Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναμνήσεις’ Category

Τα χαΐρια μας εδώ (αφηγείται η Αγγέλα Παπάζογλου)

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2022

Τις τρεις προηγούμενες Κυριακές παρουσιάσαμε κείμενα σχετικά με τη Μικρασιατική Καταστροφή: αποσπάσματα από δυο κορυφαία μυθιστορήματα, τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου και το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, κι έπειτα αναμνήσεις του Κώστα Βάρναλη για τις ειδήσεις από τη Μικρασία. 

Το σημερινό κείμενο μιλάει όχι για την καταστροφή αλλά για τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς στους συνοικισμούς της Αθήνας, όπως τα αφηγείται η Σμυρνιά τραγουδίστρια Αγγέλα Παπάζογλου (1899-1983), στο μνημειώδες έργο της «Τα χαΐρια μας εδώ», που το κατέγραψε ο γιος της ο Γιώργης Παπάζογλου. 

Η Αγγέλα Παπάζογλου ήταν η σύζυγος του πολύ αξιόλογου συνθέτη Βαγγέλη Παπάζογλου (1896-1943). Γεννημένη σε οικογένεια μουσικών της Σμύρνης, ήταν γνωστή τραγουδίστρια στη Σμύρνη πριν από την Καταστροφή. Μετά τον γάμο της (το 1927) σταμάτησε να τραγουδάει και λίγο αργότερα τυφλώθηκε από ασθένεια που είχε, οπότε στη δισκογραφία υπάρχει μόνο ένα τραγούδι με τη φωνή της και έξι αμανέδες. 

Η αφήγηση της Αγγέλας Παπάζογλου στο βιβλίο «Τα χαΐρια μας εδώ» έχει διασκευαστεί σε θεατρικό έργο/μονόλογο της Άννας Βαγενά με μεγάλη επιτυχία, ενώ τώρα βλέπω ότι ο ακάματος Γιώργης Παπάζογλου, που διανύει πια τη δέκατη δεκαετία της ζωής του, εξέδωσε φέτος νέα επαυξημένη έκδοση, από την οποία είναι και η εικόνα του εξωφύλλου -ωστόσο, εγώ πήρα το κείμενο που θα διαβάσετε από την πρώτη έκδοση. 

Χαΐρι είναι η προκοπή, αλλά συνήθως η λέξη χρησιμοποιείται αρνητικά ή με μια δόση ειρωνείας -και στο βιβλίο η κυρα Αγγέλα συχνά συγκρίνει τη ζωή στην πολιτισμένη Σμύρνη με την κατάσταση που βίωσε στην προσφυγική Καλλιθέα. Διάλεξα δυο αποσπάσματα, ένα που περιγράφει τον πρώτο καιρό της προσφυγιάς (σελ. 70-75 της έκδοσης που έχω) και την υποδοχή από τους ντόπιους, κι ένα όπου αφηγείται πώς ξανάρχισε να τραγουδάει (σελ. 102-106). 

Στο τέλος του πρώτου αποσπάσματος, γίνεται λόγος για ένα επεισόδιο στο μπακάλικο της γειτονιάς, όπου η μπακάλισσα απαιτούσε από τη μητέρα της Αγγέλας να ζητήσει τη σκούπα «στα τούρκικα», όπως τη λένε οι «πρόσφυγγες», δηλαδή «φροκαλιά», και όχι «σκούπα». Η ειρωνεία είναι ότι η φροκαλιά είναι λέξη ελληνικής ετυμολογίας ενώ η σκούπα ιταλικής. Στο ίδιο σημείο, παραπονιέται για τη μειωτική παραφθορά «πρόσφυγγες» που παραπέμπει σε «σφίγγες» (όπως γράφει στο βιβλίο). Το άλλαξα σε «σφήγκες». Τέλος, σε άλλο σημείο μιλάει για μια προσφυγίνα που είχε μανάβικο, χρησιμοποιώντας τον τύπο «η πρόσφυγια» που ξέρω πως ακουγόταν τότε. 

Δεν υπάρχει μάλλον ανάγκη για περισσότερο γλωσσικό σχολιασμό, πέρα από τις σμυρνέικες ιδιοτυπίες στη γραμματική. Να πω όμως ότι εκεί που λέει ότι «ήταν όλοι Μαρωνίτες» δεν εννοεί τη θρησκευτική κοινότητα της Κύπρου αλλά απλώς ότι ήταν σόι του πατέρα της, ο οποίος λεγόταν Δημήτρης Μαρωνίτης. Έχω κάνει ελάχιστο ορθογραφικό εκσυγχρονισμό. 

Εγώ με τη μαμά μου δεν τους ντρεπούμαστε ούτε μια καρφί­τσα. Μια κουβέρτα είπανε πως θα μας δώκουνε, κι ηπήγαμε στα παλαιά ανάκτορα κι ηγραφτήκαμε, και κάθε μέρα ηπήγαινε η μαμά μου επί έξι μήνες… κάθε μέρα ν’ ακούσει το όνομά μας… Τίποτα… Στο τέλος κοντέψαμε να χάσωμε και το βιβλιάριο.

Αμέσως όμως άρχισα κι ηδούλευα εγώ, κι ησιάξαμε μια παράγκα στην Τροχιοδρόμων που πήγαινες ίσια για τη Βαγ­γελίστρα, οδός Βενιζέλου, και κάτσαμε. Ύστερα ηπήραμε ένα οικόπεδο με τα λεπτά που ηδούλευα -με δόσεις- απ’ τα οικόπε­δα του Χριστοδούλου, κι ηδουλεύαμε όλη τη βδομάδα και κάθε Κυριακή ηβγάζαμε τα κουρελάκια μας έξω και χτίζαμε μισό-μισό ντουβάρι, και πάλι τα κουρελάκια μας μέσα.

Κοιμούμαστε μέσα στις λάσπες, αλλά δεν παραπονιούμαστε, γιατί είχαμε γλυτώσει τη σφαγή. Μας έφτανε που ’μασταν ζωντανές… Άλλοι δεν ήρθανε καθόλου κι άλλοι είχανε μείνει πίσω. Τι να κάναμε… Αυτή την τυραννία ητραβήξαμε κι ηπηγαίναμε απ’ το Φάληρο άμα νύχτωνε και κλέβαμε άμμο με σακούλια -αλευροσάκουλα γιατί απαγορευόντανε να πάρεις άμμο. Γινήκαμε εδώ πέρα κι εμείς κλέφτες, όπως όλοι… Είναι κολλητικό φαίνεται…

Αμ την αποζημίωση; Εκεί να δεις απάτη… Σου λέω… δεν ντρεπόμαστε το κράτος ούτε μία καρφίτσα… Αποζημίωση μας δώκανε αυτά τα λίγα πού μας δώκανε, και τα πήραμε ένα χιλιάρικο την ομολογία, και ήτανε απ’ έξω οι αγοραστές, οι ίδιοι δηλαδή -μαύρος Γιάννης κερνά, μαύρος Γιάννης πίνει- και μας τσι παίρνανε ένα πεντακοσάρικο τη μια. Από έξω μέχρι μέσα χάναμε τα μισά… Κι ο κόσμος είχε ανάγκη και τσι χάλα­γε αμέσως. Τι να κάνει…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Αναμνήσεις, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , , , , , , | 149 Σχόλια »

Πώς πιάσανε οι Αιγινήτες τον Κεμάλ (αφήγημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2022

Τις τρεις προηγούμενες Κυριακές παρουσιάσαμε αποσπάσματα από τρία λογοτεχνικά έργα με θέμα τη Μικρασιατική καταστροφή: τα Ματωμένα χώματα της Διδώς Σωτηρίου, το Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη και την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα. Έκλεισε έτσι μια τριλογία.

Αν πάντως κάποιος έχει υπόψη του κάποιο καλό λογοτεχνικό κείμενο σχετικό με το 1922, ας το υποδείξει στα σχολια ή ακόμα ας το στείλει σκαναρισμένο μήπως το βάλουμε σε επόμενη Κυριακή.

Για αντίστιξη σήμερα βάζω ένα κείμενο σαφώς πιο ανάλαφρο, τον απόηχο της μικρασιατικής εκστρατείας και της ήττας στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1922, όπως την είδε ο Κώστας Βάρναλης, που περνούσε εκεί τις καλοκαιρινές διακοπές. (Ο Βάρναλης είχε επιστρατευτεί το 1915 αλλά μετά δεν κλήθηκε να υπηρετήσει, ήταν άλλωστε και σχετικά μεγάλος πια).

Το κείμενο γράφτηκε το 1935 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ανεξάρτητος, όπου ο Βάρναλης δημοσίευε σε συνέχειες τα φιλολογικά του απομνημονεύματα. Σε βιβλίο εκδόθηκε το 1981 σε επιμέλεια Κώστα Παπαγεωργίου (εκδόσεις Κέδρος).

Πώς οι Αιγινήτες πιάσανε τον Κεμάλ

Τέλη Αυγούστου του 1922, απάνου στην ακμή των μπαιν-μιξτ, των νυχτερινών χορών στο «Κόρτε», των σταφυλιών και των σύκων, καθώς και της μικρασιατικής εκστρατείας, ένα απόγεμα, που φυσούσε δυνατός και πρόσχαρος μπάτης, αρχίσανε να χτυπάνε ενθουσιασμένες όλες οι καμπάνες της Αίγινας: της μητρόπολης, της Παναγίας, τ’ Αϊ-Νικόλα.

Οι φάτσες των μαγαζιών, τα μπαλκόνια των σπιτιών, των ξενοδοχείων, του δημαρχείου γεμίσανε παντιέρες, μικρές και μεγάλες, από μπλάβες έως γκρίζες. Οι βάρκες μέσα στο λιμάνι απλώσανε στην κορφή της αντένας ή στο κοντάρι της πρύμνης από μια γαλανόλευκη και στολίσανε τ’ άλμπουρά τους με κλαριά από μυρτιά ή πεύκο. Κι ανοίγοντας τα πανιά τους στο δυνατό και πρόσχαρο μπάτη στο λιμάνι, λες και τις κυνηγούσανε και τις ερεθίζανε σαν άλογα τα απανωτά κύματα των ήχων, που στέλνανε οι καμπάνες από τη στεριά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Μικρασιατική καταστροφή | Με ετικέτα: , | 73 Σχόλια »

Η γερμανική Κατοχή στην Αίγινα όπως τη θυμάμαι, όπως την έζησα (αφήγημα της Μαίρης Γαλάνη-Κρητικού)

Posted by sarant στο 7 Αυγούστου, 2022

Κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες το 31ο τεύχος του περιοδικού Η Αιγιναία. Το τεύχος περιέχει αφιέρωμα σε σύγχρονους κεραμίστες που ζουν στην Αίγινα, αλλά εμείς εδώ, που λεξιλογούμε, θα σταθούμε σήμερα σε ένα αφήγημα της Μαίρης Γαλάνη-Κρητικού, με αναμνήσεις από τη γερμανική Κατοχή στην Αίγινα.

Η Μαίρη Γαλάνη-Κρητικού, από τις προσωπικότητες της πολιτιστικής ζωής του νησιού, δημοσιογράφος και με σημαντικό έργο στο κέντημα, περιγράφει όσα έζησε σαν μικρό παιδί σε μια ευκατάστατη, αστική οικογένεια, σε ένα νησί που δοκιμάστηκε από την πείνα, καθώς η ντόπια αγροτική παραγωγή δεν επαρκούσε, όπως άλλωστε τα περισσότερα ελληνικά νησιά. Έχει ενδιαφέρον η αναφορά στο έργο των Γερμανών κατασκόπων καθώς και σε γνωστά πρόσωπα, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης, που πέρασε την Κατοχή στην Αίγινα.

Kαι μια περίεργη σύμπτωση: Θυμάμαι πως ο πατέρας μου έλεγε ότι και στη Μυτιλήνη είχαν ένα θείο δώρο μέσα στην Κατοχή, όταν μια χρονιά γέμισε το λιμάνι ψάρια που τα ψάρευαν με την απόχη -αλλά όχι μικροσκοπικά, παρά παλαμίδες, φερμένες από τη Μαύρη Θάλασσα σε κοπάδια.

Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου κι αν έγινε κανένα λάθος στο OCR να με συμπαθάτε.

Η γερμανική Κατοχή στην Αίγινα όπως τη θυμάμαι, όπως την έζησα

Λίγο πριν έρθουν οι Γερμανοί

Οι καθημερινές εικόνες στην τηλεόραση από τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι γέροι και τα παιδιά που κλαίνε, οι αλλόφρονες μάνες με τα μωρά που τρέχουν να προφυλαχτούν, μου φέρνουν έντονα στη μνήμη μία σκηνή που έζησα στα τέσσερά μου χρόνια. Είμαστε στο 1940, ο πατέρας μου, γιατρός, πολεμάει στην Αλβανία, και η μητέρα μου με πλένει σ’ ένα μικρό μπανάκι στο δωμάτιό μου. Ξαφνικά ηχούν oι σειρήνες! Συναγερμός. Η μητέρα μου με αρπάζει τυλιγμένη σε μία κουβέρτα, ενώ εγώ ουρλιάζω. Τρέχοντας με τη γιαγιά μου, με κουβαλούν στο —ο Θεός να το κάνει — «καταφύγιο» του θείου μου Ρόδη, του φαρμακοποιού. Και μπαίνουμε όλοι οι απελπισμένοι κά­τω από ένα τεράστιο τραπέζι, σκεπασμένο από δεκάδες κουβέρτες. Τέτοια απελπισία! Και μετά χάος…

Υπάρχουν δύο φωτογραφίες από την εποχή εκείνη. Στη μία εί­μαι ντυμένη ευζωνάκι στην αυλή του σπιτιού μας και, αφού η μητέ­ρα μου με βάζει να φιλήσω την άκρη της φωτογραφίας, την στέλνει στην Αλβανία, στον πατέρα μου, γράφοντας από πίσω: «Η Μαιρούλα στον μπαμπούλη της για ανάμνηση των κεχωρισμένων Απόκρεων που περνούμε εις Αίγιναν». Πάνω πάνω γράφει: «Εδώ φίλησε η Μαιρούλα».

Στην άλλη φωτογραφία απεικονίζονται εθελόντριες κυρίες και δεσποινίδες της Αίγινας, που φροντίζουν τραυματίες από την Αλβα­νία στο σημερινό ξενοδοχείο «Μιράντα», τότε πρόχειρο νοσοκομείο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Αναμνήσεις, Κατοχή | Με ετικέτα: , , , , | 127 Σχόλια »

Αναμνήσεις από τη Μοίρα (του Μ. Καραγάτση)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2022

Κοντά στην 25η Μαρτίου φέτος είχα παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα νεανικό διήγημα του Μ. Καραγάτση με θέμα σχετικό με το 1821. Με την ευκαιρία εκείνη ξαναδιάβασα τον τόμο της Εστίας με τα νεανικά διηγήματα του Καραγάτση και πρόσεξα ορισμένες αναμνήσεις, γραμμένες αργότερα, αλλά που αφορούσαν τα νιάτα του: φοιτητικά χρόνια και στρατιωτική θητεία. Αυτές τις αναμνήσεις θα τις δημοσιεύσω σταδιακά στο ιστολόγιο, γιατί τις βρίσκω πολύ συμπαθητικές.

Και επειδή υπηρέτησα στο ΣΕΜ (Σώμα Εφοδιασμού-Μεταφορών), διάλεξα να ξεκινήσω με ένα κείμενο του Καραγάτση σχετικό με τη δική του θητεία στον πρόγονο του ΣΕΜ, στη Μοίρα Αυτοκινήτων, γύρω στο 1929-30. Δυστυχώς δεν έχω τώρα πρόχειρο το βιβλίο, αλλά αν θυμάμαι καλά το κείμενο δημοσιεύτηκε το 1948 στην Επιθεώρηση του ΣΕΜ, δηλαδή σε επίσημο στρατιωτικό έντυπο.

Και βέβαια δεν ήταν μια συνηθισμένη και κανονική περίοδος το 1948, μέσα στον Εμφύλιο, ούτε είναι ουδέτερο το κείμενο του Καραγάτση, που εξιδανικεύει την κατάσταση που επικρατούσε, φτάνοντας στο σημείο να δηλώνει ότι ο στρατός (το 1948) ήταν «παράδεισος». Αλλά μου αρέσει ο τρόπος που περιγράφει τη ζωή στη Μοίρα στα τέλη της δεκαετίας του 1920.

Μονοτονίζω και εκσυγχρονίζω την ορθογραφία, διορθώνοντας σιωπηλά μερικά λαθάκια. Δεν άλλαξα το «πολύ δουλειά», ούτε το «απιθεώρηση» που το θεώρησα σκόπιμο, ούτε το ορθογραφικό λογοπαιγνιο «μηναρέδες» που το έχω δει κι αλλού (έτσι έλεγαν τη μηνιαία φυλάκιση). Οι Τύλορες γκουγκλίζονται, είναι φορτηγά μάλλον μάρκας Tylor. Τα άλλα σας τα αφήνω σαν άσκηση.

Το ότι ο Καραγάτσης γράφει το 1948, σαράντα χρονών, λέγοντας ότι γέρασε, ας θεωρηθεί ποιητική υπερβολή.

Αναμνήσεις από τη Μοίρα

Στον καιρό μας, εδώ και είκοσι χρόνια, τα Σέμια ονομάζονταν ‘ Υπηρεσία Αυτοκινήτων, ή κοινώς «Αυ­τοκίνητα». Κι είχαν τη χάρη τους τ’ αυτοκίνητα του Ελληνικού Στρατού· μόνον οι προνομιούχοι κληρωτοί κατάφερναν να καταταχθούν στην περιζήτητη υπηρε­σία. Αρκεί να σας πω πως εγώ, ύστερα από ενδελεχή μελέτη της καταστάσεως, κατατάχτηκα εθελοντής με τετράμηνη πρόσθετη υπηρεσία — μόνο και μόνο για να υπηρετήσω στ’ αυτοκίνητα. Οι τέσσερις παραπανιστοί μήνες συμψηφίζονταν από άλλα και σπουδαία πλεονεκτήματα.

Και πρώτα, τα γυμνάσια ήσαν λιγοστά, σχεδόν ξεκούραστα, ύστερα άρχιζε η εκπαίδευσις αυτοκινήτου. Εκείνο τον καιρό, το αυτοκίνητο ήταν τροχοφόρο αρκετά σπάνιο, που προκαλούσε τη λαχτάρα κάθε νέου μερακλή. Μικρό πράμα το ’χεις να είσαι σοφεράκι, με τέσσερις ρόδες κάτωθέ σου και μια μηχανή στο χέρι; Αυτοκίνητο σου λέει ο άλλος. Τα κορίτσια το ’βλεπαν και λιγώνονταν. Τα σοφεράκια περιβάλλονταν από αί­γλη, γοητεία και μεγαλείο, πού τα έκαναν ασυναγώνιστα στο ωραίο φύλο. Δεν πρέπει όμως να λησμονάμε τ’ άλλα —και σοβαρά— πλεονεκτήματα του αυτοκινήτου στον πόλεμο εκείνου του καιρού. Όταν ο πεζικάριος ξεθεώνονταν στην πορεία, φορτωμένος όπλο, γυλιό, κουβέρτα, εξάρτυση, φυσίγγια, σακκίδιον, παγούρι κ.τλ. εσύ επεριδιάβαζες σαν τουρίστας πάνω στο αμαξάκι σου! Σήμερα η μηχανοκίνηση του στρατού άλλαξε δυστυχώς την κατάσταση. Αρκεί να σάς πω πως εκείνο τον καιρό σε κάθε Σώμα Στρατού των τριών Μεραρ­χιών, αναλογούσε μια Μοίρα αυτοκινήτων με δύναμι 30 φορτηγά αυτοκίνητα! Δηλαδή δέκα φορτηγά κατά Με­ραρχία. Περί επιβατικών, ούτε λόγος. Μόνον οι Διοικηταί Σωμάτων είχαν τέτοια πολυτέλεια. Οι Μέραρ­χοι πήγαιναν αλογατάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνηση, Αυτοκίνητα, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 68 Σχόλια »

Γεννήθηκα στο Κίεβο (αναμνήσεις του Ηλία Έρενμπουργκ)

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2022

Καθώς συνεχίζεται ο πόλεμος, διαλέγω σήμερα να παρουσιάσω αποσπάσματα από την εξάτομη αυτοβιογραφία «Άνθρωποι, χρόνια, ζωή» του Ηλία Έρενμπουργκ (1891-1967), ενός αγαπημένου συγγραφέα που συχνά έχω παρουσιάσει κείμενά του στο ιστολόγιο.

Ο Έρενμπουργκ γεννήθηκε στο Κίεβο από εβραϊκή οικογένεια. Όταν ήταν πέντε χρονών, ο πατέρας του ανέλαβε διευθυντής εργοστασίου στη Μόσχα και η οικογένεια μετακόμισε εκεί. Ως μαθητής ο Έρενμπουργκ ανέπτυξε δράση στο κόμμα των Μπολσεβίκων, το 1907 φυλακίστηκε και εξορίστηκε και τελικά το τσαρικό καθεστώς του επέτρεψε να φύγει για το Παρίσι. Εκεί έζησε ως το 1917, όταν επέστρεψε στη Ρωσία μετά την επανάσταση του Κερένσκι.

Θα παρουσιάσω μερικά αποσπάσματα από τον 1ο τόμο των απομνημονευμάτων, 2ο και 3ο κεφάλαιο, και μετά από τον 2ο τόμο, 8ο κεφάλαιο, όπου έχουμε φτάσει στα 1918 και ο 27χρονος Έρενμπουργκ επιστρέφει για έναν χρόνο στο Κίεβο, τη γενέθλια πόλη του. Διευκρινίζω πως ο Έρενμπουργκ γράφει το βιβλίο του περί το 1960.

Το βιβλίο του Έρενμπουργκ βρίθει από αναφορές άγνωστες για τον Έλληνα σημερινό αναγνώστη οπότε θα χρειαζόταν πάμπολλες διευκρινίσεις. Ο μεταφραστής, ο έξοχος Άρης Αλεξάνδρου, ήταν φειδωλός στις επεξηγηματικές σημειώσεις, που μάλιστα τις έβαζε όλες στο τέλος και χωρίς να το επισημαίνει στο κείμενο του βιβλίου. Αυτές μεταφέρω εδώ καθώς και καναδυό ακόμα. Επισημαίνω τα σημεία με αστερίσκο και επεξηγώ στο τέλος.

Ο τίτλος είναι, φυσικά, δικός μου.

Γεννήθηκα στο Κίεβο στις 14 Ιανουαρίου του 1891. Το 1891 έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη των Ρώσων γενικά και επιπλέον των Γάλλων αμπελουργών. Στη Ρωσία είχαμε λιμό· εικοσιεννιά κυβερνεία υποφέρανε από σιτοδεία. Ο Λέων Τολστόι, ο Τσέχοβ, ο Κορολένκο, προσπάθησαν να βοηθήσουν τούς λιμοκτονούντες, κάνανε εράνους, οργανώσανε συσσίτια· όλ’ αυτά ήταν στα­γόνα στον ωκεανό και για πολύν καιρό τη χρονιά του ενενήντα ένα τη λέγανε «χρονιά της πείνας». Οι αμπελουργοί της Γαλλίας πλουτίσανε με τα κρασιά εκείνης της χρονιάς: η ξηρασία καίει τα σι­τηρά, καλυτερεύει όμως την ποιότητα των σταφυλιών. Οι μαύρες μέρες για τούς χωρικούς της περιοχής του Βόλγα συμπίπτουν πάν­τοτε με τις χαρούμενες μέρες για τους αμπελουργούς της Βουργουν­δίας και της Γασκώνης· ακόμα και στη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας, όσοι ξέρανε να πιουν κρασί, ψάχνανε τα μπουκάλια με τη χρονολογία «1891». Το 1943, μεταφέρανε απ’ το Λένινγκραντ στη Μόσχα ένα βαγόνι με παλιό «Σαίντ – Εμιλιόν» του 1891. Η μεταφορά έγινε απ’ τον «παγωμένο δρόμο»*. Το Σαμτρέστ*, παρακάλεσε τον A. Ν. Τολστόι και μένα να δοκιμάσουμε το κρασί πού κατόρθωσαν να σώσουν με τόσους κόπους. Αποδείχτηκε πώς τα μπουκάλια ήταν γεμάτα μ’ ένα υπόξυνο υγρό — το κρασί είχε πεθάνει (αντίθετα απ’ τον τόσο διαδεδομένο θρύλο, το κρασί, ακόμα και το καλύτερο, πεθαίνει σε ηλικία σαράντα ως πενήντα ετών).

[…]

3

Λένε πως το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει. Συμβαίνει κι αυτό, συμβαίνει και το αντίθετο. Έζησα σε μια εποχή, όταν τον άνθρωπο τον κρίνανε συχνά επί τη βάσει των στοιχείων της ταυτότητάς του· οι εφημερίδες γράφανε πως «ο υιός δεν είναι υπεύθυνος διά τας πράξεις του πατρός» ήταν όμως φορές που βρισκόσουν αναγκασμένος να πληρώσεις και για τον παππού σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναμνήσεις, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , | 133 Σχόλια »

Ο Βάρναλης, ο παράδεισος και η σοσιαλιστική μασέλα (της Άλκης Ζέη)

Posted by sarant στο 19 Δεκεμβρίου, 2021

Το 2017 η Άλκη Ζέη (1925-2020) εξέδωσε το βιβλίο «Πόσο θα ζήσεις ακόμα, γιαγιά;» (εκδ. Μεταίχμιο). Ο τίτλος προέρχεται από μια ερώτηση που της έκαναν, όταν ήταν μικρά, τα εγγόνια της.

Στο βιβλίο αυτό, που έχει τον υπότιτλο «Ιστορίες που έζησα – Ιστορίες που έγραψα», περιλαμβάνονται αυτοβιογραφικά κείμενά της (στο πρώτο μερος, που έχει έκταση περίπου τα δύο τρίτα του συνόλου) και κείμενα μυθοπλασίας (στο δεύτερο μέρος), που ναι μεν είχαν ήδη δημοσιευτεί παλιότερα σε βιβλία της, αλλά που τώρα σχολιάζονταν από τη συγγραφέα εκ των υστέρων. Αυτός ο μεταγενέστερος σχολιασμός είναι τυπωμένος με πλάγιους χαρακτήρες για να ξεχωρίζει.

Διάλεξα ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που περιγράφει μια επίσκεψη του Κώστα Βάρναλη στη Μόσχα το 1959 (η Άλκη Ζέη με τον άντρα της, τον Γιώργο Σεβαστίκογλου, ζούσαν εκεί πολιτικοί πρόσφυγες) και, στον εκ των υστέρων σχολιασμό, μια νέα επίσκεψη της ίδιας της Άλκης Ζέη στη Μόσχα το 2016.

Αν δεν κάνω λάθος, το κείμενο είχε αρχικά δημοσιευτεί στο βιβλίο της Άλκης Ζέη «Η  δωδέκατη γιαγιά και άλλα…» (2000).

Και πριν προχωρήσουμε, θυμίζω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς, στην ωραιότατη ειδική μας σελίδα.

Ο Βάρναλης, ο παράδεισος και η σοσιαλιστική μασέλα

Δεν ξέρω γιατί εδώ και μερικά χρόνια δεν βλέπω πια τη Μόσχα στον ύπνο μου. Ενώ ονειρεύομαι το Παρίσι συχνά, τα παιδιά μου μικρά που τα μπερδεύω με τα εγγόνια μου, τον Γιώργο, κι ακόμα τη Σάμο και τα παιδικά μου χρόνια, ανεξήγητα η Μόσχα χάθηκε ξαφ­νικά από τον υπολογιστή του νου μου.

Και την έβλεπα πάντοτε σαν μια όμορφη καρτ ποστάλ, είτε χιονισμένη είτε ανοιξιάτικη. Τα δάση, τις σημύδες και τις λίμνες. Λέω τώρα μήπως η ανάμνηση του Βάρναλη στη Μόσχα με κάνει να την ξαναδώ στον ύπνο μου, γιατί μου έχει λείψει.

Ο Βάρναλης στη Μόσχα! Θα ήτανε γύρω στο 1959. Είχε πάρει πριν καιρό το βραβείο Λένιν, μα πέτρινα τα χρόνια ακόμα, δεν έλεγαν να φύγουν, και δεν του έδιναν διαβατήριο στην Ελλάδα για τη Σοβιετική -τότε- Ένωση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοβιογραφία, Αναμνήσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 180 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-17.12.2011): Αναμνήσεις από το 1973

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2021

Συμπληρώνονται σήμερα δέκα χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Όλα αυτά τα χρόνια, συνέχισα να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του, μέχρι πολύ πρόσφατα, που εξαντλήθηκε το απόθεμα των κειμένων. Έχουν απομείνει βέβαια ορισμένα έργα του «στο συρτάρι», που διστάζω όμως να τα παρουσιάσω καθώς δεν είχε ο ίδιος κάνει την τελειωτική επιμέλεια πριν από τη δημοσίευση. Επίσης, υπάρχουν ορισμένα αποσπάσματα βιβλίων που δεν τα έχω δημοσιεύσει και τα κρατάω για ειδικές περιστάσεις -σαν τη σημερινή.

Ένα βιογραφικό του πατέρα μου μπορείτε να βρείτε σε παλιότερο άρθρο.

Το αυτοβιογραφικό βιβλίο του πατέρα μου Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια, που ήταν έτοιμο για έκδοση από τον ίδιο όταν πέθανε ξαφνικά πριν από δέκα χρόνια, κυκλοφόρησε το 2018 από τις εκδόσεις Αρχείο (Προηγουμένως είχε επίσης εκδοθεί μεταθανάτια ένα ακόμα έργο του, οι τρεις νουβέλες Ο βενετσιάνικος καθρέφτης). Από τα Εφτά καλοκαίρια έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο πολλά αποσπάσματα, το 2012 και το 2013 κυρίως, αλλά όχι ολόκληρο το έργο. Οπότε σήμερα θα παρουσιάσω αποσπάσματα από το Έκτο καλοκαίρι, το καλοκαίρι του 1973.

Το έκτο καλοκαίρι

Από το προηγούμενο καλοκαίρι περάσανε δώδεκα ολόκληρα χρόνια. Στα χρόνια αυτά στήσαμε το νοικοκυριό μας, κάναμε άλλα δύο παιδιά,  αποχτήσαμε το πρώτο μας αυτοκίνητο, δέσαμε τις παλιές μας φιλίες, μεγαλώσαμε κατά τρία δωμάτια το σπίτι μας, ταξιδέψαμε πολύ και  εγώ έγραψα και τύπωσα ένα βιβλίο τεχνικού περιεχομένου.

Η δικτατορία δεν μας πείραξε, μολονότι τις πρώτες μέρες της φοβόμουν πως θα με πιάνανε. Φαίνεται πως για κάποιον, άγνωστο σε μένα, λόγο οι στρατιωτικοί δεν με είχαν στα δικά τους κατάστιχα, γιατί στην Αστυνομία είχα ογκώδη φάκελο. Τον δεύτερο χρόνο όμως απολύσανε την Κική από τη δουλειά της στο Αρεταίειο. Εγώ είχα παραιτηθεί από τον ΕΟΤ το 1965 και έτσι πρόλαβα να φύγω μόνος μου,  πριν με απολύσουν, όπως, κατά τον θείο μου τον Μιχάλη, είχανε σκοπό να κάνουν από τον καιρό ακόμη των «αποστατών». Έτσι γίναμε και οι δύο ελεύθεροι επαγγελματίες και παρά το αρχικό στένεμα και τις αναπόφευκτες λαχτάρες του ελεύθερου επαγγέλματος, τελικά επιζήσαμε αρκετά άνετα. Είχαμε μόνο κάτι ψιλοπεριπέτειες με την υγεία μας.

Το καλοκαίρι αυτό η δικτατορία των συνταγματαρχών κρατούσε ακόμα, αλλά όλα δείχνανε πως είχε φάει τα ψωμιά της. Ήδη από τη  διεθνή πίεση και κατακραυγή είχε αναγκαστεί τον Ιούλιο να απολύσει πολλούς πολιτικούς κρατούμενους από τα Γιούρα και τη Λέρο.

Αυτό το καλοκαίρι, που ο Νίκος ήταν  δεκατριώ χρονών, η Λένα έντεκα και η Έφη πέντε, αποφασίσαμε να πάμε τρεις βδομάδες στο νησί που γεννήθηκα και μάλιστα όχι μόνο εμείς οι πέντε αλλά κι ο Βασίλης με την Αλίκη και τους δυο γιους τους.

…………………….

Μιαν άλλη μέρα πήγαμε στην Αγιά Παρασκευή στου Πάνου του Ευαγγελινού, που διατηρούσε ακόμα το φαρμακείο του. Στον πηγαιμό αφηγήθηκα στα παιδιά και την Κική για το τελευταίο καλοκαίρι της Κατοχής που πέρασα εκεί, για το μοναδικό κατόρθωμα μου ως «αγωνιστή» της Εθνικής Αντίστασης, να προκαλέσω δηλαδή χωρίς λόγο την εκκένωση ενός ολόκληρου χωριού και τους ενημέρωσα για την προσωπικότητα του ανθρώπου που θα επισκεπτόμασταν.

Ο Πάνος Ευαγγελινός, φαρμακοποιός το επάγγελμα, ήταν στην πραγματικότητα λόγιος με τρία ως τότε βιβλία στο ενεργητικό του και πολλές δημοσιεύσεις στα τοπικά έντυπα. Κυρίως όμως ήταν φαρσέρ με ταλέντο, από τότε που ήταν νεαρός φοιτητής. Όταν άνοιξε το φαρμακείο του συστηματοποίησε αυτή του την ενασχόληση. Ταχτικό θύμα του ήταν ένας μπακάλης, που είχε εκεί δίπλα το μαγαζί του. Ήταν φοβερά παραδόπιστος και ταυτόχρονα πολύ καχύποπτος. Σε οποιαδήποτε πράξη ή πρόθεση του άλλου προσπαθούσε να ανακαλύψει κάποιο κρυφό κίνητρο, που οπωσδήποτε θα συνδεόταν με χρηματικό όφελος.

Με την ευκαιρία και για να περάσει η ώρα μας, αφηγήθηκα στα παιδιά δυο τέτοιες φάρσες, που διέπραξε σε βάρος του εν λόγω μπακάλη.

Μια μέρα λοιπόν, μπαίνοντας στο μπακάλικο για να ψωνίσει κάτι, ο Πάνος αντιλήφθηκε πως ο μπακάλης τύλιγε τις ρέγγες ή τις ελιές ή άλλα χύμα εμπορεύματα, σε φύλλα μιας παλιάς εφημερίδας της Μυτιλήνης, της «Σάλπιγγος» Όταν διαπίστωσε πως υπήρχε ολόκληρο πάκο από αυτές τις Σάλπιγγες, του λέει

«βρε Στρατή, μου τις δίνεις αυτές τις παλιοεφημερίδες και να σου δώσω άλλες άλλες πιο καινούργιες να πορεύεσαι;»

«ας΄τες κυρ Πάνο, άς΄τες να βρίσκονται» αρνήθηκε αυτός, που  αστραπιαία συνδύασε τη φήμη του Πάνου ως λόγιου και συλλέκτη, την παλαιότητα των εφημερίδων, που τις είχε αγοράσει μπιρ παρά με την οκά στη Μυτιλήνη και το ενδεχόμενο κέρδος που θα είχε αν του τις μοσχοπουλούσε.

Ο Πάνος ψυχολογόντας τον σωστά δεν επέμεινε, αλλά του το φύλαξε. Κατά σύμπτωση την άλλη μέρα τον επισκέφθηκε ο εισπράκτορας του ΤΣΑΥ, πρόσωπο τελείως άγνωστο στον κόσμο του χωριού, για να εισπράξει τη συμμετοχή του στο ταμείο, οπότε ο Πάνος τον έπεισε να πάει στον μπακάλη, να παρουσιαστεί ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και να του πει πως το Υπουργείο έμαθε ότι ήταν κάτοχος φύλλων της παλιάς και ιστορικής εφημερίδας της Λέσβου «Σάλπιγξ» και να ζητήσει να τις αγοράσει, προσφέροντας υπέρογκη τιμή.

«Κι αν δεχτεί να μου τις πουλήσει, τί γίνεται;» αντέτεινε ο εισπράκτορας

«Μη φοβάσαι, τέτοιο ενδεχόμενο δεν υπάρχει» τον καθησύχασε ο Πάνος.

Πραγματικά ο μπακάλης αρνήθηκε κατηγορηματικά στον «εκπρόσωπο του Υπουργείου» πως είχε καν τέτοιες εφημερίδες στην κατοχή του και δεν κάμφθηκε ακόμα και όταν ο εισπράχτορας, που άρχισε να γλεντάει την υπόθεση, του προσέφερε το μυθικό, τότε, ποσό των πέντε χιλιάδων δραχμών.

Όπως εξακρίβωσε εν συνεχεία ο Πάνος, ο μπακάλης τύλιξε το πάκο με τις πολύτιμες εφημερίδες σε καθαρό λαδόχαρτο, τις έβαλε σε έναν άδειο γκαζοτενεκε, που τον έθαψε στον κήπο του σπιτιού του, όπου θα βρίσκεται ακόμα.

Η δεύτερη φάρσα με το ίδιο θύμα ήταν πιο απλή και πιο σύντομη. Ο μπακάλης τα καλοκαιρινά βράδια λειτουργούσε το μαγαζί του και ως ανεπίσημο ουζοπωλείο, βγάζοντας, όταν το έκλεινε σαν μπακάλικο δυο τρία τραπεζάκια και μερικές καρέκλες στο δρόμο μπροστά του και σερβίροντας στους πελάτες ούζο, ρακί ή κρασί με μεζέδες ελιές, τσίρους, ρέγγες και τα παρόμοια. Ο Πάνος συνήθιζε όταν έκλεινε το φαρμακείο να πίνει ένα δυο ούζα στου Στρατή.

Ένα βράδυ καθώς τα πίνανε με κάποιους φίλους, έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κολλαριστό κατοστάρικο, το κοίταξε πολλήν ώρα και προσεχτικά στο φως του στύλου που ήταν ακριβώς από πάνω και ύστερα λέει του μπακάλη

«Βρε Στρατή, μου το χαλάς σε παρακαλώ;»

Ο Στρατής, που η απλή θέα οποιουδήποτε νομίσματος τραβούσε αμέσως το ενδιαφέρον του και ο οποίος είχε παρακολουθήσει την προσεχτική εξέταση του κολαριστού κατακαίνουργιου κατοστάρικου, υποπτεύθηκε αμέσως πως πρέπει να είναι κάλπικο

«Δεν έχω κυρ΄ Πάνο μ’ τόσα ψιλά»

«Ας είναι, δώς΄μου ενενήντα δραχμές»

«Ούτε τόσα έχω κυρ Πάνο»

Ο Πάνος κατέβηκε στις ογδόντα, στις εβδομήντα, στις εξήντα δραχμές, χωρίς αποτέλεσμα. Αντίθετα όσο ζητούσε λιγότερα τόσο μεγάλωνε η βεβαιότητα του μπακάλη πως το κατοστάρικο ήταν πλαστό. Όταν πια απερρίφθη η πρόταση του να αλλάξει το κατοστάρικο, που εννοείται ήταν γνησιότατο, με … δέκα δραχμές, ο Πάνος το έβαλε στο πορτοφόλι του ικανοποιημένος.

Ο Πάνος όταν φτάσαμε, μας υποδέχτηκε πολύ εγκάρδια και φάνηκε πως χάρηκε πολύ που γνώρισε τη νύφη και τα εγγόνια των φίλων του, του Νίκου και της Ελένης, στους οποίους είχε αφιερώσει πολλές σελίδες στο βιβλίο του «Σοβαρά και Γελοία».

 

Εκτός από αυτές τις εκδρομές, που τις κάναμε εμείς οι δύο και τα παιδιά μας, τον περισσότερο καιρό τον περνούσαμε με τους φίλους μας, Πήγαμε μαζί τους δυο μεγάλες εκδρομές: στα Βατερά και στο Μόλυβο.

Πηγαίνοντας για τα Βατερά συνεννοήθηκα με τους άλλους και πήρα στο δικό μου αμάξι, που ήταν πιο ευρύχωρο, (Πεζώ 404 κάραβαν ήταν) και τα οχτώ παιδιά της παρέας. Οι πέντε μεγάλοι θα πήγαιναν με το αμάξι του Βασίλη. Στα Θέρμα τα παιδιά διψάσανε και σταθήκαμε στο εκεί αναψυκτήριο, που είχε μια καταπληκτική θέα στον Κόλπο της Γέρας και παράγγειλα πορτοκαλάδες. Ορμήνεψα δε στα παιδιά να με φωνάζουν όλα «μπαμπά». Ακούγοντας τα ο καφετζής με ρώτησε

«Θ΄κας είνι ούλα;»

κι όταν του είπα «Ναι» μου είπε με θαυμασμό

«χαρά στα νιφρά σ΄»

Τα Βατερά μας ενθουσίασαν όλους ιδίως τους «Αθηναίους», που δεν είχαν ξαναδεί την απέραντη αμμουδιά και την πεντακάθαρη θάλασσα τους. Έχοντας εξοικειωθεί με τα παιδιά, ιδίως με τα μικρότερα: την Έφη, τον Κρίτονα και τον Ορέστη, ανέλαβα να τα απασχολήσω παίζοντας μαζί τους στην άμμο. Καταπιαστήκαμε να φτιάξουμε ένα φρούριο με άμμο και βότσαλα, αλλά καθώς έσκαβα, κατάφερα κι έχασα τη βέρα μου! Ήταν κάπως φαρδυά και γλύστρησε από το δάχτυλό μου και χάθηκε μέσα στην άμμο. Επιστράτευσα τα παιδιά που ανασκάψανε την αμμουδιά σε όλη τη γύρω άκταση, δημιουργώντας αληθινή λιμνοθάλασσα, η βέρα όμως δε βρέθηκε.

Ήταν η δεύτερη φορά που έχανα τη βέρα μου. Η αρχική ήταν κάπως στενή και με ενοχλούσε, γι΄αυτό κάθε τόσο την έβγαζα. Τώρα πού και πώς την έχασα είναι μυστήριο. Ίσως σε ένα από τα πολλά βγαλσίματα, αντί να τη χώσω στην τσέπη του παντελονιού μου, μού΄πεσε χωρίς να το αντιληφθώ. Πήρα τότε και τη βέρα της Κικής και μαζί με την απαιτούμενη ποσότητα χρυσού τη λιώσαμε και φτιάξαμε δυο καινούριες. Για να μην έχουμε δε το ίδιο πρόβλημα τη δικιά μου την κάναμε κάπως φαρδυά και να το αποτέλεσμα.

Ανεξαρτήτως πάντως αυτής της απώλειας, περάσαμε ωραία. Διανυκτερεύσαμε σε μια μικρή πανσιόν και το βράδι φάγαμε σε μια ταβέρνα στην άκρη της αμμουδιάς πάνω σε ένα λοφίσκο, δίπλα στα ερείπια ενός αρχαίου ναού. Το φεγγάρι που βρισκότανε στο δεύτερο τέταρτό του συμπλήρωνε την ειδυλλιακή εικόνα.

Η επόμενη εκδρομή μας ήταν στο βόρειο μέρος του νησιού και συγκεκριμένα στον Μόλυβο. Πηγαίνοντας  ακολουθήσαμε τη διαδρομή: Μυτιλήνη – Θερμή – Μανταμάδο – Σκαμνιά – Εφταλού – Μόλυβος. Φάγαμε για μεσημέρι στο μαγευτικό λιμανάκι στη Σκάλα της Σκαμιάς, με τη γραφική εκκλησούλα της Παναγιάς της Γοργόνας και συνεχίσαμε για τον Μόλυβο, όπου διανυκτερεύσαμε. Είχα να πάω στο Μόλυβο και στην Πέτρα από το Γενάρη του ΄45, όταν το θεατρικό τμήμα της Μαθητικής ΕΠΟΝ έδωσε στα μέρη αυτά παραστάσεις. Το απόγεμα, στην Πέτρα, οι «Αθηναίοι» φίλοι μας βλέποντας την καταπληκτική αμμουδιά της και τη γαλήνια θάλασσα, φόρεσαν τα μαγιό τους και βούτηξαν με αλαλαγμούς για να βγουν αμέσως έξω. Ήταν σα να κάνανε γκελ στην επιφάνεια της.

«παγάκια έχουν βάλει;»

αναρωτήθηκε ο Βασίλης τουρτουρίζοντας. Είχα ξεχάσει να τους προειδοποιήσω πως τα νερά στις βόρειες και δυτικές ακτές του νησιού είναι μονίμως κατάψυχρα, σχεδόν παγωμένα, από ένα ρεύμα που κατεβαίνει ίσια από τα Δαρδανέλια.

……………………………………….

Την Κική την απολύσανε από τη δουλειά της στο Αρεταίειο την πρώτη επέτειο της δικτατορίας. Στο Νοσοκομείο το γενικό πρόσταγμα μεταξύ των χουντικών και κατ΄επέκτασιν και εφ΄όλων των άλλων το είχε ο μάγειρας, άτομο νεαρό και κάπως θρασύ*. Αυτός λοιπόν όταν κόντευε η πρώτη επέτειος της Εθνοσωτηρίου, έβγαλε φετφά, οι θάλαμοι να εργαστούν με προσωπικό ασφαλείας και τα  εργαστήρια να μη λειτουργήσουν, όλο δε το προσωπικό να συγκεντρωθεί για να τιμήσει την επέτειο.

Η  Κική όχι μόνο δεν υπάκουσε αλλά δήλωσε πως εντολές σχετικά με τη λειτουργία των εργαστηρίων δέχεται μόνο από τον Διευθυντή του Νοσοκομείου ή έστω από τον Πρύτανη του Πανεπιστημίου. Το αποτέλεσμα ήταν πως σε μια βδομάδα της κοινοποιήθηκε απόλυση! Παράλληλα την καλέσανε στην Ασφάλεια και την πίεσαν να δηλώσει μεταξύ άλλων τι φρονεί περί του … Ανδρέα Παπανδρέου! Φυσικά δεν έκανε καμιά παραχώρηση ούτε έμεινε με σταυρωμένα χέρια. Με τη συμβουλή φίλων και συναγωνιστών δικηγόρων, προσέφυγε στο Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο, ύστερα από πολλούς μήνες φυσικά, την δικαίωσε ακυρώνοντας την απόλυση της ως μη νομικώς αιτιολογημένη. Και ήταν τότε Υπουργός Παιδείας ο ίδιος ο Παπαδόπουλος!

Φυσικά στη θέση της επανήλθε μόνο μετά την πτώση της Χούντας και για να αναπληρώσει την απώλεια του μισθού έστησε στη σοφίτα του σπιτιού ολόκληρο εργαστήριο βιοχημικών αναλύσεων που πήγε πολύ καλά, καθώς απέκτησε πλήθος πελατών, κυρίως μικροβιολόγων. Αργότερα έπιασε δουλειά σε μια ιδιωτική επιχείρηση, τη Θεραπευτική Κλινική, κρατώντας όμως και το εργαστήριό της.

(Πολύ αργότερα, γύρω στο ΄81, με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, ετέθη θέμα να απολυθεί ο μάγειρας. Η Κική τότε ήταν μέλος της Διοίκησης του Νοσοκομείου, ως εκπρόσωπος των εργαζομένων και αντιτάχθηκε με σθένος στην απόλυσή του εφόσον επρόκειτο για φτωχό βιοπαλαιστή. Όταν το ΄92 πέρασε από σοβαρή αρρώστεια και υποβλήθηκε σε εγχείρηση, ο μάγειρας, που είχε μάθει τη στάση της πήγε και της φιλούσε τα χέρια).

Στο μεταξύ αποχτήσαμε και το τρίτο μας παιδί, την Έφη. Ευτυχώς στο μεγάλωμα των παιδιών μας είχαμε από την αρχή τη συμπαράσταση των γονιών μου και της πεθεράς μου και αυτό μας διευκόλυνε πολύ, γιατί όσο να΄ναι δεν είναι εύκολη δουλειά να μεγαλώνει τρία παιδιά ένα ζευγάρι εργαζομένων και μάλιστα χωρίς τη σταθερότητα και τα λοιπά πλεονεκτήματα  της μόνιμης δουλειάς στο δημόσιο ή σε κάποιον οργανισμό.

Ο πατέρας μου κατείχε στην εντέλεια την «τέχνη να είναι κανείς παππούς», όπως γράφει ο Ουγκώ, αλλά και η μάνα μου κι η πεθερά μου δεν πήγαιναν πίσω. Τα παιδιά εξ άλλου αγάπησαν θερμά τους προγόνους τους, τις γιαγιάδες τους, που ήταν όλο χάδια και τρυφερότητα και τον παππού τους που ήταν ανεξάντλητη πηγή παραμυθιών και γνώσεων και απίστευτα ανεκτικός στις σκανταλιές τους, Στο βιβλίο που έγραψα πολύ αργότερα γι αυτόν, αναφέρω μια σκηνή χαρακτηριστική αυτής της ανεκτικότητας: Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού τους ο Νίκος με τη Λένα πάλευαν σωρός κουβάρι στο πάτωμα και η Έφη, δυό χρονώ, καβάλα στο σβέρκο του τον χτένιζε … ανάποδα ενώ εκείνος την ίδια στιγμή, πανευτυχής και ατάραχος, έγραφε έμμετρη επιστολή προς τον Στρατή τον Αναστασέλλη!

………………………..

 

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 130 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 8 και τέλος

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του.

Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την όγδοη συνέχεια, την ενότητα «Τα μετέπειτα», με την οποία ολοκληρώνεται το βιβλίο, που αφορά τις συναντήσεις των παλαιών συμμαθητών μετά την αποφοίτησή τους. Η έκταση της σημερινής ενότητας είναι πολύ μεγάλη και κανονικά θα τη χώριζα σε δύο ή και τρεις συνέχειες. Επειδή όμως το θέμα ενδιαφέρει κυρίως (αν και όχι μόνο) τους παλιούς συμμαθητές, που γι’ αυτούς γράφτηκε, φοβήθηκα μήπως κάτι τέτοιο θα κούραζε. Οπότε με τη σημερινή δημοσίευση ολοκληρώνεται το βιβλίο αυτο του πατέρα μου -που είναι και το τελευταίο που προσφέρεται για παρουσίαση εδώ. Οπότε, ύστερα από δέκα χρόνια, το ραντεβού κάθε δεύτερη Τρίτη με τον Δημήτρη Σαραντάκο σταματάει, αν και θα συνεχίζουμε να τον θυμόμαστε με άλλες ευκαιρίες.

Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η απογραφή μας -αλλά αν θέλετε να πάρετε μέρος θα πρέπει να βιαστείτε. Η ειδική σελίδα της απογραφής, που εκεί πρέπει να πάτε, θα μεινει ανοιχτή ως αύριο Τετάρτη στις 8 μ.μ. ώρα Ελλάδος.

Τα μετέπειτα

Όπως έχω αναφέρει σε πολλά σημεία αυτού του χρονικού, οι δεσμοί φιλίας, που γεννήθηκαν στα σχολικά θρανία, πρέπει να ήταν πολύ ισχυροί γιατί αλλιώς δεν εξηγείται πως από την αποφοίτησή μας το 1946 και ως σήμερα συναντιόμαστε ταχτικά και πάντα με συγκίνηση και αγάπη.

Βέβαια τα πρώτα χρόνια μετά την αποφοίτησή μας δεν ήταν φανερή αυτή η φιλική σχέση. Μας περίμεναν πολλές σκοτούρες: στρατιωτική θητεία, ανώτερες σπουδές για κάποιους, βιοπάλη για άλλους, κατατρεγμοί για μερικούς, και όλα αυτά μας απομάκρυναν, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

 Η πρώτη συνάντηση στα Τσαμάκια

Βεβαίως όσοι συμμαθητές έμειναν στη Μυτιλήνη, συνέχισαν να βλέπονται μεταξύ τους, η πρώτη όμως, να την πω «επίσημη», συνάντησή έγινε το 1961, τέλη Μαϊου, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 15 χρόνων από την αποφοίτηση μας, κάπου είκοσι συμμαθητές οργάνωσαν συνεστίαση σε ένα κέντρο στα Τσαμάκια. Ανυπόγραφη περιγραφή της συνάντησης και συνεστίασης αυτής, δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Δημοκράτης» της 24 -5-61, όπου, μεταξύ άλλων αναφέρθηκαν και τα ακόλουθα:

«Από όλους περισσότερο η σκέψη στράφηκε προς τον Μίλτη, που τον είχαν τέσσερα χρόνια Ελληνιστή, που τους εισήγαγε στα αγαθά της Τέχνης και εξέδωκαν με την καθοδήγησή του δυο περιοδικά, μέσα στα θλιβερά κατοχικά χρόνια: πρώτα τις πολυσέλιδες δακτυλογραφημένες «Μαθητικές Σελίδες» το 1943 και κατόπιν τα λαμπρά «Λεσβιακά Γράμματα». Ήταν μια τάξη λαμπρή…..»

Η δεύτερη συνάντηση στην Αθήνα (Ρουμάνικη Γωνιά)

Ενθαρρυμένοι από την επιτυχία της πρώτης συνάντησης των συμμαθητών μας, οι παρεπιδημούντες στην Αθήνα, τους μιμηθήκαμε και οργανώσαμε συνεστίαση στην ταβέρνα «Ρουμάνικη Γωνιά» κοντά στην πλατεία Βάθης. Η συνεστίαση έγινε αρχές Απριλίου 1967, λίγο πριν από την κήρυξη της Απριλιανής Δικτατορίας. Σ΄ αυτήν είχαν παρευρεθεί και τέσσερις επιζώντες τότε καθηγητές μας: Μίλτης Παρασκευαΐδης, Βασίλης Αρχοντίδης, Δημοσθένης Σακελλαρίδης και Στέλιος Πράσινος, με τις γυναίκες τους.

Πρέπει να ήμασταν κάπου τριάντα συμμαθητές, οι περισσότεροι με τις γυναίκες μας. Από όσα θυμάμαι είχαν έρθει ο Τάκης ο Γιαννακόπουλος, ο Λάκης ο Γρημάνης, ο Γρηγόρης ο Γρηγορίου, ο Γιώργος ο Σεφτελής, ο Θανάσης ο Σακελλάρης, ο Νίκος ο Τσακίρης, ο υπογράφων και ο Τάκης ο Μεταξάς, ο οποίος μάλιστα, αρκετές βδομάδες αργότερα, (λόγω της έκρυθμης κατάστασης που μεσολάβησε), έστειλε εκτενές ρεπορτάζ στην εφημερίδα «Δημοκράτης».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 134 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 7

Posted by sarant στο 9 Νοεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την έβδομη συνέχεια, στην οποία γίνεται λόγος για τα περιοδικά που εξέδωσε η τάξη του πατέρα  μου και τις θεατρικές παραστάσεις που ανέβασαν. Ο πατέρας μου παραθέτει και κατάλογο των περιεχομένων του περιοδικού Λεσβιακά Γράμματα. Bλέπετε ότι αφιερώνονται αρκετά άρθρα στον Ν. Λαπαθιώτη και την αυτοκτονία του. Τα Λεσβιακά γράμματα τα εχω σκαναρισμένα εκτός από το 1ο τεύχος (κι έτσι δεν μπορώ να βάλω το κείμενο Προκόπης ο ΣΤ’ του πατέρα μου, αφιερωμένο στον γάτο της οικογένειας, που έκανε κατορθώματα που έγιναν οικογενειακός θρύλος). Βάζω όμως ένα πατριωτικό ποίημα του (15χρονου τότε) πατέρα μου από το 6ο τεύχος.

Το πρώτο περιοδικό που εξέδωσαν, πριν από τα Λεσβιακά Γράμματα, ήταν οι Μαθητικές σελίδες, για τις οποίες έχει γράψει ο πατέρας μου και στο αυτοβιογραφικό του Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια και το είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2012, μετά τον θάνατό του. Μερικά χρόνια αργότερα, ένας οίκος δημοπρασιών έβγαλε σε πλειστηριασμό, ανάμεσα σε διάφορα άλλα τεκμήρια λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, το πλήρες σώμα των χειρόγραφων Μαθητικών σελίδων. Το διεκδίκησα, αλλά δυστυχώς υπήρχε κάποιος εξίσου αποφασισμένος διεκδικητής που διέθετε περισσότερα μέσα. Έτσι, όταν ξεπέρασα κατά πολύ το ανώτατο όριο που είχα υπολογίσει, αποσύρθηκα. Αν μας διαβάζει ο άγνωστος κάτοχος του σπάνιου αυτού τεκμηρίου, ας στείλει μερικές σκαναρισμένες σελίδες….

 

ΙΙΙ

Τα περιοδικά μας

Οι «Μαθητικές σελίδες»

Οι “Μαθητικές Σελίδες” έβγαλαν συνολικά τέσσερα νούμερα

Δυστυχώς δεν κατόρθωσα να βρω ούτε ένα τεύχος τους και δε μπορώ να αναφέρω τα περιεχόμενά τους. Θυμάμαι πάντως πως ήταν υψηλής ποιότητας και μολονότι κυκλοφορούσε σε πέντε αντίτυπα, διαβαζόταν από πολύν κόσμο.  Ο ίδιος ο Μίλτης είχε φροντίσει να έχουν τα πολυσέλιδα τεύχη των «Μαθητικών Σελίδων» χοντρό εξώφυλλο, ώστε να αντέχουν στην ταλαιπωρία και είχε κανονίσει να τα παίρνουν εκ περιτροπής όλοι οι μαθητές της τάξης και να τα κρατούν στο σπίτι τους αρκετές ημέρες, ώστε να τα διαβάζουν οι ίδιοι, οι γονείς τους, οι συγγενείς και οι φίλοι τους. Σε μια εποχή όπου ούτε αθηναϊκές εφημερίδες δεν έρχονταν ταχτικά στο νησί, πόσο μάλλον λογοτεχνικά περιοδικά, η κυκλοφορία, έστω και με τον τρόπο που γινόταν, των «Μαθητικών Σελίδων», έκανε μεγάλη αίσθηση.

Η πρώτη σελίδα του κειμένου του Μίλτη για τις «Μαθητικές Σελίδες»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη, Περιοδικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , | 83 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 6

Posted by sarant στο 26 Οκτωβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την έκτη συνέχεια, στην οποία ο πατέρας μου εξακολουθεί τη σκιαγράφηση ορισμένων καθηγητών του που τον επηρέασαν και τους αγάπησε.

Βασίλης Αρχοντίδης

Τον είχαμε καθηγητή ελληνικών (αρχαίων και νέων) και ιστορίας, στην εβδόμη οκταταξίου. Ως τότε αυτά τα μαθήματα μας τα έκανε ο Μίλτης, και ο Αρχοντίδης συμπλήρωσε, επαύξησε και ολοκλήρωσε το έργο του προκατόχου του. Σ΄ αντίθεση με τον Μίλτη τον Παρασκευαϊδη, που οι περισσότεροι δεν είχαμε ξαναδεί ως τη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, καθώς είχε υπηρετήσει πολλά χρόνια εκτός Λέσβου, τον Βασίλη τον Αρχοντίδη τον ξέραμε καλά και τον σεβόμαστε, γιατί ήταν παλιός καθηγητής και ο καλύτερος ίσως φιλόλογος του 1ου Γυμνασίου και όλης της πόλης.

Όταν ανάλαβε την τάξη μας δε χρειάστηκε να καταφύγει στο άγριο για να μας τιθασεύσει. Κάτι τέτοιο άλλωστε το απέκλειε ο πράος χαρακτήρας του. Βέβαια δεν ήμασταν πια οι ημιάγριοι, που είχε παραλάβει ο Μίλτης, αλλά όσο να είναι την καζούρα μας την κάναμε.

Υποπτεύομαι πως του Αρχοντίδη του άρεσε λιγάκι η καζούρα. Ενδόμυχα γλεντούσε τον ορυμαγδό της, αντιμετωπίζοντάς την με πρόσωπο ατάραχο, αλλά με μάτια που έφεγγαν από μια απόκρυφη, εσωτερική ευθυμία. Καθώς ήταν ψηλός, η μορφή του ξεχώριζε πάνω από τα κουρεμένα κεφάλια μας, όταν μετά το χτύπημα του κουδουνιού μπαίναμε κοπαδιαστά στις τάξεις.

Σ΄ αντίθεση με τον Μίλτη, που έτσι και φαινόταν στο άνοιγμα της πόρτας η λιγνή σιλουέτα του, γινόταν αμέσως νεκρική σιγή, την είσοδο του Αρχοντίδη στην τάξη τη χαιρέτιζε έκρηξη από φωνές και φασαρία. Εκείνος έστεκε πάνω από αυτά. Γαλήνιος και ατάραχος, (ολύμπιο τον έλεγε ο Τσερνόγλου), πήγαινε ως την έδρα και στεκόταν όρθιος, περιμένοντας να καταλαγιάσει ο θόρυβος, ενώ το αγαθότατο πρόσωπό του μας φώτιζε, όπως ένας φάρος φωτίζει τα αγριεμένα κύματα.

Με το που άρχιζε το μάθημα, συνάρπαζε όλη την τάξη και σε λίγα λεπτά δεν ακουγόταν ούτε ψίθυρος. Μιλούσε πολύ απλά, χωρίς στερεότυπες εκφράσεις, χωρίς ρητορικά σχήματα, ανακατεύοντας ανέκδοτα από τη φοιτητική του ζωή ή απλά καθημερινά περιστατικά, ενώ μας μυούσε ταυτόχρονα στην ουμανιστική σκέψη, μας έμπαζε στη μαγεία του ελληνικού πνεύματος, μας έδινε τα πρώτα στοιχεία της διαλεκτικής και της φιλοσοφίας. Εμείς ρουφούσαμε τα λόγια του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 141 Σχόλια »

Μίμης Φωτόπουλος: Στο δρόμο για την Ελ Ντάμπα

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2021

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα απόσπασμα, τις πρώτες εφτά σελίδες, από το χρονικό «Ελ Ντάμπα» που έγραψε ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986). Ο τίτλος του άρθρου είναι δικός μου, δεν υπάρχει στο βιβλίο.

Ο αγαπημένος κωμικός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και στα Δεκεμβριανά πιάστηκε και στάλθηκε αιχμάλωτος στην Ελ Ντάμπα, βρετανικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Αίγυπτο, 180 χιλιόμετρα δυτικά από την Αλεξάνδρεια, μαζί με άλλους 8-10.000 Έλληνες αριστερούς. Ο εγκλεισμός διάρκεσε μήνες -ο Φωτόπουλος επέστρεψε τέλη Μαρτίου, άλλοι αργότερα.

Αυτή την περιπέτεια την αφηγείται ο Μίμης Φωτόπουλος στο σύντομο χρονικό Ελ Ντάμπα, από το οποίο θα διαβάσουμε σήμερα τις πρώτες σελίδες, που περιγράφουν τη σύλληψή του. (Άλλα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο μπορείτε να βρείτε και εδώ).

Ο Φωτόπουλος έγραφε και ποιήματα -η πρώτη του συλλογή, Μπουλούκια, κυκλοφόρησε το 1940 ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως και αυτοβιογραφικά έργα. Επίσης έφτιαχνε και κολλάζ χρησιμοποιώντας γραμματόσημα.

Το χρονικό του για την Ελ Ντάμπα το είχα διαβάσει παλιά, σε έκδοση της Σύγχρονης Εποχής. Στο πρόσφατο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο είδα πως έχει επανεκδοθεί από τα 24 γράμματα, όπως και το σύνολο του έργου του Φωτόπουλου, και το πήρα.

Για την Ελ Ντάμπα έχει γράψει και ο Δημήτρης Χριστοδούλου, μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο.

Μεταφέρω το κείμενο χωρίς αλλαγές στην ορθογραφία (ήταν ήδη μονοτονικό, αν και υποθέτω ότι στην πρώτη έκδοση θα είχε πολυτονικό).

 

-Και καλά, το σπίτι μας το κάψανε οι Εγγλέζοι;

-Ναι.

Αυτό το «ναι» μου ’φυγε σαν πονεμένη ανάσα. Το ’πα σιγανά, θλιμμένα. Μα στ’ αφτιά της μητέρας μου έφτασε σαν κραυγή απελπισίας μέσα στη νύχτα πνιγμένη από καταιγίδα. Ακούμπησε πάνω μου τη ματιά της γεμάτη θλιμμένη εγκαρτέρηση και μου ψιθύρισε έτσι, σαν ψαλμό, σαν μοιρολόι:

-Καλά, εμείς τι κάναμε στους Εγγλέζους και μας κά­ψανε το σπίτι;

-Τίποτα. Είχαμε, μάλιστα, στην καλύτερη μεριά του σπιτιού μας κρεμασμένο κι ένα χαρτόνι που είχε κολλη­μένα πάνω του τα πλαδαρά μάγουλα του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.

-Τότε, γιατί;

-Ε, να, οι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ να μας ελευθερώ­σουν.

-Από τους Γερμανούς;

-Όχι, αυτοί τους… ενοχλούσαν, μα τους αντέχανε…

-Τότε από ποιους;

-Ήρθαν να μας ελευθερώσουμε από τον «ΕΛΑΣ».

-Κι ο ΕΛΑΣ γιατί ήρθε;

-Να μας ελευθερώσει από τους Εγγλέζους.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Ούτε κι εγώ. Όλ’ αυτά μαζί λέγονται «Πολιτική».

-Και το σπίτι μας το κάψανε για την πολιτική;

-Όχι, για την ελευθερία.

-Ποια ελευθερία;

-Πού να ξέρω ποια απ’ όλες! Γιατί οι ελευθερίες εί­ναι πολλές, όσες και οι μάρκες των σαπουνιών. Και από

αρχαιοτάτων χρόνων σκοτώσουνε ανθρώπους και καίνε πολιτείες και σπίτια εν ονόματι της ελευθερίας.

Τότε μπήκες στην κουβέντα και η γιαγιά μου, που, καθισμένη σαν παιδί σταυροπόδι σε μια κουρελού, καθά­ριζε κάτι σκουληκιασμένα ρεβίθια, για το μεσημέρι.

-Καλά, παιδάκι μου, αυτοί οι Εγγλέζοι που λες, από πού ήρθαν και μας κάψανε το σπίτι μας;

-Από την Αγγλία!

-Και μετά πού πέφτει αυτή η Αγγλία;

-Είναι πολλά μερόνυχτα από δω, γιαγιά. Αλλά έτσι και μυριστεί ψοφίμι -κι έχει μια μύτη που μυρίζεται από πολύ μακριά- αμολάει αεροπλάνα και καράβια, και πέ­φτει σαν κοράκι στο καημένο το θύμα.

-Χριστός και Παναγιά! Κι ήρθανε από τόσο μακριά, που λες, τα κοράκια, να κάψουνε το δικό μας σπίτι; Καλά, δεν έχουνε σπίτια εκεί, κοντά τους, να τα κάψουνε;

-Ε, είναι ιδιότροποι, βλέπεις, και τους αρέσει να καί­νε τα ξένα, και τα πολύ μακρινά σπίτια.

Έκανε το σταυρό της η γριά και ξανάρχισε να καθαρί­ζει τα ρεβίθια της. Η μάνα μου βούλιαξε, σιγά σιγά, σε μια καρέκλα, με τα μάτια απλωμένα στο κενό, κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο. Μια παράξενη βουβαμάρα απλώθηκε μέσα στο υπόγειο, όπου μέναμε μιας πολυκατοικίας, στο Κολωνάκι. Ο θυρωρός της, ένας μακρινός μας συγγενής μας φιλοξενούσε στο δωμάτιό του.

Ύστερα από ατέλειωτα μπλόκα στρατιωτών, αστυ­νομικών, εθνοφυλάκων και «πατριωτών», είχαμε… διεκπεραιωθεί στο Κολωνάκι, φορτωμένοι με μια κουβέρτα. Μακριά από την πρώτη γραμμή του πυρός, που ήταν στην οδό Ιπποκράτους. Εγγλέζικα τανκς είχανε σταθεί στη γωνιά του σπιτιού μας, και ρίχνανε. Όλοι οι ένοικοι είχαμε μαζευτεί στο πλυσταριό. Οι καρδούλες των παι­διών κοντεύανε να σπάσουνε. Και μόλις σταμάτησε η… μάχη φύγαμε τρομοκρατημένοι, αφήνοντας έρημο το σπίτι μας, δεν υπήρχε πια! Και δε γίνεται πιο τρομακτικό πράμα στη ζωή του ανθρώπου από το να καεί το σπίτι του. Δεν μπορεί να το πιάσει με τον νου του όποιος δεν το δοκίμασε. Ένα μεγάλο «ρήγμα» στην ζωή του. Κάτι σπάει μέσα σου και ξαφνικά σαν να γίνεσαι κι εσύ αλλι­ώτικος. Κάτι έχει καεί μέσα σου μαζί με το σπίτι σου. Σε μας τους μικροαστούς, τα μικρά, δύσκολα αποκτημένα πράγματα, είναι στέρεα δεμένα με τη μικρή μας ζωή. Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μας, ένα «κεντητό» της γιαγιάς μας, ένα σπάνιο βιβλίο, τα γράμματα της πρώτης μας αγάπης, ένα σπαθί από το Γαριβαλδινό Σώμα, που μας το άφησε «ενθύμιον» ο θείος μας…

Κι όλες τούτες οι «μικρές ευτυχίες» γίνανε στάχτη μέσα σε μια νύχτα. Όλο το μικρονοικοκυριό μας, που ήτανε το κέρδος ενός αγώνα τριάντα χρονών. Βρεθήκαμε στο δρόμο σχεδόν γυμνοί, χωρίς τίποτα, ουδέ καν ελπί­δες και, προπαντός, χωρίς προπολεμικό ενοίκιο.

Βουβή κάθισε η οικογένεια στο τραπέζι. Καθένας βούλιαζε στις δικές του σκέψεις, κι αφηρημένα μασούσε κάτι πανάθλια ρεβίθια, που τα είχαμε αγοράσει με «μέ­σον» πανάκριβα.

Η γιαγιά μου ήταν δακρυσμένη· της χάιδεψα τα κά­τασπρα μαλλιά. Οι φτωχοί, συνήθως, έχουνε και γιαγι­άδες· είναι κι αυτές μια από τις μικρές ευτυχίες τους. Οι πλούσιοι δεν έχουνε τέτοιες χαρές. Ακούσατε ποτέ τον Ωνάση ή τον Παναγή Κανελλόπουλο να μιλάνε για την γιαγιά τους;

Κι οι μάχες στην Αθήνα συνεχίζονταν, για ν’ αφήσουνε κι άλλο κόσμο ξεσπίτωτο.

 

 

Και περνούσαν οι μέρες μέσα στη ρημαγμένη στη μα­τωμένη, στην πεινασμένη Αθήνα, ανάμεσα σε εγγλέζικα τανκς, που ξερνούσανε θάνατο, ανάμεσα σε εγγλέζικα αεροπλάνα κι γαζώνανε με σφαίρες τα σπίτια, ανάμεσα σε μαυραγορίτες και παραρτήματα. Πού και πού άκουγες πως κάποιον γνωστό σου τον… έφαγε μια «αδέσποτη». Το φουκαρά! Έκανε τόσον αγώνα να γλιτώσει από την πείνα, από τους Γερμανούς, από τους τσολιάδες, από τα μπλόκα και τώρα, στο τέλος, να πάει από μιαν αδέσποτη! Μόνο λίγες σταγόνες αίμα είχανε ραντίσει το πεζοδρό­μιο, που σε λίγο θα τις πατούσανε και θα σβήνανε κι αυ­τές για πάντα. Μπορεί και να ’ναι καλύτερα έτσι… Ποιος ξέρει, τι θα τραβήξουμε εμείς ακόμα.

Από τις δώδεκα ως τις δύο, το μεσημέρι, ήταν δυο ώρες «ανακωχής», στην Αθήνα. Κι έπαιρνα τους δρό­μους… Κάθε τόσο άκουγα γύρω μου: «Πιάστε τον, πιάστε τον» κι ένα έξαλλο πλήθος ορμούσε πάνω σε έναν άνθρωπο.

-Τι ’ναι, βρε παιδιά;

-Κουκουές.

-Πιάστε τον!

Έφτανε κάποιος να πετάξει τη λέξη «Κουκουές», και ριχνόντουσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» να σε λιντσά­ρουνε. Ωραίες, αξέχαστες εποχές!

Ο περίπατός μου ήτανε πάντα ως το καμένο μου σπίτι. Ένα καθημερινό προσκύνημα. Δεν ήθελα να το πιστέψω ακόμα, πως το κάψανε, νόμιζα πως όλη τούτη η ιστορία ήταν ένας εφιάλτης που θα περνούσε γρήγορα. Ξεκλεί­δωνα την πόρτα, (γιατί οι Εγγλέζοι του ’χάνε ρίξει από πάνω εμπρηστικές, κι απέξω είχε μείνει σχεδόν ανέπαφο) κι έμπαινα στα ερείπια. Ο ουρανός έριχνε αρκετό φως, κι εγώ έψαχνα μέσα στις στάχτες, κι όλο ανασκάλευα μη και βρω «κάτι». Τι να ’βρισκα! Δεν υπήρχε περίπτωση να βρω τίποτα, γιατί, φυσικά, πολύτιμους λίθους, που δεν καιγόντουσαν, δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι μας. Ωστόσο, έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, με μιαν ήρεμη απελπισία…

 

 

Κι ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Μεσημέρι, καθώς γύριζα από το καθημερινό προσκύνημα στο κα­μένο μου σπίτι, στάθηκα στην Πλατεία Κολωνακίου και κοιτούσα κάτι τραπεζάκια με πρωτοχρονιάτικα παιχνίδια. Και το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα, το Κολωνάκι δεν εννοούσε ν’ αφήσει καμιάν από τις παλιές του συνήθει­ες. Κοίταζα αυτά τα θλιβερά παιχνίδια και το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλες εποχές, ειρηνικές. Ποτέ πιτσιρίκος, δεν

είχα αποκτήσει τα παιχνίδια που ήθελα, κι ωστόσο, όλες οι φτωχές μου Πρωτοχρονιές, καθώς τις σκεφτόμουνα, μπροστά σε τούτη δω μου φαινόντουσαν τρισευτυχισμέ­νες. Το όνειρό μου ήταν πάντα ένα ωραίο πατίνι, μα ποτέ δεν μπόρεσα να τα’ αποκτήσω και μου ’χε μείνει ο καη­μός του. Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα, και χαμογελούσα πικρά…

Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυ­ρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ στο ίδιο θέατρο, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, μα τον ήξερα «εξ όψεως» και «εκ φήμης». Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του Θεάτρου, ο «Αποστόλης». Αυτόν τον άνθρωπο, και χωρίς να τον ξέρεις, μόνο να τον έβλεπες, ανατρίχιαζες από αηδία. Μιλούσε και σκόρπαγε κύματα αντιπάθειας, κι όταν σου χαμογελούσε, ένιωθες ανακατωσούρα στο στομάχι σου, και στο πετσί σου περπατούσανε κοπάδια σαρανταποδαρούσες.

-Τι τρέχει, κύριε Αποστόλη; Του λέω.

-Τίποτα, μου λέει… μια μικρή ανάκριση, κι έκανε σινιάλο σ’ έναν ανθυπολοχαγό που τον συνόδευε.

Εκείνος, που το πηλήκιό του είχε ένα στέμμα που έμοιαζε με μεγάλο καβούρι, έβγαλε μια πιστόλα δυο σπι­θαμές, τη γύρισε καταπάνω μου, με βάλανε μπροστά, και προχωρήσαμε. Σε κανέναν από τους γύρω δεν έκα­νε εντύπωση, το γεγονός, συνηθισμένα πράματα, εκείνη την εποχή.

Μόλις προχωρήσαμε κάμποσα μέτρα, ο Αποστόλης έγνεψε στον ανθυπολοχαγό, να βάλει στη θήκη του το πιστόλι και του ’δωσε να καταλάβει, πως δεν ήμουνα και τόσο επικίνδυνος! Έτσι γλίτωσα το ρεζιλίκι της πομπής μου, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα στους δρόμους.

Μπρος, λοιπόν, εγώ, πίσω οι… ήρωες, φτάσαμε, κά­ποτε, στο σπίτι της Μαρίκας Κοτοπούλη, που στο ισόγειό ί ου είχε εγκατασταθεί το συσσίτιο των ηθοποιών. Εκείνη την ώρα την περιμένανε κάτι ν’ αρπάξουν, πεντέξι απο­τυχημένοι ηθοποιοί κι ένας… επιτυχημένος υποβολέας. Ο Αποστόλης κάτι… υπέβαλε στο αφτί του υποβολέα, κι αυτός, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, γιατί ντρεπότανε, φαίνεται -είχαμε συνεργαστεί αρμονικά πολλές φορές-,του είπε ένα «ναι». Κανένας από τους «αποτυχημένους» δεν μου μίλησε.

-Μα τι συμβαίνει, κύριε Αποστόλη; Ξαναρωτάω.

-Προχώρα! Ήταν η απάντηση.

Είχε πάρει… γραμμή από τον υποβολέα, και ήτανε αινιγματικά χαρούμενος. Όλοι όσοι δουλεύουν κοντά στους ηθοποιούς, στο βάθος τους μισούνε. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο, μα ποτέ δε μ’ απασχόλησε ιδιαίτερα, ώστε να καθίσω να το αναλύσω.

Προχώρησα με τη συνοδεία μου, ελπίζοντας πως μπορεί και να συναντούσαμε κανέναν… πετυχημένο ηθοποιό, κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου μας, να… μ’ ελευθερώσει από τον ταξιθέτη, του κάκου όμως. Κανείς στον ορίζοντα.

Φτάσαμε στην οδό Ακαδημίας, ανοίξανε μια πόρτα, ανεβήκαμε κάτι σκάλες και μπήκαμε σε μιαν ευρύχωρη κάμαρα, που στο βάθος της, μπροστά σε’ ένα γραφείο, καθόταν ένας αξιωματικός. Συζητούσε με δυο κυρίες, που καπνίζανε με πάθος, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Κάνω έτσι και, μνήσθητί μου Κύριε! Τι είδα; Ήτανε δυο ηθοποιές, γηράσασαι εν πολλαίς αμαρτίαις, και πολύ εθνικόφρονες κι οι δυο τους. Φυσικό, δα. Η μια, πριν από λίγο καιρό, είχε φίλο έναν Καραμπινιέρο… βλάχο, που ασφαλώς θα παρασημοφορήθηκε μόνο και μόνο γιατί το μπορούσε κι έκανε… παρέα μαζί της. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε σε ίδιο θίασο, με την εν λόγω «κυρία», μα γύ­ρισε αλλού το κεφάλι της, μόλις με αντίκρισε. Ο Αποστόλης, εξυπηρετικότατος, έτρεξε και κάτι υπέβαλε στ’ αφτί του αξιωματικού. Εκείνος έκοψε αμέσως το κωμικό χαμό­γελο του Δον Ζουάν, που είχε απλωθεί στα χείλη του, τα σούφρωσε, με κοίταξε παγερά, και μου σφύριξε σαν φίδι:

-Ώστε έτσι, λοιπόν; Λαοκρατία;

-Εσύ δεν φώναξες μέσα στους δρόμους «Λαοκρα­τία!»;

-Ποτέ. Όχι, πως δεν ήθελα να φωνάξω, αλλά αντιπα­θώ, γενικά, τις φωνές. Μου αρέσει, να μιλάω λίγο, σιγά και απλά.

-Εδώ, βρε, το βεβαιώνει αξιόπιστος μάρτυς.

-Ο κύριος Αποστόλης;

-Μάλιστα!

-Μα αυτός ήτανε στο ΕΑΜ του θεάτρου.

-Ήτανε, αλλά προχθές… ανένηψε…

-Κατάλαβα…

-Πάρτε τον!

Και με πήρανε. Οι… κυρίες είχανε μείνει βουβές.

Η μικρή πορεία μας στην περιοχή Κολωνακίου συ­νεχίστηκε. Αμίλητοι πάντα, και οι τρεις, φτάσαμε στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα, στην οδό Βαλαωρίτου. Εδώ, ο Απο­στόλης ήτανε πιο γνωστός, είχε περισσότερο θάρρος, και γρήγορα, για να τελειώνει με μένα, κόλλησε πάλι στ’ αφτί ενός αστυνόμου. Εκείνος με παράδωσε σε έναν αρχιφύλακα να μου κάνει έρευνα. Έγραψε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο, ακουμπισμένο σαν ευαγγέλιο σε ένα προσκυνητάρι, και με πλησίασε βαρετά. Θα ’χε κουραστεί, φαίνεται, από τις… έρευνες. Ήτανε ψηλός και μαύρος, σαν βυζαντινός καλόγερος, κακόγευστος σαν μεταλλικό νερό, και πικρός σαν κινίνο. Μια στιγμή, σταμάτησε το ψάξιμο αγριεμένος:

-Τι είναι αυτό;

-Ποιο;

-Αυτό το κόκκινο κομμάτι που βγαίνει από το παντε­λόνι σου… Τι είναι; Ξαναβρυχήθηκε.

-Α, αυτό; Η πιτζάμα μου, κύριε πόλισμαν!

-Αρχιφύλαξ!

-Μάλιστα, κύριε αρχιφύλακα, δεν είναι κόκκινη ση­μαία!

-Και γιατί φοράς κόκκινη πιτζάμα;

-Δεν είναι μόνο κόκκινη, έχει και μαύρα και άσπρα. Κατοχή, βλέπετε, είχε μια παλιά ρόμπα η μάνα μου, και μου την έραψε πιτζάμα. Κι επειδή, σήμερα, κρύωνα πολύ, ι ην άφησα από μέσα. Να κιόλας που θα μου χρειαστεί. Και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου για να δει και τα’ άλλα χρώματα να ησυχάσει.

Ο Αποστόλης, αφού τον βάλανε και υπέγραψε κάτι, ίφυγε γρήγορα γρήγορα, για να πάει να ψαρέψει κι άλ­λους. Ο Ανθυπολοχαγός στάθηκε λίγο και με κοίταξε.

-Θέλεις, μου λέει, να πάω σπίτι σου να πω τίποτα;

Περίεργο! Όταν με έπιασε με τον Αποστόλη, ήταν

άγριος σαν τον Μεγαλέξανδρο. Τώρα, είχε γίνει γλυκός σαν λουκούμι. Δεν καταλαβαίνω καλά τι μου συμβαίνει! Το ίδιο και οι σκύλοι, από μακριά με γαβγίζουνε, κι όταν με πλησιάσουνε μου κουνάνε χαρούμενοι την ουρά τους.

-Σ’ ευχαριστώ, του λέω. Τι να τους πεις… πες τους πως με πιάσανε. Μένω προσωρινά εκεί, στην οδό Καρνεάδου…

Posted in Αναμνήσεις, Εμφύλιος, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 5

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την πέμπτη συνέχεια, με την οποία περνάμε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην». Εδώ ο πατέρας μου σκιαγραφεί ορισμένους καθηγητές που τον επηρέασαν και τους αγάπησε. Στη σημερινή συνέχεια θα δούμε ένα σύντομο πορτρέτο του Γιώργου Βαλέτα κι ένα εκτενέστατο του Μίλτη Παρασκευαΐδη, για τον οποίο ο πατέρας μου έχει γράψει σε ολα τα έργα του που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα -κι έτσι, μοιραία, υπάρχουν επαναλήψεις. Το σημερινό άρθρο συνοδεύεται από αρκετά τεκμήρια και γι’ αυτό είναι κάπως βαρύ. 

ΙΙ

Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην

Μη έχοντας τεκμηριωμένα στοιχεία για όλους τους καθηγητές που είχαμε στο Γυμνάσιο και πρέπει συνολικά να ξεπερνούν τους τριάντα, μνημονεύω παρακάτω μόνον έξι από αυτούς. Αν τώρα έχω επιμείνει στη σκιαγράφηση των τριών από τους έξι, αυτό έγινε όχι γιατί ήταν οι μόνοι σπουδαίοι  καθηγητές που είχαμε, αλλά γιατί είναι οι μόνοι που τους γνώρισα από κοντά και τους αγάπησα.

Για τους άλλους τρεις, επίσης εξαιρετικούς παιδαγωγούς και επιστήμονες, αναφέρω μόνο βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, που μου έδωσε ο Κώστας Μίσσιος ή βρήκα στην αξιόλογη περιοδική έκδοση «Παιδαγωγικό Βήμα Αιγαίου» του Αρ. Γκουτζαμάνη και σε άλλα περιοδικά της Λέσβου, όπως τα «Μανταμαδιώτικα».

 

Γιώργος Βαλέτας

Τον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή, εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

 

Μίλτης Παρασκευαΐδης

Με την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος Κανόνης, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 109 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 4

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την τέταρτη συνέχεια, με την αποφοίτηση του πατέρα μου και των συμμαθητών του μετά την Απελευθέρωση.

Μετά την Απελευθέρωση

Οι Γερμανοί έφυγαν από τη Λέσβο στις 10 Σεπτεμβρίου 1944. Πριν από τη φυγή τους όμως είχαν υπονομεύσει το κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας, αλλά κάνανε το λάθος να αναθέσουν την ανατίναξή του σε Ιταλούς, που είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακατέλαβαν τα Δωδεκάνησα. Οι Ιταλοί αυτοί παρίσταναν τους πιστούς συμμάχους τους, αλλά στην πραγματικότητα είχαν έρθει σε επαφή με την Αντίσταση και μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, φανέρωσαν τον μηχανισμό της υπονόμευσης στους ελασίτες πυροτεχνουργούς, οι οποίοι τον εξουδετέρωσαν και με την ευκαιρία επιθεωρήσανε και τα λοιπά κτίρια που είχαν επιτάξει οι κατακτητές. Βρέθηκαν τότε στα υπόγεια του Γυμνασίου πολλά ξύλινα κιβώτια γεμάτα βιβλία.  Εξακριβώθηκε πως ανήκαν στη βιβλιοθήκη του Βερναρδάκη και αποτελέσανε τον πυρήνα της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Μυτιλήνης.

Με την Απελευθέρωση ήρθανε στο νησί ως εκπρόσωπος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και Διοικητής Νήσων Αιγαίου ο Μπουρδάρας, μικρό άγημα του Ιερού Λόχου και η Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου με διοικητή τον Μίλτονα Ιατρίδη, που είχε ένδοξο παρελθόν ως κυβερνήτης του υποβρύχιου «Παπανικολής», αλλά κατά τα άλλα η επικράτηση του ΕΑΜ στο νησί  ήταν απόλυτη. Ο Νομάρχης Κώστας Φριλίγγος, όλοι οι δήμαρχοι και κοινοτάρχες ήταν εκλεγμένοι από την Αντίσταση, στο νησί υπήρχε το 22 Σύνταγμα, με πλήρη συγκρότηση και έδρευε η Ταξιαρχία Αιγαίου του ΕΛΑΣ. Η αστυνόμευση του νησιού είχε ανατεθεί στην Εθνική Πολιτοφυλακή. Και όλα αυτά σε πλήρη γνώση και με την έγκριση της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Μόλις άνοιξαν τα σχολεία και αφού επιθεωρήθηκε από τους πυροτεχνουργούς το κτίριο, ξαναγυρίσαμε στο Γυμνάσιο. Πηγαίναμε τότε στην Ζ΄ οκταταξίου και για δεύτερη χρονιά τα φιλολογικά μαθήματα μας τα έκανε ο Αρχοντίδης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 3

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την τρίτη συνέχεια, με την ιστορία του Γυμνασίου μέσα στην Κατοχή. Στο τέλος προσθέτω μερικά δικά μου.

Η Κατοχή

Στη Λέσβο οι Γερμανοί έφτασαν τέλη Απριλίου, όταν είχε πέσει η Αθήνα και η κυβέρνηση είχε καταφύγει στην Κρήτη. Την παραμονή της άφιξης τους έγινε συναγερμός. Παράγοντες του καθεστώτος και στελέχη της ΕΟΝ, διέταξαν να σημάνουν οι σειρήνες και όταν ο κόσμος κλείστηκε στα καταφύγια,  λεηλάτησαν με την άνεση τους τις αποθήκες με το υλικό που είχε συγκεντρωθεί για να σταλεί στους φαντάρους, στο μέτωπο. Στη βιάση τους, όταν τέλειωσαν τη δουλειά τους, ξέχασαν να σημάνουν λήξη κι έτσι έμεινε στη μνήμη των Μυτιληνιών ως «ο συναγερμός που δεν έληξε». Για πολλούς μήνες στη μαύρη αγορά πουλιόνταν τσιγάρα, μάλλινα πουλόβερ, κασκόλ και κάλτσες, που είχε δώσει ο κόσμος για τους στρατιώτες που πολεμούσαν, αλλά που ποτέ δεν έφυγαν από το νησί.

Οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Μυτιλήνης, στον Μόλυβο, το Πλωμάρι, την Ερεσό και το Σίγρι. Το «τάγμα αγυμνάστων» που δεν είχε προλάβει να φύγει για το μέτωπο, αφοπλίστηκε και διαλύθηκε. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί δεν θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι, αλλά αφέθηκαν να πάνε στα σπίτια τους. Η Χωροφυλακή διατηρήθηκε ως σώμα και μπήκε κάτω από τον έλεγχο της Geheime Feld Polizei (GFP της στρατιωτικής μυστικής αστυνομίας, της στρατιωτικής Γκεστάπο δηλαδή).

Οι Γερμανοί στην αρχή στρατωνίστηκαν στα κτίρια του 22 Συντάγματος μέσα στο Κάστρο, αλλά σύντομα δημιούργησαν δικό τους στρατόπεδο στον Καρά Τεπέ, 6 χιλιόμετρα στα βόρεια της πόλης, όπου εγκατάστησαν ισχυρότατο πυροβολείο με βαριά κανόνια. Η Διοίκησή τους, η Ortskomandatur, εγκαταστάθηκε σε ένα κομψό νεοκλασσικό κτίριο στην Αγιά Ειρήνη και η GFP στη βίλα Ηλιόπουλου, κοντά στη Σουράδα, σε ένα κτίριο δίπλα στη θάλασσα, σε ωραιότατη θέση και με μαγευτική θέα αλλά, όπως αποδείχτηκε αργότερα, πολύ τρωτό από στρατιωτικής πλευράς. Στο Διδασκαλείο εξ άλλου δημιούργησαν το τοπικό Στρατόπεδο Συγκέντρωσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 160 Σχόλια »