Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναμνήσεις’ Category

Τα σπίτια της παιδικής μου ηλικίας (από την αυτοβιογραφία του Ν. Λαπαθιώτη)

Posted by sarant στο 30 Οκτωβρίου, 2020

Συμπληρώνονται αύριο 132 χρόνια από τη γέννηση του αγαπημένου μου ποιητή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, στις 31 Οκτωβρίου 1888.

Κάθε χρόνο, είτε ανήμερα στις 31 Οκτωβρίου είτε εκεί κοντά, ας πούμε την πιο κοντινή Κυριακή, το ιστολόγιο έχει καθιερώσει την παράδοση να αφιερώνει ένα άρθρο στον Λαπαθιώτη -και αυτό θα κάνουμε και φέτος, με το άρθρο που δημοσιεύεται σήμερα, κατ’ εξαίρεση μια μέρα νωρίτερα. Αν το έβαζα ανήμερα της γέννησης, αύριο, θα εκτόπιζα τα μεζεδάκια, τα οποία θα πήγαιναν Κυριακή και θα εκτόπιζαν το Μηνολόγιο. Οπότε, βάζω σήμερα το λαπαθιωτικό άρθρο, αποφεύγοντας έτσι τις άλλες μετατοπίσεις

Στο σημερινό άρθρο θα παρουσιάσω περίπου το μισό δεύτερο κεφάλαιο από την αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη «Η ζωή μου», που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες το 1940 στο Μπουκέτο (και μάλιστα διακόπηκε απότομα με την κήρυξη του πολέμου στις 28 Οκτωβρίου). Το πρώτο κεφάλαιο υπάρχει ήδη στο Διαδίκτυο (π.χ. εδώ), οπότε προτίμησα να μην το επαναλάβω.

Παιδική φωτογραφία παρμένη από τεύχος του Μπουκέτου

Στο απόσπασμα που θα διαβάσετε, ο Λαπαθιώτης αφηγείται τα σπίτια όπου έζησε μικρός και κάποιες αναμνήσεις που έχει συγκρατήσει από το καθένα τους (πολλές βασισμένες σε διηγήσεις της μητέρας του). Όπως θα δείτε, μετακόμιζαν σχεδόν κάθε χρόνο, αλλά πάντοτε μέσα σε μια πολύ μικρή ακτίνα από το κέντρο της Αθήνας. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι η λεγόμενη «οικία Λαπαθιώτη» υπάρχει ακόμα και ρημάζει στην οδό Οικονόμου, στον λόφο του Στρέφη, αλλά ο ποιητής γεννήθηκε στους Αγίους Θεοδώρους, κοντά στην πλατεία Κλαυθμώνος, όπως μας λέει στο πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του.

Θα άξιζε ίσως να προσπαθήσει κάποιος να εντοπίσει αν υπάρχουν ακόμη τα σπίτια αυτά, αλλά δεν δίνει και πολλές πληροφορίες ο Λαπαθιώτης, αν και για κάποια αναφέρει οδό και αριθμό (αν βέβαια δεν έχει αλλάξει η αρίθμηση). Πάντως, το 1940 -όταν γράφεται το κείμενο- τα σπίτια αυτά υπήρχαν ακόμα.

Θα μπορούσαν επίσης να σχολιαστούν κάποιες αναφορές του κειμένου, αλλά ας πούμε ότι βαρέθηκα να το κάνω. Πάντως, το συλλαλητήριο στο πεδίο του Άρεως που οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Τρικούπη εξαιτίας της επέμβασης του διαδόχου έγινε τον Ιανουάριο του 1895 -άρα ο Λαπαθιώτης τότε ήταν 6 χρονών και τριών μηνών. Σε εφημερίδες της εποχής έχουμε αναφορές στον πατέρα του.

Ο πατέρας του, ο Λεωνίδας Λαπαθιώτης, ήταν στρατιωτικός και οι στρατιωτικοί είχαν περίοπτη κοινωνική θέση στην Ελλάδα του 1890 -o ποιητής πέρασε άνετη και χαϊδεμένη παιδική ηλικία, έχοντας πάντα γύρω του πολλούς ανθρώπους να τον προσέχουν, μέχρι και την ορντινάντζα του πατέρα του -αλλά ας τον αφήσουμε να τα πει ο ίδιος.

Μεταφέρω τις σελ. 22-29 από το βιβλίο Η ζωή μου (Κέδρος 2009, επιμ. Γιάννη Παπακώστα), την αρχή του 2ου κεφαλαίου που έχει τίτλο «Προϊστορία και τ’ ανέκδοτά της…»

Κεφάλαιο 2

Πυκνό σκοτάδι, φοβερό σκοτάδι, σαν το σκοτάδι της ανυπαρξίας.

Εδώ κι εκεί κάποιες ασύνδετες εικόνες: Να ’ταν αλήθεια, να ’ταν στ’ όνειρό μου;

Βρίσκομαι σε μια κάμαρη, νύχτα, σκοτεινά, θαρρώ πώς είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Στο ταβάνι, κόκ­κινες σαν αίμα, περνούν μεγάλες έντονες ανταύγειες από μακρινά βεγγαλικά! Ο πατέρας μου κι η μητέρα, σαν ίσκιοι, στο παράθυρο. Και τίποτ’ άλλο.

Ίσως αυτά να ’ταν στο πρώτο σπίτι, σ’ ένα σπίτι της οδού Κολοκοτρώνη (αριθ. 59 τώρα), το σπίτι «του Σκύρα», καθώς τ’ ανάφερνε κατόπιν η μητέρα μου, και στο οποίο πήγαμε έπειτ’ απ’ των Αγίων Θεοδώρων.

Κι έπειτα σ’ ένα σπίτι της οδού Αθηνάς (αριθ. 27 τώρα), που ’βλεπε στο παλιό σχολειό του Καραμάνου, το σπίτι του «κυρ-Θανάση»: Ένας μακρύς και σκοτει­νός διάδρομος, μ’ ένα χαλί σ’ όλο το μάκρος του, που τελειώνει σ’ έναν τοίχο. Σ’ αυτό τον τοίχο, ένα κανονι­κότατο βαθούλωμα και μέσα του μια διακόσμηση, κάτι σαν πελώρια αρχαϊκή υδρία…

Κι εκεί το πρώτο αίσθημα του φόβου: Είχε, λέει, μόλις βασιλέψει κι ήταν μισοσκότεινα. Στεκόμουν σέ μια πόρτα, την πόρτα του γραφείου του πατέρα μου. Μέσα στην τραπεζαρία, ο στρατιώτης, στρώνοντας τραπέζι, τοποθετούσε τα μαχαιροπήρουνα, που βροντούσαν μες στη σιωπή. Είχα σταθεί ακίνητος, αμίλη­τος, σαν να μην τολμούσα να σαλέψω. Η μητέρα μου με ρώτησε γιατί. Και της αποκρίθηκα:

– Βοβείται! (Φοβάμαι!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Λαπαθιώτης | Με ετικέτα: , , , , | 101 Σχόλια »

Τι σας έφταιξε ο φασισμός; (Το Επίμετρο από τα Πολεμικά)

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2020

Συμπληρώνονται σήμερα 80 χρόνια από την 28η Οκτωβρίου 1940. Φέτος η εθνική γιορτή θα τιμηθεί χωρίς παρελάσεις (κάποιοι θα πουν πως είναι ένα από τα ελάχιστα καλά του κορονοϊού) αλλά στο ιστολόγιο δεν έχουμε τέτοιους περιορισμούς κι έτσι θα τιμήσουμε την ημέρα αναδημοσιεύοντας το Επίμετρο από τα Πολεμικά, τον τέταρτο τόμο των χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αρχείο σε δική μου επιμέλεια.

Στο επίμετρο αυτό αφηγούμαι ένα περιστατικό από τα μετόπισθεν, που το έχω κι άλλες φορές αφηγηθεί στο ιστολόγιο -ουσιαστικά το κείμενο έχει πάρα πολλές ομοιότητες με ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου (το έχω δα ομολογήσει ότι βιβλία και ιστολόγιο είναι συγκοινωνούντα δοχεία).

Χωρίς άλλους προλόγους, παραθέτω το Επίμετρο από τα Πολεμικά (το κείμενο πριν από τις διορθώσεις του βιβλίου, μπορεί να έχει κάποια λαθάκια):

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Σε πολλά από τα χρονογραφήματα που διαβάσατε σε αυτόν τον τόμο, ο Βάρναλης επιτίθεται δριμύτατα στον φασισμό ενώ επανειλημμένα διακρίνει τον ιταλικό λαό από τη φασιστική ηγεσία της χώρας και τον Μουσολίνι προσωπικά. Την ίδια στάση είχαν υιοθετήσει και άλλοι αριστεροί διανοούμενοι που αρθρογραφούσαν σε εφημερίδες και σε περιοδικά.

Αυτό όμως δεν πέρασε απαρατήρητο από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που δεν έβλεπε με καλό μάτι τα αντιφασιστικά κηρύγματα. Κι έτσι, μια μέρα του Δεκεμβρίου 1940, ο Βάρναλης, ο Ασημάκης Πανσέληνος, ο Νίκος Καρβούνης και άλλοι αριστεροί αρθρογράφοι κλήθηκαν στη Γενική Ασφάλεια, όπου κρατήθηκαν επί διήμερο και τους έγιναν αυστηρές συστάσεις να είναι πιο προσεκτικοί στην αρθρογραφία τους και να καταγγέλλουν τους Ιταλούς και όχι τον φασισμό.

Κατά ευτυχή σύμπτωση, διαθέτουμε μαρτυρίες για το σημαντικό αυτό επεισόδιο από τον ίδιο τον Βάρναλη, αλλά και από τον επίσης πρωταγωνιστή Ασημάκη Πανσέληνο, καθώς και ένα συντομότερο σχόλιο από τον Γ. Σεφέρη. Έτσι έχουμε το ίδιο γεγονός ιδωμένο από τρεις μεγάλους λογοτέχνες μας, σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές (λίγους μήνες μετά ο Σεφέρης, λίγα χρόνια μετά ο Βάρναλης, πολλά χρόνια μετά ο Πανσέληνος).

Πότε κλήθηκαν στην Ασφάλεια οι αρθρογράφοι; Ο Πανσέληνος δίνει ακριβή ημερομηνία, το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου 1940. Και πρέπει να θυμάται σωστά. Αν προσέξετε τα χρονογραφήματα του τόμου, δεν υπάρχει χρονογράφημα του Βάρναλη για τις 20 και για τις 21 Δεκεμβρίου, χωρίς μάλιστα να υπάρχει κάποια έκτακτη πληθώρα ύλης. Είναι φανερό ότι η απουσία χρονογραφήματος οφείλεται στην έκτακτη προσαγωγή του Βάρναλη στην Ασφάλεια και την αναπάντεχη κράτησή του.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη ξαναρχίζουν στις 22 Δεκεμβρίου και ίσως δεν είναι συμπτωματικό ότι ο ποιητής αποφεύγει περίπου επί δεκαήμερο να χρησιμοποιήσει τους όρους «φασισμός» ή «φασιστικός», αν και μετά εμφανίζονται και πάλι οι όροι αυτοί στα χρονογραφήματά του.

Ας δούμε λοιπόν το επεισόδιο….

Α. Όπως το αφηγείται ο Κώστας Βάρναλης (Ρίζος της Δευτέρας, 27.10.1947)

Η βουβή επέτειος – Γιορτή και λαός

H 28 του Οχτώβρη είναι μια μεγάλη μέρα για τον ελληνικό λαό – και μέρα ντροπής για τους προδότες του. Κι όμως ετούτοι γιορτάζουνε το «αλβανικό έπος». Και πάλι χωρίς το λαό. Και πάλι με φράχτη γύρω τους τα όπλα -για να τους φυλάνε όταν πηγαίνουν στην τελετή – να φυλάνε από το λαό τους εχθρούς του λαού.
Το τι νόημα δίνουνε στον όρο «αλβανικό έπος» οι φυγάδες του «έπους» φαίνεται από το νόημα που δίνουνε σε κάτι ανάλογες και παράλληλες ορολογικές απάτες όπως π.χ «απελευθέρωση», «ανεξαρτησία», «δημοκρατία», «αμερικάνικη βοήθεια», «πνευματική ελευθερία» κλπ. Το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων είναι διαμετρικά αντίθετο με την ετυμολογική τους σημασία.


Αλλά το νόημα, που έδινε η 4η Αυγούστου στο «αλβανικό έπος», μας το εξήγησε τότες με τρόπον επίσημον ο τότε διευθυντής της Ασφαλείας κ. Παξινός. Ενώ δηλαδή ο ελληνικός λαός γυμνός και άοπλος, εγκαταλελειμμένος από τους «αρχηγούς» του χτύπαε στο μέτωπο και μπροστά του και πίσω του τους εχθρούς της ελευθερίας του, τους φασίστες, οι αρχηγοί του ελληνικού φασισμού ετοιμάζανε στην πρωτεύουσα την παράδοση του λαού – γιατί η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήταν παράδοση του στρατού μονάχα (των 200 χιλιάδων ανδρών) αλλά ολάκερου του ελληνικού λαού (των 7 εκατομμυρίων).
Ο μοναρχοφασισμός που είπε το μαύρο του «όχι», μονάχα για τον τύπο, κοίταε από την πρώτη στιγμή πώς θα έσωζε όχι την «πατρίδα», παρά το καθεστώς του· πώς θα περνούσε τον ελληνικό λαό από τα δικά του τα χέρια στα ξένα χέρια, χωρίς ο μεσίτης να χάσει ούτε την ηγεσία του λαού, ούτε τα κέρδη του απ΄αυτόν.
Η συνθηκολόγηση του μετώπου δεν ήτανε πράξη ανωτέρας βίας παρά θεληματική συμμαχία με τον εχθρό εναντίον του λαού. Και κανένας από τους μεταδεκεμβριανούς κυβερνήτες δεν αμφιβάλλει πως στην σημερινή επέτειο δεν γιορτάζεται το «αλβανικό έπος», παρά η «συνθηκολόγηση» και η συνεργασία με τον εχθρό. Αν τότε ο ελληνικός λαός νικούσε ως το τέλος τους εχθρούς κι έσωζε την ελευθερία του, οι σημερινοί συνεχιστές της 4ης Αυγούστου, τη σημερινή επέτειο θα την είχανε ημέρα «εθνικού πένθους».

* * *

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Πρόσφατη ιστορία, Πόλεμος 1940-41, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 295 Σχόλια »

Υπάρχουν φτηνά πράγματα στη Γαλλία;

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2020

To 1980, με τον φίλο μου τον Θέμη, πήραμε την απόφαση να πάμε διακοπές ένα μήνα με το Ιντερέιλ, έναν θεσμό που τότε ήταν πολύ δημοφιλής στους νέους ή τουλάχιστον στους φοιτητές. Με ένα προσιτό αντίτιμο, που δεν θυμάμαι καθόλου πόσο ήταν, έπαιρνες μια κάρτα που σου εξασφάλιζε δωρεάν χρήση όλων των σιδηροδρόμων της Ευρώπης για 30 μέρες. (Όλων; Υπήρχανε και κάποιες εξαιρέσεις, αλλά ήταν η ευλογημένη εποχή πριν από το κύμα των ιδιωτικοποιήσεων, οπότε οι εξαιρέσεις ελάχιστα επηρέαζαν). Στη δική σου χώρα όμως, ή μάλλον στη χώρα όπου αγόραζες την κάρτα, ίσχυε μόνο έκπτωση 50%, όχι δωρεάν χρήση, γι’ αυτό οι Αμερικανοί που έρχονταν με Ιντερέιλ προτιμούσαν να ξεκινούν από το Λουξεμβούργο.

Ήταν λοιπόν ένας προσιτός τρόπος για να γυρίσει κανείς την Ευρώπη. Φυσικά, μέναμε σε ξενώνες νεότητας, Youth hostel, αφού φυσικά βγάζαμε και τη σχετική κάρτα, εκτός από τους τυχερούς που είχαν να φιλοξενηθούν κάπου. Και βέβαια, όλα μας τα πράγματα τα είχαμε στο τεράστιο σακίδιο της πλάτης, εύκολα ρούχα πλύνε-βάλε και κυρίως λιγοστά. Αν έκανα το ίδιο ταξίδι σήμερα θα είχα οπωσδήποτε μαζί μου κινητό και ταμπλέτα, ίσως και το λάπτοπ, καθώς και κάμποσα καλώδια και φορτιστήρια, αλλά τότε δεν υπήρχαν τέτοια πράγματα και μόνο μια παλιομηχανή είχα μαζί μου και λιγοστές φωτογραφίες τράβηξα.

Tην εποχή εκείνη υπήρχαν και περιορισμοί συναλλαγματικοί -δεν θυμάμαι πόσα μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας, νομίζω 240 δολάρια, αλλά ήταν λίγα για ένα τέτοιο ταξίδι. Πήραμε βεβαίως κρυφά και λίγα παραπάνω, αλλά δεν είχαμε γενικώς και πολλά λεφτά. Νομίζω ότι έφυγα με 400 δολάρια, κρυμμένα και φανερά. Είχαμε κάνει το σχέδιο να μην αλλάζουμε τόπο διαμονής κάθε μέρα, αλλά να μένουμε από 3 έως 6 μέρες σε μεγάλες κυρίως πόλεις.

Αλλάξαμε τρένο στο Βελιγράδι και πρώτος σταθμός μας ήταν η Βουδαπέστη, όπου θα μέναμε σε κάτι φοιτητικές εστίες μέσα στην πόλη. Εκεί είχα έναν γνωστό γνωστού, που ήταν κι αυτός Κνίτης και σπούδαζε στη Βουδαπέστη, και μας διευκόλυνε να γίνουμε δεκτοί, νομίζω τζάμπα. Αγγλικά τότε μιλούσαν ελάχιστοι, οπότε έπρεπε να τα βγάλουμε πέρα με νοήματα, κέσενεμ και κέρεμ (ευχαριστώ, παρακαλώ) και «γκέρεγκ κέρεκ α τελεφονχόζ» (τον έλληνα φοιτητή στο τηλέφωνο) για να καλέσω τον γνωστό γνωστού σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι. Αλλά όλα πήγαν μια χαρά, η δε Βουδαπέστη εκτός από πανέμορφη ήταν και προσιτή για τα ισχνά βαλάντιά μας.

Την τελευταία μέρα έπρεπε να αδειάσουμε το χόστελ νωρίς, αλλά το τρένο για το Μόναχο, που ήταν ο επόμενος προορισμός μας, έφευγε στις 6 το απόγευμα. Για να μην τριγυρνάμε ολη μέρα στην πολη με τα σαμάρια, πήγαμε στον σταθμό των τρένων, αφήσαμε τα σακίδιά μας στην αίθουσα φύλαξης αποσκευών κι έτσι απαλλαγμένοι από το βάρος αρχίσαμε τις βόλτες. Γυρίσαμε στον σταθμό 20 λεπτά πριν από την αναχώρηση και με τρόμο είδαμε μια τεράστια ουρά στην παραλαβή των αποσκευών -αυτό δεν το είχαμε υπολογίσει!

Αφού είδαμε ότι με τον ρυθμό που προχωρούσε η ουρά ήταν αδύνατο να προλάβουμε το τρένο, πήγα μπροστά και με αγγλικά και με νοήματα προσπάθησα να πείσω τον υπεύθυνο ότι επειγόμαστε, και σε μια στιγμή που εκείνος κοίταζε αλλού μπήκα μέσα στο χώρο με τα σακίδια, που ήταν καμιά πεντακοσαριά, βρήκα το δικό μου και του Θέμη και όλος χαρά ξαναβγήκα έξω και είπα στον φίλο μου να βιαστούμε για να μη χάσουμε το τρένο για το Μόναχο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Παρίσι, Συγκριτικά γλωσσικά, Ταξιδιωτικά, Φωτογραφίες, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 219 Σχόλια »

Πώς (δεν) έφαγα μύδια στις Βρυξέλλες (μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2020

Το ένα (ξανα)φέρνει το άλλο. Ο φίλος μας ο Γιάννης Μαλλιαρός, που δυο δικές του συνεργασίες δημοσιεύσαμε πρόσφατα (η δεύτερη εδώ) ήθελε να κάνει ένα σχόλιο στο άρθρο μας για τα εθνικά φαγητά. Το σχόλιο βγήκε μεγάλο οπότε πήρε προαγωγή σε άρθρο -τρίτωσε η συνεργασία δηλαδή.

Ο Γιάννης διηγείται πώς είχε επισκεφτεί τις Βρυξέλλες πριν από καμιά τριανταριά (και βάλε) χρόνια. Επειδή περίπου τόσα χρόνια βρίσκομαι κι εγώ στα ίδια μέρη (αν και τότε δεν είχα ακόμα πάει) έχω να πω πως, όπως και η Ελλάδα, έτσι και οι Βρυξέλλες (ή το Λουξεμβούργο) έχουν αλλάξει πάρα πολύ σ’ αυτό το διάστημα -αλλά και τα ταξίδια τα αεροπορικά έχουν αλλάξει, αφού τότε οι πτήσεις ήταν πολύ λιγότερες και αρκετά ακριβότερες. Και πιο πολυτελείς -ο Γιάννης λέει για γυάλινα ποτήρια, άλλοι θυμούνται τα πορσελάνινα σερβίτσια της Σουισέρ.

Θα μου πείτε: εδώ λεξιλογούμε, δεν θα λεξιλογήσουμε για τις μούλες -ή, τα μύδια; Δίκιο έχετε βέβαια, μόνο που το έχουμε ήδη κάνει. Οπότε, παραπέμπω στο παλιό μας άρθρο, που δεν έχει μόνο μύδια αλλά και διάφορα άλλα θαλασσινά.

Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το άρθρο είναι του Γιάννη, αλλά πολύ μεταγενέστερες.

Είπαμε πως ο Σαραντάκος όλο αφάλες βάζει; Να τις προάλλες έγραφε για εθνικά φαγητά με αφορμή μια σχετική παρουσίαση από κάποιο σάιτ. Και θυμήθηκα για το πώς έμαθα το εθνικό φαγητό των Βέλγων. Κάτι που έγινε όταν δούλευα στην εταιρία. Που από τότε που έγραψα για τον Πειραιώτη, λέω να γράψω την ιστορία μου εκεί συνολικά. Και λέω να τη γράψω με τη σειρά, αλλά έλα που προέκυψε αυτό το ενδιάμεσο. Είπα να γράψω σε σχόλιο μόνο τη μέση και να το κρατήσω για να το βάλω με τη σειρά του. Αλλά μου βγήκε μεγάλο για σχόλιο. Δεν πάει το σχόλιο να είναι το μισό απ’ το άρθρο. Κι έτσι αποφάσισα να το γράψω ολόκληρο, απ’ τη στιγμή που έφυγα απ’ το αεροδρόμιο μέχρι που επέστρεψα, αλλά για να γίνει κατανοητό αυτό θέλει κι άλλη επέκταση, μια μικρή εισαγωγή.

Η εταιρία που δούλευα ήταν εταιρία κούριερ, πράκτορας (ατζέντης) μιας πολυεθνικής. Που είχε κατατάξει την Ελλάδα στη Μέση Ανατολή κι έτσι ό,τι στέλναμε ή παίρναμε πέρναγε απ’ το χαμπ (hub – το κέντρο διαλογής, το μέρος που μαζεύονταν δηλαδή όλες οι αποστολές, χύμα κάτω και μπαίναν σε σάκους για τους προορισμούς τους) της Μέσης Ανατολής που ήταν στο Λονδίνο. Και τα πράγματα πηγαινοέρχονταν με φορτωτικές, πράγμα που σήμαινε καθυστερήσεις στα τελωνεία. Έτσι, όταν μεγάλωσαν λίγο οι δουλειές, βάλαμε κούριερ, έναν άνθρωπο δηλαδή που ταξίδευε με το αεροπλάνο πηγαινέλα και μετέφερε τα πράγματα σαν αποσκευές.

Ο Τάκης, ο ιδιοκτήτης – διευθυντής της εταιρίας ήθελε η επικοινωνία να γίνεται με τις Βρυξέλλες που στο εκεί, αεροδρόμιο, στο Ζάβεντεμ ήταν το χαμπ της Ευρώπης. Αλλά πτήσεις βολικές δεν είχε προς τα εκεί. Και προσπαθούσε να μπει αεροπλάνο που θα έκανε αυτή τη δουλειά. Το όνειρο το είχε δει από πολύ νωρίς. Το 86 το φθινόπωρο έγινε μια πρώτη συμφωνία αλλά το αεροπλάνο μόνο μια βδομάδα κατάφερε να κάνει το δρομολόγιο και το έκοψε η ΥΠΑ (υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας) για να διασφαλίσει το μονοπώλιο της Ολυμπιακής.

Έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις για να ξαναξεκινήσει το δρομολόγιο (που ήταν Αθήνα – Βιέννη – Βρυξέλλες και επιστροφή) και μέχρι να βρεθεί άκρη (που δεν βρέθηκε σταμάτησε η συνεργασία, έπρεπε να περάσουν άλλα δυο  – τρία χρόνια για να γίνει κατορθωτό κάτι τέτοιο) το δρομολόγιο γινόταν σε συνδυασμό με επιβατικές πτήσεις: Από το Ανατολικό αεροδρόμιο έφευγε ο κούριερ στις 19:30 με τη Λουφτχάνσα για Μόναχο κι εκεί έβγαινε και σταμάταγε το αεροπλάνο από τη Βιέννη, τον έπαιρνε μαζί με τα πράγματα και πήγαιναν για Βρυξέλλες. Γίνονταν οι ανταλλαγές που έπρεπε και επιστροφή στη Βιένη απ’ όπου με την Όστριαν επιστροφή στην Αθήνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά, μαγειρική | Με ετικέτα: , , | 130 Σχόλια »

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020

Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Ο «Πειραιώτης» (αφήγημα του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 29 Μαΐου, 2020

Τις προάλλες, στο άρθρο για τις Ταβέρνες και τα εστιατόρια, σε κάποιο σχόλιο, ο φίλος μας ο Γιάννης θυμήθηκε ένα ταβερνάκι και συνέχισε: Επίσης ένα παρόμοιο υπήρχε το ’85 στην Ευαγγελιστρίας στον Πειραιά. Τώρα, πώς το ξέρω και πώς το θυμάμαι είναι ολόκληρη ιστορία που ανάγεται στην εποχή που δούλευα κούριερ. Δεν την έχω γράψει, άρα να κάτσω να τη γράψω κι αυτή. Όλο αφάλες ανοίγεις Νικοκύρη!

Οπότε, ζήτησα απο τον Γιάννη (που βέβαια έχει και δικό του ιστότοπο) να γράψει την ιστορία για το ιστολόγιο. Την έγραψε, και τη δημοσιεύω στο σημερινό μας άρθρο.

Υπάρχει όμως και άρθρο μέσα στο άρθρο, ή ίσως γύρω από το άρθρο, αφού ο Γιάννης έγραψε το αφήγημά του με υπαγόρευση, με φωνητική πληκτρολόγηση και προτάσσει στο αφήγημά του λίγα λόγια για το πώς το έγραψε, από καθαρά τεχνική πλευρά εννοώ. Κι επειδή κι αυτό το θεμα με ενδιαφέρει, βάζω στο τέλος ένα δικό μου σχόλιο.

Ο «Πειραιώτης»

Τη φωνητική πληκτρολόγηση την είχα δοκιμάσει το 2012, την εποχή που πήγαινα στο Άουγκσμπουργκ, μέσα στο τρένο. Το προσπαθούσα για το παλιό το blog, να «γράψω»τα κείμενα φωνητικά. Δοκίμασα μια-δυο φορές αλλά το αποτέλεσμα ήταν μάλλον φτωχό. Έτσι το εγκατέλειψα το εγχείρημα. Δεν το ξανά δοκίμασα μέχρι πρόσφατα. Αυτό είναι το τρίτο κείμενο που γράφεται έτσι. Το πρώτο ήταν αυτό με την ιστορία στη level Λέβερ. Το δεύτερο είναι το κείμενο που ακολουθεί και δημοσιεύει σήμερα ο φιλόξενος Νικοκύρης. Απίθανα εύκολα. απίθανα γρήγορα αν και σίγουρα μετά χρειάζεται κάποιο χτένισμα, κάποια επεξεργασία Και γιατί η αναγνώριση δεν είναι 100% σωστή και γιατί ωραίος ο ρέον λόγος είναι διαφορετικός από τον γραπτό. Υπάρχουν κομπιάσματα, υπάρχουν επαναλήψεις, υπάρχουν αλλαγές στην πορεία καθώς λες κάτι, καθώς το υπαγορεύεις της, αλλά όλα αυτά δεν παύουν να δίνουν ένα κείμενο πολύ καλό. Το βλέπετε πώς είναι κι αν το δω στο δώσω χωρίς καθόλου επεξεργασία, θα γίνει ακόμα πιο κατανοητό Πόσο έχει προχωρήσει η διαδικασία της αυτόματης αναγνώρισης και μετατροπής της φωνής σε κείμενο! Το μόνο είναι ότι για να λειτουργήσει για η αναγνώριση σωστά χρειάζεται σύνδεση στο ίντερνετ. Γιατί η φωνή μου στέλνετεαι στα κεντρικά της Google και επιστρέφει σαν κείμενο. ο Που σημαίνει βέβαια ότι ό,τι λέμε ελέγχεται και αναλύεται όπως θέλει και όπως νομίζει η Google!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Συνεργασίες, Τεχνολογία | Με ετικέτα: , , , , | 100 Σχόλια »

Της τρικυμίας και της παλίρροιας (δυο ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου και πιο πρόσφατα ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας.

Λίγο πριν από την κορονομεγαλοβδομάδα, ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης μου έστειλε τις ιστορίες που θα διαβάσετε σήμερα, που πέρασε πια η πασχαλινή περίοδος.

Είναι δυο ανεξάρτητα διηγήματα, που όμως γράφτηκαν μαζί. Ο Ξεροσφύρης μού άφησε την επιλογή είτε να τα παρουσιάσω ενιαία είτε χωριστά σε δυο δημοσιεύσεις, αφού και τα δυο είναι μεγαλούτσικα.

Προτίμησα ωστόσο να τα βάλω και τα δύο μαζί αφενός επειδή λόγω εγκλεισμού έχουμε και καιρό για διάβασμα και όρεξη για ταξίδια, και αφετέρου επειδή μου άρεσε πολύ ο τίτλος. Αλλά θα σας αρέσουν και τα διηγήματα, εγώ σαν να ταξίδεψα στα μέρη εκείνα.

Τα λεξιλογικά κτλ. είναι επίσης του Ξεροσφύρη. Εγώ απλώς κοπυπαστώνω.

 

Της τρικυμίας και της παλίρροιας

(μετά στοιχείων ναυτιλίας και ναυτικής τέχνης)

[Στις επεξηγήσεις, είτε μέσα στο κείμενο είτε στις σημειώσεις, προτίμησα να γίνεται κατανοητό αυτό που περιγράφω παρά να είναι 100% ακριβές. Οι γνώστες δεν τις έχουν ανάγκη άλλωστε.]

Α. Της τρικυμίας

Πρέπει νάτανε μέσα Οκτώβρη του ’94 στο Τσιγκτάο. Είχαμε ξεφορτώσει σιτάρι από το Βανκούβερ, δηλαδή οι Κινέζοι είχαν μπει και το ξεφόρτωναν, με σιλό από το ντόκο, με δεκάδες εργάτες να σκουπίζουν και να μαζεύουν κάθε σπυρί, κι εμείς κάναμε αργά σπατσαμέντο(1), καθώς ένα ένα άδειαζαν τα αμπάρια. Το σιτάρι ήταν καλό φορτίο για ξεφόρτωμα. Οι Κινέζοι τα έγλυφαν τ’ αμπάρια, ζημιές δεν έκανε, κι έτσι μ’ ένα σκούπισμα και μια μάνικα, το αμπάρι ήταν καθαρό και θα παίρναμε τ’ αμπαριάτικα(2) με τα ψέματα. Αυτές οι δουλειές βέβαια γίνονται στο πέλαγο, όταν ξέρεις τι θα φορτώσεις για να κάνεις την ανάλογη προετοιμασία, από πού για να ξέρεις πόσο χρόνο έχεις για να τα κάνεις, και πού θα το πάς το φορτίο γιατί ο καθένας έχει τις δικές του απαιτήσεις. Ακόμα και τα σιτηρά, που απαιτούν το αμπάρι να γίνει σαλόνι, αλλιώς είναι να το πας επισιτιστική βοήθεια στον τρίτο κόσμο, που τα πασαλείβεις όπως όπως κι είναι και β’ διαλογής, κι αλλιώς το καλό για καμιά πχ Ιαπωνία που μπαίνει ο σερβέγιορ, ο επιθεωρητής να πούμε, με την καραμπίνα και ρίχνει με ψιλό σκάγι στις απρόσιτες γωνιές για να δει αν θα πέσει καμιά φλούδα κάτω και να σε κόψει. Οπότε, όσο πλησιάζει το τέλος, η έννοια της κουβέρτας είναι το επόμενο ταξίδι.

Κι η γέφυρα την ίδια έννοια έχει αλλά στα πιο σοβαρά, να βγει η ρότα, να λογαριάσουν τα μίλια, τα καύσιμα, τις προμήθειες, το χρόνο, τους καιρούς, το βύθισμα άρα και την ποσότητα του φορτίου.  Η ρότα θα δώσει τα μίλια της απόστασης. Η ταχύτητα του πλοίου (αυτή που δόθηκε στους ναυλωτές, που μπορεί να διαφέρει λίγο από την πραγματική) μαζί με τις αναμενόμενες καιρικές συνθήκες κατά τόπο και εποχή,  και τον (περίπου) χρόνο.  Αυτά θα μεταφραστούν σε κατανάλωση καυσίμων (ντίζελ για τις ηλεκτρομηχανές και φούελ για την κύρια) πραγματική και δηλωμένη, και αφού δηλωθούν και τα υπόλοιπα στα τάγκια, το από πού και πότε θα κάνομε μπόνκερ(3), που το πληρώνουν οι ναυλωτές. Οι προμήθειες, τα στόρια και το γλυκό νερό, είναι προϋπολογισμένα να επαρκούν για κάποιο χρόνο ώστε να μπορεί το βαπόρι να τα πάρει πριν ξεμείνει κι αναγκαστεί να πάρει ό,τι νάναι κι απ’ όπου νάναι (σε ποιότητα γι αυτούς που θα τα καταναλώσουν και κυρίως σε τιμή για την κομπανία). Τα βυθίσματα είναι άλλο βάσανο. Πέρα από το βάθος του κάθε λιμανιού (που κι αυτό διαφέρει από ντόκο σε ντόκο), κάθε θάλασσα δεν έχει το ίδιο ποσοστό σε αλάτι ούτε την ίδια θερμοκρασία άρα ούτε την ίδια πυκνότητα το νερό, άρα ούτε την ίδια άνωση. Αν το λιμάνι είναι σε ποτάμι ή περνάς τον  Παναμά που το νερό είναι γλυκό και σε τροπικό πλάτος, ακόμα χειρότερα. Από αυτό καθορίζεται πόσο φορτίο μπορείς να φορτώσεις. Οπότε όσο νωρίτερα τα ξέρει ο καπετάνιος, η εταιρεία και (τα δηλωμένα) ο ναυλωτής τόσο το καλύτερο για όλους για να κάνουν τα κουμάντα τους.

Η μηχανή κοίταζε τις προμήθειές της αλλά εκείνοι στις 10+ μέρες που κάτσαμε στο λιμάνι είχαν αλλάξει ένα χιτώνιο σ΄ έναν κύλινδρο της κύριας μηχανής, είχαν ανεβάσει το παλιό στο κατάστρωμα της πρύμης να στερεωθεί κάπου που να μην εμποδίζει μέχρι να πουληθεί κάπου (συνήθως για μέταλλο) και λογαριάζανε τα έξτρα που θα παίρνανε για την επισκευή.

Και όλοι φυσικά με το μυαλό στο επόμενο λιμάνι και στον καιρό της διαδρομής.

Άμα το βαπόρι φύγει από λιμάνι της Άπω Ανατολής, που δεν έχει χύμα φορτία(4), χωρίς ναύλο, ταξιδεύει με  “Vancouver orders” δηλαδή τράβα προς Βανκούβερ να περάσεις τον Ειρηνικό, και βλέπουμε στο δρόμο.

Μ΄ αυτά και μ’ εκείνα, την άλλη μέρα θα φεύγαμε και κανείς δεν ήξερε τίποτα.

 

Επιστρέφοντας από το κοφιτάιμ των 10, μια κλεφτή ματιά στο Νο 3 (το μεσαίο από τα 5 αμπάρια) που είχε μείνει τελευταίο, να δούμε ως που βαστάνε, και πιάσαμε πάλι τα κλεισίματα. Άξαφνα από το μεγάφωνο της πλώρης ακούγεται η φωνή του καπετάνιου:

«Γραμματέα, ανέβα στη γέφυρα να πάρεις το ναύλο!»

Στους έλληνες (εγώ κι ο λοστρόμος) ψιλοαναστάτωση. Στους άλλους απορία. Ο γραμματικός στραβομουτσούνιασε. Σε αντίθεση με τον καπετάνιο που ήταν πιο όξω καρδιά και ανοιχτός άνθρωπος, εκείνος ήταν περισσότερο κρυψίνους και δεν ήθελε με τίποτα το πλήρωμα να ξέρει τα του βαποριού. Εξουσία μέσω της άγνοιας; Η χωριάτικη εκδοχή του «διαίρει και βασίλευε»; Οι τσοπάνηδες πρόγονοι; Ο θεός κι η ψυχή του…

Αργά ανέβηκε στη γέφυρα, και σε λίγο ακούστηκε από το μεγάφωνο: «Βανκούβερ, σούρφανο για το Μαρόκο»

Ρώτησα το λοστρόμο «μπόση(5), τι είναι το σούρφανο;»

«Θειάφι, μου λέει, και τ΄ αμπάρια θα θένε ασβέστωμα»

«Έ;»

«Ε να, περνάμε το αμπάρι με ασβέστη αντί για μπογιά, για να μη φάει το θειάφι τα σίδερα. Μια δόση θυμάμαι στο …»

Ούτε κι άκουγα  παρακάτω. Στο Βανκούβερ είχα ξαναπάει και μ΄ άρεσε, ήξερα και τα κατατόπια, δεν είχα θέμα γλώσσας, μια χαρά. Και στο βάθος το εξωτικό Μαρόκο…

 

Το μεσημέρι στη τραπεζαρία, ο καπετάνιος έδειξε και μια άλλη διάσταση του ταξιδιού. Μπαίνοντας για φαγητό λέει του μαρκόνη:

«Εμείς, μεγάλε, καθαρίσαμε!» και κάνει κι ένα κοφτό τρίψιμο της μιας παλάμης στην άλλη όπως όταν αποτινάζεις τις σκόνες.

«Τι λες καπετάνιε; Πώς;»

«Ε, ώσπου να πάγομεν στο Βανκούβερ, καμιά βδομάδα φόρτωση, να κατέβομεν  να περάσομεν τον  Πάναμα, να κροσάρομεν και τον Ατλαντικό, θα φτάσομεν Μαρόκο καλό Δεκέμβρη και Χριστούγεννα θα κάμομεν σπίτι μας!»

Πράγματι, όλοι σχεδόν οι έλληνες είχαμε μπει  στο βαπόρι, στα μισά του Μάη, οπότε φτάνοντας στο Μαρόκο το Δεκέμβρη κλείναμε εφτάμηνο (ή έστω πάνω από «έξη και δεκάξι») και μπορούσαμε να ξεμπαρκάρομε κι από λιμάνι κοντινό στην Ελλάδα, με φτηνό (για την εταιρεία) εισιτήριο για τα πήγαιν΄ έλα της αλλαγής πληρώματος.

«Γι αυτό σου λέω καθαρίσαμε!» και ξανάτριψε τα χέρια.

 

Την άλλη  μέρα, όντως φεύγαμε. Το ταξίδι μέχρι το Βανκούβερ θα κρατούσε 18 -20 μέρες. Μια και το βαπόρι ήταν ξεφόρτωτο, για να περάσει τον ωκεανό χωρίς να είναι μπαούλο, θα σαβουρώναμε εκτός από τα τάγκια και το τριάρι. Είναι το μεσαίο και μεγαλύτερο από τα πέντε αμπάρια του βαποριού, και γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και δεξαμενή  έρματος. Με γεμάτο κι εκείνο, το βαπόρι έχει σε σαβούρα περίπου το ένα τρίτο του ωφέλιμου φορτίου του και «πατάει». Μερικές μέρες πριν το λιμάνι θα το αδειάζαμε για να ασβεστωθεί. Σφραγισμένο κανονικά, το γέμισαν θάλασσα μέχρι να αρχίσει να βγαίνει νερό από τα εξαεριστικά που λειτουργούσαν εν προκειμένω σαν υπερχείλιση, και κάθε μερικές μέρες θα έτρωγε κι ένα συμπλήρωμα για να αναπληρώνεται το νερό που έφευγε από το μπότζι του ταξιδιού, ώστε να είναι πάντα γεμάτο ξέχειλο και να μην έχει ελεύθερη επιφάνεια να κουνιέται.

Στο μεταξύ οι κάβοι τυλίχτηκαν και κατέβηκαν στο πούπι(6) , και το χιτώνιο στερεώθηκε με σκοινιά σε μάπες στη βάση της καπνοδόχου, να μην είναι μες στη μέση. Άμα λέμε χιτώνιο, εννοούμε έναν κούφιο κύλινδρο  διαστάσεων μεγαλύτερων από σιδερένιο βαρέλι  με πάχος πεντέξι πόντους και διάφορα ανοίγματα (θυρίδες), που σφηνώνεται στον κύλινδρο και μέσα στο οποίο ανεβοκατεβαίνει το πιστόνι (έμβολο). Καμιά τριανταριά πόντους από τη βάση του, έχει ένα δαχτυλίδι ύψους τουλάχιστο είκοσι πόντους από δόντια τέσσερεις πέντε πόντους βαθιά σαν γρανάζωμα, όχι για να γυρίζει αλλά για να σφηνώνει στη βάση του.  Οπότε μιλάμε για κάτι μεγάλο και βαρύ που επιπλέον κυλάει όταν είναι ελεύθερο.

Ησυχάσαμε και μ΄ αυτό και άρχισε το ασβέστωμα των αμπαριών με βούρτσες στα χαμηλά και σπρέι στα ψηλά και τελευταίο το πάτωμα του αμπαριού, το  πανιόλο. Ο ασβέστης πριν στεγνώσει  δίνει την εντύπωση πως απλά έβρεξες τον τοίχο και μετά βγαίνει η ασπρίλα του. Περνιόταν όλο το αμπάρι και την επομένη ακόμα ήταν μισοδιάφανο. Ο καπετάνιος το ‘βλεπε κι ήταν μέσα στη γρίνα

«Ετσιγκουνευτήκετεν τον ασβέστη και δεν πιάνει; Να το περάσετε κι άλλο χέρι» τρωγότανε του γραμματικού.

Μετά από δυο τρία χέρια το κατάλαβε αλλά τόπε μόνο σε μένα.

«Εκάμαμεν μαλακία.  Δεν είναι Μέξικο πού ‘χει σαράντα βαθμούς και στεγνώνει σε μισή ώρα».

Ήμασταν μετά τη μέση του Οκτώβρη, και σε μέρη με πιο κρύο και πιο υγρό κλίμα από το αντίστοιχο της Ελλάδας. Εκείνος, χρόνια να ταξιδεύει κεντρική και νότια Αμερική, είχε συνηθίσει σε άλλα δεδομένα.

Όντως, μετά από τρείς τέσσερεις μέρες με τα αμπάρια ανοιχτά, στέγνωσε και φάνηκε.

«Δεν πειράζει, επροστατέψαμεν το βαπόρι από το θειάφι».

Ο γραμματικός τον άκουγε και μασούσε τα μουστάκια του. Για να τον παρηγορήσω κάποια στιγμή του το ‘πα:

«Εμένα μου το ‘πε πως ‘εκάμαμεν μαλακία’ με τον ασβέστη».

Άνοιξαν τα μάτια του

«Το ‘πε;»

«Το ‘πε! Και δεν είναι λέει Μεξικό που στεγνώνει τσακ μπαμ!»

«Έ, μα!»

 

Με όλα αυτά είχαμε περάσει την χερσόνησο της Κορέας και πλέαμε πάνω από την Ιαπωνία για να περάσουμε από το στενό Τσουγκάρου, ανάμεσα στα νησιά Χόνσου και Χοκάιντο και να βγούμε στον ωκεανό. Φυσικά το είχαμε εξελληνίσει σε ‘τσουκαρού’. Ο καιρός όλο αυτό το διάστημα ήταν μουντός, συννεφιασμένος (βαθύ φθινόπωρο είπαμε) αλλά χωρίς  βροχή, ευτυχώς για τον ασβέστη, ούτε καμιά ιδιαίτερη θάλασσα. Παραόξω όμως; Ο Ειρηνικός, μόνο κατ όνομα είναι ειρηνικός κι αυτό γιατί «Ο Μαγγελάνος ήτανε κωλόφαρδος που τον επέρασεν από τα τροπικά και χωρίς τυφώνες, αλλιώς ποτές του (δ)έ θα ‘φτανεν με το καΐκι(7) ως την Αμερική».

«Και μετά την Τσουκαρού, καπετάνιο, θα κάνομε τόξο;»

«Ελωλάθηκες Γιώργη, που θα κάμομεν τόξο  Νοέμβρη μήνα κι αξεφόρτωτοι; Θα ζωγραφίσομεν ένα τόξο να το δίνομεν στους ναυλωτές, κι εμείς θα πάγομεν από πιο χαμηλά».

Επειδή η Γή δεν είναι επίπεδη, όπως στους χάρτες, αλλά σχεδόν σφαίρα, σε μεγάλες αποστάσεις πχ στο πέρασμα ενός ωκεανού, για να πας από ένα σημείο στο άλλο, η συντομότερη διαδρομή δεν είναι η ευθεία που ενώνει στο χάρτη τα δυο σημεία, αλλά τόξο μέγιστου κύκλου. Η διαφορά είναι αξιόλογη, αλλά σε οδηγεί σε μεγαλύτερα πλάτη και, τέτοια εποχή ειδικά, σε άσκημους καιρούς. Οπότε σχεδιάζεις στο χάρτη το τόξο (δηλαδή μια τεθλασμένη που να προσεγγίζει την καμπύλη του θεωρητικού τόξου) με υπολογισμούς σφαιρικής τριγωνομετρίας (το GPS το κάνει αυτόματα) για να δίνεις στίγματα από κει, και πας στην σχεδόν ευθεία σε μικρότερα πλάτη που είναι πιο καλός ο καιρός. Τότε ακόμα δεν μπορούσαν να παρακολουθούν την πορεία του πλοίου σε πραγματικούς χρόνους από δορυφόρο, και δέχονταν τα στίγματα που έδινε το βαπόρι, ενώ την διαφορά στο χρόνο του ταξιδιού την αποσοβούσαν οι κακοί καιροί στους οποίους (θεωρητικά) ταξίδευες που μείωναν την ταχύτητα πλεύσης, και στην κατανάλωση τα καβατζωμένα καύσιμα. Φυσικά η εταιρεία ήξερε και τις δύο θέσεις και συνθήκες και καταναλώσεις αλλά κι οι αρχικαπετάνιοι των γραφείων είχανε καπετανέψει πριν γίνουν ναύαρχοι (όπως κι οι παλιοί εφοπλιστές) και ξέρανε τα πώς και τα γιατί. Χαρακτηριστικά ένας αρχικαπετάνιος (που μετά έγινε και εφοπλιστής) έλεγε στους καπετάνιους ειδικά στους νέους:

«Γιά δε, εγώ κάθομαι στο γραφείο, και θα σου ρίξω και τις παναγιές σου άμα λάχει, αλλά εσύ είσαι μέσα στο βαπόρι κι εσύ το ταξιδεύεις, δεν είμαι εγώ, γι αυτό κοίτα να κάμεις το κουμάντο σου».

Ήδη, όπου βολούσε ο καιρός και τα ρεύματα, κοιτάγαμε να κλέψομε κάνα μίλι να το χουμε για παρακάτω.

 

Τα στενά της Τσουκαρούς, δεν είναι και τόσο στενά, είναι από 20 χιλιόμετρα και πάνω το φάρδος τους, αλλά έχει πολλή κίνηση από ταχύτατα φέριμπότ  που τα διασχίζουν συνέχεια ενώνοντας μεγάλες πόλεις της Ιαπωνίας εκατέρωθεν, κίνηση από ποντοπόρα που πάνε ή έρχονται από τον Ειρηνικό, και συνήθως λίγη ή περισσότερη ομίχλη. Ευτυχώς τα περάσαμε μέρα, με μια ψιλή θολούρα έτσι για το καλό, χωρίς όμως κάτι το αξιοσημείωτο. Και μπροστά μας πια ο ωκεανός, με τα ελάχιστα ως καθόλου βαπόρια στο δρόμο μας, ουρανός και θάλασσα και συννεφιά, περιμένοντας φουρτούνες.

Ντούκου ντούκου η προπέλα, ώρα μπρός και μέρα πίσω, όλο πηγαίναμε και πηγαιμό δεν είχαμε. Βαριά σύννεφα, καμιά ψιχάλα, ολίγη θάλασσα το πολύ εξάρι εφτάρι κι αυτό γιά στη μάσκα γιά δευτερόπρυμο(8), κι ο μαρκόνης να βγάζει στο φαξιμάιλ(9) χάρτες καιρού. Στο βορρά ήταν συνέχεια ζωγραφισμένα ψυχρά μέτωπα που σάρωναν τον ωκεανό και κάποια μεγάλα που φτάνανε μέχρι κάτω. Αυτά τα μέτωπα τα καταιγιδοφόρα είναι καμπύλες από βορρά προς νότο και έχουν στην κυρτή μεριά δόντια. Τά ‘βλεπε ο καπετάνιος και γρίνιαζε του μαρκόνη:

«Τι μου τις φέρνεις τις πριόνες ετούτες; Όλος ο ωκεανός γεμάτος πριόνες και θες να περάσομεν κι από μέσα!»

Ο μαρκόνης τσίμπαγε:

«Μα καπετάνιο, εγώ τις βγάζω;»

«Να μη μου ξαναφέρεις πριόνες!» και στο καπάκι «Εμείς μεγάλε, καθαρίσαμε!» και ξεσκόνιζε το χέρι του, αφήνοντας τον ασυρματιστή με σουφρωμένα φρύδια να μισοχαμογελά αμήχανα.

Εμάς βέβαια μας πιάνανε οι ουρές τους που ήταν πιο ξεθυμασμένες και το σουέλ(10) τους αλλά δεν ήταν κάτι το τόσο φοβερό. Άμα τα πράματα ζόριζαν, την πέφταμε ή στον καναπέ πού ήταν κάθετα στο κρεβάτι (αυτό έχει πάντα κατεύθυνση πλώρα-πρύμα) ή σηκώναμε την έξω πλευρά του στρώματος με το σωσίβιο (δεν ήταν κουλούρα, ήταν γιλέκο -λάιφ τζάκετ) και σφηνώναμε με το μπουλμέ (τον τοίχο) για να κουνιόμαστε μαζί με το βαπόρι χωρίς να κουτρουβαλάμε. Ξανάδαμε ό,τι βιντεοκασέτες είχαμε, διαβάσαμε μέχρι τις ετικέτες από τα σώβρακα κι αγάντα να περάσει ο καιρός.

Εγώ, πονηρεμένος από την άλλη φορά, είχα αγοράσει από το Βανκούβερ ένα πάζλ ένα μέτρο επί ανάμισι, δέκα χιλιάδες κομμάτια, έστρωσα στο πάτωμα της καμπίνας κάτι παλιούς χάρτες από την ανάποδη, και βάλθηκα να το πολεμώ. Κάποτε ζαβλάκωνα κι έπεφτα για ύπνο. Ήταν κι οι μέρες των 23 ωρών που φεύγαν πιο γρήγορα, ήρθε κι η μέρα πίσω με τις αλχημείες του σεφ, που έπρεπε να σκεφτεί κάτι εκτός εδεσματολογίου κι έφτιαξε ένα τούβλο με τρύπες δίκην παστίτσιου, κι όλο και  πλησιάζαμε.

 

Πεντέξι μέρες πριν το Βανκούβερ, ξασαβουρώσαμε το τριάρι, το ξεπλύναμε από τη θάλασσα με γλυκό νερό και το ασβεστώσαμε. Αφήσαμε στο πανιόλο τα άδεια βαρέλια του ασβέστη και κάποια με σκουπίδια για να τ΄ ανεβάσουμε στα στενά πριν το λιμάνι με το γκρένι που δεν θάχε το ελάχιστο κούνημα.  Το βαπόρι μόνο με τις δεξαμενές έρματος ήταν σαν μπαούλο που πλέει αλλά οι πριόνες είχαν περάσει και παλεβότανε. Σε μιάμιση μέρα θα μπαίναμε στα στενά Juan de Fuca μεταξύ Vancouver Island του Καναδά και πολιτείας Ουάσιγκτον της Αμερικής. Κι εκεί προς το μεσημέρι, κρι κρι κρι το νάφτεξ(11) στη γέφυρα, έβγαζε μαντάτα. Πάνω πάνω και στη μέση, υπογραμμισμένο πάνω και κάτω, HURRICANE WARNING κι από κάτω ένα δελτίο χέστα κι άστα. Ένα βαθύ χαμηλό με ανέμους 60 – 70 κόμβους (110 – 130 χλμ/ώρα) και κύματα ανάλογου μεγέθους, θα ανέβαινε από νότο προς βορρά με καμιά δεκαπενταριά μίλια ταχύτητα, και η πορεία του θα διασταυρωνόταν με τη δικιά μας. Τα βάλαμε κάτω. Εκεί είναι τώρα, εδώ είμαστε εμείς, με τόσα πάει εκείνο, με τόσα πάμε εμείς, όταν θα περάσουμε από το διάβα του αυτό θα έχει φτάσει στα βορεινά του Vancouver Island, κάπου 180 μίλια μακριά.

«Θα μας αφήκει κάνα σουέλ, στου διαβόλου τη μάνα».

«Καλά, εδωνά πάνω βγάζει τυφώνες, κοντά πενήντα πλάτος;»

«Χοντρή καταιγίδα είναι, αλλά δεν μπορεί να το βαφτίσει tropical storm εδώ που είναι, και το λέει τυφώνα λόγω έντασης ανέμου. Μποτσάρετεν τα πράματά σας καλού κακού».

Κατά το μούχρωμα ο καιρός όσο πήγαινε και χαλούσε. Οχτώ εννιά το βράδυ είχε γίνει δεκάρι γεμάτο και γύριζε από τη μάσκα στη μπάντα. Το βαπόρι χτυπιόταν και στραμπουλιόταν, βουτούσε και σηκωνόταν, η προπέλα ξενέριζε και κακάριζε το γκόβερνορ(12), κι εμείς βαστιόμαστε απ όπου μπορούσαμε να μην έρθομε κάτω. Στις έντεκα είχαμε 65 μίλια αέρα κι ο καπετάνιος γύρισε το βαπόρι κατά το νοτιά.

«Το γαμημένο δεν επέρασεν, κατσικώθηκεν και μας επερίμενε. Πορεία για Χιλή!». Το ‘φερε να τον έχουμε δευτερόπρυμο, έτσι κι αλλιώς ήμαστε μακριά από στεριές, και συγχρόνως να απομακρυνόμαστε κι από τη φουρτούνα. Το κουνολόγημα εξακολούθησε βέβαια αλλά η ταλάντωση γινόταν σε πιο βολική κατεύθυνση.

Στις δώδεκα κατέβηκα στην καμπίνα. Στο δρόμο πήγαινα με ανοιχτά χέρια και κρατιόμουνα από τις δυό πλευρές του αλουέ (του διαδρόμου)  για να φτάσω όρθιος. Ό,τι δεν ήτανε δεμένο ήταν πεσμένο και κουτρουβαλούσε ή γλιστρούσε πέρα δώθε στο πάτωμα. Το πάζλ (κι ήτανε καμωμένο πάνω απ΄ τα μισά, τρομάρα μου) είχε γίνει ένα βουναλάκι από κομματάκια που γλιστρούσαν μαζί με τους χάρτες. Πού και πού αναπηδούσαν καθώς φαίνεται πως είχε λακκούβες ο δρόμος. Χωρίς να γδυθώ πήγα και σφήνωσα στην κόχη στρώμα-μπουλμές κι έκλεισα τα μάτια χωρίς να κοιμάμαι. Κατά τις μία παρά άκουσα κάτι να χτυπάει δυνατά στην πρύμη. Δεν ήταν κρότος με ρυθμό, χτυπούσε ακανόνιστα αλλά δυνατά, σαν κάτι να κοπανιόταν, αλλά αντιλαλούσε το κομοδέσιο ή έτσι μου φάνηκε καθώς ο ήχος μέσα από τα σίδερα πρέπει να  ‘φτανε μέχρι την πλώρη. Σε κάνα δεκάλεπτο μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν ο γραμματικός:

«Γιώργη, ντύσου κι έλα στην πρύμη».

«Τι χτυπάει καπτα-Χρήστο;»

«Το χιτώνιο τά ‘σπασε και κουτρουβαλά».

Έβαλα παπούτσια και μπουφάν και κατέβηκα χορεύοντας στην πρύμη. Όσοι δεν είχαν βάρδιες ήταν εκεί. Το βαπόρι χόρευε και το χιτώνιο κυλούσε και στριφογύριζε (εξαιτίας των γραναζιών που του δίναν μια κωνικάδα) και γλιστρούσε πάνω στη βρεμένη λαμαρίνα και κοπανούσε σε ότι βρισκόταν στο δρόμο του. Αν ήταν ρέλι ή λαμαρίνα έκανε λακκούβα κι όπου άγγιζε, τουλάχιστο έσπαγε τη μπογιά.

Πρέπει, κατά την διάρκεια του ταξιδιού, σιγά σιγά με το κούνημα, να λασκάρανε τα σκοινιά που το δέσανε και να τρωγότανε εκεί που τρίβανε στις γωνιές των χειλιών του κι όταν δυνάμωσε το κούνημα, έχοντας μπόσικα να κινηθεί, κάποια στιγμή τά ΄κοψε και λευτερώθηκε.

Στην αρχή είπαν να ρίξουν τίποτα ξύλα στο διάβα του μπας και το σταματήσουν, (όχι τίποτα της προκοπής, σανίδια από παλέτες) αλλά κάτι το κενό λόγω των γραναζιών, κάτι η φόρα που έπεφτε πάνω τους, κάτι οι λακκούβες που πέφταμε καθώς ξενέριζε η πρύμη, κάτι το πείσμα του να μη θέλει να ξαναμπεί στα δεσμά, πότε τα απόφευγε και πότε περνούσε από πάνω τους κυλώντας ή και πηδώντας. Στην πλώρη είχαμε πιο σοβαρά ξύλα αλλά ποιος θα πήγαινε νυχτιάτικα και με τέτοια θύελλα, που δε θάφτανε ποτέ, χώρια πως δεν ξέραμε σε τι κατάσταση ήταν το καμπούνι(13) , που το πιο πιθανό ήταν να τα είχε φέρει όλα κάτω και να ήταν μαντάρα. Άρχισαν να πέφτουν ιδέες.

«Να κόψουμε τα ρέλια να πάει στη θάλασσα».

«Ίντα λές που θα το πετάξομε στη θάλασσα».

«Να σωριάσουμε κάνα κάβο μπροστά του να φρακάρει»

«Οι κάβοι είναι στο πούπι, μόνο αυτοί στις ανέμες(14)»

Ξετυλίξαμε ένα κάβο από την ανέμη, και σιγά σιγά με πηδήματα κάναμε ένα σωρουδάκι στο δρόμο του, κι άλλο ένα παρακεί κι όταν κάπως άρχισε να αργοπορεί και να γυρεύει να σταματήσει, ρίξαμε ένα βιλάι(15) να περάσει μέσα από τον κύλινδρο. Στην άλλη άκρη του βιλαγιού ήταν δεμένη η γάσα (η θηλιά) του κάβου που πέρασε κι αυτή μέσα από το χιτώνιο, κεφαλώθηκε σε μια μπίντα, και με το βίρα έμεινε το χιτώνιο να τραμπαλίζεται αλλά να μην φεύγει. Περάσαμε και τον άλλο κάβο, τον κεφαλώσαμε αλλού και μόλις τεζάρισαν και οι δύο το χιτώνιο ακινητοποιήθηκε σχεδόν στον αέρα. Σφηνώσαμε και τα ξύλα από κάτω, δέσαμε κι άλλα σκοινά από τις θυρίδες του να γίνει βράχος κι ανακουφισμένοι, μουσκεμένοι, ζαλισμένοι γυρίσαμε στις καμπίνες μας. Είχε πάει κοντά τρείς. Γδύθηκα κι  έπεσα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του νεκρού.

Το πρωί ήπια καφέ σ΄ ένα πλαστικό σέικερ, να φτάνει κάτω από τη μέση, κι ανέβηκα στη γέφυρα. Μετά από έξη ώρες πορεία προς το νοτιά, είχαμε ξαναγυρίσει βορεινά με τον καιρό στη μάσκα, να ξαναβρεθούμε κοντά στον προορισμό μας. Ο άνεμος ήτανε στο εννιά με δέκα ακόμα, αλλά η θάλασσα είχε πιο πολύ. Το άδειο βαπόρι ακόμα στραμπουλιότανε  αλλά  η γενική εικόνα ήταν πως γύρευε να στρώσει. Το νάφτεξ είχε ξεράσει τη νύχτα ειδοποίηση πως το χαμηλό είχε μείνει στάσιμο και απομακρυνόταν με 5 μίλια την ώρα προς το βοριά.

«Καλά και μας τόπανε…»

Ο μάγειρας έφτιαξε φαί της τρικυμίας. Πίτσα που είναι ξεροφάι και μπαίνει στο φούρνο και, στον πάτο ενός μεγάλου καζανιού, φασόλια άσπρα σε ελάχιστο ζουμί, που τα σέρβιρε σε όποιον ήθελε με τρυπητή κουτάλα. Εννοείται πως τρώγαμε στα όρθια κι ο καπετάνιος κέρναγε σ΄ όποιον ήθελε κι ένα ούζο για το στανιάρισμα.

 

Το απόγεμα πια είχε εμφανώς βελτιωθεί μετά από είκοσι ώρες χτυπολόγημα. Ήμαστε στο εξάρι κι έπεφτε, είχαμε έρθει στην πορεία μας, μέχρι που την άλλη μέρα έβγαλε κι ήλιο, μετά από πάνω από μήνα. Είχαμε να δούμε λιακάδα από πριν να πάμε στο Τσινγκτάο. Μπαίνοντας πια στα στενά του Ιωάννη Φωκά που είχε κόψει καλά καλά, ανοίξαμε και τα αμπάρια να δούμε τι γίνεται και να στεγνώσουν από τις όποιες υγρασίες. Είχαμε το φόβο πως θα είχε ρίξει και κουτρουβαλήσει τα βαρέλια στο τριάρι και θα θέλαμε να το πιάσομε από την αρχή. Απεναντίας, όλα ήταν στη θέση τους, όπως τα είχαμε αφήσει. Στη μέση του βαποριού και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας δεν είχαν πάρει χαμπάρι.

«Την άλλη φορά θα’ ρθω εδώ να κοιμηθώ» είπε ο γραμματικός.

Στο υπόλοιπο πλοίο, ό,τι μπορούσε να πέσει, επειδή ήταν πλημμελώς στερεωμένο, είχε πέσει.

Στην καμπίνα, μάζεψα το πάζλ στη σακούλα του, το έβαλα στο κουτί του κι όλο μαζί στη βαλίτσα. Όταν τον επόμενο Αύγουστο ξεμπάρκαρα, το πήγα στην αποθήκη. Ακόμα εκεί είναι. Έχω μείνει με την αίσθηση πως ένα ή δυό κομμάτια έχουν χαθεί. Θα το μάθουν κάποια στιγμή οι αρχαιολόγοι.

Το χιτώνιο το δώσαμε στο Βανκούβερ για μέταλλο.

[Σχόλιο δικό μου: Η περιπέτεια με το χιτώνιο που λύθηκε, μού θύμισε μιαν άλλη ιστορία που έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, ένα απόσπασμα από το 1793 του Βίκτωρος Ουγκό, όπου περιγράφεται ανάλογη περίπτωση, με κανόνι όμως και σε ξύλινο ιστιοφόρο, 200 χρόνια πριν]

 

Β. Της παλίρροιας

Η Savannah της Georgia, ήτανε το έκτο και τελευταίο λιμάνι εκφόρτωσης σ΄ εκείνο το ταξίδι. Ναύλο δεν είχαμε ακόμα,  και οι οδηγίες από το γραφείο ήταν να κατηφορίσομε να μπούμε στον Κόλπο (του Μεξικού) με σκοπό να κάτσομε να περιμένομε στη ράδα της Νέας Ορλεάνης ή όπως το λέγανε New Orleans orders. Ξεκινήσαμε να περιπλεύσομε τις ακτές της Αμερικής.  Με το γκολφστρίμ κόντρα να μας κόβει το δρόμο στο μισό, είπαμε να πάμε πιο κοντά στην ακτή μπας και πιάναμε το αντίρρευμα(16) και πάρομε κάνα μίλι. Μια μέρα μετά ήρθε το μαντάτο. Προορισμός Νιού Άμστερνταμ στη Γουιάνα, φορτίο βωξίτης για το Κόρπους Κρίστι του Τέξας. Θεωρούνταν καλά νέα. Μέτριο σε διάρκεια ταξίδι, εννιά δέκα μέρες, το φορτίο χώμα, δεν θέλει και πολλά πολλά στο αμπάρι, δεν είναι σιτηρά, κι άλλο τόσο μέχρι την Αμερική, φάγαμε ένα μήνα. Η Αμερική προτιμιόταν σαν προορισμός γιατί ερχόταν δολάρια στο βαπόρι, γιατί είναι καλή για ψώνια πάσης φύσεως (ήτανε, και ίσως είναι ακόμα η πιο φτηνή χώρα του δυτικού κόσμου), είναι βολική στο ξεμπαρκάρισμα για όσους μετράνε μέρες, και ειδικά στον Κόλπο, βρίσκονταν εύκολα φορτία για Κεντρική και Νότια Αμερική. Καλά όλ΄ αυτά αλλά να πάμε πρώτα στη Γουιάνα. Κανείς δεν είχε πάει ούτε και ξέρανε κανέναν να πήγε. Ο μαρκόνης ρωτούσε τους ασυρματιστές από άλλα πλοία της εταιρείας μήπως ξέρανε κάτι, αλλά δεν είχε τύχει σε κανένα. Δεν χαλιόταν όμως κανείς, Νότια Αμερική είναι, δίπλα στη Βενεζουέλα, ό,τι και νάναι Λατίνα είναι.

 

Εμένα με εξιτάριζε το ταξίδι αυτό, γιατί μέχρι τότε από ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο, είχα πάει μόνο σε λιμάνια της Αμερικής και του Καναδά, καλά κι άγια αλλά γούσταρα να πάω και μια στη Λατίνα, στην Κεντρική ή στη Νότια Αμερική. Στα Ισπανικά δεν ήξερα ούτε να κλάσω, αλλά σίγουρα θα τα μάθαινα εύκολα, τις παίρνω τις γλώσσες άμα έχω καλούς δασκάλους, γιατί τη θέληση την είχα. Κάτι ελάχιστα από τα βαπορίσια τα έμαθα ακούγοντας τους άλλους, κάτι από ένα ναύτη Σαλβαδοριάνο, κάτι από το δόκιμο της γέφυρας που ήταν μισός Έλληνας μισός Βενεζουελάνος, θα την έβρισκα την άκρη, κι αν όχι εγώ ο Οδυσσέας κι ο Βενιαμίν(17) σίγουρα. Το μόνο πού μάθαμε στις δέκα μέρες του ταξιδιού είναι, πως από τις τρείς Γουιάνες εμείς πηγαίναμε στην πρώην Βρετανική Γουιάνα, που είχε γίνει ανεξάρτητη κι έκοψε το βρετανική κι έμεινε σκέτη, ενώ δίπλα η πρώην ολλανδική λεγόταν Σουρινάμ και παραδίπλα η γαλλική παρέμεινε  Γαλλική. Με βάση το χάρτη, το Νιού Άμστερνταμ ήταν μέσα σ΄ ένα ποτάμι, ήταν η δεύτερη πόλη της χώρας μετά την πρωτεύουσα Τζορτζτάουν, και μάλλον θάχε ιδρυθεί από Ολλανδούς (ήτανε και κοντά στο Σουρινάμ), αλλά τη γλίτωσε όταν έγινε εγγλέζικη και δεν έγινε Νέα Υόρκη.

 

Τραβήξαμε νοτιοανατολικά, περάσαμε έξω από τα Προσήνεμα και τα Υπήνεμα Νησιά(18), και μετά ντουγρού τον κατήφορο για Γουιάνα (ή Γκουαγιάνα  όπως την έλεγε Βενεζουελάνικα ο δόκιμος –από καιρό καπετάνιος τώρα πια).

Ζέστη, ήλιος αμείλικτος αλλά δεν ήταν και Ερυθρά Θάλασσα, παλευόταν (λέμε τώρα). Κάποια στιγμή μας ήρθε κι ένα νάφτεξ πως  η Μονσεράτ ήταν στις κακές της(19) και όποιος είναι εκεί κοντά να βαρδάρει(20), αλλά περνούσαμε από μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Ήδη πλησιάζοντας, πέρα από τη θολή γραμμή που έδειχνε την παρουσία στεριάς μέσα στην τροπική αχλή, θόλωναν και καφέδιζαν τα νερά δηλώνοντας πως υπάρχει ποτάμι. Μπήκαμε αργά στο ποτάμι, πήραμε και πιλότο αλλά ήταν της συμφοράς. Το κουμάντο το έκανε από το VHF ο καπετάνιος ενός ελληνικού πλοίου που ήταν στο βάθος σαν βαπόρι-μάνα. Μας περίμενε, μας έπιασε στο ραντάρ και έδινε οδηγίες σε μας και εντολές στον πιλότο.  Τι γίνεται εδώ; Τέλος πάντων, περάσαμε κάτι γαριδόμαντρες σχεδόν έξω  και προχωρώντας παραμέσα είδαμε  ένα εξηνταπεντάρι(21) με γκρένια, αγκυροβολημένο μπρος πίσω. Θα πέφταμε δίπλα του. Αυτό ήταν η μάνα. Κάναμε αναστροφή να έχουμε την πλώρη προς τον ωκεανό, ρίξαμε κι άγκυρα, δέσαμε σε κάτι σημαδούρες μπρος πίσω, και δώσαμε κάβους, σπρινγκ και κουτούκια(22) στη μάνα για να κολλήσομε.

 

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση για τα τι και τα πως της χώρας και της φόρτωσης. Η πρώην Βρετανική Γουιάνα, έγινε ανεξάρτητη το 1966 κι από αποικία έγινε προτεκτοράτο. Δηλαδή στα κοιτάσματα τουλάχιστον του βωξίτη (αλλά υποθέτω κάτι ανάλογο και στα άλλα ορυκτά) το κουμάντο το έκανε μια εταιρεία (αγγλο-ολλανδο- γάλλων και δεν ξέρω τι άλλο) που είχε και έλεγχε τα ορυχεία κι ήταν κράτος εν κράτει. Φόρτωνε από κει βωξίτη για τα εργοστάσια (δικά της αλλά και άλλων) σε Αμερική και αλλού εκεί κοντά (π.χ. Τζαμάικα) , από κει έπαιρνε αλουμίνα και την πήγαινε στα εργοστάσια της στην Αφρική (νομίζω Νιγηρία) να γίνει αλουμίνιο. Μέσα στην εταιρεία ήταν κι ο Κουμάνταρος, που ο εφοπλιστικός κλάδος των εταιριών του είχε αναλάβει τον κύκλο των μεταφορών, Γουιάνα –Αμερική (ή όπου) – Νιγηρία και πίσω Γουιάνα. Είχε εγκαταστήσει ένα βαπόρι σαν πλωτή αποθήκη για να μην σταματάει η ροή μεταλλεύματος που κατέβαινε το ποτάμι με μπάριζες (μαούνες) από τα ορυχεία. Αυτό, είχε ρίξει τέσσερεις άγκυρες, δυό  μπρος δυό πίσω, κι ήταν εκεί με χρονοναύλωση για δέκα χρόνια. Τα πλοία που θα έρχονταν φόρτωναν από αυτό κι απευθείας από τις μαούνες. Ο καπετάνιος του Κουμάνταρου ήταν γενικός δερβέναγάς στο Νιου Άμστερνταμ κι αν κάποιος αμφέβαλλε έπρεπε να τον ακούσει να ξεχέζει τον λιμενάρχη στο VHF. Εμείς πού μπλεκόμαστε σ΄ αυτό; Τα πλοία του Κουμάνταρου που είχαν αναλάβει τις μεταφορές, είχαν αθροίσει καθυστερήσεις, από τρικυμίες, στα λιμάνια (ιδίως της Νιγηρίας) κι έτσι ναύλωσαν ένα βαπόρι από αλλού για ένα ταξίδι, για να καλύψουν το κενό πριν φανεί στα εργοστάσια. (23)

 

Η μάνα ήταν μάνα σε όλα. Το νταλαβέρι με τις αρχές, προμήθειες αν χρειαζόταν,  γινόταν μέσω του καπετάνιου της, είχε και καμιά εικοσαριά κοπέλες πλέον των μονίμων του πληρώματός της, για τις ανάγκες των πλοίων που θα ερχόταν να φορτώσουν. Ανέβαιναν στο βαπόρι εγκαθίσταντο, ναυλωνόταν και με τον απόπλου επέστρεφαν στη μάνα, μέχρι να έρθει καινούργιο βαπόρι για φόρτωση. Ήταν σκούρες, αλλά όχι με το κοκκινωπό σκούρο της Λατίνας, ούτε με το αφρικάνικο καφέ-μαύρο αλλά με το πρασινωπό σκούρο της Ινδίας και του Πακιστάν. Επιπλέον μιλούσαν πολύ καλά αγγλικά και μεταξύ τους σε κάποια άλλη γλώσσα που δεν ισπάνιζε (όπως την άκουγα τουλάχιστον). Όταν μπήκαν -μόλις άνοιξαν δίαυλοι συγκοινωνίας με τη μάνα, δηλαδή αμέσως- πήγαν στο καπνιστήριο του πληρώματος και, περιμένοντας να τελειώσουν οι διαδικασίες του κατάπλου για να αγκαζαριστούν, άνοιξαν τηλεόραση. Στο κανάλι (ένα από δύο που έπιανε στο βαπόρι) μια παρουσιάστρια με σαρί και τη βούλα στο κούτελο μιλούσε σε ακατάληπτη γλώσσα και από κάτω τα γράμματα ήταν ινδικά! Οι εγγλέζοι όταν πήγανε, είχαν εποικίσει το μέρος με Ινδούς που οι απόγονοί τους αντιπροσώπευαν το μισό πληθυσμό της χώρας. Χαράς την τύχη! Η μόνη χώρα της Νότιας Αμερικής που πήγα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν αγγλόφωνη και την κατοικούσαν Ινδοί! (Εντάξει μετά πήγα σε κάνα δυό της Κεντρικής και κάπως ισοφάρισα).

 

Εγώ πάντως ήθελα να βγω και έξω. Για τουρισμό και ψώνια. Ήρθε μια λάντζα που κρατιόταν με το ζόρι, μας πήρε, περάσαμε κάτω από μια γέφυρα (που ενώνει με την κωμόπολη Rosignol –να κι η γέφυρα του Ροσινιόλ στου διαβόλου τη μάνα-) και φτάσαμε σ΄ ένα  μικρό μόλο για μια βάρκα. Η λάντζα συγκρατιόταν στη θέση της με τη μηχανή και η πλώρη της άφριζε από το ρεύμα του ποταμού. Βγήκα έξω, συργιάνισα λίγο, μια κωμόπολη ήταν με ένα δυό δρόμους άσφαλτο και οι άλλοι πατημένο χώμα, πήγα για ποτό, έκανα τα κουμάντα μου υπό την αιγίδα του Κουμάνταρου, και κατά τις 10-11 επέστρεψα στο βαπόρι. Η φόρτωση είχε αρχίσει από ώρα. Από μακριά φαινόταν στα φώτα των δύο πλοίων, ένα σύννεφο από τη σκόνη του βωξίτη που είναι ένα κόκκινο ψιλό χώμα που κιόλας είχε κοκκινίσει τα πάντα. Από μια μεριά του βαποριού είχε δέσει μια μπάριζα που την ξεφορτώναμε στο δικό μας με τα γκρένια μας (που είχαν και χούφτες) κι από την άλλη μας φόρτωνε η μάνα με τα δικά της. Ένα από τα γκρένια μας είχε πάθει κάποια βλάβη και τρέχανε όλοι μαζί, καπετάνιος, γραμματικός, μηχανικοί και ο ηλεκτρολόγος να τη φτιάξουνε, ενώ κανόνισαν να φορτώσουν με άλλο γκρένι ένα διπλανό αμπάρι για να μη χρεωθούμε καθυστέρηση. Εγώ όταν είδα πως δε με χρειάζονταν, πήγα στην καμπίνα, φαμελίτης γαρ.

 

Η φόρτωση κράτησε καμιά βδομάδα. Πάνω στα ορυχεία είχαν κάποια απεργία και δεν κατέβαιναν μπάριζες ή κατέβαιναν αραιότερα, ο καπετάνιος της μάνας γαμοσταύριζε επί δικαίων και αδίκων γιατί οι καθυστερήσεις οφειλόταν σε κείνους, αλλά φορτώναμε από κει, κι όλο και χαμήλωνε το δικό μας κι όλο και ψήλωνε το άλλο που άδειαζε. Εμείς, δημόσιοι υπάλληλοι. Δουλειά στο ωράριο και μετά σπίτι. Στο μεταξύ δεν ήταν και για έξω γιατί δεν είχε και τίποτα, το κεχρί ήταν στην ταΐστρα, και επιπλέον τα πηγαινέλα με τη λάντζα ήταν ολίγον ρίσκο. Το ποτάμι είχε πολλά κουράγια και δυό φορές τη μέρα τα νερά άλλαζαν πορεία. Είχε ισχυρό ρεύμα τόσο προς τα μέσα από τον ωκεανό που έκανε τα νερά να τρέχουν ανάποδα προς τα ανάντη, τόσο που, όσο γέμιζε το φεγγάρι έκανε την πλώρη μας να αφρίζει λες και ταξιδεύαμε. Όταν γύριζε προς τα έξω, το νερό που επέστρεφε, μαζί με τη ροή του ποταμού έκαναν να αφρίζει και η πρύμη.

 

Το τελευταίο βράδυ είχε ρομαντική πανσέληνο. Το ποτάμι άφριζε(24). Το επόμενο μεσημέρι θα φεύγαμε. Είχαμε αδειάσει όλη τη μάνα και περιμέναμε μια δυό μαουνιές για να κομπλετάρουμε(25).  Αγκαλίτσες στα ρέλια, «Θα με θυμάσαι καθόλου;» κι άλλα μελό μέχρι να πάμε κι εμείς κι αυτές παρακάτω… Ίσα να ξεγελιέται η μοναξιά μας και η μιζέρια τους. Λυσσιασμένα κρεβάτια του αποχαιρετισμού και το πρωί wash & go.

 

Πράγματι το πρωί μαζέψαν τα μπογαλάκια τους, και μετά το κοφιτάιμ των δέκα επέστρεψαν στη βάση. Μόλις που προλάβανε. Το ρεύμα είχε μπατάρει προς τον ωκεανό. Από τη γέφυρα που ετοιμαζόταν σιγά σιγά για τον απόπλου, βλέπω τη μάνα να γυρεύει να ανοίξει μ΄ ένα απότομο στρίψιμο, και μπίνν, μπάμ, να σπάνε πρώτα τα κουτούκια και μετά οι κάβοι ένας ένας που μας δένανε μαζί της. Σε κάθε σπάσιμο τρώγαμε κι ένα τράνταγμα κι ένα τελευταίο προς τα μπρός σαν να βρήκαμε σε τοίχο. Μετά σπάσανε κι οι πρυμιοί κάβοι που μας δένανε με την  πρυμιά τσαμαδούρα. Ευτυχώς δεν ήταν κανένας στο δρόμο του κάβου που έσπασε πρώτος γιατί μετά όλοι χώθηκαν στα αποθηκάκια στη βάση των γκρενιών (στα mast house), ή στο κομοδέσιο, στο καμπούνι, από την άλλη μεριά του αμπαριού περιμένοντας να περάσει το κακό. Δε βάστηξε ούτε πέντε λεπτά, αλλά τρία στα τέσσερα σκοινιά του βαποριού ήταν σπασμένα γιατί, με το να δώσομε κάβους και κουτούκια στη μάνα είχαμε χρησιμοποιήσει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και μάλιστα δε κάποια χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο άκρα του κάβου που είχαν γάσα. Η μηχανή ευτυχώς είχε ετοιμαστεί για απόπλου και είχε ατμό(26) και την βάλαμε μπροστά και με dead slow astern και slow astern(27) κρατιόμαστε στη θέση μας μέχρι να δούμε τι  θα κάνουμε.

 

Επικοινωνίες με τη μάνα που είχε πάθει κι εκείνη. Τι συνέβη: Με την απεργία στα ορυχεία, δεν κατέβαιναν φορτία, κι όταν έληξε κατέβαιναν λίγα μέχρι να επανέλθουν στους ρυθμούς τους. Ωστόσο, εμείς φορτώναμε από τη μάνα που δεν συμπλήρωνε, με αποτέλεσμα να γίνει μπαούλο. Στο τέλος την είχαμε αδειάσει τελείως και περιμέναμε την τελευταία μπάριζα να μας κομπλετάρει. Εμείς πατημένοι, μας έλειπαν κάτω από 3000 τόνοι από τους 33000 που θα παίρναμε, εκείνοι άδειοι όταν το ρεύμα φούσκωσε με όλα τα κουράγια του (πανσέληνος είπαμε αποβραδίς), και επιπλέον και τη ροή του ποταμού, τους τόστριψε, έσπασε τις καδένες  από τις δύο άγκυρες, μια πλώρα μια πρύμα διαγώνια και το βαπόρι ευθυγραμμίστηκε απότομα ανάμεσα στις άλλες δύο που απόμειναν. Αυτό άνοιξε το κενό ανάμεσά μας κι άρχισαν να σπάνε οι κάβοι. Στη πραγματικότητα εκείνο έφυγε από μας. Εμείς μόνοι μας φύγαμε προς τα μπρός λευτερωμένοι από το άλλο, κόψαμε και τους πρυμιούς κάβους και κουτουλήσαμε στην πλωριά τσαμαδούρα μέχρι που μας σταμάτησε η άκυρα που είχε έρθει στο πλάι και προς τα πίσω σαν να ήταν σπρινγκ.

 

Δεν θα κομπλετάραμε. Κλείσιμο τα αμπάρια και να φύγουμε. Οδηγίες από τον άλλο καπετάνιο. «Κράτα μέση στο ποτάμι, βάρδαρε 2 στάδια(28) τις γαριδόμαντρες, κι έρχεται πιλοτίνα(29) στο δρόμο να σου δώσει τα clearance από το Λιμεναρχείο. Ό,τι χαρτί σου λειφτεί, Cargo Manifest και τα ρέστα, θα το πάρεις στο Corpus Christi από τον ατζέντη. Θα πάνε εκείνα πριν από σένα». Γενικός δερβέναγας είπαμε.

 

Κάναμε πίσω κι άλλο, ξεμπλέξαμε και πήραμε πάνω την άγκυρα και δρόμο. Στα μισά μας πρόλαβε μια πιλοτίνα, της ρίξαμε βιλάι, μας έδεσε σε μια σακούλα ό,τι χαρτιά ήταν να μας δώσει χωρίς να σταματήσουμε και πάμε παρακάτω. Είχα μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή και άδειασα το φιλμ τραβώντας τους σπασμένους κάβους και τις γρατζουνιές που έκαναν καθώς χτυπούσαν στο πλοίο, για λογαριασμό του καπετάνιου.

Σπατσαμέντο εν κινήσει. Την άλλη μέρα άρχισε το συμμάζεμα. Να δούμε πόσοι κάβοι βγαίνουν από τα αποκόμματα, να ματιστούν όσοι ματίζονται, να γίνουν γάσες σε όλους για να ‘χουμε να δέσουμε στην Αμερική που θα μας φέρνανε καινούργιους. Ωστόσο, μάνικα με θάλασσα  να πλυθεί το βαπόρι από τους βωξίτες και μετά με λίγο γλυκό νερό τα μέρη που θέλανε βάψιμο. Είχαμε μιάμιση μέρα που φύγαμε όταν κάποιος παρατήρησε πως το βαπόρι ήταν έμπλωρο(30), κοινώς μπρουμούτιζε. Φαινόταν κι από το ότι πήγαινε λίγο πιο αργά από το κανονικό. Πήγε ο γραμματικός να δει κι ανακάλυψε πως, όταν κουτουλήσαμε με την πλωριά τσαμαδούρα την γυρίσαμε ανάποδα και το σίδερο που προεξέχει από κάτω μας έκανε μια τρύπα στο φορπικ(31). Δεν ήταν μεγάλη αλλά έμπαζε νερά μια κι ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και γι αυτό μπρουμουτίσαμε. Άδειασμα με τις αντλίες να ισιώσομε και κάθε μέρα μέχρι το Corpus Christi, την αδειάζαμε για να ξαναπάρει νερά τη νύχτα. Όταν θα ξεφορτώναμε που θάταν το βαπόρι ψηλά, θα το σουζάραμε με τη σαβούρα  να βγει η τρύπα πάνω απ΄ το νερό να την κολλήσομε. Δεν ήταν και τόσο χαμηλά για να ρίξουν τσιμέντο ταχείας πήξεως(32) μέχρι να τη σκεπάσει.

 

Έτσι τραβηχτήκαμε μέχρι το λιμάνι. Μόλις φτάσαμε στο Σώμα του Χριστού, ο καπετάνιος μου έδωσε λεφτά να πάω με ταξί στην πόλη να του εμφανίσω δυό φορές το φιλμ με την καταγραφή των ζημιών και να πάρω καινούργιο. Η Αμερική ήταν Αμερική. Εμπορικά κέντρα για ψώνια, ωραία μπαρ, μουσικές, ζέστη, και λόγω γειτνίασης με το Μεξικό πολλοί ισπανόφωνοι. Περνούσε γρήγορα ο καιρός γιατί είχε βγει ήδη το επόμενο ναύλο. Πορτ Κάιζερ στη Τζαμάικα να φορτώσουμε αλουμίνα για  Δουνκέρκη, Γαλλία. Άψογα και στο βάθος Ευρώπη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σπατσαμέντο: Η διαδικασία για το κλείσιμο των αμπαριών μετά το πέρας φόρτωσης ή εκφόρτωσης και η προετοιμασία για τον απόπλου.

2. Αμπαριάτικα: Για τον καθαρισμό και τη συντήρηση των αμπαριών μεταξύ εκφόρτωσης και φόρτωσης δίνεται (ακόμα άραγε;) ένα ποσό που μοιράζεται στο πλήρωμα της κουβέρτας.

3. Μπόνκερ (Bunker): Ανεφοδιασμός σε καύσιμα, κατά λέξη ανθράκευση. Από την (υπόγεια) καρβουναποθήκη ονομάσανε και το καταφύγιο – αμπρί.

4. Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταιβάν, Βιετνάμ, εισάγουν πρώτες ύλες με Bulk Carriers (τα και σκατοκουβαλίστρες), και εξάγουν έτοιμα προϊόντα με κοντεινεράδικα (και αυτοκινητάδικα)

5. Επίσημα boatswain αλλά και bosun, ο ναύκληρος (λοστρόμος) γίνεται boss και καλείται μπόσης που τα περιέχει όλα.

6. Πούπι (poop) ή κάσσαρο ελληνιστί επίστεγο: Στα παλιά πλοία ήταν η υπερκατασκευή στη πρύμη. Στα νεότερα είναι ο αποθηκευτικός κάτω από το κατάστρωμα της πρύμης.

7. Το μεγάλο από τα καράβια του Μαγγελάνου ήτανε 140 τόνοι κι ένα μέτριο βαπόρι σημερινό σαράντα πενήντα χιλιάδες, οπότε καΐκι.

8. Η μάσκα είναι η πλευρά της πλώρης κι ο καιρός στη μάσκα είναι όταν έρχεται από μπροστά αλλά υπό γωνία όχι κατάπλωρα. Δευτερόπρυμος είναι όταν έρχεται υπό γωνία στην πρύμη. Σε δυνατούς καιρούς αποφεύγεται με αλλαγή πορείας να έρχεται ο καιρός από το πλάι λόγω έντονων διατοιχίσεων (μπότζι), και φροντίζεται για λιγότερη καταπόνηση του πλοίου, να έρχεται ή στη μάσκα ή δευτερόπρυμος.

9. Το φαξιμάιλ (facsimile) ουσιαστικά είναι (ήταν;) μια μορφή φαξ που μέσω ασυρμάτου λάμβανε σε ειδικό χαρτί (που η μια του όψη είχε σκόνη μέταλλου έτσι που με μια ακίδα που το σάρωνε να καίγεται σχηματίζοντας) εικόνες, εν προκειμένω χάρτες καιρού που εξέδιδαν διάφορες υπηρεσίες. Για τον Ειρηνικό παίρναμε δελτίο από τη βάση των Αμερικάνων στο Γκουάμ που, στην μεγάλη του έκδοση έφτανε μέχρι το τακούνι της Ιταλικής μπότας στα δυτικά και στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ από την άλλη, κι έτσι βλέπαμε και τον καιρό της Ελλάδας.

10. Σουέλ (swell) ή αποθαλασσία ή και καραντί: Ο κυματισμός που προκαλείται από κάποια καταιγίδα κάπου μακριά και ταξιδεύει μέχρι να σβήσει αφού στην ανοιχτή θάλασσα δεν έχει στεριές να τον ανακόψουν. Κύμα βουβό (χωρίς κορυφές) χωρίς άνεμο, συχνά μεγάλο σε ύψος και μήκος που ταλανίζει το πλοίο.

11. Νάφτεξ – NAVTEX(NAVigational TEleX): Συσκευή που λαμβάνει και εκτυπώνει (σε θερμικό χαρτί) αυτόματα ειδοποιήσεις για διάφορα που αφορούν τη ναυσιπλοΐα (σβήσιμο φάρων, ναυάγια, εκρήξεις ηφαιστείων, αποκλεισμός περιοχών στη θάλασσα, δελτία καιρού, κλπ κλπ) που τις εκδίδουν οι υδρογραφικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη της περιοχής όπου αναφέρονται.

12. Γκόβερνορ (Governor): Ρυθμιστής στροφών. Μηχανισμός που φροντίζει ώστε όταν η προπέλα βγει έξω από το νερό, πού δεν βρίσκει πια αντίσταση, να μην ανέβουν οι στροφές της και προκαλέσει ζημιά.

13. Καμπούνι ελληνιστί πρόστεγο: Η υπερκατασκευή στην πλώρη, κάποτε εντευκτήριο των ναυτών, τώρα αποθηκευτικός χώρος για εργαλεία και υλικά της κουβέρτας και γραφείο του λοστρόμου.

14. Ανέμη είναι το βίντζι που τυλίγει και ξετυλίγει τους κάβους. Υπάρχουν σε κάθε ανέμη από ένα ή δύο κάβοι μόνιμα τυλιγμένοι πάνω τους και από δύο ανέμες σε πλώρη και πρύμη.

15. Βιλάι (heaving line): Το σκοινί με τον κόμπο στην άκρη που πετάνε από το βαπόρι για να δώσουν κάβο στη στεριά ή στο άλλο βαπόρι.

16. Όταν τα ισχυρά ρεύματα όπως το γκολφστριμ περνάνε δίπλα από τη στεριά, δημιουργείται αντίρευμα από το νερό που εκτοπίζεται (κάτι σαν το αντιμάμαλο), με κατεύθυνση αντίθετη από κείνη του κυρίως ρεύματος.

17. Ο Οδυσσέας Γκραντ κι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος απεικονίζονται στα χαρτονομίσματα των 50 και 100 δολαρίων αντίστοιχα.

18. Windward και Leeward Islands αντίστοιχα, ένα κολιέ από νησιά που χωρίζουν την Καραϊβική από τον Ατλαντικό.

19. Τον Ιούλιο του 1995 εξερράγη το ηφαίστειο που είναι στο νησί Μονσεράτ, κι ακόμα δεν έχουν συνεφέρει από τότε. Εμείς περάσαμε ένα χρόνο μετά κι η ειδοποίηση ήταν πως κάπνιζε απειλητικά.

20. Εδώ το βαρδάρω με την έννοια του απομακρύνομαι (από το πρόσταγμα «βάρδα»).

21. Εξηνταπεντάρι δλδ χωρητικότητας 65.000 τόνων με εφτά αμπάρια.

22. Στο δέσιμο, κάβος λέγεται το σκοινί που δίνεται από την πλώρη ή την πρύμη υπό γωνία στην κάθετο του πλοίου για να το φέρει και να το συγκρατήσει στο μόλο (ή όπου δένει). Σπρινγκ είναι το σκοινί που φεύγει παράλληλα με το πλοίο και το συγκρατεί στο μπρος πίσω κατά τον διαμήκη άξονα. Τα κάθετα στο πλοίο σκοινιά που συχνά δίνονται και από τη μέση του πλοίου για να το δέσουν σφιχτά στο ντόκο (ή όπου) λέγονται κουτούκια.

23. Μπήκα στο Google maps (και στο Earth) για να ξαναδώ το μέρος και ανακάλυψα ότι υπάρχει ακόμα τερματικός σταθμός φόρτωσης βωξίτη, αλλά τον έχουν πάει πιο έξω, μετά τις γαριδομάντρες. Φαίνεται πως δεν αρέσει ο βωξίτης στις γαρίδες. Έχει και φωτογραφίες σύγχρονες, με ένα βαπόρι που φορτώνει βωξίτη, χωρίς μάνα αλλά μ΄ ένα πλωτό γερανό που το φορτώνει από μια (καινούργια) μπάριζα. Το βαπόρι της φωτογραφίας είναι ελληνικό (με σημαία Λιβερίας) περίπου 30-35.000 τόνων, μ΄ εκείνα τα κάγκελα στα πλαϊνά της κουβέρτας για να μπορεί να φορτώσει χαβαλέ ξύλα.

24. Η μέγιστη ένταση στα παλιρροϊκά φαινόμενα παρατηρείται κατά την πανσέληνο και (λιγότερο) στη νέα σελήνη, λόγω βαρυτικής έλξης της Σελήνης στα νερά της Γής. Η ελάχιστη στα τέταρτα (πρώτο και τελευταίο).

25. Κομπλετάρισμα: Η πλήρης φόρτωση του συμφωνηθέντος φορτίου. Συχνά σημαίνει συμπληρώματα στα ήδη γεμάτα αμπάρια από λίγο, για λόγους ευστάθειας.

26. Ο ατμός είναι η «μίζα» που βάζει μπροστά την κύρια μηχανή του πλοίου, τη σταματά και την αναστρέφει όπου χρειάζεται.

27. Dead Slow Astern: Η ελάχιστη δυνατή ταχύτητα προς τα πίσω, όσο που να κινείται το πλοίο. Slow Astern: Ήρεμα πίσω δηλ. πολύ αργά προς τα πίσω. Η μηχανή και η προπέλα γυρίζουν ανάποδα, για ελιγμούς σε απόπλου και κατάπλου. Εδώ χρησίμευε για να εξισορροπεί το ρεύμα και να συγκρατεί το πλοίο στη θέση του.

28. Στάδιο: 1/10 του ναυτικού μιλίου περίπου 185 μέτρα. Με το μάτι μια βαποριά περίπου (ένα μήκος πλοίου).

29. Πιλοτίνα (pilot boat): Ταχύπλοο που φέρνει και παίρνει τον πλοηγό στα βαπόρια. Άλλοτε ιδιαίτερο, άλλοτε του Λιμενικού ή της Ακτοφυλακής, ανάλογα πως είναι μοιρασμένες οι υπηρεσίες σε κάθε χώρα.

30. Όταν η πλώρη του πλοίου είναι πιο χαμηλά από την πρύμη, (βουτάει με τη μούρη) το πλοίο είναι εμπλωρο, όταν αντίθετα η πρύμη είναι πιο χαμηλά είναι έμπρυμο. Φυσιολογικά πρέπει να είναι κάνα δυό ποδάρια έμπρυμο (30-60 εκ να γέρνει προς τα πίσω) για να ταξιδεύει χωρίς απώλειες. Αν σε ακινησία είναι ίσιο, μόλις ξεκινήσει η προπέλα, κάθεται κάνα ποδάρι η πρύμη.

31. Fore peak tank: Πρωραία δεξαμενή ζυγοστάθμισης δηλαδή μια δεξαμενή κάτω από την πλώρη που γεμίζει νερό στο σαβούρωμα για ευστάθεια κατά μήκος.

32. «…σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά…» Ν. Καββαδίας Το καραντί. Στα ποστάλια κάποιας ηλικίας που χρόνια πηγαινόφερναν τον κόσμο στα νησιά του, όλη νύχτα δούλευε η μπετονιέρα…

 

Posted in Αμερική, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Οδοιπορικό του 43 (του Γιάννη Μπεράτη, απόσπασμα)

Posted by sarant στο 9 Φεβρουαρίου, 2020

Ο Γιάννης Μπεράτης (1904-1968) είναι πιο γνωστός για το βιβλίο του «Το πλατύ ποτάμι», που το έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο. Σε εκείνο το έργο, αφηγείται τον πόλεμο του 40-41. Ωστόσο, το 1943 ο Μπεράτης έφυγε αντάρτης με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο.

Απόρροια των περιπετειών του είναι το «Οδοιπορικό του 43», ένα έργο πολύ λιγότερο γνωστό. Όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο του βιβλίου, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η δημοσίευση του Οδοιπορικού, το 1946, προκάλεσε την απόλυση του Μπεράτη από το Υπουργείο Τύπου -με αποτέλεσμα ο αγώνας για τον βιοπορισμό να τον εμποδίσει να γράψει ένα τρίτο έργο που σχεδίαζε, για το ενδιάμεσο διάστημα ανάμεσα στο Πλατύ ποτάμι και στο Οδοιπορικό του 43.

Γιατί απολύθηκε ο Μπεράτης; Όχι πάντως επειδή στο βιβλίο του εκθειάζει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ. Αντίθετα, τις λίγες φορές που παρουσιάζει Ελασίτες τούς χρωματίζει μάλλον αρνητικά -αλλά φαίνεται ενόχλησε το ότι δεν τους παρουσιάζει σαν αιμοσταγή τέρατα. Περισσότερο θα ενόχλησε ότι όχι μόνο εκφράζεται απαξιωτικά για τον Ναπ. Ζέρβα αλλά και πουθενά δεν περιγράφει ηρωικές πράξεις των ΕΔΕΣιτών -αντίθετα, τον περισσότερο καιρό περνούσαν άπραγοι στους Σκιαδάδες- ενώ συνεχώς εκφράζει τη λύπη του για τις εμφύλιες συγκρούσεις.

Το βιβλίο του Μπεράτη δεν το ήξερα. Τυχαία το βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο πέρυσι (βλεπω βέβαια ότι βρίσκεται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα), το διάβασα, μου άρεσε, ήθελα να το παρουσιάσω στο ιστολόγιο στις 28 Οκτωβρίου, αλλά το αμέλησα. Προχτές που έψαχνα κάτι άλλο βρέθηκε το βιβλίο μπροστά μου οπότε είπα να το βάλω στο σημερινό άρθρο κι ας μην είναι «επίκαιρο». Οπότε, θα παρουσιάσω ένα σχετικά εκτενές απόσπασμα από το Δέκατο τετράδιο.

Δυο λόγια για να σας κατατοπίσω: Οι Γερμανοί κάνουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις και έχουν επιτεθεί στο χωριό Σκιαδάδες, όπου βρισκόταν ο Μπεράτης άρρωστος. Ο Μπεράτης με έναν σύντροφό του ξεκόβουν από τους άλλους αντάρτες και χάνονται. Τελικά βρίσκουν στο δρόμο μια οικογένεια Εβραίων (αντρόγυνο και τον αδελφό της γυναίκας) που έχουν ταυτότητες χριστιανικές στο όνομα Καραμάνης, κι έναν χωροφύλακα από κοντινό χωριό, και οι έξι τους προσπαθούν να κατευθυνθούν προς την Καλαμπάκα όταν τούς συλλαμβάνουν οι Γερμανοί. Δεν λέω περισσότερα προς το παρόν.

Μονοτονίζω και διατηρώ την ορθογραφία.

………………………………………………………

Ανασήκωσα ελάχιστα το κεφάλι μου, και στο μονο­πάτι, ψηλά, είδα ένα Γερμανό με το αυτόματο να σημαδεύει τους άλλους τέσσερις συντρόφους μου που ’χαν πέ­σει τόσο άτσαλα που ενώ νόμιζαν πως είναι κρυμμένοι με το κεφάλι κάτω και δεν αφορά αυτούς η σφυριξιά, παρουσιάζαν στα φόρα όλα τα πισινά τους ακριβώς απέ­ναντι στο σκοπευτή. Ήταν μια στιγμή, ένα δευτερόλε­πτο, να σου κοπεί η ανάσα — ξανασφύριξε — δεν κουνηθήκαν — έγερνε το κεφάλι του έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη — όταν ξεπετάχτηκα ξάφνου με σηκωμένα τα δυο χέρια και φώναξα — και κείνος ξαφνιασμένος γύρι­σε προς τα μένα το αυτόματο, κάνοντάς μου συγχρόνως βίαια νοήματα να προχωρήσω γρήγορα σ’ αυτόν.

Τώρα πίσω του ήταν κι άλλοι πολλοί Γερμανοί που μας βάζανε όλοι τους στο σημάδι και σε κάθε παραπάτημα ή πέσιμό μας που κατεβάζαμε αναγκαστικώς τα χέρια για να συγκρατηθούμε, αγριεύανε και φοβερίζανε, όλοι μαζί, να μας την ανάψουν αμέσως.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 49 Σχόλια »

Amstrad PC1512

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2020

O υπολογιστής της φωτογραφίας, δηλαδή όχι αυτός ο ίδιος αλλά ένα παρόμοιο μοντέλο, ο Amstrad PC1512, ήταν ο πρώτος μου υπολογιστής. Δεν ξέρω πώς έτυχε να τον θυμηθώ σήμερα, αλλά μου δίνει το έναυσμα για το σημερινό άρθρο.

Τον αγόρασα τέλη του 1986, αν θυμάμαι καλά. Εκείνο το καλοκαίρι είχα απολυθεί απο τον στρατό, είχα πάει διακοπές, και επιστρέφοντας με το καλό είχα αρχίσει να δουλεύω μεταφραστής -κανονικά, με έναρξη επιτηδεύματος, με μπλοκάκι αποδείξεων, με βιβλία, με όλα. Μετάφραζα λογοτεχνικά βιβλία (κυρίως για τη Σύγχρονη Εποχή) και βιβλία πληροφορικής (κυρίως για τον Κλειδαριθμο του Γιάννη Φαλδαμή). Δούλευα πολύ και καλά, κι έβγαζα καλά λεφτά, αφού δεν είχα και πολλά έξοδα -έμενα στο πατρικό μου.

Τον υπολογιστή τον πήρα και σαν εργαλείο για τη δουλειά. Ως τότε, τις μεταφράσεις τις έγραφα με το χέρι -δεν είχα πάρει γραφομηχανή.

Ο Στέλιος Μπεβεράτος, που δούλευε στη Σύγχρονη Εποχή και που μου είχε δώσει αρκετές πολύτιμες συμβουλές στα πρώτα μου βήματα στο μεταφραστικό επάγγελμα, μού είχε δείξει ένα κόλπο, που το είχα υιοθετήσει: έπαιρνα τις κόλες Α4, τις τσάκιζα στο ένα τρίτο του πλάτους της σελίδας, έτσι που να χωριστεί η σελίδα σε δύο στήλες, μία στενή αριστερά και μία φαρδιά δεξιά. Στο δεξί μέρος έγραφα τη μετάφραση και το αριστερό το είχα για διορθώσεις, σημειώσεις, σχόλια. Κάθε δέκα γραμμένες σελίδες τις έπιανα με το συρραπτικό και έφτιαχνα ένα τετραδιάκι. Φυσικα, η μετάφραση ενός βιβλίου χρειαζόταν πολλές δεκάδες τέτοια τετραδιάκια. Έχω κρατήσει τα συρραμμένα χειρόγραφα από το τελευταίο βιβλίο που μετάφρασα με το χέρι, που ήταν το Γεράκι της Μάλτας του Ντάσιελ Χάμετ. Αυτή τη μετάφραση την είχα αρχίσει χειρόγραφη όταν αγόρασα τον υπολογιστή, οπότε τη συνέχισα στο χέρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Μεταφραστικά, Προσωπικά, Υπολογιστικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 240 Σχόλια »

Χριστούγεννα πριν από 40+76 χρόνια (του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2019

Χρονιάρα μέρα κι η σημερινή και λέω να παρατείνω την εορταστική ραστωνη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ιστολόγιο -που σημαίνει να βάλω και σήμερα ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα, με θέμα εορταστικό και νοσταλγικό, μακριά από την τύρβη της επικαιρότητας.

Διάλεξα ένα κείμενο που θα μας πάει πίσω στο παρελθόν… δυο φορές. Πρόκειται για ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην Πρωία μέσα στην Κατοχή, τα Χριστούγεννα του 1943 -όπου όμως ο ποιητής, ίσως για να αποδράσει από τον ζόφο, επιλέγει να μεταφερθεί σαράντα χρόνια πίσω και να θυμηθεί πώς γιόρταζε τα Χριστούγεννα με την παρέα του, όταν ήταν νεαρός φοιτητής της Φιλοσοφικής, έχοντας μόλις έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας, στην αυγή του εικοστού αιώνα. Καθώς τις αναμνήσεις του Βάρναλη εμείς σήμερα τις διαβάζουμε 76 χρόνια μετά, μεταφερόμαστε 40+76 δηλ. 116 χρόνια πίσω, έστω και με μια σύντομη στάση στο 1943.

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο Τα Αττικά (εκδόσεις Αρχείο, 2016) σε δική μου επιμέλεια, όμως το είχε συμπεριλάβει νωρίτερα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης στη δική του ανθολογία κατοχικών χρονογραφημάτων του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της Κατοχής», κι έτσι υπάρχει ήδη στο Διαδικτυο. Αλλά δεν πειράζει.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης αναφέρεται και σε κάποιον ψιλικατζή ονόματι Κιουλάμπεη, που έπαιρνε μέρος στην παρέα τους. Αξίζει να πούμε ότι αργότερα ο Βάρναλης έγραψε και διήγημα για το ίδιο πρόσωπο. Ίσως το ανεβάσω κι αυτό κάποια φορά στο ιστολόγιο, αλλά προς το παρόν μπορείτε να το δείτε σε εικόνα, εδώ.

Στο τέλος του κειμένου έχω κάποιες υποσημειώσεις.

Πριν σαράντα χρόνια

–«Οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» λένε οι μεν. «Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης»(1), λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Όμως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. «Άνω ποταμών χωρούσι παγαί»(2). Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτήν τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κι εγώ δεν έχω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Οι Γερμανοί ξανάρχονται (αναμνήσεις του Αλέκου Σακελλάριου)

Posted by sarant στο 24 Νοεμβρίου, 2019

Το σημερινό κυριακάτικο ανάγνωσμά μας δεν είναι ακριβώς λογοτεχνικό -οι αυτοβιογραφίες βρίσκονται στις παρυφές της λογοτεχνίας, αν και κάποιος κακεντρεχής έλεγε πως αυτό είναι άδικο διότι πολλές αυτοβιογραφίες περιέχουν μεγάλες δόσεις μυθοπλασίας, αν δεν είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένες.

Τέλος πάντων, προχτές συζητήσαμε την ετυμολογία της λ. αλαλούμ, και έκανα αναφορά στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος, στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» χρησιμοποιεί τη λέξη με τη σημασία του καψονιού. Όπως έγραψα, το βιβλίο αυτό έχει ένα κεφάλαιο με τίτλο «Αλαλούμ», που ξεκινάει ως εξής:

Η λέξη «αλαλούμ», στην αργκό των θεατρικών παραστάσεων, σημαίνει καψόνι. Και είναι, συνήθως, ένα καψόνι σκληρό και ανελέητο, που το υφίστανται αγογγύστως όσοι έχουν την αφέλεια να θέλουνε να επιδείξουνε το «ταλέντο» τους στους ηθοποιούς ενός θιάσου.

Διάλεξα σήμερα να σας παρουσιάσω ένα άλλο κεφάλαιο του βιβλίου, στο οποίο ο Σακελλάριος (1913-1991) διηγείται περιστατικά απο το γύρισμα της ταινίας «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1948) και όπου το αλαλούμ/καψόνι παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό.

Για τον Σακελλάριο συστάσεις δεν χρειάζονται κι ας λείπει τόσα χρόνια -αν τα θεατρικά του έργα δεν παίζονται συχνά, οι αμέτρητες ταινίες που σκηνοθέτησε ή όπου έγραψε το σενάριο επαναπροβάλλονται συνεχώς στην τηλεόραση, ενώ ακούγονται και τα τραγούδια που έχει γράψει τους στίχους τους, συχνά χωρίς να ξέρουμε πως είναι δικά του -από το Άσ’τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα ως το Μονοπάτι ή το Έχω ένα μυστικό. Όπως όλοι οι παλιοί μάστορες της επιθεώρησης, είχε τεράστιο ταλέντο και, υποχρεωτικά, εξαιρετική παραγωγικότητα.

Το βιβλίο «Λες και ήταν χθες…» (τίτλος πασίγνωστου τραγουδιού του σε μουσική Κώστα Γιαννίδη) ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα σε «επετειακή» έκδοση, συμπληρωμένη με κάποιο υλικό (τις τρεις τελευταίες ενότητες στα περιεχόμενα που βλέπετε εδώ). Εγώ έχω μια παλιότερη έκδοση. Όπως βλέπετε, η ύλη διαιρειται σε ολιγοσέλιδες ενότητες με αναμνήσεις του Σακελλάριου, γραμμένες στη δεκαετία του 1980 -ίσως πρωτοδημοσιεύτηκαν σε κάποια εφημερίδα, αλλά δεν υπάρχει κάποια μνεία στον πρόλογο.

Θα προσέξετε ότι, ενω σε άλλες πηγές αναφέρεται πως στα κινηματογραφικα΄»αλαλούμ» γινόταν λήψη χωρίς φιλμ στη μηχανή, εδώ ο Σακελλάριος λέει για κανονική λήψη -και μάλιστα ότι οι ταινίες αυτές κάπου φυλάγονταν.

Το βιβλίο ήταν τυπωμένο σε μονοτονικό, που μου έκανε πιο εύκολη τη ζωή στη μετατροπή του. Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλιο -υπήρχε κι άλλη μία που δεν την έβαλα.

ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΞΑΝΑΡΧΟΝΤΑΙ

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ακριβώς από το εργοστάσιο τσιμέντων «Άτλας» στις Τρεις Γέφυρες, υπήρχε μια μεγάλη εγκαταλελειμένη αποθήκη. Αυτή, λοιπόν, την αποθήκη την πήρε ο Φίνος και την έκανε «πλατό». Κι όταν λέμε «πλατό» μην πάει το μυαλό σας στα «πλατό» όπως είναι σήμερα.

Το πρώτο «πλατό» του Φίνου, που στην ουσία ήταν και το πρώτο «πλατό» του ελληνικού κινηματογράφου, ήταν όπως είπαμε μια αποθήκη χωρίς κανέναν από τους γνωστούς τεχνικούς εξοπλισμούς. Και μόνο η εφευρετικότητα του Φίνου, κατάφερε να κάνει στούντιο -και μάλιστα, στούντιο μέσα στο οποίο γυριστήκανε αξιόλογες ταινίες— αυτόν τον εντελώς ακατάλληλο χώρο. Και πρώτα-πρώτα δεν υπήρχαν προβολείς. Προβολείς που σήμερα έχουνε ακόμα κι οι ερασιτέχνες φωτογράφοι, τότε ήταν ένα είδος εντελώς άγνωστο.

Ο πρώτος προβολέας που μπήκε στο στούντιο του Φίνου, ήταν ένας μικρός προβολέας -πεντακόσια βατ όλα κι όλα— που δεν ξέρω πού τον βρήκε ο Φίνος και τον έφερε με όλας τας τιμάς, όταν γυρίζαμε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», για να κάνουμε ένα εφφέ.

Τα φώτα, λοιπόν, στο πρώτο αυτό «πλατό» ήταν μεγάλες και μικρές τενεκεδένιες σκάφες, που είχανε απλά «ντουί» στα οποία βιδώναμε κοινές λάμπες των εκατό και των διακοσίων κεριών. Υπήρχαν, ακόμα και μερικοί δήθεν προβολείς, που δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μεγάλες λάμπες απάνω σε κάποιο πόδι, χωρίς να έχουνε όμως μπροστά τους ειδικούς αυτούς φακούς που έχουνε οι προβολείς και που επιτρέπουν, με τους κατάλληλους χειρισμούς, το φως, να γίνεται συγκεντρωτικό ή διάχυτο.

Πριν, όμως, προχωρήσω στο πώς γυρίστηκε το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» και στα χαριτωμένα επεισόδια που δημιουργηθήκανε στη διάρκεια του γυρίσματος, θα έπρεπε ίσως να σας πω ότι τότε δεν υπήρχανε τα κινηματογραφικά συνεργεία, που δημιουργηθήκανε λίγα χρόνια αργότερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Κινηματογράφος, Παρουσίαση βιβλίου, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Περαστικός απ’ τα Μετέωρα (αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 1 Σεπτεμβρίου, 2019

Κυριακή και πρώτη του μηνός σήμερα οπότε έχουμε σύγκρουση λογοτεχνικής ύλης (διότι Κυριακή) και μηνολογίου (διότι πρώτη του μηνός). Συνήθως στη σύγκρουση αυτή υποχωρεί η λογοτεχνική ύλη, σήμερα όμως θα κάνουμε εξαίρεση και θα μεταθέσουμε το μηνολόγιο για αύριο. Ο λόγος είναι πως θέλω να τιμήσω μιαν επέτειο.

Στις 29 Αυγούστου 1956 είχαμε τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στα 47 του χρόνια, όταν η καρδιά του δεν άντεξε τους εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς του επαγγελματία γραφιά. Ο γιος του μού στέλνει ένα άγνωστο αφήγημα του Κοτζιούλα, στο οποίο ο ποιητής αφηγείται πώς έφυγε από τη χειμαζόμενη Αθήνα τον πρωτο χειμώνα της Κατοχής, τον Νοέμβρη του 1941, για να αποφύγει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο από πείνα. Η γενέθλια Πλατανούσα, αν και πάμφτωχη, μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση.

Ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το αφήγημά του το 1948 σε συνθήκες εμφυλίου. Ίσως γι’ αυτό να αναφέρει πως δεν ξαναπέρασε από την Καλαμπάκα μετά το 1941. Από τα ημερολόγιά του, που σύμφωνα με τις ενδείξεις θα εκδοθούν επιτέλους φέτος, ξέρουμε ότι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στη συντεταγμένη αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τα Γιάννενα, φυσικά μέσω Κατάρας, πέρασε και από την Καλαμπάκα. Εκτός αν εννοεί ότι τη δεύτερη φορά δεν έμεινε εκεί.

Τα μπακέτα για τα οποία γίνεται λόγος στο αφήγημα είναι πακέτα καπνό που έφερνε στον πατέρα του.

Γ. Κοτζιούλας, Περαστικός απ’ τα Μετέωρα, Μετέωρα*, τεύχ. 2 (1948) 62-64.

* Περιοδικό του ΕΜΟΤ (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων).

Θυμάμαι τον πρώτο χειμώνα της σκλαβιάς και της πείνας, το μαύρο χειμώνα του 41. Τότε μ’ έφερε η τύχη να περάσω κι εγώ για πρώτη φορά απ’ την Καλαμπάκα. Τότε ανέβηκα κι εγώ, προσκυνητής της περίστασης, στα φημισμένα Μετέωρα.

Σαν πουλιά που τα κυνηγάει ανεμική, έφευγαν οι άνθρωποι μπουλούκια απ’ τη ρημαγμένη πρωτεύουσα, που φτωχομάνα των επαρχιωτών ως τα χτες, είχε καταντήσει τώρα με τους Γερμανούς κολασμένο στρατόπεδο, κοιλάδα των δακρύων. Πουλούσαν ό,τι είχαν ο καθένας κι όσο όσο, κοιτάζοντας όπως μπορούσαν να βγάλουν την άδεια απ’ τους Ιταλούς για να πάρουν τα μάτια τους μια ώρα αρχύτερα και να ζητήσουν άσυλο στις πρώτες φωλιές τους, στις φτωχούλες πατρίδες που καρτερούσαν όλο στοργή τα κακότυχα παιδιά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Κατοχή, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Το ουζερί (αφήγημα του Ξενοφώντα Μαυραγάνη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2019

Κυριακή σήμερα, μέρα ανάγνωσης -καλοκαιρινή Κυριακή μάλιστα. Θα παρουσιάσω σήμερα ένα αφήγημα με έμμεσο καλοκαιρινό χρώμα, αφού εκτυλίσσεται σε μια μικρή νησιωτική πόλη, που δεν κατονομάζεται ρητά αλλά είναι το Πλωμάρι της Μυτιλήνης.

Πρόκειται για το βιβλίο «Το ουζερί», του Μυτιληνιού συγγραφέα Ξενοφώντα Μαυραγάνη (1940-), που γεννήθηκε στο Πλωμάρι αλλά εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Θεσσαλονίκη.

Το Πλωμάρι είναι πανελλήνια γνωστό για το ούζο που παράγει, ωστόσο ο συγγραφέας μάς λέει πως η λέξη «ουζερί» ήταν άγνωστη στην πόλη έως το 1952 που άρχισε να λειτουργεί ένα τέτοιο μαγαζί. Και με κέντρο το μαγαζί αυτό, ο Μαυραγάνης περιγράφει τη ζωή στην επαρχιακή πόλη στη δεκαετία του 1950, αφήνοντας τη διήγηση ελεύθερη να περνάει από το ένα θέμα στο άλλο.

Παραθέτω λοιπόν ένα εκτενές απόσπασμα από τις σελίδες 55-66 του βιβλίου. Συνέντευξη του συγγραφέα για το βιβλιο του μπορείτε να διαβάσετε εδώ, ενώ βρήκα και μια ραδιοφωνική του συνέντευξη.

Το ουζερί (απόσπασμα)

Πολύ γρήγορα έγινε γνωστό το Ουζερί και πολύ πέρα από τα σύνορα της μικρής μας πόλης και για τους εξαιρετικούς μεζέδες που πρόσφερε. Γιατί, έξω από τα γνωστά και τετριμμένα, χταπόδι στη σχάρα ή ξιδάτο, παστά, ελιές, κεφτέδες και λοιπά, απόκτησε ειδικότητα, ίσως και μοναδικότητα, στα θαλασσινά και στα όστρακα, που του έρχονταν ειδικά από τον κόλπο της Καλλονής. Τα περίφημα χτένια, που τα πρόσφερε ωμά με μπόλικο λεμόνι ή πολύ ελαφρά ψημένα όσο ν’ ανοίξει το καύκαλό τους, με μπόλικο επίσης λεμόνι, πίνες τηγανητές ή μεταμορφωμένες σε πινοκεφτέδες, σουπιές και καλαμαράκια ολοζώντανα στη σχάρα ή τηγανητά, καραβίδες και φυσικά αστακούς και τις εκπληκτικές αστακοκαραβίδες, γνωστές και με το όνομα «κωλοχτύπες», που βεβαίως ορισμένες εποχές απαγορευόταν η αλίευσή τους, φαίνεται όμως πως για το Ουζερί γίνονταν κάποιες εξαιρέσεις.

Όλα αυτά, όμως, μαζί με τους κεφτέδες, χορτοκεφτέδες, συκώτια αρνίσια ή κατσικίσια τηγανητά ή ψητά στο κάρβουνο, σφουγγάτα, ντολμαδάκια γιαλαντζί ή με κρέας, σουγάνια, δηλαδή κρεμμυδοντολμάδες, τα περίφημα και περιζήτητα γεμιστά κολοκυθολούλουδα και πολλά άλλα, συνοδεύοντάς τα με τα αξεπέραστα ξινά του. Που υπήρχαν, βέβαια, και στους μεζέδες των καφενείων, αλλά στο Ουζερί λεγόταν πως είχαν άλλη γεύση.

Σε μια ατέλειωτη σειρά γυάλινων βάζων τοποθετημένων σ’ ένα μεγάλο ράφι πάνω από την κουζίνα μπορούσες να βρεις κάπαρη, ξινήθρα -αξνίθρα στην τοπική μας διάλεκτο- κρίταμο που σκέπαζε όλες τις βραχώδεις ακτές και που μέχρι σήμερα λίγοι το ξέρουν και το εκτιμούν, αγουρίδα, τρυφερούς βλαστούς αμπελιών, αρκόμπλα, τσάγαλα, ήτοι μικρά πριν προλάβει ακόμα να γίνει ξύλο η εξωτερική τους επιφάνεια, αμύγδαλα και μούσμουλα – που σε άλλες περιοχές τα ονομάζουν ιρίκια. Κι όλα αυτά στην άλμη, με μια ιδέα ξίδι στο διάλυμα της συντήρησής τους. Όλα, για να νοστιμίζουν τους άλλους εξαιρετικής ποιότητας μεζέδες και να διευκολύνουν την κατάποση μεγαλύτερων ποσοτήτων απ’ αυτούς.

Τα μούσμουλα στην άρμη ήταν μια απ’ τις πιο θελκτικές λιχουδιές εμάς των μικρών. Αλλά πέρα απ’ αυτά που τρώγαμε από τα βάζα των μανάδων μας -πόσα, άραγε, θα μπορούσαν να έχουν στις κουζίνες τους;- ήταν κι εκείνα που αγοράζαμε από τους πλανόδιους πωλητές, τον Μάρκο ή τον Φώτη ή τον Αριστείδη τον Ντιν-Νταν. Όχι πως είχε καμιά ιδιορρυθμία ο άνθρωπος ή ιδιαιτερότητα, αλλά το παρατσούκλι τού το κόλλησαν γιατί μ’ ένα μικρό κουδουνάκι, που κρατούσε στο χέρι, έκανε γνωστή την παρουσία του στους παντοειδείς πελάτες του. Κλασικός μικροπωλητής του δρόμου ο Ντιν-Νταν, διέθετε στον μικρό ξύλινο δίσκο, που είχε κρεμασμένο μπροστά του, ό,τι μπορούσες να φαντασθείς. Λαχεία, καραμέλες, μικρές σοκολατίτσες της μπουκιάς, λουκουμάκια, παραμανάκια για τα μαλλιά των γυναικών, καρφίτσες, παραμάνες, μανταλάκια για το άπλωμα των ρούχων, ακόμα και μπικουτί. Όλοι αυτοί μάς πουλούσαν τα μούσμουλα στην άρμη μέσα σε μικρά χωνάκια από φύλλα εφημερίδων, που μούλιαζαν σχεδόν αμέσως και διαλύονταν μέσα στα χέρια σου, με κίνδυνο απώλειας του περίφημου μεζέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη, Μυτιλήνη, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 171 Σχόλια »

Η καταπαχτή (από τα απομνημονεύματα του Τάκη Μπενά)

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2019

Πλήρης ημερών και αγώνων έφυγε τις προάλλες από τη ζωή ο σ. Τάκης Μπενάς. Γεννημένος στον Πειραιά το 1925 συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε θάνατο στον εμφύλιο, έμεινε 12 χρόνια στις φυλακές ως το 1960, οπότε δραστηριοποιήθηκε στη νεολαία ΕΔΑ και το 1964 ανέλαβε γραμματέας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Καταδικάστηκε και πάλι, αυτή τη φορά σε ισόβια από τη χούντα, και έμεινε στα Γιούρα ως τον Ιούλιο του 1974. Στη διάσπαση του 1968 τάχθηκε με το ΚΚΕ εσωτ. και στη συνέχεια με το ΚΚΕ εσ-Α.Α. Πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της εφημερίδας Εποχή και ήταν ιδρυτικό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω καλά τον Τάκη Μπενά, παρόλο που είμαστε… συναπόφοιτοι, αφού βγάλαμε κι οι δύο την Ιωνιδειο στον Πειραιά. Ήμουν άλλωστε με το ΚΚΕ τότε. Μια φορά που χρειαζόμουν κάτι λεξιλογικό για την εποχή της απελευθέρωσης του είχα τηλεφωνήσει και με βοήθησε.

Ο φίλος Βασίλης Παπαστεργίου ανέβασε στο Φέισμπουκ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τάκη Μπενά «Της Κατοχής», που κυκλοφόρησε το 1990 από το Θεμέλιο, που δείχνει από τι πέρασε εκείνη η γενιά. Μια και δεν υπάρχει στο Διαδικτυο, το ψηφιοποιώ και το παρουσιάζω σήμερα, εις μνήμην.

Θυμίζω επίσης ότι στις 2μμ έως τις 4μμ στον σταθμό Στο Κοκκινο 105.5 θα ακουστούν αποσπάσματα από μεγάλη συνέντευξη που είχε δώσει το 2012 ο Τάκης Μπενάς στον Αλέξη Βάκη και τον Αντώνη Φράγκο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Κατοχή, Κομμουνιστικό κίνημα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 80 Σχόλια »