Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αθηναιογραφία’ Category

Ο γείτονας με το λαγούτο (αθηναϊκό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 23 Οκτωβρίου, 2022

Τις προηγούμενες Κυριακές είχαμε θέματα από τη μικρασιατική καταστροφή με την ευκαιρία της επετείου των 100 χρόνων. Το σημερινό διήγημα έχει απλώς ήρωα Μικρασιάτη, ή, όπως τον λέει ο Παπαδιαμάντης, Τουρκομερίτη.

Είναι ένα από τα «αθηναϊκά» διηγήματα του Παπαδιαμάντη, με σκηνές από τη ζωή της φτωχολογιάς της Αθήνας στο γύρισμα του 20ού αιώνα (γράφτηκε το 1900). Παρόλο που δεν έχει θέμα χριστουγεννιάτικο, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Σκριπ στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της, στις 25 Δεκεμβρίου 1900. Μάλιστα, είναι ένα από τα λίγα παπαδιαμαντικά διηγήματα του οποίου η πρώτη δημοσίευση ήταν ανεύρετη όταν ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος έκανε την κριτική του έκδοση -δεν ξέρω αν έχει βρεθεί στη συνέχεια, πάντως στην Εθνική Βιβλιοθήκη το φύλλο της 25/12 δεν υπάρχει, ενώ στο φύλλο της προηγούμενης μέρας βλέπουμε την αναγγελία του διηγήματος.

Πέρα από τον «γείτονα με το λαγούτο», τον τουρκομερίτη Βαγγέλη, οι άλλοι πρωταγωνιστές του διηγήματος είναι όλες γυναίκες, που νοικιάζουν ετοιμόρροπα δωματιάκια σε μια κοινή αυλή. Ο Παπαδιαμάντης μεταφέρει τους μικροκαβγάδες τους με οξυμένο αυτί -θυμίζει, από την άποψη αυτή τις Κουκλοπαντρειές, ένα άλλο αθηναϊκό διήγημα.

Ο Παπαδιαμάντης έμεινε πολλά χρόνια στου Ψυρρή, στην οδό Αριστοφάνους. Η μάντρα με τις κάμαρες του σημερινού διηγήματος βρίσκεται, σύμφωνα με το διήγημα, σε μια μικρή πάροδο ανάμεσα στου Ψυρρή και στου Τάτση. Εδώ εννοείται η βρύση του Τάτση (δηλαδή του Τάκη, αν σκεφτούμε τον παλαιοαθηναϊκό τσιτακισμό) που βρίσκεται στη σημερινή οδό Τάκη, εκεί κοντά. Η Βλασαρού, όπου μετακόμισε ο Βαγγέλης, είναι εκκλησία και γειτονιά που απαλλοτριώθηκε και κατεδαφίστηκε στη δεκ 1930 με τις ανασκαφές της αρχαίας και της ρωμαϊκής αγοράς.

Έχει ενδιαφέρον ότι ο Βαγγέλης τραγουδάει «κουτσαβάκικα» τραγούδια. Οι φίλοι του ρεμπέτικου θα αναγνωρίσουν στίχους αδέσποτων και παραδοσιακών τραγουδιών. Επίσης, χρησιμοποιεί και μερικές τουρκικές παροιμίες, αλλά τις εξηγεί αμέσως πριν ή μετά.

Σημειώνω ότι την εποχή εκείνη οι δάσκαλοι (και γενικώς οι δημόσιοι υπάλληλοι) δεν ήταν μόνιμοι, κι έτσι ήταν χρήσιμο ή και απαραίτητο για τον διορισμό το λάδωμα κάποιου, οπως αναφέρεται και στην κατακλείδα του διηγήματος.

Εξηγώ μερικές λέξεις στο τέλος. Το κείμενο το έχω πάρει από τον ιστότοπο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών.

Μπορείτε επίσης να ακούσετε το διήγημα, εδώ.

 

Ὁ Γείτονας μὲ τὸ λαγοῦτο (1900)

Ὁ νέος νοικάρης ποὺ εἶχεν ἐνοικιάσει τὴν κάμαραν τὴν μεσανήν, κοντός, κυρτός, μεσόκοπος, εἶχεν ἕνα μεγάλο λαγοῦτο, μακρύ, πλατύ. Ἔκυπτε διὰ νὰ ξεκλειδώσῃ τὴν θύραν του, κρατῶν ὑπὸ μάλης τὸ λαγοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔψαυε τὸ ἔδαφος.

Ποτὲ δὲν ἤρχετο ὡρισμένην ὥραν εἰς τὸ δωμάτιόν του. Πότε πολὺ ἐνωρίς, πότε πολὺ ἀργά, ἄλλοτε ἔλειπεν ὅλην τὴν νύκτα κ᾽ ἐκοιμᾶτο τὴν ἡμέραν. Πότε ἦτον νηστικός, πότε ἐφαίνετο νὰ εἶναι «ἀποκαής»*. Δὲν εἶναι βέβαιον ἂν ἔπινε χασίς, φαίνεται ὅμως ὅτι ἔπινε πολὺ ρακί. Ἦτον Τουρκομερίτης. Ὠνομάζετο Βαγγέλης.

Τὰ ἄλλα οἰκήματα, ἓξ-ἑπτὰ δωμάτια χαμόγεια, εἰς γραμμήν, ὅλα παμπάλαια, τρῶγλαι, ἄλλα χωρὶς παράθυρα, ὅλα σχεδὸν μὲ σαθροὺς τοὺς τοίχους, κατείχοντο ἀπὸ διαφόρους. Ὑπῆρχον δύο ἢ τρεῖς μπεκιάρηδες, μία οἰκογένεια μὲ πέντε ἢ ἓξ παιδιά, μία νέα ζωντοχήρα, ἡ Κατερνιὼ ἡ Πολίτισσα, ξενοδουλεύουσα, ζῶσα κατὰ τὸ φαινόμενον ὁλομόναχη· καὶ τὸ μέσα δωμάτιον εἰς τὸν μυχὸν τῆς αὐλῆς κατεῖχεν ἡ σπιτονοικοκυρὰ κυρα-Γιάνναινα, χήρα μὲ τὴν κόρην της, τὴν Δημητρούλαν. Ἡ μάνδρα μὲ τὰ πενιχρὰ οἰκήματα ἔκειτο εἴς τινα πάροδον, ἀνάμεσα στοῦ Ψυρρῆ καὶ στοῦ Τάτση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , | 98 Σχόλια »

Μιχαήλ Μητσάκης: Θεάματα του Ψυρρή

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2022

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα αθηναιογραφικό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη, ενός συγγραφέα που δεν τον έχουμε παρουσιάσει όσο του αξίζει στο ιστολόγιο, αν και πριν από 6 χρόνια είχαμε δημοσιεύσει ένα ακόμα αθηναιογραφικό σκίτσο του, τον Καβγά.

Ο Μητσάκης (1863; – 1916) είναι από τους λογοτέχνες μας που βασανίστηκαν από ψυχική ασθένεια και μάλιστα τελείωσε τις μέρες του στο Δρομοκαΐτειο, όπως νωρίτερα ο Βιζυηνός και αργότερα ο Φιλύρας. Έγραφε σε αρκετά βαριά καθαρεύουσα, αλλά στους διαλόγους αποτυπώνει το μάγκικο ιδίωμα της εποχής. (Σαν ενδιαφέρον γλωσσικό πείραμα, ο Μητσάκης έχει γράψει το ίδιο μικρό διήγημα σε δύο γλωσσικές ποικιλίες, καθαρεύουσα και δημοτική).

Εδώ και λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Γιάννης Π. έχει φτιάξει στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο ένα αφιέρωμα στον Μιχ. Μητσάκη, στο οποίο συγκεντρώνει (νομίζω) σχεδόν το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου μαζί με άλλο υλικό. Αναδημοσιεύω λοιπόν σήμερα ένα διήγημα από το αφιέρωμα αυτό του Λ.Ιστ. και με την ευκαιρία σας προτρέπω να το βάλετε στους σελιδοδείκτες σας. Πριν ανοίξω το ιστολόγιο, στον παλιό μου ιστότοπο είχα τα Κείμενα Μαζί, όπου ο Γιάννης Π. ήταν ένας από τους κορυφαίους συντελεστές -τον τελευταίο καιρό σχεδόν ο μόνος. Αργότερα είχε την πολύ καλή ιδέα να φτιάξει το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, στο οποίο μετέφερε όλη την ύλη από τον παλιό μου ιστότοπο και άρχισε να προσθέτει κι άλλα.

Το διήγημα που θα δούμε σήμερα αρχικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον» έτος Γ’ αριθ. 10 (10 Σεπτεμβρίου 1890). Η εδώ ψηφιοποίηση έγινε από το βιβλίο «ΜΙΧΑΗΛ ΜΗΤΣΑΚΗΣ, ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΑ ΕΡΓΑ, τακτοποιημένα και φροντισμένα από τον Δημ. Ταγκόπουλον, Τόμος πρώτος, ΑΘΗΝΑΪΚΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ», έκδοσις της εταιρείας ΤΥΠΟΣ, 1920. Έγινε μεταφορά στο μονοτονικό. Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου εκτός από την ορθογραφία του ρ. είναι και του πληθυντικού των άρθρων.

Θεάματα του Ψυρρή

Εκ του στενού, ως τουρκικής πόλεως, δρομίσκου του Ψυρρή, συρφετός διέρχεται, ποικίλος, άνθρωποι και κτήνη, παιδία και γυναίκες, νοικοκυραίοι και εργάται, λαϊκόν πλήθος, πηγαίνον ή ερχόμενον, διαφοροτρόπως ενδυμένον, ως εν απόκρεω προχείρω, πληρούν βόμβου την μικράν οδόν. Κορασίδες, φέρουσαι τας στάμνας των εις χείρας, διευθύνονται συχνά, προς την πλησίον βρύσιν της πλατείας, δια να τας γεμίσουν, μαθηταί επιστρέφοντες εκ του σχολείου, οψοκομισταί, λούστροι, πλύστραι, μοδιστρούλες, εμποροϋπάλληλοι, δικηγόροι ενίοτε με δικογραφίας υπομάλλης, εξερχόμενοι του κοντινού κακουργιοδικείου, ρασσοφόροι κάποτε, βρακάδες πού και πού, στρατιωτών πηλίκια και αρβύλαι, κανέν μαύρο τσεμπέρι γραίας, ιθαγενών αθηναίων φουσκωμένα προς τα οπίσω πανταλόνια, φθάνοντα μέχρι του γόνατος και μόνον, πολύχρωμοι κνημίδες υποκάτω, εμφανίζονται, κινούνται, σπεύδουν, βραδυπορούν, διασχίζουν τον δρομίσκον, βυθίζονται εις τας λοιπάς της συνοικίας ατραπούς, λαβυρινθώδεις, στενάς επίσης αλλά ζωτικωτάτας αρτηρίας, υπηρετούσας την ερμαϊκήν ταινίαν, την Βλασσαρούν, τον Άγιον Φίλιππον, το Γεράνι, την πλατείαν της Ελευθερίας, την λεωφόρον Πειραιώς, τα μέρη του σιδηροδρόμου. Άμαξαι ή κάρρα παταγούν περιοδικώς, κυλίονται με προσοχήν, μόλις χωρούντα να περάσουν, καταλαμβάνοντα όλον το πλάτος του σοκακιού, με τους τροχούς των συμπιεζομένους από τα εκατέρωθεν λιθόστρωτα. Ομάδες καρπαθίων, λατόμων ως επιτοπολύ, εκ των ασχολουμένων εις τα πέριξ της πόλεως νταμάρια, επανακάμπτοντες εκείθεν, δια να αναπαυθούν και διασκεδάσουν, αύριον Κυριακήν, επιδεικνύουν λυγιζόμενα τα υψηλά των αναστήματα και την ιδιόρρυθμον αμφίεσίν των. Πλανόδιοι οπωροπώλαι οδηγούν αργά αργά τα βασταγούδια των, φορτωμένα με σταφύλια ιδίως και τις εξ αυτών, εκαβαλίκευσε το ιδικόν του εις τα νώτα, όπισθεν των κοφινίων, κι εποχείτο με τα μικρά του σκέλη ψαύοντα την γην. Εντός των γύρω μαγαζείων, ισογείων ή υπογείων πάντοτε, εργάζονται οι ένοικοι μικροπαντοπώλαι, μικροψιλικοπώλαι, μικροκαπνοπώλαι, εις χρυσοχόος εκθέτων αναμίξ επί των θαμβών υέλων του δακτυλίδια προϊστορικά, αλύσσεις παναρχαίας, ασημένια κουταλάκια του γλυκού και εικόνας αγίων, ταβερνιάρηδες ή κρεοπώλαι ή μανάβηδες. Ο γείτων μάγειρος, ο Τάσσος, έχει ανοικτόν το μαγειρείον του, και κάθητ’ έμπροσθεν αυτού, κοντός, χονδρός, με την μακράν ποδιάν του, τους νευρώδεις βραχίονας, οίτινες μόνου του υποκαμίσου την περίπτυξιν ανέχονται. Του καφφενείου του κυρ Πολύχρονη οι θαμώνες, στριμόνοντ’ επί του πεζοδρομίου, μόλις κρασπεδούντος την οδόν, το πολύ δύο σπιθαμών εκτάσεως, επιτελούντες θαύματα ισορροπίας, με τον κορμόν των και τους δύο πόδας της καρέγλας επ’ αυτού, τους δ’ ιδικούς των και τους δύο άλλους της, εντός του οχετού του παραρρέοντος οι πλείστοι. Μία φεσού, διήλθε προ μικρού, στολισμένη, εύσωμος, σείουσα το παππάζι της, κυμαίνουσα τα πυγαία, μεγαλοπρεπώς. Από του ενός μέρους εις το άλλο διαμείβονται συνομιλίαι, διάλογοι, συνάπτονται, αστεία πολλάκις, απευθύνονται, ανταλλάσσονται φωναί και επικλήσεις, θορυβώδεις, εύθυμοι, κραυγαστικαί συνήθως, εν οικειότητι ως οικογενειακή. Εις υψηλός λοιδωρικιώτης, επέρασεν αρτίως, φέρων περί τον αυχένα τυλιγμένον ζωντανόν αρνίον, όπερ εκράτει εκατέρωθεν διά των χειρών, άγων φαίνετ’ αυτό κάπου προς πώλησιν ο άνθρωπος. Και υπήρξε γέλως σιγηλός επί στιγμήν, και βλέμματα ειρωνικά τριγύρω, διά τον τρόπον ον εκράτει το σφακτόν, με το κεφάλι του προβάλλον παραλλήλως προς το ιδικόν του, εκ πλαγίου. Δύο κουτσαβάκηδες διήλασαν συγχρόνως, περιπλέγδην, ως μισομεθυσμένοι, την ρεπούμπλικαν στραβά, κάτω τους γύρους, τρικλίζοντες προσποιητά και επιδεικτικώς, τραγουδούντες διά λάρυγγος βραγχώδους οιδαλέου άσμα, αρτίτοκον γέννημα των ρυακίων του Ψυρρή:

Βάρα με το στυλέτο
Κι όσο αίμα τρέξη πιέτο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 137 Σχόλια »

Μίζεροι, βρόμικοι και κακοί

Posted by sarant στο 27 Δεκεμβρίου, 2021

O τίτλος του άρθρου είναι παραλλαγή του τίτλου της ταινίας του Έτορε Σκόλα «Βίαιοι, βρόμικοι και κακοί» (Brutti, sporchi e cattivi) με τον Νίνο Μανφρέντι, που πήρε βραβείο στις Κάννες το 1976, μόνο που αντικατέστησα το πρώτο επίθετο με ένα άλλο, που ακούστηκε τις τελευταίες μέρες, και που γι’ αυτό σκοπεύω να λεξιλογήσω. Οπότε, το άρθρο δεν θα είναι σινεφίλ, απλώς ο τίτλος κλείνει το μάτι (ταιριάζει κιόλας διότι στη συγκεκριμένη ταινία ο πρωταγωνιστής ήταν υποτίθεται μονόφθαλμος).

Βέβαια, εμείς εδώ είμαστε ιστολόγιο με πετριά για τα γλωσσικά, οπότε δεν αποκλείω να γίνει και κάποιο σχόλιο για την ορθογραφία της δεύτερης λέξης του τίτλου -και για να σας προλάβω σας παραπέμπω στο περσινό μας άρθρο με τίτλο Γιατί βρόμικος; Είπαμε, το σημερινό άρθρο εστιάζεται στην πρώτη λέξη του τίτλου.

Συζητήθηκε πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτυωσης η απόφαση του δημάρχου Αθηναίων να ανατεθεί η πρωτοχρονιάτικη συναυλία, που φέτος θα γίνει χωρίς κοινό λόγω κορονοϊού, στον Σάκη Ρουβά.

Το κόστος της εκδήλωσης, 215.000 ευρώ (ενδεχομένως συν ΦΠΑ), σε συνδυασμό με την πολύ μικρή διάρκειά της, μόλις 17 λεπτά, προκάλεσαν εύλογες αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου κυκλοφόρησαν μιμίδια που συγκρίνουν την αμοιβή του Ρουβά με τον μισθό του Λέο Μέσι στην Παρί Σεν Ζερμέν, ενώ, όπως θα περίμενε κανείς μέσα σε συνθήκες πανδημίας, είδα πάνω από ένα τουίτ να στηλιτεύει το γεγονός ότι μέσα σε 17 λεπτά ο Σάκης Ρουβάς θα εισπράξει όσα σε 10 χρόνια ένας εντατικολόγος.

Βέβαια, δεν θα εισπράξει ο Ρουβάς το ποσόν αυτό. Οι 215.000 (με ή χωρίς ΦΠΑ) είναι το κόστος όλης της εκδήλωσης και από το ποσόν αυτό θα πληρωθούν όλοι οι συντελεστές της. Η υπερβολή αυτή είναι απολύτως αναμενόμενη στη σάτιρα, αλλά σωστά επισημάνθηκε στην απάντηση της Τεχνόπολης, που παρέθετε στοιχεία από προηγούμενες πρωτοχρονιάτικες εκδηλώσεις για να υποστηρίξει ότι η φετινή δεν θα είναι κάτι το προκλητικό.

Ο δήμαρχος Αθηναίων θα μπορούσε να απαντήσει κάπως έτσι, τεκμηριωμένα και λογικά, αλλά προτίμησε να επιτεθεί σε όσους τον επέκριναν, θεωρώντας ότι «Οι διαμαρτυρίες για τον στολισμό της Αθήνας και το κόστος της Πρωτοχρονιάτικης γιορτής είναι κάτι σαν τα κάλαντα. Έθιμο των ημερών. Κάθε χρόνο τα ίδια» και ότι «Κι ας μείνουν μίζερα κι ανούσια κάποιοι να φαρμακώνονται από τα λόγια τους».

Μίζεροι λοιπόν αυτοί που διαμαρτύρονται. Η λέξη έχει ενδιαφέρον. Μίζερος είναι, σύμφωνα με το ΜΗΛΝΕΓ, προκειμένου για πρόσωπα, εκείνος που «μεμψιμοιρεί, γκρινιάζει, δεν ικανοποιείται με τίποτα». Τη φράση τη χρησιμοποιούν συχνά γονείς για τα παιδιά τους, παραπονούμενοι πως είναι «μίζερα στο φαΐ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Μιμίδια, ιταλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 177 Σχόλια »

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 11 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Οι ισχυρομνήμονες παλαιοί φιλοι του ιστολογίου ίσως αναγνωρίσουν κάποια κομμάτια του σημερινού άρθρου. Πράγματι, ενώ το βουλεβάρτο είναι σήμερα λέξη της επικαιρότητας λόγω των εξαγγελιών του δημάρχου Αθηναίων, στο ιστολόγιο έχουμε ήδη βάλει ένα άρθρο με τα λεξιλογικά της λέξης αυτής, σε ανύποπτο χρόνο και με άλλη αφορμή. Οπότε, το λεξιλογικό κομμάτι είναι επανάληψη. 

Σημειώνεται ότι το άρθρο γράφτηκε πριν από τη νεροποντή που πλημμύρισε την Αττική -διαφορετικά, μπορεί σήμερα να γράφαμε για τα λεξιλογικά της γόνδολας. 

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Μεγάλη εντύπωση προκάλεσαν οι νέες ανακοινώσεις του δημάρχου Αθηναίων για το σχέδιο ανάπλασης της οδού Πανεπιστημίου. Θα φυτευτούν 86 πλάτανοι, διαβάσαμε, που θα δώσουν «την αίσθηση ενός αστικού βουλεβάρτου που θα είναι αντάξιο με τα αντίστοιχα που υπάρχουν σε πόλεις της Ευρώπης, στο Βερολίνο για παράδειγμα». Η αρχική μάλιστα ανακοίνωση του δήμου ήταν τόσο προχειρογραμμένη που αφενός επέμενε πως τα πλατάνια είναι δέντρα αειθαλή (ενώ όσοι έχουν δει ελληνικό πλάτανο ξέρουν ότι τα φύλλα του όχι μόνο πέφτουν αλλά και προκαλούν κάμποσα προβλήματα, στις πλατείες των χωριών, με την ολισθηρότητά τους) ενώ αφετέρου υποστήριζε ότι αποτελούν στοιχείο της… αστικής πανίδας ανατρέποντας όλα όσα ξέραμε για το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Υμηττός, το βουνό μας

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2021

Ο Υμηττός δεν είναι ούτε το ψηλότερο βουνό της Αττικής ούτε το πιο δασωμένο, ούτε αυτό που προσφέρει μεγαλύτερη ποικιλία τοπίου. Είναι όμως το πιο προσιτό, το πιο κοντινό, καθώς τώρα πια εφάπτεται στον αστικό ιστό του Λεκανοπεδίου. Κι επειδή είναι πολύ μακρύ βουνό, που ξεκινάει από την Αγία Παρασκευή και φτάνει σχεδόν ως τη θάλασσα, στη Βούλα, είναι συνεχώς μπροστά στα μάτια μας και είναι εύκολο να το επισκεφτούμε από πολλές περιοχές. Μ’ άλλα λόγια, είναι το βουνό της Αθήνας, ενώ η Πάρνηθα και η Πεντέλη ακόμα, περισσότερο βουνά της Αττικής πρέπει να τα θεωρήσουμε.

Μπορεί βέβαια να είμαι προκατειλημμένος αφού, σαν κάτοικος των νοτίων προαστίων τον Υμηττό μπορώ να τον επισκεφτώ πολύ πιο εύκολα. Μάλιστα, τώρα με την καραντίνα, σε μια περίοδο που δεν επιτρεπόταν να πας με το αυτοκίνητο για σωματική άσκηση, αλλά μπορούσες να πας με τα πόδια όσο μακριά ήθελες ή άντεχες, είχα ανέβει από το Φάληρο στον Υμηττό πεζή, αν και μόλις που τον ακούμπησα κι έπειτα γύρισα πίσω.

Το Φάληρο βέβαια δεν συνορεύει με τον Υμηττό αλλά πολλοί δήμοι του Λεκανοπεδίου τον ακουμπάνε: Βούλα, Γλυφάδα, Αργυρούπολη, Ηλιούπολη, Βύρωνας, Καισαριανή, Ζωγράφου, Παπάγου, Χολαργός, Αγία Παρασκευή, Γέρακας, και στην πίσω πλευρά Παλλήνη, Παιανία, Σπάτα, Κορωπί και Βάρη για να κλείσει ο κύκλος. (Διορθώστε με αν έκανα κάποιο λάθος). Ένα παράδοξο είναι ότι η συνοικία του Υμηττού, κάποτε δήμος, σήμερα τμήμα του δήμου Δάφνης-Υμηττού, δεν φαίνεται να συνορεύει με το βουνό (και πάλι αν κάνω λάθος διορθώστε με).

Ο αξέχαστος φίλος μας ο Γς, που ήταν Βυρωνιώτης, είχε πει μια φορά πως όταν ήταν μικρά τα παιδιά του τα έπαιρνε πολύ συχνά και έκαναν βόλτες στον Υμηττό και είχε χαρτογραφήσει τα διάφορα μονοπάτια σε μακέτες του βουνού, που τις είχε φτιάξει ο ίδιος. Σήμερα η τεχνολογία κάνει πολύ πιο εύκολη την αποτύπωση των διαδρομών που κάνει κάποιος μόνος του, αλλά και των επίσημων «μονοπατιών» που διατρέχουν ή διασχίζουν το βουνό και που είναι πολλά.

Πράγματι, με το να είναι τόσο προσιτός, ο Υμηττός έχει πολλά σημαδεμένα μονοπάτια, αριθμημένα -το μεγαλύτερο είναι το μονοπάτι 10 που ξεκινάει από την Αγία Παρασκευή, το μοναστήρι του Αγιάννη του Κυνηγού, και αφού ανέβει στην κορυφή τελειώνει στην Τερψιθέα, στη Γλυφάδα. Φυσικά δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθεί κανείς συνεχώς το ίδιο μονοπάτι: Σε μια πρόσφατη πεζοπορία, από το πυροφυλάκιο της Καισαριανής ακολούθησα το 5, μετά το 10, κατηφορικά το 8, και τελικά το 3 νομίζω, και κατέληξα στα Γλυκά Νερά.

Το πυροφυλάκιο της Καισαριανής είναι μαλλον το πιο αγαπημένο και πολυσύχναστο σημείο εισόδου στον Υμηττό. Έχει εκεί κοντά και διάφορα αξιοθέατα, όπως το μοναστήρι της Καισαριανής, το αναψυκτήριο της Καλοπούλας, το Φραγκομονάστηρο, λίγο πιο πέρα τη Μονή Αστερίου και τον πύργο της Ανθούσας. Και, πολύ σημαντικό, εκεί το τοπίο είναι δασωμένο, πολύ περισσότερο από τον νοτιότερο Υμηττό.

Από την Καισαριανή είναι και ο πιο γρήγορος δρόμος προς την κορυφή, τον Εύζωνα, σε υψόμετρο λίγο πάνω από τα 1000 μέτρα. Πέρσι τον Οκτώβρη είχα ακολουθήσει πορεία σχεδόν συνεχώς ευθεία, ανεβαίνοντας αδιάκοπα και αδυσώπητα -το μονοπάτι στα τελευταία 400 μέτρα, με κλίσεις κοντά στο 36%, έχει την εύστοχη ονομασία «Γολγοθάς»- και έφτασα στην κορυφή διανύοντας περίπου 4 χιλιόμετρα. Η επιστροφή, από τον δρόμο, με κορδέλες, πήρε οχτώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Αθηναιογραφία, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Ετυμολογικά, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 165 Σχόλια »

Ανοίγουν τα λύκεια

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2021

Η είδηση της ημέρας είναι ασφαλώς ότι από σήμερα επαναλειτουργούν με διά ζώσης διδασκαλία τα λύκεια -η πρώτη βαθμίδα της γενικής εκπαίδευσης για την οποία χαλαρώνουν οι περιορισμοί ύστερα από μήνες με διδασκαλία εξ αποστάσεως.

Το ιστολόγιο ενδιαφέρεται ζωηρά για την εκπαίδευση γενικά και επιπλέον έχει τη χαρά να περιλαμβάνει στους σχολιαστές του και αρκετούς εκπαιδευτικούς (μεταξύ άλλων και σε λύκεια) οπότε ειναι λογικό να αφιερώσουμε στην εξέλιξη αυτή το σημερινό άρθρο. Επαναλειτουργούν επίσης από σήμερα τα πρακτορεία Προπό, αλλά στον τομέα δεν έχουμε ειδίκευση. Ο τίτλος βέβαια έχει μιαν αμφισημία που οφείλεται στο ότι το ρήμα «ανοίγω» είναι εργαστικό δηλ. χρησιμοποιείται και ως μεταβατικό και ως αμετάβατο χωρίς να αλλάξει φωνή. Ανοίγουν τα λύκεια -ή καποιοι ανοίγουν τα λύκεια;

Τα λύκεια θα επαναλειτουργήσουν με όπλο τα αυτοτέστ, αφού κάθε μαθητής θα πρεπει να έχει προμηθευτεί και να έχει κάνει αυτοτέστ (χτες το βράδυ ή σήμερα το πρωί) πριν πάει στο σχολείο του. Τις λεπτομέρειες της διαδικασίας μπορείτε να τις δείτε εδώ.

Και βέβαια, όσο έμεναν κλειστά τα λύκεια, η ταξική ανισότητα διογκωνόταν αφού τα ιδιωτικά σχολεία είχαν πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες στην εξ αποστάσεως εκπαίδευση, για να μην πούμε για τα φροντιστήρια ή τα ιδιαίτερα μαθήματα.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε -οπότε, παρόλο που τα σχόλιά σας μπορούν (και το περιμένω) να αναφερθούν στα προβλήματα ή στις επιφυλάξεις ή στην ορθότητα της απόφασης για επαναλειτουργία των λυκείων, εγώ στο υπόλοιπο άρθρο θα εστιαστώ στη λέξη «λύκειο».

Στην αρχή της λέξης βρίσκεται το Λύκειο της αρχαίας Αθήνας, όπως ονομαζόταν ένας κήπος με σκεπασμένους περιπάτους στην αρχαία Αθήνα, καθώς και ένα γυμναστήριο της αρχαίας πόλης. Ο κήπος αυτός, στον οποίο δίδασκε ο Αριστοτέλης, πήρε το όνομά του από τον γειτονικό ναό του Λυκείου Απόλλωνα. Από τους περιπάτους πήρε το όνομά της η σχολή του Αριστοτέλη: ονομάστηκε περιπατητική, και περιπατητικοί οι φιλόσοφοι που ακολουθούσαν τις διδαχές του.

Γιατί λύκειος ο Απόλλων; Η προφανής εξήγηση, ότι προέρχεται από τον λύκο, δεν αποκλείεται. Στο ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη αναφέρεται ότι ο Απόλλωνας ονομαζόταν λυκοκτόνος ως προστάτης από τους λύκους. Ωστόσο, μπορεί επίσης να προέρχεται από το αμάρτυρο *λύκη (η χαραυγή, πρβλ. λυκαυγές) ενώ κάποιοι το συνδέουν με τη Λυκία θυμίζοντας ότι ο Απόλλων ονομαζόταν επίσης Λύκιος και Λυκηγενής. Στο etymonline θεωρείται βέβαιη η σύνδεση του Απόλλωνα με τους λύκους -με αναφορά στον Frazer και στα σχόλιά του στον Παυσανία.

Όπως και να έχει η ετυμολογία, αν θυμηθούμε ότι τα αρχαία γυμναστήρια τα έλεγαν γυμνάσια μπορούμε να πούμε ότι το αρχαίο Λύκειο ήταν γυμνάσιο χωρίς να μας κατηγορήσουν ότι παραδοξολογούμε.

Το Λύκειο του Αριστοτέλη έχει αποκαλυφθεί και αυτό έγινε μπροστά στα μάτια μας, κατά κάποιο τρόπο. Ακριβέστερα, το 1996, κατά τη διάρκεια των σωστικών ανασκαφών της Γ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων σε οικόπεδο εμβαδού 11 στρεμμάτων, που είχε παραχωρηθεί από το ελληνικό Δημόσιο στο Ίδρυμα Γουλανδρή για την ανέγερση Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης, αποκαλύφθηκε η παλαίστρα του Λυκείου -κι έτσι το μουσείο δεν χτίστηκε σε αυτό τον χώρο, αλλά η Αθήνα απέκτησε έναν πολύ όμορφο αρχαιολογικό χώρο.

Τα σχολεία μας όμως τα είχαμε πει λύκεια από νωρίτερα. Όμως δεν μεταφέραμε την αρχαία λέξη Λύκειον στα νέα ελληνικά -χρειάστηκε η μεσολάβηση άλλων γλωσσών. Οπότε, ας δούμε την ιστορία της λέξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , | 284 Σχόλια »

Κείμενα του Εικοσιένα – 3: Μπασκίνια να μη γίνωνται…

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2021

Μια και μπήκαμε στη χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, πριν από λίγο καιρό σκέφτηκα να καθιερώσω μια νέα στήλη στο ιστολόγιο, που θα τη δημοσιεύω κάθε δεύτερη Τρίτη, εναλλάξ δηλαδή με το βιβλίο του πατέρα μου, και που θα παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821. Σκοπεύω να διατηρήσω τις δημοσιεύσεις τουλάχιστον έως τα τέλη Μαρτίου αλλά και πιθανώς ως το τέλος της χρονιάς, αν βέβαια υπάρχει ως τότε αρκετό υλικό από μεριάς μου και αρκετό ενδιαφέρον από δικής σας πλευράς. Θα δώσω προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Από την προηγούμενή μου τριβή με κείμενα της εποχής, που βέβαια ήταν πολύ έντονη όσο συγκέντρωνα υλικό για το βιβλίο μου Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, έχω υπόψη μου κάμποσα τέτοια κείμενα, αλλά όποιος έχει υπόψη του κείμενο που το θεωρεί αξιόλογο προς δημοσίευση μπορεί να μου το στείλει στο γνωστό μέιλ, sarantπαπάκιpt.lu.

Το σημερινό άρθρο είναι το τρίτο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Σήμερα θα παρουσιάσουμε ένα στιγμιότυπο από την Αθήνα, στο διάστημα που ήταν ελεύθερη και πριν πολιορκηθεί.

Το κάστρο της Αθήνας, η Ακρόπολη, έπεσε στα χέρια των επαναστατημένων Ελλήνων το καλοκαίρι του 1822. Όπως γράφει ο Μακρυγιάννης «Και σώθη το νερό τους και ο ζαϊρές τους, των Τούρκων, και παραδόθηκαν με συνθήκη. Κι η συνθήκη έμεινε εις το χαρτί μοναχά. Ρίχτηκαν στους παραδομένους κι έσφαξαν πλήθος γυναικόπαιδα κι άντρες πολλούς. Γλίτωσαν και καμπόσοι δια την συνθήκη κι άλλοι εις τα προξενεία». Όμως αμέσως παρουσιάστηκαν διαφωνίες και οι νικητές χωρίστηκαν σε δυο μερίδες και παραλίγο να συγκρουστούν μεταξύ τους. Όταν τον Αύγουστο του 1822 εμφανίστηκε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος με 150 άντρες, το κοινό των Αθηνών του πρότεινε να αναλάβει φρούραρχος. «Αφού του ξηγηθήκανε τα αίτια και του είπαν πως τον θέλουν αφέντη, αυτός γύρευε κάστρο εις τον ουρανό κι’ όταν το ’βρε εις την γης, έτρεξε σαν το όρνιον εις το ψοφίμι». Τότε ήρθε και ο Μακρυγιάννης στην Αθήνα και διορίστηκε πολιτάρχης. Στα Απομνημονεύματά του περιγράφει πολλές αυθαιρεσίες του Ανδρούτσου και των ανθρώπων του, ιδίως του Μαμούρη (ο οποίος αργότερα έμελλε να τον δολοφονήσει), κατά των Αθηναίων.

Θα δημοσιεύσω ένα κείμενο που υπάρχει στο Αθηναϊκόν Αρχείον του Βλαχογιάννη, με το οποίο διορίζονται «επιστάται», αστυνόμοι θα λέγαμε, ο Μακρυγιάννης και ο Σπυρ. Πατούσας. Φέρει χρονολογία 1 Ιανουαρίου 1823. Στη συνέχεια σχολιάζω λεξιλογικά και άλλα. Σημειώνω ότι ο Μακρυγιάννης στο 5ο κεφάλαιο του 1ου βιβλίου των Απομνημονευμάτων του αναφέρει αρκετά επεισόδια από τη θητεία του αυτή.

Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην μονοτονικού. Να σημειωθεί ότι οι δυο πρώτες λέξεις είναι σε δοτική.

Κοινήι γνώμηι διορίζονται οι Κύριοι Σπυρίδων Πατούσας και Μακρηγιάννης με εξήντα ανθρώπους αχωρίστως να καθίσωσιν εις την κοινήν πόρταν επιστάται κατά την συνήθειαν και να επαγρυπνώσιν εις την φύλαξιν των νόμων και ευταξίαν της πόλεως, εκτελούντες ακριβώς τα χρέη των και φυλάττοντες απαραβάτως τα εξής νομικά κεφάλαια:

1ον. Να υπακούωσι με το προσήκον σέβας και να εκτελώσι τας διαταγάς του Καπιτάνου και της Εφορίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Κείμενα, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 97 Σχόλια »

Τα σπίτια της παιδικής μου ηλικίας (από την αυτοβιογραφία του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2020

Συμπληρώνονται αύριο 132 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888.

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε εκεί κοντά, ας πούμε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, κατ’ εξαίρεση μια μέρα νωρίτερα. Αν το έβαζα ανήμερα της γέννησης, αύριο, θα εκτόπιζα τα μεζεδάκια, τα οποία θα πήγαιναν Κυριακή και θα εκτόπιζαν το Μηνολόγιο. Οπότε, βάζω σήμερα το λαπαθιωτικό άρθρο, αποφεύγοντας έτσι τις άλλες μετατοπίσεις

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω περίπου το μισό δεύτερο κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη «Η ζωή μου», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1940 στο Μπουκέτο (και μάλιστα διακόπηκε απότομα με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου). Το πρώτο κεφάλαιο υπάρχει ήδη στο Διαδίκτυο (π.χ. εδώ), οπότε προτίμησα να μην το επαναλάβω.

Παιδική φωτογραφία παρμένη από τεύχος του Μπουκέτου

Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε, ο Λαπαθιώτης αφηγείται τα σπίτια όπου έζησε μικρός και κάποιες αναμνήσεις που έχει συγκρατήσει από το καθένα τους (πολλές βασισμένες σε διηγήσεις της μητέρας του). Όπως θα δείτε, μετακόμιζαν σχεδόν κάθε χρόνο, αλλά πάντοτε μέσα σε μια πολύ μικρή ακτίνα από το κέντρο της Αθήνας. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος, όπως μας λέει στο πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του.

Θα άξιζε ίσως να προσπαθήσει κάποιος να εντοπίσει αν υπάρχουν ακόμη τα σπίτια αυτά, αλλά δεν δίνει και πολλές πληροφορίες ο Λαπαθιώτης, αν και για κάποια αναφέρει οδό και αριθμό (αν βέβαια δεν έχει αλλάξει η αρίθμηση). Πάντως, το 1940 -όταν γράφεται το κείμενο- τα σπίτια αυτά υπήρχαν ακόμα.

Θα μπορούσαν επίσης να σχολιαστούν κάποιες αναφορές του κειμένου, αλλά ας πούμε ότι βαρέθηκα να το κάνω. Πάντως, το συλλαλητήριο στο πεδίο του Άρεως που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Τρικούπη εξαιτίας της επέμβασης του διαδόχου έγινε τον Ιανουάριο του 1895 -άρα ο Λαπαθιώτης τότε ήταν 6 χρονών και τριών μηνών. Σε εφημερίδες της εποχής έχουμε αναφορές στον πατέρα του.

Ο πατέρας του, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν στρατιωτικός και οι στρατιωτικοί είχαν περίοπτη κοινωνική θέση στην Ελλάδα του 1890 -o ποιητής πέρασε άνετη και χαϊδεμένη παιδική ηλικία, έχοντας πάντα γύρω του πολλούς ανθρώπους να τον προσέχουν, μέχρι και την ορντινάντζα του πατέρα του -αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει ο ίδιος.

Μεταφέρω τις σελ. 22-29 από το βιβλίο Η ζωή μου (Κέδρος 2009, επιμ. Γιάννη Παπακώστα), την αρχή του 2ου κεφαλαίου που έχει τίτλο «Προϊστορία και τ’ ανέκδοτά της…»

Κεφάλαιο 2

Πυκνό σκοτάδι, φοβερό σκοτάδι, σαν το σκοτάδι της ανυπαρξίας.

Εδώ κι εκεί κάποιες ασύνδετες εικόνες: Να ’ταν αλήθεια, να ’ταν στ’ όνειρό μου;

Βρίσκομαι σε μια κάμαρη, νύχτα, σκοτεινά, θαρρώ πώς είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Στο ταβάνι, κόκ­κινες σαν αίμα, περνούν μεγάλες έντονες ανταύγειες από μακρινά βεγγαλικά! Ο πατέρας μου κι η μητέρα, σαν ίσκιοι, στο παράθυρο. Και τίποτ’ άλλο.

Ίσως αυτά να ’ταν στο πρώτο σπίτι, σ’ ένα σπίτι της οδού Κολοκοτρώνη (αριθ. 59 τώρα), το σπίτι «του Σκύρα», καθώς τ’ ανάφερνε κατόπιν η μητέρα μου, και στο οποίο πήγαμε έπειτ’ απ’ των Αγίων Θεοδώρων.

Κι έπειτα σ’ ένα σπίτι της οδού Αθηνάς (αριθ. 27 τώρα), που ’βλεπε στο παλιό σχολειό του Καραμάνου, το σπίτι του «κυρ-Θανάση»: Ένας μακρύς και σκοτει­νός διάδρομος, μ’ ένα χαλί σ’ όλο το μάκρος του, που τελειώνει σ’ έναν τοίχο. Σ’ αυτό τον τοίχο, ένα κανονι­κότατο βαθούλωμα και μέσα του μια διακόσμηση, κάτι σαν πελώρια αρχαϊκή υδρία…

Κι εκεί το πρώτο αίσθημα του φόβου: Είχε, λέει, μόλις βασιλέψει κι ήταν μισοσκότεινα. Στεκόμουν σέ μια πόρτα, την πόρτα του γραφείου του πατέρα μου. Μέσα στην τραπεζαρία, ο στρατιώτης, στρώνοντας τραπέζι, τοποθετούσε τα μαχαιροπήρουνα, που βροντούσαν μες στη σιωπή. Είχα σταθεί ακίνητος, αμίλη­τος, σαν να μην τολμούσα να σαλέψω. Η μητέρα μου με ρώτησε γιατί. Και της αποκρίθηκα:

– Βοβείται! (Φοβάμαι!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , | 101 Σχόλια »

Η κάμπια η Καραφατμέ

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2020

Μέσα στην πανδημία, τα ζοφερά νέα και τις διεθνείς εντάσεις, μια κάμπια κατάφερε ν’ αποσπάσει για λίγο τα φώτα της δημοσιότητας και να κερδίσει το δεκαπεντάλεπτο προβολής που ο καθένας μας φιλοδοξεί ν’αποκτήσει τη σήμερον ημέρα.

Μια κάμπια, μα ποια κάμπια; Όχι όποια κι όποια, αλλά η κάμπια η Καραφατμέ, ή τουλάχιστον αυτό το καταπληκτικό όνομα επικαλέστηκε ο αρμόδιος αντιδήμαρχος Αθηναίων σε πρόσφατη ραδιοφωνική του συνέντευξη: «Το γκαζόν προσβλήθηκε από «καραφατμέ», έτσι λέγεται το είδος της κάμπιας».

Η Καραφατμέ λοιπόν φταίει που ξεράθηκε το γκαζόν της πολυδιαφημισμένης αναπλασμένης Ομόνοιας, και όχι η αποτισιά. Αλλά ποια είναι η Καραφατμέ; Δάκτυλος τουρκικός; Πράκτορας της ΜΙΤ που έχει αρχίσει τη δολιοφθορά; Έρχεται και αυτή από το Γενί Τζαμί;

Το παντεποπτικό Γκουγκλ μάς παραπέμπει σε ανθοκομική σελίδα, όπου μαθαίνουμε ότι οι Αγρότιδες ή  Καραφατμέ ή Κοφτοσκούληκα (Agrotis segetum, Agrotis ypsilon) «προσβάλλουν  πολλές καλλιέργειες, συνηθέστερα το βαμβάκι, τα τεύτλα, τον αραβόσιτο, την πατάτα, τον καπνό, τα ψυχανθή. Πρόσφατα δημιούργησαν σημαντικά προβλήματα και σε χλοοτάπητες, ιδιαίτερα σε έτοιμους». Σαν να ταιριάζει η περιγραφή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ζωολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Η κραυγή του Οδυσσέα (Συνεργασία από Cronopiusa)

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2020

Κλείνει σήμερα χρόνος από τον αδόκητο θάνατο της αγαπημένης μας Cronopiusa, της φιλης μας της Αμαλίας, που τόσα χρόνια μας συντρόφευε με τις μουσικές και με τις εικονες της.

Ο φίλος μας ο Χτήνος, που αταίριαστο μοιάζει το χρηστώνυμό του στην τόση ευαισθησία του, είχε την ιδέα να κάνει το ιστολόγιο μνημόσυνο στην Cronopiusa, και μαζί με τη φίλη μας τη Λουκρητία βρήκαν το υλικό που θα παρουσιάσω σήμερα. Πρόκειται για ένα κείμενο της Αμαλίας για τα Αναφιώτικα. H Κρόνη το έγραψε το 2003 με αφορμή ένα άρθρο της Καθημερινής και το έστειλε στην εφημερίδα, χωρίς να ελπίζει σε δημοσίευση βέβαια -και πώς να δημοσιευτεί αφού η Αμαλία δεν μασούσε τα λόγια της. Όπως θα δείτε είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο που κρύβει πολλή δουλειά και φανερώνει πολλή αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του.

 

Η κραυγή του Οδυσσέα

«O Aνδρούτσος  έστειλε στους Τούρκους μολύβι για να μην σπάνε τα μάρμαρα, τον γκρέμισαν απ΄την Ακρόπολη, ακόμα τα βράδυα ακούγονται οι φωνές του. Δεν έμαθα πολλά γράμματα στο σχολειό, εκείνα τα χρόνια η ζωή ήταν δύσκολη ,και τα παιδάκια έπρεπε να συμβάλλουν στην οικονομία του σπιτιού. Ευρυδίκη Ανδριανού η δασκάλα μου, παρακαλούσε τον πατέρα μου να συνεχίσω: «Τόσες κόρες έχεις, άσε μια  στα γράμματα». Από Ιστορία μόνο για τον Ανδρούτσο θυμάμαι, τ’άλλα , την Ιστορία με το Γλέζο και τον  Σιάντο , που κατεβάσανε τη σημαία των Γερμανών, τά ’ζησα ….»

Λιπόσαρκη, αεικίνητη, νευρώδης,σπαθάτη η ογδοντάχρονη κυρά Βαγγελιώ. Ο λόγος της λιτός, σταράτος, όπως ο λόγος των βαθιά φιλοσοφημένων και πονεμένων ανθρώπων μπορεί να είναι. Τα μάτια της, μαύρα σαν ελιές σε κοιτάνε ίσα στα μάτια και πίσω απ’αυτά, η ματιά  της γιαλίζει όταν οι σκέψεις της αλέθουν τα περασμένα, γίνεται νερό και δάκρυ στο αυλάκι του χρόνου όταν η φωνή της κυλάει σαν λάδι στο καντυλάκι της ελπίδας. Να μην χάσει το σπίτι της, να μην την ξεσπιτώσουν στα γεράματα της, να μη χάσει τις βραδινές βεγγέρες με τα παιδιά κ’εγγόνια της στη πεζούλα της γειτονιάς:

«Eίμαι από την Σαντορίνη, στην Αθήνα  ήρθα το 33, ήμουνα  έντεκα χρονών. Ο πατέρας μου είχε δεκατέσσερα παιδιά, ήτανε μιναδόρος, έβαζε φουρνέλα, έχασε τα δυο του χέρια και το μάτι του το ’50 στις βουλευτικές εκλογές. Τον  αδερφούλη μου, ένα χρόνο μικρότερο από μένα τον χάσαμε στον πελτέ, την βράζαμε τότε την ντομάτα κι έπεσε  μέσα, …κάηκε…, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες το χάσαμε το παιδί μας. Τρείς χιλιάδες οκάδες ντομάτα πήγανε στη θάλασσα , κανένας δεν έπαιρνε τον πελτέ, είχαμε χρέος στις  τράπεζες, καταστραφήκαμε.

Πήγα σε σπίτι και δούλεψα…. Τα  ξένα χέρια , είναι μαχαίρια… έκλαψα πολύ,κι’ όταν θυμόμουνα το νησί έβαφε η θάλασσα κόκκινη, … ο πατέρας μου με σκοινια  κρεμασμένος στο βράχο στα Φυρά ,στο γυαλό, να φωνάζει: «Βάρδα φουρνέλο», … η μάνα μου,να δουλεύει και να τραγουδάει: «… …Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω μία τέντα, νάρχεται το παιδάκι μου να πιάνουμε κουβέντα….. Στον Άγιο Νικόλαο θα χτίσω εκκλησιδάκι , να βγαίνει το παιδάκι μου να παίρνει αντιδωράκι…».

Στ’ Αναφιώτικα είχα συγγενείς,τον άντρα μου εδώ τον γνώρισα, Πλακιώτης γεννημένος στην οδό Υπερείδου, τραγούδαγε ωραία, ο πατήρ Σουλιανός σαν πέθανε είπε: «Φεύγει άλλος ένας Πλακιώτης». Παντρευτήκαμε στη Σαντορίνη το 45, δεν τον ήθελε ο πατέρας μου γιατί ήταν φαντάρος, ούτε η μάνα του με ήθελε γιατί ήτανε κρητικιά., αγαπιόμασταν. Με καϊκι πήγαμε, … οχτώ μέρες βάσταξε το ταξίδι, …το ηλιοβασίλεμα να βάφεται η θάλασσα κόκκινη, και εγώ να θυμάμαι το τραγούδι του αδερφούλη μου: «Απ’όταν εγεννήθηκα φωτιά με τριγυρίζει, και να με κάψει δεν μπορεί μόνο με φοβερίζει.».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Εις μνήμην, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , , | 64 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: ο Μποστ σχολιάζει τους πρώτους μονόδρομους στην Αθήνα

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2020

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πριν από δυο μήνες εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια» -το προηγούμενο, δεύτερο, σκίτσο της σειράς είναι εδώ.

Θα μου πείτε «κάθε βδομάδα Μποστ θα έχουμε;». Καλοκαίρι είναι, λιγοστεύει η επικαιρότητα, γιατί όχι; Αλλά το συγκεκριμένο σκίτσο του Μποστ έχει μιαν έμμεση σχέση με την αθηναϊκή επικαιρότητα, αφού μιλάει για κυκλοφοριακές ρυθμίσεις στο κέντρο της Αθήνας, σε μια στιγμή όπου και πάλι έχουμε κυκλοφοριακές ρυθμίσεις σε μιαν Αθήνα με πολύ περισσότερα αυτοκίνητα απ’ ό,τι το 1960.

Μάλιστα, μόλις προχτές ανακοινώθηκε ότι θα επιστραφεί στα αυτοκίνητα μία λωρίδα της Πανεπιστημίου, και αυτό παρουσιάστηκε με διθυραμβικούς τίτλους υπέρ Μπακογιάννη, που «έλυσε το πρόβλημα» -το οποίο είχε ο ίδιος δημιουργήσει! Αλλά περισσότερα για τις δημαρχικές παλινωδίες θα πείτε στα σχόλιά σας, ιδίως όσοι τις υφίστασθε μέσα στο κατακαλόκαιρο, εγώ επιστρέφω στον Μποστ.

Λοιπόν, τέτοιες μέρες πριν από 60 χρόνια εφαρμόστηκε πρώτη φορά στην Αθήνα η μονοδρόμηση: από την Κυριακή 31 Ιουλίου. Αρχικά υπήρχαν τροχονόμοι στις διασταυρώσεις ενώ αργότερα προστέθηκαν και φανάρια.

Την ίδια μέρα δημοσιεύτηκε στην Ελευθερία το σκίτσο του Μποστ:

Ο Πειναλέων αναγγέλλει στη μαμα-Ελλάς ότι θα εφαρμοστούν μονόδρομοι και εκείνη του απαντά με σοφία ότι «ο μονόδρομος της χώρας έχει προ πολλού χαραχτεί, ό,τι πουν οι άλλοι» δηλ. οι Αμερικανοί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Γελοιογραφίες, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 213 Σχόλια »

Ζαρντινιέρες

Posted by sarant στο 30 Ιουνίου, 2020

Είναι κι αυτή μια λέξη που κυριαρχεί στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, με την αναστάτωση που γίνεται στο κέντρο της Αθήνας για τον Μεγάλο Περίπατο του Κωστάκη.

Στην ανάπλαση αυτή προς το παρόν πρωταγωνιστούν οι ζαρντινιέρες. Ζαρντινιέρες μάλιστα δύο ειδών, οι μικρές ορθογώνιες όπως στην Πανεπιστημίου, και τελευταία οι μεγάλες, οι κυκλικές, όπως στο Σύνταγμα. Κάποιοι θεώρησαν πως η τιμή με την οποία χρεώθηκαν στον Δήμο είναι υπερβολική, 550 ευρώ οι ορθογώνιες και κάπου 5000 οι κυκλικές. Στην αγορά βρίσκεις ανάλογα προϊόντα δέκα φορές φτηνότερα, πολύ περισσότερο που σε μια μαζική παραγγελία συνηθίζεται να γίνεται γενναία έκπτωση, εκτός αν ο προμηθευτής είναι καλός φίλος, οπότε συνηθίζεται γενναίο πλιάτσικο.

Ας είναι. Τον Μεγάλο Περίπατο θα τον κρίνουμε όταν τελειώσει. Προς το παρόν, όσοι υφιστάμεθα την ταλαιπωρία από το κυκλοφοριακό χάος που προκαλείται, αντιδρούμε χιουμοριστικά, με διάφορα έξυπνα μιμίδια που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σαν κι αυτό, που θέλησε να εποικίσει τις ζαρντινιέρες της πλατειας Συντάγματος. Λείπει ο παλαιοημερολογίτης μητροπολίτης από την εικόνα, αλλά το έργο δεν έχει τελειώσει. (Απορία: αναρωτιέμαι αν υπάρχει στ’ αγγλικά κάποιος όρος για τις φωτογραφίες προσώπων που προστίθενται σε μιμίδια).

Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε ευκαιρία είναι σήμερα να μιλήσουμε για τις ζαρντινιέρες σ’ ένα μικρό, καθότι καλοκαιρινό, αρθράκι.

Η ζαρντινιέρα είναι δάνειο από το γαλλικό jardinière. Στα γαλλικά, jardinière μπορεί να είναι και η κηπουρίνα (θηλυκό του jardinier, κηπουρός), είναι όμως και η κατασκευή που μέσα της φυτεύουμε φυτά ή τοποθετούμε γλάστρες με φυτά.

Η jardinière παράγεται από το γαλλικό jardin, που είναι ο κήπος, λέξη που με τη σειρά της  ανάγεται σε φρανκονική λέξη και παλαιογερμανική ρίζα -κάτι σαν *gardo, που θα σήμαινε περίφραξη. Μπορεί να μεσολάβησε κάποιος υστερολατινικός τύπος, κάτι σαν *hortus gardinus (δηλαδή περιφραγμένος κήπος). Από τα γαλλικά η λέξη πέρασε και στα ιταλικά-ισπανικά, ενώ το γερμανικό Garten προέκυψε απευθείας από την παλαιογερμανική ρίζα, ενώ από ένα ενδιάμεσο βορειογαλλικό gardin προέκυψε το αγγλ. garden.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επώνυμα, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 211 Σχόλια »

Ο «Πειραιώτης» (αφήγημα του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2020

Τις προάλλες, στο άρθρο για τις Ταβέρνες και τα εστιατόρια, σε κάποιο σχόλιο, ο φίλος μας ο Γιάννης θυμήθηκε ένα ταβερνάκι και συνέχισε: Επίσης ένα παρόμοιο υπήρχε το ’85 στην Ευαγγελιστρίας στον Πειραιά. Τώρα, πώς το ξέρω και πώς το θυμάμαι είναι ολόκληρη ιστορία που ανάγεται στην εποχή που δούλευα κούριερ. Δεν την έχω γράψει, άρα να κάτσω να τη γράψω κι αυτή. Όλο αφάλες ανοίγεις Νικοκύρη!

Οπότε, ζήτησα απο τον Γιάννη (που βέβαια έχει και δικό του ιστότοπο) να γράψει την ιστορία για το ιστολόγιο. Την έγραψε, και τη δημοσιεύω στο σημερινό μας άρθρο.

Υπάρχει όμως και άρθρο μέσα στο άρθρο, ή ίσως γύρω από το άρθρο, αφού ο Γιάννης έγραψε το αφήγημά του με υπαγόρευση, με φωνητική πληκτρολόγηση και προτάσσει στο αφήγημά του λίγα λόγια για το πώς το έγραψε, από καθαρά τεχνική πλευρά εννοώ. Κι επειδή κι αυτό το θεμα με ενδιαφέρει, βάζω στο τέλος ένα δικό μου σχόλιο.

Ο «Πειραιώτης»

Τη φωνητική πληκτρολόγηση την είχα δοκιμάσει το 2012, την εποχή που πήγαινα στο Άουγκσμπουργκ, μέσα στο τρένο. Το προσπαθούσα για το παλιό το blog, να «γράψω»τα κείμενα φωνητικά. Δοκίμασα μια-δυο φορές αλλά το αποτέλεσμα ήταν μάλλον φτωχό. Έτσι το εγκατέλειψα το εγχείρημα. Δεν το ξανά δοκίμασα μέχρι πρόσφατα. Αυτό είναι το τρίτο κείμενο που γράφεται έτσι. Το πρώτο ήταν αυτό με την ιστορία στη level Λέβερ. Το δεύτερο είναι το κείμενο που ακολουθεί και δημοσιεύει σήμερα ο φιλόξενος Νικοκύρης. Απίθανα εύκολα. απίθανα γρήγορα αν και σίγουρα μετά χρειάζεται κάποιο χτένισμα, κάποια επεξεργασία Και γιατί η αναγνώριση δεν είναι 100% σωστή και γιατί ωραίος ο ρέον λόγος είναι διαφορετικός από τον γραπτό. Υπάρχουν κομπιάσματα, υπάρχουν επαναλήψεις, υπάρχουν αλλαγές στην πορεία καθώς λες κάτι, καθώς το υπαγορεύεις της, αλλά όλα αυτά δεν παύουν να δίνουν ένα κείμενο πολύ καλό. Το βλέπετε πώς είναι κι αν το δω στο δώσω χωρίς καθόλου επεξεργασία, θα γίνει ακόμα πιο κατανοητό Πόσο έχει προχωρήσει η διαδικασία της αυτόματης αναγνώρισης και μετατροπής της φωνής σε κείμενο! Το μόνο είναι ότι για να λειτουργήσει για η αναγνώριση σωστά χρειάζεται σύνδεση στο ίντερνετ. Γιατί η φωνή μου στέλνετεαι στα κεντρικά της Google και επιστρέφει σαν κείμενο. ο Που σημαίνει βέβαια ότι ό,τι λέμε ελέγχεται και αναλύεται όπως θέλει και όπως νομίζει η Google!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Συνεργασίες, Τεχνολογία | Με ετικέτα: , , , , | 100 Σχόλια »

Συνωστισμός στη Ριβιέρα

Posted by sarant στο 13 Απριλίου, 2020

Το Σάββατο που μας πέρασε, σύμφωνα με τα κανάλια, επικράτησε «απίστευτος συνωστισμός» στο Παλαιό Φάληρο και σε άλλα σημεία της «αθηναϊκής Ριβιέρας». Παρόλο που δεν μένω πολύ κοντά στην παραλία, μου αρέσει όταν πέφτει ο ήλιος να κάνω τη βόλτα μου στα σημεία του «απίστευτου συνωστισμού», κι αν τύχαινε να μ’ έχει πετύχει η καραντίνα στην Ελλάδα μπορεί να’μουν κι εγώ ανάμεσα στους συνωστιζόμενους -όμως έχω άλλοθι, είμαι πολύ μακριά, δυστυχώς.

Για να πω την αμαρτία μου, τον όρο «αθηναϊκή Ριβιέρα» τον ήξερα βέβαια, αλλά καθόλου δεν μου αρέσει και δεν τον χρησιμοποιώ, μου φαίνεται όρος γεννημένος από το μάρκετινγκ. Πάντως, έχει καθιερωθεί, σε σημείο να έχει αποκτήσει λήμμα στη Βικιπαίδεια, ελληνική τε και αγγλική. Είναι δηλαδή η περιοχή από τον Πειραιά ως το Σούνιο -η παραλιακή που τη λέγαμε πριν μεγαλοπιαστούμε.

Καμαρώνω ότι την έχω περπατήσει όλην, από το Πέραμα ως το Λαύριο, αν και φυσικά σε πολλές δόσεις, όχι μονομιάς -και φυσικά σε πολλά σημεία είναι αδύνατο να πας παραλιακά αφού πολυτελείς βιλάρες έχουν κλέίσει κάθε πρόσβαση, ενώ σε ένα-δυο μέρη απαγορεύεται με πινακίδα της τροχαίας η είσοδος σε όσους δεν είναι κάτοικοι ή προσκαλεσμένοι.

Γιατί Ριβιέρα; Γιατί έτσι έχει επικρατήσει να ονομάζεται η ακτογραμμή που έχει ωραίες πλαζ, ακριβά σπίτια, κέντρα διασκέδασης. Η γαλλική Ριβιέρα είναι αυτή που τη λέγαμε παλιά Κυανή Ακτή (οι Γάλλοι έτσι τη λέμε ακόμα) αλλά τώρα έχουν πληθύνει οι ανά τον κόσμο ριβιέρες, έχει και στην Αλβανία (με εξαιρετικές παραλίες με πολύ όμορφα χρώματα αλλά, λένε, και κιτσάτα κτίρια -στο Βουθρωτό να πάτε).

H λέξη ριβιέρα είναι ιταλικής ετυμολογίας, και ιταλική ήταν η πρώτη Riviera, η παραλιακή περιοχή γύρω από τη Γένοβα -ουσιαστικά από τη Λα Σπέτσια ως τη Μασσαλία, σε εποχές που τα σύνορα δεν ήταν τα σημερινά. Στα ιταλικά, σημαίνει «όχθη» -ίδια ρίζα με το γαλλικό rivière και το αγγλ. river, από το λατιν. ripa.

Tέλος πάντων, εμένα η αγαπημένη μου Ριβιέρα είναι το σινεμά στα Εξάρχεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παρίσι, Υγεία, Φαληρικά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »