Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αργκό’ Category

Φωνάζει ο μπούλης

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2021

Τι κάνεις όταν ένας άνθρωπος με τον οποίο έχεις επανειλημμένα διαφωνήσει επικρίνει κάποιον άλλον με τον οποίο επίσης έχεις επανειλημμένα διαφωνήσει;

Παραγγέλνεις καφέ, ή, όπως το θέλει και το μιμίδιο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παίρνεις ποπ κορν. Ή, γράφεις άρθρο όπως θα κάνω εγώ σήμερα.

Σπεύδω όμως να διευκρινίσω ότι ο «μπούλης» του τίτλου δεν αφορά κανέναν από τους δύο.

Λοιπόν, γράφοντας για το γνωστό επεισόδιο του ξυλοδαρμού του σταθμάρχη στο μετρό από τους δυο ανήλικους, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, τις προάλλες στην Καθημερινή, έριξε και μια μπηχτή στον Γ. Μπαμπινιώτη:

Την Ελληνίδα μάνα την έπνιξε το δίκιο. … «Τους έκανε μπούλινγκ ο παλιάνθρωπος». Κύριε Μπαμπινιώτη, ερευνήσατε πάραυτα για την ελληνική απόδοση. Δεν είναι δυνατόν η Ελληνίδα μάνα να χρησιμοποιεί τα «ξένα» για να εκφραστεί.

Ειρωνικά το λέει ο Τακης Θ., τρολάρει θα λέγαμε τον Μπαμπινιώτη και τις πρόσφατες ντιρεχτίβες του για το πώς πρέπει να λέμε το λοκντάουν, το ντελίβερι και άλλες λέξεις της επικαιρότητας.

Ωστόσο, το bullying έχει αποδοθεί στα ελληνικά. Οι υπηρεσίες της ΕΕ χρησιμοποιούν τον όρο «εκφοβισμός», συχνά «σχολικός εκφοβισμός» για το school bullying  αλλά και «κυβερνοεκφοβισμός» για το cyber bullying. Ο όρος έχει περάσει και στην ελληνική νομοθεσία.

Αλλά κάθε λέξη έχει την αξία της και τη θέση της. Το καλό μας κοστούμι είναι θαυμάσιο για ορισμένες επίσημες περιστάσεις, αλλά μέσα στο σπίτι θέλουμε κάτι πιο ευκολοφόρετο, κι όταν βγαίνουμε για τρέξιμο προτιμάμε φόρμες. Το να υπάρχουν περισσότερες από μία λέξεις για το ίδιο πράγμα, σε διαφορετικά επίπεδα ύφους, δεν είναι κακο, αντίθετα είναι πλούτος για τη γλώσσα, είναι καλό πλάι στην επίσημη απόδοση, τη θεσμική, να υπάρχει και η ανεπίσημη, η λαϊκή. Σε ενα νομοσχέδιο θα γράψεις «Λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση του σχολικού εκφοβισμού» (έτσι ήταν διατυπωμένο ένα άρθρο σε πρόσφατο εκπαιδευτικό νομοσχέδιο), αλλά όταν κάποιος σε κατατρέχει θα παραπονεθείς «Μου κάνεις μπούλινγκ!»

Μπορεί κανείς να πει ότι δεν είναι πολύ πετυχημένη η ελληνική απόδοση. Πράγματι, όταν είχαμε πριν απο 6 χρόνια ασχοληθεί πάλι με το θέμα, τότε με την τραγική ιστορία του παλικαριού από την Κρήτη, του Βαγγέλη Γιακουμάκη, είχα γράψει:

Η επίσημη απόδοση του bullying στην ορολογία της ΕΕ είναι «(σχολικός) εκφοβισμός». Ο όρος κοντεύει να καθιερωθεί, αλλά δεν τον βρίσκω ικανοποιητικόν. Ο όρος εκφοβισμός κατά τη γνώμη μου παραπέμπει σχεδόν αποκλειστικά σε λεκτικές απειλές, όχι σε λοιδορίες, οργανωμένη πρόγκα ή χειροδικία, που όλα αυτά μπορεί να τα έχει το μπούλινγκ. Θα προτιμούσα τον εκφοβισμό να τον κρατήσω για απόδοση του intimidation, και ένα άλλο μειονέκτημα του όρου ίσως είναι ότι ο δράστης, ο bully, θα έπρεπε να αποκληθεί «εκφοβιστής», που κάπως με ξενίζει.

Οι αντιρρήσεις μου έχουν κάποια βάση, αλλά είναι πολύ συνηθισμένο, όταν μεταφέρεις στη γλώσσα σου έναν όρο που έχει παραχθεί σε άλλη γλώσσα, να παθαίνεις «ορολογική ανασφάλεια». Εξάλλου, στα 6 χρόνια που μεσολάβησαν ο όρος «εκφοβισμός» έχει κερδίσει έδαφος, ενώ βλέπω ότι και το ουσιαστικό «εκφοβιστής» (για τον δράστη του μπούλινγκ) έχει αρχίσει να λέγεται: Γιατί ένα παιδί γίνεται εκφοβιστής.

Ωστόσο, πείσθηκα ότι μας χρειάζεται ένας φρέσκος όρος για τον δράστη του εκφοβισμού, και όχι να χρησιμοποιήσουμε το «τραμπούκος» από έναν φίλο που επισήμανε μια καίρια διαφορά ανάμεσα στον bully και στον τραμπούκο: για τον bully ο εκφοβισμός είναι διασκέδαση και αυτοσκοπός, για τον τραμπουκο είναι μέσο, εργαλείο. Κι έτσι έχει πάψει να με ξενίζει ο εκφοβιστής.

Βέβαια, η συζήτηση αυτή γίνεται έχοντας πάντοτε κατά νου πως ο λόγιος όρος που πλάσαμε (και που, έστω, έχει καθιερωθεί), θα παραμείνει να χρησιμοποιείται σε ορισμένα μονο επίπεδα ύφους. Ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας, σε στιγμές φόρτισης κατά πάσα πιθανότητα το μπούλινγκ θα χρησιμοποιήσουμε, όχι τον εκφοβισμό. Είναι πιο ζωντανός όρος. «Μην κάνετε μπούλινγκ στο παιδί» θα φωνάξει κάποιος που βλέπει δυο νταήδες (να άλλη μια λέξη) να έχουν στριμώξει έναν μικρότερο. Αν χρειαστεί να γράψουμε ένα γράμμα στον διευθυντή του σχολείου, ας πούμε, μπορεί να γράψουμε «εκφοβισμός» -αν και δεν αποκλείεται να βάλουμε σε παρένθεση «μπούλινγκ» (η «bullying») για να είμαστε σίγουροι πως θα μας καταλάβει.

Ο νταής είναι ακριβής αντιστοιχία, καλύτερη από τον τραμπούκο, αλλά ίσως η απόδοση «εκφοβιστής» να είναι προτιμότερη -μπορείς να πεις «αυτός είναι ο εκφοβιστής του γιου μου» και ταιριάζει περισσότερο από το «ο νταής του γιου μου». Κι επειδή και κορίτσια μπορεί να κάνουν μπούλινγκ, η εκφοβίστρια σχηματίζεται πανεύκολα -ενώ η νταού μόνο στην Πεντέλη υπάρχει.

Πάντως, εδώ και αρκετά χρόνια έχει εμφανιστεί στην καθομιλουμένη, στα σχολεία, ο όρος «μπούλης» για το bully, παρολο που υπάρχει εδώ και αιώνες ο μπούλης με τη σημασία αρχικά του μικρού παιδιού και στη συνέχεια του πλαδαρού έφηβου ή ενήλικα.

Αυτός ο μπούλης, ο παλιός, προέρχεται από το μπέμπης –> μπεμπούλης –> μπούλης. Και βέβαια αυτή είναι η μόνη σημασία που αναγνωρίζεται στα λεξικά, τουλάχιστον προς το παρόν. Ωστόσο, στα σώματα  κειμένων βλέπω κάμποσες αναφορές σε «μπούληδες» με τη σημασία των εκφοβιστών, π.χ. Οι μπούληδες στα σχολεία και τα θύματά τους.

Εχει γούστο ότι οι δυο λέξεις, διότι διαφορετικές λέξεις είναι ο μπούλης ο αυτόχθων από τον εισαγόμενο, έχουν σχεδόν αντίθετες σημασίες -κι αυτή η συγκατοίκηση δεν είναι κάτι που μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον.

Δεν αποκλείεται ο νεότερος μπούλης να εκτοπίσει τον παλαιότερο, και να καθιερωθεί και ρήμα «μπουλίζω», που καταγράφεται από το 2015 στο slang.gr, όπως βεβαια και ο μπούλης με τη σημασία του bully.

Προς το παρόν βέβαια, αν πιστέψω ένα γκάλοπ που έκανα στο Τουίτερ, η παραδοσιακή σημασια επικρατεί. Ψήφισαν πάνω από 520 και το 80% όταν ακούει «μπούλης» καταλαβαίνει τον πλαδαρό κτλ., το 7% καταλαβαίνει τον εκφοβιστή, ενώ το 13% καταλαβαίνει είτε το ένα είτε το άλλο, αναλόγως συμφραζομένων.

Που βέβαια, το αναλόγως συμφραζομένων δεν είναι πάντα αρκετό. Όταν λέμε «Φωνάζει ο μπούλης» τι εννοούμε; Φωνάζει ο μπουλης για να φοβίσει το θύμα του ή φωνάζει ο μπούλης επειδή δυο παλιόπαιδα (οι μπούληδες) τον στρίμωξαν;

Υποψιάζομαι όμως ότι οι απαντήσεις θα ήταν διαφορετικές αν η ηλικία των ερωτηθέντων ήταν νεότερη -διότι, αν και δεν το έχω ψάξει, οι περισσότεροι που με παρακολουθούν στο Τουίτερ είναι λυκόπουλα της ηλικίας μου (σειρά με τον Λέοντα Σγουρό, που έλεγε κάποιος).

Και μια τελευταία παρατήρηση. Είπαν κάποιοι ότι τους ενοχλεί το «μπούλινγκ» και προτιμούν «μπούλιινγκ». Αλλά όταν μιλάμε αγγλικά, ασφαλώς και θα πούμε bullying. Όταν ομως μιλάμε ελληνικά, θα πούμε μπούλινγκ. Μην αρχίσουμε τώρα και προφέρουμε γαλλοπρεπώς το αμπραγιάζ και το μοντάζ!

ΥΓ Θυμίζω, αύριο στις 4 μ.μ. όλοι στις τηλεοράσεις σας, στο κανάλι της Βουλής, στο ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Αναστασιου Ο λόγος της γραφής, Ιδού και το τρέιλερ (ρυμουλκούμενο κατά Μπαμπινιώτην):

https://vimeo.com/502605043

Posted in Αργκό, Γλωσσικά δάνεια, Εκπαίδευση, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , | 190 Σχόλια »

Τα έκανε θάλασσα: οι 50 αποχρώσεις της αποτυχίας

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2020

Πριν από μερικές μέρες γράψαμε εδώ για τη νίλα, που έχει φτάσει να σημαίνει την παταγώδη αποτυχία, σε άλλο άρθρο είδαμε την έκφραση «την πάθαμε χιώτικα» και κατά σύμπτωση στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» άνοιξε ένα νήμα συζήτησης όπου καταγράφονταν εκφράσεις που να δηλώνουν την αποτυχία.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω όσο περισσότερες εκφράσεις μπόρεσα να βρω, που περιγράφουν την έννοια της αποτυχίας. Πρέπει να έχουμε πολλές, ίσως επειδή το να διαπιστώνουμε την αποτυχία του άλλου είναι κάτι που μας παρηγορεί και μας επιβεβαιώνει.

Στο ιστολόγιο έχουμε κάνει άλλα δυο τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματος και της μέθης.

Βέβαια, η έννοια της αποτυχίας μπορεί να συνδέεται και να επικαλύπτεται και με άλλες, ας πούμε την έννοια της ματαιοπονίας -η έκφραση «έκανε μια τρύπα στο νερό» μπορεί να εκφράζει και αποτυχία και ματαιοπονία- ή πολύ περισσότερο με την έννοια της ήττας, του παθήματος, της συμφοράς -και πιο πέρα, της εξαπάτησης. Επίσης, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αποτυχία όπως επίσης υπάρχουν και είδη αποτυχίας -αποτυχία είναι και το να μην καταφέρεις να κερδίσεις κάτι, αλλά διαφέρει απο τη συντριβή.

Υπάρχουν επίσης τομεακές αποτυχίες δηλ. εκφράσεις για την αποτυχία στον έρωτα ή για την αποτυχία σε εξετάσεις κτλ.

Ξεκινάμε λοιπόν τον κατάλογό μας, τιμής ένεκεν από την έκφραση του τίτλου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 169 Σχόλια »

Μπιτσόμπαρο, μια λέξη της εποχής

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2020

Συνεχίζουμε σήμερα με ένα ακόμα καλοκαιρινό άρθρο, αφού σε πείσμα κρίσης και πανδημίας βρισκόμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού. «Βρίσκεστε», παραλίγο να γράψω, διότι εγώ φέτος έκανα νωρίς τις διακοπές μου.

Θα δούμε λοιπόν σήμερα μια λέξη καλοκαιρινή, άρα της εποχής. Της εποχής όμως και από μιαν άλλη άποψη, διότι είναι λέξη σχετικά καινούργια, ίσως του αιώνα μας. Όταν ήμουν νέος, η λέξη δεν υπήρχε -και, εδώ που τα λέμε, δεν υπήρχε και το πράγμα.

Το μπιτσόμπαρο μεταφέρει στα ελληνικά το αγγλικό beach bar, με τον τρόπο που γίνεται ο δανεισμός από ανθρώπους του λαού -δηλαδή, προσαρμογή της ξένης λέξης στο ελληνικό τυπικό. Εδώ η προσαρμογή είναι άψογη, αφού κρατήθηκε και ο κανόνας για το συνδετικό φωνήεν όμικρον. Τέτοιοι δανεισμοί αποτελούσαν τον κανόνα τούς προηγούμενους αιώνες. Σήμερα με την επέκταση της γλωσσομάθειας -και ειδικά της αγγλομάθειας- πολλοί θεωρούν ένδειξη αμορφωσιάς τον δανεισμό με προσαρμογή, άλλοι πάλι τον θεωρούν ένδειξη συντηρητισμού ή γλωσσαμυντορισμού. Ωστόσο, αν είναι να χρησιμοποιήσουμε μια λέξη στα ελληνικά, μάς βολεύει περισσότερο να την έχουμε προσαρμόσει γιατί η γλώσσα μας έχει κλιτούς τύπους. Δεν είναι υποχρεωτική η προσαρμογή, το σάντουιτς ας πούμε δεν το προσαρμόσαμε, αλλά βοηθάει.

Ο λόγιος δανεισμός, από την άλλη, συνήθως καταφεύγει στη λύση του μεταφραστικού δανείου. Το Eisenbahn το λέει σιδηρόδρομο και το sky scraper ουρανοξύστη. Το beach bar με τη λογική αυτή θα ήταν παραλιακό μπαρ, που λέγεται βέβαια αλλά δεν έχει απόλυτη ακρίβεια, διότι ένα παραλιακό μπαρ μπορεί να μην είναι μπιτσόμπαρο, να είναι απλώς ένα μπαρ που βρίσκεται στην παραλία, χωρίς ομπρέλες και ξαπλώστρες στην άμμο, που αν δεν κάνω λάθος αποτελούν το ειδοποιό γνώρισμα των μπιτσόμπαρων.

Αλλά ποιος είναι ο ορισμός του μπιτσόμπαρου; Αν ψάξουμε στα λεξικά θ’ απογοητευτούμε, διότι κανένα δεν καταγράφει τη λέξη. Ούτε το ΛΚΝ (αλλά ίσως το 1998 να μην υπήρχε καν η λέξη), ούτε ο Μπαμπινιώτης, ούτε το Χρηστικό, ούτε το ΜΗΛΝΕΓ. Έχουν το μπιτς βόλεϊ, το Χρηστικό μάλιστα έχει και μπιτς σόκερ και μπιτς χάντμπολ όπως και το μπιτς πάρτι, αλλά όχι το μπιτσόμπαρο. Κάνουν καλά ή άσχημα; Δεν ξερω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γλωσσικά δάνεια, Καλοκαιρινά, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , | 247 Σχόλια »

Υπάρχουν λεφτόδεντρα;

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2020

Συνήθως, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι κατηγορηματικά αρνητική. Θα έλεγα μάλιστα πως η λέξη «λεφτόδεντρο» έχει ακριβώς το χαρακτηριστικό πως, όσοι τη χρησιμοποιούν υποστηρίζουν πως τέτοιο πράγμα δεν υπάρχει.

Στην πρόσφατη συζήτηση στην κορονοβουλή (τη λέω έτσι αφού λειτουργεί υποτυπωδώς και με σύνθεση ανάγκης) ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι το λεφτόδεντρο μαράθηκε το 2015, στα τέλη Μαρτίου ο κ. Πέτσας υπερασπίστηκε το μέτρο της εκ περιτροπής εργασίας με αμοιβή 50% ακριβώς με το επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα».

Φυσικά ο όρος εμφανίζεται συχνά και σε άρθρα εφημερίδων ή σε πολιτικές αντιπαραθέσεις, διαδικτυακές ή διά ζώσης.

Να του αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό σημείωμα.

Tα «λεφτόδεντρα» είναι όρος της παραπολιτικής αργκό και δεν υπάρχει σε γενικά λεξικά. Τον βρίσκουμε όμως στο slang.gr, σε λήμμα του 2013, με τον εξής ορισμό:

Φανταζόμαστε ένα παραδείσιο δέντρο που έχει λεφτά αντί για καρπούς και οι άνθρωποι το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να σηκώσουν το χέρι τους και να τα πάρουν. Δεν χρειάζεται ούτε να δουλέψουν, ούτε να σπάζουν το κεφάλι τους πώς θα ζήσουν.

Στην Ελλάδα της κρίσης ο όρος λεφτόδεντρο χρησιμοποιείται συχνά στο πλαίσιο ενός κυρίαρχου ντίσκουρς που ασκεί κριτική για έλλειψη υπευθυνότητας. Λ.χ. για τις δεκαετίες της μεταπολίτευσης που (υποτίθεται ότι) τρώγαμε δανεικά που δεν έβγαιναν από παραγωγικές διαδικασίες και όλοι ζούσαμε σε μια εδεμική αφέλεια. Ή μπορεί αντιστρόφως να καυτηριάζονται και οι πολιτικοί του σήμερα που νομίζουν ότι έχουν βρει λεφτόδεντρο φορολογώντας τους ίδιους πάντα μισθωτούς, συνταξιούχους, επιχειρήσεις, χωρίς να προωθείται αποτελεσματικά η ανάπτυξη. Επίσης, για λεφτόδεντρο μιλάμε σε περιπτώσεις τύπωσης πληθωριστικού χρήματος. Ή όταν περιμένουμε να βγάλουμε χρήμα από μία μοναδική πηγή την οποία υπερεκμεταλλευόμαστε, όπως λ.χ. ο τουρισμός, αδιαφορώντας να βρούμε άλλες. Γενικά, σε αυτές και άλλες περιπτώσεις ο σκοπός είναι να θιγεί η έλλειψη υπευθυνότητας και η παιδικότητα με την οποία κάποιος νομίζει ότι θα έχει λεφτά χωρίς να δουλεύει, παράγει κ.ο.κ. (Τα παραπάνω δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο συμπολίτες μας να ονειρεύονται ειλικρινώς και χωρίς διάθεση (αυτο)ειρωνείας την ύπαρξη λεφτόδεντρων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αγγλικά, Επικαιρότητα, Νεολογισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 324 Σχόλια »

Κουκούνι

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2020

Στο διάγγελμά του για την πανδημία του κορονοϊού, ο πρωθυπουργός, ανάμεσα στ’ άλλα, είπε:

Οι συναθροίσεις αποτελούν τις μεγαλύτερες παγίδες. Γι’ αυτό και τις απαγορεύουμε. Μένουμε, λοιπόν, σπίτι. Αυτό που άλλοτε το είπαν cocooning και έγινε τάση και μόδα για τους νέους, σήμερα είναι ανάγκη και χρέος για όλους.

Η συμβουλή είναι σωστή, βέβαια, αλλά εμείς εδώ υποτίθεται ότι λεξιλογούμε, έστω και υπό τη δαμόκλεια σπάθη του κορονοϊού, οπότε θα σταθούμε, αρχικά, όχι στο πράγμα αλλά στη λέξη, σε «αυτό που άλλοτε το είπαν cocooning».

Τι είναι το κοκούνινγκ; Οι παλιότεροι (αλλά όχι πολύ πολύ παλιοί) θα το θυμούνται, αλλά δεν ξέρω αν το ξέρουν και οι πιο νέοι, ας πούμε οι κάτω των σαράντα -θα έλεγα «κάτω των 30» αλλά πόσοι μας διαβάζουν (και σχολιάζουν) σε αυτήν την ηλικιακή κατηγορία;

Αν δεν ξέρετε τη λέξη, δεν θα βρείτε ορισμό της στα συνήθη λεξικά, αλλά το slang.gr τη λημματογραφεί και την ορίζει με αρκετό μπρίο:

Από το αγγλικό cocooning, όπου cocoon = το κουκούλι του μεταξοσκώληκα, της κάμπιας κλπ.

Κάνω κοκούνινγκ σημαίνει αποκηρύσσω για ένα διάστημα φίλους, παρέες, μπαράκια κλπ και κλείνομαι μέσα στο προστατευτικό περίβλημα του σπιτιού μου όπου έχω προηγουμένως αποθηκεύσει:

  1. ποσότητα έτοιμων φαγητών, παγωτού και σοκολάτας ικανή να αντιμετωπίσει την επαύριο πυρηνικού ολοκαυτώματος.
  2. ένα καπνοχώραφο τσιγάρα, ή/και μια φυτεία – αναλόγως
  3. τα ‘Φιλαράκια’ – την πλήρη σειρά DVD 1994-2004, δηλ. 238 επεισόδια (πιστέψτε με, το έχω ψάξει).

Για το διάστημα που διαρκεί το κοκούνινγκ απλώς σέρνομαι από το κρεβάτι στο ψυγείο και από το ψυγείο στον καναπέ μπροστά στην τηλεόραση και τούμπαλιν. Δεν απαντώ στο τηλέφωνο και φυσικά δεν βγαίνω έξω – δεν έχω λόγο να πάω καν στο περίπτερο ή στην Έβγα διότι αυτά τα έχω προβλέψει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αντιδάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Παρίσι | Με ετικέτα: , , | 241 Σχόλια »

Ο μπερντές των Βρετανών

Posted by sarant στο 19 Αυγούστου, 2019

Τα άρθρα που βάζω στο ιστολόγιο κάθε μέρα, τα αναδημοσιεύω και στο Φέισμπουκ όπως και στο Τουίτερ -στη μια περίπτωση αυτό γίνεται αυτόματα, στην άλλη πρέπει να το φροντίσω εγώ. Στο Φέισμπουκ γίνεται συχνά συζήτηση για τα άρθρα, αλλά ποτέ δεν φτάνει σε μεγάλο αριθμό σχολίων όπως στο ιστολόγιο -το κάθε μέσο έχει τις ιδιομορφίες του. Στο Τουίτερ πολύ πιο σπάνια γίνεται συζήτηση.

Το σημερινό άρθρο είναι εξαίρεση, με την έννοια ότι γεννήθηκε από ένα σύντομο σχόλιο που έκανα στο Φέισμπουκ, και που το συντόμεψα ακόμα περισσότερο στο Τουίτερ -όπου, να θυμίσω, το όριο είναι 280 χαρακτήρες, παναπεί καμιά σαρανταριά λέξεις, αντε 50. Είδα όμως πως το θέμα έχει αρκετό ενδιαφέρον και θα’ταν κρίμα να μην δημοσιευτεί και στο ιστολόγιο, που είναι και το πιο μόνιμο από τα τρία βήματα δημοσιευσης, κι έτσι γράφω το σημερινό άρθρο, στο οποίο ενσωματώνω πολλά πράγματα από τη συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων, και βέβαια το κοινό του ιστολογίου δεν ταυτίζεται με το κοινό του Φέισμπουκ ή του Τουίτερ -δυσκολεύομαι ακόμα να γράψω «τα κοινά», πάντως εικάζω πως η τομή των τριών συνόλων δεν θα είναι ιδιαίτερα πολυμελής.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα το έχετε αντιληφθεί, τα έχουν μπλέξει κάπως με το Μπρέξιτ. Η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών υποστηρίζει ότι θα σεβαστεί την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου για το Μπρέξιτ, κάτι που σημαίνει στην πράξη ότι, αν δεν υποχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οδεύουμε προς άτακτο Μπρέξιτ, χωρίς συμφωνία δηλαδή.

Ο ηγέτης των Εργατικών, ο Τζέρεμι Κόρμπιν, σε επιστολή που έστειλε στους άλλους ηγέτες κομμάτων της αντιπολίτευσης, δήλωσε την πρόθεσή του να καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης.

Σε περίπτωση που η πρόταση αυτή στεφθεί με επιτυχία, με τη βοήθεια προφανώς «ανταρτών» βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος, ο Κόρμπιν ζήτησε τη στήριξη των άλλων κομμάτων για να σχηματίσει κυβέρνηση αυστηρά περιορισμένου χρόνου με στόχο να συμφωνηθεί με την ΕΕ η μετάθεση της ημερομηνίας αποχώρησης, και στη συνέχεια να συγκαλέσει εκλογές ώστε να αποφασίσει ο λαός αν θέλει την αποχώρηση από την ΕΕ ή την παραμονή.

Η ιδέα του Κόρμπιν έχει τα θετικά της αλλά δεν είναι καθόλου βεβαιο πως θα εξασφαλίσει τη συμφωνία άλλων κομμάτων. Εκτός αυτού, ακόμα κι αν γινόταν ένα δεύτερο δημοψήφισμα (κάτι που μόνο η Βουλή μπορεί να αποφασίσει), το αποτέλεσμα μάλλον θα ήταν το ίδιο.

Αυτά μπορούμε να τα συζητήσουμε στα σχόλια, όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι θα λεξιλογήσουμε για τον μπερντέ των Βρετανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βουλή, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Διεθνής πολιτική, Ευρωπαϊκή Ένωση, Λαπαθιώτης, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Μεζεδάκια της ραστώνης, μέρος δεύτερο

Posted by sarant στο 17 Αυγούστου, 2019

Ο τίτλος του σημερινού πολυσυλλεκτικού μας σημειώματος εύκολα βρίσκεται, τον είχαμε προαναγγείλει από την προηγούμενη εβδομάδα, όταν το αντίστοιχο άρθρο είχε τιτλοφορηθεί «Μεζεδάκια της ραστώνης, πρώτο μέρος», αφού η βδομάδα που πέρασε ήταν η πιο χαλαρή της χρονιάς από ιστολογική άποψη.

Και ξεκινάω με μιαν αστεία επιγραφή, που δεν ξέρω αν είναι αυθεντική, τη φωτογραφία τη βρήκα σε κάποιον φιλικό τοίχο στο Φέισμπουκ -μάλλον είναι όμως, κάποιος πνευματώδης μανάβης είπε να μας τρολάρει.

(Υπάρχει και σχετικό ανέκδοτο με τον Ελληνοαμερικάνο και τον ντόπιο, που πάνε σε μια λαϊκή, ρωτάει ο ξένος τι είναι αυτά, του λέει πχ λεμόνια -α, στο Αμέρικα τα λεμόνια είναι σαν πεπόνια, μετά κεράσια, α, σε μας τα κεράσια είναι σαν ντομάτες και μετά φτάνουν στα καρπούζια οπότε απαυδισμένος ο ντόπιος του λέει ‘αρακάς’!)

* Η μπούρκα της εβδομάδας, σε κριτική θεάτρου από τον Γρηγόρη Ιωαννίδη, στην ΕφΣυν.:

Στις κερκίδες αυτού του χώρου της «ανθρώπινης θεώρησης» πέφτει ξαφνικά ένα κουκούλι-πρόπλασμα του μύθου, από το οποίο αργότερα θα εμφανιστεί μια μικρόσωμος ηθοποιός, η Χάντερ.

* Και συνεχίζω με μια ποικιλία μεζεδακιών, που έχουν το κοινό στοιχείο ότι προσφέρονται όλα από μια συγκεκριμένη σειρά ντοκιμαντέρ.

Την πιατέλα μάς την προσφέρει εκλεκτός φίλος τού ιστολογίου. Του δίνω τον λόγο:

Πρόκειται για τη σειρά ντοκυμανταίρ «THE EIGHTIES», παραγωγής CNN, που μεταδίδει (μετέδιδε, τώρα πια μόνο διαδικτυακά) το ONE CHANNEL του Μαρινάκη.

Τα επεισόδια μπορείτε να τα βρείτε ον λάιν εδώ.

Επ. 04, the Fight against AIDS.

26.29 και 27.46 : Αρχιχειρούργος, αντί για Surgeon General (of the USA), ο υπουργός Υγείας.

Επ. 07, Tear down this Wall

(για το τέλος του ψυχρού πολέμου)

36.46: «Ο υπερπόντιος χρόνος εξαντλήθηκε τελικά για τον Έριχ Χόνεκερ…» Στο αυθεντικό, από αμερ. δελτίο ειδήσεων, ο εκφωνητής λέει, κατά λέξη:  «Overseas (πολύ σύντομη παύση) :   Time has finally run out for Erich Honecker…» [προφανέστατα, το Overseas για  «Εξωτερικές ειδήσεις» ή «Στο εξωτερικό»]  Οθονιά αριστερά.

Επ. 5, The Reagan revolution

7.01: «…ένα δημοκρατικό θεσμό…» (πεζά παντού) για «a Democratic  establishment», το κατεστημένο, οι βαρώνοι του Δημοκρατικού Κόμματος

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επιγραφές, Ευπρεπισμός, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη, Υπότιτλοι | Με ετικέτα: , , , , | 151 Σχόλια »

Μαδούροι και γκαϊδοί

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2019

Μια λέξη που έχει εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στην αργκό των πολιτικών συζητήσεων είναι και το «μαδούροι». Περιέργως το slang.gr δεν την έχει καταχωρίσει (αν και δεν είναι τόσο περίεργο αφού τα τελευταία χρόνια το εξαιρετικό αυτό σάιτ υπολειτουργεί) οπότε είναι προς το παρόν αλεξικογράφητη.

Ο όρος «μαδούροι» χρησιμοποιήθηκε αρχικά από αντιπάλους της προηγούμενης κυβέρνησης για να χαρακτηρίσει είτε την προηγούμενη κυβέρνηση συνολικά, είτε τον ΣΥΡΙΖΑ, είτε μεμονωμένα στελέχη, μέλη ή οπαδούς του. Ο όρος φυσικά προέρχεται από τον Νικολάς Μαδούρο, τον Πρόεδρο της Βενεζουέλας, και εκείνοι που αρχικά τον χρησιμοποίησαν υπονοούσαν (ή και το έλεγαν καθαρά) πως ο ΣΥΡΙΖΑ σκόπευε να εγκαθιδρύσει αυταρχικό καθεστώς παρόμοιο με της λατινοαμερικανικής αυτής χώρας.

Για παράδειγμα, άρθρο γνωστού δεξιού ιστολογίου, από το 2016, είχε τίτλο «Κύριε Τσίπρα, μαδούροι στην Ελλάδα δεν περνάνε!» ενώ ο Αντώνης Σαμαράς, αντιδρώντας οργισμένα στην εμπλοκή του στην υπόθεση Νοβάρτις είχε δηλώσει ότι «ο Τσίπρας στήνει Μαδουριστάν«. Δεν είναι αυτές οι πρώτες εμφανίσεις του όρου, βέβαια.

Ωστόσο, με τον αρχικά προσβλητικό αυτόν όρο συνέβη κάτι που έχει βέβαια ξανασυμβεί αλλά είναι σχετικά σπάνιο: οι αποδέκτες του όρου, οι χαρακτηριζόμενοι ως «μαδούροι», έσπευσαν να τον υιοθετήσουν, να τον οικειοποιηθούν, και άρχισαν να τον χρησιμοποιούν ειρωνικά. Μόλις χτες στην Αυγή, στη σατιρική στήλη του ο Άγγελος Τσέκερης χρησιμοποίησε τον όρο, αλλά κι εγώ στο προχτεσινό άρθρο έγραψα για «την τετραετία που κυβερνούσαν οι μαδουραίοι», πάντα σε ειρωνικό ύφος. Και με την ευκαιρία να σημειώσουμε και τον τύπο αυτό, «μαδουραίοι», κατά το φουρναραίοι, νοικοκυραίοι κτλ. αλλά και κατά το «συριζαίοι», ενώ επίσης υπάρχει το «σταλινομαδούροι», επιτατικό ας πούμε.

Κι έτσι, αυτή τη στιγμή θα έλεγα ότι περισσότεροι χρησιμοποιούν τους όρους αυτούς ειρωνικά παρά κυριολεκτικά, αλλά δεν έχει σταματήσει και η κυριολεκτική χρήση. Για παράδειγμα, στο Τουίτερ βρίσκω τόσο το ειρωνικό («Το δίκαιο και το ηθικά σωστό είναι να οριστούν οι επικεφαλής της δικαιοσύνης από τόν κύριο #Μαρινάκη μετά τις #εκλογές, όλα τα άλλα είναι μαδουρέικα») όσο και το κυριολεκτικό («Μαδουρέικα κοπρόσκυλα»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Διεθνή, Ετυμολογικά, Μεταμπλόγκειν, Ονόματα, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , | 166 Σχόλια »

Κορεκτίλα, μια λέξη που αντιπαθώ

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2019

Μια λέξη σχετικά καινούργια, μια λέξη στην οποία θ’ αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο.

Μια λέξη που δεν την έχουν τα γενικά λεξικά μας, ούτε καν το ηλεκτρονικό και υπό κατασκευή ΜΗΛΝΕΓ, ίσως δίκαια, αφού είναι καινούργια. Την έχει ομως, από το 2011, το slang.gr. Άρα είναι λέξη της αργκό; Πιο πολύ της καθομιλουμένης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα έλεγα -αλλά αν αναδιφήσετε τα σώματα κειμένων (λέγε με γκουγκ) θα τη δείτε να χρησιμοποιείται και σε εφημερίδες, και σε δηλώσεις πολιτικών -άρα, δεν είναι αργκό με την κλασική έννοια της λέξης.

Τι είναι κορεκτίλα; Θα προσπαθήσω να δώσω έναν ορισμό. Θα έλεγα πως κορεκτίλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτό που λέμε «πολιτική ορθότητα», αν και κάποιοι θα έλεγαν πως είναι η υπερβολική ή άτεγκτη τήρηση των επιταγών της πολιτικής ορθότητας.

Ο όρος είναι ξεκάθαρα μειωτικός, άλλωστε η χρήση του επιθήματος -ίλα σχεδόν αναπόδραστα δίνει αρνητική χροιά. Ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για μια δυσάρεστη οσμή (ιδρωτίλα, ποδαρίλα, τσιγαρίλα) ή κατάσταση (σαπίλα), οι λέξεις σε -ίλα έχουν σημασία αρνητική. Όταν λέμε «ασπρίλα» δεν εννοούμε απλώς ότι κάτι είναι άσπρο -λέμε ότι είναι άσπρο ενώ δεν θα έπρεπε να είναι· αν θέλαμε να το περιγράψουμε ουδέτερα θα λέγαμε «ασπράδα», αν θέλαμε να το παινέψουμε θα λέγαμε «λευκότητα»· η ασπρίλα δεν μπορεί παρά νάναι αρνητική. Παρομοίως, όταν λέμε π.χ. «τυρίλα» δεν εννοούμε την ευχάριστη ή τη γαργαλιστική μυρωδιά του τυριού -εννοούμε τη βαριά, ενοχλητική, υπερβολική μυρωδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , | 220 Σχόλια »

Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2019

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Ο λόγος, για τον μάγκικο χαιρετισμό «Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν». Ας τον ακούσουμε:

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Κωνσταντινούπολη, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Για την αγάπη της αλβανικής

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, τότε που άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο ο φιλόλογος Σαράντος Καργάκος, διάβασα ξανά στα πεταχτά δυο βιβλία του που έχω στη βιβλιοθήκη μου, που τα είχε εκδώσει στη δεκαετία του ’80, την Αλεξία και την Αλαλία (Υπάρχει και τρίτο, η Αφασία, αλλά δεν το έχω).

Όπως δείχνει και ο τιτλος τους, πρόκειται για βιβλία γεμάτα με θρήνους, κοπετούς και κινδυνολογία για την αιωνίως θνήσκουσα ελληνική γλώσσα.

Βεβαια, επειδή ακριβώς από τότε έχουν περάσει 30+ χρόνια, εύκολα διαπιστώνουμε πως ευτυχώς δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι προφητείες και οι διαπιστώσεις που περιέχουν τα βιβλία αυτά του Καργάκου, ας πούμε ότι οι νέοι συνεννοούνται με γρυλλισμούς ή ότι «οι μαθητές του αύριο θα θεωρούν τη “μουσική” ως θηλυκό του “μουσακά” [και] θα συγχέουν το έπος με το πέος». Να το έχουμε αυτό κατά νου όταν διαβάζουμε και τωρινές καταστροφολογικές προβλέψεις για τη γλώσσα.

Ωστόσο, πρόσεξα το εξής απόσπασμα στο βιβλίο Αλαλία του Σ. Καργάκου, σε ένα άρθρο του 1985 στο οποίο διεκτραγωδεί την κατάντια της νεολαίας, της κοινωνίας γενικότερα και της γλώσσας:

Κάποτε -πάνε πολλά χρόνια τώρα- λέγαμε με περισσή έπαρση: «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Σήμερα αρχίζουμε να λέμε: «Πας Έλλην βάρβαρος». Ο εξαλβανισμός της γλώσσας μας είναι μια ζώσα πραγματικότητα. Σιγά-σιγά αρχίζουν να σπανίζουν οι λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα: αγάπη, στοργή, τρυφερότητα.» (Αλαλία, σελ. 31)

Και εδώ έχει υποσημείωση, στην οποία υποστηρίζει ότι:

Η αλβανική είναι η μόνη γλώσσα απ’ό,τι ξέρω, που δεν έχει στο λεξιλόγιό της τη λέξη «αγάπη».

Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως εξωφρενικός ισχυρισμός. Αν ψάξουμε περισσότερο, διαπιστώνουμε πως όχι μόνο φαίνεται αλλά και είναι εξωφρενικός ισχυρισμός. Bέβαια, διατυπώθηκε το 1985, που η Αλβανία έκειτο μακράν και ούτε υπήρχε τρόπος να επαληθευτεί ή να διαψευστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός. Αν ισχυριζόταν σήμερα σε άρθρο του κάποιος κάτι ανάλογο, θα αρκούσε να πληκτρολογήσουμε τη λέξη στο google translate για να δούμε ότι υπάρχει η αλβανική λέξη dashuri που σημαίνει «αγάπη».

Ίσως ο Καργάκος ήθελε να πει ότι τα αλβανικά δεν έχουν τη διάκριση ανάμεσα σε «αγάπη» και σε «έρωτα» που έχουν τα ελληνικά, εφόσον χρησιμοποιούν την ίδια λέξη για τις δυο έννοιες, αλλά αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα της αλβανικής. Ούτε στα αγγλικά (love) γίνεται η διάκριση, ούτε στα γαλλικά (amour). Θα έλεγα μάλιστα ότι οι περισσότερες γλώσσες δεν έχουν τη διάκριση που έχει η ελληνική.

Αυτά που έλεγε το google translate τα επιβεβαίωσα ρωτώντας και στην ομάδα Υπογλώσσια, όπου συμμετέχουν πολλοί αλβανόφωνοι και αλβανομαθείς. Κι έτσι καταρρίπτεται, δεν ήταν δα και δύσκολο, ο ισχυρισμός ότι η αλβανική δεν έχει λέξη για την αγάπη.

Αλλά δεν θα έγραφα άρθρο μονάχα για το θέμα αυτό. Όμως, από αγκάθι βγαίνει ρόδο -ή μάλλον απο έναν εξωφρενικά αβάσιμο ισχυρισμό μπορούμε να πούμε δυο λόγια για μια έκφραση που έχουμε στα ελληνικά, αν και μάλλον έχει παλιώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοεμβρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Στον αστερισμό της μίζας

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2018

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Κανονικά, οι συνεργασίες μου αυτές δημοσιεύονται κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, κατ’ εξαίρεση όμως την περασμένη Κυριακή, λόγω πληθώρας ύλης που λένε, ορισμένες στήλες μετατέθηκαν για τούτη την εβδομάδα, ανάμεσα σ’ αυτές κι η δική μου. Έτσι, το άρθρο έχασε κάποια από την επικαιρότητά του αφού στο μεταξύ ανακοινώθηκε η συμφωνία ή η πρόθεση για συμφωνία με την εκκλησία, μια λέξη που έχει επίσης μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον -αλλά βέβαια θα δοθεί η ευκαιρία και για ένα τέτοιο άρθρο, πιθανώς τον επόμενο μήνα.

Το σημερινό άρθρο επαναλαμβάνει εν μέρει κάποια πράγματα που είχαμε ξαναγράψει πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε έρθει πάλι στην επικαιρότητα μια υπόθεση δωροδοκίας. Αναδημοσιεύω το άρθρο χωρίς προσθήκες, απλώς βάζω λινκ προς το ευφυέστατο «Μίζων ελληνικό λεξικό». Από την άλλη, θα είχε ενδιαφέρον αν στα σχόλιά σας αναφέρατε κι άλλα συνώνυμα της μίζας.

Στον αστερισμό της μίζας

Οπωσδήποτε, η είδηση για την προφυλάκιση (ορθότερα: προσωρινή κράτηση) ενός πρώην υπουργού, και μάλιστα πρωτοκλασάτου, είναι επόμενο να προκαλέσει αίσθηση στην κοινή γνώμη, αλλά είναι επίσης γεγονός αρκετά σημαντικό ώστε να διεκδικήσει σχολιασμό και από τη δική μας στήλη.

Φυσικά, ο δικός μας ο σχολιασμός θα είναι λεξιλογικός, πολύ περισσότερο που θα σεβαστούμε το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Γιάννου Παπαντωνίου -κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν έκαναν πολλοί πολιτικοί και σχολιαστές της αντιπολίτευσης, οι οποίοι παραλλήλισαν τον ακόμη αθώο κ. Παπαντωνίου με τον πολλαπλά και τελεσίδικα καταδικασμένο κ. Τσοχατζόπουλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 185 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτωβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »