Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αθηναιογραφία’ Category

Τα σπίτια της παιδικής μου ηλικίας (από την αυτοβιογραφία του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2020

Συμπληρώνονται αύριο 132 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888.

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε εκεί κοντά, ας πούμε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, κατ’ εξαίρεση μια μέρα νωρίτερα. Αν το έβαζα ανήμερα της γέννησης, αύριο, θα εκτόπιζα τα μεζεδάκια, τα οποία θα πήγαιναν Κυριακή και θα εκτόπιζαν το Μηνολόγιο. Οπότε, βάζω σήμερα το λαπαθιωτικό άρθρο, αποφεύγοντας έτσι τις άλλες μετατοπίσεις

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω περίπου το μισό δεύτερο κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη «Η ζωή μου», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1940 στο Μπουκέτο (και μάλιστα διακόπηκε απότομα με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου). Το πρώτο κεφάλαιο υπάρχει ήδη στο Διαδίκτυο (π.χ. εδώ), οπότε προτίμησα να μην το επαναλάβω.

Παιδική φωτογραφία παρμένη από τεύχος του Μπουκέτου

Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε, ο Λαπαθιώτης αφηγείται τα σπίτια όπου έζησε μικρός και κάποιες αναμνήσεις που έχει συγκρατήσει από το καθένα τους (πολλές βασισμένες σε διηγήσεις της μητέρας του). Όπως θα δείτε, μετακόμιζαν σχεδόν κάθε χρόνο, αλλά πάντοτε μέσα σε μια πολύ μικρή ακτίνα από το κέντρο της Αθήνας. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος, όπως μας λέει στο πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του.

Θα άξιζε ίσως να προσπαθήσει κάποιος να εντοπίσει αν υπάρχουν ακόμη τα σπίτια αυτά, αλλά δεν δίνει και πολλές πληροφορίες ο Λαπαθιώτης, αν και για κάποια αναφέρει οδό και αριθμό (αν βέβαια δεν έχει αλλάξει η αρίθμηση). Πάντως, το 1940 -όταν γράφεται το κείμενο- τα σπίτια αυτά υπήρχαν ακόμα.

Θα μπορούσαν επίσης να σχολιαστούν κάποιες αναφορές του κειμένου, αλλά ας πούμε ότι βαρέθηκα να το κάνω. Πάντως, το συλλαλητήριο στο πεδίο του Άρεως που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Τρικούπη εξαιτίας της επέμβασης του διαδόχου έγινε τον Ιανουάριο του 1895 -άρα ο Λαπαθιώτης τότε ήταν 6 χρονών και τριών μηνών. Σε εφημερίδες της εποχής έχουμε αναφορές στον πατέρα του.

Ο πατέρας του, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν στρατιωτικός και οι στρατιωτικοί είχαν περίοπτη κοινωνική θέση στην Ελλάδα του 1890 -o ποιητής πέρασε άνετη και χαϊδεμένη παιδική ηλικία, έχοντας πάντα γύρω του πολλούς ανθρώπους να τον προσέχουν, μέχρι και την ορντινάντζα του πατέρα του -αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει ο ίδιος.

Μεταφέρω τις σελ. 22-29 από το βιβλίο Η ζωή μου (Κέδρος 2009, επιμ. Γιάννη Παπακώστα), την αρχή του 2ου κεφαλαίου που έχει τίτλο «Προϊστορία και τ’ ανέκδοτά της…»

Κεφάλαιο 2

Πυκνό σκοτάδι, φοβερό σκοτάδι, σαν το σκοτάδι της ανυπαρξίας.

Εδώ κι εκεί κάποιες ασύνδετες εικόνες: Να ’ταν αλήθεια, να ’ταν στ’ όνειρό μου;

Βρίσκομαι σε μια κάμαρη, νύχτα, σκοτεινά, θαρρώ πώς είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Στο ταβάνι, κόκ­κινες σαν αίμα, περνούν μεγάλες έντονες ανταύγειες από μακρινά βεγγαλικά! Ο πατέρας μου κι η μητέρα, σαν ίσκιοι, στο παράθυρο. Και τίποτ’ άλλο.

Ίσως αυτά να ’ταν στο πρώτο σπίτι, σ’ ένα σπίτι της οδού Κολοκοτρώνη (αριθ. 59 τώρα), το σπίτι «του Σκύρα», καθώς τ’ ανάφερνε κατόπιν η μητέρα μου, και στο οποίο πήγαμε έπειτ’ απ’ των Αγίων Θεοδώρων.

Κι έπειτα σ’ ένα σπίτι της οδού Αθηνάς (αριθ. 27 τώρα), που ’βλεπε στο παλιό σχολειό του Καραμάνου, το σπίτι του «κυρ-Θανάση»: Ένας μακρύς και σκοτει­νός διάδρομος, μ’ ένα χαλί σ’ όλο το μάκρος του, που τελειώνει σ’ έναν τοίχο. Σ’ αυτό τον τοίχο, ένα κανονι­κότατο βαθούλωμα και μέσα του μια διακόσμηση, κάτι σαν πελώρια αρχαϊκή υδρία…

Κι εκεί το πρώτο αίσθημα του φόβου: Είχε, λέει, μόλις βασιλέψει κι ήταν μισοσκότεινα. Στεκόμουν σέ μια πόρτα, την πόρτα του γραφείου του πατέρα μου. Μέσα στην τραπεζαρία, ο στρατιώτης, στρώνοντας τραπέζι, τοποθετούσε τα μαχαιροπήρουνα, που βροντούσαν μες στη σιωπή. Είχα σταθεί ακίνητος, αμίλη­τος, σαν να μην τολμούσα να σαλέψω. Η μητέρα μου με ρώτησε γιατί. Και της αποκρίθηκα:

– Βοβείται! (Φοβάμαι!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , | 101 Σχόλια »

Η κάμπια η Καραφατμέ

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2020

Μέσα στην πανδημία, τα ζοφερά νέα και τις διεθνείς εντάσεις, μια κάμπια κατάφερε ν’ αποσπάσει για λίγο τα φώτα της δημοσιότητας και να κερδίσει το δεκαπεντάλεπτο προβολής που ο καθένας μας φιλοδοξεί ν’αποκτήσει τη σήμερον ημέρα.

Μια κάμπια, μα ποια κάμπια; Όχι όποια κι όποια, αλλά η κάμπια η Καραφατμέ, ή τουλάχιστον αυτό το καταπληκτικό όνομα επικαλέστηκε ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Αθηναίων σε πρόσφατη ραδιοφωνική του συνέντευξη: «Το γκαζόν προσβλήθηκε από «καραφατμέ», έτσι λέγεται το είδος της κάμπιας».

Η Καραφατμέ λοιπόν φταίει που ξεράθηκε το γκαζόν της πολυδιαφημισμένης αναπλασμένης Ομόνοιας, και όχι η αποτισιά. Αλλά ποια είναι η Καραφατμέ; Δάκτυλος τουρκικός; Πράκτορας της ΜΙΤ που έχει αρχίσει τη δολιοφθορά; Έρχεται και αυτή από το Γενί Τζαμί;

Το παντεποπτικό Γκουγκλ μάς παραπέμπει σε ανθοκομική σελίδα, όπου μαθαίνουμε ότι οι Αγρότιδες ή  Καραφατμέ ή Κοφτοσκούληκα (Agrotis segetum, Agrotis ypsilon) «προσβάλλουν  πολλές καλλιέργειες, συνηθέστερα το βαμβάκι, τα τεύτλα, τον αραβόσιτο, την πατάτα, τον καπνό, τα ψυχανθή. Πρόσφατα δημιούργησαν σημαντικά προβλήματα και σε χλοοτάπητες, ιδιαίτερα σε έτοιμους». Σαν να ταιριάζει η περιγραφή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ζωολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Η κραυγή του Οδυσσέα (Συνεργασία από Cronopiusa)

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2020

Κλείνει σήμερα χρόνος από τον αδόκητο θάνατο της αγαπημένης μας Cronopiusa, της φιλης μας της Αμαλίας, που τόσα χρόνια μας συντρόφευε με τις μουσικές και με τις εικονες της.

Ο φίλος μας ο Χτήνος, που αταίριαστο μοιάζει το χρηστώνυμό του στην τόση ευαισθησία του, είχε την ιδέα να κάνει το ιστολόγιο μνημόσυνο στην Cronopiusa, και μαζί με τη φίλη μας τη Λουκρητία βρήκαν το υλικό που θα παρουσιάσω σήμερα. Πρόκειται για ένα κείμενο της Αμαλίας για τα Αναφιώτικα. H Κρόνη το έγραψε το 2003 με αφορμή ένα άρθρο της Καθημερινής και το έστειλε στην εφημερίδα, χωρίς να ελπίζει σε δημοσίευση βέβαια -και πώς να δημοσιευτεί αφού η Αμαλία δεν μασούσε τα λόγια της. Όπως θα δείτε είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο που κρύβει πολλή δουλειά και φανερώνει πολλή αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του.

 

Η κραυγή του Οδυσσέα

«O Aνδρούτσος  έστειλε στους Τούρκους μολύβι για να μην σπάνε τα μάρμαρα, τον γκρέμισαν απ΄την Ακρόπολη, ακόμα τα βράδυα ακούγονται οι φωνές του. Δεν έμαθα πολλά γράμματα στο σχολειό, εκείνα τα χρόνια η ζωή ήταν δύσκολη ,και τα παιδάκια έπρεπε να συμβάλλουν στην οικονομία του σπιτιού. Ευρυδίκη Ανδριανού η δασκάλα μου, παρακαλούσε τον πατέρα μου να συνεχίσω: «Τόσες κόρες έχεις, άσε μια  στα γράμματα». Από Ιστορία μόνο για τον Ανδρούτσο θυμάμαι, τ’άλλα , την Ιστορία με το Γλέζο και τον  Σιάντο , που κατεβάσανε τη σημαία των Γερμανών, τά ’ζησα ….»

Λιπόσαρκη, αεικίνητη, νευρώδης,σπαθάτη η ογδοντάχρονη κυρά Βαγγελιώ. Ο λόγος της λιτός, σταράτος, όπως ο λόγος των βαθιά φιλοσοφημένων και πονεμένων ανθρώπων μπορεί να είναι. Τα μάτια της, μαύρα σαν ελιές σε κοιτάνε ίσα στα μάτια και πίσω απ’αυτά, η ματιά  της γιαλίζει όταν οι σκέψεις της αλέθουν τα περασμένα, γίνεται νερό και δάκρυ στο αυλάκι του χρόνου όταν η φωνή της κυλάει σαν λάδι στο καντυλάκι της ελπίδας. Να μην χάσει το σπίτι της, να μην την ξεσπιτώσουν στα γεράματα της, να μη χάσει τις βραδινές βεγγέρες με τα παιδιά κ’εγγόνια της στη πεζούλα της γειτονιάς:

«Eίμαι από την Σαντορίνη, στην Αθήνα  ήρθα το 33, ήμουνα  έντεκα χρονών. Ο πατέρας μου είχε δεκατέσσερα παιδιά, ήτανε μιναδόρος, έβαζε φουρνέλα, έχασε τα δυο του χέρια και το μάτι του το ’50 στις βουλευτικές εκλογές. Τον  αδερφούλη μου, ένα χρόνο μικρότερο από μένα τον χάσαμε στον πελτέ, την βράζαμε τότε την ντομάτα κι έπεσε  μέσα, …κάηκε…, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες το χάσαμε το παιδί μας. Τρείς χιλιάδες οκάδες ντομάτα πήγανε στη θάλασσα , κανένας δεν έπαιρνε τον πελτέ, είχαμε χρέος στις  τράπεζες, καταστραφήκαμε.

Πήγα σε σπίτι και δούλεψα…. Τα  ξένα χέρια , είναι μαχαίρια… έκλαψα πολύ,κι’ όταν θυμόμουνα το νησί έβαφε η θάλασσα κόκκινη, … ο πατέρας μου με σκοινια  κρεμασμένος στο βράχο στα Φυρά ,στο γυαλό, να φωνάζει: «Βάρδα φουρνέλο», … η μάνα μου,να δουλεύει και να τραγουδάει: «… …Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω μία τέντα, νάρχεται το παιδάκι μου να πιάνουμε κουβέντα….. Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω εκκλησιδάκι , να βγαίνει το παιδάκι μου να παίρνει αντιδωράκι…».

Στ’ Αναφιώτικα είχα συγγενείς,τον άντρα μου εδώ τον γνώρισα, Πλακιώτης γεννημένος στην οδό Υπερείδου, τραγούδαγε ωραία, ο πατήρ Σουλιανός σαν πέθανε είπε: «Φεύγει άλλος ένας Πλακιώτης». Παντρευτήκαμε στη Σαντορίνη το 45, δεν τον ήθελε ο πατέρας μου γιατί ήταν φαντάρος, ούτε η μάνα του με ήθελε γιατί ήτανε κρητικιά., αγαπιόμασταν. Με καϊκι πήγαμε, … οχτώ μέρες βάσταξε το ταξίδι, …το ηλιοβασίλεμα να βάφεται η θάλασσα κόκκινη, και εγώ να θυμάμαι το τραγούδι του αδερφούλη μου: «Απ’όταν εγεννήθηκα φωτιά με τριγυρίζει, και να με κάψει δεν μπορεί μόνο με φοβερίζει.».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Εις μνήμην, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , , | 64 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: ο Μποστ σχολιάζει τους πρώτους μονόδρομους στην Αθήνα

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2020

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πριν από δυο μήνες εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια» -το προηγούμενο, δεύτερο, σκίτσο της σειράς είναι εδώ.

Θα μου πείτε «κάθε βδομάδα Μποστ θα έχουμε;». Καλοκαίρι είναι, λιγοστεύει η επικαιρότητα, γιατί όχι; Αλλά το συγκεκριμένο σκίτσο του Μποστ έχει μιαν έμμεση σχέση με την αθηναϊκή επικαιρότητα, αφού μιλάει για κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στο κέντρο της Αθήνας, σε μια στιγμή όπου και πάλι έχουμε κυκλοφοριακές ρυθμίσεις σε μιαν Αθήνα με πολύ περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ό,τι το 1960.

Μάλιστα, μόλις προχτές ανακοινώθηκε ότι θα επιστραφεί στα αυτοκίνητα μία λωρίδα της Πανεπιστημίου, και αυτό παρουσιάστηκε με διθυραμβικούς τίτλους υπέρ Μπακογιάννη, που «έλυσε το πρόβλημα» -το οποίο είχε ο ίδιος δημιουργήσει! Αλλά περισσότερα για τις δημαρχικές παλινωδίες θα πείτε στα σχόλιά σας, ιδίως όσοι τις υφίστασθε μέσα στο κατακαλόκαιρο, εγώ επιστρέφω στον Μποστ.

Λοιπόν, τέτοιες μέρες πριν από 60 χρόνια εφαρμόστηκε πρώτη φορά στην Αθήνα η μονοδρόμηση: από την Κυριακή 31 Ιουλίου. Αρχικά υπήρχαν τροχονόμοι στις διασταυρώσεις ενώ αργότερα προστέθηκαν και φανάρια.

Την ίδια μέρα δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία το σκίτσο του Μποστ:

Ο Πειναλέων αναγγέλλει στη μαμα-Ελλάς ότι θα εφαρμοστούν μονόδρομοι και εκείνη του απαντά με σοφία ότι «ο μονόδρομος της χώρας έχει προ πολλού χαραχτεί, ό,τι πουν οι άλλοι» δηλ. οι Αμερικανοί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 213 Σχόλια »

Ζαρντινιέρες

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2020

Είναι κι αυτή μια λέξη που κυριαρχεί στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, με την αναστάτωση που γίνεται στο κέντρο της Αθήνας για τον Μεγάλο Περίπατο του Κωστάκη.

Στην ανάπλαση αυτή προς το παρόν πρωταγωνιστούν οι ζαρντινιέρες. Ζαρντινιέρες μάλιστα δύο ειδών, οι μικρές ορθογώνιες όπως στην Πανεπιστημίου, και τελευταία οι μεγάλες, οι κυκλικές, όπως στο Σύνταγμα. Κάποιοι θεώρησαν πως η τιμή με την οποία χρεώθηκαν στον Δήμο είναι υπερβολική, 550 ευρώ οι ορθογώνιες και κάπου 5000 οι κυκλικές. Στην αγορά βρίσκεις ανάλογα προϊόντα δέκα φορές φτηνότερα, πολύ περισσότερο που σε μια μαζική παραγγελία συνηθίζεται να γίνεται γενναία έκπτωση, εκτός αν ο προμηθευτής είναι καλός φίλος, οπότε συνηθίζεται γενναίο πλιάτσικο.

Ας είναι. Τον Μεγάλο Περίπατο θα τον κρίνουμε όταν τελειώσει. Προς το παρόν, όσοι υφιστάμεθα την ταλαιπωρία από το κυκλοφοριακό χάος που προκαλείται, αντιδρούμε χιουμοριστικά, με διάφορα έξυπνα μιμίδια που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σαν κι αυτό, που θέλησε να εποικίσει τις ζαρντινιέρες της πλατειας Συντάγματος. Λείπει ο παλαιοημερολογίτης μητροπολίτης από την εικόνα, αλλά το έργο δεν έχει τελειώσει. (Απορία: αναρωτιέμαι αν υπάρχει στ’ αγγλικά κάποιος όρος για τις φωτογραφίες προσώπων που προστίθενται σε μιμίδια).

Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε ευκαιρία είναι σήμερα να μιλήσουμε για τις ζαρντινιέρες σ’ ένα μικρό, καθότι καλοκαιρινό, αρθράκι.

Η ζαρντινιέρα είναι δάνειο από το γαλλικό jardinière. Στα γαλλικά, jardinière μπορεί να είναι και η κηπουρίνα (θηλυκό του jardinier, κηπουρός), είναι όμως και η κατασκευή που μέσα της φυτεύουμε φυτά ή τοποθετούμε γλάστρες με φυτά.

Η jardinière παράγεται από το γαλλικό jardin, που είναι ο κήπος, λέξη που με τη σειρά της  ανάγεται σε φρανκονική λέξη και παλαιογερμανική ρίζα -κάτι σαν *gardo, που θα σήμαινε περίφραξη. Μπορεί να μεσολάβησε κάποιος υστερολατινικός τύπος, κάτι σαν *hortus gardinus (δηλαδή περιφραγμένος κήπος). Από τα γαλλικά η λέξη πέρασε και στα ιταλικά-ισπανικά, ενώ το γερμανικό Garten προέκυψε απευθείας από την παλαιογερμανική ρίζα, ενώ από ένα ενδιάμεσο βορειογαλλικό gardin προέκυψε το αγγλ. garden.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επώνυμα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 211 Σχόλια »

Ο «Πειραιώτης» (αφήγημα του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2020

Τις προάλλες, στο άρθρο για τις Ταβέρνες και τα εστιατόρια, σε κάποιο σχόλιο, ο φίλος μας ο Γιάννης θυμήθηκε ένα ταβερνάκι και συνέχισε: Επίσης ένα παρόμοιο υπήρχε το ’85 στην Ευαγγελιστρίας στον Πειραιά. Τώρα, πώς το ξέρω και πώς το θυμάμαι είναι ολόκληρη ιστορία που ανάγεται στην εποχή που δούλευα κούριερ. Δεν την έχω γράψει, άρα να κάτσω να τη γράψω κι αυτή. Όλο αφάλες ανοίγεις Νικοκύρη!

Οπότε, ζήτησα απο τον Γιάννη (που βέβαια έχει και δικό του ιστότοπο) να γράψει την ιστορία για το ιστολόγιο. Την έγραψε, και τη δημοσιεύω στο σημερινό μας άρθρο.

Υπάρχει όμως και άρθρο μέσα στο άρθρο, ή ίσως γύρω από το άρθρο, αφού ο Γιάννης έγραψε το αφήγημά του με υπαγόρευση, με φωνητική πληκτρολόγηση και προτάσσει στο αφήγημά του λίγα λόγια για το πώς το έγραψε, από καθαρά τεχνική πλευρά εννοώ. Κι επειδή κι αυτό το θεμα με ενδιαφέρει, βάζω στο τέλος ένα δικό μου σχόλιο.

Ο «Πειραιώτης»

Τη φωνητική πληκτρολόγηση την είχα δοκιμάσει το 2012, την εποχή που πήγαινα στο Άουγκσμπουργκ, μέσα στο τρένο. Το προσπαθούσα για το παλιό το blog, να «γράψω»τα κείμενα φωνητικά. Δοκίμασα μια-δυο φορές αλλά το αποτέλεσμα ήταν μάλλον φτωχό. Έτσι το εγκατέλειψα το εγχείρημα. Δεν το ξανά δοκίμασα μέχρι πρόσφατα. Αυτό είναι το τρίτο κείμενο που γράφεται έτσι. Το πρώτο ήταν αυτό με την ιστορία στη level Λέβερ. Το δεύτερο είναι το κείμενο που ακολουθεί και δημοσιεύει σήμερα ο φιλόξενος Νικοκύρης. Απίθανα εύκολα. απίθανα γρήγορα αν και σίγουρα μετά χρειάζεται κάποιο χτένισμα, κάποια επεξεργασία Και γιατί η αναγνώριση δεν είναι 100% σωστή και γιατί ωραίος ο ρέον λόγος είναι διαφορετικός από τον γραπτό. Υπάρχουν κομπιάσματα, υπάρχουν επαναλήψεις, υπάρχουν αλλαγές στην πορεία καθώς λες κάτι, καθώς το υπαγορεύεις της, αλλά όλα αυτά δεν παύουν να δίνουν ένα κείμενο πολύ καλό. Το βλέπετε πώς είναι κι αν το δω στο δώσω χωρίς καθόλου επεξεργασία, θα γίνει ακόμα πιο κατανοητό Πόσο έχει προχωρήσει η διαδικασία της αυτόματης αναγνώρισης και μετατροπής της φωνής σε κείμενο! Το μόνο είναι ότι για να λειτουργήσει για η αναγνώριση σωστά χρειάζεται σύνδεση στο ίντερνετ. Γιατί η φωνή μου στέλνετεαι στα κεντρικά της Google και επιστρέφει σαν κείμενο. ο Που σημαίνει βέβαια ότι ό,τι λέμε ελέγχεται και αναλύεται όπως θέλει και όπως νομίζει η Google!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Συνεργασίες, Τεχνολογία | Με ετικέτα: , , , , | 100 Σχόλια »

Συνωστισμός στη Ριβιέρα

Posted by sarant στο 13 Απριλίου, 2020

Το Σάββατο που μας πέρασε, σύμφωνα με τα κανάλια, επικράτησε «απίστευτος συνωστισμός» στο Παλαιό Φάληρο και σε άλλα σημεία της «αθηναϊκής Ριβιέρας». Παρόλο που δεν μένω πολύ κοντά στην παραλία, μου αρέσει όταν πέφτει ο ήλιος να κάνω τη βόλτα μου στα σημεία του «απίστευτου συνωστισμού», κι αν τύχαινε να μ’ έχει πετύχει η καραντίνα στην Ελλάδα μπορεί να’μουν κι εγώ ανάμεσα στους συνωστιζόμενους -όμως έχω άλλοθι, είμαι πολύ μακριά, δυστυχώς.

Για να πω την αμαρτία μου, τον όρο «αθηναϊκή Ριβιέρα» τον ήξερα βέβαια, αλλά καθόλου δεν μου αρέσει και δεν τον χρησιμοποιώ, μου φαίνεται όρος γεννημένος από το μάρκετινγκ. Πάντως, έχει καθιερωθεί, σε σημείο να έχει αποκτήσει λήμμα στη Βικιπαίδεια, ελληνική τε και αγγλική. Είναι δηλαδή η περιοχή από τον Πειραιά ως το Σούνιο -η παραλιακή που τη λέγαμε πριν μεγαλοπιαστούμε.

Καμαρώνω ότι την έχω περπατήσει όλην, από το Πέραμα ως το Λαύριο, αν και φυσικά σε πολλές δόσεις, όχι μονομιάς -και φυσικά σε πολλά σημεία είναι αδύνατο να πας παραλιακά αφού πολυτελείς βιλάρες έχουν κλέίσει κάθε πρόσβαση, ενώ σε ένα-δυο μέρη απαγορεύεται με πινακίδα της τροχαίας η είσοδος σε όσους δεν είναι κάτοικοι ή προσκαλεσμένοι.

Γιατί Ριβιέρα; Γιατί έτσι έχει επικρατήσει να ονομάζεται η ακτογραμμή που έχει ωραίες πλαζ, ακριβά σπίτια, κέντρα διασκέδασης. Η γαλλική Ριβιέρα είναι αυτή που τη λέγαμε παλιά Κυανή Ακτή (οι Γάλλοι έτσι τη λέμε ακόμα) αλλά τώρα έχουν πληθύνει οι ανά τον κόσμο ριβιέρες, έχει και στην Αλβανία (με εξαιρετικές παραλίες με πολύ όμορφα χρώματα αλλά, λένε, και κιτσάτα κτίρια -στο Βουθρωτό να πάτε).

H λέξη ριβιέρα είναι ιταλικής ετυμολογίας, και ιταλική ήταν η πρώτη Riviera, η παραλιακή περιοχή γύρω από τη Γένοβα -ουσιαστικά από τη Λα Σπέτσια ως τη Μασσαλία, σε εποχές που τα σύνορα δεν ήταν τα σημερινά. Στα ιταλικά, σημαίνει «όχθη» -ίδια ρίζα με το γαλλικό rivière και το αγγλ. river, από το λατιν. ripa.

Tέλος πάντων, εμένα η αγαπημένη μου Ριβιέρα είναι το σινεμά στα Εξάρχεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παρίσι, Υγεία, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »

Οι Αρβανίτες της Αττικής και το 1821 (άρθρο του Θ. Πάγκαλου)

Posted by sarant στο 27 Φεβρουαρίου, 2020

Χτες είχα παρουσίαση, είχα και άλλα πολλά, οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Σε τέτοιες περιπτώσεις συχνά καταφεύγω στην επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου του ιστολογίου, σήμερα όμως προτίμησα μιαν αναδημοσίευση ενός παλιότερου άρθρου κάποιου άλλου.

Συγκεκριμένα, αναδημοσιεύω το άρθρο του τ. υπουργού Θεόδωρου Πάγκαλου «Οι Αρβανίτες της Αττικής και η συμβολή τους στην εθνική παλιγγενεσία», που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην Καθημερινή το 2007, την παραμονή της 25ης Μαρτίου. Το άρθρο αυτό το θυμήθηκα πρόσφατα επειδή έτυχε να συζητηθεί σε έναν φιλικό τοίχο στο Φέισμπουκ -και κατά σύμπτωση πρόσφατα σε κάποια σχόλια συζητήσαμε για τους Αρβανίτες.

Κι επειδή εγώ δεν μπορώ να γράψω για το θέμα, αφού δεν το κατέχω καλά, το άρθρο του Θ. Πάγκαλου είναι μια καλή βάση για συζήτηση, ανεξάρτητα από τη γνώμη που έχει κανείς για τον αρθρογράφο ως πολιτικό πρόσωπο.

Στην ίδια συζήτηση που αναφέρω παραπάνω, ο Παναγιώτης Δημητράς επισήμανε ότι ο Πουκεβίλ κάνει λόγο για Σκιπετάρους -απ’ όσο είδα στο σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου του, δεν φαίνεται να διαχωρίζει τους Αλβανούς από τους Αρβανίτες.

Το άρθρο του Θ. Πάγκαλου:

Λίγο πριν από την Επανάσταση, στα 1815, στην Αθήνα κατοικούσαν 7 χιλιάδες χριστιανοί και 3 χιλιάδες μουσουλμάνοι σύμφωνα με τον Pouqueville. Από τους 7 χιλιάδες χριστιανούς οι 4 χιλιάδες ήταν αρβανίτες και προέρχονταν από όλα τα χωριά της Αττικής. Είχαν εγκατασταθεί μεταξύ Πλάκας και Μακρυγιάννη.

Το 1821, δεύτερη μέρα του Πάσχα, οι Τούρκοι της Αθήνας συνέλαβαν 12 Αθηναίους προκρίτους ως ομήρους επειδή υποψιάζονταν ότι οι ραγιάδες θα επαναστατούσαν. Η αρχική τους απόφαση ήταν να σφάξουν όλους τους χριστιανούς αλλά η εναντίωση του Χαλήλ Εφέντη, κατή (δηλαδή δικαστή), το απέτρεψε.

Στις 25 Απριλίου 1821, σύμφωνα με τον Διονύσιο Σουρμελή, αγωνιστή και αυτόπτη μάρτυρα, συγκεντρώθηκαν στο Μενίδι (Αχαρνές) 1.200 χριστιανοί. Προέρχονταν από τη Χασιά (Φυλή) με αρχηγούς τον Μελέτη Βασιλείου και τον Μήτρο Σκευά, από το Μενίδι με αρχηγό τον Αναγνώστη Κιουρκατιώτη, από τα Μεσόγεια με αρχηγό τον Ιωάννη Δάβαρη και από την Αθήνα με αρχηγό τον Δήμο Αντωνίου.

Απελευθέρωσαν την Αθήνα

Υπό την ηγεσία του Μελέτη Βασιλείου οι επαναστάτες μπήκαν στην Αθήνα και την ελευθέρωσαν. Σήμερα έξω από το δημαρχείο της Φυλής μπορεί κάποιος να δει το άγαλμά του να ατενίζει ακόμα τους συγχωριανούς του, δείχνοντας τον δρόμο του χρέους και της περηφάνιας.

Τον Σεπτέμβριο του 1821 εβδομήντα παληκάρια από τη Χασιά υπό την ηγεσία του Μήτρου Σκευά και του Αναστασίου Λέκκα πολέμησαν εναντίον 500 Τούρκων (πεζών και ιππέων) υπό την ηγεσία του Ομέρ Βρυώνη. Σ’ αυτήν τη μάχη κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του ο τρομερός πασάς. Ετσι πήρε την απόφαση και εγκατέλειψε την Αθήνα λέγοντας «αν 70 άνθρωποι με ενίκησαν και με έκαμαν να κινδυνεύσω την ζωήν μου, τι θέλει γίνει, αν συσσωματωθώσιν εις 1.000».

Η μετέπειτα πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους απελευθερώθηκε από τους Αρβανίτες της Αττικής, μια πολεμική φυλή ορθόδοξων χριστιανών με τα δικά της ήθη και έθιμα, τον δικό της πολιτισμό, τη δική της γλώσσα. Μια φυλή που ποτέ δεν προσκύνησε τους Τούρκους και ποτέ δεν έκανε ειρήνη μαζί τους. Εμαθαν να ζουν με το μαχαίρι στα δόντια για να υπερασπίζουν την τιμή και τη ζωή τους -και αυτή ήταν η σειρά προτεραιότητας- από τους Τούρκους κατακτητές που δεν γνώριζαν νόμο και δεν είχαν μπέσα.

Οι Αρβανίτες της Αττικής που άλλοι τους αποκαλούν «δωριείς του σύγχρονου ελληνισμού», άλλοι τους θεωρούν Ηπειρώτες και άλλοι Αλβανούς που εποίκησαν την Αττική τον 10ο-11ο αι. μ.Χ., ήταν εκείνοι που σήκωσαν τα όπλα τα ιερά για τον μεγάλο αγώνα υπέρ πίστεως και πατρίδας – τα αναφέρω με τη σειρά που τα αναφέρει ο Κολοκοτρώνης στον περίφημο λόγο του της Πνύκας.

Πιστοί στη μεγάλη ελληνική ιδέα, διψασμένοι για ελευθερία, οι Αρβανίτες της Αττικής όπως και όλων των ελληνικών χωρών, πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση, ανήκαν και εκείνοι στη μεγάλη γενιά των Ελλήνων που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του έθνους μας προσφέροντας στον Ελληνισμό, έπειτα από 4 αιώνες, ανεξάρτητη κρατική υπόσταση.

Ιστορία των οικογενειών

Δεν είμαι ιστορικός για να μπορώ να εκφέρω τεκμηριωμένη ιστορικά άποψη. Είμαι όμως Αρβανίτης και γνωρίζω την ιστορία της δικής μου οικογένειας, όπως και οι περισσότεροι Αρβανίτες της Αττικής. Ας μην ξεχνούν οι αναγνώστες ότι σε αντίθεση με την Αθήνα, η περιφέρεια Αττικής κυριαρχούνταν ώς πρόσφατα -και σε πολλές περιπτώσεις συνεχίζει να κυριαρχείται- από χωριά που οι ρίζες τους πάνε πολύ πίσω και εκεί οι οικογένειες γνωρίζονται καλά μεταξύ τους.

Από την πλευρά του πατέρα μου, ο Γιαννάκης Μελέτης (Χατζημελέτης) είχε την ύψιστη τιμή να βρεθεί στο πλευρό του Γ. Καραϊσκάκη ως υπαρχηγός του. Για όποιον κάνει τον κόπο να ρωτήσει θα μάθει πολλές ιστορίες από όλα τα αρβανίτικα χωριά για τους τοπικούς καπετάνιους και τα παλικάρια που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Ο Γ. Βλαχογιάννης στην ιστορική του ανθολογία διασώζει μια μικρή διήγηση όπου σε συνεδρίαση της Βουλής, όταν τα αίματα είχαν ανάψει, ένας παλιός αγωνιστής του ’21 απευθύνθηκε στους πρωταγωνιστές του επεισοδίου στα αρβανίτικα για να σταματήσει η διχόνοια. Και σταμάτησε.

Τα αρβανίτικα ήταν η γλώσσα που μιλούσε ο Κουντουριώτης, πρωθυπουργός της Ελλάδας, η Μπουμπουλίνα, ο Μπότσαρης, οι Σουλιώτες και πολλοί άλλοι. Ηταν η γλώσσα που ήξερε και καταλάβαινε ο Καραϊσκάκης, ο Αντρούτσος και πολλοί άλλοι αγωνιστές της Επανάστασης.

Στη μικρασιατική εκστρατεία του 1919-1922 οι Λιοσιώτες Αρβανίτες πολεμούσαν με δικό τους μπαϊράκι. Δεν υποχώρησαν ούτε βήμα, έπεσαν μέχρι τον τελευταίο. Μόνο όταν το ξέρουμε αυτό καταλαβαίνουμε εκείνο το σκοτεινό βλέμμα των Αρβανιτών της Αττικής που περιγράφει ο Τίτος Αθανασιάδης στα «Παιδιά της Νιόβης». Στα ηρώα των χωριών μας ο κατάλογος των νεκρών του 1922 είναι μεγαλύτερος από όλα τα άλλα χωριά της Ελλάδας σε σχέση με τον πληθυσμό μας.

Σημαντική παρουσία

Οι Αρβανίτες βέβαια δεν έχουν σημαντική παρουσία μόνο στο μεγάλο βιβλίο των τιμημένων νεκρών του έθνους μας. Εξίσου σημαντική παρουσία έχουν στα γράμματα, τις επιστήμες και στις δομές του νέου κράτους, ιδιαίτερα καταλαμβάνοντας υψηλά στρατιωτικά και πολιτικά αξιώματα.

Η 25η Μαρτίου είναι η ημέρα ανάστασης του γένους μας. Είναι η ημέρα που το ελληνικό έθνος απέκτησε ξανά ένα δικό του ανεξάρτητο κράτος. Οπως περιγράφει και στη «Βαβυλωνία» του ο Βυζάντιος, αυτό το ελληνικό έθνος δεν μιλούσε την ίδια γλώσσα, δεν είχε τα ίδια έθιμα, αλλά είχε την ίδια πίστη, την ίδια αίσθηση ότι αποτελεί μια ξεχωριστή κοινότητα, την ίδια αντίληψη ότι έχει τη δική του ταυτότητα πέρα και πάνω από τις διαφορές και τις πολυποίκιλες επιμέρους γλωσσικές και πολιτισμικές κοινότητες που το συναποτελούσαν. Αλλά περισσότερο απ’ όλα αυτό το έθνος ήθελε να είναι ένα, ενιαίο και αδιαίρετο, έθνος με δική του πολιτική υπόσταση και κυριαρχία. Και αυτή η πολιτική υπόσταση και κυριαρχία είναι θεμελιωμένη στην ιστορία, στη γλώσσα και κυρίως στο αίμα των ηρώων που θυσιάστηκαν στους αγώνες για την Ελευθερία και την Ανεξαρτησία μας.

Posted in 1821, Αττική, Αθηναιογραφία, Αλβανία και Αλβανοί, Αναδημοσιεύσεις, αρβανίτες | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Χριστούγεννα πριν από 40+76 χρόνια (του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2019

Χρονιάρα μέρα κι η σημερινή και λέω να παρατείνω την εορταστική ραστωνη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ιστολόγιο -που σημαίνει να βάλω και σήμερα ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα, με θέμα εορταστικό και νοσταλγικό, μακριά από την τύρβη της επικαιρότητας.

Διάλεξα ένα κείμενο που θα μας πάει πίσω στο παρελθόν… δυο φορές. Πρόκειται για ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην Πρωία μέσα στην Κατοχή, τα Χριστούγεννα του 1943 -όπου όμως ο ποιητής, ίσως για να αποδράσει από τον ζόφο, επιλέγει να μεταφερθεί σαράντα χρόνια πίσω και να θυμηθεί πώς γιόρταζε τα Χριστούγεννα με την παρέα του, όταν ήταν νεαρός φοιτητής της Φιλοσοφικής, έχοντας μόλις έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας, στην αυγή του εικοστού αιώνα. Καθώς τις αναμνήσεις του Βάρναλη εμείς σήμερα τις διαβάζουμε 76 χρόνια μετά, μεταφερόμαστε 40+76 δηλ. 116 χρόνια πίσω, έστω και με μια σύντομη στάση στο 1943.

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο Τα Αττικά (εκδόσεις Αρχείο, 2016) σε δική μου επιμέλεια, όμως το είχε συμπεριλάβει νωρίτερα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης στη δική του ανθολογία κατοχικών χρονογραφημάτων του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της Κατοχής», κι έτσι υπάρχει ήδη στο Διαδικτυο. Αλλά δεν πειράζει.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης αναφέρεται και σε κάποιον ψιλικατζή ονόματι Κιουλάμπεη, που έπαιρνε μέρος στην παρέα τους. Αξίζει να πούμε ότι αργότερα ο Βάρναλης έγραψε και διήγημα για το ίδιο πρόσωπο. Ίσως το ανεβάσω κι αυτό κάποια φορά στο ιστολόγιο, αλλά προς το παρόν μπορείτε να το δείτε σε εικόνα, εδώ.

Στο τέλος του κειμένου έχω κάποιες υποσημειώσεις.

Πριν σαράντα χρόνια

–«Οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» λένε οι μεν. «Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης»(1), λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Όμως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. «Άνω ποταμών χωρούσι παγαί»(2). Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτήν τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κι εγώ δεν έχω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Ποιος έφερε την κουκουβάγια;

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2019

Ένα μικρό άρθρο σήμερα, όχι για τις κουκουβάγιες γενικώς αλλά για μια παροιμιακή φράση με κουκουβάγιες -ή έστω με γλαύκα, όπως λεγόταν στα αρχαία.

Εννοώ βέβαια την παροιμιακή φράση «γλαύκα ες Αθήνας» ή τις διάφορες νεότερες παραλλαγές της που συμμορφώνονται περισσότερο με τη σημερινή γλώσσα.

Συμφωνα με το ΛΚΝ, «κομίζω γλαύκα εις Αθήνας» σημαίνει «παρουσιάζω ως καινούργιο κάτι πασίγνωστο». Παρόμοιον ορισμό δίνουν και τα άλλα λεξικά.

Στο λεξικό Μπαμπινιώτη διαβάζω ότι η φράση, που είναι ήδη αρχαία, «οφείλεται στο γεγονός ότι τα νομίσματα της αρχαίας Αθήνας ονομάζονταν γλαύκες, επειδή έφεραν παραστάσεις γλαύκας, συμβόλου της θεάς Αθηνάς, και επομένως το να τα φέρνει κανείς στην Αθήνα ήταν εντελώς άσκοπο».

Δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή αυτή η εξήγηση -τα νομίσματα ποτέ δεν είναι άσκοπο να τα φέρνει κανείς. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.

Η παροιμιακή φράση εμφανίζεται πρώτη φορά στους Όρνιθες του Αριστοφάνη, στον στίχο 301. Όρνιθες είναι τα πουλιά, όχι οι σημερινές όρνιθες, και στην κωμωδία του Αριστοφάνη εμφανίζονται πολλά και διάφορα είδη πουλιών και σχολιάζονται αναλόγως.

Και «χαὐτηί γε γλαῦξ», λέει ο Έποπας, «τούτη εδώ είναι κουκουβάγια», κι ο Ευελπίδης του λέει: τί φῄς; τίς γλαῦκ᾽ Ἀθήναζ᾽ ἤγαγεν; -αναφερει απλώς, χαριτολογώντας, την παροιμιακή φράση που ήταν ήδη γνωστή και σε χρήση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αθηναιογραφία, Λεξικογραφικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 127 Σχόλια »

Στις 14 Ιουλίου….

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2019

Το ιστολόγιο ελάχιστα έχει ασχοληθεί με τη γαλλική επανάσταση του 1789, μεταξύ άλλων επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές ήταν αγέννητοι τότε. Καθώς σήμερα έχουμε την επέτειο της Άλωσης της Βαστίλλης, που σηματοδοτεί την επανάσταση, σκέφτηκα να βάλω ένα κομμάτι από το αφήγημα του Ερίκ Βουγιάρ «14η Ιουλίου», στο οποίο είχα αναφερθεί σε πολύ πρόσφατο άρθρο του ιστολογίου.

Διάλεξα, κάπως ιδιόρρυθμα, να παρουσιάσω όχι ένα ολόκληρο κεφάλαιο αλλά το τέλος του κεφαλαίου «Το Αρσενάλ» και την αρχή του επόμενου κεφαλαίου «Η κινητή γέφυρα».

Όπως θα δείτε, στο πρώτο μέρος του αποσπάσματος που παρουσιάζω, παρουσιάζεται ο Ζαν Ροσινιόλ, τότε άγνωστος νέος, που εξελίχθηκε σε στρατηγό της επανάστασης για να πεθάνει εξόριστος στον Ινδικό ωκεανό.

Για να προλάβω τυχόν ερώτημα, η γέφυρα Ροσινιόλ στα Σεπόλια δεν νομίζω να έχει πάρει το όνομά της από τον Γάλλο επαναστάτη. Αλλά από πού εχει πάρει το όνομά της;

Rossignol στα γαλλικά θα πει αηδόνι. Κάποιοι λένε ότι η γέφυρα ονομάστηκε έτσι από το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ που βρισκόταν στην περιοχή μετά τον πόλεμο. Η Βικιπαίδεια πάλι γράφει ότι η γέφυρα πήρε το όνομά της από τον Γάλλο Σομπλάν Ροσινιόλ, που ζούσε στην Αθήνα και ήταν μέλος της παρέας που ίδρυσε τον Ατρόμητο Περιστερίου. Ο Ροσινιόλ, λέει, πολύ αγαπητός στους φίλους του, αυτοκτόνησε το 1936 πέφτοντας από αυτή τη γέφυρα η οποία στη συνέχεια ονομάστηκε έτσι από τους κατοίκους της περιοχής.

Ωστόσο, όπως πειστικά επισημαίνει σεπολιώτικο ιστολόγιο, το άρθρο της Βικιπαίδειας δεν δίνει καμία πηγή, ούτε υπάρχει πουθενά ίχνος του μυστηριώδους Γάλλου διανοούμενου ποδοσφαιριστή. Από την άλλη, το κέντρο διασκέδασης Ροσινιόλ δεν βρίσκεται και τόσο κοντά στη γέφυρα Ροσινιόλ. Οπότε, το όνομα της γέφυρας παραμένει μυστήριο αν και προσωπικά βρίσκω πιθανότερη την εκδοχή του κέντρου διασκέδασης.

Στο ιστολόγιο συνηθίζεται να ξεστρατίζει η συζήτηση στα σχόλια -σήμερα, κατ’ εξαίρεση, ξεστράτισε ήδη από τον πρόλογο του άρθρου! Αφού μου συγχωρέσετε το ξεστράτισμα αυτό, ας δούμε τι γράφει ο Ερίκ Βουγιάρ (ή Βυιγιάρ, αν προτιμάτε) για τον Ζαν Ροσινιόλ και τους επαναστατες συντρόφους του και τα όσα έγιναν στις 14 Ιουλίου 1789.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Γαλλία, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 174 Σχόλια »

Η πασχαλιάτικη οδός Αιόλου το 1953 (άρθρο του Δημ. Λουκάτου)

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2019

Μέρες που είναι, δημοσιεύω σήμερα ένα λαογραφικό κείμενο του κορυφαίου λαογράφου Δημήτρη Λουκάτου (1908-2003) που γράφτηκε το 1953 και περιγράφει την πασχαλιάτικη αγορά στο κέντρο της τότε Αθήνας, στην οδόν Αιόλου. Το κείμενο είχε αρχικά δημοσιευτεί στη Νέα Εστία και μετά στον τόμο «Πασχαλινά και της Άνοιξης» (εκδόσεις Φιλιππότη).

Η αγορά που περιγράφει ο Λουκάτος μάλλον δεν υπάρχει πια -και δεν ξέρω ποιος θα περιγράψει τη σημερινή κατάσταση. Ενδιαφέρον είναι ότι το κείμενο εστιάζει στη Μεγάλη Πέμπτη, δηλαδή στη σημερινή μέρα.

Μονοτόνισα αλλά σε γενικές γραμμές διατήρησα την ορθογραφία. Αξιοπρόσεκτη θεωρώ τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Λουκάτος, που δεν ήταν ακραίος δημοτικιστής -κι όμως γράφει «οι δέησες» και «ο Σταυρωμένος».

Κατά απίστευτη σύμπτωση, βρήκα στο Φέισμπουκ (σε αυτη τη σελίδα) μια φωτογραφία της οδού Αιόλου και της πασχαλιάτικης αγοράς της, βγαλμένη επίσης το 1953 -την προσθέτω πιο κάτω.

Ο Λουκάτος αργότερα έγραψε ανάλογο κείμενο για τη χριστουγεννιάτικη οδό Αιόλου -πρέπει να θυμηθώ να το ανεβάσω κάποια Χριστούγεννα.

Η ΠΑΣΧΑΛΙΑΤΙΚΗ ΟΔΟΣ ΑΙΟΛΟΥ

(Μεγαλοβδόμαδο του 1953)

Η όδός Αίολου στην Αθήνα είναι ο πιο χαρακτηριστικός  δρόμος, για όσους θέλουν να μελετήσουν το πρωτευουσιάνικο φολκλόρ, στις δυο μεγάλες γιορτές του χρόνου, την Πρωτοχρονιά με τα Χριστούγεννα, και τη Λαμπρή με τη Μεγάλη Βδομάδα. Πάνω σε κείνα τα ομοιόμορφα τραπεζάκια, που στήνονται από επινοητικούς μικροεπιχειρηματίες, (οικογένειες συνήθως, που βοηθιούνται από τα μέλη τους η από νεαρούς συνεταίρους), βρίσκει κανείς συγκεντρωμένα όλα τα μικροπράγματα που απαιτούν σαν έθιμο οι μέρες αυτές, και που είναι η σύνθεση του πατροπαράδοτου με την επιχειρηματική επινοητικότητα των πουλητάδων. Και τα δύο είναι στοιχεία λαογραφικά. Έργο λαϊκό δεν είναι μόνο ό,τι δημιουργεί ο λαός, αλλά και ό,τι του φτιάχνουν οι άλλοι, μαντεύοντας τις προτιμήσεις του, και του αρέσει. Από τη συνεργασία μάλιστα αυτή βγαίνει συχνά και το χαρούμενο αποτέλεσμα της άνανέωσης μιας παράδοσης, που αλλιώς θα χανόταν με τις παλιότερες γενεές.

Για τα γιορταστικά μικροπράγματα, που σαν λατρευτικά σύνεργα αναζητιούνται τις μέρες αυτές από το λαό, η οδός Αιόλου είναι ένα ζεστό χωνευτήρι, όπου ανακατεύονται χρόνοι παλιοί και νεότεροι, επαρχίες απ’ όλη την Ελλάδα και την προσφυγική Ανατολή, ήθη, έθιμα κι επινοήσεις, όχι μονάχα ελληνικά αλλά κι ετρωπαϊκά και αμερικάνικα. Ο λαός πουλητής τα συγκεντρώνει όλα εκεί, αφού κάμει υποσυνείδητα την πρώτη επιλογή του, κι ο λαός αγοραστής ρυθμίζει με τις προτιμήσεις του και καθιερώνει το πέρασμα πολλών απ’ αυτά στή σύγχρονη εθνική ή πρωτευουσιάνικη παράδοσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 159 Σχόλια »

Οι τρεις αρτοποιοί, ο Χαριτόπουλος κι ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 137 Σχόλια »

Το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα (μια συνεργασία του Νίκου Παντελίδη)

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα με πολλή χαρά ένα άρθρο του Νίκου Παντελίδη, αναπληρωτή καθηγητή Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ για ένα θέμα που ενδιαφέρει ιδιαίτερα το ιστολόγιο και που ο περισσότερος κόσμος το αγνοεί: την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο (ή ιδίωμα), δηλαδή τη γλωσσική ποικιλία που μιλιόταν στην Αθήνα πριν η πόλη αναδειχθεί σε πρωτεύουσα του κράτους. Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί πως οι Αθηναίοι δεν μιλούσαν κάποια ξεχωριστή διάλεκτο ή ότι μιλούσαν μια γλωσσική ποικιλία πολύ κοντινή σε αυτήν που έγινε κοινή -αλλά αυτό καθόλου δεν ισχύει.

Κάποιοι ξέρουν τον τσιτακισμό εξαιτίας του οποίου ο Αγιώργης ο Καρύκης έγινε Καρύτσης και τα κτήματα του Γαλάκη έδωσαν το Γαλάτσι, όμως το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα έχει πολλές ακόμα ιδιομορφίες. Μια νύξη για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα είχαμε κάνει πέρυσι που παρουσιάσαμε τα απομνημονεύματα του Σκουζέ, και τότε ο Ν. Παντελίδης μού είχε στείλει με μέιλ μια εργασία του. Αργότερα, όταν έδωσα μια διάλεξη στο ΕΚΠΑ, είχα τη χαρά να τον γνωρίσω και τον παρακάλεσα, όταν βρει καιρό, να προσαρμόσει την εργασία του σε κάπως πιο σύντομη και εύληπτη μορφή για το ιστολόγιο. Αυτό και έκανε, και τον ευχαριστώ θερμά.

Η ανάδειξη της Αθήνας σε πρωτεύουσα με τη συνακόλουθη κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού της καθώς εισρεύσανε στην πόλη χιλιάδες και χιλιάδες Έλληνες από τις τέσσερις γωνιές του νεοπαγούς κράτους, από τους «ετερόχθονες» Έλληνες αλλά και από τη διασπορά, στάθηκε μοιραία για το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα το οποίο πολύ γρήγορα έσβησε. Ο Παντελίδης στο επίμετρο του άρθρου του παραθέτει αποσπάσματα από δυο θεατρικά έργα στα οποία δυο ηρωίδες μιλούν την παλαιοαθηναϊκή διάλεκτο. Κάπου αναφέρεται κι ο τύπος κορικάτσα (αντιστοιχεί στον «κοριτσάκια» της κοινής). Αυτός προκύπτει ως εξής: το κορίτσι το έκαναν κορικι από υπερδιόρθωση – το κορικάτσι – τα κορικάτσα. Ο ίδιος τύπος απαντά και σε τραγούδι της Αίγινας -το αιγενήτικο ιδίωμα ήταν συγγενικό με το παλαιοαθηναϊκό.

Πολλά έγραψα, δίνω τον λόγο στον Νίκο Παντελίδη:

Μια άγνωστη διάλεκτος της Νέας Ελληνικής: Παλαιά Αθηναϊκή

Η εξέλιξη της Αθήνας ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους το 1834, και η εκρηκτική -ιδιαίτερα κατά τον 20ό αι.- πληθυσμιακή της αύξηση και εδαφική επέκταση, δημιουργούν την εντύπωση ότι ήταν ανέκαθεν ένα γλωσσικό χωνευτήρι, αδιάφορο για την (παραδοσιακή) νεοελληνική διαλεκτολογία. Έτσι είναι ελάχιστα γνωστό, ότι η Αθήνα των λίγων χιλιάδων κατοίκων, της εποχής μέχρι την επανάσταση του 1821 μιλούσε, όπως συνέβαινε με όλες τις περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου, το δικό της ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα που εμφάνιζε στενή συγγένεια με τα ιδιώματα των Μεγάρων, της Αίγινας και της νότιας Εύβοιας (Κύμης, Αυλωναρίου, Αλιβερίου, Καρύστου), με τα οποία απάρτιζε μια διαλεκτική ομάδα. Η παλαιότερη γεωγραφική συνέχεια αυτής της ευρύτερης διαλεκτικής ζώνης διερράγη από την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην ανατολική Στερεά και σε τμήμα της νότιας Εύβοιας. Έτσι η γεωγραφική της έκταση περιορίστηκε σταδιακά στις πόλεις της Αθήνας και των Μεγάρων, σε τμήμα της νότιας Εύβοιας και τον Ωρωπό, ενώ διαφοροποιήθηκε τοπικά: το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα εμφανίζει π.χ. αρκετές διαφορές από το συγγενικό ιδίωμα της Αίγινας και της γεωγραφικά πιο απομακρυσμένης περιοχής της Κύμης, αποτελεί δε τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ Μεγάρων και Αίγινας από τη μια, και της Εύβοιας από την άλλη. Το παλαιό τοπικό ιδίωμα της Αθήνας άρχισε να υποχωρεί ύστερα από την ανακήρυξή της σε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους και την έναρξη της εγκατάστασης πλήθους ελληνοφώνων από πολλές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των παροικιών του εξωτερικού. Θύλακες ομιλητών του ιδιώματος επιβίωναν πάντως στην παλιά πόλη πιθανόν μέχρι περίπου το 1900, ίσως και λίγο αργότερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, σύμφωνα με μαρτυρίες, κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα ήταν η γλώσσα και των Τούρκων της Αθήνας.

Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, επίσκοπος Αθηνών 1182-1204

Τα πρώτα γνωστά δείγματα φαινομένων του ιδιώματος εμφανίζονται σε επιγραφές του 9ου αιώνα, όπου διαβάζουμε π.χ. τον τύπο Σπαθαρέα (αντί Σπαθαρία, θηλυκό του Σπαθάριος, πρβλ. και το Καπνικαρέα, ονομασία γνωστού αθηναϊκού βυζαντινού ναού). Σε φορολογικό έγγραφο της εποχής γύρω στα 1200, εμφανίζεται δείγμα ενός ακόμη φαινομένου του ιδιώματος, της τροπής του /f/ σε /v/: Κυβισσ[…] = Κηφισιά. Από την ίδια περίπου εποχή προέρχεται και η μαρτυρία του μητροπολίτη Αθηνών Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτη (1182-1204), ο οποίος εκφράζεται απαξιωτικά για τη λαλιά των Αθηναίων της εποχής του, παραθέτει μάλιστα και στοιχεία της που την καθιστούν κατά την άποψή του «βαρβαρίζουσα»: τεύτος = τέτοιος, ατούνος = αυτός, δενδρύφια = δεντράκια κ.λπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συντριπτική πλειονότητα όσων αναφέρθηκαν στο ιδίωμα της Αθήνας μέχρι τον 19ο αιώνα (περιηγητές, λόγιοι κ.λπ.) συμφωνούν στο ότι ήταν το χειρότερο ανάμεσα στα νεοελληνικά ιδιώματα, κακόηχο και παρεφθαρμένο, χωρίς να βέβαια να είναι απολύτως σαφές σε τι ακριβώς αναφέρονταν. Προφανώς η σύγκριση γινόταν με την αρχαία αττική διάλεκτο της κλασικής εποχής, ως εάν η καθημερινή λαλιά των αρχαίων Αθηναίων να ταυτιζόταν με το υψηλό ύφος των κειμένων της γραμματείας. Ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς πάντως σε επιστολή του προς τον Μαρτίνο Κρούσιο στα 1581 αναφέρεται ρητά στη σύγκριση αυτή, παραθέτει δε και λίγα στοιχεία του ιδιώματος:

«Καὶ τὸ δὴ χείριστον, τοὺς πάλαι σοφωτάτους Ἀθηναίους εἰ ἤκουσας, δακρύων ἂν ἐγένου μεστός» = Και το χειρότερο από όλα είναι λοιπόν ότι αν άκουγες τους πάλαι ποτέ σοφώτατους Αθηναίους, θα γέμιζες δάκρυα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 160 Σχόλια »