Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναδημοσιεύσεις’ Category

Συμμαχία από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα; (του Σωτήρη Βαλντέν)

Posted by sarant στο 30 Οκτώβριος, 2018

Στις προχτεσινές εκλογές στη Βραζιλία νικητής αναδείχτηκε με 55% ο πρώην στρατιωτικός Ζαΐρ Μπολσονάρο ή όπως αν προφέρεται, με επιδεικτικά ακροδεξιές θέσεις στα κοινωνικά ζητήματα και με υπόσχεση να κυβερνήσει με πυγμή. Αλλά ταυτόχρονα έγιναν προχτές και άλλες εκλογές πολύ πιο κοντά μας, που μας αφορούν πιο άμεσα: οι εκλογές στο γερμανικό ομόσπονδο κράτος της Έσσης (που έτσι καθιερώθηκε ευφημιστικά να το προφέρουμε και όχι Χέσε που θα ήταν πιο κοντά στην προφορά του από τους ντόπιους, ίσως και στην αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος).

Στην Έσση, που έχει, κάπως παραπλανητικά, πρωτεύουσα το Βισμπάντεν και όχι τη γειτονική Φρανκφούρτη, τα δυο μεγάλα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού, Χριστιανοδημοκράτες και Σοσιαλδημοκράτες, υπέστησαν εκλογική καθίζηση, χάνοντας 10-11 ποσοστιαίες μονάδες. Τις απώλειες των Χριστιανοδημοκρατών τις καρπώθηκε σχεδόν όλες η ακροδεξιά και αντιμεταναστευτική Εναλλακτική για τη Γερμανία, τις απώλειες των σοσιαλδημοκρατών οι Πράσινοι. Το ίδιο μοτίβο παρατηρήθηκε και πριν από 15 μέρες στις εκλογές στη Βαβαρία, οπότε, θα έλεγε κανείς, δεν δικαιολογείται η εκτίμηση για συνολική στροφή προς τα δεξιά αφού ο συνολικός συσχετισμός παρέμεινε σχεδόν ίδιος.

Αν όμως δούμε τις γερμανικές εκλογές σε συνάρτηση με το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο στην Ευρώπη, η άνοδος της ακροδεξιάς αναδεικνύεται γεγονός αναμφισβήτητο. Ταυτόχρονα, στην Ιταλία η ετερόκλητη, αλλά με έντονα στοιχεία ακροδεξιών θέσεων, κυβέρνηση συνεργασίας Λέγκας-Κινήματος 5 Αστέρων συγκρούεται με τον μονόδρομο λιτότητας των Βρυξελλών.

Για να τα συζητήσουμε όλα αυτά, αναδημοσιεύω από την Αυγή ένα άρθρο του Σωτήρη Βαλντέν που το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον και που δίνει βάση για συζήτηση ανεξάρτητα απο το αν συμφωνεί κανείς με τις θέσεις του συντάκτη.

Συμμαχία από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα;

Τέσσερις τρόποι για να μην ηττηθούν Ακροδεξιά και εθνικισμός

Παρακολουθούμε με αμηχανία, αλλά και με πανικό την αδιάκοπη ενίσχυση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού στον δυτικό κόσμο. Πρόκειται για ένα πραγματικό τσουνάμι που θέτει σε κίνδυνο θεμελιώδεις αξίες και κατακτήσεις μας και θυμίζει δεκαετία του 1930.

Ακροδεξιοί και εθνικιστές βρίσκονται ήδη στην εξουσία σε ΗΠΑ, Ιταλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία, Τσεχία, Σλοβακία και αλλού, κέρδισαν το δημοψήφισμα του Brexit, ενώ ενισχύονται απειλητικά και σε πολλές άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Σουηδία.

Για την αντιμετώπιση του υπαρξιακού αυτού κινδύνου οι δημοκρατικές και αντιεθνικιστικές δυνάμεις φαίνεται να στερούνται στρατηγικής ή η στρατηγική τους είναι λαθεμένη.

Η ανάγκη για ένα πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στην Ακροδεξιά είναι επιτακτική. Και η πρόταση που διατυπώθηκε για μια συμμαχία «από τον Μακρόν ώς τον Τσίπρα» ακούγεται ελκυστική, παραπέμποντας μάλιστα στα αντιφασιστικά μέτωπα περασμένων δεκαετιών. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα για τη γραμμή πάνω στην οποία θα πρέπει να οικοδομηθεί μια τέτοια συμμαχία.

Δυστυχώς, οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις αναζητούν τα αίτια και τους υπευθύνους γι’ αυτές τις εξελίξεις οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί όπου κυρίως βρίσκονται, στις πολιτικές που οι ίδιες εφαρμόζουν. Μας ζητούν δεν συχνά να συσπειρωθούμε εναντίον των εχθρών της δημοκρατίας με πολιτικές που, αντί να τους εξασθενούν, τους ενισχύουν. Ιδού τέσσερις πολιτικές που, κατά τη γνώμη μου, βοηθούν αντί να πολεμούν την Ακροδεξιά και τους εθνικιστές:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γερμανία, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρώπη, Εκλογές, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , | 210 Σχόλια »

Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της; (άρθρο του Βενέδικτου Βασιλείου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2018

Ταξίδευα χτες, δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο. Αντί να αναδημοσιεύσω κάποιο παλιότερο δικό μας, που είναι η πρώτη δοκιμασμένη λύση σε τέτοιες περιπτώσεις, καταφεύγω στη δεύτερη λύση, να αναδημοσιεύσω άρθρο άλλου, φυσικά μέσα στα ενδιαφέροντα του ιστολογίου.

Το σημερινό άρθρο είναι από αυτά που θα ήθελα να είχα γράψει, γιατί αγγίζει θέματα που μας απασχολούν πολύ εδώ στο ιστολόγιο: την ετυμολογία και τον ρόλο της. Το έχει γράψει ο γλωσσολόγος Βενέδικτος Βασιλείου, που έχει (ή είχε) εβδομαδιαία στήλη με γλωσσικά θέματα στην κυπριακή Σημερινή, και που κι άλλη φορά έχουμε δημοσιεύσει γλωσσικό του άρθρο.

Η ετυμολογία, λένε κάποιοι, αποκαλύπτει τη σημασία των λέξεων -ή, άλλοι, το προσδιορίζουν: τη βαθύτερη, την πραγματική σημασία. Κι αυτό το στηρίζουν στο ότι «έτυμος» στα αρχαία ελληνικά σημαίνει «αληθής». Ωστόσο, δεν νομίζω πως είναι έτσι. Η ετυμολογία… δεν λέει αλήθεια. Δεν αποκαλύπτει τίποτα για την πραγματική σημασία των λέξεων, ενδεχομένως μπορεί να μας φωτίζει την αρχική σημασία των λέξεων και, σε κάθε περίπτωση, μας δείχνει πώς σκέφτονταν αυτοί που ονομάτισαν έτσι το ένα και το άλλο πράγμα. Το πορτοκάλι ετυμολογείται από την Πορτογαλία, αλλά δεν παράγεται στην Πορτογαλία, απλώς κάποια πορτοκάλια έρχονταν στη Μεσόγειο μέσω Πορτογαλίας και γι’ αυτό οι Ιταλοί τα είπαν arancio da Portogallo.

Αλλά δεν θα γράψω εγώ το άρθρο, δίνω τον λόγο στον Βενέδικτο Βασιλείου (εδώ η αρχική δημοσίευση):

Αποκαλύπτει η ετυμολογία μιας λέξης τη σημασία της;

Πολλοί θα απαντούσαν καταφατικά—και μάλιστα, χωρίς να το διαπραγματεύονται. Διότι αρκεί να διακρίνουμε τη ρίζα ή τα συνθετικά μιας λέξης, για να μάθουμε τη σημασία της: ο αεικίνητος ετυμολογείται από το ἀεί (δηλαδή, πάντοτε) και το κινώ και επομένως σημαίνει αυτόν που κινείται ασταμάτητα· το ρήμα υδροδοτώ ετυμολογείται από το αρχαιοελληνικό ὕδωρ και το –δοτώ από το ουσιαστικό δότης, το οποίο προέρχεται από το ρήμα δίδω, και άρα σημαίνει παρέχω νερό. Μας βοηθά όμως να μάθουμε τη σημασία της λέξης πονηρός το να ξέρουμε ότι προέρχεται από τη λέξη πόνος; Μάλλον θα οδηγούμασταν σε λάθος σημασία: ότι ο πονηρός είναι κάποιος που πονάει πολύ! Αντίστοιχα, ένα άσχημο κτήριο θα ήταν ένα κτήριο χωρίς σχήμα! Τα πράγματα δεν είναι τόσο μονόπλευρα.

Οι λέξεις πλάθονται σε μια ορισμένη χρονική στιγμή με τα διαθέσιμα λεξιλογικά υλικά, αποκτούν την αρχική τους σημασία και ταξιδεύουν στον χρόνο. Στην ιστορική αυτή διαδρομή η σημασία αλλάζει: μπορεί να βελτιώνεται, να χειροτερεύει, να περιορίζεται ή να διευρύνεται. Η ετυμολογία μάς δείχνει το ἔτυμον της λέξης, δηλαδή μια «αλήθεια» για τη λέξη, την αλήθεια για την προέλευσή της, μια ιστορική εγκυκλοπαιδική γνώση για το πώς πλάστηκε, τι σήμαινε αρχικά και πώς η σημασία της έχει αλλάξει μέχρι τις μέρες μας. Μας ανοίγει κι ένα παράθυρο στο πώς οι παλαιότεροι ομιλητές προσλάμβαναν την πραγματικότητα, τι θεωρούσαν σημαντικό και πώς αντιλαμβάνονταν τον κόσμο. Δεν μας αποκαλύπτει όμως απαραίτητα την αλήθεια για τη σημερινή, τρέχουσα σημασία της λέξης.

Είναι πλήθος οι νεοελληνικές λέξεις των οποίων η ρίζα ή τα συνθετικά δεν διατηρούνται πια στη νέα ελληνική—αυτό, συνεπώς, εμποδίζει την προσέγγιση της σημασίας τους μέσω της ετυμολογίας. Αλλά, και αν ακόμα η ρίζα ή τα συνθετικά διατηρούνται ή μας θυμίζουν κάποια υπάρχουσα λέξη στη νέα ελληνική, το πιθανότερο είναι να μας παρασύρουν σε λανθασμένες σημασίες, γιατί το λεξιλόγιο είναι σε όλες του τις εκφάνσεις κάτι πολύ ρευστό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 191 Σχόλια »

Άγνωστες μαύρες σελίδες της κυπριακής ιστορίας

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2018

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο που αρχικά δημοσιεύτηκε στην κυπριακή εφημερίδα Χαραυγή (όργανο του ΑΚΕΛ) και που το έχω πάρει από το διαδικτυακό περιοδικό Κατιούσα, ενώ επίσης θα δώσω συνδέσμους προς μια σειρά άρθρων της κυπριακής εφημερίδας Πολίτης. Το κοινό τους θέμα είναι τα εγκλήματα ελληνοκυπρίων ακροδεξιών με θύματα άμαχους τουρκοκυπρίους, γέρους και γυναικόπαιδα, αφενός την περίοδο της τουρκικής εισβολής τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1974 και αφετέρου κατά τη λεγόμενη περίοδο των διακοινοτικών ταραχών, τον Μάιο του 1964. Πρόκειται για εγκλήματα που έμειναν για πάντα ατιμώρητα, αλλά και που θεωρείται πως δεν πρέπει να μιλάμε γι’ αυτά διότι τάχα δικαιολογούμε τα εγκλήματα της άλλης πλευράς και την εισβολή του Αττίλα.

Το πρώτο άρθρο, του Γιώργου Κουκουμά, μέλους της ΚΕ του ΑΚΕΛ, δημοσιεύτηκε στη Χαραυγή στις 12.8.2018.

Μια άγνωστη, για πολλούς Ελληνοκυπρίους, σελίδα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας είναι οι σφαγές Τουρκοκυπρίων από Ελληνοκύπριους φασίστες τόσο την περίοδο των διακοινοτικών ταραχών όσο και κατά το καλοκαίρι του 1974. Οι περιπτώσεις της σφαγής των 126 Τ/κ [σημ.Κατ.: Τουρκοκυπρίων] γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων από τα τρία μικρά τ/κ [σημ.Κατ.: τουρκοκυπριακά] χωριά της επαρχίας Αμμοχώστου -Μάραθα, Σανταλάρη και Αλόα- καθώς και η εκτέλεση 83 Τ/κ άοπλων αιχμαλώτων από την Τόχνη, τον Αύγουστο του 1974, από μέλη της ΕΟΚΑ Β, αποτελούν μια από τις μαύρες σελίδες στην ιστορία του τόπου μας.

Μάραθα, Αλόα, Σανταλάρης…

Αμέσως μετά την τουρκική εισβολή της 20ής Ιουλίου 1974, μέλη της ΕΟΚΑ Β από τα γύρω χωριά μπήκαν στα τρία τ/κ χωριά πυροβολώντας στον αέρα και εκφοβίζοντας. Εισέβαλαν στα σπίτια και μάζεψαν τους κατοίκους, τους οποίους μετέφεραν με λεωφορεία στο σχολείο της Περιστερωνοπηγής. Τους άντρες τους μετέφεραν αργότερα σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στην Αμμόχωστο και στη συνέχεια στη Λεμεσό. Κατά την περίοδο μεταξύ πρώτης και δεύτερης φάσης της εισβολής, οι Ε/κ [σημ.Κατ.: Ελληνοκύπριοι] φασίστες προέβαιναν σε καθημερινές επιδρομές στα τρία χωριά, λεηλασίες, κλοπές, βιασμούς γυναικών αλλά και δολοφονίες. Με την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, οι εοκαβητατζήδες προχώρησαν στη μαζική εκτέλεση των 126 γυναικόπαιδων και ηλικιωμένων, τους οποίους έθαψαν σε ομαδικούς τάφους που έσκαψαν με μπουλντόζες και ακολούθως κάλυψαν με σκουπίδια για να καλύψουν το έγκλημά τους.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Τ/κ Ασιήρ Αχμέτ από τη Μάραθα, όταν λίγες μέρες αργότερα τα τουρκικά στρατεύματα κατέλαβαν την περιοχή, το σουηδικό απόσπασμα των Ηνωμένων Εθνών έγινε μάρτυρας της αποκάλυψης του αποτρόπαιου εγκλήματος, στο χώρο του σκυβαλότοπου του χωριού: «Όταν άρχισε η εκταφή (…) είδαμε δεκάδες αποκεφαλισμένα και ακρωτηριασμένα πτώματα, κυρίως παιδιών, τα οποία είχαν σκεπαστεί μόνο με σκουπίδια. Μερικά από τα θύματα ήταν δεμένα μεταξύ τους με τέλι. Μόνο σε μια περίπτωση, μετρήσαμε δέκα άτομα δεμένα με τέλι. Μερικά από τα θύματα ήταν μισοκαμένα. Σχεδόν όλα τα αγόρια κάθε ηλικίας ήταν χωρίς κεφάλια. Μεταξύ των παιδιών που βρέθηκαν δολοφονημένα στο σκυβαλότοπο ήταν και τα έξι αδέλφια μου, η μητέρα μου, η γιαγιά και η θεία μου μαζί με τα εφτά παιδιά της». Ο Τ/κ Κιαμίλ Μέριτς, του οποίου οι δολοφόνοι σκότωσαν τη γυναίκα και τα πέντε παιδιά, δήλωσε ότι «όταν άνοιξαν τον τάφο, βρήκαν τη γυναίκα μου να κρατά το μικρότερο παιδί μας, 18 μηνών, και το μωρό μου είχε σαράντα σφαίρες στο σώμα του». Σύμφωνα με μαρτυρία του Ε/κ στρατιώτη Νίκου Γενιά (Χαραυγή, 20.7.1998), ο οποίος κατά την υποχώρηση από τον Πενταδάκτυλο πέρασε από τα τρία μαρτυρικά χωριά, «εοκαβητατζήδες με εκσκαφείς άνοιγαν λάκκους και έθαβαν τους γέρους και τα παιδιά που σκότωσαν σε αυτά τα χωριά. Μάλιστα ένας από αυτούς κομπάζοντας μάς είπε “Εμείς εκάμαμεν τη δουλειά μας…”»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Κύπρος, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 165 Σχόλια »

Αφορά το ή αφορά στο;

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αφορά ένα γλωσσικό ερώτημα που διατυπώνεται συχνά τα τελευταία χρόνια, και στο οποίο, περιέργως, δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο ιστολόγιο. Αντί όμως να γράψω εγώ τη γνώμη μου για το δίλημμα του τίτλου, θα αναδημοσιεύσω ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου μου του Γιάννη Χάρη, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά πριν από δυο βδομάδες στη σαββατιάτικη στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών -και στη συνέχεια θα γράψω και μερικά δικά μου σχόλια για το θέμα.

Έγραψε λοιπον ο Γιάννης Χάρης:

Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), «Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές» (η εικόνα είναι παρμένη από το ιστολόγιο του Γ. Χάρη)

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική […] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι […] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν […] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα…). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν […] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 227 Σχόλια »

Να δικαιωθεί ο Βασίλης Δημάκης

Posted by sarant στο 12 Απρίλιος, 2018

Ο κρατούμενος Βασίλης Δημάκης κάνει απεργία πείνας και δίψας διεκδικώντας το δικαίωμα να του δίνονται αδειες με βραχιολάκι για να παρακολουθεί μαθήματα στo Πολιτικό της Νομικής, όπου φοιτά. Η υπόθεση εκ πρώτης όψεως έχει αρκετές ομοιότητες με την ανάλογη διεκδίκηση του Νίκου Ρωμανού πριν από τριάμισι χρόνια (είχαμε γράψει) αλλά έχει και μερικές καίριες διαφορές.

Ο Δημάκης είναι «κοινός» ποινικός κρατούμενος, που έζησε όλη σχεδόν την ενήλικη ζωή του φυλακισμένος, που σε σχετικά μεγάλη ηλικία αποφάσισε να αλλάξει ζωή, να βγει από τον φαύλο κύκλο -τελείωσε το εσπερινό λύκειο στις φυλακές και πέρασε στις πανελλήνιες εξετάσεις δεύτερος από όλη την Ελλάδα, με δυσθεώρητους βαθμούς. Με επιτυχία πέρασε επίσης αρκετά μαθήματα του πρώτου εξαμήνου, κάτι που δείχνει ότι η στροφή του είναι απόλυτα ειλικρινής και ότι δεν γράφτηκε στη σχολή απλώς για να παίρνει άδειες.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για ένα, συγχωρήστε μου το κλισέ, σαξές στόρι του σωφρονιστικού συστήματος: καθε υπουργείο Δικαιοσύνης θα ήθελε να μπορεί να δείχνει με καμάρι περιπτώσεις σαν του Δημάκη, και αυτό ακριβώς έκανε αλλωστε ο σημερινός υπουργός μέχρι πρότινος, όταν βράβευσε τον Δημάκη για τις επιδοσεις του στις εξετάσεις, αυτό έκανε και το υπουργείο μέχρι πρότινος όταν ενέκρινε μεταγωγή από την Πάτρα στον Κορυδαλλό ώστε να βρίσκεται ο κρατούμενος κοντά στη σχολή του.

Ωστόσο, το Συμβούλιο Φυλακής επανειλημμένα απέρριψε το αίτημά του για εκπαιδευτική άδεια προκειμένου να παρακολουθεί με βραχιολάκι τα μαθήματα της σχολής του, παρόλο που πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις -είναι μαλιστα ο μοναδικος κρατούμενος που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις και που το αίτημά του απορρίφθηκε! Έτσι, ο Δημάκης κατέβηκε σε απεργία πείνας και, στη συνέχεια, και δίψας, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ζωη του -ενώ χτες απορρίφθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά η προσφυγή που είχε ασκήσει ο Δημάκης κατά της απορριπτικής απόφασης.

Θα παραθέσω πιο κάτω μια τοποθέτηση που έγινε στο Φέισμπουκ από τη δικηγόρο Φιλοθέη Βαρσαμή, θέλω όμως να πω κι εγώ δυο λόγια και κυρίως να εκφράσω την αγανάκτησή μου για το κατάπτυστο δελτίο τύπου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ένα άθλιο από κάθε άποψη κείμενο (μεταξύ άλλων και ανορθόγραφο: κάποτε σε κόβανε στη Νομική αν έβαζες απόστροφο στο «εξ»!) που είναι ντροπή για τον ΣΥΡΙΖΑ και για την αριστερή κυβέρνηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Δικαστικά, Δικαιώματα, Επικαιρότητα, Νομικά | Με ετικέτα: , , , | 181 Σχόλια »

Η τάτσα στο ράσο τους (αναδημοσίευση)

Posted by sarant στο 3 Απρίλιος, 2018

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Χριστοδούλου στον Φιλελεύθερο της Κύπρου με θέμα την αυτοκτονία της 29χρονης Ελένης Φραντζή ή μάλλον τον τρόπο που η εκκλησία της Κύπρου αντιμετώπισε τον ιερωμένο που καταδικάστηκε για τη σεξουαλική κακοποίησή της όταν ήταν μικρό παιδί.

Να θυμίσω τα γεγονότα. Επειδή η μητέρα της έκανε χρήση ναρκωτικών, οι κυπριακές αρμόδιες υπηρεσίες έδωσαν την τετράχρονη τότε Ελένη σε ανάδοχη οικογένεια. Ο θετός της πατέρας ήταν ιερέας σε χωριό. Όπως αποδείχτηκε αργότερα στο δικαστήριο, ο ιερέας άρχισε να κακοποιεί σεξουαλικά τη μικρή Ελένη, έχοντας μάλιστα ως συνεργό την πρεσβυτέρα, τη σύζυγό του.

Φτάνοντας σε ηλικία 10 ετών, η Ελένη βρήκε το θάρρος να καταγγείλει την κακοποίησή της στις κρατικές υπηρεσίες, αλλά δεν την πίστεψαν. Όταν ενηλικιώθηκε, κινησε και πάλι τις διαδικασίες και τελικά ο ιερέας καταδικάστηκε τελεσίδικα το 2013 σε διετή φυλάκιση για «άσεμνη επίθεση κατά ανηλίκου». Με την αποφυλάκισή του στάλθηκε σε μοναστήρι της περιοχής οπου πρόσφατα φωτογραφήθηκε περιτριγυρισμενος από δεκάδες ανήλικα παιδιά. Στην πρεσβυτέρα δεν ασκήθηκε αρχικά δίωξη.

Η Ελένη Φραντζή αυτοκτόνησε στα τέλη Μαρτίου.

Σε ένα επίπεδο έχουμε τις μικρές κοινωνίες που κουκουλώνουν τα σκάνδαλα και όπου κάλλιο είναι η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου -κι έτσι σύσσωμο το χωριό συμπαρασταθηκε στον κατηγορούμενο (και καταδικασμένο) ιερέα. Φυσικά και η κυπριακή εκκλησία δεν θέλησε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ιερέα -ανάλογα παραδείγματα εχουμε δει και σε άλλες εκκλησίες, ας πούμε την καθολική. Δεν είναι αντιφατικό πάντως το γεγονός ότι ο επίσκοπος Ταμασού και τον ιερέα φαίνεται να προστάτεψε αλλά και το θύμα του να στήριξε.

Παραθέτω το άρθρο του Φιλελεύθερου και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, στο τελος σχολιάζω δυο λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Κύπρος | Με ετικέτα: , , | 252 Σχόλια »

Η κόρη του περιβολάρου έπεσε εις τας λάσπας

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχει πέσει πολλή δουλειά, αλλά κι επειδή δεν το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο που είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο πριν από πολλά πολλά χρόνια, που είναι στην πραγματικότητα ένα απόσπασμα από το κλασικό έργο Γλώσσα και ζωή του πρωτοπόρου δημοτικιστή (και μαθηματικού) Ελισαίου Γιανίδη (1865 -1942).

Να πούμε δυο λόγια για τον συγγραφέα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταμάτης Σταματιάδης. Γεννήθηκε στο Νιχώρι του Βοσπόρου το 1865, σπούδασε γεωπονία, χημεία και μαθηματικά (όπου έκανε και διδακτορικό), εργάστηκε στην εκπαίδευση (απολύθηκε από το Βαρβάκειο επειδή έλεγε στα παιδιά να μην κλίνουν «η Κίνα της Κίνης»), και είχε σημαντικό έργο σε δυο τομείς που δεν τους είχε σπουδάσει, τη γλώσσα και τη βυζαντινή μουσική. Το βιβλίο του «Γλώσσα και ζωή» (1908 και 2η έκδοση 1915) γαλούχησε γενεές δημοτικιστών και αξίζει να διαβαστει και σήμερα, έστω κι αν το σημερινό γλωσσικό τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό μετά την οριστική επικράτηση της δημοτικής. Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί τον λόγο ενός μάστορα και τα επιχειρήματα ενός καθαρού μυαλού και να πάρει μια ιδέα της γλωσσικής πολεμικής στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Όπως θα δείτε, ο Γιανίδης στο απόσπασμα αυτό κάνει ένα πείραμα: παίρνει λέξεις λόγιες και τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής, κι αυτό γίνεται σχεδόν ή τελείως αβίαστα, κι έπειτα παίρνει λέξεις λαϊκές και επιχειρεί να τις προσαρμόσει στο τυπικό της καθαρεύουσας οπότε το αποτέλεσμα είναι κωμικό, όπως στον τίτλο μας όπου η καθαρευουσιάνικη γενική των αρσενικών (του μαθητού, του εφέτου) εφαρμόζεται σε μια καθαρά λαϊκή λέξη.

Να σημειωθεί ότι αυτό το πείραμα ήταν πολύ πιο επίκαιρο πριν από 100 χρόνια, τότε που έγινε δηλαδή, όταν η καθαρεύουσα ήταν η μορφή γλώσσας που κυριαρχούσε στην εκπαίδευση και στις εφημερίδες. Σήμερα, μόνο σε δυο-τρεις περιπτώσεις ακούγονται ακόμη οι καθαρευουσιάνικοι τύποι, και μία από αυτές είναι τα γυναικεία κύρια ονόματα σε -ώ, όπου η ξιπασιά έφερε αναβίωση του αρχαίου τυπικού σε τύπους όπως «της Κλειούς» και μάλιστα επέκτασή του και σε λαϊκά ονόματα, αφού έστω και μειοψηφικά ακούγονται τύποι όπως «της Αργυρούς», που ήταν αδιανόητοι παλιότερα.

Η γλώσσα του Γιανίδη είναι θαρρώ ίδια με τη σημερινή δημοτική, με μια εξαίρεση -οι παλιοί δημοτικιστές δεν δικαιώθηκαν στον πληθυντικό των παλιών τριτοκλίτων, όπου ο τύπος π.χ. «οι λέξες», που τον χρησιμοποιεί εδώ ο Γιανίδης και που τον χρησιμοποιούσε και ο Σολωμός -είναι λαϊκός τύπος, όχι κατασκευασμένος, εννοώ- όχι μόνο δεν επικράτησε αλλά έχει πια περιπέσει σε απόλυτη αχρηστία.

Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο άρθρο.

Γλώσσα και ζωή (απόσπασμα) 

Εξετάσαμε ποιες σφαλερές αρχές πρωτοστατήσανε στο σχηματισμό του λεξικού. Όμοιο σύστημα ιδεών ακολούθησε η γραφτή μας γλώσσα και στο τυπικό. Εδώ η θεμελιακή πλάνη είναι, πως οι τύποι της φυσικής γλώσσας είναι λαθεμένοι και πως αυτό το έφερε η σκλαβιά και η αμάθεια: ο λαός δεν είχε σκολεία για να μαθαίνει τους ορθούς τύπους, γι’ αυτό τους εστρέβλωσε.

[…]

Η αλλαγή του τυπικού είναι ένα φυσικό φαινόμενο, που το φέρνουν λόγοι ψυχολογικοί, φωνητικοί, ακουστικοί. Σε καμιά γλώσσα δεν έλειψε. Το βλέπουμε και στην αρχαία ελληνική, όταν την πάρουμε σε δυο διάφορες εποχές. Κι εκείνοι που μελέτησαν την αρχαία και τη νέα ελληνική, με το φακό της επιστήμης και όχι του πατριωτισμού, οι γλωσσολόγοι δηλαδή, με μια γνώμη όλοι (και οι οπαδοί της καθαρεύουσας μαζί), μάς λένε πως διαφθορά δεν υπάρχει, και πως η μεταβολή του τυπικού που γέννησε τη σημερινή γλώσσα δεν είναι άλλο παρά συνέχεια των μεταβολών που παρατηρούμε στην ίδια την αρχαία από μιαν εποχή σ’ άλλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γλωσσικό ζήτημα, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »

Όχι «σλαβική διάλεκτος», γλώσσα είναι! (άρθρο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου με κάποια πρόσθετα στοιχεία)

Posted by sarant στο 14 Φεβρουαρίου, 2018

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πολύ εμπεριστατωμένο άρθρο της σλαβολόγου Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, που δημοσιεύτηκε την Κυριακή στην Αυγή. Στο τέλος του άρθρου, σχολιάζω σύντομα και προσθέτω αρκετά επιπλέον στοιχεία.

Στο λεγόμενο «Μακεδονικό» ζήτημα, που προσφάτως μετονομάστηκε σε «σκοπιανό», οι λέξεις είναι βόμβες. Μπορεί να ανατινάξουν ζωές και καριέρες στον αέρα. Εδώ και πάνω από μια εικοσαετία, πολιτικοί, ακαδημαϊκοί, πανεπιστημιακοί τελούν σε καθεστώς συνεχούς αυτολογοκρισίας για να μη «θίξουν» τις εθνικές ευαισθησίες μιας μερίδας επαγγελματιών πατριωτών που συμπαρασύρουν με τις ακραίες φωνές τους πολλούς Έλληνες πολίτες σε στάσεις και συμπεριφορές που τάχα δεν συνάδουν με τις λεγόμενες «εθνικές θέσεις». Όσοι υπαινιχτούν πως οι δικές μας (και όχι των άλλων) αλυτρωτικές κορόνες («Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική»!) κάθε άλλο παρά «εθνικές» είναι, μιας και το «εθνικό» καμία σχέση δεν έχει με το δυσάρεστο και επικίνδυνο «εθνικιστικό», καταδικάζονται στο πυρ το εξώτερον με την κατηγορία του «φιλο-σκοπιανού ανθέλληνα». Όλοι όσοι θέλουν να αναφερθούν στην καταδικασμένη σε ανωνυμία γείτονα χώρα, ψάχνουν εναγωνίως για όρους που να είναι συγχρόνως ουδέτεροι και «αντικειμενικοί» για να μην κατηγορηθούν. Συγχρόνως έχουν ξοδευτεί δεκάδες χιλιάδες ευρώ κρατικών κονδυλίων σε παράξενους εθνο-πατριωτικούς συλλόγους και διάφορα άλλα πατριωτικά κέντρα, καθώς και σε υπηρετούντες σε διάφορες υπηρεσίες, και έχουν χτιστεί καριέρες και καριέρες πάνω στο θέμα του ονόματος της ΠΓΔΜ.

Κάποια στιγμή θα καταγραφεί στην Ιστορία ποιο φαεινό μυαλό εισηγήθηκε αυτό το ανόητο ακρωνύμιο που τόσα χρόνια τώρα μας κάνει να σκοντάφτουμε στους ανέφικτους και όμως αναγκαίους επιθετικούς προσδιορισμούς («η πουγουδουμίτικη γλώσσα» ή οι «πουγουδουμίτες πολίτες» θα ήταν σκέτη ανοησία) με αποτέλεσμα να τους βαφτίσουμε όλους, μονομερώς, ανοήτως και προσβλητικώς «Σκοπιανούς»!

Τις τελευταίες εβδομάδες έχουμε πολύ ενδιαφέρουσες και αξιέπαινες εξελίξεις προς την κατεύθυνση μιας διεξόδου απ’ τις αγκυλώσεις αυτές που στοιχειώνουν τη σχέση μας με τους επί αιώνες γείτονές μας, προς μια λύση που θα μας κάνει όλους να ανασάνουμε. Την Τρίτη, 30.1, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών έκανε σχετικές δηλώσεις. Και σε αυτές, με απορία διαπιστώνει κανείς ότι οι αγκυλώσεις φτάνουν σε βαθμό ευτράπελου. Δεν γνωρίζω ποιο διπλωματικό πνεύμα εισηγήθηκε στον υπουργό να ονομάσει τη γλώσσα των ανώνυμων «σλαβική διάλεκτο»! Παραθέτω από τις δηλώσεις του: «για την ελληνική πλευρά έχει μεγάλη σημασία η σύνθετη λέξη της ονομασίας που θα συμφωνηθεί να είναι στη σλαβική διάλεκτο και να μένει αμετάφραστη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Μακεδονικό | Με ετικέτα: , , , , , | 482 Σχόλια »

Η γλώσσα και τα τούβλα (του Φοίβου Παναγιωτίδη)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2018

Τι μέρα έχουμε σήμερα; Γιορτάζει ο Μάρκελλος, ο Παγκράτιος και ο Νικηφόρος, αλλά δεν εννοώ αυτό. Σήμερα είναι η Παγκόσμια Ημέρα ελληνικής γλώσσας και το ιστολόγιο, παρόλο που γενικά δυσπιστεί απέναντι στις παγκόσμιες ή διεθνείς ημέρες, δεν μπορεί να την προσπεράσει, αφού η γλώσσα είναι το κατεξοχήν αντικείμενο της ενασχόλησής μας.

Επιπλέον, το ιστολόγιο έχει ήδη ασχοληθεί με τη σημερινή μέρα, από τότε που διατυπώθηκε αρχικά η πρόταση να θεσπιστεί τέτοιος θεσμός. Θα θυμάστε ίσως ότι η ιδέα είχε αρχικά διατυπωθεί πρόπερσι από το Υπουργείο Εσωτερικών, και τότε είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο που επέκρινε αρκετά στοιχεία της πρότασης, και ιδίως την ανόητη αιτιολογική έκθεση που τη συνόδευε, όπως και την ημερομηνία που προτεινόταν (20 Μαΐου, με μια παράδοξη σύνδεση με τη… Μάχη της Κρήτης και τη γενοκτονία των Ποντίων). Μάλιστα, είχα υποβάλει το άρθρο μαζί με κάποια άλλα σχόλια στη διαβούλευση στο opengov (πρώτη φορά που το έκανα και μέχρι στιγμής τελευταία) -και κάποια πράγματα πάρθηκαν υπόψη, μεταξύ άλλων η ημερομηνία, που μεταφέρθηκε στον Φλεβάρη, περίοδος σαφώς πιο πρόσφορη από τον Μάιο των εξετάσεων, και συνδέθηκε με τον Διονύσιο Σολωμό, που θεμελίωσε τη νεοελληνική λογοτεχνία.

Φυσικά, το τι περιεχόμενο θα δοθεί στην εκδήλωση εξαρτάται κυρίως από τους μάχιμους εκπαιδευτικούς κάθε σχολείου. Η εγκύκλιος του υπουργείου, πάντως, δεν είναι κακή αν και ειναι αρκετά γενικόλογη -ή έτσι πρέπει νάναι;

Για να τιμήσει τη σημερινή μέρα, το ιστολόγιο δημοσιεύει ένα άρθρο εισαγωγής στη γλωσσολογία -είναι η εισαγωγή από το πολύ καλό βιβλίο του φίλου Φοίβου Παναγιωτίδη «Μιλα μου για γλώσσα», που το είχαμε παρουσιάσει εδώ όταν κυκλοφόρησε. Ίσως δεν είναι κατάλληλο για παιδιά του γυμνασίου και του λυκείου (αλλά γιατί όχι;) εμείς όμως είμαστε λίγο μεγαλύτεροι.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και ένα λινκ προς κάτι πολύ ενδιαφέρον, οπότε έχετε ένα επιπλέον κίνητρο για να μην αφήσετε το διάβασμα στη μέση.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΤΟΥΒΛΑ

Συνήθως όταν μιλάμε για γλώσσα, είτε γενικά για το φαινόμενο της γλώσσας, είτε για συγκεκριμένες γλώσσες, όπως τα πορτογαλικά, τα αραβικά, τα κορεατικά ή τα σιγγαλέζικα (μια από τις γλώσσες της Σρι Λάνκα), αναφερόμαστε στις λέξεις και μόνο. Με άλλα λόγια, αντιλαμβανόμαστε τη γλώσσα σαν να ήτανε λέξεις και μόνο λέξεις.

Συχνά περιοριζόμαστε να εντοπίζουμε τις διαφορές μεταξύ γλωσσών μόνο στο επίπεδο των λέξεων, στο ότι για παράδειγμα το δέντρο λέγεται ‘δέντρο’ στα ελληνικά, ‘tree’ στα αγγλικά, ‘Baum’ στα γερμανικά και ούτω καθεξής. Μάλιστα, ένα συνηθισμένο θέμα συζήτησης (ιδίως σε μια παρέα που θα αντιληφθεί πως ανάμεσά της υπάρχει κι ένας γλωσσολόγος) είναι ποια γλώσσα είναι η πιο πλούσια ή η πιο πλήρης. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτές οι συζητήσεις έχουν το εξής θέμα: «Ποια γλώσσα έχει τις περισσότερες λέξεις;» — αφού, όπως είπαμε, συνήθως όταν μιλάμε για γλώσσα την αντιλαμβανόμαστε απλώς σαν έναν σωρό από λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Επετειακά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ» (άρθρο του Γιάννη Πατίλη, 1992)

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2018

Θα συνεχίσουμε και σήμερα με το μακεδονικό (και όχι «το σκοπιανό», ανεξάρτητα από το όνομα της γειτονικής χώρας: διότι για τη Μακεδονία γίνεται λόγος), κι ας υπάρχει επικάλυψη με προηγούμενα σχετικά άρθρα μας.

Ο φίλος ποιητής Γιάννης Πατίλης (που πριν από λιγο καιρό είχαμε φιλοξενήσει ένα άρθρο του για την εκπαίδευση) μού έστειλε άρθρο του δημοσιευμένο το 1992 στην εφημερίδα «Εποχή». Καθώς το 1992 δεν είναι πια και τόσο μακρινό ύστερα από το ακροδεξιάς κοπής συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, δημοσιεύω το άρθρο αυτό σήμερα -στην αρχή προβληματίστηκα μήπως το βάλω την Κυριακή διότι έχει και φιλολογικό ενδιαφέρον, αλλά τελικά έκρινα ότι ταιριάζει περισσότερο εδώ.

Φιλολογικό ενδιαφέρον έχει επειδή πραγματεύεται ένα θέμα που ήταν βέβαια λιγότερο γνωστό το 1992 απ’ ό,τι είναι σήμερα, την περίφημη φράση «Μοναχά Μακεντόν ορτοντόξ» στο κεφάλαιο «Ζάβαλη Μάικω» της Ζωής εν τάφω του Μυριβήλη, μια φράση που την αφαίρεσε ο Μυριβήλης από μεταγενέστερες εκδόσεις του έργου του. Κατά σύμπτωση, το κεφάλαιο αυτό περιλαμβανεται και σήμερα στα σχολικά βιβλία, αλλά έχει αφαιρεθεί και η προηγούμενη φράση, που λέει ότι οι χωριάτες της περιοχής του Μοναστηριού δεν θέλουν να είναι μήτε Μπουλγκάρ, μήτε Σρρπ, μήτε Γκρρτς.

Ένα μόνο πράγμα να προσθέσω πριν παραθέσω το άρθρο του Γιάννη Πατίλη. Η περιοχή του Μοναστηριού ανήκε, πριν από τον πόλεμο, στη Σερβία. Μόλις μπήκε η Βουλγαρία στον πόλεμο με τη μεριά των Κεντρικών Δυνάμεων, η Σερβία δεν μπορούσε να αντέξει τις διμέτωπες συγκρούσεις (αφού δεχόταν ήδη τις αυστριακές επιθέσεις από βορρά) και κατέρρευσε. Η Βουλγαρία προσάρτησε τα εδάφη αυτά και, θεωρώντας τους κατοίκους για Βουλγάρους, έντυσε στο χακί τους νέους στρατεύσιμης ηλικίας. Τα υπολείμματα του σέρβικου στρατού πέρασαν διά χιόνος και σιδήρου την Αλβανία και διαπεραιώθηκαν στην Κέρκυρα κι αφού ανασυγκροτήθηκαν και περιέθαλψαν τους τραυματίες τους οδηγήθηκαν στη Θεσσαλονίκη, που ήταν πια υπό τον έλεγχο της Αντάντ, και επιτέθηκαν κατά των βουλγαρικών θέσεων απελευθερώνοντας κάποια εδάφη. Έτσι, το χωριό της Άντσως είχε πια ξαναπεράσει στον έλεγχο της Σερβίας και της Αντάντ, αλλά οι νέοι της περιοχής είχαν στρατολογηθεί από τους Βουλγάρους και πολεμούσαν (ίσως όχι με τη θέλησή τους) από την άλλη πλευρά των χαρακωμάτων.

(Και μια σχολαστική επισήμανση: Προς το τέλος υπάρχει ένα παράθεμα από τον Τσαρούχη, όπου χρησιμοποιείται ο τύπος «έχει παράγει», που δεν είναι σωστος -ή έχει παραγάγει στα αμαληκιτικά, ή έχει παράξει λέμε. Δεν ξέρω αν είναι λάθος του Τσαρούχη -δεν έχω το βιβλίο αυτο- ή της εφημερίδας, οπότε περιορίστηκα να βάλω ένα sic).

 

Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ»
(Πρώτη δημοσίευση, Εποχή 4 Μαΐου 1992)

Πλάνη δεύτερη: «Σλαβομακεδόνες» και «Σλαβομακεδονική Γλώσσα». Οι όροι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με κάποια εθνότητα. Χρησιμοποιήθηκαν έντεχνα για να θεμελιωθεί ο ισχυρισμός των Σκοπιανών ότι οι ίδιοι δεν είναι ούτε Έλληνες, ούτε Σέρβοι, ούτε Βούλγαροι…

Ν. Μάρτης (εφ. Το Βήμα, 22/3/92).

Μια απροσδόκητη μαρτυρία για το «μακεδονικό» φέρνει στην επιφάνεια αυτών των ταραγμένων ημε­ρών η ανατύπωση της Α’ έκδοσης της Ζωής εν τάφω του Στρατή Μυριβήλη από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» (Α­θήνα, 1991). Όπως μας πληροφορεί το Σημείωμα του Εκδότη στην πρόσφατη ανατύπωση: «Ο Μυριβήλης ξεκινά το σχεδίασμα της Ζωής εν τάφω στα χα­ρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέ­μου, στο Μοναστήρι της Σερβίας. Ένα κεφάλαιο αυτής της σχεδιαζόμενης πρώτης έκδοσης δημοσιεύεται το 1917 στην εφημερίδα Νέα Ελλάδα της Θεσσαλονίκης. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το κείμενο της πρώτης έκ­δοσης δημοσιεύεται σε συνέχεια στην εφημερίδα Καμπάνα (…) που εκδίδει ο ίδιος ο Μυριβήλης στη Μυτιλήνη από τις 27 Μαρτίου 1923», ενώ το κείμενο «αυτής της Α’ έκδοσης κυκλοφορεί υπό μορφήν βιβλίου για πρώτη φορά στη Μυτιλήνη την 1η Απριλίου 1924, από την «Λογοτεχνική Βιβλιοθήκη της Καμπάνας»(…).»

Εξαιρετικό εθνολογικό ενδιαφέρον για το περιεχόμενο της συνείδησης των ντόπιων κατοίκων της περιοχής Μονα­στηριού παρουσιάζει η σελίδα που ανα­δημοσιεύουμε παρακάτω. Ο πλασμα­τικός αφηγητής, που απηχεί ωστόσο προσωπικές εμπειρίες του ίδιου του συγγραφέα από τη συμμετοχή του στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Α’ Παγκ. Πολέμου στο μακεδονικό μέτω­πο, βρίσκεται υπό ανάρρωση φιλοξε­νούμενος σε αγροτόσπιτο της περιοχής Μοναστηριού παραμονές της μεγάλης μάχης του Σκρα (Μάιος 1918). Στο σπί­τι αυτό ο ταλαιπωρημένος στρατιώτης βρίσκει για λίγες μέρες οικογενειακή γαλήνη και στοργή, ιδιαίτερα στο πρό­σωπο της σπιτονοικοκυράς του, της Άντσως. Με αφορμή την περιγραφή του ιδιαίτερου χαρακτήρα της γυναίκας αυ­τής ο αφηγητής θα κάνει μια μικρή πα­ρέκβαση προκειμένου να μιλήσει γενι­κότερα για τον ψυχικό και ιδεολογικό κόσμο των κατοίκων της περιοχής:

Να τώρα κι ο ακριβός θησαυρός που ξεσκάλιξα μες στη χωριάτικη τη «βάρ­βαρη» αυτή ψυχή, που ’ναι αμόλευτη και παρθενικιά σαν τ’ απάτητο χιόνι μιας βουνοκορφής. Η Αντσω έχει δυο γιους στρατιώτες. Κι οι στρατιώτες αυ­τοί είναι μες στους οχτρούς που βρί­σκονται αντίκρυ μας στα χαρακώμα­τα του Περιστεριού. Αυτοί εδώ οι χω­ριάτες, που τη γλώσσα τους την κατα­λαβαίνουν περίφημα κι οι Βουργάροι κι οι Σέρβοι, αντιπαθούνε τους πρώ­τους γιατί τους πήρανε τα παιδιά τους στο στρατό. Μισούν τους δεύτερους που τους κακομεταχειρίζουνται για Βουργάρους. Και κοιτάνε με αρκετά συμπαθητική περιέργεια εμάς τους πε­ραστικούς Ρωμιούς επειδή είμαστε οι γνήσιοι πνευματικοί υπήκοοι του Πατρίκ, δηλαδή του «Ορθοδόξου Πα­τριάρχη της Πόλης». Γιατί η ιδέα του απλώνεται ακόμα, τυλιγμένη μέσα σε μια θαμπή μυστικοπάθεια πολύ παρά­ξενη, πάνου σ’ αυτό τον απλοϊκό χρι­στιανικό κόσμο. Έπειτα οι τάφοι των παλιώ τους προεστών έχουνε πάνω στις πέτρες σκαλισμένα ελληνικά γράμματα. Τα ίδια γράμματα που ’ναι γραμμένα πάνου στα σκεβρωμένα κονίσματά τους, και στα παλιά εκκλησια­στικά βιβλία των εκκλησιώ τους. Ω­στόσο, δε θέλουν να ’ναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ», μήτε «Γκρρτς». Μοναχά «Μακεντόν ορτοντόξ».

Το απόσπασμα αυτό, σε αρκετά πα­ραλλαγμένη μορφή (ο Μυριβήλης τρο­ποποιούσε συνεχώς το κείμενο της Ζω­ής εν τάφω στις αλλεπάλληλες εκδό­σεις του), είχαμε χρησιμοποιήσει —όπως το είχαμε βρει στη δέκατη τρίτη έκδοση από την «Εστία», το 1956— σε παλιό τεύχος του Πλανόδιου (αρ. 10, Ιούλιος 1989), προκειμένου να ψέξου­με μια «εθνοκεντρικής» εμπνεύσεως λογοκριτική χρήση του σε σχολικό βι­βλίο που κυκλοφορεί. Οι συντάκτες του σχολικού ανθολογίου είχαν περικόψει, μεταξύ άλλων, την φράση «Μολαταύ­τα δε θέλουν να ’ναι μήτε Μπουλγκάρ μήτε Σρρπ μήτε Γκρρτς». Τώρα, με την ανατύπωση της Α’ έκδοσης από την «Εστία», διαπιστώνουμε με έκπληξή μας πως το κείμενο λογόκρινε κι ο ί­διος ο Μυριβήλης! Η τόσο εύγλωττη φρασούλα Μοναχά «Μακεντόν ορτον­τόξ» δεν υπάρχει πουθενά στην έκδο­ση του ’56. (Θα άξιζε τον κόπο μια μι­κρή έρευνα προκειμένου να διαπιστω­θεί σε ποια έκδοση την αφαιρεί ο κα­τόπιν υπερεθνικιστής συγγραφέας. Μή­πως μετά την υιοθέτηση από το Κ.Κ.Ε. των περί του «μακεδονικού» βουλγα­ρικής εμπνεύσεως θέσεων της Γ’ Διε­θνούς;…).

Δεξιά η πρώτη έκδοση του 1924, αριστερά η «οριστική» του 1956.

Η παραπάνω μαρτυρία της Α’ έκδο­σης είναι σημαντική (ως μαρτυρία εν­δεικτική, βέβαια, και όχι ως γενικό συμπέρασμα και «οριστική» αλήθεια για την εθνολογική σύνθεση της περιο­χής) για τους εξής ευνόητους λόγους: Πρώτον διότι είναι αρκετά παλιά, πριν ακόμη διαμορφωθούν στα Βαλκά­νια οι κρατικές οντότητες όπως τις γνωρίσαμε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, Δεύτερον διότι αποτελεί αν­τίληψη ενός απαίδευτου αγροτικού λαϊ­κού στοιχείου και όχι κάποιων καλ­λιεργημένων τάξεων, και Τρίτον διότι ο χρόνος στον οποίον ανατρέχει, Άνοιξη του 1918, είναι τελείως ανύπο­πτος ως προς τη σημερινή πτυχή του «μακεδονικού» ζητήματος (σλαβομακεδονική εθνότητα κ.λπ.): όχι μόνον διότι δεν υπήρχε τότε ως οντότητα η ο­μόσπονδη σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας του Τίτο, ούτε καν εί­χε δημιουργηθεί το πρόπλασμα της χθε­σινής —πλέον— Γιουγκοσλαβίας, το Βασίλειο, δηλαδή, των Σέρβων Κροατών και Σλοβένων, το οποίο ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1918, αλλά πρωτίστως διότι οι μόνοι δρώντες εθνικισμοί την εποχή εκείνη στη Μακεδονία ήταν ο σέρβικός, ο βουλγαρικός κι ο ελληνικός, το δε «μακεδονικό», όπως το γνωρίσαμε από την ιστορία μας, υπήρ­ξε το πεδίο μιας ακραίας αιματηρής αντιπαλότητας ανάμεσα στους δύο τε­λευταίους.

Ας δούμε, λοιπόν, από πιο κοντά, τι λέει η μαρτυρία μας:

  1. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν δι­κή τους γλώσσα («τη γλώσσα τους») την οποία ωστόσο καταλαβαίνουν «πε­ρίφημα» και οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι. (Είναι προφανής η σλαβική βάση του ιδιώματος και ο μικτός του χαρα­κτήρας, δεν πρόκειται ωστόσο ούτε για «βουλγάρικα» ούτε για «σέρβικα», αλ­λιώς ο αφηγητής θα το δήλωνε και δεν θα χρησιμοποιούσε την έκφραση: «τη γλώσσα τους»).
  2. Οι Βούλγαροι τους στρατολόγη­σαν βίαια (διότι για λόγους προφανείς τους θεωρούν ομοεθνείς τους), αυτό δε αποτελεί αιτία μίσους των κατοίκων της περιοχής προς τους Βουλγάρους.
  3. Οι Σέρβοι τους κακομεταχειρίζον­ται επειδή τους θεωρούν Βουλγάρους, και αυτό αποτελεί μια πρόσθετη αιτία μίσους προς τους Σέρβους αυτή τη φο­ρά.
  4. Βλέπουν συμπαθητικά τους Έλλη­νες ως ομοδόξους, και φυσικά επειδή δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη κάποιος αν­τίπαλος προς το εθνικό τους αίσθημα ελληνικός εθνικισμός. (Δεν είχε ακό­μη γεννηθεί ο κ. Μάρτης για να τους παραχωρήσει με κυνική ευκολία στη βουλγάρικη προπαγάνδα: «είναι ύπο­πτος ο όψιμος ισχυρισμός του κ. Γκλιγκόρωφ ότι είναι Σλάβοι, ενώ πρόκειται περί Βουλγάρων…», βλ. εφ. Το Βήμα, οπ.π.).
  5. Έχουν σαφέστατη εθνική συνείδη­ση την οποία —ως να διέβλεπαν την α­θλιότητα του μέλλοντος— διατυπώνουν μ’ ένα εμφατικό σχήμα εκ παραλλήλου και αρνητικά και θετικά: Δεν θέλουν να ’ναι μήτε Βούλγαροι («Μπουλγκάρ»), μήτε Σέρβοι («Σρρπ»), μήτε Έλληνες («Γκρρτς»). Το μόνο που θέ­λουν να ’ναι είναι Μακεδόνες ορθόδο­ξοι («Μακεντόν ορτοντόξ»). Κι έχουν σημασία τα εισαγωγικά στο κείμενο γιατί μεταφέρουν αυτολεξεί —στο ιδίω­μά τους— διατυπώσεις. Επίσης, ίσως δεν είναι περιττό να τονίσουμε πως ο προσδιορισμός εδω «Μακεδόνες» έχει σαφέστατα εθνολογικό και όχι γεωγρα­φικό περιεχόμενο.

Μολονότι το παραπάνω κείμενο συνιστά μια μεμονωμένη μαρτυρία και δεν είμαστε ιστορικοί ώ­στε να τη διασταυρώσουμε —όπως θα ’πρεπε— να την αντιπαραβάλουμε και να την ελέγξουμε σ’ όλο το διαχρονικό της —έκτοτε— άξονα προς πλήθος άλλες, εντούτοις δεν παύει ως ίχνος να νεύει προς ένα πραγματικό προηγούμε­νο και να μας υποχρεώνει να είμαστε πιο προσεκτικοί στις κατηγορηματικές διατυπώσεις μας περί μακεδονικής συ­νείδησης -φαντάσματος ή περί ονόματος- «πουκάμισο αδειανό» για κάποιους (όπως ο Μ. Πλωρίτης στο Βήμα της 8/3/92). Ούτε, βέβαια, πι­στεύουμε πως είναι αρκετό ως προη­γούμενο (και παρούσης ακόμη μιας σύγχρονης μακεδονικής συνείδησης στην περιοχή – την ύπαρξη της οποίας δεν έχουμε κανένα λόγο να απορρί­πτουμε a priori) για την ίδρυση ενός Μακεδονικού Κράτους, που όχι μόνο αποσιωπά τη μη μακεδονική, μη ορθό­δοξη συνείδηση των πολυπληθών αλ­βανόφωνων μουσουλμάνων της περιο­χής και μονοπωλεί παγκοσμίως την μακεδονική συνείδηση έναντι των Ελ­λήνων Μακεδόνων (:εμείς δεν θα πού­με πως όλοι οι Μακεδόνες είναι Έλλη­νες επειδή έχουμε τη θεμελιώδη προκα­τάληψη της Εθνολογίας πως το περιε­χόμενο της συνείδησης ενός λαού κα­θορίζεται από εκείνο που πιστεύει ο ί­διος για τον εαυτό του και όχι από αυ­τό που διατείνονται οι άλλοι γι’ αυτόν), αλλά κυρίως γιατί ανοίγει την πόρτα μεγάλων ανατροπών και ξένων επεμ­βάσεων στα Βαλκάνια. Θέλουμε να πούμε, δηλαδή, πως το πρόβλημα υ­πάρχει και είναι πραγματικό, και δεν πρόκειται για κάποια φαντασίωση ενός κάποιου κ. Γκλιγκόρωφ. Πρόβλημα που οφείλει να το λύσει η πολιτική, ι­διαιτέρως η ελληνική, η μακαρίως και ανθελληνικώς επί δεκαετίες υπνώττουσα.

Αλλά η ευαισθησία μας βρίσκεται, και πρέπει να βρίσκεται, και αλλού. Εί­ναι τόσο αγνές οι θέσεις μας και οι πρα­κτικές μας; Οι θέσεις και οι πρακτικές των σοβαρών ελλήνων διανοουμένων αρθρογραφούντων πάνω στο «μακεδο­νικό»; Αυτή η άμωμη σιγουριά τους; Δεν μας λέει τίποτα η απάλειψη των φράσεων που σημειώσαμε παραπάνω από το σχολικό αναγνωστικό; Από ένα βιβλίο μάλιστα —τη Ζωή εν τάφω— που κατέχει ηγεμονική θέση στον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα;… Δεν μας λέει τίποτε η αυτολογοκρισία του Μυριβή­λη;… Ή μήπως συνιστά «επεξεργασία ύφους» η αφαίρεση μιας πραγματολογικής αναφοράς που όταν πρωτοδιατυπωνόταν δεν φαινόταν να την καλύπτει καμιά σκοπιμότητα και δεν επρόκειτο να ξενίσει φυσικά κανένα;

Ή μήπως δεν πρέπει να μας λέει τί­ποτα, η χθεσινή ακόμη στο κύριο άρ­θρο της Καθημερινής (29/3/92) αναφο­ρά: Τα τοπία αλλοιώθηκαν και άλλα­ξαν, τα τοπωνύμια όμως είναι και σή­μερα πανάρχαια και ζωντανά: Η Τίρυνθα, η Κόρινθος, η Επίδαυρος, ο Λυκα­βηττός, ο Υμηττός, η Λέσβος, η Κύ­προς, η Λάρισα, η Δωδώνη, οι Δελφοί, η Αγχίαλος, η Σμύρνη, η Κασσάνδρα, η Αλικαρνασσός, η Θεσσαλονίκη, ο Όλυμπος, το Δίον και χιλιάδες άλλα είναι ονόματα ανέκαθεν ελληνικά… Α­φού και το τελευταίο εγχειρίδιο Ιστο­ρίας της Ελληνικής Γλώσσας, αν ανοί­γανε, θα βλέπανε ότι τα ονόματα, του­λάχιστον, Τίρυνθα, Κόρινθος, Λυκα­βηττός, Υμηττός, Λάρισα δεν ήταν α­νέκαθεν ελληνικά, αλλά προελληνικά… Όπως δεν ήταν ανέκαθεν ελληνικά και τα οίνος, έλαιον, βασιλεύς και θάλασσα1 – κι αυτό ακόμη το ελληνικότατο λουλούδι αρβανίτικο εί­ναι (κι ας «ανθίζουν» καντήλες οι «πάσχοντες από την ανίατον Ελλαδικήν Πατριδουρίαν», όπως έλεγε κι ο Περι­κλής Γιαννόπουλος)… Κι ωστόσο ελληνικότατα όλα αυτά, αφού το βίωμα του χρήστη (κι η «φαντασιακή του θέσμιση» της γλώσσας) είναι αυτό που δίνει ταυτότητα στις λέξεις… Ας τα προσέχουνε αυτά οι γράφοντες για τί τα Τίρυνθα, Κόρινθος, Λυκαβηττός και Λάρισα ίσως δεν είναι άλλο από μι­κρές Μακεδονίες που τις αισθάνθηκαν «ελληνικές» όσοι πραγματικοί άνθρω­ποι που αισθανόντουσαν «Έλληνες» έζησαν τις πραγματικές τους ζωές σ’ αυ­τές.

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

«Είναι πιο σύμφωνος με μένα ο ελ­ληνικός πολιτισμός. Άλλοι θα βρί­σκουν πιο ενδιαφέροντες άλλους πολιτισμούς· εξαρτάται από την ιδιοσυγ­κρασία μας. Οι αξιολογήσεις είναι πιο μάταιες και από τα ιδανικά μας. Όλοι οι πολιτισμοί είναι απαραίτητοι σ’ αυ­τούς που τους έχουν. Δεν υπάρχουν πο­λιτισμοί καλοί ή κακοί. Είναι σύμφω­νοι ή όχι με το λαό που τους έχει πα­ράγει [sic]. Το διεθνές κριτήριο του πο­λιτισμού βρίσκει καλούς τους πολιτι­σμούς ή όχι, ανάλογα με τα συμφέροντά του. Η μανία της αξιολογήσεως εί­ναι σκέτη κουταμάρα. Αυτός που λέει ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι ανώ­τερος από τον αγγλικό ή το γαλλικό πολιτισμό δεν λέει τίποτα. Ένας πολι­τισμός ταιριάζει στον καθένα ή δεν ται­ριάζει (…)».

(Γιάννης Τσαρούχης από το: Αλέξης Σαββάκης, «Διάλογοι με τον Τσαρούχη», βλ. περ. Το παραμιλητό, αρ. 11, Χειμώνας 1991-92, σελ. 185-186).

Υ Γ. του Συντάκτη: Μήπως θα πρέ­πει να αρχίσουμε ν’ αναρωτιόμαστε κα­τά πόσον μας ταιριάζει πράγματι ο ελ­ληνικός πολιτισμός που δήθεν υπερα­σπίζουμε;…

1: «Η πρωτοελληνική πρέπει να είχε στενές επαφές με τις άλλες κρητομηκυναϊκές γλώσ­σες, που μερικές δίχως άλλο θα ήταν καλλιεργημένες περισσότερο απ’ αυτήν, πρέπει δε να δανείστηκε απ’ αυτές πλήθος λέξεις. Υπολογίζεται πως τουλάχιστο το 40% του αρχαίου ελληνικού λεξιλογίου είναι ξενικής, δηλαδή μη ελληνικής, προέλευσης. Να με­ρικά παραδείγματα: οίνος, έλαιον, κηρός, πλίνθος, σωλήν, χαλκός, κασσίτερος, μόλυ­βδος, χρυσός, σίδηρος, ξίφος, θάλασσα, κυβερ­νώ, σάκκος, κάπηλος, βασιλεύς, τύραννος, άναξ, βωμός, φόρμιγξ». George Thomson, Η Ελληνική Γλώσσα, Αρχαία και Νέα Εκδοτικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αθήνα, 1964, σελ. 76).

 

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Πρόσφατη ιστορία, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 476 Σχόλια »

Κωνσταντινούπολη, η πόλη που ανήκει σε όσους τη νιώθουν και την αγαπούν (άρθρο του Στέλιου Ελληνιάδη)

Posted by sarant στο 9 Ιανουαρίου, 2018

Την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς συνάντησα τον φίλο Στέλιο Ελληνιάδη. Κρατούσε το τελευταίο φύλλο του «Δρόμου της Αριστεράς» και μου έδειξε το άρθρο που θα σας παρουσιάσω σήμερα -«το καλύτερο άρθρο που έχω γράψει για την Κωνσταντινούπολη», είπε. «Θα το βάλω στο ιστολόγιο κάποια στιγμή», του είπα. Καθώς χτες είχα ταξίδι και δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο, θεώρησα πως είναι κατάλληλη η στιγμή για την αναδημοσίευση.

Ο Στέλιος, που γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, κρατάει στον Δρόμο της Αριστεράς ένα δισέλιδο που έχει τον τίτλο «Περίπτερο Ιδεών». Το άρθρο δημοσιεύτηκε, φυσικά, και στον ιστότοπο της εφημερίδας.

Κωνσταντινούπολη, η πόλη που ανήκει σε όσους τη νιώθουν και την αγαπούν

Η Νέα Υόρκη είναι αμερικάνικη, η Μόσχα ρώσικη, το Παρίσι γαλλικό, το Λονδίνο αγγλικό, το Βερολίνο γερμανικό, η Αθήνα ελληνική. Η Κωνσταντινούπολη, όμως, ενώ βρίσκεται μέσα και κατοικείται από πολίτες του τουρκικού κράτους, βασικά Τούρκους και Κούρδους, δεν είναι τουρκική. Όπως δεν είναι ελληνική, ρωμαϊκή, φράγκικη, οθωμανική, πολυθεϊκή, χριστιανική ορθόδοξη, αιρετική ή καθολική, μουσουλμανική, ούτε βέβαια ρώσικη, αρμένικη ή εβραϊκή. Είχε αυτοκράτορες και αυτοκρατόρισσες, σουλτάνους και σουλτάνες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, Ιταλούς, Μακεδόνες, Ίσαυρους, Ιλλυριούς, Σλάβους, Θράκες, ‘Ιβηρες, Χαζάρους, Έλληνες, Αρμένιους, Γαλάτες, Πέρσες, Άραβες, Οθωμανούς, Τούρκους, από πολλές φυλές και εθνότητες (Παφλαγόνες, Δάκες, Φρύγες, Λυδούς, Πάρθους, Κούρδους κ.ά.). Κανένας από τους 91 αυτοκράτορες και τους 36 σουλτάνους, συν τις συμβίες τους, δεν έμεινε στην ιστορία με αναφορά στην εθνική του καταγωγή, με εξαίρεση τον Λέοντα Γ΄ τον Ίσαυρο, τον Λέοντα Δ΄ τον Χάζαρο και την Ειρήνη την Αθηναία. Ασφαλώς, η παράλειψη αυτή οφείλεται στο ό,τι οι αυτοκρατορίες αυτές, με συνολική διάρκεια ζωής 1600 χρόνια, ήταν πολυεθνικές και όχι εθνικές. Αλλά, αυτό ακριβώς το γεγονός συνέτεινε ώστε η Πόλη να αποκτήσει μέσα σε 16 αιώνες ένα χαρακτήρα, μία «φύση» μοναδική και ξεχωριστή, η οποία όσο κι αν συμπιέζεται και παραβιάζεται παραμένει υπαρκτή και αισθητή ακόμα και από τον πιο αδαή κάτοικο ή επισκέπτη. Καθένας μπορεί να την αισθανθεί δική του, να τη νιώσει ελληνική, τούρκικη, οικουμενική ή ατομικά προσωπική. Κάτι που δεν ισχύει για καμία άλλη πόλη του κόσμου, όσα θέλγητρα κι αν έχει. Μάταια προσπαθούν οι εθνικιστές να τη στριμώξουν μέσα στα κουτάκια τους.

Ατενίζοντας την Αγία Σοφία (φωτο Στ. Ελληνιάδης, 2002)

Η πόλη όλων

Η Κωνσταντινούπολη έχει τον δικό της πολιτισμό χωρίς να είναι πάντα η ίδια. Πολλοί Τούρκοι, παλιοί της κάτοικοι και καλλιεργημένοι αστοί, νοσταλγούν τους Έλληνες που ξεριζώθηκαν γιατί η παρουσία μας συμβόλιζε τη διαχρονική Κωνσταντινούπολη. Δεν τους λείπουμε για την οικονομική μας συνδρομή στον πλούτο της πόλης, η οποία έτσι κι αλλιώς στην τελευταία φάση της ανθηρής μας κοινότητας δεν ήταν πια τόσο καθοριστική, αφού η πόλη μεγάλωνε και η συμμετοχή μας μίκραινε. Μάλιστα, σήμερα, ακόμα κι αν δεν είχαμε φύγει, θα ήμασταν πολύ λίγοι ανάμεσα στα 15-17 εκατομμύρια που την έχουν κατακλύσει. Μας νοσταλγούν γιατί η τουρκοποίηση, εκ προθέσεως και εκ των πραγμάτων, αντιβαίνει στον ενσωματωμένο οικουμενικό υπερεθνικό χαρακτήρα της Πόλης. Οι περί ου ο λόγος Τούρκοι ξέρουν τι αξία έχει αυτή η φυσιογνωμία της Πόλης και αυτήν επιθυμούν να έχει. Αυτή τους γεμίζει κι αυτήν έχουν ανάγκη να διαφυλάξουν από την κακοποίηση και την αλλοίωση. Τη θεωρούν στολίδι της χώρας τους με βάση την ιστορία της. Γι’ αυτό νοσταλγούν τους «Ρουμ», τους «μειονοτικούς», τους «γκιαούρηδες» που έλεγαν οι φανατισμένοι εθνικιστές. Γι’ αυτό δεν θέλουν να φύγει το Πατριαρχείο. Γι’ αυτό δεν ενοχλούνται καθόλου όταν κάποιος αποκαλεί την πόλη τους Κωνσταντινούπολη. Και γι’ αυτό διαμαρτύρονται και αντιστέκονται με μεγάλο ρίσκο στην ανέγερση των ουρανοξυστών και την «αξιοποίηση» του πάρκου Γκεζί. Όχι μόνο για τους περιβαλλοντικούς λόγους που αγωνίζονται οι ευαίσθητοι άνθρωποι σε κάθε μέρος του κόσμου. Η υπεράσπιση της αισθητικής της Πόλης έχει και μία άλλη διάσταση, διιστορική και υποδόρια, που κάνει τους πολίτες να συνταράσσονται όταν οι εξουσίες και τα οργανωμένα συμφέροντα ασελγούν πάνω της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , | 126 Σχόλια »

Δέκα τραγούδια που μ’ αρέσει να τραγουδάω

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2017

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε προχτές στο μουσικό περιοδικό Mic.gr, στη στήλη Be my guest, στην οποία ένας καλεσμένος διαλέγει δέκα μουσικά κομμάτια και τα παρουσιάζει σύντομα. Ο Αντώνης Ξαγάς με προσκάλεσε, ανταποκρίθηκα με χαρά και αναδημοσιεύω εδώ τα όσα έγραψα εκεί.

10 τραγούδια που μ’ αρέσει να τραγουδάω

Στην πραγματικότητα είναι πολύ περισσότερα. Μου αρέσει πολύ να τραγουδάω, είτε με παρέα είτε μονάχος, είναι κάτι που με ανανεώνει και με καθαρίζει από τις σκοτούρες της καθημερινότητας. Θα φανερώσω βέβαια την ηλικία μου, μια και διάλεξα τραγούδια παλιά, αφού κανένα από τα 10 της λίστας δεν είναι τούτου του αιώνα –μερικά μάλιστα είναι πολύ πολύ παλιότερα. Βλέπετε, στον σκληρό δίσκο του μυαλού μας χαράζονται κυρίως τραγούδια που τα γνωρίζουμε και τ’ αγαπάμε στα νιάτα μας. Αλλ’ ας είναι.

Τα περισσότερα τραγούδια της λίστας μου, είναι, φυσικά, πασίγνωστα· όχι όμως όλα. Μάλιστα, καναδυό πρέπει να τ’ ακούνε για πρώτη φορά οι περισσότεροι. Θα ξεκινήσω με ένα μάλλον άγνωστο.

Όταν ήμουν μαθητής στο Λύκειο (πιο σωστά, στις τελευταίες τάξεις του εξαταξίου Γυμνασίου) άκουγα, φυσικά, κάθε απόγευμα από τις 4 στις 5 την εκπομπή του Γιάννη Πετρίδη στο Πρώτο Πρόγραμμα. Ο Πετρίδης έκανε συχνά-πυκνά διαγωνισμούς. Κάποια περίοδο είχε παρουσιάσει έναν κατάλογο με 100 καλλιτέχνες, τον οποίο κατέγραψα με τη θρησκευτική ευλάβεια των εφήβων, και αρκετές μέρες αργότερα έβαλε ένα τραγούδι, λέγοντας ότι είναι από το συγκρότημα (έτσι τα λέγαμε τότε, όχι μπάντες) που βρίσκεται στον αριθμό 69 του καταλόγου. Ήταν οι Three Dog Night, πήρα τηλέφωνο και το είπα, κι έτσι ύστερα από μερικές μέρες μου ήρθε στο σπίτι το βραβείο, ένα σαρανταπεντάρι δισκάκι. Και βέβαια, είπε και τ’ όνομά μου ο Πετρίδης από τον σταθμό, και το καμάρωνα επειδή κάποιοι και κάποιες με άκουσαν -την ιστορία αυτή την έχω αφηγηθεί και σ’ ένα παλιό μου διήγημα, στο πρώτο μου βιβλίο. Φυσικά, τις επόμενες μέρες άκουγα συνέχεια το δισκάκι που είχα κερδίσει και έμαθα απέξω τους εύθυμους στίχους του.

Λοιπόν, το «Oh what a shame» του Roy Wood.

Την ίδια περίπου εποχή άκουγα συνεχώς Σαββόπουλο. Δεν μπορεί να λείπει ένα δικό του τραγούδι από τον κατάλογο, παρ’ όλα όσα ακολούθησαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γιουτουμπάκια, Προσωπικά, Σφυγμομετρήσεις, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 132 Σχόλια »

Αγιασμοί δίχως ιερό (αναδημοσίευση κειμένου του Γιάννη Πατίλη)

Posted by sarant στο 23 Νοέμβριος, 2017

Την προηγούμενη εβδομάδα αναδημοσίευσα το άρθρο ενός φίλου εκπαιδευτικού, το οποίο παρουσίαζε 5+1 άμεσες και εύκολες βελτιώσεις για το Γενικό Λύκειο. Όπως ήταν φυσικό, η συζήτηση, πέρα από τα συγκεκριμένα μέτρα, επεκτάθηκε γενικά στην κατάσταση της εκπαίδευσης.

Παίρνοντας αφορμή από το άρθρο αυτό, ο φίλος Γιάννης Πατίλης μου έστειλε ηλεμήνυμα στο οποίο μου γράφει ότι «πολλά σωστά λέει ο συνάδελφος, κι ας είναι στα ‘χαμηλά’ ζητήματα της εκπαιδευτικής πράξης». Εκτός από ποιητής (και άλλα πολλά), ο Γιάννης Πατίλης ήταν μάχιμος εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης έως τη συνταξιοδότησή του, και, όπως μου γράφει, ελπίζει ελάχιστα και μόνο «στις εκ των κάτω δράσεις και πρωτοβουλίες των ίδιων των δασκάλων -όπως ετούτη που μας παρουσίασες-, αυτών, δηλαδή, που έχουν τα κουράγια και η δουλειά τους έχει γίνει το μεράκι τους. Ευτυχώς οι σχολικές μονάδες διαθέτουν ακόμη κάποια ρευστή ‘τοπικότητα’ και άρα ελπίδα να πετύχει το ‘ μερικό’ εκεί που διακόσια χρόνια τώτα δεν κατάφερε ποτέ του να πετύχει το ‘γενικό’.»

Ο Γιάννης μού στέλνει ένα άρθρο του, ήδη δημοσιευμένο στην εφημερίδα Δρόμος της Αριστεράς, στο οποίο, παίρνοντας αφορμή από ένα εύρημα στην Ακρόπολι το 1888, σε συνδυασμό με μια πρόσφατη δήλωση του υπουργού Παιδείας Κ. Γαβρόγλου περί παραπαιδείας, διατυπώνει επτά συγκεκριμένες προτάσεις για τη βελτίωση της εκπαίδευσης, ιδίως της λυκειακής. Νομίζω ότι το θέμα έχει πολύ ενδιαφέρον, οπότε με χαρά το αναδημοσιεύω. Προσθέτω το λινκ προς το άρθρο της Ακροπόλεως του 1888.

Αγιασμοί δίχως ιερό

(Τυχαία ευρήματα. [Όρος εθνοκλινικός].)

του Γιάννη Πατίλη

 

Οι θεσμοί της παραπαιδείας έχουν μετατραπεί σε οργανικό μέρος του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Κώστας Γαβρόγλου, υπουργός Παιδείας, Αυγή, 3 Σεπτ. 2017 (συνέντ.)

Επειδή έχω την ασυνήθιστη συνήθεια εκτός από το δίκτυο να «σερφάρω» και στα τεκμήρια του ιστορικού μας παρελθόντος, πρόσφατου και απώτερου, έπεσα προ μηνός σε ένα δημοσίευμα της Ακροπόλεως της Τετάρτης 7 Σεπτεμβρίου 1888 (!) που δίνει στον παραπάνω «αθώο» παρακείμενο («έχουν μετατραπεί») του υπουργού Παιδείας, και μ’ όλο το βάρος του συντελεσμένου που διαθέτει, ένα τέτοιο ιστορικό βάθος, που εγώ, τουλάχιστον, δεν θα τολμούσα, μ’ όλη την ιστορική μου καχυποψία, να φανταστώ! Το θέμα μου, βεβαίως, και το ζωτικό ενδιαφέρον (μιας και ακόμη με συντηρεί ως συνταξιούχο εκπαιδευτικό το δημόσιο), δεν είναι η παραπαιδεία, αλλά το ίδιο το σύστημα της λαϊκής παιδείας μας, του οποίου αποτελεί ανεστραμμένο κάτοπτρο. Παραθέτω το δημοσίευμα (εδώ το πρωτότυπο):

Οι καθηγηταί και η ιδιωτική διδασκαλία

Πολλοί των καθηγητών, των εχόντων δημοσίας θέσεις και διδασκόντων ιδίως εις τας πόλεις, διαθέτουσι συνήθως τόσας πολλάς εις ιδιωτικήν διδασκαλίαν ώρας, ώστε ολίγος ή ουδόλως απομένει εις αυτούς καιρός, όπως προετοιμάζωνται πρεπόντως και διδάσκωσι μετά της απαιτουμένης εμβριθείας και ηρεμίας, αφού μάλιστα διατρέχουσι πολλάκις μακράς οδούς και φθάνουσι κατάκοποι και ασθμαίνοντες. Παρετηρήθη δυστυχώς, ότι εις τοιαύτην κερδοσκοπικήν διδασκαλίαν επιδίδονται και γυμνασιάρχαι και διευθυνταί διδασκαλείων επί μεγίστη βλάβη των εκπαιδευτηρίων, των οποίων την τύχην ενεπιστεύθη εις αυτούς το δημόσιον.

Είνε αληθές, ότι οι δημόσιοι καθηγηταί έχουσι εκ του νόμου το δικαίωμα να διδάσκωσιν εις ιδιωτικά εκπαιδευτήρια ή εις οικίας δώδεκα ώρας, αλλά του δικαιώματος τούτου εγένετο μεγάλη κατάχρησις. Προς άρσιν του κακού εξέδωκε το υπουργείον εγκύκλιον, δι’ ης αυστηρότατα απαγορεύει πάσαν υπέρβασιν του ορίου των δώδεκα ωρών επί ποινή αυστηροτάτη. Είχον καταντήσει πολλοί καθηγηταί να θεωρώσι το κύριον αυτών καθήκον ως τι πάρεργον.

(Ακρόπολις, 07-09-1888)

Εκατόν είκοσι εννέα χρόνους πριν η «παραπαιδεία» είναι ήδη συγκροτημένη ως παρα-κρατικός θεσμός, ημιαναγνωρισμένη από το ίδιο το κράτος, με εκπλήσσουσα ομοιότητα προς την τωρινή στα δομικά της στοιχεία και τις βλαπτικές της συνέπειες για τα συμφέροντα της δημόσιας εκπαίδευσης. Στοιχειώδης λογική και ιστορική κατανόηση της εν λόγω κοινωνικής παθογένειας καταλήγει σε τρία τουλάχιστον θεμελιώδη συμπεράσματα:

(1) H «παραπαιδεία» δεν είναι χθεσινό ή προχθεσινό φαινόμενο, αλλά έχει βαθειές ιστορικές ρίζες μέσα στο σώμα της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας και συνιστά ανθεκτική επιθυμία μεγάλης μερίδας μαθητών, γονέων και εκπαιδευτικών. Είναι σχεδόν η εθνική εκπαιδευτική μας ταυτότητα ή «ιδιοπροσωπία».

(2) Η «παραπαιδεία» τρέφεται από τις σάρκες της κρατικής παιδείας και αποτελεί αντικοινωνική «διόρθωση» των δομικών και μακροχρόνιων στρεβλώσεών της, ευνοούμενη από την απαξίωση στη συνείδηση της κοινωνίας της ίδιας της δημόσιας εκπαίδευσης.

(3) Η απαξίωση αυτή έχει να κάνει με την εκ γενετής πελατειακή και αναξιοκρατική συγκρότηση του νεοελληνικού δημόσιου τομέα και την συνεπακόλουθη ευρεία κοινωνική αντίληψη ότι η δημοσιοϋπαλληλική ιδιότητα παρέχει πρωτίστως δικαιώματα καί εξασφάλιση για τον εργαζόμενο και δευτε­ρευόντως σοβαρές υποχρεώσεις ατομικής αυτοβελτίωσης και κοινωνικής προσφοράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων (συνεργασία από Spatholouro)

Posted by sarant στο 9 Νοέμβριος, 2017

Το ιστολόγιο αγαπάει και το ρεμπέτικο και την αναδίφηση σε παλιές εφημερίδες και αρχειακό υλικό. Το σημερινό άρθρο συνδυάζει αυτές τις δυο πτυχές, αφού φωτίζει δυο περιστατικά της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, συμπληρώνοντας τα όσα γνωρίζουμε από την αυτοβιογραφία του Μ.Β. και από το πρόσφατο έργο του Δ. Βαρθαλίτη. Η συνεχής έρευνα του Spatholouro σε παλιές εφημερίδες, άχαρη δουλειά θα την έλεγε κάποιος ή δουλειά μυρμηγκιού κάποιος άλλος, έβγαλε στο φως πολύτιμες πληροφορίες που συμπληρώνουν ή ανατρέπουν τις εξιστορήσεις του Μάρκου.

Το άρθρο λοιπόν γράφτηκε από τον φίλο μας Spatholouro, και δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο περιοδικό «συλλογές» (τχ. 386, Σεπτέμβριος 2017, σελ. 1021-1024) του Αργύρη Βουρνά. Επειδή το περιοδικό αυτό είναι περιορισμένης κυκλοφορίας (κυρίως μέσω συνδρομητών) έκρινα ότι αξίζει και η διαδικτυακή δημοσίευσή του εδώ. Παρόμοια αναδημοσίευση είχαμε κάνει πριν από μερικούς μήνες στο άρθρο για τα Βούρλα.

Μια και το άρθρο είναι μεγάλο, ας μην φλυαρήσω περισσότερο. Δίνω τον λόγο στο Spatholouro.

Αυτοβιογραφία Μάρκου Βαμβακάρη: αναψηλάφηση δύο εξιστορήσεων

Η Αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη (επιμ. Αγγελική Βέλλου Κάιλ), που πρωτοεκδόθηκε το 1973, αποτελεί ένα πολύ σημαντικό κείμενο, όχι μόνο για όσους ενδιαφέρονται ειδικότερα για το ρεμπέτικο τραγούδι, αλλά και για όσους ενδιαφέρονται για μία ζέουσα και συναρπαστική αφήγηση ζωής ενός εμβληματικού εκπροσώπου της λαϊκής τάξης και του λαϊκού πολιτισμού στην Ελλάδα. Το καίριο αυτό κείμενο έτυχε δικαίως μεγάλης διάδοσης στο ελληνικό κοινό, ενώ πρόσφατα ξεκίνησε την καριέρα του και στο ξένο κοινό, καθώς μεταφράστηκε στα αγγλικά (Markos Vamvakaris: The Man and the Bouzouki. Autobiography, μτφρ. Noonie Minogue, 2015).

Σκόπιμο είναι, ωστόσο, να επισημανθεί ότι η τελική μορφή του κειμένου που έχει στα χέρια του ο αναγνώστης δεν είναι ακριβώς αυτή που είτε έγραψε με το χέρι του ο ίδιος ο Βαμβακάρης είτε υπαγόρευσε στους φοιτητές (π.χ. Ν. Γεωργιάδη, Π. Κουνάδη, Κ. Καλαμαρά κ. ά.) που τον ανακάλυψαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η επιμελήτρια της έκδοσης, Αγγελική Βέλλου Κάιλ, συναρμολόγησε κατά την κρίση της το ποικίλο αυτοβιογραφικό υλικό που προέκυψε, τόσο από τα χειρόγραφα τετράδια του Μάρκου Βαμβακάρη και τις απομαγνητοφωνημένες προφορικές εξιστορήσεις του, όσο και από όσα αυτός υπαγόρευσε στους κατά καιρούς «γραμματικούς» του. Έτσι, ο αναγνώστης δεν μπορεί να είναι απόλυτα βέβαιος για την έκταση κατά την οποία ενδεχόμενες παρεμβάσεις της επιμελήτριας έχουν ασκήσει μικρή ή μεγαλύτερη επιρροή στην όλη φυσιογνωμία του τελικού κειμένου.

Ένας άλλος προβληματισμός που ενυπάρχει, όσον αφορά γενικότερα τις βιογραφικές αφηγήσεις (άρα προεχόντως και τις ρεμπετοαφηγήσεις), είναι κατά πόσον αυτές μπορεί να θεωρηθούν ότι παρέχουν αξιόπιστη πρόσβαση αφενός στις παντοειδείς βιωμένες πραγματικότητες των υποκειμένων και αφετέρου στην εξωκειμενική πραγματικότητα. Η σχετική προβληματική μεταξύ πραγματικού και επινοημένου είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δεν θα επεισέλθουμε. Αρκεί να υπογραμμιστεί, πάντως, ότι ο αναγνώστης καλό είναι να τοποθετείται κριτικά απέναντι σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, προκειμένου για τον κατά δύναμη διαχωρισμό μεταξύ εξωκειμενικής πραγματικότητας, υποκειμενικής βίωσής της και ενδεχόμενων κατασκευών. Εδώ, άλλωστε, έχουν τη θέση τους τόσο οι μνημονικές παρεμβάσεις όσο και η ίδια η κειμενοποίηση της ρεμπέτικης προφορικότητας, που ενδέχεται να αλλοιώνουν το πραγματολογικό και ιστορικό πεδίο. Η υποψιασμένη αναγνωστική αυτενέργεια θα πρέπει πάντα να διασταυρώνει ό,τι αυτοβιογραφικό διαβάζει με όσα τεκμηριωτικά στοιχεία μπορεί να εντοπίσει, προκειμένου να δοκιμάζει την αξιοπιστία οιασδήποτε αφήγησης ζωής έχει προ οφθαλμών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναδημοσιεύσεις, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 249 Σχόλια »