Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αργκό’ Category

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Advertisements

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Συζητώντας για την αργκό

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2018

Η αργκό ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και έχουμε δημοσιεύσει πολλά άρθρα, είτε για τη σύγχρονη αργκό είτε για την ιστορία της, σε κάποια από τα οποία είχε καθοριστική συνεισφορά ο παλιός φίλος μας Spatholouro που εύχομαι να ξαναρχίσει να σχολιάζει εδώ.

Το σημερινό άρθρο είναι μια γενική εισαγωγή για την αργκό, συνοπτικά δοσμενη σε κάτι λιγότερο από 1000 λέξεις. Μου το ζήτησε η δημοσιογράφος Ζωή Παρασίδη από το popaganda.gr ως υλικό αναφοράς για ένα άρθρο που ετοίμαζε. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα και ανάμεσα στις πηγές του είναι το κείμενο που είχα στείλει καθώς και το παλιότερο άρθρο μας για τη διασημότερη ελληνική λέξη.

Παρουσιάζω σήμερα το δικό μου κείμενο για την αργκό, για να υπάρχει και αυτοτελώς. Είχα πει ότι σήμερα θα έβαζα κάτι για γραβάτες, αλλά τελικά ο προγραμματισμός άλλαξε και εκείνο το άρθρο πηρε αναβολή.

Γενικά για την αργκό

Η λέξη αργκό είναι δάνειο από τη γαλλική argot, η οποία, όπως αρμόζει στον χαρακτήρα της, είναι σκοτεινής ετυμολογίας, αφού καμιά από τις πολλές εκδοχές που έχουν προταθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή. πιθανώς συνδέεται με το ρήμα argoter «λογομαχώ». Αρχικά είχε τη σημασία «συντεχνία κλεφτών» και προς τα τέλη του 17ου αιώνα πήρε και τη σημασία της ειδικής συνθηματικής γλώσσας τους. Ένας από τους πρώτους συγγραφείς που μελέτησε τη γαλλική αργκό σε βάθος ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος αφιερώνει στην αργκό μια ολόκληρη ενότητα στον 4ο τόμο των Αθλίων, υπό τύπον δοκιμίου 15-20 σελίδων. «Η αργκό είναι η γλώσσα των σκοταδιών», γράφει.

Με τον όρο αργκό εννοούμε ένα προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιείται ως συνθηματική γλώσσα από ορισμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες (περιθώριο, υπόκοσμος, νέοι κ.ά.) και που διαμορφώνεται κυρίως από γλωσσικά δάνεια και από παραμόρφωση της καθομιλουμένης. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αργκό, πολλές συνθηματικές γλώσσες: του στρατού, των νέων, διάφορων περιθωριακών ομάδων κτλ. Υπάρχουν και επαγγελματικές συνθηματικές γλώσσες, όπως ήταν παλιότερα τα κουδαρίτικα, η γλώσσα των Ηπειρωτών χτιστάδων, και τα ντόρτικα, η γλώσσα των τσιγγάνων χαλκιάδων της Ευρυτανίας, ενώ και στην εποχή μας ειδικό λεξιλόγιο βρίσκουμε σε άφθονους κλάδους και ομάδες, π.χ. νοσηλευτές, κομπιουτεράδες, φορτηγατζήδες ή γκέιμερς. Ξέρουμε επίσης τα καλιαρντά, τη γλώσσα των ομοφυλοφίλων, που την έκανε ευρύτερα γνωστή η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

κουρου

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2018

Την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου, πιτσιρικά, να φάω τυρόπιτα από το Άριστον, στην οδό Βουλής, δεν τον άκουσα να την παραγγέλνει, είδα όμως στη βιτρίνα που έγραφε ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΚΟΥΡΟΥ και σκέφτηκα «Τυρόπιτα Κούρου». Ήξερα τους Κούρους από το Μουσείο, δεν θυμαμαι ακριβώς πώς τους συσχέτισα με τις τυρόπιτες, πάντως το βρήκα λογικό -ίσως σκέφτηκα πως ονομάστηκαν έτσι προς τιμή τους.

Αργότερα, άκουσα που τις προφέρανε «τυρόπιτα κουρού» και κατάλαβα πως είχα κανει λάθος, αν και δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό το «κουρού», γιατί τις λένε έτσι. Ρώτησα εδώ κι εκεί τι θα πει κουρού, δεν ξέραν να μου πούνε, ξέρανε όμως πως οι τυρόπιτες αυτές λέγονταν έτσι. Ήταν οι εποχές οι προϊντερνετικές, που οι απορίες μας δεν απαντιούνταν αμέσως.

Κάποτε έμαθα ότι αυτό το κουρού είναι το τουρκικό kuru που θα πει ξερός. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρτοποιείου Άριστον εξηγεί: Ο παππούς λοιπόν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1900, δούλεψε σε κάποιο τυροπιτάδικο, πήρε τη συνταγή και έφερε την τυρόπιτα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, την ονόμαζαν στην Κωνσταντινούπολη «κουρού», που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά.

Αλλού είδα την εξήγηση πως η τυρόπιτα λέγεται κουρού επειδή είναι χωρίς σφολιάτα. Πάντως το τουρκικό kuru πράγματι θα πει ξερός, σκέτος.

Στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής δεν έχει λήμμα «κουρού», εχει μόνο τα κουραφέξαλα, τον κούρο και την κουρούνα. Ούτε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην έκδοση που έχω, καταγράφει τη λέξη. Έχει το κουρο-σίβο, αλλά όχι το κουρού, ίσως επειδή για το κουρού δεν έγραψε ο Καββαδίας.

Το Χρηστικο όμως λεξικό, της Ακαδημίας, έχει λήμμα «κουρού», ενώ επίσης καταγράφει και το κουρούμπελο (στην έκφραση «έγινα κουρούμπελο», μια από τις αμέτρητες εκφράσεις για το μεθύσι, που κάποτε πρέπει να τους αφιερώσουμε άρθρο).

Στο slang.gr διαβάζω ότι στην αργκό των κομπιουτεράδων «κουρού» λέγεται το αντίθετο του γκουρού. Αν δηλαδή γκουρού είναι ο μάγος των υπολογιστών, ο δάσκαλος, που βρίσκει λύσεις για όλα με τρόπο αυτομαγικό, ο κουρού είναι ο ατζαμής που όμως πλασάρεται για ειδήμονας κι αφήνει πίσω του συντρίμμια. Δεν είχα ακούσει τον όρο και δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα διαδεδομένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »

Ο Τζογές της Βραδυνής και οι λέξεις του (συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, αφιερωμένη σε μια ευθυμογραφική στήλη που έτερψε τους αναγνώστες επί δεκαετίες και που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον: τη στήλη του Τζογέ, που εμφανιζόταν προπολεμικά στην εφημερίδα Βραδυνή. Πρόκειται για εύθυμα κείμενα, περίπου σαν χρονογραφήματα, που τα έγραφε ο Σώτος Πετράς.

Η φιγούρα του Τζογέ στα χρονογραφήματα του 1925

Ο Κόρτο διερευνά το θέμα πολύ αναλυτικά, οπότε όσο λιγότερα πω εγώ τόσο καλύτερα. Να πω μόνο ότι ο Τζογές δεν είναι η πρώτη στήλη που υπογράφεται από κουτσαβάκη, μάγκα ή βλάμη, είναι όμως από τις μακρόβιες και πολύ πετυχημένες -μαλιστα επιλογή χρονογραφημάτων είχε βγει σε βιβλίο, που είδα να κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Τζογές ήταν και τυπικό όνομα του μάγκα στις επιθεωρήσεις, ενώ έτσι ειναι και το παρατσούκλι του «καλού πολίτη» στο ποίημα του Βάρναλη:

Εγώ ’μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάδαρο τον γκρίζο.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Τζογές ονομάστηκε έτσι από το τζογέ πανταλόνι που ήταν το σήμα κατατεθέν των παλιών κουτσαβάκηδων. Τζογέ ή τρόμπα: φαρδύ επάνω, στενό κάτω, σωλήνας περίπου.

Ο Κόρτο έχει και γλωσσάρι του Τζογέ, στο οποίο προσθέτω μέσα σε αγκύλες κάποια δικά μου σχόλια. Αλλά πολλά ειπα εγώ.

Ο ΤΖΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ

Η στήλη του Τζογέ υπήρξε σειρά εύθυμων χρονογραφημάτων τα οποία γράφονταν από τον επιθεωρησιογράφο και θεατρικό κριτικό Σώτο Πετρά1 και δημοσιεύονταν στον αθηναϊκό τύπο κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στην εφημερίδα Βραδυνή η στήλη εμφανίζεται ήδη από το φύλλο της 5ης Ιουνίου 1925, είναι σχεδόν καθημερινή κατά τα έτη 1926 έως 1930 και συνεχίζει να δημοσιεύεται σε άτακτα διαστήματα τουλάχιστον μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Κατοχής.

Στα ευθυμογραφήματα αυτά, ο Πετράς ζωντανεύει και κατά κάποιον τρόπο υποδύεται τον Τζογέ, έναν κωμικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος αφηγείται ευτράπελα περιστατικά, στηλιτεύει τις κοινωνικές στρεβλώσεις της εποχής του και σχολιάζει την επικαιρότητα, με έμφαση στο αστυνομικό δελτίο της εποχής, αλλά πάντα με σατιρικό πνεύμα.

Τόσο από τις αφηγήσεις, όσο και από τα σχόλιά του, προκύπτει ότι ο Τζογές είναι ο λαϊκός τύπος του μεσοπολέμου, αισθηματίας, γλεντζές, λάτρης της ξέγνοιαστης ζωής, του κρασιού και της ταβέρνας, της κιθάρας και της καντάδας. Είναι παθιασμένος υμνητής και συγχρόνως σφοδρός κατήγορος του έρωτα. Νοσταλγεί την παλιά Αθήνα και τις ομορφιές της, ενώ παραπονιέται συνεχώς για την κατάντια της εποχής του και την έκλυση των ηθών. Είναι παλαιών αρχών και γκρινιάζει για τους μοντερνισμούς, την μόδα και την τεχνολογία. Συχνά αναφέρεται σε μία σειρά συμπρωταγωνιστών: στην ερωμένη του την Κατινίτσα, στην οποία συνήθως απευθύνει τα γραφόμενά του, σε κάποια πρόσωπα της γειτονιάς, αλλά προπαντός σε μία παρέα από θαμώνες της ταβέρνας (τον Λάθουρα, τον Νίκουρδα, τον Μπρούτζο, τον Χαμπλεχούρα κλπ) μαζί με τους οποίους στις διάφορες κρασοκατανύξεις γράφουν στιχάκια, τραγουδούν, καλαμπουρίζουν ή πηγαίνουν για καντάδες. Ενίοτε όμως περιγράφει συναντήσεις και με επώνυμα πρόσωπα, κυρίως καλλιτέχνες της εποχής από τον χώρο της επιθεώρησης και του τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 229 Σχόλια »

Καλιαρντά από το 1904!

Posted by sarant στο 27 Δεκέμβριος, 2017

Στο σημερινό άρθρο, που το παρουσιάζω μ’ ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση, η δική μου συμβολή είναι ελάχιστη. Το βασικό εύρημα, το οποίο πιστεύω ότι φέρνει επανάσταση στην ιστορία των Καλιαρντών, το οφείλουμε στον φίλο μας το Spatholouro, ο οποίος πρόσθεσε στην πορεία και άλλα πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα από τις συνεχείς αναδιφήσεις του σε παλιές εφημερίδες. Πολύ σημαντικός ήταν και ο ρόλος του φίλου μας Nick Nicholas, που έστρεψε τη συζήτηση στα ρομανί και την τροφοδοτούσε σε τακτά διαστήματα με τα άρθρα που έγραφε (στα αγγλικά) στο ιστολόγιό του και με τα σχόλιά του εδώ. Όμως κι άλλοι φίλοι του ιστολογίου είχαν μικρότερη συμβολή -κι επειδή όλη αυτη η συζήτηση έγινε στα σχόλια ενός μάλλον άσχετου άρθρου, πήρα την πρωτοβουλία να παρουσιάσω εδώ τα πιο σημαντικά ευρήματα σε αυτοτελές άρθρο, έτσι που το εύρημα να έχει την προβολή που του αξίζει.

Λοιπόν, πριν από ένα μήνα, στο άρθρο μου όπου παρουσίασα το βιβλίο της Γ. Κατσούδα για το ιδίωμα των Κυθήρων, ο φίλος μας ο Νικ Νίκολας ανέφερε σε σχόλιο ότι η φίλη Γ. Κατσούδα έχει συμβολή στο ετυμολογικό πεδίο της διδακτορικής διατριβής της Κατερίνας Χριστοπούλου «Μια λεξικολογική προσέγγιση στο περιθωριακό λεξιλόγιο της νέας ελληνικής«.

Κι ενώ τα σχόλια συνεχίζονταν, το βράδυ της δεύτερης μέρας ο φίλος μας το Spatholouro έβγαλε τον λαγό από το καπέλο, παρουσιάζοντας το εύρημα που θα δούμε παρακάτω, ένα εκτενές ρεπορτάζ για τα Καλιαρντά και το λεξιλόγιό τους στο περιοδικό «Πετακτό Κόρτε» του 1904!

Λοιπόν, στο τεύχος της 25.11.1904, στη σελίδα 2 και στη στήλη «Της εβδομάδος» δημοσιεύτηκε το εξής άρθρο που μεταφέρω εδώ τα βασικότερα σημεία του μονοτονισμένα. Με πλάγια αποδίδω τα αραιογραμμένα του πρωτοτύπου, διορθώνω μερικά προφανή τυπογραφικά λάθη και σημειώνω ότι όπου ο συντάκτης έχει τελείες (….) αντί για ερμήνευμα  αυτό σημαινει πως πρόκειται για άσεμνη λέξη:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αθησαύριστα, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 110 Σχόλια »

Ο χάρτης του φαντάρου

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2017

Πριν από μερικούς μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα «νεοελληνικά ακληρήματα» δηλ. τα περιπαιχτικά ή μειωτικά παρατσούκλια που έχουν βγει για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Στα σχόλια του άρθρου εκείνου επισημάνθηκε, σωστά, ότι πολλά από τα παρατσούκλια αυτά διαδίδονται από τους φαντάρους που υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο. Κάποια ίσως και να τα έχουν επινοήσει φαντάροι.

Σήμερα δημοσιεύω ένα άρθρο που επιχειρεί να καταγράψει όλα τα ειρωνικά ονόματα που χρησιμοποιούνται από φαντάρους. Θα ήταν ιδανικό να έχω και πραγματικό χάρτη της Ελλάδας με τα ονόματα σημειωμένα, αλλά δεν διαθέτω γραφιστικές ικανότητες. Αν έχει κανείς καιρό και όρεξη….

Το άρθρο που θα διαβάσετε ήταν ενταγμένο σε ένα βιβλίο για τη γλώσσα του στρατού, που είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε, το 2009, ένας φίλος κι εγώ, αλλά που δεν ολοκληρώθηκε, ελλείψει ενδιαφέροντος από εκδότες. Οπότε, ας αξιοποιηθεί εδώ.

Ο χάρτης του φαντάρου

Σύμφωνα με το στερεότυπο, ο φαντάρος μισεί τον τόπο όπου υπηρετεί, περίπου ανεξάρτητα από τις φυσικές του καλλονές, τον χαρακτήρα των ντόπιων ή τις ευκαιρίες διασκέδασης που προσφέρει. Όσο καλά κι αν έχει περάσει, όταν έρθει το χαρτί της μετάθεσης ή της απόλυσης (η «ροζαλία») θα αναφωνήσει θριαμβευτικά: Πουτάνα (π.χ.) Γκασμαδία, δεν έμεινε καμία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γεωγραφία, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία, Στρατός | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »

Η Γλωσσόπολις και η γλώσσα των νέων

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2017

Τον περασμένο μήνα που ήμουν στην Αθήνα επισκέφθηκα την έκθεση Γλωσσόπολις στη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη. Η έκθεση στεγάζεται στο παλιό καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν, ένα κτίριο στο οποίο έχω περάσει αμέτρητες ώρες, διότι κατά το ήμισυ φιλοξενεί τμήμα της Βιβλιοθήκης της Βουλής, όπου βρίσκονται οι παλιές εφημερίδες και τα περιοδικά, είτε σε μικροφίλμ είτε σε χαρτί -και παρόλο που μεγάλο τμήμα των εφημερίδων έχει ψηφιοποιηθεί και είναι διαθέσιμο διαδικτυακά, η ανάγκη της επίσκεψης κάθε άλλο παρά έχει εκλείψει, αν δηλαδή έχει κάποιος την πετριά να σκαλίζει τα παλιά. Ωστόσο, η πρόσφατη επίσκεψή μου έγινε στο άλλο μισό του κτιρίου, που φιλοξενεί τη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη.

Η έκθεση έχει υπότιτλο «Περιηγήσεις στη νέα ελληνική» -και αυτό ακριβώς κάνει. Είναι διαρθρωμένη γύρω από 14 θεματικές ενότητες: για την καθεμία υπάρχει μια σύντομη αλλά μεστή εισήγηση (σε ένα όρθιο πανό, εδώ αριστερά βλέπετε την πρώτη ενότητα για τη γλώσσα των νέων) ενώ δίπλα υπάρχει μια ταμπλέτα που βάζει στον επισκέπτη μια άσκηση σχετική με το θέμα της ενότητας. Στην ενότητα αυτή, το κουίζ είχε θέμα διάφορες εκφράσεις της γλώσσας των νέων -αλλά θα το δούμε στο τέλος του άρθρου. Η φωτογραφία δεν είναι τέλεια αλλά με λίγη προσπάθεια μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο της ενότητας. Ωστόσο, μην κουράζεστε διότι πιο κάτω θα δώσω λινκ προς το υλικό της έκθεσης.

Παρακάτω θα παρουσιάσω και τις 14 ενότητες.

Τη γενική επιμέλεια της έκθεσης την έχει η γλωσσολόγος Μαρία Καμηλάκη, μία από τις τρεις συγγραφείς του καλού βιβλίου «Πιπέρι στο στόμα» που το είχαμε παρουσιάσει και εδώ. Παρόλο που το ανάλαφρο ύφος και τα παιχνίδια κάνουν την έκθεση πολύ κατάλληλη για μαθητές, και άλλωστε πολλά σχολεία την εχουν επισκεφτεί, νομίζω ότι και οι μεγαλύτεροι θα βρουν πολλά ενδιαφέροντα -εγώ πάντως βρήκα.

Δύο είναι κατ’ εμέ τα πλεονεκτήματα της Γλωσσόπολης:
Καταρχάς, καταφέρνει να συνδυάσει το ανάλαφρο ύφος με την επιστημονική ακρίβεια και εγκυρότητα.

Κατά δεύτερο λόγο, που το βρίσκω εξίσου σημαντικό, ΔΕΝ διαπνέεται από το πνεύμα γλωσσικής κινδυνολογίας που χαρακτηρίζει τις συζητήσεις των παραγλωσσολογούντων (και δυστυχώς πολλών φιλολόγων): ξέρετε, αυτά που και εδώ καυτηριάζουμε, τις θρηνωδίες ότι η γλώσσα μας κινδυνεύει, τα γκρίκλις είναι απειλή, η αρχαία ελληνική ήταν πολύ ανώτερη γλώσσα, και ούτω καθεξής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Εκδηλώσεις | Με ετικέτα: , , , , , | 238 Σχόλια »

Σύρμα!

Posted by sarant στο 15 Δεκέμβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι απόρροια μιας συζήτησης που έγινε τις προάλλες, στα σχόλια του άρθρου που είχαμε βάλει για τα λεξιλογικά της περιπέτειας Ο Αστερίξ και το χρυσό δρεπάνι. Όπως θα δείτε, ουσιαστικά συνοψίζω όσα ειπώθηκαν στη συζήτηση εκείνη, προσθέτοντας ελάχιστα δικά μου. Νομίζω όμως πως το άρθρο δεν είναι περιττό, επειδή έτσι δίνεται η ευκαιρία να ενημερωθούν για τη συζήτηση και να σχολιάσουν και όσοι δεν την είχαν πάρει είδηση -διότι δεν διαβάζουν όλοι ως το τέλος τα σχόλια, ιδίως αν το άρθρο δεν τους ενδιαφέρει.

xxiiΛοιπόν, στα σχόλια της περιπέτειας του Αστερίξ, ο φίλος μας ο Corto είδε στη μετάφραση (του Αργ. Χιόνη) τη φράση «Σύρμα! Οι Ρωμαίοι!» και έφερε τη συζήτηση για τη φράση αυτή. Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι γίνεται ένας καβγάς σε νυχτερινό κέντρο, όπου ο Αστερίξ και ο Οβελίξ ξυλοφορτώνουν τους μπράβους μιας συμμορίας λαθρεμπόρων και ξαφνικά ένας από τους δαρμένους μπράβους φωνάζει «XXII! Les Romains!!» και όλοι οι λαθρέμποροι το σκάνε.

Η φράση του Αστερίξ είναι αναχρονισμένη παραλλαγή μιας γνωστής γαλλικής φράσης της αργκό, της φράσης «Vingt-deux, voilà les flics», κατά λέξη «Εικοσιδύο, οι μπάτσοι!», που ολοφάνερα αντιστοιχεί ακριβώς στη δική μας «Σύρμα!» -για τις ανάγκες της ιστορίας ο αριθμός 22 γράφτηκε στο ρωμαϊκό σύστημα και οι μπάτσοι έγιναν Ρωμαίοι. Ο Χιόνης πολύ σωστά το μεταφράζει «Σύρμα, οι Ρωμαίοι!» ενώ η Μαραντέι (των εκδόσεων Μαμούθ που είναι αυτές που κυκλοφορούν τώρα) αστοχεί, αφού το αποδίδει «ΧΧΙΙ, οι Ρωμαίοι!» που δεν λέει τίποτα στον Έλληνα αναγνώστη.

Η αργκοτική φράση σε μας είναι συνήθως ένα σκέτο «Σύρμα!» και χρησιμοποιείται ως επιφώνημα προειδοποίησης, «για να ειδοποιήσουμε κάποιον ότι πρέπει να εγκαταλείψει κάποια παράνομη δραστηριότητά του, γιατί πλησιάζει ένα όργανο τάξεως ή ελέγχου» (ορισμός από το ΛΚΝ).

Ο φίλος μας ο Κόρτο αναρωτήθηκε αν το επιφώνημα «Σύρμα!» υπήρχε προπολεμικά ή αν γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή ή στον πόλεμο, όπως δείχνουν κάποιες ενδείξεις. Αυτή η ερώτηση προκάλεσε τη συζήτηση που θα συνοψίσω στο σημερινό άρθρο. Εννοείται ότι  η προσπάθεια για χρονολόγηση της έκφρασης πηγαίνει χέρι-χέρι με την προσπάθεια για «ετυμολόγησή» της -να βρούμε δηλαδή από πού προήλθε, για ποιο λόγο κάποιοι πρόγονοί μας είπαν «Σύρμα!» θέλοντας να προειδοποιήσουν ότι πλησιάζει κάποιο όργανο της τάξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Λωποδυτική ανθολογία (για την αργκό το 1934)

Posted by sarant στο 28 Σεπτεμβρίου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι αναδημοσίευση ενός κειμένου που δημοσιεύτηκε το 1934 στην εφημερίδα «Ακρόπολις» με θέμα την αργκό του υποκόσμου της εποχής. Το ανακάλυψε τυχαία ο φίλος μας ο Κόρτο και προσφέρθηκε να το πληκτρολογήσει και να μου το στείλει, μια και έχει γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο συντάκτης του άρθρου παρουσιάζει την αργκό του υποκόσμου στους ευυπόληπτους αναγνώστες της εφημερίδας σαν κάτι το εξωτικό, ιδωμένο ή ακουσμένο απέξω -όχι δηλαδή όπως την προσλάμβανε, λίγο νωρίτερα, ο αναγνώστης πχ. των μυθιστορημάτων του Πέτρου Πικρού. Αναρωτιέμαι αν δοκίμασε τον πειρασμό να εμπλουτίσει λίγο το υλικό του για να το κάνει πιο αξιοπερίεργο (κι αν ενέδωσε στον πειρασμό) -και βέβαια, ύστερα από 80 χρόνια δεν είναι καθόλου εύκολο να κρίνουμε την αυθεντικότητά του.

Ο συντάκτης παραθέτει δύο αργκοτικά κείμενα, εμφανώς φτιαχτά από τον ίδιο και κατάφορτα από συνθηματικές λέξεις και φράσεις, που τα εξηγεί και δίνει και γλωσσάρι -το πρώτο κείμενο έχει λέξεις που παραπέμπουν σε άνθη και φυτά ενώ το δεύτερο θυμίζει τα καλιαρντά. Καθώς το άρθρο δημοσιεύεται αμέσως μετά την πρωτομαγιά, ο αρθρογράφος παίρνει αφορμή από τη γιορτή των λουλουδιών, κάνοντας υπαινιγμό και σε έναν διάσημο στην εποχή του στίχο του Αχιλλέα Παράσχου, και στη συνέχεια παρουσιάζει το «ανθοκομικό» κείμενο.

Το άρθρο το υπογράφει ο Ε. Θωμόπουλος, που πρέπει να είναι ο Στάθης Θωμόπουλος, που τον αναφέρει ο Μάγερ στην Ιστορία του Ελληνικού Τύπου σαν συντάκτη της Ακροπόλεως. Τον βρίσκω να υπογράφει τη νεκρολογία του Λαπαθιώτη το 1944 και το ρεπορτάζ για τη δίκη του Ναυτικού το 1948.

Κατ’ εξαίρεση, διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά βέβαια μονοτονίζω. Και ευχαριστώ και πάλι τον Κόρτο!

ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ ————— ΤΕΤΑΡΤΗ, 2 Μαΐου 1934

ΖΩΗ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΙΣ

ΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΟΣΜΟΥ

 

ΛΩΠΟΔΥΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ

ΚΑΙ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Οι ερωτευμένοι, οι ποιηταί και οι άνθρωποι των πέντε δακτύλων – Το λουλούδινον αλφάβητον της ρωμέϊκης αργκώ- Μία συνταγή και μία απολογία με τα τρία περίεργα ιδιώματα.

Σπεύσαντες οι ερασταί έδρεψαν…ναρκίσσους, εις της πρωτομαγιάς τους φαιδρούς και ευώδεις παραδείσους, όπως θέλει ο παληός ρωμαντικός ποιητής. Και όπως ήθελαν οι σύγχρονοι ποιηταί και ποετάστροι, οι οποίοι υπεράφθονοι όπως τα μανιτάρια της εποχής, «αδεία της ημέρας», μας άλλαζαν τον αδόξαστο από των στηλών των εφημερίδων και των περιοδικών. Οι ύμνοι και οι παιάνες προς τον μήνα των ρόδων και του έρωτος, δια τα εξαίσια των οποίων «ουδενός μάρτυρος εστί χρεία», έδωσαν κι’ επήραν. Από την γενικήν…ανθοφιλολογίαν όμως ελησμονήθη η πρακτικωτέρα! Εκείνη, που κάμνει τους επιχειρηματίας των πέντε δακτύλων να συνεννοούνται και να χαίρωνται…τα αγαθά του επαγγέλματός των και τα λαγωνικά της αστυνομίας να «τρελλαίνωνται» από το κακό τους, που δεν ημπορούν να την εννοήσουν. Να μας συγχωρούν οι ερωτευμένοι και οι ποιηταί. Αλλά και οι λωποδύτες έχουν εμπνευσθή και αυτοί από την ανθολογίαν τας προσωνυμίας των μεγάλων τους κόλπων. Οι αστυνομικοί μετά μακράς και πολυμόχθους προσπαθείας, έχουν κατατοπισθή επάνω – κάτω με την λουλούδινη λωποδυτικήν αυτήν διάλεκτον. Όχι δε ολοκληρωτικώς, γιατί και η περίεργος διάλεκτος έχει διαρκή την ανανέωσιν με τας εμπνεύσεις των ενδιαφερομένων από τον κόσμο των λουλουδιών και των χορταρικών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αναδημοσιεύσεις | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Ολίγα περί κοπάνας

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2016

Κάτι άλλο ήθελα να γράψω σήμερα, αλλά καθώς φυλλομετρούσα το πρωί κάτι παλιές εφημερίδες έπεσα τυχαία πάνω σ’ ένα χρονογράφημα που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον, και είπα να το παρουσιάσω εδώ, αφού συνδέεται και με συζητήσεις που κάναμε πρόσφατα, όταν συζητήσαμε πριν από μερικές μέρες τα στιχάκια του στρατού.

Θα παρουσιάσω λοιπόν ένα χρονογράφημα, που δημοσιεύτηκε στην αθηναϊκή εφημερίδα Πρωία, στη στήλη «Της εποχής», στις 21 Αυγούστου 1939, δέκα μέρες πριν ξεσπάσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και ενώ στην Ελλάδα είχαμε τη δικτατορία της Τετάρτης Αυγούστου. Το υπογράφει ο Γ.Ν.Δ. ο οποίος είναι ο δημοσιογράφος Γεώργιος Δρόσος.

Τεχνικοί όροι – Ολίγα περί κοπάνας

Οι δύο νέοι συνηντήθησαν κατά τας οκτώ το βράδυ εις το κοσμικόν κέντρον. Φρεσκοξυρισμένοι, φρεσκοκτενισμένοι, φρεσκοσιδερωμένοι, άψογοι, τέλος πάντων, μοιραίοι και ολέθριοι και ηλικίας περί τα τρι­άκοντα, εχαιρετίσθησαν θορυβωδώς και ήρχισαν υψηλοφώνως την συζήτησιν, όπως κάνουν όλοι όσοι έ­χουν την πεποίθησιν ότι λέγουν πο­λύ ενδιαφέροντα πράγματα και δεν θέλουν να στερήσουν αυτών τους γείτονάς των. Έτεινε, λοιπόν, το ους το άκροατήριον, ηκκίσθησαν ένα-δύο δεσποινάρια, τα οποία εκάθηντο πλησίον, διεκόπησαν αι άλ­λαι συνομιλίαι, και το ακρόαμα ήρχισε. Αλλά τι συνομιλία ήτο αυτή και τι πράγματα έλεγαν μεταξύ των οι δύο νέοι; Οι καθήμενοι εις τα γειτονικά τραπεζάκια αλληλοεκοιτάζοντο κατάπληκτοι:

—Τι σου συνέβη καημένε; ερωτά ο πρώτος τον δεύτερον.

— Άστα! την έσκασα κοπάνα, μ’ ετσίμπησαν, έφαγα τεσσάρα και εμαύρισε το μάτι μου, ώσπου να ιδεί άσφαλτο!

—Τι λες… και εκτός από τον πε­ριορισμό είχες και αγγαρείες;

—Βέβαια. Κάθε πρωί, τις χαβάγιες στο χέρι και δρόμο. Κάναμε σε όλη την αυλή σαχλαμάρα και μετά στα εστιατόρια.

—Και ο Πέτρος, τι γίνεται;

—Τυχερός αυτός. Βγήκε μπρεγκές και γλίτωσε.

Το ένα δεσποινίδιο έσκυψε προς το άλλο και εξήγησε:

—Μάγκικα μιλάνε.

—Όχι, κορακίστικα.

—Πάντως δεν εκατάλαβα γρυ!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 228 Σχόλια »

Τα τζιτζίκια κάνουν τζι

Posted by sarant στο 24 Αύγουστος, 2015

Κοντεύει να τελειώσει το καλοκαίρι, και άρθρο καλοκαιρινό δεν έχουμε ανεβάσει. Βέβαια, τα καλοκαιρινά άρθρα για να τα γράψεις πρέπει να είσαι πλάι στο κύμα, ή έστω σε διακοπές, και φέτος φάνηκα πολύ ατζαμής ή άτυχος στη χρονοθέτηση των έτσι κι αλλιώς σύντομων διακοπών μου αφού τις κανόνισα μετά τον δεκαπενταύγουστο -και βέβαια, με την πρώτη σταγόνα της διάλυσης της Βουλής λαβώθηκε το έτσι κι αλλιώς περίεργο φετινό καλοκαίρι.

Το οποίο καλοκαίρι, εμείς οι μεσογειακοί τουλάχιστον το έχουμε συνδέσει με έναν συγκεκριμένο ήχο, το τερέτισμα του τζιτζικιού, την ακατάπαυστη μουσική υπόκρουση στις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Τόσο πολύ έχει συνδεθεί με το αιγαιακό τοπίο το τζιτζίκι, που στις αρχές του φετινού καλοκαιριού οι κάτοικοι της Δονούσας, στις μικρές Κυκλάδες, έκαναν έκκληση στους απανταχού φίλους (του νησιού και των τζιτζικιών) να τους στείλουν ταχυδρομικώς τζιτζίκια για να καλυφθεί το ηχητικό κενό!

Δεν ξέρω αν ευοδώθηκε η προσπάθεια των κατοίκων του μικρού νησιού, πάντως τα τζιτζίκια είναι σχετικά εύκολο να τα πιάσεις, μια και στέκονται ακίνητα στο δέντρο και τραγουδάνε, αν και πιο δύσκολο είναι να τα διακρίνεις, καθώς δεν διαφέρουν και πολύ στο χρώμα από τον κορμό. Τραγουδάνε τα αρσενικά μόνο, λέει η εγκυκλοπαίδεια -και δεν τραγουδάνε, βέβαια, με το στόμα: ο ήχος παράγεται από μεμβράνες που έχουν στην κοιλιά τους. Και φυσικά, τα αρσενικά τερετίζουν όχι για να απολαμβάνουν το τραγούδι τους οι παραθεριστές της Δονούσας αλλά για να προσελκύσουν τα θηλυκά -και κάθε είδος τζιτζικιού βγάζει ξεχωριστό τραγούδι.

Για τον ανθρωπο, βεβαίως, ολα τα τζιτζίκια κάνουν τζι, και ο ήχος αυτός συνέβαλε στη διαμόρφωση της λέξης. Οι αρχαίοι έλεγαν τέττιξ, που και αυτή η λέξη ήταν ηχομιμητική, και από αυτόν τον τέττιγα, με την επίδραση του ήχου τζι-τζι, προέκυψε το τζιτζίκι μας. Μια άλλη λέξη της αρχαίας, που υπάρχει και στη νέα ελληνική, είναι το τερέτισμα, που κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο σήμαινε, μεταξύ άλλων, τα «τεττίγων άσματα», μια σημασία που διατηρείται και σήμερα.

Καθώς το τζιτζίκι ακούγεται να τραγουδάει όλο το καλοκαίρι, που δεν είναι εποχή ανάπαυσης και αναψυχής για τον αγρότη, έδωσε την εντύπωση του ανέμελου γλεντζέ, που αποτυπώθηκε σε έναν από τους γνωστότερους μύθους του Αισώπου και των μεταγενέστερων μυθογράφων, τον μύθο του τζίτζικα και του μέρμηγκα. Σε μια από τις αρχαίες παραλλαγές:

Τέττιξ και μύρμηκες

Χειμῶνος ὥρᾳ τὸν σῖτον βραχέντα οἱ μύρμηκες ἔψυχον. Τέττιξ δὲ λιμώττων ᾔτει αὐτοὺς τροφήν. Οἱ δὲ μύρμηκες εἶπον αὐτῷ· Διὰ τί τὸ θέρος οὐ συνῆγες καὶ σὺ τροφήν; Ὁ δὲ εἶπεν· Οὐκ ἐσχόλαζον, ἀλλ᾿ ᾖδον μουσικῶς. Οἱ δὲ γελάσαντες εἶπον· Ἀλλ᾿ εἰ θέρους ὥραις ηὔλεις, χειμῶνος ὀρχοῦ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 249 Σχόλια »