Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναμνήσεις’ Category

Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)

Posted by sarant στο 10 Δεκέμβριος, 2017

Σαν χτες, 9 Δεκεμβρίου, γεννήθηκε το 1859 ο λογοτέχνης Γεώργιος Δροσίνης, που ασχολήθηκε πρώτα με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία και τη δημοσιογραφία και με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, αλλά και πέρασε απο νωρίς και από την απέναντι μεριά αφού διετέλεσε διευθυντής ή εκδότης πολλών και σημαντικών εφημερίδων και περιοδικών, κατέλαβε διάφορες δημόσιες θέσεις και τιμήθηκε όσο λίγοι στον καιρό του, ανάμεσα στ’ άλλα ως ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας, μέχρι που πέθανε πλήρης ημερών στην Κηφισιά το 1951.

Τα απομνημονεύματα του Δροσίνη, με τίτλο Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, δημοσιεύτηκαν στο Ελεύθερο Βήμα το 1939 σε συνέχειες. Δεν είναι πλήρη απομνημονεύματα, ούτε ακολουθούν χρονολογική σειρά, περισσότερο φωτίζει ο Δροσίνης τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής του ή περιγράφει σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισε. Έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους, νομίζω μαζί και με αδημοσίευτο υλικό, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Από τις αναμνήσεις αυτές είχα δημοσιέψει παλιότερα ένα απόσπασμα σχετικά με τα μαθητικά χρόνια στο Βαρβάκειο -στη δεκαετία του 1870. Τώρα δημοσιεύω ένα κεφάλαιο, που μπορεί να σταθεί σαν αυτοτελές αφήγημα, γι’ αυτό και καταχρηστικά ίσως το αποκάλεσα «διήγημα» στον τίτλο.

Ο Δροσίνης περιγράφει τις περιπέτειες του Βασιλάκη, ενός υπάλληλου με λιγοστά προσόντα που παύεται όταν διορίζεται στη θέση του κάποιος με ισχυρότερο μέσο και για να εξασφαλίσει τον πολυπόθητο επαναδιορισμό έρχεται να ζήσει ένα διάστημα στην Αθήνα φιλοξενούμενος και τρώγοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Κι ενώ είναι αστείες οι περιγραφές, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Δροσίνης κάνει χιούμορ εκ του ασφαλούς, αρχοντόπουλο εξαρχής όπως ήταν.

Το αφήγημα πάντως έχει ενδιαφέρον σαν μια εικόνα της ζωής στην Αθήνα πριν από σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια, ενώ θα σημειώσω και δυο λέξεις που έχουν ενδιαφέρον. Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911, που δεν ήμασταν σοβιετία και ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων. Επίσης, κάποια στιγμή ξυρίζουν για καψόνι τον Βασιλάκη και του αφήνουν μόνο υπογένειο. Αυτό ο Δροσίνης το λέει μους (από γαλλ mouche) και βεβαίως από εκεί προέρχεται το μούσι (περισσότερα σε παλιότερο άρθρο). Κάνοντας τα πικρά γλυκά, ο Βασιλάκης καμαρώνει «Είμαι ο Ναπολέων ο τρίτος» διότι τέτοιο γενάκι είχε λανσάρει ο Ναπολέων ο 3ος της Γαλλίας -που ηττήθηκε από τον Μπίσμαρκ στον πόλεμο του 1870.

Μονοτονίζω και προσαρμόζω, ίσως όμως έχει μείνει καμιά ορθογραφία του Δροσίνη όπως και κάμποσα ψεγάδια από το οσιάρ.

Ένας παράσιτος

Τον επρωτογνώρισα στα παιδικά χρόνια μου ταμειακόν υπάλληλο στην Ύδρα. Και τον εθυμούμουν, σαν έναν αστείον τύπο, που εξεχώριζεν εκεί με τους τρόπους του. Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:

– Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

– Υποκλινέστατος της ευγενείας σας, κυρία μου.

– Εις τας υμετέρας διαταγάς, δεσποσύνη.

Ήτον κοντός, αλλά καλοδεμένος και δυνατός στα χέρια. Ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο κοντοκουρεμένο. Γένια ψαλιδι­σμένα και μεγάλο μουστάκι, αρειμάνια στριμμένο. Πίσω από τα γυαλιά, που φορούσε πάντα, δυο μάτια μικρά κουτοπό­νηρα εθαμπόφεγγαν, σαν ψαριού όχι πολύ φρέσκου. Βλεφα­ρίδες σχεδόν δεν είχε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 74 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2017

Την Τρίτη συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, 7 Νοεμβρίου δηλαδή με το ημερολόγιο που ισχύει σήμερα -και, όπως έχουμε πει, επειδή αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων υιοθετήθηκε το νέο ημερολόγιο, στην πραγματικότητα η Οκτωβριανή επανάσταση ουδέποτε γιορτάστηκε Οχτώβρη μήνα στη χώρα όπου έγινε.

Αυτόπτης μάρτυρας της επανάστασης ήταν κι ένας Αμερικανός, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Τζον Ριντ (John Reed), που κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο (Ten Days that Shook the World), το οποίο εκδόθηκε το 1919. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ριντ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από τύφο, στα 33 χρόνια του και τάφηκε στα τείχη του Κρεμλίνου, μια τιμή που έχει γίνει σε ελάχιστους Αμερικανούς. Η ζωή και το έργο του Ριντ μεταφέρθηκαν αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με γνωστότερη την ταινία Reds (1981) του Γουόρεν Μπίτι, που υποδύθηκε τον Ριντ.

Για να τιμήσω την επέτειο παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης» (συγκεκριμένα την αρχή, σελ 131-140, και το τέλος, σελ. 172-177, του κεφαλαίου). Διαλεξα το απόσπασμα από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής και… αφού σκανάρισα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι το έργο έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες το 1997 στον Ριζοσπάστη και υπήρχε ονλάιν, οπότε τις πήρα από εκεί.

Αξιοπερίεργο αυτής της έκδοσης είναι πως δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή το κείμενο βασίζεται στη μετάφραση που είχε γίνει το 1961 από τις «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», τον εκδοτικό οίκο που είχε το ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες την εποχή της παρανομίας του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω πως τώρα η μετάφραση ειναι ξανακοιταγμένη και βελτιωμένη, αλλά δεν βρήκα το όνομα ούτε του αρχικού μεταφραστή ούτε του θεωρητή. Πείτε με συντεχνιακό, αλλά νομίζω πως θα έπρεπε να αναφέρονται και τα ονόματά τους, εφόσον αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών της τυπογραφικής διόρθωσης, της εκτύπωσης του εξωφύλλου ή της βιβλιοδεσίας.

Ωστόσο, αυτά είναι δευτερεύοντα. Σήμερα, το κράτος που ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι πριν από 100 χρόνια, αφού μετατράπηκε από καθυστερημένη μισοφεουδαρχική χώρα σε υπερδύναμη, αφού τσάκισε τον ναζισμό και αφού έφτασε μέχρι το Διάστημα, κατέρρευσε λίγα χρόνια μετά τα εβδομηντάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως το ενδιαφέρον για το κομμουνιστικό πείραμα παραμένει και ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησα. «Με την κυβέρνηση είστε;», «Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!» απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. «Δόξα τω Θεώ!» Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επετειακά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 146 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Σκάκι στην εξορία και στις φυλακές

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2017

Αυτόν τον τίτλο είχε ένα αφιέρωμα που επρόκειτο να παρουσιαστεί χτες στο φεστιβάλ Σπούτνικ, της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο άλσος Στρατού, στο Γουδί. Ο σκακιστής Κοσμάς Κέφαλος, που ήταν υπεύθυνος του αφιερώματος, μου είχε ζητήσει να παρευρεθώ, αλλά δεν μπόρεσα επειδή δεν βρίσκομαι στην Αθήνα. Λυπήθηκα πολύ, μια και εκτός των άλλων, θα απαγγελλόταν, από τον Στέφανο Ληναίο, και ένα ποίημα του παππού μου ακριβώς με θέμα το σκάκι πίσω από τα σύρματα. Το φεστιβάλ Σπούτνικ θα συνεχιστει και σήμερα, και σας συνιστώ να πάτε -μάλιστα οι σκακιστές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν στις 7 μ.μ. διαγωνισμό λύσης προβλημάτων, ο οποίος γίνεται με καινούργια φόρμουλα, πολύ θεαματική, σε στιλ νοκάουτ -στην εποχή μου δεν είχαμε τέτοιες μοντερνιές. Γενικά το σκάκι είχε περίοπτη θέση στα φεστιβάλ των νεολαιών, ιδίως των νεολαιών της Αριστεράς, και κάθε χρόνο έχει τη θέση του στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

Αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες μικρές διορθώσεις και προσθήκες, το προχτεσινό δημοσίευμα του Κ. Κέφαλου στην εφημερίδα Αυγή, με τίτλο «Ψυχή σε στρατό απο ψίχα». Στο τέλος προσθέτω και μερικά ακόμα.

Σκακιστικό σχολειό ο Αϊ – Στράτης

Ο Στέλιος Ευκαρπίδης εκτοπίστηκε στα 18 του, το 1947, στον Αϊ – Στράτη. Οι σκηνές τους ήταν σε μια ρεματιά γεμάτη υγρασία. Θυμάται πως οι αφάνες που έβαζαν κάτω από την κουβέρτα είχαν γίνει σώμα συμπαγές, σαν στρώμα.

Συνθήκες άθλιες, αλλά και ένα δώρο: ο νεαρός Στέλιος βρέθηκε στην ίδια σκηνή με τον Θανάση Βασίλα (1908-1956), έναν λαμπρό επιστήμονα -με καθοριστική συμβολή στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωριών της ανατολικής Χαλκιδικής, μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1932- και έναν από τους καλύτερους βορειοελλαδίτες σκακιστές της εποχής εκείνης. Ο χρόνος περίσσευε, το μυαλό σε αυτές τις ηλικίες είναι «σφουγγάρι», ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να τον μυήσει στο παιχνίδι και η οικογένεια έστελνε, παρά την οικονομική ανέχεια, σκακιέρες και βιβλία για μελέτη. Γρήγορα έγινε πολύ καλός σκακιστής και, εκτός από τον δάσκαλο, άρχισε να παίζει και με άλλους. Όπως θυμάται, το σκάκι ήταν πολύ διαδεδομένο στον Αϊ – Στράτη. Έμεινε εκεί για περισσότερο από τρία χρόνια.

Αντιθέτως, το 1950, που τον πήγαν στη Μακρόνησο, αντιμετώπισε μια πολύ πιο σκληρή κατάσταση. Έφυγε με σπασμένα πλευρά και αιμοπτύσεις…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Οι ΔΑΠίτες αντιγράφουν υπέροχα

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2017

Θα μου πείτε πως είναι άδικος ο τίτλος, αφού ασφαλώς οι 106 φοιτητές του Πανεπιστημίου Πατρών, που παρέδωσαν πανομοιότυπη εργασία στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και τιμωρήθηκαν με αποκλεισμό από την εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου, δεν θα ανήκουν όλοι στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ.

Ωστόσο, επειδή μόνο η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ζητάει να αρθεί η ποινή, και επειδή η ανακοίνωση, όπως μπορείτε να διαβάσετε, είναι μνημείο γελοιότητας, θαρρώ ότι αξίζει να χρεωθεί μόνη της την κατακραυγή παρ’ όλο που, πράγματι, στο άθλημα της παραγωγής και διανομής σημειώσεων, που έχει εξελιχθεί σε μάστιγα για το πανεπιστήμιο, δεν επιδίδεται μόνο η ΔΑΠ, αλλά και η ΠΑΣΠ.

Η κατακραυγή άλλωστε ήταν τόσο μεγάλη, που ανάγκασε και τη μητρική ΟΝΝΕΔ να διαχωρίσει τη θέση της και να καταδικάσει τα τοπικά στελέχη της ΔΑΠ Πάτρας.

Να θυμίσω ότι οι 106 φοιτητές αποκλείστηκαν από την εξεταστική επειδή παρέδωσαν την ίδια εργασία στο μάθημα «Δυναμικά Μαθηματικά Υποδείγματα». Η εργασία συνίστατο στη λύση τεσσάρων ενοτήτων με ασκήσεις και αντιστοιχούσε σε ποσοστό 30% του τελικού βαθμού. Η ποινή που επιβλήθηκε από τη ΓΣ του τμήματος φαίνεται αυστηρή, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον χαμηλή είναι, αφού για ανάλογο παράπτωμα η ΓΣ έχει το δικαίωμα να αποκλείσει τους δράστες έως και από τρεις εξεταστικές περιόδους.

Αν αναζητήσετε στο γκουγκλ «Φοιτητικές εργασίες» θα βρείτε κάμποσους ιστότοπους που διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους και που λένε, λιγότερο ή περισσότερο απερίφραστα ότι αναλαμβάνουν να γράψουν κάθε λογής φοιτητικές εργασίες, ακόμα και διπλωματικές ή πτυχιακές (παράδειγμα) επί πληρωμή. Κάτι ανάλογο θα συνέβη και στην περίπτωση της Πάτρας.

Ομολογώ ότι όταν ήμουν εγώ φοιτητής τέτοια φαινόμενα ή δεν υπήρχαν ή δεν τα βλέπαμε. Σημειώσεις κυκλοφορούσαν, αλλά δεν είχαν γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις μεγάλες φοιτητικές παρατάξεις. Αργότερα, όπως όλοι οι νεότεροι ξέρουν, η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ χρησιμοποίησαν τις σημειώσεις ως δέλεαρ για την άγρα ψηφοφόρων και τις μοίραζαν ή τις μοιράζουν ακόμα από τα τραπεζάκια τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Μούρμανσκ, Ιούνιος του 94 (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα τις αναμνήσεις του καινούργιου φίλου μας, του Dryhammer, από το ταξίδι του στο μακρινό και παγωμένο Μούρμανσκ τον Ιούνιο του 1994. Σε πρόσφατη συζήτηση, με αφορμή τις λευκές νύχτες που γνωρίζουν αυτή την εποχή τα βόρεια μέρη, ο φίλος μας είχε αναφέρει δυο-τρία πράγματα από τις εμπειρίες του, που προκάλεσαν αρκετό ενδιαφέρον και, κουβέντα στην κουβέντα, τον βάλαμε στα αίματα να καταγράψει τις αναμνήσεις του.

Πολύ καλογραμμένο κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, καταφέρνει θαρρώ να μεταφέρει την αίσθηση του τόπου και της εποχής. Με αστερίσκο σημειώνονται κάποια λεξιλογικά, που εξηγούνται στο τέλος.

Мурманск Ιούνιος του 94

Στο βαπόρι ανέβηκα ξημερώματα (15 ή 16 του Μάη του ’94). Είχε φουντάρει έξω από τον Αγ. Νικόλα στην Κρήτη για να κάνει στόρια(*)  και να αλλάξει  πλήρωμα . Δεν θυμάμαι με τίποτα, σε τι σκάφος ανέβηκα για να μας πάει στο NIKOLAS. Το μόνο που θυμάμαι, με λεπτομέρεια ντοκιμαντέρ, είναι τη σκοτεινή φιγούρα του πλοίου κόντρα στο λυκαυγές, να πλησιάζει και να μεγαλώνει, μέχρι που ήρθαμε δίπλα του και μου φάνηκε θεόρατο. Μετά έμαθα ότι ήτανε κάπου 195 μέτρα μήκος και γύρω στα 12 μέτρα πάνω από το νερό μέχρι το κατάστρωμα, βαμμένο μαύρο, όπως σχεδόν όλα τα φορτηγά. Το Σεπτέμβρη θα έκλεινα τα 30. Πρωτόμπαρκος.

Το NIKOLAS (με κάπα) ήταν ένα φορτηγό 45άρι(*) με 5 αμπάρια και 4 γκρένια(*). Ερχόταν από Ανατολική Ασία μέσω Σουέζ  για να ξεφορτώσει μεταλλεύματα  σε Αμβέρσα, Αμβούργο και Μάλμοε και μετά βλέπουμε. Την 1η Ιουνίου θα σήκωνε Ελληνική  σημαία, από Παναμά που είχε, και από την Κρήτη και μέχρι και το Μάλμοε θα άλλαζε όλο σχεδόν το ελληνικό πλήρωμα.

Στο Αμβούργο άλλαξε σημαία και έγινε ΝΙΚΟΛΑΣ και στο δρόμο για το Μάλμοε βγήκε και το ναύλο. Θα φορτώναμε σίδερα από το Μούρμανσκ για την Κίνα. Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών (άμα θέ η πουτάνα να στα φέρει…) με έφερε να περνώ περισσότερο χρόνο στη γέφυρα απ’ όσο αν ήμουν κανονικό τζόβενο κι έτσι μόνο όταν έτρωγα ή κοιμόμουν δεν έβλεπα το ταξίδι, που το γούσταρα αφάνταστα. Μπήκα στο βαπόρι για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευα. Συνεχώς.

Ήδη, από την Αμβέρσα, είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό το μεγάλωμα της μέρας. Από το Μάλμοε κι ύστερα, που περιπλέαμε την Σκανδιναβική χερσόνησο με βορεινή πορεία μέχρι το Νόρντ Καπ, στο 71 μισό πλάτος, η μέρα μεγάλωνε, κάθε μέρα, αρκετά περισσότερο, μέχρι που πια δε νύχτωνε καθόλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »

21 Απριλίου, πενήντα χρόνια μετά

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2017

Κλείνουν σήμερα πενήντα χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συζητήσει παλιότερα τις αναμνήσεις μας από εκείνη τη μέρα, ενώ άλλες φορές δημοσίευσα αναμνήσεις άλλων. Την Κυριακή θα δούμε ένα αντιδικτατορικό λογοτεχνικό κείμενο, αλλά σήμερα προτίμησα μια μαρτυρία. Θα δημοσιεύσω ένα αρκετά εκτενές απόσπασμα από τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κανελλάκη, που κρατήθηκε και βασανίστηκε πολύ καιρό στα κρατητήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ το 1973. Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο που διανεμήθηκε το περασμένο Σάββατο μαζί με την «Εφημερίδα των Συντακτών».

Ο Παναγιώτης Κανελλάκης (1942-2009), δικηγόρος, ήταν πρόεδρος της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ). Συνελήφθη πρώτη φορά τον Μάιο του 1972 και μια δεύτερη τον Μάρτιο του 1973, οπότε και βασανίστηκε άγρια.

Γαλλική μετάφραση των αποσπασμάτων.

1 Μαρτίου 1973, Πέμπτη

Όργανα της Ασφάλειας Αθηνών με συλλαμβάνουν στο σπίτι μου στις 7 η ώρα το πρωί και με οδηγούν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πίσω από την αμερικάνικη πρεσβεία.

Χωρίς πολλές διατυπώσεις, μου παίρνουν όσα αντικείμενα έχω πάνω μου, ρολόι, ζώνη, λεφτά, και με κλείνουν στο κελί No 5. Είναι ένα δωμάτιο υπερβολικά μεγάλο, κάπου 8×5 και 4 μέτρα ύψος. Μοναδικό έπιπλο ένα κρεβάτι στη μέση.

Μένω μόνος. Ησυχία.

Σε μισή ώρα περίπου ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο «Τσέλιγκας» (Γιάννης Αγγελής). Φοράει πολιτικά κι όπως έμαθα αργότερα είναι δεκανέας κληρωτός. Με κοιτάζει στα μάτια και προσπαθεί να πάρει ύφος άγριο. Πλησιάζει και μου δίνει μια μπουνιά στον ώμο. Του λέω «πρόσεχε, μπορεί να μη με προο­ρίζουν για ξύλο και να βρεις τον μπελά σου». Φεύγει χωρίς να απαντήσει. Σε δέκα λεπτά γυρίζει. Μαζί του είναι άλλοι δύο, ο Μιχάλης ο Πέτρου και ένας ακόμη, επαρχιώτης, άξεστος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος. Αρχίζει το ξύλο. Κρατάει περίπου μισή ώρα. Συγχρόνως βρίζουν και απειλούν. Προσπα­θούν με όσα λένε να αγριεύουν.

Μ’ αφήνουν πάλι μόνο. Ψάχνομαι. Δεν μου ’χουν αφήσει κα­νένα εμφανές σημάδι, ούτε αισθάνομαι κάποιον ιδιαίτερο πόνο. Είμαι ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Μία φορά μόνο έπε­σα κάτω γονατιστός και αμέσως σηκώθηκα. Ο πόνος δεν ήταν αβάσταχτος. Δεν έκλαψα ούτε φώναξα δυνατά. Κατά κάποιον παράξενο τρόπο χαίρομαι που γνώρισα την εμπειρία του ξύλου.

Σε λίγο με μεταφέρουν στο κελί No 3. Στον δρόμο μού ρί­χνουν μερικές κλοτσιές. Το κελί είναι μικρό.

Κατά to μεσημέρι μπαίνουν στο κελί μου τρεις. Ο ένας είναι ο Μ. Πέτρου. Αρχίζει πάλι το ξύλο. Αυτή τη φορά πόνεσα.

Για μεσημεριανό φαγητό μου δίνουν σούπα από κοτόπουλο. Ακούω σπαρακτικές κραυγές από το κελί No 4. Πρέπει να ‘ναι κάποιος πολύ νέος. Αρχίζω να φοβάμαι. Κοιμάμαι για λίγο. Με ξυπνάει ένας καινούργιος εσατζής. Με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. Επεμβαίνει ο Πέτρου: «Μην τον χαϊδεύεις, θα δει μετά τι τον περιμένει». Φεύγουν. Χτυπάω την πόρτα και φωνά­ζω ότι είμαι άρρωστος, ότι έχω ανάγκη να με δει γιατρός. Καμία απάντηση.

Για βραδινό φαγητό έχει σπανακόρυζο κι ένα αυγό. Το σώμα μου αρχίζει να με πονάει. Έχω πονοκέφαλο και κρυώνω. Πέ­φτω να κοιμηθώ με τα ρούχα. Κατά τις 11 ανοίγει η πόρτα. Με σηκώνουν απ’ το κρεβάτι και μου το παίρνουν. Μου δίνουν μία καρέκλα, ένα κομοδίνο και γραφική ύλη. Ο λοχαγός Τσάλας μου λέει: «Γράψε ό,τι ξέρεις πως μας ενδιαφέρει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δικτατορία 1967-74, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 166 Σχόλια »

Βιβλιοφιλία και βιβλιοκλεπτομανία

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2017

Το κείμενο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε αρχικά στο βιβλιολογικό περιοδικό «Μέλισσα των βιβλίων» (Τόμος 1ος, τεύχος Β’, 1974) που το εξέδιδαν οι (παλαιο)βιβλιοπώλες Νότης και Διονύσης Καραβίας στη δεκαετία του 1970. Πρόκειται για μια ανάμνηση του Νότη Καραβία που αφορά τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, μια μαρτυρία που δεν την έχω δει να καταγράφεται αλλού, και που παρουσιάζει μια πτυχή του Λαπαθιώτη η οποία δεν επιβεβαιώνεται από άλλες μαρτυρίες.

Ευχαριστώ τον φίλο μας τον Γρηγόρη τον Κοτορτσινό που μου υπέδειξε το κείμενο και τον φίλο μας τον Σκύλο που έκανε τον κόπο να το πληκτρολογήσει. Ο ίδιος πρότεινε και τη φωτογραφία που κοσμεί το άρθρο, η οποία δεν έχει άμεση σχέση με το κείμενο -αλλά έχει έμμεση, αφού αναφέρεται σε βιβλia την εποχή του πολέμου: είναι τραβηγμένη στο Λονδίνο την εποχή των μεγάλων γερμανικών βομβαρδισμών του 1940.

 

hollandhouselibrarylondonblitz_2

ΒΙΒΛΙΟΦΙΛΙΑ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΚΛΕΠΤΟΜΑΝΙΑ

Νότης Καραβίας

Ήταν ο Χειμώνας του 1942. Οι δουλειές των βιβλίων παρ’ όλη την πείνα πήγαιναν καλά. Με τον περιορισμό της κυκλοφορίας στους δρόμους και το κλείσιμο του κόσμου στα σπίτια του από τις 8 το βράδι, το βιβλίο απόκτησε ξαφνικά τεράστια κίνηση. Δεν ήταν όμως μόνο από την πλευρά του αναγνωστικού κοινού που είχε σαν βασικό μέσο ψυχαγωγίας το βιβλίο για τις ώρες της αναγκαστικής κλεισούρας. Για μας τους παλαιο-βιβλιοπώλες ιδιαίτερα ανοίχτηκε ξαφνικά μεγάλο πεδίο δραστηριότητας με τις αθρόες αγορές παλαιών βιβλίων σε ποσότητα, εξ αιτίας της αναπάντεχης ένδειας και ελλείψεως πορισμού των στοιχειωδών μέσων διατροφής από διανοούμενους και γενικά καλλιεργημένους. Τραγικό ήταν εξ άλλου το θέαμα αξιοσέβαστων ανθρώπων των γραμμάτων, που λόγω στερήσεως αναγκάζονταν να πουλήσουν τα βιβλία τους. Βιβλιοθήκες επί βιβλιοθηκών σωριάζονταν στα υπόγεια και τις αποθήκες των βιβλιοπωλείων. Ανάλογα συνέβησαν κατά τον πόλεμο και αλλού, στην Αγγλία για παράδειγμα, όπου η έλλειψη χώρου λόγω της καταστροφής των σπιτιών από βομβαρδισμούς δημιούργησε προβλήματα στεγάσεως. Ολόκληρες λοιπόν βιβλιοθήκες βγήκαν στον δρόμο σαν σεμνά κορίτσια που ξάφνου αναγκάζονται να πορνευτούν μέσα στη συμφορά του πολέμου. Μια νύξη εκείνης της καταστάσεως μας έδωσε ο Αιμίλιος Χουρμούζιος («Το παλιό βιβλίο στην Αγγλία» Ο Βιβλιόφιλος, Έτος Γ’ [1949] 23-4), ο οποίος τριγύριζε, σαν κυνηγός του παλιού καλού βιβλίου στη μεταπολεμική Βρετανία. Ωστόσο οι λόγιοι δεν πούλαγαν όλοι τους θησαυρούς τους για να ζήσουν, αλλά πολλοί εξακολουθούσαν και ν’ αγοράζουν, όσοι μάλιστα δεν διέθεταν χρήματα επιχειρούσαν και να τα κλέβουν. Η κλεπτομανία βέβαια δεν είναι φαινόμενο που το προκαλεί μόνο η ανέχεια. Είναι επίσης νοσηρό πάθος, ακόμα και ένα είδος αθλήματος για τους επιδιδόμενους σ’ αυτήν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κατοχή, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Μια ιστορία του αυτοκινήτου (Ιλιά Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 5 Φεβρουαρίου, 2017

b137944Μια και προχτές είχαμε ένα άρθρο για τα αυτοκίνητα, έστω και λεξιλογικό, ταιριάζει σήμερα στο φιλολογικό ραντεβού μας να διαβάσουμε ένα πεζογράφημα αφιερωμένο στα αυτοκίνητα -στην ιστορία του αυτοκινήτου. Το έγραψε το 1929 ο αγαπημένος μου Ιλιά Έρενμπουργκ, ο εβραίος σοβιετικός συγγραφέας που κι άλλες φορές έχω παρουσιάσει έργα του εδώ.

Για το βιβλίο αυτό είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του, και μια φορά που είχα πάει στο Λονδίνο, χαζεύοντας σε ένα βιβλιοπωλείο, είχα δει πως είχε μεταφραστεί στα αγγλικά. Το αγόρασα, και το πρότεινα σε έναν εκδότη -γύρω στο 2000 πρέπει να έγινε αυτό. «Οι σοβιετικοί δεν πουλάνε πια», αποφάνθηκε αυτός και το απέρριψε. Δεν ασχολήθηκα άλλο με το θέμα. Όπως βλέπετε, ο εκδοτικός οίκος Ύψιλον είχε ευτυχώς άλλη άποψη ως προς τους σοβιετικούς συγγραφείς, κι έτσι το 2008 εξέδωσε το βιβλίο, μεταφράζοντάς το από τ’ αγγλικά. Μπράβο τους, διότι το βιβλίο αξίζει.

Το χαρακτήρισα πεζογράφημα, διότι δεν είναι μυθιστόρημα -είναι είδος ρεπορτάζ, πολύ μοντέρνο στη γραφή του. «Χρονογράφημα» το χαρακτηρίζει ο Έρενμπουργκ στην εισαγωγή αλλά έχω την εντύπωση πως κάτι χάθηκε στη μετάφραση και πως θα ταίριαζε να το πει «χρονικό». Ο Ερενμπουργκ, που εκείνα τα χρόνια ζούσε στο Παρίσι, γράφει το 1929, που το αυτοκίνητο έχει ήδη φέρει την επανάσταση στην καθημερινή ζωή του δυτικού κόσμου: παρακολουθεί λοιπόν τις αλλαγές αυτές παντού: στο εργοστάσιο, στις συγκοινωνίες, στην καθημερινή ζωή, στο χρηματιστήριο. Και δεν ενδιαφέρεται μόνο για το τελικό προϊόν, αλλά και για τα ελαστικά, το πετρέλαιο, τις οδικές υποδομές. Δεν γράφει όμως πολιτική μπροσούρα, ούτε οικονομικό δοκίμιο -κάνει λογοτεχνία, παρόλο που από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν ο Χένρι Φορντ, ο Σιτροέν, διάφοροι μεγιστάνες του πετρελαίου και του καουτσούκ, πολιτικοί όπως ο Τσόρτσιλ, αλλά και ιστορικές μορφές του εργατικού κινήματος, πλάι σε ήρωες της μυθοπλασίας.

Από τον 3ο τόμο των Απομνημονευμάτων του Έρενμπουργκ (μτφ. Άρη Αλεξάνδρου) αντιγράφω από το 20ό κεφάλαιο ορισμένα σχετικά με το βιβλίο αυτό και με μερικά ακόμα της ίδιας νοοτροπίας που έγραψε ο Έρενμπουργκ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Μωυσής Μπουρλάς: Στην Αλβανία

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2016

Μια και σήμερα έχουμε την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, σκέφτηκα να παρουσιάσω ένα άρθρο με αναμνήσεις από το αλβανικό μέτωπο.

Διάλεξα ένα απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μωυσή Μπουρλά, που έχει τίτλο «Έλληνας, Εβραίος και αριστερός» (2000). Ο συγγραφέας του, ο ο Μωυσής Μιχαήλ Μπουρλάς (1918-2011), που συγκέντρωνε τις ιδιότητες του τίτλου, γεννήθηκε στο Κάιρο, από ελληνοεβραίους γονείς, μπήκε από μικρός στο αριστερό κίνημα, δούλεψε τορναδόρος, πολέμησε στην Αλβανία, συμμετείχε στον ΕΛΑΣ με το ψευδώνυμο Βύρων, πέρασε μετά τη Βάρκιζα όλες τις περιπέτειες των αριστερών, με εξορίες στη Μακρόνησο, στην Ικαρία και στον Άη Στράτη. Το 1951, με συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και το νεαρό κράτος του Ισραήλ, δόθηκε η δυνατότητα στους αριστερούς εβραίους εξόριστους να απελευθερωθούν και να εγκατασταθούν στο Ισραήλ. Ο Μπουρλάς εκεί δούλεψε τορναδόρος, έγινε μέλος του ΚΚ, μοίραζε την ελληνική εφημερίδα του κόμματος στα ελληνικά χωριά των παραλίων του Ισραήλ, αλλά όσο η ΕΣΣΔ προσέγγιζε τις αραβικές χώρες το κλίμα γινόταν όλο και πιο βαρύ για τους κομμουνιστές, ώσπου τελικά με τη γυναίκα του, ρωσοεβραία, έφυγε το 1967 για τη Σοβιετική Ένωση όπου δούλεψε τορναδόρος σε μια πόλη στα Ουράλια. Μετά τη συνταξιοδότησή του κατεβαίνει στο Σουχούμι, στη σημερινή Γεωργία, όπου διδάσκει ελληνικά και πιάνει επαφή με Ρωσοπόντιους. Με την αποσύνθεση της ΕΣΣΔ και τις συγκρούσεις ανάμεσα σε Γεωργιανούς και Αμπχάζιους η ζωή έγινε δύσκολη για τους ουδέτερους, οπότε ο Μπουρλάς κατεβαίνει στην Ελλάδα το 1990 και με χίλια βάσανα ξαναπαίρνει ελληνική ιθαγένεια το 1999. Ως το τέλος έμεινε ακμαίος και δραστήριος, μάλιστα κατέβαινε και στις δημοτικές εκλογές με το  ψηφοδέλτιο του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη. Ένα χορταστικό αφιέρωμα στον Μωυσή Μπουρλά και στο βιβλίο του είχε ανεβάσει το 2012 η φίλη Βασιλική Μετατρούλου, με φωτογραφίες, ένα βίντεο και αρκετά λινκ. Σας το συστήνω οπωσδήποτε. (Μια φίλη με ενημέρωσε και για ένα άλλο ντοκιμαντέρ στην ΕΤ3).

Παλιότερα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο απόσπασμα από το βιβλίο του Μπουρλά, σχετικά με τη ζωή στην εξορία. Όπως θα δείτε, περιγράφει συνοπτικά όσα πέρασε στο αλβανικό μέτωπο, από τις 28 Οκτωβρίου ίσαμε την υποχώρηση του Απριλίου 1941, χωρίς κάποιον εξαιρετικό ηρωισμό, χωρίς κάποιο συνταραχτικό συμβάν, μια τυπική θα λέγαμε στρατιωτική εμπειρία από την Αλβανία. Ευχαριστώ τη φίλη μας τη Μαρία για την πληκτρολόγηση.

ΣΤΗΝ ΑΛΒΑΝΙΑ

Μάθαμε για τον τορπιλισμό της Έλλης από τους Ιταλούς και αμέσως ήρθαν τα νέα για τον πόλεμο. Θυμάμαι , την παραμονή της αναχώρησής μας για το μέτωπο, φωτογραφηθήκαμε τρεις φίλοι. Την φωτογραφία την κρατώ ως τα τώρα. Άρχισαν οι ετοιμασίες για αναχώρηση στο μέτωπο. Μας παραχώρησαν βαγόνια για να φορτώσουμε το υλικό αλλά δεν είχαμε τα μέσα και τα κατάλληλα εργαλεία για τη φόρτωση. Σκαρώσαμε ένα πρωτόγονο «βίντσι», ανελκυστήρα, και με την πείρα μας – εγώ την είχα από το λιμάνι, ενώ οι αξιωματικοί δεν είχαν ιδέα από τέτοιες δουλειές – φορτώσαμε, πήραμε ξηρά τροφή δυο ημερών και αναχωρήσαμε με το ίδιο τρένο προς το μέτωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Εβραϊσμός | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Από μικρός στα γράμματα (Γιώργος Κοτζιούλας)

Posted by sarant στο 11 Σεπτεμβρίου, 2016

Καθώς αύριο ανοίγουν τα σχολεία, ταιριάζει θαρρώ το σημερινό μας λογοτέχνημα να αναφέρεται στα σχολικά χρόνια -και νομίζω πως επίσης ταιριάζει να βάλω ένα εκτενές απόσπασμα από την αρχή ενός παραγνωρισμένου έργου που το θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον αλλά και το αγαπώ πολύ: εννοώ το αυτοβιογραφικό αφήγημα «Από μικρός στα γράμματα», του αγαπημένου μου Γιώργου Κοτζιούλα, κι ας είναι η σημερινή δημοσίευση φόρος τιμής και για τα 60 χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του, που είχαμε την επέτειό τους πριν από δώδεκα περίπου μέρες.

Ο Κοτζιούλας δεν ευτύχησε να δει τυπωμένο σε βιβλίο το «Από μικρός στα γράμματα». Το έγραψε το 1948 και ήθελε να το εκδώσει, αλλά τα τυπογραφικά ήταν πολλά για τα χρονίως στενεμένα οικονομικά του. Έτσι, τελικά, αφού οι προσπάθειες δεν ευδοκίμησαν, κατέληξε να το δημοσιεύσει σε 16 συνέχειες, στο περιοδικό Ηπειρωτική Εστία το 1953-54. Στη συνέχεια, το έργο συμπεριλήφθηκε στον Β’ τόμο των Απάντων του ποιητή (Δίφρος, 1957) που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Επίσης εκδόθηκε αυτοτελώς σε έκδοση Βαρσοβίας από και για τους πολιτικούς πρόσφυγες -έτσι εκπληρώθηκε η επιθυμία του ποιητή.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα αποσπάσματα από τις δύο πρώτες ενότητες του βιβλίου (που συνολικά αριθμεί εννέα ενότητες). Στο τέλος εξηγώ κάποιες λέξεις. Σας παροτρύνω να διαβάσετε ολόκληρο το αφήγημα, που υπάρχει στον παλιό μου ιστότοπο, σε πληκτρολόγηση και επιμέλεια της φίλης μας της Μαρίας.

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟ

Ο πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο πατέρας. Αυτός μου πρωτόδειξε τυπωμένα τα γράμματα, αρχίζοντας βέβαια απ’ τα πιο εύκολα, και μ’ έμαθε να τα προφέρω, να τα συλλαβίζω. Αλλά εκείνο που του χρωστάω περισσότερο είναι πως πήρε με το δουλευτάρικο, τριχωτό χέρι του το δικό μου το άμαθο, το δισταχτικό και με δίδαξε πώς να γράφω. Καθώς ο ίδιος, παρ’ όλη τη λιγοστή μόρφωσή του, έγραφε προσεχτικά και κανονικά, μ’ έναν τύπο δικό του, ευανάγνωστο κι ελκυστικό, πήρα απ’ αυτόν τη συνήθεια του λεπτού και ωραίου γραψίματος, έτσι που με τον καιρό να γίνω σχεδόν καλλιγράφος και ν’ ακούσω γι’ αυτό όχι λίγους επαίνους στη ζωή μου. Μα για την καλλιγραφία του πολυσπουδαγμένου γιου ευθυνόταν ο λιγογράμματος πατέρας, με τις δυο ή τρεις τάξεις του δημοτικού.

Δε μάθαιναν πολλά γράμματα στον καιρό του∙ πολλοί μάλιστα, της ίδιας ηλικίας μ’ αυτόν, δεν ήξεραν ούτε να βάλουν την υπογραφή τους. Κι όταν τους πήραν αργότερα στο στρατιωτικό ή όποτε παρουσιάζονταν στο δικαστήριο, δήλωναν σαν το φυσικότερο πράμα: αγράμματος. Το καταλάβαιναν και μόνοι τους πως αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως να ντρέπονταν κιόλας κατά βάθος, μα δε μπορούσαν πια να το διορθώσουν. Κι αν η αμορφωσιά τους έμοιαζε μ’ ένα είδος αναπηρία, ήταν πολλοί γύρω τους που έπασχαν από το ίδιο σακατλίκι. Στο κάτω κάτω παρηγοριόνταν μονάχοι τους λέγοντας: «Δε βαριέσαι! Σάματι θα γίνω γω παπάς ή γραμματικός;» Σ’ αυτές τις δύο κατηγορίες ήταν απαραίτητα τα γράμματα, οι άλλοι μπορούσαν να κάμουν και χωρίς αυτά.

Το ’ριχναν όξω λοιπόν επαναλαμβάνοντας διασκεδαστικά το εύθυμο στιχάκι, που το ξέραν ακόμα κι οι γυναίκες και το ’λεγαν σαν παροιμία ή σαν ξόρκι:

Άλφα βήτα
κόψι πίτα,
φάι κι ισύ,
δο μ΄κι μένα!

Ως εκεί έφταναν οι πνευματικές γνώσεις των περισσότερων, αντρών και γυναικών. Σε μερικούς είχε μείνει, σα μακρινή ανάμνηση παλιάς διδαχτικής μεθόδου, από τότε που τα μάθαιναν απόξω κι ανακατωτά, και το εξής μνημοτεχνικό, ένα είδος κινέζικα:

Άλφα – ω
βήτα – ψι
γάμα – χι…

Οι δάσκαλοι τότε ήταν σπάνιο δείγμα, κι αν έβγαινε κάπου κάπου κανένας, δε θα ’ρχόταν να φάει ψωμί στα δικά μας φτωχοχώρια, σ’ εκείνο το έρμο καυκί ανάμεσα Τζουμέρκου και Ξεροβουνιού, που έχει κατακάτσει φαίνεται από παμπάλαια γεωλογική καθίζηση, για να τυραννιούνται από γεννητάτη φτώχεια οι κάτοικοί του. Τα πρώτα γράμματα τα δίδασκαν οι παπάδες, σαν οικογενειακό τους προνόμιο, σα μυστικό του σιναφιού τους, στους γιους τους που θα κληρονομούσαν το επάγγελμα, στοιχεία απ’ το Χτωήχι και το Ψαλτήρι που τα ’χαν μάθει με κόπο κι οι ίδιοι, υπηρετώντας κανέναν καλόγερο κοντινού μοναστηριού. Ο πρώτος κοινοτικός δάσκαλος που ξέπεσε στα μέρη μας (τα χωριά μας δεν είχαν ξαγοραστεί ακόμα απ’ τον Αφέντη) ήταν κάποιος Τσαπαδόντης, που αξίζει να πούμε γι’ αυτόν μερικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 214 Σχόλια »

Ο Ηλίας Έρενμπουργκ για τον ισπανικό εμφύλιο, τον Ντουρούτι και τους αναρχικούς

Posted by sarant στο 17 Ιουλίου, 2016

Σήμερα συμπληρώνονται 80 χρόνια από το ξεκίνημα του ισπανικού εμφυλίου πολέμου το 1936, αρχικά με τη μορφή στρατιωτικού κινήματος στη Θέουτα και τη Μελίγια, τις ισπανικές κτήσεις στην αφρικανική ακτή. Ο εμφύλιος πόλεμος, που διάρκεσε 2 χρόνια και 8 μήνες, είναι ένα από τα σημαντικά γεγονότα του 20ού αιώνα και ίσως το πιο καθοριστικό χαρακτηριστικό του να είναι η πρωτοφανής διεθνής αλληλεγγύη που εκφράστηκε από αριστερούς και προοδευτικούς όλου του κόσμου προς την αριστερή κυβέρνηση της Ισπανίας, που έμεινε αβοήθητη από τις δυτικές δημοκρατίες, ενώ οι εθνικιστές κινηματίες είχαν την αφειδή υποστήριξη της χιτλερικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας.

Ο ισπανικός εμφύλιος έχει δώσει το έναυσμα για κάθε λογής έργα τέχνης, από μυθιστορήματα έως κινηματογραφικά έργα, αν και το γνωστότερο είναι μάλλον η Γκερνίκα, ο πίνακας του Πικάσο (που κάποτε τον λέγαμε Γκουέρνικα).

Ο Σοβιετικός λογοτέχνης και δημοσιογράφος Ηλίας Έρενμπουργκ, που ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματά του («Άνθρωποι, χρόνια, ζωή») είχα παρουσιάσει πριν από δύο εβδομάδες, παρακολούθησε από πολύ κοντά τον ισπανικό εμφύλιο, όχι μόνο ως δημοσιογράφος αλλά και ως μέλος πολιτιστικού συνεργείου που είχε αποστολή να προβάλλει κινηματογραφικές ταινίες και να εμψυχώνει τους μαχητές. Στον τέταρτο τόμο των απομνημονευμάτων του αφιερώνει πολλά κεφάλαια στις εμπειρίες του από την Ισπανία. Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα μάλλον εκτενές κεφάλαιο, το 19ο, αφιερωμένο στους Ισπανούς αναρχικούς, οι οποίοι έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στον ισπανικό εμφύλιο. Στην Ισπανία οι αναρχικοί βρέθηκαν, κατά κάποιο τρόπο, σε ορισμένες περιοχές, στην εξουσία, για πρώτη και μοναδική ως τώρα φορά. (Παλιότερα είχε θεωρηθεί οξύμωρο να υπάρχει «αναρχικός βουλευτής» -ο Βαγγέλης Διαμαντόπουλος- αλλά στην Ισπανία υπήρξαν και αναρχικοί υπουργοί).

Επειδή το κεφάλαιο που δημοσιεύω είναι εκτενές, το άφησα χωρίς υπομνηματισμό -θα έπρεπε να γράψω πάρα πολλά. Σημειώνω μόνο ότι ο Άρης Αλεξάνδρου, που έχει κάνει την (αριστουργηματική) μετάφραση του «Άνθρωποι, χρόνια, ζωή» επέλεξε -και πολύ σωστά για την εποχή- να αποφύγει τους λατινικούς χαρακτήρες, κι έτσι ΣΝΤ-ΦΑΙ είναι η CNT-FAI, η ισπανική αναρχοσυνδικαλιστική ομοσπονδία, ενώ ΠΣΟΥΚ το PSUC, το Ενοποιημένο Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλωνίας (όπου συμμετείχαν και οι κομμουνιστές).

Επίσης, ο Αλεξάνδρου επέλεξε να αποδώσει «ελεύθερο κομμουνισμό» τον communismo libertario των αναρχικών. Σήμερα θα λέγαμε «ελευθεριακό κομμουνισμό» θαρρώ.

19

Εσείς στη Ρωσία έχετε πραγματικά κράτος, εμείς όμως είμαστε υπέρ της ελευθερίας — μου είπε ο σκοπός με το μαυροκόκκινο πουκάμισο, μελετώντας την άδεια διελεύσεώς μου, — θέλουμε να εγκαθιδρύσουμε ελεύθερο κομμουνισμό».

«Κομμουνίζμο λιμπερτάριο» — οι λέξεις αυτές αντηχούν ως τα σήμερα στ’ αυτιά μου: τόσες φορές τις άκουσα σαν πρόκληση, σαν όρκο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »