Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αθυροστομίες’ Category

Κωστής Παλαμάς ακατάλληλος δι’ ανηλίκους

Posted by sarant στο 17 Φεβρουαρίου, 2017

Το σημερινό άρθρο έπρεπε να δημοσιευτεί χτες, που ήταν Τσικνοπέμπτη, μέρα που αφηνόμαστε στις κάθε λογής καταχρήσεις, τις γαστριμαργικές και τις άλλες. Χτες όμως είχαμε τα όγδοα γενέθλια του ιστολογίου, και με παιδιά οχτώ χρονών δεν παίζεις -απαιτούν να σβήσουν κεράκια, δεν παίρνουν από λόγια. Οπότε το άρθρο που ήτανε για χτες, δημοσιεύεται σήμερα Τσικνοπαρασκευή, κι ας κινδυνεύει να βρεθεί εκτός κλίματος, καθότι πέρασε πια η βραδιά της κραιπάλης, και ίσως σήμερα η τσίκνα να μας ενοχλεί.

Οπότε, προειδοποιώ πως το σημερινό άρθρο είναι ακατάλληλο δι’ ανηλίκους -το έβαλα και στον τίτλο για να μην έχουμε παρεξηγήσεις.

Θα μου πείτε, γιατί αποκαλώ ακατάλληλο δι’ ανηλίκους τον Παλαμά, τον μεγάλο ποιητή μας, που βέβαια, είναι η αλήθεια, στις μέρες μας διαβάζεται αρκετά λιγότερο. Ο χαρακτηρισμός δεν έχει να κάνει με τον ίδιο τον ποιητή ή με το έργο του, αλλά παραπέμπει σε ένα εφηβικό ευφυολόγημα, που συνηθίζαμε να λέμε τον καιρό που πήγαινα στο Γυμνάσιο, στη δεκαετία του 1970, και που νομίζω πως λέγεται και σήμερα -αν και αυτό θα μου το επιβεβαιώσετε εσείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Λαογραφία, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 323 Comments »

Ο έπαινος των γυναικών (Ακατάλληλον δι’ ανηλίκους)

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από τον «Έπαινο των γυναικών», όπως λέγεται ένα από τα πρώιμα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ένα απόσπασμα που το χαρακτήρισα «ακατάλληλον δι’ ανηλίκους» επειδή έχει ως θέμα του τις εξωσυζυγικές περιπέτειες των γυναικών, που τις περιγράφει χωρίς περιφράσεις και περιστροφές.

Από μια άποψη, το σημερινό άρθρο συναρτάται με το πρόσφατο άρθρο μας για τα συζυγικά κέρατα, ενώ έμμεσα σχετίζεται και με το άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει την προπερασμένη Κυριακή για την ανάγκη ή όχι μεταγλώττισης ή μετάφρασης του Παπαδιαμάντη.

Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. «Ο έπαινος των γυναικών» είναι ένα ανώνυμο δημώδες στιχούργημα που υπολογίζεται ότι γράφτηκε στα τέλη του 15ου αιώνα (την περίοδο 1485-1500) στην Κρήτη, αλλά μας παραδίδεται από ένα και μοναδικό χειρόγραφο που βρέθηκε στην Κέρκυρα και πάντως περιέχει σχετικά λίγους κρητικούς ιδιωματισμούς. Αποτελείται από 735 οχτασύλλαβους στίχους, γενικά ομοιοκατάληκτους.

Ο ανώνυμος ποιητής στο προοίμιο δηλώνει ότι σκοπός του είναι να εξετάσει «τα κακά τα’χουν [που έχουν] εις τα φυσικά τους» οι γυναίκες, και για να τις εξετάσει τις χωρίζει σε τρεις κατηγορίες: ανύπαντρες κοπέλες, παντρεμένες γυναίκες, και χήρες. Ωστόσο η μερίδα του λέοντος, περίπου 450 στίχοι από τους συνολικούς 735, αφιερώνεται στις παντρεμένες γυναίκες. Ο ανώνυμος ποιητής ξεκινάει από το ελάττωμα της φιλαρέσκειας και προχωράει σε άλλα «τυπικά γυναικεία» ελαττώματα και χαρακτηριστικά, όπως η συζυγική απιστία, η φιληδονία ή η κακία και η πονηριά. Βλέπουμε δηλαδή ότι ο τίτλος είναι ειρωνικός: πουθενά δεν επαινεί τις γυναίκες ο ανώνυμος ποιητής, μόνο τις κακολογεί.

«Αντιγυναικεία» έργα του τύπου αυτού υπάρχουν αρκετά στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, αλλά δεν έχει βρεθεί κάποιο που να αποτέλεσε το πρότυπο του «Επαίνου». Πάντως, όσο υπερβολικό κι αν είναι το κατηγορητήριο κατά των γυναικών, δείχνει ότι το έργο είναι γραμμένο σε μια εποχή όπου η γυναίκα είχε αρχίσει να αμφισβητεί την πατρική και συζυγική εξουσία -και ταυτόχρονα κινείται ολοφάνερα σε αστικό περιβάλλον, μάλλον στον Χάνδακα, στο σημερινό Ηράκλειο πρέπει να γράφτηκε.

b189802Όπως θα δείτε, το στιχούργημα δεν διεκδικεί δάφνες για την τέχνη του, ούτε και για την τεχνική του. Είναι αξιόλογο επειδή υπάρχει, θα λέγαμε. Πάντως δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία, όσο κι αν πρέπει να τα φιλτράρουμε, παίρνοντας υπόψη την υπερβολή και την προκατάληψη του ποιητή.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι η δημώδης γλώσσα των αρχών των Νεότερων χρόνων -μια γλώσσα μικτή, όπου στον καμβά της πρώιμης νεοελληνικής υπάρχουν λόγια στοιχεία καθώς και κάποιοι αρχαϊσμοί. Ιδιωματικοί τύποι όπως είπαμε υπάρχουν, αλλά είναι μάλλον λιγοστοί.

Ο Έπαινος των γυναικών κυκλοφόρησε πριν από μερικά χρόνια σε υποδειγματική έκδοση από το πρωτοπόρο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών της Θεσσαλονίκης, σε πλουσιότατη επιμέλεια της Σωτηρίας Σταυρακοπούλου. Η έκδοση είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», πέμπτος τόμος της σειράς. Εγώ ομολογώ ότι το έργο το πληροφορήθηκα από κάποια αποσπάσματα που δημοσίευσε πριν από κανένα χρόνο ο φίλος Τάσος Καπλάνης στην Αυγή, όταν για ένα μήνα είχε αναλάβει την εκ περιτροπής θέση του ανθολόγου. Ο Τάσος έχει κάνει και κάποια εργασία για τον Έπαινο, αλλά δεν την έχω δει.

Φυσικά υπάρχει εκτενής πρόλογος, πλούσια εικονογράφηση, επίμετρο με παράλληλα κείμενα, ενώ ανάμεσα στις ενότητες του ποιήματος η επιμελήτρια παρεμβάλλει μικρά, πολύ ενδιαφέροντα δοκίμια που φωτίζουν διάφορα θέματα που θίγονται στο ποίημα. Ξαναλέω, πρόκειται για έκδοση υποδειγματική, όπως όλες σχεδόν του ΙΝΣ -αν ήταν να επισημάνω μια έλλειψη, θα ανέφερα ότι δεν υπάρχει γλωσσάρι και ότι το γλωσσικό-λεξιλογικό τμήμα αναπτύσσεται πολύ λιγότερο από το πραγματολογικό. Η ετυμολογία απουσιάζει εντελώς.

Αλλά δεν υπάρχει μεγάλη ανάγκη για γλωσσάρι, για τον απλό λόγο ότι η επιμελήτρια έκανε μια ασυνήθιστη επιλογή: αντικριστά στο κείμενο παραθέτει μετάφρασή του στη σημερινή νεοελληνική -γι’ αυτό είπα ότι το σημερινό άρθρο συνδέεται με εκείνο για τη μεταγλώττιση του Παπαδιαμάντη. Αναδημοσιεύω κι εγώ τη μετάφραση πλάι στο πρωτότυπο (με τη βοήθεια του Στάζιμπου για τα τεχνικά) κι εσείς θα κρίνετε αν είναι περιττή, απαραίτητη ή απλώς χρήσιμη.

Σκόρπιους στίχους του Επαίνου μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο, κυρίως εδώ. Προτίμησα να μην κορφολογήσω στίχους και αποσπάσματα, αλλά να παραθέσω ένα ενιαίο εκτενές απόσπασμα, τους στίχους 208 έως 325, δηλαδή σχεδόν το ένα έκτο του συνόλου. Έτσι θα πάρετε μια αντικειμενική εικόνα -βέβαια, το ενιαίο απόσπασμα είναι πιο βαρετό από τα κορφολογήματα. Να σημειωθεί ότι δεν έκανα μετατροπή σε μονοτονικό, για τον απλό λόγο ότι το βιβλίο είναι ήδη τυπωμένο μονοτονικά, όπως άλλωστε πρέπει να τυπώνονται τα πρώιμα νεοελληνικά κείμενα. Το φως σε ό,τι αφορά τη φιλολογία στην Ελλάδα έρχεται από τον Βορρά, εδώ και 90 χρόνια. Στο τέλος λέω μερικά λεξιλογικά.

Και άλλες όταν παντρευτούν,
θέλουν δια να ποπευτούν
δοκιμάζουν και άλλους θέλουν,
να σκολάσουν πλέο δε θέλουν.
Φαίνεται της σαν το μέλι
και γοργά πάει εις το μπουρδελι,
νέον, γέρον, δεν την μέλει,
βάνει και μικρόν κοπέλι
και τον άνδρα της ου θέλει,
επειδή τον έχει ως τρέλη.
Και όσες έναι οπού το κάμαν
τούτο το κακόν το πράμαν,
δύσκολα δια να το αφήσουν,
ειμή μόνο ν’ αστοχήσουν
ή να πάρουσιν ζουλιάρην
ή κακόν μαλωματάρην
ή κανένα παλληκάριν
να ’χει φρόνεσην και χάρην
και καλά να την φυλάσσει
ότι να μη τον γελάσει.
Αμή, όσα θέλει ας την φυλάει,
δεν μπορεί να το απαλλάγει
και τον κόπον μόνον χάνει,
αμή αυτήν δεν τηνε πιάνει,
ειμή μόνο αν εστεκέτο
πάντα να μη κοιμιζέτο
και να την αγκαλιαζέτο,
μετά κείνην να σφαλιέτο,
εις σετούκι να έμπει απέσω.
Και να πει ότι: «Θε να πέσω»,
ή ότι: «Κόπτει με να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να την πει: «Κάμε το αυτού
ένα και άλλον, και ας κτυπούν.»
Και αν ειπεί: «Να κατουρήσω,
δεν πορώ δια να τουρήσω»,
να την λέει ώς και αυτό:
«Εδαυτού σε το κρατώ,
πάντα σου δια να το κάμνεις
και από την μοιχείαν να λείπεις.»
Και αν ειπεί: «Και αν πεινάσω
και καμπόσο να διψάσω,
πού να το εύρω να χορτάσω
εδώ μέσα οπό πλαντάσσω;»,
να την πει: «Εγώ, μά τ’ άγια,
και μά τα μυστήρια τα άγια,
δύνομαι να σε χορταίνω
και σφικτά να σε βασταίνω.»
Κι αν αυτή το στεργηθεί
εκεί μέσα να σταθεί,
πρέπει να μη κοιμηθεί
και ποσώς μη πλανεύει,
ώστα ζει να την θωρεί,
νύκτα ημέρα ως ημπορεί,
και έτοιμος με το σπαθί
να την κρατεί, μη γαμηθεί·
τότες έναι δυνατό
να μηδέν κερατωθεί.
Αμή αλλέως δεν έχει φύση
άνθρωπος να την κρατήσει
την γυνήν την πομπεμένην
και την μουτζοπαντρεμένην
και την άλλην την καμένην
οπού ευρέθη εγκαστρωμένη.
Αμή αν θέλεις να κοιμάσαι,
πάντοτες αυτή πλανά σε.
Μερικές εις το κρεβάτι
έχουν καύχους, και κτυπά τη,
και τον άνδρα ωσάν προβάτο
έχει τον και ωσάν κτημάτο.
Άτυχος, ουδέ γρικά τη
‘τι μαγεύει τον με κάτι,
και πίσω άλλος πελεκά τη.
Λέει το ότι δοικά τη,
αμή εκείνη λέει πάντα:
«Βάρει! Μόνον αν επλάντα!
Ο κρουσμένος σαν κοιμάται,
ως το ξύλον δεν γρικάται.»
Δεν σας λέγω όταν λείπει
ο άνδρας εις την μαύρην λύπη
τότε έχει τον καιρόν
να χορεύει τον χορόν·
βλέπει τον ωσάν ξερόν,
λέγει: «Θε να ’βρω να χαρώ
με άλλον, νέον τρυφερόν,
να με ποίσει ωσάν πτερό
‘λαφρικήν και γλυκασμένην
την καρδιά μου την καμένην.»
Την αλήθεια, τέτοιον πράγμα
δεν εφάνηκεν εις γράμμα,
οπού κάμνουν οι γυναίκες,
να ’ναι ξενοπηδημένες.
‘Δέτε μόνο αν έχει γνώση
η γυναίκα να μετρήσει
ένα, δύο και τα τρία
(ναι, μα την Οδηγητρία!),
ήγουν την ζωήν που ζούμεν
και το πλέον, οπού γρικούμεν,
και το τρίτον, την τιμήν τους,
πόναι πλέο από την ζωήν τους.
Αμή εκείνες ’δέ θυμούνται,
ουδέ τάσσου, ουδέ φοβούνται
να μηδέν τας εγρικήσουν
και τας κάρας τους τσακίσουν,
ήγου οι βαριομοιριασμένοι,
οι άνδρες των οι μαγεμένοι.
Μόνον λέγουν ας χορτάσουν,
κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν,
δεν φοβούνται να τας πιάσουν,
ουδέ καν να τας γρικήσουν,
και εντροπήν ουδέν ψηφούν
να ποπεύονται κρυφά.
Και όταν έλθει να την φτάσει,
θέλει διά να την πιάσει,
έναι νόμος δια να χάσει
το προικιόν της, αν πλαντάζει·
τότες απομένει γδούρια
και πηδούν τη τα γαδούρια.
Και άλλες, όταν παντρευτούν,
το πάνε φιρί φιρί να ντροπιαστούν·
δοκιμάζουν και άλλους ποθούν,
δεν θέλουν πια να σταματήσουν.
Της φαίνεται σαν το μέλι
και γρήγορα καταλήγει στο μπουρδέλο,
νέο, γέρο, δεν τη νοιάζει,
παίρνει και μικρό αγόρι·
και ο άντρας της δεν της αρέσει,
επειδή τον θεωρεί τρελό.
Και όσες το έκαναν
τούτο το κακό το πράμα,
δύσκολο να το αφήσουν,
παρά μόνο αν κάνουν λάθος
και πάρουν άντρα ζηλιάρη
ή κακό καβγατζή
ή κανένα νεαρό
που να έχει σύνεση και δύναμη
και να τη φυλάει
καλά για να μην τον απατήσει.
Αλλά, όσο θέλει ας τη φυλάει,
δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ αυτό
και μόνο χάνει τον κόπο του,
αυτή δεν τη συγκρατεί,
παρά μόνο αν στεκόταν
πάντα ξύπνιος
και την αγκάλιαζε
και κλεινόταν μαζί της
κι έμπαινε μέσα σε σεντούκι.
Και αν του έλεγε «Θα ξαπλώσω»,
ή «Μου έρχεται να χέσω,
και να ράψω και να κλώσω»,
να της απαντούσε: «Κάνε το εδώ
και το ένα και το άλλο, κι ας χτυπούν απέξω.»
Και αν έλεγε «Να κατουρήσω,
δεν μπορώ να αντέξω»,
να της έλεγε ακόμη κι αυτό:
«Ορίστε, εδώ σου το κρατώ,
πάντα να το κάνεις
και να αποφεύγεις τη μοιχεία.»
Και αν έλεγε: «Κι άμα πεινάσω
και διψάσω πολύ,
πού θα βρω να χορτάσω
εδώ μέσα που πλαντάζω;»,
να της απαντούσε: «Εγώ, μά τα ιερά,
και μά τ’ άγια μυστήρια,
μπορώ να σε χορταίνω
και να σε βαστάω σφιχτά.»
Και αν εκείνη το δεχτεί
να μείνει εκεί μέσα,
πρέπει αυτός να μην κοιμάται
και καθόλου να μην ξεγελιέται,
να την προσέχει όσο ζει,
νύχτα μέρα, όπως μπορεί,
κι έτοιμος με το σπαθί
να την κρατάει, για να μη γαμηθεί·
τότε είναι δυνατό
να μη φορέσει κέρατα.
Μα, αλλιώς, δεν έχει φυσική δύναμη
ο άντρας να την κρατήσει
τη γυναίκα την ξευτελισμένη
και τη διαπομπευμένη σύζυγο
και την άλλη την καημένη
που βρέθηκε γκαστρωμένη.
Πάντως, αν θέλεις να κοιμάσαι,
αυτή πάντα θα σε εξαπατά.
Μερικές στο κρεβάτι
έχουν αγαπητικούς, και την πηδάνε,
και τον άντρα της σαν πρόβατο
τον έχει και σαν ζώο.
Ο κακότυχος, ούτε καν την ακούει,
γιατί τον μαγεύει με κάτι,
και ύστερα άλλος την κανονίζει.
Λέει ότι την εξουσιάζει,
αλλά εκείνη λέει συνέχεια:
«Απαύτωνέ με! Αχ, και μόνο να ψοφούσε!
Ο κερατάς όταν κοιμάται,
είναι αναίσθητος σαν το ξύλο.»
Δεν σας λέω τί γίνεται όταν λείπει
ο άντρας της· στη μαύρη λύπη μέσα
τότε έχει τον καιρό
να χορεύει τον ερωτικό χορό·
βλέπει τον άντρα της σαν ψοφίμι,
λέει: «Θα βρω για να χαρώ
άλλον, νέο τρυφερό,
να μου κάνει σαν φτερό
ελαφριά και γλυκαμένη
την καρδιά μου την καημένη.»
Αλήθεια, τέτοιο πράγμα
δεν έχει γραφτεί ακόμα,
αυτό που κάνουν οι γυναίκες,
που πηδιούνται με ξένους.
Δείτε μόνο αν έχει μυαλό
η γυναίκα να μετρήσει
το ένα, δύο και τρία
(ναι, μά την Παναγιά την Οδηγήτρια!),
δηλαδή πρώτον τη ζωή που ζούμε,
δεύτερον την αντίληψη που έχουμε,
και, τρίτον, την τιμή τους,
που είναι πιο πάνω κι από τη ζωή τους.
Αλλά εκείνες τίποτε δεν λογαριάζουν,
ούτε υπόσχονται, ούτε φοβούνται
μήπως τις πάρουν είδηση
και τσακίσουν τα κεφάλια τους,
εννοώ οι κακότυχοι
οι άντρες τους οι μαγεμένοι.
Το μόνο που λένε είναι οι ίδιες να χορτάσουν,
κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται,
δεν φοβούνται μήπως τις τσακώσουν,
ούτε καν μήπως τις πάρουν χαμπάρι,
και καθόλου δεν θεωρούν ντροπή
το να ξευτελίζονται κρυφά.
Μα όταν συμβεί να τη βρει,
και να την πιάσει στα πράσα,
ο νόμος είναι να χάσει
την προίκα της, αν σκάσει από πόθο·
τότε απομένει φτωχή
και την πηδούν τα γαϊδούρια.
208
 
210
 
 
 
 
 
 
 
 
 
220
 
 
 
 
 
 
 
 
 
230
 
 
 
 
 
 
 
 
 
240
 
 
 
 
 
 
 
 
 
250
 
 
 
 
 
 
 
 
 
260
 
 
 
 
 
 
 
 
 
270
 
 
 
 
 
 
 
 
 
280
 
 
 
 
 
 
 
 
 
290
 
 
 
 
 
 
 
 
 
300
 
 
 
 
 
 
 
 
 
310
 
 
 
 
 
 
 
 
 
320
 
 
 
 
325

Μερικά λεξιλογικά:

* Στον στίχο 324, στην απόδοση, παραλείπω την επεξηγηματική προσθήκη της επιμελήτριας: [και συνουσιαστεί με άλλον] επειδή μου χαλάει τη στοίχιση.

* Μια γενική παρατήρηση, ότι σε πολλές περιπτώσεις τα μπ, ντ γράφονται π, τ (ποπευτούν αντί πομπευτούν, σετούκι αντί σεντούκι, πορώ αντί μπορώ και άλλα πολλά). Δεν είδα κάπου μια αναφορά σε αυτό το φαινόμενο ή μια εξήγησή του, αν είναι δηλαδή σύμβαση της γραφής ή αν έχει πραγματική βάση -ίσως όμως να υπήρχε αναφορά και να μην την πρόσεξα.

* Στίχος 217, «επειδή τον έχει ως τρέλη». Η επιμελήτρια μεταφράζει «επειδή τον θεωρεί τρελό». Δεν ξέρω αν ο τύπος «τρέλης» υπάρχει ή αν έγινε για χάρη της ομοιοκαταληξίας, αλλά αναρωτιέμαι γιατί απορρίφθηκε ο απλός παρατονισμός (που τέτοιους έχει πολλούς χάρη της ρίμας στο ποίημα) δηλαδή «επειδή τον έχει ως τρελή». Αλλά λέξη «τρέλλης» υπάρχει όπως με πληροφορεί το σχ. 21 οπότε εδώ μάλλον κακώς αναρωτήθηκα.

* Στίχος 243, «να τουρήσω». Πρόκειται πάλι για τη γραφή τ αντί για ντ. Ο τύπος είναι «να ντουρήσω», από το ρήμα «ντουρώ», αντέχω, και αλλού «διατηρούμαι», που είναι δάνειο από το βενετικό durar, ιταλικό durare. Να σημειώσουμε ότι και το κοινό «φτουράω» προέρχεται μάλλον από το λατ. obduro.

* 269 «μουτζοπαντρεμένη» Σύνθετο που μας θυμίζει την πρακτική της διαπόμπευσης των μοιχαλίδων -φυσικά για τη μούντζα αξίζει να γραφτεί άρθρο, να δούμε πότε θ’ αξιωθώ.

* 275 «καύχους». Καύκος και καύχος ο αγαπητικός, καύκα και καύχα η αγαπητικιά. Και για τη λέξη αυτή αξίζει άρθρο, μεταξύ άλλων επειδή η ετυμολογία της είναι σκληρό καρύδι που αντιστέκεται -μπορεί πάντως να έχει σχέση με το ποτήρι τον καύκο (του γνωστού βυζαντινού συνθήματος Πάλιν τον καύκον έπιες…) Στην Κύπρο οι λέξεις καύκος και καύκα είναι σε χρήση -ο αστικός μύθος λέει ότι το 1970 το τελωνείο απέρριψε βιβλίο του Κάφκα που ερχόταν από Ελλάδα επειδή το θεώρησαν άσεμνο αφού μιλούσε για ερωμένες (καύκα, νόμισε ο τελώνης).

* 275 «κτυπά τη» – μια από τις πολλές λέξεις για την ερωτική πράξη. Βλ. και «βαράει» ή «πελεκάει» αμέσως πιο κάτω, ενώ ο κερατωμένος σύζυγος λέγεται «κρουσμένος»

* 309 «ουδέ τάσσου» [τάσσουν] Η επιμελήτρια το μεταφράζει «υπόσχονται», και εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται λογικό, αφού τάσσω = τάζω, αλλά το νόημα δεν βγαίνει. Στον στίχο  315 πιο κάτω, το «κίνδυνον ποσώς δεν τάσσουν» αποδίδεται πειστικά «κίνδυνο καθόλου δεν σκέφτονται», οπότε εικάζω ότι αυτό είναι και εδώ το νόημα, οι γυναίκες «δεν σκέφτονται/νοιάζονται, δεν φοβούνται». Δυστυχώς η έκδοση του μεσαιωνικού λεξικού του Κριαρά δεν έχει φτάσει ως το Τ ακόμα (ο 19ος τόμος τελειώνει στο σιργ-) οπότε δεν μπορώ να ανατρέξω εκεί, βρίσκω όμως την ίδια σημασία, τάσσω= σκέφτομαι, νοιάζομαι και στον Πόλεμο της Τρωάδας:

Ἐξ ὅ, τι καὶ ἂν ἐχάσασιν οἱ Ἕλληνες ἀπάρτι,
ὅλον ἐλησμονῆσαν το, τίποτε δὲν τὸ τάσσουν

οπότε πείθομαι ότι το διαβάζω σωστά.

* 324 «απομένει γδούρια», αποδίδεται «φτωχή», αλλά είναι λιγάκι πιο έντονο. Γδούρης είναι ο πάμφτωχος, που δεν του έχει απομείνει τίποτα, που τον «έχουν γδάρει» μεταφορικά. Αυτή είναι άλλωστε και η ετυμολογία της λέξης, αφού προέρχεται από το εκδόριον, εκδούριν και το κδ τρέπεται σε γδ. Εδώ, η μοιχαλίδα που σκάει από τον πόθο και συνουσιάζεται με άλλον βάσει του νόμου χάνει την περιουσία της (και την προικώα, υποθέτω) οπότε μένει επί ξύλου κρεμάμενη, τσίτσιδη, όχι απλώς φτωχή. Στο Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου, του Π. Κουσαθανά, βρίσκω ότι «γδούρι» σημαίνει α) κουρεμένος γουλί, β) γυμνός, ολότελα χαμένος σε τυχερό παιχνίδι.

Οπότε, το μοναδικό παράπονο από αυτή την έξοχη έκδοση είναι πως δεν είχε δέκα σελιδούλες παραπάνω με μερικά γλωσσικά σχόλια σαν κι αυτά που σημείωσα.

 

 

Posted in Αθυροστομίες, Δύο φύλα, Κρήτη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 136 Comments »

Του κερατά

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2017

Φυλλομετρούσα προχτές το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Συμποτικά επιγράμματα», που περιλαμβάνει 64 επιγράμματα από το 11ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που κατατάσσονται στην κατηγορία των συμποτικών -πολλά είναι πειραχτικά, σαν κι αυτό που έτυχε να προσέξω, και που θα δώσει το έναυσμα για το σημερινό μας άρθρο.

Είναι λοιπόν ένα επίγραμμα του Καλλικτήρος του Μανησίου, το εξής:

Ὅστις ἔσω πυροὺς καταλαμβάνει οὐκ ἀγοράζων,
κείνου Ἀμαλθείας ἁ γυνά ἐστι κέρας.

Χρειάζεται μετάφραση; Όχι βέβαια, διότι η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Επειδή όμως με διαβάζει κι ένας αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά, παραθέτω την (όχι κατά λέξη, εννοείται) απόδοση του Παντελή Μπουκάλα:

Όποιος ποτέ του στάρι δεν αγόρασε μα πάντα σπίτι του το βρίσκει,
κέρατο της Αμάλθειας έχει τη γυναικούλα του.

Τον μύθο με το κέρας της Αμάλθειας τον ξέρουμε βέβαια, και θα το έχετε δει και σε παραστάσεις να βγάζει από μέσα χίλια δυο καλά. Ο φίλος Παντελής διόλου τυχαία δεν διάλεξε να γράψει «κέρατο» της Αμάλθειας, διότι, όπως λέει στα σχόλια, ασφαλώς εδώ υπάρχει λογοπαίγνιο ανάμεσα στο κέρας της Αμάλθειας και στον κερατά σύζυγο, που βρίσκει το τραπέζι του πάντοτε γεμάτο χάρη στις απιστίες της γυναίκας του.

Πράγματι, η σύνδεση του απατημένου συζύγου με το κέρατο είναι παλιά. Ο Μπουκάλας παραθέτει απόσπασμα από το Ονειροκριτικόν του Αρτεμίδωρου (2ος αι. μ.Χ.) όπου κάποιος που επρόκειτο να παντρευτεί είχε δει όνειρο ότι καβαλούσε κριάρι και έπεσε, και η ετυμηγορία ήταν «ἡ γυνή σου πορνεύσει καὶ τὸ λεγόμενον κέρατα αὐτῷ ποιήσει» -ήταν δηλαδή από τότε παροιμιώδης η έκφραση. Παραθέτει επίσης ο Μπουκάλας σκωπτικό επίγραμμα του Λουκίλλιου «Εις γραμματικόν κερασφόρον»:

Ἔξω παιδεύεις Πάριδος κακὰ καὶ Μενελάου
ἔνδον ἔχων πολλοὺς σῆς Ἑλένης Πάριδας.

που το αποδίδει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 278 Comments »

Και κυρίως μη ζητήσετε τασάκι!

Posted by sarant στο 7 Οκτωβρίου, 2016

Στο προχτεσινό άρθρο μας, το κείμενο της Τέτης Σώλου με τις 111 λέξεις τουρκικής προέλευσης, υπήρχε και η λέξη «τασάκι». Τόσο στο ιστολόγιο όσο και στο Φέισμπουκ, έγιναν σχόλια από φίλους, όλα περίπου στο ίδιο πνεύμα -αναρωτιούνταν οι φίλοι αν το τασάκι έχει όντως τουρκική προέλευση, δεδομένου ότι, όπως ήξεραν οι ίδιοι, στα τουρκικά tasak σημαίνει κάτι άλλο, και, όπως έγραψε εδώ ένας φίλος, θα ήταν κακή ιδέα να ζητήσετε από έναν Τούρκο σερβιτόρο να σας φέρει ένα tasak.

Πριν προχωρήσω, να προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο ασχολείται με και περιέχει λέξεις μη κόσμιες, οπότε αν ενοχλείστε μην προχωρήσετε την ανάγνωση. Εγώ δεν πολυσυνηθίζω τις «κακές» λέξεις, αλλά όταν τις χρησιμοποιώ δεν τις μασκαρεύω με αστερίσκους και τελίτσες, κι έτσι, όπως είπαμε και στυο προηγούμενο άρθρο, ο λόγος που θα ήταν κακή ιδέα να ζητήσετε από έναν Τούρκο σερβιτόρο να σας φέρει ένα «τασάκ» είναι ότι στα τουρκικά η λέξη αυτή σημαίνει «όρχις», κοινώς «αρχίδι».

Παρ’ όλ’ αυτά, το τασάκι έχει τουρκική προέλευση, διότι είναι υποκοριστικό της λέξης τάσι, που σημαίνει (αρχικά) ένα κύπελλο με πλατύ στόμιο (μου’δωσες νερό σ’ ασημένιο τάσι, λέει το τραγούδι) αλλά και πιάτο ή πιατάκι ενώ έχουμε στη νεότερη εποχή και τα τάσια των αυτοκινήτων. Αυτό το τάσι είναι δάνειο από το τουρκ. tas, που είναι αραβικής προέλευσης -και από την αραβική λέξη προήλθε και το γαλλικό tasse.

Λέξη tasak στα τούρκικα δεν υπάρχει -ο όρχις είναι taşak, με τσιγκελάκι κάτω από το s. Συγγενεύει με τη λέξη taş που είναι η πέτρα. Η τουρκική λέξη είναι γνωστή (όχι πολύ) στη βόρεια Ελλάδα, όπου κάποιοι ξέρουν και τη βρισιά ‘τεκ τασάκ’ (μονάρχιδος).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά ευτράπελα | Με ετικέτα: , | 330 Comments »

Το πονηρό φρούτο

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2016

Είναι η εποχή τους και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω δημοσιεύσει, τόσα χρόνια, άρθρο για τον πανάρχαιο αυτόν καρπό -εννοώ τα σύκα. Βέβαια, έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άρθρα για την προέλευση της λέξης ‘συκοφάντης’ ή για την ετυμολογία του συκωτιού ή για την έκφραση ‘λέω τα σύκα σύκα’, αλλά σε αυτό καθαυτό το σύκο δεν έχω βάλει άρθρο.

Οπότε επανορθώνω σήμερα, παίρνοντας το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» -προσθέτω μερικά λινκ και ορισμένες λεπτομέρειες.

sykaΤα σύκα είναι από τους πρώτους καρπούς που μάζεψε και λίγο αργότερα καλλιέργησε ο άνθρωπος και ανήκει, μαζί με την ελιά και το σταφύλι, στην τριάδα των μεσογειακών καρπών. Η παρουσία του στο διαιτολόγιο και γενικά στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων ήταν εντονότατη, πολύ περισσότερο που οι αρχαίοι δεν γνώριζαν μια σειρά από τροφές που σήμερα θεωρούνται αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής κουζίνας. Το σύκο ήταν πολύτιμο και για έναν ακόμη λόγο: διατηρείται καλά και πολύ όταν ξεραθεί. Συχνά το δείπνο των αρχαίων Αθηναίων ήταν ένα πιάτο ξερά σύκα, που επειδή περιέχουν πολλά ζάχαρα έχουν μεγάλη θερμιδική αξία.

Συκιές υπάρχουν κιόλας στον Όμηρο: στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, όταν ο Λαέρτης ζητάει σημάδι από τον Οδυσσέα ότι είναι γιος του, αυτός του θυμίζει πως του είχε χαρίσει, σαν ήταν παιδί, δεκατρείς αχλαδιές, δέκα μηλιές και σαράντα συκιές. Νωρίτερα, στη χώρα των Φαιάκων, ανάμεσα στα άλλα οπωροφόρα υπάρχουν και «συκέαι γλυκεραί». Τα αττικά σύκα εθεωρούντο περιζήτητα και τη φήμη τους αντανακλά η (αναληθής, όπως φαίνεται) ιστορία που οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε στο σχολείο, για τον νόμο που απαγόρευε την εξαγωγή τους και τους συκοφάντες που, υποτίθεται, κατέδιδαν όσους τα έβγαζαν από την Αττική παράνομα.

Τέτοιος νόμος ή ψήφισμα δεν έχει βρεθεί πουθενά, και δεν θα είχε και πολύ νόημα, αφού σύκα είχε σε αφθονία όλη η Ελλάδα. Πώς όμως προέκυψε η λέξη συκοφάντης; Έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες, αλλά η πιο πειστική φαίνεται να είναι ότι συκοφάντες ονομάζονταν αυτοί που αποκάλυπταν όσους είχαν σύκα κρυμμένα στα ρούχα τους, δηλαδή μια ασήμαντη μικροκλοπή, και κατ’ επέκταση όσοι κατέδιδαν ασήμαντες πράξεις και στη συνέχεια έκαναν ψευδείς καταγγελίες. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη· πράγματι, στα συμπόσια πολλοί παράσιτοι θα έφευγαν έχοντας κρύψει ξερά σύκα και άλλα τραγήματα στο ιμάτιό τους. (Για μια επισκόπηση των θεωριών σχετικά με την προέλευση της λέξης, δείτε το παλιότερο άρθρο μας -όμως και τα σχόλια είναι σημαντικά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 222 Comments »

Και πάλι, ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2016

Και σήμερα βάζω επανάληψη, όχι μόνο επειδή είναι καλοκαίρι και το καλοκαίρι βάζουμε επαναλήψεις, αλλά και επειδή το αρχικό άρθρο, που είχε δημοσιευτεί όταν το ιστολόγιο βρισκόταν ακόμα στον τέταρτο μήνα της ζωής του (σήμερα διάγουμε το όγδοό μας έτος), είχε περάσει μάλλον απαρατήρητο. Βέβαια, πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι το σημερινό άρθρο έχει πονηρά υπονοούμενα, είναι δηλαδή σόκιν όπως λέγαμε τα παλιά χρόνια -οπότε μην το δείξετε στη μαμά σας. Επίσης, έχω προσθέσει στο τέλος μερικές ακόμα γυμνασιακές αθυροστομίες, που δεν υπήρχαν στο αρχικό άρθρο.

Και μια έκκληση για εθελοντές ή μάλλον για έναν εθελοντή -ζητάω κάποιον να μου πληκτρολογήσει ένα αξιοπερίεργο για την επόμενη Κυριακή, τρεις μεγάλες (αλλά όχι πυκνοτυπωμένες) σελίδες παλιού περιοδικού. Ή και δύο, αν το μοιράσουμε. Θα τηρηθει σειρά προτεραιότητας 🙂

Πριν από κάμποσα χρόνια, ο φίλος Γιάννης Χάρης είχε δημοσιέψει στο ιστολόγιό του την εξής διασκεδαστική ιστορία που έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον:

…και μια παλιά ιστορία, από τις άπειρες που μου ‘λεγε ο αλεξανδρινός συγγραφέας Μανόλης Γιαλουράκης (1921-1987) -τη γράφω πριν την ξεχάσω εντελώς, ήδη δεν είμαι σίγουρος για όλες τις λεπτομέρειές της, έψαξα και στο ίντερνετ, τίποτα σχετικό, μακάρι να βρεθεί κάποιος που να ξέρει και να συμπληρώσει ή να διορθώσει:

Κάποια εποχή λοιπόν ο Λαπαθιώτης που ήταν τσακωμένος με τον Πέτρο Χάρη (ψευδώνυμο, ε; μην το ξεχνάμε) έστειλε στη Νέα Εστία ένα ποίημα. Κολακεύτηκε ο Πετροχάρης που ο ποιητής τού ξεθύμωσε και του έστειλε και ποίημα, και το έβαλε στην πρώτη σελίδα (ή ίσως και στο εξώφυλλο;). Το ποίημα είχε τίτλο «Καρκινική επιγραφή», τέλειωνε με κάτι σαν απόφαση του ποιητή να επισκεφτεί την περίφημη κρήνη, όπου -έλεγε ο τελευταίος στίχος-

ίσως και της ψυχής μου νίψω λίγα μίση

[διαβάστε φωναχτά, και θα καταλάβετε το τι χαμός έγινε μόλις κυκλοφόρησε το τεύχος…]

Να πω εδώ ότι ο Πέτρος Χάρης (1902-1998) λεγόταν στην πραγματικότητα Ιωάννης Μαρμαριάδης, οπότε ο Γιάννης Χάρης είναι και συνονόματος με τον παλιό λόγιο (στο πραγματικό του ονοματεπώνυμο) αλλά και συνεπώνυμός του (στο ψευδώνυμό του).

Επειδή μελετάω τον Λαπαθιώτη, όταν διάβασα την ανάρτηση αυτή έγραψα στον Γιάννη Χάρη, αλλά δεν θυμόταν κάτι περισσότερο από τα παραπάνω. Στο μεταξύ, τα περισσότερα τεύχη της Νέας Εστίας υπάρχουν σε ηλεκτρονική μορφή στο ΕΚΕΒΙ, αλλά τέτοιο πρωτοσέλιδο ποίημα δεν φαίνεται να υπάρχει. Ούτε μ’ αυτό τον τίτλο, ούτε μ’ αυτό τον τελευταίο στίχο. Άρα; Πλαστή η ιστορία του Γιαλουράκη; Απλώς μπεντροβάτη; Όχι αναγκαστικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Επαναλήψεις, Λαπαθιώτης, Φάρσες | Με ετικέτα: , , , | 119 Comments »

Από πότε υπάρχουν μαλάκες;

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2016

Απανέκαθεν, θα πείτε, ή έστω «ανέκαθεν» ή από τότε που βγήκαν οι λάσπες, αλλά η ερώτηση του τίτλου είναι καθαρά γλωσσική, ενδιαφέρεται παναπεί για τη λέξη και όχι για το σημαινόμενό της. Αλλά ούτε και τη λέξη καθαυτή θα εξαντλήσουμε, κι ας είναι (λένε κάποιοι) η γνωστότερη στο εξωτερικό ελληνική λέξη ή η συχνότερη ελληνική προσφώνηση.

Το άρθρο γράφεται κυρίως για να φιλοξενήσει δυο λεξιλογικά ευρήματα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Spiridione, που τα κρατούσα στο ηλεσυρτάρι ελπίζοντας να βρω καιρό να εξετάσω σφαιρικά κι ολόπλευρα το ζήτημα, αλλά επειδή κάτι τέτοιο είναι αμφίβολο αν θα το μπορέσω στο κοντινό μέλλον λέω να τα παρουσιάσω τώρα, κι ας μην καλύπτουν πλήρως το θέμα -που έτσι κι αλλιώς δεν καλύπτεται εύκολα. Οπότε, προσθέτω κι εγώ τα ετυμολογικά μου κι έγινε το αρθράκι.

Αλλά να δούμε πρώτα την ετυμολογία της λέξης. Ο μαλάκας προέρχεται από το μεσαιωνικό «η μαλάκα» = η μαλάκυνση.

Η αρχή βρίσκεται στο αρχαίο επίθετο «μαλακός», που δεν σήμαινε μόνο τα μαλακά αντικείμενα, ή τον μειλίχιο άνθρωπο, αλλά και  τον δειλό, τον ηθικά αδύναμο, τον θηλυπρεπή, τον παθητικό ομοφυλόφιλο.  Η μαλακία είναι λέξη διάσημη από τον Επιτάφιο του Περικλή, όπως τον παραδίδει ο Θουκυδίδης, και τη διάσημη φράση «φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας», στην οποία, προς δόξαν της αδιατάραχτης συνέχειας της ελληνικής γλώσσας, ούτε η ευτέλεια σημαίνει τη σημερινήν ευτέλεια, ούτε η μαλακία τη σημερινή μαλακία. Δίνω τη μετάφραση της Έλλης Λαμπρίδη: Αγαπούμε δηλαδή και δουλεύομε την ομορφιά χωρίς να τη συγχέομε με την πολυτέλεια, και κυνηγούμε τη γνώση και τη σοφία χωρίς για τούτο να χάνομε τον αντρισμό μας·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 297 Comments »

Η μέρα του πι

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2016

piΣήμερα είναι 14 Μαρτίου, 14/3 δηλαδή, κι άμα το γράψουμε αμερικανοπρεπώς είναι 3/14, οπότε δεν είναι ανεξήγητο που διάλεξα αυτή την ημερομηνία για να παρουσιάσω ένα άρθρο αφιερωμένο στο π -μάλιστα το περίεργο είναι που δεν το σκέφτηκα νωρίτερα, κάποιαν από τις προηγούμενες χρονιές και το άφησα για φέτος, χρονιάρα μέρα.

Βέβαια, δεν θα αναφερθώ μόνο στο μαθηματικό π, αλλά με αυτή την ευκαιρία θα παρουσιάσω και ό,τι έχω να πω για το γράμμα π, κι έτσι θα έχουμε (και) ένα από τα αλφαβητικά άρθρα που βάζω πότε πότε.

Αλλά θα ξεκινήσουμε από τα μαθηματικά, όπου το π είναι πασίγνωστο επειδή συμβολίζει τον λόγο της περιφέρειας ενος κύκλου προς τη διάμετρό του, ένα μέγεθος που είναι πανταχού παρόν σε όλες τις θετικές επιστήμες. Είναι δηλαδή μια μαθηματική σταθερά, που συνήθως την προσεγγίζουμε με δύο ψηφία (3,14, που μας έδωσε και την αφορμή για το σημερινό άρθρο). Συχνά την προσεγγίζουμε επίσης με πέντε ψηφία, 3,14159, που όταν ήμουν μαθητής το θυμόμασταν με τη βοήθεια του ρητού «Αεί ο Θεός ο μέγας γεωμετρεί» (ρήση που αποδίδεται από τον Πλούταρχο στον Πλάτωνα).

Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι η σταθερά π είναι άρρητος αριθμός, έχει δηλαδή άπειρα δεκαδικά ψηφία και μια από τις εφαρμογές των υπερυπολογιστών είναι να βρίσκουν εκατομμύρια και άλλα εκατομμύρια ψηφία του π, όρεξη να έχει κανείς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αθυροστομίες, Αλφάβητο, Λεξικογραφικά, Μαθηματικά | Με ετικέτα: , , , , | 202 Comments »

Πιπέρι στο στόμα!

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2016

b205077Με αυτόν τον ευρηματικό τίτλο κυκλοφόρησε, στα τέλη του 2015, ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, που θα σας παρουσιάσω σήμερα -Τσικνοπέμπτη γαρ, μέρα συνδεδεμένη όχι απλώς με το ντερλίκωμα και τα κοψίδια αλλά και με μια γενικότερη ελευθεριότητα.

Οπότε, προειδοποιώ, το σημερινό άρθρο είναι ακατάλληλο για ανηλίκους, σε αντίθεση με το γενικό πνεύμα του ιστολογίου, που κάπως έχει περιφρονήσει τα «ου φωνητά».

Το βιβλίο αυτό, που το οφείλουμε σε τρεις νέες λαμπρές ερευνήτριες γλωσσολόγους, τη Μαρία Καμηλάκη, τη Γεωργία Κατσούδα και τη Μαρία Βραχιονίδου, διερευνά, όπως λέει και ο υπότιτλός του, τις λέξεις-ταμπού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Ωστόσο, δεν είναι σκέτα λαογραφικό βιβλίο, δεν κάνουν μόνο καταγραφή υλικού. Υπάρχει στο βιβλίο πολλή και βαθιά γλωσσολογία, αλλά ευτυχώς είναι καλογραμμένο και έξυπνα οργανωμένο σε μικρά κεφάλαια κι έτσι δεν θα διαμαρτυρηθούν όσοι βαριούνται τα επιστημονικά.

Για παράδειγμα, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ανάλυση για τους -φημισμούς, που θα την παρουσιάσω με συντομία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Γενικά γλωσσικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 306 Comments »

Κελεπούρι και εμπόριο

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2016

Τις προάλλες είχα μια συζήτηση (μέσω ηλεμηνυμάτων) με τον φίλο Γιώργο Μπαλόγλου, σχετικά με τη λέξη «κελεπούρι», τη σημασία της και τα αγγλικά αντίστοιχά της. Κατά σύμπτωση, με τη λέξη αυτή είχα ασχοληθεί παλιά -και εννοώ πολύ παλιά, μπορεί και πριν από είκοσι χρόνια, τότε που δεν υπήρχαν ιστολόγια και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Για να πιάσω τα πράγματα από την αρχή, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 είχα παρακαλέσει μια φίλη μου που ταξίδευε συχνά στην Πόλη, να μου φέρει όχι λουκούμια ή δερμάτινα παρά το λεξικό του Redhouse, ένα πολύ καλό τουρκοαγγλικό λεξικό που θεωρείται το καλύτερο στο είδος του. Πέρασα πολλές απολαυστικές ώρες φυλλομετρώντας το λεξικό και καταγράφοντας κοινές λέξεις και αντίστοιχα εκφραστικά μέσα.

Το Ρέντχαουζ δεν είναι ετυμολογικό λεξικό, αλλά δίνει, έστω και τηλεγραφικά, ετυμολογικές πληροφορίες, και συγκεκριμένα, αν μια λέξη είναι δάνειο σημειώνει πλάι σε κάθε λέξη τη γλώσσα από την οποία προήλθε. Προσοχή, δεν σημειώνει τη γλώσσα της απώτερης προέλευσης, αλλά τη γλώσσα από την οποία τα τουρκικά δανείστηκαν τη λέξη -για παράδειγμα, στο λήμμα domates (στα τουρκικά έτσι είναι ο ενικός) το λεξικό σημειώνει Gk (= ελληνικά) διότι από τα ελληνικά πήραν τη λέξη, άσχετο αν η απώτερη προέλευση είναι από τη γλώσσα των Αζτέκων.

Λοιπόν, καθώς φυλλομετρούσα το λεξικό, έπεσα πάνω στο λήμμα kelepir, τη λέξη από την οποία προήλθε και το δικό μας κελεπούρι. Και είδα ότι στο λεξικό σημειώνεται Gk για την προέλευση της λέξης kelepir, δηλαδή ελληνική προέλευση.

Αυτό μού κίνησε το ενδιαφέρον, διότι από τότε είχα αρχίσει να καταγράφω τα αντιδάνεια της ελληνικής γλώσσας, κι αν το kelepir στα τουρκικά είναι δάνειο από τα ελληνικά, αυτό σημαίνει πως το κελεπούρι είναι αντιδάνειο.

Αλλά από ποιαν ελληνική λέξη να προέρχεται το kelepir; Δεν μπορούσα να σκεφτώ -και το άφησα εκεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Αντιδάνεια, Γλωσσικά ταξίδια, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 140 Comments »

Μορφωμένοι και αμόρφωτοι

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Βγήκα μια βόλτα το πρωί σε γειτονιές του Πειραιά. Σε έναν τοίχο είδα γραμμένο ένα σύνθημα που μου άρεσε και είπα να το φωτογραφίσω.

Βγήκε υπό γωνία, αλλά διαβάζεται άνετα. Προειδοποιώ όμως ότι πρόκειται για σύνθημα αθυρόστομο, έστω κι αν έχει διαστάσεις ταξικές και κοινωνικές.

toixo1

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αθυροστομίες, Συνθήματα, Σφηνάκια, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , | 75 Comments »

Σκόρπιες σημειώσεις για τον πουτσόγιαννο

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2014

Holothuroidea_(Sea_cucumber_feeding)Τσικνοπέμπτη σήμερα, και πολλά ιστολόγια έχουν καθιερώσει να βάζουν τούτη τη μέρα υλικό σκαμπρόζικο, πονηρό. Το δικό μας ιστολόγιο είναι γενικά σεμνό (με διαβάζει και η μητέρα μου, γι’ αυτό) αλλά σήμερα λέω ν’ ακολουθήσω κατά κάποιο τρόπο την παράδοση και ν’ αναφερθώ σε ένα θέμα που το έχω κάμποσον καιρό στα χαρτιά μου και δεν ξέρω τι να το κάνω, και που οριακά ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές της μέρας.

Η μάλλον άγνωστη αλλά εκ πρώτης όψεως άσεμνη λέξη του τίτλου είναι ένα ζώο της θάλασσας, ο πουτσόγιαννος, που λέγεται επίσης ψωλιόγκος ή ψωλιάγκος, ή ψωλή της θάλασσας, ή πουτσόγιαλος ή θαλασσόπουτσος ή γιαλίσιος ψώλος ή γιαλόπουτσος ή αφρόπουτσος ή θαλασσοψωλή ή  πούτσος του αφρού.

Στα αγγλικά το λένε sea cucumber, αγγούρι της θάλασσας, αλλά δεν αμφιβάλλω ότι θα έχει κι άλλες λαϊκές ονομασίες. Στα γαλλικά, το λένε επίσης concombre de mer, αλλά και bèche de mer, biche de mer (παραλλαγή του προηγούμενου), vier marin (vier είναι ιδιωματική λέξη που σημαίνει ψωλή). Η γαλλική bèche de mer, φαίνεται πως προέρχεται από το πορτογαλικό bicho do mar (ζώο της θάλασσας).

Η επίσημη ονομασία του είναι Ολοθούριο, αρχαία λέξη, και η τάξη στην οποία ανήκει, γιατί φυσικά υπάρχουν πολλά είδη, λέγεται Ολοθουροειδή, Holothuroidea. Ο πουτσόγιαννος ή ψωλιόγκος ή ολοθούριο αν προτιμάτε χρησιμοποιείται από τους ψαράδες μας σαν εκλεκτό δόλωμα (εδώ θα δείτε όλα όσα θέλατε να μάθετε για το θέμα) ενώ πιο λακωνικά το διατύπωσε ένας σχολιαστής του ιστολογίου σε παλιότερο σχόλιο: «Το γδέρνουμε και το εσωτερικό του το χρησιμοποιύμε για δόλωμα. Είναι ο θάνατος του σαργού!» Στην Κίνα όμως τα ολοθούρια είναι περιζήτητα μια και χρησιμοποιούνται από την παραδοσιακή ιατρική για διάφορες παθήσεις -πάντως όχι για αφροδισιακά, αν και στα μαλαισιανά τα φάρμακα που φτιάχνονται από ξεραμένους πουτσόγιαννους λέγονται gamat στην τοπική γλώσσα: όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για άλλη μια ένδειξη, μετά τον Σι Μαλάκας, για προκατακλυσμιαία ελληνική παρουσία στον Ειρηνικό (Πλάκα κάνω, ε; )

Αυτό το θαλασσινό το είχαμε συζητήσει πριν από λίγο καιρό στο ιστολόγιο, στα σχόλια που έγιναν με αφορμή τη συζήτηση για τη λέξη «μπράτη», όπου είχαμε αναφέρει και πολλές από τις παραπάνω ονομασίες του ψωλιόγκου, όπως τον είχαμε πει τότε. Ο φίλος Μπουκανιέρος πρόσεξε ότι από τον κατάλογό μας έλειπε η ονομασία «πουτσόγιαννος», που την είχε μάθει όταν ήταν παιδί κι έκανε μπάνιο στους Κορφούς, και λίγες μέρες αργότερα μού έστειλε μερικές σκόρπιες σημειώσεις για το θέμα. Όπως λέει, «σου γράφω για να διασώσω  μια κερκυραϊκή ονομασία του ζώου, «πουτσόγιαννος» – η οποία χρειάζεται μάλλον τη διάσωση αφού δε γκουγκλίζεται». Και συνεχίζει: «Η αφορμή ήταν ότι διάβαζα για τα ταξίδια των ναυτικών του Μακασάρ στη Γη του Άρνεμ, όπου εμπορεύονταν με τους Αυστραλούς Ιθαγενείς τα περίφημα trepang. Και  σε μια σπάνια πια (αλίμονο!) έκλαμψη της μνήμης μου, θυμήθηκα ότι είχα διαβάσει σχετικά στον Άρθουρ Γκόρντον Πυμ, κι επομένως ακόμα πιο πρώτα και πιο περιληπτικά στη Σφίγγα των Πάγων. Και επομένως, από τους Pama-Nyunga και τις Θάλασσες του Νότου γύρισα στα Μπάνια τ’ Αλέκου και στην παιδική μου ηλικία!»

Λογάριαζα να μεταπλάσω τις σημειώσεις του Μπουκανιέρου με κάποια λογοτεχνικά δικά μου, αλλά δεν στάθηκε μπορετό. Ιδού λοιπόν η αφήγηση του Μπουκανιέρου, με ελάχιστα δικά μου σχόλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Ζωολογία, Λογοτεχνία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 93 Comments »

Τα μπράτη, μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2014

Το άρθρο που ακολουθεί μού το έστειλε ο φίλος Βασίλης Ορφανός, που μελετάει εδώ και χρόνια την κρητική διάλεκτο και μάλιστα ετοιμάζει κι ένα λεξικό με τα τουρκικά της δάνεια. Όπως αναφέρει κι ο ίδιος, την αφορμή την πήρε από ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου, στο οποίο είχε γίνει μνεία της λέξης αυτής, που ακούγεται (ή ακουγόταν) και στην Αμοργό.

Ο Βασίλης Ορφανός διατυπώνει μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης. Ομολογώ ότι την κρητική διάλεκτο δεν την έχω μελετήσει τόσο που να μου επιτρέπεται να έχω γνώμη, αλλά βάσει γενικών αρχών η εκδοχή του δεν με πείθει -ο λόγος είναι ότι σπάνια μια λέξη με βασική «πονηρή» σημασία προσλαμβάνει και άλλες σημασίες μη αισχρές, συνήθως γίνεται το αντίθετο, μια γενική λέξη (πράμα, ας πούμε) παίρνει και μιαν πονηρή σημασία. Ωστόσο, αυτό δεν ακυρώνει την αξία του άρθρου, που -πέρα από τα ετυμολογικά- είναι μια πλήρης μελέτη, πολύ καλογραμμένη και τεκμηριωμένη, υπόδειγμα για ανάλογες εργασίες. Σημειώστε άλλωστε ότι και ο ίδιος ο συντάκτης έχει αμφιβολίες για την υπόθεσή του.

Μια υπόθεση για την ετυμολογία της λέξης (α)μπράτη (τα)

(Γράφτηκε με αφετηρία συζήτηση στο ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου για τη λέξη μπράτη, από ένα κατάλογο με σπάνιες λέξεις από την Αμοργό, που του είχε στείλει ο φίλος του ιστολογίου που υπογράφει ως Αρκεσινεύς και ο οποίος ετυμολογεί με ερωτηματικό τη λέξη από το αρχ. πρατός (< πέρνημι ‘εξάγω πράγματα προς πώληση’). Ευχαριστώ θερμά τον  οικοδεσπότη του ιστολογίου που δέχτηκε πρόθυμα να φιλοξενήσει το κείμενό μου. Ευχαριστώ προκαταβολικά και καθέναν που θα ήθελε να σχολιάσει το γραφτό μου, ιδίως ως προς τον έλεγχο της ετυμολογίας που προτείνω. Με την ευκαιρία: Καλή Χρονιά σε όλους!)

Στην Κρήτη χρησιμοποιούμε τη λέξη πράμα με τις εξής σημασίες (μόνο στην πρώτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και στον πληθυντικό) :
1.
πράγμα, αντικείμενο: Ποτέ μου δεν πρικαίνομαι όντε θα χάσω πράμα, γιατί ποτέ τα πράματα αθρώπους δεν εκάμα(ν) (παλιά μαντινάδα).

2. κάτι: ― Ίντα θές; Θές πράμα; (εδώ μου θυμίζει το παλιό γαλλ. rien).

3. τίποτε: (Απάντηση στο προηγούμενο) ―Όι, πράμα δε θέλω (και εδώ βεβαίως το σύγχρονο rien).

4. περιουσία, κατ’ εξοχήν η αγροτική.  Με τη σημ. αυτή στην παροιμία Το πράμα μου είναι καλό και δεν παρακαλώ, που ισοδυναμεί με τις πανελλήνιες Έχει κι αλλού πορτοκαλιές (που κάνουν πορτοκάλια) ή Το μοναστήρι να ’ν’ καλά (και καλογέροι χίλιοι). Λέγεται κατά περίσταση και ως σεξουαλικό υπονοούμενο, διότι η λ. πράμα

5. «μεταφ. σημαίνει το γυναικείον αιδοίον» (γράφει ο Πάγκαλος (Δ 573), αλλά αλλού (Β 416) την έχει και ως συνώνυμο του πέους) ή «τα γεννητικά όργανα ανθρώπων και ζώων» (Κριτσωτάκης) (έτσι την ξέρω κι εγώ, αλλά αν αναφερόμαστε σε αρσενικό, δηλώνει το πέος).

Θυμούμαι που είχαμε στο χωριό μια γειτόνισσα με τσουχτερή γλώσσα. Όταν άκουγε κάποιον/α να μιλάει με   κομπασμό για το πράμα του/της, δηλ. την περιουσία του/της, έλεγε μέσα από τα μουστάκια της (διότι είχε!) την κατάρα: «Μoυρνιά!». Η σιβυλλική κατάρα γίνεται αμέσως διαφανής, αν σκεφτούμε ότι η γειτόνισσα έδινε στη λ. πράμα τη σημασία ‘γεννητικά όργανα’, ενώ έπαιζε με τη λ. μουρνιά, που εκτός από ‘μουριά’ σημαίνει επίσης ‘καρκίνος του δέρματος’: Μουρνιά να φυτρώξει στο πράμα σου!  (Καλοσύνη όμως, ε;)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αθυροστομίες, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 87 Comments »

Γαμωκεφαλιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 20 Ιουλίου, 2013

Δεν είναι απόλυτα βέβαιο πώς πρέπει να γράψουμε τη λέξη του τίτλου, που μόλις τώρα την έβγαλα αν και μάλλον θα την έχουν σκεφτεί/πει κι άλλοι, αλλά αν βασιστούμε στο «γαμώτο» και στο «γαμωσταυρίδι» (έτσι το γράφει το ΛΚΝ, ο Μπαμπινιώτης εδώ είναι σεμνότυφος και δεν έχει τη λέξη) με ωμέγα πρέπει να τη γράψουμε. Όσο για το β’ συνθετικό της, -κεφαλικά ή -κεφαλιάτικα; Δεν έχω ιδιαίτερη προτίμηση, αν έχετε επιχειρήματα για το -κεφαλικά μπορεί και να με πείσετε. Θα καταλάβατε βεβαίως ότι ο τίτλος των σημερινών μεζεδακιών αναφέρεται στη διάσημη πλέον φράση «γαμώ το κεφάλι μου, γαμώ» που άφησε να του ξεφύγει ο πρωθυπουργός κ. Αντ. Σαμαράς τις προάλλες, κατά τη βιντεοσκόπηση του διαγγέλματός του με το οποίο επρόκειτο ν’ αναγγείλει τη μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση, και που κάποιοι συνεργάτες του έδωσαν κατά λάθος στη δημοσιότητα.

Δεν θα σχολιάσω το περιστατικό καθαυτό, δεν νομίζω ότι δείχνει τίποτα, όλοι μας βλαστημάμε -το βρίσκω βέβαια θαυμάσια εκδίκηση των πραγμάτων, αν σκεφτούμε το αντισυνταγματικό κλείσιμο της ΕΡΤ. Πάντως, επειδή το ιστολόγιο ασχολείται κυρίως με τη γλώσσα, πρέπει να επισημάνω ότι τη φράση «γαμώ το κεφάλι μου» δεν την έχω ποτέ χρησιμοποιήσει, και μάλιστα δεν θυμάμαι να την έχω ακούσει ποτέ -εσείς; Δεν έχω πρόχειρη και τη «Νεοελληνική αθυροστομία» της Μαίρης Κουκουλέ να δω αν το αποδελτιώνει. Αν κάποτε συνταχθεί ο Θησαυρός της Ελληνικής Γλώσσας, στο λήμμα «γαμώ» και στη φράση «γαμώ το κεφάλι μου» ασφαλώς θα σημειώνει «Αντ. Σαμαράς, πρωθυπουργός, 17.7.2013». Δεν αποκλείεται μάλιστα να μείνει η φράση -όπως στον Χαρίλαο Τρικούπη χρωστάμε το «ανθ’ ημών ο κ. Γουλιμής» (άσχετο αν το είπε ή όχι), στον Γεώργιο Παπανδρέου το «Μέγα πλήθος μέγα πάθος», στον Κωνσταντίνο Καραμανλή τα «Ανήκομεν εις την Δύσιν», «Έξω πάμε καλά» και «Όταν λέμε ισόβια, εννοούμε ισόβια», στον Ανδρέα Παπανδρέου το «χρονοντούλαπο της ιστορίας», το «μη πόλεμος» και το «μέα κούλπα», στον Κώστα Καραμανλή τους «πέντε νταβατζήδες» και στον Γιώργο Παπανδρέου το «Λεφτά υπάρχουν» και τα «μηδέν εις το πηλήκιον», «πάση Θεού» και «όλοι στις κάλτσες», στον Αντώνη Σαμαρά θα χρωστάει η ελληνική φρασεολογία το «γαμώ το κεφάλι μου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , | 93 Comments »