Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Αρχαίοι’ Category

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 2 – Ο αρχιτέκτονας του Φαραώ και ο παμπόνηρος γιος του

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2017

Πριν από 15 μέρες άρχισα να δημοσιεύω αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Η πρώτη δημοσίευση βρίσκεται εδώ (φυσικά πρόκειται για αυτοτελείς ιστορίες).

Συνεχίζω σήμερα με μια δεύτερη ιστορία, πάλι από τον Ηρόδοτο, η οποία εκτυλίσσεται επίσης στην Αίγυπτο.

  1. Ο αρχιτέκτονας του Φαραώ και ο παμπόνηρος γιος του

(Η ιστορία αυτή είναι επίσης από το 2ο Βιβλίο,  Ευτέρπη, κεφαλαιο 121)

Ο φαραώ της Αιγύπτου Ραμψίνιτος (πρόκειται μάλλον για τον Ραμσή τον Β΄) είχε συγκεντρώσει μεγάλο πλούτο σε χρυσό, άργυρο, πολύτιμες πέτρες και διάφορα τεχνουργήματα. Ανέθεσε λοιπόν στον ικανότατο αρχιτέκτονά του, που του είχε φτιάξει το παλάτι, πολλούς ναούς και άλλα σπουδαία κτίρια, να του κατασκευάσει ένα ασφαλές θησαυροφυλάκιο.

Πραγματικά ο αρχιτέκτονας κατασκεύασε στον περίβολο των ανακτόρων ένα κτίριο από συμπαγείς πέτρινους τοίχους, χωρίς κανένα άνοιγμα εκτός από την είσοδο, η οποία επικοινωνούσε μόνο με το ανάκτορο, με κλειστό διάδρομο φρουρούμενο συνεχώς. Ικανοποιημένος ο φαραώ αφού επιθεώρησε το θησαυροφυλάκιο και επείσθη για την ασφάλειά του, συσσώρευσε σ΄αυτό ότι πολύτιμο είχε.

Ο αρχιτέκτονας όμως, που είχε δυο γιους ανεπρόκοπους και κακομαθημένους, είχε προνοήσει να εξασφαλίσει κατά κάποιον τρόπο το μέλλον τους. Όταν λοιπόν πέθαινε τους φώναξε κοντά του και τους είπε πως στον εξωτερικό τοίχο του θησαυροφυλακίου, τον μόνο που ήταν προσιτός από το δρόμο, είχε αφήσει μια μυστική, στενή και απολύτως αόρατη είσοδο. Τους είπε τα κρυφά σημάδια που τη δείχνανε και το μηχανισμό με τον οποίο θα μπορούσαν να την ανοίξουν, ώστε, αν ποτέ βρεθούν σε ανάγκη, να μπουν στο θησαυροφυλάκιο και να πάρουν όσο χρυσάφι ή ασήμι χρειάζονταν. Τους συνέστησε όμως αυτό να tο κάνουν σε πολύ αραιά διαστήματα και κάθε φορά να παίρνουν πολύ μικρές ποσότητες ώστε να μη γίνει αντιληπτή η κλοπή, που σύμφωνα με τους αιγυπτιακούς νόμους και ήθη δεν ήταν μόνο κλοπή αλλά και ιεροσυλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , | 126 Σχόλια »

Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους (Δημ. Σαραντάκος) 1 – Το σανδάλι της Ροδώπιδας

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2017

Μια από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι ότι κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες κάποιο βιβλίο του αξέχαστου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. (Πρωτύτερα, όταν ζούσε, δημοσίευα κάθε Τρίτη το χρονογράφημα που έγραφε στη μυτιληνιά εφημερίδα Εμπρός) Έτσι, πριν από δεκαπέντε μέρες ολοκληρώθηκε το μυθιστόρημά του «Τα έπη των Αριμασπών».

Από σήμερα περνάμε σε ένα άλλο βιβλίο, το «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους» που κυκλοφόρησε το 2009 από τις εκδόσεις Γνώση. Πρόκειται για το πιο επιτυχημένο εμπορικά βιβλίο του πατέρα μου, και ακριβώς επειδή βρίσκεται ακόμα στο εμπόριο δεν θα το δημοσιεύσω εδώ ολόκληρο, αλλά μόνο αποσπάσματα, σαν (γενναιόδωρο πάντως) ορεκτικό.

Σήμερα θα δημοσιεύσω τον πρόλογο του βιβλίου και μια «ιστορία από τον Ηρόδοτο».

Πρόλογος

Εμείς οι παλαιότεροι υποτίθεται ότι διδαχτήκαμε Αρχαία Ελληνικά. Πραγματικά και στις 6 τάξεις του τότε Γυμνασίου, τα Αρχαία ήταν το κύριο μάθημα, με μία τουλάχιστον ώρα διδασκαλίας  τη μέρα, κάθε μέρα και επί έξι χρόνια! Και τελικά τι διδαχθήκαμε; γραμματική, συντακτικό, “τεχνολογία” και ουσία μηδέν (σ΄όλα τα γυμνασιακά μας χρόνια ζήτημα είναι αν κάναμε δέκα σελίδες Όμηρο και είκοσι Ξενοφώντα ή Ηρόδοτο). Και τι μάθαμε; Το μόνο που μάθαμε ήταν  να αντιπαθήσουμε δια βίου τον Όμηρο, τους Τραγικούς, τον Ηρόδοτο, τον Θουκυδίδη, τον Ξενοφώντα, εκείνον τον αχώνευτο τον Λυσία και τον Δημοσθένη, αφού στο όνομά τους είχαμε τυραγνιστεί. Ποτέ μας δεν υποπτευθήκαμε τους θησαυρούς, που κρύβονται στα βιβλία των αντιπαθών αυτών προσώπων, αφού, μένοντας άγευστοι της ουσίας, δηλαδή των νοημάτων και των ιδεών τους, κατατριβόμασταν στο συντακτικό και τη γραμματική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , | 147 Σχόλια »

Ψόφος

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2016

Στα κοινωνικά μέσα θα το βρείτε συχνά γραμμένο «πσόφος», μια στραβογραψιά στην οποία αναφέρθηκα χτες μαζί με άλλα συναφή φαινόμενα. Ωστόσο, η λέξη του τίτλου έχει μεγάλο ετυμολογικό ενδιαφέρον, οπότε σκέφτηκα να της αφιερώσω το σημερινό άρθρο, μια και δεν ταίριαζε να τα αναπτύξω αναλυτικά στο χτεσινό άρθρο, που είχε άλλο θέμα.

Είτε γραμμένη «ψόφος» είτε «πσόφος», η λέξη χρησιμοποιείται, κατά τον ορισμό του slang.gr, «ως κατάρα για να εκφράσει εντονότατη οργή στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, αλλά και σε πιο συμβατικές μορφές έκφρασης, όπως τα γκράφιτι».

Η κατάρα αυτή εκφέρεται μονολεκτικά στα κοινωνικά μέσα (δείτε εδώ ένα νόστιμο σατιρικό άρθρο του Κουλουριού), ενώ σε παλιότερες εποχές που ήμασταν λιγότερο λακωνικοί η κατάρα εκφερόταν αναλυτικότερα, π.χ. «κακό ψόφο να’χεις».

Ψόφος είναι ο θάνατος των ζώων, ιδίως από ασθένεια. «Κακό σκυλί ψόφο δεν έχει», λέει η παροιμία. Όταν πεις «ψόφησε» για ένα ζώο, είναι ουδέτερη η χρήση (δεν θα το πεις για το αγαπημένο σου κατοικίδιο, βέβαια). Όταν πεις «ψόφησε» για έναν άνθρωπο, δείχνεις αμέσως έντονη απέχθεια για το πρόσωπό του, είναι βαριά κουβέντα. Τις προάλλες διάβασα κάπου ένα άρθρο για τον Δάγκουλα, τον διαβόητο συνεργάτη των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, που τον πρόλαβαν οι Ελασίτες και τον σκότωσαν στο τέλος της Κατοχής κι έτσι δεν έγινε υπουργός μεταπολεμικά -είχε και δυο αποκόμματα εφημερίδων με την είδηση του θανάτου του, και στη μιαν απ’ αυτές ο τίτλος ήταν «ψόφησε ο Δάγκουλας».

Φυσικά υπάρχουν πάμπολλες λέξεις και εκφράσεις, με ένα πλήρες φάσμα από αποχρώσεις, για τη μόνη βεβαιότητα της ζωής μας, αλλά δεν θέλω να επεκταθώ προς τα εκεί, ας μείνουμε προς το παρόν στο ότι ο άνθρωπος πεθαίνει και το ζώο ψοφάει.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η αρχική σημασία της λ. ψόφος, ούτε η μοναδική -άλλωστε, ξέρουμε πως όταν κάνει πολύ κρύο λέμε ότι «έχει ψόφο», που είναι ήδη μια άλλη σημασία. Ούτε αυτή όμως είναι η αρχική.

Στα αρχαία ελληνικά, ψόφος ήταν ο θόρυβος. Η λέξη χρησιμοποιόταν κυρίως για άναρθρους θορύβους, όχι για την ανθρώπινη φωνή. Ο ψόφος ετυμολογείται από ένα επιφώνημα ψο, που εξέφραζε αηδία και αποστροφή.

Το ρήμα «ψοφώ» λοιπόν αρχικά σήμαινε κάνω θόρυβο, ας πούμε όπως η αρβύλα στο χώμα (ψοφεί αρβύλη) ή η αλυσίδα ή η οπλή του αλόγου ή το κτίριο που πέφτει. Υπήρχε και η φράση «ψοφείν τας θύρας», που τη λέγανε όταν χτυπούσαν την πόρτα -αλλά όχι απέξω για να μπουν παρά από μέσα για να βγουν.

Πράγματι, παρόλο που σκορπάμε ένα σκασμό ώρες για να μη μαθαίνουμε αρχαία στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, λίγοι ξέρουν ότι στα σπίτια των αρχαίων Αθηναίων οι πόρτες άνοιγαν προς τα έξω -και επειδή τα σοκάκια της αρχαίας πόλης ήταν στενά, ο αρχαίος Αθηναίος που ήθελε να βγει από το σπίτι του έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα, ώστε να τον ακούσει ο διαβάτης που περνούσε και να παραμερίσει. Όπως λέει ένα απόσπασμα του Μενάνδρου, «την θύραν ψοφεί τις εξιών». Να σημειωθεί ότι όταν χτυπούσε την πόρτα ο επισκέπτης απ’ έξω για να του ανοίξουν οι νοικοκυραίοι, τότε χρησιμοποιούσαν άλλο ρήμα, το κόπτω ή το κρούω την θύραν.

Με την πάροδο του χρόνου, οι λέξεις ψοφώ και ψόφος συνδέθηκαν με τον ήχο που κάνει το ζώο όταν πέφτει πεθαίνοντας, και κατά την ελληνιστική εποχή εμφανίζεται και η σημασία ψοφώ = πεθαίνω, για ζώα, ενώ, όπως λέει το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη σποραδικά από τον 5ο μΧ αιώνα το ρ. ψοφώ χρησιμοποιείται και για θάνατο ανθρώπου. Από τη σημασία ψόφος = θάνατος (κυρίως ζώου) προέκυψε τα νεότερα χρόνια και η σημασία του έντονου κρύου.

Ενδιαφέρον είναι ότι η σύνδεση του θορύβου με τον θάνατο εμφανίζεται επίσης στο λατινικό ρήμα crepare, που σήμαινε στα κλασικά λατινικά «κροτώ, σπάω με θόρυβο» και πήρε στα λατινικά της όψιμης εποχής και ιδίως στις νεότερες γλώσσες τη σημασία «σκάω, ψοφάω» -από εκεί και το δικό μας «κρεπάρω».

Οι γιατροί θα μας πουν ότι η αρχική σημασία του ψόφου διατηρείται και στις μέρες μας στην ορολογία τους, όπου ο μυικός ψόφος είναι ακροαστικό φαινόμενο. Σε κανένα βαθύ καθαρευουσιάνικο κείμενο μπορεί να συναντήσετε τη λέξη «αψοφητί» (δηλ. αθόρυβα). Αλλά και στο γενικό λεξιλόγιο, όταν λέμε κάποιον «ψοφοδεή», δηλαδή φοβιτσιάρη, δεν συνειδητοποιούμε ίσως ότι η λέξη είχε φτιαχτεί για εκείνους που φοβούνται και τον παραμικρό θόρυβο (ψόφο). Στο ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη βρίσκω κι έναν ορισμό νεοπλατωνικού σχολιαστή: Ψοφοδεείς δε λέγονται οι τους ψόφους των μυιών δεδοικότες, δηλαδή όσοι φοβούνται τον θόρυβο των μυγών ποντικών.

Για τις κατσαρίδες δεν ξέρω αν έχουν πει τίποτα οι αρχαίοι ημών πρόγονοι!

 

Posted in Αρχαίοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , | 175 Σχόλια »

Ο Αρχιμήδης και οι κύκλοι του -και άλλα τελευταία λόγια

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2016

Κοίταζα τις προάλλες σε ένα γαλλικό βιβλίο μια συλλογή με τα «τελευταία λόγια» μεγάλων ανδρών -και γυναικών βεβαίως. Τα «τελευταία λόγια» είναι μια πολύ ειδική κατηγορία αποφθεγμάτων: πρόκειται για φράσεις δηλαδή που τις είπαν συγγραφείς, στρατιωτικοί, πολιτικοί, καλλιτέχνες, διανοούμενοι, επιστήμονες, με δυο λόγια οι δυνατοί και οι διάσημοι του κόσμου, λίγο πριν πεθάνουν ή και την ώρα που πέθαιναν.

Οι τυχεροί, βέβαια, πεθαίνουν στον ύπνο τους, κι έτσι δεν αφήνουν κάποιον τελευταίο λόγο κληρονομιά στις επόμενες γενιές. Άλλοι, επίσης τυχεροί, περνούν τις τελευταίες τους στιγμές περιστοιχισμένοι από συγγενείς και φίλους –τότε προαισθάνονται το τέλος τους, κι αν έχουν τη δύναμη προφέρουν έναν τελευταίον αποχαιρετισμό. Άλλοι βγάζουν μια κραυγή αγωνίας. Μια ειδική περίπτωση που εύλογα υπεραντιπροσωπεύεται στους σχετικούς καταλόγους, είναι τα τελευταία λόγια που προφέρει κάποιος που ξέρει ότι θα πεθάνει από βίαιο θάνατο, συνήθως με εκτέλεση (στην αγχόνη, στη γκιλοτίνα, στο εκτελεστικό απόσπασμα) ή βλέποντας τον φονιά να πλησιάζει -όπως ο Καίσαρας, που λέγεται ότι είπε στον Βρούτο «και συ τέκνον;» -και μάλιστα στα ελληνικά.

Έτσι κι αλλιώς, τα τελευταία λόγια έχουν ενδιαφέρον όχι μόνο και όχι τόσο καθαυτά, αλλά επειδή τα είπε κάποιος διάσημος, σεβαστός, αγαπητός ή και μισητός. Η κραυγή αγωνίας «Φως! Περισσότερο φως!» πιθανότατα έχει ειπωθεί από πολλούς ετοιμοθάνατους –αλλά όταν ξέρουμε ότι την είπε ο Γκέτε αποκτά βάθος που δεν το έχει όταν το λέει ένας κοινός θνητός. Ακόμα περισσότερο, πάμπολλοι ανώνυμοι έχουν παραπονεθεί λέγοντας «Πονάω εδώ» χωρίς να μείνει στην ιστορία· όταν όμως το είπε (ça fait mal ici) ο ντε Γκολ, καταγράφτηκε, το ίδιο και το απελπισμένο Ωχ ωχ (oh wow τρεις φορές) του Στιβ Τζομπς.

Μια μάστιγα που πλήττει τα αποφθέγματα, ιδίως στην εποχή του Διαδικτύου, είναι η διάδοση ανύπαρκτων φράσεων, που ποτέ δεν τις είπε εκείνος στον οποίο αποδίδονται –πρόκειται για τα αποφεύγματα, σύμφωνα με τον όρο που έπλασε ο φίλος Νίκος Λίγγρης, όρο που τον έχω υιοθετήσει έκτοτε και τον χρησιμοποιώ στο ιστολόγιο. Στην περίπτωση των τελευταίων λόγων έχουμε κι έναν επιπρόσθετο παράγοντα νόθευσης: ότι τα τελευταία λόγια του εκλιπόντος τα μεταφέρει, φυσικά, κάποιος από τους παρευρισκόμενους, που δεν αποκλείεται να θέλησε να καλλωπίσει τα λεγόμενα και να τους προσθέσει ουσία αν τα πραγματικά τελευταία λόγια του εκλιπόντος τού φάνηκαν κοινότοπα –ή αν ο άνθρωπος πέθανε χωρίς να πει τίποτα. Το πρόβλημα βέβαια είναι άλυτο, αλλά δεχόμαστε πως ό,τι παραδίδεται από τις πηγές είναι έγκυρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αποφθέγματα, Αρχαίοι, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , | 197 Σχόλια »

Οι αλτήρες και οι φίλοι τους

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι συνεταιρικό -δηλαδή, παίρνω αφορμή από το άρθρο ενός φίλου και συνεχίζω προσθέτοντας κι άλλα που έχω να πω για το θέμα.

Ο φίλος μας ο Γιάννης (gmallos) έχει ένα ιστολόγιο πολύ νόστιμο, όνομα και πράμα αφού λέγεται Γευστικές νοστιμιές, που το παρακολουθώ όποτε προλαβαίνω, διότι εννοεί τον τίτλο του με την ευρεία έννοια κι έτσι δεν έχει μόνο μαγειρικά θέματα, αλλά και φωτογραφίες από τα πολλά (τον ζηλεύω) ταξίδια του, και άλλα διάφορα.

Τις προάλλες, ο Γιάννης, που είναι εκπαιδευτικός, δήλωσε ότι θα μπει στα χωράφια μου, δηλαδή ότι θα ασχοληθεί με την ιστορία μιας λέξης -και αυτό έκανε σε ένα άρθρο του. Αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο, και παίρνω τη σκυτάλη και συνεχίζω.

altiresΣτην φωτογραφία φαίνεται μια σειρά από αντικείμενα που βρίσκουμε στα γυμναστήρια. Το όνομά τους βάρη ή αλτήρες. Είναι μια μπάρα στη μέση και δυο δίσκοι στις άκρες που έχουν αρκετό βάρος. Βέβαια το λεξικό της νεοελληνικής τα ξεχωρίζει, λέγοντας πως οι αλτήρες έχουν στην άκρη σφαιρικό βάρος, μια διάκριση που δεν την έχω συναντήσει.

Τα βάρη αυτά υπάρχουν σε διάφορα μεγέθη. Τα μικρά (που τα λέμε και βαράκια) αλλά και τα μεγάλα, που ελάχιστοι μπορούν να τα σηκώσουν (είναι για να δυναμώνουν τα μπράτσα τους οι αρσιβαρίστες, όπως αυτοί που είχαμε κάποτε στην πάλαι ποτέ ντριμ τιμ του Ιακώβου).

Αλλά γιατί τα βάρη (ή τα βαράκια) τα λέμε αλτήρες; Τι δουλειά έχουν με το άλμα που πάει να πει πήδημα; Ήξερα για άλμα σε μήκος ή σε ύψος στο στίβο (με τις παραλλαγές τους το τριπλό και το επί κοντώ), το διπλό ή τριπλό άλμα στο πατινάζ (λουπ, άξελ και κάπως έτσι όπως τα λέει ο Κωστάλας) ή ακόμα για το άλμα στο κενό, αλλά οι αλτήρες δεν μου κόλλαγαν μ’ αυτά. Μέχρι που βρέθηκα στο Αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας!

alt-mus1alt-mus2

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αθλήματα, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 158 Σχόλια »

Ο τράγος και το κλήμα

Posted by sarant στο 26 Απρίλιος, 2015

Τις προάλλες, καθώς φυλλομετρούσα κάποια παλιά σώματα της Αυγής, κάτι ψάχνοντας, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο του Γιάνη Κορδάτου από το 1956, που διηγόταν ένα επεισόδιο από τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους -και ρίχνοντας μια ματιά, θυμήθηκα κάτι από τα δεύτερα φοιτητικά μου χρόνια: κι έτσι γεννήθηκε το σημερινό μας σημείωμα.

Το 1984, καθώς ετοιμαζόμουν να πάω φαντάρος, έδωσα κατατακτήριες και γράφτηκα στο πρώτο έτος της Αγγλικής Φιλολογίας, με βασικό σκοπό να παίρνω φοιτητικές άδειες. Τελικά, επειδή μου άρεσαν τα βιβλία που μας έδιναν και καθώς το βρήκα μάλλον εύκολο να περνάω τα μαθήματα (δεν είναι δύσκολο, αν είναι πεντέξι χρόνια μεγαλύτερος από τους άλλους κι αν ξέρεις καλά τη γλώσσα) τη σχολή την τελείωσα, και μάλιστα με άριστα, χωρίς να παρακολουθήσω ούτε μία ώρα παραδόσεις, μόνο πηγαίνοντας στις εξετάσεις. Ή μάλλον λέω ψέματα: δυο ή τρεις φορές πήγα στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, που το έκανε η Μαρία Μαντουβάλου, που την είχα διαβάσει και την εκτιμούσα.

Σε ένα από αυτά τα μαθήματα, η κουβέντα ήταν για τον Κοραή, και η καθηγήτρια πρόβαλε μια διαφάνεια ή έδειξε μια εικόνα (δεν θυμάμαι καλά) που παρουσίαζε έναν τράγο να τρώει ένα κλήμα, κι από κάτω είχε τη φράση:

Κἤν με φάγῃς ἐπὶ ῥίζαν͵ ὅμως ἔτι καρποφορήσω͵ ὅσσον ἐπισπεῖσαι σοί͵ τράγε͵ θυομένῳ

(Μπορεί το «όσον» να ήταν γραμμένο με ένα σίγμα, το δεύτερο μπαίνει για το μέτρο απ’ όσο ξέρω)

Η κ. Μαντουβάλου ρώτησε τι θα πει αυτό οπότε στην αίθουσα επικράτησε αμηχανία. Η μόνη δύσκολη λέξη είναι το «επισπείσαι», που είναι αόριστος του επισπένδω, και κοιτάζοντάς το εκείνη την ώρα μου ήρθε φώτιση ότι κάτι τέτοιο πρέπει να σημαίνει, και σήκωσα το χέρι και είπα πως το ρητό θα πει: κι αν με φας ως τη ρίζα, και πάλι θα βγάλω καρπό, για να γίνει η σπονδή, όταν θα σε θυσιάζουν τράγε. Στον συμβολισμό, ο τράγος είναι η Τουρκία και το κλήμα είναι η Ελλάδα. Αυτά έγιναν το 1986 ή το 1987.

Τις προάλλες λοιπόν, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο του Κορδάτου για ένα επεισόδιο του 1841, επί Όθωνα. Την εποχή εκείνη, το κράτος δεν ήθελε να γιορτάζεται με μεγάλη πομπή η 25η Μαρτίου, ίσως επειδή ήταν ακόμα ζωντανοί και αισθάνονταν αδικαίωτοι οι περισσότεροι αγωνιστές, οπότε πέρα από μια σεμνή τελετή στο Παλάτι δεν γινόταν άλλος γιορτασμός. Το 1841, μια ομάδα νέοι θέλησαν να γιορτάσουν πιο λαμπρά την επέτειο, κι έτσι οργάνωσαν μια γιορτή σε σπίτι, όπου, ανάμεσα στα άλλα, υπήρχε και η εικόνα του τράγου που τρώει το κλήμα και από κάτω η εξής έμμετρη λεζάντα σε στίχους του Θ. Ορφανίδη:

Κι αν με φάγης ως την ρίζαν, εγώ πάλιν θα βλαστήσω
και τους όσους θα με φάγουν, με ζωμόν μου θα ποτίσω.

(Για τον ποιητή και λαμπρό βοτανολόγο Θ. Ορφανίδη έχουμε ξαναγράψει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Φρασεολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 64 Σχόλια »

Ο χακεμένος Ισοκράτης διδάσκεται στο λύκειο;

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2015

Και σήμερα θα έχουμε επανάληψη άρθρου, αλλά και πάλι έχω δικαιολογία -αφενός ότι έχουν περάσει πολλά χρόνια από το παλιό άρθρο (που αφορά μια αρκετά γνωστή υπόθεση) και αφετέρου ότι πρόκειται για ένα μάλλον σοβαρό θέμα, την υιοθέτηση ενός μύθου από ένα σχολικό βιβλίο. Και μάλιστα όχι ενός οποιουδήποτε μύθου -θα έλεγα ότι πρόκειται για τον μύθο που έδρασε καταλυτικά για τη δημιουργία του ιστολογίου (να το λέγαμε αυτό ‘ιδρυτικό μύθο’; )

isocratΣυγκεκριμένα, στο βιβλίο «Πολιτική παιδεία» που διδάσκεται στην Α’ τάξη των Γενικών Λυκείων και των ΕΠΑΛ (πρέπει να είναι το μάθημα που λέγαμε ‘Αγωγή του Πολίτου’ τα παλιά χρόνια), και συγκεκριμένα στο Κεφάλαιο 7 και ειδικότερα στην Ενότητα 7.1 (σελ. 82) που έχει τίτλο «Το αξίωμα του πολίτη: ελεύθερος, υπεύθυνος και ενεργός πολίτης», υπάρχει ως συνοδευτικό κείμενο το εξής απόφθεγμα, που το βλέπετε και στην εικόνα αριστερά:

Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία.
(Ισοκράτης, Περί ειρήνης)

Ίσως το ρητό να το έχετε συναντήσει ξανά, είτε εδώ στο ιστολόγιο είτε στη μπλογκόσφαιρα. Μπορεί να το έχετε συναντήσει σε κάποιο από τα «γνωμικολόγια» που κυκλοφορούν είτε έντυπα είτε ηλεκτρονικά, σε συλλογές αποφθεγμάτων, συνήθως χωρίς τεκμηρίωση. Μπορεί να το έχετε δει σε αυτοσχέδιες αφίσες σε αίθουσες σχολείων ή σε στρατόπεδα -το βέβαιο πάντως είναι ότι αποκλείεται να το έχετε συναντήσει σε έργο του Ισοκράτη, είτε μεταφρασμένο είτε στο πρωτότυπο. Και αποκλείεται να το έχετε συναντήσει σε έργο του Ισοκράτη, διότι απλούστατα δεν το έγραψε ποτέ ο Ισοκράτης, το απόφθεγμα αυτό είναι χαλκευμένο ή, για να χρησιμοποιήσω μοντέρνα ορολογία, χακεμένο. Και «απόφευγμα» θα μπορούσαμε να το πούμε, όπως λέμε τα αποφθέγματα που αποδίδονται σε κάποιον που δεν τα είπε/έγραψε ποτέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Επαναλήψεις, Εκπαίδευση, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , | 155 Σχόλια »

Ο Κ. Γεωργουσόπουλος και ο Αμειψίας

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2014

Στην τακτική του στήλη στην Ελευθεροτυπία, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος έγραψε το Σάββατο που μας πέρασε το ακόλουθο άρθρο, που το μεταφέρω ολόκληρο μια κι είναι σύντομο.

Σαν τα μούτρα τους

Γνωρίζω τα επιχειρήματα, τα οποία μάλιστα τροφοδοτούν και τα περίφημα μηχανάκια που μετρούν τη θεαματικότητα των τηλεοπτικών εκπομπών. «Αυτά θέλει ο κόσμος»!

Αν πράγματι αυτά θέλει ο κόσμος, τότε πρέπει όσο γίνεται γρηγορότερα ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, ή μάλλον να κάνουμε το κοτέτσι, το γουρνοσταλιό, το μαντρί σπίτι ανθρώπινο.

Γιατί δεν υπάρχει καλύτερο μέτρο για να μετρήσεις την παιδεία ενός λαού από το να δεις και να εκτιμήσεις τα γούστα του, το περιεχόμενο των συγκινήσεών του και τη στάθμη των αξιών του μέσα από τα μέσα της μαζικής κουλτούρας. Και ναι μεν η κουλτούρα αυτή είναι μαζική, αλλά υπάρχουν μάζες και μάζες. Για σκεφτείτε ποιες μάζες και με τι γούστο βλέπανε και βραβεύανε Αισχύλο, Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και αργότερα Σαίξπηρ, Μολιέρο, Γκαίτε, Σίλλερ, Τσέχωφ, Γκόγκολ. Γιατί αν δεν τους βράβευαν αυτούς οι μάζες της εποχής τους δεν θα ξεπερνούσαν τα όρια της εποχής, να γίνουν αιώνια κτήματα.

Σήμερα η ρωσική καθημερινότητα -λέει η γλωσσολογία- και η αγγλική καθημερινότητα διαπιστώνει πως ο μέσος Ρώσος και ο μέσος Αγγλος χρησιμοποιούν στον καθημερινό τους λόγο φράσεις, εκφράσεις, λέξεις και «ρητά» του Γκόγκολ ή του Σαίξπηρ σε αναλογία 30 στα εκατό. Το ίδιο γινόταν και στην αρχαιότητα, το ίδιο όμως συνέβαινε και στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, που ο μέσος, αναλφάβητος σκλάβος χρησιμοποιούσε τη γλώσσα με τον παροιμιακό της χαρακτήρα, τον έρρυθμο και έμμετρο.

Ελάτε τώρα και δείτε και ακούστε τα «καθημερινάδικα», υποτίθεται το λαϊκό καθημερινό λόγο του μέσου Ελληνα, όπως τον εισπράττει και όπως τον μεταδίδει: βόθρος, άχυρα, πίτουρα, φύκια και μπουρμπουλήθρες. Ενας ηλίθιος εμετός, μια αερολογία βλακείας, χυδαιότητας, ματαιοδοξίας και φτήνιας. Αν πράγματι αυτά θέλει ο κόσμος και δεν κατευθύνουν στον κόσμο αυτόν τον οχετό μπουρδολογίας και σαχλολαγνείας, γιατί τότε να απορούμε για το τι ψηφίζει και ποιους αυτός ο λαός. Κατά το μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις!

Δεν διαβάζω ταχτικά τον Κ.Γ. κι έτσι δεν ξέρω τι προκάλεσε την οργή του, δηλαδή αγνοώ αν έχει προηγηθεί κι άλλο σημείωμα για το ίδιο θέμα. Ούτε και έχω κανέναν καημό να υπερασπιστώ την ποιότητα των πρωινάδικων και των μεσημεριανάδικων (αυτά θα είναι τα «καθημερινάδικα» που βρίζει ο Κ.Γ., όρος που αποτελεί πιθανώς ακόμα και πρωτολογισμό). O πρωτολογισμός δεν με ενοχλεί, ίσως και να μ’ αρέσει -με ενοχλεί όμως να διαβάζω τόσο κακογραμμένα κείμενα από ανθρώπους που μπορούν και πολύ καλύτερα. Και θέλω και να θέσω κι ένα ζήτημα για συζήτηση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Γενικά γλωσσικά, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Αποπουδοβαλία, το αρχαιοελληνικό ποδόσφαιρο

Posted by sarant στο 24 Ιουνίου, 2014

Σήμερα το βράδυ η ελληνική ομάδα δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα κόντρα στους Ιβοριανούς, οπότε το άρθρο μοιραία θα είναι ποδοσφαιρικό. Βέβαια, κι εδώ που έφθασε λίγο δεν είναι: τη στιγμή που η παγκόσμια πρωταθλήτρια Ισπανία έχει ήδη αποχωρήσει από τη διοργάνωση, τη στιγμή που η Αγγλία, το λίκνο του σύγχρονου ποδοσφαίρου, έχει αποκλειστεί, η Εθνική Ελλάδος εξακολουθεί να διατηρεί αμείωτες τις ελπίδες της για την κατάκτηση του κυπέλλου, ένα πρωτοφανές σαξές στόρι δηλαδή, εφάμιλλο με τις σελίδες δόξας που γράφει η κυβέρνησή μας στον στίβο της οικονομίας.

apopoduΟπότε, θα σας παρουσιάσω σήμερα τον αρχαίο πρόγονο του ποδοσφαίρου, το σπορ της «αποπουδοβαλίας», όπως τεκμηριώνεται στο έγκυρο αρχαιογνωστικό λεξικό Der Neue Pauly, την νέα έκδοση του κλασικού Pauly-Wissowa (Der neue Pauly. Enzyklopädie der Antike. Hg. v. Hubert Cancik. Stuttgart 1996ff. Bd. 1, Sp. 895).

Μεταφράζω πρόχειρα:
Αποπουδοβαλία: Αρχαίο άθλημα, πρόγονος του σημερινού ποδοσφαίρου. Αν και λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές, ήδη στα Γυμναστικά του Αχιλλέως Τακτικού υπάρχει αναφορά σε «άνδρες αποπουδοβαλόντες» στις αρχές του 4ου αι. πΧ στην Κόρινθο. Φαίνεται ότι το άθλημα έφτασε κατά την ύστερη ελληνιστική εποχή ως τη Ρώμη’ τουλάχιστον στο ψευδοκικερώνειο έργο Περί ανδρών επιφανών (3,2) γίνεται λόγος για επιφανείς αποπουδοβαλιστές. Τους δύο πρώτους αιώνες μΧ η αποπουδοβαλία φτάνει, χάρη στις ρωμαϊκές λεγεώνες, ως τη Βρετανία, απ’ όπου άρχισε να διαδίδεται εκ νέου τον 19ο αιώνα. Παρά την φανερά μεγάλη δημοτικότητά του, το άθλημα καταδικάστηκε από τους πρώτους χριστιανούς συγγραφείς (βλ. ιδίως Τερτυλλιανό Περί θεαμάτων 31 κ.ε.) Από τον 4ο αιώνα και μετά δεν υπάρχει καμιά μνεία για την αποπουδοβαλία -και ακολουθεί βιβλιογραφία σε ξένα συγγράμματα, ενώ το άρθρο το υπογράφει ο M.Mei., που είναι η σύντμηση του ονόματος του Mischa Meier, ενός έγκριτου Γερμανού κλασικιστή.

Είναι περίεργο ότι ενώ το σχετικό άρθρο έχει γραφτεί εδώ και δεκαοχτώ χρόνια, έμεινε στην αφάνεια, περιφρονημένο από την πολιτική και αθλητική ηγεσία του τόπου, αν και είναι αλήθεια ότι κάποιοι κλασικοί φιλόλογοι έγραψαν για το θέμα και στα ελληνικά. Φταίει επίσης το γεγονός ότι τότε δεν είχε μεγάλη παρουσία το Διαδίκτυο, που βοηθάει να διαδίδεται πλατιά και υπεύθυνα η πληροφόρηση για όλα τα θέματα που οι εχθροί του έθνους δεν θέλουν να μάθουμε, όπως τους ψεκασμούς, το υπερδημητριακό ζέα, τα εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής ή τον ηρωικό θάνατο του εύζωνα Κουκκίδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αρχαίοι, Μύθοι, Φάρσες | Με ετικέτα: , , | 225 Σχόλια »

Αστεία και γελοία – οι λέξεις του γέλιου

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2014

Σήμερα στις 6 το απόγευμα, στο πλαίσιο του Σεμιναρίου Σύγχρονης Ιστορίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Δήμου Κηφισιάς (Έπαυλη Δροσίνη, Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού, Κηφισιά) θα γίνει εκδήλωση με τίτλο “Δημήτρης Σαραντάκος – Στον απόηχο της αιολικής λογοτεχνικής σχολής“. Θα μιλήσουν: Βλάσης Αγτζίδης, Ντόρα Βακιρτζή, Στρατής Ζαφείρης, Στάθης Λιδωρίκης και εγώ.

Εν μέρει εξαιτίας της προετοιμασίας για την εκδήλωση, κι επειδή τις μέρες αυτές έχω πολλά τρεχάματα, σκεφτόμουν σήμερα να μην ανεβάσω άρθρο ή να βάλω μια επανάληψη. Ωστόσο, κάποιο από τα σχόλια του χτεσινού άρθρου με έκανε να κοιτάξω λίγο τα παλιά ηλεκιτάπια μου κι έτσι ανακάλυψα ένα παλιό άρθρο μου, γραμμένο πριν ανοίξω το ιστολόγιο και δημοσιευμένο στο περιοδικό «Φαινόμενο του Λουξεμβούργου», το οποίο δεν το έχω παρουσιάσει εδώ και το οποίο επιπλέον έχει κάποια σχέση με ένα από τα βιβλία του πατέρα μου.

Οι αρχαίοι το γέλιο το είχαν σε μεγάλη εκτίμηση, καθώς είχαν προσέξει πως μόνο ο άνθρωπος γελάει (το μόνον γελάν των ζώων άνθρωπον, λέει κάπου ο Αριστοτέλης) και είχαν αναδείξει το γέλιο σε ειδοποιό διαφορά των ζώων από τους ανθρώπους. Ακόμα και στη Σπάρτη, που τη θεωρούμε όχι άδικα αυστηρή και σκοτεινή πολιτεία, ο Λυκούργος, αν τουλάχιστον πιστέψουμε τον Πλούταρχο, είχε αφιερώσει ναό με αγαλματίδιο του Γέλωτα. Λένε μάλιστα πως οι πιο πλακατζήδες από τους αρχαίους μας προγόνους ήταν οι Τροιζήνιοι, που οι άλλοι Έλληνες τους έλεγαν φιλογέλωτες, γιατί δεν σταματούσαν να χωρατεύουν και να αστειεύονται ακόμα και την ώρα των συνελεύσεων της Εκκλησίας του Δήμου.  Και ναι μεν τα αστεία και τα πειράγματα προκαλούσαν άφθονα γέλια, εμπόδιζαν όμως την ομαλή λειτουργία των συνελεύσεων, με αποτέλεσμα να μη μπορούν να παίρνουν αποφάσεις στα σοβαρά ζητήματα. Τελικά καταφύγαν στο Μαντείο των Δελφών, μήπως ο Απόλλων τους βρει κάποια λύση. Σύμφωνα με το χρησμό που πήραν, για να θεραπευθούν έπρεπε να θυσιάσουν στον Ποσειδώνα έναν ταύρο, χωρίς όμως σε όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας και της θυσίας να γελάσει έστω και ένας από τους συμμετέχοντες.

Συμμορφώθηκαν με την εντολή του θεού αλλά καλού κακού κατά τη διάρκεια των προετοιμασιών της θυσίας έδιωξαν από το χώρο όλα τα παιδιά, μήπως με τις αναπόφευκτες σκανταλιές τους δώσουν αφορμή στους μεγάλους να γελάσουν. Έτσι και έγινε, αλλά την ώρα ακριβώς της θυσίας οι ιεροθύτες ανακάλυψαν έναν πιτσιρικά, που παρακολουθούσε κρυμμένος τη διαδικασία.

— Φύγε από δω μικρέ, του βάλαν τις φωνές
— Γιατί, φοβάστε μη σας φάω τον ταύρο;

απάντησε αυτός θαρρετά, προκαλώντας ακράτητα γέλια..

Όπως ήταν επόμενο η θυσία ματαιώθηκε, γιατί οι Τροιζήνιοι κατάλαβαν πως ο θεός ήθελε να τους δείξει ότι η περίπτωσή τους ήταν ανίατη (την ιστορία την έχω δανειστεί από το βιβλίο του πατέρα μου που έχει τίτλο «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους«).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αστεία, Αντιδάνεια, Δημήτρης Σαραντάκος, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 51 Σχόλια »

Δημοκήδης, όχι Δημοκίδης!

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2013

Κάτι άλλο είχα σκοπό να γράψω σήμερα, αλλά όταν πέφτει στην απόχη σου ένα τόσο θεϊκό μαργαριτάρι, και μάλιστα υπουργικό, αξίζει να αλλάξεις σχέδιο, πολύ περισσότερο που το εν λόγω μαργαριτάρι υπάρχει κίνδυνος να θεσμοποιηθεί, να γίνει δηλαδή θεσμική κι επίσημη κοτσάνα.

Αλλά να τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Χτες το πρωί, ο Υπουργός Υγείας (οΘντκ) Άδωνης Γεωργιάδης παρουσίασε, σε ανώτατα στελέχη του κλάδου της υγείας, το σχέδιο «Δημοκίδης» (τρεις οκάδες sic εδώ), το οποίο αφορά την κινητικότητα (διάβαζε: περικοπές θέσεων) στον τομέα της υγείας. Σήμερα, απ’ ό,τι είπε ο ίδιος σε συνέντευξη, πρόκειται να πραγματοποιηθεί ανάλογη σύσκεψη στη Θεσσαλονίκη.

demokΤο νέο αυτό σχέδιο το ανακοίνωσε ο ίδιος ο υπουργός (οΘντκ) από το Τουίτερ, στο τιτίβισμα που βλέπετε αριστερά, και που το μεταγράφω εδώ:

Τώρα. Πρωινή Σύσκεψη στο ΕΚΕΠΥ για την Λειτουργία Δομών Υγείας κατά την Κινητικότητα. Σχέδιο «Δημοκίδης» (ιατρός στην Αθήνα τον 6ο πΧ)

Το δυστύχημα είναι ότι δεν υπάρχει κανείς γιατρός με το όνομα Δημοκίδης στην ιστορία, είτε στην Αθήνα, είτε αλλού. Ο μόνος Δημοκίδης που υπάρχει είναι ο Άρης Δημοκίδης, συγγραφέας παιδικών κυρίως βιβλίων, που γράφει και στη Lifo (διατηρεί την τακτική στήλη Μικροπράγματα).

Γιατρός με περίπου τέτοιο όνομα υπήρξε στην αρχαιότητα, και μάλιστα ιατροφιλόσοφος, ονομαστός, ο καλύτερος γιατρός της εποχής του αν πιστέψουμε τον Ηρόδοτο, που τον αποκάλεσε «την τέχνην ασκέοντα άριστα των κατ’ εωυτόν» (αυτό το ασκέοντα είναι ασυναίρετο, ας πούμε πως είναι ‘ασκούντα’).

Μόνο που ο διακεκριμένος αυτός γιατρός δεν λεγόταν Δημοκίδης, όπως ο Άρης, αλλά Δημοκήδης, με ήτα και όχι με γιώτα. Θα μου πείτε, τόση σημασία έχει ένα ορθογραφικό λαθάκι, έστω κι αν το διαπράττει ένας υπουργός που δεν κουράζεται να διαλαλεί την υποτιθέμενη αρχαιομάθειά του;  Αξίζει ολόκληρο άρθρο για μια κοτσάνα, έστω και υπουργική;

Νομίζω ναι. Καταρχάς, πρόκειται για σχέδιο του κράτους, οπότε είναι ντροπή να το γράφουμε λάθος, μπορεί να το δει κανένας αρχαιομαθής αλλοδαπός και να μας κόψει τη δόση. Το κυριότερο, βρίσκω πως είναι πολύ ενδιαφέρουσα η αντίδραση του κ. υπουργού (οΘντκ) όταν του  επισημάνθηκε πως η λέξη είναι γραμμένη λάθος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Επικαιρότητα, Κοτσανολόγιο, Μαργαριτάρια | Με ετικέτα: , , | 208 Σχόλια »

Ο πολύπλαγκτος γιατρός Δημοκήδης

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2013

Τις Κυριακές βάζω φιλολογικά θέματα συνήθως. Σήμερα κάνω μια παρέκκλιση και βάζω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του πατέρα μου Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους, για τις περιπέτειες του αρχαίου ιατροφιλόσοφου Δημοκήδη. Ο λόγος που το ξεχώρισα είναι επειδή πριν από κάμποσο καιρό είχε παρουσιάσει το ίδιο κομμάτι (αν και σκαναρισμένο, οπότε δεν γκουγκλίζεται) ο συγγραφέας Άρης Δημοκίδης, στη στήλη του στη Lifo (που τη θεωρώ την καλύτερη της εφημερίδας), κι επειδή μας δίνει ένα παράδειγμα για το πώς διαμορφώθηκαν τα οικογενειακά μας ονόματα, τα επώνυμά μας. Προφανώς το επώνυμο Δημοκίδης κάποια σχέση θα έχει με τον αρχαίο Δημοκήδη, αλλά αν δεν ξέρεις την οικογενειακή ιστορία δεν μπορείς να συμπεράνεις με βεβαιότητα τη σχέση αυτή.

Όπως αφηγείται ο Άρης Δημοκίδης, το αρχικό επώνυμο των προγόνων του από τη μεριά του πατέρα του ήταν Πολυζωίδης (και είχαν συγγένεια με τον θαρραλέο δικαστή της δίκης του Κολοκοτρώνη). Επειδή όμως κάποιος πρόγονος ήταν επιφανής γιατρός, που μάλιστα έγινε και υπουργός στα μέσα του 19ου αιώνα, για να τον κολακέψουν τον παρομοίασαν με τον γιατρό Δημοκήδη της αρχαιότητας κι έτσι του κόλλησαν το παρατσούκλι Δημοκήδης, οπότε, είτε ο ίδιος είτε οι απόγονοί του το υιοθέτησαν για επώνυμο. Στην πορεία, η γραφή του άλλαξε σε Δημοκίδης, ώστε να μοιάζει περισσότερο με τα επώνυμα σε -ίδης κι έτσι χάθηκε η ετυμολογική διαφάνεια, διότι Δημοκήδης είναι αυτός που φροντίζει (κήδομαι) για τον λαό (δήμο), ενώ το Δημοκίδης μας κάνει να σκεφτόμαστε τους απογόνους κάποιου Δημοκ-.

Επειδή μου άρεσε η ιστορία, επειδή με κολάκεψε και μένα η αναφορά στο βιβλίο του πατέρα μου, κι επειδή τα επώνυμα και η ετυμολογία τους είναι θέμα που με απασχολεί, είπα να το παρουσιάσω σήμερα, αφού άφησα να περάσουν μερικοί μήνες από την πρώτη δημοσίευση στη Lifo. Όμως, για να μην έχετε παράπονο όσοι περιμένατε αμιγώς λογοτεχνική ύλη, στα Κείμενα μαζί του παλιού μου ιστότοπου ανέβασα μια συλλογή διηγημάτων του Ψυχάρη, Στον ίσκιο του πλάτανου, που την πληκτρολόγησε μερακλήδικα ο Γιάννης Π., ενώ άρχισα επίσης να ανεβάζω, σε συνέχειες, τον Λεωνή του Θεοτοκά, χάρη στην προσφορά του Χρήστου Κ. (προς το παρόν υπάρχουν τα δυο πρώτα κεφάλαια).

Λοιπόν, από το βιβλίο Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους, του Δημήτρη Σαραντάκου, παραθέτω το κεφάλαιο για τον Δημοκήδη, τον πολύπλαγκτο, τον πολυπλάνητο δηλαδή, γιατρό Δημοκήδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Δημήτρης Σαραντάκος, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , | 186 Σχόλια »

Ο Δημόκριτος κι ο αραμπάς (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Οκτώβριος, 2012

Για τη σημερινή επίσκεψη δεν θέλω να γράψω, και ευτυχώς η ρουτίνα του ιστολογίου (σήμερα είναι μέρα που βάζω κομμάτια από το βιβλίο του πατέρα μου) με απαλλάσσει από την όποια υποχρέωση. Πάντως, αν θέλετε να δείτε ορισμένα λεξιλογικά του θέματος, έχω ένα παλιό άρθρο.

Tο σημερινό είναι το δέκατο ένατο απόσπασμα από τα “Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια”, το ανέκδοτο αυτοβιογραφικό πεζογράφημα του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Δημοσιεύτηκε την Παρασκευή που μας πέρασε στο Εμπρός της Μυτιλήνης, την εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν για πολλά χρόνια ο πατέρας μου. Το προηγούμενο απόσπασμα μπορείτε να το βρείτε εδώ. Επειδή έχω παραλείψει μερικά ενδιάμεσα, να πω ότι βρισκόμαστε στο σημείο που ο Νίκος Σαραντάκος (ο παππούς μου) παίρνει εντολή από την Οργάνωση να φύγει στην Αγία Παρασκευή, στο ελεύθερο κομμάτι του νησιού, για να αποφύγει τη σύλληψη. Οπότε, πατέρας και γιος ξεκινάνε, φυσικά με τα πόδια. Πάντοτε καλοκαίρι του 1944.

Όταν μας ειδοποίησε η Οργάνωση, ήμασταν κιόλας έτοιμοι. Η μητέρα μου μας είχε βάλει σ’ ένα είδος σάκου δυο αλλαξιές ασπρόρουχα, ένα παγούρι με νερό και μια καστάνια με λίγο φαΐ. Έτσι, και ελαφροί θα ήμαστε και δε θα κινούσαμε τις υποψίες της γειτονιάς, όπως αν ξεκινούσαμε με βαλίτσα. Ξέραμε πως πίσω από τις μισόκλειστες γρίλιες δεκάδες μάτια παρακολουθούσαν άγρυπνα κάθε κίνηση στο δρομάκο μας.

Ξεκινήσαμε ένα ζεστό σούρουπο του Ιούνη και τραβήξαμε από παράδρομους στη Λαγκάδα, στην έξοδο της πόλης. Όταν φτάσαμε εκεί, είχε πάει εννέα και είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Η κυκλοφορία το καλοκαίρι απαγορευόταν από τις 11 τη νύχτα ως τις 7 το πρωί. Είχαμε λοιπόν καιρό να απομακρυνθούμε από την πόλη.

Αφήσαμε πίσω τις Φυλακές και τα Νταμάρια κι ανηφορίσαμε. Στο διάσελο πιάσαμε να κατηφορίζουμε, προς τον Κόλπο. Σε μισή ώρα περπατούσαμε σχεδόν δίπλα στη θάλασσα, από την οποία μάς χώριζαν λίγα χωράφια. Δεν την βλέπαμε, αλλά ακούγαμε τον αδιάκοπο ρόχθο της. Είχε πια σκοτεινιάσει για καλά, και στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας ξεχώριζε αμυδρά η αχνή ασπράδα της δημοσιάς. Δεν υπήρχε φεγγάρι, αλλά μια εκπληκτική αστροφεγγιά. Στην πόλη δεν έβλεπα τα άστρα τόσο καθαρά όσο εδώ. Ήταν απίστευτο πόσο πολλά ήταν. Το νυχτερινό ουρανό τον διέτρεχε λοξά, με κατεύθυνση από βορρά προς νότο, ένα φωτεινό ποτάμι: ο Γαλαξίας.

«Ο Δημόκριτος ήταν ο πρώτος που κατανόησε τη φύση του Γαλαξία», μου λέει ο πατέρας μου όταν είδε να κοιτάζω τον έναστρο ουρανό.

Παρατήρησα πως τώρα που βρισκόμασταν έξω από τα έσχατα όρια της ζώνης στην οποία τη νύχτα κυκλοφορούσαν περίπολα της χωροφυλακής ή των Γερμανών, είχε πάψει να είναι σφιγμένος και σιωπηλός.

«Σύγκειται εκ πλήθους αστέρων συμφωτιζομένων διά την απόστασιν», απάγγειλε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαίοι, Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 48 Σχόλια »

Στο σχολείο με το σκουλαρίκι

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2012

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία σε όλη τη χώρα, μια και στη χώρα μας, τουλάχιστον τα τελευταία (κάμποσα) χρόνια η ημερομηνία έναρξης της σχολικής χρονιάς δεν είναι κυμαινόμενη όπως αλλού (π.χ. η πρώτη Τρίτη του Σεπτεμβρίου) αλλά σταθερή, εκτός βέβαια αν πέφτει Σαββατοκύριακο -ακόμα κι όταν τυχαίνει η 11 Σεπτεμβρίου να πέφτει Παρασκευή. Φέτος δεν είναι υπουργός εκείνη η ανεκδιήγητη Διαμαντοπούλου κι έτσι τα παιδιά έχουν ελπίδα να βρουν μερικά βιβλία στα σχολεία. Βέβαια, με το που ανοίγουν τα σχολεία θα κλείσουν πάλι, καθώς οι εκπαιδευτικοί έχουν απεργία την Τετάρτη, αλλά είτε με μπουνάτσα είτε με φουρτούνα η σχολική χρονιά θα αρχίσει. Κάποια πρωτάκια θα πάνε για πρώτη φορά σχολείο αύριο, είτε στο δημοτικό είτε στο γυμνάσιο, τα δικά μου τα κορίτσια κοντεύουν πια να γίνουν παλαίμαχες αλλά όσο και να πεις με το που ξεκινάει κάθε σχολική χρονιά, κι ας μην είναι οι πρώτοι, μερικοί χαζογονείς βουρκώνουν.

Εμείς εδώ όμως δεν βουρκώνουμε, λεξιλογούμε -κι έτσι σήμερα θα δούμε ακριβώς τη λέξη «σχολείο» και τις παραφυάδες της. Ομολογώ βέβαια ότι αντλώ υλικό από ένα παλιό μου άρθρο, που είχε δημοσιευτεί στη στήλη μου στην κυριακάτικη Αυγή (ήταν μάλιστα το παρθενικό μου άρθρο πριν από τέσσερα χρόνια) και μετά στο βιβλίο μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία«, αλλά περιέργως δεν έχει δημοσιευτεί στο ιστολόγιο.

Το σχολείο είναι λέξη ελληνιστική, με τη σημασία «διδασκαλείο». Παράγεται, φυσικά, από τη «σχολή», αλλά η σημασία αυτής της λέξης πολύ απείχε από τη σημερινή. Πράγματι, στα αρχαία ελληνικά η λέξη σχολή σήμαινε αρχικά την ανάπαυση, την απραξία, τον ελεύθερο χρόνο, ενώ η ασχολία σήμαινε ακριβώς την απουσία αργίας, ελεύθερου χρόνου. Η αρχαία σημασία επιβιώνει και σήμερα, ως σχόλη ή σκόλη (Κυριακή γιορτή και σκόλη να ’ταν η βδομάδα όλη, τραγουδούσε η Αλίκη), αλλά και στο σχόλασμα των μαθητών ή των εργαζομένων. Ο τόνος έχει ανέβει στη σημερινή χρήση, για να αποφεύγεται η σύγχυση της σχόλης με τη σχολή που σήμερα σημαίνει άλλο πράγμα –αυτό το λέμε προφύλαξη.

Λοιπόν, όταν ο Αθηναίος της εποχής του Περικλή έλεγε «σχολήν άγω» αυτό σήμαινε ότι καθόταν αραχτός και ήρεμος· και επειδή μόνο ο απαλλαγμένος από τις σκληρές βιοποριστικές ασχολίες μπορούσε να αφιερώνει χρόνο στη χαλαρή συζήτηση με άλλους και στην πνευματική του καλλιέργεια, σιγά-σιγά η λ. σχολή παίρνει τη σημασία «σπουδή, φιλοσοφική συζήτηση» και αργότερα, στην ελληνιστική εποχή, φτάνει να σημαίνει και το μέρος, το ίδρυμα όπου σπουδάζει κανείς και αποκτά γνώσεις.

Από τη σχολή προέρχεται και το λατινικό δάνειο schola, που είναι η αρχή όλων των σημερινών school, école, scuola και των άλλων λέξεων σχεδόν όλων των ευρωπαϊκών γλωσσών που σημαίνουν «σχολείο». (Στα τούρκικα, ο Κεμάλ όταν έκανε τη μεγάλη του μεταρρύθμιση αντικατάστησε την αραβική λέξη μεκτέπ με την παλαιοτουρκική οκούλ, που τη διάλεξαν επειδή θύμιζε λίγο και το γαλλικό εκόλ). Να πούμε εδώ ότι στα αγγλικά πέρα από το school = σχολείο υπάρχει και μια ομόγραφη λέξη, school = κοπάδι ψαριών, με διαφορετική προέλευση όμως. Μακάρι να το ήξερε αυτό ο ποιητής που σε μια προβεβλημένη μεταγλώττιση (τον καιρό της γκλαμουριάς) έγραψε για «ένα σχολείο κόκκινων ψαριών».

Αφού διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη, η λέξη «σχολείο» επέστρεψε στη γλώσσα μας κι έδωσε έναν παράδοξο απόγονο. Βλέπετε, το λατινικό schola απέκτησε επίσης τη σημασία του παλατιανού τάγματος· και στο Βυζάντιο, το οποίο για αρκετόν καιρό είχε κρατική γλώσσα τα λατινικά, ενώ στη συνέχεια είχε θεσμική ορολογία με πάρα πολλούς λατινισμούς, οι φρουροί του τάγματος αυτού ήταν οι σχολάριοι, δάνειο από το λατινικό scholaris (επομένως, η λέξη σχολάριος είναι αντιδάνειο). Αυτοί οι σχολάριοι, όπως μαθαίνουμε από το λεξικό Σούδα, ήταν παλατιανοί φρουροί που τους διάλεγαν κατ’ εξοχήν από τους Αρμενίους, και που το δημόσιο τους μισθοδοτούσε πάντοτε καλύτερα από τους άλλους στρατιώτες, ένα είδος επίλεκτου τάγματος δηλαδή.

Οι σχολάριοι αυτοί στις παρελάσεις και τις τελετές φορούσαν στα αυτιά τους ενώτια, όπως ήταν η ονομασία του συγκεκριμένου στολιδιού τότε. Αυτά τα σκουλαρίκια, που θα ήταν υποθέτω εντυπωσιακά, ονομάστηκαν λοιπόν σχολαρικά ενώτια, και επειδή είναι πολύ συχνό φαινόμενο να μαραίνεται και να πέφτει το ουσιαστικό και να ουσιαστικοποιείται το επίθετο (πρβλ. νεαρόν ύδωρ > νερό και άλλα πολλά) τελικά έμεινε σκέτο το σχολαρίκιον, που σιγά σιγά έγινε σκολαρίκιον και σκολαρίκινκαι σκουλαρίκι. Οπότε όταν σήμερα βλέπουμε σκουλαρίκια και στους άντρες, πριν το θεωρήσουμε αταίριαστο, να σκεφτούμε πως στην απαρχή της λέξης βρίσκονται οι επίλεκτοι παλατιανοί φρουροί, οι σχολάριοι, ασφαλώς διαλεχτοί λεβέντες όλοι τους.

Στο αρχικό άρθρο μου, που το είχα γράψει το 2008, είχα σχολιάσει μιαν ετυμολογικίστικη κουτοπονηριά του Άδωνη Γεωργιάδη (τότε ήταν στο Λάος) ο οποίος είχε πει, περίπου, τα εξής: η λέξη σχολείο «που χαρίσαμε σε όλες τις γλώσσες της γης, κατά κυριολεξία σημαίνει τον χώρο που περνάμε τη σχόλη μας … δηλαδή στο σχολείο πάμε για να ευχαριστηθούμε στον ελεύθερό μας χρόνο» –συγκρίνετέ το αυτό, συνέχιζε, «με την εικόνα των έξαλλων παιδιών που αναλώνονται σε καταλήψεις … και θα καταλάβετε σε πόσο λανθασμένο δρόμο βρισκόμαστε».

Απαντώντας σε αυτή τη σοφιστεία, είχα παρατηρήσει αφενός ότι η λέξη σχολείον είναι μεταγενέστερη, ελληνιστική, και μάλλον σπάνια, και ότι τα παιδιά των αρχαίων προγόνων μας την εποχή του Περικλή είχαν δάσκαλο τον παιδαγωγό ή πήγαιναν σε διδασκαλείον (ο αριστοφανικός Στρεψιάδης μάλιστα στο φροντιστήριον του Σωκράτη), πάντως όχι σε σχολείον ούτε καν σε σχολή, πράγμα που δεν τους εμπόδισε να κάνουν το χρυσόν αιώνα -και που φανερώνει τη λαθροχειρία του κ. Άδωνη, διότι βέβαια η χρήση της λέξης σχολείο γενικεύτηκε όταν είχε πια χαθεί η ετυμολογική διαφάνειά της. Και αφετέρου, είχα θελήσει να απαντήσω στον κ. Άδωνη με τα όπλα του, την ετυμολογία: η μετεξέλιξη του ρήματος παιδεύω από τη σημασία «εκπαιδεύω» στη σημασία «βασανίζω» οφείλεται ακριβώς στο ότι οι μαθητές εκλάμβαναν τη φοίτηση στο σχολείο σαν βασανιστήριο· σε καμιά εποχή δεν πήγαιναν οι νέοι με χαρά στο σχολείο «για να περάσουν τον ελεύθερο χρόνο τους», παρά μόνο στην φαντασία του κ. Άδωνη.

Αν βγαίνει κάποιο συμπέρασμα από τη μελέτη της ετυμολογίας, αυτό είναι πως οι αρχαίοι όριζαν σαν πρωτογενή έννοια το να έχεις ελεύθερο χρόνο και να μην κάνεις τίποτα, τη σχόλη· και σαν δευτερογενή έννοια, άρνηση της πρωτογενούς, την α-σχολία, το να έχεις δουλειά (ίδιας ρίζας με τη δουλεία άλλωστε, κάτι που ίσως μας απασχολήσει σε επόμενο σημείωμα). Αλλά προς το παρόν, καλή σχολική χρονιά στα παιδιά, παρ’ όλες τις δυσκολίες!

 

Posted in Αρχαίοι, Βυζάντιο, Ετυμολογικά, Εκπαίδευση, Ιστορίες λέξεων | 156 Σχόλια »