Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναμνήσεις’ Category

Στ’ αμπέλια με τον Σταύρο Ζουμπουλάκη

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2018

Κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο από τις εκδόσεις Πόλις το αφήγημα του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Στ’ αμπέλια«.

Πρόκειται για ένα μικρό σε έκταση, ούτε 90 σελίδες, αλλά πυκνό και πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Ο συγγραφέας, γεννημένος το 1953, περιγράφει εννιά καλοκαίρια που τα πέρασε στο πατρικό χωριό, τη Συκιά Λακωνίας, από το 1959 έως και το 1967.

Ο Ζουμπουλάκης γεννήθηκε στο χωριό, αλλά το 1959 η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στα Κουπόνια, για να μπορέσουν να μορφωθούν τα παιδιά. Σαν παιδί είχε ένα πρόβλημα υγείας και ήταν πολύ αδύνατος και γι’ αυτό τον έστελναν όλο το καλοκαίρι, μονάχο του, στο χωριό, στους θείους του, με την ελπίδα ότι θα έπαιρνε 3-4 κιλά.

Αυτά τα καλοκαίρια αφηγείται ο συγγραφέας. Όχι με ημερολογιακή σειρά, όχι λεπτομερειακά, χωρίς να διηγείται εντυπωσιακές ιστορίες. Απολογισμό κάνει και παρουσιάζει συμπεράσματα, ενώ επίσης σκιαγραφεί με πολλή αγάπη τη ζωή του παπά πατέρα του, του επίσης παπά παππού του και άλλων προγόνων του.

Ο τίτλος του βιβλίου είναι παραπλανητικός, με την έννοια ότι η Συκιά, το λέει και τ’όνομά της, δεν είχε εκτεταμένους αμπελώνες. Το βασικό προϊόν τους ήταν τα σύκα. Όμως ο κάθε χωρικός, για να μην πηγαινόρχεται στο χωράφι την εποχή που έπρεπε να μαζευτούν τα σύκα, μετακόμιζε οικογενειακώς εκεί, και έμεναν σε πρόχειρα καλυβάκια ή μικρά σπιτάκια μονόχωρα (καμάρες) -κι έλεγαν ότι πηγαίνουν «στ’ αμπέλια» κι ας μην υπήρχαν παρά ελάχιστα ή και καθόλου κλήματα εκεί. Κάποιος, διηγείται ο Ζουμπουλάκης, άφηνε στο χωριό τη γάτα για να μην πληθύνουν τα ποντίκια, και μια φορά την εβδομάδα ανέβαινε στο χωριό και της έριχνε ένα μεγάλο κριθαρένιο παξιμάδι. Για την υπόλοιπη τροφή της, έπρεπε να φροντίσει μόνη της. Ήταν κάτισχνη.

Φυσικά, ο συγγραφέας περιγράφει πώς μάζευαν τα σύκα, πώς τα ξέραιναν στη λιάστρα και πώς τα πήγαιναν στο αποστειρωτήριο. Περιγράφει επίσης διάφορες άλλες αγροτικές εργασίες που ήταν απαραίτητες σε εκείνη την οικονομία της αυτάρκειας και που σήμερα δεν τις διανοούμαστε -δεν αγόραζαν τα σαρώματα (σκούπες) αλλά έσπερναν το χόρτο και τα έφτιαχναν. Και ο κόπος για να φτιαχτεί ένα μέτρο λινό ύφασμα ήταν αφάνταστος, όπως υπονοεί η παροιμία για του λιναριού τα πάθη.

Όμως, όλα αυτά ο Ζουμπουλάκης τα θυμάται με συγκίνηση μεν αλλά χωρίς νοσταλγία. Όπως λέει σε κάποιο σημείο προς το τέλος:

Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά- αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων του ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν- ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες -έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι- δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μάλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »

Οπλίτης στο αλβανικό μέτωπο, του Δημ. Λουκάτου

Posted by sarant στο 28 Οκτώβριος, 2018

Σήμερα έχουμε Κυριακή 28 Οκτωβρίου, οπότε θα περίμενε κανείς να βάλουμε ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα σχετικό με τον πόλεμο του 1940. Προτίμησα όμως μια μαρτυρία, όχι δηλαδή μυθοπλασία -τη μαρτυρία του μεγάλου λαογράφου μας Δημητρίου Λουκάτου (1908-2003).

Ο Λουκάτος, που είχα την τύχη να τον γνωρίσω στη δεκαετία του 1990, όταν ασχολιόμουν ερασιτεχνικά με τη συγκέντρωση παροιμιακών εκφράσεων, το 1940 ήταν φιλόλογος, καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αποσπασμένος στο Λαογραφικό Αρχείο της Ακαδημίας. Μόλις κηρύχτηκε ο πόλεμος, δεν επιστρατεύτηκε από την πρώτη μέρα, καθώς η κλάση του κλήθηκε περίπου ένα μήνα αργότερα. Πολέμησε στην Αλβανία και κρατούσε ημερολογιακές σημειώσεις, τις οποίες πολύ αργότερα, το 2001 μόλις, εξέδωσε σε βιβλίο.

Σημειώνει στην εισαγωγή του βιβλίου: Όταν, επιστρέφοντας σώος στην Αθήνα, από το Αλβανικό Μέτωπο (αρχές Μαΐου 1941), εσυμμάζεψα τις ημερολογιακές «σημειώσεις» μου, του επίστρατου και «πολεμιστή» (από τις «φρουρές» μου του υλικού, στο άλσος Κηφισιάς έως το Μέτωπο της Αλβανικής Γράμποβας – Κορυτσάς), κι εκαταπιάστηκα να τις νοικοκυρέψω, δεν εσκεφτόμουν, καν, δημοσίευσή τους, σε μια δύσκολη περίοδο, σκληρής Κατοχής. Ήθελα όμως να φυλάξω κάπως τον «ίσκιο» αυτόν της ζωντανής λεπτομέρειας, για να μου αφηγείται και να του αφηγούμαι, αναβιωτικά, τα όσα αφορούσαν τους «Συνστρατιώτες» μου, τους Αξιωματικούς μας, και την αγχώδη ψυχολογία των πολεμιστών, ακόμη και των Ιταλών μας, απέναντι…

Διάλεξα και δημοσιεύω σήμερα τις έξι πρώτες σελίδες από τις ημερολογιακές αυτές σημειώσεις, που δεν αφορούν τον πόλεμο καθαυτόν αλλά τη μέρα της κήρυξής του και την παρουσίαση του Λουκάτου στα Έμπεδα όταν κλήθηκε η κλάση του. Ωστόσο, στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού υπάρχουν εκτενή αποσπάσματα από τις σημειώσεις των τελευταίων ημερών του πολέμου.

Μονοτόνισα το κείμενο και έκανα περιορισμένο ορθογραφικο εκσυγχρονισμό, κυρίως στην υποτακτική. Κάτι γλωσσικό-πραγματολογικό: ο Λουκάτος ήταν κλάσης 28 και περίμενε να τον καλέσουν. Είχε ήδη κληθεί η κλάση του 29 οπότε βρισκόταν «στον πρώτο λύκο». Η έκφραση προέρχεται από τα παλιά πυροβόλα όπλα. Λύκος λεγόταν ο επικρουστήρας. Είχε μάλιστα δυο σκάλες, εξού και ‘πρώτος λύκος’, όταν είναι έτοιμο να πυροβολήσει. Από εκεί πέρασε η έκφραση «στον πρώτο λύκο» και στη χαρτοπαιξία αλλά και γενικότερα όταν κάτι επίκειται.

 

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς εκηρύχτηκε στις 28 Οκτωβρίου το πρωΐ. Ήτανε Δευτέρα κι εγώ βρισκόμουν από το Σαββατόβραδο στη Ρέα Αττικής, φιλοξενούμενος στο εξοχικό του φίλου μου Πάνου Τζελέπη. Στις συζητήσεις μας απάνου, άλλο στοιχείο δεν είχαμε, παρά μια φράση του Ρούζβελτ, ειπωμένη σ’ έναν πρόσφατο λόγο του: «Σημείο ανησυχίας είναι τώρα η Ελλάδα στη Μεσόγειο». Κατέβαινα προς την Εκάλη για να πάρω αύτοκίνητο. Στο δρόμο -η ώρα 6.30- συναντούσα παρέες εργατών, που στις κουβέντες τους μέσα ξεχώριζαν φράσεις: «Θα τούς φάμε, μωρέ». «Θα δεις την Αθήνα και δεν θα τη γνωρίζεις». «Τί κλάση είσαι σύ;». Κάτι υποψιάστηκα. Μπήκα στο σπίτι του κ. Θειακάκη. Τον βρήκα εκνευρισμένο να φέρνει βόλτες το σπίτι του. —Λουκάτε, εχουμε πόλεμο! μου λέει. Έλα να σε φιλήσω, που θα πας στρατιώτης. Ετοιμάσου για τα σύνορα! Και με φίλησε με στοργή. Ένοιωσα την πρώτη συγκίνηση και ταραχή. Βάλαμε αμέσως το ραδιόφωνο κι η φωνή του είχε πια τον παλμό του πολέμου: «Αι παραδόσεις της φυλής μας… η μακραίωνη Ιστορία του ελληνικού έθνους…». Βγήκα στο περίπτερο και πήρα έφημερίδα. Στην τελευταία της σελίδα μόλις είχε προφθάσει να καταχωρηθεί η είδηση: «Περί την 3.30 της νυκτός σήμερον ο πρεσβευτής της Ιταλίας Γκράτσι κ.λπ…». Στ’ αυτοκίνητο μέσα ο κόσμος δεν φλυαρεί. Καθένας μένει με τις σκέψεις του. Καταλαβαίνουμε πως τρέχουμε ολοταχώς προς τα γεγονότα, όπως τ’ αυτοκίνητό μας προς την Αθήνα. Στο γραφείο μου (της Ακαδημίας) καταφθάνουν ο ένας ύστερ’ απ’ τον άλλον οι συνάδελφοι. Είναι τόσο μεγάλα και πασίγνωστα τα γεγονότα, που δεν τα σχολιάζουμε. Μιλάμε μόνο για τις λεπτομέρειες. «Τίνος συντάγματος είσαι; Τίνος κλάσεως», κ.λπ. Αρχίζουν οι συναγερμοί. Τα υπόγεια της Ακαδημίας είναι σκοτεινά και σπηλαιώδη. Μαζεύονται τα γυναικόπαιδα της γειτονιάς. Είναι σαν τάφος το «καταφύγιο» και έχεις διαρκώς την εντύπωση πως για σένα προορίζονται οι βόμβες. Τα ιταλικά αεροπλάνα έρχονται, μα δε χτυπάνε την Αθήνα. Ακούονται μακριά πολλοί γδούποι βομβών. Στο Τατόη, στην Κόρινθο. Και τ’ αντιαεροπορικά δουλεύουν.

Ο κόσμος δεν φυλάγεται. Γυρίζουν έξω. Δεν οργανώνονται σε φιλοπολεμικές παρελάσεις, αλλά χαζεύουν με ψυχραιμία. Τις εκδηλώσεις τις αρχίζουν οι «Νεολαίες» κι οι «Δωδεκανήσιοι». Γυρνάνε με σημαίες Ελληνικές, Αγγλικές ή Τουρκικές. Στο Σύνταγμα σπάνε δύο ιταλικά μαγαζιά. Στην οδό Πατησίων σπάνε την Ιταλική Σχολή. Ο κόσμος δεν τα επιδοκιμάζει. Δείχνει και απαιτεί αξιοπρεπή, ήρεμη αντιμετώπιση της κατάστασης. Στις γωνίες παντού κολλάνε προκηρύξεις – Διατάγματα Επιστρατεύσεως. Διαπιστώνω πως παίρνει και την κλάση μου, του 1928. Θα παρουσιαστώ εντός 24 ωρών στην Πάτρα. Ετοιμάζομαι. Είναι κάτι σαν μέθη. Αφίνεσαι στα γεγονότα δίχως σκέψη. Τα τραμ τώρα κυκλοφορούνε παραφορτωμένα. Απ’ όλα τα πλευρά τους κρέμονται νέοι, που φεύγουν για το σταθμό ή πηγαινόρχονται στα φρουραρχεία. Στις 5 το ραδιόφωνο ξαναλέει το διάταγμα της Επιστρατεύσεως, μα μιλεί για τις κλάσεις από 30 και νεοτέρους. Κατεβαίνω στο Φρουραρχείο. Κόσμος πήχτρα. Μαθητάδες μου, συστρατιώτες τώρα, βρίσκουν λίγο χώρο να μου κουνήσουν σε χαιρετισμό το κεφάλι. Ένας αξιωματικός αδύνατος φωνάζει από το μπαλκόνι: «Δεν υπόκεινται εις στράτευσιν: α) οι πατέρες τεσσάρων τέκνων εκ νομίμου γάμου, β) οι ηλικιωμένοι, κ.λπ.». Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν και φωνάζουν. Καθένας ρωτάει για τή δική του περίπτωση. Ο αξιωματικός στο τέλος βραχνιάζει και μπαίνει μέσα. Εγώ δεν έφωτίστηκα. Με παίρνει ή δεν με παίρνει; Οπωσδήποτε ετοιμάζομαι να φύγω. Αποχαιρετώ από το τηλέφωνο τους φίλους. Έχω την ψυχολογία του αξιολύπητου, μαζί κι αξιοθαύμαστου. Σ’ ένα τηλέφωνο περιμένουμε σειρά για να τηλεφωνήσουμε, μα μας καθυστερεί μια γυναίκα νευρική, που καταιωνίζει με βρισιές τον προηγούμενο. Κάνουμε χρήση της στρατιωτικής μας ιδιότητος και «κατάσχουμε» το τηλέφωνο. Η νευρική φεύγει βρίζοντας εμάς κι ο καταστηματάρχης την κυνηγάει να τον πληρώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Τα ντουρσέκια της Σμύρνης

Posted by sarant στο 19 Σεπτεμβρίου, 2018

Διαβάζω αυτές τις μέρες την αυτοβιογραφία της Ροζίτας Σώκου, ο Αιώνας της; Ροζίτας, σε δύο τόμους παρακαλώ των 500 σελίδων έκαστος -αλλά μ’αρέσουν οι αυτοβιογραφίες κι από μερικά αποσπάσματα του βιβλίου, που τα δημοσίευσε ένας φίλος στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ είδα πως θα με ενδιαφέρει το βιβλίο κι έτσι το ξεκίνησα.

Όμως δεν θα παρουσιάσω το βιβλίο σήμερα -άλλωστε ακόμα βρίσκομαι στην αρχή του πρώτου τόμου (πάντως δεν έχει διαψεύσει ως τώρα τις προσδοκίες μου). Απλώς, θα πάρω την αφορμή από μια φράση του, να γράψω ένα σύντομο αρθράκι για μια λέξη ξεχασμένη σήμερα.

Σε κάποιο σημείο, λοιπόν, η Ροζίτα Σώκου περιγράφει μιαν υπέρπλουτη Σμυρνιά θεία της, από τη μεριά της μητέρας της, η οποία, πριν από το 1922 βέβαια, είχε πει στους ελλαδίτες συγγενείς της:

«Εσείς εδώ», είπε με άπειρη περιφρόνηση, «προικίζετε τα κορίτσια με σπίτια; Εμείς στη Σμύρνη, στην Στάσα μας δώσαμε δυο ντουρσέκια και τρεις μαχαλάδες. …»

Βέβαια η Στάσα έπαιρνε απόγονο του θρόνου του Παλαιολόγου (ποιος ξέρει τι απατεώνας θα ήταν) οπότε θ’ άξιζε το πανωπροίκι. Τι ήταν όμως τα ντουρσέκια; Στο βιβλίο δεν δίνεται εξήγηση, αλλά νομίζω πως η λέξη θα προβληματίσει τους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες (όσοι την ξέρουν, ας το δηλώσουν στα σχόλια).

Τη λέξη την ήξερα επειδή την είχα συμπεριλάβει παλιότερα στις «Λέξεις που χάνονται«, απ’ όπου θα πάρω πολλά από αυτά που ακολουθούν.

ντερσέκι

Μια λέξη με πάμπολλους εναλλακτικούς τύπους, το ντερσέκι θα το βρείτε και ως ντιρσέκι, ντουρσέκι, ντρισέκι, τρισέκι, τερσέκι! Είναι η γωνία του δρόμου, το σταυροδρόμι, και συνεκδοχικά έχει πάρει τη σημασία «σοκάκι». Ντερσέκι λεγόταν επίσης ο γωνιωτός σωλήνας στις θερμάστρες. Δάνειο από το τουρκικό dirsek, που θα πει «αγκώνας, καμπή (π.χ. ποταμού)».

Στον θρυλικό Μπαταριά του Μαλακάση, τα ντερσέκια σημαίνουν σαφώς ‘σοκάκια’: «παίρναν το δρόμο του γιαλού, οι απανωπαζαρίτες, κι οι κάτω τα ντερσέκια τα στενά». Επομένως σφάλλει ο επιμελητής του σχολικού βιβλίου, που υποσημειώνει τη λέξη και την εξηγεί «γωνιά του δρόμου». Πρέπει να διορθωθεί η υποσημείωση σε «σοκάκι».

Τη λέξη τη βρίσκουμε και στο τραγούδι «Η κόρη του Πασά» (Ξαρχάκος-Γκάτσος) με τον Ξυλούρη: «Κάτω στα ντερσέκια τα παλιά / βλέπει να περνάει μια κοπελιά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μικρά Ασία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »

Η ζωή του Μήτσου Μυράτ

Posted by sarant στο 11 Ιουλίου, 2018

Χτες που είχαμε το βιβλιοφιλικό μας άρθρο αναφέρθηκα και στην αυτοβιογραφία του Μήτσου Μυράτ και είπα ότι κάποια μέρα θα την παρουσιάσω κι εδώ. Αμ’ έπος αμ’ έργον, λοιπόν.

Το βιβλίο «Η ζωή μου» του Μήτσου Μυράτ κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις θαυμάσιες Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης στη σειρά «Παλαιά κείμενα νέες αναγνώσεις» όπου παρουσιάζονται σε καινούργιες και κατά κάποιο τρόπο οριστικές εκδόσεις κλασικά νεοελληνικά λογοτεχνικά κείμενα όπως η Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη ή η Κερένια κούκλα του Χρηστομάνου, με εκτενές επίμετρο και εκδοτικό σημείωμα.

Το βιβλίο του Μυράτ όμως διαφέρει από τα άλλα της σειράς διότι δεν είναι λογοτεχνικό αλλ’ αυτοβιογραφικό. Ίσως γι’ αυτό και ίσως επειδή ο όγκος του δεν είναι ευκαταφρόνητος, ενώ το είχα πάρει εδώ και καιρό, το άφηνα να σκονίζεται πάνω πάνω στη στοίβα με τ’ αδιάβαστα και να μ’ ατενίζει επιτιμητικά.

Πρόσφατα ξεπέρασα τους δισταγμούς και το διάβασα, και δεν το μετάνιωσα αν και δεν το συστήνω ανεπιφύλακτα αν δεν έχετε ειδικό ενδιαφέρον για την εποχή ή για το θέατρο.

Ο Μήτσος Μυράτ (1878-1964) ήταν από τις μεγάλες μορφές του ελληνικού θεάτρου στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όσοι είναι της γενιάς μου ή παλαιότεροι θα ξέρουν τον γιο του, τον Δημήτρη Μυράτ, που μεσουράνησε στο θέατρο στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα ή την κόρη του, τη Μιράντα.

Ο Μυράτ γεννήθηκε στη Σμύρνη, από οικογένεια μάλλον λεβαντίνικη, αλλά με ελληνική συνείδηση. Το επώνυμό του ήταν Μουράτ αλλά το εξευρωπάισε σε Murat, Μυράτ, αν και στα γαλλικά συχνά το έγραφε και Myrat. Έμαθε καλά γαλλικά αλλά δεν σπούδασε κι αφού περιπλανήθηκε μερικούς μήνες στην Αίγυπτο ως επιστάτης σε δημόσια έργα, χάρη σε γνωριμίες συγγενών, και επειδή από παιδί είχε λατρεία με το θέατρο, έφυγε για το Παρίσι για να το μάθει από κοντά.

Γύρισε στην Ελλάδα για να σπουδάσει στη θνησιγενή σχολή του Βασιλικού Θεάτρου, αλλά ήταν τυχερός που τότε ακριβώς, στο γύρισμα του αιώνα, ο Χρηστομάνος αποφάσισε να ιδρύσει τη Νέα Σκηνή, φέρνοντας έτσι την επανάσταση στο ελληνικό θέατρο.

Ουσιαστικά όλο το βιβλίο είναι αφιερωμένο στην περίοδο της Νέας Σκηνής, την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα. Παρόλο που το βιβλίο αρχικά δημοσιεύτηκε το 1928, η αυτοβιογραφική εξιστόρηση σταματάει στα 1906 -αργότερα ο Μυράτ έγραψε κι άλλο βιβλίο για τα επόμενα χρόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Θεατρικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 50 Σχόλια »

Η Κίνα όπως την είδα (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2018

Πριν από ένα χρόνο, τέτοια εποχή, είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο τις αναμνήσεις του φίλου μας του Dryhammer από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ναυτικός το 1994. Πρόσφατα, συζητήσαμε στο ιστολογιο για την Κίνα, κι αυτή η συζήτηση θύμισε στον Dryhammer το ταξιδι που είχε κάνει στην Κίνα αμέσως μετά το Μούρμανσκ, και του έδωσε το ερέθισμα να καταγράψει τις αναμνήσεις του -κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας αφήγημα, που με πολλή χαρά το παρουσιάζω.

Ο Dryhammer ξέρει να αφηγείται, κάνει ευστοχες παρατηρησεις, αλλά και φροντίζει να εξηγήσει, στο τέλος του αφηγήματος, τις δύσκολες ναυτικές λέξεις. Καθώς μου έστειλε και τις συνοδευτικές εικόνες, ο δικός μου ρόλος στο σημερινό άρθρο είναι διακοσμητικός -καθολου δεν με πειράζει αυτό, αφού βρίσκομαι κι εγώ σε ένα μικρό ταξίδι, πολύ πιο κοντά όμως. Έβαλα δυο ετυμολογιες και θυμίζω πως τα γκρένια είναι οι γερανοί (cranes) που φορτώνουν τα καράβια.

 

Η ΚΙΝΑ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΕΙΔΑ

To Μ/V ΝΙΚΟΛΑΣ, 45άρι bulk carrier, είχε αποπλεύσει από το Μούρμανσκ της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, πάνω από τον Αρκτικό κύκλο, φορτωμένο με 42000 τόνους σίδερα για την Κίνα. Ήτανε τέλη Ιούνη του ’94 και λογαριάζαμε πως σε 38 – 40 μέρες (μέσα Αυγούστου) θα μπαίναμε στα κινέζικα νερά. Λιμάνι κατάπλου η Huangpu (ή Whampoa).

Καβατζάραμε το Βόρειο Ακρωτήριο κι όλο Νότια ανοιχτά της Νορβηγίας, περάσαμε τη Μάγχη με την κίνησή της από εμπορικά και φέρι, περάσαμε και το Μπέι ήσυχα παρά την κακή του φήμη και μπήκαμε από τα στενά του Γιβραλτάρ στη Μεσόγειο. Άλλος ουρανός, άλλος ήλιος, άλλα νερά. Δικά μας. Από το Γιβραλτάρ ως έξω από την Κρήτη βρήκαμε θάλασσα (λόγω μελτεμιών κυρίως) αλλά όλα φαίνονταν οικεία και πιο εύκολα. Έξω από τον Αγ. Νικόλα αγκυροβολήσαμε για λίγο για φρέσκα(2), εξωτικά καρπούζια και ροδάκινα και ντουγρού για Πορτ Σάιντ να περάσουμε τη διώρυγα του Σουέζ. Περάσαμε  και το Σουέζ, ψηθήκαμε στην Ερυθρά Θάλασσα, καβατζάραμε και το Άντεν, περάσαμε νότια απ’ τη Σοκότρα (όπου, κατά τους παλιούς και τον Καββαδία, είχε πειρατές κανίβαλους που πριν φάνε τους αιχμάλωτους ναυτικούς, τους σφυρίζαν κι έναν για να μαλακώσει το κρέας τους) και βόρεια απ’ τις Μαλδίβες για να μπούμε στο Μαλάκκα Στρέιτ για Σιγκαπούρη. Άγκυρα στη ράδα της Σιγκαπούρης, μπόνκερ(1), στόρια(2), λεφτά για το βαπόρι και το πλήρωμα, μπομπότηδες(3), ζέστη και υγρασία του χαμού (μισή μοίρα πάνω απ’ τον Ισημερινό, τέλη Ιούλη) και μετά από 6 – 7 ώρες, φουλ αχέντ(4)  για Κίνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , | 100 Σχόλια »

Τον καιρό του Χασεκή

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2018

Μια και σήμερα έχουμε 25 Μαρτίου, δημοσιεύω μια μαρτυρία από την τουρκοκρατούμενη Αθήνα, απ’ τον καιρό που διοικητής ήταν ο διαβόητος Χατζη – Αλής Χασεκής. Πρόκειται για την εξιστόρηση του Παναγή Σκουζέ (1777-1847), της μεγάλης αθηναϊκής οικογένειας, που την έχω πάρει από το βιβλίο «Aπομνημονεύματα. H τυραννία του Xατζή-Aλή Xασεκή στην τουρκοκρατούμενη Aθήνα (1772-1796)», Kέδρος, 1975.

Το βιβλίο του Σκουζέ είναι πολύτιμη πηγή για τη ζωή της Αθήνας στα τέλη του 18ου αιώνα και ένα εκτενές αυτοβιογραφικό απόσπασμά του υπάρχει στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού. Εγώ διάλεξα ένα άλλο εκτενές απόσπασμα (από τις σελ. 70-78 του βιβλίου και με περικοπές ως τη σελ. 83) όπου περιγράφεται η τυραννική διακυβέρνηση του Χασεκή. Αρχικά είχα σκοπό να βάλω όλο το απόσπασμα (70-83) αλλά δεν προλάβαινα κι ετσι στο τέλος το συντόμεψα.

Το ενδιαφέρον στο βιβλίο του Σκουζέ είναι ότι τα δεινά των Αθηναίων επί Χασεκή παρουσιάζονται να μην οφείλονται γενικά στον τουρκικό ζυγό αλλά ειδικά στον Χασεκή, ο οποίος μαλιστα κυβερνάει έχοντας προσεταιριστεί μια μερίδα ντόπιων κοτζαμπάσηδων (οι οπαδοι του τυράννου) ενώ όταν επιστρέφει από την πρώτη εξορία του εκδικείται και θανατώνει αδιακρίτως Χριστιανούς και Οθωμανούς. Άλλωστε, η λύτρωση από τον Χασεκή έρχεται όταν πεθαινει η προστάτισσά του, η σουλτάνα, οπότε τα παράπονα των προκρίτων της Αθήνας εισακούονται και ο τζελάτης αποκεφαλίζει τον τύραννο και το κεφάλι του εκτίθεται προς παραδειγματισμό με ένα χαρτί που εξηγεί τα ανομήματά του. Φυσικά, τόσο επί τυραννίας Χασεκή όσο και πριν όσο και μετά, η Αθήνα έχει σχολεία -μάλιστα η συνέλευση των Αθηναίων γίνεται στο «σχολείο του Ντέκα», που χτίστηκε με έξοδα του Αθηναίου έμπορου Ιωάννη Ντέκα που ειχε πλουτίσει στη Βενετία. Βλέπετε, ο Σκουζές έγραψε τα απομνημονεύματά του όταν δεν είχε επινοηθεί ο μύθος του κρυφού σχολειου και γι’ αυτό δεν αναφέρει τίποτα.

Πολύτιμο είναι το βιβλίο του Σκουζέ κι από μιαν άλλη άποψη: διασώζει στοιχεία απο το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα, το οποίο χάθηκε λίγες δεκαετίες μετά που η Αθήνα έγινε πρωτεύουσα του νέου κράτους. Θέλω να γράψω κάποτε άρθρο για το ιδίωμα αυτό, οπότε ας έχουμε το σημερινό για πρώτη γεύση. Όπως θα δείτε, το παλαιοαθηναϊκό ιδίωμα χαρακτηριζόταν από τσιτακισμό, δηλ. μετέτρεπε το κι σε τσι, κι έτσι θα δείτε στον Σκουζέ λέξεις όπως ετσεί, γυναιτσεία, φυλατσή, ξυλιτσή. Ή μάλλον θα δειτε ετζεί, γυναιτζεία κτλ. διοτι τον καιρό εκείνο το τσ το έγραφαν τζ. (Κι έτσι εξηγείται το έτζι του Μακρυγιάννη και ο πούτζος του Καραϊσκάκη, έτσι και πούτσος είναι).

Είναι πάμπολλες οι άγνωστες/δύσκολες λέξεις, εξηγώ μερικές στο τέλος και οι αλλες ας εξηγηθούν με ερωτήσεις στα σχόλια. Μονοτονίζω, αλλά γενικώς διατηρώ την ορθογραφία.

Δεν ξεκινάω την εξιστόρηση από την αρχή. Στην αρχή ο Σκουζές λέει ότι ο Χασεκής ήταν εραστής της Εσμά Σουλτάνας και αυτή αγόρασε τον μαλικιανέ της Αθήνας και του τον έκανε δώρο, δηλαδή να έχει τη δεκάτη από όλα τα έσοδα και τους φόρους της Αθήνας. Ο Χασεκής εγκαταστάθηκε στην Αθήνα ως ζαμπίτης (διοικητής) και προσεταιρίστηκε 12 κοτζαμπάσηδες αλλά οι Αθηναίοι έκαναν αναφορά στην Πόλη ζητώντας να ανακληθεί και το κατάφεραν. Ύστερα το μετάνιωσαν και τον κάλεσαν ξανά. Τον καιρό εκείνο έφτιαξε τα τειχη της Αθήνας για να την προφυλάξει από επιδρομές άτακτων Αρβανιτών, και κατάφερε να πλουτίσει από αυτό και από τότε άρχισε να φέρεται και τυραννικά. Έγιναν νέες αναφορές στην Πόλη, οπότε ο Σουλτάνος έβγαλε φιρμάνι να εξοριστεί ο Χασεκής.

Εδώ πιάνω την αφήγηση του Σκουζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις | Με ετικέτα: , , | 296 Σχόλια »

Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)

Posted by sarant στο 10 Δεκέμβριος, 2017

Σαν χτες, 9 Δεκεμβρίου, γεννήθηκε το 1859 ο λογοτέχνης Γεώργιος Δροσίνης, που ασχολήθηκε πρώτα με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία και τη δημοσιογραφία και με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, αλλά και πέρασε απο νωρίς και από την απέναντι μεριά αφού διετέλεσε διευθυντής ή εκδότης πολλών και σημαντικών εφημερίδων και περιοδικών, κατέλαβε διάφορες δημόσιες θέσεις και τιμήθηκε όσο λίγοι στον καιρό του, ανάμεσα στ’ άλλα ως ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας, μέχρι που πέθανε πλήρης ημερών στην Κηφισιά το 1951.

Τα απομνημονεύματα του Δροσίνη, με τίτλο Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, δημοσιεύτηκαν στο Ελεύθερο Βήμα το 1939 σε συνέχειες. Δεν είναι πλήρη απομνημονεύματα, ούτε ακολουθούν χρονολογική σειρά, περισσότερο φωτίζει ο Δροσίνης τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής του ή περιγράφει σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισε. Έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους, νομίζω μαζί και με αδημοσίευτο υλικό, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Από τις αναμνήσεις αυτές είχα δημοσιέψει παλιότερα ένα απόσπασμα σχετικά με τα μαθητικά χρόνια στο Βαρβάκειο -στη δεκαετία του 1870. Τώρα δημοσιεύω ένα κεφάλαιο, που μπορεί να σταθεί σαν αυτοτελές αφήγημα, γι’ αυτό και καταχρηστικά ίσως το αποκάλεσα «διήγημα» στον τίτλο.

Ο Δροσίνης περιγράφει τις περιπέτειες του Βασιλάκη, ενός υπάλληλου με λιγοστά προσόντα που παύεται όταν διορίζεται στη θέση του κάποιος με ισχυρότερο μέσο και για να εξασφαλίσει τον πολυπόθητο επαναδιορισμό έρχεται να ζήσει ένα διάστημα στην Αθήνα φιλοξενούμενος και τρώγοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Κι ενώ είναι αστείες οι περιγραφές, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Δροσίνης κάνει χιούμορ εκ του ασφαλούς, αρχοντόπουλο εξαρχής όπως ήταν.

Το αφήγημα πάντως έχει ενδιαφέρον σαν μια εικόνα της ζωής στην Αθήνα πριν από σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια, ενώ θα σημειώσω και δυο λέξεις που έχουν ενδιαφέρον. Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911, που δεν ήμασταν σοβιετία και ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων. Επίσης, κάποια στιγμή ξυρίζουν για καψόνι τον Βασιλάκη και του αφήνουν μόνο υπογένειο. Αυτό ο Δροσίνης το λέει μους (από γαλλ mouche) και βεβαίως από εκεί προέρχεται το μούσι (περισσότερα σε παλιότερο άρθρο). Κάνοντας τα πικρά γλυκά, ο Βασιλάκης καμαρώνει «Είμαι ο Ναπολέων ο τρίτος» διότι τέτοιο γενάκι είχε λανσάρει ο Ναπολέων ο 3ος της Γαλλίας -που ηττήθηκε από τον Μπίσμαρκ στον πόλεμο του 1870.

Μονοτονίζω και προσαρμόζω, ίσως όμως έχει μείνει καμιά ορθογραφία του Δροσίνη όπως και κάμποσα ψεγάδια από το οσιάρ.

Ένας παράσιτος

Τον επρωτογνώρισα στα παιδικά χρόνια μου ταμειακόν υπάλληλο στην Ύδρα. Και τον εθυμούμουν, σαν έναν αστείον τύπο, που εξεχώριζεν εκεί με τους τρόπους του. Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:

– Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

– Υποκλινέστατος της ευγενείας σας, κυρία μου.

– Εις τας υμετέρας διαταγάς, δεσποσύνη.

Ήτον κοντός, αλλά καλοδεμένος και δυνατός στα χέρια. Ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο κοντοκουρεμένο. Γένια ψαλιδι­σμένα και μεγάλο μουστάκι, αρειμάνια στριμμένο. Πίσω από τα γυαλιά, που φορούσε πάντα, δυο μάτια μικρά κουτοπό­νηρα εθαμπόφεγγαν, σαν ψαριού όχι πολύ φρέσκου. Βλεφα­ρίδες σχεδόν δεν είχε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 74 Σχόλια »

Ο μοναδικός φίλος του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 19 Νοέμβριος, 2017

Το σημερινό άρθρο βασίζεται σε ένα σύντομο σημείωμά μου στο περιοδικό Μικροφιλολογικά (τχ. 42, φθινόπωρο 2017) το οποίο σχολιάζει ένα σημείο από προηγούμενο άρθρο του Λάμπρου Βαρελά. Εδώ έχω ξαναγράψει και επεκτείνει πολύ το κείμενο.

Σε άρθρο της εφημερίδας Εμπρός με τίτλο «Πού έμενε ο Παπαδιαμάντης», που δημοσιεύτηκε στις 14.7.1911, λίγους μήνες δηλαδή μετά τον θάνατο του Παπαδιαμάντη, γίνεται λόγος για το τελευταίο ενδιαίτημα του Παπαδιαμάντη στην Αθήνα, ένα ημιυπόγειο δωμάτιο στη Δεξαμενή.

Στο άρθρο δεν αναφέρεται οδός και αριθμός, αλλά υπάρχει μια φωτογραφία του δωματίου, αυτή που βλέπετε αριστερά.

Το σύντομο άρθρο διεκτραγωδεί τη φτώχεια του Παπαδιαμάντη:

– Δέκα λεπτά ψωμί και πέντε λεπτά τυρί, άλλη μέρα πάλι έπαιρνε μια πεντάρα ψωμί και μία δεκάρα σαρδέλες τηγανιτές. Αυτό ήταν το φαγί του…

Και προσθέτει: Την πληροφορίαν μάς την δίδει ένας αχώριστος φίλος του, ο ιδιόρρυθμος τύπος της Δεξαμενής που όλοι τον φωνάζουν ‘κύριε Πρόεδρε’. Ο κύριος Πρόεδρος μας πληροφορεί επίσης ότι κάποτε εκερνούσε τον Παπαδιαμάντην κρασί και ότι κάθε Πάσχα του έκανε σπίτι του τραπέζι. Αυτά διά την ιστορίαν.

Στο άρθρο του «Το δωμάτιο του Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή» (Μικροφιλολογικά, τεύχος 41, σελ. 18) ο Λάμπρος Βαρελάς αναφέρει και άλλες πηγές στις οποίες γίνεται λόγος γι’ αυτόν τον κυρ Στέφανο. Κατ’ αρχάς, ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης, σε γράμμα του από τη Σκιάθο στις 25.3.1909 προς τον Βλαχογιάννη γράφει: «Παρακαλώ, ειπέ εγκαρδίους ασπασμούς μου εις τον κυρ Στέφανον, τον Πρόεδρον. Ενθυμούμαι την φιλοξενίαν του και την μεγαλοψυχίαν και καλόκαρδον ευθυμίαν του, αυτάς τας ημέρας. Δύο Πάσχα έκαμα σπίτι του». (Και σε επόμενη επιστολή προς Βλαχογιάννη, στις 3.6.1909 ο Παπαδιαμάντης γράφει: Χαιρετίσματα και εις τον κ. Πρόεδρον).

Ο Λ. Βαρελάς αναφέρει επίσης ένα άρθρο του Κ. Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε ανώνυμα στην Πρωία στις 2.5.1937 με τίτλο «Άλλοι καιροί. Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη εις την Δεξαμενήν», όπου επίσης γίνεται λόγος για τον κυρ Στέφανο, τον Πρόεδρο.

Προσθέτω ότι ο κυρ Στέφανος εμφανίζεται σε ένα από τα πιο σημαντικά αθηναϊκά διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα Τραγούδια του Θεού, όπου μαθαίνουμε και το αρχικό γράμμα του επωνύμου του, που ήταν Μ., αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Παπαδιαμάντη (και γιατί να μην τον πιστέψουμε). Το διήγημα αυτό το έχουμε ξανασυζητήσει στο ιστολόγιο με αφορμή τη δεύτερη αθηναϊκή οικογένεια με την οποία διατηρούσε φιλικές σχέσεις ο Παπαδιαμάντης, του οπωροπώλη Νικόλα Μπούκη, που κατονομάζεται ολογράφως. Στο διήγημα δεν δίνονται πολλές πληροφορίες για τον κυρ Στέφανο, αλλά η περιγραφή της πασχαλινής ευωχίας είναι κλασική στη λογοτεχνία μας.

Έχουμε όμως την τύχη να γνωρίζουμε αρκετά γι’ αυτόν τον φίλο του Παπαδιαμάντη κυρίως μέσα από τα γραφτά του Κώστα Βάρναλη. Ειδικά στις αναμνήσεις που δημοσίευσε το 1935 στον Ανεξάρτητο, τις οποίες εξέδωσε ο Κώστας Παπαγεωργίου (Κέδρος 1981) με τον τίτλο Φιλολογικά απομνημονεύματα, ο Βάρναλης αφιερώνει πάνω από δύο σελίδες βιβλίου (σ. 78-80) στον κυρ Στέφανο, στο κεφάλαιο «Η φιλολογική μποέμ της Δεξαμενής». (Θα παραθέσω το πλήρες κείμενο πιο κάτω, εδώ δίνω μια περίληψη όπως τη δημοσίευσα στο περιοδικό, που είχε περιορισμένο χώρο).

Από εκεί μαθαίνουμε ότι ο κυρ Στέφανος ήταν παλαιότερα αμαξάς στο επάγγελμα, και μάλιστα πρόεδρος του σωματείου των αμαξηλατών. Όταν γέρασε άφησε το αμάξι στον γιο του αλλά κράτησε τον τίτλο του προέδρου και το καμάρι πως είχε μεταφέρει με το αμάξι του όλες τις διασημότητες της εποχής και πως είχε δει τον κόσμο «δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το κοινό πλήθος των πεζών». Έμενε στην οδό Σπευσίππου και από τότε που σταμάτησε να δουλεύει σπανιότατα κατέβαινε στο κέντρο της Αθήνας, αν και είχε ταξιδέψει στο Παρίσι όπου ζούσε ο άλλος γιος του. Ήταν «το στοιχειό της Δεξαμενής» ή αλλιώς ο «Πρόεδρος της Δεξαμενής». Είχε παιδιάστικα γαλανά μάτια, ήταν κουρεμένος σύρριζα,  υπέφερε από ρευματισμούς και γι’ αυτό φορούσε χειμώνα-καλοκαίρι γκέτες, και του άρεσε να μιλάει με ελληνικούρες, διαστρέφοντας τις λέξεις (π.χ. νάπτες). Όταν έμαθε τον θάνατο του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο, ο κυρ Στέφανος θυμόσοφα αποφάνθηκε πως ο φίλος του «γλίτωσε από την κακοχυμία του κόσμου τούτου».

Ολοφάνερα ο Βάρναλης γνωριζόταν καλά με τον κυρ Στέφανο και όχι μόνο μέσω του Παπαδιαμάντη. Τον αναφέρει αρκετές φορές σε χρονογραφήματά του· ο κυρ Στέφανος συμπρωταγωνιστεί μαζί με τον Παπαδιαμάντη στο χρονογράφημα «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη» (Πρωία 23.5.1943) αλλά μνημονεύεται επίσης ανεξάρτητα από τον Σκιαθίτη τουλάχιστον σε άλλα τέσσερα χρονογραφήματα, δυο φορές όταν γίνεται λόγος για άμαξες και αμαξάδες («Περασμένα μεγαλεία», Πρωία 17.5.1941· «Ποδάρια και τροχοί», Προοδ. Φιλελεύθερος 27.5.1950), μια φορά («Καλώς όρισες!», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.5.1950) όταν ο Βάρναλης παρεμπιπτόντως αναφέρει πως ο κυρ Στέφανος συνήθιζε να λέει για «ραβδαία βροχή» (αντί ραγδαία) και άλλη μια φορά («Απησχόλει…», Προοδ. Φιλελεύθερος 12.8.1950) όπου ο Βάρναλης γράφει:

Τι λέει η Γραφή, όπως την ερμήνευε ο κυρ Στέφανος της Δεξαμενής; «Μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα», γιατί θα σε καβαλικέψει. Και μια και θυμηθήκαμε τον κυρ Στέφανο ας αναφέρουμε κι έναν από τους πολλούς θυμοσοφικούς αφορισμούς του: «Αυτός ο κόσμος είναι Δούναβης και Λαβύρινθος» δηλ. δούναι και λαβείν. Με τη διαφορά, πως πάντοτε το λαβείν πρέπει να είναι περισσότερο από το δούναι.

Ο Βάρναλης τον αποκαλεί μοναδικό φίλο του Παπαδιαμάντη, τον μόνο άνθρωπο που είχε το προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει. Να σημειωθεί επίσης και μια άλλη μικροφιλολογική λεπτομέρεια: το άρθρο του Βάρναλη στην Πρωία, που αναφέρει ο Λάμπρος Βαρελάς, το οποίο αργότερα ο Βάρναλης το ενέταξε, με κάποιες αλλαγές, στο βιβλίο του «Άνθρωποι», είναι σημαντικό και για έναν άλλο λόγο: είναι το πρώτο της πολύχρονης και γόνιμης συνεργασίας του ποιητή με την εφημερίδα αυτή. Ανυπόγραφο βέβαια, εξαιτίας της δικτατορίας του Μεταξά, όπως και ανυπόγραφη ή ψευδώνυμη ήταν όλη η συνεργασία του Βάρναλη στην Πρωία ως τον Οκτώβριο του 1940.

Για να θυμηθούμε λοιπόν τον Παπαδιαμάντη και να γνωρίσουμε τον μοναδικό του φίλο, τον κυρ-Στέφανο, τον Πρόεδρο της Δεξαμενής, παραθέτω όσα έγραψε ο Βάρναλης το 1935 (σήμερα στα Φιλολογικά απομνημονεύματα):

Παπαδιαμάντης και Κονδυλάκης

Στη Δεξαμενή κυριαρχούσανε τότες και μας προκαλούσανε το σεβασμό οι άριστοι του πεζού και του ποιητικού λόγου της Ελλάδος. Ό Βλαχογιάννης με το μαύρο του μουστάκι (τότες), τη συν­οφρυωμένη του σοβαρότητα και ολιγολογία· ο Μαλακάσης ωραίος κι ευγενικός και υπερόπτης και… ονειροπαρμένος· ο Κονδυλάκης (λιγάκι αργότερα) μάς ήρθε με τα γαλανά του μάτια, την ανημποριά του να… κυβερνήσει τα πόδια του όταν περπατούσε, το αστρα­φτερό του πνεύμα και την απέραντη καλοσύνη του και εντιμότητα, που προσπαθούσε να τις κρύψει και τις δυο του αυτές αρετές σα να ήτανε η άδύνατη πλευρά του, κάνοντας αδέξια τον άγριο, τον κακό και το… μάγκα. Και κει στην άκρη, απομονωμένος απάνου σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να πιάνει όσο μπορούσε λιγότερο τόπο στη ζωή, ο Παπαδιαμάντης με την αγιογραφική του γενειάδα και με γυρμένο το  κεφάλι στον αριστερό του ώμο, δειλός και αποφεύγοντας τις γνωριμίες και τις παρέες και μη κοιτάζοντας ποτέ τούς άλλους στα μάτια, βυθιζότανε στη μυστική ενατένιση των αγγελικών του οραμάτων.

Όλοι σεβόντανε τη μόνωσή του, τη δυστυχία του και το  μεγάλο του ταλέντο. Και κανένας δεν τον ανησυχούσε. Ένας μονάχα άνθρωπος είχε το  προνόμιο και την ελευθερία να τον πλησιάζει, οποτε ήθελε. ο πρόεδρος της Δεξαμενής, ο κυρ Στέφανος με τα παιδιάτικα γαλανά του μάτια, το  κουρεμένο σύρριζα κρανίο του, τα ποδήματα, που τα φορούσε μέσα από τα μπατζάκια του  πανταλονιού του χειμώνα – καλοκαίρι, με τη φιλοσοφική του απαισιοδοξία και το  ευγε­νικό κοίταγμα της ματαιότητας των άνθρώπων — και πιο πολύ με τη μανία του να διαστρέφει τη γραμματική της ελληνικής γλώσ­σας. Ο κυρ Στέφανος τον έπαιρνε τον Παπαδιαμάντη κάθε Πάσχα στο σπίτι του και του έκανε το τραπέζι. Κι ο Παπαδιαμάντης, ο κυρ Αλέξανδρος, όπως τον έλεγε ο πρόεδρος, για ν’ αρχίσει το  φαγί του, έπρεπε να πιει πρώτα μια κούπα κρασί. Την έπαιρνε με τις δυο του φούχτες, που τρέμανε σα να κρατούσε τα άγια των αγίων και την άδειαζε ολάκερη. «Ήτο ωραίον ρετσινάτο, όλον άρωμα και πτήσις και αφρός…», λέγει σε κάποιο του διήγημα. Και τώρα πείτε μου, αν άλλος ‘Έλληνας ποιητής αντίκρισε ποτές με τέτοιο βαθύ και λυρικό καημό το  κρασί, — «το άρωμα, την πτήσιν και τον αφρόν!». Η φήμη έλεγε πώς ήτανε αλκοολικός.

 

Οι νέοι ποιηταί και το σεληνόφως

Ο κυρ Στέφανος ήτανε αμαξάς στην εποχή των… γάμων του  διαδόχου. Και πρόεδρος του  σωματείου των αμαξηλατών. Είχε ένα ωραίο αμάξι με δυο άλογα και στάθμευε μπροστά στη «Μεγάλη Βρετανία». Είχε γνωρίσει και μεταφέρει με τ’ αμάξι του όλες τις επισημότητες του  παλιού καιρού κι είχε ιδεί τον κόσμο, όπως καυ­χιότανε μοναχός του, δυο μέτρα ψηλότερα από όλο το  κοινό πλήθος των πεζών ανθρώπων. Έτσι έπισκοπώντας «αφ’ υψηλού» τη ζωή είχε γνωρίσει καλύτερα απ’ όλους το βαθύτερο νόημά της, τη ματαιότητα. Κι όταν γερασμένος πιά παραχώρησε το… θρόνο του  αμαξιού στο γιο του, ήρθε κι «εγκατέστησε» στη Δεξαμενή, κάτου από τα πεύκα του καφενείου του κυρ Γιάννη, τα εβδομήντα του χρόνια, τούς ρευματισμούς του (γι’ αυτό φορούσε ποδήματα χειμώνα καλοκαίρι), την απαισιοδοξία του, την αγαθότητά του και τον τίτλο του προέδρου.

Ήτανε το  στοιχειό της Δεξαμενής. Μέσα σε τριάντα χρόνια κι απάνου δεν κατέβηκε στην πόλη παρά μια-δυο φορές. Αφού το  πρωί έπλενε τ’ αμάξι στην αυλή του  σπιτιού του (οδός Σπευσίππου) ανέ­βαινε κατά τις δέκα στο καφενείο με το  χοντρό του μπαστούνι, έπαιρνε βόλτες και στεκότανε μπροστά στα τραπεζάκια των γνω­στών του πελατών του  καφενείου στηριγμένος στο μπαστούνι του και πάντα «είχε τον λόγον».

 

Η φιλοσοφία του κυρ Στέφανου

Το βράδυ, μόλις άρχιζε να σουρουπώνει, ο κυρ Στέφανος χτυπώντας το μπαστούνι του στα χαλίκια κατηφόριζε για την πλατεία του Κολωνακιού. Πήγαινε στο φαρμακείο του  Γεωργιάδη κι εκεί, όπως ήτανε μαζεμένοι γιατροί και γειτόνοι «τούς τα έψελνε» ένα χεράκι:

— Είστε ψεύτες ούλοι σας. Παραδομανία και γυναικομανία — κι ύστερα τα σκουλήκια της γής. Κι οι παπάδες πρωί-βράδυ το  χαβά τους: «τον άρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον και άφες» (δώσε μας, Θεέ, να φάμε κι άσε μας ήσυχους, μη μάς σκοτίζεις!).

Αγράμματος όπως ήτανε, άκουε κι εξηγούσε, όπως αυτός ήθελε, τα διάφορα εκκλησιαστικά ρητά. το  «νυν απολύεις τον δούλον σου δέσποτα» το άκουε και το συμπλήρωνε έτσι: «μην απολύεις τον δούλον σου, δέσποτα, γιατί θα σε καβαλικέψει!».

Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα. Τους «ναύ­τες» τούς έκανε… «νάπτες», τη «Δευτέρα»… «Δεπτέρα», το  «βρέχει ραγδαία»… «βρέχει ραβδαία», το  «μηδέν» «μεδέν», την «πλατεία των Ανακτόρων» «πλατεία των Ανάχθορ» κ.τ.λ.

Καταλαβαίνει κανείς, πως γι’ αυτές του τις ιδιορρυθμίες όλοι τον κάνανε γούστο και τον προκαλούσανε να λέγει. Μα και κανένας δεν του  φερνότανε άσκημα. Γιατί έξω από την ηλικία του και την αγα­θότητά του, ήτανε πολύ αξιοπρεπής. Δεν δεχόταν από κανένανε το  παραμικρό κέρασμα.

Κάποτε είχε πάγει στο Παρίσι να ιδεί έναν από τους γιους του, που ήταν εγκατεστημένος εκεί. Από το Παρίσι έστειλε μια κάρτα στον κυρ Γιάννη. Στην κάρτα αυτήν είχε γράψει μια σειρά θαυμαστικά κι άλλη μια σειρά μηδενικά κι από κάτου: «μεδέν ο κόσμος». Αυτή ήτανε η εντύπωση του  κυρ Στέφανου (πού είχε ιδωμένο τον κόσμο από δυο μέτρα ψηλότερα παρ’ όλοι οι άλλοι θνητοί) από την κοσμούπολη του  φωτός, της ομορφιάς και του  γλεντιού.

Όταν ήρθε ή είδηση στο καφενείο, πώς πέθανε ο Παπαδιαμάντης στη Σκιάθο, ο πρόεδρος, σαν άνθρωπος που περιμένει πολύ χειρότερα πράγματα σ’ αυτήν την κοιλάδα του Κλαυθμώνος περιορίστηκε να πει:

— Γλίτωσε από την… κακοχυμία του κόσμου τούτου!

Σημείωση: Η φράση «Είχε τη μανία να μιλάει ΧΧΧ τις λέξεις και τα ονόματα» είναι τυπωμένη στο βιβλίο χωρίς το ΧΧΧ, δηλαδή «Είχε τη μανία να μιλάει τις λέξεις και τα ονόματα». Με βάση και τα συμφραζόμενα, είναι σίγουρο πως λείπει τουλάχιστον μία λέξη (π.χ. «διαστρέφοντας» ή «παραμορφώνοντας») ενώ θα μπορούσε να λείπει και ολόκληρη αράδα (π.χ. «παραμορφώνοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο»). Δεν εχω πρόσβαση στη δημοσίευση στην εφημερίδα κι έτσι δεν ξέρω αν έτσι δημοσιεύτηκε εξαρχής.

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Μικροφιλολογικά, Παπαδιαμάντης, Φιλολογία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 79 Σχόλια »

Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Posted by sarant στο 5 Νοέμβριος, 2017

Την Τρίτη συμπληρώνονται 100 χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, που έγινε στις 25 Οκτωβρίου 1917 με το παλιό ημερολόγιο, 7 Νοεμβρίου δηλαδή με το ημερολόγιο που ισχύει σήμερα -και, όπως έχουμε πει, επειδή αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων υιοθετήθηκε το νέο ημερολόγιο, στην πραγματικότητα η Οκτωβριανή επανάσταση ουδέποτε γιορτάστηκε Οχτώβρη μήνα στη χώρα όπου έγινε.

Αυτόπτης μάρτυρας της επανάστασης ήταν κι ένας Αμερικανός, ο δημοσιογράφος και ακτιβιστής Τζον Ριντ (John Reed), που κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο βιβλίο Δέκα ημέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο (Ten Days that Shook the World), το οποίο εκδόθηκε το 1919. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ριντ πέθανε, έχοντας προσβληθεί από τύφο, στα 33 χρόνια του και τάφηκε στα τείχη του Κρεμλίνου, μια τιμή που έχει γίνει σε ελάχιστους Αμερικανούς. Η ζωή και το έργο του Ριντ μεταφέρθηκαν αρκετές φορές στον κινηματογράφο, με γνωστότερη την ταινία Reds (1981) του Γουόρεν Μπίτι, που υποδύθηκε τον Ριντ.

Για να τιμήσω την επέτειο παρουσιάζω ένα εκτενές απόσπασμα από το 4ο κεφάλαιο του βιβλίου, που έχει τίτλο «Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης» (συγκεκριμένα την αρχή, σελ 131-140, και το τέλος, σελ. 172-177, του κεφαλαίου). Διαλεξα το απόσπασμα από την έκδοση της Σύγχρονης Εποχής και… αφού σκανάρισα τις σελίδες αντιλήφθηκα ότι το έργο έχει δημοσιευτεί σε συνέχειες το 1997 στον Ριζοσπάστη και υπήρχε ονλάιν, οπότε τις πήρα από εκεί.

Αξιοπερίεργο αυτής της έκδοσης είναι πως δεν αναφέρεται όνομα μεταφραστή. Αυτό εν μέρει εξηγείται επειδή το κείμενο βασίζεται στη μετάφραση που είχε γίνει το 1961 από τις «Πολιτικές και λογοτεχνικές εκδόσεις», τον εκδοτικό οίκο που είχε το ΚΚΕ στις σοσιαλιστικές χώρες την εποχή της παρανομίας του. Στο οπισθόφυλλο διαβάζω πως τώρα η μετάφραση ειναι ξανακοιταγμένη και βελτιωμένη, αλλά δεν βρήκα το όνομα ούτε του αρχικού μεταφραστή ούτε του θεωρητή. Πείτε με συντεχνιακό, αλλά νομίζω πως θα έπρεπε να αναφέρονται και τα ονόματά τους, εφόσον αναφέρονται τα ονόματα των συντελεστών της τυπογραφικής διόρθωσης, της εκτύπωσης του εξωφύλλου ή της βιβλιοδεσίας.

Ωστόσο, αυτά είναι δευτερεύοντα. Σήμερα, το κράτος που ίδρυσαν οι μπολσεβίκοι πριν από 100 χρόνια, αφού μετατράπηκε από καθυστερημένη μισοφεουδαρχική χώρα σε υπερδύναμη, αφού τσάκισε τον ναζισμό και αφού έφτασε μέχρι το Διάστημα, κατέρρευσε λίγα χρόνια μετά τα εβδομηντάχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης. Όμως το ενδιαφέρον για το κομμουνιστικό πείραμα παραμένει και ασφαλώς δεν έχουμε φτάσει στο τέλος της ιστορίας.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

Το τέλος της προσωρινής κυβέρνησης

Την Τετάρτη στις 7 του Νοέμβρη (25 του Οχτώβρη) σηκώθηκα πολύ αργά. Οταν βγήκα στη λεωφόρο Νέβσκι στο φρούριο του Πετροπάβλοφσκ βρόντηξε μεσημεριάτικα το κανόνι. Η μέρα ήταν υγρή και κρύα… Απέναντι στις κλειδωμένες πόρτες της κρατικής τράπεζας στέκονταν κάμποσοι στρατιώτες με εφ’ όπλου λόγχη.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησα. «Με την κυβέρνηση είστε;», «Δεν υπάρχει πια κυβέρνηση!» απάντησε με χαμόγελο ένας στρατιώτης. «Δόξα τω Θεώ!» Αυτό ήταν όλο που κατάφερα να μάθω απ’ αυτόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επετειακά, ΕΣΣΔ, Κομμουνιστικό κίνημα, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 146 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Σκάκι στην εξορία και στις φυλακές

Posted by sarant στο 8 Οκτώβριος, 2017

Αυτόν τον τίτλο είχε ένα αφιέρωμα που επρόκειτο να παρουσιαστεί χτες στο φεστιβάλ Σπούτνικ, της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, στο άλσος Στρατού, στο Γουδί. Ο σκακιστής Κοσμάς Κέφαλος, που ήταν υπεύθυνος του αφιερώματος, μου είχε ζητήσει να παρευρεθώ, αλλά δεν μπόρεσα επειδή δεν βρίσκομαι στην Αθήνα. Λυπήθηκα πολύ, μια και εκτός των άλλων, θα απαγγελλόταν, από τον Στέφανο Ληναίο, και ένα ποίημα του παππού μου ακριβώς με θέμα το σκάκι πίσω από τα σύρματα. Το φεστιβάλ Σπούτνικ θα συνεχιστει και σήμερα, και σας συνιστώ να πάτε -μάλιστα οι σκακιστές θα έχουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν στις 7 μ.μ. διαγωνισμό λύσης προβλημάτων, ο οποίος γίνεται με καινούργια φόρμουλα, πολύ θεαματική, σε στιλ νοκάουτ -στην εποχή μου δεν είχαμε τέτοιες μοντερνιές. Γενικά το σκάκι είχε περίοπτη θέση στα φεστιβάλ των νεολαιών, ιδίως των νεολαιών της Αριστεράς, και κάθε χρόνο έχει τη θέση του στο φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή.

Αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες μικρές διορθώσεις και προσθήκες, το προχτεσινό δημοσίευμα του Κ. Κέφαλου στην εφημερίδα Αυγή, με τίτλο «Ψυχή σε στρατό απο ψίχα». Στο τέλος προσθέτω και μερικά ακόμα.

Σκακιστικό σχολειό ο Αϊ – Στράτης

Ο Στέλιος Ευκαρπίδης εκτοπίστηκε στα 18 του, το 1947, στον Αϊ – Στράτη. Οι σκηνές τους ήταν σε μια ρεματιά γεμάτη υγρασία. Θυμάται πως οι αφάνες που έβαζαν κάτω από την κουβέρτα είχαν γίνει σώμα συμπαγές, σαν στρώμα.

Συνθήκες άθλιες, αλλά και ένα δώρο: ο νεαρός Στέλιος βρέθηκε στην ίδια σκηνή με τον Θανάση Βασίλα (1908-1956), έναν λαμπρό επιστήμονα -με καθοριστική συμβολή στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωριών της ανατολικής Χαλκιδικής, μετά τον καταστρεπτικό σεισμό του 1932- και έναν από τους καλύτερους βορειοελλαδίτες σκακιστές της εποχής εκείνης. Ο χρόνος περίσσευε, το μυαλό σε αυτές τις ηλικίες είναι «σφουγγάρι», ο δάσκαλος ήταν πρόθυμος να τον μυήσει στο παιχνίδι και η οικογένεια έστελνε, παρά την οικονομική ανέχεια, σκακιέρες και βιβλία για μελέτη. Γρήγορα έγινε πολύ καλός σκακιστής και, εκτός από τον δάσκαλο, άρχισε να παίζει και με άλλους. Όπως θυμάται, το σκάκι ήταν πολύ διαδεδομένο στον Αϊ – Στράτη. Έμεινε εκεί για περισσότερο από τρία χρόνια.

Αντιθέτως, το 1950, που τον πήγαν στη Μακρόνησο, αντιμετώπισε μια πολύ πιο σκληρή κατάσταση. Έφυγε με σπασμένα πλευρά και αιμοπτύσεις…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αριστερά, Αναμνήσεις, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , , , , | 103 Σχόλια »

Οι ΔΑΠίτες αντιγράφουν υπέροχα

Posted by sarant στο 14 Σεπτεμβρίου, 2017

Θα μου πείτε πως είναι άδικος ο τίτλος, αφού ασφαλώς οι 106 φοιτητές του Πανεπιστημίου Πατρών, που παρέδωσαν πανομοιότυπη εργασία στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και τιμωρήθηκαν με αποκλεισμό από την εξεταστική περίοδο του Σεπτεμβρίου, δεν θα ανήκουν όλοι στη ΔΑΠ-ΝΔΦΚ.

Ωστόσο, επειδή μόνο η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ εξέδωσε ανακοίνωση στην οποία ζητάει να αρθεί η ποινή, και επειδή η ανακοίνωση, όπως μπορείτε να διαβάσετε, είναι μνημείο γελοιότητας, θαρρώ ότι αξίζει να χρεωθεί μόνη της την κατακραυγή παρ’ όλο που, πράγματι, στο άθλημα της παραγωγής και διανομής σημειώσεων, που έχει εξελιχθεί σε μάστιγα για το πανεπιστήμιο, δεν επιδίδεται μόνο η ΔΑΠ, αλλά και η ΠΑΣΠ.

Η κατακραυγή άλλωστε ήταν τόσο μεγάλη, που ανάγκασε και τη μητρική ΟΝΝΕΔ να διαχωρίσει τη θέση της και να καταδικάσει τα τοπικά στελέχη της ΔΑΠ Πάτρας.

Να θυμίσω ότι οι 106 φοιτητές αποκλείστηκαν από την εξεταστική επειδή παρέδωσαν την ίδια εργασία στο μάθημα «Δυναμικά Μαθηματικά Υποδείγματα». Η εργασία συνίστατο στη λύση τεσσάρων ενοτήτων με ασκήσεις και αντιστοιχούσε σε ποσοστό 30% του τελικού βαθμού. Η ποινή που επιβλήθηκε από τη ΓΣ του τμήματος φαίνεται αυστηρή, αλλά στην πραγματικότητα μάλλον χαμηλή είναι, αφού για ανάλογο παράπτωμα η ΓΣ έχει το δικαίωμα να αποκλείσει τους δράστες έως και από τρεις εξεταστικές περιόδους.

Αν αναζητήσετε στο γκουγκλ «Φοιτητικές εργασίες» θα βρείτε κάμποσους ιστότοπους που διαφημίζουν τις υπηρεσίες τους και που λένε, λιγότερο ή περισσότερο απερίφραστα ότι αναλαμβάνουν να γράψουν κάθε λογής φοιτητικές εργασίες, ακόμα και διπλωματικές ή πτυχιακές (παράδειγμα) επί πληρωμή. Κάτι ανάλογο θα συνέβη και στην περίπτωση της Πάτρας.

Ομολογώ ότι όταν ήμουν εγώ φοιτητής τέτοια φαινόμενα ή δεν υπήρχαν ή δεν τα βλέπαμε. Σημειώσεις κυκλοφορούσαν, αλλά δεν είχαν γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης από τις μεγάλες φοιτητικές παρατάξεις. Αργότερα, όπως όλοι οι νεότεροι ξέρουν, η ΔΑΠ και η ΠΑΣΠ χρησιμοποίησαν τις σημειώσεις ως δέλεαρ για την άγρα ψηφοφόρων και τις μοίραζαν ή τις μοιράζουν ακόμα από τα τραπεζάκια τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Μούρμανσκ, Ιούνιος του 94 (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2017

Με πολλή χαρά δημοσιεύω σήμερα τις αναμνήσεις του καινούργιου φίλου μας, του Dryhammer, από το ταξίδι του στο μακρινό και παγωμένο Μούρμανσκ τον Ιούνιο του 1994. Σε πρόσφατη συζήτηση, με αφορμή τις λευκές νύχτες που γνωρίζουν αυτή την εποχή τα βόρεια μέρη, ο φίλος μας είχε αναφέρει δυο-τρία πράγματα από τις εμπειρίες του, που προκάλεσαν αρκετό ενδιαφέρον και, κουβέντα στην κουβέντα, τον βάλαμε στα αίματα να καταγράψει τις αναμνήσεις του.

Πολύ καλογραμμένο κείμενο, με εύστοχες παρατηρήσεις, καταφέρνει θαρρώ να μεταφέρει την αίσθηση του τόπου και της εποχής. Με αστερίσκο σημειώνονται κάποια λεξιλογικά, που εξηγούνται στο τέλος.

Мурманск Ιούνιος του 94

Στο βαπόρι ανέβηκα ξημερώματα (15 ή 16 του Μάη του ’94). Είχε φουντάρει έξω από τον Αγ. Νικόλα στην Κρήτη για να κάνει στόρια(*)  και να αλλάξει  πλήρωμα . Δεν θυμάμαι με τίποτα, σε τι σκάφος ανέβηκα για να μας πάει στο NIKOLAS. Το μόνο που θυμάμαι, με λεπτομέρεια ντοκιμαντέρ, είναι τη σκοτεινή φιγούρα του πλοίου κόντρα στο λυκαυγές, να πλησιάζει και να μεγαλώνει, μέχρι που ήρθαμε δίπλα του και μου φάνηκε θεόρατο. Μετά έμαθα ότι ήτανε κάπου 195 μέτρα μήκος και γύρω στα 12 μέτρα πάνω από το νερό μέχρι το κατάστρωμα, βαμμένο μαύρο, όπως σχεδόν όλα τα φορτηγά. Το Σεπτέμβρη θα έκλεινα τα 30. Πρωτόμπαρκος.

Το NIKOLAS (με κάπα) ήταν ένα φορτηγό 45άρι(*) με 5 αμπάρια και 4 γκρένια(*). Ερχόταν από Ανατολική Ασία μέσω Σουέζ  για να ξεφορτώσει μεταλλεύματα  σε Αμβέρσα, Αμβούργο και Μάλμοε και μετά βλέπουμε. Την 1η Ιουνίου θα σήκωνε Ελληνική  σημαία, από Παναμά που είχε, και από την Κρήτη και μέχρι και το Μάλμοε θα άλλαζε όλο σχεδόν το ελληνικό πλήρωμα.

Στο Αμβούργο άλλαξε σημαία και έγινε ΝΙΚΟΛΑΣ και στο δρόμο για το Μάλμοε βγήκε και το ναύλο. Θα φορτώναμε σίδερα από το Μούρμανσκ για την Κίνα. Μια αλυσίδα συμπτώσεων και συγκυριών (άμα θέ η πουτάνα να στα φέρει…) με έφερε να περνώ περισσότερο χρόνο στη γέφυρα απ’ όσο αν ήμουν κανονικό τζόβενο κι έτσι μόνο όταν έτρωγα ή κοιμόμουν δεν έβλεπα το ταξίδι, που το γούσταρα αφάνταστα. Μπήκα στο βαπόρι για δουλειά, αλλά στην πραγματικότητα ταξίδευα. Συνεχώς.

Ήδη, από την Αμβέρσα, είχε αρχίσει να γίνεται αισθητό το μεγάλωμα της μέρας. Από το Μάλμοε κι ύστερα, που περιπλέαμε την Σκανδιναβική χερσόνησο με βορεινή πορεία μέχρι το Νόρντ Καπ, στο 71 μισό πλάτος, η μέρα μεγάλωνε, κάθε μέρα, αρκετά περισσότερο, μέχρι που πια δε νύχτωνε καθόλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 208 Σχόλια »