Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αναπληροφόρηση’ Category

Αναπληροφόρηση στο ‘Η γλώσσα έχει κέφια’

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2019

Το σημερινό άρθρο δεν το έγραψα εγώ, διότι είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες.

Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία). Θα παρουσιάσω λοιπόν την αναπληροφόρηση που έχω πάρει από έναν εκλεκτό φίλο του ιστολογίου, τον Άρη Γαβριηλίδη, ο οποίος έκανε τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο μου Η γλώσσα έχει κέφια με χαρτί και μολύβι και να μου γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε τα λήμματα του βιβλίου. Αφενός με τιμά που αφιέρωσε τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αφετέρου βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά του και γι’ αυτό τα παραθέτω πιο κάτω. Ο ίδιος φίλος έχει ήδη φτιάξει παράδοση, αφού έχει στο παρελθόν σχολιάσει με παρόμοιο τρόπο τρία προηγούμενα βιβλία μου, τις Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ) και τα Λόγια του αέρα (εδώ το άρθρο μας).

Το βιβλίο Η γλώσσα έχει κέφια είναι το τελευταίο μου βιβλίο -για να προλάβω το γνωστό αστείο, εννοώ το πιο πρόσφατο, όχι το τελευταίο που θα βγάλω διότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, έχω σκοπό να γράψω κι άλλα ενώ κάτι βρίσκεται στα σκαριά.

Κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο (εδώ το άρθρο που είχαμε βάλει τότε) και θα παρουσιαστεί στις 20 Απριλίου σε εκδήλωση (θα ενημερωθείτε εγκαίρως).

Αλλά πολλά είπα εγώ, δίνω τη σκυτάλη στον φίλο Άρη. Δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε αγκύλες με πλάγια.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΧΕΙ ΚΕΦΙΑ

ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

 Αγαπητέ Νίκο

Διαβάζοντας το τελευταίο σου βιβλίο, συνδύασα το τερπνόν μετά του ωφελίμου: μάθαινα και διασκέδαζα. Όπως έκανα και στα τρία προηγούμενα βιβλία σου (Οπωροφόρες λέξεις, Λέξεις που χάνονται και Λόγια του αέρα) καθώς διάβαζα, κρατούσα σημειώσεις, αλληλεπιδρώντας με το κείμενο. Ήταν μια απολαυστική διαδικασία για μένα και ταυτόχρονα  κρατούσε αδιάπτωτο το ενδιαφέρον μου από την αρχή ως το τέλος.   Ιδού τα σχόλιά μου, για την περίπτωση που τα βρεις ενδιαφέροντα.

Κεφάλαιο 1: «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»

  • «Αχ τα αγάπαγα τα καθαρά πράγματα»μπορεί εύκολα να γίνει «Αχ, να τα αγάπαγα τα καθαρά τα πράγματα» κερδίζοντας δύο Α παραπάνω και αυξάνοντας σε 68 τα Α στην μακρύτερη μονόφθογγή φράση της σελίδας 21.
  • Στο στρατό, υπάρχουν τα Α που προσδιορίζουν το αντικείμενο του κάθε γραφείου (Α1 , Α2 (ασφάλεια), Α3 (εκπαίδευση), κλπ.
  • Ποιο είναι το μονοφθογγικό ανέκδοτο με τα περισσότερα Α; Ρωτά ο πάπιος την πάπια «Πάπα, πάπα, πάπα, πά;»και εκείνη απαντά «Άπα, πάπα, πάπα, πά!».
  • Το Α είναι το μοναδικό γράμμα που, συντιθέμενο με 19 από τα 24 γράμματα της αλφαβήτου, σχηματίζει μια λέξη. Μετρείστε: δα (τώρα, δα), εά (επιτρέπει, «ουκ εά με καθεύδειν…»), ζα (ζώα), θα, ία (λουλούδια), λα (νότα), μα, να, πα (σύντμηση του πάει «δεν πά να πνιγεί», σα (σα δεν ντρέπεσαι!), τα, φα (νότα), χα (σαρκαστικό επιφώνημα), ωά (αυγά), αν, ας, αι (άρθρο), αμ («αμ πώς»-Κώστας Χατζηχρήστος), αχ. [Μπορούμε να τα ανεβάσουμε και στα 21, αν προσθέσουμε το Γ, γα, τη βυζαντινή νότα, και το Ξ, ξα, στην κρητική έκφραση «ξα σου»]
  • Το Α είναι από μόνο του μια λέξη: (α) επιφώνημα: «Α, ώστε έτσι!»,«Α! κύριε, κύριε Μαλακάση», (β) αναφορική αντωνυμία.
  • Συντιθέμενο με το σύμπλεγμα μπ, φτειάχνει τρεις ακόμη μονοφθογγικές λέξεις αλλάζοντας τον τονισμό: Μπά; (αλήθεια; ), μπα (όχι), άμπα (όχι).
  • Το Α είναι ο φθόγγος που κυριαρχεί στην νηπιακή διάλεκτο: μαμά, μπαμπά, άτα (βόλτα), μαμ, κακά, γιαγιά, παπά (παπούτσια), νάνι, βαβά (τραύμα), μάκια (φιλί), νταντά (να το κάνουμε νταντά, να το δείρουμε).

 

Κεφάλαιο 2: Είναι ελληνική η μεγαλύτερη λέξη στον κόσμο;

  • Γράφεις «Τα νέα ελληνικά είναι γλώσσα με γενικά μεγάλες λέξεις, αν συγκριθεί με τα γαλλικά και ιδίως με τα αγγλικά». Πράγματι. Και αυτός είναι ο λόγος που, όταν στέλνω SMS σε κάποιους φίλους, το γράφω στα αγγλικά.
  • Γνωστό και το ανέκδοτο. Διάλογος στο φαρμακείο:

-Παρακαλώ, μου δίνετε ένα κουτάκι ακετυλοσαλικυλικό οξύ;

-Εννοείτε ασπιρίνη;

-Ακριβώς! Όμως δυσκολεύομαι να θυμηθώ αυτή την λέξη!

  • Ο υπερσυντέλικος δεν σου θυμίζει λίγο υπερσιβηρικό;
  • Οι φτιαχτές πολυσύλλαβες λέξεις δεν σου θυμίζουν Φρανκενστάϊν.

 

Κεφάλαιο 3: Από τον Λω στον Παπατριανταφυλλόπουλο

Στην πρώτη γυμνασίου, όταν κάναμε καμιά σκανταλιά, η φιλόλογος μας έβαζε να γράψουμε το όνομά μας 50 φορές. Ζήλευα τότε τον χιώτη συμμαθητή μου με το όνομα Ίων Ρες. Το δικό, Αριστείδης Γαβριηλίδης, ήταν 3,5 φορές μεγαλύτερο. Για να μειώσω την αδικία στο μισό, κρατούσα ταυτόχρονα δύο στυλό, γράφοντας σε δύο γραμμές, πάνω κάτω…

[Αφου δεν ξέρουμε αν εντοπίζεται η Ιώ Λω, ο Ίων Ρες πρέπει να διεκδικεί μετάλλιο συντομότερου ονοματεπώνυμου!]

Κεφάλαιο 4: Σούρδοι και Ακανέδες

Επίτρεψέ μου, σε παρακαλώ, μία διόρθωση στη σελίδα 47: Αούτοι λέγονταν αποκλειστικά οι πόντιοι και όχι οι ανατολίτες, αφού μόνον αυτοί χρησιμοποιούν την λέξη. Μικρός, στην προσφυγική γειτονιά που μεγάλωσα, είχα ακούσει έναν «ανατολίτη» να αποκαλεί, περιπαικτικά ένα πόντιο «αούτο». Και εκείνος του έδωσε την πληρωμένη απάντηση: «φάε του κώλου μου το φρούτο!».

 Παρατσούκλια είχαμε, τα παιδιά, και στις γειτονιές που μεγαλώσαμε.  Γράφω, χαρακτηριστικά, στο νέο μου βιβλίο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50-Η ζωή σε μια συνοικία του Πειραιά»:

Τους βόθρους άδειαζαν, όπως σήμερα, τα ειδικά βυτιοφόρα, που έγραφαν απέξω ΕΚΚΕΝΩΣΕΙΣ ΒΟΘΡΩΝ και ακολουθούσε η επωνυμία, συνήθως χιουμοριστική: «Ο μια κι έξω», «Ο  Γαργαντούας», «Ο Φαταούλας». Σε ένα έγραφε «Ο Λάκης», προφανώς από το όνομα του ιδιοκτήτη.  Έλα όμως που, το κάθε αγόρι στη γειτονιά, είχε το παρατσούκλι του: ο Κολόβιος, ο Ακματζής, ο Βούδας, ο Τσοτσόριας, ο Ζαζά καφές, ο Περούκας, ο Φωτίκας και πάει λέγοντας. Ένας από τα παιδιά, που είχε την ατυχία να ονομάζεται Λάκης, απέκτησε αυτοδικαίως και αδιαμαρτύρητα το παρατσούκλι «Σκατατζής» -ώ, ναι, τα παιδιά είναι όντως σκληρά…

(περισσότερα για το βιβλίο στη ιστοσελίδα μου www.arisgavriilidis.gr)

 Κεφάλαιο 5: Ο χάρτης του φαντάρου

Γράφεις: «Ο φαντάρος…αισθάνεται ότι οι ντόπιοι τον αντιμετωπίζουν περίπου σαν κινούμενο εικασάευρο». Για αυτό και, οσάκις κάποιος πολιτικός τόλμησε να προτείνει κατάργηση άχρηστων στρατοπέδων στην επαρχία, η ιδέα καταπνίγηκε εν τη γενέσει της από την λυσσαλέα αντίδραση των ντόπιων. Επίσης, μήπως εκτός από εικοσάευρο τον βλέπουν και σαν υποψήφιο… γαμπρό;

Κεφάλαιο 6: Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Μου το διηγήθηκαν ως αυθεντικό: Στην Κατοχή, ρωτούν τον δάσκαλο, στο καφενείο, τι έφαγε το μεσημέρι. «Γιουβέτσι», απαντά εκείνος. «Γιουβέτσι, δάσκαλε;» τον ρωτούν απορημένοι. «Μάλιστα, κύριοι, γιουβέτσι! Άνευ κρέατος και μακαρονίων», συμπληρώνει. «Δηλαδή, δάσκαλε;» ξαναρωτούν μπερδεμένοι. «Νεράκι,  κύριοι, νεράκι σκέτο» διευκρινίζει αυτός.

Το λικέρ ΤΙΠΟΤΑ το θυμάμαι να το σερβίρουν στο μικρό ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς μου, γύρω στο 1970.

Θύμα της «σηκωβάρας» είχα πέσει και εγώ, μικρός, όπως διηγούμαι στο «Νοσταλγώντας την δεκαετία του ’50». Ιδού το σχετικό απόσπασμα:

«Άλλη σκανταλιά ήταν να δώσεις σε ένα μικρότερο παιδί  μια εικοσάρα (νόμισμα είκοσι λεπτών) και να του ζητήσεις να πάει στον μπακάλη και να ζητήσει «μια δεκάρα σηκωβάρα και μια δεκάρα σηκωχτύπα». Πεντάχρονο θύμα των μεγαλύτερων παιδιών υπήρξα κι εγώ που εισέπραξα την απάντηση της κυρά Αλίκης, που είχε το μπακαλικάκι:  «άντε φύγε βρε παιδί μου, αυτοί σε κοροϊδεύουνε»  και όταν βγήκα βρήκα «αυτούς» σκασμένους στα γέλια…».

Θα πρόσθετα το γνωστό: «Δεν έρχεσθε καμία μέρα να πάμε πουθενά να φάμε τίποτα;», όπου όμως εδώ οι λέξεις δεν κυριολεκτούν αλλά σημαίνουν το ακριβώς αντίθετο…

Κεφάλαιο 8: Τα τελευταία λόγια

Ο Καραγκιόζης κάτι σκαλίζει στο χώμα με ένα κλαδί όταν έρχεται ο Χατζηαβάτης. «Μη μου τους κύκλους τάραττε, Χατζατζάρη, τρισκατάρατε», του λέει, με φοβερή ομοιοκαταληξία, που θα ζήλευε και ο Γκάτσος… [Πρέπει να την έχει και ο Σουρής]

Στα τελευταία λόγια-σύντομα ανέκδοτα θα πρόσθετα οπωσδήποτε το κορυφαίο, του Ταρζάν: «ποιος κερατάς έβαλε γράσο στο σχοινί;».

Κεφάλαιο 12: Λιπογράμματα, λοιπόν!

Προ αμνημονεύτων ετών, είχα διαβάσει σε κάποιο οικογενειακό περιοδικό (Ρομάντζο; Θησαυρός;  ) κάτι που με είχε εντυπωσιάσει. Ένας στιχουργός έγραψε ένα τραγούδι δίχως ρω για χατίρι μιας τραγουδίστριας που δεν μπορούσε να το προφέρει. Δημοσίευε μάλιστα και τους στίχους. Δυστυχώς, δεν θυμάμαι το όνομα ούτε του στιχουργού ούτε της τραγουδίστριας.

 

Κεφάλαιο 17: Στην λίμνη την ποιητική…

Στη σελίδα 113 γράφεις (Ριπιτίδι ή ριπιτί είναι η διάρροια…). Λείπει το γνωστότερο τσιρλιπιπί: (https://el.wiktionary.org/wiki/%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%BB%CE%B9%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AF).

 

Κεφάλαιο 19: Και άλλοι επιφανείς κάτοικοι της Νομανσλάνδης

Προ αμνημονεύτων ετών, πήγα στο ιταλικό προξενείο, στον Πειραιά, με μια επιστολή στα αγγλικά (δούλευα τότε σε ξένη τράπεζα), προς ιταλική εταιρεία, ζητώντας να βεβαιώσουν το γνήσιον της υπογραφής μου. Ένας άνθρωπος-ορχήστρα, που έκανε  ταυτόχρονα  δέκα διαφορετικές δουλειές, ανέλαβε να με εξυπηρετήσει. Μου ζήτησε ταυτότητα, πρόσθεσε κάτι με την γραφομηχανή στην επιστολή και μπήκε σε ένα γραφείο για να πάρει την υπογραφή. Φεύγοντας, έριξα μια ματιά στο χαρτί και γούρλωσα τα μάτια. Ο πρόξενος είχε βεβαιώσει το γνήσιον της υπογραφής του Mr. Sincerely Yours…

Κεφάλαιο 20: Ο δαίμονας και τα πολλά ποδάρια του

Αν οι τυπογράφοι και οι διορθωτές φορτώνουν τα λάθη τους στον δαίμονα, εμείς, οι παλιοί μανατζαραίοι, είχαμε το secretarial error και ας μην είχε καμία ανάμιξη η γραμματέας μας…

Στην σελίδα 137 αναφέρεις τις αισχρολογίες. Θυμάμαι, πιτσιρικάς, χάζευα στα βγαλμένα φύλλα του ημερολόγιου με τα στιχάκια. Σε ένα από αυτά διάβασα κάτι που ακόμη το θυμάμαι: «Από τότε που ήλθαν οι μπότεν / μας γ@μ%ύν χωρίς καπότεν / το ψωμί μας έγινε μπομπότεν / αχ, ως πότεν;». Προφανώς είχε γραφτεί επί κατοχής. Το πώς διέλαθε και μπήκε μαζί με τα αισθηματικά, χαζοχαρούμενα στιχάκια παραμένει άγνωστον!

[Μία από τις πολλές παραλλαγές. Επίσης: όλα γίνανε φερμπότεν / το ψωμί έγινε μπομπότεν / και εμείς γίναμε ρομπότεν, με ίδιον τον πρώτο και τον τελευταίο στίχο]

Στην σελίδα 139, μιλάς για την γειτνίαση του Λ με το πλήκτρο του τόνου, και τα παιχνίδια που μπορεί να σου κάνει με το ρήμα κάνω. Την έχω πατήσει αρκετές φορές αλλά το διόρθωνα έγκαιρα. Όμως μία μικρή απροσεξία αρκεί για να  σε κλάνει ρεζίλι.

 

Κεφάλαιο 23: Ο Ραβιόλης κατοικεί…

Γράφεις στην σελίδα 160, ότι αργά ή γρήγορα όλα τα ραμόνια, είτε παιδιόπλαστα είτε της ενήλικης ζωής, ξεδιαλύνονται. Ομολογώ πως, διαβάζοντας αυτό το κεφάλαιο εγώ ξεδιάλυνα δύο: το «μα την Νινευί» που είναι «μάτι μη με δει» και το «καμαρούλα μια σταλιά δύο επί τρία, κόχη και λατρεία» που εγώ τόσα χρόνια το άκουγα «πόθοι και λατρεία». Βέβαια, τώρα που το ξαναβλέπω, μήπως τελικά το «πόθοι» είναι το σωστό;

 

Κεφάλαιο 25: Γράμματα και λεξικά

Ο παρατιθέμενος πίνακας με την ποσοστιαία συχνότητα εμφάνισης των γραμμάτων στα κείμενα είναι ένα από τα εργαλεία των αποκρυπτογράφων.

 

Κεφάλαιο 26: Αλφαβητικά ρεκόρ

Διαβάζοντας τον ερυθροφρουρό με τα 4 Ρ, θυμήθηκα το πείραγμα ενός φίλο σε κάποιον άλλο, που δεν μπορούσε να πει το Ρ. «Για πες ρουρούρα, μα τι ρουρούρα, ρουρουράρα!».

[Εμείς είχαμε βάλει το: Στους καταρράχτες του Νιαγάρα τρέχει γάργαρο και κελαρυστό νερό]

Κεφάλαιο 29: Διπλά και τρίδιπλα

Στην σελίδα 195, εκτός από το Σάββατο έχουμε και τον Σάββα.

 

Στην σελίδα 197, εκτός από τον Ρωσσαγγλογάλλο έχουμε τον ελληνικότατο, γνωστότερο και απλούστερο σπαγγορραμμένο (όπου ο σπάγγος σε μια από τις δύο γραφές).  Έτσι τον έγραφε και ο Πολενάκης, στην σειρά γελοιογραφιών, που δημοσίευε το περιοδικό Ρομάντζο, στην κάτω δεξιά γωνία του οπισθόφυλλου, στο τέλος της δεκαετίας του ’50. Ο σπαγγορραμμένος πλεονεκτεί έναντι των κομμουνιστοσυμμοριτισσών επειδή έχει τρία διαφορετικά διπλά σύμφωνα αντί των δύο που έχουν εκείνες. [Πράγματι, αλλά είναι αμφίβολο αν, ως λαϊκή λέξη, κρατάει σήμερα τα δύο ρο]

Κεφάλαιο 30: Τα τείχη στην τύχη…

Στην σελίδα 204, η τετράδα ομόηχων «πολύ, πολλοί, πολλή, πωλεί» μου θύμισε τον αστείο διάλογο: -Πλεις πλι; -Δεν πλω πλι, πλω πλο. Ό μεθερμηνευόμενο εστί «πωλείς πουλί; -Δεν πουλώ πουλί, πουλώ πηλό». Εξ άλλου έχουμε και το ωραίο χωριό μετά την Κατερίνη, τον Κοκκινοπηλό, που οι ντόπιοι τον λένε και τον γράφουν σε πινακίδα στην είσοδο του χωριού τους «Κοκκινοπλός». [Απ’ όπου και το επώνυμο Κοκκινοπλίτης, που επιχωριάζει στο κοντινό Λιβάδι της Ελασσόνας]

Έχουμε ακόμη να μας μπερδεύουν συχνά: πολιτική-πολιτικοί και κριτικοί-κριτική-κρητικοί, όπου στον προφορικό λόγο ο ομιλών αναγκάζεται να διευκρινίζει χαμηλώνοντας την φωνή του π.χ. «με ήτα».

[πολιτικοί – πολιτική – πωλητική]

Κεφάλαιο 31: Το ριμάριο των ομωνύμων

Το τραγούδι «Δίχως Γιάννο δεν θα γιάνω» ταυτίζεται φυσικά με την φωνή της Βέμπο. Το ακούγαμε συχνά στο ραδιόφωνο κατά την δεκαετία του ’50.

 

Κεφάλαιο 33: Τα κουράδια,  ο γάλος (κλπ)

Στη σελίδα το περιστατικό με τον πρωτοετή Κρητικό φοιτητή που είπε στην παρέα του: «Δεν έχω μαζί μου λεφτά, τα ξέχασα στο σύρμα», μου θύμισε φίλο μου, πρωτοετή φοιτητή στην Θεσσαλονίκη, που έσκασε στα γέλια όταν άκουσε μια κυρία να φωνάζει στο λεωφορείο: «Οδηγέ, με ανοίγεις από πίσω;».

Παρόμοιο περιστατικό με το «κάτσε» στην Ιταλία, είχα κάποτε στην Βηρυτό: Σε μια παρέα με Έλληνες και Άραβες συναδέλφους, αφηρημένος είπα «γεια χαρά» σε ένα Ιορδανό που έφευγε εκείνη την ώρα λέγοντας «good bye”. Γύρισε και μου είπε ενοχλημένος «what did you say?». Λύθηκε η παρεξήγηση όταν εκείνος μου εξήγησε ότι «γιά χάρα» στη γλώσσα του σημαίνει «ε, εσύ, σκατό» και εγώ του εξήγησα τι εννοούσα στη γλώσσα μου. Είχα όμως έγκαιρα ειδοποιηθεί να μην λέω μπροστά σε αραβόφωνους «είκοσι οκτώ», που στη γλώσσα τους σημαίνει κάτι σαν «της αδελφής σου…».

Κεφάλαιο 34: Το κρυφό τσιμπούσι…

Γυμνασιόπαιδες διασκευάσαμε το σουξέ της εποχής «Ένα ρολόι μού ’χες χαρίσει / που το κοιτούσα όταν αργούσες  / και το ρωτούσα αν μ’ αγαπούσες. / Θα το δώσω το ρολόι / και θα πάρω κομπολόι / να μετράω τους καημούς και τους αναστεναγμούς» σε «Κλεψύδραν μίαν εδώρισάς μοι / ην την εώρων εσού αργούντος / και την ηρώτων αν με ηράσθης. / Την κλεψύδραν θέλω δώσει και μπεγλέριον ωνήσω / ίνα τους καημούς μετρώ / τε και τους ολοφυρμούς».

 

Κεφάλαιο 38: Ταμίλα Παζάρεβα κλπ

Στην σελίδα 273, λείπει ο διαπρεπής Κύπριος ηθοποιός Άλσος Παγκρατίου.

Στη σελίδα 274 ο Τομάς Εγκαρσίας είναι, νομίζω, Αργεντινός χειρουργός και όχι χειρούργος. Λείπει ο συνάδελφός του Ρουμάνος ορθοπεδικός Κάκοσι Μινίσκου και ο φοβητσιάρης Ισπανός Αντόνιο Εκλασαμέντες.

Στην σελίδα 274, δίπλα στα ευπρεπιστικά Έρμαν Έσσε και Μάριο Πούζο θα πρόσθετα τον «βιβλικό» ηθοποιό Τσάρλτον Ήστον (Heston). Έφηβοι, διασκεδάζαμε ακόμη με την Άννα Μουνίνι και τον Ποπώφ Βρομοκολάρωφ.

 

Κεφάλαιο 39: Μπανιστίρ ντουλάπ…

Τα «ελληνοτουρκικά» λογοπαίγνια εμφανίστηκαν την δεκαετία του ’60 (δεν υπήρχαν παλαιότερα) και μάλιστα τα δημοσίευε τακτικά και μια εφημερίδα, ίσως Τα Νέα. Θα πρόσθετα τα:

σπέρμα: τσουτσού καϊμάκ

τροτέζα: καλντερίμ χανούμ

Μπριζίτ Μπαρντό: μπακλαβά χανούμ

 

Κεφάλαιο 40: Λογοπαίγνια και καλαμπούρια

Στην σελίδα 282, αναφέρεις το «no pun intended» για να δηλώσει ο συγγραφέας ότι ήταν συμπτωματικό κα όχι σκόπιμο. Έχω δει όμως και το «pun intended» για να δηλώσει το αντίστροφο.

Στην σελίδα 287, αναφέρονται τα λογοπαίγνια στις μπουάτ της δεκαετίας του 1960, όπως το του Γιάννη Αργύρη «κάθε καϊμάνι και λιμός». Εκείνη τη εποχή, στο γυμνάσιο, διασκεδάζαμε με τα «τηγανιτάκια πατατά», «μεταφορούνται εκτελαί», «οδός Τρικολάου Χαρούπη» και άλλα.  [Εντύπωσή μου είναι ότι τα τηγανιτάκια πατατά τα είχε και ο Παπάκιας, ο πρόγονος του Μικρού Νικόλα του Γκοσινι -εννοώ την άνευ δικαιωμάτων διασκευή που δημοσίευε η Διάπλαση των Παίδων περί το 1965]

 Στην ίδια σελίδα, αναφέρεται το «εδοξάσθη κρυπτόμενος και κατεποντίσθη εμφανιζόμενος» του γέρου Παπανδρέου για τον Γρίβα, παραλείπεται όμως το κορυφαίο του «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών Καθολικώς Διαμαρτυρομένων», με το οποίο σάρκαζε το σύνθημα της χούντας.

Τέλος, υπάρχει μια λέξη που αποτελείται από τρεις προθέσεις: αναπαραδιά (έλλειψη χρημάτων).

Ραντεβού στο επόμενό σου βιβλίο.

Άρης Γαβριηλίδης

Συγγραφέας-Εικαστικός

www.arisgavriilidis.gr

 

[Σε ευχαριστώ πολύ Άρη!]

 

Posted in Αναπληροφόρηση, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , | 152 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στα Λόγια του αέρα

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2014

Σήμερα είναι Σάββατο και κανονικά το ιστολόγιο σερβίρει μεζεδάκια, αλλά σήμερα δεν είναι ένα κανονικό Σάββατο ή μάλλον η προηγούμενη βδομάδα δεν ήταν κανονική, είχα πάρα πολλά τρεχάματα και δεν προλάβαινα να… μαγειρέψω, παρόλο που τα υλικά τα έχω μαζέψει. Έτσι, τα μεζεδάκια της εβδομάδας θα δημοσιευτούν κατ’ εξαίρεση αύριο Κυριακή, ενώ για σήμερα έβαλα ένα άρθρο που δεν το έγραψα εγώ -γιατί εγώ, όπως είπα, έτρεχα χτες ολημέρα.

Το σημερινό άρθρο δεν το έγραψα εγώ, διότι είναι άρθρο «αναπληροφόρησης». Με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες. Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία). Θα παρουσιάσω λοιπόν την αναπληροφόρηση που έχω πάρει από έναν εκλεκτό φίλο του ιστολογίου, ο οποίος έκανε τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο μου Λόγια του αέρα με χαρτί και μολύβι και να μου γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε τα λήμματα του βιβλίου. Αφενός με τιμά που αφιέρωσε τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αφετέρου βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά του και γι’ αυτό τα παραθέτω πιο κάτω. Ο ίδιος φίλος είχε παλιότερα σχολιάσει με παρόμοιο τρόπο δυο προηγούμενα βιβλία μου, τις Λέξεις που χάνονται (τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ) και τις Οπωροφόρες λέξεις (αντίστοιχο άρθρο εδώ).

Τα Λόγια του αέρα είναι το τελευταίο μου βιβλίο, κυκλοφόρησαν στα τέλη του Νοέμβρη (εδώ έχω μια ειδική σελίδα) και εκτός απροόπτου θα παρουσιαστούν στις 26 Φεβρουαρίου σε εκδήλωση (που ακόμα δεν έχει οριστικοποιηθεί εντελώς).

Αλλά πολλά είπα εγώ, δίνω τη σκυτάλη στον φίλο Άρη. Δικά μου σχόλια, αν βάλω, θα είναι μέσα σε αγκύλες με πλάγια.

Γράφει ο Άρης: Συμπτωματικά, «Έπεα πτερόεντα» είναι ο τίτλος που επέλεξα για την στήλη που κρατώ από χρόνια σε μηνιαία τοπική εφημερίδα, πράγμα που προδίδει και την δική συμπάθεια στην…αερολογία. Ευτύχισα να ζήσω παιδικά χρόνια σε μια εποχή που ο κόσμος χρησιμοποιούσε περισσότερο από σήμερα (τουλάχιστον αυτή είναι η εντύπωσή μου) τις παγιωμένες εκφράσεις. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να αποθησαυρίσω εξ απαλών ονύχων τοn πλούτο που κρύβουν και που νοστιμίζουν την γλώσσα μας, κάνοντάς την πιο ευέλικτη και πιο λαγαρή.

Οι παγιωμένες εκφράσεις υποθέτω πως κάνουν τη ζωή δύσκολη σε όσους αλλοδαπούς αποπειρώνται να μάθουν την γλώσσα μας. Σχετικό είναι το ανέκδοτο που έλεγε ο πατέρας μου: Ένας Εγγλέζος, περήφανος για την ελληνομάθειά του, που απόκτησε με κόπο και πολύχρονη μελέτη, φθάνει στο λιμάνι του Πειραιά και ρωτά ένα λιμενικό, σε άψογα Ελληνικά, αν έφυγε το πλοίο για την Αίγινα. «Φσσστ, τώωωωωρα!» απαντά εκείνος και αφήνει κάγκελο τον Εγγλέζο που δεν κατάλαβε την απάντηση. Κάνει την ίδια ερώτηση σε ένα περαστικό, που του απαντά: «Κααααλά είσαι!». Απελπισμένος ρωτά ένα τρίτο και τον ακούει εμβρόντητος να του λέει «Καλά κρασιά!». Τότε ο δυστυχής Εγγλέζος κατάλαβε πως τσάμπα μελετούσε τόσα χρόνια αυτή την αναθεματισμένη γλώσσα…

Στέκομαι για μια στιγμή στον τίτλο. Εκφράσεις με «λόγια του…» υπάρχουν κι άλλες. «Λόγια του κόσμου» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο σου. Όταν την διάβασα άρχισα να τραγουδώ από μέσα μου το «Λόγια του κόσμου μην ακούς το τι σου λένε / κοίτα τα μάτια μου που μέρα νύχτα κλαίνε». Το τραγουδούσε η μητέρα μου όταν έκανε τις δουλειές του σπιτιού (ναι, εκείνη την εποχή, δεκαετία του ’50, παρά την φτώχεια, οι νοικοκυρές τραγουδούσαν, αργότερα βουβάθηκαν). Υπάρχουν ακόμη τα «Λόγια της πλώρης» του Καρκαβίτσα  και το χυδαίο «λόγια του κ…..».

Η ταξινόμηση των παγιωμένων  εκφράσεων στο βιβλίο με την λημματοθετική μέθοδο ήταν πολύ χρήσιμη. Θα προτιμούσα όμως η λέξη μέσα στη φράση που δίνει το αρχικό της γράμμα στην ταξινόμηση να είχε επισημανθεί είτε με υπογράμμιση είτε με παχιά στοιχεία. Αναγκάστηκα να το κάνω εγώ με ένα μαρκαδόρο για την διευκόλυνσή μου.

Διαβάζοντας το βιβλίο θαύμασα την υπομονή σου να καταγράψεις με μεθοδικότητα τις παγιωμένες εκφράσεις δίνοντας την προέλευσή και την εξήγησή τους με  εύστοχα παραδείγματα. Αρκετά συχνά, μου έρχονταν στο νου οι στίχοι από κάποιο τραγούδι που περιείχε την συγκεκριμένη έκφραση:

Πού ακούστηκε; ...ο Άλκης να  πεθαίνει, του Σαββόπουλου (Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη)

Τον έκαναν του αλατιού με τις χειρομπομπίδες (Το γελαστό παιδί)

(νομίζει πως) αυτός είναι κι άλλος δεν είναι «εγώ είμαι εγώ κι άλλη δεν είναι» (Εγώ είμαι εγώ, Μούτσης, Μοσχολιού)

πήρε ψηλά τον αμανέ «δεν το περίμενα από σένανε ποτέ / θάπαιρνες τόσο ψηλά τον αμανέ» (Παραγνωριστήκαμε, Π. Καλίδης)

Χτίζει στην άμμο: είναι κακό στην άμμο να χτίζεις παλάτια, ο βοριάς θα τα κάνει συντρίμμια, κομμάτια.

Όπου φυσάει ο άνεμος… πάω, είμαι καλάμι γέρνω δεν σπάω (Τουρνάς)

αυτά τα ακούω βερεσέ (Ο πασατέμπος, Μ. Χιώτη, αναφέρεται ως παράδειγμα στο βιβλίο)

Θα σου τις βρέξω / το πάει φιρί φιρί και τα δύο στο στίχο «φιρί φιρί το πας και θα σου τις βρέξω»  (Χατζιδάκις, Σακελάριος)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναπληροφόρηση, Γιουτουμπάκια, Διαφημίσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 59 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στις Οπωροφόρες λέξεις

Posted by sarant στο 6 Δεκέμβριος, 2013

Σήμερα ο Νικοκύρης του ιστολογίου γιορτάζει και δέχεται βεβαίως επισκέψεις στο διαδικτυακό κονάκι του, και αφού είναι η ατμόσφαιρα εορταστική και ευφρόσυνη είχα αρχικά σκεφτεί να δημοσιεύσω ένα άρθρο για δώρα, εννοώ για βιβλία-δώρα, διότι ο καθένας στο είδος του. Όμως τελικά προτίμησα το άρθρο το σχετικό με τα δώρα να το αναβάλω για την επόμενη εβδομάδα, ενμέρει και για τεχνικούς λόγους, και σήμερα, αφού γιορτάζω που γιορτάζω, να ευλογήσω λίγο (λίγο ακόμα;) τα γένια μου και να αφιερώσω το άρθρο σε ένα φετινό βιβλίο μου, τις Οπωροφόρες λέξεις και στην αναπληροφόρηση σχετικά μ΄ αυτό.

Για να αρχίσουμε από την αρχή, δηλαδή από τον τίτλο του σημερινού άρθρου, με τον όρο “αναπληροφόρηση” εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες. Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία “γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια”, αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν και προσωπικά προτιμώ την αναπληροφόρηση, έστω κι αν η λέξη δεν νομίζω να έχει λεξικογραφηθεί. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία).

Θα παρουσιάσω λοιπόν την αναπληροφόρηση που έχω πάρει από έναν εκλεκτό φίλο του ιστολογίου, ο οποίος έκανε τον κόπο να διαβάσει το βιβλίο με χαρτί και μολύβι και να μου γράψει όσα συνειρμικά του έρχονταν στο νου καθώς διάβαζε τα επιμέρους κεφάλαια. Αφενός με τιμά που αφιέρωσε τόση προσοχή στο βιβλίο μου, αφετέρου βρίσκω ότι έχουν αξία τα σχόλιά του και γι’ αυτό τα παραθέτω πιο κάτω. Ο ίδιος φίλος είχε ήδη σχολιάσει με παρόμοιο τρόπο ένα προηγούμενο βιβλίο μου, τις Λέξεις που χάνονται, και τα σχόλιά του τα είχα δημοσιεύσει εδώ.

Πριν όμως παρουσιάσω τα σχόλια του φίλου για τις Οπωροφόρες λέξεις, να διορθώσω μιαν αδικία που έκανα. Εννοώ την εκδήλωση παρουσίασης των Οπωροφόρων λέξεων στον Ιανό, που έγινε στις 30 Οκτωβρίου φέτος. Έφτιαξα λοιπόν μια σελίδα αφιερωμένη στην εκδήλωση εκείνη, αλλά επειδή τις αμέσως επόμενες μέρες είχα απίστευτα πολλά πράγματα να κάνω δεν βρήκα καιρό να συμπληρώσω τη σελίδα, παρόλο που το υλικό το είχα. Τελικά χτες αξιώθηκα να προσθέσω το υλικό στη σελίδα της εκδήλωσης, όπου μπορείτε να διαβάσετε την ομιλία του συγγραφέα Σωτήρη Δημητρίου, την ομιλία του Δημοσθένη Κερασίδη, που ήταν και ο επιμελητής του βιβλίου, και όσα είπα εγώ. Επίσης έχω ανεβάσει φωτογραφίες από την εκδήλωση, που τράβηξαν φίλοι -προς το παρόν τις ανέβασα στην Picasa, δεν ξέρω αν υπάρχει πιο βολική υπηρεσία.

Προχωράω τώρα σε αποσπάσματα από το γράμμα του φίλου Άρη, με αναπληροφόρηση στις Οπωροφόρες λέξεις -σε μια-δυο περιπτώσεις έχω βάλει και δικό μου σχόλιο μέσα σε αγκύλες.

Κατ’ αρχήν, μολονότι έχουν περάσει 55 ολόκληρα χρόνια από τότε, θυμάμαι σαν τώρα την ραδιοφωνική εκπομπή στο πάλαί ποτε Ενόπλων (για ποιον λόγο οι ένοπλες δυνάμεις στην χώρα μας είχαν δικό τους ραδιοφωνικό σταθμό ποτέ μου δεν κατάλαβα), προφανώς φθινοπωρινή, στην οποία η χαρακτηριστική φωνή του Στέφανου Ληναίου, νεαρού ηθοποιού τότε, σε ραδιοφωνικό χρονογράφημα της εποχής μάς πληροφορούσε ότι «το φθινόπωρο φθίνουν αι οπώραι και γι’ αυτό ονομάσθηκε έτσι».  Το θυμήθηκα διαβάζοντας την σχετική παρατήρησή σου, στην σελίδα 9.

Ας πάρουμε τώρα τα φρούτα με την σειρά εμφανίσεως στο βιβλίο¨.

Μήλο. (α) Ακόμη και σάπιο είναι χρήσιμο: ονοματίζει ένα χρώμα το «σάπιο μήλο». (β) Ο δαιμόνιος Ευγένιος Τριβιζάς, στην «Φρουτοπία» του λογοπαίζει ονομάζοντας έναν ήρωα «Ο Αιμίλιος το μήλο». (γ) Ο Ναζίμ Χικμέτ κλείνει το πασίγνωστο ποίημα «»Αν η μισή μου καρδιά» μεταφρασμένο από τον Γιάννη Ρίτσο και μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο  με τις λέξεις «…ένα κόκκινο μήλο, την καρδιά μου».

http://www.youtube.com/watch?v=D4Wz0pc1ZVQ

(δ) Το μήλο αναφέρει και ο Ηλίας Πετρόπουλος στο ομώνυμο ποίημά του, που μελοποίησε ο Νότης Μαυρουδής.

http://www.youtube.com/watch?v=AajOh2qamiA

Κυδώνι: Πριν από μισό αιώνα, για να καταδείξει κάποιος πόσο δύσκολο  ήταν ένα εγχείρημα χρησιμοποιούσε την φράση «για να το κάνεις αυτό πρέπει να έχεις (μετά συγχωρήσεως) κώλο από κυδώνι».  Δεν ξέρει γιατί.

Σύκο. (α) Όταν ήμουν παιδί, σαν «αντινανουρίσμα» για να με ξυπνήσουν ευχάριστα, η μεν γιαγιά μου έλεγε μια φράση που συνηθιζόταν στην πατρίδα της, την Μενεμένη «καλκ, αγάμ, σαμπάχ ολντού, μπακλαβά τσαμούρ ολντού» (σήκω αγά μου, ξημέρωσε, ο μπακλαβάς θα λασπώσει» ενώ η Κουλουριώτισσα μητέρα μου μού τραγουδούσε χαρούμενα «σήκω, σήκω, σήκω σήκω, να σου δώσω ένα σύκο». 

(β) Ο Διονύσης Σαββόπουλος στους αριστοφανικούς Αχαρνής υποδηλώνει την ανδρική ανατομική λεπτομέρεια στον στίχο »με δυο μεγάλα σύκα».

Κεράσι: (α) Με ξύλο της κερασιάς έφτιαχναν εκτός από μπαστούνια και έπιπλα (β) Στην δεκαετία του ’50, συνηθισμένο στολίδι στα κοριτσίστικα και γυναικεία ψάθινα καπέλα που φορούσαν το καλοκαίρι ήταν ένα ζευγάρι κατακόκκινα κεράσια με πράσινο φυλλαράκι, ψεύτικα βεβαίως. (γ) Στην Παναγία του Σουμελά, στο Βέρμιο, στο περίβολο του ναού, στην αριστερή πλευρά υπάρχουν δύο μεγάλες πετροκερασιές. Κόβεις και τρως. (δ) ο μεγάλος μπελάς να φτιάξεις γλυκό βύσσινο είναι να αφαιρέσεις το κουκούτσι χωρίς να στραπατσάρεις την σάρκα. Παλιά η δουλειά γινόταν με μια φουρκέτα για τα μαλλιά, σήμερα με την ειδική πένσα που πουλάνε στα μαγαζιά.

 Φραγκοσυκιά: (α) Το πρόθεμα φραγκομου θύμισε τους φραγκοράφτες, που πρόλαβα στην δεκαετία του ’50 με το μεγάλο φραγκοραφτάδικο ψαλίδι τους για να κόβουν το ύφασμα πάνω στον πάγκο. (β) Αν κόψεις ένα φύλο-«ρακέτα» και χώσεις το μισό στο χώμα, θα φυτρώσει ένα νέο φυτό. (γ) Διόλου τυχαία βρίσκουμε φραγκοσυκιές δίπλα σε φράχτες που ενισχύουν το  «οχυρωματικό» έργο τους.

 Φράουλα: Εκτός από το λεμόνι, η κλασική γεύση γρανίτας. Προσοχή: Κάποιοι  πουλάνε γιαλαντζί γρανίτα φράουλα μέσα σε ένα γυάλινο διαφανές σκεύος  με αναδευτήρα. Πρόκειται για παγωμένο ζαχαρόνερο βαμμένο ροζ, καμιά σχέση με φράουλα. Την γνήσια στο Αιάκειο.

 Κούμαρα: Μέχρι και την δεκαετία του ’50, το φθινόπωρο εμφανίζονταν στις γειτονιές πλανόδιοι πωλητές με ένα πανέρι γεμάτο κούμαρα. Τα πουλούσαν σε χωνάκια που έφτιαχναν στη στιγμή από κομμάτια εφημερίδας. Πελάτες ήταν η πιτσιρικαρία, ανάμεσά τους κι εγώ.  

 Βερίκοκο: (α) Δύο είναι οι δημοφιλέστερες ποικιλίες, Διαμαντοπούλου (μικροί και ευώδεις καρποί) και Μπεμπέκου (μεγάλοι και τραγανοί). (β) Είχα γείτονα με το επίθετο Καίσης ενώ Βερίκοκος είναι γνωστός έμπορος πλακών οικοδομής, στην Εθνική οδό.  (γ) Στην φτώχεια της δεκαετίας του ’50 τα περισσότερα παιχνίδια ήσαν αυτοσχέδια φτιαγμένα με την πλούσια φαντασία μας. Τρίβαμε το πλάι του κουκουτσιού σε μια πέτρα, υγραίνοντας την κάθε τόσο με λίγο σάλιο, ώσπου να γίνει τρύπα σε μέγεθος ρυζιού. Αφαιρούσαμε με μια πρόκα την ψίχα του κι έτσι φτιάχναμε σφυρικτράκι. (δ) Μεγαλύτερος στην ηλικία ξάδελφος μού διηγείτο ότι στη κατοχή η γιαγιά μας καθώς τον κουβαλούσε νήπιο στην πλάτη, έσκυψε και μάζεψε από το δρόμο ένα κουκούτσι από βερίκοκο. ‘Οταν έφτασαν σπίτι, το τσάκισε με μια πέτρα και του το έδωσε να το φάει.

 Κορόμηλα: Στην ορεινή Κορινθία, μια γλυκιά και μυρωδάτη παραλλαγή σε κίτρινο χρώμα, τα ονομάζουν βαρδάκια. Στην Κορινθία συναντάται και το επίθετο Βαρδάκας. [Νομίζω όμως ότι το επώνυμο Βαρδάκας είναι από το μπαρδάκι, που σημαίνει λαγήνι, σταμνί. Τα κορόμηλα, πάλι, έχω ακούσει να τα λένε βαρδάσια].

 Ροδάκινα: (α) Τα λεμονάτα τα βρίσκεις συχνά στην αγορά.  (β) Γίνονται υπέροχη κομπόστα, το κλασικό πεσκέσι σε ασθενή στο νοσοκομείο.

 Πεπόνι:  (α) Από την χλεμπόνα και ο χλεμπονιάρης, ο κιτρινιάρης. (β) παροιμιακά, υπάρχει και το «αυτός  κρατάει και το μαχαίρι και το πεπόνι», παναπεί έχει όλα τα ατού και κάνει κουμάντο.  (γ) Στην δεκαετία του ’50 οι μανάβηδες φώναζαν «καρπούζια με την μάχαιρα, πεπόνια με την βούλα». Στην πρώτη περίπτωση, έσχιζαν με το μαχαίρι  το καρπούζι μέχρι την μέση και το ζουλούσαν έτσι ώστε να δεις πως μέσα είναι κόκκινο, χωρίς να δοκιμάσεις. Στην δεύτερη, με τρεις μικρές μαχαιριές αφαιρούσαν ένα τμήμα του πεπονιού και σου το έδιναν να το δοκιμάσεις για να πειστείς πως είναι γλυκό. Τεχνικές μάρκετινγκ μιας εποχής…(δ) Όταν ξεραθούν οι σπόροι το πεπονιού γίνονταν πασατέμπος (ε) Το melon είναι και ο τύπος καπέλου που φορούσαν οι Χοντρός-Λιγνός. (στ) το άνοστο πεπόνι λέγεται περιφρονητικά κολοκύθι, εξ ού και η απάντηση ερωτώμενου αν του αρέσει το πεπόνι που τρώει «για τηγάνισμα καλό είναι».

 Καρπούζι: Η φλούδα του γίνεται και γλυκό του κουταλιού.

 Λεμόνι: (α) Γυναικείο όνομα,  Λεμονιά. (β) Το παραδοσιακό Ποντιακό τραγούδι «Η Λεμόνα»   

http://www.youtube.com/watch?v=KrtO32QB_SY

και οι στίχοι του.

Πορτοκάλι: (α) Παραδοσιακό γλυκό του κουταλιού γίνεται είτε η φλούδα του είτε η φλούδα με σάρκα μαζί. Τριμμένη η φλούδα αρωματίζει πολλά γλυκά. (β) Τα προδικτατορικά νεράντζια-πολεμοφόδια έφεραν και μισοβυθισμένα στη σάρκα ξυραφάκια για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα. (γ) Ποικιλίες πορτοκαλιών που δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμη είναι τα ντόλτσα (ή ντόρτσα)  με γλυκιά γεύση και τα σαγκουίνια, αμφότερα με λατινογενή ονομασία. Θυμάμαι χαρακτηριστική σκηνή σε μηχανουργείο του Πειραιά, το 1955, ο παραγιός έλεγε στον εργοδηγό τρώγοντας ένα πορτοκάλι: «τα Κρητικά τα πορτοκάλια, μάστορη, είναι του αιμάτου» εντυπωσιασμένος από το κόκκινο χρώμα του.

 Μανταρίνι: Όταν έγραφα εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, εκτός από το στυλό μου είχα πάντα μαζί μου ένα πακετάκι καραμέλες Μαντρινό Παυλίδου (δεν ξέρω αν υπάρχουν ακόμη) που μασουλούσα ακατάπαυστα. Πολλά χρόνια αργότερα διάβασα κάπου ότι η κατανάλωση ζάχαρης σε ώρα πνευματικής εργασίας βοηθάει τον εγκέφαλο να δουλέψει καλλίτερα.    

Σταφύλι: (α) Έχουμε τον μυθικό Στάφυλο όπως και την παραλία Στάφυλος στην Σκόπελο, αλλά και τους ιατρικούς όρους  σταφυλή (στο λαιμό μας) και τον σταφυλόκοκκο.  (β) περιέργως, τρυγώ τα ώριμα σταφύλια της κληματαριάς μου στους Αγίους της Αίγινας λίγο πριν τον δεκαπενταύγουστο (με το νέο ημερολόγιο φυσικά).  

 Σταφίδα: (α) Παλαιότερα υπήρχε και ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός (ΑΣΟ) (οι περισσότεροι την μάθαμε από τα σταυρόλεξα), που μεριμνούσε για το προϊόν.  (β) Σήμερα, στις πλαγιές της ορεινής Κορινθίας, βλέπεις τον Σεπτέμβρη τα διπλωμένα μεγάλα νάιλον έτοιμα να σκεπάσουν την σταφίδα που ξεραίνεται στον ήλιο, αν πιάσει βροχή. (γ) Η θρεψίνη, (πολτός σταφίδας) ήταν διάσημη στην δεκαετία του ’50 λόγω της θρεπτικότητάς της, πολύτιμης εκείνα τα χρόνια, και περίφημη παιδική λιχουδιά, που την αλείφαμε στο ψωμί. Μετά, εκτοπίστηκε από τα ποικιλώνυμα βιομηχανικά προϊόντα.  Πριν από χρόνια βρήκα κάπου και αγόρασα ένα κουτί θρεψίνη για να δοκιμάσει ο μικρός τότε γιος μου. Ούτε που της έδωσε καμιά σημασία. Τελικά, την έφαγα όλη μόνος μου…

Μπανάνα: (α) Σήμερα πουλιέται με το κιλό αλλά στην δεκαετία του ’50, ήταν σπάνιο είδος και πουλιόταν με το κομμάτι, όπως τα μήλα στο Λονδίνο. (β) Επί δικτατορίας, πουλιόταν παράνομα από φορτηγάκια στα πάρκινγκ της εθνικής οδού. (γ) Αστεία γίνονται και με τα προϊόντα-μαϊμού. «Το ταΐζεις μπανάνες;» πειράζει κάποιος τον φίλο του που μοστράρει το νεοαποκτηθέν γιαλαντζί  Ρόλεξ.

 Μούρα: (α) «Ο Μοριάς… πήρε το όνομά του από την Μορέα» και το καλαματιανό μαντήλι έγινε διάσημο εξ αιτίας της σηροτροφίας που αναπτύχθηκε στην περιοχή.  (β) Η μουριά είναι φημισμένη για την παχιά σκιά της. Οι μισές ταβέρνες στην Ελλάδα έχουν το προσωνύμιο «Η μουριά» ή «Οι μουριές» εξ αιτίας των δένδρων αυτών που φύτευαν τότε στην αυλή για να σκιάζουν τα «τραπεζάκια έξω» τους θερινούς μήνες.  

 Καρύδια: Για πολλά χρόνια τα καρύδια ήσαν και προσφιλές παιδικό παιχνίδι, που παιζόταν όπως οι γκαζές.

 Κάστανα: (α) Κλασική η αναφορά του κάστανου στον ανδρικό  προστάτη που έχει την μορφή του. (β) Για το ψήσιμο των κάστανων στο τζάκι υπάρχει τώρα και η ειδική σχάρα , η καστανιέρα (πώς αλλιώς να την πω;) (γ) Προφανώς οι καστανιέτες έχουν άλλη ετυμολογία.
[Και όμως όχι, οι καστανιέτες προέρχονται από το ισπανικό castaneta (με περισπωμένη, tilde, στο n), που ανάγεται στο κάστανο, ίσως επειδή αυτά τα χειροκρόταλα μοιάζουν με κάστανα]

(δ) Υπάρχει και η καστάνια (μηχανολογικός όρος):

(ε) και η καστανιά,  το σκεύος μεταφοράς φαγητού, που αντικατέστησε το τάπερ. Η παλιά ήταν από αλουμίνιο και το καπάκι της έφερε λάστιχο, για στεγανοποίηση, και κλείδωνε με τρία «μανταλάκια». Η εργατιά κάθε πρωί με αυτό μετέφερε το φαγητό στο τόπο εργασίας.

 Φουντούκι: (α) «Λεφτοκάρε» ποντιακά (β) Και η Μερέντα Παυλίδη έχει ως πρώτη ύλη το φουντούκι.  

 Αμύγδαλο: Από την Βενετική mandola ίσως και το μαντολίνο που έχει σχήμα αμυγδάλου (ο Μπαμπινιώτης διαφωνεί).

 Αιγινίτικο φιστίκι: (α) Στα περίφημα νεανικά πάρτι της δεκαετίας του ’50 και του ’60 το χύμα βερμούτ συνοδευόταν από φιστίκια, όχι όμως τα ακριβά Αιγινίτικα αλλά τα φτηνά αράπικα. Τα αιγινίτικα πωλούνταν στα περίπτερα σε μασούρια από σελοφάν (απλησίαστα αλλά νοστιμότατα τα άτιμα…). (β) Καθότι λάτρης των γλυκών αλλά τεμπέλης στην ζαχαροπλαστική, έμαθα μια απλούστατη, πολίτικη συνταγή για μπακλαβά με αιγινίτικο φιστίκι, που  ανάρτησα στο ιστολόγιό μου:
Φοίνικες: Παλαιότερα, στις εθνικές εορτές, οι είσοδοι των σχολείων, δημοτικών και γυμνασίων, στολίζονταν εκατέρωθεν με δυο φύλλα φοίνικα, που στερεώνονταν όρθια. 

Τζίτζιφα: Δυστυχώς απουσιάζουν από  ως άνω λεκτικό οπωρώνα. Και πώς να μην απουσιάζουν αφού σήμερα δεν τα ξέρει κανείς. Κάποτε όμως δεν ήταν έτσι.  Πολλές αυλές είχαν την τζιτζιφιά τους, όπως η δική μας. Κάθε άνοιξη απολάμβανα το λεπτό άρωμα από τα ανθάκια τους. Ύστερα έβλεπα τον πράσινο σκληρό καρπό, σαν ελιά, με τσιτωμένη φλούδα, που ωριμάζοντας κιτρίνιζε, μαλάκωνε και η λεπτή φλούδα ζάρωνε. Τότε τον έτρωγα, φτύνοντας μακριά το μακρόστενο κουκούτσι. Σήμερα διασώζεται μόνο ως τοπωνύμιο, Τζιτζιφιές, στο Νέο Φάληρο, αν και πολύ αμφιβάλλω αν είναι γνωστό στους νεότερους.   

Posted in Αναπληροφόρηση, Διαφημίσεις, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , | 94 Σχόλια »

Αναπληροφόρηση στις Λέξεις που χάνονται

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2013

Για να αρχίσουμε από την αρχή, δηλαδή από τον τίτλο, με τον όρο αυτό «αναπληροφόρηση» εννοώ αυτό που λέμε ελληνικά feedback, αλλά με τη μεταφορική του σημασία, όχι την κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανατροφοδότηση) ή την οιονεί κυριολεκτική (οπότε λέγεται ανάδραση) στις θετικές επιστήμες. Εδώ μιλάμε για το φίντμπακ με τη σημασία «γνώμες, παρατηρήσεις, σχόλια», αλλά επειδή οι λέξεις αυτές είναι πολύ γενικές νομίζω ότι δεν ταιριάζουν. (Το θέμα έχει φυσικά συζητηθεί στη Λεξιλογία).

Όπως θα ξέρετε αρκετοί, την Κυριακή που μας πέρασε, η εφημερίδα Βήμα μοίρασε το βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, που έτσι κατάφερε να μπει σε δεκάδες χιλιάδες σπίτια και να διαβαστεί ή έστω να ξεφυλλιστεί, γιατί εδώ που τα λέμε δεν είναι βιβλίο που πρέπει να το διαβάσεις από την αρχή ως το τέλος, από χιλιάδες ανθρώπους, κάτι που πολύ με χαροποίησε. Πήρα πάρα πολλά ηλεμηνύματα, κάποια από παλιούς φίλους, αλλά τα περισσότερα από αναγνώστες που δεν τους ήξερα. Πήρα μήνυμα και από έναν πολιτικό, που αναφέρεται μέσα στο βιβλίο (αλλά δεν θα σας πω ποιος είναι, ούτε θα επιβεβαιώσω/διαψεύσω εικασίες:)

Πέρα από τα καλά λόγια, που πολύ με έκαναν να χαρώ και να καμαρώσω, πολλοί αλληλογράφοι σχολίασαν λέξεις του βιβλίου ή ανέφεραν άλλες λέξεις της περιοχής τους, ίσως ενόψει ενός δεύτερου τόμου με Λέξεις που χάνονται (αν και δεν νομίζω ότι θα το κάνω, τουλάχιστον όχι αμέσως). Οπότε, το σημερινό άρθρο έχει ακριβώς την αναπληροφόρηση που αποκόμισα σχετικά με τις Λέξεις που χάνονται. (Παλιότερα έχω ανεβάσει κι άλλα παρόμοια άρθρα).

Παραθέτω με αλφαβητική σειρά, πρώτα τα σχόλια για λέξεις του βιβλίου και μετά τις «νέες» λέξεις, εκτός βιβλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναπληροφόρηση, Ντοπιολαλιές, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , | 190 Σχόλια »