοίταξε τη Χρυσούλα με μίσος· ήταν πιο νέα, πιο όμορφη και της είχε πάρει τον αδερφό της.

Ο Κοσμάς πλαντούσε. Σηκώθηκε, άνοιξε την πόρτα, πήρε τους δρόμους. Ήλιος βαρύς, αποσυνθέτουνταν οι άνθρωποι, τα ζώα, τα φρούτα βρομούσαν και μύριζαν οι δρόμοι. Χαλάσματα, μαγαζιά ετοιμόρροπα, τριμμένα σακάκια, μπαλωμένα παντα­λόνια, φάτσες ρημαγμένες από την πείνα. Μέσα από ψαρά γένια και βουλιαγμένα μάγουλα αναγνώριζε με τρόμο παλιούς συμμαθητές κι άλλαζε δρόμο. «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά· αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…» Είχε γεράσει η πολιτεία της παιδικής του ηλικίας και της νιότης, θρύβουνταν κι αυτή, άρχιζε να γίνεται κουρνιαχτός και να σκορπίζεται στον άνεμο.

Μπορούσε άλλη πολιτεία να χτιστεί αποπάνω της μα δε θα ’ταν η δική του· θα ξαναγέμιζαν πάλι οι δρόμοι με νέους μα δε θα ’ταν η δική του νιότη…

Αγαπημένο Κάστρο, μουρμούριζε κοιτάζοντάς το με τρυφερότητα, γεράσαμε…

……..

Γλωσσάρι

απόγειος: για άνεμο που πνέει από τη στεριά, από την ξηρά, που είναι στεριανός

μαυρολογώ: αποκτώ μελανή απόχρωση, γίνομαι σκοτεινός, σκούρος

ασπρολογώ: φαίνομαι άσπρος, ξεχωρίζω για τη λευκότητά μου

διανεύω: κινούμαι ελαφρά, σαλεύω

ανησυχαστικός: που προκαλεί ανησυχία, ανησυχητικός· επίφοβος

βεγγέρα: εσπερινή συγκέντρωση για συζήτηση και διασκέδαση

κατασκέπαση: η δυσκολία στην αναπνοή, αίσθημα έντονης δυσφορίας

στερνιάζω: αποθηκεύω, συσσωρεύω κάτι σε αποθηκευτικό χώρο, συγκεντρώνομαι σε ποσότητα

κλειώ: κλείνω κάτι, ενώνω κάτι με κάτι άλλο

μεντέρι: είδος χαμηλού ανατολίτικου καναπέ ή κρεβατιού, ντιβάνι

μετόχι: κτήμα με σπίτι

αρμάτα: οπλισμός, πανοπλία, πολυτελής ενδυμασία

τρανεύω: ολοκληρώνω τη σωματική ανάπτυξη· αυξάνω, μεγαλώνω’ γίνομαι τρανός

παντέρμος: που είναι εντελώς έρημος, εγκαταλειμμένος

μαχμουρλίδικος: που χαρακτηρίζεται από νωχέλεια, νωθρότητα, βαρυθυμία

θρύβω: διαλύω σε πολύ μικρά κομμάτια, θρυμματίζω, συντρίβω κάτι

ξεκρίνω: διακρίνω, ξεχωρίζω με το βλέμμα μου κάτι, βλέπω

δοξαρωτός: που έχει σχήμα τόξου, τοξωτός, καμαρωτός

μολεύω: μολύνω κάποιον ή κάτι· μιαίνω

γρυπός: που είναι γαμψός, κυρτός, καμπύλος

μεσόφωτο: το αμυδρό φως της ατμόσφαιρας κατά το σούρουπο ή την αυγή· ημίφως

διπλοπόδι: καθιστά, με τις κνήμες διασταυρωμένες, οκλαδόν

πλαντώ: κρύβω, εξασθενίζω κάτι, δυσφορώ, δημιουργώ κλίμα δυσφορίας

κουρνιαχτός: σύννεφο σκόνης που σηκώνεται από το έδαφος

Μια δική μου παρατήρηση στο Γλωσσάρι. Δεν είναι κακό να εξηγούνται τύποι και λέξεις όπως ανησυχαστικός, βεγγέρα, διπλοπόδι, κουρνιαχτός, που τις βρίσκει κανείς σε κάθε λεξικό. Κάποιοι αναγνώστες, ίσως νεότεροι, μπορεί να αγνοούν τη σημασία τους ή να μην είναι βέβαιοι. Ωστόσο, είναι περίεργο, ενώ εξηγείται ο «ανησυχαστικός» και η «βεγγέρα» να μένουν χωρίς εξήγηση οι τζουτζέδες ή η λέξη «σύντοιχα».

Advertisement

81 Σχόλια προς “Ο ανήφορος του Νίκου Καζαντζάκη”

  1. ΜΙΚ_ΙΟΣ said

    Πολλαπλά ενδιαφέρουσα η σημερινή ανάρτηση!

    Δεν διάβασα το κυρίως κείμενο – δεν έχω χρόνο πολύ σήμερα… – αλλά πήγα κατευθείαν στο Γλωσσάρι 🙂 .
    Όπου είδα το «στερνιάζω: αποθηκεύω, συσσωρεύω κάτι σε αποθηκευτικό χώρο, συγκεντρώνομαι σε ποσότητα»
    Που είναι σαφώς λάθος, αφού η λέξη αφορά και λέγεται αποκλειστικά για υγρά –για προφανείς λόγους.
    Και ο Καζ. την χρησιμοποιεί σωστά αφού γράφει : “Στέρνιαζε, στέρνιαζε τον πόνο ένα μήνα, δυο μήνες, έξι μήνες, μα πια ξεχείλιζε μέσα του…”

    [Αν μπορέσω, θα επανέλθω βραδινές ώρες]

    Καλημέρα!

  2. atheofobos said

    Παρά το γεγονός ότι με μανία στα νιάτα μου έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα βιβλία του Καζαντζάκη, εκτός από την Οδύσσεια, το απόσπασμα αυτό μου δημιούργησε την αίσθηση μιας γραφής ξεπερασμένης.
    Πάντως έχω σκοπό να πάρω αυτό το βιβλίο.

  3. Καλημέρα

    Εδώ «σκύβει, κι αν τύχει και κερνάει κανένας στο δρόμο» είναι τυπογραφικό λάθος το κερνάει αντί περνάει ή είναι κανένα κρητικό έθιμο ;

    Συχνάζοντας σε μέρος με θυμάρια στα βράχια ποτέ μου δεν πρόσεξα την μυρουδιά τους στον αέρα περπατωντας ανάμεσά του κι ο άλλος την έπιασε στο καράβι μέσαω στην θάλασσα !! Μπράβο μύτη !!

    Οντως με το μεγάλωμα να μην ξαναβλέπει ο πατέρας την κόρη, υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη, τουλάχιστον στο κομμάτι που διάβασα κατόπιν επιμονής της τότε συζύγου μου

    Διαχρονική απορία : το καμαρωτός βγαίνει από την καμάρα ή το καμάρι – όπως καμαρωτά περνούν τα φανταράκια μας (θέλει άρθρο ; )

  4. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Δόξα σοι, ὁ Θεός. Καλά ἀρχίζουμε τήν βδομάδα- Καζαντζάκης, πού ὅποιος ἀτύχησε νά τόν διαβάσῃ νωρίς στήν ζωή του, παγιδεύτηκε γιά πάντα. Γιά ὅλους τούς ἑπόμενους, ἡ σύγκρισι ἦταν καταστροφική.. Καλημέρα σας!

  5. 4 Καταστροφική υπέρ των επόμενων 🙂

  6. Costas X said

    Καλημέρα, πολύ ωραίο το απόσπασμα, μάστορας ο Καζαντζάκης στις εικόνες και τα συναισθήματα.

    «Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τη γρυπή μύτη, τα χοντρά χείλια…»
    Μάλλον είχε πιάσει τόπο η αντισημιτική προπαγάνδα, για να γράφει κάτι τέτοιο ακόμη κι ο Καζαντζάκης. Εγώ προσωπικά δεν έχω δει ευρωπαίο Εβραίο, πόσω μάλλον Εβραία, με χοντρά χείλια και γαμψή μύτη, παρά μόνο στις ναζιστικές αφίσες !

  7. sarant said

    Καλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Ωχ, δικό μου λάθος, δηλ. του Οσιάρ. Μπορεί να έχει κι άλλα, επειδή η γραμματοσειρά είναι καινούργια. Το διόρθωσα.

    6 Πράγματι, ενοχλητικό στερεότυπο.

  8. # 4

    Με πρόλαβε ο Δύτης… και τόχουμε ξαναπεί ο Καπετάν Μιχάλης είναι η κρητική απόδοση του «Χρήστος Μηλιόνης» του Παπαδιαμάντη. Προτιμάτε γνήσια προϊόντα από αντιγραφές !

  9. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Θά γελάσω ΜΟΝΟ ἅμα λευτερωθῆ ἡ Κρήτη. Τέτοιους θέλουμε!

  10. Καλό. Περίμενα κάτι για Καζαντζάκη αυτό τον καιρό.

  11. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  12. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @8. Τζῆ, ὅσο καί νά σέ συμπαθῶ, δέν μπορῶ νά συμφωνήσω μαζί σου! (Σέ τέτοιες περιπτώσεις ἀσυμφωνίας, κρατᾶ ὁ καθένας τίς λογοτεχνικές -ἤ ἄλλες- ἀγάπες του καί πορεύεται.. 🙂 )

  13. # 9

    Ειχα πάει το 1985-90 σ’ ένα δάσος μετά την Σεγδίτσα (Προσήλιο) στην Γκιώνα όπου στην αρχή του δάσους είχε μια ταβέρνα- παραδοσική όπως έλεγε ο φίλος που μας πήγε …
    να αφήσω το παραδοσιακό ελενίτ για σκεπή και τον μουσάκα (σικ) για σπεσιαλιτέ (υποτίθεται πως πήγαμε σια κοντοσούφλι και τα σχετικά) ήταν η πρώτη φορά που είδα Ρουμάνες σερβιτόρες εκείνη την εποχή !!! Φυσικά το μαγαζί είχε την πελατεία του (οι περισσότεροι τουρίστες) όπως δεν αμφισβητώ πως τα βιβλία του Καζαντζάκη είναι διαφήμιση της Κρήτης για τους ξένους που δεν ξέχωρίζουν το γνήσιο από το τουριστικό.
    Η εντύπωση που μου αφήνει η γραφή του Καζαντζάκη είναι πως αλλιώς σκεφτότανε, έγραφε και μετά διόρθωνε το γραπτό του να πάρει «άρωμα Κρήτης» Πιθανόν να ΄έγραφε κλά στα γαλλικά ή τα αγγλικά.

  14. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἔχεις κομμάτι δίκιο,

    https://eratobooks.gr/index.php/thematikes/logotexnia/peri-logotexnias/11462/%CE%BA%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%AC-%CF%83%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%AE-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BD%CE%AF%CE%BA%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B1%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%AC%CE%BA%CE%B7.htm

    ἀλλά ἡ λατρεία πού τοῦ ἔχω θά ἦταν ἡ ἴδια καί ἄν ἀκόμη εἶχε ὡς πυρῆνα τῆς ψυχῆς του τά Γρεβενά 🙂

  15. leonicos said

    Να το πάρω για προσωπικό δώρα;

    Το δέχομαι

  16. leonicos said

    Όποιος δεν έχει διαβάσει την Οδύσσεια του Καζαντζάκη, δεν έχει διαβάσε Καζαντζάκη

    Για α ειμαι πιο δίκαιος

    Όποιος έχει διαβάσει Τερτσίνες έχει διαβάσει άλλον Καζαντζάκη από τον Καζαντζάκη των ταξιδιωτικών,

    και πάει λέγοντας.

    Μόνο τα θεατρικά του ειναι περίεργα

  17. # 14

    Α, καλά κι εγώ λατρεύω την Τορίνο που πήρε το τελευταίο της πρωτάθλημα το 76 μαζί με το πρώτο του ΠΑΟΚ !!! (σκέψου πόσα άστρα και πλανήτες ευθυγραμμίστηκαν ! )
    Το προσωπικό γούστο είναι σεβαστό και άσχετο με την (υποκειμενική παρ’ όλη την καλή θέληση, κριτική )

  18. Λάμπας said

    Αυτό με το κορίτσι, που ο πατέρας δεν πρέπει να το δει μετά τα δώδεκα, όντως το συνήθιζαν κάποιοι ή είναι λογοτεχνική υπερβολή;

  19. sarant said

    18 Θα το συνήθιζαν, πρέπει να το έχω συναντήσει και αλλού (αναγνωστικά, εννοώ)

  20. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Μᾶλλον εἶναι μιά πινελιά τοῦ Καζαντζάκη μέ ἔντονο χρῶμα, γιά νά ἀναδείξῃ ζωηρότερα τό «ἀγέλαστο» τοῦ πατέρα του..

  21. Georgios Bartzoudis said

    «Λογοτεχνιάρικη» η (σημερινή) αφήγηση του Καζαντζάκη. Αναρωτιέμαι αν υπήρχε στην Κρήτη τόσο μίσος για τους Οβραίους ή αν είναι εφεύρεση …λογοτεχνική αδεία!
    Σχετικά με τα λεξιλογικά:
    – Νομίζω ότι ρήμα διανεύω= κινούμαι ελαφρά, σαλεύω, είναι παρόμοιο με το Μακεδονικό διασίζω=περπατώ χαλαρά, τριγυρνώ.
    – Συμφωνώ (περίπου) με το σχόλιο 1 – ΜΙΚ_ΙΟΣ: στερνιάζω= …όπως μαζεύω το νερό στη στέρνα (=δεξαμενή)

  22. Α. Σέρτης said

    «Έχω βάλει με μαύρα τη λέξη «δυνάμες» (όλες του τις δυνάμες) διότι θεωρώ απίθανο να το έγραψε αυτό ο Καζαντζάκης, ή, ακόμα κι αν είναι έτσι στο χειρόγραφο που σώζεται, θα έπρεπε να το διορθώσουν οι επιμελητές. Ο Καζαντζάκης «δύναμες» και μόνο «δύναμες» έγραφε,»

    Τι στοιχίζει ένα γκουγκλάρισμα πριν γράψουμε τα τοιαύτα;
    Το έγραφε και το παραέγραφε έτσι ο Καζαντζάκης…

  23. rogerios said

    Η λογοτεχνική αξία ενός συγγραφέα δεν μπορεί να κριθεί με αποκλειστικό γνώμονα τις προσωπικές προτιμήσεις του κάθε αναγνώστη. Κάποιος, άλλωστε, μπορεί π.χ. να θεωρεί όλως απεχθές το σύμπαν του Παπαδιαμάντη και ταυτόχρονα να του προκαλούν ρίγη συγκίνησης οι λάσπες κάποιου στετλ στην Ανατολική Γαλικία.
    Ο Καζαντζάκης δεν μοιάζει πλέον ιδιαίτερα ελκυστικός, αφενός, επειδή το σύμπαν υπερανθρώπων που κατασκευάζει στα έργα του δεν συνάδει καθόλου με τις αντιλήψεις της εποχής μας και, αφετέρου, επειδή η γλώσσα του καταλήγει συχνά σε ένα συγκρητισμό διαλεκτικών στοιχείων που επίσης δεν ενθουσιάζει τον σύγχρονο ελληνόφωνο αναγνώστη.
    Για να αποτιμήσουμε, όμως, την αξία κάποιου θα πρέπει να εξετάσουμε το έργο του και εντός του πλαισίου της εποχής του. Από αυτήν την άποψη, δεν νομίζω να υπάρχουν πολλές αμφιβολίες για το ότι ο Καζαντζάκης υπήρξε -και μάλλον μακράν- ο σημαντικότερος Έλληνας λογοτέχνης της εποχής και, οπωσδήποτε, εκείνος με τον μεγαλύτερο διεθνή αντίκτυπο.
    Κατά τα λοιπά, οι αντιλήψεις μεταβάλλονται και δεν βλέπω τον λόγο γιατί θα έπρεπε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, λ.χ. στο β΄ μισό του 21ου αι., ο Κ. να περιβάλλεται από την ίδια αύρα αγιοσύνης, λογοτεχνικής κι όχι μόνον, με εκείνην που περιβάλλει σήμερα τον Παπαδιαμάντη.

  24. Costas Papathanasiou said

    Καλημέρα. Κλασικός Καζαντζάκης.
    «Βαριές ψυχές είναι τούτες, ζόρικοι άντρες οι Κρητικοί, σα να μπαίνω σε ζούγκλα, ψιθύρισε η κοπέλα»
    …κα(ν)πετά(ν)-Μιχάλης, πατέρας-αφέντης-στοιχειό, θεομάχος(:“ποιος σαν Θεός;” κατ’ όνομα), θεριό γαντζωμένο στη γη που αρνιέται ουρανούς και οργίζεται με τον φτερωτό του συνονόματο που έρχεται να τον πάρει. Ίσκιος σαν αρχαγγέλου θεριστή-ψυχοπομπού, για ό,τι εκτός της ανδρικής του δεσποτείας. Βαρύς. Με εκείνο το προπατορικό “βάρος” της ρίζας *gwere- (1)/*gʷreh₂- που γεννάει έννοιες, λέξεις όπως: γκραβιτόνιο, βαρομετρικό, μπρούτο, μπρουτάλ, εγκυμοσύνη(βλ. gravid, βαρεμένη), δύναμη, λάμψη, μπρίο, μπριγιαντίνη, Βριάρεως, σοβαρότητα, γκουρού και θλίψη (grief), ή -κατά μία ετυμολόγηση- και τάφος( grave ). (βλ. https://www.etymonline.com/word/*gwere-?ref=etymonline_crossreference#etymonline_v_52587 , https://lsj.gr/wiki/%CE%B2%CF%81%CE%B9%CE%B1%CF%81%CF%8C%CF%82 , https://en.wiktionary.org/wiki/brutus#Latin , https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Indo-European/g%CA%B7r%C3%A9h%E2%82%82us , https://en.wiktionary.org/wiki/Reconstruction:Proto-Indo-European/g%CA%B7reh%E2%82%82- )
    Φορτίο και πεδίο Ασκητικής, κρυμμένο σε υπόγεια νου βαρ-βαρ-ικού, όπου καλείται από γεννησιμιού του να παλέψει σαν θηρίο (θεριεύοντας, θερίζων/ θεριζόμενος), κάθε Κοσμάς, Κοσμάκης—σερκός ή θηλυκός (περίπου, κατά σύμπτωση -αλλά μπορεί και όχι- όπως η ωραία Tess<Thérèse <Θήρα ή Θερίζω, στην κωμικοτρομική ταινία “Barbarian”-2022 του Zach Cregger)
    ΥΓ1:Συννεφιασμένη Κυριακή σήμερα, οπότε -σαν κατακλείδα- μού ήρθανε και οι στίχοι “‘Εχω μια θλίψη που έρχεται απ’ την αρχή του κόσμου/ μαζί με την βαθιά πνοή, την παγωμένη λάμψη./ Μπήκε στο πρώτο κύτταρο σαν μια μικρή ακίδα/ κι ό,τι απ’ αυτό γεννήθηκε θέλησε να υποτάξει” (βλ. https://www.youtube.com/watch?v=I6TAuSsxTHg )
    ΥΓ2: “Αλληθωρισματα”(Οσιαρ) κειμένου και κάποιες άνω παυλίτσες, αντί άνω τελείες: λιμάνι– / 0 (Κοσμάς)/ τρίχες– / τα φρούτα–

  25. spyridos said

    Η προσωπική μου εκτίμηση, αφού μεγάλωσα με Κρητικούς παππούδες.
    Ο Οβριός ήταν εμφανώς χειρότερος του Τούρκου.

  26. Χαρούλα said

    #6+25 χωρίς το σχόλιο Spiridos, ήμουν έτοιμη να διαφωνήσω με τον Costas.
    Γιατι, νομίζω
    Έχουμε γίνει υπερβολικοί. Άν έλεγε « Η μάνα την κοίταζε, αμίλητη. Τα ξανθά μαλλιά, το ξέθωρο ασπρουλιάρικο πρόσωπο…», θα σκεφτόμασταν απλά, δίμετρη σουηδέζα, αλλά χωρις ρατσισμό. Περιγραφή είναι
    Μήπως ο ρατσισμός είναι και στα μυαλά των αναγνωστών κάποες φορές;

  27. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @23. Ρογῆρε, ὁ Καζαντζάκης δέν κατασκευάσε ποτέ, κανένα «σύμπαν
    ὑπερανθρώπων». Μέ ταπεινούς καί ἀσήμαντους ἀνθρώπους ἔχτισε τό σύμπαν του κι ἀνάμεσά τους κέντησε κάποιους λίγους πού ἀνεβαίνουν τίς Ἀνηφόρες τους. Τό ὅτι οἱ ἰδέες του, πού τίς ὀμορφοστολίζει λογοτεχνικά, «δεν συνάδουν καθόλου με τις αντιλήψεις της εποχής μας», μᾶλλον τήν ἐποχή μας δέν τιμᾶ 🙂

  28. spyridos said

    6
    Ο Καζαντζάκης καταγράφει ρεαλιστικότατα και χωρίς υπερβολές εδώ (και αλλού) μια υπαρκτή κατάσταση σε ότι αφορά την γνώμη των Κρητικών της εποχής για τους Εβραίους.
    Όσο για τους σημερινούς αφού δεν τον έκοψαν εκείνο τον Οβριό που άνοιξε την συναγωγή, υπάρχει μια βελτίωση.

  29. rogerios said

    @27: Κύριε Κατσέα, θα πρέπει μάλλον να φταίει ο αδέξιος τρόπος με τον οποίο διατύπωσα τις σκέψεις μου. Ήθελα απλώς να πω ότι οι καζαντζακικοί ήρωες ενεργούν στις κρίσιμες στιγμές με μια γενναιότητα… ή σκληρότητα (c’est selon) την οποία δεν αναμένουμε από τον μέσο άνθρωπο, τουλάχιστον της εποχής μας. Θέλω πάντως να ελπίζω ότι κατέστησα σαφές πόσο σημαντικό θεωρώ τον Κ. και το έργο του, ανεξαρτήτως προσωπικών προτιμήσεων. Αν όχι, το λέω ρητώς.

  30. Πέπε said

    Έχει άραγε συμβάλει ο Καζαντζάκης στην εδραίωση αυτού του στερεοτύπου για τους σκληρούς, αδάμαστους, λεβέντες Κρητικούς; Ή υπήρχε ανεξαρτήτως του;

  31. Theo said

    Καλημέρα,

    Έχω διαβάσει τα κυριότερα έργα του Καζαντζάκη, κι ο «Φτωχούλης του Θεού» κι η «Αναφορά στον Γκρέκο» μ’ έχουν συναρπάσει. Αλλά η υπερβολή (στους ήρωες και τις πράξεις τους, κλπ.) κι η εξεζητημένη γλώσσα και το ύφος του μου προξενούν αλλεργία. Νιώθω σαν πάντα να θέλει να αποδείξει ότι είναι κάτι που δεν είναι.
    Έχω μείνει λίγες μέρες στην Κρήτη, στην περιοχή του Ηρακλείου, κι αγάπησα τον τόπο και τους ανθρώπους του. Αν δεν το είχα κάνει και τους γνώριζα μέσα από τον Καζαντζάκη, με τις κομπορρημοσύνες και τις ψευτολεβεντιές τους, όπως φαίνονται κι εδώ στις συζητήσεις τους στο κατάστρωμα του πλοίου, θα τους αντιπαθούσα.

    Αφύσικος, πομπώδης και υποκριτής και σ’ αυτό το έλασσον έργο του, όπως και στα περισσότερα. Ωραία παραμύθια για την ανύψωση του ηθικού των ντόπιων που τσιμπάνε σε κάτι τέτοια και για αύξηση του τουρισμού που ζητάν το κάτι άλλο, αλλά ευχαριστώ, δεν θα πάρω.

  32. Theo said

    διόρθωση:
    για αύξηση των τουριστών που ζητάν το κάτι άλλο

  33. sxoliko said

    Τον πήρα τον Ανήφορο κι είμαι στη μέση του.
    Δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, ο Καζαντζάκης είναι συνυφασμένος με τα αναγνώσματα της εφηβείας. Κι όσο κι αν δεν ανατρέχω σ’ αυτόν πια, η πλάση του είναι αγαπημένη.

  34. sxoliko said

    Επόμενες λέξεις από το γλωσσάρι: κορβέτα, πλαντεμένος, λαμπηδόνα, ανάερα, συντραβώ, στιβάνι, καταλύω, αστροβολώ, ψυχομαχώ, σεβνταλής, φθίση, αρμάδα, στήθωμα, φαμέγιος, αποκρατώ, συσηλίζω, μαδάρα, απολυταρίχνω, φούρκα, ντελιφισέκης, σπιρουνιά, γαϊτάνι, θρος, σφηνωτός, λάφτω, αντικνήμι, μπαταριά, καυκί, νυματίζω, τρόχαλος, κονεύω, περγελαχτός (ως και το 2ο κεφ., σελ. 73)

  35. Πέπε said

    31
    > Ωραία παραμύθια για την ανύψωση του ηθικού των ντόπιων που τσιμπάνε σε κάτι τέτοια και για αύξηση του τουρισμού που ζητάν το κάτι άλλο

    Μα μη θαρρείς ότι, επειδή τον Καζαντζάκη τον έχουν περί πολλού στην Κρήτη (σε βαθμό που να φαντάζεται κανείς ότι ποτέ η Κρήτη δεν έβγαλε τίποτε άλλο πάρεξ Καζαντζάκη, Κορνάρο, Γκρέκο και Βενιζέλο), τον έχουν διαβάσει κιόλας και μάλιστα με κατανόηση.

    Ίσως οι Κρητικοί να έχουν διαβάσει ελάχιστα παραπάνω Καζαντζάκη απ’ όσο (α) έχουν διαβάσει Καζαντζάκη όλοι οι υπόλοιποι και (β) έχουν διαβάσει οι Κρητικοί οτιδήποτε άλλο. Τίποτα περισσότερο.

    (Το σημείο με την τεράστια πινακίδα «από δω λεωφόρος Καζαντζίδη» και την αισθητά μικρότερη «από κει μουσείο Καζαντζάκη» την έχω ξανααναφέρει πλέον ή άπαξ.)

  36. Konstantinos said

    Η έκδοση δεν είναι τρισάθλια? Ακαλαίσθητα περιθώρια, υποσημειώσεις με τονισμένα γράμματα που το μάτι σου πέφτει πρώτα στην υποσημείωση και μετά στο κείμενο της σελίδας, δυσανάγνωστη γραμματοσειρα, εξώφυλλο που είναι λες και έδωσες στο γραφίστα 5 λεπτά και μια χαρτοπετσέτα και ένα bic για να την ετοιμάσει. Ακόμα και σαν εκτύπωση/εξώφυλλο δίνει την αίσθηση ότι υστερεί σε ποιότητα.

  37. Λάμπας said

    31. » Νιώθω σαν πάντα να θέλει να αποδείξει ότι είναι κάτι που δεν είναι.» Και εγώ ακριβώς το ίδιο. Νομίζω ότι θεωρούσε τον εαυτό του, εκτός από σπουδαίο συγγραφέα (που μάλλον ήταν) και μεγάλο φιλόσοφο (που σίγουρα δεν ήταν).

  38. Λάμπας said

    Άσχετο: στην πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Νοτιοαφρικανού συγγραφέα Ντέιμον Γκάλγκατ που δημοσιεύθηκε στη χτεσινή Εφ.Συν., συνάντησα μια λέξη που δεν την ήξερα και δεν τη βρίσκω στα λεξικά: «υπερελάχιστος». Είναι κάποιος νεολογισμός ή μετεξέλιξη/παραφθορά του «απειροελάχιστος»;

  39. antonislaw said

    Καλησπέρα σας!χίλια ευχαριστώ Νικοκύρη για την παρουσίαση του βιβλίου του Καζαντζάκη, που ομολογώ δεν το εχω διαβάσει ακόμα. Για εμάς τους κρητικούς ο Καζαντζάκης είναι αφηρωισμένος και δεν είναι τυχαίο που και ο ταφος του σαν βωμός είναι, μαλιστα τις τελευταιες μέρες πηγε κι έκαμε εκεί προσκύνημα κι ο νέος αρχιεπίσκοπος της αυτοκέφαλης εκκλησιας της Κρήτης Ειρηναίος, και αν και ενόχλησε κάποιους- μάλλον παραθρησκευτικούς- κύκλους, η πράξη του αυτή εξέφραζε οχι μονο την μεταμέλεια της επίσημης εκκλησίας για το κυνηγητό που του έκαμε εν ζωή αλλά εκφράζει και τη στάση του μέσου κρητικού για τον τοπικό του ήρωα
    content://media/external/downloads/8261
    https://www.google.com/amp/s/www.thetoc.gr/koinwnia/article/sugklonistiko-o-arxiepiskopos-kritis-gonatizei-ston-tafo-tou-nikou-kazantzaki-eikones/%3famp=true
    Πολύ δυνατό σημείο η εικόνα του Γιουχτα από το πλοίο, οι μυρωδιές της στεργιάς, τα πρόσωπα των παλιών συμμαθητών που τα αναγνωριζει σε πρόσωπα γέρων πλέον και η δήλωση-ευχή στη γυναίκα του ότι δεν δε φύγει μπλιό από την Κρήτη. Όλα αυτά έχουν πολύ μεγάλη απήχηση σε ξενιτεμένους κρητικούς όπως ο ίδιος ο Καζαντζάκης τότε αλλά και σε όλους που λείπουν χρόνια από το νησί, θα έλεγα ότι το κείμενο είναι νοσταλγικό αλλά και ταυτόχρονα περικλείει τον πόνο του ξενιτεμένου που ξέρει ότι κατά πάσα πιθανότητα θα πεθάνει στην ξενιτιά

  40. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @29. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ καλλιέργειά σου θά ἦταν ἀσύμβατη μέ ὁποιασδήποτε μορφῆς ὑποτίμησι τοῦ Καζαντζάκη καί βέβαια νομίζω πώς αὐτή -ἡ δεύτερη-διατύπωσί σου, σέ ἐκφράζει καλύτερα 🙂

  41. dryhammer said

    Μόνο εγώ βλέπω ντιενειτζήδικο το εξώφυλλο σαν από σχολικό βιβλίο βιολογίας;

    [Για τα μέσα, σαν ελάσσων Καζαντζάκης με ό,τι συν ή/και μείον σημαίνει αυτό]

  42. 41. 36. και άλλοι
    Και όμως φαίνεται να έγινε μεγάλη προσπάθεια να σχεδιαστούν νέα εξώφυλλα σε σύγχρονο πνεύμα έτσι ώστε να προσελκύεται και ο νέος αναγνώστης. Και, όπως μπορείτε να διαβάσετε στο λινκ, φτιάχτηκε νέα γραμματοσειρά.
    Από τη συνέντευξη, αντιγράφω:
    Αυτό που εύκολα μπορεί να παρατηρήσει το μάτι του απλού αναγνώστη είναι η αλλαγή στη σχεδίαση του «οφθαλμού» του γράμματος «ο», όπου το βάρος μεταφέρεται πάνω και κάτω αντί για το σύνηθες δεξιά – αριστερά ή διαγωνίως.
    «Δεν θέλαμε να μιμηθούμε ένα χειρόγραφο του Καζαντζάκη αλλά τη δυναμική του, την ένταση και τον ρυθμό του», λέει ο γραφίστας και τυπογραφικός σχεδιαστής. Η αλλαγή του όμικρον συμπαρασύρει και όλα τα γράμματα που το εμπεριέχουν. Η γραμματοσειρά, συμπληρώνει, δημιουργεί την αίσθηση μιας οριζόντιας γραμμής που έχει όμως και τον κυματισμό, τους βοστρύχους, ενός αμπελιού. «Τα κείμενα του Καζαντζάκη είναι όλα γραμμένα με την καινούργια γραμματοσειρά, ενώ ό,τι λέμε εμείς, οι σύγχρονοι, είναι γραμμένα με μια άλλη, παραπλήσια αλλά διαφορετική γραμματοσειρά».

    Εδώ το άρθρο «η νέα γλώσσα» του Καζαντζάκη.
    https://www.kathimerini.gr/culture/562093912/i-nea-glossa-toy-kazantzaki/
    στις 17/10 δημοσιεύτηκε.

  43. dimopal said

    Εκείνη η σειρά (κόκκινα βιβλία) . Τέλος δημοτικού αρχές γυμνασίου, πόση ωριμότητα πόσα δάκρυα πόση ευαισθησία μάς φίλεψαν…Καλό η κακό μάς κάνανε στην ζωή μας; Δεν ξέρω. Σίγουρα μάς σφράγισαν.
    Και τώρα , λες και καταλαβαίνω την ηλικιωμένη μας ψυχή μόνο από το ότι βρεθήκαμε παιδικοί συναναγνώστες .
    Τώρα εκείνα τα κόκκινα βιβλία, παρατημένα εδώ και χρόνια φέρνουν στο ροζ προς λευκό…( ο ράχες)

  44. Πέπε said

    Δείγμα κανονικής τυπωμένης σελίδας δε δίνεται, ώστε να πάρουμε κι εμείς οι υπόλοιποι μια θέση ανάμεσα στις δύο ακραίες που διατυπώθηκαν:
    #0 > το κείμενο του μυθιστορήματος (αλλά όχι των προλόγων κτλ) είναι τυπωμένο σε ιδιαίτερη γραμματοσειρά, πολύ ευχάριστη στο μάτι
    και
    #36 > Η έκδοση δεν είναι τρισάθλια? […] δυσανάγνωστη γραμματοσειρα

    Πάντως ρε παιδιά το εξώφυλλο, όσο κι αν σ’ άλλους αρέσει και σ’ άλλους όχι, έχει τουλάχιστον προσπαθήσει να αρέσει, περισσότερο απ’ όσο το προσπαθούσαν τα παλιά, που δεν ήταν μόνο κόκκινα, ήταν και πλαστικά. Στο λινκ του #42, εκτός από την εικόνα που παραθέτω, έχει και άλλα οχτώ εξώφυλλα.

    Εμένα, αν είναι να μαζέψουμε γνώμες, μ’ αρέσει το γραφιστικό, δε μ’ αρέσει που αλλού κοιτάει το όνομα του συγγραφέα και αλλού ο τίτλος. Μάλιστα με παραπέμπει σε καζαντζάκειους εξυπνακισμούς (ας το πω όπως δεν το ‘χει πει κανένας ως τώρα!).

  45. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Πάντως, Νικοκύρη, τό ὑλικό [πρόσωπα, κεντρική ἰδέα, ἐπεισόδια κλπ] πού γνωρίσαμε καί ἀγαπήσαμε μέ λιγώτερο ἤ περισσότερο πάθος ὅλοι στόν καπετάν Μιχάλη, πέρασε ἀναδιατασσόμενο ἀπό σαράντα κύματα, καί ὄχι μόνο μέσα ἀπό τόν «Ἀνήφορο». Νομίζω πώς ὑπάρχει σέ σχεδίασμα, κάπου πρός τά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ’20 (γράφω ἀπό μνήμης..), στήν πρώτη γαλλόφωνη ἐκδοχή τοῦ μυθιστορήματος (δεκαετία ’30), στόν Ἀνήφορο (δεκαετία ’40) καί στόν ὁριστικό καπετάν Μιχάλη (δεκαετία ’50!!).

  46. sarant said

    22 Το γκούγκλισα πριν το γράψω, δεν βασίζομαι πια στη μνήμη μου.
    Φαίνεται όμως ότι υπάρχει στον Κζ και το «δυνάμες» οπότε στέκομαι διορθωμένος και κατάπληκτος.

  47. sarant said

    44 Δείγμα τυπωμένης σελίδας στον εκδοτικο οίκο:

    Click to access 220072.pdf

  48. Α. Σέρτης said

    46
    Και όχι μόνο στον Καζαντζάκη…
    Ελπίζω να διορθωθεί το άρθρο και να αποδοθούν τα εύσημα που αδίκως αφαιρέθηκαν από την επιμέλεια

  49. Costas Papathanasiou said

    44: Όλα είναι σχετικά και οτιδήποτε, σαφώς και ευτυχώς, “σ’ άλλους αρέσει και σ’ άλλους όχι”.
    Έτσι, το καταδυόμενο ονοματεπώνυμο, από γραφιστικής απόψεως, θα μπορούσε να δείχνει ότι «Χρέος σου, ήσυχα, χωρίς ελπίδα, με γενναιότητα, να βάνεις πλώρα κατά την άβυσσο. Και να λες: Τίποτα δεν υπάρχει! Μήτε ζωή, μήτε θάνατος» παραπέμποντας ίσως και στην ομολογία του συγγραφέα ότι«Τέσσερα στάθηκαν τα αποφασιστικά σκαλοπάτια στο ανηφόρισμά μου, και το καθένα φέρνει ένα ιερό όνομα: Χριστός, Βούδας, Λένιν, Οδυσσέας (….). Αλάκερη η ψυχή μου μια Κραυγή. Κι όλο μου το Έργο, το σχόλιο στην Κραυγή αυτή. Μια λέξη πάντα,(…)· η λέξη Ανήφορος.», διότι «Ο σωστός δρόμος είναι ο ανήφορος» και «Το μεγαλύτερο ταξίδι μας το κάνουμε με την ψυχή μας» έτσι όπως και ο ανιών τίτλος του έργου στο εν λόγω εξώφυλλο.
    Οπότε, από χριστιανικής απόψεως, το ότι “αλλού κοιτάει το όνομα του συγγραφέα και αλλού ο τίτλος” θα μπορούσε τελικά να διαβαστεί και ως “ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται” (ανάλαφρος σαν “κλέφτης” αβαρής— με άι-κιου του ραδικιού που λεν κι οι νεολαίοι)

  50. «Κατάλοιπα» του Ανήφορου βρίσκονται, σύμφωνα με τον Μαθιουδάκη και τη Βασιλειάδη και σε δύο άλλα έργα του Κ. (εκτός από τον «Καπετάν Μιχάλη»), το «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» και την «Αναφορά στον Γκρέκο».
    Η αλληλογραφία του Κ. με την Ε. Λαμπρίδη αποκαλύπτει όχι μόνο την πρόθεση αλλά και την αγωνία του να εκδοθεί το έργο μεταφρασμένο απευθείας στα αγγλικά (για το αμερικανικό και για το παγκόσμιο κοινό). Επίσης, και σε άλλες επιστολές του (προς Ε. Καζαντζάκη κ. ά.) φανερώνει την ανάγκη του να γράψει ένα έργο με εμφανές το πολιτικό στίγμα του (μετά την αρνητική κριτική που δέχτηκε για «το γεγονός ότι από τον Ζορμπά λείπει οποιαδήποτε αναφορά στα ζοφερά χρόνια της Κατοχής») και έντονο αντιπολεμικό χαρακτήρα. Είχε σκοπό, επίσης να ενσωματώσει την Ασκητική στο έργο αυτό.
    Στην ίδια ανακοίνωση των Μαθιουδάκη και Βασιλειάδη υπάρχουν αποσπάσματα από τις επιστολές, σχόλια για την ιδιαίτερη ορθογραφία του Κ. στον «Ανήφορο», αλλά και ωραίες διακειμενικές αναφορές στον Σαίξπηρ.
    https://www.researchgate.net/publication/351774789_ANEPHOROS_ena_agnosto_mythistorema_tou_Nikou_Kazantzake

  51. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    42τέλος (από το λινκ)
    Γράφει η Κ. : To χειρόγραφο του «Ανήφορου», που φυλάσσεται στο Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, τους Βαρβαρούς (σημερινή Μυρτιά).

    Αυτό τον καιρό λόγω της έκδοσης του βιβλίου άκουσα αρκετές φορές το όνομα του χωριού του Κζ, και όλες παρατονισμένο!
    Από τους Βαρβάρους (ον. Βαρβάροι στην καθομιλούμενη- Βάρβαροι τύποις μέχρι το 1940 και Βάρβαρον μέχρι το 1965) σημερινή Μυρτιά, ήταν. Χωριό πολλών αιώνων { δεν καταλαβαίνω τη μετονομασία (σιγά τώρα, για Κρήτη μιλάμε 🙂 ) τη στιγμή μάλιστα που ως γενέτειρα του Καζαντζάκη, φαντάζομαι ότι έτσι θα αναφέρεται στη βιβλιογραφία}.

    «… συμβόλαιο του 1271 : 19 Luglio 1271, Sabathinus Georgius habitator in casali Varvari dare tenetur Abrae iudeo…(Ant. Creta, Torino, 1942, p. 153).
    Το 1583 αναφέρεται από τον Καστροφύλακα με το όνομα Varvarus με 106 κατ. (Κ 95). Στην τουρκική απογραφή (1671) αναφέρεται Varvaru με 36 χαράτσια…»
    https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CF%85%CF%81%CF%84%CE%B9%CE%AC_%CE%97%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%AF%CE%BF%CF%85

  52. Theo said

    Τύπωσα μια σελίδα από το δείγμα του #47.
    Η γραμματοσειρά δεν είναι άσχημη και μου θυμίζει κάτι γραμματοσειρές σε μονοτυπία, των δεκαετιών του ’60 ’70ς από τυπογράφους με καλλιτεχνικές ευαισθησίες. Μας δυσκολεύει όμως λίγο στην ανάγνωση, ίσως γιατί δεν έχουμε συνηθίσει τέτοια στιλ.

  53. Πέπε said

    > Εχω και μια μικρή επιφύλαξη για το απόσπασμα: Δεν είχε δική του καμιά στενοχώρια – ήταν γέρος, τιμημένος, πλούσιος, καλή η γυναίκα του, γερά τα παιδιά του, τίποτα δεν του ’λειπε, όπου λογικά θα περίμενα «ήταν γερός», αλλά και το «γέρος» στέκει.

    Αν ήταν γέρος την εποχή στην οποία αναφέρεται το χωρίο, τότε σαφώς και αυτό ήθελε να τονίσει: ήταν πλήρης ημερών, τιμημένος, πλούσιος κλπ. Αλλά δεν είμαι πολύ βέβαιος για την ηλικία του. Ο ήρωας τον θυμάται όταν ο ίδιος ήταν μικρός. Στα πόσα τον έκανε; Παρακάτω, σ’ όλη την επόμενη παράγραφο τον λέει κατ’ επανάληψη γέρο, αλλά ίσως αυτή είναι απλώς η λέξη με την οποία τον σκέφτεται ο γιος του. Επομένως μπορεί και να ήταν νέος ακόμα. Σ’ αυτή την περίπτωση, γερός. Αλλά αν ήταν όντως γέρος, τότε «γέρος» ταιριάζει κι εκεί.

    #47:
    > Δείγμα τυπωμένης σελίδας

    Μάλιστα. Δεν ξέρω πώς θα μου φαινόταν στο χαρτί, πάντως στην οθόνη σίγουρα διαβάζεται καλύτερα έτσι παρά στη WordPress! Ότι η γραμματοσειρά είναι πρωτότυπη, σίγουρα το παρατηρεί κανείς. Το αν μ’ αρέσει, δεν είμαι έτοιμος να το πω (και ποιον τον νοιάζει άλλωστε;).

    Οι υποσημειώσεις είναι σίγουρα υπερβολικές. Φτάνοντας στο τέλος κάθε σελίδας, σχεδόν απαρέγκλιτα έλεγα «μπα; συνάντησα αυτή τη λέξη;». Πρώτα η ίδια η εμφάνιση της κάθε λέξης έρχεται τόσο φυσικά ώστε δεν την παρατηρώ καν, και μετά κάποιος έρχεται να μου λύσει απορίες που δε μου γέννησε η λέξη! Καταλαβαίνω ότι υπάρχουν αναγνώστες που μπορεί να μην ξέρουν π.χ. το «έθρυψε», αλλά κι αν δεν μπορέσουν καν να το καταλάβουν από το συμφραζόμενο, τι θα πάθουν; Ορθώς όμως που τουλάχιστον σκέφτηκαν την καινοτομία να μη βάζουν παραπομπές μέσα στο κείμενο, θα διακόπταμε συνέχεια τη ροή της ανάγνωσής μας.

    ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~

    Το κείμενο περιγράφει μια κόλαση. Δεν ξέρω ποια θα ήταν η γνώμη της κοπέλας που μάλλον μόλις γύρισε από το Άουσβιτς -ή πάντως από τον διωγμό- αλλά του ήρωα δε μου φαίνεται να είναι αυτή. Γέρασε το Μεγάλο Κάστρο! Και νέο που μας το περιέγραψες, τι όμορφο που ήταν, η χαρά της ζωής! Ε, ο πατέρας ήταν λίγο αψύς βέβαια, λίγο πεισματάρης, θεός σχωρέστον, αλλά τώρα ποιος τα θυμάται αυτά;

    Το ότι δεν ήξερε τον παππού του το βρίσκω πέρα από κάθε αληθοφάνεια.

    Για το τι απ’ όλα αυτά έχω ξαναδεί στον Καπετάν Μιχάλη δεν είμαι απόλυτα βέβαιος, αρκετά πάντως. Το εύρημα με την αυτοαπαγόρευση γέλιου μέχρι να λευτερωθεί η Κρήτη, σίγουρα. Το να μη βλέπονται πατέρας και κόρη επίσης, αλλά νομίζω με πιο ήπιο τρόπο (εκεί απλώς ο ίδιος την απέφευγε, δεν την κλειδαμπάρωσε, σωστά θυμάμαι;) Το μοτίβο με το μεθύσι και τους τζουτζέδες επίσης κάτι μου θυμίζει, αλλά μήπως κάνω λάθος; Οπωσδήποτε, κι αυτό είναι πέρα από κάθε αληθοφάνεια.

  54. Λάμπας said

    Σχετικά με το «δυνάμες»: νομίζω ότι αυτό που ήταν αφύσικο για το λαϊκό γλωσσικό αισθητήριο σε αυτούς τους λόγιους πληθυντικούς δεν ήταν η καταβίβαση του τόνου αλλά η κατάληξη σε -εις, που αυθόρμητα προσαρμοζόταν στο γνωστό -ες. Θυμάμαι τους ηλικιωμένους στο χωριό να περιμένουν να πάει εννιά για να ακούσουν τις «ειδήσες» και να παραλαμβάνουν την πρώτη του μηνός τις «συντάξες» τους από τον ταχυδρόμο.

  55. Πέπε said

    54
    Ναι, αλλά αυτοί οι ομιλητές μάλλον παράλλαζαν λέξεις που είχαν μπει όψιμα και άνωθεν στο λεξιλόγιό τους και στη ζωή τους, φέρνοντάς τες πιο κοντά στο οικείο τους. Δηλαδή, δεν κατέβαζαν τον τόνο, απλώς τον είχαν ήδη βρει κάτω. Η δύναμη αντίθετα είναι λέξη λαϊκή, λεγόταν ανέκαθεν. Θυμίζω και το πολυσυζητημένο, σ’ αυτό το πλαίσιο, παράδειγμα «οι άνοιξες».

    Άσε που μπορεί και να υπερδιόρθωναν το [i] σε [e] αν οι ίδιοι πρόφεραν το ε σαν [i] (ΒΙ).

    Τέλος πάντων, αν ο Καζαντζάκης το ‘πε τόσες φορές το «δυνάμες» τότε αθώοι οι επιμελητές βέβαια, αλλά όχι και ο ίδιος ο τύπος.

  56. Λάμπας said

    56. Σύμφωνοι, αλλά και οι λαϊκές λέξεις τελικά προσαρμόστηκαν στον «κανονικό» λόγιο τύπο. Και η προσαρμογή δε γίνεται αυτόματα και «με τη μία». Μπορεί πρώτα να προσαρμόστηκε ο τονισμός και μετά η κατάληξη, να υπήρξε δηλαδή ανάμεσα στο λαϊκό «δύναμες» και το λόγιο «δυνάμεις» ενδιάμεσος τύπος «δυνάμες».

  57. 50 (συμπλήρωμα)
    Η έκδοση του βιβλίου θα γινόταν με τον τίτλο“Le coeur atomique” (που πρότεινε στην Ε. Λαμπρίδη ο ίδιος ο Κ.).
    Είναι, υποθέτω, η ίδια έννοια της ατομικότητας που επανέρχεται στον «Καπετάν Μιχάλη»: «Ατομική ευτυχία δεν υπάρχει, μάθε το, για ανθρώπους σαν κι εμάς· ευτυχισμένοι εμείς μπορούμε να γίνουμε μονάχα όταν πολεμούμε και κάνουμε ευτυχισμένο το σύνολο».
    https://www.academia.edu/14042654/%CE%9F_%CE%9A%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%84%CE%AC%CE%BD_%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%AC%CE%BB%CE%B7%CF%82_%CE%88%CE%BD%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%9C%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C_%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%BF

  58. Α. Σέρτης said

    55
    «τότε αθώοι οι επιμελητές βέβαια, αλλά όχι και ο ίδιος ο τύπος.»

    Και ο τύπος αθώος βέβαια, όσο και οι επιμελητές:

    Τω Μουρνιδώ ( 1833. )
    Εις τση Μουρνιαις μαζεύγουνται εις τα τριαντατρία
    Κ ‘ ήλέγαν του Μεμέντ Αλή πως δεν τον έχουν χρεία .
    Κ ‘ ηλέγαν κ ‘ εφωνιάζανε νάρθουν ή τρείς Δυνάμες ,
    Δε θέλουν τον Μεμέντ Αλή να τσ ‘ έχη μπλι ‘ αραγιάδες .
    (Γιάνναρη, ΑΣΜΑΤΑ ΚΡΗΤΙΚΑ, 1876)

  59. ΛΑΜΠΡΟΣ said

    23 τέλος- Είναι το πιθανότερο αυτή η εξέλιξη, και δεν έχει να κάνει με το όποιο μέγεθος του συγγραφέα ούτε με την διαχρονική αναγνωσιμότητά του, αλλά από την «αγιοποίηση του» από τις κατεστημένες δυνάμεις που την δημιούργησαν και την συντηρούν. Είναι οι ίδιες διαχρονικές δυνάμεις που αποφασίζουν ποιοί είναι μεγάλοι και ποιοι μικροί βασιζόμενες στα υποκειμενικά τους κριτήρια, κάτι που συμβαίνει και στον ευρύτερο λογοτεχνικό χώρο, αλλά και στον εικαστικό (που γίνεται το έλα να δείς).

    Πόσοι διαβάζουν Καζαντζάκη σήμερα; Ελάχιστοι κι από τους νέους σχεδόν κανείς, κι ακόμη χειρότερα, είναι με τον Παπαδιαμάντη.
    Υπάρχει άραγε αντικειμενικό κριτήριο κατάταξης;
    Είναι π,χ η Μαντά συγγραφέας ή όχι; Αν είναι, είναι μεγάλη ή μικρή;

    Υ.Γ – Δεν απευθύνεται σε σένα προσωπικά το ερώτημα για την Μαντά, όποτε δεν χρειάζεται να πάρεις θέση, και μπορείς να κοιμηθείς ήσυχος.😊

  60. sarant said

    50 Α μπράβο

    57 Να πω ότι δεν μου αρέσει ο τίτλος;

    59 Αρκετοί τον διαβάζουν τον Κζ, νομίζω

  61. 60β
    Χάλια είναι. (Άραγε θα ήθελε και ο ίδιος να τον γνωρίζουμε σήμερα;)

  62. Μαρία said

    57
    Οι Γάλλοι πάντως θα σκέφτονταν την πυρηνική ενέργεια κι όχι την ατομικότητα 🙂

  63. Πέπε said

    59
    Μεταξύ των αναγνωστών λογοτεχνίας υπάρχουν και αναγνώστες του Καζαντζάκη. Και φυσικά και του Παπαδιαμάντη. Έχω την αίσθηση ότι ο Καζαντζάκης πρέπει να έχει αρκετά καλή σειρά και στην προτίμηση νέων που δεν είναι μεν αναγνώστες λογοτεχνίας αλλά θέλουν να γίνουν, και ακόμα λίγο καλύτερη στους ίδιους αυτούς νέους ειδικά στην Κρήτη.

    Το ότι όλοι αυτοί είναι μειοψηφία μες στον γενικό πληθυσμό, ε τι να κάνουμε, να τους βάλουμε με το ζόρι να διαβάζουν; Αφού δε γουστάρουν λέμε, με το ζόρι; Λες και υπάρχει αλλού ή υπήρξε ποτέ κοινωνία όπου όλοι να διαβάζουν με κατανόηση εκλεκτά πράγματα. (Ή να βλέπουν με κατανόηση καλό θέατρο, καλή ζωγραφική, να είναι οινογνώστες, μουσικογνώστες, καλοφαγάδες και δεν ξέρω τι άλλο, σοφοί στις επιλογές της ζωής τους…)

  64. Πέπε said

    58
    Δεν καλύπτομαι απόλυτα από το παράδειγμα. Ένας ριμαδόρος το είπε. Δεν ξέρω τον συγκεκριμένο (Αναγνώστη Χαζίρη από τους Λάκκους), αλλά γενικά οι ριμαδόροι δεν το ‘χουν σε τίποτα να κάνουν ποικίλες αβαρίες για να τους βγει το νόημα. Δες το αμέσως προηγούμενο:
    – ρίμα μπεντένι – προβαίνεις
    – και όντεν την ανέβαινε = κι όντεν ανέβαινε αλλά λείπουν δυο συλλαβές
    – ρίμα λεβέντη – αφέντης
    – ρίμα γεζίτη – Κρήτης

    Αλλά και στο ίδιο αυτό που παραθέτεις, οι δυνάμες ριμάρουν με τους ραγιάδες.

    Και δεν έτυχε. Συνηθισμένο είναι, Κρήτη, Κύπρο, και όπου υπάρχουν/υπήρχαν ριμαδόροι. Και φυσιολογικό άλλωστε: ούτε όλοι ήταν Κορνάροι ν’ ανοίγουν το στόμα τους και να φτύνουν διαμάντια, ούτε και είχαν την τύχη των δημιουργών των ανώνυμων δημοτικών τραγουδιών, που έχουν υποστεί συλλογική επεξεργασία γενεών μέχρι να φτάσουν στην τελειοποίησή τους. Αυτοί τα παρέδιδαν εξαρχής οι ίδιοι στην τελική τους μορφή. Κάπου θα έχουν υπάρξει και εξαιρετικά χαρισματικοί ριμαδόροι, αλλά η τρέχουσα αξίωση από έναν ριμαδόρο είναι απλώς να πει μια ήδη υπάρχουσα ιστορία με στοιχειωδώς έμμετρο και τραγουδήσιμο τρόπο. (Κατά περίπτωση έχουν υπάρξει και ρίμες που μεταπήδησαν σε δημοτικά και υπέστησαν συλλογική προφορική επεξεργασία, όπως π.χ. του Τζωρτζάκη, που βλέπω κάπου στην αρχή του τόμου, ή άλλες γνωστές όπως με το ναυάγιο με τη βάρκα, Δώδεκα χρονών κορίτσι, της Αντρονίκης/Φεβρωνίας, κλπ. Άλλο αυτό όμως και άλλο η πρωτογενής δουλειά του κάθε τυχόντος ριμαδόρου.)

    Αν βρεις τις δυνάμες να τις λέει κάποιος πιο αξιόπιστος, τότε πάω πάσο. Προς το παρόν, παραμένω επιφυλακτικός.

  65. Η ρίμα είναι (για μένα) το δύσκολο κομμάτι της ποίησης γιατί η ποίηση εκφράζει σκέψεις ( τα διηγήματα περιγράφουν αληθοφανή όνειρα, όχι σκέψεις ) και υπάρχει μεγάλος περιορισμός στις λέξεις αφού πρέπει εκτός από το μέτρο να ριμάρουν κιόλας.
    Δεν θεωρώ αξιοπρόσεκτες τις μαντινάδες εκτός ολίγων εξαιρέσεων, όπου οι λέξεις στραγγαλίζονται στην κυριολεξία προκειμένου να αποδώσουν ρίμα και ούτε θεωρώ δικαίωση ότι και κάποιος άλλος αναφέρει την ίδια στραγγαλισμένη λέξη όπως οι…δυνάμες για να ριμάρει με τους…αραγιάδες. Λύσεις απελπισίας είναι αυτές προκειμένου να διατηρηθεί κάποιο προϋπάρχον κλίμα.

    το βρε μελαχρυνάκι με πότισες φαρμάκι ριμάρει, το βρε μελαχρινόλι , μούριξες βιτριόλι, δεν δικαιώνεται αν κάποιος, κάπου, κάποτε είχε εφεύρει την λέξη μελαχρινόλι και υπάρχει γραμμένη , κι ας είναι διάσημος όπως ο Αντετοκούμπο !!

  66. BLOG_OTI_NANAI said

    Το «δύναμες» ή «δυνάμες» βλέπω ότι υπάρχει στη δημώδη. Ένα εύρημα είναι του 1858 από δημώδη απόδοση του Χρυσοστόμου. Και υπάρχουν πολλά ακόμη.

  67. Παναγιώτης Κ. said

    Διαβάζω κείμενο και σχόλια και γράφω.

    τζουτζές < (άμεσο δάνειο) τουρκική cüce ("νάνος") < περσική جوجه (cūca,"κοτοπουλάκι")
    ο τζουτζές=ο γελωτοποιός
    (συνεκδοχικά) άνθρωπος που δεν είναι σοβαρός, ο γελοίος.

    Ξεχώρισα:

    "κι όλη η Γερμανία να ξεπατωθεί, το αχ! της Κρήτης δε σβήνει!"
    (όσοι διαβάζουμε την ιστορία εκείνης της περιόδου, ξέρουμε και κυρίως αισθανόμαστε…).

    "Άνοιξαν μέσα του οι καταπαχτές και ξεπετάχτηκαν οι παμπά­λαιοι πρόγονοι – ο τίγρης, ο λύκος, το αγριογούρουνο".

    «Δε με νοιάζει ο θάνατος», συλλογίζουνταν, «με νοιάζει η φθορά· αυτή εξευτελίζει τον άνθρωπο. Αυτήν πρέπει να νικήσω…»

    Και μου ήρθε στη σκέψη η ρήση: "Ειρηνικά, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα".

    23. Ωραίο σχόλιο!

    31,37.Στέκομαι με ενδιαφέρον στα σχόλια αυτά και προσθέτω την άποψή μου.
    Ο Κζ είναι σπουδαίος λογοτέχνης διότι είχε φιλοσοφική διάθεση. Για μένα, είναι όρος απαραίτητος: Ο λογοτέχνης να έχει φιλοσοφική διάθεση και φυσικά, αυτή να αποτυπώνεται στο έργο του.
    Ναι, υπάρχει γλωσσική υπερβολή στον λόγο του Κζ την οποία δεν μπόρεσα να εξηγήσω…

  68. ΓιώργοςΜ said

    Καλημέρα!
    Οικείο το ύφος του κειμένου, αυτοψυχαναλυτικό όσο το καταλαβαίνω, αλλά δεν με ενθουσιάζει. Ίσως στην εφηβική και μετεφηβική ηλικία, όταν φτιάχνουμε μοντέλα συμπεριφορών για να τους μοιάσουμε, αυτή η εξιδανίκευση με τους υπερανθρώπους (καπετάν Μιχάλης, Ζορμπάς κλπ) να είχε κάποιο νόημα, αλλά πια αυτό μου φαίνεται πολύ ψεύτικο, επίπλαστο.
    Για τη γραμματοσειρά, η πρώτη εντύπωση αρνητική, αλλά κάθε τι καινούριο μπορεί να ξενίζει… ξυνίζοντας τους συντηρητικούς 🙂 Όλες αυτές τις ντιζαϊνιές και τα μαρκετίστικα (γιατί αυτό είναι) τα βλέπω με κακό μάτι· η γραμματοσειρά, όπως και κάθε κομμάτι του έργου, είναι καλά όταν περνούν απαρατήρητα, ή όταν είναι ευχάριστα με αβίαστο τρόπο, και του επιτρέπουν να λειτουργήσει από μόνο του. Όταν κάνουν τόσο ντόρο, για μένα είναι δείγμα πως το περιεχόμενο υστερεί. Σαν να βάζεις εξαιρετικά περίτεχνα μπουκάλια σε ένα ποτό, συχνά δείχνει πως το περιεχόμενο δε λέει και πολλά. Μου φαίνεται πιο δυσκολοδιάβαστη, με τους οφθαλμούς των γραμμάτων να είναι ανάποδα σε με τις συνηθισμένες γραμματοσειρές βιβλίων (ελζεβίρ, Times Roman κλπ), δηλαδή με το παχύ μέρος των γραμμάτων πάνω και κάτω αντί για αριστερά και δεξιά. Αυτό μάλλον είναι θέμα προσωπικού γούστου. Αυτό που μου γρατζουνίζει τα μάτια περισσότερο είναι αυτές οι γωνίες σε κάποια σημεία (στις άκρες του ω, στο ς, στο π, στην άκρη του δ), σαν να ξέχασαν να τις περάσουν με το γυαλόχαρτο, ενώ οι κάτω άκρες στο ρ,μ,η κλπ είναι, σωστά κτγμ, στρογγυλεμένες.

    Το δε εξώφυλλο, ο τίτλος εννοώ, απαράδεκτο. Άτεχνο – με την έννοια «όχι συμφώνως τη τέχνη», μάλλον το έφτιαξε γραφίστας, όχι τυπογράφος. Το βιβλίο πρέπει να διαβάζεται όπως το βλέπεις, όχι να το γυρίζεις, γύρω-γύρω όλοι στη μέση ο Μανώλης. Για την κατεύθυνση του τίτλου στη ράχη να το συζητήσουμε αν θα πρέπει να είναι προς τα πάνω ή προς τα κάτω, υπάρχουν επιχειρήματα εκατέρωθεν. Το λειτουργικά σωστό είναι η ομοιομορφία, να είναι ίδιο παντού και να μην παθαίνεις αυχενικό σύνδρομο κουνώντας δεξιά-αριστερά το κεφάλι σε μια βιβλιοθήκη βλέποντας τους τίτλους. Αλλά το εξώφυλλο, ξαναλέω, απαράδεκτο, εκτός ίσως αν είχαν στο νου τους να κρεμάσουν το βιβλίο σε μανταλάκια. Αλλά και πάλι αναποφάσιστοι για την κατεύθυνση του κρεμάσματος…

  69. sarant said

    66 Ενδιαφέρον

    68β Όλα τα εξώφυλλα των έργων του Καζαντζάκη που έχει εκδώσει η Διόπτρα έχουν παρεμφερή εξώφυλλα, στο ίδιο στιλ. Δες τα.

  70. […] https://sarantakos.wordpress.com/2022/11/27/kazantzakis/ — Weiterlesen sarantakos.wordpress.com/2022/11/27/kazantzakis/ […]

  71. Α. Σέρτης said

    64
    «Δεν καλύπτομαι απόλυτα από το παράδειγμα
    Αν βρεις τις δυνάμες να τις λέει κάποιος πιο αξιόπιστος, τότε πάω πάσο.»

    Τι ψυχή έχει ένα δεκάλεπτο γκούγκλισμα για να βρεις πράμα που σαλεύει (τι Μακρυγιάννης, τι Μυριβίλης, τι και τι πέραν των του σχολίου 66) ;;;;;;;
    Πόσο δεν μπορώ τους τεμπέληδες, δεν λέγεται…

  72. ΓιώργοςΜ said

    69 β Τα έχω δει, εικαστικά μια χαρά είναι, για εξώφυλλα δεν με πείθουν (εννοώ το πάνω-κάτω του τίτλου). Αλλά γούστα είναι αυτά, βέβαια.

  73. Γιώργος Λυκοτραφίτης said

    Καλημέρα,

    δεν αντέχω να μην γράψω ότι είχα ακούσει από στόμα στελέχους της Διόπτρας ότι «έχουμε τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας, από τον Ξανθούλη μέχρι τον Καζαντζάκη».
    Λίγο αυτάρεσκο μου ακούστηκε για συγγραφείς που δεν με συγκινούνε πια, και που δεν φαίνεται να το πετύχουνε στο μέλλον.

  74. Αγγελος said

    Για τις Δυνάμες μιλάει και ο Ψυχάρης κάπου στα Ρόδα και Μήλα. Αν θυμάμαι καλά (δεν το έχω πρόχειρο), το δέχεται για τις Μεγάλες Δυνάμεις, διότι πράγματι έτσι το έλεγε ο λαός. Και στην Κρήτη της εποχής η παρουσία των Δυνάμεων ήταν ακόμα πιο αισθητή από ό,τι στην κυρίως Ελλάδα — η λέξη θα ήταν ψωμοτύρι στις κουβέντες…

  75. Α. Σέρτης said

    Ακριβώς: στον Δ΄ τόμο γράφει ότι «στα 1897 όλος ο κόσμος έλεγε οι Δυνάμες»

  76. Πέπε said

    71
    > Πόσο δεν μπορώ τους τεμπέληδες, δεν λέγεται…

    Δεν έχεις καθόλου δίκιο. Δε σε αγγάρεψε κανείς να ψάχνεις. Ψάχνεις μόνος σου, όσο σου κάνει κέφι, επειδή σου κάνει κέφι. Εγώ είπα απλώς ότι το «δυνάμες» το θεωρώ λάθος. Εσύ, είτε επειδή ήξερες ότι δεν είναι είτε επειδή αναρωτήθηκες αν είναι, έψαξες και βρήκες ό,τι βρήκες. Το πρώτο όμως εύρημα σήκωνε συζήτηση. Δε με κάλυψε απόλυτα, και εξήγησα γιατί. Να θεωρήσουμε τεμπελιά εκ μέρους σου ότι δεν έκατσες να συζητήσεις περί ριμαδόρων; Απλά, πιο πολύ σ’ αρέσει η αναζήτηση. Καθένας με τα γούστα του και με τη συμβολή του.

  77. Α. Σέρτης said

    71
    «Το πρώτο όμως εύρημα σήκωνε συζήτηση. Δε με κάλυψε απόλυτα, και εξήγησα γιατί.»

    Μάλιστα. Και στη συνέχεια γράφεις: «Αν βρεις τις δυνάμες να τις λέει κάποιος πιο αξιόπιστος, τότε πάω πάσο.» (δηλ. με «αγγάρεψες»)

    Έλα όμως που το «αν βρεις» δεν υφίσταται, διότι θα υφίστατο μόνο εάν είχα κάτι σπίτι μου κρυμμένο μόνο εγώ. Για αυτό είπα για τεμπελιά -και επιμένω: αντί να γκουγκλάρεις πέντε λεπτά (μια που σε «υποψίασα» ότι υπάρχουν κι άλλα), βάζεις τον άλλον να κάνει τη «βρωμοδουλειά»…

    Καθείς με τα γούστα του, όντως.

  78. Πέπε said

    78
    > Και στη συνέχεια γράφεις: «Αν βρεις τις δυνάμες να τις λέει κάποιος πιο αξιόπιστος, τότε πάω πάσο.» (δηλ. με «αγγάρεψες»)

    Όχι, καθόλου δε σε αγγάρεψα. Αν δεν τις έβρισκες, ή αν δεν έψαχνες ολωσδιόλου, ούτε ο Μπλογκ ούτε άλλος, καθόλου δε θα επέμενα. Δε με καίει το θέμα. Τώρα που έληξε, βλέπω μεν ότι είχα πέσει έξω στην αρχική μου θέση (ότι οι δυνάμες είναι λάθος), και βέβαια χαίρομαι που έμαθα πάλι κάτι, αλλά ειλικρινά καμία αμφιβολία δε με βασάνιζε. Όχι λόγω βεβαιότητος αλλά λόγω επειδή που δε μου καιγόταν καρφάκι κι αν μείνω με την πλάνη μου. Χωρίς παρεξήγηση, ελπίζω, από όσους το θεωρούν σημαντικότερο απ’ ό,τι το θεωρώ εγώ.

    Ενώ αντίθετα το ζήτημα των ριμαδόρων έτυχε να ‘ναι από κείνα που μου κινούν το ενδιαφέρον, γι’ αυτό και το σχολίασα. Για σένα πάλι, έχω την εικόνα ότι είσαι από τους τύπους που ερωτήματα όπως «πού τεκμηριώνονται οι δυνάμες;» κινούν το δικό τους ενδιαφέρον.

  79. Α. Σέρτης said

    78
    «είσαι από τους τύπους που ερωτήματα όπως «πού τεκμηριώνονται οι δυνάμες;» κινούν το δικό τους ενδιαφέρον.»

    Χωρίς επίσης παρεξήγηση (ή και με παρεξήγηση), και του καθενός θεωρώ ότι θα έπρεπε να κινηθεί το ενδιαφέρον τη στιγμή που έφαγε ένα άκυρο η επιμέλεια ένεκα τάχα οι ανύπαρχτες-σόλοικες «δυνάμες»…

  80. xar said

    Και εγώ θυμάμαι την ιστορία από τον Καπετάν Μιχάλη, με κάποιες διαφορές: Αν θυμάμαι καλά, στον καπετάν Μιχάλη το φόβητρο δεν ήταν ο ίδιος (που πέθανε και αλλιώς, πολεμώντας) αλλά ο παππούς. Μάλιστα, από όσο θυμάμαι, το φάντασμα του παππού αργότερα κάνει την έγγυο Ναομή να αποβάλει.

  81. Πέπε said

    79
    Αυτό είχε ήδη λυθεί.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: