Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ένας τραγουδιστής (άρθρο του Γιάννη Καλιόρη για τον Διονύση Σαββόπουλο, το 1965)

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2022


Θα κάνουμε σήμερα μιαν εξαίρεση στις συνήθειες του ιστολογίου, που θέλουν την Κυριακή να δημοσιεύουμε λογοτεχνική ύλη. Θα αναδημοσιεύσω ένα άρθρο, όχι λογοτεχνία λοιπόν, όμως από λογοτεχνικό περιοδικό, από την Επιθεώρηση Τέχνης, το θρυλικό αριστερό λογοτεχνικό και γενικότερα πολιτιστικό περιοδικό, που κυκλοφόρησε από το 1954 έως το 1967. 

Ο λόγος για αυτή την έκτακτη, ας πούμε, δημοσίευση είναι ότι προχτές γιόρτασε τα 78α γενέθλιά του ο Διονύσης Σαββόπουλος, και με την ευκαιρία αυτή ο ηλεφίλος Κωστής Δήμος θυμήθηκε, στη σελίδα του στο Φέισμπουκ, ένα άρθρο του Γιάννη Καλιόρη στην Επιθεώρηση Τέχνης το 1965, όπου παρουσιάζεται ο Διονύσης Σαββόπουλος, που είχε ήδη κυκλοφορήσει κάποια σαρανταπεντάρια (με δύο ή με τέσσερα τραγούδια το καθένα) αλλά όχι ακόμα μεγάλο δίσκο.

Δανείστηκα το κείμενο από τον Κ. Δήμο, κάνοντας αντιπαραβολή με το πρωτότυπο που έχω στο αρχείο μου. Για εικονογράφηση, επειδή το άρθρο δεν είχε φωτογραφίες ή άλλες εικόνες, πήρα το εξώφυλλο και το σημείωμα από ένα extended 45άρι του Σαββόπουλου. 

Μια και το άρθρο είναι εκτενές, δεν θα πω άλλα, μόνο θα επισημάνω κάτι αξιοπερίεργο. Το τεύχος στο οποίο δημοσιεύτηκε το άρθρο για τον Σαββόπουλο (μαζί με πλουσιότατη λογοτεχνική ύλη: τις Τρεις άδειες καρέκλες του Σκαρίμπα, 33 ποιήματα του Ρίτσου, άρθρο του Καζαντζάκη για τη Θεία Κωμωδία, πεζογράφημα του Β. Βασιλικού κτλ.) είχε χρονολογική ένδειξη Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1965 (άρα ήταν διπλό), αλλά αριθμό τεύχους 130-132, που θα ταίριαζε σε τριπλό τεύχος. Το λαθάκι έμεινε, κι έτσι το επόμενο τεύχος, του Ιανουαρίου 1966, είχε αριθμό 133. 

Το άρθρο του Γιάννη Καλιόρη (διατηρείται η ορθογραφία αλλά με μονοτονικό):

Ένας τραγουδιστής

Μια σύμπτωση οδήγησε κάποιο βράδυ τα βήματά μας στο σπίτι ενός νέου τραγουδιστή — του Διονύση Σαββόπουλου. Είναι ένας νέος εικοσιενός περίπου έτους, ο οποίος σαν τους παλιούς εκείνους «ραψωδούς», τους περιπλανώμενους τροβαδούρους του Μεσαίωνα —που εκφράζονταν μέσα απ’ όλα τα στοιχεία του τραγουδιού πριν το τελευταίο καταμεριστεί σέ «τομείς»—, γράφει τους στίχους και τη μουσική και τραγουδάει ο ίδιος συνοδεύοντας με την κιθάρα του.

Μας τραγούδησε αρκετά απ’ τα τραγούδια του, με μια φωνή παράξενη, υπόβραχνη, μικρή σε ένταση, μοναδική ωστόσο για ν’ αποδόσει αυτήν ακριβώς τήν «ειδοποιό» αίσθησή τους.

«Φύγαμε από το σπίτι του Σαββόπουλου με το κεφάλι γεμάτο μελωδίες, σφυρίζοντας κάποιο σκοπό που ανελέητα είχε γαντζωθεί πάνω μας».

Ε, λοιπόν όχι, όταν φύγαμε ούτε το κεφάλι μας ήταν γεμάτο μελωδίες, ούτε μας σφηνώθηκε κανένα λάιτ-μοτίβ, απ’ αυτά που τ’ αρπάζουμε στον αέρα και δεν εννοούν να μας εγκαταλείψουν. Γιατί τα τραγούδια του δεν είναι «μελωδικά», δεν μας βομβαρδίζουν με εντυπωσιακές μουσικές φράσεις, που διαθέτοντας «μαγνητικά» σημεία αποτυπώνονται εύκολα –ούτε έχουν την αυστηρά ρυθμική εκείνη σχηματοποίηση, το έξωτερικά «τακτοποιημένο» βάδισμα που κάνει ομαδικό ένα τραγούδι. Είναι από αυτά που δε μας «αρέσουν» γιατί δε χαϊδεύουν γοητευτικά την ακοή μας με γλαφυρές μουσικές αφηγήσεις, δεν μας τυλίγουν με συναισθήματα, δεν μας κατακλύζουν με συγκινήσεις ευκολοσχημάτιστες.

Τα τραγούδια αυτού του είδους, είναι αδύνατο να τα οικειωθούμε σε κάποιο βάθος, με την πρώτη ακρόαση, ή με ακροάσεις ασυνειδητοποίητης προσοχής —αντιστέκονται με πείσμα σε μια τέτοια προσπέλαση. Αλλά όσες φορές τ’ ακούμε με ζωντανή προσοχή, τόσο και εξιχνιάζουμε τις αφανείς τους δυνατότητες, κι ανασύρουμε από μέσα τους τον κρυμμένο πλούτο.

Εκείνο που βασικά χαρακτηρίζει τα τραγούδια του Σαββόπουλου, είναι η οργανική σύνθεση της μουσικής και των στίχων. Πράγματι, εδώ οι στίχοι δεν είναι το πρόσχημα, ή το όχημα έστω, για ν’ αναδειχτεί η μουσική· ούτε πάλι προϋπάρχουν αξιολογικά απ’ αυτήν, ώστε η τελευταία να είναι απλώς ο αγωγός για την μετάδοση κάποιας δικής τους ενέργειας. Το καθένα απ’ τα δυο αυτά στοιχεία μπορεί και λειτουργεί μόνο μέσα στην ενότητά του με το άλλο. Μ’ αυτόν τον τρόπο η σύλληψη του νοήματος ή ενός μηνύματος άν θέλουμε, είναι ταυτόχρονα «εννοιολογική» και μουσική. Έτσι το λεπτόσαρκο μέλος, δέν μπορούμε να το φανταστούμε αυθύπαρκτο, λ.χ. σε διασκευή για σκέτη ορχήστρα, γιατί δεν έχει εκείνη την πληθωρικότητα, που θα του επέτρεπε να αναλυθεί και να ανασυσταθεί εμπλουτισμένο, μέσα στην ενορχήστρωση ή την πολυφωνία —αναδείχνεται μόνο στο βαθμό που αποτελεί σάρκα των συγκεκριμένων στίχων ακριβώς γιατί η σύλληψή τους εκπορεύτηκε, ευθύς εξ αρχής και ταυτόχρονα, από κάποια κοινή συγκινησιακή αφετηρία.

Πέρ’ απ’ αυτά τα στοιχεία, που η παραπέρα ανάλυση και η αξιολόγησή τους ανήκει σ’ ένα μουσικολόγο, τα τραγούδια είναι τέτοια που η διαφάνειά τους, ή καλύτερα η ίδια τους η ζωή, εξαρτάται από τη δική μας προσπάθεια, ν’ αυτενεργήσουμε πάνω τους —όχι μόνο δέν μάς μουδιάζουν, δέν μας αποκαρώνουν με μελωδικές φαντασμαγορίες κ’ εύκολες συγκινήσεις, αλλά προϋποθέτουν και προκαλούν την ενεργό συμμετοχή μας, τη δική μας πρωτοβουλία. Και κάτι περισσότερο —προϋποθέτουν μιαν αίσθηση εσωτερικής ελευθερίας που μόνο μέσα της μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί και να γονιμοποιηθεί ο πλούτος τους.

Θα μπορούσαμε να πούμε, πως τα τραγούδια του Σαββόπουλου εισβάλλουν απότομα, σχεδόν βάναυσα, στον κόσμο μας τον τακτοποιημένο και προσπαθούν να τον αποταξινομήσουν. Έρχονται αρματωμένα με νοήματα και αιχμές, για να μας εκσφενδονίσουν κάποιες πολύτιμες αισθήσεις και βιώματα ανεκτίμητα, που τα εξευτελίσαμε ή τά «διασκευάσαμε» ξεγελώντας τους εαυτούς μας — φαντάζουν ίδια σατιρικά ή λυρικά, ανάλογα, ξίφη που καμακώνουν τις τύψεις μας για κάποιες ευθύνες που μεταθέσαμε.

Λέξεις με τραχειά αφή, με «άηθες ήθος», μπολιάζονται μέσα τους, κομίζοντα όχι τη γυμνή χυδαιότητα, ή την ακαλαισθησία τους, αλλά το θάνατο μιας ήδη τραυματισμένης απ’ τη βαναυσότητα των ανθρώπινων σχέσεων λυρικής αίσθησης, την ασεβή σπίλωση κάποιας παρθενικής συνείδησης του κόσμου. Λέξεις όπως «νταρντάνα», «σωματική ανάγκη», «νταβατζής», «βλαστημάει», έρχονται απροσδόκητα, κοφτά, ν’ αντιπαραταχθούν σαρκαστικά για να υπενθυμίσουν τα ρήγματα στην «αρμονία» του κόσμου μας και την ασάφεια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Θα επιχειρήσουμε ένα τόλμημα: να παραθέσουμε τους στίχους μερικών τραγουδιών. Με αυτό είναι σίγουρο πως τα τραγούδια θα αδικηθούν, έτσι αποσαρκωμένα απ’ τη μουσική τους. Όμως θα το αποτολμήσουμε, όχι γιατί είναι φορείς μιας αυθύπαρκτης ποιητικής αξίας, αλλά γιατί μας εισάγουν, από μιαν ορισμένην άποψη, στο κλίμα και τη σκόπευση της όλης προσπάθειας.

Τα τραγούδια μπορούμε να τα σχηματοποιήσουμε σε τρεις κύκλους:

Ο πρώτος, με θέματα κι αλληγορίες που ανάγονται σ’ ένα σαφέστερο κοινωνικό προβληματισμό, απηχεί, τηρουμένων φυσικά των αναλογιών, μακρινές μνήμες από τα τραγούδια και τις αλληγορίες του Μπρεχτ ή του Πρεβέρ, αλλά έχει πιο κοντινή συγγένεια με τις προσπάθειες παρόμοιων τραγουδιστών-ραψωδών στις άλλες χώρες, όπως είναι ο Μπόμπυ Ντάιλαν, ο Ζωρζ Μπρασσέν και είναι όλο αυτό το κύμα που ονομάζεται Φολκ Ρόουλ. Απ’ αυτόν τον κύκλο παραθέτουμε δυο δείγματα, απ’ τα οποία το πρώτο, που τιτλοφορείται «Ήλιε, ήλιε αρχηγέ», αποτελεί διασκευή σχετικού ποιήματος του Πρεβέρ:

Ήλιος κόκκινος ζεστός στάθηκε στήν κάμαρά μου·
Ξύπνησε όλη ή πολιτεία κάτω απ’ τα παράθυρά μου.
Το παιδί πάει στο σχολειό του κι ο εργάτης στή δουλειά
πρωινά δυο μάτια ανοίγει όμορφη μια κοπελλιά.

Εεε! Εεε! ήλιε κόκκινε άρχηγέ!
Δως’ το σύνθημα εσύ κι η χαρά θ’ αναστηθή.
Το σκοτάδι θα πεθάνη και θ’ ανάψη η χαραυγή.

Ο εργάτης βλαστημάει και τραβάει για το σταθμό,
να ο ήλιος! ανεβαίνει σα σημαία στον ουρανό.
Μπρος στης φάμπρικας την πύλη, ο εργάτης σταματά·
όμορφη η μέρα γνέφει κι απ το ρούχο τον τραβά.

Εεε! Εεε! συντροφέ μου αχ τι κακό,
μέρα με ήλιο σαν κι αυτό να την τρώη τ’ αφεντικό.

Το δεύτερο —το πιο ενδιαφέρον ίσως της σειράς— έχει τον τίτλο «Μια στιγμή ειρήνης», και η κεντρική του ιδέα αναπτύσσεται σατιρικά χρωματισμένη μέσα από την εύστοχη παρωδία:

Πολεμούσαμε απ’ το βράδυ ως το πρωί
(από ‘δω εμείς από ’κεί οι έχθροί.)
βασιλιάς, πατρίς, θρησκεία μας οδηγεί,
πλημμύρισ’ από αίμα όλη η γη.
Να όμως που το άλλο βράδυ φτάνει
αρκετοί είναι οι νεκροί.
Μας σφίγγει μια σωματική ανάγκη
δεν παίρνει αναβολή.
Τα όπλα παρατάμε και πίσω από τα δέντρα πάμε.
Τό ίδιο κι οι εχθροί, κι ακολουθούν κ’ οι αξιωματικοί.
Τώρα όλα πήγανε στό βρόντο·
πατρίς, θρησκεία, βασιλιάς,
κ’ έμεινε ο θάνατος μονάχος,
δίχως κανένα θύμα ο φουκαράς.
Έγινε ειρήνη για λόγους ανωτέρας βίας.
Ας κράταγε αλήθεια γιά όλη τη ζωή μας.

Το τρίτο, με περισσότερη «απόκρυψη», απεικονίζει ένα όραμα θρυμματισμένο που ξανασυναρμολογείται κομμάτι-κομμάτι μέσα σε άγρυπνες καρδιές, και έχει τον αποκαλυπτικό αλλά και πολύ π α ρ ε λ θ ο ύ σ η ς χ ρ ή σ ε ω ς «κραυγαλέο» τίτλο: «Ο οδηγητής».

Τή νύχτα αύτή τή λέτε εσείς φωτιά
μα εγώ τη λέω δέντρο.
Οι μέρες που λαχτάρησα θα ’ρθουν
εγώ τη λέω δέντρο.

Στην άμμο στ’ ακρογιάλι, καθήσαμε όλοι προς το βράδυ.
Μιλούσε αυτός που οδηγούσε.

Και ’γω τον αγαπούσα
κι απ’ τον ήλιο πιο πολύ
κι απ’ τους οχθρούς μας πιο πολύ
Του πόνου μας ταξιδευτή, της νίκης μας οδηγητή.

Τον είδα μέσ’ το πλήθος, το αίμα του έτρεχε στο στήθος.
Τον είδα στ’ ακρογιάλι, μάτια βγαλμένα απ’ το σκοτάδι.
Ο θάνατος νωρίς – νωρίς τον είχε σημαδέψει.
Και ’γω φωνάζω μη. Φωνάζω μη.
Ο θάνατος θε να σε βρή. Καί είπε:

Τη νύχτα αυτή τη λες εσύ φωτιά
μα εγώ τη λέω δέντρο.
Οι μέρες που λαχτάρησα θα ’ρθουν
εγώ τη λέω δέντρο.

Από μ ι α ν άποψη ο προβληματισμός εδώ είναι «παρελθούσης χρήσεως» («μιλούσε αυτός που οδηγούσε», «της νίκης μας οδηγητή»), εκτός και αν τον οδηγητή τον νοήσουμε σαν το ευρύτερο και απροσωποποίητο εκείνο όραμα, που συνενώνει και κινητοποιεί τους αγωνιζόμενους ανθρώπους.

Στό δεύτερο κύκλο, ο προβληματισμός εμπλουτισμένος με δραματικό σαρκασμό, προσπαθεί να εισδύσει σε κάποιες άλλες πλευρές της «ανθρώπινης κατάστασης» παρουσιάζεται πιο «φιλοσοφημένος» μέσα από εικόνες που κινούνται σε εσωτερικότερο κλίμα. Πρόκειται για τη σειρά των «πλανοδίων»: Τήν περιοδεύουσα πόρνη, τους κλόουν και ταχυδακτυλουργούς του τσίρκου, τη μαϊμού του γύφτου και τους ηθοποιούς των «μπουλουκιών» —υπάρξεις που πραγματοποιούν τον προσωπικό τους θρίαμβο μέσα στον ψυχικό μαζοχισμό μιας διαπόμπευσης η οποία έχει γίνει γι’ αυτούς ζωτική αυταπάτη· θρίαμβος θλιβερός που λίγο-πολύ κυκλοφορεί στο αίμα όλων μας:

«Η ΖΩΖΩ»

Κάποια βραδυά, σ’ ένα χωριό
φτάνει απ’ την πόλη η Ζωζώ
με φορτηγό.
Με φορτηγό περαστικό.

Κι απο την πρώτη τη βραδυά
τα παλληκάρια στην ουρά
κρατούν σφιχτά,
πεντέξη τάλληρα σωστά.

Ακόμα στο χωριό γελούν με τη Ζωζώ.
Γιατί ένα βράδυ σκοτεινό, την πιάσαν έξω απ’ το χωριό,
της σπάσανε τα δόντια με κλωτσιά,
της πήραν ρούχα και λεφτά.
Ακόμα στο χωριό γελούν με τη Ζωζώ.

Σε συμβουλεύω για καλό,
μη κοροϊδεύεις τη νταρντάνα τη Ζωζώ,
γιατί θα σούβγει σε κακό.
-«Και ποιος γυρίζει να τη δει;»
Είναι φτώχιά είναι χαζή
κι όμως μπορεί,
να καταστρέψει ένα παιδί.

Ήταν λεβεντιά, ο φίλος μας ο γιος του παπά
κι αυτή, του πήρε τα μυαλά.
Κοντά της ένα μαρτύριο η ζωή
βρωμιά, κρασί και φυλακή,
κι αυτός στο τέλος πια θα τρελλαθεί, θ’ αυτοκτονήσει ή θα γενεί
στην πόλη νταβατζής.

Αξίζει η Ζωζώ ό,τι κι αν πεις.

 

«ΟΙ ΜΑΓΟΙ»

Σε μια στιγμή ανάβουν τα φώτα
κι η μουσική μας φέρνει τους μάγους στή σκηνή.
Άρχισαν πάλι τ’ αστεία οι παλιάτσοι
κι ο σχοινοβάτης ιδρώνει στο σχοινί.

Τόση ομορφιά δεν είδες πουθενά·
(τους μάγους, τους παληάτσους, με τα κόκκινα σκουφιά)
σαν βγαίνουν στή σειρά,
ξεφαντώνουν τα παιδιά
και μέσα απ’ το καπέλλο βγαίνουνε χίλια πουλιά.

Όταν μια μέρα και συ θα δακρύσεις
την ώρα που ο μάγος θριαμβεύει στη σκηνή,
καθώς σε κοροϊδεύει ο παληάτσος
και το ταμπούρλο οργιάζει και κλαίει το βιολί…

Τότε τη δική μου θα νιώσεις την ψυχή
που κάθε βράδυ γίνεται λατέρνα σε γιορτή.
Του τσίρκου τους ανθρώπους ανταμώνει στη σκηνή,
μαζί τους υποκλίνεται για σένα θεατή.

 

«Η ΜΑΪΜΟΥ»

Η μουσική
σκωπτική, πεταχτή, λαχανιασμένη.
Πήδα, πήδα μαϊμού,
φουκαριάρα μαϊμού γερασμένη.

Άι λατέρνα, άι καρδιά
ακόμη ένα τραγούδι πες.
Δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι
χόρεψε τώρα γύφτισσα καρδιά.

Γι’ αυτό το σκοπό
που βρωμάει παζάρι και καπνό,
γι’ αυτή τη μαϊμού
που υποκλίνεται μετά το χορό….

…Άλλη μια, κι άλλη μια·
χειροκροτείστε άλλη μια
ευχαριστώ, ευχαριστώ
δεν έχει τέλος αυτό το πανηγύρι
χειροκροτείστε άλλη μια ευχαριστώ.

Ο τρίτος κύκλος χρωματίζεται λυρικά —είναι τα ερωτικά τραγούδια, απ’ τα οποία παραθέτουμε δυο. Το πρώτο είναι και το πιο «μελωδικό», το πιο γνωστό κ’ «εμπορικό» απ’ όλα· όπως μας εξήγησε ο συνθέτης σε κάθε δίσκο του που περιλαμβάνει 4 τραγούδια, το ένα πρέπει να είναι για λόγους κυκλοφοριακούς εύληπτα μελωδικό. Φυσικά, εδώ ξεφεύγουμε από το προηγούμενο ύφος κ’ έχουμε να κάνουμε με καθαρά ελαφρό τραγούδι —οπωσδήποτε όμως πολύ ευχάριστο, όταν βέβαια το τραγουδάει ο ίδιος, κι όχι όταν το ακούμε σε κάποιας τουρκογύφτικης τεχνοτροπίας εκτέλεση, που κυκλοφορεί παράλληλα. Ο τίτλος του είναι «Χορός»:

Μία η Άνοιξη, ένα το σύννεφο, χρυσή η βροχή,
βροχή που χόρεψε σε κάμπο ώριμο ως το πρωί.
Σαν στάχυα έλυσες πάνω στους ώμους μου χρυσά μαλλιά,
σάν στάχυ χόρεψες, σαν στάχυα αμέτρητα ήταν τα φιλιά.

Ρ ε φ ρ α ί ν

Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη, η αγάπη είναι παντού,
στην καρδιά μας, στη ματιά μας, τρώει τα χείλη, τρώει το νου.
Οταν θάχουμ’ υποφέρει, καλημέρα θα μας πει,
θα μας φύγει, θα ξανάρθει, κι όλο πάλι απ’ την αρχή.

Μία η θάλασσα, ένας ο ήλιος της, γλάροι λευκοί.
Ήλιος και θάλασσα, γλυκό κορίτσι, ζεστό πρωί.
Πρωί κι ορθάνοιξα τα δυο σου πέταλα μ’ ένα φιλί,
και συ μου χάρισες όλη τήν Άνοιξη σ’ ένα κορμί.

Χθες ήταν έρωτας, χθες ήταν σύννεφο χρυσή βροχή.
Χθες ήταν θάλασσα, γλάρος που χόρευε με το πρωί.
Τώρα είναι σιωπή, τώρα είναι η λησμονιά, κι ο χωρισμός,
κι όλα τ’ αστέρια του θαρρείς πως έσβησε ο ουρανός.

Το δεύτερο, στο ίδιο περίπου στυλ, ονομάζεται «η Συννεφούλα»:

Είχα μι’ αγάπη αχ καρδούλα μου
που ’μοιαζε συννεφάκι συννεφούλα μου.
Σαν συννεφάκι φεύγει ξαναγυρνάει
μ’ αγαπάει τη μια, την άλλη με ξεχνάει.

Ήταν Μάρτης, κ’ ένα βράδυ αχ καρδούλα μου
διώχνω ξαφνικά τη συννεφούλα μου.
Δεν αντέχω άλλο πια να με γελάει,
μ’ αγαπάει τη μια, την αλλη με ξεχνάει.

Κι’ έρχεται ο Απρίλης αχ καρδούλα μου,
να κι ο Μάης συννεφούλα μου
Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί,
δεν είν’ Άνοιξη φέτος αυτή.

Και πάλι επαναλαμβάνουμε ότι δεν πρόκειται για ποιήματα με αυτοδυναμία, αλλά για στιχουργήματα τραγουδιών και σαν τέτοια πρέπει να κριθούν. Αν θελήσουμε να τα δούμε διαφορετικά, σίγουρα θα τ’ αδικήσουμε —θ’ ανακαλύψουμε κοινοτοπίες και αφέλειες, κάποτε μερικά φραστικά κλισέ ή φανταχτερές εικόνες, πού και πού επιφωνήματα ή εκφράσεις που θυμίζουν παλιό μελόδραμα, περιττολογίες ίσως, και χασμωδίες. Όμως ως περιεχόμενο τραγουδιού, ως επίτευγμα από σύνολο των στοιχείων του (με κάποια ποιοτική κλιμάκωση των τραγουδιών μεταξύ τους), αλλά κυρίως ως σκόπευση, κομίζει για τη χώρα μας την αρχή από κάτι καινούριο — κι αυτό είναι που κάνει την όλη προσπάθεια να ξεχωρίζει θετικά.

Γ.Μ.ΚΑΛΙΟΡΗΣ

Μερικά σχόλια στο άρθρο του Καλιόρη

Θα προσέξατε την κάπως περίεργη διατύπωση «εικοσιενός έτους», όπως και τα Ντάιλαν, Ζορζ Μπρασέν, φολκ ρόουλ. Πέρα από αυτά, βρίσκουμε αρκετές μικροδιαφορές στους στίχους σε σύγκριση με τη μεταγενέστερη ή οριστική εκδοχή των τραγουδιών που ξέρουμε σήμερα. Αυτό που μου κινεί περισσότερο την περιέργεια, είναι η αναφορά του Καλιόρη σε «κάποιας τουρκογύφτικης τεχνοτροπίας εκτέλεση, που κυκλοφορεί παράλληλα», για το τραγούδι «Χορός», που σήμερα το ξέρουμε «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» (αλλά και από τότε είχε κυκλοφορήσει με αυτόν τον τίτλο). Όποιος ξέρει κάτι περισσότερο, ας πει. 

Advertisement

128 Σχόλια προς “Ένας τραγουδιστής (άρθρο του Γιάννη Καλιόρη για τον Διονύση Σαββόπουλο, το 1965)”

  1. Ωραίο (κάπου το είχα ξαναπετύχει). Γκρεμίζει και τη γελοία κατηγορία της λογοκλοπής, αφού όπως φαίνεται ήταν παγκοίνως γνωστό το ποίημα του Πρεβέρ.
    Θα προσπαθήσω να προσπεράσω τα αναπόφευκτα επικριτικά σχόλια, αρκεί να μην εμφανιστεί το γελοίο άρθρο του Ανδρουλιδάκη!

  2. Λεύκιππος said

    Αυτά που κατάλαβα ήταν πολύ ωραία. Αλλά κι αυτά που δεν κατάλαβα, και ήταν πολλά, κι αυτά μου άρεσαν. Όπως κάπως έτσι και κάτι τέτοιο, είπε πολύ παλιά κάποιος αρχαίος…..

  3. dryhammer said

    Μήπως εννοεί αυτή την εκτέλεση; (αντιγραφή από σχόλιο στο stixoi.info)

    1965 Κώστας Χατζής —- 45ρακι της Fidelity (FIN 47) [ «Μια προσφορά της ΦΙΝΑ» , δινονταν σαν δωρο και απο την εταιρια Πρατηριων Βενζινης ,τη ΦΙΝΑ !!!! ]

  4. Λάμπας said

    «Φύγαμε από το σπίτι του Σαββόπουλου με το κεφάλι γεμάτο μελωδίες, σφυρίζοντας κάποιο σκοπό που ανελέητα είχε γαντζωθεί πάνω μας »: Δεν κατάλαβα. Από πού είναι το απόσπασμα;

    Εντελώς αυθαίρετη εικασία, αλλά μου γεννήθηκε αυθόρμητα: μήπως η έμπνευση για το δεύτερο κύκλο, των «πλανοδίων» (γιατί όχι «των πλανόδιων»;), οφείλεται και σε επίδραση των ταινιών του Φελίνι;

  5. dryhammer said

    Ούτε καλημέρα! δεν είπα… [Μα τόση αγάπη για τον Χατζή ο Καλιόρης; -αν έχω δίκιο βέβαια για την εκτέλεση…]

  6. Καλημέρα

    Δεκέμβρης του 65, σχεδόν 66, δεν είχε ακούσει έστω μια φορά το πασίγνωστο » Μάι νέιμ ιζ Ντύλαν, νοτ Ντάιλαν», άσε το φοβερό Μπόμπι !!! (έλξη από το Ντάριν ; ) Καλά δεν άκουγε αμερικάνικο σταθμό ;;

  7. sarant said

    Kαλημέρα, ευχαριστώ πολύ για τα πρώτα σχόλια!

    3 Θα μπορούσε να εννοεί αυτό, αλλά (αν ισχύει) είναι άδικος

    4 Το απόσπασμα μιμείται άλλα άρθρα παρουσίασης καλλιτεχνών, που γράφονταν στον τύπο της εποχής

  8. # 3

    Είχα ακούσει , αρχές μεταπολίτευσης, στην τιβι το τραγούδι για την συγκέντρωση της ΕΦΕΕ από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε μια απίθανη εκτέλεση. Αδύνατον να το βρω

  9. atheofobos said

    Στο θαυμάσιο αυτό κείμενο ο Καλιόρης γράφει κάτι που προσωπικά το ένιωσα στα νιάτα μου!
    «τα τραγούδια του Σαββόπουλου εισβάλλουν απότομα, σχεδόν βάναυσα, στον κόσμο μας τον τακτοποιημένο και προσπαθούν να τον αποταξινομήσουν.»
    Έχω περιγράψει την πρώτη φορά που τον άκουσα 2 μέρες πριν να γίνει η δικτατορία.
    «στις 19-4-1967 γίνεται μια τελείως διαφορετική, αλλά εξίσου σημαντική συναυλία, που την παρακολουθώ όρθιος σε ένα φίσκα από φοιτητές ΚΕΝΤΡΙΚΟ ,όπου η Φαραντούρη τραγουδά τα ακυκλοφόρητα μέχρι τότε Νέγρικα του Λοϊζου, και για πρώτη φορά ακούω κατάπληκτος ένα άγνωστο μου μέχρι εκείνη την μέρα Σαββόπουλο, να τραγουδά μεταξύ των άλλων, την θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη, τραγούδι ποταμό, έξω τελείως από τα μέχρι τότε συνήθη ακούσματα μας και αισθάνομαι ότι αυτός ο τραγουδοποιός θα με συνοδεύει για πάντα στην υπόλοιπη ζωή μου, όπως και έγινε .
    Έτσι από τότε ανήκω και εγώ στους φανατικούς του και μπορώ να καταλάβω τι εννοεί όταν τραγουδάει για μας: :
    εμείς του 60 οι εκδρομείς απόμακροι εξαρχής
    εκτός παραδομένου κόσμου εμείς,
    ανήλικοι διαρκώς, μα κι απ’ το καθεστώς
    αμόλυντοι ευτυχώς.»
    Έκτοτε ΕΜΕΙΣ, ΤΟΥ 60 ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ…. http://atheofobos2.blogspot.com/2009/12/60.html
    φροντίζουμε να τον απολαμβάνουμε κάθε φορά που εμφανίζεται και είμαι τυχερός που πρόλαβα και βρήκα εισιτήρια για την επόμενη Κυριακή 11/12 στο Μέγαρο, γιατί και αυτή συναυλία που προστέθηκε σε αυτήν την προηγούμενης μέρας είναι πλέον sold out.
    Ακόμα πάντως και αυτοί που θέλησαν να εκφράσουν την αποδοκιμασία τους προς τον Σαββόπουλο γιατί θεωρούσαν ότι είχε εγκαταλείψει τις αριστερές του ρίζες καταλήξανε να γράψουν μια
    ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΔΙΟΝΥΣΗ-ΠΩΣ Η ΑΠΑΡΕΣΚΕΙΑ ΣΤΟΝ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΕ ΕΝΑ ΕΥΡΗΜΑΤΙΚΟ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ !
    http://atheofobos2.blogspot.com/2014/08/blog-post_17.html

  10. Πέπε said

    > Θα προσέξατε την κάπως περίεργη διατύπωση «εικοσιενός έτους», όπως και τα Ντάιλαν, Ζορζ Μπρασέν, φολκ ρόουλ.

    Τα προσέξαμε, αλλά τα καταλάβαμε. Εκτός από το τελευταίο: τι είναι το φολκ ρόουλ;

    (Πολλή πλάκα το «εικοσιενός έτους» όταν έχει μόλις προηγηθεί συζήτηση για το βρέφος εικοσιενός ημερών / *εικοσιμία μέρες…)

  11. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Τιμᾶς, Νικοκύρη, μέ τόν καλύτερο τρόπο τά γενέθλια τοῦ καθ’ ἡμᾶς Διονυύση. (21ος ἐτῶν, παρακαλῶ, κι ὁποιος κατάλαβε, κατἀλαβε..)
    Καλημέρα σας!

  12. sarant said

    10τ Ακριβώς αυτό 🙂
    Το φολκ ρόουλ μήπως είναι folk n roll;

    9 Το δεύτερο άρθρο σου δεν το είχα δει

  13. # 9

    Αναπόφευκτα θα γίνουν κριτικές για τον Σαββόπουλο και το έργο του, ας πω λοιπόν απ’ την μεριά μου…

    Την εποχή που αναφέρεσαι στην γαλαξιδιώτικη παρέα μας είχαμε ένα παιδί που κυκλοφορούσε μόνιμα με μια κιθάρα και μας έπαιζε ό,τι του ζητούσαμε και φυσικά τα τραγούδια της εποχής όπως και του Σαββόπουλου που άρεσαν πολύ στους άλλους, εγώ είχα ήδη ντυλανική παιδεία, τα άκουγα αλλά δεν ενθουσιαζόμουνα. Ηταν ο μακαρίτης πια,Τάκης Μπουγάς, μετέπειτα συνθέτης-κυρίως στα έργα του Χάρρυ Κλινν- με πιο γνωστό τραγούδι του το «Αννα, δεν είναι η βροχή», που μελοποίησε για την γυναίκα του, την Φόνσου.
    Ο Σαββόπολος είναι ένας πανέξυπνος καταφερτζής. Ηρθε με…το φορτηγό στην Αθήνα και βρέθηκε συμπτωματικά(;) με την Φαραντούρη, τον Λοΐζο, τον Χυτήρη, την εποχή της Ενωσης Κέντρου, με χαρτί τρελλού στην δικτατορία ώστε να μην στρατευτεί, με το «ζήτω το ελληνικό τραγούδι επί» ΠαΣοΚ και με το Μητσοτάκ όταν μυρίστηκε την ήττα του ΠαΣοΚ. Συνεπώς…
    » μα κι απ’ το καθεστώς
    αμόλυντοι ευτυχώς», ναι για το ΕΝΑ καθεστώς, αλλά όχι για ΟΛΑ, παντός καιρού που λέμε.
    Οσον αφορά το έργο του, όταν ο σκοπός επετεύχθη-καταξίωση και οικονομική ευχέρεια, έπαυσε να είναι αξιόλογο, αφού δεν είχε πια κίνητρο, προσωπική μου άποψη, κορυφαία του στιγμή ο Μπάλλος.
    Ούτε ξαναβγήκε στην Σόλωνος με τασάκι για τις στάχτες του τσιγάρου του, ούτε μας ξανάπε για την διαφορετική προφορά του ΄λομκρον από το ωμέγα ,,,

  14. Alexis said

    Καλημέρα.
    Ωραίο το σημερινό!

    Και πάλι επαναλαμβάνουμε ότι δεν πρόκειται για ποιήματα με αυτοδυναμία, αλλά για στιχουργήματα τραγουδιών και σαν τέτοια πρέπει να κριθούν. Αν θελήσουμε να τα δούμε διαφορετικά, σίγουρα θα τ’ αδικήσουμε

    Πολύ σωστή επισήμανση. Επιβεβαιώνει αυτό που πάντοτε πίστευα, ότι η μελοποίηση ενός ποιήματος (η έστω «στιχουργήματος») μπορεί να το «απογειώσει», να πολλαπλασιάσει τη συγκίνηση και τα συναισθήματα που προκαλεί.
    Βεβαίως υπάρχουν και ποιήματα που στέκονται αυθύπαρκτα, αλλά ακόμα και σ’ αυτά μια επιτυχημένη μουσική μπορεί να τους προσθέσει πράγματα.

  15. Spiridione said

    3. Αυτό πρέπει νάναι, και στα discogs δεν βλέπω άλλη εκτέλεση εκεί γύρω στα ’65.
    https://www.discogs.com/artist/930643-%CE%94%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8D%CF%83%CE%B7%CF%82-%CE%A3%CE%B1%CE%B2%CE%B2%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82?page=2

    6. Αυτό έχω την εντύπωση είναι το πρώτο άρθρο σε εφημερίδα ή περιοδικό που αναφέρεται ο Ντίλαν, ή τουλάχιστον αναφέρεται με θετικά λόγια ο Ντίλαν.

    10. 12. Εκτός αν είναι folk role – folklore!!!

  16. Alexis said

    #12: Υπήρχε έκφραση «folk ‘n’ roll»;

    Folk rock ξέρω εγώ το είδος της μουσικής που έπαιζαν ο Ντύλαν, η Μπαέζ, ο Νηλ Γιάνγκ και άλλοι.
    Μια μίξη κάντρι και ροκ, ή κάπως έτσι…

  17. Reblogged στις anastasiakalantzi59.

  18. Λάμπας said

    Στο ιδίωμα της ιδιαίτερης πατρίδας μου (Γορτυνίας):
    παιδί ενός έτους = «ενού χρονού παιδί»
    παιδί δύο ετών = «δυο χρονώ παιδί»
    παιδί εικοσιενός ετών = Ειλικρινά, δε θυμάμαι! Αν όμως στη λαϊκή γλώσσα λεγόταν «εικοσιενού χρονού» (ή κάπως έτσι), μήπως ο δημοτικιστής Καλιόρης μεταφέρει τη λαϊκή σύνταξη και στον επίσημο, γραπτό λόγο;

  19. ΓΤ said

    Επιθεώρηση Τέχνης: όλα τα τεύχη
    http://www.askiweb.eu/index.php/el/71-2015-09-25-11-37-32/anakoinoseis/234-2015-09-17-09-57-18

    «εικοσιενός έτους», ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά σε:

    Γ.Α. Ναύτης, Πραγματεία περί επιτροπών κηδεμόνων και αντιληπτόρων κατά τους ρωμαϊκούς και τους εν τη Ελλάδι ισχύοντας νόμους, Εν Αθήναις, 1840, σελ. 37.

    «Αι ελεήμονες αδελφαί», στο Αποθήκη των Ωφελίμων Γνώσεων, τόμ. 7, τχ. 77, Μάιος 1843, Εν Σμύρνη.

    «Οι μνηστήρες της μυλωθρού», στο Πανδώρα, τόμ. 5, φύλλ. 108, 15.09.1854.

    Ιστορία του Ναπολέοντος, επιμελώς ερανισθείσα εκ των του Α. Θιέρσου γαλλικών ιστορικών συγγραμμάτων, υπό Χρήστου Σ. Βυζαντίου, τόμ. 5, Εν Αθήναις, 1858.

  20. Πέπε said

    Να πω βέβαια ότι όλες αυτές οι αλλοιωμένες έως ακατανόητες προφορές (φολκ ρόουλ κλπ.) μου φέρνουν λίγο «πώς τα λέτε εσείς οι νέοι»…

  21. ΓΤ said

    @15

    Παραθέτουμε από Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, «Το φαινόμενο Bob Dylan», Αθήνα, «Μεταίχμιο», 2016.

    «Πάντως, όπως μας ενημερώνει ο ανεκτίμητος δισκωρύχος Φώντας Τρούσας, ο Dylan είχε αρχικά μεταφερθεί ως «Ντάιλαν» και «Ντάυλαν» (!) στη χώρα μας μέσω ενός δημοσιεύματος στην τότε (προδικτατορική)* Αυγή. Γράφει ο Τρούσας: «Η πρώτη φορά που αναφέρθηκε το όνομα του Bob Dylan στον ελληνικό Τύπο φαίνεται πως ήταν στην εφημερίδα Αυγή (φύλλο 12/7/1964) […]» […]».

    *Για να πούμε την αλήθεια, στο βιβλίο του Μπαμπασάκη διαβάζουμε για την Αυγή ότι ήταν «προδιδακτορική»…

  22. Yiannis KYRiakides said

    Καποιος τρελος Κυπριος εφτιαξε κι αυτο. Αραγε το ειδε ο Νιονιος;

  23. ΓΤ said

    @22

    Μπορεί να το είδε εάν διάβασε τα #88, #89 | 13.10.2022.

  24. Yiannis KYRiakides said

    Με ενδιαφερει μια απαντηση/συζητηση, κυριως γιατι ΔΕΝ εχω βρει ουτε μια αναφορα στο διαδικτυο: Ουτε απο τον ιδιο τον Νιονιο.
    ΠΟΣΟΙ ΕΧΕΤΕ ΠΡΟΣΕΞΕΙ οτι στην 1η εκτελεση του «ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟΥ», το 1972 στον δίσκο «ΒΡΩΜΙΚΟ ΨΩΜΙ», ο Διονύσης λέει τον 1ο στίχο σε μια διάλεκτο:
    «Μ’ α-ρ-οπλάνα τzαι βαπόρια τzαι με τους φίλους τους παλιούς …»; Λιγο ειναι;
    -Προσωπικα το εντοπισα μόνο μετα απο την 300η ακροαση της συγκεκριμενης εκτελεσης, δηλ. μετα απο ~45 χρονια.

  25. ΓΤ said

    Ιράν: τέλος η Αστυνομία Ηθών
    https://www.in.gr/2022/12/04/world/iran-katargithike-astynomia-ithon/

  26. kpitsonis said

    Αν το τουρκογύφτικη τεχνοτροπία αναφέρεται στον Κώστα Χατζή, συμφωνώ απολύτως. Γιατί τι άλλο εκτός από τουρκογύφτικο είναι το στυλ του Χατζή;

  27. ΓΤ said

    «Θα προσέξατε την κάπως περίεργη διατύπωση «εικοσιενός έτους»»

    άσε εκείνο το «χειροκροτείστε» στη «Μαϊμού»…

  28. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @24. Ἐπ’αὐτοῦ δέν γνωρίζω (σίγουρα δέν ὑφίσταται θέμα καταγωγῆς..) ἀλλά εἶναι γνωστή ἡ ἰδιαίτερη ἔγνοια τοῦ Δ.Σ. γιά τήν Κύπρο μας..

  29. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Ἄν ὑπάρχῃ κάποιος ἐδῶ πού δέν τό ἔχει ὑπόψιν του, πραγματικός θησαυρός!

    http://askiweb.eu/index.php/el/2015-09-21-08-27-59/2015-09-21-09-40-15/234-2015-09-17-09-57-18

  30. Yiannis KYRiakides said

    #28 μα ΔΕΝ προκειται για Κυπριακα. Οι γονεις του ηταν απο την Πολη και απο την Ανατολικη Ρωμυλια.
    Η ιδια προφορα συνανταται σε πολλες διαλεκτους – εδω ειναι και το ενδιαφερον να το ψαξουμε.
    Πόσο μαλλον που μαλλον κανενας(;) δεν το προσεξε και δεν το σχολιασε μεχρι τωρα.

  31. ΓΤ said

    @24
    «Προσωπικα το εντοπισα μόνο μετα απο την 300η ακροαση της συγκεκριμενης εκτελεσης, δηλ. μετα απο ~45 χρονια».

    Ναι, αλλά εμείς γνωρίζαμε, από το σχόλιο #86|13.10.2022 ότι αυτό συνέβη μετά την 500ή ακρόαση.

    «-Προσωπικα το προσεξα μετα την 500η ακροαση, πριν καναδυο χρονια (το ακουω και το τραγουδω απο το 1972 και απο το 2010 το παιζω και στο μπαγλαμαδακι μου)».

  32. ΓΤ said

    @29

    βλ. #19.

  33. Yiannis KYRiakides said

    #31 εκανα νεους υπολογισμους – και αυτο επειδη φανταστηκα οτι η υπερβολη μου αυτη, των 500 ακροασεων, ηταν ο λογος που ΔΕΝ υπηρξε καμια βοηθεια ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, απο κανεναν

  34. Πέπε said

    22 και όλα τα σχετικά:

    Το ότι ορισμένοι τραγουδιστές, για ποικίλους λόγους αλλά πάντως όχι διαλεκτικούς, προφέρουν ενίοτε το ουρανικό κ περίπου ως tch το έχουμε ξανασυζητήσει, και νομίζω ότι πάλι Σαββόπουλος ήταν η αφορμή. Είχε μάλιστα αναφερθεί ακόμη και η πιθανότητα να προφέρουν κανονικά και η αλλοίωση να γίνεται από τα συστήματα ηχογράφησης. Το ότι εδώ κάποιος άκουσε και μια ελαφριά ηχηροποίηση (dzh), όπως γίνεται στα κυπριακά, είναι μάλλον επειδή του μπήκε η ιδέα και ήθελε ν’ ακούσει αυτό που ήθελε ν’ ακούσει…

    Τα αροπλάνα, σιγά μην είναι διαλεκτικός τύπος.

  35. Theo said

    Καλημέρα κι ευχαριστώ για το άρθρο του Καλλιόπη.

    Ωραίο, ιδιαίτερα εκεί που γράφει για την οργανική σύνθεση της μουσικής και των στίχων. Αν και, κτμγ, ο Σαββόπουλος είναι μεγάλος ποιητής και ιδιοφυής μουσικός, η σύνθεση αυτών των δύο απογειώνει τα τραγούδια του.

    @1:
    Τα αναπόφευκτα επικριτικά σχόλια κι η επαναλαμβανόμενη μιζέρια με επιχειρήματα άκρως εξωκαλλιτεχνικά για τον «πανέξυπνο καταφερτζή» που «κατάφερε» να τον κλείσουν στο ΕΑΤ ΕΣΑ. 🙂
    Αλλά ενώ οι επικριτές βυθίζονται στη λήθη (βλ. τον δεύτερο λίκνο του @9), ο Διονύσης μας μένει ψηλά στις συνειδήσεις ημών και των νεώτερων και τα τραγούδια του εξακολουθούν να συνεπαίρνουν.

  36. Theo said

    Καλλιόρη, ρε άτιμε 🙂

  37. BLOG_OTI_NANAI said

    Kαθώς διαβάζω, ένα σχόλιο για τη φράση:
    «Τα τραγούδια αυτού του είδους, είναι αδύνατο να τα οικειωθούμε σε κάποιο βάθος, με την πρώτη ακρόαση, ή με ακροάσεις ασυνειδητοποίητης προσοχής —αντιστέκονται με πείσμα σε μια τέτοια προσπέλαση. Αλλά όσες φορές τ’ ακούμε με ζωντανή προσοχή, τόσο και εξιχνιάζουμε τις αφανείς τους δυνατότητες, κι ανασύρουμε από μέσα τους τον κρυμμένο πλούτο«.

    Το εντυπωσιακό είναι η διαφορά αντίληψης ανάμεσα στον δημιουργό και τον παρατηρητή. Εφόσον μιλάμε για τέχνη, ο δημιουργός φτιάχνει αυτό που μπορεί βασισμένος σε αυτό που είναι ο ίδιος (προσωπικότητα, χαρακτήρας, εμπειρίες, γνώσεις). Τα «βάθη» και τα «πλάτη» των νοημάτων, τα διαπιστώνουν στο έργο του οι άλλοι. Για τον δημιουργό, αυτό είναι απλώς το τραγούδι του, ο στίχος του, η σκέψη του, η φωνή του, το παίξιμο του. Μάλιστα, όταν πρωτοξεκινά, έχει την αίσθηση της αβεβαιότητας αν αυτό που κάνει μπορεί να έχει φτάσει σε μια σύνδεση με την ψυχή των ακροατών.

    Αμέσως θυμήθηκα την περίφημη συνέντευξη που πήρε ο εξαιρετικός σαξοφωνίστας Πολ Ντέσμοντ από τον ιδιοφυή μουσικό Τσάρλι Πάρκερ, ο οποίος χάραξε ένα σύνορο στα πριν και τα μετά το παίξιμο του, όπου όλοι τον κοιτούσαν με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια γουρλωμένα, και αυτός απαντά (με ειλικρίνεια που είναι ολοφάνερη μέχρι την τελευταία λέξη της συνέντευξης): «δεν βλέπω κάτι εξαιρετικό στο παίξιμο μου»…

  38. Λεύκιππος said

    Αν υπήρχε διαλεκτικος τύπος για τα αεροπλάνα στα θρακιωτικα της Ανατολικής Ρωμυλίας, θα ήταν αγιρόπλανα, όπως τα έλεγε μια παλιά θρακιωτισα θεία μου

  39. Ας μπει και κάτι για το συγγραφέα: https://biblionet.gr/%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%bf/
    Από κάπου τον ξέρω, αυτή τη στιγμή δεν προλαβαίνω καν να ασχοληθώ.

  40. BLOG_OTI_NANAI said

    «Αποκαρώνουν»

  41. Alexis said

    #34 τέλος: Και αρεοπλάνο ενίοτε:

  42. Yiannis KYRiakides said

    #34 βρε Πεπε, αλλοίωση να γίνεται από τα συστήματα ηχογράφησης μόνο σε καποια σημεια;

    Γιατι να μην είναι διαλεκτικός τύπος το αροπλάνα; Αλλοιωση των μηχανηματων κι εδω;
    ΣΗΜ-> Οπως σημειωνω και στο βιντεο (παρατηρηση/σημειωση #2) στην Κυπρο λεμε αροπλάνα και αρόπλανα

  43. Yiannis KYRiakides said

    #41 το αρεοπλάνο ειναι αργκό, μάγκικο ή μωρουδίστικο

  44. Πέπε said

    42
    Δεν ξέρω ακριβώς την εξήγηση, δεν είναι δική μου. Αυτός που την πρότεινε κάπου το τεκμηρίωνε. Το να γίνεται σε κάποια σημεία ίσως εξηγείται κάπως λόγω της ιδιαίτερης έμφασης με την οποία επιτονίζουν ή και προφέρουν κάποιες συλλαβές.

    Τέλος πάντων, η συζήτηση έχει γίνει. Σύντομα κάποιος θα μας βρει πού ακριβώς, και τότε θα λυθούν όλες οι απορίες. Από μνήμης δεν έχει νόημα.

    Όσο για τα αροπλάνα (και τα λοφωρεία!), είναι πιθανόν να βρεις οπουδήποτε ομιλητές που να τα λένε έτσι. Διαλεκτικός τύπος νεότερης λέξης, για πράγμα που δεν υπήρχε σ’ όλους τους αιώνες όπου διαμορφώθηκαν οι ν/ελλ διάλεκτοι, μόνο λόγω διαλεκτικού φωνολογικού κανόνα. Υπάρχει κανόνας στα κυπραίικα ότι το άτονο αε γίνεται α;

  45. Στην Πορεία προς το μέτωπο ο Κατράκης λέει αερόπλανα. Στο γραπτό ο Ελύτης πού τονίζει τη λέξη?

  46. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    Γιά τόν Διονύση βέβαια ὁ λόγος «ένας νέος εικοσιενός περίπου έτους», ἀλλά καί γιά τόν Καλιόρη τοῦ ἄρθρου, τί νομίζετε; Νεώτατος τότε, εἶχε-δέν-εἶχε τελειώσει τήν Νομική καί ἦταν λίγο μεγαλύτερος τοῦ Δ.Σ. Μέ συγκίνησι θυμᾶμαι κάποια ζουμερή ἀρθρογραφία του τόν καιρό τῆς Ἑπταετίας καί τυχερός ὅποιος διάβασε τά κείμενά του γιά τήν Γλώσσα . Ἕνας σπουδαῖος διανοούμενος!

  47. ΣΠ said

    46
    Είχα διαβάσει την κριτική του για το Λεξικό Μπαμπινιώτη.
    http://www.ekebi.gr/magazines/ShowImage.asp?file=172960&code=7603

  48. spyridos said

    45
    αερόπλανα γράφει ο Ελύτης.
    Στο ιντερνέτι στα διάφορα pdf και κόπιες που κυκλοφορούν το έχουν διορθώσει, αεροπλάνα.

    **********
    Καλιόρης: Ραμφοειδές, που το ενοχλούν οι Τουρκόγυφτοι.

  49. BLOG_OTI_NANAI said

    45: Στα παλιά σχολικά βιβλία, σε όλες τις εκδόσεις, έχει «αερόπλανα»:

  50. Theo said

    Τα στοιχεία γι’ αυτόν και το έργο του από τη Βιβλιονέτ.
    Από τους πρώτους που αμφισβήτησε την κυριαρχία της ξύλινης γλώσσας στον πολιτικό λόγο. (Έχω διαβάσει το ομότιτλο βιβλίο του και to Ένας ήρωας κατ’ εικόνα μας.

  51. spyridos said

    50
    «αμφισβήτησε την κυριαρχία της ξύλινης γλώσσας στον πολιτικό λόγο»
    χρησιμοποιώντας, ακριβώς αυτή τη γλώσσα που αποδοκιμάζει.

  52. BLOG_OTI_NANAI said

    Ο τύπος «αροπλάνα» δεν φαίνεται να υπάρχει καν. Αν ήταν διαλεκτικός τύπος ή ένας τύπος σε χρήση, κάπου θα εμφανιζόταν. Δεν μπορεί.

  53. Theo said

    @49:
    Στη 18η έκδοση του «Άξιον Εστι» (1999) 2002) και στη 2η της «Ποίησης» (Απάντων): αερόπλανα, επίσης.

  54. Theo said

    @51:
    Έτσι είναι αν έτσι νομίζεις.

  55. Theo said

    53, διόρθωση:
    @49:
    Στη 18η έκδοση του «Άξιον Εστι» (1999) (2002) και στη 2η (2002) της «Ποίησης» (Απάντων): αερόπλανα, επίσης.

  56. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    22-24 Αροπλάνα σαφώς, τζαι όχι.

    39 Ο Καλιόρης έγινε νεορθόδοξος και ξιφουλκούσε κατά της ξύλινης δημοτικής στη δεκ 90

  57. Theo said

    Ξαναματαδιόρθωση, και συμπαθάτε με για τη βιασύνη μου:
    @49:
    Στη 18η έκδοση του «Άξιον Εστι» (1999) και στη 2η (2002) της «Ποίησης» (Απάντων): αερόπλανα, επίσης.

  58. Theo said

    @56β:
    Τη Ξύλινη γλώσσα του εγώ τη διάβασα δεκαετία του ’80 όμως. Για τσέκαρέ το.

    (Ο λίκνος του Δύτη στο #39 έχει πρόβλημα. Δείτε τον δικό μου στο #50.)


  59. (οι επόμενες page0188.jpg, page0189.jpg, page0190.jpg)

    Φορδιρέκορντ, που λέμε, για ολόκληρο το κείμενο του πρωτότυπου άρθρου, τα εύσημα πηγαίνουν μάλλον στον Κουκουζέλη.

    Αρχικά, ο Τρούσας είχε συμπεριλάβει αποσπάσματα στο αφιέρωμα στο Φορτηγό στη Λάιφο στις 29/11/2016, ενώ σε αφιέρωμα στο Πρώτο Θέμα, δημοσιεύονται εκτενή αποσπάσματα πάλι (28-29/6/2017, Γ. Κ. Καρατζάς).

    Την επομένη, ο Κουκουζέλης δημοσιεύει ολόκληρο το πρωτότυπο άρθρο, και μας δίνει και την πληροφορία ότι το Καλιόρης είναι ψευδώνυμο του Γιάννη Καλεώδη, 26 χρονών τον καιρό που γράφτηκε το άρθρο. Από τον Κουκουζέλη φαίνεται να πήρε το -σκαναρισμένο ή πληκτρολογημένο, κι επιμελημένο- κείμενο ο Δήμος.

    Τέλος, στο φόρουμ της Κιθάρας αναφέρεται από το 2007 ένα απόσπασμα, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω αν όλο το άρθρο υπήρχε και στην ειδική έκδοση της Καθημερινής «100 Δίσκοι και η ιστορία τους». Αν την έχει κάποιος, μπορεί να δει.

  60. # 35

    Οταν ο κάτοικος Μεσολογγίου δεν έχει δοκιμάσει χαβιάρι, λογικό είναι να νομίζει πως το αυγοτάραχο είναι κορυφαία γεύση, άλλωστε De gustibus κ.λ.π.
    Οσο για το καταφερτζής, ο σεμνός και γραβατωμένος Γαβαλάς είναι σχεδόν εξαφανισμένος από τους καταφερτζήδες συναδέλφους της εποχής του αν και με τα τραγούδια γίνεται πάντοτε καλύτερο κέφι στις συγκεντρώσεις, αν κάποιος τα ανακαλέσει στην μνήμη , εκεί πρώτα εμφανίζονται τα καταφερτζήδικα. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τα τόσα εξαιρετικά τραγούδια του Μηλιώκα, που αυτός δεν ήταν ήσυχος, αλλά λαθεμένα θορυβώδης.
    Ο Σαββόπουλος υπήρξε εξαιρετικός παραγωγός. Για περίεργους λόγους οι παραγωγές του θριάμβευαν αλλά η συνέχεια -εκτός παραγωγής Δ.Σ.- των καλλιτεχνων χάνονταν στην αδιαφορία με εξαίρεση την Αρβανιτάκη που είχε επιμονή και μια σπάνια χαρακτηριστική φωνή.
    Ελπίζω να γίνεται κατανοητή η διαφορά ενός δίσκου που παρουσιαζόταν στο κοινό παραμονές Χριστουγέννων ή Πάσχα κι ενός που βγαίνει του προφήτη Ηλία ή των τριών Ιεραρχών.
    Ενα γκραν σουξέ με διεθνή απήχηση, τώρα πια ξεχασμένο, που δικαιλογεί την λέξη καταφερτζής.

  61. sarant said

    59 Eτσι που τα λες θα είναι

    58 Ναι, μπορεί να είναι και δεκ 80.

  62. Πέπε said

    60
    Δηλαδή χάθηκαν ο Παπάζογλου, ο Ρασούλης, ο Γερμανός, ο Μπουλάς (μη μου πεις ότι δε σου αρέσει, δεν είναι εκεί το θέμα) κι όλοι οι άλλοι που οι πρώτες τους δημόσιες εμφανίσεις ήταν είτε, με μικρά γραμματάκια στο οπισθόφυλλο, σε κάποιον δευτερότριτο ρόλο σε δίσκους του Σαββόπουλου, είτε σε δικούς τους δίσκους με παραγωγή Σαββόπουλου; Χάθηκαν οι Δυνάμεις του Αιγαίου, που έμαθαν (αυτές μαζί με τον Ρος) σ’ όλη την κοινωνία να αναγνωρίζει το ούτι και το μπεντίρ; Ότι μάλιστα κι η Αρβανιτάκη ανήκει σ’ αυτή τη χορεία μού είχε διαφύγει.

    Το αποτύπωμα του Σαββόπουλου στην ελληνική μουσική, εντελώς πέρα από την ίδια τη δικιά του παρουσία ως δημιουργού/ερμηνευτή, είναι ανεξάλειπτο.

  63. Ναι, και η εκτέλεση του Χατζή μου άρεσε, προσαρμοσμένη, φυσικά, στο δικό του στυλ.

    Η Μαϊμού είναι μετάφραση από γαλλικούς στίχους, που είχα διαβάσει στο μακρινό 1968(;) στην Νέα Εστία του Πέτρου Χάρη.

  64. Theo said

    @60:
    Άλλα λόγια ν’ αγαπιόμαστε 🙂

    Και σ’ αυτό το σχόλιο και στο προηγούμενό σου αμφισβητείς τον Σαββόπουλο ως καλλιτέχνη με κουτσομπολιά και συνωμοσιολογίες, δηλαδή με … επιχειρήματα τελείως εξωκαλλιτεχνικά.
    Για το De gustibus κ.λ.π. συμφωνώ. Αλλά πώς αυτός ο «πανέξυπνος καταφερτζής» «κατάφερε» να τον κλείσουν στο ΕΑΤ ΕΣΑ δεν μας το εξήγησες.

  65. sarant said

    62 Ισχύει

  66. # 62

    Ναι, για μένα που δεν είμαι τοσο σχετικός με την ελληνική μουσική, χάθηκε κι ο Γερμανός και η Αφροδίτη Μάνου και η οπισθοδρομική Κομπανία. Τις δυνάμεις του Αιγαίου, δεν έτυχε να τις ακούσω. Κι ο Παπάζογλου για μένα ανήκει στην ίδια κατηγορία με την Αρβανιτάκη αλλά δεν νομίζω πως άλλος του δίσκος έκανε το σουξέ της εκδ΄κησης της γυφτιάς.

    (ελπίζω να μην έχω κάνει κανένα λάθος δλδ οπισθοδρομική κομπανία αντί παιδια της Πάτρας, όπως έγραψα δεν είμαι σχετικός πολύ, ούτε θα κάτσω να εξακριβώσω αυτά που γράφω από μνήμης, η άποψή που γράφω δεν νομίζω πως επηρεάζεται από λεπτομέρειες )

  67. # 66 συνέχεια

    Η περίπτωση της Αρβανιτάκη είναι χαρακτηριστική, το πρώτο (;) της ελ΄πί σε παραγωγή Σαββόπουλου πούλησε παρότι τραγουδούσε ακόμη φάλυσα. Ακολούθησαν αρκετά ελ πι χαμηλής πτήσης μέχει να βγει στην επιφάνεια. Σαν καταφερτζής ο Σ. έλεγε και κανένα στιχάκι ή τραγούδι στο δίσκο που προωθούσε, π.χ. στα Μπαράκια τπυ γερμανού

  68. atheofobos said

    Με συγκίνηση διάβασα σήμερα στα ΝΕΑ, στο αφιέρωμα που έχει στον Σαββόπουλο, την Μάρω Δούκα να γράφει την ίδια εμπειρία με εμένα, όπως γράφω στο 9:
    Άνοιξη του 1967. Στο Κεντρικό θα πρέπει να ήταν. Φίσκα το θέατρο. Εγώ και η παρέα μου οκλαδόν μπροστά στην σκηνή. Φαραντούρη, Λοϊζος, Σαββόπουλος. Τα Νέγρικά του Λοϊζου, η Ρωμιοσύνη, ο Επιτάφιος. Σαν ανοιξιάτικη γιορτή στην μνήμη του Λαμπράκη. Ενθουσιασμός, συγκίνηση. Είναι ωραίο να χάνεται η παρατονία σου μες στις φωνές των άλλων. Τα Νέγρικα σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη μου άρεσαν πολύ. Και έπειτα, εκεί προς το τέλος της βραδιάς, άρπαξε σχεδόν το μικρόφωνο ο Σαββόπουλος, δεν θυμάμαι ακριβώς πως το είπε, χαράχτηκε όμως μέσα μου. Ευχή του, λέει, να μην μετατρέψουμε τούτη την γιορτή σε «πασχαλινό φαγοπότι» Μέρες σκεφτόμουν το νόημα της ευχής του. Έπειτα ήρθε η 21η Απριλίου.
    Αύγουστος 1967. Στην οδό Μπουμπουλίνας στην Γενικά Ασφάλεια. Όλοι μαζί στην «Πηγάδα».

  69. # 64

    Πως να σου εξηγήσω κάτι που αγνοώ ;Δεν έγραψα ποτέ πως ήταν χουντικός, αν δεν έχεις ζήσει την εποχή είναι δύσκολο να καταλάβεις. Χαρακτηριστικά σου λέω πως εμένα με στέλνανε για εξακρίβωση κάθε τόσο επειδή είχα γενειάδα και πως ο Μπιθικότσης τραγούδησε το «ναι στο σύνταγμα»
    Σαν καλλιτέχνη τον Σαββόπουλο τον δέχομαι μέχρι και την ρεζέρβα, κατά την γνώμη μου υπερεκτιμημένο, τα μετά δεν με αγγίζουν καν, ούτε του συγχωρώ την προεκλογική εκστρατεία υπέρ του ακατανόμαστου μεκυκλοφορία δίσκου και μητσοτάκ. Είναι δράση καλλιτέχνη αυτή ή γλείψιμο ;
    Από τον Σαββόπουλο αυτά που θα μείνουν μετά από χρόνια είναι η συννεφούλα και το μη μιλάς άλλο για αγάπη και για ένα απ΄τα δύο στην Ιταλία κάτι τρέχει. Ο Μπάλλος που αρέσει σε μένα έχει ήδη πάει άκλαυτος. Σίγουρα θα μείνουν διάφορες ατάκες του όπως εδώ είναι Βαλκάνια, τραπεζάκια έξω κ.λ.π.

  70. Μα για όσους ξέρουν αυτά ακριβώς θα μείνουν: το Φορτηγό, το Περιβόλι, ο Μπάλλος, οι Αχαρνής και ένα μεγάλο μέρος της Ρεζέρβας. Αυτά άλλαξαν την ελληνική μουσική και δεν μπόρεσε να τα μιμηθεί ποτέ κανείς. Τα υπόλοιπα, καλά κι ωραία, αλλά δεν θα χάναμε πολλά αν έλειπαν.

  71. sarant said

    70 Ε, και το Βρώμικο ψωμί

  72. 71 Φυσικά το Βρώμικο ψωμί, αυτό πήγα να γράψω πρώτο-πρώτο και το ξέχασα!
    68 Λοιπόν, στοιχηματίζω θα είπε να κάνουμε όχι πασχαλινό φαγοπότι αλλά γεγονός αναστάσιμο – όπως στο Χάπυ Ντέη. (Κάποιος το είχε γράψει σε μια κορνίζα στη Φιλοσοφική στο ΑΠΘ, θυμάμαι, και το είχα δει προτού ακούσω την κασέτα: «Το φοιτητικό κίνημα πέθανε – να κάνουμε το πτώμα του γεγονός αναστάσιμο»)

  73. # 70

    το μακρύ ζεϊμπέκικο, όχι για μένα, οι εκλογές του 77 ναι,ήταν όλα τα λεφτά, μετά τα σκάτωσε.

    Η πλάκα με μένα και τον Σ. είναι πως παιδικός μου φίλος, γιος παπά, πήγε στο σπίτι με το κόκκινο φωτάκι της οδού Σπετσών κι έμεινε εκεί…επαγγελματίας, ασε που μια παιδική μου φίλη την λέγανε Ζωζώ, έφυγε νωρίς.

  74. (Δεν έβαλα τα Δέκα χρόνια κομμάτια στη λίστα, πρώτον γιατί βαρέθηκα να γράφω στο κινητό, δεύτερον γιατί ουσιαστικά ανήκει στους προηγούμενους δίσκους.)

  75. Α και για τους Αχαρνής άλλα του ζήτησε ο Κουν, να γράψει μουσική, κι άλλα (και καλά) έκανε ο καταφερτζής.

  76. Theo said

    @69:
    Έζησα κι εγώ τη χούντα, αν και κομμάτι νεότερος και τα θυμάμαι. Αυτό που θέλω να πω είναι πως ο Σαββόπουλος ριψοκινδύνευσε κάποια πράγματα, κάτι που ένας καταφερτζής δεν το κάνει.
    Στα υπόλοιπα με κάλυψε ο Δύτης στα #70 και #72.

  77. Άσχετο με το σημερινό, αλλά μιας και τις προάλλες με τις Κατερίνες κάναμε λόγο για την «χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», όποιος θέλει να το δει, μπορεί σήμερα στιε 22:30 στην ΕΡΤ3

  78. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    Πιότερο ἀπ᾿ τοὺς ἀνθρώπους,
    τὰ τραγούδια τους ἀγάπησα.

    ….
    57,61β και το βιβλίο και το Τεριρέμ (1987)ταινία του νεορθ.Δοξιάδη που πήρε φόρα και το ΄92 κυνήγησε την καημένη τη Λιάππα για το ντοματόζουμο στο κοριτσάκι της ταινίας της. Αυτό το κίνημα μου έκαψε μια φλάντζα από τις πίστες της νιότης.

  79. Πέπε said

    66
    > Ναι, για μένα που δεν είμαι τοσο σχετικός με την ελληνική μουσική, χάθηκε κι ο Γερμανός και η Αφροδίτη Μάνου και η οπισθοδρομική Κομπανία. Τις δυνάμεις του Αιγαίου, δεν έτυχε να τις ακούσω. Κι ο Παπάζογλου για μένα ανήκει στην ίδια κατηγορία με την Αρβανιτάκη αλλά δεν νομίζω πως άλλος του δίσκος έκανε το σουξέ της εκδ΄κησης της γυφτιάς.

    Μα άμα δεν ακούς τέτοια πράματα λογικό είναι να μην τους έχεις παρακολουθήσει, αυτό δεν σημαίνει πως χάθηκαν!

    Οι Δυνάμεις βάζω στοίχημα ότι σ’ έχουν επηρεάσει σαν ακροατή, όσο κι αν δεν ξέρεις να ονομάσεις ούτε ένα τραγούδι τους. Και ο Παπάζογλου εξίσου, που μπορεί να ξέρεις να πεις 5-6 από τα πιο γνωστά του και τέλος. Και αυτό (ότι διαμόρφωσαν τα ακούσματά μας) είναι ένας από τους δρόμους που τα διαμόρφωσε ο Σαββόπουλος. Το αν πούλησαν οι δίσκοι τους κι αν τους πετυχαίνεις, τώρα ή στον καιρό τους, στο ράδιο δεν παίζει και τόσο ρόλο.

  80. BLOG_OTI_NANAI said

    22: Έβαλα δίπλα δίπλα το «και βαπόρια» με το «κι έζησε (πενήντα χρόνια)» για να ακούσουμε ότι και τα δύο «και» έχουν παχύ «κ», δεν διαφέρουν σε κάτι για να προσδιοριστεί το πρώτο ως διαλεκτικό.
    Για το «αροπλάνα», το έβαλα στο αργό στο 2ο βίντεο και όντως έτσι ακούγεται χωρίς καθόλου «ε». Νομίζω ότι έτσι το λέμε συχνά όταν έχουμε σύμφωνο και «α». Δεν θα μας βγει έτσι αν πούμε π.χ., «μείναμε χωρίς αεροπλάνα». Αν όμως πούμε, «ήρθαν τ’αροπλάνα», λείπει το «ε» χωρίς να βλάπτει. Έτσι γίνεται με το «μ’ α».

  81. 69. Το «εδώ είναι Μπαλκάνια» δεν είναι δικό του αλλά δανεισμένο από στίχο του Εγγονόπουλου, όπως
    γράφει ο ίδιος στο εξώφυλλο του δίσκου

  82. Φταίει και ότι το λέει τόσο καθαρά η Μπέλλου στη δεύτερη εκτέλεση.

  83. Theo said

    @56, 78:
    Επειδή γνώρισα τους περισσότερους από τους λεγόμενους «Νεορθόδοξους» γύρω στο ’83-’84 (του Δοξιάδη συμεριλαμβανόμενου) και με μερικούς έχω ακόμα επαφή, μπορώ να πω πως δεν ήταν ένα κίνημα, αλλά διάφοροι άνθρωποι, νέοι κυρίως, με διαφορετικές αφετηρίες και απόψεις που προσέγγισαν ή προσπάθησαν να προσεγγίσουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, με τον τρόπο του και κατά την ιδιοσυγκρασία του ο καθένας. (Ένας κοινός τόπος ήταν το ότι επισκέπτονταν το Άγιο Όρος, δυο τρία συγκεκριμένα μοναστήρια του.) Το παρατσούκλι «Νεορθόδοξοι» τους το κόλλησαν κάποιοι δημοσιογράφοι του «Σχολιαστή» και νομίζω πως οι περισσότεροι ένιωθαν άβολα με αυτό, γιατί ούτε καν εντάχθηκαν στην Ορθοδοξία.
    Ο Σαββόπουλος είχε εκφρασθεί θετικά για την Ορθοδοξία ήδη από τη δεκαετία του ’70 (είχε επισκεφθεί και το Όρος τότε), ο δε Γιανναράς είχε αρχίσει να γράφει γι’ αυτήν από τη δεκαετία του ’60.

    Γι’ αυτό μ’ ενοχλεί που πολλοί, κυρίως αριστεροί διανοούμενοι, προσπάθησαν να παρουσιάσουν τις διαφορετικές απόπειρες ανθρώπων με ιδεολογικές κα. διαφορές σαν ένα «κίνημα». (Ο δε attention-whore Μαρωνίτης, τότε σε μια συνάντηση με τον Ζουράρη και άλλους, διαμαρτυρόταν πως αυτός ήταν «Παλαιοορθόδοξος» και πιο γνήσιος από τους «Νέο-«) 🙂

  84. sarant said

    80 Συμφωνώ για το «και», ενώ το «αροπλάνα» μπορεί να το πω κι εγώ σε κάποιες φράσεις -ενώ ένας καλός φίλος λέει «λωφορείο».

  85. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα. Ωραία η “τριαξονική”-φορτηγική αναδρομή στις απαρχές της σαββοπουλικής τραγουδοποιίας.
    Η οποία θα μπορούσαμε να πούμε ότι συνιστά προοίμια, παιδιόφραστο ψηφίδα του ατρειδικού “Θιάσου” του Αγγελόπουλου.
    Εξ άλλου, και η Συννεφούλα του 16χρονου Διονύση μπορεί να ερμηνευτεί και ως μία “Νεφέλη-Ωραία Ελένη”, δοθέντος ότι τότε, στα χρόνια του Φορτηγού, έπαιζε στις μπουάτ και η θανάσιμη (λόγω και της ερωτικής της ιδιοτυπίας) μοναξιά του φίλου του (συμμαθητή, Ασβεστοχωρίτη) Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου (:“…Άγρια μοναξιά/ τα χρόνια που έφυγαν με είχανε ποτίσει”, λέει κι ο ποιητής στους “Πρόσφυγες στην άμμο”-Ο θάνατος του Μύρωνα, 1960). Τραγούδι στο οποίο (βλ.https://www.youtube.com/watch?v=kKMZdUv2WQ0 Διονύσης Σαββόπουλος – Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη-Πρώτη Εκτέλεση), γίνονται καταρχήν αναφορές στον Μπρένταν Μπήαν του “Γελαστού Παιδιού” και σε ένα “Έι, του Μπομπ Ντύλαν( όχι “γιάλα του Τσιτσάνη”) που τον προγκάρει”, στην αντιφατικότητα των στρατευμένων(“που μοιράζουν καραμέλες στα παιδιά”, πριν γίνουν “στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί”), αλλά και στην “ομορφούλα με λεπίδι” η οποία ξανακούγεται ως “συννεφούλα με ψαλίδι” το 1975(δέκα χρόνια μετά).
    Και καθόλου δεν έκρυβε ο Δ.Σ από ποιους και τί επηρεαζότανε, το είπε, για παράδειγμα, ότι τον στίχο “Και στη γωνιά η στάμνα μου/Για ένα καλοκαίρι/Ήσουνα εσύ” τον είχε κλέψει απ’ τον Αλέξη (βλ. “Κι αν είσαι άνθρωπος κι αν είσαι εργοστάσιο/κι αν είσαι μια ξανθή μοντέρνα πόλη//Είσαι για μένα κούραση το βράδυ/μια μηχανή που σώπασε/μια ετοιμόρροπη φωνή//Είσαι η στάμνα μου για ένα καλοκαίρι” -ΚΙ ΑΝ ΕΙΣΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, “Ποιήματα για ένα καλοκαίρι”,1963 και https://www.youtube.com/watch?v=KCfp8fxMddM&t=207s , Ντοκιμαντέρ για τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου (3), από 2:39 έως 3:21 )
    Θεματική σύγκλιση θα μπορούσε να θεωρηθεί και η οπτική ενός άλλου (προγενέστερου του Μπομπ) θαυμαστή του Ντύλαν Τόμας που “… ψιθυρίζει:/-Τὰ δέντρα καῖνε φεύγουνε σὰν τὰ μαλλιὰ/ὁ ἄγγελος χάνεται μὲ καψαλισμένα/τὰ φτερὰ/κι ὁ πόνος/σκύλος μὲ σπασμένο πόδι/μένει/μένει”(Μίλτος Σαχτούρης, “Ὁ καθρέφτης”-Τα΄Στίγματα, 1962), θυμίζων έτσι, εν ολίγοις, το ‘Δέντρο” και τη θιασική κατακλείδα του Νιόνιου: “…Το μπουλούκι φεύγει/κι άρχισε να πέφτει η βροχή/ο δικός σου πόνος/στο κατώφλι μόνος/σαν σκυλί.”, στην οποία επισημαίνεται, εν είδει εκπτωτικού εισιτηρίου, και η διαρκής αγάπη με την οποία υποκλίνεται, προσφερόμενη για γέλιο, η μαϊμουδένια λατέρνα-ψυχή του, συμπάσχουσα στις παραστάσεις της με αποσυνάγωγα ορφανά και εννοιολογικώς ισότιμα “παιδιά/ κοπέλια/ γκαρσόνια/ φανταράκια”.
    Διότι, μαϊμού ή όχι, με όποιο δίφραγκο-αντίτιμο και αν βάζει κάποιος την ψυχή του για ό,τι ανθρώπινο αγαπάει, δίνει αξία και στων άλλων τη Ζωζώ τη συννεφένια, ό,τι κι αν πεις.

  86. Πέπε said

    #52: > Ο τύπος «αροπλάνα» δεν φαίνεται να υπάρχει καν. Αν ήταν διαλεκτικός τύπος ή ένας τύπος σε χρήση, κάπου θα εμφανιζόταν. Δεν μπορεί.

    Μπορεί:

    #43: > το αρεοπλάνο ειναι αργκό, μάγκικο ή μωρουδίστικο
    #44: > Όσο για τα αροπλάνα (και τα λοφωρεία!), είναι πιθανόν να βρεις οπουδήποτε ομιλητές που να τα λένε έτσι.
    #84: > το «αροπλάνα» μπορεί να το πω κι εγώ σε κάποιες φράσεις -ενώ ένας καλός φίλος λέει «λωφορείο»

    Το «αροπλάνο» είναι υπαρκτότατο, αλλά όχι διαλεκτικό. Ο λόγος που δεν εντοπίζεται γραμμένο είναι ότι πρόκειται απλώς για πιο αφρόντιστη άρθρωση του «αεροπλάνα», όχι για ξεχωριστό τύπο. Κανείς δε θεωρεί, ούτε λόγω ιδιωματισμού ούτε λόγω μαγκιάς ούτε τίποτα, ότι η λέξη δεν έχει έψιλον (αλλιώς κάπου θα τη βρίσκαμε και γραμμένη έτσι), απλώς καμιά φορά τρώμε αυτό το έψιλον. Ακόμη περισσότερο ίσως στο «αροπλανοφόρο».

  87. BLOG_OTI_NANAI said

    84: Κάποιες φορές μου βγαίνει: π.χ. «άσε, πάω με το λωφορείο».
    86: Εννοείται, για γραμμένο λέω «δεν υπάρχει». Προφορικά μπορεί να βγει, ανάλογα πού και πώς μιλάμε.

  88. sarant said

    85 Ωραίο σχόλιο!

  89. # 76

    Δεν ξέρω αν ριψοκινδύνευσε ή όχι, δεν νομίζω πως ήρθε χωρίς συστάσεις στην παρέα Φαραντούρη-Λοΐζου, άρα ήταν υποχρεωμένος να ακολουθήσει για να γίνει γνωστός, να κάνει όνομα.
    Ο τραγουδοποιός που μου άρεσε μουσικά-στιχουργικά ήταν ο Μηλιώκας γιατί ήταν ο τραγουδοποιός για παντρεμένους και ενήλικες ενώ π.χ. ο Σαββόπουλος»έγραψε» για νεολαίους και όταν εγώ ήξερα από μικρός το Mr Tambourine man , το Desolation row, το Gates of Eden και άλλα δεν μπορούσαν τα τραγούδια του Σ. να γίνουν η πρώτη μου επιλογή.
    Από Δυνάμεις του Αιγαίου κάτι άκουσα αν θυμάμαι καλά όταν έβγαλαν κάποιο δίσκο, δεν ενθουσιάστηκα, δεν ασχολήθηκα καν. Στο ελληνικό τραγούδι πρώτα απ’ όλα για μένα μετράει ο στίχος, από μελωδίες είμαι χορτάτος από άλλα χωράφια, όπερας και κλασσικής

  90. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @85. Κώστα, ὁ Ἀσλάνογλου ἦταν πολύ μεγαλύτερος τοῦ Σαββόπουλου.

  91. Πέπε said

    89
    > Από Δυνάμεις του Αιγαίου κάτι άκουσα αν θυμάμαι καλά όταν έβγαλαν κάποιο δίσκο, δεν ενθουσιάστηκα, δεν ασχολήθηκα καν.

    Μα φύγε λίγο από την επιφάνεια! Είπαμε, το αν ξέρεις τραγούδια του Α ή του Β και αν σε κέρδισαν δεν έχει να λέει τίποτα. Αφενός τα γούστα είναι όσα και οι άνθρωποι, αφετέρου το πεδίο όπου ο καθένας είναι καλύτερα ενημερωμένος δεν είναι το ίδιο με του αλλουνού. Αλλού είναι το θέμα:

    Ανοίγεις σήμερα έναν τυχαίο σταθμό με ελληνικά τραγούδια. Αν πέσεις (που είναι πολύ πιθανό) σε κάτι που δανείζεται φόρμες ή στοιχεία (ρυθμούς, όργανα, μελωδικό ύφος, ενορχηστρωτικό ύφος, ακόμη και στιχουργική τεχνοτροπία) από κλασικό ρεμπέτικο, χωρίς να είναι ή να μιμείται το κλασικό ρεμπέτικο, ή από δημοτικό/παραδοσιακό χωρίς να είναι ή να μιμείται το δημοτικό/παραδοσιακό, ή από ανατολικές παραδόσεις (Τουρκία, Αρμενία…) χωρίς… κλπ., δε θα πέσεις από τα σύννεφα. Δε θα πεις «κύριε ελέησον, τι αλλόκοτα πράγματα είν’ τούτα». Ενώ πριν 30 χρόνια μπορεί να το ‘λεγες.

    Κάποιοι, εδώ και μερικές δεκαετίες και ακόμη σήμερα, έχουν κάνει δουλίτσα που εξοικείωσε το αφτί του μέσου Έλληνα ακροατή με ακούσματα άλλοτε ανοίκεια, είτε από μόνα τους είτε ως στοιχεία ενσωματωμένα μέσα σε άλλου είδους τραγούδια.

    Ε λοιπόν, αν ψάξεις τη γενεαλογία όλων αυτών των «κάποιων», για πολλούς η αρχή βρίσκεται στον Σαββόπουλο.

  92. Πέπε said

    Τέλος πάντων, το θέμα είναι ότι καθώς σχολιάζω εδώ, παράλληλα ψαχουλεύω και την Τράπεζα Θεμάτων για το μάθημα Γλώσσας της Β’ Λυκείου, και μόλις έπεσα στο εξής:

    Κείμενο 2
    Άγγελος εξάγγελος

    Το παρακάτω τραγούδι σε στίχους Διονύση Σαββόπουλου και μουσική Μπομπ Ντίλαν ανήκει στον δίσκο του πρώτου με τίτλο «Βρώμικο ψωμί», που κυκλοφόρησε το 1972.

    Νομίζω ότι τα πολλά λόγια είναι φτώχεια.

  93. Costas Papathanasiou said

    90:Όντως, το “συμμαθητης”,με ευρύτερη έννοια (ήθελε οπωσδήποτε εισαγωγικά). Βλέπε: “Τον έχετε γνωρίσει;(τον Δ.Σ.);
    «Πώς! Από τότε που ήταν μαθητής… Είναι Ασβεστοχωρίτης…», στο https://www.tovima.gr/2008/11/24/opinions/oi-poiites-einai-poylia-poy-petoyn/.

  94. Μαρία said

    47
    Γνωστός γλωσσαμύντορας.

    Click to access ceb8ceb5cebcceb9cf84ceae-ceb4ceb9ceb1cf86cf89cebdceafceb1.pdf

  95. antonislaw said

    Καλησπέρα σας!αξιώθηκα να διαβάσω το πολύ ενδιαφέρον σημερινό άρθρο.
    Να τα εκατοστήσει ο Διονύσης Σαββόπουλος. Οπωσδήποτε μεγάλος καλλιτέχνης και σχολήγια τα ελληνικά δεδομένα. Το Φορτηγό υοήρχε στο σπίτι κ το είχα λιώσει, στο Πανεπιστήμιο(1993) η Δημοσθένους Λέξις κ το Βρώμικο ψωμί τραγουδιόταν πολύ στα παρτυ-δεξιών κι αριστερών. Θυμάμαι μια φαντασμαγορική παράσταση του στο Μέγαρο Μουσικής, Σαββόραμα,εκεί στο 2000, με μεγάλα κινητά σκίτσα του Κυριτσόπουλου που είχε βγαλει τη Δόμνα Σαμίου να πει το Ζωναράδικο(τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα)αποθεώθηκε στο χειροκρότημα η Σαμίου, δεν την αφήναμε να κατσει, κι ο Σαββοπουλος θυμάμαι οτι ενοχλήθηκε,σαν να του έκλεψε την παράσταση έκανε…με το ζόρι σχεδόν την κατέβασε από τη σκηνή

  96. Μαρία said

    19
    Πολύ καλό και το βιβλίο του Ανδρειωμένου απ’ όπου έμαθα οτι ο Καλιόρης είναι Καλεώδης.
    https://isideris.gr/?product=apo-tin-strateysi-stin-amfisvitisi

  97. Βάλτε και τους Κατσιμιχαίους…

  98. ΕΦΗ - ΕΦΗ said

    95 >>που είχε βγαλει τη Δόμνα Σαμίου να πει το Ζωναράδικο(τα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα)αποθεώθηκε στο χειροκρότημα η Σαμίου,

  99. Πέπε said

    97
    Πολύ καλό παράδειγμα. Προσωπικά δε μ’ αρέσουν καθόλου. Βαθυστόχαστη μιζέρια και άλλοι …τέλος πάντων κακοί χαρακτηρισμοί. Μου άρεσε το Ρίτα Ριτάκι, που αντικειμενικά είναι παιδικό τραγουδάκι αλλά είναι τίμιο, δεν παριστάνει τίποτε παραπάνω απ’ ό,τι είναι.

    Αλλά άλλο όλη μου αυτή η γνώμη κι άλλο το γεγονός ότι υπάρχουν, έχουν ακουστεί πολύ, έχουν τραγουδηθεί πολύ, έχουν μια αδιαμφισβήτητη θέση στο ελληνικό τραγούδι.

    (Δείτε και το σύντομο σχόλιο περί Σαββόπουλου στο λινκ)

  100. # 91

    Πέπε, το πρώτο τραγούδι του Ντύλαν που άκουσα τέλη 64 και με κέρδισε στο δίλημμα μεγαλοφυία ή τρελλός λόγω στίχων. Ακουσέ το, φαντάσου τις συνθήκες του 65 με Ελβις και Μπήτλς και ίσως καταλάβεις γιατί το έβαζα στις τότε κοπέλλες μου σαν κριτήριο για το αν θα συνεχίζαμε ή όχι.

  101. Πέπε said

    100
    Δεν μπορώ να το ακούσω, εδώ και κάποιο καιρό είμαι με βλάβη στον ήχο του υπολογιστή. Διάβασα τα λόγια όμως. Δεν καταλαβαίνω με ποιον τρόπο αυτό είναι απάντηση στο δικό μου σχόλιο, εκτός αν εσύ προσωπικά μού απευθύνεις το τραγούδι, …

    > I ain’t lookin’ for you to feel like me
    See like me or be like me
    All I really want to do
    Is, baby, be friends with you

    …, οπότε δεκτό και το κόβω εδώ.

    Σε άλλα νέα τώρα:

    > Πέρα από αυτά, βρίσκουμε αρκετές μικροδιαφορές στους στίχους σε σύγκριση με τη μεταγενέστερη ή οριστική εκδοχή των τραγουδιών που ξέρουμε σήμερα.

    Μεταξύ άλλων, στους τίτλους. Δεν ήξερα ότι η Σωματική ανάγκη τιτλοφορείται «Μια στιγμή ειρήνης», ωστόσο ισχύει. Το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» όμως δε φαίνεται να κυκλοφόρησε ποτέ με τον τίτλο «Χορός». Σαφώς τιτλοφορείται «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» στο Φορτηγό (1966), το ίδιο όμως και στα δύο παρακάτω σιγκλάκια του 1965, που ένα από τα δύο θα πρέπει να ήταν η πρώτη κυκλοφορία:

    Το κείμενο του Καλιόρη δημοσιεύτηκε τέλος 1965. Η συνάντησή του με τον Σαββόπουλο θα πρέπει να έγινε κάπου εκεί κοντά, σχετικά πρόσφατα σε σχέση με τη δημοσίευση, άρα το τραγούδι είχε ήδη κυκλοφορήσει ή ήταν υπό έκδοση. «Χορός» θα ήταν κάποιο working title που ήδη τότε είχε αντικατασταθεί από τον (πολύ κατώτερο, κατά τη γνώμη μου) τελικό τίτλο, που είναι απλώς το catchphrase του ρεφρέν.

  102. Theo said

    @94:
    Αφού το λέει ο Χριστίδης 🙂

    @99:
    Είπαμε: De gustibus… Αλλά κατσιμηχέσω κι ο Μαχαιρίτσας;

  103. sarant said

    Ευχαριστώ για τα νεότερα!

    101 Ναι, ο τίτλος Χορός μάλλον έμεινε τίτλος εργασίας.

    100 Ωραίο τραγούδι και με ενδιαφέροντα στίχο

  104. Πέπε said

    Διόρθωση #101:

    (Το άλλο έχει διαφορετική πίσω πλευρά, που δεν είναι καν του Σαββόπουλου, άρα λογικά αυτό εδώ πρέπει να είναι η πρώτη κυκλοφορία. Πάντως 1965 και τα δύο. Πηγή discogs.)

  105. Yiannis KYRiakides said

    #80 #82 #84 #87
    BLOG_OTI_NANAI ευχαριστω, δοκιμασα κι εγω στην αργη ταχυτητα – ναι, ακουγεται και στο «κι έζησε…», αλλά μαλλον οχι στο «κι ομως εσυ δε μας ακους» και σιγουρα καθολου στο «κι οι πόθοι τους ακολουθούνε»

    #86 «αφρόντιστη άρθρωση», που πιθανον την ακουγε απο γονεις, παππου, γιαγια; Λοιπον ας μην την πουμε διαλεκτικη…

    1. Μπορει καποιος να ρωτησει τον ιδιο τον Νιονιο; Μαλλον ζηταω πολλα… (τον ρωτησα στο ΦΒ του, αλλά η αυτοματοποιημενη απαντηση λεει οτι ‘θα μου απαντησουν οταν το δουν’…)
    2. Πολυ θα παρακαλουσα να δειτε ολο το βιντεο μου στο #22, με την προοπτικη (οσοι εχετε τον χρονο, εννοειται) να βοηθησετε/διορθωσετε/συμμετασχετε στη μελετη της Διαλεκτου. Ευχαριστω

  106. BLOG_OTI_NANAI said

    Η ταύτιση των δύο ονομάτων και ένα περίεργο απόσπασμα όπου συγκρίνεται ο Καλιόρης με τον… Καλεώδη.

  107. BLOG_OTI_NANAI said

    105: Είναι όμως και διαφορετικοί φθόγγοι. Τα επίμαχα αποσπάσματα είναι «κε» ενώ τα άλλα είναι «κιο» – «κι».

  108. Alexis said

    #91: Αν πέσεις (που είναι πολύ πιθανό) σε κάτι που δανείζεται φόρμες ή στοιχεία (ρυθμούς, όργανα, μελωδικό ύφος, ενορχηστρωτικό ύφος, ακόμη και στιχουργική τεχνοτροπία) από κλασικό ρεμπέτικο, χωρίς να είναι ή να μιμείται το κλασικό ρεμπέτικο, ή από δημοτικό/παραδοσιακό χωρίς να είναι ή να μιμείται το δημοτικό/παραδοσιακό, ή από ανατολικές παραδόσεις (Τουρκία, Αρμενία…) χωρίς… κλπ., δε θα πέσεις από τα σύννεφα.

    Πολύ ενδιαφέρον αυτό που γράφεις Πέπε.
    Για πες και μερικά ονόματα για να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε.
    Εμένα πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό ο Παπάζογλου και η Αρβανιτάκη…

  109. Triant said

    Ο Σαββόπουλος, για μένα, ήταν ένας μοναδικός τραγουδοποιός που δυστυχώς άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο σχετικά νέος.

    Ή, ο πραγματικός Σ. είναι ο σημερινός και κάποτε θα μάθουμε ποιός έγραφε τα πρώτα του τραγούδια.

  110. sarant said

    Καλημέρα από εδώ, τελικά το άρθρο (ή μάλλον το θέμα) προκάλεσε, όπως περίμενα, αρκετή συζήτηση.

  111. # 101

    Kαλημέρα

    Εγραψα άκουσέ το και όχι διάβασέ το, γιατί ο ήχος του ήταν εξωπραγματικός για την εποχή του, η φωνή σχεδόν όπως μιλάμε, με γέλια και λαρυγγισμούς (αργότερα δεν έκοψε ούτε τα γαυγίσματα του σκύλου του σε μια ηχογράφηση. Ηταν ο πρώτος που τραγούδησε σαν κοινός άνθρωπος και όχι σν τραγουδιστής δίνοντας σημασία στα λόγια που τι περισότερες φορές είναι σκέψεις που κάνουμε αλλά για μυστήριους λόγους δν βγα΄λινουν προς τα έξω.
    Αυτό ήταν μια απάντηση στα καινούργια πράγματα που έφεραν οι Δυνάμεις του Αιγαίου όπως έγραψες

  112. # 109 τέλος

    εύλογα και δικιά μου υποψία για αρκετούς στίχους των τότε τραγουδιών. (ίδια απορία και για τον Λευτέρη Παπαδόπουλο αν και εδώ θρυλείται η αγορά από την Ευτυχία )

  113. nikiplos said

    Το βέβαιο, από τα σχόλια που έχουν παρόμοια γίνει από τους ίδιους σχολιαστές εδώ και χρόνια, οποτεδήποτε τίθεται επί τάπητος ο ΔΣ, όχι μόνο δεν περνάει απαρατήρητος, αλλά ακριβώς γίνεται ολοένα και πιο εμφανές πως το στίγμα του μένει ανεξίτηλο σε όποιον έρθει σε επαφή με τη μουσική και τα τραγούδια του.

    Όσο για την ελληνική μουσική, την ξέβγαλε από ένα τέλμα και μια ιεροφαντική αυστηρότητα στην οποία είχε υποπέσει εκείνα τα χρόνια. Από καλλιτέχνες αναφέρθηκαν και σωστά αρκετοί που τους πήρε από το χέρι και τους έβγαλε στο «κλαρί». Κάποιους (όπως ο Παπάζογλου) που δεν είχαν διανοηθεί καν να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο… Η «Σχολή της Θεσσαλονίκης» δεν θα είχε υπάρξει ερήμην του ΔΣ.

    Πέρα από εκείνους όμως, οι περισσότεροι: Βαγγέλης Γερμανός, Παπάζογλου, Ρασούλης, Ξυδάκης, Χειμερινοί Κολυμβητές, Οπισθοδρομική Κομπανία, Αρβανιτάκη, Μπουλάς-Ζουγανέλης, Σωκράτης Μάλαμας, Ορφέας Περίδης, Τρύπες, Υπόγεια Ρεύματα κλπ είναι παιδιά του… Αν προσθέσουμε και τους ενδιάμεσους από Μπουρμπούλια κλπ, βάζουμε και τον Σιδηρόπουλο ακόμα… Και τους ξέβγαλε σε μια εποχή «κόντρα» στο μπαγκέτα των τσέος των δισκογραφικών εταιρειών της Αθήνας που έκαναν κουμάντο γνωστές «παρέες» και το μερακλαντάν των 70ς που έβγαλε το σκυλάδικο. Όπως σωστά ειπώθηκε πιο πάνω, το αποτύπωμά του ως παραγωγού, είναι επίσης ανεξίτηλο και σωτήριο για τα άνευρα 80ς και 90ς.

  114. nikiplos said

    68@. Εκ των υστέρων σήμερα, γνωρίζουμε και αρκετές λεπτομέρειες για τις οποίες διαφαίνεται πως το ζήτημα προδοσίας της Κύπρου είχε εξυφανθεί από το 1965 ως αμετάκλητη απόφαση των ΗΠΑ. Ερμηνεύεται κι όλας με την επιλογή των προθύμων συνταγματαρχών για αυτό.

    Τρόπον τινά, η Αριστερά λοιπόν από το 1965, ιδίως μετά τα Ιουλιανά είναι όλη την πληροφορία περί επικείμενου πραξικοπήματος, ασχέτως της δυναμικότητας των διαδηλώσεών της ή της εγέρσεως μεγάλων ζητημάτων. Δλδ ακόμη κι αν καθόταν «εκκλησία» πάλι θα το έκαναν οι απέναντι, καθώς ήθελαν γρήγορη και αποτελεσματική ανάληψη δράσης, κάτι που δεν το βρίσκει κανείς σε πολιτικούς.

    Κατά τη γνώμη μου η Αριστερά μέσω ΚΚΕ, είχε και «εσωτερική» πληροφόρηση. Το γιατί επέμενε σε ένα βαρετό μοτίβο του στυλ: «Δεν πρόκειται να γίνει δικτατορία», «10 λόγοι για τους οποίους δεν συμφέρει κανέναν να γίνει δικτατορία» κλπ, μπορεί κανείς να το ερμηνεύσει μόνο με υπερεκτίμηση του ΕΓΩ της ηγεσίας της, κάτι που στην νευροεπιστήμη, όταν βγάζεις τη λογική σου και βάζεις τον αυτοθαυμασμό και το συναίσθημα να σε καθοδηγεί, το αποκαλούν βλακεία.

  115. Πέπε said

    108
    Και αυτοί, και οι Δυνάμεις, και οι Χειμερινοί (που το μαθαίνω από το #113 και για να είμαι ειλικρινής εκπλήσσομαι – δεν πάει πολύς καιρός που είχαν γιορτάσει τα 50 τους χρόνια ως συγκρότημα!!!), και από κει και πέρα πάμε και στη δεύτερη γενιά, όσους δεν είχαν σχέση με τον Σαββόπουλο αλλά άκουγαν τους παραπάνω και επηρεάστηκαν…

    111
    > Εγραψα άκουσέ το και όχι διάβασέ το

    Μωρέ το κατάλαβα, αλλά αφού δεν έχω ήχο τι να κάνω; Αν το θυμάμαι ακόμη μέχρι να βρω χρόνο για την επισκευή, θα το ακούσω. Μέχρι τότε επιφυλάσσομαι, γιατί το να σου πω βέβαια ότι τα λόγια τα τραγουδούσαν σαν λόγια κι όχι σαν μουσική με φθόγγους και οι μπλουζίστες από την εποχή των 78 στρ., και οι τραγουδιστές των αφηγηματικών country ballads κλπ κλπ, δεν έχει νόημα όσο δεν έχω τον άλλο όρο της σύγκρισης.

  116. aerosol said

    Στις αρχές της καριέρας του δεν ήταν σπάνιο να αποκαλούν τον Ντύλαν «Μπόμπυ». Υπάρχουν και bootleg που αναγράφεται έτσι. Ήταν νεαρούλης ακόμα.
    Το Ντάιλαν δεν προκύπτει από το «πώς το λέτε εσείς οι νέοι» αλλά από πραγματική δυσκολία πληροφόρησης, ένα χαρακτηριστικό της εποχής που έχουμε ξεχάσει. Δεν υπήρχε σχετικό ραδιόφωνο, ειδικός τύπος, συχνή κυκλοφορία των καλλιτεχνών αυτών στην Ελλάδα. Οι ενδιαφερόμενοι για να μάθουν το παραμικρό έπρεπε να προσπαθήσουν πολύ, με ό,τι μπορούσε να έρθει από το εξωτερικό.
    Μου κάνει εντύπωση το φολκ ρόουλ. Αν είναι κάτι σαν folk roll, δεν ήταν διαδεδομένος όρος. Ακούστηκε λίγο το 1966 όταν οι Jan & Dean έβγαλαν το Folk’n’roll αλλά το άρθρο είναι παλιότερο.

    #62
    Έχεις δίκιο. Βοήθησε στην αναγνώριση πολλών καλλιτεχνών νεότερης γενιάς.

    #99
    Το Ρίτα Ριτάκι είναι σαρκαστικό και επίτηδες «παιδικό». Δομημένο σε ξενέρωτο ρετρό ήχο, για να απηχεί τα ιταλικά σουξέ της νιότης του ήρωα του τραγουδιού (το «σι, τι βόλιο!» στο τέλος είναι χαρακτηριστικό) που, σιτεμένος ων, καψουρεύεται την πιτσιρίκα. Το κειμενάκι του σλανγκ είναι αστείο αλλά δεν αποτελεί και ανάλυση. Ήταν και είναι η στάνταρ χαβαλεδιάρα κριτική όσων δεν γουστάρουν αυτά που τους φαίνονται νταουνιάρικα, συνεπώς δεν ασχολήθηκαν ποτέ με το είδος πέρα από το ότι όλα τους ακούγονται ίδια.
    Προσωπική εκτίμηση, εν συντομία: τα τρία πρώτα άλμπουμ των Κατσιμιχαίων ήταν πολύ καλά, με κάποια εξαιρετικά τραγούδια -και μερικές θαυμάσιες μελοποιήσεις ποίησης. Στην πορεία σαν να… Πυξ Λαξ-οποιήθηκαν λίγο, αν και δεν έλλειψαν κάποια καλά τραγούδια.

  117. Πέπε said

    > Το κειμενάκι του σλανγκ είναι αστείο αλλά δεν αποτελεί και ανάλυση.

    Ε φυσικά! Ούτε εγώ αναλύω γιατί δε μ’ αρέσουν, άλλωστε δεν ενδιαφέρει κανέναν. Εν προκειμένω μάλιστα ούτε καν εμένα. Και να μ’ άρεσαν, το ίδιο θα έγραφα: ότι ξεκίνησαν από τον Σαββόπουλο και κατέληξαν στο κοινό.

  118. aerosol said

    #118
    Έτσι κι αλλιώς όλα είναι προσωπικές οπτασίες, Πέπε! 🙂

  119. sarant said

    166α Έτσι!

  120. Α. Σέρτης said

    106
    Πού είναι το…περίεργον δεν κατάλαβα
    Τη μία τον αναφέρει με το ψευδώνυμο και την άλλη με το πραγματικό του όνομα

    Υστερόγραφον:
    Αποτιμώντας εν γένει το έργο του, θα έλεγα ότι ο Καλιόρης είναι μέσα στους δέκα σοβαρότερους διανοούμενους που κατάφεραν να αναδειχθούν μεταπολεμικά μέσα από το νεοελλαδικό ψυχοκτονείο.
    Οι δε κινηματογραφικές κριτικές του στην ΠΑΝΣΠΟΥΔΑΣΤΙΚΗ αξεπέραστες.

    Τώρα, εάν με κάποιες γλωσσικές του εκζητήσεις σε επίπεδο προσωπικού ύφους «όχλησε» τους συνήθως οχλούμενους για ό,τι ξεμυτίζει, ε… ξιδάκι!

  121. Costas Papathanasiou said

    Καλησπέρα! Σίγουρα είναι το μεράκι ένα ωραίο μεζεδάκι.
    Διότι, κατά μία περαιτέρω ετυμολόγηση το μερακλίδικο, αραβικό πιάτο مَرَقَة‎ (maraqa, “ζουμί”), συγγενεύει με το εβραϊκό מָרָק‎ (mārāq, “ζωμός, σούπα”) και στο δρόμο προς εμάς νοστιμεύει και με ολίγον μαράζι, καημό ή και ποθοπλάνταγμα δικαιολογημένο “…γιατί έχω εγώ μεράκι, έχω μέσα μου σαράκι…” και “το μεράκι το πουλούνε στον παράδεισο,/
    μα στην κόλαση φυτρώνει και στην άβυσσο” (βλ. https://en.wiktionary.org/wiki/meraq , https://en.wiktionary.org/wiki/%D9%85%D8%B1%D9%82#Arabic ) .
    Ενώ, κατά μία αζέρικη εκδοχή, η ομόηχη έννοια ανάγεται στο αραβικό مَا رَاقَ‎ (mā rāqa, “’τί το θελκτικό/ ζητούμενο”), εκ των رَاقَ (rāqa =γυαλίζω/καθαρίζω/ξεχωρίζω/αρέσκομαι,τραβιέμαι,θέλγομαι) και مَا [=“προς τί”, ομόηχο του مَاء‎ (māʾ=»νερό”) και συγγενές του εβραϊκού מָה‎ (ma), εξ ου και το σταυρικό “λαμά”(σαβαχθανί) , βλ. https://en.wiktionary.org/wiki/maraq , https://en.wiktionary.org/wiki/%D8%B1%D8%A7%D9%82#Arabic , Οhttps://en.wiktionary.org/wiki/%D9%85%D8%A7#Arabic ].
    Γενικά, οι λέξεις, που κάποιες εξ αυτών τις λέμε δάνεια και αντιδάνεια, μπορούν να ιδωθούν και σαν πουγκιά: Ο ήχος τους, που είναι το υλικό απ’ το οποίο είναι καμωμένα, φθείρεται με τη χρήση (θαρρείς επίτηδες, για να γενεί λήμμα πιανούμενο και να περνάει ευκολότερα όπου σχετικό δούναι-λαβείν). Το περιεχόμενό τους, που είναι και η σημασία ή ορισμός τους, σιγά σιγά εμπλουτίζεται και με νομίσματα νεόκοπα ή παλιά, συχνά παρμένα και από άλλα όμοια πουγκιά, ανατιμώντας τα (νοθεύοντάς τα, δηλαδή και παρετυμολογικώς). Κάποτε, βέβαια, χάνονται κι αυτά ή απαξιώνονται αντικαθιστάμενα από άλλα πιο γυαλιστερά.
    Ειδικά, το αραβοτουρκικό πουγκί με την αξία “μεράκι”, έχει και κέρματα όλο μάρα και καημό από φως ψυχής που καίει, έχει εγχάρακτη έγνοια, αγάπη, στίγματα για ό,τι πονάς και το ‘χεις τάμα σου να το φροντίζεις , αλλά κυρίως —αν χρειαστεί ρωμαίικο μελοπέπονο σε συνέδριο για «Θαρραλέα ενεργητικότητα»— έχει πολλά ελληνόψυχα νομίσματα να κόψει απ’ το βαλάντιο της “φιλοπονίας”, όπου και εργατικότητα και ζήλος, επιμέλεια, φιλότιμο και όρεξη -προ πάντων- για να κάνεις μια δουλειά σωστά. Έχει και ίμερο αμαρτωλό για ανατροπή κατεστημένου, για αντάρτικο ζωγράφων φιλοπόνων που πετούν έξω από πίνακες αναρτημένους, αν θέλουν πολιτεία μεταφυσική— και ας τους προγκάει η φωνή “εδώ δεν είναι παίξε γέλασε”, που λέει και ένας άλλος Νίκος μερακλής(<ημέρα +κλέος) στο “Όρνεον” της συλλογή «Η επιστροφή των πουλιών».
    Μοχθούν, καταπώς φαίνεται, οι Ημερακλείδες, για άσπρες μέρες και ας γνωρίζουνε σαφώς το μυστικό, το οποίο αποκάλυψε και ο Ιωάννης ο Φιλόπονος-Γραμματικός, πως το μεράκι υπόκειται και αυτό στη διαταραχή από το δίπολο ώθηση-πτώση: Εντέλει δεν τους σκιάζει η βαρύτης της νυκτός, διότι επίσης ξέρουν πως πάντα θα υπάρχει και θα αρκεί μια ωραία στιγμούλα ξένη, ένα απόγευμα στο δέντρο, ως αντίδοτο στον κόπο των φτερών κάθε προσκυνητή που έχει πετάξει, διψώντας να ποτίσει τα αστέρια μέχρι αυτά να ανθίσουν (βλ. https://www.youtube.com/watch?v=XRw4hptWe5Q )

  122. Γιώργος Κατσέας, Θεσσαλονίκη said

    @120. Γ. Καλιόρης: «Κάποτε χρειάστηκε να στείλουμε τελεσίγραφο ότι δεν δεχόμαστε πλέον τα κείμενα να βγαίνουν έξω από την «Πανσπουδαστική» και να πηγαίνουν στην ΕΔΑ προς έλεγχο [στήν ΕΔΑ πρός ἔλεγχο;;; Ἔλα!..] τη στιγμή που μέσα στη Συντακτική Επιτροπή υπήρχαν δύο μέλη του κόμματος, ο Στέλιος Ράμφος κι εγώ. Το κόμμα διέκοψε αμέσως τη χρηματοδότηση…»

    Προφανῶς, οἰ νεώτεροι ὀχλούμενοι εἶναι ἰδεολογικοί ἀπόγονοι Ἐκείνων τῶν Ὀχλουμένων καί οἱ «γλωσσικές (καί ἄλλες) ἐκζητήσεις» εἶναι τό πρόσχημα..

  123. Costas Papathanasiou said

    Λάθος η μέρα, στραβομάρα γαρ. Το μεταφέρω με ψιλοδιόρθωση παραπομπής και στη σημερινή καταχρώμενος τη φιλοξενία.

  124. Costis Papaioannou said

    Καθόλου παράξενο πως έγινε τόσο μακριά η συζήτηση. Καί ο Καλιόρης καί ο Σαββόπουλος είναι αμφιλεγόμενα — αλλά ως τόσο σημαντικά — πρόσωπα. Και ήταν έτσι και στα νιάτα τους. Και άρα φυσικό το ενδιαφέρον.
    Δεν διάβασα όλα τα σχόλια αλλά ούτε και ολόκληρη την δημοσίευση Νίκο (χρόνια σου πολλά), νομίζω όμως ότι το στοιχείο που έχει ενδιαφέρον στο άρθρο του Καλιόρη είναι η παρατήρηση πως ο Σαββόπουλος είναι «… σαν τους παλιούς εκείνους «ραψωδούς», τους περιπλανώμενους τροβαδούρους του Μεσαίωνα. . . » στους οποίους (όπως το έχω καταλάβει εγώ) οι στίχοι, η μουσική, και η εκτέλεση ήταν ένας ομογενής και ενιαίος λόγος. Έτσι πράγματι ήταν και ο Σαββόπουλος στα νιάτα του. Και κατά σύμπτωση (;;) τα γραφτά του Καλιόρη ήταν κι αυτά λόγος σε μια συζήτηση και όχι ακαδημαϊκός μονόλογος. Παιδιά της δεκαετίας του ’60 και οι δύο.
    Καλά παιδιά, κακά παιδία, καθώς και το πως εξελίχθηκαν καί ο ένας καί ό άλλος είναι άλλο ζήτημα.
    Η δεκαετία του ’60 είναι η πιο σκοτεινή δεκαετία στην ιστορία της Ελληνικής Κοινωνίας. Γι αυτούς που δεν την έζησαν αλλά κυρίως γι’ αυτούς που την έζησαν.

  125. # 116α, 119

    Δεν νοείται σχετικός με την τότε μουσική που να μην άκουγε τον αμερικάνικο σταθμό της βάσης- εκτός αν τον εμπόδιζαν οι κομματικές του αρχές- αλλά τότε ήταν απλά απληροφόρητος και ευάλωτος σε παρερμηνείες κολητών, με λίγα λόγια όχι εξειδικευμένος σε μουσικά θέματα. Στον αμερικάνικο σταθμό, όπως και σε πολλά ραδιόφωνα της Αμερικής, όταν εμφανίσθηκε ο τραγουδοποιός έπαιζε το σλογκανάκι από τον ίδιο» μάι νέιμ ιζ Ντύλαν, νοτ Ντάιλαν». Δεν θυμάμαι τον γείτονα Γιάννη Πετρίδη να είπε ποτέ Ντάιλαν

  126. Αφώτιστος Φιλέλλην said

    Μια απο τις ολιγες διασκευες τραγουδιου του Δ.Σ.

  127. sarant said

    126 Εξαιρετική όμως.

  128. Χαρούλα said

    #126 ευχαριστώ!
    Δεν την ήξερα και την φχαριστήθηκα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: