Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αργκό’ Category

Κορεκτίλα, μια λέξη που αντιπαθώ

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2019

Μια λέξη σχετικά καινούργια, μια λέξη στην οποία θ’ αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο.

Μια λέξη που δεν την έχουν τα γενικά λεξικά μας, ούτε καν το ηλεκτρονικό και υπό κατασκευή ΜΗΛΝΕΓ, ίσως δίκαια, αφού είναι καινούργια. Την έχει ομως, από το 2011, το slang.gr. Άρα είναι λέξη της αργκό; Πιο πολύ της καθομιλουμένης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θα έλεγα -αλλά αν αναδιφήσετε τα σώματα κειμένων (λέγε με γκουγκ) θα τη δείτε να χρησιμοποιείται και σε εφημερίδες, και σε δηλώσεις πολιτικών -άρα, δεν είναι αργκό με την κλασική έννοια της λέξης.

Τι είναι κορεκτίλα; Θα προσπαθήσω να δώσω έναν ορισμό. Θα έλεγα πως κορεκτίλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για αυτό που λέμε «πολιτική ορθότητα», αν και κάποιοι θα έλεγαν πως είναι η υπερβολική ή άτεγκτη τήρηση των επιταγών της πολιτικής ορθότητας.

Ο όρος είναι ξεκάθαρα μειωτικός, άλλωστε η χρήση του επιθήματος -ίλα σχεδόν αναπόδραστα δίνει αρνητική χροιά. Ακόμα κι όταν δεν πρόκειται για μια δυσάρεστη οσμή (ιδρωτίλα, ποδαρίλα, τσιγαρίλα) ή κατάσταση (σαπίλα), οι λέξεις σε -ίλα έχουν σημασία αρνητική. Όταν λέμε «ασπρίλα» δεν εννοούμε απλώς ότι κάτι είναι άσπρο -λέμε ότι είναι άσπρο ενώ δεν θα έπρεπε να είναι· αν θέλαμε να το περιγράψουμε ουδέτερα θα λέγαμε «ασπράδα», αν θέλαμε να το παινέψουμε θα λέγαμε «λευκότητα»· η ασπρίλα δεν μπορεί παρά νάναι αρνητική. Παρομοίως, όταν λέμε π.χ. «τυρίλα» δεν εννοούμε την ευχάριστη ή τη γαργαλιστική μυρωδιά του τυριού -εννοούμε τη βαριά, ενοχλητική, υπερβολική μυρωδιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αργκό, Λεξικογραφικά, Νεολογισμοί, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , | 220 Σχόλια »

Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2019

Με ρώτησαν γιατί το λέμε έτσι και τι ρόλο παίζουν τα κουκιά. Έχω μια θεωρία, που δεν είναι πλήρης -οπότε με το σημερινό άρθρο ρίχνω μισοάδεια ελπίζοντας να πιάσω (πιο) γεμάτα.

Ο λόγος, για τον μάγκικο χαιρετισμό «Γεια χαραντάν και τα κουκιά μπαγλάν». Ας τον ακούσουμε:

Πρόκειται, σύμφωνα με το slang.gr, για «κλασικό μάγκικο χαιρετισμό». Το slang.gr προχωράει στην εξής ανάλυση:

Κλασικός μάγκικος χαιρετισμός, ο οποίος αναλύεται ως εξής:

1) Γειαχαραντάν (= γεια + χαρά + νταν): Το πολύ δημοφιλές «γεια χαρά» στην καθομιλουμένη, ευχή για υγεία και χαρά δηλαδή. Το «νταν» κατά 99,9 % αποτελεί μάγκικη προσθήκη άνευ ιδιαίτερης σημασίας, ούτως ώστε να κάνει ρίμα με το ακόλουθο «και τα κουκιά μπαγλάν». Εκτός εάν υπήρξε όντως κάποιος Μέγας Φιλέλλην μαγκίτης ονόματι Dan, στον οποίο απευθύνονται οι χρήστες της φράσης από σεβασμό στο όνομά του.

2) και τα κουκιά μπαγλάν: αναφέρεται στο παίξιμο του κομπολογιού, στη χαρακτηριστική κίνηση δηλαδή, τινάγματος των χαντρών (=κουκιά) προς τα πίσω και τον χαρακτηριστικό ήχο που παράγεται.

Σημείωση: το (2) (και τα κουκιά μπαγλάν) δύναται να ακολουθεί και άλλη φράση πέρα του «γειαχαραντάν» αρκεί να παράγεται ρίμα.

Σε σχόλιο προστίθεται ότι το μπαγλάν πρέπει να προέρχεται από το τούρκικο bağlanmak = δεμένος.

Είναι μια θεωρία συνεκτική, γι’ αυτό και πειστική. Οι χάντρες του κομπολογιού όντως λέγονται και κουκιά ενώ από το ρήμα bağlamak προέρχεται και το δικό μας «μπαγλαρώνω».

Ωστόσο, έχω πολλές επιφυλάξεις για τη θεωρία αυτή, που νομίζω πως είναι χτισμένη πάνω στην εικόνα που έπλασε ο Χάρρυ Κλυνν στο απόσπασμα που είδαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Κωνσταντινούπολη, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 205 Σχόλια »

Για την αγάπη της αλβανικής

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό, τότε που άφησε τον μάταιο τούτο κόσμο ο φιλόλογος Σαράντος Καργάκος, διάβασα ξανά στα πεταχτά δυο βιβλία του που έχω στη βιβλιοθήκη μου, που τα είχε εκδώσει στη δεκαετία του ’80, την Αλεξία και την Αλαλία (Υπάρχει και τρίτο, η Αφασία, αλλά δεν το έχω).

Όπως δείχνει και ο τιτλος τους, πρόκειται για βιβλία γεμάτα με θρήνους, κοπετούς και κινδυνολογία για την αιωνίως θνήσκουσα ελληνική γλώσσα.

Βεβαια, επειδή ακριβώς από τότε έχουν περάσει 30+ χρόνια, εύκολα διαπιστώνουμε πως ευτυχώς δεν έχουν επιβεβαιωθεί οι προφητείες και οι διαπιστώσεις που περιέχουν τα βιβλία αυτά του Καργάκου, ας πούμε ότι οι νέοι συνεννοούνται με γρυλλισμούς ή ότι «οι μαθητές του αύριο θα θεωρούν τη “μουσική” ως θηλυκό του “μουσακά” [και] θα συγχέουν το έπος με το πέος». Να το έχουμε αυτό κατά νου όταν διαβάζουμε και τωρινές καταστροφολογικές προβλέψεις για τη γλώσσα.

Ωστόσο, πρόσεξα το εξής απόσπασμα στο βιβλίο Αλαλία του Σ. Καργάκου, σε ένα άρθρο του 1985 στο οποίο διεκτραγωδεί την κατάντια της νεολαίας, της κοινωνίας γενικότερα και της γλώσσας:

Κάποτε -πάνε πολλά χρόνια τώρα- λέγαμε με περισσή έπαρση: «Πας μη Έλλην βάρβαρος». Σήμερα αρχίζουμε να λέμε: «Πας Έλλην βάρβαρος». Ο εξαλβανισμός της γλώσσας μας είναι μια ζώσα πραγματικότητα. Σιγά-σιγά αρχίζουν να σπανίζουν οι λέξεις που δηλώνουν συναισθήματα: αγάπη, στοργή, τρυφερότητα.» (Αλαλία, σελ. 31)

Και εδώ έχει υποσημείωση, στην οποία υποστηρίζει ότι:

Η αλβανική είναι η μόνη γλώσσα απ’ό,τι ξέρω, που δεν έχει στο λεξιλόγιό της τη λέξη «αγάπη».

Αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως εξωφρενικός ισχυρισμός. Αν ψάξουμε περισσότερο, διαπιστώνουμε πως όχι μόνο φαίνεται αλλά και είναι εξωφρενικός ισχυρισμός. Bέβαια, διατυπώθηκε το 1985, που η Αλβανία έκειτο μακράν και ούτε υπήρχε τρόπος να επαληθευτεί ή να διαψευστεί ένας τέτοιος ισχυρισμός. Αν ισχυριζόταν σήμερα σε άρθρο του κάποιος κάτι ανάλογο, θα αρκούσε να πληκτρολογήσουμε τη λέξη στο google translate για να δούμε ότι υπάρχει η αλβανική λέξη dashuri που σημαίνει «αγάπη».

Ίσως ο Καργάκος ήθελε να πει ότι τα αλβανικά δεν έχουν τη διάκριση ανάμεσα σε «αγάπη» και σε «έρωτα» που έχουν τα ελληνικά, εφόσον χρησιμοποιούν την ίδια λέξη για τις δυο έννοιες, αλλά αυτό δεν είναι ιδιαιτερότητα της αλβανικής. Ούτε στα αγγλικά (love) γίνεται η διάκριση, ούτε στα γαλλικά (amour). Θα έλεγα μάλιστα ότι οι περισσότερες γλώσσες δεν έχουν τη διάκριση που έχει η ελληνική.

Αυτά που έλεγε το google translate τα επιβεβαίωσα ρωτώντας και στην ομάδα Υπογλώσσια, όπου συμμετέχουν πολλοί αλβανόφωνοι και αλβανομαθείς. Κι έτσι καταρρίπτεται, δεν ήταν δα και δύσκολο, ο ισχυρισμός ότι η αλβανική δεν έχει λέξη για την αγάπη.

Αλλά δεν θα έγραφα άρθρο μονάχα για το θέμα αυτό. Όμως, από αγκάθι βγαίνει ρόδο -ή μάλλον απο έναν εξωφρενικά αβάσιμο ισχυρισμό μπορούμε να πούμε δυο λόγια για μια έκφραση που έχουμε στα ελληνικά, αν και μάλλον έχει παλιώσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 142 Σχόλια »

Πεθαμένοι που ανασαίνουν (μια συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 18 Νοέμβριος, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, που είναι καρπός των αναδιφήσεών του σε σώματα παλιών εφημερίδων. Ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές τον μεσοπόλεμο, με αρκετό γλωσσικό-λαογραφικό ενδιαφέρον. Θυμίζω πως ο Κόρτο μας είχε δώσει πριν από μερικούς μήνες μια συνεργασία για τον Τζογέ, την ευθυμογραφική στήλη που δημοσιευόταν στην εφ. Βραδυνή τον μεσοπόλεμο.

Επειδή το κείμενο είναι εκτενές αλλά και πλήρες, με την έννοια ότι ο Κόρτο έχει και εισαγωγή αλλά και γλωσσάρι, δεν κρίνω σκόπιμο να πω κάτι άλλο. Σχόλια δικά μου μέσα στο κείμενο είναι σε αγκύλες. Αν και πιστεύω ότι η ορθογραφία σε τέτοια κείμενα είναι καλύτερο να εκσυγχρονίζεται, ομολογώ ότι από τεμπελιά το άφησα όπως το είχε ο Κόρτο, δηλ. με την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού.

 

ΟΙ «ΠΕΘΑΜΕΝΟΙ ΠΟΥ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ»,

ΕΝΑ ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗΣ

Τα αποσπάσματα τα οποία ακολουθούν προέρχονται από ένα εκτενές κείμενο με γενικό τίτλο «Πεθαμένοι που ανασαίνουν» και υπότιτλο «από το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου που πέθανε μέσα στη φυλακή από φυματίωσι», το οποίο δημοσιεύτηκε σε 29 συνέχειες στην εφημερίδα Απογευματινή, από την 9η Ιουλίου έως την 6η Αυγούστου 1926. Το συνολικό κείμενο διαρθρώνεται σε ένα σύντομο προοίμιο και τρία κυρίως κεφάλαια, άνισα σε έκταση και χωρισμένα σε επιμέρους υποκεφάλαια με ξεχωριστούς τίτλους το καθένα. Πρόκειται για δημοσίευμα μικτού χαρακτήρα, δημοσιογραφικού και συγχρόνως λογοτεχνικού, στο οποίο περιγράφονται σε πρώτο πρόσωπο οι εντυπώσεις ενός υποδίκου από τις πρώτες μέρες της εισόδου του στην φυλακή και ενόσω αυτός βρίσκεται σε αναμονή για έκδοση αποφυλακιστηρίου, το οποίο φαίνεται ότι περιμένει ματαίως. Στο προοίμιο του κειμένου εκδηλώνεται σε δραματικό τόνο ο πόνος των φυλακισμένων και καταδικάζεται η αναλγησία του Νόμου. Στο πρώτο και στο τρίτο κεφάλαιο αναπτύσσεται η κύρια διήγηση, ενώ επίσης αποδίδονται εκτενείς διάλογοι του πρωταγωνιστή με κρατουμένους, οι οποίοι αφηγούνται εντυπωσιακές ιστορίες της φυλακής. Ενδιαμέσως στο δεύτερο κεφάλαιο ο συγγραφέας παραθέτει μία έκθεση των συνολικών προβλημάτων τα οποία μαστίζουν τους φυλακισμένους, κατακρίνει με φλογερό λόγο την άθλια κατάσταση των σωφρονιστικών καταστημάτων, υποδεικνύει τους υπαιτίους και προτείνει άμεσες λύσεις.

Σκίτσο της 10.7.1926

Υπό αυτήν την έννοια, καθώς το δημοσίευμα συνδυάζει στοιχεία προκλητικής αφήγησης αφενός, καταγγελίας αφετέρου, οι «πεθαμένοι που ανασαίνουν» θα μπορούσαν να ταξινομηθούν στην ευρύτερη σειρά των ρεπορτάζ λογοτεχνικού ύφους τα οποία συνέταξαν γνωστοί Έλληνες συγγραφείς (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Μιχαήλ Μητσάκης, Πέτρος Πικρός, Κώστας Βάρναλης, Θέμος Κορνάρος κλπ) ύστερα από επισκέψεις τους σε φυλακές ή άσυλα. Ωστόσο ο συντάκτης του εν λόγω κειμένου είναι ανώνυμος. Η φυλακή όπου διαδραματίζεται η αφήγηση δεν κατονομάζεται ευθέως (πιθανότατα πρόκειται για την Παλιά Στρατώνα), ούτε αναφέρεται ο ακριβής χρόνος εισόδου του αφηγητή στην φυλακή· παραλείπεται επίσης η αναφορά του παραπτώματος για το οποίο κατηγορείται. Συνεπώς δεν μπορεί να ελεγχθεί άμεσα αν τα περιγραφόμενα του κειμένου αποτελούν προϊόν πραγματικής εμπειρίας προσωποκράτησης, δημοσιογραφικής αυτοψίας σε κάποιον χώρο φυλακής ή ενδεχομένως γέννημα λογοτεχνικής φαντασίας.

Σε κάθε περίπτωση το κείμενο είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον από λαογραφικής και κοινωνιολογικής απόψεως, διότι οι εμπεριεχόμενες πληροφορίες, έστω και αν δεν προέρχονται από αυθεντική μαρτυρία, οπωσδήποτε αντικατοπτρίζουν τους στερεότυπους συνειρμούς του εγγράμματου κόσμου για την ζωή των φυλακισμένων κατά την διάρκεια των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Οπωσδήποτε ορισμένα μοτίβα τα οποία συναντώνται στο κείμενο εμφανίζονται επαναλαμβανόμενα στην ευρύτερη νεοελληνική λογοτεχνική παράδοση. Για παράδειγμα το θέμα της εισαγωγής απαγορευμένων ειδών στην φυλακή με την βοήθεια μίας γυναίκας εμφανίζεται ήδη στην «Φόνισσα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (1903): «Και μέσα εις την βαθείαν τσέπην του φουστανιού της, κρυφά, είχε χωμένην μικράν φιαλίδα με ρώμι ή ρακί, προς παρηγορίαν του φυλακισμένου» (βλ. ιστοχώρος Α. Παπαδιαμάντης). Παρόμοια εικόνα απαντάται στο διήγημα «Η γυναίκα του Μαλή» του Ζαχαρία Παπαντωνίου (1927): «Με τέτοιον τρόπο έμπαζε ούζο για τους φυλακισμένους μέσα στο ψωμί και μέσα στα ρούχα της» (Παπαντωνίου, 2011, σελ.159). Θεματικές αναλογίες εντοπίζονται βεβαίως και στην μεταγενέστερη λογοτεχνία, όπως η σκηνή ενθάρρυνσης του παλιού κρατούμενου προς τον νεοφερμένο, στο ευθυμογράφημα του Νίκου Τσιφόρου «ο μοδίστρας» (1962): «Έλα, ρε, μη το κρεμάς βαρίδι το πράμα. Φυλακή είναι, καλά περνάμε και δίνουνε και γάλα στο αναρρωτήριο.» (Τσιφόρος 2013, σελ.19). Ειδικότερα στο δημοσίευμα της «Απογευματινής» η τυποποιημένη απόδοση της ζωής των φυλακισμένων ενισχύεται και από μία σειρά συνοδευτικών σκίτσων, τα οποία είναι μάλλον γελοιογραφικού ύφους, μολονότι το ίδιο το κείμενο δεν διακρίνεται από χιουμοριστικό τόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Λαογραφία, Μεσοπόλεμος, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Φυλακή | Με ετικέτα: , , , , | 181 Σχόλια »

Στον αστερισμό της μίζας

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2018

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Κανονικά, οι συνεργασίες μου αυτές δημοσιεύονται κάθε πρώτη Κυριακή του μήνα, κατ’ εξαίρεση όμως την περασμένη Κυριακή, λόγω πληθώρας ύλης που λένε, ορισμένες στήλες μετατέθηκαν για τούτη την εβδομάδα, ανάμεσα σ’ αυτές κι η δική μου. Έτσι, το άρθρο έχασε κάποια από την επικαιρότητά του αφού στο μεταξύ ανακοινώθηκε η συμφωνία ή η πρόθεση για συμφωνία με την εκκλησία, μια λέξη που έχει επίσης μεγάλο λεξιλογικό ενδιαφέρον -αλλά βέβαια θα δοθεί η ευκαιρία και για ένα τέτοιο άρθρο, πιθανώς τον επόμενο μήνα.

Το σημερινό άρθρο επαναλαμβάνει εν μέρει κάποια πράγματα που είχαμε ξαναγράψει πριν από πέντε χρόνια, όταν είχε έρθει πάλι στην επικαιρότητα μια υπόθεση δωροδοκίας. Αναδημοσιεύω το άρθρο χωρίς προσθήκες, απλώς βάζω λινκ προς το ευφυέστατο «Μίζων ελληνικό λεξικό». Από την άλλη, θα είχε ενδιαφέρον αν στα σχόλιά σας αναφέρατε κι άλλα συνώνυμα της μίζας.

Στον αστερισμό της μίζας

Οπωσδήποτε, η είδηση για την προφυλάκιση (ορθότερα: προσωρινή κράτηση) ενός πρώην υπουργού, και μάλιστα πρωτοκλασάτου, είναι επόμενο να προκαλέσει αίσθηση στην κοινή γνώμη, αλλά είναι επίσης γεγονός αρκετά σημαντικό ώστε να διεκδικήσει σχολιασμό και από τη δική μας στήλη.

Φυσικά, ο δικός μας ο σχολιασμός θα είναι λεξιλογικός, πολύ περισσότερο που θα σεβαστούμε το τεκμήριο της αθωότητας του κ. Γιάννου Παπαντωνίου -κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν έκαναν πολλοί πολιτικοί και σχολιαστές της αντιπολίτευσης, οι οποίοι παραλλήλισαν τον ακόμη αθώο κ. Παπαντωνίου με τον πολλαπλά και τελεσίδικα καταδικασμένο κ. Τσοχατζόπουλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 185 Σχόλια »

Από τον μπαμπακόσπορο στα γκαφρά: οι 50 αποχρώσεις των χρημάτων

Posted by sarant στο 5 Οκτώβριος, 2018

Το σημερινό άρθρο ξεπήδησε από μια συζήτηση στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποία έγινε λόγος για τους πάμπολλούς τρόπους που έχουμε στη γλώσσα μας για να αναφερθούμε στα χρήματα.

Σκέφτηκα λοιπόν να μαζέψω εδώ όσα ακούστηκαν σε εκείνη τη συζήτηση, σχολιασμένα, να εμπλουτίσω και τον κατάλογο (άντλησα πολύ υλικό από το slang.gr), και βέβαια να σας καλέσω να προσθέσετε κι εσείς τον… οβολό σας. Κάτι ανάλογο, θυμίζω, είχαμε κάνει σχετικά πρόσφατα με τις εκφράσεις για το μεθύσι, οπότε είχαμε δει τις 50 αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια, στο ιστολόγιο έχουμε επανειλημμένα αναφερθεί στα συνώνυμα των χρημάτων. Ξεσηκώνω μια παράγραφο από παλιό μου άρθρο:

Διότι βέβαια, όταν ο Δημοσθένης φώναζε στην εκκλησία του δήμου: «δει δε χρημάτων και άνευ τούτων ουδέν εστι γενέσθαι των δεόντων» δεν εννοούσε τα πράγματα, ούτε τα χρειώδη, αλλά ειδικώς εννοούσε τα χρήματα: τα λεφτά, τα νομίσματα, τη μονέδα, τα όβολα, τους παράδες, τα γρόσια, τα άσπρα, τα πεκούνια, τα στάμενα· τα τάλιρα, τα φράγκα, τα μπικικίνια, τα ψιλά, τα λιανά, το μαρούλι, το χαρτί, το μαλλί, το μπαγιόκο, το παραδάκι, το αρζάν· τα δίφραγκα, τα καπίκια, τα μπακίρια, το καύσιμο, το μπερντέ, τα γκαφρά, τα πετσετάκια, τα ευρώπουλα, για να κάνουμε μια κάθε άλλο παρά εξαντλητική καταγραφή διάφορων ονομασιών -και ελπίζω να μη με θεωρήσετε ασεβή που κόλλησα πλάι στους αρχαίους μας προγόνους τις αργκοτικές ονομασίες της τρέχουσας επικαιρότητας, που ασφαλώς μερικές θα αποδειχτούν εφήμερες και θα ξεχαστούν σε μερικές δεκαετίες, όπως έχει σχεδόν ξεχαστεί σήμερα ο «μπαμπακόσπορος» τον οποίο απαιτούσαν οι ήρωες των Χαλασοχώρηδων του Παπαδιαμάντη για να πουλήσουν την ψήφο τους.

Εδώ θα αναφέρουμε περισσότερες ακόμα ονομασίες, με κάποιον σχολιασμό σε ορισμένες περιπτώσεις. Καλείστε να συμπληρώσετε τον κατάλογο. Για να πάρουμε μπρος, βάζω ένα τραγούδι του Σταμάτη Κραουνάκη (δικοί του και οι στίχοι) πολύ σχετικό με το θέμα μας, Τα λεφτά:

Λοιπόν, σε αλφαβητική σειρά:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά, Χρήματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 224 Σχόλια »

Μεζεδάκια της ισημερίας

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2018

Η φθινοπωρινή ισημερία είναι σήμερα ή, αν διάβασα σωστά, αύριο τα ξημερώματα. Ισημερία θα πει πως οι μέρες διαρκούν όσο και οι νύχτες, αλλ’ από αύριο η νύχτα θα πάρει το πάνω χέρι και η διαφορά τους ολοένα θα μεγαλώνει, θα νυχτώνει όλο και νωρίτερα, τα φύλλα θα πέφτουν απ’ τα κλαριά, θα βάλει ψύχρα, θ’ αρχίσουν τα πρωτοβρόχια και στις δημοσκοπήσεις θα απαντάμε όλοι ότι θα ψηφίσουμε Κούλη. (Αυτό το τελευταίο το είπα επειδή άκουσα πως ο Παύλος Τσίμας απέδωσε την προσφατη δημοσκοπική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στο ότι οι δημοσκοπήσεις έγιναν το καλοκαίρι που επηρεάζει θετικά τη διάθεση).

Αν αναρωτιέστε γιατί δεν τα είπα «ισημεριακά» τα μεζεδάκια μας, η απάντηση είναι απλή: επειδή τα έχω ονομάσει έτσι άλλες δυο φορές ως τώρα.

* Και ξεκινάμε.

* Tο σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήταν η σειρά του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης να περάσει από τη ΔΕΘ, να μιλήσει και να δώσει συνέντευξη Τύπου.

Στο Φέισμπουκ κυκλοφόρησε αυτή η φωτογραφία από την ομιλία του Κ. Μητσοτάκη, με τη λεζάντα «Τύφλα να’χει ο Μάρλον Μπράντο» να κάνει αστεία αντίστιξη.

Με τις σημερινές τηλεοπτικές συσκευές είναι εύκολο να στήσει κανείς τέτοια στιγμιότυπα, αρκεί κάποιο από τα πολλά κανάλια μας να παίζει την ίδια ώρα κάποιαν εκπομπή με αστείο τίτλο. Αλλά έχει πλάκα.

* Στην ομιλία του Κ. Μητσοτάκη πρόσεξα ένα λάθος που το κάνουν πολλοί. Σε κάποιο σημείο της ομιλίας του, αναφερόμενος στους (νεο)μετανάστες της κρίσης, ο Κ.Μ. είπε:

…θα γυρίσουν στην Ελλάδα, να στηρίξουν την ανάρρωση της ελληνικής κοινωνίας, να κάνουν αυτό, το οποίο τελικά όλοι όσοι ζήσαμε στο εξωτερικό το ξέρουμε πολύ καλά -ο νόστος είναι πολύ ισχυρός- και θέλουν να γυρίσουν τελικά στην πατρίδα τους...

Ώστε «ο νόστος είναι πολύ ισχυρός». Αλλά τι σημαίνει νόστος; Σύμφωνα με τα λεξικά, νόστος είναι η επιστροφή στην πατρίδα, ιδίως έπειτα από πολύχρονη απουσία μακριά. Από τη λέξη νόστος και από την επίσης ελληνική λέξη άλγος, κάποιος λόγιος του 17ου αιώνα έπλασε στα νεολατινικά της εποχής τον όρο nostalgia για να δηλώσει τη λαχτάρα της επιστροφής στην πατρίδα, όρος που έγινε διεθνής και πέρασε και στα ελληνικά.

Αξίζει άρθρο για το θέμα, αλλά προς το παρόν ας περιοριστούμε στο ότι αρκετός κόσμος, ιδίως τα τελευταία χρόνια, λέει «ο νόστος» και εννοεί «η νοσταλγία» -όπως εδώ, στην αποστροφή του Κ. Μητσοτάκη. Δεν είναι όμως σωστό. (Για περισσότερα, δείτε παλιό άρθρο του φίλου Γιάννη Χάρη).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Αμφισημίες, Γραμματική, Κύπρος, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , , , , , , | 245 Σχόλια »

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Συζητώντας για την αργκό

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2018

Η αργκό ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και έχουμε δημοσιεύσει πολλά άρθρα, είτε για τη σύγχρονη αργκό είτε για την ιστορία της, σε κάποια από τα οποία είχε καθοριστική συνεισφορά ο παλιός φίλος μας Spatholouro που εύχομαι να ξαναρχίσει να σχολιάζει εδώ.

Το σημερινό άρθρο είναι μια γενική εισαγωγή για την αργκό, συνοπτικά δοσμενη σε κάτι λιγότερο από 1000 λέξεις. Μου το ζήτησε η δημοσιογράφος Ζωή Παρασίδη από το popaganda.gr ως υλικό αναφοράς για ένα άρθρο που ετοίμαζε. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα και ανάμεσα στις πηγές του είναι το κείμενο που είχα στείλει καθώς και το παλιότερο άρθρο μας για τη διασημότερη ελληνική λέξη.

Παρουσιάζω σήμερα το δικό μου κείμενο για την αργκό, για να υπάρχει και αυτοτελώς. Είχα πει ότι σήμερα θα έβαζα κάτι για γραβάτες, αλλά τελικά ο προγραμματισμός άλλαξε και εκείνο το άρθρο πηρε αναβολή.

Γενικά για την αργκό

Η λέξη αργκό είναι δάνειο από τη γαλλική argot, η οποία, όπως αρμόζει στον χαρακτήρα της, είναι σκοτεινής ετυμολογίας, αφού καμιά από τις πολλές εκδοχές που έχουν προταθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή. πιθανώς συνδέεται με το ρήμα argoter «λογομαχώ». Αρχικά είχε τη σημασία «συντεχνία κλεφτών» και προς τα τέλη του 17ου αιώνα πήρε και τη σημασία της ειδικής συνθηματικής γλώσσας τους. Ένας από τους πρώτους συγγραφείς που μελέτησε τη γαλλική αργκό σε βάθος ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος αφιερώνει στην αργκό μια ολόκληρη ενότητα στον 4ο τόμο των Αθλίων, υπό τύπον δοκιμίου 15-20 σελίδων. «Η αργκό είναι η γλώσσα των σκοταδιών», γράφει.

Με τον όρο αργκό εννοούμε ένα προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιείται ως συνθηματική γλώσσα από ορισμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες (περιθώριο, υπόκοσμος, νέοι κ.ά.) και που διαμορφώνεται κυρίως από γλωσσικά δάνεια και από παραμόρφωση της καθομιλουμένης. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αργκό, πολλές συνθηματικές γλώσσες: του στρατού, των νέων, διάφορων περιθωριακών ομάδων κτλ. Υπάρχουν και επαγγελματικές συνθηματικές γλώσσες, όπως ήταν παλιότερα τα κουδαρίτικα, η γλώσσα των Ηπειρωτών χτιστάδων, και τα ντόρτικα, η γλώσσα των τσιγγάνων χαλκιάδων της Ευρυτανίας, ενώ και στην εποχή μας ειδικό λεξιλόγιο βρίσκουμε σε άφθονους κλάδους και ομάδες, π.χ. νοσηλευτές, κομπιουτεράδες, φορτηγατζήδες ή γκέιμερς. Ξέρουμε επίσης τα καλιαρντά, τη γλώσσα των ομοφυλοφίλων, που την έκανε ευρύτερα γνωστή η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

κουρου

Posted by sarant στο 6 Μαρτίου, 2018

Την πρώτη φορά που με πήγε ο πατέρας μου, πιτσιρικά, να φάω τυρόπιτα από το Άριστον, στην οδό Βουλής, δεν τον άκουσα να την παραγγέλνει, είδα όμως στη βιτρίνα που έγραφε ΤΥΡΟΠΙΤΑ ΚΟΥΡΟΥ και σκέφτηκα «Τυρόπιτα Κούρου». Ήξερα τους Κούρους από το Μουσείο, δεν θυμαμαι ακριβώς πώς τους συσχέτισα με τις τυρόπιτες, πάντως το βρήκα λογικό -ίσως σκέφτηκα πως ονομάστηκαν έτσι προς τιμή τους.

Αργότερα, άκουσα που τις προφέρανε «τυρόπιτα κουρού» και κατάλαβα πως είχα κανει λάθος, αν και δεν ήξερα τι σημαίνει αυτό το «κουρού», γιατί τις λένε έτσι. Ρώτησα εδώ κι εκεί τι θα πει κουρού, δεν ξέραν να μου πούνε, ξέρανε όμως πως οι τυρόπιτες αυτές λέγονταν έτσι. Ήταν οι εποχές οι προϊντερνετικές, που οι απορίες μας δεν απαντιούνταν αμέσως.

Κάποτε έμαθα ότι αυτό το κουρού είναι το τουρκικό kuru που θα πει ξερός. Ο σημερινός ιδιοκτήτης του αρτοποιείου Άριστον εξηγεί: Ο παππούς λοιπόν, πήγε στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1900, δούλεψε σε κάποιο τυροπιτάδικο, πήρε τη συνταγή και έφερε την τυρόπιτα στην Αθήνα. Εκείνη την εποχή, την ονόμαζαν στην Κωνσταντινούπολη «κουρού», που σημαίνει ξερή, ζύμη χωρίς λιπαρά.

Αλλού είδα την εξήγηση πως η τυρόπιτα λέγεται κουρού επειδή είναι χωρίς σφολιάτα. Πάντως το τουρκικό kuru πράγματι θα πει ξερός, σκέτος.

Στο λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής δεν έχει λήμμα «κουρού», εχει μόνο τα κουραφέξαλα, τον κούρο και την κουρούνα. Ούτε το λεξικό του Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στην έκδοση που έχω, καταγράφει τη λέξη. Έχει το κουρο-σίβο, αλλά όχι το κουρού, ίσως επειδή για το κουρού δεν έγραψε ο Καββαδίας.

Το Χρηστικο όμως λεξικό, της Ακαδημίας, έχει λήμμα «κουρού», ενώ επίσης καταγράφει και το κουρούμπελο (στην έκφραση «έγινα κουρούμπελο», μια από τις αμέτρητες εκφράσεις για το μεθύσι, που κάποτε πρέπει να τους αφιερώσουμε άρθρο).

Στο slang.gr διαβάζω ότι στην αργκό των κομπιουτεράδων «κουρού» λέγεται το αντίθετο του γκουρού. Αν δηλαδή γκουρού είναι ο μάγος των υπολογιστών, ο δάσκαλος, που βρίσκει λύσεις για όλα με τρόπο αυτομαγικό, ο κουρού είναι ο ατζαμής που όμως πλασάρεται για ειδήμονας κι αφήνει πίσω του συντρίμμια. Δεν είχα ακούσει τον όρο και δεν ξέρω αν είναι ευρύτερα διαδεδομένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αργκό, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 206 Σχόλια »

Ο Τζογές της Βραδυνής και οι λέξεις του (συνεργασία του Κόρτο)

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2018

Παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά μια συνεργασία του φίλου μας του Κόρτο, αφιερωμένη σε μια ευθυμογραφική στήλη που έτερψε τους αναγνώστες επί δεκαετίες και που έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον: τη στήλη του Τζογέ, που εμφανιζόταν προπολεμικά στην εφημερίδα Βραδυνή. Πρόκειται για εύθυμα κείμενα, περίπου σαν χρονογραφήματα, που τα έγραφε ο Σώτος Πετράς.

Η φιγούρα του Τζογέ στα χρονογραφήματα του 1925

Ο Κόρτο διερευνά το θέμα πολύ αναλυτικά, οπότε όσο λιγότερα πω εγώ τόσο καλύτερα. Να πω μόνο ότι ο Τζογές δεν είναι η πρώτη στήλη που υπογράφεται από κουτσαβάκη, μάγκα ή βλάμη, είναι όμως από τις μακρόβιες και πολύ πετυχημένες -μαλιστα επιλογή χρονογραφημάτων είχε βγει σε βιβλίο, που είδα να κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο.

Τζογές ήταν και τυπικό όνομα του μάγκα στις επιθεωρήσεις, ενώ έτσι ειναι και το παρατσούκλι του «καλού πολίτη» στο ποίημα του Βάρναλη:

Εγώ ’μαι ο Νικολός. Σταμάτα!
Το παρατσούκλι μου Τζογές.
Είχα συμπέθερο το Ρίζο
κι είχα το γάδαρο τον γκρίζο.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να πούμε ότι ο Τζογές ονομάστηκε έτσι από το τζογέ πανταλόνι που ήταν το σήμα κατατεθέν των παλιών κουτσαβάκηδων. Τζογέ ή τρόμπα: φαρδύ επάνω, στενό κάτω, σωλήνας περίπου.

Ο Κόρτο έχει και γλωσσάρι του Τζογέ, στο οποίο προσθέτω μέσα σε αγκύλες κάποια δικά μου σχόλια. Αλλά πολλά ειπα εγώ.

Ο ΤΖΟΓΕΣ ΤΗΣ ΒΡΑΔΥΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΟΥ

Η στήλη του Τζογέ υπήρξε σειρά εύθυμων χρονογραφημάτων τα οποία γράφονταν από τον επιθεωρησιογράφο και θεατρικό κριτικό Σώτο Πετρά1 και δημοσιεύονταν στον αθηναϊκό τύπο κατά την διάρκεια του Μεσοπολέμου. Στην εφημερίδα Βραδυνή η στήλη εμφανίζεται ήδη από το φύλλο της 5ης Ιουνίου 1925, είναι σχεδόν καθημερινή κατά τα έτη 1926 έως 1930 και συνεχίζει να δημοσιεύεται σε άτακτα διαστήματα τουλάχιστον μέχρι και τον πρώτο χρόνο της Κατοχής.

Στα ευθυμογραφήματα αυτά, ο Πετράς ζωντανεύει και κατά κάποιον τρόπο υποδύεται τον Τζογέ, έναν κωμικό λογοτεχνικό χαρακτήρα, ο οποίος αφηγείται ευτράπελα περιστατικά, στηλιτεύει τις κοινωνικές στρεβλώσεις της εποχής του και σχολιάζει την επικαιρότητα, με έμφαση στο αστυνομικό δελτίο της εποχής, αλλά πάντα με σατιρικό πνεύμα.

Τόσο από τις αφηγήσεις, όσο και από τα σχόλιά του, προκύπτει ότι ο Τζογές είναι ο λαϊκός τύπος του μεσοπολέμου, αισθηματίας, γλεντζές, λάτρης της ξέγνοιαστης ζωής, του κρασιού και της ταβέρνας, της κιθάρας και της καντάδας. Είναι παθιασμένος υμνητής και συγχρόνως σφοδρός κατήγορος του έρωτα. Νοσταλγεί την παλιά Αθήνα και τις ομορφιές της, ενώ παραπονιέται συνεχώς για την κατάντια της εποχής του και την έκλυση των ηθών. Είναι παλαιών αρχών και γκρινιάζει για τους μοντερνισμούς, την μόδα και την τεχνολογία. Συχνά αναφέρεται σε μία σειρά συμπρωταγωνιστών: στην ερωμένη του την Κατινίτσα, στην οποία συνήθως απευθύνει τα γραφόμενά του, σε κάποια πρόσωπα της γειτονιάς, αλλά προπαντός σε μία παρέα από θαμώνες της ταβέρνας (τον Λάθουρα, τον Νίκουρδα, τον Μπρούτζο, τον Χαμπλεχούρα κλπ) μαζί με τους οποίους στις διάφορες κρασοκατανύξεις γράφουν στιχάκια, τραγουδούν, καλαμπουρίζουν ή πηγαίνουν για καντάδες. Ενίοτε όμως περιγράφει συναντήσεις και με επώνυμα πρόσωπα, κυρίως καλλιτέχνες της εποχής από τον χώρο της επιθεώρησης και του τραγουδιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Εφημεριδογραφικά, Ρεμπέτικα, Συνεργασίες, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 229 Σχόλια »