Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Ομιλία της Αθηνάς Βογιατζόγλου

ΝΙΚΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ: ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ, ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ, ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΗΝ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

            Ο Νίκος Σαραντάκος είναι ένας ανήσυχος διανοούμενος, με αδιάλειπτη παρουσία στην πνευματική μας ζωή τόσο μέσα από το δημοφιλές -και πρόσφατα βραβευμένο-  ιστολόγιό του, όσο και με τα πολυάριθμα βιβλία του και την αρθρογραφία του στην Αυγή της Κυριακής. Ξεκίνησε τη συγγραφική του διαδρομή ως πεζογράφος, δημοσιεύοντας, στα εικοσιπέντε του χρόνια, τη συλλογή διηγημάτων Για μια πορεία (1984), και, τρία χρόνια μετά, τη συλλογή Μετά την αποψίλωση (1987). Έκτοτε δεν δημοσίευσε άλλη λογοτεχνική δουλειά, αλλά η γοητεία που του ασκεί η γραφή και οι επιδόσεις του σε αυτήν διατηρήθηκαν αναλλοίωτες στο υπόλοιπο συγγραφικό έργο του. Το 1997 έγραψε το πρώτο βιβλίο του για τη γλώσσα, με τίτλο Αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων, το οποίο ξαναδουλεύει προκειμένου να το εκδώσει επαυξημένο. Το 2002 και το 2004 δημοσίευσε δυο βιβλία για το μπριτζ, την τρίτη μεγάλη αγάπη του μετά τη γλώσσα και τη λογοτεχνία. Την τελευταία δεκαετία μελετά τη γλώσσα από φρασεολογική, λεξικογραφική και ετυμολογική άποψη, συνδυάζοντας το πάθος του ερασιτέχνη με την επιστημονική σοβαρότητα και τη μεθοδικότητα του ειδικού. Τα βιβλία Γλώσσα μετ’ εμποδίων (2007), Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία (2009), Λέξεις που χάνονται (2011) και Οπωροφόρες λέξεις (2013) είναι η συγκομιδή της ώς τώρα εργασίας του στον τομέα αυτό. Ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου δεν είναι τυχαίος: από το 2009 ο Σαραντάκος δημοσιεύει, σχεδόν καθημερινά, τα κείμενά του στο ιστολόγιο με το όνομα αυτό (Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία), που ασχολείται, όπως λέει ο υπότιτλός του, με «τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και όλα τα άλλα», και πολλά κείμενα των βιβλίων του έχουν αρχικά δημοσιευτεί στο ιστολόγιό του. Τα τελευταία δύο χρόνια, εξάλλου, το μεράκι του για τη λογοτεχνική μας παράδοση και οι συναφείς ερευνητικές επιδόσεις του αναδείχτηκαν μέσα από τη φιλολογική επιμέλεια άγνωστων ή αγνοημένων λογοτεχνικών έργων του Ναπολέοντος Λαπαθιώτη (Κάπου περνούσε μια φωνή, 2011, Τα μαραμένα μάτια και άλλες ιστορίες, 2012) και του παλιού αρχισυντάκτη του Ριζοσπάστη το 1920, Θεόδωρου Λασκαρίδη (Το φονικό μοιραίο βόλι, 2011).

Από τις πολλές αγάπες του Σαραντάκου για μορφές της πνευματικής μας ζωής θα αναφερθώ με συντομία σε δύο: στον γνωστό σε όλους μας Μποστ και στον ελάχιστα γνωστό Γιώργο Κοτζιούλα. Καρπός της πολύχρονης ενασχόλησης του Σαραντάκου με τον Μέντη Μποσταντζόγλου υπήρξε η επιμέλεια της πρόσφατης έκθεσης των γελοιογραφιών του στο Μουσείο Μπενάκη και η ομιλία του στη σχετική ημερίδα που διοργανώθηκε στο πλαίσιο της έκθεσης. Η αποκλίνουσα γραφή, πένα και σκέψη του Μποστ και η οξεία κριτική του ματιά στην πολιτική μας ζωής των δεκαετιών του ’50, του ’60 και του ’70, δεν θα μπορούσαν να βρουν καλύτερο αναλυτή από τον Σαραντάκο, ο οποίος αποκρυπτογραφεί, στην κυριολεξία, τις γελοιογραφίες, συνδέοντάς τες με λησμονημένα πρόσωπα και γεγονότα της εποχής τους και αναδεικνύοντας το πολλαπλό  σημασιολογικό βάθος τους και το περίτεχνο παιχνίδι του Μποστ με τα γλωσσικά σημεία. Η άλλη λογοτεχνική αγάπη του Σαραντάκου στην οποία δεν μπορώ να μην αναφερθώ είναι ο Ηπειρώτης ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, μεταφραστής και συγγραφέας αντιστασιακού θεάτρου Γιώργος Κοτζιούλας, που γεννήθηκε το 1909 στην Πλατανούσα και πέθανε στην Αθήνα το 1956.  Αριστερός και μαχητικά αντιμοντερνιστής, ο Κοτζιούλας είναι σήμερα ελάχιστα γνωστός στο ευρύ κοινό και η ανάδειξή του τα τελευταία χρόνια από τον Σαραντάκο μέσα από το ιστολόγιό του θα πρέπει να θεωρηθεί ένα προσωπικό στοίχημα. Ο Κοτζιούλας υπήρξε και η αφορμή της γνωριμίας μου με τον Νίκο, ο οποίος συνέβαλε σημαντικά, με το εκτενές αρχείο του παλιών εφημερίδων και περιοδικών, στην ολοκλήρωση ενός βιβλίου που ετοιμάζω για τον Κοτζιούλα ως ποιητή και κριτικό.

Αν ο Σαραντάκος είχε περιοριστεί στο ‘επιστημονικό’ κομμάτι της έρευνάς του για τη γλώσσα, δεν θα ήμασταν σήμερα εδώ. Ίσως ο τιμώμενός μας να ήταν γνωστός κυρίως στους μελετητές και τους φανατικούς της γλώσσας εν γένει, αλλά όχι σε όλους εμάς. Αυτό που στον Σαραντάκο κάνει τη διαφορά -πέρα από τον τρόπο με τον οποίο εκμεταλλεύεται τις δυνατότητες του διαδικτύου, ζήτημα στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια- είναι ότι συνδέει τη γλώσσα με την ιδεολογία και γενικότερα με την πολιτική και την πολιτισμική επικαιρότητα, κάνοντας παράλληλα ανοίγματα στη λογοτεχνία και την ιστορία, με αποτέλεσμα η ανάγνωση των κειμένων του να είναι μια σύνθετη εμπειρία γνώσης, ενημέρωσης και προβληματισμού. Καλός γνώστης της αρχαίας, της μεσαιωνικής και της νεοελληνικής γραμματείας, και ιδιαίτερα της λογοτεχνικής μας παράδοσης των τελευταίων δύο αιώνων, δεινός ερευνητής και χαρισματικός αφηγητής, ο Σαραντάκος μας μιλάει για τη γλώσσα με χίλιους δυο τρόπους, συνδυάζοντας την επιστημονική παρατήρηση με τη λογοτεχνία, τη μυθολογία, τις παροιμίες και γενικότερα τη λαϊκή παράδοση και συνυφαίνοντας στην αφήγησή του ενδιαφέροντα και συχνά γουστόζικα περιστατικά της λογοτεχνικής και πολιτικής μας ζωής των περασμένων δεκαετιών. Οι λέξεις είναι οι ηρωίδες των κειμένων του, τη ζωή των οποίων εξιστορεί πλέκοντας συχνά κωμικές ή τραγικές, πάντοτε όμως αληθινές ιστορίες για τα πάθη της γλώσσας και των χρηστών της.

Ένα από τα κυριότερα κλειδιά της εκδοτικής επιτυχίας των βιβλίων του Σαραντάκου και της δημοφιλίας του ιστολογίου του είναι το ύφος του. Ζωντανό, χυμώδες, κεφάτο, και συγχρόνως λιτό και ακριβές, με βασικά οχήματά του το χιούμορ και το ευφυολόγημα, στοχεύει πρωτίστως στο ευρύ κοινό, όχι για να το καθοδηγήσει ή να το σαγηνεύσει, αλλά για να το βάλει σε σκέψεις για όσα συμβαίνουν γύρω του και να το υποψιάσει για τον πρωταρχικό ρόλο που παίζει στη ζωή μας η γλώσσα. Οι λέξεις, όπως μας δείχνει ο Σαραντάκος, μας μιλάνε με πολλούς τρόπους: μέσα από την καταγωγή τους -τις ρίζες τους-, μέσα από την περιπετειώδη διαδρομή τους για να φτάσουν στο παρόν μας, μέσα από τις ευρηματικές χρήσεις τους από τους λογοτέχνες, αλλά και μέσα από τις ποικίλες χρήσεις τους στον κυρίαρχο θεσμικό λόγο, ο οποίος συχνά τις εκμεταλλεύεται για τη στήριξη επικίνδυνων ιδεολογημάτων. Τα γλωσσικά μαργαριτάρια, εξάλλου, που ψαρεύει καθημερινά ο Σαραντάκος από τον λόγο της δημοσιογραφίας, των πολιτικών και γενικότερα των προσώπων δημόσιου κύρους, καθρεφτίζουν τις παθογένειες και το ελλειμματικό ήθος της κοινωνικοπολιτικής μας ζωής.

Σημαντική ενασχόληση του Σαραντάκου είναι και η ανασκευή των μύθων, κάποτε καλοπροαίρετων αλλά συνήθως εθνικιστικών, που διαδίδονται ιδίως μέσα από το Διαδίκτυο. Με πολλή υπομονή αναλαμβάνει τη «βρόμικη δουλειά», δηλαδή να κάνει ανατομία στον μύθο και να τον ανασκευάσει συστηματικά. Όλο το πρώτο μέρος του (εξαντλημένου πια) βιβλίου του  Γλώσσα μετ’ εμποδίων είναι αφιερωμένο στην ανασκευή μύθων, όπως το περίφημο Hellenic quest -Λερναίο κείμενο το έχει αποκαλέσει ο Σαραντάκος επειδή, όσο κι αν το διαψεύδει κανείς, εκείνο συνεχώς ξαναεμφανίζεται· αναφέρομαι στο κείμενο που λέει ότι η Microsoft προσλαμβάνει στελέχη που ξέρουν αρχαία ελληνικά επειδή οι υπολογιστές προηγμένης τεχνολογίας δέχονται μόνο την ελληνική γλώσσα, που είναι τάχα η μόνη νοηματική, ενώ οι άλλες είναι συμβολικές. ‘Αλλοι μύθοι τους οποίους ανασκευάζει είναι ότι η ελληνική έχει 5 ή 70 εκατομμύρια λέξεις κτλ., ή ότι η ελληνική για μία ψήφο έχασε την ευκαιρία να γίνει επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ, ή τις ελληνοκεντρικές ετυμολογήσεις διαφόρων που ανάγουν λέξεις όλων των γλωσσών του κόσμου στα ελληνικά.

Σε μια εποχή που η γλώσσα βάλλεται από την κυριαρχία της εικόνας, την όλο και μεγαλύτερη δημοσιογραφική προχειρότητα, την έκπτωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος, την πολιτική ιδιοτέλεια και τόσα άλλα, ο Σαραντάκος ακονίζει το γλωσσικό αισθητήριο όσων από εμάς τον παρακολουθούμε, μας καθιστά καχύποπτους απέναντι στα λεκτικά μηνύματα που μας κατακλύζουν και μας βοηθά να αισθανθούμε στο ακέραιο το βάρος της ευθύνης μας ως ομιλούντων και -ακόμη περισσότερο- γραφόντων υποκειμένων. Κι όλα αυτά χωρίς ίχνος διδακτισμού, καθώς  είναι φανερό ότι απεχθάνεται τη σοβαροφάνεια και τον φανατισμό. Η σεμνότητα που τον χαρακτηρίζει οφείλεται ίσως, εν μέρει, και στην πίστη του στη συλλογικότητα. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος μπλόγκερ που να ενθάρρυνε τόσο όσο αυτός την ανταπόκριση του κοινού όχι μόνο σε όσα καθημερινά γράφει αλλά και στις γλωσσικές, λογοτεχνικές, ακόμη και ιστορικές έρευνές του. Συχνά έχει καλέσει το κοινό του σε βοήθεια όσον αφορά την εύρεση σπάνιων βιβλίων, την ανίχνευση πληροφοριών για μια λέξη, ακόμη και την εθελοντική εργασία καταγραφής δυσανάγνωστων ή μη χειρογράφων·  και συχνά, επίσης, έχει εμπλουτίσει τα δημοσιευμένα σε βιβλίο κείμενά του με παρατηρήσεις των φανατικών διαδικτυακών συνομιλητών του. Τα ενδιαφέροντα του Σαραντάκου είναι μεταδοτικά και δεν δυσκολεύεται να μας μετατρέψει σε συνεργάτες του.

Σήμερα, που η ιδέα της παγκοσμιοποίησης πλήττεται από την αναζωπύρωση του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, και που στα καθ’ ημάς ανθούν οι κάθε είδους ελληνοκεντρισμοί, ο Σαραντάκος μας υπενθυμίζει, μέσα από τις ετυμολογικές αναλύσεις του και τις συχνά συναρπαστικές αφηγήσεις του γλωσσικών δανεισμών ανά τους αιώνες, ότι δεν υπάρχει γλώσσα ‘καθαρή’ αλλά, αντιθέτως, η γλώσσα που μιλάμε είναι ένας από τους πιο αδιάψευστους μάρτυρες της δημιουργικής επαφής ανθρώπων και πολιτισμών. Παραθέτω μία από τις παρατηρήσεις του, χαρακτηριστική του γλωσσικού αλλά και του πολιτικού ήθους του -θα έλεγα αριστερού, αν δεν δίσταζα να ταυτίσω το αριστερό με το ηθικό:

Αισθάνομαι απεριόριστο σεβασμό όχι μόνο (και, ασεβώς, όχι τόσο) για τους λόγιους που μπόλιασαν  τη λατινική ή τις αναγεννησιακές ευρωπαϊκές γλώσσες με ελληνικές ρίζες, αλλά για τις χιλιάδες ανώνυμους, τους ναυτικούς, τους πραματευτές, τους μισθοφόρους στρατιώτες, τους εμπόρους, τις μαστοράντζες, τους σαράφηδες, τους (λαθρο;)μετανάστες, που διέδωσαν τα πράγματα και τις λέξεις από τη μια στην άλλη άκρη της λεκάνη της Μεσογείου και πολύ παραπέρα.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: