Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα’ Category

Οι γλωσσολόγοι που χτυπάνε καμπανάκι και άλλες λερναιότητες

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2021

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες δημοσιεύτηκε στη βρετανική Γκάρντιαν ένα άρθρο της Έλενα Σμιθ στο οποίο παρουσιάζεται η εκστρατεία τού καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη εναντίον τού (κατ’ αυτόν) κατακλυσμού αγγλικών λέξεων που δέχεται η ελληνική γλώσσα.

Το άρθρο αυτό συζητήθηκε αρκετά στα κοινωνικά μέσα και αναδημοσιεύτηκε μεταφρασμένο από πολλούς ιστότοπους. Δεν έτυχε να το συζητήσουμε στο ιστολόγιο, κυρίως επειδή είχαμε ήδη συζητήσει την εκστρατεία αυτή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα («Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;«), κρίνοντας τις αυθεντικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη και όχι τον τρόπο που εκφράστηκαν μέσα από ένα ξενόγλωσσο άρθρο, που ήταν και κάπως προχειρογραμμένο εδώ που τα λέμε (ας πούμε, χρησιμοποιούσε τον ίδιο όρο, Greenglish, για να περιγράψει αφενός αυτό που λέμε εμείς γκρίκλις, και αφετέρου τη χρήση αγγλισμών στην ελληνική γλώσσα).

Όπως όμως ήταν αναμενόμενο, το άρθρο της Γκάρντιαν έδωσε έναυσμα να γίνουν αρκετές συζητήσεις και να γραφτούν και άλλα άρθρα. Και ένα από αυτά, τα δευτερογενή άρθρα, θα συζητήσουμε σήμερα. Ένα ενυπόγραφο άρθρο που δημοσιεύτηκε την Κυριακή που μας πέρασε στο Πρώτο Θέμα και που είδα να αναδημοσιεύεται αρκετά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το άρθρο, που το υπογράφει η Νεφέλη Λυγερού, είναι ένα ανακάτεμα από αλήθειες, μισές αλήθειες, πλάνες και ξεκάθαρα ψέματα, μερικά από τα οποία είναι παρμένα κατευθείαν από το Λερναίο κείμενο και τις παραφυάδες του. Ακόμα, παρουσιάζεται σαν μια συρραφή από παραγράφους λίγο-πολύ άσχετες η μία με την άλλη, ενώ και κάποιες παράγραφοι είναι συρραφές άσχετων προτάσεων. Έτσι, θα χρειαστεί να το παραθέσω ολόκληρο και να απαντήσω παράγραφο προς παράγραφο.

Κάποιοι θα πουν ότι κλέβω εκκλησία, δηλαδή ότι διαλέγω να απαντήσω σε έναν εύκολο αντίπαλο. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση και ανασκευή σε ένα άρθρο που (όπως εκτιμώ) αναδημοσιεύτηκε αρκετά και που ανακατεύει αλήθειες και ψέματα. Διότι τα κομμάτια που αληθεύουν, εφόσον μάλιστα είναι ζωντανά στη μνήμη του αναγνώστη, δανείζουν κύρος και στα ψέματα.

Ξεκινάω λοιπόν. Το άρθρο το βρίσκετε εδώ (όποιος έχει καιρό για χάσιμο μπορεί να ρίξει μια ματιά και στα σχόλια των αναγνωστών). Εγω σχολιάζω παράγραφο προς παράγραφο. Βάζω τα δικά μου με πλάγια. Για να μην υπάρχει μπέρδεμα, σε ένα σημείο όπου το πρωτότυπο άρθρο έχει πλάγια (λόγια του Ελύτη) τα κάνω όρθια.

Προτάσσεται στο άρθρο μια σύνοψη, που αποτελεί το δίδαγμα που καλείται να αποκομίσει ο αναγνώστης -ή όποιος βαριέται ή δεν έχει την απαραίτητη συγκέντρωση για να διαβάσει όλο το άρθρο:

Οι σύγχρονοι Έλληνες χρησιμοποιούν μόλις 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους από τον θησαυρό των 7 εκατομμυρίων που έχει η ελληνική γλώσσα –  Greeklish και ξενόφερτοι όροι διαβρώνουν και υποβαθμίζουν την ελληνική γλώσσα

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει μια πλάνη (300 λέξεις) και ένα κατάφωρο ψέμα (7 εκατομμύρια). Η δεύτερη πρόταση, μια ακόμα αρκετά διαδεδομένη πλάνη. Έτσι, το ψέμα (7 εκατ.) που εισάγεται παρεμπιπτόντως αποκτά το κύρος δεδομένου, όπως θα λέγαμε π.χ. «από τους 52 νομούς που έχει η Ελλάδα» ή «από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ». Αλλά θα απαντήσω στα σημεία αυτά πιο κάτω.

Πρώτο Θέμα: Ο όρος «πανδημία» αναδείχθηκε σε λέξη του 2020 από το λεξικό MerriamWebster. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, όμως, δεν πρόκειται να χάσει ούτε και φέτος τα πρωτεία. Πρόκειται για μία λέξη με αρχαιοελληνική προέλευση (από το παν+δήμος), η οποία υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και συνολικά από 54 ακόμα, τις οποίες ομιλούν συνολικά περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα.

Νίκος Σαραντάκος: Λίγα έχω να παρατηρήσω στην εισαγωγή. Επισημαίνω πάντως ότι λέξη του 2020 αναδείχτηκε ο όρος pandemic, όχι ο όρος «πανδημία».

ΠΘ: Η επιρροή της ελληνικής γλώσσας στην υφήλιο είναι γνωστή και αναγνωρισμένη, καθώς έχει αφήσει το ανεξίτηλο στίγμα της στην Ιστορία και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο αμέτρητος πλούτος της αποτυπώνεται σε περίπου 7.000.000 λέξεις. Οπως έχει γράψει και ο Οδυσσέας Ελύτης, «Δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία ελληνική, όπως εξελίχθηκε από την αρχαία, που έφτασε να είναι το μεγάλο καμάρι μας και το μεγάλο μας στήριγμα… Τήν γλώσσαν μού έδωκαν ελληνικήν».

ΝΣ: Εδώ υπάρχει ένα κατάφωρο ψέμα σφηνωμένο ανάμεσα σε μια πομφόλυγα (πρώτη πρόταση) και σε ένα παράθεμα. Έτσι το ψέμα αποκτά κύρος. Διότι είναι χοντρό ψέμα ότι η ελληνική έχει «περίπου» 7 εκατ. λέξεις.Θα θυμάστε ότι στο Λερναίο κείμενο αναφέρεται ότι η ελληνική έχει 5 εκατ. λέξεις ενώ σε άλλες παραφυάδες δηλώνονται 6 εκατομμύρια. Προφανώς η κ. Λυγερού θέλησε να κάνει ρελάνς και να γράψει 7. Στην πραγματικότητα, οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής που σώζονται είναι περίπου 200.000, ενω για την «όλη» ελληνική ο καθηγητής Χ. Χαραλαμπάκης έχει κάνει την εκτίμηση των 700.000 λέξεων -που τη βρίσκω γενναιόδωρη.

Περαιτέρω, το παράθεμα από τον Ελύτη είναι συρραφή. Η πρωτη πρόταση είναι από τον λόγο του στη Στοκχόλμη κατά την απονομή του Νόμπελ, ενώ η άλλη δεν είναι από το ίδιο κείμενο με παράλειψη κάποιου τμήματος, όπως δηλώνουν οι τρεις τελείες, αλλά από εντελώς άλλο, προγενέστερο, από το Άξιον Εστί! Και βέβαια, δεν έγραψε έτσι ο Ελύτης, δεν ήταν Κύπριος ούτε πίστευε στην οξυγόνωση του εγκεφάλου να ντιντινίζει νι παντού: Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, έγραψε. Παρακαλείται η κ. Λυγερού να έρθει να πάρει τα τρία παραπανίσια νι που της έπεσαν.

ΠΘ: Ας σημειωθεί ότι τα 2/3 της αγγλικής γλώσσας αποτελούνται από λέξεις προερχόμενες από τις κλασικές γλώσσες (ελληνική και λατινική). Οι Ελληνες άλλωστε ήταν αυτοί που επινόησαν τα φωνήεντα. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι δεν είναι μονάχα ο  διακεκριμένος καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Γεώργιος Μπαμπινιώτης που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της. Στο πλευρό του συντάσσονται αρκετοί διακεκριμένοι γλωσσολόγοι, οι οποίοι διαβλέπουν ότι αυτή απειλείται από την εισβολή των ξένων λέξεων.

ΝΣ: Αυτή η παράγραφος αποτελεί συρραφή τριών άσχετων προτάσεων, που συνδέονται μεταξύ τους με το ζόρι και καταχρηστικά. Ο πρώτος ισχυρισμός, ότι τα 2/3 των λέξεων της αγγλικής, έχει ελληνική ή λατινική προέλευση, επαναλαμβάνεται συχνά αλλά δεν φαίνεται να αληθεύει. Σε ανάλυση των 80.000 λημμάτων του SOD βρέθηκαν: 28% λέξεις γαλλικής προέλευσης, 28% λατινικά, συμπεριλαμβανομένων των νεολατινικών, 25% γερμανικές γλώσσες, 5,3% ελληνικά. Άρα, δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός για τα 2/3. Περαιτέρω, η από κοινού αναφορά ελληνικών και λατινικών κρύβει την πολύ μεγαλύτερη συμβολή της λατινικής.

Ότι οι Έλληνες επινόησαν τα φωνήεντα είναι ακριβές, αλλά άσχετο.

Ως προς την τρίτη πρόταση, ποιοι είναι άραγε οι «διακεκριμένοι γλωσσολόγοι» που κρούουν τον κώδωνα μαζί με τον Μπαμπινιώτη; Εγώ δεν έχω δει κανέναν άλλον, και ξέρω πολλούς γλωσσολόγους.

ΠΘ: Οι σύγχρονοι Ελληνες έχουν υποβαθμίσει αισθητά την ποιότητα της γλώσσας τους. Κοινώς, το καθημερινό λεξιλόγιο του μέσου Ελληνα έχει φτωχύνει, ενώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα στους κόλπους της νεολαίας. Εκεί γίνεται καθημερινή χρήση ξένων όρων, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχοι ελληνικοί. Η ανθεκτικότητα που σηματοδότησε τη μακρά Ιστορία των Ελλήνων κινδυνεύει να διαβρωθεί από μια επίθεση αγγλικών όρων που κυριαρχούν τώρα στην καθημερινή ζωή.

ΝΣ: Ούτε ορίζεται τι σημαίνει «υποβάθμιση της ποιότητας της γλώσσας», ούτε αποδεικνύεται ότι το λεξιλόγιο του μέσου Έλληνα έχει φτωχύνει. Το μόνο τεκμήριο που παρέχεται είναι η (ας δεχτούμε ότι ισχύει) αυξημένη χρήση δάνειων όρων. Αλλά βέβαια, με τον δανεισμό το λεξιλόγιο πλουτίζει, δεν φτωχαίνει. Η αρθρογράφος δεν καταλαβαίνει ότι αντιφάσκει -ενώ μόλις υποστήριξε (έστω και με φουσκωμένα νούμερα) ότι χάρη στον δανεισμό πλουτίστηκε το λεξιλόγιο της αγγλικής γλώσσας, παραπονιέται ότι εξαιτίας του δανεισμού φτωχαίνει το λεξιλόγιο της ελληνικής!

ΠΘ: Πόσο μάλλον όταν στο Διαδίκτυο έχουν επικρατήσει τα λεγόμενα greeklish (ελληνικά γραμμένα με αγγλικούς χαρακτήρες). Κατά πολλούς γλωσσολόγους, η συνήθεια αυτή πλήττει ανεπανόρθωτα την ορθογραφία και κινδυνεύει να οδηγήσει στην απώλεια ή, τουλάχιστον, στην υποβάθμιση της ελληνικής γλώσσας. Ο έγκριτος «Guardian» αναρωτιέται σε δημοσίευμά του πώς είναι δυνατόν οι Ελληνες, που έχουν μία λέξη για τα πάντα, να τείνουν να απολέσουν αυτόν τον θησαυρό τους. Ούτε λίγο, ούτε πολύ αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων στην καθημερινή ζωή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον εκβαρβαρισμό και την αλλοτρίωση της ελληνικής.

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι πολλοί μεν αλλά μη κατονομαζόμενοι γλωσσολόγοι! Πόσο πολλοί είναι; Ο εξης ένας, ο Μπαμπινιώτης -ή μάλλον κανένας, διότι και ο Μπαμπινιώτης, που πράγματι έχει ταχθεί κατά των γκρίκλις, δεν μιλάει ούτε για «ανεπανόρθωτο» πλήγμα ούτε για «απώλεια».

Κι έπειτα, ποιοι αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων; Οι γλωσσολόγοι; οι Έλληνες; η Γκάρντιαν; Η ασάφεια είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των γλωσσικών μύθων -να μη δηλώνεται καθαρά ποιος λέει και ποιος κάνει το κάθε τι.

ΠΘ: Τα «Συλλυπητήρια» έχουν αντικατασταθεί από το RIP. Αυτό είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα παραδείγματα ότι οι Ελληνες έχουν πιο φτωχό λεξιλόγιο. Τουλάχιστον ένα 5% των αγγλικών λέξεων έχει ενσωματωθεί στην ελληνική γλώσσα. Αν και δεν φαίνεται ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, σημαίνει ότι 3.000 αγγλικές λέξεις έχουν παρεισφρήσει στην ελληνική γλώσσα.

ΝΣ: Τρία πουλάκια κάθονται. Καταρχάς, τα «συλλυπητήρια» ΔΕΝ έχουν αντικατασταθεί από το RIP (Rest In Peace) όπως μπορεί να δει κανείς στο Φέισμπουκ όπου κάθε φορά που κάποιος αναγγέλλει τον θάνατο προσφιλούς του συγγενούς από κάτω βλέπουμε αμέτρητα «συλλυπητήρια» (κάποτε ειλικρινή, θερμά, από βάθους καρδίας κτλ.) και κανένα RIP. Kαι δεν μπορεί ο ένας όρος να αντικαταστήσει τον άλλον διότι χρησιμοποιούνται σε διαφορετική περίσταση -το RIP το γράφουν όταν αναγγέλλουν τον θάνατο κάποιου, και συνήθως κάποιου που δεν είναι συγγενής αλλά δημόσιο πρόσωπο, π.χ. ένας αγαπημένος καλλιτέχνης. Και δεν έχει αντικαταστήσει αλλά στέκει πλάι σε αντίστοιχους ελληνικούς όρους όπως «Αιωνία του η μνήμη», «Ας είναι ελαφρύ το χώμα» ή «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη» (το κατά λέξη αντίστοιχο).

Kαι βέβαια, αυτο καθόλου δεν δείχνει ότι το λεξιλόγιο των Ελλήνων φτώχυνε -πώς μπορεί να φτωχαίνει όταν προστίθεται ένας όρος;

Όσο για το δεύτερο μισό της παραγράφου, δεν ξέρω τι νόημα βγάζετε εσείς. Η κ. Λυγερού φαίνεται να λέει ότι το 5% των αγγλικών λέξεων, δηλ. 3000 αγγλικές λέξεις έχουν «παρεισφρήσει» (λες και είναι κάτι αυτόχρημα κακό!) στην ελληνική γλώσσα. Πού βρήκε όμως ότι η αγγλική έχει μόνο 60.000 λέξεις; Δεν έχει δει το Oxford English Dictionary; Όσο για τον αριθμό των 3000, ομολογώ πως δεν ξέρω πόσα είναι τα αγγλικά δάνεια της ελληνικής, ουτε είναι εύκολο να τραβήξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο δάνειο και στον περιστασιακό αγγλισμό. Ας πούμε, τι είναι το «φέικ νιουζ»; Δάνειο ή αγγλισμός; Μάλλον δάνειο, πλέον. Για να γίνει σωστά αυτή η δουλειά, πρέπει να πάρουμε σώματα κειμένων. Δεν γίνεται στο πόδι.

Αν ομως ισχύει η πληροφορία της κ. Λυγερού ότι έχουμε 3.000 λέξεις αγγλικής προέλευσης, προς τι ο συναγερμός; Δεν μας είπε στην αρχή του άρθρου της ότι η ελληνική έχει 7 εκατομμύρια λέξεις; Τι ψυχή έχουν οι αγγλοφερμένες τρεις χιλιαδούλες; Αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1/2000 του λεξιλογίου, δηλαδή σταγόνα στον ωκεανό. Δεν το λέτε και στον Μπαμπινιώτη, κυρία Λυγερού μας, να σταματήσει να σκίζει τα ρούχα του;

ΠΘ: Οι γλωσσολόγοι προειδοποιούν ότι με την πάροδο του χρόνου το ποσοστό των αγγλισμών θα αυξηθεί. Κι ενώ ο Κωνσταντίνος Καβάφης χρησιμοποιούσε στα έργα του περίπου 3.500 διαφορετικές λέξεις και ο Ελύτης σχεδόν 8.000 λέξεις, οι νεοέλληνες εμφανίζουν ιδιαίτερα αδύναμο λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα πολλές λέξεις να περνάνε στη λήθη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά μέσον όρο κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους!

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι Ανώνυμοι Γλωσσολόγοι! Βέβαια, εδώ θα συμφωνήσω μαζί τους, ότι πράγματι στο κοντινό μέλλον αναμένεται να αυξηθεί το «ποσοστό των αγγλισμών» (ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος). Ως προς το λεξιλόγιο του Καβάφη και του Ελύτη, δεν ξερω από ποια εργασία έχει αντλήσει τα στοιχεία της η κ. Λυγερού -αλλά δεν τα αμφισβητώ. Θα αμφισβητήσω όμως εντονότατα την ουρανομήκη μπαρούφα ότι «κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους» -και μάλιστα «κατά μέσο όρο», που σημαίνει ότι αν ο ειδήμονας της παρέας έχει 500 λέξεις τότε ο σκράπας της παρέας θα έχει ίσως 100. Αλλά θα αφήσω να απαντήσει στην κ. Λυγερού ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος το 2008 είχε γράψει: «Ο νέος που κατηγορούμε για τις 500 λέξεις δεν είναι ο ίδιος αυτός που γράφει μια κανονική έκθεση στο σχολείο, που συναγωνίζεται χιλιάδες άλλων νέων στις εισαγωγικές εξετάσεις ή που εξετάζεται προφορικά σε διάφορα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερες, μερικές χιλιάδες εναλλασσόμενων λέξεων;»

ΠΘ: Παρά την πληθώρα των πτυχίων, οι νέοι πάσχουν από λεξιπενία και σημασιολογική ένδεια. Επιδεινώνεται δηλαδή μια κατάσταση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού στον ελληνόφωνο κόσμο, τη στιγμή που η ελληνική γλώσσα έχει περίπου 100.000 ενεργές λέξεις και 300.000 σημασίες. Ενας μέσος Ελληνας, όμως, γνωρίζει μόνο λίγες χιλιάδες λέξεις.

ΝΣ: Αναπόδεικτες οι κατηγορίες για λεξιπενία και σημασιολογιή ένδεια, όπως και για επιδείνωση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού. Αλλά σοκάρομαι βλέποντας την κ. Λυγερού να ξεφουσκώνει τη φούσκα των 7.000.000 λέξεων και να μας αφήνει  μόλις με 100.000 «ενεργές» λέξεις. Πού πήγαν οι 6.900.000 λέξεις μας; Πώς έγιναν «ανενεργές»;

Από την άλλη, μας λέει ότι «ο μέσος Έλληνας» γνωρίζει «λίγες χιλιάδες λέξεις» -μετράει και αυτούς που «χρησιμοποιούν μόνο 300»; Και πού βασίζεται ο αριθμός αυτός; Αν ισχύει ο ισχυρισμός της κ. Λυγερού, αυτό σημαίνει ότι αν δώσουμε σε έναν «μέσο Έλληνα» το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, που έχει 75.000 λήμματα, ο μέσος Έλληνας θα γνωρίζει περίπου ένα λήμμα στα 15 του λεξικού; Ποιος το πιστεύει αυτό; (Δεν λέμε να χρησιμοποιεί τη λέξη, αλλά να τη γνωρίζει. Πολλοί δεν έχει χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τη λέξη ‘αφαλάτωση’ αλλά ξέρουν τι σημαίνει).

ΠΘ: Υπάρχει και ο αντίλογος ότι η νεοελληνική δεν είναι αμιγής γλώσσα, με την έννοια ότι και στο απώτερο παρελθόν ενσωμάτωσε στον κορμό της έναν αριθμό τουρκικών λέξεων, κατά την περίοδο όπου η Ελλάδα τελούσε υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μπορεί άραγε η ελληνική γλώσσα να ανταποκριθεί στις νέες έννοιες, στα νέα αντικείμενα, στις νέες πραγματικότητες του 21ου αιώνα και μάλιστα με την αμεσότητα και την ταχύτητα που απαιτεί η ανάγκη επικοινωνίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης;

ΝΣ: Πάλι τρία πουλάκια κάθονται. Ποια γλώσσα είναι αμιγής; Από πού κι ως πού είναι «απώτερο» παρελθόν η Τουρκοκρατία; Μόλις τώρα γιορτάζουμε τα 200 χρόνια της επανάστασης -ενώ πολλές περιοχές της Ελλάδας ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το 1912. Και μόνο τα τουρκικά δάνεια καθιστούν «μη αμιγή» τη γλώσσα; Τα λατινικά, τα ιταλικά-βενετσιάνικα, τα σλάβικα, τα αλβανικά, τα γαλλικά δάνεια είναι εντάξει; Και σε τι «αντιλέγει» τάχα η ύπαρξη τουρκικών δανείων; Και τι σχέση έχει το πρώτο σκέλος της παραγράφου με το δεύτερο;

ΠΘ: Εκθεση της UNESCO προειδοποιεί ότι 2.500 χιλιάδες γλώσσες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Υπάρχουν στη Γη περίπου 6.900 γλώσσες και κάθε δύο εβδομάδες πεθαίνει μία, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ. Οι γλώσσες που απειλούνται μιλιούνται κυρίως από μειονότητες στις ανεπτυγμένες χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Αυστραλίας. Το 1992 ένας εξέχων Αμερικανός γλωσσολόγος προέβλεψε ότι μέχρι το 2100 το 90% των γλωσσών του κόσμου θα έχει πάψει να υφίσταται. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει επ’ ουδενί με εξαφάνιση, αλλά αυξάνεται ο διεθνής προβληματισμός για το πόσο λαβωμένη θα τν βρει ο επόμενος αιώνας…

ΝΣ: Πάλι καλά που αναγνωρίζει η αρθρογράφος ότι δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση η γλώσσα!

Νομίζω ότι από τον σημείο προς σημείο σχολιασμό καταδείχτηκαν τα ψέματα, οι μισές αλήθειες και οι πλάνες του άρθρου, ανάκατα, όπως είπα, με αλήθειες.

Σε περίπτωση που η κ. Λυγερού θέλει να απαντήσει, ευχαρίστως θα δημοσιεύσω την απάντησή της. Θα την παρακαλέσω, στην περίπτωση αυτή, να μας αναφέρει μερικούς ακόμα από τους πολλούς μη κατονομαζόμενους γλωσσολόγους που διαρκώς αναφέρει.

Θα περίμενα όμως να σχολιάσει το άρθρο της κ. Λυγερού και ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος, όπως έχουμε δει, έχει έντονη παρουσία στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και τις τελευταίες εβδομάδες έσπευσε να απαντήσει και στον φίλο Παντελή Μπουκάλα, και στον Τάκη Θεοδωρόπουλο, αλλά και στον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη.

Θα περίμενα λοιπόν από τον κ. Μπαμπινιώτη να απαντήσει και να διαψεύσει τις λερναιότητες του άρθρου της κ. Λυγερού: Όχι, δεν έχει 7 εκατομμύρια λέξεις η ελληνική γλώσσα. Όχι, δεν χρησιμοποιούν 300 λέξεις κατά μέσο όρο οι Έλληνες ή έστω κάποιοι Έλληνες. Θα περίμενα, αλλά μου φαίνεται πως θα περιμένω πολύ..

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 218 Σχόλια »

Μήπως πρέπει να πάψουμε ν’ανησυχούμε για την παρακμή της γλώσσας;

Posted by sarant στο 28 Αυγούστου, 2019

Συχνά ακούμε για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας και τους μύριους κινδύνους που την απειλούν. Στο βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα» έχω αφιερώσει ένα κεφάλαιο σ’ αυτό το θέμα, που ίσως το παρουσιάσω κάποτε και στο ιστολόγιο. Όχι όμως σήμερα (να πάτε να πάρετε το βιβλίο!). Δεν είναι πρέπον να βλογάω συνέχεια τα γένια μου.

Σήμερα θα παρουσιάσω όχι κάτι δικό μου αλλά ένα άρθρο, που το έχω μεταφράσει πρόχειρα από τ’ αγγλικά, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στην αγγλική Γκάρντιαν και που έχει περίπου τον τίτλο που έβαλα στο άρθρο, μόνο που ασχολείται με την υποτιθέμενη παρακμή όχι της ελληνικής γλώσσας ή της γλώσσας γενικώς αλλά της αγγλικής γλώσσας. Ίσως αυτό προσθέτει μια διάσταση στο θέμα, αφού η αγγλική γλώσσα κυριαρχεί παγκοσμίως στις μέρες μας.

Επειδή το άρθρο της Γκάρντιαν είναι εκτενές δεν λέω περισσότερα, παρά προχωράω κατευθείαν στο ψητό. Μετάφρασα πολύ γρήγορα οπότε όποιος εντοπίσει μαργαριτάρι ή απλώς βρει καλύτερη διατύπωση ας μου το πει. [Τελικά, επειδη ξεπέρασα τις 3000 λέξεις, παρέλειψα ένα κομμάτι πολύ ενδιαφέρον, με παραδειγματα γλωσσικής αλλαγής από την αγγλική γλώσσα, που μπορεί να πάει σε επόμενο άρθρο]

Γιατί είναι πια καιρός να σταματήσουμε ν’ ανησυχούμε για την παρακμή της αγγλικής γλώσσας

του David Shariatmadari

Ο 21ος αιώνας φαίνεται πως μας φέρνει αντιμέτωπους με έναν ολοένα και μεγαλύτερο κατάλογο από κινδύνους: κλιματική κρίση, χρηματιστηριακή κατάρρευση, κυβερνοεπιθέσεις. Πρέπει μήπως να αρχίσουμε ν’αποθηκεύουμε κονσέρβες για την περίπτωση που θα κλείσουν τα ΑΤΜ; Να αγοράσουμε μια παλέτα εμφιαλωμένα νερά; Να στοκάρουμε φάρμακα; Η ιδέα ότι μπορεί να μας πάρουν όλα όσα κάνουν δυνατή τη σύγχρονη ζωή μας είναι τρομακτική. Θα βυθιζόμασταν ξανά στον Μεσαίωνα, αλλά χωρίς τις δεξιότητες που θα μας βοηθούσαν να τα βγάλουμε πέρα.

Φανταστείτε τώρα ότι διακυβεύεται κάτι ακόμα πιο θεμελιώδες από τον ηλεκτρισμό ή τα χρήματα: ένα εργαλείο που το έχουμε και μας βοηθάει από τις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας και έχει συμβάλει στο να μπουν αυτά καθαυτά τα θεμέλια του πολιτισμού μας. Εννοώ την ικανότητά μας να επικοινωνούμε, να βάζουμε τη σκέψη μας σε λέξεις και να χρησιμοποιούμε αυτές τις λέξεις για να σφυρηλατούμε δεσμούς, να μεταδίδουμε ζωτικές πληροφορίες, να διδασκόμαστε από τα λάθη μας και να αξιοποιούμε και να συνεχίζουμε το έργο άλλων.

Οι καταστροφολόγοι παραδέχονται ότι αυτή η συντέλεια του κόσμου μπορεί να χρειαστεί κάποιο χρονικό διάστημα -χρόνια, ακόμα και δεκαετίες- προκειμένου να ξεσπάσει. Αλλά η κατεύθυνση της κίνησης είναι σαφής. Όπως έχουν τα πράγματα, λίγα ηρωικά άτομα έχουν απομείνει που υψώνουν τη φωνή τους προειδοποιώντας για το πόσο επικίνδυνο είναι να αδρανήσουμε μπροστά σ’ αυτή την απειλή. Η Marie Clair, της Plain English Campaign, είπε στην Daily Mail. “Η γλώσσα τους χειροτερεύει. Χαμηλώνουν τον πήχη. Η γλώσσα μας σκορπίζει προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς να τη συγκρατεί ένα στέρεο θεμέλιο.”

Η βρετανική οργάνωση Queen’s English Society από καιρό αγωνίζεται ν’ αποτρέψει αυτή την παρακμή. Παρόλο που απρόθυμα επισημαίνει πως δεν πιστεύει ότι η γλώσσα μπορεί να διαφυλαχτεί αμετάβλητη, ανησυχεί ότι η επικοινωνία μας διατρέχει τον κίνδυνο να γίνει πολύ λιγότερο αποτελεσματική. “Ορισμένες αλλαγές θα ήταν εντελώς απαράδεκτες, διότι θα προκαλούσαν σύγχυση και η γλώσσα θα έχανε σημασιακές αποχρώσεις” αναφέρει στον ιστότοπό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή | Με ετικέτα: , , , | 155 Σχόλια »

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Για την αγάπη της αλβανικής

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, τότε που άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο ο φιλόλογος Σαράντος Καργάκος, διάβασα ξανά στα πεταχτά δυο βιβλία του που έχω στη βιβλιοθήκη μου, που τα είχε εκδώσει στη δεκαετία του ’80, την Αλεξία και την Αλαλία (Υπάρχει και τρίτο, η Αφασία, αλλά δεν το έχω).

Όπως δείχνει και ο τιτλος τους, πρόκειται για βιβλία γεμάτα με θρήνους, κοπετούς και κινδυνολογία για την αιωνίως θνήσκουσα ελληνική γλώσσα.

Βεβαια, επειδή ακριβώς από τότε έχουν περάσει 30+ χρόνια, εύκολα διαπιστώνουμε πως ευτυχώς δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι προφητείες και οι διαπιστώσεις που περιέχουν τα βιβλία αυτά του Καργάκου, ας πούμε ότι οι νέοι συνεννοούνται με γρυλλισμούς ή ότι «οι μαθητές του αύριο θα θεωρούν τη “μουσική” ως θηλυκό του “μουσακά” [και] θα συγχέουν το έπος με το πέος». Να το έχουμε αυτό κατά νου όταν διαβάζουμε και τωρινές καταστροφολογικές προβλέψεις για τη γλώσσα.

Ωστόσο, πρόσεξα το εξής απόσπασμα στο βιβλίο Αλαλία του Σ. Καργάκου, σε ένα άρθρο του 1985 στο οποίο διεκτραγωδεί την κατάντια της νεολαίας, της κοινωνίας γενικότερα και της γλώσσας:

Κάποτε -πάνε πολλά χρόνια τώρα- λέγαμε με περισσή έπαρση: «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Σήμερα αρχίζουμε να λέμε: «Πας Έλλην βάρβαρος». Ο εξαλβανισμός της γλώσσας μας είναι μια ζώσα πραγματικότητα. Σιγά-σιγά αρχίζουν να σπανίζουν οι λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα: αγάπη, στοργή, τρυφερότητα.» (Αλαλία, σελ. 31)

Και εδώ έχει υποσημείωση, στην οποία υποστηρίζει ότι:

Η αλβανική είναι η μόνη γλώσσα απ’ό,τι ξέρω, που δεν έχει στο λεξιλόγιό της τη λέξη «αγάπη».

Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως εξωφρενικός ισχυρισμός. Αν ψάξουμε περισσότερο, διαπιστώνουμε πως όχι μόνο φαίνεται αλλά και είναι εξωφρενικός ισχυρισμός. Bέβαια, διατυπώθηκε το 1985, που η Αλβανία έκειτο μακράν και ούτε υπήρχε τρόπος να επαληθευτεί ή να διαψευστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός. Αν ισχυριζόταν σήμερα σε άρθρο του κάποιος κάτι ανάλογο, θα αρκούσε να πληκτρολογήσουμε τη λέξη στο google translate για να δούμε ότι υπάρχει η αλβανική λέξη dashuri που σημαίνει «αγάπη».

Ίσως ο Καργάκος ήθελε να πει ότι τα αλβανικά δεν έχουν τη διάκριση ανάμεσα σε «αγάπη» και σε «έρωτα» που έχουν τα ελληνικά, εφόσον χρησιμοποιούν την ίδια λέξη για τις δυο έννοιες, αλλά αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα της αλβανικής. Ούτε στα αγγλικά (love) γίνεται η διάκριση, ούτε στα γαλλικά (amour). Θα έλεγα μάλιστα ότι οι περισσότερες γλώσσες δεν έχουν τη διάκριση που έχει η ελληνική.

Αυτά που έλεγε το google translate τα επιβεβαίωσα ρωτώντας και στην ομάδα Υπογλώσσια, όπου συμμετέχουν πολλοί αλβανόφωνοι και αλβανομαθείς. Κι έτσι καταρρίπτεται, δεν ήταν δα και δύσκολο, ο ισχυρισμός ότι η αλβανική δεν έχει λέξη για την αγάπη.

Αλλά δεν θα έγραφα άρθρο μονάχα για το θέμα αυτό. Όμως, από αγκάθι βγαίνει ρόδο -ή μάλλον απο έναν εξωφρενικά αβάσιμο ισχυρισμό μπορούμε να πούμε δυο λόγια για μια έκφραση που έχουμε στα ελληνικά, αν και μάλλον έχει παλιώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών μιλάει για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2018

Το ιστολόγιο έχει πολλες φορές ασχοληθεί με τον κ. Αντώνη Κουνάδη, πρωταθλητή της δισκοβολίας, διορισμένο Πρόεδρο του ΣΕΓΑΣ επί δικτατορίας, καθηγητή του ΕΜΠ, μέλος της Ακαδημιας Αθηνών και, για το 2018, Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών. Ήδη τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας μας, το 2009, μαζέψαμε υπογραφές και στείλαμε επιστολή σε εφημερίδες, διαμαρτυρόμενοι για τις εξωφρενικές δηλωσεις που είχε κανει σε επίσημη εκδήλωση της Ακαδημίας για 5 εκατομμύρια λέξεις της ελληνικής, που τάχα αναγνωρίζονται από το βιβλίο Γκίνες και για δηλώσεις του Μπιλ Γκέιτς ότι η ελληνική είναι γλωσσα κατάλληλη για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές -δηλαδή ανοησίες κατευθείαν παρμενες από το Λερναίο κείμενο, την επιτομή των ελληνοκεντρικών γλωσσικών μύθων.

Το 2013, άλλες δηλώσεις του κ. Κουνάδη σε εκδήλωση του σωματείου Ελληνική Γλωσσική Κληρονομία έγιναν αντικείμενο χλευαστικής κριτικής από τον αείμνηστο Δημ. Μαρωνίτη σε επιφυλλίδες του στο Βήμα, με αποτέλεσμα ο Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας, ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος, να αναγκαστεί να αποδοκιμάσει δημόσια τις τοποθετήσεις του συναδελφου του -κάτι που πολύ σπάνια γίνεται. Έγραψε τότε ο κ. Πετράκος, ανάμεσα στ’ άλλα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):

Ο κ. Κουνάδης, ανήκει ως μηχανικός στην Τάξη των Θετικών Επιστημών. Επιστημονικώς δεν έχει αρμοδιότητα και τις αναγκαίες γνώσεις για να ασχολείται με ζητήματα της γλώσσας…

Δεν υπάρχει για την Ακαδημία καμία γλωσσική πενία ή, πιο μίζερα, λεξιπενία στην Ελλάδα και στους Ελληνες. Αντίθετα η ελληνική πλουτίζεται και αυξάνεται κάθε μέρα, όπως γινόταν πάντοτε και τον πλούτο αυτόν τον δημιουργεί ο λαός ο οποίος και τον μεταχειρίζεται γιατί τον γεννά η ανάγκη να εκφράζει τα διανοήματά του τα οποία βέβαια δεν είναι όμοια με των αρχαίων Ελλήνων.

Τα πράγματα είναι σαφή. Αλλο ένας αναρμόδιος για τη γλώσσα Ακαδημαϊκός, άλλο η Ακαδημία.

Η άποψη του κ. Πετράκου έχει βαρύτητα, διότι το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα είναι ισόβιο, ενώ οι Πρόεδροι της Ακαδημίας έχουν ετήσια θητεια.

Ωστόσο, από την 1η Ιανουαρίου φέτος, ο κ. Αντ. Κουνάδης είναι πρόεδρος της Ακαδημίας για το έτος 2018 και υπό αυτή την ιδιότητα μίλησε σε ημερίδα στο Ίδρυμα Μαριάννας Βαρδινογιάννη, όπου υποστήριξε άκρως συντηρητικές θέσεις για το γλωσσικο ζήτημα («η γλώσσα μας μετά τη μεταπολίτευση δέχθηκε καίρια πλήγματα, όπως με την κατάργηση της καθαρεύουσας στα δημόσια έγγραφα και την καθιέρωση του μονοτονικού») και γενικότερα, ενώ ταυτόχρονα επανέλαβε μια σειρά από ψέματα, μύθους και αναπόδεικτους ισχυρισμούς που ασφαλώς προσβάλλουν το κύρος της Ακαδημιας.

Η ομιλία του κ. Κουνάδη δημοσιεύτηκε ολόκληρη στην εφημερίδα Εστία, που δεν νομίζω να έχει ονλάιν έκδοση, αλλά΄ευτυχώς το Υπουργείο Παιδείας έχει καθιερώσει (δεν ξέρω από πότε, αλλά ειναι αξιέπαινο) επισκοπηση των δημοσιευμάτων του Τυπου που αφορούν την παιδεία, κι έτσι εδώ μπορείτε να δειτε τις δύο σελίδες της συνέντευξης σε pdf.

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι θέσεις που ανέπτυξε, ως Πρόεδρος της Ακαδημίας, ο κ. Κουνάδης περί λεξιπενίας και παρακμής της γλώσσας έχουν αποδοκιμαστεί εξ ονόματος της Ακαδημίας από τον Γενικό Γραμματέα της προ πενταετίας, με την επισήμανση ότι ο κ. Κουνάδης δεν έχει τις αναγκαίες γνώσεις για να ομιλεί περί γλωσσας. Υπάρχει εδώ μια αντίφαση, όμως φταίει και η Ακαδημία η οποία δεν έχει, απ’ όσο ξέρω, στα μέλη της κανεναν γλωσσολόγο κι έτσι τα ζητηματα της γλώσσας τα αναλαμβάνει όποιος έχει μεράκι για τα γλωσσικά, έστω κι αν είναι αδαής (τον όρο τον χρησιμοποίησε ο Β. Πετράκος).

Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του Κουνάδη είναι ένα ρηχό κήρυγμα σε δυο πόλους: από τη μια, οικτίρει την αξιοθρήνητη κατασταση στην οποία υποτίθεται ότι βρισκεται η νεοελληνική γλώσσα (σολοικισμοί, βαρβαρισμοί, λεξιπενία) και από την άλλη υμνεί χωρίς μέτρο την αρχαια ελληνική γλώσσα με διάφορους αναπόδεικτους ή υπερβολικούς ισχυρισμούς. Η στάση αυτη είναι χαρακτηριστική μιας ολόκληρης μεριδας ερασιτεχνών γλωσσολογούντων και όχι μόνο του κ. Κουνάδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσαμύντορες | Με ετικέτα: , , | 181 Σχόλια »

Μεσοαπριλιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2018

Μεζεδάκια του Θωμά έχουμε βάλει σε τίτλο άρθρου, μεταπασχαλινά επίσης, οποτε αφού βρισκόμαστε στα μισά του μήνα είπα να πω «μεσοαπριλιάτικα» τα μεζεδάκια μας ετούτης της εβδομάδας.

Να σημειώσω ότι η λέξη «μεσοαπριλιάτικος» δεν γκουγκλίζεται ή μάλλον δεν γκουγκλιζόταν την ώρα που έγραφα αυτό το άρθρο. Σε λίγη ώρα θα την έχει καταγράψει το παντεποπτικό γκουγκλ, αφού βρίσκεται και στον τίτλο της σελιδας, κι έτσι από δω και μπρος θα βγαίνει στις αναζητήσεις -τουλάχιστον στον πληθυντικό του ουδετέρου. Κι έτσι θα πλουτίσει κατά μία ακόμα λέξη η τρισχιλιετής μας γλώσσα, πλησιάζοντας προς τα 5 εκατομμύρια λέξεις που είχε πει ο κ. Αντώνης Κουνάδης ότι τάχα αναγνωρίζει το βιβλίο Γκίνες για την ελληνική γλώσσα, κάτι που δεν ισχύει.

Αυτά είχαν γίνει το 2009, όταν ο κ. Κουνάδης ήταν απλώς μέλος της Ακαδημίας Αθηνών ενώ φέτος είναι πρόεδρός της (για ένα χρόνο). Μάλιστα, την περασμένη εβδομάδα ο κ. Κουνάδης έδωσε συνέντευξη στην Καθημερινή όπου, αναπόφευκτα, επανέλαβε τις απόψεις για την υποτιθέμενη «φθίνουσα πορεία» της γλώσσας:

– Το Σύνταγμα του 1975 που αφήρεσε την ασπίδα προστασίας της γλώσσας που παρείχε το Σύνταγμα του 1952 επέτρεψε την περιβόητη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976, η οποία κατάφερε το πρώτο καίριο πλήγμα κατά της γλώσσας μας με την κατάργηση στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών από το πρωτότυπο. Το 1982 ακολούθησε δεύτερο πλήγμα με την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος γραφής που συνοδεύθηκε αργότερα με άλλα κατά της γλώσσας μέτρα, τα οποία οδήγησαν στο σημερινό επίπεδο λεξιπενίας, αδυναμίας εκφράσεως και σκέψεως της νεολαίας που χρησιμοποιεί στο λεξιλόγιό της περίπου 800 λέξεις. Οσο πτωχότερο το λεξιλόγιο τόσο πτωχότερη η σκέψη, διότι σκεπτόμεθα μέσω των λέξεων. Είναι συνήθεις οι βαρβαρισμοί, οι σολοικισμοί, η παραμορφωτική εκφορά λόγου, που ακούμε ακόμη και από παρουσιαστές ειδήσεων ραδιοφωνικών και τηλεοπτικών σταθμών. Η Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά διοργάνωσε μεγάλες εκδηλώσεις για την προστασία της ελληνικής, επιτυγχάνοντας την ανάσχεση της φθίνουσας πορείας της και ακολούθως την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, τα οποία δυστυχώς εντάχθηκαν πρόσφατα στα προαιρετικά μαθήματα!

Παραθέτω ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα της συνέντευξης. Ο κ. Κουνάδης είναι επιστήμονας, ωστόσο δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό του, ότι οι νέοι σήμερα χρησιμοποιούν στο λεξιλόγιό τους 800 περίπου λέξεις. Βέβαια δεν είναι ο μόνος που επαναλαμβάνει αυτόν τον ατεκμηρίωτο ισχυρισμό και μαλιστα είναι και κάπως γενναιόδωρος, αφού η συνήθης ταρίφα των πλασιέδων της λεξιπενίας είναι οι 500 λέξεις: τόσες υποτίθεται ότι έχει το λεξιλόγιο των νέων!

Πειστική απάντηση σε αυτόν τον αβάσιμο ισχυρισμό έχουν δώσει πολλοί γλωσσολόγοι (ο κ. Κουνάδης είναι πολιτικός μηχανικός) αλλά θα περιοριστώ σε έναν, εγνωσμένης άλλωστε συντηρητικότητας, τον Γ. Μπαμπινιώτη. Έχει γράψει λοιπόν ο Μπαμπινιώτης: Ο νέος που κατηγορούμε για τις 500 λέξεις δεν είναι ο ίδιος αυτός που γράφει μια κανονική έκθεση στο σχολείο, που συναγωνίζεται χιλιάδες άλλων νέων στις εισαγωγικές εξετάσεις ή που εξετάζεται προφορικά σε διάφορα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερες, μερικές χιλιάδες εναλλασσομένων λέξεων;

Μερικές χιλιάδες λοιπόν, όχι 500 ή 800.

* Αν έχετε απορία για την συνταγματική «προστασία» της γλώσσας που αναφέρει ο κ. Κουνάδης, πράγματι το Συνταγμα του 1952 περιλάμβανε το άρθρο 107, το οποίο άλλωστε ήταν απαράλλαχτο (και στην αρίθμηση και στο περιεχόμενο) με το αντίστοιχο άρθρο του Συντάγματος του 1911, και είχε ως εξής: «Επίσημος γλώσσα του Κράτους είναι εκείνη, εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής νομοθεσίας τα κείμενα·πάσα προς παραφθοράν ταύτης επέμβασις απαγορεύεται».

Βέβαια, ένας τέτοιος κυκλικός ορισμός δεν ξέρω πόση «προστασία» παρέχει, αφού η αλλαγή της γλωσσικής μορφής στην οποία συντάσσεται η νομοθεσία αυτομάτως θα επέφερε και αλλαγή της «επίσημης γλωσσικής μορφής», αλλά κρινοντας από ορισμένες πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ μάλλον πρέπει να χαιρετίσουμε τον συνταγματικό νομοθέτη του 1975 που μερίμνησε για την κατάργηση του παρωχημένου αυτού άρθρου.

* Προσέξτε ότι αιδημόνως ο κ. Κουνάδης παρέλειψε να αναφερθεί στο «Σύνταγμα» του 1968, στο οποίο ορκίστηκε όταν ανέλαβε, περί το 1970, διορισμενος πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ, ένα αξίωμα που λείπει αλλωστε από το βιογραφικό του στην εφημερίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Επιγραφές, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 185 Σχόλια »

Προπαραμονιάτικα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2017

Μεθαύριο έχουμε Χριστούγεννα, αύριο έχουμε παραμονή, οπότε ο τίτλος του πολυσυλλεκτικού μας άρθρου είναι νομίζω ευεξήγητος. Για να πω την αλήθεια, στην αρχή είχα σκεφτεί το πιο πεζό «προχριστουγεννιάτικα», που το έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει άλλη μια φορά, το 2013, αλλά ένα σχόλιο της φίλης μας της Έφης έδωσε αυτή την πολύ καλύτερη λύση που ακόμα είναι αχρησιμοποίητη. Τα φετινά Χριστούγεννα, πρέπει να πω, είναι τα ένατα (!) που τα γιορτάζουμε στο ιστολόγιο, ζωή να’χουμε.

* Και ξεκινάμε με ένα ακόμα μεταφραστικό αριστούργημα, σταλμένο από μια φίλη. Μάλλον το οφείλουμε σε μεταφραστήρι κακής ποιότητας.

Πρόκειται για οδηγίες για την τοποθέτηση των μπαταριών σε κάποια συσκευή, αλλά εξαιτίας της κακής μετάφρασης οι πεζές εντολές και προειδοποιήσεις απέκτησαν εντελώς πρωτοφανέρωτες διαστάσεις.

Το χοντρό μαργαριτάρι έρχεται με το καλημέρα, όταν οι μπαταρίες τύπου ΑΑΑ μεταφράζονται «μπαταριες Αντιαεροπορικού Πυροβολικού» επειδή το ΑΑΑ σημαίνει, ανάμεσα σε πολλά άλλα, Anti-Airforce Artillery.

Θα ήταν κριμα όμως να ξεφύγουν κι άλλα διαμαντάκια, όπως «Γυρίστε το μακρινό πλεόνασμα» (σχόλιο για την οικονομική πολιτική; ) ή «εάν μπαταρία είναι τυχαία, συμβουλεύομαι ένας γιατρός αμέσως!» (ποια λέξη αποδόθηκε με το ‘τυχαία’; ) ή ο «κίνδυνος του σκάωυπάρχων».

Γελάμε βέβαια με τις ασυναρτησίες αυτές, αλλά, αν πράγματι οι οδηγίες έχουν κάποιον λόγο ύπαρξης, δεν θα έπρεπε άραγε να απαγορευτεί η εισαγωγή της συσκευής με αυτή τη λειψή τεκμηρίωση; Πώς μπορεί να καταλάβει ο καταναλωτής αν «μπαταρία είναι τυχαία» ώστε να καλέσει αμέσως γιατρό;

* Ένας σχεδον απαράβατος νόμος της ελληνικής δημοσιογραφίας είναι θαρρώ και ο εξής: Αν κάποιος επώνυμος δώσει συνέντευξη και τύχει και αναφερθεί έστω και παρεμπιπτόντως στη γλώσσα από συντηρητική-κινδυνολογική σκοπιά (η γλώσσα μας απειλείται, τα γκρίκλις τούτο και κείνο κτλ.) ο δημοσιογράφος με μαθηματική ακρίβεια θα διαλέξει αυτή την αναφορά για τίτλο της όλης συνεντευξης.

Ο νόμος επιβεβαιώθηκε στην πρόσφατη συνέντευξη της Γιώτας Νέγκα στο Πρωταγών, που πήρε τον τίτλο «Ας σώσουμε το μεγαλείο της γλώσσας μας«.

Σε σχετική συζήτηση κάπου στο Φέισμπουκ, ο γλωσσολόγος Γιάννης Ανδρουτσόπουλος πρότεινε την ονομασία «Νόμος του γλωσσικού πανικού», που μου φαίνεται εύστοχη.

* Σε άρθρο για τη σιδηροδρομική τραγωδία στις ΗΠΑ διαβάζουμε ότι διήλθαν από την πόλη τάδε και λιγο πιο πριν ότι  «Στις φωτογραφίες που έδωσαν στη δημοσιότητα το υπουργείο Μεταφορών της πολιτείας και η αστυνομία διακρίνονται τουλάχιστον 2 συρμοί να έχουν πέσει και από τις δύο πλευρές της γέφυρας πάνω στο οδόστρωμα στον κεντρικό αυτοκινητόδρομο…»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Βουλή, Λογοπαίγνια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση | Με ετικέτα: , , | 173 Σχόλια »

Ο κ. Γιανναράς και η Ανεξάρτητη Αρχή Γλωσσικής Προστασίας

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Το ιστολόγιο κι άλλες φορές έχει σχολιάσει γλωσσικές απόψεις του κ. Χρήστου Γιανναρά, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει θρηνήσει κατ’ επανάληψη την «αιωνίως θνήσκουσα» γλώσσα μας. Θα θυμάστε, ας πούμε, ότι είχε χαρακτηρίσει τη θέσπιση του μονοτονικού συστήματος συμφορά ασύγκριτα χειρότερη από τη μικρασιατική καταστροφή (εδώ το απαντητικό μας άρθρο). Στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής, ο κ. Γιανναράς επανέρχεται στα γλωσσικά, με μια πρόταση που δεν θυμάμαι να έχει διατυπώσει άλλη φορά, και που ίσως αξίζει να σχολιαστεί.

Ο κ. Γιανναράς διατυπώνει την πρότασή του στην αρχή κιόλας της επιφυλλίδας του: Θα ήταν ίσως συνετό (αν θυμόμαστε ακόμα τι σημαίνει η λέξη «σύνεση») να αποκτούσαμε στο ελλαδικό μας (τάχα και) κράτος μια επιπλέον «ανεξάρτητη αρχή»: αρχή «γλωσσικής προστασίας».

Ποια θα είναι η αποστολή αυτής της ανεξάρτητης αρχής; Μας το αναπτύσσει παρακάτω:

Mια «ανεξάρτητη αρχή γλωσσικής προστασίας» θα έδινε συντεταγμένη μάχη με θεσμικά μέτρα για την ποιοτική καλλιέργεια της γλωσσικής εκφραστικής. Θα μπορούσε να παρεμβαίνει και προληπτικά για τη μείωση βαρβαρισμών (παραβίασης γραμματικών κανόνων και γλωσσικής αισθητικής) ή σολοικισμών (παραβίασης συντακτικών κανόνων και γλωσσικής λογικής) στον δημόσιο λόγο: Nα εξετάζει σε προφορική δοκιμασία τους υποψήφιους να εργαστούν ως εκφωνητές ή παρουσιαστές ειδήσεων, συντονιστές συζητήσεων, πολιτικοί αγορητές, συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες, σχολιαστές παρελάσεων, δημόσιων τελετών, εόρτιων επετείων κ.τ.ό.

Ο κ. Γιανναράς μπαίνει ακόμα και σε λεπτομέρειες, δίνει παραδείγματα των… θεμάτων των εξετάσεων γλωσσικής επάρκειας: Nα τους ζητάει να διακρίνουν, π.χ., το σωστό από το λάθος: Oκτώ-βριος ή Oκτώμ-βριος, Σεπ-τέμβριος ή Σεμ-πτέβριος; «Oσον αφορά» ή «ως αναφορά»; «Aφήνω μια πληροφορία-φήμη-είδηση να διαρρεύσει» ή «διαρρέω» μια πληροφορία-φήμη-είδηση; Ποια είναι η σωστή προστακτική: «Eπανάλαβε» ή «επανέλαβε», «απόδειξέ το» ή «απέδειξέ το», «ανάπνεε κανονικά» ή «ανέπνεε κανονικά»;

Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πώς θα λειτουργεί η Ανεξάρτητη Αρχή Γλωσσικής Προστασίας της πρότασης Γιανναρά. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Αρχή δεν θα εξετάζει μόνο («προληπτικά») τους δημοσιογράφους της τηλεόρασης, αλλά και υποψήφιους να εργαστούν ως πολιτικοί αγορητές ή συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσική αλλαγή | Με ετικέτα: , , , | 226 Σχόλια »

Αυτό δεν το έγραψε ο Πολύβιος!

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2013

Η επανάληψη είναι μήτηρ της μαθήσεως, λέει το παλιό σχολικό ρητό, και αφού βρισκόμαστε σε περίοδο εξετάσεων δεν είναι αταίριαστο να επαναλάβω εδώ ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, αφού μάλιστα είχαμε και επανάληψη του ερεθίσματος από το οποίο είχε προκύψει το αρχικό άρθρο. Οι τακτικοί αναγνώστες του ιστολογίου θα το θυμούνται, και ίσως θα στραβομουτσουνιάσουν διαβάζοντας τα ίδια πράγματα -τους ζητώ συγνώμη.

Ο λόγος για ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το περασμένο Σάββατο στην Ελευθεροτυπία, με τίτλο Γλώσσα και Ιστορία, τα πρώτα θύματα. Συγγραφέας του ο κ. Χρίστος Στεργ. Μπελλές, που ίσως τον θυμάστε γιατί πρόπερσι μας είχε απασχολήσει ένα άλλο άρθρο του. Τώρα, όταν λέω ένα «άλλο» άρθρο του, είναι σχήμα λόγου, διότι στην πραγματικότητα το νεότερο άρθρο αντιγράφει (κοπυπαστηδόν) ολόκληρες παραγράφους του προηγούμενου, χωρίς να αλλάζει ούτε ένα γιώτα, αν και γενικά είναι συντομότερο. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, στο κάτω κάτω οι αναγνώστες των εφημερίδων έρχονται και παρέρχονται (ιδίως όταν και οι ίδιες οι εφημερίδες παρέρχονται, όπως στην περίπτωση της Ελευθεροτυπίας), κι αν ήταν έγκυρο το άρθρο του κ. Μπελλέ δεν θα πείραζε η επανάληψη αρκετών παραγράφων, αλλά δυστυχώς μόνο έγκυρα δεν είναι τα όσα γράφονται, οπότε αναγκάζομαι κι εγώ να ξαναγράψω.

Όπως και το παλιότερο άρθρο του κ. Μπελλέ, έτσι κι αυτό δεν μου άρεσε καθόλου. Το βρήκα τσαπατσούλικα γραμμένο, με όχι λίγα οξύμωρα και κλισέ, με κάμποσες λέξεις που αναρωτιέμαι αν ξέρει ο συγγραφέας τι σημαίνουν, αν και μερικά μαργαριτάρια του παλιότερου άρθρου δεν έχουν μεταφερθεί στο τωρινό. Επί της ουσίας, ο συγγραφέας κινδυνολογεί για τη δήθεν φθορά της γλώσσας, χωρίς να παραθέτει κανένα επιχείρημα –ή μάλλον με μόνο επιχείρημα τη διάδοση της λέξης «γαμάτο» στην αργκό των νέων. Και, το χειρότερο, (ξανα)πιάνω τον κ. Μπελλέ στα πράσα να χρησιμοποιεί ανύπαρκτα ρητά, κι αυτό είναι πιο σοβαρό.

Σαν παράδειγμα της τσαπατσουλιάς και των οξύμωρων, διαβάζουμε στην αρχή ότι καταντήσαμε, λέει, τη γλώσσα «πλοίο ξυλάρμενο που θαλασσοδέρνεται στα αβαθή και τελματώδη» -αυτή η συσσώρευση των κλισέ δημιουργεί εντύπωση οξύμωρου, διότι στα αβαθή και στα τελματώδη δεν μπορεί να θαλασσοδέρνεται ένα πλοίο –ή το ένα, αγαπητέ μου, ή το άλλο θα έχεις. Είναι σαν εκείνον που έγραφε: «ήταν ένα ύπουλο πισώπλατο χτύπημα…» και για να το κάνει ακόμα πιο απεχθές πρόσθεσε: «…κατάστηθα»! Το ίδιο οξύμωρα μου φαίνονται και τα «αυχμηρά περβόλια» διότι αυχμηρός θα πει κατάξερος, αλλά ας πούμε ότι εδώ λειτουργεί η ποιητική άδεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Εφημεριδογραφικά, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , , | 127 Σχόλια »

Γαμάτο, να γιατί χανόμαστε!

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2011

Ζητάω συγνώμη από εσάς αν σας ενόχλησε ο αθυρόστομος τίτλος (σιγά την αθυροστομία δηλαδή…) και από τον Τζίμη Πανούση, που παραποίησα τον δικό του τίτλο. Ωστόσο, δεν φταίω εγώ, δεν άρχισα πρώτος. Την Κυριακή δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία ένα άρθρο του κ. Χρίστου Μπελλέ, συγγραφέα και πανεπιστημιακού, με τίτλο «Ουτοπία» και υπότιτλο «Γλώσσα και Ιστορία. Οι δυο ακρογωνιαίοι λίθοι Παιδείας». Το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε ολόκληρο εδώ, εγώ θα ξεχωρίσω μερικά αποσπάσματα για να τα (επι)κρίνω.

Διότι, πρέπει να το πω, το άρθρο καθόλου δεν μου άρεσε. Το βρήκα τσαπατσούλικα γραμμένο, γεμάτο οξύμωρα και κλισέ, με κάμποσες λέξεις που αναρωτιέσαι αν ξέρει ο συγγραφέας τι σημαίνουν. Δεύτερον, επί της ουσίας, κινδυνολογεί για τη δήθεν φθορά της γλώσσας, χωρίς να παραθέτει κανένα επιχείρημα –ή μάλλον με μόνο επιχείρημα τη διάδοση της λέξης «γαμάτο» στην αργκό των νέων. Και, τρίτο και φαρμακερό, πιάνω τον κ. Μπελλέ στα πράσα να χρησιμοποιεί ανύπαρκτα ρητά, κι αυτό είναι πιο σοβαρό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Εφημεριδογραφικά, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , , | 281 Σχόλια »

Για τα γκρίκλις και την «εκστρατεία» των Ράδιο Αρβύλα

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2011

Από τον ιστότοπο iefimerida.gr μού ζήτησαν τη γνώμη μου για την εκστρατεία εναντίον των γκρίκλις, που έχει ξεκινήσει η εκπομπή Ράδιο Αρβύλα. Έδωσα την απάντηση που ακολουθεί, οπότε την αναδημοσιεύω και εδώ για να μη μου πείτε ότι σας κρατάω μυστικά 😉 Θα ήθελα να παρακαλέσω όποιον ξέρει να επιβεβαιώσει αν ισχύει αυτό που γράφω, ότι ένα ελληνόγραπτο μήνυμα χρησιμοποιεί οχτάμπιτους χαρακτήρες άρα πιάνει περισσότερο χώρο από ένα λατινόγραπτο -είμαι σχεδόν βέβαιος, αλλά μια επιβεβαίωση δεν βλάφτει. Θυμίζω, τέλος, ότι το θέμα το έχουμε συζητήσει ξανά στο ιστολόγιο.

Προσθέτω εδώ το βιντεάκι των Ράδιο Αρβύλα γιατί μπορεί κάποιοι να μην το έχουν δει:
http://www.youtube.com/watch?v=fyUEDkgs2qc

Δεν νομίζω ότι τα γκρίκλις συνιστούν απειλή για τη γλώσσα μας και ομολογώ ότι βρήκα επιφανειακή, παραπλανημένη και, θα το πω, δημαγωγική την εκστρατεία που έχουν ξεκινήσει οι Ράδιο Αρβύλα. Οι βαριές εκφράσεις που χρησιμοποιούνται στο διαφημιστικό σποτ τους (έγκλημα, καταστροφική συνήθεια, μπορεί να καταργήσει (!) τον ελληνικό γραπτό λόγο) δεν στηρίζονται πουθενά και παραπέμπουν στις χειρότερες στιγμές του κινδυνολογικού κίτρινου Tύπου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Αλφάβητο, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 567 Σχόλια »

Η ελληνική γλώσσα και ο αποτρόπαιος Κίσινγκερ!

Posted by sarant στο 7 Νοεμβρίου, 2009

Πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο που απεύθυνε έκκληση «να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού την υπέροχη ελληνική γλώσσα μας«. Το είχε δημοσιεύσει, στην «Ελεύθερη Ώρα», ο κ. Σωτήρης Ζαφειρακόπουλος και είχα τότε επισημάνει ότι το κείμενο δεν ήταν Λερναίας κοπής αλλά πρωτότυπη πνευματική δημιουργία. Πρόσφατα, ο κ. Ζαφειρακόπουλος ξαναχτύπησε. Το νέο άρθρο, που το αναδημοσιεύω ολόκληρο διότι είναι σχετικά σύντομο, εμπνέεται μεν από τη Λερναία παράδοση αλλά την παντρεύει δημιουργικά με τον μύθο για τη δήλωση Κίσινγκερ. Απολαύστε υπεύθυνα:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικοί μύθοι | Με ετικέτα: , , | 170 Σχόλια »

Τα γκρίκλις φταίνε (και) για την Άλωση!

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2009

Θα διαβάσατε ίσως χτες στις εφημερίδες για μια «έρευνα του Παιδαγωγικού Τμήματος Νηπιαγωγών του πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, που διεξήχθη σε μαθητές όλων των βαθμίδων της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης», σύμφωνα με την οποία η χρήση των γκρίκλις «επιδρά αρνητικά στην ορθογραφική ικανότητα των μαθητών». Σύμφωνα μάλιστα με την ίδια έρευνα, το 58,5% των μαθητών θεωρεί ότι η χρήση των γκρίκλις απειλεί την ελληνική γλώσσα, ενώ την ίδια άποψη έχει και το 63,4% των καθηγητών φιλολόγων. Μόνο το 63,4% σύμφωνα με τη διατύπωση του συντάκτη της Ελευθεροτυπίας, που θα περίμενε ομόθυμη καταδίκη των σατανικών γκρίκλις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα | Με ετικέτα: , , | 191 Σχόλια »

Γι’ αυτό λοιπόν συρρικνώνεται η γλώσσα;

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2009

Δεν είναι επειδή δεν έχω καιρό να γράψω (που ισχύει κι αυτό) αλλά κρίνω σημαντικό το κείμενο που ακολουθεί, που δημοσιεύτηκε στη Λεξιλογία από τον φίλο panadeli που είναι καθηγητής βιολόγος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Νομίζω πως αξίζει να το δείτε, οπότε το κοπυπαστώνω αυτολεξεί:

Η γλώσσα μας, παρά την τεράστια σημασία της για τον πολιτισμό μας, στις μέρες μας συρρικνώνεται. Πού οφείλεται το φαινόμενο και πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί; Οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα περιληφθούν σε άρθρο που δημοσιεύεις στη σχολική εφημερίδα.

Θέμα έκθεσης από τις απολυτήριες εξετάσεις της Γ’ Γυμνασίου του σχολείου όπου δουλεύω. Το μεταφέρω αυτούσιο από την κόλλα των θεμάτων.

Το θέμα με εξόργισε. Για πολλοστή φορά τα τελευταία χρόνια, θυμήθηκα την εποχή που ήμουν μαθητής και μου ζητούσαν να αναπτύξω θέσεις οι οποίες μου φαίνονταν εντελώς αυθαίρετες. Συχνά διαμαρτυρόμουν και η εκάστοτε φιλόλογος (ζητώ συγγνώμη για τη χρήση του θηλυκού γένους, αλλά πάντοτε γυναίκες μου τύχαιναν) συνήθως θύμωνε, θεωρώντας ότι ήθελα να της χαλάσω το μάθημα, και μου ζητούσε να σταματήσω να κάνω τον αντιρρησία.

(Μικρή παρένθεση, αλλά αρκετά ενοχλητική βρήκα και την τρίτη περίοδο, όπου συνυπάρχει με περίεργο τρόπο ένας μέλλοντας σε παθητική φωνή με ενεστώτα β’ ενικού σε ενεργητική φωνή, και όπου η διατύπωση «οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά θα περιληφθούν σε άρθρο» ακούγεται σαν απειλή!)
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , | 65 Σχόλια »