Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αθηναιογραφία’ Category

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Advertisements

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Το μυστηριώδες Ιφ

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2017

Tο άρθρο που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στα Μικροφιλολογικά Τετράδια 23, τεύχος αφιερωμένο στη μνήμη του Σάββα Παύλου, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με το τεύχος 41 (Άνοιξη 2017) του κυπριακού περιοδικού Μικροφιλολογικά. Με τα Μικροφιλολογικά συνεργάζομαι εδώ και αρκετά χρόνια και τις συνεργασίες μου τις δημοσιεύω συνήθως τις Κυριακές. Σήμερα κάνω μια εξαίρεση επειδή το άρθρο δεν είναι αμιγώς μικροφιλολογικό αλλά επίσης λεξικογραφικό-λαογραφικό.

mft23Ο Σάββας Παύλου (1951-2016) ήταν συνιδρυτής των Μικροφιλολογικών -από την αρχική τριάδα μένει τώρα ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου. Πέρυσι που πέθανε, είχα γράψει λίγα λόγια, ανάμεσα στα οποία για ένα χρέος που όφειλα να ξεπληρώσω -και που είναι τούτο το άρθρο.

 

Το μυστηριώδες Ιφ

Στη μνήμη του Σάββα Παύλου

Δεν εννοώ το αγγλικό If, που είναι και τίτλος του πασίγνωστου, πολυμεταφρασμένου και πολυπαραφρασμένου ποιήματος του Κίπλινγκ, ούτε το νησί Ιφ που το μάθαμε από τον Κόμη Μοντεκρίστο του Δουμά, αλλά το επιφώνημα των βλάμηδων και κουτσαβάκηδων, που, αν διεκδικεί μια θέση στη γραμματεία μας, είναι επειδή το απαθανάτισε ο Μιλτιάδης Μαλακάσης, βάζοντάς το στον τίτλο ενός   «κουτσαβάκικου», όπως το λέει, ποιήματός του, που δημοσιεύτηκε στον Νουμά το 1904, αφιερωμένο στον Αλέξ. Πάλλη (τεύχος 106, 25.7.1904):

ΙΦ

Έλα να φύγουμε μαζί
μωρή μαργκόλφω κοπελιά,
και μη με βάλεις σε μπελιά,
να ζει η μανούλα σου, να ζει
έλα να φύγουμε μαζί.

Για οικονομία του χώρου δεν θα παραθέσω ολόκληρο το ποίημα (ολόκληρο υπάρχει εδώ), που αποτελείται από εφτά πεντάστιχες στροφές, παρά μόνο την πέμπτη στροφή, όπου εμφανίζεται η λέξη του τίτλου:

Ιφ, κι α δεν κάμεις ράι, ναρθείς
απόψε βράδυ στο στενό,
μα το Σταβρό, που προσκυνώ,
ταχιά δε θα ξημερωθείς,
και θα χαθώ, μα θα χαθείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Λαογραφία, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 176 Σχόλια »

Ο κύριος Πρόεδρος και οι λέξεις του

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2017

b75333Μέσα στις γιορτές διάβασα το μυθιστόρημα «Ο κύριος Πρόεδρος» του Γεράσιμου Βώκου. Εκδόθηκε το 1893, όταν ο συγγραφέας του ήταν εικοσπεντάχρονος, με υπότιτλο «Πρωτότυπον πολιτικο-κοινωνικόν μυθιστόρημα» από το τυπογραφείο της Ακροπόλεως του δαιμόνιου Βλάση Γαβριηλίδη. Εκδόθηκε ξανά το 2003 σε επιμέλεια του Παν. Μουλλά.

Ο Γαβριηλίδης, όπως επισημαίνει ο Μουλλάς στην πλούσια εισαγωγή του, είχε σωστά διαγνώσει ότι με την αύξηση του πληθυσμού της πρωτεύουσας υπήρχε πια αναγνωστικό κοινό που διψούσε για σύγχρονο λαϊκό αθηναιογραφικό μυθιστόρημα σε επιφυλλίδες, κατά τα γαλλικά πρότυπα, και ενθάρρυνε δημοσιογράφους και συγγραφείς να στραφούν στην αθηναιογραφία.

Ο Γεράσιμος Βώκος (1868-1927) ήταν πολυτάλαντος: ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος αλλά επίσης μουσικός και ζωγράφος, είναι γνωστότερος ως εκδότης του πρωτοποριακού περιοδικού Καλλιτέχνης γύρω στο 1910, ενώ τα τελευταία 10-15 χρόνια της ζωής του έζησε στο Παρίσι ως ζωγράφος και εκεί πέθανε.

Το βιβλίο του δεν είναι αριστούργημα, αλλά αν άξιζε να επανεκδοθεί το 2004 και αν αξίζει να διαβαστεί είναι κυρίως (αντιγράφω τον Μουλλά) για τη σατιρική του διάσταση, που το διαφοροποιεί από τα εμπορικά έργα του χάπι εντ, και για τη χωρίς αυταπάτες περιγραφή των ρουσφετολογικών μηχανισμών των πολιτικάντηδων. Ο Βώκος ρίχνει τα βέλη της σάτιράς του και στις δύο παρατάξεις, αλλά ίσως κρατάει τα πιο φαρμακερά για τους κόλακες του Τρικούπη.

Διότι βέβαια ο κύριος Πρόεδρος είναι ο Χαρίλαος Τρικούπης, μόνο που στο έργο λέγεται Χαρίδημος Μεγαλοϊδεάτης, ενώ ο αντίπαλός του, ο Θ. Δηλιγιάννης, έχει βαφτιστεί Φερεκίδης. Πρωταγωνιστεί στο έργο η οικογένεια του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη, ο οποίος είναι φανατικός οπαδός του Μεγαλοϊδεάτη, που παύθηκε μόλις άλλαξε η κυβέρνηση και περιμένει τώρα, που ο Μεγαλοϊδεάτης επανήλθε στην εξουσία, να διοριστεί ξανά. Ύστερα από πολλές δοκιμασίες, ο Αχτύπης επιτέλους διορίζεται, όπως και ο μεγάλος γιος του σε άλλη δημόσια θέση. Η μεγάλη του κόρη έχει δεσμό με έναν ανθυπολοχαγό και απορρίπτει τα προξενειά ενός γείτονα σιδερά (που τον αποκαλούν γύφτο, επαγγελματικώς και όχι εθνογραφικώς). Ο ανθυπολοχαγός την παρατάει για μια μεγαλοπροικούσα φίλη της, αλλά εκείνη πλέκει ειδύλλιο με έναν μικρασιάτη (από τη Ρόδο).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Μιλώντας στον Παρνασσό για τον Βάρναλη

Posted by sarant στο 22 Δεκέμβριος, 2016

Τη Δευτέρα που μας πέρασε παρουσιάστηκαν στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» τα φετινά βιβλία των εκδόσεων Αρχείο, και ανάμεσά τους τα «Αττικά», χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια, που τα έχω ήδη παρουσιάσει εδώ.

Είναι βέβαια αλήθεια ότι σας έχω μιλήσει ξανά και ξανά γι’ αυτόν τον τόμο, σε σημείο που κινδυνεύω να γίνω βαρετός. Από την άλλη, όμως, συνηθίζω τις παρεμβάσεις μου σε εκδηλώσεις, εκπομπές κτλ. να τις ανεβάζω στο ιστολόγιο, κι έπειτα στην ομιλία μου παρεθεσα αρκετά αποσπάσματα από χρονογραφήματα του Βάρναλη, οπότε μπορείτε να πάρετε ακόμα μια γεύση από το βιβλίο. Στο τέλος του άρθρου έχω και ένα λινκ σχετικό με τα Αττικά.

Η εκδήλωση στην ιστορική αίθουσα του Παρνασσού σημείωσε επιτυχία. Είχα τη χαρά να δω από κοντά κάμποσους φίλους του ιστολογίου, που με τίμησαν με την παρουσία τους, και τα είπαμε έστω και σύντομα πριν αρχίσει η εκδήλωση ή με μεγαλύτερη άνεση στον μπουφέ μετά την εκδήλωση -και με μερικούς και ακόμα πιο μετά.

parnassos

Φωτογραφία από την εκδήλωση -μπορώ να διακρίνω τουλάχιστον πέντε φίλους του ιστολογίου ενώ μερικοί ακόμα κάθονταν στις άκρες και δεν τους πήρε ο φακός

Καλησπέρα από εμένα, σας ευχαριστώ πολύ που ήρθατε σε τούτη την ιστορική για τα ελληνικά γράμματα αίθουσα για αυτή την παρουσίαση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 102 Σχόλια »

Ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας (κατά τον Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 11 Δεκέμβριος, 2016

Ποιος είναι ο ωραιότερος δρόμος της Αθήνας; Θα άξιζε να γίνει μια τέτοια σφυγμομέτρηση, αν και τόσο πολύ που έχει απλωθεί ο οικιστικός ιστός στο Λεκανοπέδιο είναι δύσκολο να έχει κανείς εποπτεία όλων των δρόμων -ούτε ταξιτζής τους ξέρει, κι ούτε χρειάζεται πια εδώ που τα λέμε στην εποχή του gps.

Ας το περιορίσουμε τότε, δηλαδή ας κυριολεκτήσουμε κι ας εννοήσουμε την Αθήνα με τη σημασία του δήμου Αθηναίων -ποιος λοιπόν είναι, κατά τη γνώμη σας, ο ωραιότερος δρόμος του δήμου Αθηναίων;

Δεν θα απαντήσω εγώ στο ερώτημα αυτό -θα ζητήσω τη γνώμη κάποιου άλλου, του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη, ο οποίος έζησε όλη του τη ζωή, από τα 18 του χρόνια και μετά, στο κέντρο της Αθήνας -κι επειδή είχε έρθει από τη Βουλγαρία (στην οποία δεν ξαναπήγε ποτέ) και δεν είχε ούτε γενέθλιο χωριό ούτε συγγενείς στην επαρχία, έζησε συνεχώς στην Αθήνα και την Αττική -ας συμπεριλάβουμε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού, την Αίγινα όπου παραθέριζε.

Ο Βάρναλης λοιπόν, σε ένα χρονογράφημα που έγραψε το 1941, παίνεψε κάμποσους δρόμους της Αθήνας, αλλά έναν ξεχώρισε. Την εποχή εκείνη έμενε στο Κολωνάκι, στην οδό Δημοχάρους, αλλά ο πιο αγαπημένος δρόμος του βρισκόταν αλλού, μακριά από τη γειτονιά του.

Θα μπορούσα να σας το βάλω σε κουίζ: Ποιον δρόμο της Αθήνας αγαπούσε περισσότερο ο Βάρναλης; Μπορείτε να προσπαθήσετε να μαντέψετε την απάντηση, κι ύστερα, διαβάζοντας το χρονογράφημα που θα παραθέσω πιο κάτω, να δείτε αν μαντέψατε σωστά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 188 Σχόλια »

Αττικά, 400 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη (1939-1958)

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2016

attikaΜόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, ένας τόμος με 400 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει τον τίτλο «Αττικά». Όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος, πρόκειται για χρονογραφήματα που έχουν ως αντικείμενο την Αθήνα και την Αττική, τα τοπία και τους ανθρώπους της πόλης και την καθημερινή ζωή τους.

Να θυμίσω ότι από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Τα χρονογραφηματα που περιλαμβάνονται στα «Αττικά» δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1958, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1958

Βέβαια, ο Βάρναλης πρωταρχικά ποιητής ήταν και δίκαια καταλαμβάνει μια από τις πρώτες θέσεις στο λογοτεχνικό μας στερέωμα· ωστόσο, η συνεργασία του με τις εφημερίδες και μακρόχρονη αλλά και πολύ δημιουργική· ήταν άλλωστε και βιοποριστικά απαραίτητη: μετά την απόλυσή του για πολιτικούς λόγους από τη Μέση Εκπαίδευση, ο ποιητής βρέθηκε στην ανάγκη να κερδίζει το ψωμί του με την πένα του, δουλεύοντας πρώτα ως συνεργάτης σε λεξικά και εγκυκλοπαίδειες κι έπειτα με τακτική, και αργότερα καθημερινή, συνεργασία με εφημερίδες.

Οπότε, η ενασχόληση του Βάρναλη με το χρονογράφημα είναι απόρροια της ενασχόλησής του με τη δημοσιογραφία, και ο χρονογράφος Βάρναλης είναι συνέχεια του δημοσιογράφου Βάρναλη, που είναι άλλωστε και το επάγγελμα από το οποίο συνταξιοδοτήθηκε, από την Αυγή το 1958, αφού, εκτός λάθους, δεν του αναγνωρίστηκε συνταξιοδοτικό δικαίωμα από την προηγούμενη δημοσιοϋπαλληλική θητεία του στην εκπαίδευση (1908-1926).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2016

Τις προάλλες,  ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω σήμερα.

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Καθαρεύουσα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 173 Σχόλια »

Χασικλίδικη λογοτεχνία – Τοξικομανείς (Κώστας Βάρναλης)

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2016

Δημοσιεύω σήμερα ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Κώστα Βάρναλη «Άνθρωποι», και συγκεκριμένα από την ενότητα «Αληθινοί άνθρωποι», που περιλαμβάνει το υλικό από ένα εκτενές ρεπορτάζ στο Δημόσιο Ψυχιατρείο, στο Δαφνί, που είχε κάνει το 1938 ο Βάρναλης για λογαριασμό της εφημερίδας «Πρωία». Οι τοξικομανείς κλείνονταν κι αυτοί στο Ψυχιατρείο, τότε. 

Ο φίλος μας ο Corto είχε την πρωτοβουλία να προτείνει τη δημοσίευση και να πληκτρολογήσει το κείμενο, και τον ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Το μεταφέρω όπως μου το έστειλε διότι δυστυχώς αυτή τη στιγμή δεν έχω πρόσβαση στο πρωτότυπο για να ελέγξω κάποιες γραφές που μου φαίνονται αμφίβολες.

Να σημειωθεί ότι το 1942 ο Βάρναλης χρησιμοποίησε υλικό από το ρεπορτάζ του σε ένα του χρονογράφημα («Τοξικομανείς», Πρωία, 5 Αυγούστου 1942) Παραθέτω λοιπόν και αυτό το χρονογράφημα, το οποίο θα συμπεριληφθεί στον τόμο «Αττικά χρονογραφήματα» που λογαριάζω να κυκλοφορήσει στο τέλος του χρόνου από τις εκδόσεις Αρχείο με 400 χρονογραφήματα του Κ. Βάρναλη σε δική μου επιμέλεια.

ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Από τους ψυχοπαθείς δε μιλούνε καθόλου ή μιλούνε πολύ λίγο οι ηλίθιοι, οι μελαγχολικοί και οι υστερικοί. Οι ηλίθιοι έχουν άδειο το κεφάλι τους, οι μελαγχολικοί είναι βυθισμένοι στη λύπη τους κι οι υστερικοί, όταν δε βρίσκονται στην περίοδο της κρίσης τους, είναι αφηρημένοι.

Μιλούν όμως πολύ οι μανιακοί κάθε λογής, όταν μάλιστα βρίσκονται σε κατάσταση παροξυσμού. Τότε παθαίνουν «ιδεόρροια», δηλαδή πλήθος ιδέες έρχονται όλες μαζί στο κεφάλι τους κι ο άρρωστος μεταπηδάει από τη μια στην άλλη.

Όμως έξω από τους ηλίθιους, όλοι τους είναι γραφομανείς. Γράφουν κι όσοι ξέρουνε γράμματα κι όσοι… δεν ξέρουν. Αυτοί οι τελευταίοι πιάνουν τους άλλους αρρώστους ή τους γιατρούς ή τους επισκέφτες και τους λένε: «Γράφε»! Κι αρχίζουν να υπαγορεύουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 114 Σχόλια »

Ποιήματα για τα μνήματα των συμμάχων εχθρών

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2015

pwcΌταν βρίσκω ευκαιρία, μου αρέσει να κάνω βόλτες σε νεκροταφεία -ιδίως σε νεκροταφεία στρατιωτικά, όπου βρίσκονται θαμμένοι νεκροί παλιών πολέμων.

Στη γειτονιά μου, έχουμε ένα τέτοιο στρατιωτικό νεκροταφείο, το «εγγλέζικο νεκροταφείο» όπως το λέγαμε. Η επίσημη ονομασία του είναι Πολεμικό Κοιμητήριο Φαλήρου, Phaleron War Cemetery στα αγγλικά, και βρίσκεται πάνω στη λεωφόρο Ποσειδώνος, λίγο μετά το Έδεμ (όπως πηγαίνεις προς Γλυφάδα).

Λέγεται «Φαλήρου», αλλά υποψιάζομαι πως διοικητικά ανήκει στον δήμο Αλίμου, στο Καλαμάκι δηλαδή -αφού είναι πέρα από το ρέμα της Πικροδάφνης, δεν είναι Φάληρο, αν και είναι δώθε από τη λεωφόρο Αμφιθέας.

Στο νεκροταφείο βρίσκονται θαμμένοι κάπου 2000 στρατιώτες της Βρετανικής Κοινοπολιτείας που βρήκαν τον θάνατο στην Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στον Εμφύλιο.

Ακόμα, μέσα στο κοιμητήριο υπάρχει μνημείο, το Athens Memorial, που μνημονεύει 2800 στρατιώτες που είναι γνωστά τα ονόματά τους και θεωρούνται νεκροί του πολέμου αλλά που δεν έχει βρεθεί το πτώμα τους -ονόματα χωρίς τάφο. Αλλά μέσα στους 2000 θαμμένους υπάρχουν και πολλοί τάφοι χωρίς όνομα, με τη στερεότυπην αναφορά known unto God.

Το  νεκροταφείο φαίνεται αφύλαχτο και δεν θυμάμαι καν να αναφέρει ώρες λειτουργίας, αν και στην είσοδο υπάρχει μια πινακίδα που απαριθμεί απαγορεύσεις –δεν επιτρέπεται το μπάρμπεκιου ανάμεσα στα μνήματα. Στην πράξη, όποιος θέλει τραβάει τον σύρτη, ανοίγει την πόρτα της εισόδου και μπαίνει.

Στη μαρμάρινη πύλη υπάρχει δίγλωσση επιγραφή -το ελληνικό κείμενο, σε βαριά καθαρεύουσα που θεωρήθηκε ταιριαστή για την περίσταση, μαζί και με υπογεγραμμένες (από τις οποίες μία λείπει) αναφέρει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Φωτογραφίες, Φαληρικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 187 Σχόλια »

Κουιζάκι χριστουγεννιάτικο

Posted by sarant στο 26 Δεκέμβριος, 2014

Αν δεν έχετε τι να κάνετε ενώ χωνεύετε τη μεταγαλοπούλα, ένα πρόχειρο κουίζ σε εμβόλιμο άρθρο-σφηνάκι.

Το ερώτημα είναι απλό: Από ποιο μέρος του λεκανοπεδίου είναι η φωτογραφία που βλέπετε εδώ κάτω, που πάρθηκε σήμερα.

pqq

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Κουίζ, Σφηνάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Από τη Μπουμπουνίστρα στα Ρούλια Αμπέλια

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2014

Το σημερινό άρθρο είναι κι αυτό παρμένο από την ομιλία που είχα κάνει πριν από δεκαπέντε μέρες στην ξενάγηση-περίπατο στο κέντρο της Αθήνας με τη δημοτική παράταξη Ανοιχτή Πόλη και τον υποψήφιο δήμαρχο Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Έχω δημοσιέψει κι άλλα άρθρα παρμένα από αυτή την ομιλία, που ήταν άλλωστε πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε ένα μόνο άρθρο του ιστολογίου και γι’ αυτό, όπως έγραψα, «σαν κάτι πανεπιστημιακούς που κατατέμνουν σοφά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους ώστε να φτουρήσουν και να δώσουν και τρία, και πέντε και δέκα πέιπερ», έσπασα κι εγώ την ομιλία μου σε τέσσερα άρθρα, από τα οποία το σημερινό είναι το τέταρτο και τελευταίο. Να θυμίσω ότι έχει προηγηθεί ένα άρθρο για τις μετονομασίες δρόμων και πλατειών της Αθήνας, ένα για τις παλιές πολυκατοικίες που τις λέγαν και οκέλες, και ένα για τα λεξιλογικά της πόλης και του δήμου. Ίσως στο σημερινό άρθρο να υπάρχουν κάποιες επικαλύψεις με τα προηγούμενα, αλλά ελπίζω όχι πολλές.

Πόσο απέχει η Μπουμπουνίστρα από τα Ρούλια Αμπέλια; Γύρω στο ενάμιση χιλιόμετρο, αν δεν κάνω λάθος. Βέβαια, τότε που τα λέγαν έτσι εκείνα τα μέρη, η απόσταση μπορεί να ήταν λίγο μικρότερη, διότι μπορούσες να πας ευθεία γραμμή, ενώ σήμερα, που όλος ο τόπος έχει χτιστεί, δεν μπορείς να κόψεις δρόμο. Και τα δυο τοπωνύμια γκουγκλίζονται, βέβαια, οπότε όποιος αδημονεί μπορεί να μάθει με ποια σημερινά αντιστοιχούν, αλλά εγώ θα σας τα αποκαλύψω στη ροή της αφήγησης, το πρώτο σχετικά νωρίς, το δεύτερο στο τέλος, αφού πρώτα κάνουμε ένα ταξίδι στην ιστορία της Αθήνας και των τοπωνυμίων της.

Η Αθήνα δεν είναι η πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους, αφού ο τίτλος αυτός ανήκει στην Αίγινα, που διετέλεσε έδρα της κυβέρνησης από το 1826 έως το 1828, πριν παραδώσει τη σκυτάλη στο Ναύπλιο. Ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα στις 18.9.1834, ενώ η μεταφορά των κυβερνητικών υπηρεσιών έγινε τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου. Συνηθίζουμε να λέμε πως όταν η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα ήταν «ένα μικρό χωριό», αλλά η έκφραση αυτή μόνο ως ποιητική άδεια μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η πόλη είχε τότε 10-12.000 κατοίκους, αριθμό κάθε άλλο παρά ασήμαντο για τα δεδομένα της εποχής· βέβαια, είχε πάθει μεγάλες καταστροφές από τις πολεμικές επιχειρήσεις μέσα στην πόλη, ενώ και οι Τούρκοι παρέμειναν, βάσει συνθήκης, έως το 1833, κάτι που άλλωστε καθυστέρησε τη μεταφορά της πρωτεύουσας.

Το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, των Κλεάνθη και Σάουμπερτ, εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 1833 και διαπνεόταν από το πνεύμα του νεοκλασικισμού. Τοποθετούσε τα ανάκτορα στη σημερινή πλατεία Ομονοίας. Επειδή το κόστος των απαλλοτριώσεων ήταν υπέρογκο και οι ιδιοκτήτες γης αντιδρούσαν, το 1834 τροποποιήθηκε από τον Λέο φον Κλέντσε, προς το λιγότερο φιλόδοξο. Η τοποθεσία οικοδόμησης των Ανακτόρων μεταφέρθηκε κάπου στον Κεραμεικό. Πολλοί Έλληνες της διασποράς, θέλοντας να κερδοσκοπήσουν, αγόρασαν μεγάλες εκτάσεις στο σημερινό Μεταξουργείο και στην αρχή της οδού Πειραιώς· τελικά όμως, οι τοποθεσίες αυτές απορρίφθηκαν για λόγους υγιεινής και επειδή γειτόνευαν με φτωχογειτονιές, και προκρίθηκε η περιοχή της σημερινής πλατείας Συντάγματος, το Εξέχωρο όπως ονομαζόταν (έξω από τη Χώρα!) ή Μπουμπουνίστρα (επειδή στη σημερινή λεωφ. Αμαλίας, στο ύψος της Όθωνος, υπήρχε μια βρύση που έκανε πολύ θόρυβο). Το μέρος εκείνο λοιπόν ήταν σαφώς υγιεινότερο, αφού τα αέρια ρεύματα από τον Υμηττό καθάριζαν την περιοχή και το κοντινό ποτάμι, ο Ιλισός, δεν είχε τη στασιμότητα του Κηφισού. Ο θρύλος λέει ότι οι Βαυαροί όρισαν τέσσερις υποψήφιες θέσεις, και για να επιλέξουν την περιοχή έβαλαν από ένα κομμάτι κρέας επάνω σε έναν στύλο, σε κάθε θέση, και πρόσεξαν σε ποια περιοχή διατηρήθηκε περισσότερο το κρέας· και αυτή ήταν η σημερινή πλατεία Συντάγματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , , | 160 Σχόλια »

Η πόλη, το άστυ, ο δήμος

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2014

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής, στην τακτική στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία. Το αναδημοσιεύω εδώ, προσθέτοντας μερικά πράγματα που δεν χώρεσαν στην έντυπη δημοσίευση, για την οποία υπάρχει όριο 800 λέξεων. Όσοι είχαν έρθει την περασμένη Κυριακή 27/4 στην ξενάγηση στα Εξάρχεια με τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη, ίσως αναγνωρίσουν ότι η αρχή και το τέλος του σημερινού άρθρου είναι παρμένα από την ομιλία που είχα δώσει εκεί. Η εικόνα που συνοδεύει το άρθρο είναι παρμένη από το ιστολόγιο των Ενθεμάτων, έργο του Δημήτρη Τσουμπλέκα από την ενότητα Μελλοντική Αθήνα.

Entertainement Capital, 2004Σε δυο Κυριακές από σήμερα θα εκλέξουμε δημοτικές και περιφερειακές αρχές, οπότε το σημερινό σημείωμα θα είναι αφιερωμένο σε μερικές από τις λέξεις της πόλης, και ειδικότερα της Αθήνας. Η ίδια η λέξη πόλη, έρχεται από τα αρχαία ελληνικά, όπου ήταν πόλις, υπήρχε όμως και εναλλακτικός πανάρχαιος τύπος, πτόλις, που θα τον θυμόμαστε ίσως από το «Τροίης ιερόν πτολίεθρον» στην αρχή της Οδύσσειας. Η αρχική σημασία της λέξης πρέπει να ήταν το φρούριο, ο οχυρωμένος τόπος, η ακρόπολη. Στη συνέχεια, στην κλασική αρχαιότητα η λέξη δήλωνε μια πολιτική και θρησκευτική κοινότητα, μια κοινότητα κατοίκων, σε αντίθεση με τη λέξη «άστυ», επίσης πανάρχαια, που δήλωνε την πόλη ως οικιστική μονάδα.

Από την πόλη παράγονται πολλές λέξεις σημαντικές: η πολιτεία, αρχικά με τη σημασία της ιδιότητας του πολίτη αλλά και του συνόλου των πολιτών, και του πολιτεύματος· ο πολίτης, με αρχική σημασία τον ελεύθερο άνδρα που είναι μέλος μιας πόλης, δηλ. μιας κοινότητας κατοίκων, που συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων· από εκεί και ο πολιτικός, αρχικά ο σχετικός με την πολιτεία, την κοινωνία. Και η λέξη πολιτισμός ελληνιστική είναι και είχε τη σημασία της δημόσιας διοίκησης· το 1810 την επανέφερε και την ανανοηματοδότησε ο Κοραής για να αποδώσει στα ελληνικά το γαλλικό civilisation.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Εκλογές, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 135 Σχόλια »

Οκέλες και πολυκατοικίες

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2014

Και το σημερινό μου άρθρο θα είναι βασισμένο σε ένα κομμάτι από την ομιλία που έδωσα την Κυριακή, στον περίπατο στην Αθήνα με τους φίλους της Ανοιχτής πόλης και τον υποψήφιο δήμαρχο Γαβριήλ Σακελλαρίδη. Βλέπετε, η ομιλία εκείνη ήταν αρκετά μεγάλη, πάνω από 5.000 λέξεις, και είχε αρκετή ποικιλία, οπότε δεν είναι πρακτικό να παρουσιαστεί ως ένα ενιαίο άρθρο -κάτι που θα ήταν και σπατάλη, εδώ που τα λέμε. Κι έτσι, σαν κάτι πανεπιστημιακούς που κατατέμνουν σοφά τα αποτελέσματα της έρευνάς τους ώστε να φτουρήσουν και να δώσουν και τρία, και πέντε και δέκα πέιπερ, έτσι κι εγώ διαλέγω από το κείμενο της ομιλίας μου ένα μικρό κομμάτι για το σημερινό μας άρθρο, για τις πολυκατοικίες της μεσοπολεμικής Αθήνας, προσθέτοντας και άλλο υλικό.

Στη σημερινή Αθήνα, οι περισσότεροι μένουν σε πολυκατοικίες, και η μονοκατοικία είναι συνήθως ένδειξη πλούτου. Δεν ήταν πάντοτε έτσι, ή τουλάχιστον δεν ήταν έτσι στην Αθήνα του μεσοπολέμου. Πράγματι, στον μεσοπόλεμο χτίστηκαν μεν «κηπουπόλεις με μελετημένο ρυμοτομικό σχέδιο για τα ανώτερα στρώματα της αστικής τάξης … στο Ψυχικό, τη Φιλοθέη και την Εκάλη», αλλά ταυτόχρονα «μεγάλο μέρος του εισρέοντος πληθυσμού, κυρίως των μεγαλοαστών και μεσοαστών από την επαρχία ή από το εξωτερικό, πύκνωσε την κεντρική περιοχή (Πατησίων, Σταδίου, Κολωνάκι) στη νέα μορφή κατοικίας που προέκυψε από την έντονη εμπορευματοποίηση, την πολυκατοικία».

Και τα δυο παραθέματα είναι παρμένα από το βιβλίο «Αθήνα 1830-2000, Εξέλιξη-Πολεοδομία-Μεταφορές» του φίλου Γιώργου Σαρηγιάννη, καθηγητή της Αρχιτεκτονικής, από το οποίο άντλησα υλικό για την ομιλία μου αυτή. Όπως σημειώνει ο Σαρηγιάννης, πολυκατοικίες άρχισαν να χτίζονται από το 1919 στην Αθήνα αλλά ο μεγάλος όγκος χτίστηκε στη δεκαετία του 1930, οπότε και χτίστηκαν περίπου 450 πολυκατοικίες, κυρίως στο Κέντρο (Πανεπιστημίου-Σταδίου-Ακαδημίας), στο Κολωνάκι και στην Πατησίων.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , , | 123 Σχόλια »