Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αρχαία ελληνικά’ Category

Φύσηξε βοριάς…, εις μνήμην Φάνη Κακριδή (1933-2019)

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2019

Με μια πολύ σημαντική απώλεια για τα γράμματά μας άνοιξε το 2019: τον θάνατο του κλασικού φιλόλογου Φάνη Κακριδή, ομότιμου καθηγητή κλασικής φιλολογίας στην Αθήνα και τα Γιάννινα.

Ο Κακριδής προερχόταν από οικογένεια φιλολόγων και πανεπιστημιακών καθώς ήταν εγγονός του καθηγητή Θεοφάνη Κακριδή και γιος του Ιωάννη Κακριδή -αλλά και της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή, που όπως είναι λιγότερο γνωστό έχει μεταφράσει και αυτή την Ιλιάδα, μετάφραση που κυκλοφορεί από τον Ζαχαρόπουλο και είναι και πολύ καλή: ο Φάνης Κακριδής μάλλον θα πρέπει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι γονείς του μετάφρασαν και οι δυο την Ιλιάδα, όχι όμως μαζί παρά σε δυο διαφορετικές εκδοχές.

Ο Κακριδής ομως είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στον δημόσιο στίβο με την αρθρογραφία του για θέματα εκπαίδευσης και γλώσσας. Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει ένα άρθρο με διάλεξή του για τη διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο. Καθώς ήταν δεινός κλασικός φιλόλογος, έβλεπε καθαρά πόσο καταστροφική ηταν η αντιμεταρρύθμιση του 1992 που επανέφερε τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.

Στο ιστολόγιο έχουμε φιλοξενήσει κι άλλο ένα άρθρο του Φ. Κακριδή, περυσινό, από το περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργαζόμασταν και οι δυο. Στα άρθρα που έδινε στα Μικροφιλολογικά, ο Κακριδής εξέταζε κάθε φορά ένα μοτίβο όπως εμφανίζεται στην αρχαία γραμματεία και στα νεότερα χρόνια.

Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα να αναδημοσιεύσω σήμερα ένα ακόμα άρθρο από τη σειρά των Μικροφιλολογικών, όπου εξετάζεται το μοτίβο του αέρα που σηκώνει το φουστάνι μιας κοπέλας. Ανάλαφρο θέμα, προφανώς -αλλά νομίζω πως ταιριάζει, κι ας είναι πένθιμη η συγκυρία. Βλέπετε, ο Φ. Κακριδής δεν περιφρονούσε και τα ανάλαφρα -είναι άλλωστε γνωστό ότι έχει μεταφράσει και περιπέτειες του Αστερίξ στα αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, προς στιγμή σκέφτηκα να παρουσιάσω μια τέτοια μετάφρασή του, όμως ήθελε πολλή δουλειά κι έτσι το ανέβαλα για άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή.

Το σύντομο άρθρο που θα διαβάσουμε δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 των Μικροφιλολογικών (φθινόπωρο 2014). Εγώ χάρηκα όχι μόνο το πλάτος των αναφορών, από τον Νόννο τον Πανοπολίτη ίσαμε την Κέιτ Μίντλετον, αλλά και τη θαυμάσια γλώσσα -μαζί και κάποιους τύπους που σήμερα θεωρούνται τολμηροί, όπως «δημοσιέψει», «κατάγραψαν», «περίγραψε».

 

Φύσηξε βοριάς..

… και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της!

Να ήξερε η χιώτισσα μικρή παπαδοπούλα πόσες νιες είχαν προηγηθεί και πόσες θα την ακολουθούσαν σε παρόμοια παθήματα, και να ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής πόσοι ποιητές είδαν ή φαντάστηκαν και κατάγραψαν πριν και μετά από αυτόν το ίδιο βίωμα!

Είναι χαρακτηριστικό του ανέμου να γυμνώνει, πότε τους λόφους και τις επιθυμίες, όπως στη «Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη,1 πότε τα κόκκαλα απτη σάρκα, όπως στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, πότε τον χώρο και τα σχήματα /και τις ιδέες, όπως στην ποίηση του Μανώλη Γλέζου, πότε τις κολόνες του Ποσειδώνα, όπως στο «Σούνιο» του Κώστα Στεργιόπουλου· και πρόκειται πάντα για υπαλλαγή, όταν ο άνεμος παρουσιάζεται όχι να γδύνει αλλά να τον γδύνουν τα πόδια των κοριτσιών, όπως στο «Με τα δόντια» του ίδιου ποιητή, ή γυμνωμένος, όπως στις «Μέρες του φθινοπώρου» του Νίκου Κρανιδιώτη. Ιδιαίτερα αγαπητή στους ποιητές περίπτωση, όταν φυσώντας ο άνεμος αποκαλύπτει κάποιο από τα μυστικά του γυναικείου κορμιού.

Χρονολογικά, πρώτο γνωστό μας κείμενο είναι το αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο της Ελληνικής Ανθολογίας (5,38):

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην, σὺ δὲ δὴ στείχουσα παρ’ αὐγὰς
στήθεα γυμνώσαις καί με πνέοντα λάβοις.

Αγέρας να γινόμουνα, κι εσύ φωτολουσμένη
να γύμνωνες τα στήθη σου, να πάρεις την πνοή μου.

Αιώνες αργότερα, ο ίδιος λαϊκός τύπος της ανεκπλήρωτης ευχής2 απαντά και στην τρίτη στροφή από το ιδιότυπο ερωτικό ποίημα “Πόθος”, που δημοσίεψε το 1811 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος:

Ας ήμουν αεράκης / και όλος να κινήσω
στα στήθη σου να πέσω / να σου τα αερίσω.

Στην αρχαία λογοτεχνία ανήκουν ακόμα τα Διονυσιακά του Νόννου, επικού ποιητή από την αιγυπτιακή Πανόπολη, που τον 6° μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα σε πολλά άλλα μυθολογικά επεισόδια, περίγραψε και το θαλασσινό ταξίδι της Ευρώπης, τότε που ως ταύρος ο Δίας την άρπαξε και την οδήγησε από τη Φοινίκη στην Κρήτη. Τη φαντάστηκε καθισμένη στην πλάτη του μεταμορφωμένου θεού, να κρατιέται φοβισμένη από ένα του κέρατο…

καὶ δολόεις Βορέης γαμίῃ δεδονημένος αὔρῃ
φᾶρος ὅλον κόλπωσε δυσίμερος, ἀμφοτέρῳ δὲ   
ζῆλον ὑποκλέπτων ἐπεσύρισεν ὄμφακι μαζῷ.

Κι ο δολερός Βοριάς, από την αύρα τη γαμήλια ερεθισμένος,
το ρούχο της εκόλπωσε ο κακόγαμπρος, και με κλεμμένο πόθο
τ’ άγουρα στήθια εχάιδεψε σφυρίζοντας, κρυφά, τα διδυμάρια.

Η εικόνα της Ευρώπης να ταξιδεύει στη θάλασσα απαντά συχνά σε λογοτέχνες, και όχι μόνο σ’ αυτούς· ήταν όμως αποκλειστική έμπνευση του Νόννου ν’ αποδώσει στον Βοριά πρόθεση, και μάλιστα πονηρή.3

Πολυ κοντά στο δημοτικό της προμετωπίδας βρέθηκε ο Δημοσθένης Βουτυράς, όταν στο διήγημα «Το παιδί της βουβής» (1920) ξάγρυπνος ο Φύκος φαντάζεται πως μια κόρη με θαλασσί φόρεμα περνά· ο άνεμος της φυσά το φόρεμα καί φαίνεται ένα μεσοφοράκι άσπρο… Λιγότερο συγκρατημένος, αλλά πάλι υπαινικτικός, ο Κωνσταντίνος Σταλίδης στο «Εικόνα» μιλά για τα κορίτσια: ορθόστηθες Αφροδίτες / κόρφος αναχυτός / και … / το μισάνοιχτο πουκάμισο / ανεμίζει παντού / την κρυμμένη λαχτάρα.4 Παρόμοια ο κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγούδησε στην «Εκδρομή» (2002) τους στίχους της Ελεάνας Βραχάλη: Θα ’θελα ξανά να με θες / θα ’θελα αέρας να γίνεις / να περνάω τις νύχτες που καις / το πουκάμισό μου ν’ ανοίγεις.

Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν στη ζωή είναι πάντα πιο άμεσα και δραστικά. Η γνωστή σκηνή από το κινηματογραφικό Επτά χρόνια φαγούρα (Seven years itch, 1955), όπου η Marilyn Monroe πασχίζει να συγκρατήσει τη φούστα της, ξεσηκωμένη από τον ζεστό αέρα που αναδίνουν οι σχάρες του Μετρό, ανήκει ακόμα στην έντεχνη μίμηση·5 όμως το βοριαδάκι που αποκάλυψε πρόσφατα τα πριγκιπικά οπίσθια της Kate Middleton (Καθημερινή, 1.6.2014) ήταν πραγματικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους /Γύμνωσε την επιθυμία σου το κόκαλο… Αυτή η εικόνα θα τριγύριζε και στον νου του Κ. Στεργιόπουλου, όταν στο “Χωρίς τα πρόσωπα” έγραψε ότι Άνεμος ποντοπόρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας / γυμνώνει τις αητοφωλιές…

2 Βλ. Φ. Κακριδής, «Ευχή ανεκπλήρωτη», Πεπραγμένα Συνεδρίου Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου, 2002, σσ. 131-141.

3 Μόσχος, Ευρωπ. 129, Λουκιανός, Ενάλ. διάλ. 15,2, Αχιλλ. Τάτ. 1,1,12, κ.ά.· βλ. τη σημείωση του F. Vian στην έκδοση των Διονυσιακών, Παρίσι, Belles Lettres, 1976, σ. 139.

4 «Στην Πυρκαγιά των υδάτων», Θεσσαλονίκη, Μυγδονία, 2007, 22012, σ. 41.

5 Θαυματουργή και η φούστα της χορεύτριας, όπως περιγράφεται στο “Billet à Whistler” του Stephane Mallarmé, όπου η τελευταία στροφή: … Sinon rieur que puisse l’air / de sa jupe éventer Whistler.

Φάνης I. Κακριδής

Advertisements

Posted in Αρχαία ελληνικά, Εις μνήμην, Εκπαίδευση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 221 Σχόλια »

Γιατί τρώμε ψάρια;

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2018

Τρώμε ψάρια επειδή είναι νόστιμα, τρώμε ψάρια επειδή περιέχουν ωμέγα-3, κάποιοι τα τρώνε επειδή τα ψαρεύουν οι ίδιοι, ενώ όταν ήμουν μικρός και δεν μου πολυάρεσαν -ίσως επειδή ήταν μπελάς να τα καθαρίζεις- η μητέρα μου με πρότρεπε να τρώω ψάρια επειδή κάνουν καλό στα μάτια, μια παραίνεση που θα την έχουν ακούσει αμέτρητα παιδιά.

Όμως εδώ δεν διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, ως γνωστόν. Οπότε, θα εννοήσουμε και την ερώτηση του τίτλου κάπως διαφορετικά, αν και βέβαια επίτηδες τη διατύπωσα έτσι ώστε όποιος τη διαβάζει να σκέφτεται πρώτα τη διαιτολογική πλευρά. Κάπως διαφορετικά, δηλαδή ετυμολογικά -γιατί τρώμε ψάρια και όχι ιχθείς, ή, μ’ άλλα λόγια, πώς γεννήθηκε η λέξη «ψάρι»;

Να προειδοποιήσω πριν ξεκινήσω ότι στο σημερινό άρθρο θα θίξω μόνο τα ετυμολογικά του ψαριού -όχι τις σημασίες που έχει προσλάβει η λέξη ή τα φρασεολογικά του: αυτα τα αφήνω για μελλοντικό άρθρο, αφού αν ήθελα να τα χωρέσω όλα, ετυμολογικά, ιστορία λέξης, φρασεολογικά, λαογραφικά κτλ. σε ένα άρθρο θα επρεπε να γράψω πάρα πολλά. Οπότε, μη μου πείτε στα σχόλια για το ψάρι έξω απ’ το νερό ούτε για το φανταρίστικο ψάρωμα.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το εξής ερώτημα:

Εχθές, παρακολουθώντας ένα ντοκιμαντέρ για την Δήλο, αναφερόμενοι στη διατροφή τους, οι ειδικοί είπαν πως το ψάρι ήταν είδος πολυτελείας, και το δικαιολόγησαν αναφερόμενοι στην ετυμολογία της λέξης «ψάρι»< οψάριον<οψέ (αργά). Είναι έτσι;

Δεν είναι έτσι, κι αν το είπαν ειδικοί τότε είναι διπλό το κακό, αλλ’ ας ελπίσουμε ότι ο φίλος δεν άκουσε καλά αυτό που ειπώθηκε. Όμως να δούμε ποια είναι η ετυμολογία του ψαριού.

Το ψάρι ετυμολογείται από το οψάριον, που είναι υποκοριστικό της λέξης όψον. Όψον ήταν στα αρχαία ελληνικά το προσφάι που συνοδεύει το ψωμί ή ο μεζές που συνοδεύει το κρασί. Η λέξη μπορεί να συνδέεται ετυμολογικα΄με το οψέ, και ίσως αυτό να άκουσε ο φίλος μας στην εκπομπή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ομηρικά | Με ετικέτα: , , , , , | 230 Σχόλια »

Η ελληνική γλώσσα στη διαχρονία της (ομιλία του Γ. Παπαναστασίου)

Posted by sarant στο 4 Μαΐου, 2018

Ταξίδευα χτες οπότε δεν προλάβαινα να γράψω άρθρο. Θα μπορούσα να επαναλάβω κάποιο παλιότερο, όπως κάνω συχνά σε αναλογες περιστάσεις, αλλά προτίμησα να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο ή μάλλον μια ομιλία του γλωσσολόγου Γιώργου Παπαναστασίου (που έχει βγάλει το καταπληκτικό βιβλίο για τη νεοελληνική ορθογραφία, που το έχω αναφέρει κάμποσες φορές στο ιστολόγιο και σας το συνιστώ θερμά).

Το άρθρο αυτο ακουμπάει θέματα που τα εχουμε κατ’ επανάληψη συζητήσει κι εδώ, όπως το ότι αν δυο γλωσσικές μορφές ανήκουν στην ιδια γλώσσα είναι κυρίως πολιτική απόφαση και όχι γλωσσική. Επιπλέον, βρίσκω το κειμενο πολύ καλογραμμένο και την ανάπτυξη των επιχειρημάτων πεντακάθαρη και γι’ αυτο το διάλεξα να το παρουσιάσω εδώ. Πολύ ευστοχα βρίσκω και όσα λέει για τη διδασκαλία των αρχαιων και παρά το ότι έχουν περάσει εννιά χρόνια από τοτε που γράφτηκε το κείμενο, νομίζω πως το σημερινό βιβλίο είναι ιδιο με εκείνο που επικρίνει ο συντάκτης.

Η ομιλία του Γιώργου Παπαναστασίου εκφωνήθηκε στις 16 Μαΐου 2009, σε συνέδριο με τίτλο «Σχολείο 2009: Παιδεία και γλώσσα», το οποίο διοργανώθηκε στα Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη και δημοσιευτηκε αργότερα στο περιοδικό «Φιλόλογος». Εγώ πήρα το κειμενο απο τον ιστότοπο του φίλου Βασίλη Συμεωνίδη που έχει και άλλα ενδιαφέροντα κειμενα για το γλωσσικό.

Η ελληνική γλώσσα στη διαχρονία της: εκπαιδευτικοί προβληματισμοί

Κυρίες και κύριοι,

Το θέμα της σημερινής μου ομιλίας, «Η ελληνική γλώσσα στη διαχρονία της: εκπαιδευτικοί προβληματισμοί», το επέλεξα με γνώμονα δύο κριτήρια. Αφενός την ιδιότητα μου, αρχικά ως φιλολόγου και στη συνέχεια ως ιστορικού γλωσσολόγου, και αφετέρου τον στόχο που ένα εκπαιδευτήριο προφανώς υπηρετεί: την εκπαίδευση και, αν θέλετε, γενικότερα την παιδεία. Πώς συνδέεται η διαχρονία της ελληνικής γλώσσας, η ιστορική της πορεία μέσα στον χρόνο, με τη διδασκαλία της; Ποιες στιγμές της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας μπορεί και πρέπει να λάβει υπόψη της η εκπαίδευση και πώς μπορεί να τις εκμεταλλευτεί αποτελεσματικά και γόνιμα κατά τη γλωσσική διδασκαλία;

Πρώτα απ’ όλα, όμως, για ποια ακριβώς γλώσσα μιλάμε; Πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε τη νέα ελληνική και πώς τις παλαιότερες μορφές της, τη γλώσσα του Ομήρου, του Αισχύλου και του Αριστοτέλη, τη γλώσσα των Ευαγγελίων, του Ρωμανού του Μελωδού, αυτή του Διγενή Ακρίτα; Και, μιλώντας για την ελληνική των τελευταίων αιώνων, πώς θα αντιμετωπίσουμε τη γλώσσα του Κάλβου, του Σολωμού, του Παλαμά και του Εμπειρίκου- αλλά και του σύγχρονου αρθρογράφου σε μια εφημερίδα, της παρουσιάστριας μιας πρωινής τηλεοπτικής εκπομπής, του συντάκτη των οδηγιών συμπλήρωσης του φορολογικού εντύπου;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γενικά γλωσσικά, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 242 Σχόλια »

Ζουράρις ερίδματος

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2018

Πρέπει να έχω γράψει τουλάχιστον πέντε ή έξι άρθρα για τον Κώστα Ζουράρι και τις λεκτικές του ακροβασίες, οπότε σήμερα που παραιτήθηκε από τη θέση του υφυπουργού τού χρωστάω ένα σύντομο σημείωμα, μια και φρόντισε στην επιστολή της παραίτησής του να πετάξει ένα ακόμα γλωσσικό πυροτέχνημα.

Στην αρχή σκέφτηκα να το βγάλω σχόλιο μόνο στο Φέισμπουκ, αλλά μετά είπα ότι μπορεί να γίνει κι ένα σύντομο σημείωμα-σφηνάκι για το ιστολόγιο.

Η επιστολή παραίτησης του Κ. Ζουράρι δεν μπορούσε να μην έχει μια δύσκολη λέξη για φιγούρα, και μάλιστα στην αρχή-αρχή. Το κείμενο της επιστολής δίνεται ταυτόσημο από όλα τα μέσα ενημέρωσης (παράδειγμα), αλλά νομίζω ότι κάποια κόμματα έχουν παραλειφθεί και τα αποκαθιστώ εδώ:

 

Ερίδματε πρωθυπουργέ και σύντροφε, υποβάλλω σήμερα 14.1.2018 την από την θέση του υφυπουργού επί της παιδείας παραίτησίν μου, η οποία διευκολύνει, ως εικός, την κυβερνητική αλληλεγγύη και, συνάμφω, το πολιτικό μου αυτεξούσιον. Μετά της προσηκούσης τιμής, Κώστας Γ. Ζουράρις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αρχαία ελληνικά, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , , | 140 Σχόλια »

Ποια ελληνική λέξη αρχίζει από στλ-;

Posted by sarant στο 24 Νοέμβριος, 2017

Όχι, δεν πρόκειται για κουίζ. Λίγες γραμμές πιο κάτω μπορείτε να βρείτε την απάντηση στην ερώτηση του τίτλου. Και δεν το έβαλα σε κουίζ επειδή δεν θα άντεχε πάνω από λίγα λεπτά, αφού η απάντηση είναι αρκετά γνωστή.

Νόμιζα μάλιστα πως η απάντηση είναι πασίγνωστη, αλλά πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες, σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, ένας καλός φίλος, μεγαλύτερος από μένα και με έφεση στα γλωσσικά, παραδέχτηκε πως μόλις τότε έμαθε τη λέξη για την οποία σας λέω -κι έτσι μου έδωσε την ιδέα για το σημερινό άρθρο.

Αλλά παρόλο που θα αποκαλύψω παρακάτω τη σωστήν απάντηση, δεν βλάφτει να ντύσω την ερώτηση με τον μανδύα του κουίζ και να σας δώσω μερικές πληροφορίες ακόμα, σε περίπτωση που θέλετε να τη βρείτε μόνοι σας.

Λοιπόν, η λέξη που αναζητούμε είναι λέξη των αρχαίων ελληνικών, αλλά την καταγράφουν και τα σύγχρονα λεξικά. Περιγράφει ένα αντικείμενο που ήταν σε καθημερινή χρήση στην αρχαιότητα. Σήμερα δεν χρησιμοποιείται, τουλάχιστον σε αυτή τη μορφή.

Πρόκειται για τη μοναδική ελληνική λέξη που αρχίζει από το συμφωνικό σύμπλεγμα στλ-, αν εξαιρέσουμε βέβαια τα σύνθετα και τα παράγωγά της. Ίσως είναι περίεργο, αλλά ενώ από το «αντίστοιχο» σύμπλεγμα, με το άλλο υγρό σύμφωνο της γλώσσας μας, το στρ- αρχίζουν τόσες και τόσες λέξεις, από το στλ- έχουμε μόνο αυτήν. Αλλά και από σκλ- ή σπλ- έχουμε περισσότερες από μία λέξεις.

Αν δεν την ξέρετε, προσπαθήστε να τη βρείτε. Δεν γίνονται δεκτές λέξεις με ιδιωματική προφορά όπως στλιαρ, ούτε επινοήσεις όπως στλαβός, στληρός ή στλατός!

Αλλιώς, πατήστε να προχωρήσουμε πιο πέρα και να το πάρει το ποτάμι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γενικά γλωσσικά, Κουίζ, Λεξικογραφικά, Λογολογία | Με ετικέτα: , , , | 178 Σχόλια »

Ο Ουγκό, η ανάγκη και η Παναγία των Παρισίων

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2017

Τις προάλλες που είχα πάει στο Παρίσι, πέρασα κι από το νησί του Σηκουάνα και από την Παναγία των Παρισίων, όπου τώρα εκτός από τους τουρίστες και τους υπαίθριους ζωγράφους ήταν επιδεικτική και η παρουσία πάνοπλων στρατιωτών, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Επειδή είχα κανονίσει μια συνάντηση, ανάβαλα για μιαν ακόμα φορά το σχέδιο που έχω να ανέβω πάνω στους πύργους της εκκλησίας, να δω το Παρίσι από ψηλά -κάτι λέγαμε για τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες προχτές.

Κάποτε θα ανέβω. Πάντως, τούτη τη φορά είχα κι έναν λόγο παραπάνω, διοτι φέτος το καλοκαίρι διάβασα την Παναγία των Παρισίων, του Βίκτωρος Ουγκό, και το είχα σχετικά πρόσφατο στη μνήμη μου. Αν πάω του χρόνου, θα χρειαστεί να το ξαναφρεσκάρω.

Δεν είχα διαβάσει την Παναγία των Παρισίων ως τώρα, παρά μόνο (ίσως) σε Κλασικά Εικονογραφημένα, αν και πρέπει να την είχα δει στο σινεμά, και βέβαια, επειδή οι κόρες μου βρίσκονταν σε κατάλληλην ηλικία, όταν ήταν μικρές είδαν ίσαμε 867 φορές το βίντεο από την αντίστοιχη ταινία της Ντίσνεϊ, και κάμποσες δεκάδες φορές είχα την τύχη να τη δω κι εγώ -τα παιδιά έχουν ανάγκη την επανάληψη των εμπειριών και των διηγήσεων, τα βοηθάει να ταξινομούν τον κόσμο τους. Οι ενήλικες βαριούνται τις επαναλήψεις, τουλάχιστον μέχρι να ωριμάσουν· τότε αρχίζουν να επισκέπτονται ξανά τα τοπία και τα βιβλία της νιότης τους. «Ποτέ δεν διαβάζω βιβλίο που να μην το έχω ξαναδιαβάσει», λέει ένας φίλος μου.

Το βιβλίο του Ουγκό το είχα, αλλά αδιάβαστο. Με παρακίνησε να το διαβάσω ο φίλος μας ο Δύτης, που το διάβασε πρώτος, και δη στα γαλλικά, κι έγραψε ένα συναρπαστικό άρθρο για μια λεπτομέρεια, που θα την αναφέρω παρακάτω. Παρασυρμένος από τον Δύτη, που είχε περισσότερους λόγους να το διαβάσει, αφού εκείνο τον καιρό βρισκόταν στο Παρίσι, το διάβασα κι εγώ που έκανα μπάνια στην Αίγινα -και τώρα γράφω αυτό το άρθρο.

Ο Ουγκό έγραψε το βιβλίο του το 1830 περίπου, αλλά η δράση (με τον Κουασιμόδο, την Εσμεράλδα και τον Φρολό) εκτυλίσσεται το 1482, έτσι ο σημερινός αναγνώστης έχει να δρασκελίσει δυο χάσματα αιώνων. Έχει επιπλέον να αναμετρηθεί με τον τρόπο γραφής του 19ου αιώνα, τους πλατειασμούς και τις παρεκβάσεις, που βέβαια επειδή στα χέρια ενός μάστορα οικοδομούν κόσμους τελικά μάλλον σε καλό αποβαίνουν. Ωστόσο, το βιβλίο πιάνει 670 σελίδες -δεν είναι δηλαδή ευκαταφρόνητο εγχείρημα να το διαβάσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Κινηματογράφος, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 121 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 9 – Κράτης και Ιππαρχία

Posted by sarant στο 29 Αύγουστος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη.

Η σημερινή συνέχεια είναι η ένατη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο, που βρίσκονται στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων». Κατ’ εξαίρεση, στη σημερινή ιστορία προσθέτω ένα δικό μου υστερόγραφο.

Όπως θα θυμόμαστε ίσως από το σχολείο, ένας από τους επιφανέστερους μαθητές του Σωκράτη ήταν ο Αντισθένης, που μετά το θάνατο του Δασκάλου, ίδρυσε δικιά του φιλοσοφική σχολή. Μαθητής του ήταν ο περίφημος Διογένης ο Κύων, που έγινε πολύ γνωστότερος από τον δάσκαλό του, αφού από αυτόν ονομάστηκε η φιλοσοφική σχολή του Αντισθένη, Κυνική. Η Κυνική Σχολή φιλοσοφίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα έκφανση της αρχαίας σκέψης, γιατί μας πρότεινε έναν  τελείως πρωτότυπο τρόπο διαβίωσης και ένα ιδεώδες που είχε ευρύτατη απήχηση και αξιοπρόσεκτη ιστορική διάρκεια. Οι μεγάλες μορφές της Κυνικής Σχολής, ο Αντισθένης, ο Διογένης, ο Κράτης, πάντα θα εντυπωσιάζουν για την προσήλωσή τους στις αρχές που διακήρυτταν, για τη συνέπεια και την ειλικρίνειά τους.

Ο Κράτης ήταν μαθητής του Διογένη και ανέπτυξε ακόμα περισσότερο τη φιλοσοφία της «αυτάρκειας», της απάρνησης των υλικών αγαθών και κάθε περιουσίας, καθώς και της αδιαφορίας προς τις καθιερωμένες αρχές συμπεριφοράς. Η διαφορά του Κράτητα προς τον Αντισθένη και τον Διογένη βρίσκεται στο ότι τις απόψεις του τις διατύπωνε με μειλίχιο τρόπο, χωρίς το απότομο ύφος του πρώτου και την προκλητική ειρωνεία του δεύτερου.

Ο Κράτης άκμασε γύρω στα μέσα του 4ου αιώνα της Αρχαιότητας, ήταν δηλαδή περίπου σύγχρονος με τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο. Γεννήθηκε στη Θήβα και ο πατέρας του Ασκώνδας ήταν πολύ πλούσιος. Ο Κράτης όμως από τη στιγμή που ενστερνίστηκε τις απόψεις του Διογένη, μοίρασε το μερίδιο της περιουσίας που κληρονόμησε  στους φτωχούς και πέταξε στη θάλασσα, όσα μετρητά είχε (ή σύμφωνα με άλλους συγγραφείς τα κατέθεσε σε έναν τραπεζίτη για να τα δώσει στα παιδιά που θα αποχτούσε, εφ΄ όσον όμως δεν θα γίνονταν και αυτά φιλόσοφοι, γιατί ως φιλόσοφοι δε θα είχαν ανάγκη περιουσίας). Από τότε ζούσε με πολύ πενιχρά μέσα, σαν γνήσιος μαθητής του Διογένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 59 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 8 – Διογένης ο κύων

Posted by sarant στο 15 Αύγουστος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη, οπότε σήμερα είναι η σειρά για δημοσίευση, έστω κι αν είναι μέρα αργίας.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.  Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό και στη συνέχεια περάσαμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο, που βρίσκονται στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων». Η σημερινή ιστορία βασίζεται στο 6ο βιβλίο, παρ. 20-81.

Διογένης ο κύων

Ο Διογένης ο Σινωπεύς, που ονομάστηκε «κύων» (δηλαδή σκύλος) είναι ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της κυνικής σχολής, που ίδρυσε ο Αντισθένης, ένας από τους πιο διαπρεπείς μαθητές του Σωκράτη. Οι κυνικοί φιλόσοφοι πρέσβευαν την απεριόριστη αμφισβήτηση των πάντων, απέρριπταν κάθε εξουσία και θέλανε την απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου.

Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη του Πόντου αλλά πολύ νέος ήρθε στην Αθήνα και έγινε μαθητής του Αντισθένη. Λέγεται ότι οι Σινωπείς τον εξόρισαν γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Πάντως, όταν αργότερα κάποιοι τον κατηγόρησαν λέγοντας «οι Σινωπείς σε καταδίκασαν να φύγεις» εκείνος απάντησε «κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν».

Ο Διογένης πίστευε πως ο άνθρωπος είναι από τη Φύση εφοδιασμένος με όλα όσα χρειάζεται και δεν έχει ανάγκη από περιττά πράγματα. Μόνος του δημιουργεί για τον εαυτό του πλήθος τεχνητές ανάγκες και επιθυμίες, που τελικά τον υποδουλώνουν. Εφαρμόζοντας στην πράξη τις αρχές του κυκλοφορούσε στην Αθήνα ξυπόλυτος, φορώντας  χειμώνα καλοκαίρι το ίδιο ρούχο και μόνο στα μεγάλα κρύα δανειζόταν από κάποιο φίλο του ένα μανδύα και είχε στην πλάτη του ένα σακούλι όπου έβαζε τίποτε τρόφιμα και ένα τάσι για να πίνει νερό. Όταν μάλιστα, μια μέρα είδε ένα παιδί να πίνει νερό από τη βρύση χρησιμοποιώντας τις παλάμες του, το πέταξε κι αυτό. Κοιμόταν χωρίς να μεταχειρίζεται στρωσίδια μέσα σε ένα … πιθάρι, που άλλοτε το κυλούσε στη Βασίλειο Στοά κι άλλοτε στο Μητρώο, κάτω από την Ακρόπολη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Λογοπαίγνια, Φιλοσοφία | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 7 – Ο πενηνταεφτάχρονος ύπνος του Επιμενίδη

Posted by sarant στο 2 Αύγουστος, 2017

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Οι δημοσιεύσεις αυτές συνήθως γινονται κάθε δεύτερη Τρίτη, επειδή όμως χτες, που ήταν η κανονική μέρα, είχαμε το Μηνολόγιο, μετατέθηκε η δημοσίευση κατά μία ημέρα.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες. Είναι μαλλον σύντομη, καλοκαίρι γαρ. Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο μετά από τον Λουκιανό. Από σήμερα περνάμε σε ιστορίες από τον Διογένη Λαέρτιο, που βρίσκονται στο έργο του «Βίοι φιλοσόφων». Η σημερινή ιστορία βασίζεται στο κεφάλαιο 109 του 1ου βιβλίου.

Στα μέσα του 7ου αιώνα η Αθήνα περνούσε μεγάλη κοινωνική κρίση, από την οποία θα έβγαινε πολλά χρόνια αργότερα, χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα πρώτα, και του Κλεισθένη αργότερα. Κυβερνούσαν οι αριστοκράτες αλλά η δυσαρέσκεια του λαού ήταν πολύ μεγάλη. Τη δυσαρέσκεια αυτήν επιχείρησε να εκμεταλλευθεί ένας ευγενής που λεγόταν Κύλων και είχε δυο σοβαρά ατού: ήταν ολυμπιονίκης και ο πεθερός του, ο Θεαγένης, ήταν τύραννος στα γειτονικά Μέγαρα.

Με αρκετούς λοιπόν οπαδούς του, και με τη βοήθεια ενόπλων που του παραχώρησε ο Θεαγένης, ο Κύλων έκανε κατάληψη, όπως θα λέγαμε σήμερα, στην Ακρόπολη και επιχείρησε να γίνει τύραννος. Η βοήθεια όμως που του έδωσε ο Θεαγένης, θεωρήθηκε από τους Αθηναίους «ξένη επέμβαση» και ο Κύλων απομονώθηκε. Ένοπλοι πολίτες από το Άστυ και την ύπαιθρο έτρεξαν και τον πολιόρκησαν στην Ακρόπολη. Εκείνος, πιστεύοντας σε μια σύντομη νίκη, δεν είχε φροντίσει να εφοδιαστεί με τρόφιμα και άλλα εφόδια. Τελικά, αυτός μεν κατάφερε να ξεφύγει μαζί με τον αδελφό του, οι οπαδοί του όμως και οι Μεγαρίτες σύμμαχοι, εξαντλημένοι από την πείνα καταφύγαν ικέτες στο βωμό της Αθηνάς.

Οι άρχοντες των Αθηναίων τους υποσχέθηκαν πως αν παραδοθούν δεν θα θιγούν αλλά θα περάσουν από κανονική δίκη, μόλις όμως εκείνοι καταθέσαν τα όπλα οι πολιορκητές τους τους θανάτωσαν. Μόνο ο Κύλων και ο αδελφός του δικάστηκαν ερήμην και καταδικάστηκαν σε «αειφυγία» δηλαδή σε ισόβια εξορία και απώλεια των πολιτικών δικαιωμάτων τους, ποινή που επεκτάθηκε και στους απογόνους τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , | 203 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 6 – Η μεταμόρφωση του Λούκιου

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2017

Πριν από λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο και τώρα βρισκόμαστε στις ιστορίες από τον Λουκιανό. Η ιστορία που ακολουθεί, βέβαια, βασίζεται στο έργο «Λούκιος ή όνος», το οποίο παλαιότερα εθεωρείτο έργο του Λουκιανού αλλά σήμερα αποδίδεται σε κάποιον άγνωστο που συμβατικά τον ονομάζουμε ψευδο-Λουκιανό. Πάνω στο ίδιο έργο έχει βασιστεί το πολύ εκτενέστερο μυθιστόρημα «Μεταμορφώσεις» (ή «Ο χρυσός γάιδαρος») του Απουλήιου.

Ζούσε μια φορά ένας φιλοπερίεργος νεαρός, ο Λούκιος, που ζητούσε να μάθει και να δει πολλά από τα αξιοθαύμαστα του κόσμου, ταξιδεύοντας εδώ και εκεί. Κάποτε, καθώς πορευόταν από την Αθήνα στη Λάρισα, ο δρόμος του τον έφερε στην Υπάτη, πόλη που φημιζόταν για τους μάγους και τις μάγισσές της. Εκεί κατάφερε και τον φιλοξένησε για λίγες ημέρες κάποιος Ίππαρχος, γνωστός ενός φίλου του. Αυτός ο Ίππαρχος είχε μια γυναίκα, που ήταν ακουστή σαν μάγισσα.

Ο Λούκιος από την πρώτη μέρα τα έφτιασε με την υπηρέτρια του σπιτιού, που λεγόταν Παλαίστρα, με την οποία προχώρησε σε ερωτικές σχέσεις. Από αυτήν έμαθε πως η κυρά της, μεταξύ των άλλων μαγικών κατορθωμάτων της, μεταμορφωνόταν όταν ήθελε σε πουλί. Ζήτησε επίμονα από την Παλαίστρα να τον αφήσει να παρακολουθήσει κρυφά μια τέτοια μεταμόρφωση της οικοδέσποινάς τους και καθώς είχαν γίνει πια εραστές, δεν δυσκολεύτηκε να την πείσει.

Η Παλαίστρα τον φώναξε μια νύχτα και κρυφά παρακολούθησαν την κυρά του σπιτιού, να γδύνεται τελείως και να αλείβεται με μια ειδική αλοιφή, που τη μεταμόρφωσε αμέσως σε πουλί. Όταν έγινε αυτό η γυναίκα του Ίππαρχου πέταξε μακριά. Ο Λούκιος τότε παρακάλεσε την Παλαίστρα να του φέρει το δοχείο με τη μαγική αλοιφή για να γίνει κι αυτός πουλί. Η κοπέλα πήγε και έφερε το δοχείο και όταν ο Λούκιος απαλλάχτηκε από τα ρούχα του τον άλειψε ολόκληρον. Αντί για πουλί όμως ο δυστυχής Λούκιος μεταμορφώθηκε σε γάιδαρο! Η Παλαίστρα, στη βιασύνη της, έφερε άλλη μαγική αλοιφή.

«Μη νοιάζεσαι αγάπη μου» λέει του μεταμορφωμένου φίλου της «αύριο πρωί θα σου δώσω να μασήσεις τριαντάφυλλα, που είναι το αντίδοτο στα μάγια και θα ξαναγίνεις αμέσως άνθρωπος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , , | 81 Σχόλια »

Φύρδην μίγδην

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2017

Περνώντας χτες-προχτές μπροστά από την τηλεόραση, είδα αυτόν τον τίτλο σε τηλεοπτική εκπομπή, υποθέτω σατιρική, νομίζω κυπρέικη, κι αυτό μου έδωσε την ιδέα για το σημερινό αρθράκι, σε συνδυασμό με εκείνο που συζητήσαμε τις προάλλες στα μεζεδάκια μας, σε κάποιο δικό σας σχόλιο, για το μαργαριτάρι μιας επώνυμης δημοσιογράφου, που έγραψε ότι ο Πέτρος Κόκκαλης «εξελέξη αριστείδην (!) μέλος του ΚΚΕ». Αριστίνδην βέβαια, αλλά ευτυχώς το είδαν και το διόρθωσαν.

Φύρδην μίγδην θα πει «ανάκατα, άνω κάτω, σε μεγάλη αταξία, σε απόλυτη ακαταστασία». Αυτές οι δυο λέξεις χρησιμοποιούνται μόνο σε αυτή τη φράση, και μόνο ζευγαρωμένες, δηλαδή λέμε Bιβλία, τετράδια, χαρτιά ριγμένα πάνω στο τραπέζι φύρδην μίγδην, αλλά δεν λέμε «τα βρήκα όλα μίγδην» ή «τα έριξε χάμω φύρδην». Αρχαίες είναι βέβαια οι λέξεις, αλλά στην αρχαιότητα δεν κάνανε μαζί, χώρια χρησιμοποιούνταν -μάλιστα ενώ το φύρδην είναι καθαρόαιμο αρχαίο, το μίγδην είναι ελληνιστικό, ο αρχαιότερος τύπος είναι «μίγδα», λέει ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ. Η πιο παλιά ανεύρεση των δύο λέξεων μαζί είναι σε ένα σχόλιο που υπάρχει στο λεξικό Σούδα, ένα υβρεολόγιο που θα άξιζε να το μελετήσουμε κάποια άλλη φορά διότι είναι πολύ γλαφυρό, όπου λέγεται για κάποιον «καὶ κυκῶν καὶ φύρδην καὶ μίγδην ποιῶν ἅπαντα». Η στερεότυπη έκφραση «φύρδην μίγδην» δεν ξέρω πότε εμφανίζεται πρώτη φορά στα νεότερα γράμματά μας, πάντως μια διάσημη εμφάνισή της είναι σε ένα σύγγραμμα του Θ.Ι.Κολοκοτρώνη, του επιλεγόμενου και Φαλέζ, εγγονού του ήρωα της επανάστασης, που είχε τίτλο «Κουλουβάχατα ή αι φύρδην μίγδην σημεριναί ιδέαι» -στον Φαλέζ δηλαδή χρωστάμε αν όχι τη γέννηση πάντως τη διάδοση της λέξης «κουλουβάχατα», που έχει αραβική αρχή (kulluwahad = όλα ένα).

Το φύρδην και το μίγδην είναι παραδείγματα μιας κατηγορίας αρχαίων επιρρημάτων που είχαν την περίεργη -για τη σημερινή γλώσσα- κατάληξη «-δην». Αυτά παράγονταν είτε από ουσιαστικά (σπόρος – σποράδην) είτε από ρήματα (πλέκω-πλέξω-πλέγδην). Όπως λέει ο γραμματικός Απολλώνιος ο Δύσκολος (δεν χρειάζεται μετάφραση, είναι… εύκολο το κείμενο):

Τὰ εἰς δην ἐν βαρείᾳ τάσει ἐστί, καὶ παράγεται καὶ ἀπὸ ὀνομάτων, ὡς τῷ λόγος τὸ λογάδην παράκειται, μόνος μονάδην, τρόχος τροχάδην, σπόρος σποράδην. ἢ παρὰ ῥῆμα, διὰ τοῦ δ καὶ τοῦ συγγενοῦς β παραλαμβανομένου ἐν πρώτῃ συζυγίᾳ, κλέπτω κλέβδην, κρύπτω κρύβδην, γράφω γράβδην, ὄπτω ὄβδην καὶ ἐσόβδην. καὶ παρὰ τοὺς εἰς ξω λήγοντας μέλλοντας διὰ τοῦ γδ, πλέξω πλέγδην, μίξω μίγδην, νύξω νύγδην. καὶ παρὰ τὴν πέμπτην δὲ συζυγίαν, αἴρω ἄρδην, φύρω φύρδην. καὶ παρὰ τὸ σύω δὲ τὸ σύδην· ὅπερ ἐσχημάτιστο, ἐκ μεταθέσεως τοῦ ε εἰς τὸ υ, παρὰ τὸ σέω, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ σόος, καθότι καὶ τῷ ῥέω τὸ ῥύω παράκειται, ἀφ’ οὗ καὶ τὸ ῥύβδην καὶ ὁλόκληρον εἰς ον λῆγον ῥυδόν· καὶ παρὰ τὸ χύω τὸ χύδην.

Στην αρχαιότητα τα επιρρήματα εις -δην ήταν πάρα πολλά, αλλά στις μέρες μας έχουν επιβιώσει λιγοστά, που μετριούνται στα δάχτυλα αν όχι του ενός χεριού πάντως των χεριών και των ποδιών. Κάποια άλλα, ενώ δεν λέγονται, έχουν δώσει παιδιά που τα χρησιμοποιούμε, ας πούμε από το «ράγδην» (από το ρήγνυμι) έχουμε το «ραγδαίος», που το χρησιμοποιούμε για τη βροχή και για τη γρήγορη εξέλιξη κακών πραγμάτων, μακριά από εμάς. Επίσης από το άδην (με δασεία) που σήμαινε «άφθονα» έχουμε τον αδηφάγο.

Υποσύνολο των επιρρημάτων σε -δην είναι τα επιρρήματα σε -ίνδην, που αυτά πράγματι μετριούνται στα δάχτυλα. Εκτός από το «αριστίνδην», το μόνο που είχε κάποια συχνή χρήση ήταν το «πλουτίνδην» (με κριτήριο τον πλούτο, δηλαδή).

Στο ΛΚΝ βρίσκω 12 λήμματα-επιρρήματα με κατάληξη -δην. Ο Μπαμπινιώτης, που θέλει να φανεί κάπως πιο λόγιος, προσθέτει πεντέξι ακόμα.

Τα συγκέντρωσα και τα παρουσιάζω εδώ (όχι, δεν φυλλομέτρησα μία προς μία τις σελίδες των λεξικών, χρησιμοποίησα ηλεκτρονικές μεθόδους’ από τότε που βγήκε η ηλεκτρονική αναζήτηση χάθηκε το φιλότιμο).

  • άρδην (από το αίρω): ολοκληρωτικά, εκ θεμελίων. Η κατάσταση άλλαξε άρδην. Άρδην ήταν ο τίτλος της σοσιαλιστικής εφημερίδας του Πλάτωνα Δρακούλη και τώρα του εθνικιστικού κινήματος του Καραμπελιά -εκεί που κρεμούσαν οι καπεταναίοι τ’άρματα…
  • αριστίνδην (από το άριστος): με επιλογή μεταξύ των αρίστων, χωρίς εκλογή. Παλιά υπήρχαν αριστίνδην γερουσιαστές, ενώ αριστίνδην Ιερά Σύνοδος ήταν αυτή που έκλεξε αρχιεπίσκοπο τον Ιερώνυμο το 1967 (χουντίνδην ήταν δηλαδή, αλλά…)
  • βάδην (από το βαίνω): με ρυθμό βαδίσματος. Και ουσιαστικό, το βάδην, το αγώνισμα του στίβου. Επίρρημα Βυρτεμβέργην δεν υπάρχει.
  • διαρρήδην (από το θέμα ρη- του λέγω, είρημαι): απερίφραστα, κατηγορηματικά. Ο Μπαμπινιώτης δίνει την ελαφρώς άστοχη (και φτιαχτή) φράση «υποστήριξε διαρρήδην τις διεκδικήσεις του» αλλά σχεδόν πάντα το χρησιμοποιούμε με το «αρνούμαι» ή με το «απορρίπτω»
  • εκτάδην (από το εκτείνω): σε ξαπλωτή στάση. Μόνο ο Μπαμπινιώτης το έχει.
  • επιτροχάδην (από τον τροχό): γρήγορα, βιαστικά και συνήθ. χωρίς πολλή προσοχή: Ελέγχω επιτροχάδην τους λογαριασμούς. Aναφέρθηκε επιτροχάδην στα προηγούμενα (δηλ. σύντομα). Ο Μπαμπινιώτης εδώ σφάλλει, διότι το λημματογραφεί στο «τροχάδην», ως δύο λέξεις (επί τροχάδην) υποβάλλοντας μάλιστα την ιδέα ότι έτσι το έγραφαν οι αρχαιοι, ενώ οι αρχαίοι πάντοτε το έγραφαν σε μία λέξη, επιτροχάδην.
  • καταλογάδην : κατά τον τρόπο της φυσικής ομιλίας’ λέγεται για απόσπασμα π.χ. της Ιλιάδας που το διαβάζουμε πεζό, όχι έμμετρο.
  • λογάδην (από το λογάς = εκλεκτός -και όχι φλύαρος!): κατ’ επιλογή. Μόνο στον Μπαμπινιώτη και αμφιβάλλω αν λέγεται σήμερα, αν και βλέπω ότι υπάρχει λογοθεραπευτικό κέντρο ή κάτι τέτοιο με τον τίτλο Λογάδην, τρέχα γύρευε δηλαδή.
  • μίγδην (από το μίγνυμι) βλ. φύρδην μίγδην.
  • προτροπάδην (από την προτροπή): πολύ γρήγορα. Μόνο στον Μπαμπινιώτη που το χαρακτηρίζει αρχαιοπρεπές. Για κάποιον που το βάζει στα πόδια μπορούμε να πούμε «έφυγε προτροπάδην».
  • σποράδην (από το σπόρος): σποραδικά. Μπορούμε να αποδώσουμε έτσι τη βιβλιογραφική ένδειξη passim.
  • στάγδην (από το στάζω): σταγόνα-σταγόνα. Μόνο στον Μπαμπινιώτη, ο οποίος περιέργως δεν καταγράφει τον σύμπλοκο όρο «στάγδην άρδευση», τουλάχιστον στην έκδοση που έχω.
  • συλλήβδην (από το συλλαμβάνω): όλα/όλοι μαζί, χωρίς εξαίρεση -συχνά με επικριτική χροιά, π.χ. δεν μπορείς να χαρακτηρίζεις πουλημένους συλλήβδην τους πολιτικούς. Επειδή δεν είναι διάφανη η σημασία, συχνά λέμε «όλους συλλήβδην».
  • συστάδην (από το συνίσταμαι ή από τη συστάδα): από κοντά, σώμα με σώμα. Μόνο στις φράσεις «μάχομαι/μάχη εκ του συστάδην».
  • τροχάδην (από τον τροχό): τρέχοντας, βιαστικά. Και ουσιαστικό, το τροχάδην, που έχει δώσει σε σχολεία και στρατόπεδα το υποκοριστικό «το τροχαδάκι».
  • φύρδην (από το φύρω, εξού και φύραμα, αιμόφυρτος), βλ. φύρδην μίγδην.
  • χύδην (από το χέω): σωρηδόν, χύμα. Τόσο το ΛΚΝ όσο και ο Μπαμπινιώτης υποστηρίζουν ότι χρησιμοποιείται μόνο στη φράση «χύδην όχλος» που τον λέγανε περιφρονητικά οι παλιοί ψηλομύτηδες για την πλέμπα -άλλωστε και η λ. χυδαίος από το χύδην είναι. Ωστόσο, υπάρχει και το χύδην φορτίο, πχ. χύδην τσιμέντο (bulk που λέμε) στην ορολογία της πιάτσας και θα έπρεπε να το καταγράψουν τα λεξικά.

Πέρα από αυτά, το Αντίστροφο λεξικό της Συμεωνίδη, που όμως καταγράφει και σπανιότατες λέξεις, έχει τρεις ακόμα: περιβάδην, παραστάδην και συμμίγδην. Τα δύο πρώτα ακούγονται λιγάκι σαν κυπρέικα.

Να πούμε ότι όλες οι παραπάνω λέξεις είναι αρχαίες, δηλαδή το επίθημα -δην δεν είναι πια ζωντανό στα νέα ελληνικά, σε αντίθεση με το άλλο επιρρηματικό επίθημα, το -δόν, π.χ. αναφανδόν, οκλαδόν, ομαδόν, σωρηδόν, το οποίο χρησιμοποιείται και για την παραγωγή νεότερων λέξεων, κάποτε ευκαιριακών σχηματισμών, π.χ. κλοτσηδόν, σαρδεληδόν (π.χ. για τους επιβάτες στο λεωφορείο), κοπιπαστηδόν.

Από την άλλη, τα επιρρήματα σε -δην, όπως και να το κάνεις, έχουν κάποιαν επισημότητα. «Θα τιμωρήσω όλο τον λόχο διαρρήδην», έλεγε ένας λοχαγός που είχαμε στο στρατό κι εμείς ψαρώναμε. Μάλλον συλλήβδην ήθελε να πει, αλλά κανείς δεν τόλμησε να του το επισημάνει.

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 130 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 5 – Τίμων ο Μισάνθρωπος

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2017

Πριν από ενάμιση μήνα άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Ξεκινήσαμε με ιστορίες από τον Ηρόδοτο και τώρα βρισκόμαστε στις ιστορίες από τον Λουκιανό. Η ιστορία που ακολουθεί βασίζεται στο έργο του Λουκιανού «Τίμων ή μισάνθρωπος».

Η Αθήνα της Αρχαιότητας, όπως και η «παλιά Αθήνα» του 19ου αιώνα, είχε τους «τύπους» της. Ανθρώπους ιδιόμορφους, που μόνο με την παρουσία τους και την συμπεριφορά τους προκαλούσαν την προσοχή και γι΄ αυτό ορισμένοι από αυτούς πέρασαν στην ιστορία. Τέτοιος «τύπος» ήταν και ο Τίμων Εχεκρατίδου Κολυττεύς, ο επονομασθείς Μισάνθρωπος. Έζησε την εποχή του Πελοποννησιακού πολέμου, ήταν από καλή οικογένεια, αρκετά πλούσιος και πήρε φιλοσοφική μόρφωση, αλλά ήταν επίσης εύπιστος και καλόκαρδος, με αποτέλεσμα να τον περιτριγυρίσουν κόλακες και παράσιτοι, που, παριστάνοντας τους φίλους του, κατάφεραν να του φάνε όλη την περιουσία. Σε έναν από αυτούς τον Φιλιάδη, χάρισε ένα μεγάλο χωράφι για να προικίσει την κόρη του, σε έναν άλλον τον Δημέα, τον ρήτορα, που κατηγορήθηκε για κατάχρηση και κινδύνευε να καταδικαστεί, ο Τίμων του έδωσε το τεράστιο ποσό των ένδεκα ταλάντων (σα να λέμε τριάντα χιλιάδες ευρώ), για να αποφύγει την καταδίκη. Και επειδή, σύμφωνα με τον πανάρχαιο κώδικα ανθρώπινης συμπεριφοράς, η αχαριστία είναι παιδί της ευεργεσίας, όλοι αυτοί οι κόλακες και παράσιτοι του γύρισαν την πλάτη, όταν δεν του απόμεινε τίποτα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , , | 224 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 4 – Δημώναξ

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2017

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη, αλλά φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες.Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ. Είχαμε δει ιστορίες από τον Ηρόδοτο, σήμερα περνάμε σε ιστορίες από τον Λουκιανό. Η ιστορία που ακολουθεί βασίζεται στο έργο του Λουκιανού «Δημώνακτος βίος».

Όπως γράφω στην εισαγωγή οι Αρχαίοι ημών δεν ήταν καθόλου σοβαροφανείς, αλλά εύθυμοι και ιλαροί. Τέτοιος ιλαρός φιλόσοφος ήταν ο Δημώναξ, Κύπριος από μεγάλη οικογένεια, που έζησε στην Αθήνα τον 2ον αιώνα της χρονολογίας μας. Ο σκώπτης των πάντων Λουκιανός, μιλά για τον Δημώνακτα με μεγάλο σεβασμό και του αφιερώνει ιδιαίτερο βιβλίο, από το οποίο πήρα όσα θα διαβάσετε παρακάτω.

Ο Δημώναξ ήταν κυνικός φιλόσοφος, μολονότι αποδεχόταν και τις απόψεις άλλων φιλοσοφικών σχολών. Όπως έλεγε «σεβόταν τον Σωκράτη, θαύμαζε τον Διογένη και αγαπούσε τον Αρίστιππο». Ήταν ιλαρός, ακέραιος, μετριόφρων και πολύ ελευθερόστομος. Για την τσουχτερή γλώσσα του και από το γεγονός ότι δεν τηρούσε  τους λατρευτικούς κανόνες, δεν θυσίαζε στους θεούς, ούτε προσευχόταν, κατηγορήθηκε για άθεος, εκείνος όμως παρουσιάστηκε στην Εκκλησία του Δήμου και με την απολογία του προκάλεσε τον θαυμασμό όλων. Από τότε οι Αθηναίοι του έδειχναν μεγάλο σεβασμό και στο πέρασμα του οι άρχοντες και οι απλοί πολίτες σηκώνονταν όρθιοι για να τον χαιρετήσουν.

Η ελευθεροστομία του εξόργισε κάποτε έναν ολυμπιονίκη, που μη έχοντας επιχειρήματα να τον αντικρούσει χτύπησε το Δημώνακτα με μια πέτρα και του άνοιξε το κεφάλι. Όσοι ήταν μπροστά αγανάκτησαν και θέλησαν να τιμωρήσουν τον δράστη φωνάζοντας:

«στον ανθύπατο να πάμε, στον ανθύπατο»

Ο Δημώναξ όμως είχε αντίρρηση

«όχι στον ανθύπατο αλλά στον γιατρό» τους είπε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , | 86 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 3 – Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2017

Πριν από ένα μήνα άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Η προηγούμενη δημοσίευση βρίσκεται εδώ (φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες).

Συνεχίζω και σήμερα με μιαν ιστορία από τον Ηρόδοτο, αυτή τη φορά από τον ελλαδικό χώρο. Να θυμίσω ότι για τον Πολυκράτη τον Σάμιο έχουμε παλιότερα δημοσιεύσει έναν μίμο του Σβομπ, το Κρασί του Πολυκράτη, σε μετάφραση του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

Η πεισματάρα καλοτυχία του Πολυκράτη

Οι περισσότεροι άνθρωποι μακαρίζουν, με το δίκιο τους άλλωστε, εκείνους που η Τύχη τούς χαμογελά και μάλιστα συχνά, τους τυχερούς δηλαδή της ζωής. Να όμως που ένας, μυαλωμένος οπωσδήποτε άνθρωπος, ο φαραώ της Αιγύπτου Άμασις, είχε διαφορετική γνώμη. Πίστευε πως η υπερβολική εύνοια της Τύχης πολύ συχνά θα κατέληγε σε συμφορά. Και δεν έπεσε έξω.

Ο Άμασις, φαραώ της 18ης Δυναστείας, βασίλεψε στην Αίγυπτο στα μέσα του 6ου αιώνα της Αρχαιότητας. Είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις με τους Έλληνες, οι οποίοι είχαν ιδρύσει στο Δέλτα του Νείλου, πολύ κοντά στην τότε πρωτεύουσα της χώρας, τη Σάιδα, μια «πανελλήνια» αποικία, τη Ναύκρατη. Ιδιαίτερες φιλίες είχε αναπτύξει ο Άμασις με τον τύραννο της Σάμου, τον Πολυκράτη, που εθεωρείτο ο πιο τυχερός άνθρωπος του καιρού του.

Η τυραννία της αρχαϊκής και προκλασικής εποχής ήταν ένα ιδιότυπο καθεστώς, που σε πολλές ελληνικές πόλεις αποτέλεσε το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της ολιγαρχίας, δηλαδή της διακυβέρνησης των αριστοκρατών, που είχαν διαδεχθεί τους βασιλείς της μυκηναϊκής εποχής, και της δημοκρατίας, δηλαδή της διακυβέρνησης του δήμου, του λαού. Οι τύραννοι κατά κανόνα στηρίζομενοι σε μεσαία και κατώτερα λαϊκά στρώματα, χτύπησαν τους αριστοκράτες και περιορισαν την εξουσία και την επιρροή τους. Φυσικά δεν ήταν λαϊκοί ηγέτες. Κυβερνούσαν αυταρχικά και πολύ συχνά κατέφευγαν στην τρομοκρατία για να κρατηθούν στην εξουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος | Με ετικέτα: , , , , , | 92 Σχόλια »