Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αθηναιογραφία’ Category

Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)

Posted by sarant στο 10 Δεκέμβριος, 2017

Σαν χτες, 9 Δεκεμβρίου, γεννήθηκε το 1859 ο λογοτέχνης Γεώργιος Δροσίνης, που ασχολήθηκε πρώτα με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία και τη δημοσιογραφία και με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, αλλά και πέρασε απο νωρίς και από την απέναντι μεριά αφού διετέλεσε διευθυντής ή εκδότης πολλών και σημαντικών εφημερίδων και περιοδικών, κατέλαβε διάφορες δημόσιες θέσεις και τιμήθηκε όσο λίγοι στον καιρό του, ανάμεσα στ’ άλλα ως ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας, μέχρι που πέθανε πλήρης ημερών στην Κηφισιά το 1951.

Τα απομνημονεύματα του Δροσίνη, με τίτλο Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, δημοσιεύτηκαν στο Ελεύθερο Βήμα το 1939 σε συνέχειες. Δεν είναι πλήρη απομνημονεύματα, ούτε ακολουθούν χρονολογική σειρά, περισσότερο φωτίζει ο Δροσίνης τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής του ή περιγράφει σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισε. Έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους, νομίζω μαζί και με αδημοσίευτο υλικό, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Από τις αναμνήσεις αυτές είχα δημοσιέψει παλιότερα ένα απόσπασμα σχετικά με τα μαθητικά χρόνια στο Βαρβάκειο -στη δεκαετία του 1870. Τώρα δημοσιεύω ένα κεφάλαιο, που μπορεί να σταθεί σαν αυτοτελές αφήγημα, γι’ αυτό και καταχρηστικά ίσως το αποκάλεσα «διήγημα» στον τίτλο.

Ο Δροσίνης περιγράφει τις περιπέτειες του Βασιλάκη, ενός υπάλληλου με λιγοστά προσόντα που παύεται όταν διορίζεται στη θέση του κάποιος με ισχυρότερο μέσο και για να εξασφαλίσει τον πολυπόθητο επαναδιορισμό έρχεται να ζήσει ένα διάστημα στην Αθήνα φιλοξενούμενος και τρώγοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Κι ενώ είναι αστείες οι περιγραφές, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Δροσίνης κάνει χιούμορ εκ του ασφαλούς, αρχοντόπουλο εξαρχής όπως ήταν.

Το αφήγημα πάντως έχει ενδιαφέρον σαν μια εικόνα της ζωής στην Αθήνα πριν από σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια, ενώ θα σημειώσω και δυο λέξεις που έχουν ενδιαφέρον. Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911, που δεν ήμασταν σοβιετία και ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων. Επίσης, κάποια στιγμή ξυρίζουν για καψόνι τον Βασιλάκη και του αφήνουν μόνο υπογένειο. Αυτό ο Δροσίνης το λέει μους (από γαλλ mouche) και βεβαίως από εκεί προέρχεται το μούσι (περισσότερα σε παλιότερο άρθρο). Κάνοντας τα πικρά γλυκά, ο Βασιλάκης καμαρώνει «Είμαι ο Ναπολέων ο τρίτος» διότι τέτοιο γενάκι είχε λανσάρει ο Ναπολέων ο 3ος της Γαλλίας -που ηττήθηκε από τον Μπίσμαρκ στον πόλεμο του 1870.

Μονοτονίζω και προσαρμόζω, ίσως όμως έχει μείνει καμιά ορθογραφία του Δροσίνη όπως και κάμποσα ψεγάδια από το οσιάρ.

Ένας παράσιτος

Τον επρωτογνώρισα στα παιδικά χρόνια μου ταμειακόν υπάλληλο στην Ύδρα. Και τον εθυμούμουν, σαν έναν αστείον τύπο, που εξεχώριζεν εκεί με τους τρόπους του. Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:

– Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

– Υποκλινέστατος της ευγενείας σας, κυρία μου.

– Εις τας υμετέρας διαταγάς, δεσποσύνη.

Ήτον κοντός, αλλά καλοδεμένος και δυνατός στα χέρια. Ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο κοντοκουρεμένο. Γένια ψαλιδι­σμένα και μεγάλο μουστάκι, αρειμάνια στριμμένο. Πίσω από τα γυαλιά, που φορούσε πάντα, δυο μάτια μικρά κουτοπό­νηρα εθαμπόφεγγαν, σαν ψαριού όχι πολύ φρέσκου. Βλεφα­ρίδες σχεδόν δεν είχε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 74 Σχόλια »

Λεξιλογικά της πλημμύρας

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2017

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής στη στήλη «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Βέβαια, το θέμα των πλημμυρών ήταν επίκαιρο πριν από δυο βδομάδες περίπου, αλλά η στήλη είναι μηνιαία. Επειδή είχα κατά νου ότι θα έγραφα για την εφημερίδα, δεν μπήκε νωρίτερα σχετικό άρθρο στο ιστολόγιο.

Ο μήνας που μας πέρασε σημαδεύτηκε από τις φονικές πλημμύρες της Δυτικής Αττικής, στη Μάνδρα, τη Μαγούλα και τη Νέα Πέραμο. Αναλύσεις για τις περιστάσεις και τις αιτίες της τραγωδίας θα έχετε διαβάσει σε προηγούμενα φύλλα της Αυγής· όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε κι έτσι η στήλη θα περιοριστεί στο κατεξοχήν αντικείμενό της, στα λεξιλογικά της πλημμύρας.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη «πλημμύρα». Είναι αρχαία, και μάλιστα ο τύπος πλημ(μ)υρίς είναι ήδη ομηρικός και σήμαινε αρχικά την άνοδο των νερών της θάλασσας, από την παλίρροια ή άλλες αιτίες. Στην Οδύσσεια, ο τυφλωμένος πια Πολύφημος πετάει έναν θεόρατο βράχο προς το πλοίο του Οδυσσέα, χωρίς να βρει τον στόχο, αλλά από το κύμα που σηκώνεται προκαλείται «πλημυρίς εκ πόντοιο» (ι486), «φουσκονεριά απ’ το πέλαγο» στη μετάφραση του Εφταλιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 148 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Το μυστηριώδες Ιφ

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά Τετράδια 23, τεύχος αφιερωμένο στη μνήμη του Σάββα Παύλου, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με το τεύχος 41 (Άνοιξη 2017) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά. Με τα Μικροφιλολογικά συνεργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια και τις συνεργασίες μου τις δημοσιεύω συνήθως τις Κυριακές. Σήμερα κάνω μια εξαίρεση επειδή το άρθρο δεν είναι αμιγώς μικροφιλολογικό αλλά επίσης λεξικογραφικό-λαογραφικό.

mft23Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) ήταν συνιδρυτής των Μικροφιλολογικών -από την αρχική τριάδα μένει τώρα ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου. Πέρυσι που πέθανε, είχα γράψει λίγα λόγια, ανάμεσα στα οποία για ένα χρέος που όφειλα να ξεπληρώσω -και που είναι τούτο το άρθρο.

 

Το μυστηριώδες Ιφ

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

Δεν εννοώ το αγγλικό If, που είναι και τίτλος του πασίγνωστου, πολυμεταφρασμένου και πολυπαραφρασμένου ποιήματος του Κίπλινγκ, ούτε το νησί Ιφ που το μάθαμε από τον Κόμη Μοντεκρίστο του Δουμά, αλλά το επιφώνημα των βλάμηδων και κουτσαβάκηδων, που, αν διεκδικεί μια θέση στη γραμματεία μας, είναι επειδή το απαθανάτισε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, βάζοντάς το στον τίτλο ενός   «κουτσαβάκικου», όπως το λέει, ποιήματός του, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1904, αφιερωμένο στον Αλέξ. Πάλλη (τεύχος 106, 25.7.1904):

ΙΦ

Έλα να φύγουμε μαζί
μωρή μαργκόλφω κοπελιά,
και μη με βάλεις σε μπελιά,
να ζει η μανούλα σου, να ζει
έλα να φύγουμε μαζί.

Για οικονομία του χώρου δεν θα παραθέσω ολόκληρο το ποίημα (ολόκληρο υπάρχει εδώ), που αποτελείται από εφτά πεντάστιχες στροφές, παρά μόνο την πέμπτη στροφή, όπου εμφανίζεται η λέξη του τίτλου:

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς
απόψε βράδυ στο στενό,
μα το Σταβρό, που προσκυνώ,
ταχιά δε θα ξημερωθείς,
και θα χαθώ, μα θα χαθείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 180 Σχόλια »

Ο κύριος Πρόεδρος και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2017

b75333Μέσα στις γιορτές διάβασα το μυθιστόρημα «Ο κύριος Πρόεδρος» του Γεράσιμου Βώκου. Εκδόθηκε το 1893, όταν ο συγγραφέας του ήταν εικοσπεντάχρονος, με υπότιτλο «Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα» από το τυπογραφείο της Ακροπόλεως του δαιμόνιου Βλάση Γαβριηλίδη. Εκδόθηκε ξανά το 2003 σε επιμέλεια του Παν. Μουλλά.

Ο Γαβριηλίδης, όπως επισημαίνει ο Μουλλάς στην πλούσια εισαγωγή του, είχε σωστά διαγνώσει ότι με την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας υπήρχε πια αναγνωστικό κοινό που διψούσε για σύγχρονο λαϊκό αθηναιογραφικό μυθιστόρημα σε επιφυλλίδες, κατά τα γαλλικά πρότυπα, και ενθάρρυνε δημοσιογράφους και συγγραφείς να στραφούν στην αθηναιογραφία.

Ο Γεράσιμος Βώκος (1868-1927) ήταν πολυτάλαντος: ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος αλλά επίσης μουσικός και ζωγράφος, είναι γνωστότερος ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Καλλιτέχνης γύρω στο 1910, ενώ τα τελευταία 10-15 χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι ως ζωγράφος και εκεί πέθανε.

Το βιβλίο του δεν είναι αριστούργημα, αλλά αν άξιζε να επανεκδοθεί το 2004 και αν αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως (αντιγράφω τον Μουλλά) για τη σατιρική του διάσταση, που το διαφοροποιεί από τα εμπορικά έργα του χάπι εντ, και για τη χωρίς αυταπάτες περιγραφή των ρουσφετολογικών μηχανισμών των πολιτικάντηδων. Ο Βώκος ρίχνει τα βέλη της σάτιράς του και στις δύο παρατάξεις, αλλά ίσως κρατάει τα πιο φαρμακερά για τους κόλακες του Τρικούπη.

Διότι βέβαια ο κύριος Πρόεδρος είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, μόνο που στο έργο λέγεται Χαρίδημος Μεγαλοϊδεάτης, ενώ ο αντίπαλός του, ο Θ. Δηλιγιάννης, έχει βαφτιστεί Φερεκίδης. Πρωταγωνιστεί στο έργο η οικογένεια του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός του Μεγαλοϊδεάτη, που παύθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση και περιμένει τώρα, που ο Μεγαλοϊδεάτης επανήλθε στην εξουσία, να διοριστεί ξανά. Ύστερα από πολλές δοκιμασίες, ο Αχτύπης επιτέλους διορίζεται, όπως και ο μεγάλος γιος του σε άλλη δημόσια θέση. Η μεγάλη του κόρη έχει δεσμό με έναν ανθυπολοχαγό και απορρίπτει τα προξενειά ενός γείτονα σιδερά (που τον αποκαλούν γύφτο, επαγγελματικώς και όχι εθνογραφικώς). Ο ανθυπολοχαγός την παρατάει για μια μεγαλοπροικούσα φίλη της, αλλά εκείνη πλέκει ειδύλλιο με έναν μικρασιάτη (από τη Ρόδο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Μιλώντας στον Παρνασσό για τον Βάρναλη

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2016

Τη Δευτέρα που μας πέρασε παρουσιάστηκαν στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» τα φετινά βιβλία των εκδόσεων Αρχείο, και ανάμεσά τους τα «Αττικά», χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια, που τα έχω ήδη παρουσιάσει εδώ.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι σας έχω μιλήσει ξανά και ξανά γι’ αυτόν τον τόμο, σε σημείο που κινδυνεύω να γίνω βαρετός. Από την άλλη, όμως, συνηθίζω τις παρεμβάσεις μου σε εκδηλώσεις, εκπομπές κτλ. να τις ανεβάζω στο ιστολόγιο, κι έπειτα στην ομιλία μου παρεθεσα αρκετά αποσπάσματα από χρονογραφήματα του Βάρναλη, οπότε μπορείτε να πάρετε ακόμα μια γεύση από το βιβλίο. Στο τέλος του άρθρου έχω και ένα λινκ σχετικό με τα Αττικά.

Η εκδήλωση στην ιστορική αίθουσα του Παρνασσού σημείωσε επιτυχία. Είχα τη χαρά να δω από κοντά κάμποσους φίλους του ιστολογίου, που με τίμησαν με την παρουσία τους, και τα είπαμε έστω και σύντομα πριν αρχίσει η εκδήλωση ή με μεγαλύτερη άνεση στον μπουφέ μετά την εκδήλωση -και με μερικούς και ακόμα πιο μετά.

parnassos

Φωτογραφία από την εκδήλωση -μπορώ να διακρίνω τουλάχιστον πέντε φίλους του ιστολογίου ενώ μερικοί ακόμα κάθονταν στις άκρες και δεν τους πήρε ο φακός

Καλησπέρα από εμένα, σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε σε τούτη την ιστορική για τα ελληνικά γράμματα αίθουσα για αυτή την παρουσίαση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »

Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας (κατά τον Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2016

Ποιος είναι ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας; Θα άξιζε να γίνει μια τέτοια σφυγμομέτρηση, αν και τόσο πολύ που έχει απλωθεί ο οικιστικός ιστός στο Λεκανοπέδιο είναι δύσκολο να έχει κανείς εποπτεία όλων των δρόμων -ούτε ταξιτζής τους ξέρει, κι ούτε χρειάζεται πια εδώ που τα λέμε στην εποχή του gps.

Ας το περιορίσουμε τότε, δηλαδή ας κυριολεκτήσουμε κι ας εννοήσουμε την Αθήνα με τη σημασία του δήμου Αθηναίων -ποιος λοιπόν είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ωραιότερος δρόμος του δήμου Αθηναίων;

Δεν θα απαντήσω εγώ στο ερώτημα αυτό -θα ζητήσω τη γνώμη κάποιου άλλου, του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη, ο οποίος έζησε όλη του τη ζωή, από τα 18 του χρόνια και μετά, στο κέντρο της Αθήνας -κι επειδή είχε έρθει από τη Βουλγαρία (στην οποία δεν ξαναπήγε ποτέ) και δεν είχε ούτε γενέθλιο χωριό ούτε συγγενείς στην επαρχία, έζησε συνεχώς στην Αθήνα και την Αττική -ας συμπεριλάβουμε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, την Αίγινα όπου παραθέριζε.

Ο Βάρναλης λοιπόν, σε ένα χρονογράφημα που έγραψε το 1941, παίνεψε κάμποσους δρόμους της Αθήνας, αλλά έναν ξεχώρισε. Την εποχή εκείνη έμενε στο Κολωνάκι, στην οδό Δημοχάρους, αλλά ο πιο αγαπημένος δρόμος του βρισκόταν αλλού, μακριά από τη γειτονιά του.

Θα μπορούσα να σας το βάλω σε κουίζ: Ποιον δρόμο της Αθήνας αγαπούσε περισσότερο ο Βάρναλης; Μπορείτε να προσπαθήσετε να μαντέψετε την απάντηση, κι ύστερα, διαβάζοντας το χρονογράφημα που θα παραθέσω πιο κάτω, να δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 188 Σχόλια »

Αττικά, 400 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη (1939-1958)

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2016

attikaΜόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, ένας τόμος με 400 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει τον τίτλο «Αττικά». Όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος, πρόκειται για χρονογραφήματα που έχουν ως αντικείμενο την Αθήνα και την Αττική, τα τοπία και τους ανθρώπους της πόλης και την καθημερινή ζωή τους.

Να θυμίσω ότι από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Τα χρονογραφηματα που περιλαμβάνονται στα «Αττικά» δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1958, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1958

Βέβαια, ο Βάρναλης πρωταρχικά ποιητής ήταν και δίκαια καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στο λογοτεχνικό μας στερέωμα· ωστόσο, η συνεργασία του με τις εφημερίδες και μακρόχρονη αλλά και πολύ δημιουργική· ήταν άλλωστε και βιοποριστικά απαραίτητη: μετά την απόλυσή του για πολιτικούς λόγους από τη Μέση Εκπαίδευση, ο ποιητής βρέθηκε στην ανάγκη να κερδίζει το ψωμί του με την πένα του, δουλεύοντας πρώτα ως συνεργάτης σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες κι έπειτα με τακτική, και αργότερα καθημερινή, συνεργασία με εφημερίδες.

Οπότε, η ενασχόληση του Βάρναλη με το χρονογράφημα είναι απόρροια της ενασχόλησής του με τη δημοσιογραφία, και ο χρονογράφος Βάρναλης είναι συνέχεια του δημοσιογράφου Βάρναλη, που είναι άλλωστε και το επάγγελμα από το οποίο συνταξιοδοτήθηκε, από την Αυγή το 1958, αφού, εκτός λάθους, δεν του αναγνωρίστηκε συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την προηγούμενη δημοσιοϋπαλληλική θητεία του στην εκπαίδευση (1908-1926).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2016

Τις προάλλες,  ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω σήμερα.

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Καθαρεύουσα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2016

Δημοσιεύω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Άνθρωποι», και συγκεκριμένα από την ενότητα «Αληθινοί άνθρωποι», που περιλαμβάνει το υλικό από ένα εκτενές ρεπορτάζ στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε κάνει το 1938 ο Βάρναλης για λογαριασμό της εφημερίδας «Πρωία». Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε. 

Ο φίλος μας ο Corto είχε την πρωτοβουλία να προτείνει τη δημοσίευση και να πληκτρολογήσει το κείμενο, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Το μεταφέρω όπως μου το έστειλε διότι δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση στο πρωτότυπο για να ελέγξω κάποιες γραφές που μου φαίνονται αμφίβολες.

Να σημειωθεί ότι το 1942 ο Βάρναλης χρησιμοποίησε υλικό από το ρεπορτάζ του σε ένα του χρονογράφημα («Τοξικομανείς», Πρωία, 5 Αυγούστου 1942) Παραθέτω λοιπόν και αυτό το χρονογράφημα, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον τόμο «Αττικά χρονογραφήματα» που λογαριάζω να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο με 400 χρονογραφήματα του Κ. Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια.

ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από τους ψυχοπαθείς δε μιλούνε καθόλου ή μιλούνε πολύ λίγο οι ηλίθιοι, οι μελαγχολικοί και οι υστερικοί. Οι ηλίθιοι έχουν άδειο το κεφάλι τους, οι μελαγχολικοί είναι βυθισμένοι στη λύπη τους κι οι υστερικοί, όταν δε βρίσκονται στην περίοδο της κρίσης τους, είναι αφηρημένοι.

Μιλούν όμως πολύ οι μανιακοί κάθε λογής, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κατάσταση παροξυσμού. Τότε παθαίνουν «ιδεόρροια», δηλαδή πλήθος ιδέες έρχονται όλες μαζί στο κεφάλι τους κι ο άρρωστος μεταπηδάει από τη μια στην άλλη.

Όμως έξω από τους ηλίθιους, όλοι τους είναι γραφομανείς. Γράφουν κι όσοι ξέρουνε γράμματα κι όσοι… δεν ξέρουν. Αυτοί οι τελευταίοι πιάνουν τους άλλους αρρώστους ή τους γιατρούς ή τους επισκέφτες και τους λένε: «Γράφε»! Κι αρχίζουν να υπαγορεύουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 114 Σχόλια »

Ποιήματα για τα μνήματα των συμμάχων εχθρών

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2015

pwcΌταν βρίσκω ευκαιρία, μου αρέσει να κάνω βόλτες σε νεκροταφεία -ιδίως σε νεκροταφεία στρατιωτικά, όπου βρίσκονται θαμμένοι νεκροί παλιών πολέμων.

Στη γειτονιά μου, έχουμε ένα τέτοιο στρατιωτικό νεκροταφείο, το «εγγλέζικο νεκροταφείο» όπως το λέγαμε. Η επίσημη ονομασία του είναι Πολεμικό Κοιμητήριο Φαλήρου, Phaleron War Cemetery στα αγγλικά, και βρίσκεται πάνω στη λεωφόρο Ποσειδώνος, λίγο μετά το Έδεμ (όπως πηγαίνεις προς Γλυφάδα).

Λέγεται «Φαλήρου», αλλά υποψιάζομαι πως διοικητικά ανήκει στον δήμο Αλίμου, στο Καλαμάκι δηλαδή -αφού είναι πέρα από το ρέμα της Πικροδάφνης, δεν είναι Φάληρο, αν και είναι δώθε από τη λεωφόρο Αμφιθέας.

Στο νεκροταφείο βρίσκονται θαμμένοι κάπου 2000 στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας που βρήκαν τον θάνατο στην Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Εμφύλιο.

Ακόμα, μέσα στο κοιμητήριο υπάρχει μνημείο, το Athens Memorial, που μνημονεύει 2800 στρατιώτες που είναι γνωστά τα ονόματά τους και θεωρούνται νεκροί του πολέμου αλλά που δεν έχει βρεθεί το πτώμα τους -ονόματα χωρίς τάφο. Αλλά μέσα στους 2000 θαμμένους υπάρχουν και πολλοί τάφοι χωρίς όνομα, με τη στερεότυπην αναφορά known unto God.

Το  νεκροταφείο φαίνεται αφύλαχτο και δεν θυμάμαι καν να αναφέρει ώρες λειτουργίας, αν και στην είσοδο υπάρχει μια πινακίδα που απαριθμεί απαγορεύσεις –δεν επιτρέπεται το μπάρμπεκιου ανάμεσα στα μνήματα. Στην πράξη, όποιος θέλει τραβάει τον σύρτη, ανοίγει την πόρτα της εισόδου και μπαίνει.

Στη μαρμάρινη πύλη υπάρχει δίγλωσση επιγραφή -το ελληνικό κείμενο, σε βαριά καθαρεύουσα που θεωρήθηκε ταιριαστή για την περίσταση, μαζί και με υπογεγραμμένες (από τις οποίες μία λείπει) αναφέρει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φωτογραφίες, Φαληρικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 187 Σχόλια »

Κουιζάκι χριστουγεννιάτικο

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2014

Αν δεν έχετε τι να κάνετε ενώ χωνεύετε τη μεταγαλοπούλα, ένα πρόχειρο κουίζ σε εμβόλιμο άρθρο-σφηνάκι.

Το ερώτημα είναι απλό: Από ποιο μέρος του λεκανοπεδίου είναι η φωτογραφία που βλέπετε εδώ κάτω, που πάρθηκε σήμερα.

pqq

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Κουίζ, Σφηνάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »