Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναμνήσεις’ Category

Μίμης Φωτόπουλος: Στο δρόμο για την Ελ Ντάμπα

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2021

Θα διαβάσουμε σήμερα ένα απόσπασμα, τις πρώτες εφτά σελίδες, από το χρονικό «Ελ Ντάμπα» που έγραψε ο ηθοποιός Μίμης Φωτόπουλος (1913-1986). Ο τίτλος του άρθρου είναι δικός μου, δεν υπάρχει στο βιβλίο.

Ο αγαπημένος κωμικός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου είχε πάρει μέρος στην Εθνική Αντίσταση από τις γραμμές του ΕΑΜ και στα Δεκεμβριανά πιάστηκε και στάλθηκε αιχμάλωτος στην Ελ Ντάμπα, βρετανικό στρατιωτικό αεροδρόμιο στην Αίγυπτο, 180 χιλιόμετρα δυτικά από την Αλεξάνδρεια, μαζί με άλλους 8-10.000 Έλληνες αριστερούς. Ο εγκλεισμός διάρκεσε μήνες -ο Φωτόπουλος επέστρεψε τέλη Μαρτίου, άλλοι αργότερα.

Αυτή την περιπέτεια την αφηγείται ο Μίμης Φωτόπουλος στο σύντομο χρονικό Ελ Ντάμπα, από το οποίο θα διαβάσουμε σήμερα τις πρώτες σελίδες, που περιγράφουν τη σύλληψή του. (Άλλα αποσπάσματα από το ίδιο βιβλίο μπορείτε να βρείτε και εδώ).

Ο Φωτόπουλος έγραφε και ποιήματα -η πρώτη του συλλογή, Μπουλούκια, κυκλοφόρησε το 1940 ενώ ακολούθησαν και άλλες, όπως και αυτοβιογραφικά έργα. Επίσης έφτιαχνε και κολλάζ χρησιμοποιώντας γραμματόσημα.

Το χρονικό του για την Ελ Ντάμπα το είχα διαβάσει παλιά, σε έκδοση της Σύγχρονης Εποχής. Στο πρόσφατο φεστιβάλ βιβλίου στο Ζάππειο είδα πως έχει επανεκδοθεί από τα 24 γράμματα, όπως και το σύνολο του έργου του Φωτόπουλου, και το πήρα.

Για την Ελ Ντάμπα έχει γράψει και ο Δημήτρης Χριστοδούλου, μυθιστόρημα με τον ίδιο τίτλο.

Μεταφέρω το κείμενο χωρίς αλλαγές στην ορθογραφία (ήταν ήδη μονοτονικό, αν και υποθέτω ότι στην πρώτη έκδοση θα είχε πολυτονικό).

 

-Και καλά, το σπίτι μας το κάψανε οι Εγγλέζοι;

-Ναι.

Αυτό το «ναι» μου ’φυγε σαν πονεμένη ανάσα. Το ’πα σιγανά, θλιμμένα. Μα στ’ αφτιά της μητέρας μου έφτασε σαν κραυγή απελπισίας μέσα στη νύχτα πνιγμένη από καταιγίδα. Ακούμπησε πάνω μου τη ματιά της γεμάτη θλιμμένη εγκαρτέρηση και μου ψιθύρισε έτσι, σαν ψαλμό, σαν μοιρολόι:

-Καλά, εμείς τι κάναμε στους Εγγλέζους και μας κά­ψανε το σπίτι;

-Τίποτα. Είχαμε, μάλιστα, στην καλύτερη μεριά του σπιτιού μας κρεμασμένο κι ένα χαρτόνι που είχε κολλη­μένα πάνω του τα πλαδαρά μάγουλα του Σερ Ουίνστον Τσόρτσιλ.

-Τότε, γιατί;

-Ε, να, οι Εγγλέζοι ήρθαν εδώ να μας ελευθερώ­σουν.

-Από τους Γερμανούς;

-Όχι, αυτοί τους… ενοχλούσαν, μα τους αντέχανε…

-Τότε από ποιους;

-Ήρθαν να μας ελευθερώσουμε από τον «ΕΛΑΣ».

-Κι ο ΕΛΑΣ γιατί ήρθε;

-Να μας ελευθερώσει από τους Εγγλέζους.

-Δεν καταλαβαίνω.

-Ούτε κι εγώ. Όλ’ αυτά μαζί λέγονται «Πολιτική».

-Και το σπίτι μας το κάψανε για την πολιτική;

-Όχι, για την ελευθερία.

-Ποια ελευθερία;

-Πού να ξέρω ποια απ’ όλες! Γιατί οι ελευθερίες εί­ναι πολλές, όσες και οι μάρκες των σαπουνιών. Και από

αρχαιοτάτων χρόνων σκοτώσουνε ανθρώπους και καίνε πολιτείες και σπίτια εν ονόματι της ελευθερίας.

Τότε μπήκες στην κουβέντα και η γιαγιά μου, που, καθισμένη σαν παιδί σταυροπόδι σε μια κουρελού, καθά­ριζε κάτι σκουληκιασμένα ρεβίθια, για το μεσημέρι.

-Καλά, παιδάκι μου, αυτοί οι Εγγλέζοι που λες, από πού ήρθαν και μας κάψανε το σπίτι μας;

-Από την Αγγλία!

-Και μετά πού πέφτει αυτή η Αγγλία;

-Είναι πολλά μερόνυχτα από δω, γιαγιά. Αλλά έτσι και μυριστεί ψοφίμι -κι έχει μια μύτη που μυρίζεται από πολύ μακριά- αμολάει αεροπλάνα και καράβια, και πέ­φτει σαν κοράκι στο καημένο το θύμα.

-Χριστός και Παναγιά! Κι ήρθανε από τόσο μακριά, που λες, τα κοράκια, να κάψουνε το δικό μας σπίτι; Καλά, δεν έχουνε σπίτια εκεί, κοντά τους, να τα κάψουνε;

-Ε, είναι ιδιότροποι, βλέπεις, και τους αρέσει να καί­νε τα ξένα, και τα πολύ μακρινά σπίτια.

Έκανε το σταυρό της η γριά και ξανάρχισε να καθαρί­ζει τα ρεβίθια της. Η μάνα μου βούλιαξε, σιγά σιγά, σε μια καρέκλα, με τα μάτια απλωμένα στο κενό, κι εγώ άναψα ένα τσιγάρο. Μια παράξενη βουβαμάρα απλώθηκε μέσα στο υπόγειο, όπου μέναμε μιας πολυκατοικίας, στο Κολωνάκι. Ο θυρωρός της, ένας μακρινός μας συγγενής μας φιλοξενούσε στο δωμάτιό του.

Ύστερα από ατέλειωτα μπλόκα στρατιωτών, αστυ­νομικών, εθνοφυλάκων και «πατριωτών», είχαμε… διεκπεραιωθεί στο Κολωνάκι, φορτωμένοι με μια κουβέρτα. Μακριά από την πρώτη γραμμή του πυρός, που ήταν στην οδό Ιπποκράτους. Εγγλέζικα τανκς είχανε σταθεί στη γωνιά του σπιτιού μας, και ρίχνανε. Όλοι οι ένοικοι είχαμε μαζευτεί στο πλυσταριό. Οι καρδούλες των παι­διών κοντεύανε να σπάσουνε. Και μόλις σταμάτησε η… μάχη φύγαμε τρομοκρατημένοι, αφήνοντας έρημο το σπίτι μας, δεν υπήρχε πια! Και δε γίνεται πιο τρομακτικό πράμα στη ζωή του ανθρώπου από το να καεί το σπίτι του. Δεν μπορεί να το πιάσει με τον νου του όποιος δεν το δοκίμασε. Ένα μεγάλο «ρήγμα» στην ζωή του. Κάτι σπάει μέσα σου και ξαφνικά σαν να γίνεσαι κι εσύ αλλι­ώτικος. Κάτι έχει καεί μέσα σου μαζί με το σπίτι σου. Σε μας τους μικροαστούς, τα μικρά, δύσκολα αποκτημένα πράγματα, είναι στέρεα δεμένα με τη μικρή μας ζωή. Μια παλιά φωτογραφία του πατέρα μας, ένα «κεντητό» της γιαγιάς μας, ένα σπάνιο βιβλίο, τα γράμματα της πρώτης μας αγάπης, ένα σπαθί από το Γαριβαλδινό Σώμα, που μας το άφησε «ενθύμιον» ο θείος μας…

Κι όλες τούτες οι «μικρές ευτυχίες» γίνανε στάχτη μέσα σε μια νύχτα. Όλο το μικρονοικοκυριό μας, που ήτανε το κέρδος ενός αγώνα τριάντα χρονών. Βρεθήκαμε στο δρόμο σχεδόν γυμνοί, χωρίς τίποτα, ουδέ καν ελπί­δες και, προπαντός, χωρίς προπολεμικό ενοίκιο.

Βουβή κάθισε η οικογένεια στο τραπέζι. Καθένας βούλιαζε στις δικές του σκέψεις, κι αφηρημένα μασούσε κάτι πανάθλια ρεβίθια, που τα είχαμε αγοράσει με «μέ­σον» πανάκριβα.

Η γιαγιά μου ήταν δακρυσμένη· της χάιδεψα τα κά­τασπρα μαλλιά. Οι φτωχοί, συνήθως, έχουνε και γιαγι­άδες· είναι κι αυτές μια από τις μικρές ευτυχίες τους. Οι πλούσιοι δεν έχουνε τέτοιες χαρές. Ακούσατε ποτέ τον Ωνάση ή τον Παναγή Κανελλόπουλο να μιλάνε για την γιαγιά τους;

Κι οι μάχες στην Αθήνα συνεχίζονταν, για ν’ αφήσουνε κι άλλο κόσμο ξεσπίτωτο.

 

 

Και περνούσαν οι μέρες μέσα στη ρημαγμένη στη μα­τωμένη, στην πεινασμένη Αθήνα, ανάμεσα σε εγγλέζικα τανκς, που ξερνούσανε θάνατο, ανάμεσα σε εγγλέζικα αεροπλάνα κι γαζώνανε με σφαίρες τα σπίτια, ανάμεσα σε μαυραγορίτες και παραρτήματα. Πού και πού άκουγες πως κάποιον γνωστό σου τον… έφαγε μια «αδέσποτη». Το φουκαρά! Έκανε τόσον αγώνα να γλιτώσει από την πείνα, από τους Γερμανούς, από τους τσολιάδες, από τα μπλόκα και τώρα, στο τέλος, να πάει από μιαν αδέσποτη! Μόνο λίγες σταγόνες αίμα είχανε ραντίσει το πεζοδρό­μιο, που σε λίγο θα τις πατούσανε και θα σβήνανε κι αυ­τές για πάντα. Μπορεί και να ’ναι καλύτερα έτσι… Ποιος ξέρει, τι θα τραβήξουμε εμείς ακόμα.

Από τις δώδεκα ως τις δύο, το μεσημέρι, ήταν δυο ώρες «ανακωχής», στην Αθήνα. Κι έπαιρνα τους δρό­μους… Κάθε τόσο άκουγα γύρω μου: «Πιάστε τον, πιάστε τον» κι ένα έξαλλο πλήθος ορμούσε πάνω σε έναν άνθρωπο.

-Τι ’ναι, βρε παιδιά;

-Κουκουές.

-Πιάστε τον!

Έφτανε κάποιος να πετάξει τη λέξη «Κουκουές», και ριχνόντουσαν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» να σε λιντσά­ρουνε. Ωραίες, αξέχαστες εποχές!

Ο περίπατός μου ήτανε πάντα ως το καμένο μου σπίτι. Ένα καθημερινό προσκύνημα. Δεν ήθελα να το πιστέψω ακόμα, πως το κάψανε, νόμιζα πως όλη τούτη η ιστορία ήταν ένας εφιάλτης που θα περνούσε γρήγορα. Ξεκλεί­δωνα την πόρτα, (γιατί οι Εγγλέζοι του ’χάνε ρίξει από πάνω εμπρηστικές, κι απέξω είχε μείνει σχεδόν ανέπαφο) κι έμπαινα στα ερείπια. Ο ουρανός έριχνε αρκετό φως, κι εγώ έψαχνα μέσα στις στάχτες, κι όλο ανασκάλευα μη και βρω «κάτι». Τι να ’βρισκα! Δεν υπήρχε περίπτωση να βρω τίποτα, γιατί, φυσικά, πολύτιμους λίθους, που δεν καιγόντουσαν, δεν είχαμε ποτέ στο σπίτι μας. Ωστόσο, έψαχνα, έψαχνα, έψαχνα, με μιαν ήρεμη απελπισία…

 

 

Κι ήρθε η παραμονή της Πρωτοχρονιάς… Μεσημέρι, καθώς γύριζα από το καθημερινό προσκύνημα στο κα­μένο μου σπίτι, στάθηκα στην Πλατεία Κολωνακίου και κοιτούσα κάτι τραπεζάκια με πρωτοχρονιάτικα παιχνίδια. Και το Δεκέμβρη του σαραντατέσσερα, το Κολωνάκι δεν εννοούσε ν’ αφήσει καμιάν από τις παλιές του συνήθει­ες. Κοίταζα αυτά τα θλιβερά παιχνίδια και το μυαλό μου ταξίδευε σε άλλες εποχές, ειρηνικές. Ποτέ πιτσιρίκος, δεν

είχα αποκτήσει τα παιχνίδια που ήθελα, κι ωστόσο, όλες οι φτωχές μου Πρωτοχρονιές, καθώς τις σκεφτόμουνα, μπροστά σε τούτη δω μου φαινόντουσαν τρισευτυχισμέ­νες. Το όνειρό μου ήταν πάντα ένα ωραίο πατίνι, μα ποτέ δεν μπόρεσα να τα’ αποκτήσω και μου ’χε μείνει ο καη­μός του. Αυτό ακριβώς σκεφτόμουνα, και χαμογελούσα πικρά…

Ξαφνικά, ένα βάναυσο χέρι μου χτύπησε τον ώμο. Γυ­ρίζω και βλέπω έναν ταξιθέτη. Δεν είχαμε δουλέψει ποτέ στο ίδιο θέατρο, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ, μα τον ήξερα «εξ όψεως» και «εκ φήμης». Ήτανε το πασίγνωστο τομάρι του Θεάτρου, ο «Αποστόλης». Αυτόν τον άνθρωπο, και χωρίς να τον ξέρεις, μόνο να τον έβλεπες, ανατρίχιαζες από αηδία. Μιλούσε και σκόρπαγε κύματα αντιπάθειας, κι όταν σου χαμογελούσε, ένιωθες ανακατωσούρα στο στομάχι σου, και στο πετσί σου περπατούσανε κοπάδια σαρανταποδαρούσες.

-Τι τρέχει, κύριε Αποστόλη; Του λέω.

-Τίποτα, μου λέει… μια μικρή ανάκριση, κι έκανε σινιάλο σ’ έναν ανθυπολοχαγό που τον συνόδευε.

Εκείνος, που το πηλήκιό του είχε ένα στέμμα που έμοιαζε με μεγάλο καβούρι, έβγαλε μια πιστόλα δυο σπι­θαμές, τη γύρισε καταπάνω μου, με βάλανε μπροστά, και προχωρήσαμε. Σε κανέναν από τους γύρω δεν έκα­νε εντύπωση, το γεγονός, συνηθισμένα πράματα, εκείνη την εποχή.

Μόλις προχωρήσαμε κάμποσα μέτρα, ο Αποστόλης έγνεψε στον ανθυπολοχαγό, να βάλει στη θήκη του το πιστόλι και του ’δωσε να καταλάβει, πως δεν ήμουνα και τόσο επικίνδυνος! Έτσι γλίτωσα το ρεζιλίκι της πομπής μου, μ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα στους δρόμους.

Μπρος, λοιπόν, εγώ, πίσω οι… ήρωες, φτάσαμε, κά­ποτε, στο σπίτι της Μαρίκας Κοτοπούλη, που στο ισόγειό ί ου είχε εγκατασταθεί το συσσίτιο των ηθοποιών. Εκείνη την ώρα την περιμένανε κάτι ν’ αρπάξουν, πεντέξι απο­τυχημένοι ηθοποιοί κι ένας… επιτυχημένος υποβολέας. Ο Αποστόλης κάτι… υπέβαλε στο αφτί του υποβολέα, κι αυτός, χωρίς να με κοιτάξει στα μάτια, γιατί ντρεπότανε, φαίνεται -είχαμε συνεργαστεί αρμονικά πολλές φορές-,του είπε ένα «ναι». Κανένας από τους «αποτυχημένους» δεν μου μίλησε.

-Μα τι συμβαίνει, κύριε Αποστόλη; Ξαναρωτάω.

-Προχώρα! Ήταν η απάντηση.

Είχε πάρει… γραμμή από τον υποβολέα, και ήτανε αινιγματικά χαρούμενος. Όλοι όσοι δουλεύουν κοντά στους ηθοποιούς, στο βάθος τους μισούνε. Το φαινόμενο δεν είναι ανεξήγητο, μα ποτέ δε μ’ απασχόλησε ιδιαίτερα, ώστε να καθίσω να το αναλύσω.

Προχώρησα με τη συνοδεία μου, ελπίζοντας πως μπορεί και να συναντούσαμε κανέναν… πετυχημένο ηθοποιό, κανένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Σωματείου μας, να… μ’ ελευθερώσει από τον ταξιθέτη, του κάκου όμως. Κανείς στον ορίζοντα.

Φτάσαμε στην οδό Ακαδημίας, ανοίξανε μια πόρτα, ανεβήκαμε κάτι σκάλες και μπήκαμε σε μιαν ευρύχωρη κάμαρα, που στο βάθος της, μπροστά σε’ ένα γραφείο, καθόταν ένας αξιωματικός. Συζητούσε με δυο κυρίες, που καπνίζανε με πάθος, έχοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Κάνω έτσι και, μνήσθητί μου Κύριε! Τι είδα; Ήτανε δυο ηθοποιές, γηράσασαι εν πολλαίς αμαρτίαις, και πολύ εθνικόφρονες κι οι δυο τους. Φυσικό, δα. Η μια, πριν από λίγο καιρό, είχε φίλο έναν Καραμπινιέρο… βλάχο, που ασφαλώς θα παρασημοφορήθηκε μόνο και μόνο γιατί το μπορούσε κι έκανε… παρέα μαζί της. Δυο τρεις φορές βρεθήκαμε σε ίδιο θίασο, με την εν λόγω «κυρία», μα γύ­ρισε αλλού το κεφάλι της, μόλις με αντίκρισε. Ο Αποστόλης, εξυπηρετικότατος, έτρεξε και κάτι υπέβαλε στ’ αφτί του αξιωματικού. Εκείνος έκοψε αμέσως το κωμικό χαμό­γελο του Δον Ζουάν, που είχε απλωθεί στα χείλη του, τα σούφρωσε, με κοίταξε παγερά, και μου σφύριξε σαν φίδι:

-Ώστε έτσι, λοιπόν; Λαοκρατία;

-Εσύ δεν φώναξες μέσα στους δρόμους «Λαοκρα­τία!»;

-Ποτέ. Όχι, πως δεν ήθελα να φωνάξω, αλλά αντιπα­θώ, γενικά, τις φωνές. Μου αρέσει, να μιλάω λίγο, σιγά και απλά.

-Εδώ, βρε, το βεβαιώνει αξιόπιστος μάρτυς.

-Ο κύριος Αποστόλης;

-Μάλιστα!

-Μα αυτός ήτανε στο ΕΑΜ του θεάτρου.

-Ήτανε, αλλά προχθές… ανένηψε…

-Κατάλαβα…

-Πάρτε τον!

Και με πήρανε. Οι… κυρίες είχανε μείνει βουβές.

Η μικρή πορεία μας στην περιοχή Κολωνακίου συ­νεχίστηκε. Αμίλητοι πάντα, και οι τρεις, φτάσαμε στο Γ’ Αστυνομικό Τμήμα, στην οδό Βαλαωρίτου. Εδώ, ο Απο­στόλης ήτανε πιο γνωστός, είχε περισσότερο θάρρος, και γρήγορα, για να τελειώνει με μένα, κόλλησε πάλι στ’ αφτί ενός αστυνόμου. Εκείνος με παράδωσε σε έναν αρχιφύλακα να μου κάνει έρευνα. Έγραψε τα στοιχεία μου σε ένα κατάστιχο, ακουμπισμένο σαν ευαγγέλιο σε ένα προσκυνητάρι, και με πλησίασε βαρετά. Θα ’χε κουραστεί, φαίνεται, από τις… έρευνες. Ήτανε ψηλός και μαύρος, σαν βυζαντινός καλόγερος, κακόγευστος σαν μεταλλικό νερό, και πικρός σαν κινίνο. Μια στιγμή, σταμάτησε το ψάξιμο αγριεμένος:

-Τι είναι αυτό;

-Ποιο;

-Αυτό το κόκκινο κομμάτι που βγαίνει από το παντε­λόνι σου… Τι είναι; Ξαναβρυχήθηκε.

-Α, αυτό; Η πιτζάμα μου, κύριε πόλισμαν!

-Αρχιφύλαξ!

-Μάλιστα, κύριε αρχιφύλακα, δεν είναι κόκκινη ση­μαία!

-Και γιατί φοράς κόκκινη πιτζάμα;

-Δεν είναι μόνο κόκκινη, έχει και μαύρα και άσπρα. Κατοχή, βλέπετε, είχε μια παλιά ρόμπα η μάνα μου, και μου την έραψε πιτζάμα. Κι επειδή, σήμερα, κρύωνα πολύ, ι ην άφησα από μέσα. Να κιόλας που θα μου χρειαστεί. Και ξεκούμπωσα το παντελόνι μου για να δει και τα’ άλλα χρώματα να ησυχάσει.

Ο Αποστόλης, αφού τον βάλανε και υπέγραψε κάτι, ίφυγε γρήγορα γρήγορα, για να πάει να ψαρέψει κι άλ­λους. Ο Ανθυπολοχαγός στάθηκε λίγο και με κοίταξε.

-Θέλεις, μου λέει, να πάω σπίτι σου να πω τίποτα;

Περίεργο! Όταν με έπιασε με τον Αποστόλη, ήταν

άγριος σαν τον Μεγαλέξανδρο. Τώρα, είχε γίνει γλυκός σαν λουκούμι. Δεν καταλαβαίνω καλά τι μου συμβαίνει! Το ίδιο και οι σκύλοι, από μακριά με γαβγίζουνε, κι όταν με πλησιάσουνε μου κουνάνε χαρούμενοι την ουρά τους.

-Σ’ ευχαριστώ, του λέω. Τι να τους πεις… πες τους πως με πιάσανε. Μένω προσωρινά εκεί, στην οδό Καρνεάδου…

Posted in Αναμνήσεις, Εμφύλιος, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 5

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την πέμπτη συνέχεια, με την οποία περνάμε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, που τιτλοφορείται «Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην». Εδώ ο πατέρας μου σκιαγραφεί ορισμένους καθηγητές που τον επηρέασαν και τους αγάπησε. Στη σημερινή συνέχεια θα δούμε ένα σύντομο πορτρέτο του Γιώργου Βαλέτα κι ένα εκτενέστατο του Μίλτη Παρασκευαΐδη, για τον οποίο ο πατέρας μου έχει γράψει σε ολα τα έργα του που έχουν αυτοβιογραφικό χαρακτήρα -κι έτσι, μοιραία, υπάρχουν επαναλήψεις. Το σημερινό άρθρο συνοδεύεται από αρκετά τεκμήρια και γι’ αυτό είναι κάπως βαρύ. 

ΙΙ

Οι δάσκαλοι που μας έδωσαν το ευ ζην

Μη έχοντας τεκμηριωμένα στοιχεία για όλους τους καθηγητές που είχαμε στο Γυμνάσιο και πρέπει συνολικά να ξεπερνούν τους τριάντα, μνημονεύω παρακάτω μόνον έξι από αυτούς. Αν τώρα έχω επιμείνει στη σκιαγράφηση των τριών από τους έξι, αυτό έγινε όχι γιατί ήταν οι μόνοι σπουδαίοι  καθηγητές που είχαμε, αλλά γιατί είναι οι μόνοι που τους γνώρισα από κοντά και τους αγάπησα.

Για τους άλλους τρεις, επίσης εξαιρετικούς παιδαγωγούς και επιστήμονες, αναφέρω μόνο βιογραφικά και εργογραφικά στοιχεία, που μου έδωσε ο Κώστας Μίσσιος ή βρήκα στην αξιόλογη περιοδική έκδοση «Παιδαγωγικό Βήμα Αιγαίου» του Αρ. Γκουτζαμάνη και σε άλλα περιοδικά της Λέσβου, όπως τα «Μανταμαδιώτικα».

 

Γιώργος Βαλέτας

Τον είχαμε ελληνιστή στην 1η και 2η οκταταξίου. Ήταν θυμάμαι άνθρωπος πληθωρικός και παρορμητικός. Εκείνη την εποχή ολοκλήρωνε το βιβλίο του για το έργο του Παπαδιαμάντη και η συγκυρία αυτή είχε πολύ ευεργετικά αποτελέσματα για μας, γιατί μας βοήθησε να γνωρίσουμε μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου Σκιαθίτη. Συνήθως δεν δίδασκε από την έδρα, αλλά βηματίζοντας στο πλάτος της τάξης, μπροστά από τα πρώτα θρανία. Μια φορά που μας απάγγειλε ένα δημοτικό που έλεγε

Απ΄τα μαλλιά την άρπαξε
κι η κόρη κλαίει και σκούζει….

άρπαξε από τα μαλλιά έναν από τους μαθητές των πρώτων θρανίων.

Γενικά δεν ήταν μόνο λαμπρός φιλόλογος αλλά και αρκετά τρελός. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο επεισόδιο. Όπως γράφω πιο μπροστά οι βαθμοφόροι της ΕΟΝ είχαν αποχτήσει μεγάλη έπαρση και αυθάδεια. Όταν καθιερώθηκε η Τετάρτη ως «Ημέρα της Νεολαίας», κατά την οποίαν δε γίνονταν μαθήματα παρά προπαγανδιστικές ομιλίες, «εθνικοπλαστικές» διαλέξεις ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημερήσιες εκδρομές, ήρθε στο Γυμνάσιο ένας βαθμοφόρος φαλαγγίτης, εν στολή, εποχούμενος ποδηλάτου, με το οποίο διέτρεξε τους διαδρόμους, πήγε ως την τάξη που δίδασκε ο Βαλέτας, έσπρωξε με το ποδήλατό του (!) την πόρτα, μπήκε μέσα, χωρίς να κατεβεί από το ποδήλατο, χαιρέτησε φασιστικά και ανακοίνωσε το νέο μέτρο.

Ο Βαλέτας έγινε έξαλλος. Χωρίς να λογαριάσει ενδεχόμενες συνέπειες,  βούτηξε τον φαλαγγίτη, τον κατέβασε από το ποδήλατο, τον πλάκωσε στις σφαλιάρες και τον πέταξε κλωτσηδόν έξω από την αίθουσα. Περιέργως δεν επακολούθησε καμιά ενέργεια σε βάρος του.

Το συγγραφικό έργο του Βαλέτα είναι εξαιρετικά εκτεταμένο και περιλαμβάνει μελέτες, όπως εκείνη για το έργο του Παπαδιαμάντη, δοκίμια, όπως «της Ρωμιοσύνης», φιλολογικά λεξικά, μέχρι και θεολογικά άρθρα.

 

Μίλτης Παρασκευαΐδης

Με την πρώτη μέρα που μπήκε στην τάξη μας, μας πήρε τον αέρα. Η αλήθεια είναι πως, ύστερα από ένα χρόνο ρεμπελιό, δεν ήμασταν πια σχολική τάξη αλλά μάλλον ορδή ημιαγρίων ταραχοποιών. Ο καινούργιος όμως δε σήκωνε τέτοια. Την πρώτη κι όλας μέρα πέταξε έξω τον Πατλάκα, το Χατζηγιάννη, το Χατζηλάμπρου  κι άλλους δυο τρεις που θορυβούσαν περισσότερο του ανεκτού.

Για πολλές βδομάδες η σκιά του καινούργιου καθηγητή ήταν δυσανάλογα βαρύτερη και μεγαλύτερη απ’ ό,τι αντιστοιχούσε στο λιγνό κορμί του. Για πρώτη φορά οι πρώην ρέμπελοι μαθητές αισθανθήκαμε πάνω μας μιαν εξουσία, που δε μπορούσαμε ούτε να την αγνοήσουμε ούτε να την ανατρέψουμε. Στα διαλείμματα σχολιάζαμε με κακή διάθεση το νέο  μπελά που μας βρήκε. Έχοντας θάρρος με τον πατέρα μου, του μετέφερα την ομόφωνη άποψη της τάξης.

«Ο καινούργιος καθηγητής μας είναι μεγάλο κέρατο»

Ο παριστάμενος όμως στη συζήτηση Χαράλαμπος Κανόνης, στενός φίλος κι αιώνιος συμπαίκτης του πατέρα μου στο σκάκι, που συνήθως δεχόταν με συγκατάβαση και εύθυμη διάθεση τις διάφορες απόψεις μου, αυτή τη φορά μού ΄βαλε πάγο.

«Κάνεις μεγάλο λάθος κι εσύ κι οι άλλοι. Ο Μίλτης είναι σπουδαίος άνθρωπος και άριστος δάσκαλος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 4

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την τέταρτη συνέχεια, με την αποφοίτηση του πατέρα μου και των συμμαθητών του μετά την Απελευθέρωση.

Μετά την Απελευθέρωση

Οι Γερμανοί έφυγαν από τη Λέσβο στις 10 Σεπτεμβρίου 1944. Πριν από τη φυγή τους όμως είχαν υπονομεύσει το κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας, αλλά κάνανε το λάθος να αναθέσουν την ανατίναξή του σε Ιταλούς, που είχαν αιχμαλωτίσει όταν ανακατέλαβαν τα Δωδεκάνησα. Οι Ιταλοί αυτοί παρίσταναν τους πιστούς συμμάχους τους, αλλά στην πραγματικότητα είχαν έρθει σε επαφή με την Αντίσταση και μόλις έφυγαν οι Γερμανοί, φανέρωσαν τον μηχανισμό της υπονόμευσης στους ελασίτες πυροτεχνουργούς, οι οποίοι τον εξουδετέρωσαν και με την ευκαιρία επιθεωρήσανε και τα λοιπά κτίρια που είχαν επιτάξει οι κατακτητές. Βρέθηκαν τότε στα υπόγεια του Γυμνασίου πολλά ξύλινα κιβώτια γεμάτα βιβλία.  Εξακριβώθηκε πως ανήκαν στη βιβλιοθήκη του Βερναρδάκη και αποτελέσανε τον πυρήνα της Δημοτικής βιβλιοθήκης της Μυτιλήνης.

Με την Απελευθέρωση ήρθανε στο νησί ως εκπρόσωπος της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και Διοικητής Νήσων Αιγαίου ο Μπουρδάρας, μικρό άγημα του Ιερού Λόχου και η Ναυτική Διοίκηση Αιγαίου με διοικητή τον Μίλτονα Ιατρίδη, που είχε ένδοξο παρελθόν ως κυβερνήτης του υποβρύχιου «Παπανικολής», αλλά κατά τα άλλα η επικράτηση του ΕΑΜ στο νησί  ήταν απόλυτη. Ο Νομάρχης Κώστας Φριλίγγος, όλοι οι δήμαρχοι και κοινοτάρχες ήταν εκλεγμένοι από την Αντίσταση, στο νησί υπήρχε το 22 Σύνταγμα, με πλήρη συγκρότηση και έδρευε η Ταξιαρχία Αιγαίου του ΕΛΑΣ. Η αστυνόμευση του νησιού είχε ανατεθεί στην Εθνική Πολιτοφυλακή. Και όλα αυτά σε πλήρη γνώση και με την έγκριση της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.

Μόλις άνοιξαν τα σχολεία και αφού επιθεωρήθηκε από τους πυροτεχνουργούς το κτίριο, ξαναγυρίσαμε στο Γυμνάσιο. Πηγαίναμε τότε στην Ζ΄ οκταταξίου και για δεύτερη χρονιά τα φιλολογικά μαθήματα μας τα έκανε ο Αρχοντίδης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 3

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2021

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω την τρίτη συνέχεια, με την ιστορία του Γυμνασίου μέσα στην Κατοχή. Στο τέλος προσθέτω μερικά δικά μου.

Η Κατοχή

Στη Λέσβο οι Γερμανοί έφτασαν τέλη Απριλίου, όταν είχε πέσει η Αθήνα και η κυβέρνηση είχε καταφύγει στην Κρήτη. Την παραμονή της άφιξης τους έγινε συναγερμός. Παράγοντες του καθεστώτος και στελέχη της ΕΟΝ, διέταξαν να σημάνουν οι σειρήνες και όταν ο κόσμος κλείστηκε στα καταφύγια,  λεηλάτησαν με την άνεση τους τις αποθήκες με το υλικό που είχε συγκεντρωθεί για να σταλεί στους φαντάρους, στο μέτωπο. Στη βιάση τους, όταν τέλειωσαν τη δουλειά τους, ξέχασαν να σημάνουν λήξη κι έτσι έμεινε στη μνήμη των Μυτιληνιών ως «ο συναγερμός που δεν έληξε». Για πολλούς μήνες στη μαύρη αγορά πουλιόνταν τσιγάρα, μάλλινα πουλόβερ, κασκόλ και κάλτσες, που είχε δώσει ο κόσμος για τους στρατιώτες που πολεμούσαν, αλλά που ποτέ δεν έφυγαν από το νησί.

Οι Γερμανοί εγκαταστάθηκαν στην πόλη της Μυτιλήνης, στον Μόλυβο, το Πλωμάρι, την Ερεσό και το Σίγρι. Το «τάγμα αγυμνάστων» που δεν είχε προλάβει να φύγει για το μέτωπο, αφοπλίστηκε και διαλύθηκε. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί δεν θεωρήθηκαν αιχμάλωτοι, αλλά αφέθηκαν να πάνε στα σπίτια τους. Η Χωροφυλακή διατηρήθηκε ως σώμα και μπήκε κάτω από τον έλεγχο της Geheime Feld Polizei (GFP της στρατιωτικής μυστικής αστυνομίας, της στρατιωτικής Γκεστάπο δηλαδή).

Οι Γερμανοί στην αρχή στρατωνίστηκαν στα κτίρια του 22 Συντάγματος μέσα στο Κάστρο, αλλά σύντομα δημιούργησαν δικό τους στρατόπεδο στον Καρά Τεπέ, 6 χιλιόμετρα στα βόρεια της πόλης, όπου εγκατάστησαν ισχυρότατο πυροβολείο με βαριά κανόνια. Η Διοίκησή τους, η Ortskomandatur, εγκαταστάθηκε σε ένα κομψό νεοκλασσικό κτίριο στην Αγιά Ειρήνη και η GFP στη βίλα Ηλιόπουλου, κοντά στη Σουράδα, σε ένα κτίριο δίπλα στη θάλασσα, σε ωραιότατη θέση και με μαγευτική θέα αλλά, όπως αποδείχτηκε αργότερα, πολύ τρωτό από στρατιωτικής πλευράς. Στο Διδασκαλείο εξ άλλου δημιούργησαν το τοπικό Στρατόπεδο Συγκέντρωσης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 159 Σχόλια »

Οι πόλεις του νεαρού Μίκη (απόσπασμα από τους Δρόμους του Αρχάγγελου)

Posted by sarant στο 5 Σεπτεμβρίου, 2021

Καθώς τιμούμε ακόμα τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, σκέφτηκα για σήμερα, στο καθιερωμένο λογοτεχνικό μας κυριακάτικο άρθρο, να δημοσιεύσω ένα δικό του κείμενο. Από το δίτομο αυτοβιογραφικό του έργο «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», που είχε κυκλοφορήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από τον Κέδρο, διάλεξα ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από την αρχή (σελίδες 15-25 του πρώτου τόμου). Σημειώνω ότι έχει κυκλοφορήσει και δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση της αυτοβιογραφίας του Μίκη, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο απόσπασμα αυτό διηγείται τις επαρχιακές πόλεις που γνώρισε στα παιδικά του χρόνια και τα ταξίδια που έκανε με το πλοίο, καθώς, επειδή ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος, είχαν αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής στις δεκαετίες του 20 και του 30.

Οι απόψεις για την καθυστέρηση και την κακή εικόνα που παρουσίαζαν οι επαρχιακές πόλεις του μεσοπολέμου ίσως φανούν υπερβολικές, διασταυρώνονται όμως από άλλα κείμενα της εποχής και αφηγήσεις άλλων παρατηρητών, το ίδιο και η άποψη για τα πιο πολιτισμένα Επτάνησα.

Σημειώνω ακόμα ότι ο Γιαννάκης, ο αδελφός του συνθέτη, δηλαδή ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, που έχει γράψει μερικούς εξαιρετικούς στίχους τραγουδιών του Μίκη, ήταν επτά χρόνια νεότερος.

Μετέτρεψα σε μονοτονικό αλλά άφησα ως επί το πλείστον την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Όλο και κάποιο λαθάκι θα έχει ξεφύγει όμως, το κείμενο είναι μεγάλο.

Ας μην ξεγελιόμαστε… Από κείνο που λέμε «μουσική υποδομή», η Ελλάδα, ιδιαίτερα εδώ και μισό αιώνα, δεν είχε ίχνος… Συμφωνικές ορχήστρες. Χορωδίες. Συναυλίες. Ωδεία. Μουσικές εκδόσεις. Όλ’ αυτά, πράγματα άγνωστα στην ελληνική επαρχία.

Ούτε φυσικά υπήρχε και ραδιόφωνο, για να έχεις, όπως σήμερα, διάφορα μουσικά ακούσματα. Kι εγώ υπήρξα γέννημα θρέμμα αυτής της άγνωστης γης, της μυθικής χώρας, που λέγεται ελληνική επαρχία. Δείτε πίνακα πόλεων και ημερομηνιών για να καταλάβετε καλύτερα: Γεννήθηκα στη Χίο. Έτος 1925. Μετά: Μυτιλήνη, 1925-1928. Σύρος και Αθήνα, 1929. Γιάννενα, 1930-32. Αργοστόλι, 1933-36. Πάτρα, 1937-38. Πύργος, 1938-39. Τρίπολη, 1939-43. Αθήνα, 1943.

Mόνο σ’ ένα καπρίτσιο -να πρόσθετα τη φράση «παρά φύσιν»;- θα μπορούσε να αποδοθεί το γεγονός, ότι ένα παιδί, που έζησε από τη Χίο έως την Αθήνα τα πρώτα του δεκαοχτώ χρονιά, οδηγήθηκε στη μουσική… Επομένως, συμπέρασμα πρώτον: η περίπτωσή μου παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφερον… Εμείς, απ’ όπου περάσαμε, δεν είχαμε σχέση ούτε με τις «κομ­πανίες», που έπαιζαν «λαϊκή μουσική» — ο Θεός ξέρει ποιος τις ήξερε τότε – δεν ξέραμε τα λαϊκά όργανα, μπουζούκι, μπαγλα­μά ή βιολί. Συμφωνικές ορχήστρες, ναι, είδαμε στα 1942, στο πανί του κινηματογράφου και τότε «αλλάξαμε ζωή» — αλλά αυτά για αργότερα. Με τα σημερινά μέτρα, δεν υπάρχει ελληνι­κό χωριό να συγκριθεί με την ελληνική πόλη του 1930 ή του 1940… Μόνο στην Αφρική, στην Ασία και στη Νότια Αμερική θα βρούμε σήμερα απομακρυσμένα χωριά, που να μοιάζουν με τα Γιάννενα του 1932 ή με την Τρίπολη του 1942…

Όταν πρωτομπήκα στο δημοτικό στα Γιάννενα, όλα τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα και παρ’ ότι τα κεφάλια τους περασμένα με την «ψιλή», οι ψείρες έτρεχαν λεφούσια. Οι τούρκικοι μαχαλάδες, ή τα καντούνια, είχαν λάσπες χαρμάνι με κατρουλιά, γιατί φυσι­κά υπόνομοι και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα για την εποχή. Φαντάσου τι ήταν τότε το ελληνικό χωριό. Ο πατέρας μου, Γενικός Γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου, περνούσε τον πιο πολύ καιρό του στην ύπαιθρο. Συναισθηματικός, καλόψυ­χος που λέμε, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει δρόμους «για να πάει ο πολιτισμός», να φτιάξει υδραγωγεία και γενικώς αρδευτικά έργα και, σε καμιά ακραία περίπτωση, να πάει και το ηλεκτρικό. Μ’ έπαιρνε μαζί του στη Βήσσανη, στην Παραμυθιά, στο Μέτσοβο, με το μοναδικό αυτοκίνητο, κουπέ Φορντ, που υπήρχε τότε σε όλη την Ήπειρο, με σοφέρ το Βάνια, κι όταν σταματάγαμε στην πλατεία, μια βαθιά σιωπή έπεφτε στο χωριό. Οι μεγάλοι γουρλώνανε τα μάτια τους και τα παιδιά τρέχανε να κρυφτούνε. Τί θηρίο ήταν αύτό! Όπως μια κοπέλα που πήραμε στην Πάτρα —ως δεκαπέντε χρονών έβοσκε γίδια- και μόλις είδε πλοίο στη θάλασσα, έβαλε τις φωνές… Μιλάμε δηλαδή για τερατώδη γεγονότα, Ας μη λέμε λοιπόν εξυπνάδες…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μεσοπόλεμος, Πόλεις, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 104 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 2

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2021

Πριν από 15 μέρες άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες το χρονικό του πατέρα μου «Μαθητές και δάσκαλοι», που εκδόθηκε το 2008 και έχει θέμα το Γυμνάσιο Μυτιλήνης στα χρόνια 1938-1946, τους καθηγητές του και τους συμμαθητές του. Όπως και με τα άλλα βιβλία του πατέρα μου, θα δημοσιεύεται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η πρώτη συνέχεια, με εισαγωγικό χαρακτήρα, είναι εδώ. Σήμερα δημοσιεύω τη δεύτερη συνέχεια.

Ι. Οι συμμαθητές

1. Το ιστορικό της τάξης μας

Το οκτατάξιο Γυμνάσιο

Όπως προαναφέρω, το οκτατάξιο γυμνάσιο δημιουργήθηκε το 1937. Πήγαινα τότε στην 3η  Δημοτικού. Τον επόμενο χρόνο, τελειώνοντας την 4η τάξη, έδωσα εξετάσεις για το Γυμνάσιο. Αυστηρές εξετάσεις, στις οποίες πολλοί κόπηκαν. Όσοι πετύχαμε, εξήντα τον αριθμό, αν θυμάμαι καλά, αποτελέσαμε τη δεύτερη σειρά του «Γυμνασίου Νέου Τύπου», όπως ονομάστηκε το οκτατάξιο γυμνάσιο. Για μερικά χρόνια εξακολούθησε να υπάρχει και το εξατάξιο «Γυμνάσιο Παλαιού Τύπου», ώσπου να αποφοιτήσουν οι μαθητές που το είχαν ήδη αρχίσει. Αυτοί που εισαχθήκανε τότε (το 1938) ήταν:

Αθανασάκης Παντζάρης Πάτροκλος
Βαλήνας Μιχάλης Παπαδέλλης Στέλιος
Βαμβούρης Απόστολος Παπαμιχαήλ Γρηγόρης
Βενεδίκης Μιχάλης Παπαπαναγιώτου Γιώργος
Βολογιάννης Μανόλης Πατλάκας Μιχάλης
Γεωργιάδης Οδυσσέας Πίτσιος Μιχάλης
Γιαννακόπουλος Νίκος-Χρήστος Σακελλάρης Θανάσης
Γκορτζιώτης Μιχάλης Σαραντάκος Δημήτρης
Γρηγορίου Γρηγόρης Σβορώνος Παναγιώτης
Γρημάνης Μιχάλης Σεφτελής Γιώργος
Γυπαράκης Κώστας Τεφτσής Βάσος
Δόριζας Μιχάλης Τζάννος Αντώνης
Κακαδέλλης Παναγιώτης Τσακίρης Νίκος
Κατσικαδέλλης Στέφανος Τσερνόγλου Αθανάσιος
Κόπανος-Ιατρίδης Γιώργος Χατζηγεωργίου Χριστόφορος
Κουκούλης Γιώργος Χατζηγιάννης Γιάννης
Μάγειρας Θόδωρος Χατζηδήμος Γιάννης
Ματιάς Γιώργος Χατζηκυριάκος Γιώργος
Μεταξάς Γιώργος Χατζηλάμπρου
Νικητόπουλος Αριστείδης Χονδρός Παναγιώτης

Μολονότι φοιτούσαμε σε Γυμνάσιο Αρρένων, στην πρώτη τάξη του οκταταξίου είχαμε και κορίτσια. Στη δικιά μας ήτανε είκοσι, δυστυχώς όμως δεν είμαι βέβαιος αν τα θυμάμαι σωστά. Τα αναφέρω πάντως με κάθε επιφύλαξη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 97 Σχόλια »

Μαθητές και δάσκαλοι, αφήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου – 1

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2021

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τρίτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, δημοσίευσα αποσπάσματα από τα περισσότερα βιβλία, με τελευταίο τους Εσταυρωμένους σωτήρες.

Το βιβλίο που θα αρχίσω να δημοσιεύω από σήμερα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, ότι δεν είναι λογοτεχνικό, είναι αναμνήσεις από τα μαθητικά χρόνια του πατέρα μου στο γυμνάσιο της Μυτιλήνης -ένα χρονικό, θα έλεγα, γραμμένο ύστερα από παροτρύνσεις παλαιών συμμαθητών. Γι’ αυτό και δίσταζα να το δημοσιεύσω, αφού αφορά ένα ειδικό κοινό.

Από την άλλη, οτιδήποτε έχει σχέση με την εκπαίδευση δεν είναι στερημένο από γενικότερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ένα ιστολόγιο που έχει και εκπαιδευτικά ενδιαφέροντα αλλά και πολλούς εκπαιδευτικούς ως σχολιαστές. Έτσι, αποφάσισα τελικά να το δημοσιεύσω, ύστερα από μια μικρήν ανάπαυλα που οφειλόταν στο ότι δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο.

Το χρονικό αυτό έχει επίσης ενδιαφέρον σαν απόπειρα μικροϊστορικής καταγραφής.

Στη σημερινή πρώτη συνέχεια δημοσιεύω τον Πρόλογο και την Εισαγωγή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη το 2008 και το εξώφυλλό του μιμείται πετυχημένα την όψη των μαθητικών τετραδίων.

Πρόλογος

Όταν, με παρότρυνση πολλών παλιών συμμαθητών μου, ξεκίνησα να γράψω κάτι σαν χρονικό της τάξης μας στο Γυμνάσιο, να γράψω δηλαδή για τους μαθητές και τους καθηγητές της, είχα τη φιλοδοξία να αποτελέσει, το κείμενο αυτό, συλλογικό έργο, με την έννοια πως θα το γράφαμε πολλοί παλιοί συμμαθητές μαζί.

Για τον σκοπό αυτόν έφτιαξα ένα προσχέδιο, με το διάγραμμα της ύλης, τα περιεχόμενα και κάποια δικά μου περιληπτικά κείμενα και το μοίρασα σε πολλούς συμμαθητές μου, ζητώντας όχι μόνο να συμπληρώσουν τα κενά, αλλά να γράψουν τη δική τους εκδοχή, ακόμα και να προτείνουν κάτι τελείως διαφορετικό.

Πραγματικά με βοήθησαν αρκετοί φίλοι των σχολικών θρανίων, με φωτογραφίες, πληροφορίες, κάποιοι με σύντομα κείμενά τους, αλλά όχι στο βαθμό που προσδοκούσα και που θα χαρακτήριζε το έργο συλλογικό, με εμένα να περιορίζομαι στο ρόλο του επιμελητή της ύλης. Έτσι, αναγκαστικά, κάθισα και έγραψα σχεδόν όλα τα κείμενα μόνος μου και συνεπώς η ευθύνη για το αποτέλεσμα βαρύνει μόνον εμένα. Μερικά κείμενα, δικά μου ή άλλων,  έχουν παλαιότερα δημοσιευθεί σε λεσβιακά περιοδικά και αυτό μνημονεύεται στη βιβλιογραφία.

Οφείλω πάντως να ευχαριστήσω τους συμμαθητές μου: Βάσο Τεφτσή, Μιχάλη Γκορτζιώτη, Μιχάλη Γρημάνη, Μιχάλη Βενεδίκη, Γιώργο Μαυρονικόλα, Μιχάλη Πίτσιο, Γιώργο Σεφτελή, τον φίλο συγγραφέα Παναγιώτη Παρασκευαϊδη, τον φίλο Όμηρο Κοντούλη και τις φίλες Εύη Αποστόλου-Παναγιώτου, Αγλαϊα Αρχοντίδη-Αργύρη και Φανή Σωτηράκη-Αναιρούση, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσαν και τα στοιχεία που μου παραχώρησαν, κυρίως όμως για την ενθάρρυνση τους να προχωρήσω.

Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Κώστα Μίσσιο, ακάματο ερευνητή και καταγραφέα κάθε σχετικού με την πνευματική Λέσβο γεγονότος, για τα άφθονα και έγκυρα  στοιχεία που μου παραχώρησε.

Η δυσαναπλήρωτη απουσία του συμμαθητή μου Θανάση Τσερνόγλου μου στοίχισε πολύ, γιατί εκτός των άλλων μου στέρησε πολύτιμες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα, που οπωσδήποτε είχε συγκεντρώσει, έτσι μεθοδικός και λεπτολόγος που ήταν, αλλά τα οποία δε στάθηκε δυνατό να εντοπίσω και αγνοώ την τύχη τους.

Οπωσδήποτε στο κείμενο που ακολουθεί  οι παλιοί συμμαθητές μου, αλλά και συμπατριώτες, ειδήμονες των γεγονότων της εποχής εκείνης, θα βρούνε πολλές ελλείψεις, παραλείψεις και λάθη. Θέλω να τους βεβαιώσω πως δεν έγιναν σκοπίμως, αλλά οφείλονται στην απουσία τεκμηριωμένων στοιχείων.

Εισαγωγικά

Οι συμμαθητές μου κι εγώ καμαρώνουμε πως αποφοιτήσαμε από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Δικαίως πιστεύω. Δεν πρόκειται για κάποια επαρχιώτικη ξιπασιά ή έπαρση. Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης για πολλές δεκαετίες στάθηκε το αληθινό πνευματικό κέντρο ολόκληρου του νησιού και η συμβολή του υπήρξε αποφασιστική στη διάδοση των πιο προοδευτικών ιδεών και πρώτα απ΄ όλα του Δημοτικισμού, καθώς και στη διαμόρφωση του κλίματος εκείνου, μέσα στο οποίο αναδείχτηκε πλειάδα ανθρώπων των γραμμάτων και τεχνών, όλα αυτά όμως σε πνεύμα όχι αντιπαράθεσης και πολεμικής, αλλά σύνθεσης και συνεργασίας. Όπως γράφει ένας διαπρεπής απόφοιτός του και εν συνεχεία καθηγητής του, ο Βασίλης Αρχοντίδης[1] «στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης συναντήθηκαν τα δύο ρεύματα, ο δημοτικισμός και η κλασσική παράδοση, χωρίς να συγκρουσθούν σαν άσπονδοι εχθροί. Έτσι οι μαθητές που αγαπούσαν τη νέα ελληνική λογοτεχνία δε βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο ακραία ιδεολογήματα, υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα».

Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης ιδρύθηκε το 1840 και από το 1890 στεγάστηκε στο επιβλητικό, κλασσικής γραμμής κτίριο, με μαρμάρινα σκαλιά στην είσοδό του, που τη στολίζουν κίονες δωρικού ρυθμού και με απλόχωρο πευκόφυτο κήπο γύρω του. Βρίσκεται στο μεταίχμιο του παλιού ιστορικού πυρήνα της πόλης και της κάπως νεωτερίζουσας επέκτασής της προς νότο. Το κτίριο χτίστηκε με δωρεά πλειάδας πλουσίων Λεσβίων, που κατατάσσονται στην εκλείψασα (από την Κατοχή κι εδώ) κατηγορία των εθνικών ευεργετών, του Νικολάου Μητρέλια, που είχε κληροδοτήσει πεθαίνοντας το τεράστιο για την εποχή ποσό των 7.000 χρυσών λιρών,  των αδελφών Βουρνάζων και άλλων. Από αυτούς το άγαλμα του Σοφοκλή Βουρνάζου στέκεται στα προπύλαιά του και για πολλές δεκαετίες (όσες ήταν εν χρήσει το μελανοδοχείο και η πέννα), ήταν το θύμα ασεβούς εθίμου, να σπάνε επάνω του τα καλαμάρια τους, όσοι αποφοιτούσαν από το Γυμνάσιο[2].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εκπαίδευση, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 90 Σχόλια »

Μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα (απόσπασμα από το βιβλίο του Άμος Οζ)

Posted by sarant στο 8 Αυγούστου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα απόσπασμα, και συγκεκριμένα το 3ο κεφάλαιο, από το βιβλίο «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ, ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που μπορεί να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αφού σε αυτό ο Οζ αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του και την παιδική και εφηβική του ηλικία -και ταυτόχρονα την ιστορία της Ιερουσαλήμ και του κράτους του Ισραήλ κατά τον 20ό αιώνα. Ο τίτλος που βάζω στο άρθρο είναι δικός μου, αν και είναι παρμένος από μια φράση του βιβλίου.

Ο Άμος Οζ (1939-2018) γεννήθηκε Άμος Κλάουσνερ στην Ιερουσαλήμ λίγους μήνες πριν αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η οικογένεια του πατέρα του κρατούσε από το Βίλνιους της σημερινής Λιθουανίας, αν και κάποιοι είχαν κάνει μια σκάλα στην Οδησσό πριν εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη της βρετανικής αγγλικής εντολής στη δεκαετία του 1920. Η οικογένεια της μητέρας του ερχόταν από το Ρίβνε, σήμερα στην Ουκρανία. Και οι δυο ήταν διανοούμενοι -ο πατέρας του είχε πάντοτε φιλοδοξία για πανεπιστημιακή καριέρα, αλλά έμεινε βιβλιοθηκάριος, αφού στο νεοπαγές εβραϊκό κράτος οι πτυχιούχοι και διδάκτορες πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων ήταν πάρα πολλοί. Ένα-δυο χρόνια μετά την αυτοκτονία της μητέρας του, το 1952, ο Άμος Κλάουσνερ πήγε εθελοντής στο κιμπούτς Χούλντα. Εκει πήρε το επώνυμο Οζ. Με τον τρόπο αυτό ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του, που ήταν δεξιοί, αφού στα κιμπούτς επικρατούσε πνεύμα κομμουνισμού.

Αλλά αυτά θα τα διαβάσετε στο βιβλίο, που αξίζει αν το επιχειρήσετε παρόλο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες. Εγώ διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλιοφιλικό κεφάλαιο, που δεν είναι το πρώτο βιβλιοφιλικό αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έχουμε βάλει στο ιστολόγιο (θυμίζω, ας πούμε, ένα πρόσφατο αντίστοιχο της Ούρσουλας Λε Γκεν). Στην αρχή σκέφτηκα να παραθέσω μόνο το κομμάτι του κεφαλαίου που μιλάει ειδικώς για τα βιβλία αλλά τελικά αποφάσισα να βάλω όλο το κεφάλαιο.

Tο βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ιακώβ Σιμπή για τις εκδόσεις Καστανιώτη (2004). Βρήκα πολύ καλή τη μετάφραση, παρόλο που κάποια σημεία μού κίνησαν την περιέργεια (αλλά σε 700+ σελίδες και ποιος δεν θα είχε κάποιες παρατηρήσεις;).

Σημειώνω ότι τα «βιβλία με τελίτσες», που αναφέρει ο Οζ σε κάποιο σημείο, είναι τα βιβλία στα οποία δηλώνονται τα φωνήεντα με τελίτσες για να βοηθηθεί ο αναγνώστης, κάτι που γίνεται μόνο στα παιδικά βιβλία. Στα σημερινά εβραϊκά βιβλία για ενήλικες τα φωνήεντα δεν δηλώνονται.

Το βιβλίο έχει και ενδιαφέρον γλωσσικό, π.χ. σε κάποια σημεία όπου ο Οζ αναφέρει τις παρεξηγήσεις (συχνά ξεκαρδιστικές) που γίνονταν όταν μια λέξη της κλασικής εβραϊκής είχε πάρει άλλη σημασία στην αργκό ή τις λεπτομερείς εξηγήσεις που αγαπούσε να δίνει ο πατέρας του για την ετυμολογία διάφορων λέξεων και τη σχέση τους με άλλες λέξεις άλλων γλωσσών. Όμως τ’ αποσπάσματα αυτά είναι διάσπαρτα στο κείμενο οπότε δεν ήταν εύκολο να παρουσιαστούν εδώ.

Όσο για το παλαιστινιακό, ασφαλώς δεν θα λυθεί αύριο -απέφυγα να το θίξω στην εισαγωγή μου, αλλά σίγουρα θα αναφερθεί στα σχόλιά σας.

3

Μπορούσες να διακρίνεις παντού διάφορους μικρούς αγγελιαφόρους εκείνης της Ευρώπης, που ήταν η γη της επαγγελίας. Παραδείγματος χάρη, εκείνα τα ανθρωπάκια, εκείνα τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια που κρατούσαν τα παντζούρια ανοιχτά όλη τη διάρκεια της ημέρας, εννοώ εκείνα τα μεταλλικά μάντσαλαχ, τα α­νάγλυφα μάνταλα σε σχήμα ανθρώπου: όταν ήθελες να κλείσεις τα παντζούρια τα γύριζες έτσι ώστε όλο το βράδυ να μένουν κρεμασμέ­να με το κεφάλι προς τα κάτω. Όπως ακριβώς κρέμασαν τον Μουσολίνι και την παλλακίδα του, που λεγόταν Κλάρα Πετάτσι, στο τέ­λος του Παγκοσμίου Πολέμου. Και ήταν τρομερό, απαίσιο, όχι το ότι τους κρέμασαν, αυτό βέβαια τους άξιζε, αλλά το ότι τους κρέ­μασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Εγώ τους λυπήθηκα λίγο, παρό­λο που ήταν απαγορευμένο, αδιανόητο, τι, τρελάθηκες εντελώς; Έ­χασες τα λογικά σου; Να λυπάσαι τον Μουσολίνι; Είναι σαν να λυ­πάσαι τον Χίτλερ! Εγώ όμως το δοκίμασα, σε ένα σωλήνα στον τοί­χο, κρεμάστηκα από τα πόδια, με το κεφάλι κάτω: μετά από δυο λε­πτά όλο το αίμα μου κατέβηκε στο κεφάλι και ένιωθα να λιποθυ­μάω. Ο Μουσολίνι και η παλλακίδα του ήταν κρεμασμένοι έτσι, ό­χι δυο λεπτά αλλά τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ακόμα και μετά που τους σκότωσαν! Τη θεώρησα πολύ άγρια τιμωρία, ακόμα και για δολοφόνους. Ακόμα και για παλλακίδες.

Όχι πως είχα την παραμικρή ιδέα τι σήμαινε παλλακίδα. Σ’ όλη την Ιερουσαλήμ δεν υπήρχε εκείνες τις μέρες ούτε μία. Υπήρχε η «φί­λη», υπήρχε η «σύντροφος», υπήρχε η «φίλη με τις δυο σημασίες της λέξης». Μπορεί εδώ κι εκεί να υπήρχαν και κάποια ειδύλλια: πολύ επιφυλακτικά έλεγαν, λόγου χάρη, πως ο Τσερνιχόφσκι είχε κάποια νταραβέρια με τη φίλη τού Λουπάτιν, και εγώ υπέθετα καρδιοχτυπώντας ότι οι λέξεις «κάποια νταραβέρια» ήταν μια μυστήρια, μοι­ραία έκφραση, που έκρυβε πίσω της κάτι γλυκό και φοβερό, κάτι ε­παίσχυντο. Όμως παλλακίδα! Αυτό ήταν βιβλικό ζήτημα. Ένα ζή­τημα που ξεπερνούσε τη ζωή. Αδιανόητο. Ίσως στο Τελ-Αβίβ να υπάρχουν τέτοια πράγματα, σκεφτόμουν, εκεί πάντα υπάρχουν διά­φορα πράγματα που εδώ σε μας δεν υπάρχουν και απαγορεύονται.

Ο συγγραφέας το 1965

Άρχισα να διαβάζω σχεδόν μόνος από τότε που ήμουν τόσο δα μικρός. Μήπως είχαμε και τίποτε άλλο να κάνουμε; Οι νύχτες τότε ή­ταν πολύ πιο μακριές, επειδή η υδρόγειος σφαίρα γυρνούσε πολύ πιο σιγά, αφού και η βαρύτητα στην Ιερουσαλήμ ήταν πολύ πιο μεγά­λη από ό,τι είναι σήμερα. Το φως της λάμπας ήταν κίτρινο και χλο­μό, και έσβηνε κάθε τόσο με τις πολλές διακοπές ρεύματος. Μέχρι σήμερα συνδέονται μέσα μου η μυρωδιά των κεριών που κάπνιζαν και η μυρωδιά της μαυρισμένης από καπνιά λάμπας πετρελαίου με την επιθυμία μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Από τις εφτά το από­γευμα κλεινόμασταν σπίτι εξαιτίας της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επέβαλλαν οι Άγγλοι στην Ιερουσαλήμ. Όμως ακόμα κι όταν δεν απαγόρευαν την κυκλοφορία, ποιος ήθελε να βρίσκεται έξω ε­κείνες τις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Όλα ήταν θεόκλειστα, δεν υπήρ­χε ψυχή στα πέτρινα δρομάκια. Κάθε σκιά που περνούσε σ’ αυτά τα σοκάκια έσερνε πίσω της στην άδεια άσφαλτο τρεις ή τέσσερις σιλουέτες σκιάς.

Ακόμα και όταν δεν υπήρχε διακοπή ρεύματος, ζούσαμε πάντα με το θολό φως επειδή έπρεπε να κάνουμε οικονομία: οι γονείς μου άλλαζαν τη λάμπα των σαράντα βατ με μια των είκοσι πέντε, όχι μό­νο εξαιτίας της τιμής αλλά και, κυρίως, από θέμα αρχής, επειδή το ζωηρό φως ήταν σπατάλη και η σπατάλη ήταν ανήθικο πράγμα. Στο μικρό μας διαμέρισμα συνωστιζόταν πάντα όλο το ταλαιπωρημένο ήμισυ του ανθρώπινου γένους: τα πεινασμένα παιδιά στις Ινδίες, που εξαιτίας τους έπρεπε να τελειώσω ό,τι μου έβαζαν στο πιάτο. Οι μααπιλίμ, οι επιζήσαντες από τη χιτλερική κόλαση, που οι Άγγλοι τους εξόριζαν στις τενεκεδένιες καλύβες των στρατοπέδων της Κύπρου. Τα ορφανά που περιπλανιόντουσαν ακόμα με τα κουρέλια τους στα χιονισμένα δάση της κατεστραμμένης Ευρώπης. Ο μπαμπάς καθό­ταν μέχρι τις δύο τη νύχτα και δούλευε μπροστά στο γραφείο του υπό το φως μιας αναιμικής λάμπας των είκοσι πέντε βατ, ζορίζοντας τα μάτια του, διότι δεν ήταν ωραίο να χρησιμοποιείς πιο δυνατή λά­μπα: οι πιονιέροι στα κιμπούτς της Γαλιλαίας κάθονται κάθε βρά­δυ στη σκηνή και γράφουν ποιητικές συλλογές ή φιλοσοφικές πραγ­ματείες υπό το φως του τρεμάμενου στον άνεμο κεριού, πώς μπορείς εσύ να τους αγνοήσεις και να κάθεσαι σαν Ρότσιλντ υπό το φως μιας ζωηρής λάμπας σαράντα βατ; Και τι θα πουν οι γείτονες αν δουν ξαφνικά στο σπίτι μας φώτα χοροεσπερίδας; Θεωρούσε λοι­πόν πιο σωστό να βγάζει τα μάτια του προκειμένου να μη βγάζει μάτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Βιβλία, Εβραϊσμός, Ισραήλ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Οδός Αφάντων (ένα αφήγημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου)

Posted by sarant στο 25 Ιουλίου, 2021

Μου έστειλαν προ καιρού το πρώτο τεύχος ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού, με τίτλο Αντίθετα Ρεύματα, με εκδότη τον Λεωνίδα Ιωαννίδη.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, κάτι που το υπαινίσσεται και ο τίτλος του. Όπως αναφέρει ο εκδότης στο σημείωμά του: Σαλπάρουμε λοιπόν απ’ το λιμάνι μας -τη Χαλκίδα, και πλέουμε καταμεσής στα επικίνδυνα αντίθετα ρεύματα του Εύριπου, που πολλά βαπόρια έχουνε παρασύρει στα βράχια. Αλλά εμείς τα ξορκίσαμε. Βαφτίσαμε το καραβάκι «Αντίθετα Ρεύματα».

Το περιοδικό θα είναι τριμηνιαίο («περίπου», κατά το σημείωμα του εκδότη) οπότε ίσως αυτές τις μέρες να κυκλοφορήσει και δεύτερο τεύχος, αν και ομολογώ πως δεν βρήκα κάποια παρουσία του περιοδικού στον Ιστό για περισσότερες πληροφορίες.

Στο πρώτο τεύχος υπάρχουν αρκετές αξιόλογες συνεργασίες, όπως του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη με τέσσερα ποιήματα και συνέντευξη -το ένα από τα ποιήματα το βρήκα να αναδημοσιεύεται εδώ.

Στο οπισθόφυλλο, δυο στροφές από το ποίημα «Φαντασία» του Γιάννη Σκαρίμπα.

Διάλεξα να παρουσιάσω ένα σύντομο αφήγημα του πολύ αγαπητού Νίκου Δ. Τριανταφυλλόπουλου, επειδή μου αρέσουν τα πεζά με αναμνήσεις και τα πολεογραφικά κείμενα, και αυτό το αφήγημα συνδυάζει τα δυο αυτά στοιχεία. Αγαπώ βέβαια και τον Παπαδιαμάντη, όπως και τον Σκαρίμπα, οπότε το καλό τριτώνει διότι ο Τριανταφυλλόπουλος έχει εντάξει παπαδιαμαντικές και σκαριμπικές λέξεις στα κείμενά του γενικώς, και στο πεζό αυτό ειδικώς.

Κεντρικός δρόμος της Χαλκίδας είναι η οδός Αβάντων. Ο Τριανταφυλλόπουλος παίρνει αφορμή από το λάθος κάποιου (μη Χαλκιδαίου, βεβαίως) που την πληκτρολόγησε «Αφάντων» και θυμάται πώς ήταν στο παρελθόν ο δρόμος αυτός καθώς και πολλούς γνωστούς και φίλους του, που τον περπατούσαν, και που δεν βρίσκονται πια στη ζωή. Οπότε, μας λέει, τελικά δικαιολογείται η παρονομασία.

Όπως λέει ο εκδότης στο σημείωμά του, το περιοδικό δέχεται το σύστημα τονισμού που προτιμά ο κάθε συνεργάτης, κι έτσι το πεζογράφημα του Ν.Δ.Τ. τυπώθηκε σε πολυτονικό αλλά σχεδόν όλα τα άλλα κείμενα είναι στο μονοτονικό. Στο δικό μας ιστολόγιο γενικά προτιμάμε το μονοτονικό, αλλά εδώ μονοτόνισα το κείμενο και για τεχνικούς λόγους. Κατά τα άλλα, διατήρησα την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Στο τέλος του άρθρου, παραθέτω χάρτη της Χαλκίδας με σημειωμένη την οδό Αβάντων.

 

Oδός Αφάντων

Γελάσαμε στην αρχή η Λαμπρινή κι ελόγου μου με την παρανάγνωση Αφάντων αντί Αβάντων, ύστερα όμως σοβαρευτήκαμε. Πώς είχα την απαίτηση ο φοιτητής καν η φοιτήτρια που πληκτρο­λόγησαν το περί Σκαρίμπα παλαιό κείμενό μου να γνωρίζουν, εκεί στην Πάτρα, τους ομηρικούς Άβαντες της Χαλκίδας και την φερώνυμή τους οδό της πόλης;

Κατόπι χαμογέλασα αλλιώς: όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παρανάγνωση ήταν σωστή. Τουλάχιστον για έμενα και ενδεχομένως για όσους κουβαλούν χρόνια περισσότερα από ογδόντα. Ναι, οδός Αφάντων προσώπων, κτισμάτων και καταστάσεων.

*

Στα σχολικά, τα φοιτητικά και τα ναυτικά μου χρόνια η Αβάντων ήταν η κεντρική αρτηρία -η λέξη να εννοηθεί ανατομικά- της πόλης. Για τους περισσότερους συμπολίτες εκείνου του καιρού «νυφοπάζαρο». Χαρακτηρισμός απολύτως αποδεκτός από τη νε­ολαία των μεγάλων τάξεων των τότε Εξαταξίων Γυμνασίων Αρρένων και Θηλέων, από τούς λογής λογής φοιτητές -εκείνοι των στρατιωτικών σχολών με τις στολές τους- από τούς νεόκοπους μόνιμους ή έφεδρους αξιωματικούς, τούς ποδοσφαιριστές και κάθε είδους αθλητές της στεριάς και της θαλάσσου. Πού ’ναι τους τώρα;

Για εμένα, απελπισμένον από τούς δίχως ανταπόκριση έρωτές μου, η Αβάντων ήταν το μεγάλο αντιφάρμακο, αληθινά «οδός ονείρων», που δεν ήταν άλλα από τα βιβλία και τα περιοδικά. Εκεί το βιβλιοπωλείο του Πανταζή όπου γνώρισα τον Ιούλιο Βερν και λίγο παραπέρα, σχεδόν απέναντι από το ιερό του Αγίου Νικολάου, το νεώτερο του Μόσχου. Η προθήκη του, που θα λήστευα δίχως τύ­ψεις αν ήμουν θαρραλέος, ιρίδιζε χάρη στα μαγικά εξώφυλλα των νεανικών εκδόσεων Αλικιώτη. Παρέκει το κατάστημα Σιαμέλα, πού δεν το στιμάριζα για τα καραμελοειδή του αλλά γιατί ήταν πρα­κτορείο Τύπου. Φλετούραγε η καρδιά μου όταν, ε-πι-τέ-λους, έφτανε το πολυπόθητο νέο τεύχος, πάντοτε με συναρπαστικό εξώφυλλο, των κατά δυστυχίαν άτακτων και βραχύβιων «Προσκοπικών Σελίδων». Ωστόσο για τους αναγνωστικούς μου έρωτες εκείνων των χρόνων έχω αλλού μιλήσει. Τώρα απομένει να πω ότι τα κτίσματα και όσοι στεγάζονταν εκεί, οι διαμεσολαβητές των ονείρων μας, έχουν έκλείψει «ωσεί χόρτος».

Είπα «τα κτίσματα». Στην Αβάντων, εκεί που διασταυρώνεται με τη Βώκου, ήταν το σπίτι της Φιγιέττας Πνευματικού, ιδεατής και ιδανικής ερωμένης του Σκαρίμπα, που απήλθε νέα, αφού του πήρε τον νου. Μυθολογείται πως η αρχόντισσα κυρά τον δέχτηκε μια φορά στο σπίτι -ναι, εκεί στην Αβάντων- και τον έκαμε να χάσει τη λαλιά του με ένα «καλημέρα σας, κύριε Σκαρίμπα» και εκείνος κατέβηκε τις σκάλες με τα γόνατα να τρέμουν, πανευτυχής και τρισδυστυχισμένος. Φευγάτος πια κι αυτός, φευγάτο και το σπίτι.

Στην Αβάντων η Alliance Française, όπου φοίτησα χρόνια και χρόνια δίχως να προκόψω, κι ας πήρα την πρώτη χρονιά από τα χέρια του φιλοπαπαδιαμαντικού Οκταβίου Μερλιέ το πρώτο βραβείο. Στεγαζόταν η A.F. σε κτίριο που ήταν δίπλα στο Γυμνάσιο Αρρένων. Απέναντι από την πόρτα του Γυμνασίου το ποδηλατά­δικο του Παρασκευά, όπου χώνονταν κρυφά οι τελειόφοιτοι για να φουμάρουν. Πάει το ποδηλατάδικο, ο καιρός έδιωξε την A.F., αφά­νισε τον χώρο του Β’ Γυμνασίου Αρρένων.

Ωστόσο κάποτε ο χρόνος αποφασίζει να παίξει. Κολλητή σχεδόν στο αρχοντικό της Φιγιέττας ήταν μια παράγκα, όπου στεγαζόταν ο μικροπωλητής Παπίγκης. Δυστυχής άνθρωπος. Η στέγη της παράγκας, από λαμαρίνα, δεχόταν βροχή τις πέτρες της αλαναρίας που συνοδεύονταν από τον έμμετρο εμπαιγμό:

Σιδεροκέφαλε Παπίγκη Καραγκιόζη.

Η παράγκα σώζεται! Ό παλιός της όμως ένοικος και οι βασανιστές του ταξιδέψαν ανεπίστροφα.

 

*    *

Κατηφορίζω συχνά την Αβάντων. Μια κατεβασιά διαφορετική από εκείνη της παράλληλης Νεοφύτου. Στη Νεοφύτου τραγουδώ εντός μου προσκοπικά τραγούδια – εκεί βρίσκονταν η Πρώτη και η Τρίτη ομάδα Προσκόπων. Όταν κατεβαίνω, τώρα, την Αβάντων, παίζω τύμπανο με τη γλώσσα και τα δόντια μου. Φτάνοντας στο σημείο του πάλαι ποτέ αρχοντικού της Φιγιέττας, κάμνω νοερά στροφή της κεφαλής δεξιά, για να τιμήσω όχι το ίνδαλμα του Σκαρίμπα, αλλά την οικογένεια του Καλλισθένη Μουστάκα, που η θελκτική κόρη του Ασπασία παντρεύτηκε τον γοητευτικότατο αρχιτυμπανιστή της πόλης Χρήστο Αστερίου. Έτσι, τυμπανίζοντας, κατέβαινε κι εκείνος την Αβάντων με το σχολείο, μπορεί και να την ανέβαινε με τη φιλαρμονική, και ξέροντας ότι η Ασπασία ήταν πίσω από την χαραμάδα των παντζουριών έκανε τα μαγικά του με τα τυμπανόξυλα. Έφυγαν με τα σύννεφα.

Εξακολουθώ να κατηφορίζω. Στη μέση περίπου της Αβάντων, δεξιά όπως την κατεβαίνουμε, ήταν μια μάντρα όπου έπαιζε Καραγκιόζη ο Μάνθος ο Ψηλέας. Το φόρτε του ήταν οι ηρωικές παραστάσεις και οι «αποθεώσεις». Πού πήγαν εκείνα τα παλληκάρια;

Απόμεινε τάχα κανένας που να θυμάται ότι μ’ ένα φύσημα του Μπαρμπαγιώργου όλη ή φρουρά του σαραγιού – κι ο αρχηγός της Πεπόνιας- στρώνονταν στο χώμα;

 

*    *  *

Ανεβοκατεβαίνω και τώρα την Αβάντων. Πού και πού με χαιρετάει κάποιος ή κάποιοι, παλαιοί μαθητές και μαθήτριές μου. Οι συμμαθητές μου στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων άμοροι όλοι τους. Χρό­νια έχω ν’ αντιπλωρίσω έστω και έναν. Από το Β’ Γυμνάσιο βλέπω τους κάπως μεγαλύτερούς μου Απόστολο Τούντα, έφεδρο σημαι­οφόρο του Βασιλικού Ναυτικού όπως κι ελόγου μου και τον Γιάννη Καλαμακίδη, δικηγόρο και κάποτε σπουδαίο παίχτη του Ολυμπια­κού Χαλκίδος. Ευγνώμονες μαθητές του πατέρα μου. Συναντώ συχνά τον Νίκο Καθαροσπόρη, καλόν στα νιάτα παίχτη της καλα­θοσφαίρισης -στο ίδιο θρανίο της Όγδοης Γυμνασίου- και τον Παναγιώτη Μάγειρα, ποδοσφαιριστή το πάλαι και τραγουδιστή. Οι άλλοι πού δρα-να-πέ-τε-ψαν;

Ναι, ναι, το πέτυχε όποιος ή όποια πληκτρολόγησε το κείμενό μου! Οδός Αφάντων…

 

 

Posted in Αναμνήσεις, Παπαδιαμάντης, Περιοδικά, Πεζογραφία, Πολεογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 95 Σχόλια »

Χρόνια πολλά, κύριε Εντγκάρ Μορέν!

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2021

Ο Γάλλος φιλόσοφος Εντγκάρ Μορέν (Edgar Morin) γιορτάζει σήμερα τα εκατό του χρόνια. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι φτανει στο αξιοζήλευτο αυτό ορόσημο ακμαίος, έχοντας μάλιστα εκδώσει πέρυσι το (μέχρι στιγμής) τελευταίο του βιβλίο, που αναφέρεται στα διδάγματα από τον κορονοϊό.

Ο Εντγκάρ Μορέν λοιπόν γεννήθηκε το 1921 στο Παρίσι από γονείς που ανήκαν στην εβραϊκή διασπορά και είχαν ζήσει πολλά χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Δεν θα αναφερθώ όμως στα βιογραφικά του, διότι τα αφηγείται ο ίδιος στο κείμενό του που θα παραθέσω πιο κάτω.

Πολλά από τα βιβλία του Μορέν έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά, από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου εκδίδω κι εγώ τα γλωσσικά βιβλία μου. Το έργο ζωής του Μορέν είναι η «Μέθοδος» (σε 6 τόμους). Από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου έχουν κυκλοφορήσει οι 4 τελευταίοι: «3. Η γνώση της γνώσης» (2001, μετάφραση Θοδωρής Τσαπακίδης), «4. Οι ιδέες» (2004, μετάφραση Θοδωρής Τσαπακίδης), «5. Η ανθρώπινη ταυτότητα» (2005, μετάφραση Τιτίκα Δημητρούλια) «6. Ηθική» (2013, μετάφραση Γιάννης Καυκιάς).

Το τελευταίο του βιβλίο, που το έγραψε σε συνεργασία με τη Sabah Abouessalam, έχει τίτλο «Ας αλλάξουμε δρόμο – Τα μαθήματα του κορονοϊού». Κυκλοφόρησε στα γαλλικά τον Μάιο του 2020 και στα ελληνικά φέτος, σε μετάφραση του Θεόδωρου Παραδέλλη.

Στο εκτενές προοίμιο του βιβλίου αυτού, που έχει τίτλο «Εκατό χρόνια μεταπτώσεων», ο Μορέν εξετάζει τα χρόνια της ζωής του από το 1921 ως το 2020, που οροθετούνται από δυο πανδημίες: την ισπανική γρίπη στην αρχή, που παραλίγο να τον σκοτώσει πάνω στη γέννησή του, και τώρα τον κορονοϊό.

Ζήτησα από τον εκδότη, τον Γιάννη Νικολόπουλο, την άδεια να αναδημοσιεύσω το προοίμιο. Μου έστειλε το αρχείο κειμένου και το παραθέτω αμέσως πιο κάτω. Παραθέτω επίσης και τη σύντομη εισαγωγή του Μορέν, που δίνει μια ιδέα για το περιεχόμενο του βιβλίου (να το αγοράσετε!).

Στο τέλος κάνω μια μεταφραστική παρατήρηση.

Ίσως είναι δική μου ιδιοτροπία, αλλά με συναρπάζει να διαβάζω απομνημονεύματα και αφηγήσεις ζωής ανθρώπων διάσημων όσο και άσημων, κι έτσι βρήκα πολύ ενδιαφέροντα τον απολογισμό ζωής που κάνει εδώ ο Μορέν. Ίσως κινήσει και το δικό σας ενδιαφέρον.

Στον εορτάζοντα δεν θα ευχηθούμε βέβαια να τα εκατοστίσει, αλλά να είναι πάντοτε ακμαίος και, παρόλο που στην κατακλείδα λέει ότι δαπάνησε «τις τελευταίες του δυνάμεις για αυτό το πόνημα», να γράψει κι άλλα βιβλία!

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Εκατό χρόνια μεταπτώσεων

Η ισπανική γρίπη

Είμαι θύμα της επιδημίας της ισπανικής γρίπης, κι επιπλέον πέθανα, ή μάλλον γεννήθηκα νεκρός και ανένηψα μετά από αδιάκοπα χτυπήματα του γυναικολόγου που με κρατούσε τριάντα λεπτά κρεμασμένο από τα πόδια.

Στην πραγματικότητα είμαι ένα έμμεσο θύμα. Η νεαρή κοπέλα Λούνα Μπερέσι, που θα γινόταν μητέρα μου, είχε προσβληθεί από ένα καρδιακό νόσημα, το 1917 θαρρώ. Όταν παντρεύτηκε, της απαγορεύτηκε να κάνει παιδί, διότι ο τοκετός θα ήταν θανάσιμος. Την απαγόρευση αυτή την απέκρυψε από το σύζυγό της Βιντάλ. Όταν συνέλαβε, συμβουλεύτηκε μια παράνομη αμβλώτρια (η εκούσια διακοπή της κύησης θεσπίστηκε μισόν αιώνα αργότερα), η οποία της έδωσε κάποια αποτελεσματικά εκτρωτικά φάρμακα. Η ίδια προσποιήθηκε μια ψεύτικη γέννα αποβολή μπροστά στο σύζυγό της, o οποίος ανέλαβε με ζήλο τα συζυγικά του καθήκοντα. Όταν έμεινε και πάλι έγκυος, προσέφυγε ξανά στην αμβλώτρια, η οποία της έδωσε τα εκτρωτικά μέσα, αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο το έμβρυο εμφυτεύθηκε. Σε κατάσταση σύγχυσης, γεννήθηκε με ισχιακή προβολή [ανάποδα], στραγγαλισμένο από τον ομφάλιο λώρο του, το πρωί της 8ης Ιουλίου του 1921. Ο γυναικολόγος είχε υποσχεθεί ότι θα σώσει τη μητέρα. Έσωσε και τη μητέρα και το παιδί.

Δεν έχω, βέβαια, καμιά ανάμνηση του γεγονότος, αλλά φέρω τα ίχνη του μέχρι σήμερα· ένα αίσθημα ασφυξίας που με καταλαμβάνει καμιά φορά μου δίνει την εντύπωση ότι κόβεται η αναπνοή μου, οπότε παίρνω μια βαθιά ανάσα. Ενενήντα χρόνια αργότερα, ο κορονοϊός, έμμεσος απόγονος της ισπανικής γρίπης (Η1Ν1), έρχεται να μου θυμίσει το χαμένο ραντεβού της γέννησής μου.

Καθώς θα ήθελα να συνεχίσω κάποια σχέδιά μου και να γνωρίσω μερικές χαρές, ελπίζω ν’ αποφύγω αυτό το ραντεβού, αλλά και πάλι ποιος ξέρει;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επετειακά, Παρουσίαση βιβλίου, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Γαλαξιδιώτικες λέξεις -και μια ιστορία (μια συνεργασία του Gpointofview)

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι -το τελευταίο πριν από δυόμισι μηνες θα το βρείτε εδώ, όπου και λινκ προς τα προηγούμενα.

Αλλά τα διηγήματα δημοσιεύονται Κυριακή. Σήμερα, μέρα καθημερινή, έχουμε μιαν αλλιώτικη συνεργασία του -που όμως έχει και λογοτεχνική διάσταση, ή έστω αφηγηματική.

Ο Τζι έστειλε μια συνεργασία που εντάσσεται σε μιαν άλλη κατηγορία συνεργασιών που έχουμε καθιερώσει στο ιστολόγιο, με διαλεκτικό λεξιλογικό υλικό από διάφορες περιοχές της χώρας. Κι έτσι, αφού απο παιδί παραθερίζει στο Γαλαξίδι, κάθισε και συγκεντρωσε μερικές λέξεις που «τις λένε αλλιώς στο Γαλαξίδι απ’ό,τι στην Αθήνα». Θα προσέξετε ότι η αλιευτική και ναυτική ορολογία έχει παραπάνω από ευπρόσωπη παρουσία στο δείγμα.

Όμως αυτό είναι η αρχή. Διότι, με αφορμή μια λέξη, ένα τοπωνύμιο, το άρθρο μετεξελίσσεται σε αφηγημα για την ιστορία μιας σπηλιάς που σημάδεψε τα καλοκαίρια στο Γαλαξίδι πριν από δεκαετίες. Πείτε το και ανάμνηση παλιών εποχών.

Οπότε, δίνω τον λόγο στον Τζι και στη διπλή συνεργασία του. Bάζω δυο σχόλια σε αγκύλες.

Εκτός από την πρώτη, τουριστική, φωτογραφία, οι υπόλοιπες είναι δικές του.

Λέξεις που δεν ήξερα στην Αθήνα, όπως τις άκουσα στο Γαλαξίδι

Αβέρτο, το = δες μπαλαέρας

Αγάνα, η = το μικρό αγκαθάκι, τα λεπτά κόκαλα των ψαριών

Αγιούτο, το = βοήθεια, ιταλικό «δος μου έν’ αγιούτο»

Αλπή, η = αλεπού

Αναφόρι, το = μικρή ριπή ανέμου, συνήθως προπομπός του μαΐστρου

Αντιμάμαλο, το =  σύγκρουση κυμάτων αντίθετης κατεύθυνσης, συνήθως  κάποια μέτρα από την ακτή καθώς ανακλώνται τα προγενέστερα κύματα

Απάνω πάτος, ο =  επάνω όροφος

Αποχή, η = υποθαλάσσιος γκρεμός

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Γλωσσικά ταξίδια, Ντοπιολαλιές, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 187 Σχόλια »

Αναζητώντας τον χορό Romaica (μια συνεργασία του Corto)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2021

Ο φίλος μας ο Corto μού έστειλε το άρθρο που θα δημοσιεύσω σήμερα, που γεννήθηκε από ένα απόσπασμα των απομνημονευμάτων του πρίγκιπα Ν. Σούτσου, μεγάλου λογοθέτη της Μολδαβίας. Παραθέτω το κείμενο που μου έστειλε ο Corto και στο τέλος λέω τη γνώμη μου.

Με την άδεια του Νίκου, καταθέτω ένα ερώτημα ιστορικού και φιλολογικού χαρακτήρα, συγκεντρώνοντας και όλα τα σχετικά στοιχεία που μπόρεσα να μαζέψω. Υπερευχαριστώ τον Νίκο για την προθυμία του να φιλοξενήσει το ερώτημά μου! Ευχαριστώ επίσης και τους φίλους αναγνώστες για την υπομονή τους!

Καταθέτω το ζήτημα το οποίο με απασχόλησε με τον φίλο μου (και συνάδελφό μου) Σ.Β.:

Η σύζυγος του φίλου μου, η οποία είναι από την Ρουμανία και έχει σπουδάσει ιστορία, διαβάζει το εξής έργο:

Memoriile Principelui Nicolae Suțu mare Logofăt al Moldovei

Το βιβλίο αποτελεί μετάφραση από τα γαλλικά, όπου κυκλοφόρησε με τίτλο:

Mémoires du prince Nicolas Soutzo, grand-logothète de Moldavie, 1798-1871

Πρόκειται (από όσο κατάλαβα) για απομνημονεύματα του πρίγκηπα Νικολάου Σούτσου, που έδρασε στις Παρίστριες ηγεμονίες (και μάλιστα έτυχε και σε επιδημία χολέρας). Το κείμενο αυτό, το οποίον θεωρείται σπουδαιότατο ιστορικό κειμήλιο για την πολιτική της εποχής στην οποίαν αναφέρεται, γράφηκε κατά πάσαν πιθανότητα στα γαλλικά και πρωτοεκδόθηκε σε αυτήν την γλώσσα, μετά τον θάνατό του, το έτος 1899 από τον Παναγιώτη Ρίζο στην Βιέννη.

Σε μια συζήτηση για το βιβλίο, προέκυψε η εξής απορία:

Στο παράρτημα του βιβλίου παρουσιάζεται λιθογραφία Ελλήνων ψαράδων (μάλλον της Προποντίδος ή της Κωνσταντινουπόλεως) οι οποίοι χορεύουν χορό τον οποίον η λεζάντα αποκαλεί «ROMAICA«.

Iδού η λιθογραφία:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απορίες, Αναμνήσεις, Λαογραφία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 159 Σχόλια »

Τα σπίτια της παιδικής μου ηλικίας (από την αυτοβιογραφία του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2020

Συμπληρώνονται αύριο 132 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888.

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε εκεί κοντά, ας πούμε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, κατ’ εξαίρεση μια μέρα νωρίτερα. Αν το έβαζα ανήμερα της γέννησης, αύριο, θα εκτόπιζα τα μεζεδάκια, τα οποία θα πήγαιναν Κυριακή και θα εκτόπιζαν το Μηνολόγιο. Οπότε, βάζω σήμερα το λαπαθιωτικό άρθρο, αποφεύγοντας έτσι τις άλλες μετατοπίσεις

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω περίπου το μισό δεύτερο κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη «Η ζωή μου», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1940 στο Μπουκέτο (και μάλιστα διακόπηκε απότομα με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου). Το πρώτο κεφάλαιο υπάρχει ήδη στο Διαδίκτυο (π.χ. εδώ), οπότε προτίμησα να μην το επαναλάβω.

Παιδική φωτογραφία παρμένη από τεύχος του Μπουκέτου

Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε, ο Λαπαθιώτης αφηγείται τα σπίτια όπου έζησε μικρός και κάποιες αναμνήσεις που έχει συγκρατήσει από το καθένα τους (πολλές βασισμένες σε διηγήσεις της μητέρας του). Όπως θα δείτε, μετακόμιζαν σχεδόν κάθε χρόνο, αλλά πάντοτε μέσα σε μια πολύ μικρή ακτίνα από το κέντρο της Αθήνας. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος, όπως μας λέει στο πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του.

Θα άξιζε ίσως να προσπαθήσει κάποιος να εντοπίσει αν υπάρχουν ακόμη τα σπίτια αυτά, αλλά δεν δίνει και πολλές πληροφορίες ο Λαπαθιώτης, αν και για κάποια αναφέρει οδό και αριθμό (αν βέβαια δεν έχει αλλάξει η αρίθμηση). Πάντως, το 1940 -όταν γράφεται το κείμενο- τα σπίτια αυτά υπήρχαν ακόμα.

Θα μπορούσαν επίσης να σχολιαστούν κάποιες αναφορές του κειμένου, αλλά ας πούμε ότι βαρέθηκα να το κάνω. Πάντως, το συλλαλητήριο στο πεδίο του Άρεως που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Τρικούπη εξαιτίας της επέμβασης του διαδόχου έγινε τον Ιανουάριο του 1895 -άρα ο Λαπαθιώτης τότε ήταν 6 χρονών και τριών μηνών. Σε εφημερίδες της εποχής έχουμε αναφορές στον πατέρα του.

Ο πατέρας του, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν στρατιωτικός και οι στρατιωτικοί είχαν περίοπτη κοινωνική θέση στην Ελλάδα του 1890 -o ποιητής πέρασε άνετη και χαϊδεμένη παιδική ηλικία, έχοντας πάντα γύρω του πολλούς ανθρώπους να τον προσέχουν, μέχρι και την ορντινάντζα του πατέρα του -αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει ο ίδιος.

Μεταφέρω τις σελ. 22-29 από το βιβλίο Η ζωή μου (Κέδρος 2009, επιμ. Γιάννη Παπακώστα), την αρχή του 2ου κεφαλαίου που έχει τίτλο «Προϊστορία και τ’ ανέκδοτά της…»

Κεφάλαιο 2

Πυκνό σκοτάδι, φοβερό σκοτάδι, σαν το σκοτάδι της ανυπαρξίας.

Εδώ κι εκεί κάποιες ασύνδετες εικόνες: Να ’ταν αλήθεια, να ’ταν στ’ όνειρό μου;

Βρίσκομαι σε μια κάμαρη, νύχτα, σκοτεινά, θαρρώ πώς είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Στο ταβάνι, κόκ­κινες σαν αίμα, περνούν μεγάλες έντονες ανταύγειες από μακρινά βεγγαλικά! Ο πατέρας μου κι η μητέρα, σαν ίσκιοι, στο παράθυρο. Και τίποτ’ άλλο.

Ίσως αυτά να ’ταν στο πρώτο σπίτι, σ’ ένα σπίτι της οδού Κολοκοτρώνη (αριθ. 59 τώρα), το σπίτι «του Σκύρα», καθώς τ’ ανάφερνε κατόπιν η μητέρα μου, και στο οποίο πήγαμε έπειτ’ απ’ των Αγίων Θεοδώρων.

Κι έπειτα σ’ ένα σπίτι της οδού Αθηνάς (αριθ. 27 τώρα), που ’βλεπε στο παλιό σχολειό του Καραμάνου, το σπίτι του «κυρ-Θανάση»: Ένας μακρύς και σκοτει­νός διάδρομος, μ’ ένα χαλί σ’ όλο το μάκρος του, που τελειώνει σ’ έναν τοίχο. Σ’ αυτό τον τοίχο, ένα κανονι­κότατο βαθούλωμα και μέσα του μια διακόσμηση, κάτι σαν πελώρια αρχαϊκή υδρία…

Κι εκεί το πρώτο αίσθημα του φόβου: Είχε, λέει, μόλις βασιλέψει κι ήταν μισοσκότεινα. Στεκόμουν σέ μια πόρτα, την πόρτα του γραφείου του πατέρα μου. Μέσα στην τραπεζαρία, ο στρατιώτης, στρώνοντας τραπέζι, τοποθετούσε τα μαχαιροπήρουνα, που βροντούσαν μες στη σιωπή. Είχα σταθεί ακίνητος, αμίλη­τος, σαν να μην τολμούσα να σαλέψω. Η μητέρα μου με ρώτησε γιατί. Και της αποκρίθηκα:

– Βοβείται! (Φοβάμαι!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , | 101 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (Το Επίμετρο από τα Πολεμικά)

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2020

Συμπληρώνονται σήμερα 80 χρόνια από την 28η Οκτωβρίου 1940. Φέτος η εθνική γιορτή θα τιμηθεί χωρίς παρελάσεις (κάποιοι θα πουν πως είναι ένα από τα ελάχιστα καλά του κορονοϊού) αλλά στο ιστολόγιο δεν έχουμε τέτοιους περιορισμούς κι έτσι θα τιμήσουμε την ημέρα αναδημοσιεύοντας το Επίμετρο από τα Πολεμικά, τον τέταρτο τόμο των χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αρχείο σε δική μου επιμέλεια.

Στο επίμετρο αυτό αφηγούμαι ένα περιστατικό από τα μετόπισθεν, που το έχω κι άλλες φορές αφηγηθεί στο ιστολόγιο -ουσιαστικά το κείμενο έχει πάρα πολλές ομοιότητες με ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου (το έχω δα ομολογήσει ότι βιβλία και ιστολόγιο είναι συγκοινωνούντα δοχεία).

Χωρίς άλλους προλόγους, παραθέτω το Επίμετρο από τα Πολεμικά (το κείμενο πριν από τις διορθώσεις του βιβλίου, μπορεί να έχει κάποια λαθάκια):

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Σε πολλά από τα χρονογραφήματα που διαβάσατε σε αυτόν τον τόμο, ο Βάρναλης επιτίθεται δριμύτατα στον φασισμό ενώ επανειλημμένα διακρίνει τον ιταλικό λαό από τη φασιστική ηγεσία της χώρας και τον Μουσολίνι προσωπικά. Την ίδια στάση είχαν υιοθετήσει και άλλοι αριστεροί διανοούμενοι που αρθρογραφούσαν σε εφημερίδες και σε περιοδικά.

Αυτό όμως δεν πέρασε απαρατήρητο από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που δεν έβλεπε με καλό μάτι τα αντιφασιστικά κηρύγματα. Κι έτσι, μια μέρα του Δεκεμβρίου 1940, ο Βάρναλης, ο Ασημάκης Πανσέληνος, ο Νίκος Καρβούνης και άλλοι αριστεροί αρθρογράφοι κλήθηκαν στη Γενική Ασφάλεια, όπου κρατήθηκαν επί διήμερο και τους έγιναν αυστηρές συστάσεις να είναι πιο προσεκτικοί στην αρθρογραφία τους και να καταγγέλλουν τους Ιταλούς και όχι τον φασισμό.

Κατά ευτυχή σύμπτωση, διαθέτουμε μαρτυρίες για το σημαντικό αυτό επεισόδιο από τον ίδιο τον Βάρναλη, αλλά και από τον επίσης πρωταγωνιστή Ασημάκη Πανσέληνο, καθώς και ένα συντομότερο σχόλιο από τον Γ. Σεφέρη. Έτσι έχουμε το ίδιο γεγονός ιδωμένο από τρεις μεγάλους λογοτέχνες μας, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές (λίγους μήνες μετά ο Σεφέρης, λίγα χρόνια μετά ο Βάρναλης, πολλά χρόνια μετά ο Πανσέληνος).

Πότε κλήθηκαν στην Ασφάλεια οι αρθρογράφοι; Ο Πανσέληνος δίνει ακριβή ημερομηνία, το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου 1940. Και πρέπει να θυμάται σωστά. Αν προσέξετε τα χρονογραφήματα του τόμου, δεν υπάρχει χρονογράφημα του Βάρναλη για τις 20 και για τις 21 Δεκεμβρίου, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια έκτακτη πληθώρα ύλης. Είναι φανερό ότι η απουσία χρονογραφήματος οφείλεται στην έκτακτη προσαγωγή του Βάρναλη στην Ασφάλεια και την αναπάντεχη κράτησή του.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη ξαναρχίζουν στις 22 Δεκεμβρίου και ίσως δεν είναι συμπτωματικό ότι ο ποιητής αποφεύγει περίπου επί δεκαήμερο να χρησιμοποιήσει τους όρους «φασισμός» ή «φασιστικός», αν και μετά εμφανίζονται και πάλι οι όροι αυτοί στα χρονογραφήματά του.

Ας δούμε λοιπόν το επεισόδιο….

Α. Όπως το αφηγείται ο Κώστας Βάρναλης (Ρίζος της Δευτέρας, 27.10.1947)

Η βουβή επέτειος – Γιορτή και λαός

H 28 του Οχτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το «αλβανικό έπος». Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού.
Το τι νόημα δίνουνε στον όρο «αλβανικό έπος» οι φυγάδες του «έπους» φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες όπως π.χ «απελευθέρωση», «ανεξαρτησία», «δημοκρατία», «αμερικάνικη βοήθεια», «πνευματική ελευθερία» κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.


Αλλά το νόημα, που έδινε η 4η Αυγούστου στο «αλβανικό έπος», μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της Ασφαλείας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλελειμμένος από τους «αρχηγούς» του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά του και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι αρχηγοί του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών) αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).
Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του «όχι», μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την «πατρίδα», παρά το καθεστώς του· πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του τα χέρια στα ξένα χέρια, χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού, ούτε τα κέρδη του απ΄αυτόν.
Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβριανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το «αλβανικό έπος», παρά η «συνθηκολόγηση» και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι σημερινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα «εθνικού πένθους».

* * *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 295 Σχόλια »