Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Βάρναλης’ Category

Υποθήκες για το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη)

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2020

Καθώς έχουμε χαλαρώσει τους περιορισμούς έχουν πια ανοίξει εστιατόρια και ταβέρνες, που τα τιμήσαμε στο ιστολόγιο με το άρθρο της περασμένης Δευτέρας. Συνεχίζουμε λοιπόν σήμερα στο ίδιο κλίμα. Για κυριακάτικο λογοτεχνικό ανάγνωσμα σάς προτείνω δυο χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, δημοσιευμένα στην περίοδο της Κατοχής, που τώρα τα συμπεριέλαβα στον τόμο «Συμποσιακά», και είναι κατεξοχήν συμποσιακά, αφού ο Βάρναλης παρουσιάζει δυο αντικρουόμενες απόψεις για το πώς πρέπει να πίνει κανείς κρασί.

Παραξενεύεται κανείς λίγο όταν διαπιστώνει ότι στην πιο βαθιά στιγμή της Κατοχής, τον Σεπτέμβρη του 1942, θα μπορούσαν οι υπόδουλοι να προβληματίζονται για την καλύτερη οργάνωση των κρασοκατανύξεων -αλλά ο πεινασμένος παρηγοριέται καρβέλια ονειρεύοντας (σικ, ρε).

Το πρώτο χρονογράφημα (Πρωία, 17 Σεπτεμβρίου 1942)

Υποθήκαι

—Το να πιεις ένα καλό κρασί δεν είναι απλή δουλειά. Πρέπει πρώτα να «ανακαλύψεις» το κρασί. Και για να το ανακαλύψεις δεν αρκεί να είσαι μονάχα μερακλής, που δεν μπορείς να υποφέρεις τα «δεύτερα» πράματα παρά και να μη λυπάσαι τους κόπους. Ρωτώντας πας στην Πόλη, κρασί όμως δεν βρίσκεις. Οι περισσότεροι δεν το μολογάνε, για να μην τελειώσει ή γιατί ο κάπελας δε θέλει πελατεία. Θα βάλεις αυτί στην διπλανή παρέα των κρασοπατέρων στο καφενείο και είναι αδύνατο κάποιος απ’ αυτούς σε μια στιγμή να μη φέρει τη κουβέντα στο ενδιαφέρο θέμα. Απ’ αυτούς θ’ ακούσεις πού πηγαίνουν τα βράδια ή αν δεν τ’ ακούσεις, θα τους παρακολουθήσεις μόλις σηκωθούν. Ή θα ιδείς πρωί πρωί τον μπάρμπα-Σκουρά να κατεβαίνει τρεκλίζοντας τα σκαλιά της οδού Πλουτάρχου (από τα ύψη του Λυκαβηττού): «πού τα έπινε»; Απάνω στο μεθύσι του θα σου πει την αλήθεια (από τρελό κι από μεθυσμένο μαθαίνεις την αλήθεια).

Αλλ’ άμα το βρεις, δεν τελείωσε η υπόθεσις. Πρέπει να ξέρεις και πώς θα το πιεις. Πολλά προβλήματα υπάρχουν προς λύσιν, που οι ατζαμήδες του ποτηριού δεν τα υποψιαστήκανε ποτές. Μακάριοι άνθρωποι! Είναι τα προβλήματα του μεζέ, της ώρας και της παρέας.

Πολλές πλάνες επικρατούν και σ’ αυτόν τον τομέα της ανθρώπινης γνώσης. Οι πλάνες είναι γενικά αμέτρητες—και τις πιστεύουν όλοι από γενιά σε γενιά. Οι αλήθειες είναι λίγες —και λίγοι τις ξέρουν. Η επιστήμη λέει, πως καμιά τροφή κατ’ αρχήν δε βλάπτει. Βλάπτει ο συνδυασμός των τροφών. Με ποια λοιπόν τροφή θα συνδυάσεις το κρασί; Πολλοί νομίζουν πως ο μεζές πρέπει να είναι αρμυρός, για να προκαλεί δίψα: σαρδέλες, ρέγγες! Μα τη δίψα πρέπει να την έχεις από πριν. Και δεν είσαι ποτέ διψασμένος για κρασί, αν δεν πεινάς αβάσταγα. Η πρώτη λοιπόν προπαρασκευή για τον αγώνα του ποτηριού είναι να δημιουργήσεις πείνα. Είτε να δουλέψεις πολύ στο ύπαιθρο είτε ν’ ανεβείς στο βουνό, είτε να κολυμπήσεις πρωί στη θάλασσα. Και να μη βάλεις τίποτα στο στόμα σου. Όποιος από την παρέα σου τρώγει σταφύλια ή παξιμάδι ή πασατέμπο πριν κάτσει στο τραπέζι, είναι απόβλητος. Αυτός δε θα έχει όρεξη και θα σκοτώσει με την ακεφιά του το ζήλο των αλλωνών. Λοιπόν ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα. Σούπα ρωμαλέα είτε μοσκαριού είτε γαλοπούλας είτε ψαριού, πηχτή πηχτή με μπόλικη ντομάτα και μανέστρα ή πατσάς. «Μετά τη σούπα κούπου»(*) λέει ο λαός. Ύστερα από τη σούπα έρχονται στην πρώτη γραμμή οι σκάρες, ύστερα οι γκιουβετσάδες και τελευταία τα τηγάνια —όχι συκωτάκια ή σουπιές. Δεν τα έχεις όλα αυτά; Θα αρκεσθείς στα κριθαρένια παξιμάδια, στα στραγάλια και στο τυρί. Όχι ωμές σαλάτες ή μαγιονέζες ή σκορδαλιές —δεν συνδυάζονται με το κρασί και με την μπίρα. Χαλούνε το στομάχι.

Άλλο πρόβλημα είναι της ώρας. Κι εδώ κυριαρχεί η πλάνη, πως οι καλύτερες ώρες για κρασί είναι οι βραδινές. Όχι. Είναι οι μεσημεριανές. Ο οργανισμός πρέπει να είναι ξεκούραστος, να μην έχει προηγηθεί άλλο γεύμα εντός της ημέρας. Έτσι η όρεξη για φαγί είναι μεγαλύτερη, άρα και η όρεξη για κρασί μεγαλύτερη. Καλύτερα να πίνεις από το μεσημέρι ως το βράδυ παρά από το βράδυ ως το πρωί. Στην πρώτη περίπτωση η ζωτικότητα του ανθρώπου όλο και μεγαλώνει, στη δεύτερη όλο κι ελαττώνεται.

Το τρίτο πρόβλημα είναι της παρέας. Κρασί χωρίς παρέα δεν έχει γούστο. Και γι’ αυτό δεν έχει διάρκεια. Αλλά ποια είναι η καλύτερη παρέα; Οι φίλοι —λέει η πλάνη. Μα φίλοι δεν υπάρχουν. Κι απάνου στο κρασί δείχνουν όλοι τα κρυμμένα τους πάθη ο ένας εναντίον του άλλου. Οι λεγόμενες «παρεξηγήσεις» είναι απλώς απότομες εκδηλώσεις παλιών μυχίων αντιπαθειών. Ούτε οι φιλενάδες κάνουνε για παρέα. Δεν ξέρουν να πίνουν, κουράζονται γρήγορα και σε απασχολούν από το κύριο θέμα. Την καλύτερη παρέα την κάνουν οι άγνωστοι άνθρωποι του λαού που τους βρίσκεις στην ταβέρνα, κάθεσαι στο διπλανό τραπέζι κι από κουβέντα σε κουβέντα σε καλούνε να κάτσεις στο τραπέζι τους. Δεν τους ξέρεις, δε σε ξέρουν—αυτό είναι το μέγα «άλλοθι». Κι αυτό ζητάς, όταν πηγαίνεις να πιεις: να λησμονήσεις και να λησμονηθείς!

Σημείωσέ τα αυτά γιατί δε θέλω άμα πεθάνω, να περπατάει η ανθρωπότητα στο σκότος!

(*) Έτσι είναι τυπωμένο. Πιθανώς τυπογραφικό λάθος αντί για “κούπα”.

Πέντε μέρες αργότερα, στις 22 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύτηκε το δεύτερο χρονογράφημα, που είναι βασισμένο κυρίως στην επιστολή αναγνώστη, ο οποίος διαφωνεί με τον «υποθηκοφύλακα» του πρώτου χρονογραφήματος.

«Ένας που πίνει»

Η ένωση κάνει τη δύναμη, μα η διαίρεση αποδεικνύει τη ζωτικότητα της δυνάμεως. Όσο περισσότερες «αιρέσεις» παρουσιάζονται σ’ ένα κίνημα (δογματικό, επιστημονικό, κοινωνικό), τόσο σπουδαιότερη και γενικότερη η σημασία του και τόσο πιο επίκαιρη η γέννησή του.

Ένα τέτοιο ζήτημα είναι και του κρασιού. Όχι γιατί τώρα είναι η εποχή, που πατιούνται τα σταφύλια και βαρελιάζονται οι μούστοι. Αυτό είναι απλό επεισόδιο στην όλην υπόθεση. Το κρασί είναι επίκαιρο και ζωτικότατο εδώ κι αμέτρητους αιώνες, από τότε που ο άνθρωπος εστάθηκε κάπου κι οργάνωσε την πρώτη αγροτική κοινωνία.

Λοιπόν. Αμέτρητους αιώνες πίνει ο άνθρωπος το αίμα του αμπελιού, για να «ευφρανθεί η καρδία του» —όπως εντέλλεται η Γραφή. Αλλά ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος για να ευφρανθεί; Δεν πρέπει να ξεχνούμε και την κοινωνική πλευρά του ζητήματος. Κάθε εποχή «ευφραίνεται» με το δικό της τρόπο. Θα μπορούσε κανείς να γράψει την ιστορία των λαών γράφοντας την ιστορία της κρασοποσίας των. Αλλά και κάθε άτομο «ευφραίνεται» με το δικό του τρόπο. Αλλά πάντα μέσα στα πλαίσια της ομαδικής «συνήθειας».

Λοιπόν. Ένας που πιστεύει πως ξέρει να πίνει, ή μάλλον που χαριτολογεί απάνου σ’ αυτό το θέμα, μας έδωσε τις «υποθήκες» του πριν από λίγες μέρες σ’ αυτήν τη στήλη για το ποιος είναι ο καλύτερος μεζές, η καλύτερη ώρα κι η καλύτερη παρέα για το κρασί. Και μας είπε πως ο καλύτερος μεζές είναι η σούπα· οι καλύτερες ώρες το μεσημέρι (ως το βράδυ) κι η καλύτερη παρέα οι απλοί άνθρωποι του λαού, που κατά τύχην σε προσκαλούν να καθίσεις στο τραπέζι τους, άγνωστος μεταξύ αγνώστων.

Αλλά κάποιος αναγνώστης, που υπογράφεται «ένας που πίνει», δεν συμφωνεί μ’ αυτές τις «υποθήκες» του χαριτολόγου φίλου μας. Είναι οπαδός της κλασικής παράδοσης και δε φαίνεται να έχει αντιρρήσεις απλώς «για να γίνεται κουβέντα», παρά γιατί έχει και πείρα και γνώση του ζητήματος. Είμαστε υποχρεωμένοι να φιλοξενήσουμε τις γνώμες του —κι ας κάνει καλά μαζί του ο «υποθηκοφύλαξ» των νέων ιδεών.

«Ούτε με σαρδέλες, ούτε με ρέγγες πίνεται το κρασί. Ούτε και με σούπα και νερά. Η σούπα τρώγεται μετά το γλέντι και μάλιστα τα ξημερώματα της άλλης μέρας, όταν σφάζεται ο κόκορας και μπαίνει στο τέντζερη. Και τότε τρώγεται με λίγο κρασάκι μονάχα.

Βέβαια στην πρώτη γραμμή έρχονται οι σκάρες —όχι ψάρι, γιατί το κρασί δεν πίνεται με ψάρι— παρά με κρέας: παϊδάκια, μπριζόλα χοιρινή με μπόλικο λεμόνι ή βραστό χωρίς ζουμί.

Το γκιουβέτσι δεν είναι μεζές, αλλά φαγί. Το γκιουβέτσι είναι καλό για μεγάλη παρέα. Αλλ’ η μεγάλη παρέα είναι εχθρός του κρασιού. Ένας, που θέλει να πιει σε ταβέρνα, ποτές δεν πάει με περισσότερους από τρεις.

Επίσης έχετε λάθος, πως οι ωμές σαλάτες κι η σκορδαλιά δεν συνδυάζονται με το κρασί. Γιατί ειδικά το σκόρδο, είναι ωραίος μεζές.

Όσον αφορά για την ώρα, νομίζω πως οι καλύτερες ώρες είναι οι βραδινές. Γιατί το βράδυ ο άνθρωπος είναι κουρασμένος από τις δουλειές της ημέρας και ζητάει ξεκούραση στην ταβέρνα.

Έχω επίσης τη γνώμη, πως το κρασί πρέπει να το πίνεις μόνος όταν ξέρεις να κάνεις παρέα  με τον εαυτό σου. Τότε όλες οι ώρες είναι καλές κι όλοι οι μεζέδες περίφημοι…»

Δεν πιστεύω να έχει σπουδαίες αντιρρήσεις σ’ όλα αυτά ο «υποθηκοφύλαξ των νέων ιδεών». Για έναν που έχει κέφι και σεκλέτια, όλες οι ώρες κι όλοι οι μεζέδες είναι καλοί —και μάλιστα όταν δεν βρίσκει κι εκείνο κι αυτούς όποτε και όπως τα θέλει. Ο «υποθηκοφύλαξ» μίλησε για τους καλύτερους όρους να πίνουν κρασί οι «αριστοθήραι», οι μερακλήδες κι όχι απλώς να το πίνουν, παρά να το γλεντάνε.

Απ’ όλες τις γνώμες του επιστολογράφου μας η τελευταία του είναι η πιο αξιοσημείωτη: πως την καλύτερη παρέα την κάνει ο εαυτός μας. «Ο ένας που πίνει» είναι άνθρωπος «που πίνει ένας» δηλαδή μοναχός του. Κι ο ένας είναι ο «δυνατός», που λέει ο Ίψεν ο ατομικιστής. Είναι δυνατός όμως όχι γιατί είναι ένας, παρά γιατί μπορεί να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Ένας τέτοιος άνθρωπος δε φοβάται τίποτε και δεν πελαγώνει ποτέ. Αλλά πόσοι είναι οι τέτοιοι; Οι περισσότεροι πίνουν για να ξεχάσουν και να ξεχαστούν. Είναι άρα οι άνθρωποι που δεν τα έχουν καλά με τον εαυτό τους. Αυτοί ξεχνούνε και ξεχνιούνται μονάχα με παρέα αγνώστων· και κάθε φορά σε άλλη ταβέρνα, με άλλους αγνώστους.

Δεν ξέρουμε αν ο πρώτος βαρελόφρων εκφράζει την άποψη του Βάρναλη ή αν ο Βάρναλης είναι απλός διαιτητής ανάμεσα στους δύο, όπως φαίνεται στο δεύτερο χρονογράφημα. Πάντως ο Βάρναλης το τιμούσε δεόντως το κρασί!

 

Posted in Βάρναλης, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »

Όταν μας επιτέθηκαν οι Γερμανοί (ένα χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2020

Σαν εχτές, στις 6 Απριλίου 1941, η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην Ελλάδα, που ήδη έδινε, από τις 28 Οκτωβρίου άνισο αλλά πετυχημένο αγώνα κατά της φασιστικής Ιταλίας. Στις 27 Απριλίου, ο αγκυλωτός σταυρός κυμάτιζε πάνω στην Ακρόπολη.

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη, που δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 8 Απριλίου 1941, το πρώτο που γράφτηκε μετά τη γερμανική επίθεση (το φύλλο της 7.4.41 ήταν όλο πιασμένο από ειδήσεις πολεμικές και δεν είχε χρονογράφημα).

Ο Βάρναλης δημοσίευε καθημερινά χρονογράφημα στην Πρωία το οποίο, φυσικά, μετά την 28η Οκτωβρίου 1940 ήταν μονοθεματικά αφιερωμένο στην πολεμική προσπάθεια. Κάτι που ξεχωρίζει τα χρονογραφήματα αυτά του Βάρναλη από τα κείμενα πολλών συναδέλφων του ήταν ότι δεν επέκρινε γενικώς τους Ιταλούς και τον Μουσολίνι, αλλά τον ιταλικό φασισμό. Κι άλλοι έκαναν αυτή τη διάκριση κι έτσι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1940 πολλοί, αριστεροί κυρίως, επιφυλλιδογράφοι και δημοσιογράφοι κλήθηκαν στην Ασφάλεια για συστάσεις (έχουμε γράψει για το περιστατικό αυτό).

Δεν ξέρω αν ασκήθηκαν πιέσεις και στη διεύθυνση της Πρωίας, πάντως από τις 11 Ιανουαρίου 1941 ο Βάρναλης, αντί για χρονογράφημα, άρχισε να γράφει στην Πρωία μια σειρά από ιστορικές επιφυλλίδες με τίτλο «Από τις σκοτεινές σελίδες της Ρώμης» όπου περιέγραφε με μελανά χρώματα διάφορα περιστατικά της ρωμαϊκής ιστορίας.

Ωστόσο, μόλις άρχισε η γερμανική επίθεση, ο ποιητής διέκοψε τις επιφυλλίδες και ξανάρχισε το χρονογράφημα, με πρώτο αυτό που θα δούμε τώρα.

Η γελοιογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι από τη Daily Mirror. Τη δανείστηκα από τον τοίχο του συγγραφέα Γιώργου Αλεξάτου, όπου έγινε και μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τον μύθο που κάποιοι προωθούν ότι, τάχα, οι Έλληνες κομμουνιστές και αριστεροί κράτησαν παθητική στάση στη γερμανική επίθεση λόγω του συμφώνου Ρίμπεντροπ-Μολότοφ. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Πρόχειρο τεκμήριο, που το εισέφερε στην ίδια συζήτηση ο ιστορικός Νίκος Χατζηδημητράκος, το άρθρο του Μιλτιάδη Πορφυρογένη, ανώτατου στελέχους του ΚΚΕ, που απέδρασε από τη Φολέγανδρο όπου ήταν εξόριστος, στην εφημερίδα «Κρητικά Νέα», με τίτλο «Ενωμένοι προς τη νίκη», τις μέρες που ετοιμαζόταν η γερμανική επίθεση στην Κρήτη.

Οπότε, ας δούμε πώς υποδέχτηκε χρονογραφικά ο Βάρναλης την εντελώς αναμενόμενη αλλά και πάλι φοβερή είδηση της επίθεσης της ναζιστικής Γερμανίας τον Απρίλιο του 1941:

Προσχήματα και αλήθειες του Άξονος

Κυριακή ξημερώματα, πέντε το πρωί, σε πολύ ακατάλληλη ώρα χτύπησε την πόρτα μας η… νέα τάξις. Χτύπησε την πόρτα μας, είναι τρόπος του λέγειν. Έπεσε απάνω στα στήθη μας με όλα του τα φονικά σίδερα, για να επιτύχει εκείνο που δεν το πέτυχε ο δίδυμος αδερφός του εθνικοσοσιαλισμού, ο φασισμός: να μας πάρει και τη γη και την ψυχή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 143 Σχόλια »

Χριστούγεννα πριν από 40+76 χρόνια (του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 26 Δεκεμβρίου, 2019

Χρονιάρα μέρα κι η σημερινή και λέω να παρατείνω την εορταστική ραστωνη τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το ιστολόγιο -που σημαίνει να βάλω και σήμερα ένα λογοτεχνικό ανάγνωσμα, με θέμα εορταστικό και νοσταλγικό, μακριά από την τύρβη της επικαιρότητας.

Διάλεξα ένα κείμενο που θα μας πάει πίσω στο παρελθόν… δυο φορές. Πρόκειται για ένα χρονογράφημα του Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην Πρωία μέσα στην Κατοχή, τα Χριστούγεννα του 1943 -όπου όμως ο ποιητής, ίσως για να αποδράσει από τον ζόφο, επιλέγει να μεταφερθεί σαράντα χρόνια πίσω και να θυμηθεί πώς γιόρταζε τα Χριστούγεννα με την παρέα του, όταν ήταν νεαρός φοιτητής της Φιλοσοφικής, έχοντας μόλις έρθει από τον Πύργο της Βουλγαρίας, στην αυγή του εικοστού αιώνα. Καθώς τις αναμνήσεις του Βάρναλη εμείς σήμερα τις διαβάζουμε 76 χρόνια μετά, μεταφερόμαστε 40+76 δηλ. 116 χρόνια πίσω, έστω και με μια σύντομη στάση στο 1943.

Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο Τα Αττικά (εκδόσεις Αρχείο, 2016) σε δική μου επιμέλεια, όμως το είχε συμπεριλάβει νωρίτερα ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης στη δική του ανθολογία κατοχικών χρονογραφημάτων του Βάρναλη «Φέιγ βολάν της Κατοχής», κι έτσι υπάρχει ήδη στο Διαδικτυο. Αλλά δεν πειράζει.

Στο χρονογράφημα ο Βάρναλης αναφέρεται και σε κάποιον ψιλικατζή ονόματι Κιουλάμπεη, που έπαιρνε μέρος στην παρέα τους. Αξίζει να πούμε ότι αργότερα ο Βάρναλης έγραψε και διήγημα για το ίδιο πρόσωπο. Ίσως το ανεβάσω κι αυτό κάποια φορά στο ιστολόγιο, αλλά προς το παρόν μπορείτε να το δείτε σε εικόνα, εδώ.

Στο τέλος του κειμένου έχω κάποιες υποσημειώσεις.

Πριν σαράντα χρόνια

–«Οι αιώνες αντιγράφουν αλλήλους» λένε οι μεν. «Δις εις τον αυτόν ποταμόν ουκ αν εμβαίης»(1), λένε οι δε. Αλλά τι μας χρειάζεται τώρα η φιλοσοφία; Εγώ προσπάθησα να μπω στο ποτάμι του χρόνου και δε βρήκα ούτε σταλιά από το ίδιο νερό. Είναι πολλοί που κάνουνε την ίδια βουτιά και φτάνουνε στη θάλασσα πριν απ’ το ποτάμι. Αυτοί είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Δύσκολη δουλειά! Όμως έκανα κάτι πιο εύκολο (ας το πούμε εύκολο). Πήγα κόντρα στο ρέμα. «Άνω ποταμών χωρούσι παγαί»(2). Κι οραματίστηκα τα περασμένα. Γι’ αυτήν τη δουλειά χρειάζεται μονάχα μνήμη και καημός· για την άλλη, την προφητική, χρειάζεται θείο χάρισμα. Κι εγώ δεν έχω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Χριστούγεννα, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 150 Σχόλια »

Αυτός που το ξανάρχισε (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 15 Δεκεμβρίου, 2019

Θα βάλω σήμερα ένα χρονογράφημα από τον τόμο Συμποσιακά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον εκδοτικό οίκο Αρχείο σε δική μου επιμέλεια, και που περιέχει 154 χρονογραφήματα, της περιόδου 1939-1957, με θέμα το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το ποτό, το φαγητό και τα συμπόσια των φίλων.

Από τον τόμο αυτό διάλεξα σήμερα ένα χρονογράφημα που αναφέρεται σε ένα θέμα που βρίσκεται τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα, και εννοώ το κάπνισμα. Στην εποχή που γράφτηκε το χρονογράφημα (το 1941) δεν υπήρχαν φυσικά αντικαπνιστικοί νόμοι και δεν απαγορευόταν το κάπνισμα σε κλειστούς χώρους, αλλά υπήρχε και πάλι το αιώνιο δίλημμα που βασανίζει τους περισσότερους καπνιστές: να το κόψω ή όχι;

Μάλιστα, το βασικό κίνητρο για να κόψει κανείς το κάπνισμα μέσα στην Κατοχή δεν ήταν λόγοι υγείας, όπως σήμερα, αφού δεν είχε γίνει συνείδηση ότι το τσιγάρο βλάφτει αναπόδραστα, όσο οικονομικοί λόγοι.

Στο αιώνιο αυτό καπνιστικό δίλημμα, ο ήρωας του Βάρναλη επιλέγει μια πρωτότυπη μέση λύση, που παρουσιάζεται ιδανική. Ωστόσο, από την προσωπική μου πείρα ως καπνιστή, ευκολότερο είναι να το αναλύεις το διακοπτόμενο αυτό σύστημα παρά να το εφαρμόζεις στην πράξη.

Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 29 Ιουλίου 1941.

Αυτός που το ξανάρχισε

Κυρίως δεν είναι «αυτός που το ξανάρχισε», αλλ’ «αυτός που το ξαναρχίζει και πάλι». Γιατί ως τώρα το έχει κόψει δέκα φορές (εννοώ το κάπνισμα) κι άλλες δέκα το έχει ξαναρχίσει. Κι αυτού είναι το μεγαλείο. Οι επισημότερες στιγμές της ζωής του, οι γεμάτες το υψηλότερο νόημα, σαν τον τρίσβαθο ουρανό, είναι (τώρα που στερέψανε όλες οι πηγές της χαράς μέσα του) η μια όταν πατάει μαχαίρι στο «απαίσιο» συνήθειο και «πέρα πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησή του»*, κι η άλλη, όταν ξαναγυρίζει στο πάθος του, όχι σαν άσωτος υιός, που μετανιώνει, παρά σαν θριαμβευτής σταυροφόρος στη σιδεροζωσμένη «Κυρά» του, ύστερα από πολλά χρόνια, με το κλειδί στην τσέπη. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δυο τέρματα, που υψώνονται στον ορίζοντά του σαν δυο στήλες πυρός, η άλλη ζωή είναι γούβα από ατελείωτην άμμο, χωρίς αέρα κι ανάσα, ένας φοβερός εφιάλτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κάπνισμα, Κατοχή, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 151 Σχόλια »

Συμποσιακά, ο τρίτος τόμος χρονογραφημάτων του Κώστα Βάρναλη!

Posted by sarant στο 4 Δεκεμβρίου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου επιμέλεια, ο τόμος Συμποσιακά, με 154 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, εμπνευσμένα από το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το πιοτό και το φαΐ, από τις παρέες και από τη συλλογική ευωχία.

Είναι ο τρίτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη που εκδίδω, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο. Προηγήθηκαν, το 2016 τα «Αττικά», με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, και το 2017 τα «Αστυνομικά«, με χρονογραφήματα από γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, ενώ από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει παλιότερα δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ.

Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, πάντοτε σε θεματική κατάταξη. Αν όλα πάνε καλά, του χρόνου θα βγουν τα Πολεμικά, γραμμένα με την ευκαιρία του ελληνοϊταλικού πολέμου.

Εδώ μπορείτε να δείτε τους τίτλους των 154 χρονογραφημάτων -και να παραγγείλετε το βιβλίο αν θέλετε 🙂

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο Συμποσιακά δημοσιεύτηκαν σε πέντε εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944

Ηνωμένος Τύπος, 1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Χρειάζεται να πω δυο λόγια για τη δεύτερη από τις εφημερίδες αυτές. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1944, όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες αναγκάστηκαν να κλείσουν, λόγω έλλειψης στο δημοσιογραφικό χαρτί και στη θέση τους εκδόθηκαν δύο μόνο εφημερίδες, μία πρωινή και μία απογευματινή, ο Ηνωμένος Τύπος και τα Βραδυνά Νέα. Ο Βάρναλης ανέλαβε το χρονογράφημα στον Ηνωμένο Τύπο, ένδειξη του κύρους του. Δεν έχω βρει πουθενά πλήρες σώμα της βραχύβιας άλλωστε αυτής έκδοσης αλλά στο αρχείο Βάρναλη σώζονται 2-3 χρονογραφήματα, ένα από τα οποία περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Βέβαια, αυτή η λύση ανάγκης δεν κράτησε πάνω από 2-3 εβδομάδες.

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου ανήκουν στη περίοδο της Κατοχής. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαίνεται περίεργο, αφού στην Κατοχή ο κόσμος πέθαινε από την πείνα. Ωστόσο, εξηγείται: Αφενός, εξαιτίας της λογοκρισίας μια σειρά από θέματα απαγορεύονταν, με αποτέλεσμα τα χρονογραφήματα να προτιμούν θέματα εκ πρώτης όψεως ανώδυνα όπως οι ταβέρνες  ή το κάπνισμα. Αφετέρου, λειτουργεί κάποιο αίσθημα αναπλήρωσης. Ακριβώς επειδή οι Αθηναίοι περνούσαν περίοδο ακραίων στερήσεων και δοκιμασιών, η τέχνη ανέλαβε να αναπληρώσει όσα δεν μπορούσε να δώσει η ζωή -κι έτσι, σε κάποια από τα χρονογραφήματα του Βάρναλη που θα διαβάσετε σε αυτόν τον τόμο θα βρείτε να περιγράφονται γενναία τραπεζώματα, ακόμα και λουκούλλεια γεύματα.

Δεν λείπουν πάντως οι αναφορές στις δυσκολίες της περιόδου: στη μαγειρική των περιστάσεων, στην έλλειψη γνήσιου καφέ (“ο βαρύς γλυκός έχει γίνει ελαφρός σκέτος”), στην επιβολή περιορισμών στην πώληση τσιγάρων, στη μετατροπή της παραδοσιακής ταβέρνας σε “κέντρο πολυτελείας” και βέβαια στη μαύρη αγορά, τόσο στα τσιγάρα όσο και στα τρόφιμα. Υπάρχει κι ένας “άφρων μαυραγορίτης” που σκάει από το πολύ φαΐ όταν γιορτάζει την απόκτηση της πρώτης του πολυκατοικίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Κατοχή, Παρουσίαση βιβλίου, Ποτά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 124 Σχόλια »

Όταν ο Βάρναλης συνάντησε τον Σαρλώ

Posted by sarant στο 28 Οκτωβρίου, 2019

Απ’ όσο ξέρω, δεν συναντήθηκαν ποτέ, μεταφορικά χρησιμοποιώ το ρήμα. Μέρα που είναι, διαλέγω ένα από τα «πολεμικά» χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, απ’ αυτά που δημοσίευσε στην Πρωία μετά την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στο οποίο αναφέρεται στον Τσάρλι Τσάπλιν.

Αφορμή στάθηκε μια εκδήλωση που είχε γίνει τον Δεκέμβριο του 1940 στη Νέα Υόρκη, στην οποία ο Τσάρλι Τσάπλιν πρόσφερε 1000 δολάρια υπέρ της πολεμικής προσπάθειας της Ελλάδας και μίλησε επαινετικά για τη γενναιότητα των Ελλήνων (αριστερά βλέπετε το απόκομμα από την Πρωία της 18.12.1940).

Μια βδομάδα μετά, στο χριστουγεννιάτικο -αλλά ελάχιστα εορταστικό, λόγω του πολέμου- φύλλο της Πρωίας δημοσιεύτηκε το χρονογράφημα του Βάρναλη που θα διαβάσουμε σήμερα.

Ο Βάρναλης δεν περιορίζεται στις ευχαριστίες στην υποστήριξη που πρόσφερε ο Τσάρλι Τσάπλιν αλλά κάνει και μιαν εγκωμιαστική ανάλυση για το έργο του Σαρλώ, που πιστεύω ότι έχει αρκετό ενδιαφέρον και σήμερα.

Για τη χειρονομία του Σαρλώ έγραψε και ο αγαπημένος μου Γ. Κοτζιούλας ένα επίσης ενδιαφέρον άρθρο στα Νεοελληνικά Γράμματα (4.1.1941) με τίτλο «Ο φίλος μας ο Σαρλώ».

Να σημειωθεί πως δυο μήνες νωριτερα είχε κυκλοφορήσει στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ η ταινία του Τσάπλιν «Ο μεγάλος δικτάτωρ» με την εξαιρετική σάτιρα για τον Χίτλερ, αλλά φυσικά δεν ειχε προβληθεί στην Ελλάδα (και γενικά στην Ευρώπη) και έτσι ο Βάρναλης την αγνοεί. Η ταινία στην Ελλάδα προβλήθηκε το 1947 και ο Βάρναλης τότε έγραψε γι’ αυτήν, όπως και ο Κοτζιούλας -αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα το δούμε, ίσως, σε κάποιο μελλοντικό άρθρο. (Το οποίο θα αντλήσει υλικό από το δοκίμιο της φίλης Αθηνάς Βογιατζόγλου «Η διαδρομή του Σαρλώ στη νεοελληνική ποίηση», που περιέχεται στο πρόσφατο βιβλίο της «Συνομιλίες ποιητών» -να το διαβάσετε).

Τέλος, η αναφορά που υπάρχει στο χρονογράφημα του Βάρναλη στον Τζαίκη Κούγκαν εννοεί τον ηθοποιό Jackie Coogan, που σε ηλικία εφτά χρονών έπαιξε στο Χαμίνι του Τσάρλι Τσάπλιν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Κινηματογράφος, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 190 Σχόλια »

Ειδησάρια του 1942

Posted by sarant στο 10 Σεπτεμβρίου, 2019

Οι εφημερίδες είναι, εξ ορισμού, είδος εφήμερο. Μια παλιά εφημερίδα, έστω και μερικών ημερών, έχει χάσει πολλή από την αξία της, ιδίως σήμερα, στην εποχή της πληροφοριακής πλημμυρίδας. Αν βρούμε κάπου παρατημένη μια περσινή εφημερίδα μπορεί να τη φυλλομετρήσουμε για να σκοτώσουμε την ώρα μας αλλά δύσκολα θα βρούμε κάτι να μας απορροφήσει, εκτός ίσως από κάποιες επιφυλλίδες -που δεν υπάρχουν και σε όλες τις εφημερίδες.

Μια πολύ παλιά εφημερίδα, όμως, μια εφημερίδα ηλικίας 50 ή 100 χρόνων, έχει καποια αξία σαν αξιοπερίεργο. Η γλώσσα έχει αλλάξει αλλά κι η ζωή έχει αλλάξει: οι διαφημιστικές καταχωρίσεις πριν από 100 χρόνια ήταν εντελώς διαφορετικές από τις σημερινές (εδώ ένα κουίζ με παλιές διαφημίσεις που είχαμε κάνει πριν από μερικά χρόνια). Στις πολύ παλιές εφημερίδες η αξία των ειδήσεων έχει αντιστραφεί. Μπορεί να μην μας λέει τίποτα το όνομα του υπουργού που κατηγορείται για αυθαιρεσίες στο κύριο άρθρο, αλλά θα σταθούμε στο μονοστηλάκι που περιγράφει έναν κωμικό καυγά μεθυσμένων ή στη σύλληψη ενός πρωτότυπου απατεώνα.

Τώρα που υπάρχουν στο Διαδικτυο πολλά σκαναρισμένα σώματα παλιών εφημερίδων, πολλοί αντλούν τέρψη φυλλομετρώντας (να πω ‘ηλεφυλλομετρώντας’;) τις σελιδες τους. Δυο φίλοι, που γράφουν και περιστασιακά στο ιστολόγιο, ανεβάζουν κάθε τόσο στο Φέισμπουκ ή στο Τουίτερ περίεργα ευρήματα αλιευμένα από εφημερίδες του περασμένου και του προπερασμένου αιώνα.

Κι εμένα μ’ αρέσει να χαζεύω σώματα παλιών εφημερίδων. Τα αναδιφώ βέβαια και για πιο σοβαρούς σκοπούς, ας πούμε αναζητώντας τις συνεργασίες γνωστών λογοτεχνών. Η ύλη για τα πεζά του Βάρναλη που έχω εκδώσει, εννοώ τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις από το Παρίσι και από την ΕΣΣΔ και τους δύο τόμους χρονογραφημάτων (αναμένεται τρίτος στο τέλος του χρόνου, τα Συμποσιακά) είναι αντλημένη ακριβώς από παλιές εφημερίδες.

Τα χρονογραφήματα του Βάρναλη που δημοσιεύονταν την περίοδο της Κατοχής στην Πρωία έμπαιναν σχεδόν πάντοτε στην κάτω αριστερή γωνία της πρώτης σελίδας, σε δίστηλο. Την εποχή εκείνη όλες οι εφημερίδες έβγαιναν σε μεγάλο σχήμα, ενώ την περίοδο της Κατοχής, εξαιτίας των περιορισμών στο χαρτί, οι εφημερίδες τυπώνονταν σε μονόφυλλο, δύο σελίδες -πρώτη και… τελευταία. Ωστόσο χωρούσε πολλή ύλη σε αυτό το μονόφυλλο, συν τοις άλλοις επειδή έλειπε εντελώς η εγχώρια πολιτική.

Συχνά, για να συμπληρωθεί η δεύτερη στήλη του χρονογραφήματος του Βάρναλη, ο στοιχειοθέτης έβαζε ένα-δυο ειδησάρια στο τέλος, μετά την υπογραφή του ποιητή. Όταν έκοψα (ηλεκτρονικώς) τα χρονογραφήματα από τις σκαναρισμένες σελίδες, πήρα μαζί και τα ειδησάκια που συμπλήρωναν το ορθογώνιο.

Πολλά από αυτά τα ειδησάκια ήταν ειδήσεις από το εξωτερικό, που βέβαια παρουσίαζαν τα πράγματα όπως σύμφερε τους ναζιστές καταχτητές: προβλήματα στην Αγγλία, επισκέψεις πολιτικών από χώρες-δορυφόρους στο Βερολίνο, αστρονομικές απώλειες των Ρώσων στο ανατολικό μέτωπο. Κάποιες όμως άλλες μικροειδήσεις δίνουν εικόνες από τη ζωή στην καταχτημένη Ελλάδα, κυρίως την Αθήνα.

Διάλεξα μερικά τέτοια ειδησάκια, όλα από το έτος 1942, και θα τα παρουσιάσω στο σημερινό άρθρο. Σημειώνω πως δεν σταχυολογώ την ειδησεογραφία γενικώς αλλά (με μια εξαίρεση) μόνο τα ειδησάκια που βρίσκονταν κάτω από το καθημερινό χρονογράφημα του Βάρναλη. Εκτός μονοτονικού, διατηρώ την ορθογραφία. Παραθέτω με χρονολογική σειρά.

Οι μποναμάδες του δήμου

Εις όσας ενορίας δεν διενεμήθησαν την 1ην του νέου έτους οι μποναμάδες του δημάρχου Αθηναίων θα διανεμηθούν σήμερον Κυριακήν και μετά την θείαν λειτουργίαν από τας ειδικάς επιτροπάς. Μέχρι τούδε πολλαί χιλιάδες πτωχών παιδιών έλαβον το πακέττο του μποναμά σε σύκα, σταφίδες και άλλους ξηρούς καρπούς. Επίσης, τα απορώτερα παιδιά έλαβαν παιγνίδια και ενδύματα.

(4.1.1942)

* Σιδηρόδρομος με ξύλα

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 12 (του ανταποκριτού μας). Αι δοκιμαί διά την κίνησιν του τοπικού συρμού Σταυρού – Χαλκιδικής διά ξυλανθράκων και καυσοξύλων γενόμεναι χθες εστέφθησαν υπό επιτυχίας. Η απόστασις Σταυρού – Σαρακλή εκαλύφθη εντός 6 ωρών υπό ατμαμάξης εχούσης 8 βαγόνια, εκ των οποίων τα 2 μετέφερον την απαραίτητον διά την διαδρομήν καύσιμον ύλην.

(13.1.1942)

[Εδώ βλέπω ότι επρόκειτο για γραμμή φτιαγμένη στον πρώτο πόλεμο απο τους συμμάχους, μήκους 66 χιλιομέτρων. Δεν βρήκα πώς λέγεται σήμερα το Σαρακλή, ίσως Ηράκλειο]

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Εφήμερα, Εφημεριδογραφικά, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 151 Σχόλια »

Ο καθρέφτης Βεϊζαδές (χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε ύλη λογοτεχνική -αλλά και το χρονογράφημα ξαδερφάκι της λογοτεχνίας είναι. Άλλωστε διήγημα βάλαμε και προχτές που ήταν αργία.

Tο όνομα του τίτλου θα σας είναι άγνωστο, κι όμως σήμερα θα μιλήσουμε για μια υπόθεση που είχε συνταράξει το πανελλήνιο πριν από 64 χρόνια. Πρόκειται για τον βασανισμό της 12χρονης Σπυριδούλας Ράπτη, από χωριό του Μεσολογγίου, που δούλευε υπηρέτρια σε ένα σπίτι ευκατάστατων πολιτών στον Πειραιά. Δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο, τα χρόνια εκείνα, κορίτσια από την επαρχία να δουλεύουν σε τόσο μικρή ηλικία σε σπίτια Αθηναίων, μακριά από τους οικείους τους και με ελάχιστη επαφή μαζί τους.

Τη Σπυριδούλα τη μετέφερε στο Τζάννειο του Πειραιά, με σοβαρά εγκαύματα σε όλο της το σώμα, η αφεντικίνα της, η Αντιγόνη Βεϊζαδέ, στις αρχές Αυγούστου 1955. Είπε στους γιατρούς ότι το κορίτσι είχε τραυματιστεί όταν χύθηκε πάνω της ζεματιστό νερό, όμως γρήγορα έγινε φανερό ότι τα τραύματα της Σπυριδούλας δεν είχαν προκληθεί από ατύχημα.

Τελικά, η αλήθεια ήρθε στο φως: τη μικρή την είχε βασανίσει με ηλεκτρικό σίδερο ο αφεντικός της, Γιώργος Βεϊζαδές, ιδιοκτήτης καμπαρέ στην Τρούμπα, επειδή υποψιαζόταν ότι είχε κλέψει ένα πενηντοδόλαρο το οποίο είχε εξαφανιστεί από το σπίτι. Την είχε δέσει και την έκαιγε επί ώρες για να την κάνει να ομολογήσει. (Τελικά τα χρήματα δεν τα είχε πάρει η μικρή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 135 Σχόλια »

Το τάβλι του Βάρναλη

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2019

Ετοιμάζω αυτόν τον καιρό τον τρίτο τόμο από τα χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, για να κυκλοφορήσει προς το τέλος του χρόνου. Μετά τα Αττικά και τα Αστυνομικά, ο προσωρινός τίτλος του τόμου αυτού είναι Συμποσιακά -και θα έχει χρονογραφήματα που μιλάνε για την ταβέρνα και το καφενείο, τα φαγητά, το κρασί και το τσιγάρο.

Λάτρης του παλιού αθηναϊκού καφενείου ο Βάρναλης, έχει γράψει μερικά εξαιρετικά κομμάτια γι’ αυτόν τον θεσμό. Το χρονογράφημα που θα παρουσιάσω σήμερα μιλάει ειδικά για το τάβλι. Από διηγήσεις άλλων ξέρουμε ότι ο Βάρναλης απολάμβανε όχι τόσο να παίζει ο ίδιος όσο να παρακολουθεί παρτίδες ταβλιού.

Μετά το χρονογράφημα έχω ορισμένα δικά μου λεξιλογικά σχόλια -και μια λεξικογραφική ταβλιστική πρόταση.

Το τάβλι

Ντάκα-ντούκα! ηχούν από μακρινή απόσταση όλοι οι δρόμοι κι οι πλατείες, όπου υπάρχουν καφενεία, αυτά τα δήθεν ησυχαστήρια, που είναι στην πραγματικότητα κέντρα παραγωγής θορύβου. Φαντασθείτε τι τραβάνε όσοι κάθονται μέσα! Αλλά δεν τραβάνε τίποτα. Έχουνε συνηθίσει, όπως ο μυλωνάς συνηθίζει τον κρότο του μύλου και μπορεί να κοιμάται βαθιά δίπλα στα τεράστια σαγόνια των πετρών, που αλέθουν και χαλάνε τον κόσμο, μαζί με όλα τ’ άλλα σύνεργα. Πολλοί από τους θαμώνες των θορυβητηρίων μοναχά τότε μπορούν να συγκεντρωθούνε στον εαυτό τους και να σκεφτούν ή να διαβάσουν με την ησυχία τους, όταν γύρω τους όλα τα τραπέζια βροντάνε σα δαιμονισμένα. Οι περισσότεροι μαζεύονται γύρω στους ταβλιτζήδες (αν μάλιστα τύχει να ’ναι μαστόροι) για να χαζεύουν.

Έτσι, αντί να θεωρείται πληγή αυτό το φοβερό κι εκνευριστικό παιχνίδι, διασκεδάζει και τους παίχτες και τους θεατές, αν και με τις απότομες και δραματικές του φάσεις δημιουργεί μιαν ατμόσφαιρα πάθους και αντεγκλήσεων.

Όλοι οι παίχτες, χωρίς εξαίρεση, πιστεύουν πως είναι μαστόροι. Γι’ αυτό άμα χάνουνε, θυμώνουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Λαογραφία, Παιχνίδια, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 204 Σχόλια »

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2019

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα κάνουμε, όχι για πρώτη φορά, μια τροποποίηση στο έθιμο. Δεν θα δημοσιεύσουμε διήγημα του Παπαδιαμάντη, αλλά ένα αφήγημα του Κώστα Βάρναλη για τον Παπαδιαμάντη, δηλαδή με ήρωα, ας πούμε, τον Παπαδιαμάντη.

Κι άλλη φορά έχουμε στο ιστολόγιο δημοσιεύσει παπαδιαμαντικά κείμενα του Βάρναλη και ανάμεσά τους, πριν από τέσσερα χρόνια, «Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη«. Όπως θα δείτε, το σημερινό κείμενο είναι διαφορετικό, συνδυάζει χρονογράφημα με προσωπικές αναμνήσεις, όταν ο νεαρός Βάρναλης (δεκαοχτάχρονος) είχε γνωρίσει στη Δεξαμενή τον γηραιό (πενηντάχρονο!) Παπαδιαμάντη.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος στις 8 Απριλίου 1950, Μεγάλο Σάββατο τότε. Λίγες μέρες αργότερα, ο Βάρναλης θα άρχιζε να δημοσιεύει καθημερινά χρονογράφημα σε αυτή την απογευματινή κεντροαριστερή εφημερίδα, μια συνεργασία που διάρκεσε ως το καλοκαίρι του 1953 -τότε ο Φιλελεύθερος έκλεισε και ο Βάρναλης άρχισε τη συνεργασία του με την Αυγή.

Πολλές ευχαριστίες οφείλω στον φίλο μας τον Νεοκίντ που πληκτρολόγησε το κείμενο. Έγινε εκσυγχρονισμός της ορθογραφίας.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

Πάσχα με τον Παπαδιαμάντη

Του κ. ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ

Το Πάσχα του καλού καιρού, το Πάσχα της Αγάπης, δε θα το βρούμε πουθενά στον αιώνα του Μίσους. Μονάχα στον Παπαδιαμάντη. Αυτές τις μέρες κάθε απελπισμένος, κάθε νοσταλγός των περασμένων, πρέπει να διαβάζει τα «Πασχαλινά διηγήματα» του μεγάλου Σκιαθίτη. Θα τον πάρουν οι άνεμοι της Άνοιξης γεμάτοι καλοσύνη και θα τον μεταφέρουν στο ειρηνικό νησί των Βορείων Σποράδων, αντίκρα στο χιονισμένο Πήλιο με τα γαλανά τ’ ακρογιάλια ,τις πράσινες πλαγιές, τους ανθισμένους κάμπους, στο μεθυσμένο από τ’ αρώματα και τα λιβανωτά. Ουτοπία – δεν υπάρχουνε πια τέτοιοι τόποι! – ανάμεσα στους ξαφνισμένους … Σεληναίους – δεν υπάρχουν πια στη γη μας τέτοιοι άνθρωποι! – και θα ζήσει για λίγες, αξέχαστες ώρες το μέγα «Άλλοθι» της Αγάπης, που χάθηκε από τον πλανήτη μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Βάρναλης, Πασχαλινά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 60 Σχόλια »

Οι τρεις αρτοποιοί, ο Χαριτόπουλος κι ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 7 Απριλίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το πιο πρόσφατο βιβλίο του Διονύση Χαριτόπουλου «Πειραιάς βαθύς» που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες. Το βιβλίο αυτό είναι το τρίτο της «πειραιώτικης τριλογίας» του Χαριτόπουλου και έχει ως υπότιτλο «Εγκλήματα και φόνοι», που είναι ακριβής περιγραφή του περιεχομένου του, αφού το βιβλίο είναι μια συλλογή εγκλημάτων και υποθέσεων του αστυνομικού δελτίου που συνέβησαν πραγματικά και που τα διηγείται ο Χαριτόπουλος.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας δεν τα έχω διαβάσει, ίσως επειδή με ενοχλεί ο στόμφος με τον οποίο προβάλλεται ο συγγραφέας, στόμφος έκδηλος και στο οπισθόφυλλο τούτου του βιβλίου: Όλα αυτά έγιναν. Έγιναν κι άλλα που δεν θα μάθουμε ποτέ. Είναι κόσμος υπόγειος. Όσοι ξέρουν δεν μιλάνε. Κι όσοι μιλάνε δεν ξέρουν.

Όμως η δημοσίευση ενός φίλου στο Φέισμπουκ, που το γούστο του στη λογοτεχνία το εμπιστεύομαι, με παρακίνησε να αναζητήσω το βιβλίο -και δεν το μετάνιωσα.

Όπως είπα και πιο πάνω, τα εγκλήματα, οι φόνοι, τα συμβάντα του αστυνομικού δελτίου που αφηγείται ο Χαριτόπουλος στο βιβλίο αυτό δεν είναι μυθοπλασία. Είναι πραγματικά γεγονότα, αν και δεν αποκλείω ο συγγραφέας να πήρε κάποιες ελευθερίες  στην αφήγησή του. Ανατρεπτικά βέβαια λειτουργεί και η καθαρεύουσα την οποία διάλεξε ο συγγραφέας ειδικά για τους τίτλους των πεζογραφημάτων (τους βλέπετε εδώ) και που μένει μόνο στους τίτλους, αφού τα κείμενα είναι γραμμένα σε στρωτή δημοτική, με κάποιες αργκοτικές λέξεις, όχι πολλές (καμιά εξηνταριά), που τις συγκεντρώνει στο τέλος του βιβλίου ο συγγραφέας σε γλωσσάρι και τις επεξηγεί.

Διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα πεζογράφημα από το βιβλίο του Χαριτόπουλου. Δεν διάλεξα το καλύτερο, ούτε το πιο συναρπαστικό -το διάλεξα επειδή μου δίνει την ευκαιρία να σκηνοθετήσω μια συνάντηση του Διονύση Χαριτόπουλου με τον Κώστα Βάρναλη, μια και ο Βάρναλης έχει κι αυτός αναφερθεί, σε χρονογραφήματά του, στην «ανεπίλυτον τριπλή σφαγήν εις το Χατζηκυριάκειον», στη δολοφονία των τριών αρτοποιών που μας διηγείται εδώ ο Χαριτόπουλος:

Η ανεπίλυτος τριπλή σφαγή εις το Χατζηκυριάκειον

Οι φουρναραίοι κάνουν αγαθή δουλειά.

Κάθε απόγεμα πιάνουν μαγιές και τη νύχτα όσο εμείς κοιμόμαστε αυτοί ιδρώνουν και τσιγαρίζονται· ζυμώνουν, πλάθουν, ψήνουν ψωμιά, κουλούρια, τυρόπιτες. Πάμε εμείς το πρωί και τα βρίσκουμε όλα έτοιμα, ζεστά και μοσχομυριστά σαν να τα ετοίμασε η μάνα μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 137 Σχόλια »

Ντράπου τον ένανε, ντράπου τον άλλονε….

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2019

Το λέει η παροιμία: Ντράπου τον ένανε, ντράπου τον άλλονε, δεν έκαμα με τον άντρα μου παιδί!

Εδώ, το «ντράπου» είναι προστακτική αορίστου του ρήματος ντρέπομαι, ένας τύπος αρκετά σπάνιος αλλά παρ’ όλ’ αυτά διάσημος, αφού τον βρίσκουμε σε ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Βάρναλη, τη Μπαλάντα του κυρ Μέντιου, όπου και το τετράστιχο:

—Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
—Ντράπου! Τις προγόνοι ντράπου!
—Αντραλίζομαι!… Πεινώ!…
—Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

Αυτό συχνά θα το βρείτε διορθωμένο στον δεύτερο στίχο («Ντράπου, τους προγόνους ντράπου!) αλλά ο Βάρναλης το έγραψε έτσι, ιδιωματικά, ίσως για να αποφύγει το κακόηχο «σντρ»).

Πάντως, το επίμαχο τετράστιχο δεν είναι τόσο διάσημο όσο άλλα του ίδιου ποιήματος διότι δεν έχει συμπεριληφθεί στην πολύ καλή αλλά όχι πλήρη μελοποίηση του ποιήματος από τον Λουκά Θάνο. Αυτή είναι η μοίρα των ποιημάτων που μελοποιούνται εν μέρει -να γίνονται μετά γνωστά εν μέρει.

Αλλά πλατειάζω. Έλεγα για την παροιμία:

Ντράπου τον ένανε, ντράπου τον άλλονε, δεν έκανα με τον άντρα μου παιδί!

Εδώ, το «ντράπου» είναι μεν προστακτική, αλλά δεν έχει σημασία προστακτικής. Σημαίνει: με το να ντρέπομαι τον ένανε και τον άλλονε…. (Το έχει αυτό η προστακτική, πρβλ. και «λέγε λέγε το κοπέλι….»)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μελοποιημένη ποίηση, Παροιμίες, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 208 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »

Τα πεύκα τα χρυσόπευκα;

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2018

Ο χαρακτηρισμός δεν είναι δικός μου, είναι του Βάρναλη, από τον πρόλογο στο Φως που καίει, «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα…»

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά

Αλλά το πεύκο είναι το δέντρο το πιο τραγουδισμένο από τους ποιητές μας. Στην Ανεμόσκαλα, τον ιστότοπο που περιέχει συμφραστικούς πίνακες των λέξεων που χρησιμοποιούνται από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, βρίσκω σχεδόν 200 εμφανίσεις των διαφόρων τύπων της λέξης «πεύκο» και των παραγώγων τους. Μόνο η ελιά πλησιάζει τέτοια έντονη παρουσία, ενώ τα άλλα δέντρα ακολουθούν με μεγάλη διαφορά.

Πεύκα υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο από τα πανάρχαια χρόνια -και μαζί η λέξη που τα περιγράφει, ή πιο σωστά οι λέξεις, διότι υπάρχουν δύο βασικές λέξεις για το δέντρο και τα διάφορα είδη του, πεύκη και πίτυς, όπως υπάρχουν και πολλά είδη πεύκου από τα οποία τα πιο διαδεδομένα είναι η πεύκη η κοινή ή χαλέπιος (Pinus halepensis) και η πεύκη η πίτυς (Pinus pinea) ή κουκουναριά.

Και οι δύο λέξεις, πίτυς και πεύκη, είναι ομηρικές.

Όπως έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις δέντρων, τα ονόματα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι δεν έμεναν σταθερά. Ο Π. Γεννάδιος αναφέρει ότι στον Όμηρο «πεύκαι» ονομάζονταν τα πεδινά είδη και «πίτυες» τα ορεινά, αλλά στην εποχή του Θεοφράστου το όνομα «πεύκαι» δήλωνε τα ορεινά είδη και «πίτυες» τα πεδινά και παράλια, όπως δείχνουν και τα διάφορα τοπωνύμια νησιών και παράλιων πόλεων π.χ. Πιτυούσα, Πιτύα, Πιτυούς κτλ. (Το είχαμε συζητήσει και σε παλιότερο άρθρο: Πιτυούσα οι Σπέτσες, Πιτυόνησος το Αγκίστρι). Το πεύκο πράγματι μπορεί να ευδοκιμήσει μέχρι και την ακτή, αρκεί να μη φυσάνε σφοδροί άνεμοι την άνοιξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τοπωνύμια, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , , , | 221 Σχόλια »