Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αντιδάνεια’ Category

Οι λέξεις ταξιδεύουν: μιλώντας για τη γλώσσα σε μαθητές

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2019

Ως τώρα έχω δώσει αρκετές διαλέξεις για γλωσσικά ή μεταφραστικά θέματα, κάποιες σε φοιτητές ή μεταπτυχιακούς και τις περισσότερες σε κοινό μεγαλύτερης ηλικίας. Όμως την περασμένη Δευτέρα, στις 11 του μήνα, με κάλεσαν να μιλήσω σε μαθητές: το ελληνικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Σχολείου Λουξεμβούργου θα γιόρταζε την Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας και οι καθηγητές μου έκαναν την τιμή να με καλέσουν να μιλήσω ως τελευταίος ομιλητής στη δίωρη εκδήλωση.

Στην εκδήλωση ειχαν έρθει και επίσημοι, μίλησε (για λίγο) ο διευθυντής του σχολείου, ύστερα ο πρέσβης της Ελλάδας που επανέλαβε, φευ, την ανακοίνωση του υφυπουργού Τ.Κουίκ, ο Έντουαρντ Βόλτερ, λουξεμβουργιανός πρόεδρος των «Φίλων της Ελλάδας», που μάλιστα μίλησε κι αυτός ελληνικά, κι ύστερα τα παιδιά έκαναν ένα παιχνίδι παρουσιάζοντας ελληνικές λέξεις που έχουν περάσει στις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Επειδή θα μιλούσα σε νεανικό κοινό, συνόδεψα την ομιλία με αρκετές διαφάνειες. Εδώ δεν τις αναδημοσιεύω όλες διότι θα βάραινε πολύ το άρθρο, παρά μόνο στα σημεία όπου υπάρχει σαφής νύξη στο κείμενο. Επίσης, ως συνήθως, δημοσιεύω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει, αν και σε ορισμένα σημεία στην ομιλία μου είπα και πράγματα εκτός κειμένου.

Όπως συχνά συμβαίνει, οι τακτικοί αναγνώστες θα έχουν ξαναδιαβάσει τα περισσότερα  απ’ όσα ανέφερα. Τα παιδιά νομίζω πως δεν βαρέθηκαν, πάντως.

Οι λέξεις ταξιδεύουν: δάνεια και αντιδάνεια στην ελληνική γλώσσα

Καλημέρα σας. Ξεκινώντας θα ήθελα να ευχαριστήσω το Ευρωπαϊκό Σχολείο Λουξεμβούργου για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει να μιλήσω εδώ σήμερα με την ευκαιρία της Διεθνούς ημέρας της ελληνικής γλώσσας· ευχαριστώ ιδιαίτερα την Κατερίνα Μπρεντάνου και τη Διονυσία Ψυχογιού που μαζί κάναμε τις συνεννοήσεις.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για τη γλώσσα. Ζούμε όλοι μας στο Λουξεμβούργο, κάποιοι από εσάς έχετε γεννηθεί και εδώ. Κάτι που ίσως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει όλοι μας, είναι ότι το Λουξεμβούργο έχει μια μοναδική ιδιότητα, όσον αφορά τη γλώσσα πάντοτε: είναι χώρα πολύγλωσση, αλλά από μια άποψη είναι η μοναδική πολύγλωσση χώρα της Ευρώπης, δηλαδή η μοναδική χώρα με πολύγλωσσους κατοίκους. Το γειτονικό μας Βέλγιο όπως και η Ελβετία είναι επίσης πολύγλωσσες χώρες, με την έννοια ότι έχουν δύο και τρεις επίσημες γλώσσες, όμως στην πραγματικότητα αποτελούνται από επιμέρους μονόγλωσσες περιοχές, ενώ οι κάτοικοι του Λουξεμβούργου είναι πραγματικά πολύγλωσσοι, σε όλη την έκταση της χώρας, μιλούν και τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας, λουξεμβουργιανά, γαλλικά και γερμανικά. Επίσης, το Λουξεμβούργο, επειδή είναι έδρα πολλών υπηρεσιών της ΕΕ έχει κατά πάσα πιθανότητα το μεγαλύτερο ποσοστό μεταφραστών ανάμεσα στους κατοίκους του. Γι’ αυτό δίκαια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα της Πολυγλωσσίας.

Τι σημαίνει όμως Λουξεμβούργο; Luxembourg, αυτό το λουξ- κάτι μας θυμίζει. Μήπως από το φως; Δεν ξέρω αν το ξέρετε, lux στα λατινικά είναι το φως, ex oriente lux, εξ ανατολών το φως.

Ή μήπως είναι από την πολυτέλεια; Λέμε ότι τα είδη πολυτελείας είναι είδη λουξ. Στην πραγματικότητα, αυτές οι δυο έννοιες συνδέονται μεταξύ τους διότι το lux της πολυτέλειας ανάγεται στο λατινικό luxus = λαμπρός.

Όχι, το Λουξεμβούργο δεν πήρε το όνομά του ούτε από την πολυτέλεια ούτε από το φως. Η μορφή του ονόματος παραπέμπει βέβαια στην πολυτέλεια ή στο φως, αλλά αυτό είναι παραπλανητικό –να θυμίσουμε ότι στα λουξεμβουργιανά το λένε Letzebuerg. Το όνομα ανάγεται σε ένα κάστρο, πάνω στο βράχο του Μποκ, που το έχτισε ο κόμης Sigefroi το 963, Σιγεφρείδο θα τον λέγαμε ίσως, και που αρχικά ονομαζόταν Lucilinburhuc. Και στο μεν δεύτερο συνθετικό του ονόματος πολλοί θα αναγνωρίσουν το –burg, και σωστά, αλλά στο πρώτο πιο δύσκολα θα φανεί το παλαιογερμανικό luzel που οδήγησε, μεταξύ άλλων, στο σημερινό αγγλικό little. Μικρό, επομένως, το Λουξεμβούργο, που αν θέλαμε να το εξελληνίσουμε θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε Καστράκι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αντιδάνεια, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Εκδηλώσεις, Λουξεμβούργο | Με ετικέτα: , , , , , , | 191 Σχόλια »

Τα δίδυμα σίγμα του κλασικού

Posted by sarant στο 7 Δεκέμβριος, 2018

Πριν από λίγο καιρό ένας φίλος μου έδειξε ένα λινκ και με ρώτησε αν ισχύουν τα όσα γράφονται εκεί. Του έδωσα μια σύντομη απάντηση, σκέφτηκα όμως ότι το θέμα έχει ευρύτερο ενδιαφέρον και μπορεί να δώσει υλικό για ένα, σύντομο έστω, άρθρο. Σημερα λοιπόν γράφω αυτό το άρθρο, να επιστρέψουμε στα γλωσσικά μας λημέρια για το τέλος της εβδομάδας.

Το άρθρο που μου έστειλε ο φίλος αφορούσε την ετυμολογία και την ορθογραφία της λέξης «κλασικός». Είναι σύντομο και το αναπαράγω όλο -το πρωτότυπο εδώ.

  • Θεωρία γλωσσολογίας :

λέξη κλασικός προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη κλάσις (της κλάσεως) που σημαίνει ‘τάξη, σειρά’. Όταν οι αρχαίοι μας πρόγονοι έλεγαν ότι ένας ποιητής ήταν κλασικός εννοούσαν ότι ήταν πρώτης τάξεως και ότι ξεχώριζε από τους υπόλοιπους. Όπως φαίνεται από την ορθογραφία της, η λέξη γράφεται με ένα ‘σ’.
Όμως στη συνέχεια οι Λατίνοι πήραν τη λέξη για να τη χρησιμοποιήσουν με τον ίδιο τρόπο και αντιγράφοντάς την όπως την άκουγαν την έγραψαν classis. Δεν την έγραψαν clasis γιατί αυτό θα προφερόταν ως [κλάζις], χωρίς να παραπέμπει στην αρχαιοελληνική προφορά.

Στη συνέχεια Λατίνοι συγγραφείς παρήγαγαν τη λέξη classicus, την οποία χρησιμοποίησε στη συνέχεια η γαλλική και η αγγλική, νεολατινικές γλώσσες. Με τη σημασία του κλασικού ως συγγραφέα πρώτης τάξεως χρησιμοποίησαν τη λέξη και οι νεότεροι Έλληνες. Έτσι, η λέξη ξεκίνησε από την Ελλάδα, πέρασε απέναντι στην Ιταλία, ταξίδεψε στην Ευρώπη και ξαναγύρισε στην Ελλάδα.

Επειδή όμως

α) για τους Έλληνες δεν υπάρχει λόγος να γραφεί η λέξη με δύο ‘σ’, καθώς δεν έχει διαφορά η προφορά του 1 από τα 2 ‘σ’ στο συγκεκριμένο φωνητικό περιβάλλον και

β) η λέξη προέρχεται από την αρχαιοελληνική κλάσις που γράφεται με ένα ‘σ’,

–> το σωστό είναι να γράφεται ‘κλασικός’.

Σχόλιο : Οι λέξεις όπως η συγκεκριμένη που προέρχονται από την αρχαία ελληνική (ή από οποιαδήποτε άλλη γλώσσα), πέρασαν στο εξωτερικό και επέστρεψαν αλλαγμένες λέγονται αντιδάνεια (δάνεια σε άλλες γλώσσες που γύρισαν πίσω) ή αλλιώς ‘περιπλανώμενες’ ή ‘ταξιδιάρες’ λέξεις, αποδίδοντας το γερμανικό όρο Rückwanderer. Ο συγκεκριμένος όρος επομένως (‘περιπλανώμενες’ λέξεις, που αποδίδει το Rückwanderer) είναι ένα δάνειο της ελληνικής από τη γερμανική γλώσσα. Συνοψίζοντας, δάνειο είναι μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη (ακόμα και μεταφρασμένη), αντιδάνειο μια λέξη που δανείζεται μια γλώσσα από κάποια άλλη, στη συνέχεια όμως επιστρέφει (τροποποιημένη με συνέπεια να μην παραπέμπει αμέσως στην αρχική) στη γλώσσα απ’ όπου ξεκίνησε. Αντιδάνειο είναι και η λέξη μπάνιο, που προέρχεται από την ιταλική bagno, με τη σειρά της από τη λατινική balneum η οποία τέλος προήλθε από την αρχαιοελληνική βαλανείον (λουτρό).

Το άρθρο αυτό έχει κάτι το πολύ περίεργο. Καταρχάς, το σύντομο άρθρο φαίνεται να είναι γραμμένο από άνθρωπο που κάτι ξέρει από γλωσσολογία, αν και κάπως τα έχει μπερδέψει όπως δείχνει το καταληκτικό σχόλιο για τα αντιδάνεια. Επίσης, το ορθογραφικό συμπέρασμα είναι σωστό, γράφουμε «κλασικός» και έτσι έχουν τη λέξη όλα τα σύγχρονα λεξικά.

Ωστόσο, και παρά την προσεγμένη ορολογία, το άρθρο βασίζεται σε εντελώς λαθεμένα δεδομένα: η λέξη «κλασικός» δεν υπήρχε στην αρχαιότητα, η λατινική λέξη classicus ΔΕΝ είναι δάνειο από τα ελληνικά και κατά συνέπεια η σύγχρονη λέξη «κλασικός», που πολλοί τη γράφουν με δύο σίγμα, ΔΕΝ είναι αντιδάνειο αλλά απλό δάνειο από τα λατινικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μυθιστόρημα, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Τα τοξικά τόξα

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2018

Πλησιάζει το τέλος της χρονιάς, άρχισαν λοιπόν να εμφανίζονται άρθρα με τον απολογισμό του 2018 στον ένα ή στον άλλο τομέα -και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, θα εστιαστούμε στα άρθρα με τις Λέξεις της χρονιάς, μια διάκριση την οποία απονέμουν, κάθε χρόνο τέτοια εποχή, διάφοροι οργανισμοί, φυσικά ο καθένας για τη γλώσσα του. Για τα ελληνικά το ιστολόγιό μας έχει ξεκινήσει από το 2010 την ανάλογη διαδικασία -πέρυσι βγάλαμε Λέξη της χρονιάς τον όρο «φέικ νιουζ».

Η δική μας διαδικασία ανακήρυξης της Λέξης της χρονιάς ξεκινάει κάθε χρόνο γύρω στις 10 Δεκεμβρίου και ολοκληρώνεται στις 31 του μήνα, κι αν όλα πάνε καλά δεν αποκλείεται να τη διοργανώσουμε και φέτος, όμως άλλοι φορείς έχουν ήδη ανακηρύξει τη δική τους, κάποιοι από τα μέσα Νοεμβρίου κιόλας. Έτσι, το dictionary.com επέλεξε τη λέξη misinformation, το λεξικό Collins τον όρο single-use, ενώ το λεξικό της Οξφόρδης το επίθετο toxic.

Με αυτή την τελευταία λέξη θ’ ασχοληθεί το σημερινό μας άρθρο.

Στην ανακοίνωση των υπεύθυνων του Oxford διαβάζουμε ότι διάλεξαν τη λέξη toxic για Λέξη της χρονιάς επειδή μέσα στη χρονιά διευρύνθηκε εντυπωσιακά το πεδίο εφαρμογής της ή, με δικά τους λόγια, επειδή: In 2018, toxic added many strings to its poisoned bow becoming an intoxicating descriptor for the year’s most talked about topics. It is the sheer scope of its application, as found by our research, that made toxic the stand-out choice for the Word of the Year title. Δεν το μεταφράζω για να μη χαθούν τα έξυπνα λογοπαίγνια -και επισημαίνω και την έκφραση to have/add another string to one’s bow.

Η λέξη toxic είναι ελληνικής ετυμολογίας, όπως ανέφεραν οι περισσότεροι ιστότοποι που κάλυψαν το θέμα, αν και κάποιοι έμειναν στο λατινικό ενδιάμεσο. Μεταφράζω τις ετυμολογικές πληροφορίες που δίνει ο ιστότοπος του Όξφορντ:

Το επίθετο toxic σημαίνει «δηλητηριώδης» και εμφανίστηκε πρώτη φορά στα αγγλικά στα μέσα του 17ου αιώνα, από το μεσαιωνικό λατινικό toxicus, που σημαίνει ‘δηλητηριασμένος’ ή ‘διαποτισμένος με δηλητήριο’.

Αλλά η φαρμακερή ιστορία της λέξης δεν αρχίζει από εδώ. Ο μεσαιωνικός λατινικός όρος είναι με τη σειρά του δάνειο από το λατινικό toxicum, που σημαίνει ‘δηλητήριο’, λέξη που ανάγεταο στο ελληνικό τοξικόν φάρμακον, το φονικό δηλητήριο που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι Έλληνες για να αλείφουν τις αιχμές των βελών τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι στα λατινικά δεν μεταφέρθηκε η λέξη φάρμακον, που σήμαινε το δηλητήριο, αλλά η λέξη τοξικόν που προέρχεται από τη λέξη τόξον.

Ότι φάρμακον στα αρχαία σήμαινε δηλητήριο, το έχουμε πει στο ιστολόγιο παλιότερα. Τοξικόν φάρμακον λοιπόν, το δηλητήριο για τα τόξα. Για τα βέλη, θα έλεγε κάποιος αυστηρός, αφού τα βέλη άλειφαν με το φαρμάκι, αλλά η οικονομία της γλώσσας έτσι το θέλησε. Να το θυμηθούμε αυτό την επόμενη φορά που θα μας πει κάποιος «ακολουθήστε τα τόξα» και θα τον ειρωνευτούμε για αγράμματο που δεν είπε «ακολουθήστε τα βέλη». Και οι αρχαίοι ημών έτσι σκέφτηκαν.

Όσο για την απόπτωση του ουσιαστικού και την παράλληλη ουσιαστικοποίηση του επιθέτου, είναι κοινός τόπος στη γλώσσα. Όπως το τοξικόν φάρμακον έγινε σκέτο τοξικόν έτσι και ο ποντικός μυς έγινε ποντικός ή το νεαρόν ύδωρ έγινε νεαρόν και μετά νηρόν και νερόν/νερό, ως τις μέρες μας που η χωριάτικη σαλάτα έγινε χωριάτικη και το κινητό τηλέφωνο: κινητό.

Οι ετυμολογικές πληροφορίες του Όξφορντ είναι σωστές, αν και αναφέρει ότι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι ήταν εκείνοι που άλειφαν τα βέλη τους με δηλητήριο ενώ το λεξικό του Μπαμπινιώτη λέει ότι τη συνήθεια αυτή την είχαν οι Κέλτες και οι Σκύθες. Ο Αριστοτέλης δίνει δίκιο στον Μπαμπινιώτη, μια και λέει:

Φασὶ δὲ παρὰ τοῖς Κελτοῖς φάρμακον ὑπάρχειν τὸ καλούμενον ὑπ’ αὐτῶν τοξικόν· ὃ λέγουσιν οὕτω ταχεῖαν ποιεῖν τὴν φθορὰν ὥστε τῶν Κελτῶν τοὺς κυνηγοῦντας, ὅταν ἔλαφον ἢ ἄλλο τι ζῷον τοξεύσωσιν, ἐπιτρέχοντας ἐκ σπουδῆς ἐκτέμνειν τῆς σαρκὸς τὸ τετρωμένον πρὸ τοῦ τὸ φάρμακον διαδῦναι…..

Μετάφραση δεν χρειάζεται στους απογόνους των τρισχιλιετών. Λέει πως οι Κέλτες έχουν ένα δηλητήριο, που το αποκαλούν τοξικό και, όπως λένε, τόσο γρήγορη δράση έχει ώστε, όταν κυνηγούν και χτυπήσουν με το τόξο ελάφι ή άλλο ζώο πρέπει να βιαστούν και να κόψουν το χτυπημένο μέρος της σάρκας του ζώου πριν διαδοθεί το δηλητήριο και στο υπόλοιπο.

Να σημειωθεί εδώ πως το επίθετο «τοξικός» το χρησιμοποιούσαν και για άλλες χρήσεις οι αρχαίοι ημών, όχι μόνο για το τοξικόν φάρμακον. Ας πούμε, τοξική στολή δεν ήταν μια στολή που αρρωσταίνεις όταν τη φοράς αλλά ο εξοπλισμός του τοξότη, ενώ τοξικος κάλαμος ένα καλάμι κατάλληλο για βέλη. Η αυτονόμηση και ουσιαστικοποίηση του επιθέτου έρχεται μερικούς αιώνες αργότερα, π.χ. στον γιατρό Διοσκουρίδη, τον 1ο αιώνα μ.Χ.

Τα υπόλοιπα της ετυμολογικής αλυσίδας τα είδαμε παραπάνω. Και τον 19ο αιώνα επανακάμπτουν στα ελληνικά, μέσω γαλλικών, οι επιστημονικοί όροι αυτής της οικογένειας, όπως η τοξίνη και η τοξιναιμία, η τοξικολογία και η τοξικότητα, ενώ η τοξικομανία πρέπει να είναι του εικοστού αιώνα.

Αντιδάνεια; Θεωρητικά ναι, αφού οι γαλλικές λέξεις όπως toxicologie κτλ. ανάγονται σε ελληνική λέξη, όμως η ελληνική βιβλιογραφία τους όρους αυτούς δεν τους χαρακτηρίζει αντιδάνεια αλλά (ο Μπαμπινιώτης) «μεταφορά ελληνογενούς ξένου όρου».

Πριν φύγουμε από τα ετυμολογικά, μια τελευταία επισήμανση. Η ετυμολογία του «τοξικού» (όπως και πολλών άλλων λέξεων) δείχνει πόσο πλανημένη είναι η άποψη ότι, τάχα, η ετυμολογία φανερώνει το αληθινό νόημα/το βαθύτερο νόημα των λέξεων. Λέτε το αληθινό ή το βαθύτερο νόημα της σημερινής λέξης «τοξικός» (π.χ. ο ασθενής διακομίστηκε με τοξικό σοκ) να βρίσκεται στο τόξο; Όχι βέβαια. Η ετυμολογία, παρά το γεγονός ότι έτυμον = αληθές, δεν δείχνει παρά τον τρόπο που σκέφτηκαν εκείνοι που ονομάτισαν έτσι το κάθε πράγμα.

Ας επιστρέψουμε όμως στον τοξικό, αλλά στα σημερινά πλέον χρόνια.

Ως πολύ πρόσφατα, το επίθετο «τοξικός» έμενε περιορισμένο στην επιστημονική ορολογία. Είχαμε τοξικές ουσίες, τοξικά αέρια, τοξικό νέφος, τοξικό σοκ και άλλες τέτοιες κυριολεκτικές, επιστημονικές χρήσεις. Είχαμε και τοξικά φάρμακα, όχι φυσικά με την αρχαία σημασία παρά με τη σύγχρονη, φάρμακα που επιδρούν τοξικά. Είχαμε και τοξικά απόβλητα.

Στον αιώνα μας, το επίθετο αρχίζει και χρησιμοποιείται, πρώτα στα αγγλικά, ολοένα και περισσότερο μεταφορικά κι έτσι έχουμε π.χ. τα τοξικά ομόλογα (από τα μεγάλα έντυπα λεξικά μας, μόνο το Χρηστικό της Ακαδημίας καταγράφει τον όρο). Τοξικά ειπώθηκαν τα ομόλογα επειδή, έχοντας χάσει μεγάλο μέρος της αξίας τους, προκαλούν ζημιά στον κάτοχό τους, όπως μια τοξική ουσία.

Και οι μεταφορικές χρήσεις επεκτάθηκαν περαιτέρω, σε τοξικά συναισθήματα, τοξικές σχέσεις, τοξικό περιβάλλον, τοξική συμπεριφορά -αυτά όλα πρέπει να είναι του εικοστού πρώτου αιώνα φράσεις, παλιότερα αντί για «τοξικό» θα λέγαμε «φθοροποιό» ή «ψυχοφθόρο». Ενδεικτικό είναι ότι το ΜΗΛΝΕΓ, το μεγάλο ηλεκτρονικό λεξικό που συντάσσεται αυτή την περίοδο, έχει εκτενείς αναφορές στις μεταφορικές χρήσεις της λ. τοξικός.

Και ειδικά στις ΗΠΑ πέρυσι, με την υπόθεση του δικαστή Κάβανο, έδωσε και πήρε ο όρος toxic masculinity, τοξική αρρενωπότητα δηλαδή. Με παραξενεύει, αλλά βρίσκω πως ο όρος έχει προλάβει να αποκτήσει λήμμα και στην ελληνική Βικιπαίδεια.

Αν αξιωθούμε και κάνουμε και φέτος ψηφοφορια για τη λέξη της χρονιάς στο ιστολόγιο, θα βάλουμε κι εμείς τη λέξη ‘τοξικός’ στο ψηφοδέλτιο. Λέτε να διακριθεί και στα ελληνικά;

 

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 182 Σχόλια »

Καρότο χωρίς μαστίγιο

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2018

Έναυσμα για το σημερινό άρθρο, που βέβαια εντάσσεται στη σειρά των άρθρων που δημοσιεύουμε κατά καιρούς με θέμα τα φρούτα και τα λαχανικά, πήρα από ένα προχτεσινό άρθρο του Σπύρου Σεραφείμ στο Πρόταγκον, με ετυμολογικά και άλλα λεξιλογικά σχετικά με φαγώσιμα, που μεταξύ άλλων ανέφερε και μερικά πράγματα για το καρότο -κι έτσι θυμήθηκα ότι δεν έχουμε στο ιστολόγιο άρθρο ειδικά αφιερωμένο στο λαχανικό αυτό.

Η ελληνική Βικιπαίδεια γράφει ότι το καρότο «ήταν γνωστό φαρμακευτικό φυτό στην Αρχαία Ελλάδα με το όνομα Σταφλίνος» και αυτή η πληροφορία έχει αναπαραχθεί σε όλο το ελληνόφωνο Διαδίκτυο (και στο άρθρο του Σ. Σεραφείμ) ενώ είναι ολοφάνερο (στα δικά μου μάτια, έστω) πως τέτοια λέξη δεν μπορεί να υπάρξει στα αρχαία, και πως έχει γίνει κάποιο λάθος. Σταφυλίνος είναι το σωστό, αλλά το καρότο στα αρχαία ελληνικά λεγόταν κυρίως δαύκος. Δαύκος ήταν κι ένας παλιός τερματοφύλακας της Δόξας Δράμας και του Παναθηναϊκού, αλλά δεν νομίζω να οφείλει στα καρότα το όνομά του.

Οι αρχαίοι λοιπόν το ήξεραν το καρότο αλλά, λέει ο Brian Dalby που έχει μελετήσει το διαιτολόγιο των αρχαίων, μάλλον δεν έτρωγαν τη ρίζα του, όπως εμείς, αλλά τα φύλλα του και τους σπόρους του. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει ως σταφυλίνο και διακρίνει δύο είδη,  τον άγριο και τον κηπευτό (καλλιεργούμενο). Επίσης, μας δίνει και μια από τις σπάνιες πολυγλωσσικές αναφορές των αρχαίων: Ῥωμαῖοι καρώταμ, οἱ δὲ παστινάκα ῥούστικα, Αἰγύπτιοι βαβιβυρού, Ἄφροι σιχχάμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , , | 216 Σχόλια »

Το παλιό μας το τεφτέρι ξανά

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2018

Σύμφωνα με την παλιά παροιμία, ο μπακάλης σαν φτωχύνει, τα παλιά τεφτέρια πιάνει. Το κάνει αυτό με την ελπίδα πως μπορεί ν’ ανακαλύψει τίποτα ξεχασμένα βερεσέδια, που τα είχε θεωρήσει ανάξια λόγου τον καιρό των παχιών αγελάδων ή που τα είχε παραβλέψει.

Κι εγώ τον μπακάλη της παροιμίας θα μιμηθώ, όχι επειδή φτώχυνα παρά γιατί ταξιδεύω -κι επειδή ασθενής και οδοιπόρος άρθρο δεν μπορεί να γράψει, το σημερινό μας άρθρο, και καναδυό επόμενα, θα είναι επαναλήψεις ή τέλος πάντων κονσέρβες.

Επαναλαμβάνω σήμερα λοιπόν ένα άρθρο που, ακριβώς, μιλάει για τα παλιά τεφτέρια, από ετυμολογική όμως άποψη, διότι η ιστορία της λέξης είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα. Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί το μακρινό 2009, οπότε ελπίζω πως δεν θα το θυμούνται όλοι οι σημερινοί αναγνώστες. Έχω όμως προσθέσει κάμποσα που δεν υπήρχαν στην πρώτη δημοσίευση, που ήταν αμιγώς ετυμολογική, και έχω ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης.

Η διφθέρα στα αρχαία σήμαινε αρχικά το δέρμα το κατεργασμένο, το πετσί. Είναι λέξη πολύ παλιά, αφού στα μυκηναϊκά υπάρχει ένας dipteraporo (διφθεροφόρος;). Προέρχεται από το ρήμα δέφω, το οποίο σήμαινε «κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ, κι αν πήγε το μυαλό σας στο πονηρό καλώς πήγε. Οι αρχαίοι έλεγαν δέφομαι ή δέφω εαυτόν γι’ αυτή τη χρήση. Σε ένα ασεβέστατο απόσπασμα του κωμικού Εύβουλου για τον τρωικό πόλεμο, διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί δεν είχαν εταίρες μαζί τους κι έτσι «εαυτούς δ’ έδεφον ενιαυτούς δέκα».

Το αρχαίο δέφω, πάντως, με την αθώα σημασία του, έχει διατηρηθεί στη σημερινή βυρσοδεψία και στις δεψικές ουσίες της χημείας. Με την άλλη σημασία του δεν έχει διατηρηθεί, αν και ένας φίλος του παππού μου είχε τη συνήθεια να αποκαλεί «δέπτορες» όλους τους ημιμαθείς ενοχλητικούς που συναντούσε, ενίοτε μάλιστα και να τους συστήνει, «από εδώ ο κύριος τάδε, δέπτωρ της φιλοσοφίας». Το έχω αναστήσει κι εδώ, πρόσφατα, με παραλλαγή. Αλλά παρεκτρέπομαι, με περισσότερες από μία σημασίες.

Η διφθέρα δεν ήταν μόνο το πετσί, ήταν επίσης και το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφική ύλη, η περγαμηνή. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Ίωνες αποκαλούν διφθέρες και τους παπύρους, διότι τον παλιό καιρό που δεν είχαν παπύρους (βύβλους) έγραφαν πάνω σε κατεργασμένα δέρματα (διφθέρας) αιγοπροβάτων κι έτσι το όνομα έμεινε. Και πολλοί βάρβαροι γράφουν σε τέτοιες διφθέρες, μας λέει:

Καὶ τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες͵ ὅτι κοτὲ ἐν σπάνι βύβλων ἐχρέωντο διφθέρῃσι αἰγέῃσί τε καὶ οἰέῃσι· ἔτι δὲ καὶ τὸ κατ΄ ἐμὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων ἐς τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Η αγωνία του επιθετικού πριν από το πέναλτι

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2018

Χτες και σήμερα δεν γίνονται αγώνες για το Μουντιάλ, οπότε επωφελούμαι από αυτη την ανάπαυλα για ένα ποδοσφαιρικό λεξιλογικό άρθρο, που εν μέρει μόνο ειναι επαναληψη ενός (αρκετά) παλιότερου. Θα το αφιερώσω στα πέναλτι, που έκαναν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους, αφενός στην κανονική διάρκεια του αγώνα, όπου η καινοτομία του VAR έδωσε μια νέα διάσταση στο αιώνιο ερώτημα (Ήταν πέναλτι ή δεν ήταν;) και αφετέρου μετά τη λήξη της παράτασης στους αγώνες νοκάουτ σαν μέθοδος για να ξεκαθαρίσει ο νικητής.

Από τους οχτώ αγώνες των αντιπροημιτελικών (δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ο όρος, εννοώ βέβαια τη φάση των 16) οι τρεις πήγαν στην παράταση και όλοι τους οδηγήθηκαν στη συνέχεια σε πέναλτι. Χτυπήθηκαν 29 πέναλτι (ένα δεν χρειάστηκε να εκτελεσθεί, στον αγωνα Ρωσίας-Ισπανίας) και στα 19 είχαμε γκολ. Ποσοστό επιτυχίας 65,5%.

Υπάρχουν βέβαια και τα πέναλτι στην κανονικη διάρκεια του αγώνα -μεχρι τώρα, αν μέτρησα καλά, στους 56 αγώνες του φετινού μουντιάλ έχουν σφυριχτεί 28 πέναλτι (σε 10 περιπτώσεις ο διαιτητής συμβουλεύτηκε το VAR προηγουμένως) και από αυτά μπήκαν γκολ τα 21, ποσοστό 75%.

Θα ήταν παρακινδυνευμένο από τόσο μικρό δειγμα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι τα πέναλτι της έκτακτης διαδικασίας αποτυχαίνουν πιο εύκολα από τα κανονικά πέναλτι, της ροής του αγώνα, όμως αυτο πραγματι ισχύει. Από μελέτες που έχουν γίνει προκύπτει μια διαφορά περίπου τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων. Αυτό μπορεί να εξηγηθει από την μεγαλύτερη ψυχολογική πίεση αλλά και από έναν άλλο παράγοντα: τα πέναλτι της κανονικής ροής τα χτυπάει συνήθως ένας παικτης, ο ίδιος πάντα, που είναι σπεσιαλίστας σε αυτό, όπως ο Κέιν που έβαλε δύο στο ματς Αγγλία-Παναμάς. Αντιθετα, στα πέναλτι της έκτακτης διαδικασίας επιστρατεύονται πέντε παίχτες, σχεδον η μισή εντεκάδα, οπότε αναπόφευκτο είναι να χτυπήσουν πέναλτι και κάποιοι που δεν είναι και τόσο καλοί -αν μάλιστα μετά τα 5 πέναλτι εκατέρωθεν υπάρχει ισοπαλία οι ομάδες συνεχίζουν να χτυπάνε πέναλτι, από ένα η καθεμία ώσπου να αναδειχτεί νικητής, οπότε δεν αποκλείεται να κληθούν να εκτελέσουν και οι πιο ατζαμήδες της ομάδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Ποντιακά

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2018

Tο σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στο ένθετο Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής στην ταχτική μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Για ένα τέτοιο θέμα θα μπορούσα φυσικά να γράψω πολύ περισσότερα από τις το πολύ 800 λέξεις που είναι το όριο για την εφημερίδα. Ωστόσο, τώρα που ξαναβλέπω το κείμενό μου διστάζω να κάνω προσθήκες εδώ κι εκεί διότι θα χάσει την ισορροπία του. Οπότε, θα τις κάνετε εσείς στα σχόλια.

Μόνο να πω ότι για την ποντιακή διάλεκτο θα χρειαζόταν άρθρο -που δεν ξέρω αν είμαι εγώ ο αρμοδιότερος να το γράψω. Ασφαλώς θα βάλουμε κάτι ακόμα στο μέλλον. Και να εκφράσω τη διαφωνία μου (δεν χώρεσε η σχετική αναφορά στο άρθρο) στην υποκριτική ή άστοχη αντίθεση στον χρησιμότατο όρο «Ρωσοπόντιοι» για τους Πόντιους που ήρθαν από την πρώην ΕΣΣΔ από το 1990 και μετά.

Δυο γεγονότα που συνέπεσαν μέσα στον μήνα που μας πέρασε ήταν η πρωτοφανής επίθεση του ακροδεξιού εσμού στον δήμαρχο Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη στις εκδηλώσεις μνήμης της ποντιακής γενοκτονίας και, δυο μέρες αργότερα, ο θάνατος του κοσμαγάπητου κωμικού Χάρρυ Κλυνν –κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για τους Πόντιους και τα ποντιακά.

Οι Πόντιοι κατάγονται από τον Πόντο, όπως ονομάζεται η νότια ακτή του Εύξεινου Πόντου, που λέγεται αλλιώς και Μαύρη Θάλασσα. Στην αρχή βρίσκεται το ουσιαστικό πόντος, πανάρχαια ομηρική λέξη που σημαίνει και σήμαινε τη θάλασσα, αν και δεν είναι πολύ εύκολο να δούμε στα αρχαία κείμενα πώς ακριβώς διακρίνεται ο πόντος από την άλλη αρχαία λέξη για την ανοιχτή θάλασσα, το πέλαγος. Φαίνεται πως η αρχική σημασία ήταν το θαλάσσιο πέρασμα (πρβλ. Ελλήσποντος), όμως για έναν ναυτικό λαό όπως ήταν οι Έλληνες ακόμα και οι ανοιχτές θάλασσες είναι περάσματα από τη μια στεριά  στην άλλη.

Στα αρχαία κείμενα βρίσκουμε πολλές σύνθετες λέξεις με τον πόντο, όπως ποντοβαφής, ποντομέδων, ποντοπλάνητος, ποντοκράτωρ, από τις οποίες έχει επιβιώσει στη νέα ελληνική ο ποντοπόρος, όπως λέμε τα πλοία που διαπλέουν την ανοιχτή θάλασσα και κάνουν υπερπόντια ταξίδια. Ας αναφέρουμε και το ρήμα ποντίζω, βυθίζω κάτι στη θάλασσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μικρά Ασία, Ομόηχα, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Μηνολόγιον Απριλίου 2018

Posted by sarant στο 1 Απρίλιος, 2018

Για άλλη μια φορά, το ιστολόγιο βρίσκεται σε δίλημμα -είναι μεν πρώτη του μηνός, είναι όμως και Κυριακή. Την πρώτη του μηνός βάζουμε το Μηνολόγιο, την Κυριακή κάποιο λογοτεχνικό άρθρο. Ποιο από τα δύο θα προπορευτεί και ποιο θα υποχωρήσει; Επειδή και η αυριανή μέρα έχει θέμα δεσμευμένο, διάλεξα να θυσιάσω το λογοτεχνικό μας άρθρο.

Το Μηνολόγιο, λοιπόν, που το δημοσιεύω εδώ συνήθως την πρώτη του μηνός, ήταν ιδέα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ο οποίος αρχικά το δημοσίευε στο περιοδικό Φιστίκι, που το έβγαζε επί πολλά χρόνια στην Αίγινα. Στο εδώ ιστολόγιο, το Μηνολόγιο άρχισε να δημοσιεύεται τον Οκτώβρη του 2010 και βέβαια μέσα σε 12 μήνες έκλεισε τον κύκλο. Τότε, αποφάσισα να εξακολουθήσω να το δημοσιεύω στις αρχές κάθε μήνα, επειδή έχει γίνει το σταθερό σημείο αναφοράς που ενημερώνεται συνεχώς με δικά σας σχόλια μέσα στη διάρκεια του μήνα, σχόλια που συνήθως αφορούν επισήμανση ημερομηνιών, αν και κυρίως αγγελτήρια θανάτων.

Οπότε, συνεχίζω τις δημοσιεύσεις όσο θα υπάρχει ενδιαφέρον, προσθέτοντας πάντοτε δικές σας προτάσεις από πέρυσι. Πάντως, σε κάποιες περιπτώσεις η επέτειος έχει εσκεμμένα μετατεθεί κατά μία ημέρα.

Κυ 1 Του βαρώνου Μυγχάουζεν και των ανιδιοτελώς ψευδομένων
Δε 2 Διεθνής ημέρα παιδικού βιβλίου
Τρ 3 Γενέσιον Θεοδώρου Κολοκοτρώνη του στρατηλάτου
Τε 4 Γενέσιον Ανδρέου Ταρκόφσκη και αυτοκτονία Δημητρίου Χριστούλα
Πε 5 Ιακώβου Καζανόβα του μεγάλου εραστού
Πα 6 Του ζωγράφου Ραφαήλου
Σα 7 Παγκόσμια ημέρα υγείας – Ιπποκράτους του Κώου
Κυ 8 Γενέσιον Ιακώβου Μπρελ
Δε 9 † Φραγκίσκου Βάκωνος
Τρ 10 Θρίαμβος Σπυρίδωνος Λούη του ωκύποδος
Τε 11 Γιούρι Γκαγκάριν, του πρώτου ανθρώπου εις το Διάστημα
Πε 12 Τα μεγάλα Διονύσια
Πα 13 Βαρούχ Σπινόζα του προδρόμου του Διαφωτισμού και Σαμουήλ Μπέκετ γενέσιον
Σα 14 † Βλαδιμήρου Μαγιακόφσκι αυτοχειριασμός
Κυ 15 Λεονάρδου ντα Βίντσι
Δε 16 † Γεωργίου Βιζυηνού, το τελευταίον της ζωής του ταξίδιον
Τρ 17 Γενέσιον Κωνσταντίνου Καβάφη και τελευτή Νίκου Παπάζογλου και Δημήτρη Μητροπάνου
Τε 18 † Αλβέρτου Αϊνστάιν τελευτή
Πε 19 † Καρόλου Δαρβίνου
Πα 20 Ιωάννου Ιακώβου Ρουσώ και του Κοινωνικού Συμβολαίου
Σα 21 Βεβήλωσις του Φοίνικος (αποφράς ημέρα)
Κυ 22 † Γουλιέλμου Σαιξπήρου του μεγάλου δραματουργού
Δε 23 † Τελευτή Γεωργίου Καραϊσκάκη
Τρ 24 Της γενοκτονίας των Αρμενίων
Τε 25 † Μαγελάνου του εξερευνητού
Πε 26 Γενέσιον Ευγενίου Ντελακρουά
Πα 27 Γενέσιον Αδαμαντίου Κοραή του Διαφωτιστού
Σα 28 Μιχαήλ Λομονόσωφ
Κυ 29 † Κωνσταντίνου Καβάφη του ανεπαναλήπτου
Δε 30 Μαρίας Πολυδούρη τελευτή.

Να διευκρινίσω εδώ ότι η νίκη του Σπύρου Λούη στην Ολυμπιάδα του 1896 έγινε, με το τότε ημερολόγιο, στις 29 Μαρτίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι Ολυμπιακοί αγώνες είναι ένα διεθνές γεγονός, και επειδή την ίδια μέρα το μηνολόγιο τιμά τη μνήμη ενός δικού μας προσώπου, προτίμησα να τιμήσω τον Λούη με το νέο ημερολόγιο, αλλά ας έχουμε κατά νου την αλλαγή των ημερολογίων.

Μια ακόμα διευκρίνιση είναι ότι στις 29 Απριλίου δεν έχουμε μόνο τον θάνατο του Καβάφη αλλά και τη γέννησή του: ο ποιητής ανήκει στη σχετικά σπάνια κατηγορία ανθρώπων που έφυγαν από τον κόσμο τη μέρα των γενεθλίων τους. Αυτό όμως ισχύει μόνο με το νέο ημερολόγιο: με το παλαιό, που ίσχυε το 1863, ο Καβάφης γεννήθηκε στις 17 Απριλίου γι’ αυτό και τον τιμάμε και εκείνη την ημερομηνία.

Βέβαια, σήμερα είναι και πρωταπριλιά και ίσως θα έπρεπε να βάλουμε ένα πρωταπριλιάτικο αστείο (όπως είχαμε βάλει πριν από μερικά χρόνια). Ωστόσο, στις μέρες μας δυσκολεύεται κανείς να βρει ένα πρωταπριλιάτικο που να μην έχει γίνει ή να μην υπάρχει κίνδυνος να γίνει πραγματικότητα.  Οπότε, παραιτούμαι από τα πρωταπριλιάτικα, αν όμως διαβάσετε κάποιο γουστόζικο και πρωτότυπο μπορείτε να το αναφέρετε εδώ. Δείτε και ένα παλιότερο άρθρο μας για μερικά πετυχημένα πρωταπριλιάτικα αστεία, καθώς κι ένα σχετικό γιουτουμπάκι για τα ελβετικά σπαγγετόδεντρα, όπως και ένα γλωσσικό πρωταπριλιάτικο από παλιότερα: Η τρόικα επιβάλλει το λατινικό αλφάβητο.

Κατά τα άλλα, ο Απρίλιος, πέρα από την πρωταπριλιά, είναι επίσης (κατά τον Έλιοτ) ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας μέσα απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, ενώ σύμφωνα με ένα παμπάλαιο δημοτικό τραγούδι είναι και απριλοφόρητος (δείτε το παλιό μας άρθρο) -ωστόσο, το επίθετο “απριλιανός” έχει σπιλωθεί, ώσπου να την ξεχάσουμε, από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967.

Επίσης, ο Απρίλης είναι συνήθως ο μήνας του Πάσχα -το οποίο μπορεί να πέσει από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου, άρα τις περισσότερες φορές πέφτει Απρίλη, φέτος μάλιστα νωρίς-νωρίς.

Επειδή, σε αντίθεση με τον άστατο Μάρτη, τον Απρίλη η άνοιξη έχει πια εδραιωθεί, πολύ συχνά τους δυο καθαρόαιμους ανοιξιάτικους μήνες τους λέμε μαζί: Απριλομάης ή και Μαγιάπριλο, λέξεις ποιητικότατες. Υπάρχει πάντως και η παροιμία «των καλών ναυτών τα ταίρια, το μαγιάπριλο χηρεύουν», για τις αιφνίδιες ανοιξιάτικες κακοκαιρίες, όπως και η «στον καταραμένο τόπο, το Μαγιάπριλο χιονίζει», που τη λέμε και μόνο για τον Μάη. Βέβαια, οι απριλιάτικες βροχές χρειάζονται: Αν κάνει ο Μάρτης δυο νερά κι ο Απρίλης άλλο ένα, χαρά σ’ εκείνον τον ζευγά που’χει πολλά σπαρμένα, λέει μια γνωστή παροιμία, και «Τ’ Απριλιού κάθε σταλαματιά νερό είναι βαρέλι λάδι», ένα όχι πολύ γνωστό κεφαλονίτικο γνωμικό.

Πάντως, στην Κεντρική Ευρώπη ο Απρίλης είναι πολύ πιο άστατος -έχει τα σουσούμια του δικού μας Μάρτη, κι έτσι υπάρχουν γερμανικές παροιμίες όπως April, April, er macht was er will (κάνει ό,τι θέλει) ή η έκφραση launisch wie April (παλαβός σαν Απρίλης).

Η λέξη Απρίλιος είναι μάλλον είδος αντιδανείου. Πράγματι, το λατινικό aprilis (όλα τα ονόματα των μηνών έχουν λατινική προέλευση), σύμφωνα με μια παμπάλαιη ετυμολογία προέρχεται από το ρήμα aperire (ανοίγω). Επί αιώνες, οι φιλόλογοι έμειναν ικανοποιημένοι από την εξήγηση αυτή, που άλλωστε είναι απολύτως ευλογοφανής, μια και τον Απρίλιο «ανοίγει» ο καιρός, γίνεται ανοιξιάτικος και φιλικός. Να θυμίσουμε και την δική μας άνοιξη. Όμως ο Emile Benveniste υποστήριξε, πειστικά, ότι ο Απρίλιος προέρχεται από την θεά Αφροδίτη, και ειδικότερα από τον συγκεκομμένο τύπο του ονόματός της, το υποκοριστικό Αφρώ. Αλλά δεν πήγε κατευθείαν από τα ελληνικά στα λατινικά -μεσολάβησαν οι ετρούσκοι, και ο ετρουσκικός τύπος, apru, είναι αυτός που πήραν οι ρωμαίοι. Η εξήγηση του Μπενβενίστ γίνεται απόλυτα πειστική αν σκεφτούμε ότι ο γειτονικός μήνας του Απρίλη, ο Μάρτιος, δεν είναι άλλος από τον μήνα του θεού Αρη (Mars στα λατινικά), και απ’ αυτόν έχει πάρει τ’ όνομά του. Και, όπως ξέρουμε, η Αφροδίτη και ο Αρης είχαν στη μυθολογία κάτι παραπάνω από στενούς δεσμούς. Λογικό ήταν να έχουν και τους μήνες τους πλάι-πλάι. Αλλωστε, και Ρωμαίοι το αναγνώριζαν αυτό, όπως ο Οβίδιος. Κι αν ο Απρίλης είναι όντως της Αφροδίτης, δικαιώνεται ακόμα περισσότερο ο σολωμικός στίχος έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη.

Υπάρχει πάντως και επώνυμο Απρίλης, το οποίο όπως βλέπω επιχωριάζει στη Φαλάνη του ν. Λαρίσης.

Επίσης, την 1η Απριλίου, ανάμεσα στις άλλες επέτειες που υπάρχουν, και που δεν χώρεσαν στο μηνολόγιο (όπως είναι η έναρξη του κυπριακού αγώνα ανεξαρτησίας το 1955 ή η δημιουργία του Gmail, που σήμερα γίνεται 12 χρονών), είναι και μια ιδιωτική, ας πούμε, επέτειος, που πολύ ενδιαφέρει όσους ασχολούνται με τις μεταφράσεις και γενικότερα με τη γλώσσα. Πριν από 10 χρόνια, την πρωταπριλιά, ιδρύθηκε το μεταφραστικό φόρουμ Λεξιλογία, όπου γίνονται πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις σαν κι αυτές για μεταφραστικά και γλωσσικά θέματα και όπου μπορείτε να βρείτε απάντηση σε όποια μεταφραστική απορία έχετε!

Να κλείσουμε μ’ ένα απριλιάτικο γιουτουμπάκι. Το βαλς του Απρίλη, σε μουσική Λάζαρου Σαμαρά και στίχους Σοφίας Καραχάλιου, με τη Φωτεινή Βελεσιώτου.

Καλό μήνα και θα περιμένω τα σχόλιά σας. Θα το εκτιμήσω ιδιαίτερα αν συνεχίσετε να κάνετε σχόλια, αφού από σήμερα μπήκε φόρος 0,01 ευρώ για κάθε σχόλιο σε ιστολόγιο, το λεγόμενο ΕΤΗΣΙ (Ειδικό Τελος Ηλεκτρονικού Σχολιασμού Ιστολογίων). Να σημειωθεί πως αν το σχόλιο έχει και εικόνα ή βίντεο το τέλος ανεβαίνει στα 0,05 ευρώ.

Posted in Αντιδάνεια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επώνυμα, Επετειακά, Ετυμολογικά, Μηνολόγιο, Παροιμίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 188 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα για φέτος;

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2017

Επειδή το ζήτησε ο φίλος μου ο Πάτροκλος, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του 2014 που αναφέρεται στο αιώνιο δίλημμα των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”  Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά ξεθωριάζουν και παύουν να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Πέτσινο χρηματιστήριο

Posted by sarant στο 28 Νοέμβριος, 2017

Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου η εικόνα που βλέπετε αριστερά, που είναι παρμένη από το Υπόμνημα ενός σχεδίου πόλεως του Πειραιά του 19ου αιώνα και προέρχεται από το ψηφιακό αρχείο του Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος του ΕΜΠ. Με τα αρχιτεκτονικά εγώ δεν είμαι ειδήμονας, κι έτσι δεν ασχολήθηκα με το σχέδιο καθαυτό. Εμείς εδώ λεξιλογούμε και θα εστιαστούμε σε μία από τις λέξεις του Υπομνήματος, τη μόνη που δεν βρίσκεται σε χρήση στη σημερινή νεοελληνική γλώσσα.

Πρόκειται για τη λέξη Βύρσα, στον αριθμό 13 του Υπομνήματος. Η λέξη δεν υπάρχει στα σημερινά λεξικά, αν και μας είναι οικείο ένα σύνθετό της, η βυρσοδεψία. Βύρσα λοιπόν, στα αρχαία, είναι το γδαρμένο δέρμα ζώου, η δορά, το τομάρι· επίσης, ο ασκός κρασιού, το τουλούμι.

Ολοφάνερα όμως, ο συντάκτης του υπομνήματος δεν έχει τοποθετήσει στο σχέδιο, πλάι στην εκκλησία και στο θέατρο, ούτε δέρμα ζώου ούτε τουλούμι με κρασί. Προφανώς, η λέξη Βύρσα προσδιορίζει κάποιο δημόσιο κτίριο. Ποιο όμως;

Να το πάρει το ποτάμι;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 208 Σχόλια »

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Τα αντιδάνεια, τα γκρίκλις και το πληκτρολόγιο Gboard

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2017

Γνωρίζατε ότι οι περισσότερες λέξεις στο λεξιλόγιο ενός μορφωμένου αγγλόφωνου, είναι αντιδάνειο από τα Ελληνικά;

Αν δεν το γνωρίζατε, πολύ καλά κάνετε, διότι δεν ισχύει. Η παραπάνω πρόταση είναι πολλαπλά ανακριβής -αλλά ποιος διατυπώνει τον ισχυρισμό αυτόν;

Ένας καλός φίλος του ιστολογίου μου έδειξε την εξής ανακοίνωση για το νέο πληκτρολόγιο Gboard της Google:

Γνωρίζατε ότι οι περισσότερες λέξεις στο λεξιλόγιο ενός μορφωμένου αγγλόφωνου, είναι αντιδάνειο από τα Ελληνικά; Εκατοντάδες επιστημονικοί, ιατρικοί και μηχανικοί όροι έχουν ρίζα από τα ελληνικά. Παραδείγματα είναι: Physics, photography, microscope, telephone, biology, zoology – και αυτές οι λέξεις αποτελούν κομμάτι σχεδόν όλων των Ευρωπαϊκών γλωσσών.

Σήμερα, η Google παρουσιάζει σε όλους τους Έλληνες χρήστες που χρησιμοποιούν το ελληνικό πληκτρολόγιο αλλά και στους ενθουσιώδεις με την Ελληνική γλώσσα, την υποστήριξη των Greeklish στο Gboard, ένα πληκτρολόγιο της Google για την συσκευή σας. Το Gboard, σας παρέχει όλα όσα περιμένατε από ένα εξαιρετικό πληκτρολόγιο – GIFs, emojis και Glide Typing (σχεδίαση της λέξης χωρίς να σηκώσετε το δάχτυλό σας) – με ενσωματωμένο το Google Search.

Το Ελληνικό αλφάβητο, που αποτελείται από 24 γράμματα, είναι από τα πιο συναρπαστικά αλφάβητα, τουλάχιστον για εμένα Θυμάμαι πως περίπου πριν από 15 χρόνια, η μόνη επιλογή που είχα στη σύνταξη γραπτών μηνυμάτων ήταν να χρησιμοποιήσω το πληκτρολόγιο λατινικών χαρακτήρων (a-b-c-…), καθώς ήταν δύσκολο να εισάγω χαρακτήρες στα Ελληνικά (α-β-γ-…). Σαν αποτέλεσμα, οι χρήστες του ελληνικού πληκτρολογίου, όπως εγώ, συνήθισαν να πληκτρολογούν ελληνικές λέξεις σε πληκτρολόγιο λατινικών χαρακτήρων- ένας τρόπος γραφής γνωστό ως “Greeklish”.

[Ακολουθούν τεχνικές λεπτομέρειες που τις παραλείπω, και έρχεται η κατακλείδα]:

Πιστεύουμε ότι αυτό το νέο πληκτρολόγιο θα βοηθήσει τους χρήστες να συνεχίσουν να γράφουν στην Ελληνική Γλώσσα, διατηρώντας τον πολιτισμό και την γλώσσα μας στον ψηφιακό κόσμο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια | Με ετικέτα: , , , | 142 Σχόλια »

Μια άρια από τον Τροβατόρε

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2017

Δίνεται σήμερα στο Ηρώδειο η πρεμιέρα του Τροβατόρε, της δημοφιλέστατης όπερας του Τζουζέπε Βέρντι, σκέφτηκα λοιπόν, μια που δεν μπορώ να πάω, να αφιερώσω το σημερινό άρθρο στην όπερα αυτή. Θα συζητήσουμε για τον τίτλο της όπερας και θα δούμε την υπόθεσή της και μια από τις πιο γνωστές της άριες.

Βέβαια, ο τσαγκάρης δεν έχει αρμοδιότητα παραπάνω απ’ τον αστράγαλο, οπότε τα δικά μου σχόλια δεν θα είναι μουσικολογικά, όσο λεξιλογικά. Δεν κρύβω πάντως ότι μου αρέσει πολύ η ιταλική όπερα μέχρι και τον Βέρντι. Στο ιστολόγιο δεν έχω φανερώσει τόσο πολύ αυτή την κλίση μου, αν και πριν από τρεις μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για μιαν άρια από τον Κουρέα της Σεβίλλης.

Η όπερα του Βέρντι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται στην πατρίδα μας με τον ιταλικό της τίτλο αμετάφραστο, Τροβατόρε (στα ιταλικά Il trovatore). Ο αντίστοιχος ελληνικός όρος είναι «τροβαδούρος», μεταφορά του γαλλ. troubadour.

Οι τροβαδούροι ήταν περιπλανώμενοι λυρικοί ποιητές και μουσικοί που έζησαν στην Προβηγκία και γενικά στη νότια Γαλλία από τον 11ο έως τον 13ο αιώνα. Τραγουδούσαν κυρίως ερωτικά ιπποτικά θέματα στη λεγόμενη γλώσσα του οκ. Την ίδια εποχή στη Βόρεια Γαλλία άκμασαν οι τρουβέροι, που είχαν όμως πιο πολύ πολεμική θεματολογία.

Και οι δυο κατηγορίες τραγουδιστάδων έχουν παρεμφερή ετυμολογία και στην αρχή της αλυσίδας βρίσκεται η ελληνική λέξη τρόπος. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως tropus, με πολλές σημασίες μεταξύ των οποίων «ρητορικό σχήμα». Από εκεί παράγεται το υστερολατινικό ρήμα contropare που σημαίνει «μιλώ μεταφορικά», «κάνω συγκρίσεις», καθώς και μια αμάρτυρη παραλλαγή του, το *tropare με σημασία «συνθέτω, εφευρίσκω».

Αυτό το *tropare πήρε λοιπόν δύο σημασίες που σιγά-σιγά χωρίστηκαν, αφενός τη «συνθέτω ένα ποίημα» και αφετέρου τη σημασία «ανακαλύπτω, εφευρίσκω». Από το παλαιοπροβηγκιανό ρήμα trobar, που παραδίδεται και με τις δύο παραπάνω σημασίες, γεννήθηκε η λέξη trobador που δήλωνε τους περιπλανώμενους αυτούς συνθέτες και τραγουδιστές. Η λέξη διαδόθηκε στις άλλες γλώσσες της περιοχής, και στα γαλλικά ως troubadour. Εν τω μεταξύ στα γαλλικά παράγωγο του *tropare ήταν το ρήμα trouver που σιγά-σιγά πήρε αποκλειστικά τη σημασία «βρίσκω» και είναι σήμερα ένα από τα κοινότερα ρήματα της γαλλικής γλώσσας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Μεταφραστικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Για μπάνιο πάω

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2017

Φέτος έτυχε να πάρω νωρίς την καλοκαιρινή μου άδεια, αλλά τον Αύγουστο που όλοι θα διακοπεύετε εγώ θα δουλεύω σκληρά. Οπότε, τη φράση του τίτλου θα μπορούσα να την πω κι εγώ, αν και την έχουν πει κι άλλοι πριν από μένα. Γενικά, ολόκληρο το σημερινό άρθρο θα έχει κάτι από ντεζαβούδι για τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου, αφού αποτελεί, εν μέρει όμως μόνο, επανάληψη παλιότερου άρθρου -σας έχω προειδοποιήσει, άλλωστε, ότι ως τον Σεπτέμβρη το ιστολόγιο θα κινείται με πιο χαλαρούς ρυθμούς.

Το καλοκαίρι κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα, αλλά η λέξη δεν αναφέρεται μόνο στο θαλασσινό λουτρό ούτε μόνο στο κολύμπι. Μπάνιο λέγεται και το πλύσιμο ολόκληρου του σώματος, κανονικά όταν γίνεται στη μπανιέρα, αλλά και στο ντους, ενώ συνεκδοχικά μπάνιο λέγεται και ο ειδικός χώρος του σπιτιού ή του ξενοδοχείου που είναι εφοδιασμένος με μπανιέρα ή/και ντουζιέρα και όλα τα απαραίτητα.

Ετυμολογικά, η λέξη «μπάνιο» είναι δάνειο από τα ιταλικά, και όπως θα δούμε είναι αντιδάνειο. Παράλληλα, έχουμε κρατήσει την παλιότερη λέξη, λουτρό, για όλες σχεδόν τις χρήσεις -έτσι, και το δωμάτιο του μπάνιου λέγεται και λουτρό, αλλά και για θαλάσσια λουτρά μιλάμε. Μάλιστα, λέμε μόνο «λουόμενοι» όταν θέλουμε να αναφερθούμε σε όσους βρίσκονται στην πλαζ και κάνουν μπάνιο, δεν έχουμε άλλη λέξη, από τη ρίζα του μπάνιου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 185 Σχόλια »