Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αρχαία γραμματεία’ Category

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 12 – Τα καμώματα του Αλκιβιάδη

Posted by sarant στο 10 Οκτώβριος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δωδέκατη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο και στον Πλούταρχο. Η σημερινή ιστορία είναι φυσικά αντλημένη από τον «Αλκιβιάδη» του Πλουτάρχου.

Χωρίς αμφιβολία μία από τις πιο ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της κλασικής εποχής ήταν ο Αλκιβιάδης, γιος του Κλεινία. Δεν ήταν μόνο απόγονος (από πατέρα και μάνα) λαμπρών οικογενειών της Αθήνας, αλλά ήταν και προικισμένος με όλες τις χάρες. Όμορφος, γερός, δυνατός, έξυπνος και θαρραλέος.

Ο παππούς του, που λεγόταν επίσης Αλκιβιάδης, ήταν φίλος του Κλεισθένη και συνεργάστηκε μαζί του στην εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας. Ο πατέρας του Κλεινίας, στενός φίλος του Περικλή, αναδείχτηκε ήρωας στη ναυμαχία του Αρτεμισίου και σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία στη μάχη της Κορώνειας. Η μητέρα του, Δεινομάχη, εξ άλλου, καταγόταν από την περίφημη γενιά των Αλκμαιωνιδών.

Το κακό ήταν πως χήρεψε νωρίς, όταν ο γιος της ήταν μόνο πέντε χρονών και την κηδεμονία του Αλκιβιάδη την ανέλαβε ο Περικλής, που εξασφάλισε μεν στον μικρό άνετη ζωή και λαμπρή μόρφωση, αλλά κατά τα λοιπά, απορροφημένος από την πολιτική, δε νοιάστηκε πολύ για τον γιο του φίλου του, όπως άλλωστε δεν ασχολήθηκε και με τα δικά του παιδιά. Απλώς ανέθεσε το μικρό στις φροντίδες ενός δούλου του από τη Θράκη, που δεν είχε όμως την απαιτούμενη επιβολή.

Έτσι ο Αλκιβιάδης, από τη φύση του ατίθασος και ανυπάκουος, μεγαλώνοντας έγινε θρασύς, αλαζονικός, ανεύθυνος, επηρμένος, εγωιστής, με μια λέξη ανυπόφορος. Ταυτόχρονα όμως ήταν έξυπνος, γενναίος, ανοιχτοχέρης και πολύ όμορφο παλικάρι. Και όπως ξέρουμε οι αρχαίοι Έλληνες λάτρευαν το κάλλος και εύκολα συγχωρούσαν τα λάθη ή τις παρεκτροπές κάποιου, φτάνει να ήταν ωραίος.

Τρανό παράδειγμα η ωραία Ελένη. Και τι δεν έκανε: μοίχεψε, άρπαξε τα λεφτά του άντρα της φεύγοντας με τον εραστή της, συντάχθηκε με τους Τρώες όταν οι Αχαιοί πολιορκούσαν την Τροία και στο τέλος ο Μενέλαος, σαν έπεσε η Τροία, όχι μόνο δεν την έσφαξε, μα την πήρε στην αγκαλιά του και τη μετέφερε στη Σπάρτη «δόξη και τιμή», έχοντάς την κορώνα στο κεφάλι του, που εκείνη είχε φροντίσει να στολιστεί και με άλλα εξαρτήματα…. Έτσι και με τον Αλκιβιάδη. Παρά τα σοβαρά ελαττώματά του, επειδή κυρίως ήταν ωραίο παιδί, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής στην Αθήνα.

Τα ελαττώματά του δεν μπόρεσε να περιορίσει ούτε ο ίδιος ο Σωκράτης, όταν ο φέρελπις νέος, στα δεκαπέντε του χρόνια, έγινε μαθητής του. Βεβαίως πολλές φορές οι αυστηρές νουθεσίες του δάσκαλου έκαναν τον μαθητή να δακρύζει και για λίγο διάστημα συμπεριφερόταν σωστά και υπεύθυνα, σύντομα όμως ξανάμπλεκε με τους φίλους του, που τον ξεμυάλιζαν και άρχιζε πάλι τις ασωτείες.  Συχνά ο Σωκράτης τον κυνηγούσε «σα να ήταν δραπέτης δούλος», για να τον πείσει να έρθει στα μαθήματά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αρχαίοι, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 142 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 11 – Οι Σπαρτιάτισσες και οι τολμηρές τους αμφιέσεις

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η ενδέκατη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο και στον Πλούταρχο. Η σημερινή ιστορία παίρνει αφορμή από κάποιες αφηγήσεις από τον Βίο του Λυκούργου (κεφ. 11-15) και προχωράει εξετάζοντας τη θέση της γυναίκας στη Σπάρτη αλλά και γενικά τη Σπάρτη και την ιδιόμορφη κοινωνική δομή της.

 

Η μελέτη της Σπάρτης και της κοινωνικής δομής της κρύβει αρκετές εκπλήξεις για τον ιστορικό. Εν πρώτοις πρέπει να διευκρινιστεί για ποια Σπάρτη μιλάμε, γιατί η Σπάρτη της αρχαϊκής εποχής σε πολλά σημεία διαφέρει τόσο από τη Σπάρτη των κλασικών χρόνων, που θα  ΄λεγε κανείς ότι πρόκειται για δυο διαφορετικές πόλεις.

Πολύ πριν από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, από τον 6ο ήδη αιώνα η Αθήνα εθεωρείτο το αντίθετο της Σπάρτης σε πολλά πράγματα. Στην πραγματικότητα η Σπάρτη από τον 6ο αιώνα και μετά, ως το τέλος της ιστορίας της δεν έχει προσφέρει τίποτα στην Τέχνη, στην Επιστήμη, στη Φιλοσοφία, στον Πολιτισμό γενικότερα. Ουσιαστικά ποτέ της δεν έπαψε να είναι ένα άθροισμα από πέντε χωριά, που οι κάτοικοί τους διαβιούσαν συνεχώς σε καθεστώς στρατοπέδου, την πολιτείαν ομοίαν κατεστησάμεθα στρατοπέδω, λέει ο Ισοκράτης.

Η ευθυμία, τα αστεία και το χιούμορ ήταν επισήμως κατακριτέα και ελαφρώς ύποπτα. Όταν ο Αρχίλοχος ο Πάριος τόλμησε να απαγγείλει στο κοινό της Σπάρτης σατιρικό του ποίημα για το πώς έχασε σε μάχη με τους Θράκες την ασπίδα του αλλά δεν τον ένοιαξε πολύ, γιατί μια και γλύτωσε θα ‘βρισκε άλλην, οι Εφοροι, που δεν έπαιζαν με τέτοια “ιερά” θέματα, διατάξαν αμέσως την απέλασή του.

Τη Σπάρτη διοικούσε μια σκυθρωπή και καχύποπτη ολιγαρχία, που είχε επιβάλει σε όλους την ισότητα, αλλά μιαν ισότητα στη φτώχεια, στη σκληραγωγία και στην αμάθεια. Σ’όλους ανεξαιρέτως τους Σπαρτιάτες απαγορευόταν να ταξιδεύουν έξω από την επικράτεια χωρίς ειδική άδεια, που σπανιότατα δινόταν. Ομοίως ούτε οι ξένοι μπορούσαν να μπουν και να μείνουν για πολύ στο σπαρτιατικό κράτος.

Η διοίκηση ήθελε να ξέρει κάθε κίνηση και κάθε ενέργεια των πάντων. Δεν υπήρχε δυνατότητα ατομικής ζωής και για όλες τις πράξεις του ο κάθε Σπαρτιάτης έπρεπε να παίρνει την έγκριση των κρατούντων. “Ουδείς ήν αφειμένος ως εβούλετο ζην”, λέει ο Πλούταρχος. Όταν ο Αγησίλαος αντελήφθη κάποιους Σπαρτιάτες να κάνουν κάτι το τελείως αθώο, αλλά με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς εντολή, δεν τους είπε τίποτα αλλά τη νύχτα έστειλε κάποιους στρατιώτες και τους σκότωσαν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αρχαίοι, Δύο φύλα, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , | 128 Σχόλια »

Η μεταμόρφωση του Σάτυρου (πεζό του Κωστή Παλαμά)

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζό ενός μεγάλου ποιητή, του Κωστή Παλαμά -ενός ποιητή που, ίσως άδικα, δεν διαβάζεται πολύ στις μέρες μας ενώ στον καιρό του κυριάρχησε στην ελληνική ποιητική και πνευματική ζωή επί δεκαετίες.

Σε αυτό το πεζό του Παλαμά έφτασα τυχαία: διάβαζα ένα παλιό χρονογράφημα του Βάρναλη, κατοχικό, με θέμα απαισιόδοξο, τις αυτοκτονίες. Μιλώντας από την οπτική γωνία του θανατόφιλου, ο Βάρναλης γράφει:

Ξέρετε τι απάντησε ο Σάτυρος στο Σύλλα, άμα τον ρώτησε: ποιο είναι το καλύτερο πράμα στον κόσμο;

―Το καλύτερο, απάντησε ο τραγοπόδης θεός, είναι να μη γεννηθείς. Αλλ’ άμα έχεις γεννηθεί, το καλύτερο είναι «ως τάχιστα θανείν»…

Τους Βίους του Πλουτάρχου τους έχω διαβάσει… μισούς. Έχω διαβάσει τους Έλληνες, αλλά από τους Ρωμαίους μόνο τον Κικέρωνα και τον Καίσαρα, οπότε το επεισόδιο αυτό δεν το ήξερα. Έψαξα στον βίο του Σύλλα και πράγματι βρήκα το επεισόδιο, αλλά κάπως διαφορετικά διηγημένο.

Λέει, στο κεφάλαιο 27:

Σύλλας δὲ διὰ Θετταλίας καὶ Μακεδονίας καταβὰς ἐπὶ θάλατταν παρεσκευάζετο χιλίαις ναυσὶ καὶ διακοσίαις ἀπὸ Δυρραχίου διαβάλλειν εἰς Βρεντέσιον. ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος. ἐνταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον, οἷον οἱ πλάσται καὶ γραφεῖς εἰκάζουσιν, ἀχθέντα δὲ ὡς Σύλλαν ἐρωτᾶσθαι δι’ ἑρμηνέων πολλῶν ὅστις
εἴη· φθεγξαμένου δὲ μόλις οὐδὲν συνετῶς, ἀλλὰ τραχεῖάν τινα καὶ μάλιστα μεμιγμένην ἵππου τε χρεμετισμῷ καὶ τράγου μηκασμῷ φωνὴν ἀφέντος, ἐκπλαγέντα τὸν Σύλλαν ἀποδιοπομπήσασθαι.

Το ρεζουμέ:

Καθώς επέστρεφε ο Σύλλας από την Ελλάδα για την Ιταλία, περνώντας από την Απολλωνία, στη σημερινή Αλβανία, σε ένα ειδυλλιακό μέρος οι στρατιώτες του έπιασαν έναν Σάτυρο που κοιμόταν. Ήταν ακριβώς όπως τον παρασταίνουν οι γλύπτες κι οι ζωγράφοι. Τον οδήγησαν στον Σύλλα, κι αυτός έφερε διερμηνείς που τον ρώτησαν σε διάφορες γλώσσες. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να μιλήσει ανθρωπινά, παρά έβγαζε μια τραχιά φωνή μισό χλιμίντρισμα και μισό βέλασμα σαν του τράγου. Φοβήθηκε ο Σύλλας και τον έδιωξε.

Ο Πλούταρχος λοιπόν μας διηγείται μεν τη συνάντηση του Σύλλα με τον Σάτυρο, αλλά δεν δίνει τη συνομιλία -και πώς να τη δώσει, αφού ο Σάτυρος δεν μιλούσε ανθρωπινά. Από πού λοιπόν βρήκε ο Βάρναλης τη στιχομυθία;

Γκουγκλίζοντας βρήκα το πεζογράφημα του Παλαμά που θα σας παρουσιάσω σήμερα, το οποίο μεταπλάθει λογοτεχνικά τη διήγηση του Πλουτάρχου -που μάλιστα την προτάσσει ως μότο στην αρχή. Ο Παλαμάς φαντάζεται δύο συναντήσεις του Σύλλα με τον Σάτυρο, μία στον πηγαιμό των Ρωμαίων, που εκτυλίσσεται όπως περίπου την περιγράφει ο Πλούταρχος, και μια στην επιστροφή, όπου ο Σάτυρος έχει περάσει μια περιπέτεια που τον έκανε σοφότερο -και μιλάει.

Το πεζογράφημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο δεκαπενθήμερο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας» (τόμος Β’, σελ. 20), που το εξέδιδε ο Γεράσιμος Βώκος (για τον οποίο έχω γράψει εδώ, ξεχνώντας να αναφέρω αυτο το περιοδικό). Με το «Περιοδικόν μας» συνεργάζονταν οι περισσότεροι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής, αλλά παρά την ενδιαφέρουσα ύλη του το περιοδικό μετά βίας έφτασε τα πρώτα του γενέθλια. Δέκα χρόνια αργότερα ο Βώκος, που ήταν και ζωγράφος, έβγαλε το εικαστικά πολύ προχωρημένο περιοδικό «Καλλιτέχνης», που αποδείχτηκε κάπως μακροβιότερο. Ύστερα πήρε των ομματιών του για το Παρίσι, όπου πέθανε.

Αγγάρεψα τον φίλο μας τον Σκύλο να μας πληκτρολογήσει το πεζό του Παλαμά, μονοτονικό βέβαια, έκανα και ορθογραφικόν εκσυγχρονισμό, και το παρουσιάζω εδώ. Στο τέλος, κάνω ένα σύντομο σχόλιο.

ΑΠΟΛΟΓΟΙ

ΥΠΟ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ

ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ
πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ
χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς
πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος.
Ενταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον,

Π λ ο υ τ ά ρ χ ο υ (Βίος Σύλλα)

Στην Απολλωνία γεννήθηκα. Εκεί πρωτοχάραξεν η ζωή μου η άγρια και η ακαμάτρα, και η λάγνα και η δολοπλόκα μου ζωή και η άθεη.

Όλες οι πηγές μού καθαροζωγράφιζαν, κι οι αντίλαλοι όλοι μού βροντοφώναζαν την ασκήμια.

Σ΄έναν τόπο σύλογγο, στο Νεραϊδόσπηλο, πρωτοξέσπασεν η ορμή μου. Την πρώτη νύφην ιερή που απάντησα, χύθηκα για να την αγκαλιάσω ακόλαστα· και ήταν η νύφη Φαέθουσα· και ήταν αδελφή μου η Φαέθουσα. Και ήμουν ο καταραμένος όλων και ο σιχαμερός. Και πρώτ’ απ’ όλους με μίσησαν τα θεία τα γονικά μου. Και οι θεοί όπου με τύχαιναν, ύψωναν τη φτέρνα τους για να με συντρίψουν. Και των βουνών οι ξωτικές και των νερών μ’ έτρεμαν εμένα· και καμιά λαχτάρα πόθου, μήτε δίψα γνωριμιάς, δεν παράδερνε μέσα στον τρόμο τους. Κι έφευγε ο κόσμος, μόλεμα, και τον ίσκιο μου.

Αλίμονό σου, άνθρωπε, που θα περνούσεν απάνου σου το φύσημά μου! Μιαν αγριμιού κακού ψυχή σου πύρωνε το είναι σου. Και τρισαλιά σου, Αμαδρυάδα, που, θέλοντας μη θέλοντας, θα σ’ έσφιγγεν η καταδασωμένη μου αγκαλιά! Η παρθενιά της η ισόθεη, μπαίγνιο των χεριών μου ξεδιάντροπο, σέρνονταν ύστερα ξεσκίδι ανάμεσ’ από τα πόδια μου, πόδια ενός τράγου! Ω τα φιλιά μου τ’ αμολόγητα μέσ’ από το καμίνι το στόμα μου!

Και ήμουν ο στουμπομύτης κι ο τραγοκέρατος με τα μεγάλα του ζωντόβολου τ’ αυτιά· και ο δειλιασμένος ήμουνα που τρόμαζα· και ήμουν ο οκνός με τη γοργάδα του ανέμου· και ήμουν ο πανάσχημος με την ουρά και με τη σκέψη της μαϊμούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Βάρναλης, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Μεζεδάκια Τρικάλεως

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2017

Ο τίτλος του σημερινού πολυσυλλεκτικού μας άρθρου είναι παρμένος από ένα μεζεδάκι της πιατέλας, που το βρήκα τόσο γουστόζικο ώστε να το αφήσω να τιτλοφορήσει ολόκληρο το μενού. Το είχα και από την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά δεν είναι από αυτά που μπαγιατεύουν.

Αλλιώς, μπορεί να ονόμαζα τα μεζεδάκια μου «κηλιδωμένα», από την πετρελαιοκηλίδα που ρυπαίνει τον Σαρωνικό ύστερα από το ύποπτο ναυάγιο του ακόμα πιο ύποπτου σαπιοκάραβου, ή και παριζιάνικα, για ακραιφνώς προσωπικούς λόγους: όταν θα διαβάζετε τις γραμμές αυτές θα πηγαίνω να βραχώ για σαββατοκύριακο στο Παρίσι (ναι, το ξέρω ότι στα πάτρια έχει καύσωνα, αλλά στην Εσπερία τα μέγιστα είναι 15 βαθμοί).

Ωστόσο, προτίμησα να μείνω στον τίτλο που αρχικά είχα σκεφτεί, αφού έτσι μου δίνεται η ευκαιρία να αναδείξω τα γευστικότατα προϊόντα της Τρίκαλης, όπως η φέτα, που τη βλέπετε αριστερά, που έχει και αναγνώριση Π.Ο.Π. και επιπλέον προσφέρεται σε πολύ λογική τιμή.

Τη φωτογραφία την έστειλε στο ιστολόγιο φίλος που με τροφοδοτεί ταχτικά με υλικό. Την τράβηξε ο ίδιος σε σουπερμάρκετ του Ηρακλείου Κρήτης. Και τα δυο μέρη, Τρίπολη και Τρίκαλα, βγάζουν φέτα, αλλά πιο πιθανό μου φαίνεται να ξεκίνησε να γράφει «Τρικάλων» και να ξεστράτισε, κάνοντας αυτό το γουστόζικο γραφιστικό σαρδάμ.

Μια άλλη εξήγηση είναι ότι ο ένας τύπος γάλακτος (ας πούμε το πρόβειο) προέρχεται από την Τρίπολη και το κατσικίσιο από τα Τρίκαλα.

Μέχρι να μάθουμε από πού κρατάει η φέτα, παρακαλείται η Γεωγραφική Υπηρεσία της Νομανσλάνδης να εγγράψει την εριβώλακα Τρίκαλιν στον νομανσλανδιανό Άτλαντα.

* Η ακλισιά της εβδομάδας σε είδηση για τον βιασμό δυο Αμερικανίδων φοιτητριών από καραμπινιέρους στη Φλωρεντία. Στο σχετικό άρθρο του Χάφιποστ, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται στο κυρίως άρθρο, όπου οι δυο βιαστές κλίνονται κανονικά (ελπίζω σύντομα να κλείνονται και στο φρέσκο) αλλά στον τίτλο, ο οποίος μάς πληροφορεί ότι:

Δύο φοιτήτριες από τις ΗΠΑ καταγγέλλουν ότι έπεσαν θύματα βιασμού από καραμπινιέροι στη Φλωρεντία

Έχω τη φριχτή υποψία ότι ο υλατζής θέλησε να κάνει φιγούρα και να γράψει «από καραμπινιέρι», χρησιμοποιώντας τον ιταλικό πληθυντικό της λέξης -και τότε παρενέβη ο Σπελ Τσέκερ και τον τιμώρησε. Αν είναι σωστή η υποψία μου, μπορεί να υπάρχει Θεός.

* Συζητήθηκε πολύ την περασμένη Κυριακή το λάθος του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος, στην ομιλία του στη ΔΕΘ είπε για την «κόπρο του Αυγέα». Και βέβαια είναι λάθος, αφού στο σχολείο μαθαίνουμε για τον βασιλιά Αυγεία της Ήλιδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη | Με ετικέτα: , , , , , | 147 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 10 – Χρωστάμε τη δημοκρατία σ’ έναν αδιόρθωτο γλεντζέ

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2017

Εδώ και κάμποσο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο. Ωστόσο, σήμερα επιστρέφουμε στον Ηρόδοτο, επειδή κάπου χρειάστηκε να αναφερθώ στο επεισόδιο του Ιπποκλείδη και συνειδητοποίησα ότι κακώς  την είχα παραλείψει πρωτύτερα. Και πάλι, προσθέτω ένα δικό μου υστερόγραφο.

Χρωστάμε τη δημοκρατία σ’ έναν αδιόρθωτο γλεντζέ
(Η ιστορία αυτή είναι παρμένη από το 6ο βιβλίο, Ερατώ, παραγρ.122-128)

Ως γνωστόν οι δημοκρατικοί θεσμοί γεννήθηκαν στην Αθήνα και πρωτεργάτης τους ήταν ο Κλεισθένης, γιος του Μεγακλή και της Αγαρίστης. Παρά λίγο όμως αυτός ο Κλεισθένης να μη γεννιόταν ποτέ αλλά να ξεφύτρωνε στη θέση του κάποιος άλλος, που μπορεί να λεγόταν επίσης Κλεισθένης και να ήταν γιος της Αγαρίστης αλλά ο μπαμπάς του να ήταν ο Ιπποκλείδης και να μην τον ένοιαζε καθόλου η Δημοκρατία.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Εκείνο τον καιρό, τον 6ο αιώνα της Αρχαιότητας,  τύραννος της σημαντικής, τότε, πόλης της Σικυώνας (κοντά στο σημερινό Κιάτο), ήταν ο Κλεισθένης, λαϊκής καταγωγής πολιτικός, που πήρε την εξουσία υποστηριζόμενος από τους φτωχούς και μεσαίους καλλιεργητές. Όπως οι περισσότεροι τύραννοι του καιρού του, στράφηκε κατά των πλουσίων, τους έβαλε τα δυο πόδια σ΄ένα παπούτσι και ανέδειξε την Σικυώνα σε σημαντική δύναμη της Βόρειας Πελοποννήσου.

Αυτός ο Κλεισθένης είχε μια κόρη, την Αγαρίστη, την οποία, παρά την ταπεινή καταγωγή του, ονειρευόταν να την παντρέψει με κάποιον γαμπρό από ονομαστό σόι. Έτσι όταν η Αγαρίστη έφθασε σε ηλικία γάμου, (που εκείνα τα χρόνια ήταν μεταξύ 16 και 18 χρονών), ο Κλεισθένης κάλεσε στο παλάτι του τα παλικάρια των πιο ονομαστών οικογενειών ολόκληρου του Πανελλήνιου και τους φιλοξένησε αρχοντικά επί πολλούς μήνες, μελετώντας το χαρακτήρα και τη συμπεριφορά κάθε υποψηφίου γαμπρού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 77 Σχόλια »

Του κερατά

Posted by sarant στο 23 Ιανουαρίου, 2017

Φυλλομετρούσα προχτές το βιβλίο του Παντελή Μπουκάλα «Συμποτικά επιγράμματα», που περιλαμβάνει 64 επιγράμματα από το 11ο βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας, που κατατάσσονται στην κατηγορία των συμποτικών -πολλά είναι πειραχτικά, σαν κι αυτό που έτυχε να προσέξω, και που θα δώσει το έναυσμα για το σημερινό μας άρθρο.

Είναι λοιπόν ένα επίγραμμα του Καλλικτήρος του Μανησίου, το εξής:

Ὅστις ἔσω πυροὺς καταλαμβάνει οὐκ ἀγοράζων,
κείνου Ἀμαλθείας ἁ γυνά ἐστι κέρας.

Χρειάζεται μετάφραση; Όχι βέβαια, διότι η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία. Επειδή όμως με διαβάζει κι ένας αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά, παραθέτω την (όχι κατά λέξη, εννοείται) απόδοση του Παντελή Μπουκάλα:

Όποιος ποτέ του στάρι δεν αγόρασε μα πάντα σπίτι του το βρίσκει,
κέρατο της Αμάλθειας έχει τη γυναικούλα του.

Τον μύθο με το κέρας της Αμάλθειας τον ξέρουμε βέβαια, και θα το έχετε δει και σε παραστάσεις να βγάζει από μέσα χίλια δυο καλά. Ο φίλος Παντελής διόλου τυχαία δεν διάλεξε να γράψει «κέρατο» της Αμάλθειας, διότι, όπως λέει στα σχόλια, ασφαλώς εδώ υπάρχει λογοπαίγνιο ανάμεσα στο κέρας της Αμάλθειας και στον κερατά σύζυγο, που βρίσκει το τραπέζι του πάντοτε γεμάτο χάρη στις απιστίες της γυναίκας του.

Πράγματι, η σύνδεση του απατημένου συζύγου με το κέρατο είναι παλιά. Ο Μπουκάλας παραθέτει απόσπασμα από το Ονειροκριτικόν του Αρτεμίδωρου (2ος αι. μ.Χ.) όπου κάποιος που επρόκειτο να παντρευτεί είχε δει όνειρο ότι καβαλούσε κριάρι και έπεσε, και η ετυμηγορία ήταν «ἡ γυνή σου πορνεύσει καὶ τὸ λεγόμενον κέρατα αὐτῷ ποιήσει» -ήταν δηλαδή από τότε παροιμιώδης η έκφραση. Παραθέτει επίσης ο Μπουκάλας σκωπτικό επίγραμμα του Λουκίλλιου «Εις γραμματικόν κερασφόρον»:

Ἔξω παιδεύεις Πάριδος κακὰ καὶ Μενελάου
ἔνδον ἔχων πολλοὺς σῆς Ἑλένης Πάριδας.

που το αποδίδει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Αθυροστομίες, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 278 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 10 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η δέκατη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Μέχρι το τέλος του μήνα θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη, μετά μάλλον θα επιστρέψουμε σε δεκαπενθήμερη συχνότητα.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά. Στην ομάδα τους προστίθεται και ένας τρίτος, ο πολιτικός μηχανικός Δημήτρης Γερμιώτης.

Βρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο του βιβλίου και ο Χρήστος, ύστερα από μια εκδρομή, έχει ζητήσει δανεικά από τον Νίκο και τον Δημήτρη. Στη σημερινή συνέχεια, που είναι και η τελευταία του κεφαλαίου, θα γνωρίσουμε επιτέλους ένα απόσπασμα από τα Αριμάσπεια Έπη (βέβαια, γραμμένο από τον πατέρα μου)

 

mimis_jpeg_χχsmallΌταν του ξαναμίλησα για πολλοστή φορά για τα Έπη, αποφάσισε επιτέλους να μας παρουσιάσει τη μετάφραση του λεγόμενου προλόγου.  Ένα βράδυ λοιπόν  μαζευτήκαμε στο σπίτι μου, ο Χρήστος, ο Δημήτρης κι εγώ. Η Μαργαρίτα φρόντισε να μας ετοιμάσει ένα μεζέ και κάθισε κι αυτή ν’ ακούσει κι έτσι αρχίσαμε να ακούμε και να σχολιάζουμε, τρώγοντας και ποτίζοντας τη συζήτησή μας με ωραίο κόκκινο κρασί, προσφορά του Δημήτρη. Ό,τι αναφέρω παρακάτω  είναι όσα συγκράτησα, συμπληρωμένα σε μεγάλο βαθμό από τη Μαργαρίτα και κυρίως από το Δημήτρη, που διαθέτει καταπληχτική ικανότητα απομνημόνευσης.

“Η αρχή της περιγραφής του ταξιδιού του Αριστέα, στην αραβική τουλάχιστον έκδοση”, ξεκίνησε ο Χρήστος ανοίγοντας ένα τετράδιο, “αρχίζει με μιαν επίκληση στο Θεό. Όχι στον Απόλλωνα, τον Δία ή τον Ποσειδώνα αλλά αορίστως στον Θεό”

Μας διάβασε κάμποσους στίχους όπου ο Θεός χαρακτηριζόταν  πανοικτίρμων, πολυεύσπλαχνος, μακρόθυμος, ενώ ο επικαλών Αριστέας αυτοονομαζόταν δούλος του θεού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Γεωγραφία, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , | 172 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 7 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 30 Αύγουστος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίσαμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη, καθώς και άλλους συνεργάτες της εγκυκλοπαίδειας.

mimis_jpeg_χχsmallΥλοποιώντας την εντολή του Βελή, αποφάσισα να μαζευτούμε ένα βραδάκι οι τρεις μας να βάλουμε μπρος τη δουλειά. Προηγουμένως όμως θέλησα να ξεκαθαρίσω το ζήτημα του Χρήστου. Κάτι δε μου πήγαινε καλά μαζί του. Από επιστήμονα με τα δικά του προσόντα και από αριστερό με τέτοιο αγωνιστικό παρελθόν, δεν περίμενα να βάλει έτσι το θέμα της αμοιβής. Εγώ τους ανθρώπους αυτούς, τους παλιούς μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού, τους έχω πολύ ψηλά στην εκτίμησή μου. Ίσως γιατί εγώ έκατσα στ΄ αυγά μου και την έβγαλα σχετικά καθαρή.  Όχι βέβαια αβρόχοις ποσίν, και το αναλογούν ξύλο έφαγα στην Ασφάλεια και τη μισή θητεία μου στη Μακρόνησο την έκανα, (όταν όμως τα δύσκολα είχαν πια περάσει)  και δύο φορές απολύθηκα από τη δουλειά μου και όλα τα σχετικά. Αυτοί όμως πέρασαν από φωτιά και σίδερο. Ο Χρήστος με τη στάση του λέρωνε την εικόνα που είχα σχηματίσει. Αποφάσισα να ζητήσω πληροφορίες από το Γιώργο, το μοναδικό πολιτικό πρόσφυγα της Τασκένδης που ξέρω καλά.

Ο Γιώργος Σ. είναι άλλη περίπτωση. Τριατατικός, είχε σοβαρή ανάμιξη στην Αντίσταση και υπήρξε ένας από τους συντελεστές της νίκης των ανταρτών στο Φαρδύκαμπο, τότε που πιάστηκαν αιχμάλωτοι εξακόσιοι Ιταλοί με τον οπλισμό τους και μαζί τους όλα τα αρχεία της μεραρχίας Τζούλια. Κι αυτό το σαραντατρία, όταν  ο Άξονας κυριαρχούσε σ’ όλη την Ευρώπη. Καταδικάστηκε τότε σε θάνατο από τους Γερμανούς, αλλά γλίτωσε, γιατί, με τη βοήθεια του δεσπότη, του Ιωακείμ, δραπέτευσε μέσα από την Γκεστάπο της Κοζάνης και βγήκε στο βουνό. Μετά τη Βάρκιζα είχε το σχετικό μερίδιο στο κυνηγητό και, όταν οι αντάρτες μπήκαν στη Νάουσα, πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Πολέμησε ως το τέλος και με την υποχώρηση βρέθηκε στη Σοβιετική Ένωση. Στην Τασκένδη σπούδασε χημικός και πήρε διδακτορικό. Επαναπατρίστηκε το ΄66. Αποδείχτηκε πως ήξερε καλά το Χρήστο, αλλά από την πρώτη μου μίλησε πολύ επιφυλακτικά για τον παλιό μου συμμαθητή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Ιστορία, Κομμουνιστικό κίνημα, Μυθιστόρημα, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 81 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 6 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Αύγουστος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Βρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίσαμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη (ένα δεύτερο αλτερέγκο του πατέρα μου, πλάι στον αφηγητή).

 

mimis_jpeg_χχsmallΤην εβδομάδα που ακολούθησε ο Χρήστος έπιασε κανονικά δουλειά στην Εγκυκλοπαίδεια. Ερχόταν στην ώρα του, δούλευε χωρίς να σηκώσει κεφάλι και μόνο κατά το μεσημέρι, όταν χαλάρωνε κάπως η δουλειά, αντάλλασσε καμιά κουβέντα με τους άλλους συντάκτες ή με τους εξωτερικούς συνεργάτες, που έρχονταν στα γραφεία φέρνοντας συνεργασία. Γρήγορα έπιασε φιλίες με τον κύριο Αντώνη Χείλαρη, (τον συγγραφέα της παράλληλης ιστορίας, όπως τον λέμε μεταξύ μας, γιατί η χρήση παρωνυμίων είναι, από τον καιρό του πατέρα μου, κανόνας στην Εγκυκλοπαίδεια. Όλοι σχεδόν έχουμε κάποιο παρατσούκλι τον δε Βελή τον λέμε, μεταξύ μας το Θερίο). Ο κύριος Αντώνης, εξωτερικός συνεργάτης, είναι ένα καχεκτικό γεροντάκι, που έρχεται στο γραφείο της σύνταξης κουβαλώντας πάντοτε έναν τεράστιο χαρτοφύλακα, που δείχνει ακόμα μεγαλύτερος συγκρινόμενος με το μικρόσωμο κάτοχό του.

Ο κύριος Αντώνης, συνταξιούχος καθηγητής μαθηματικών, μπορεί να γράψει, με ευχέρεια και ακρίβεια, οποιοδήποτε λήμμα του δοθεί και τα γραφτά του είναι πάντα άψογα σε μορφή και σε περιεχόμενο. Τέρας εργατικότητας και ευρυμαθείας, έχει προκαλέσει το θαυμασμό του θείου μου του Μιχάλη, που τον ήξερε καλά από προπολεμικά και ο οποίος συχνά λέει

“Αν στα χρωμοσώματά του είχε ένα ειδικό γονίδιο, θα ήταν μεγαλοφυΐα”, και αμέσως μετά συμπληρώνει γελώντας

“Το δυστύχημα είναι πως έχει δύο τέτοια γονίδια…”

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Ιστορία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 81 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 5 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη και αποκαλύπτει ότι έχει στα χέρια του την αραβική μετάφραση των Επών αλλά ότι σκοπεύει να την πουλήσει ακριβά.

Με τη σημερινή συνέχεια μπαίνουμε στο δεύτερο κεφάλαιο, που έχει τον τίτλο «Η ομάδα των τριών» και γνωρίζουμε το τρίτο μέλος της ομάδας που θα αναλάβει την έκδοση του τόμου, τον πολιτικό μηχανικό Δημήτρη Γερμιώτη. Όσοι ξέρουν τον πατέρα μου, θα θυμούνται ίσως πως χρησιμοποιούσε αυτό το ψευδώνυμο μια και καταγόμαστε, απ’ τη μεριά του παππού μου, από τη Γέρμα της Λακωνίας. Είναι δηλαδή ο Γερμιώτης ένα δεύτερο αλτερέγκο του πατέρα μου, πλάι στον αφηγητή.

ΔΥΟ

Η ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ

mimis_jpeg_χχsmallΤο απόγεμα της άλλης μέρας πήγα να δω τον Βελή στο σπίτι του. Κατοικούσε σ΄ ένα μεγαλοπρεπές, τριώροφο οικοδόμημα, που δέσποζε στην περιοχή, καθώς ήταν χτισμένο στην οξεία γωνία που σχηματίζουν συμβάλλοντας δυο κύριοι δρόμοι, ενώ τα γύρω του σπίτια, από κάποια γραφειοκρατική διάταξη περί αρχαιοτήτων (κάπου εκεί κοντά λέγεται πως υπάρχουν σπουδαίες αρχαιότητες, που όμως ως τώρα δεν έχουν εντοπιστεί) δεν επιτρεπόταν να γίνουν πολυώροφες πολυκατοικίες. Ο Βελής περιφρουρούσε αυτή την απαγόρευση και υποπτεύομαι ότι, καθώς διέθετε πανίσχυρες γνωριμίες,  με υπόγειες ενέργειες απέτρεπε τη διάθεση πιστώσεων για ανασκαφές στη γειτονιά του.

Η περιοχή ήταν η παλιά γειτονιά του Βελή. Εκεί πρωτοκατοίκησε σαν ροβόλησε από το ηπειρώτικο χωριό του “με μισό τσαρούχι στα ποδάρια του” για να βρει δουλειά στην πρωτεύουσα. Το 1950 περίπου αγόρασε το οικόπεδο πάμφθηνα, καθώς η περιοχή είχε υποβαθμιστεί πολύ κατά τον Μεσοπόλεμο και πριν από δέκα χρόνια έχτισε το σπίτι. Μολονότι νεόδμητο, ο Βελής θέλησε να το κάνει να μοιάζει με τα παλιά νεοκλασικά, που υπάρχουν ακόμα έστω ερειπωμένα, στη γειτονιά, χτισμένα πριν από εκατό και πάνω χρόνια. Ατύχησε όμως στο  σημείο αυτό, γιατί χρησιμοποίησε αρχιτέκτονα, λάτρη του μοντέρνου ρυθμού με τον εμφανή ξυλότυπο και  τις απλές, γυμνές, επιφάνειες. Μεταξύ μελετητή και εντολέα γίνανε ομηρικοί καυγάδες. Ο αρχιτέκτονας ήταν πεισματάρης και διάσημος  και για κάθε υποχώρηση από τις αρχές του έδινε σκληρή μάχη και μόνο με την καταβολή γενναίας αντιμισθίας δεχόταν να τροποποιήσει τα σχέδιά του. Το αποτέλεσμα ήταν εντυπωσιακό, αλλά από καλλιτεχνικής πλευράς απολύτως απαράδεκτο. Ο διαπρεπής αρχιτέκτονας αφαίρεσε από την αρχή, πολύ πριν τελειώσει το έργο, την ταμπέλα του και ουδέποτε στο μέλλον αναφέρθηκε στο κατασκεύασμα  αυτό. Του Βελή αντίθετα του άρεσε το νέο του σπίτι. Χτισμένο στη γειτονιά από όπου ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του, αποτελούσε με την επιθετική του πολυτέλεια, επιβεβαίωση της επιτυχίας του στη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: | 87 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 4 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη.

mimis_jpeg_χχsmall“Αν έχεις δίκιο η ανεύρεση των Επών, έστω και σε αραβική μετάφραση, θα αποτελέσει φιλολογικό και ιστορικό γεγονός πρώτου μεγέθους. Έχεις μεταφράσει τίποτα κομμάτια από τα Έπη στα ελληνικά;”

“Κοίτα να δεις, εγώ τά ΄χω σχεδόν όλα μεταφράσει και τάχω φέρει εδώ, μαζί με το αραβικό πρωτότυπό τους, αλλά δεν είμαι διατεθειμένος να τα δημοσιεύσω έτσι για τη δόξα και μόνο, ούτε να τα χαρίσω του Βελή. Θέλω σημαντικά ανταλλάγματα”.

Δεν περίμενα να τ’ ακούσω αυτό από το Χρήστο και μου κακοφάνηκε.

“Εδώ πρόκειται καημένε για επιστημονική αποκάλυψη τεράστιας σημασίας και συ λογαριάζεις τα λεφτά; Άσε τον Βελή. Δημοσίεψέ τα σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό”.

“Κι αυτό θα γίνει εν καιρώ. Για την ώρα μου δίνεται η ευκαιρία να κερδίσω κάποια χρήματα. Έτερον εκάτερον. Καλή η δόξα και η επιστημονική προβολή αλλά προέχει η επιβίωση. Τι λέγαν οι παλιοί: primum vivere deinde philosophare. Ο Βελής μια φορά τα΄χει μπόλικα”.

“Τα΄χει,  μα δε δίνει ούτε τ’ αγγέλου του νερό. Δεν τους ξέρεις τώρα αυτούς τους τύπους. Κάνανε λεφτά γιατί αγαπούν τα λεφτά. Και επειδή τα αγαπούν δεν τα δίνουν. Κι αν μου επιτρέπεις μια συμβουλή, μην του δείξεις πως έχεις ανάγκη από λεφτά, γιατί θα χάσεις μέρος του κύρους σου. Εκτιμά πολύ αυτούς που είναι ή που φαίνονται υπεράνω χρημάτων”.

“Ωραία τα λες φιλόσοφε, με τη συνταξάρα σου. Τι ανάγκη τον έχεις; Ρώτα και μας όμως;”

Ακούγοντας το παρατσούκλι «φιλόσοφε» που μού΄χαν βγάλει στο Γυμνάσιο και είχα τόσα χρόνια να ξανακούσω, συγκινήθηκα. Από την άλλη μεριά όμως η συνέχεια με πείραξε. Πού το΄μαθε κι όλας τι σύνταξη παίρνω;

“Κοίτα, και τότε που είχα την ανάγκη του ποτέ δεν το ΄δειξα. Δε μ’ αρέσει να προσπέφτω στους λεφτάδες. Ο Βελής δεν είναι πλούσιος, είναι λεφτάς. Υπάρχει μεγάλη διαφορά”.

“Εν πάση περιπτώσει μπορούμε να το μεθοδεύσουμε αλλιώς. Θα του πω πως τα χαρτιά δεν τα ‘χω εγώ αλλά κάποιος φίλος που ζει στη Σοβιετική Ενωση και θα χρειαστούν χρήματα για να τα πάρουμε”.

“Άκου Χρήστο, εγώ δε θέλω ν’ανακατευτώ σε τέτοιες υποθέσεις. Πες του τα ο ίδιος. Εμένα μη μ’ ανακατεύεις. Πάντως δε θα μάθει από μένα τίποτα”.

Η κουβέντα μας συνεχίστηκε με το θέμα για το οποίο άλλωστε είχαμε συναντηθεί, με τον υπό έκδοσιν τόμο με τον προσωρινό τίτλο “Το άλας της Γης”. Σ’ αυτό βρεθήκαμε σύμφωνοι σε όλα σχεδόν τα σημεία και φτιάξαμε ένα διάγραμμα που θα το παρουσίαζα την επομένη στον Βελή. Ο Χρήστος δεν επανέφερε το θέμα στα Αριμάσπεια Επη, αλλά ήταν φανερό πως περίμενε μεγαλύτερη συμπαράσταση από μένα, που δεν τη βρήκε. Από τη μεριά μου περίμενα να δείξει μεγαλύτερη ανιδιοτέλεια και επιστημονικό πνεύμα. Χωρίσαμε με κάπως μειωμένη την αρχική μας εγκαρδιότητα.

Όταν έφυγε συζήτησα το θέμα με την Μαργαρίτα. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση της και  μ΄ αρέσει γενικώς να συζητώ μαζί της, μέσα μου δε καμαρώνω γι΄ αυτό. Ενώ πολλά γνωστά μας ζευγάρια έχουν φτάσει από χίλιους δρόμους στο λιμάνι της σιωπής, εμείς, τόσα χρόνια παντρεμένοι, εξακολουθούμε να  κουβεντιάζουμε για όλα. Της είπα  για τις οικονομικές βλέψεις του Χρήστου και ζήτησα τη γνώμη της. Συμφώνησε μαζί μου.

“Πονηρός τύπος, μου φάνηκε ο φίλος σου, δε μοιάζει ούτε με σένα, που είσαι μέχρι βλακείας υπεράνω, αλλά ούτε και με κανέναν άλλον από όσους ξέρω από την παλιά σας παρέα”.

Δεν απάντησα. Ήμουν ακόμα συγκινημένος από τις αναμνήσεις που εισβάλανε ξαφνικά από το παρελθόν. Έμεινα πολλές ώρες βυθισμένος στις σκέψεις μου. Η Μαργαρίτα το κατάλαβε και δεν απασχολήθηκε άλλο μαζί μου.

… …

Μ΄ όλο που έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια ο  χαμός του Τάκη μου έχει αφήσει ένα τραύμα ανεπούλωτο. Εκτός από στενοί φίλοι που ήμασταν, εκτιμούσα την ξεχωριστή προσωπικότητά του, όπως την έβλεπα να διαμορφώνεται. Τον παραδεχόμουν σε πολλά πράγματα και κατά έναν τρόπο τον θαύμαζα. Ήταν μια εκκολαπτόμενη ιδιοφυΐα. Διάβαζε πολύ, όχι μόνο λογοτεχνία αλλά και επιστημονικές μελέτες και δοκίμια. Από το “Μεγάλο Πρόβλημα” του Ελισαίου Γιαννίδη ως την “Προέλευση του κόσμου” του Λαμπεράν. Όσα βιβλία τα εύρισκε ενδιαφέροντα μου τα δάνειζε για να σχηματίσω κι εγώ άποψη, γιατί εκτιμούσε τη γνώμη μου.

Θυμήθηκα τις ατέλειωτες συζητήσεις μας με θέματα υπερβατικά όσο και ενδιαφέροντα, για τη φύση του Χρόνου, την εξέλιξη του Σύμπαντος, ή για την Αναγκαιότητα και το Τυχαίο. Σε μια φάση αυτών των συζητήσεων, ο Τάκης καταπιάστηκε να καταγράφει κάθε βράδυ σε ένα τετράδιο τα συμπεράσματά μας, μ΄ όλο που τις συζητήσεις, που κρατούσαν ώρες ολόκληρες, τις κάναμε συνήθως περπατώντας στους χωραφόδρομους ανάμεσα στη Νέα Σμύρνη και το Βουρλοπόταμο ή το Έδεμ. Οι λοιποί της παρέας, που τους απασχολούσαν πιο γήινα θέματα και κυρίως το κόλλημα σε κορίτσια, μας είχαν βγάλει “περιπατητικούς φιλόσοφους”.

… …

Ξαναθυμήθηκα εκείνη την εποχή, μεταξύ ΄45 και ΄47, όπως τη ζήσαμε σε μιαν Αθήνα απλόχωρη κι ανθρώπινη, που θα μπορούσε τότε να γίνει μια πολύ όμορφη πόλη κι όχι ο σημερινός Λεβιάθαν. Παρά τα σημάδια της επερχόμενης θύελλας ήμασταν ανυποψίαστοι και αισιόδοξοι. Δεν ξέραμε τι μας περίμενε και κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να μας προϊδεάσει έστω.

Τελικά οι μοίρες πολλών ανθρώπων κρίθηκαν τότε από διάφορες τυχαίες συγκυρίες. Ο Τάκης ας πούμε, ήταν έτοιμος να φύγει στο εξωτερικό για σπουδές. Καθυστερούσαν τα χαρτιά του και κυρίως δυσκολευόταν, όπως ήταν φυσικό, να βγάλει διαβατήριο.  Αν εκείνος ο θείος του, στο Υπουργείο Εσωτερικών, κατάφερνε να του το βγάλει μια βδομάδα πιο μπροστά, ίσως να μην έβγαινε στο βουνό αλλά να πήγαινε έξω και είμαι σίγουρος πως θα διέπρεπε. Και τώρα, ούτε πού τον θάψανε δεν ξέρουμε. Αντίθετα θυμόμουνα τον Λευτέρη που ήρθε από το νησί του με σκοπό να βγεί στο βουνό. Άργησε όμως να έρθει ο σύνδεσμος κι ο Λευτέρης, για να μη γίνεται βάρος στην οικογένεια του θείου του που τον φιλοξενούσε, έπιασε προσωρινά δουλειά σε κάποιον εργολάβο. Ο σύνδεσμος τελικά δεν ήρθε και ο Λευτέρης ρίζωσε σ’ αυτή την ευκαιριακή απασχόληση. Σήμερα χτίζει πολυκατοικίες.

… …

Ποιος να του είπε για τη σύνταξή μου; Καλή είναι, δε λέω, ευπρεπής αλλά όχι και “συνταξάρα”. Ας είναι καλά εκείνη η εθελουσία έξοδος και ο νόμος περί διαδοχικών ασφαλίσεων, που μου επέτρεψαν, καθώς είχα συγκεντρώσει τριανταπέντε χρόνια ασφάλισης, να συνταξιοδοτηθώ πενηνταέξι χρονών. Βέβαια δεν απόχτησα ποτέ νοοτροπία συνταξιούχου. Την αποστρέφομαι και τη λέξη ακόμα. Μπορώ να πω μάλιστα, πως τώρα δουλεύω πιο πολύ από τότε που ήμουν εν ενεργεία. Απλώς τώρα διαχειρίζομαι εγώ το χρόνο μου και κάνω δουλειά που μ΄ αρέσει κι αυτό το χαίρομαι ιδιαιτέρως. Κι αν εξακολουθώ να δουλεύω στην Εγκυκλοπαίδεια δεν το κάνω από ανάγκη χρημάτων. Εκτός από τη σύνταξη μου υπάρχει και ο μισθός της Μαργαρίτας. Δουλεύω γιατί δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου αργό κι εξάλλου η δουλειά στην Εγκυκλοπαίδεια μ΄ αρέσει. Και ενδιαφέρουσα είναι και έχει και την πλάκα της.

… …

Ο Βελής έχει αντιληφθεί πως δεν κρέμομαι από τα λεφτά του και αυτό το εκτιμά δεόντως. Ίσως γι΄ αυτό μου δίνει περισσότερα από όσα δίνει στους άλλους. Γενικά μου δείχνει μεγάλην εκτίμηση. Κληρονομιά μου κι αυτή από το δεσμό που είχε με τον πατέρα μου, ο οποίος πεθαίνοντας, μου κληροδότησε μεταξύ άλλων και αυτή την παράταιρη φιλία. Τη λέω έτσι, γιατί ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατό να συνδέονται με αληθινή φιλία δυο τόσο ανόμοιοι άνθρωποι, όπως ήταν ο πατέρας μου κι ο Βελής. Αισιόδοξος και εις το έπακρον αμελής, μεγαλόκαρδος και διαρκώς εύθυμος, πτωχαλαζών και ασυμβίβαστος, κομμουνιστής και άθεος ο ένας – δύσπιστος και προνοητικός, μικρόψυχος και γκρινιάρης, πάμπλουτος και διαρκώς προσαρμοζόμενος, συντηρητικός και δεισιδαίμων ο άλλος, τους χώριζαν από κάθε πλευρά άβυσσοι, που εντούτοις τις γεφύρωνε μια, ακατανόητη σε μένα, φιλία.

Μια μέρα, που είχαμε μείνει οι δυό μας στο γραφείο, μου πρότεινε να πάμε να φάμε για μεσημέρι. Είχα όμως να τελειώσω μια δουλειά των παιδιών και τού ΄πα το λόγο που με μπόδιζε να συμφάγω μαζί του.

“Τι τά ’θελες τα παιδιά και τρία μάλιστα», μου λέει με φανερή αποδοκιμασία. «Ανθρώποι σαν και μας δεν πρέπει να κάνουν παιδιά. Εμείς είμαστε για να δημιουργούμε και να κουμαντάρουμε. Παιδιά ας κάνουν οι άλλοι, που δεν είναι φτιαγμένοι για μεγάλα πράματα”.

… …

Γενικά είναι αντιφατική προσωπικότητα. Λεφτάς και παραδόπιστος (μεγαλοεκδότης και μεγαλοεισαγωγέας χάρτου, βλέπεις) είναι άνθρωπος με δύσκολο χαρακτήρα και με εμφάνιση που δε βελτιώνει και πολύ τα πράματα. Παραδόπιστος και σφιχτοχέρης, έχει όμως σε μερικές, έστω σπάνιες, περιπτώσεις εκρήξεις γενναιοδωρίας. Στήριγμα του καθεστώτος και προσωπικός φίλος πολλών γνωστών πολιτικών από τον Βενιζέλο (τον Ελευθέριο), τον Τσαλδάρη και το Μεταξά, ως το Στεφανόπουλο (τον Στέφανο) και τον Μαρκεζίνη, έχει εντούτοις ειλικρινείς φίλους και στην Αριστερά. Το γεγονός είναι πως δε δίνει σημασία στα πολιτικά φρονήματα των υπαλλήλων του, φτάνει να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Από την άλλη μεριά όμως δε θέλει να εκδηλώνονται στα φόρα τα φρονήματα αυτά και μάλιστα μέσα στα γραφεία του. Το ΄77, όταν προετοίμαζε την προτελευταία έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας, είχε πάρει σαν έκτακτο προσωπικό πολλούς φοιτητές. Στην πλειοψηφία τους ήταν Κνίτες και, όπως ήταν τότε του συρμού, κουβαλούσαν στη δουλειά απαραιτήτως το “Ριζοσπάστη”, που τον μοστράρανε πάνω στο γραφείο τους. Ο Βελής στη θέα και μόνο της εφημερίδας γινότανε θηρίο, αλλά από την άλλη δεν ήθελε να τους διώξει, γιατί και μικρό μισθό τους έδινε και πολλή δουλειά βγάζανε

“Τα βλέπεις τα κωλόπαιδα; μού ΄λεγε καμιά φορά. Επίτηδες το κάνουν. Ενώ αυτό το χρυσό κορίτσι η Μάρω, και πιο πολύ απ’ όλους δουλεύει και δεν ασχολείται με την πολιτική”.

Εγώ τη Μάρω την ήξερα πολύ καλά. Πραγματικά σπουδαίο κορίτσι, χαριτωμένο, έξυπνο και δουλευτάρικο. Δεν ήταν Κνίτισσα αλλά κανονικό μέλος του κόμματος και στέλεχος της Πανσπουδαστικής. Φυσικά αυτό δεν έκρινα σκόπιμο να το διευκρινίσω στον Βελή.

 

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 111 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 3 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2016

Από την προπροηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου.

mimis_jpeg_χχsmallΓύρισα στο σπίτι  αληθινά αναστατωμένος από την απρόσμενη επανεμφάνιση του παλιού μου φίλου, που, χρόνια τώρα, τον είχα χαμένο. Η Μαργαρίτα από το ύφος μου κατάλαβε πως κάτι έτρεχε και με ρώτησε σχετικά. Της είπα τα καθέκαστα. Από τότε που γνωριστήκαμε την είχα μπάσει στην παρέα μου και ήξερε αρκετά καλά πολλούς φίλους μου εκείνης της εποχής, ενώ της είχα πει πολλά για τον Τάκη και τον Χρήστο, που χάθηκαν στον Εμφύλιο.

Ήρθε πράγματι τη Δευτέρα, συνεπής στο ραντεβού του κι αυτή τη φορά ήταν ο εγκάρδιος φίλος που θυμόμουνα. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά. Τον σύστησα στην Μαργαρίτα και στα παιδιά, που τα πρόλαβε πριν ξεπορτίσουν. Η Μαργαρίτα μας κέρασε γλυκό και τσέρι και αφού κάθισε μαζί μας για λίγο, μας άφησε μόνους να τα πούμε με την ησυχία μας. Ήμασταν κι οι δύο πολύ συγκινημένοι. Καθόμουν και τον κοιτούσα πολλήν ώρα. Τον θυμόμουν ένα ψηλό, αδύνατο παλικάρι, με θεληματικό πηγούνι και κάπως παιχνιδιάρικο βλέμμα. Τώρα ήταν ένας γεροδεμένος άντρας, καλοστεκούμενος για την ηλικία μας, αν και ελαφρά κυρτωμένος, με γκρίζα μαλλιά. Διατηρούσε όμως το ίδιο παιχνιδιάρικο βλέμμα.

“Να που συμβαίνουν και νεκραναστάσεις”, έσπασε επί τέλους τη σιωπή ο Χρήστος.

Φάγαμε πολλήν ώρα ανταλλάσσοντας πληροφορίες και αναπολώντας τα παλιά, από τα γυμνασιακά μας χρόνια, ως τότε που βγήκε στο βουνό. Κατάλαβα πως τον φίλο μου τον συγκινούσε πιο πολύ η αναδρομή στα χρόνια που ζήσαμε μαζί στη Νέα Σμύρνη και σεβάστηκα αυτό το δικαιολογημένο του συναίσθημα. Μου είπε για τους γονείς του, που πέθαναν πριν από χρόνια, το μικρότερο αδερφό του, που μετανάστευσε και μου εξήγησε πως η ιδέα να διαδοθεί πως είχε σκοτωθεί ήταν δικιά του για να μην υπάρξουν συνέπειες για τον αδελφό του. Θυμηθήκαμε παλιούς φίλους και συμμαθητές, τους καθηγητές μας και την καζούρα που τους κάναμε, τύπους της γειτονιάς μας και “τ΄ ανθισμένα, ωραία κορίτσια” που στολίζανε τα όνειρά μας. Συζητώντας για τον καιρόν εκείνο ο Χρήστος ξανάγινε στα μάτια μου ο φαρσέρ και καλαμπουριτζής αρχηγός της παρέας μας, ο αναγνωρισμένος καρδιοκατακτητής και ο γραμματέας της επονίτικης ομάδας μας στο Γυμνάσιο. Εγώ όμως ήθελα να μου μιλήσει για αυτά που αγνοούσα. Τι απέγινε  όταν βγήκε στο βουνό, πώς σκοτώθηκε ο Τάκης και πώς εκείνος κατέληξε στην Τασκένδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 2 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2016

Από την προηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ.

mimis_jpeg_χχsmallΗ καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Αυτός λοιπόν ήταν! Κατάλαβα με μιας πως είχα μπροστά μου τον παλιό μου φίλο, συμμαθητή στο γυμνάσιο και συναγωνιστή στην ΕΠΟΝ, το Χρήστο το Γιαννάκα, που πίστευα πως είχε σκοτωθεί στο Γράμμο πριν από τριανταοχτώ ολόκληρα χρόνια!

……………………………………………………………………………………..…………….

Είναι μυστήριο πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης. Μέσα σε δευτερόλεπτα γεφυρώθηκαν σαράντα σχεδόν χρόνια. Από παρά λίγο εξηντάρης έγινα ξαφνικά δεκαοχτάρης. Το παραφορτωμένο με έπιπλα, πίνακες κι αγάλματα, σαλόνι του Βελή χάθηκε κι έδωσε τη θέση του σ’ένα δωματιάκι σε κάποιο μονόροφο στην Ανω Νέα Σμύρνη. Καλοκαίρι του ΄47. Βραδάκι. Είχαμε μαζευτεί πέντε φίλοι, παλιοί συμμαθητές στο Γυμνάσιο της Νέας Σμύρνης, στο σπίτι του Τάκη, ξεθεωμένοι από την πεζοπορία που κάναμε από το Έδεμ ως εκεί. Είχαμε πάει (φυσικά πάλι με τα πόδια) για απογευματινό μπάνιο και για να κολλήσουμε σε κορίτσια. Πραγματοποιήσαμε το πρώτο, αποτύχαμε στο δεύτερο και γυρίσαμε στη γειτονιά μας εύθυμοι και ιδρωμένοι. Όπως συνήθως πειράζαμε τον Μπάμπη, αποδίδοντας του την ευθύνη που τα κορίτσια μας γύρισαν τις πλάτες. Η μάνα του Τάκη μας κέρασε βυσσινάδες και στρωθήκαμε στις πάνινες διπλωτές πολυθρόνες, κουβεντιάζοντας και περιμένοντας να πάει οχτώ η ώρα για ν’ ακούσουμε τη “Φωνή της Αλήθειας” στο ραδιόφωνο.

Τα νέα που ακούσαμε ήταν συνταρακτικά. Οι αντάρτες είχαν εισχωρήσει από το Γράμμο στα Ζαγοροχώρια και τη Μουργκάνα, ενώ κυριαρχούσαν στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη. Άσε πια την Πελοπόννησο όπου οι κυβερνητικοί κρατούσαν μόνο τις μεγάλες πόλεις. Όλα δείχνανε πως η κατάρρευση του μοναρχοφασισμού ήταν ζήτημα μηνών.

“Κι εμείς καθόμαστε εδώ, άντε να μην πω τί κάνουμε”, ξέσπασε ο Τάκης σαν τελειώσαμε τα ενθουσιώδη σχόλια μας πάνω στις ειδήσεις που ακούσαμε.

Λίγες μέρες μετά από κείνο το βράδυ, με πρωτοβουλία του Τάκη πήγαμε στο Βασίλη, το γραμματέα της ΕΠΟΝ της γειτονιάς μας και του θέσαμε το ζήτημα. Φάνηκε κάπως αμήχανος.

“Συναγωνιστές, για την ώρα δε μπαίνει θέμα να βγούμε στο βουνό. Εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε το Δημοκρατικό Στρατό των πόλεων. Όταν θα ‘ρθει η ώρα”, συμπλήρωσε.

Ο Αλέκος κι εγώ, αιωνίως πειθαρχικοί, συμφωνήσαμε. Πηγαίναμε εξάλλου φροντιστήριο για το Πανεπιστήμιο και δεν ήταν ξεκάθαρο πoιο ήταν το άμεσο καθήκον μας. Ήταν μια περίεργη εποχή. Παρά το αντάρτικο και τη δικαστική απαγόρευση της ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και το Κόμμα ήταν νόμιμα και ο “Ριζοσπάστης”, ή “Ελεύθερη Ελλάδα” και ο “Ρίζος της Δευτέρας” κυκλοφορούσαν κανονικά. Ο “Ριζοσπάστης” μάλιστα ήταν πρώτος σε κυκλοφορία από όλες τις πρωινές εφημερίδες. Οι “Δημοκρατικοί Σύλλογοι”, δημιούργημα του αντιμοναρχικού αγώνα της περασμένης χρονιάς, είχαν ακόμα τη δυνατότητα να κάνουν τεράστιες συγκεντρώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 90 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 1 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2016

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, ο αξέχαστος Δημήτρης Σαραντάκος, κάθε Τρίτη δημοσίευε επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που τις αναδημοσίευα εδώ στο ιστολόγιο. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, τον Δεκέμβριο του 2011, άρχισα να δημοσιεύω εδώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη, για να κρατήσουν περισσότερο.

Τις προηγούμενες εβδομάδες παρουσίασα εδώ τρεις νουβέλες από τη συλλογή «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» και από σήμερα θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες το μυθιστόρημα «Τα έπη των Αριμασπών», που εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος.

Επειδή η έναρξη της δημοσίευσης γίνεται μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο, όπου η επικαιρότητα είναι (θεωρητικά) πιο αραιή, σκέφτομαι να γίνεται η δημοσίευση κάθε Τρίτη, τουλάχιστον τις πρώτες εβδομάδες. Αλλά μπορεί να αλλάξω γνώμη στην πορεία.

Δημοσιεύω αρχικά τον πρόλογο του πατέρα μου, που κατατοπίζει τον αναγνώστη για το θέμα του βιβλίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

mimis_jpeg_χχsmallΓια τον Αριστέα τον Προκοννήσιο, το θρύλο των Υπερβορείων και τα Έπη των Αριμασπών, πρωτοάκουσα από τον πατέρα μου, πριν από πολλά χρόνια. Αργότερα ζήτησα να μάθω περισσότερα, ανατρέχοντας σε ειδικά βιβλία, αλλά με έκπληξή μου διαπίστωσα πως η σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία η σχετική με τα τρία αυτά θέματα είναι εξαιρετικά φτωχή.

Κατέφυγα τότε στις πηγές, δηλαδή στους αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Παυσανία, Πλίνιο, Πλούταρχο, λεξικό Σουίδα κ.ά.). και βρήκα περισσότερες, αλλά αποσπασματικές και σύντομες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αριστέας Καϋστροβίου Προκοννήσιος ήταν μια κάπως θολή προσωπικότητα του 7ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Προκόννησο, ιωνική αποικία στην Προποντίδα και ήταν νεώτερος από τον Ησίοδο, σύγχρονος με τον Αρχίλοχο τον Πάριο και παλαιότερος από τη Σαπφώ, τον Πεισίστρατο, τον Σόλωνα και τον Θαλή. Ήταν επικός ποιητής και του αποδίδεται μεταξύ άλλων και μία Θεογονία. Κυρίως όμως ήταν μεγάλος ταξιδευτής. Φαίνεται πως ταξίδεψε στα βάθη της Ασίας, φτάνοντας ως τη χώρα των Αριμασπών, που νεώτεροι ερευνητές τοποθετούν στη σημερινή Μογγολία. Από τα ταξίδια του αυτά γεννήθηκαν τα Αριμάσπεια Έπη, που αναφέρονται στις σχέσεις των Υπερβορείων με το Αιγαίο και συγκεκριμένα με τη Δήλο, όπου έστελναν τα δώρα τους προς τον Απόλλωνα.

Το έπος αυτό, όπως και όλα τα έργα του Αριστέα, έχει χαθεί. Διασώθηκαν μόνο από έξι στίχοι, που αναφέρει ο Τζέτζης και άλλοι τόσοι, που έχει καταγράψει ο Λογγίνος, (για την ύπαρξη του οποίου επίσης υπάρχουν αμφιβολίες). Το ήξεραν όμως καλά και το μνημονεύουν  ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας και το λεξικό Σουίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 148 Σχόλια »