Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Βάρναλης’ Category

Τα πεύκα τα χρυσόπευκα;

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2018

Ο χαρακτηρισμός δεν είναι δικός μου, είναι του Βάρναλη, από τον πρόλογο στο Φως που καίει, «Να σ’ αγναντεύω θάλασσα…»

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά

Αλλά το πεύκο είναι το δέντρο το πιο τραγουδισμένο από τους ποιητές μας. Στην Ανεμόσκαλα, τον ιστότοπο που περιέχει συμφραστικούς πίνακες των λέξεων που χρησιμοποιούνται από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές, βρίσκω σχεδόν 200 εμφανίσεις των διαφόρων τύπων της λέξης «πεύκο» και των παραγώγων τους. Μόνο η ελιά πλησιάζει τέτοια έντονη παρουσία, ενώ τα άλλα δέντρα ακολουθούν με μεγάλη διαφορά.

Πεύκα υπάρχουν στο ελληνικό τοπίο από τα πανάρχαια χρόνια -και μαζί η λέξη που τα περιγράφει, ή πιο σωστά οι λέξεις, διότι υπάρχουν δύο βασικές λέξεις για το δέντρο και τα διάφορα είδη του, πεύκη και πίτυς, όπως υπάρχουν και πολλά είδη πεύκου από τα οποία τα πιο διαδεδομένα είναι η πεύκη η κοινή ή χαλέπιος (Pinus halepensis) και η πεύκη η πίτυς (Pinus pinea) ή κουκουναριά.

Και οι δύο λέξεις, πίτυς και πεύκη, είναι ομηρικές.

Όπως έχουμε δει και σε άλλες περιπτώσεις δέντρων, τα ονόματα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι δεν έμεναν σταθερά. Ο Π. Γεννάδιος αναφέρει ότι στον Όμηρο «πεύκαι» ονομάζονταν τα πεδινά είδη και «πίτυες» τα ορεινά, αλλά στην εποχή του Θεοφράστου το όνομα «πεύκαι» δήλωνε τα ορεινά είδη και «πίτυες» τα πεδινά και παράλια, όπως δείχνουν και τα διάφορα τοπωνύμια νησιών και παράλιων πόλεων π.χ. Πιτυούσα, Πιτύα, Πιτυούς κτλ. (Το είχαμε συζητήσει και σε παλιότερο άρθρο: Πιτυούσα οι Σπέτσες, Πιτυόνησος το Αγκίστρι). Το πεύκο πράγματι μπορεί να ευδοκιμήσει μέχρι και την ακτή, αρκεί να μη φυσάνε σφοδροί άνεμοι την άνοιξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αττική, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Τοπωνύμια, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , , , | 221 Σχόλια »

Ο Βάρναλης και η Αίγινα

Posted by sarant στο 28 Μαΐου, 2018

Περίεργη μέρα σήμερα, του Αγίου Πνεύματος: είναι αργία για μερικούς, και μαλιστα σε τριήμερο, άλλοι όμως δουλεύουν -αυτά στην Ελλάδα, αφού στην Εσπερία η αντίστοιχη αργία ήταν την προηγούμενη βδομάδα. Τις Κυριακες και αργίες βάζουμε θέμα λογοτεχνικό, χτες είχαμε διήγημα, τη μέρα τη σημερινή επέλεξα να τη θεωρήσω αργία κι έτσι να βάλω θέμα φιλολογικό, αν και σε κάποιο βαθμό είναι επανάληψη παλιότερων άρθρων του ιστολογίου.

Την Παρασκευή που μας πέρασε, στις 25 Μαΐου, ο Μορφωτικός Σύλλογος Αίγινας πραγματοποιησε εκδήλωση με τίτλο «Ο Βάρναλης στην Αίγινα». Δεν μπορούσα να παρευρεθώ, οπότε έστειλα ένα σύντομο κείμενο που διαβάστηκε στην εκδήλωση.

Το ίδιο κείμενο θα δημοσιεύσω σήμερα, προσθέτοντας ένα-δυο λινκ, αφού κάποια από τα κείμενα του Βάρναλη που σταχυολογούνται στο κειμενο έχουν παρουσιαστεί παλιότερα στο ιστολόγιο.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και το βίντεο της εκδήλωσης, όπου το δικό μου κείμενο διαβάζεται πρώτο και ακολουθεί η εισήγηση της φιλολόγου Τασούλας Μπέση.

Διανθίζω το κείμενο με μια-δυο από τις πολλές φωτογραφίες που παρουσιάστηκαν στην εκδήλωση.

Ο Βάρναλης και η Αίγινα

Ευχαριστώ τον Μορφωτικό Σύλλογο για την τιμητική πρόσκληση που μου έκανε να γράψω αυτό το σύντομο κείμενο και λυπάμαι που δεν μπορώ να παρευρεθώ ο ίδιος στην εκδήλωσή σας· μια εκδήλωση που θέλει να αναδείξει τη σχέση του μεγάλου μας ποιητή Κώστα Βάρναλη με την Αίγινα, μια σχέση μακρόχρονη και δημιουργική, ωστόσο όχι ιδιαίτερα γνωστή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , | 101 Σχόλια »

Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου

Posted by sarant στο 13 Μαΐου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε ήμουν στη Θεσσαλονίκη και επισκέφτηκα φυσικά τη Διεθνή Εκθεση Βιβλίου. Το χάρηκα πάρα πολύ, διότι δεν είναι μια έκθεση όπως εκείνες του Ζαππείου: υπάρχουν βεβαίως περίπτερα εκδοτικών οικων και αγοράζεις βιβλία, όμως γίνονται συνεχώς εκδηλώσεις, ομιλίες και παρουσιάσεις, πολλες ταυτόχρονα, που ένιωθα σαν παιδί σε μαγαζί με παιχνίδια, μεγάλη δυσκολία είχα να διαλέξω τι θα παρακολουθήσω.

Τελικα προτίμησα να ρίξω το βάρος στις συζητήσεις με γνωστούς και φίλους, που είτε συμμετείχαν στην έκθεση είτε ειχαν πάει κι αυτοί ως θεατές. Ομως παρακολούθησα και λίγες παρουσιάσεις, ανάμεσά τους κι αυτήν που αφορούσε τις νέες εκδόσεις του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών, με ομιλητές τον Γ. Κεχαγιόγλου και την Σωτηρια Σταυρακοπούλου. Σε δική της επιμέλεια και το καινούργιο βιβλίο Πανουργίαι υψηλόταται του Μπερτόλδου, που θα σας παρουσιάσω σήμερα.

Η έκδοση αυτή είναι ενταγμένη στη σειρά «Παλιότερα κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας», το 11ο βιβλίο της σειράς. Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο βιβλίο της ίδιας σειράς, τον Έπαινο των γυναικών, κατά σύμπτωση πάλι σε επιμέλεια της Σωτ. Σταυρακοπούλου. Όλα τα βιβλία της σειράς χαρακτηρίζονται από υποδειγματική επιμέλεια, εκτενή εισαγωγή και επίμετρο, ενώ, το είχαμε συζητήσει και παλιότερα, υπάρχει αντικριστά και η μετάφραση του κειμένου στα σημερινά νεοελληνικά, μια επιλογή που ίσως ξενίσει κάποιους -αφού το κείμενο πολύ μικρή δυσκολία πρέπει να παρουσιάζει για τον σημερινό αναγνώστη.

Ο Μπερτόλδος είναι το πρωτο πεζό κείμενο της σειράς του ΙΝΣ. Οι επιμελητές έχουν θέσει ως όρο απαράβατο τα κείμενα που παρουσιάζονται στη σειρά να μην ξεπερνούν τους 1000 στίχους τα έμμετρα ή τις περίπου 30 σελίδες τα πεζά κι αυτό σήμαινε ότι δεν παρουσιάζεται ολόκληρο το κείμενο αλλά ανθολογούνται τα καλύτερα κομμάτια. Εκδοτική απόφαση είναι αυτή, που συζητιέται.

Δεν είναι πρωτότυπο ελληνικό κείμενο, αλλά ανώνυμη μετάφραση από το ιταλικό Le sottilissime astuzie di Bertoldo (1606) του Iταλού Giulio Cesare dalla Croce, που κι αυτο βασίζεται σε παλιότερα αναγεννησιακά κείμενα (στην Εισαγωγή θα βρείτε άφθονες πληροφορίες). Η ελληνική μετάφραση τυπώθηκε σε βιβλίο το 1646 και εγινε δημοφιλέστατο λαϊκό ανάγνωσμα επί αιώνες, με πάμπολλες εκδόσεις. Ο μεταφραστής πάντως έχει και μερικά λαθάκια που δείχνουν όχι τέλεια γνώση της ιταλικής -για παράδειγμα, στο Προοίμιο (θα το δείτε πιο κάτω), το l’esercito di Serse το αποδίδει «άσκησην του Ξέρξου» ενώ πρόκειται για τον στρατό, την εκστρατεία.

Ο Μπερτόλδος βεβαια εχει μεταφραστεί πολλές φορές στα ελληνικά -η επισκόπηση της βιβλιογραφίας υπάρχει στο βιβλίο. Πολύ καλή είναι η έκδοση του Α. Αγγέλου στη εξαιρετικη παλιότερη σειρά της ΝΕΒ, η οποια μαλιστα περιλαμβάνει και τις περιπέτειες του Μπερτολδίνου, γιου του Μπερτόλδου (επόμενο έργο του ίδιου συγγραφέα) ενώ στα google books μπορειτε να βρειτε μια απο τις αμέτρητες επανεκδόσεις της πρώτης μετάφρασης, με κάποιες διορθώσεις σε σχέση με το αρχικό κείμενο (με χρονολογία 1836).

Ο Μπερτόλδος είναι ένας κακάσχημος αλλά πανέξυπνος χωρικός, που καταφθάνει με τον γάιδαρό του στην αυλή του βασιλιά της Λομβαρδίας. Ο βασιλιάς, για να διασκεδάσει μαζί του, του κάνει αλλεπάλληλες ερωτήσεις και του βάζει διάφορες δοκιμασίες, στις οποιες αυτός καταφέρνει και αντεπεξέρχεται χάρη στην ευστροφία του. Το ίδιο γίνεται στη συνέχεια με τη βασίλισσα. Όλο το βιβλίο είναι μια σειρά από τέτοια επεισόδια. Θριαμβευτης τελικά ο Μπερτόλδος προσλαμβάνεται αυλικός σύμβουλος του βασιλιά -αλλά αμάθητος στο καλό φαΐ και στην καλοπέραση αρρωσταίνει κι όταν οι γιατροί της αυλής δεν σκέφτονται να του χορηγησουν το συνηθισμένο του φάρμακο, φασόλια με κρεμμύδια, πεθαίνει και θάβεται με μεγάλες τιμες.

Ο Μπερτόλδος, σαν δημοφιλέστατο ανάγνωσμα, άφησε ίχνη και στη γλώσσα, κυρίως ως μπερτόδουλος (παρετυμολογία με το δούλος). Ήρωας με το ονομα Μπερτόδουλος υπάρχει στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη, ενώ τον υπουργο της κυβέρνησης Στεφανόπουλου (αποστατών) Χρήστο Αποστολάκο τον έλεγαν Μπερτόδουλο κοροϊδευτικά επειδή κυκλοφορούσε φορώντας μια μπέρτα. Αυτά, το 1965-66.

Το μοτίβο του έξυπνου δούλου ή υπηρέτη που συντροφεύει τον αριστοκράτη αφέντη του υπάρχει, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, σε πολλά αλλα κλασικά έργα, επώνυμα και ανώνυμα, από τον βίο του Αισώπου έως τον Δον Κιχώτη ή τον Καραγκιόζη, για να μην αναφερω και τον Τζιβς του Wodehouse. Στο επίμετρο, η Σ. Σταυρακοπούλου βρίσκει επίσης αναλογίες με τις αστείες διηγήσεις του Νασρεντίν Χότζα και τον κ. Κόινερ του Μπρεχτ ενώ θυμίζει ότι τον Μπερτόλδο τον έχει διασκευάσει στη σκηνή και ο Γιώργος Σκούρτης.

Ο Μπερτόλδος διαβάζεται και σήμερα, αλλά αμφιβάλλω αν θα γελάσουν πολλοί με τις «υψηλότατες πανουργίες» του. Όπως έχω γράψει και όταν παρουσίασα τον Φιλόγελο, που είναι ένας ακόμα πρόγονος του Μπερτόλδου, δεν γελάμε με τα ίδια πραγματα που γελούσαν οι προπροπροπροπαππούδες μας.

Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο του ΙΝΣ είναι μια πολύ καλή δουλειά, που αξίζει να το προσέξουν όσοι ενδιαφέρονται για τα παλιότερα νεοελληνικά κείμενα.

Να μου επιτραπεί εκτός από τους επαίνους να επισημάνω κι ένα λαθάκι. Στη σελ. 53, σε μια επισκόπηση των αναφορών στον Μπερτόλδο από λογοτέχνες, διαβάζουμε: «Σε κείμενα του Κώστα Βάρναλη, το 1892, και του Μ.Ι.Γεδεών, την ίδια εποχή, βρίσκουμε αναφορές στους ‘πλανεμπόρους’, τους πλανόδιους βιβλιοπώλες/γυρολόγους (colporteurs), που διακινούσαν μαζί με τις άλλες ‘φυλλάδες’ και τον Μπερτολδο

Πιθανόν να έχει γραψει ο Βάρναλης για τον Μπερτολδο αλλά όχι το 1892 όταν ήταν 8-9 χρονών. Όμως, μια και το έφερε η κουβέντα, να αναφέρω δυο συναντήσεις Βάρναλη και Μπερτόλδου που τις βρίσκω στα κιτάπια μου:

* Στην Αληθινή απολογία του Σωκράτη, ο Β. κάνει έναν ωραίο αναχρονισμό, αφού βάζει τον Σωκράτη να λέει (σε ενα απόσπασμα όχι κολακευτικό για τη συλλογική σοφία): Κι αν είσαστε κολλημένοι πεντακόσοι διαλεχτοί σοφοί (Σωκράτηδες να πούμε), δε θα κάνατε μισό Μπερτόλδο· όχι τώρα που ’σαστε πεντακόσοι Μπερτόλδοι.

* Σε ένα χρονογράφημα της εποχής του πολέμου του 1940, ο Βάρναλης αναρωτιέται «αν οι γενναίοι φασίστες θα μπούνε στην Ελλάδα όπως μπήκε κάποτε ο συμπατριώτης τους ο Μπερτόλδος στο δωμάτιο του βασιλιά του: με τη ράχη».

Παραθέτω, πρώτα, το προοίμιο του Μπερτολδου, αφενός στο πρωτότυπο και αφετέρου σε μετάφραση σε σημερινή γλώσσα:

Εδώ, ω φιλάνθρωπε διαβαστά, δεν σου διηγούμαι την κρίσην του Πάριδος, μήτε την αρπαγήν της Ελένης, μήτε τον εμπρησμόν της Τροίας, αλλ’ ούτε το πέρασμα του Αινείου εις την Ιταλίαν, όχι τας μεγάλας πλάνας του Οδυσσέως, όχι τα μαγικά έργατα της Κέρκης, όχι τον χαλασμόν της Καρθαγένης, όχι την άσκησην του Ξέρξου, όχι τας δοκιμάς του Αλεξάνδρου, όχι την δύναμην του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Μάριου, όχι τα θαυμαστά τραπέζια του Λουκούλου, όχι τας μεγάλας μοίρας του Σιπιόνου, μήτε τα νικητήρια του Καίσαρος, μήτε την τύχην του Οτταβιάνου, επειδή και αι Ιστορίαι τέτοια καμώματα μας φανερώνουσιν, διαβάζοντές τας με πολλήν ηδο­νήν. Όμως, αν καλά και της παρισταίνω ομπροσθά έναν χωριάτην άσχημον και τε­ρατώδη, αλλά επιμελή και πανούργον, και νουν υψηλότατον, εις τόσον ότι, συγκρίνοντας και ομοιάζοντας την ασχημάδιαν του κορμιού του με την ομορφάδαν της ψυ­χής του, ημπορείς να ειπείς, καλέ μου διαβαστά, ότι αυτός ομοιάζει ενός σακιού από χοντρόπανον, ενδυμένον από μέσα με μετάξιον και χρυσάφιον. Εδώ θέλεις ακούσει πανουργίας, νεύματα, αποφάσεις, επιχειρήματα, παροιμίας και στρατηγήματα (ήγουν πανουργεύματα των σολδάτων) υψηλότατα, τα οποία δεν παρακινούσι μόνον να θαυ­μάζει τινάς, αλλά να έβγει από τον νουν του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίον, διατί από τούτο θέλεις εβγάλει γλυκά ξεφαντώματα και ακαρτερήματα, επειδή και το έργον είναι πολλά αρεστόν και χαρούμενον.

Και η «μετάφραση»:

Στο βιβλίο αυτό, καλοπροαίρετε αναγνώστη, δεν σου διηγούμαι την απόφαση του Πάρη, ούτε την αρπαγή της Ελένης, ούτε την πυρπόληση της Τροίας, μα ούτε την αποβίβαση του Αινεία στην Ιταλία, ούτε τις πολύχρονες περιπλανήσεις του Οδυσσέα, ούτε τις μαγικές πράξεις της Κίρκης, όχι την καταστροφή της Καρχηδόνας, όχι την εκστρατεία του Ξέρξη, όχι τα κατορθώματα του Αλέξανδρου, όχι τη δύ­ναμη του Πύρρου, όχι τους θριάμβους του Γάιου Μάριου, όχι τα θαυμαστά συμπό­σια του Λούκουλου, όχι τη μεγαλειώδη μοίρα του Σκιπίωνα του Αφρικανού, μήτε τα επινίκια του Ιούλιου Καίσαρα, μήτε την καλοτυχία του Οκταβιανού Αύγουστου, επειδή τέτοιες πράξεις μάς τις προβάλλουν τα ιστορικά έργα, που τα διαβά­ζουμε με μεγάλη τέρψη. Ωστόσο, μολονότι σας παρουσιάζω έναν χωριάτη άσχη­μο και τερατόμορφο, αλλά ενεργητικό και πανούργο, και με μυαλό οξυδερκέστατο, τόσο, που αν συγκρίνεις και παραβάλεις την ασχήμια του κορμιού του με την ομορφιά της ψυχής του, μπορείς να πεις, καλέ μου αναγνώστη, ότι αυτός μοιάζει με ένα τσουβάλι υφασμένο από χοντρό πανί, ντυμένο όμως από μέσα με φόδρα μεταξωτή και χρυσή. Εδώ θα ακούσεις πανουργίες, υπαινιγμούς, αποφθέγματα, εγχειρήματα, παροιμίες και στρατηγήματα εξυπνότατα, που όχι απλώς παρακι­νούν κάποιον να θαυμάσει, αλλά τον κάνουν και να χάσει το μυαλό του. Λοιπόν, διάβασε τούτο το βιβλίο, γιατί θα κερδίσεις από αυτό γλύκες απολαύσεις και προσ­δοκίες, μια και το έργο είναι αξιαγάπητο και διασκεδαστικό.

* Ασφαλώς το σημερινό κείμενο διαβάζεται πιο εύκολα, αλλά το πρωτότυπο έχει το άρωμα της εποχής και ίσως η αφέλεια της γλώσσας να βοηθάει στο κωμικό αποτέλεσμα. Τα επόμενα αποσπάσματα τα παραδίδω μόνο στο πρωτότυπο, χωρίς μετάφραση.

Ομορφάδες του Μπερτόλδου.

Ο μισέρ Μπερτόλδος ήτον τέτοιος: μικροπρόσωπος, χοντροκέφαλος, ολοστρόγγυλος σαν φούσκα, το μέτωπόν του ζαρωμένον. Τα μάτια του κόκκινα σαν φωτία, τα φρύ­δια του μακρά και άγρια σαν γουρουνότριχες, τα αυτιά του γαϊδουρινά, μεγα­λόστομος, στραβόστομος, με τα χείλη κρεμασμένα κάτω σαν του αλόγου, τα γένια του συχνά και πολλά αποκάτω εις το πιγούνι του, και έπεφταν σαν εκείνα του τράγου, η μύτη του στραβή και ασηκωμένη απάνω με τες τρύπες της μύτης πλατείες. Τα δόντια του όξω σαν των καπρίων, με τρία ή τέσσαρα χοντρά αποκά­τω εις τον λαιμόν, τα οποία, οπόταν εμίλουνε, εφαινόντησαν σαν τόσα τσουκά­λια οπού να έβραζαν. Είχε τα ποδάρια του τραγίτικα, μακρά και πλατέα σαν του Σάτυρου, και όλον του το κορμίον μαλλιαρόν, τα καλτσούνια του ήτον από χοντρόν μπαμπάκιον, όλα μπαλωμένα, τα παπούτσια του υψηλά και στολισμένα με χοντρά κομμάτια. Εις κοντολογίαν, ετούτος ήτον όλως διόλου το εναντίον του Ναρ­κίσσου.

* με τρία ή τέσσαρα χοντρά = τρία-τέσσερα εξογκώματα

Πανουργία ομορφότατη του Μπερτόλδου, εις το να γυρίσει ομπροσθά εις τον βασιλέα κατά τον τρόπον οπού του είπεν.

 

Ήλθε το ταχύ, και ο Μπερτόλδος εφάνη ομπροσθά εις τον βασιλέα, τυλιμένος μέσα σε ένα δίχτυον οπού ψα­ρεύουν, και ο βασιλεύς, σαν τον είδεν εκεί μέσα, λέγει του:

Βασιλεύς: Διατί εσύ εφάνης ομπροσθά μου έτσι;

Μπερτόλδος: Δεν μου είπες εσύ ότι εγώ να γυρίσω τούτην την ταχινήν σε σέναν έτσι, να μην είμαι μήτε γυμνός μήτε εντυμένος;

Β: Ναι, είπα.

Μπ: Και νά ’μαι, τυλιμένον σε τούτο το δίχτυον, με το οποίον μέ­ρος από τα μέλη μου σκεπάζονται και μέρος φαίνονται.

[…]

Β: Πόσους χρόνους έχεις εσύ;

Μπ: Όποιος μετρά τους χρόνους του, κάνει λογαριασμόν με τον θάνατον.

Β: Ποιον είναι το ασπρύτερον πράγμα οπού να είναι;

Μπ: Η ημέρα.

Β: Περισσότερον από το γάλα;

Μπ: Περισσότερον από το γάλα, και από το χιόνι ακόμα.

Β: Αν εσύ δεν με κάμεις να το ιδώ ετούτο, θέλω να κάμω να σε δεί­ρουν δυνατά.

Μπ: Ω δυστυχία και κακοριζικία των αυλών!

* τούτην την ταχινήν = σήμερα το πρωί

Πανουργία υψηλότατη του Μπερτόλδου, διά να μην πάρει ραβδιές.

Επήγε το λοιπόν ο Μπερτόλδος και έπιασεν ένα σίκλον γάλα και κρυφά τον ήφερεν εις την κάμαραν του βασιλέως και έκλεισεν όλα τα παραθύρια, και ήτον μεσημέριον, και, εμβαίνοντας ο βασιλεύς εις την κάμαραν, εσυνέβη να σκουντρίσει εις τον άνωθεν σίκλον του γάλατος και το ξαναγύρισεν όλον και ολίγον έλειψεν να μην πέσει με το μούτρον εις την γην. Όθεν, όλος θυμωμένος έκαμε να ανοίξουν τα παραθύρια και, βλέποντας εκείνον το γάλα χυμένον εις την γην και εκείνος πως εχτύπησε σε εκείνον τον σίκλον, άρχισεν να χουάζει, λέγοντας:

Β: Ποιος εστάθη εκείνος οπού έβαλεν εκείνον τον σίκλον το γάλα εις την κάμαράν μου και έκλεισεν τα παραθύρια, διά να σκουντρίσω εγώ μέσα;

Μπ: Εγώ εστάθηκα εκείνος, διά να σου δείξω πως η ημέρα είναι πλέον άσπρη και πλέον καθαρή από το γάλα. Διατί, αν ίσως και το γάλα ήτον ασπρύτερον από την ημέραν, εκείνο ήθελε σου ψέξει εις την κάμεραν, και δεν ήθελες κτυπήσει εις τον σίκλον, σαν έκαμες.

Β: Εσύ είσαι ένας πονηρός χωριάτης και κάθε καλαθιού ηυρίσκεις το χέρι του. Αμή τις είναι εκείνος οπού έρχεται εδώ; Αυτός είναι χωρίς άλλον ένας στελμένος από την βασίλισσαν και κρατεί μίαν γραφήν εις το χέρι του. Τραβίσου κάμπο­σον σε μίαν μερίαν, διά να καταλάβω τό λέγει ετούτος.

σίκλος: κουβάς

να σκουντρίσω: να σκοντάψω

Posted in Βάρναλης, Θεσσαλονίκη, Πρώιμα νέα ελληνικά, Παρουσίαση βιβλίου, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 82 Σχόλια »

Για τον Βάρναλη στη Γεννάδειο

Posted by sarant στο 11 Μαΐου, 2018

Χτες είχαμε την παρουσίαση των πιο πρόσφατων βιβλιων του εκδοτικού οίκου Αρχείο στην αίθουσα Cotsen Hall της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ανάμεσά τους και του τόμου «Αστυνομικά» με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχουν θέμα τους γεγονότα του αστυνομικού δελτίου, που τον έχω επιμεληθεί εγώ.

Ήταν πολύ πετυχημένη εκδήλωση, με μεγάλη προσέλευση. Με χαρά μου είδα φίλους από το ιστολόγιο, τόσο παλιούς γνωστούς όσο και τακτικούς αναγνώστες που δεν σχολιάζουν.

Όσες ομιλίες κάνω σε δημόσιες εκδηλώσεις τις δημοσιεύω και εδώ. Το ίδιο θα κάνω και σήμερα, θα δημοσιεύσω τη χτεσινή μου παρέμβαση στην εκδήλωση. Ή μαλλον, θα δημοσιεύσω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει -στην πράξη, παρέλειψα μερικά πράγματα επειδή είχε αναφερθεί σε αυτά η κυρία Ναταλία Βογκέικωφ-Brogan, υπεύθυνη του Αρχείου της Γενναδείου Βιβλιοθήκης (όπου φυλάσσεται και το αρχείο Βάρναλη), η οποία με αιφνιδίασε ευχάριστα, μια και αναφέρθηκε εκτενώς στα προηγούμενα βαρναλικά βιβλία που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο -έτσι, στη δική μου ομιλία παρέλειψα τη σύντομη αναφορά που είχα σκοπό να κάνω.

Προσθήκη: Ολόκληρο το βίντεο της ομιλίας, εδώ. (Η δική μου παρέμβαση από 12.50 εως 25.)

Παραθέτω λοιπόν το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου.

Καλησπέρα, θέλω να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ και να ευχαριστήσω και τις εκδόσεις Αρχείο για την υποδειγματική εκδοτική συνεργασία που έχουμε όλα αυτά τα χρόνια.

Νομίζω πως είναι πολύ ταιριαστό που η σημερινή παρουσίαση γίνεται εδώ, και που αρχίζει με ένα βιβλίο του Κώστα Βαρναλη, και αυτό διότι είναι πολλά εκείνα που συνδέουν τον ποιητή με τον χώρο.

Καταρχάς, το αρχείο Βάρναλη φυλάσσεται ακριβώς στη Γεννάδειο –και πρέπει να πούμε ότι και σε αυτό το βιβλίο όπως και στα προηγούμενα τρία βιβλία του Βάρναλη που έχω εκδώσει από τις εκδόσεις Αρχείο, η συμβολή του αρχείου Βάρναλη και του αρχειονομικού προσωπικού της Γενναδείου υπήρξε καθοριστική.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βάρναλης, Εκδηλώσεις, Παρουσίαση βιβλίου, Στρατός, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Η ευθύνη της (και ένα παράδοξα επίκαιρο χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2018

Συζητήθηκε πολύ, στα καναλια και στα κοινωνικά μέσα, η υπόθεση της νεαρής στη Νέα Σμύρνη που έκρυψε την εγκυμοσύνη της απο την μητέρα της και τον περίγυρό της και, όταν τελικά γέννησε, μέσα στον πανικό της πέταξε το νεογέννητο στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας της.

Από τις συζητήσεις αυτές πρόσεξα ένα άρθρο του φίλου Άκη Γαβριηλίδη, στο ιστολόγιό του. Διερωτάται ο Α.Γ. «τι θα έπρεπε να είχε κάνει η κοινωνία» για να μη σκοτωθεί το βρέφος. Παρατηρεί, και σωστά, ότι «η πεποίθηση ότι κάθε φαινόμενο –ιδίως κάθε αρνητικό/ παθολογικό/ δυσάρεστο φαινόμενο- έχει «κοινωνικά αίτια» … είναι καταρχήν και κατά βάση υγιής και χρήσιμη» αλλά επισημαίνει ότι «Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις στις οποίες το αντανακλαστικό να αναζητάμε τις «ευρύτερες κοινωνικές αιτίες» βραχυκυκλώνει και απολήγει σε έναν αφελή κοινωνιολογισμό, αν όχι σε μία απολογητική ταυτολογία» -και αυτο θεωρει ότι συνέβη στην περίπτωση της παιδοκτονίας στη Νέα Σμύρνη.

Να κάνουμε μια παρένθεση ορολογίας επειδή είδα να υποστηρίζεται κάπου αλλού ότι έχουμε «βρεφοκτονία». Ο όρος «παιδοκτονία» ειναι ακριβώς αυτός που χρησιμοποιείται απο τον Ποινικό Κώδικα, ο οποίος στο άρθρο 303 αναφέρει: Παιδοκτονία. Μητέρα που με πρόθεση σκότωσε το παιδί της κατά τον τοκετό ή μετά τον τοκετό, αλλά ενώ εξακολουθούσε ακόμη η διατάραξη του οργανισμού της από τον τοκετό τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν συγκρίνετε με άλλα είδη ανθρωποκτονίας, φαίνεται ότι η αντιμετωπιση από πλευράς ποινών είναι, και σωστά πιστεύω, επιεικέστερη.

Επιστρέφω στο αρθρο του Γαβριηλίδη. Ο συγγραφέας συνεχίζει απαριθμώντας τρεις λόγους που επικαλέστηκαν όσοι υποστήριξαν ότι «φταίει η κοινωνία»:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Δύο φύλα, Επικαιρότητα, Εκδηλώσεις, Κοινωνία, Μεταμπλόγκειν, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 209 Σχόλια »

Στην εποχή του μαρουλιού

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2018

Τις προάλλες πήγα και αγόρασα μαρούλια για τη μαγειρίτσα και τις πασχαλινές σαλάτες κι ύστερα, ψάχνοντας κάτι άλλο, έπεσα πάνω σε ένα κατοχικό χρονογράφημα του Βάρναλη αφιερωμένο ακριβως στο ταπεινό αυτο λαχανικό, οπότε σκέφτηκα να γράψω κι εγώ ένα άρθρο για τα μαρούλια, συνεχίζοντας τη σειρά με τα άρθρα για λαχανικά που δημοσιεύω πότε-πότε στο ιστολόγιο.

Δεν έχω πάρα πολλά να πω, αλλά περιμένω από εσας να συμπληρώσετε.

Το χρονογράφημα του Βάρναλη που σας έλεγα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 23 Απριλίου του 1942 και έχει τίτλο «Θρίδακος αίνος» κι αν έχετε άγνωστες λέξεις στον τίτλο δεν θα είστε μόνοι σας. Εντάξει, αίνος είναι ο έπαινος, το εγκώμιο, αλλά η πρώτη λέξη;

Και τότε που έγραφε ο Βάρναλης, άγνωστη θα ήταν, γι’ αυτό και σπεύδει να την εξηγήσει από την αρχή αρχή του χρονογραφήματος:

Κανένας Ρωμιός δεν έφαγε ποτές του το άγνωστο λαχανικό που λέγεται θρίδαξ. Τρώγει όμως μαρούλι, που είναι το ίδιο. Δυστυχώς, το προπατορικόν μας αμάρτημα, ο λογιωτατισμός, δεν αγνωστοποιεί μονάχα τις λέξεις, αλλά και τα πράγματα.

Τώρα είναι ο «χρυσούς αιών» του μαρουλιού. Σ’ όλες τις λαϊκές αγορές, σ’ όλα τα μανάβικα, σ’ όλα τα μαγέρικα και τα σπίτια έχει το προβάδισμα. Αυτό κυριαρχεί παντού. Κακά ονομάζουν οι ποιητές την άνοιξη «εποχή των ρόδων» (που’ναι τα;) γιατί είναι η εποχή του μαρουλιού. Ό,τι είναι τα χελιδόνια ψηλά στον αέρα, είναι τα μαρούλια κάτω στη γης.

Θρίδαξ λοιπόν ήταν το μαρούλι, ή ίσως κάποια ποικιλία μαρουλιού, στα αρχαία ελληνικά, με παράλληλους τύπους όπως θίδραξ με αντιμετάθεση ή θρόδαξ. Η ετυμολογία της λέξης είναι άγνωστη, ισως να πρόκειται για λέξη του υποστρώματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Μποστάνι των λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Εκδρομαί (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2018

Οι δεύτερες μέρες των μεγάλων γιορτών, των Χριστουγέννων και του Πάσχα, ειναι βέβαια αργίες κι αυτές όπως και η ανήμερα γιορτή, αλλά έχουν χαρακτήρα ιδιότυπο. Χωνεύουμε το αρνάκι ή αντίστοιχα τη γαλοπούλα -όχι μόνο και όχι τόσο κυριολεκτικά αλλά πάντως τη γιορταστική εμπειρία. Συνηθως είμαστε πιο χαλαροί, το εορταστικό κλίμα έχει περάσει, ιδίως τη Δευτέρα του Πάσχα όπου δεν επίκειται η καινούργια γιορτή της Πρωτοχρονιάς.

Και για το ιστολόγιο τέτοιες μέρες είναι ιδιόμορφες: μέρες αργίας και σχετικά χαμηλής επισκεψιμότητας, όπως και όλη η εορταστική περίοδος άλλωστε, ταιριάζει κάποιο λογοτεχνικό ανάγνωσμα, που να είναι κάπως σχετικό με τη γιορτή που τελειώνει αλλά να μην ειναι ακραιφνώς εορταστικό.

Για σήμερα διάλεξα ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη από τον καιρό της Κατοχής, που το έχω συμπεριλάβει στη συλλογή χρονογραφημάτων Αττικά, που κυκλοφόρησε πρόπερσι από τις εκδόσεις Αρχείο. Έχει τίτλο «Εκδρομαί» και περιγράφει, ειδικώς, μιαν εκδρομή στην Παλαιά Πεντέλη που έγινε τη Δευτέρα του Πάσχα, στις 17 Απριλίου 1944. Το χρονογράφημα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 19.4.1944.

Όπως και με άλλα κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη, περιγράφεται μια σκηνή λαϊκής ευωχίας εντελώς ξενη με την ιδέα που έχουμε για την καθημερινότητα στα χρόνια της Κατοχής. Αυτό μπορεί να αποσκοπούσε και στην τόνωση του ηθικού.

Οι συγκοινωνίες ήταν βέβαια υποτυπώδεις, αλλά και πριν από την Κατοχή δεν θα ήταν πολύ καλύτερες. Το λεωφορείο από την πλατεία Κάνιγγος κάνει δυο ώρες (ίσως με μια δόση χρονογραφικής υπερβολής) για να φτάσει στη Φραγκόκλησα, και από εκεί οι εκδρομείς ανηφορίζουν με τα πόδια ως την Πεντέλη -ο τελικός προορισμός δεν δηλώνεται σαφώς αλλά τεκμαίρεται.

Φραγκόκλησα ή Φραγκοκλησιά; Σήμερα χρησιμοποιούμε πιο πολύ τον δεύτερο τύπο (και επειδή δεν μένω στα βόρεια δεν ξέρω καν αν ο ναός, που έδωσε το όνομά του στην περιοχή, βρίσκεται στο Χαλάνδρι ή στο Μαρούσι) αλλά ο Βάρναλης το έλεγε «Φραγκόκλησα», και έτσι το έχει και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο τραγούδι από τον Δρόμο, αν και στο Γιουτούμπ το ανέβασαν «Φραγκοκλησιά»:

(Με ένα κ μάλλον η Φραγκόκλησα, αφού γράφουμε «ξωκλήσι»)

Σημειώνω ότι ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη «χαβούζα» με την παλιά σημασία της χτιστής δεξαμενής νερού, ιδίως σε σιντριβάνι, χωρίς τις σημασίες του βρόμικου και του μολυσμένου, που πήρε αργότερα η λέξη.

Και όπως θα δούμε, η εκδρομική Κόλαση δεν απέχει πολύ από τον Παράδεισο:

Εκδρομαί

            –Όποιος δεν πήγε εκδρομή τη Δευτέρα του Πάσχα δεν ξέρει τι είναι κόλαση, έλεγε την άλλη μέρα ο φίλος του υπαίθρου. Έπρεπε να έβλεπες στην πλατεία Κάνιγγος από τις 6 το πρωί την ανθρωποθάλασσα των νέων και τη φουρτούνα της! Ναι. Για τέτοιες ηρωικές εξορμήσεις μονάχα οι νέοι έχουνε… κότσια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Κατοχή, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Απόκριες πριν από 115 χρόνια

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2018

Δημοσιεύω σήμερα, μέρα που είναι, ένα χρονογράφημα του Κώστα Βάρναλη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος την 1η Μαρτίου 1952, τελευταίο αποκριάτικο Σάββατο, στο οποίο ο ποιητής θυμάται την Αποκριά του 1903.

Ο τίτλος του χρονογραφήματος είναι «Πριν από πενήντα» (χωρίς το αναμενόμενο αλλά εννοούμενο «χρόνια») με μια μικρή ανακρίβεια, χρονογραφική αδεία, αφού στην πραγματικότητα τα χρόνια είναι 49. Ωστόσο δεν θα μπορούσαν να είναι πενήντα διότι η Αποκριά του 1903 ήταν η πρώτη του Βάρναλη στην Αθήνα και γενικότερα στην Ελλάδα, αφού ήρθε για να σπουδάσει στη Φιλοσοφική, υπότροφος από κάποιο κληροδότημα, τον Οκτώβριο του 1902, δεκαοχτάχρονος.

Σημαδιακή λοιπόν εκείνη η πρώτη αθηναϊκή αποκριά για τον Βάρναλη, αν και κυρίως δεν περιγράφει τις δικές του αναμνήσεις, αλλά παραθέτει, στο μεγαλύτερο μέρος του χρονογραφήματος, αποσπάσματα από άρθρο της Ακροπόλεως εκείνων των ημερών -να είχε φυλάξει το παλιό εκείνο φύλλο στα χαρτιά του; Ή να το αναζήτησε στην Εθνική Βιβλιοθήκη;

Μια σύμπτωση που συνέβαλε στο να αποφασίσω να παρουσιάσω σήμερα το άρθρο αυτό είναι ότι o Βάρναλης γράφει πως η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς του 1903 έπεφτε στις 18 Φεβρουαρίου, όπως και σήμερα δηλαδή.

Ωστόσο, όταν έγραφα πια το άρθρο, άρχισε να με τσιγκλάει το καβουράκι της αμφισβήτησης, και θέλησα να το ελέγξω, αν όντως το 1903 η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς ήταν στις 18.2. Δεν είναι τόσο εύκολο να βρεις τις κινητές εορτές για τα χρόνια πριν από το 1923, που άλλαξε το ημερολόγιο. Για παράδειγμα, στη σελίδα αυτή είναι λάθος. Τελικά όμως, έψαξα και βρήκα την Ακρόπολι του 1903, βρήκα το φύλλο από το οποίο έχει αντλήσει υλικό ο Βάρναλης και είδα πως η χρονολόγηση που δίνει δεν ισχύει: είχε προφανώς μπροστά του το φύλλο της Ακροπόλεως της 18.2.1903, που περιγράφει τις αποκριάτικες σκηνές, το οποίο όμως κυκλοφόρησε την Τρίτη μετά την Καθαρά Δευτέρα. Η Κυριακή λοιπόν ήταν η 16η Φεβρουαρίου και μόλις έφαγα τέσσερις αράδες και κάμποση ώρα για μια τελείως άχρηστη εξακρίβωση.

Αλλά η μικρή απόκλιση των 2 ημερών δεν θα μας πτοήσει. Ας δουμε πώς γιορτάζονταν οι Απόκριες πριν από 49+66 = 115 χρόνια.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΝΗΝΤΑ (Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1.3.1952)

Αποκριές του 1903! Πρωθυ­πουργός o υπερπελοποννήσιος Θ. Δηλιγιάννης, πρόεδρος τής Βουλής Δ. Ράλλης, μακεδονικόν ζήτημα, στρατιωτικόν ζήτημα, σταφιδικόν ζήτημα, το σκάνδαλον της πριγκίπισσας τής Σαξωνίας, εγκαίνια του Υπερσιβηρικού και ηλεκτροφωτισμός των οδών Σταδίου, Ερμού κι Αιόλου! Ο Σουρής εκδίδει ποι­ήματα, ο Οίκος Φέξη τους Μοϊκα­νούς των Παρισίων, η Ακρόπολις τον «Εγκληματίαν Άνθρωπον» κι ο Γεράσιμος Βώκος «εκ τών δημιουργικών, εμβριθών και μορφωμένων δημοσιογράφων της πρώτης γραμ­μής» ανέλαβε την υποδιεύθυνση της «Ακροπόλεως». Καζάζης, Χρηστοβασίλης, Ματσούκας, Καλλιρρόη Παρρέν κατέχουν τα σκήπτρα του εθνισμού και της προόδου —κι η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς είναι η 18η Φεβρουαρίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Βάρναλης, Επετειακά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , | 144 Σχόλια »

Χριστούγεννα διαρκείας (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2017

Χριστούγεννα σήμερα, η μέρα επιβάλλει διήγημα χριστουγεννιάτικο. Και επειδή Παπαδιαμάντη βάλαμε χτες, σήμερα θα βάλουμε έναν άλλον αγαπημένο του ιστολογίου -ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Κώστα Βάρναλη, ουσιαστικά αθησαύριστο.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή τέτοια μέρα πριν από 64 χρόνια, στις 25.12.1953. Ο Βάρναλης διηγείται ένα επεισόδιο από τους βαλκανικούς πολέμους, από τα μετόπισθεν όμως, από ένα φυλάκιο στη Λήμνο.

Το διήγημα θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφικό. Πράγματι, ο Βάρναλης είχε υπηρετήσει στη Λήμνο στους βαλκανικούς πολέμους, όπου επιστρατεύτηκε αργά, το καλοκαίρι του 1913 μέχρι να απολυθεί τον Μάρτιο του 1914 οπότε ξαναγύρισε στη θέση του σχολάρχη στα Μέγαρα. Επιστρατεύτηκε ξανά τον Σεπτέμβριο του 1915 έως τον Ιούνιο του 1916, νομίζω και πάλι στη Λήμνο -αλλά τα περιστατικά του διηγήματος μάς οδηγουν να τοποθετήσουμε το γεγονός στα Χριστούγεννα του 1913, όταν η απελευθέρωση του νησιού ήταν νωπή και οι εκκλήσεις του λοχία προς τους κτηνοτρόφους του χωριού θα είχαν περισσότερη ισχύ.

Στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα (δημοσιεύτηκαν αρχικά σε εφημερίδα το 1935) ο Βάρναλης αφιερώνει πολλές σελίδες στο κεφ. Πώς ενθυμούμαι τους πολέμους 1912-1913, και αναφέρεται στην προσφορά τροφίμων από τους ντόπιους χωρίς όμως να τη συνδέει με τα Χριστούγεννα. Περισσότερα δεν μπορώ να πω διοτι το βιβλίο δεν το έχω προχειρο (Η φίλη μας η Μαρία προθυμοποιήθηκε να πληκτρολογήσει αποσπάσματα από τις σχετικές σελιδες (170-192 του βιβλίου) αλλά δεν θέλησα να την κουράσω χρονιάρες μέρες.

Το διήγημα δεν έχει εκδοθεί απ’ όσο ξέρω σε βιβλίο. Το χαρακτήρισα «ουσιαστικά αθησαύριστο» διότι ναι μεν δημοσιεύτηκε πρόπερσι σε κάποιον ιστότοπο, αλλά με άφθονα λάθη, άλλα εσκεμμένα και άλλα όχι. Πράγματι, ο συντάκτης προειδοποιεί ότι «(Στο διήγημα υπάρχουν κάποιες σκόπιμες αλλαγές λέξεων και λάθη για την αποτροπή των αντιδεοντολογικών αναδημοσιεύσεων και αναπαραγωγής)» και όντως έχει πχ αλλάξει τους 30 άνδρες σε 35 και τον Πρέκα σε Γκέκα, αλλά το κείμενό του περιέχει επίσης δεκάδες αβλεψίες σε σύγκριση με το δημοσιευμένο πρωτότυπο. Όλα σχεδόν τα «ήτανε» του Βάρναλη έχουν γίνει «ήταν», το «έχετε δίκιο» το έκανε «έχετε δίκαιο», το «ανάλαβε» το έκανε «ανέλαβε», το «διάταξε» –> «διέταξε» και το «ν’ αρτυθούνε» –> «ν’ αμπωθούνε» (!) Τέτοιο γλωσσικό σιδέρωμα με κάνει να χαρακτηρίζω «ουσιαστικά αθησαύριστο» το διήγημα.

Σημειώνω πως το σκίτσο που συνοδεύει το άρθρο (και την πρώτη δημοσίευση) είναι του γνωστού ζωγράφου Μίνου Αργυράκη (1920-1998) ο οποίος επί πολλά χρόνια συνεργαζόταν με την εφημερίδα.

Μονοτονίζω φυσικά και εκσυγχρονίζω (ελάχιστα) την ορθογραφία.

Μαλιχέρια είναι το όπλο Μάνλιχερ, πολύ διαδεδομένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη και στο ποίημα του «Στην εξορία«.

Τα χάβαρα είναι είδος φαγώσιμου στρειδιού. Ο ζάβαλης είναι ο κακομοίρης, ο καημένος.

Ο κεχαγιάς ήταν αξιωματούχος του οθωμανικού κράτους, είδος διαχειριστή, και έχει διατηρηθεί στη νέα ελληνική με τη μεταφορική σημασία του ανθρώπου που θέλει να ελέγχει τα πάντα -λέμε, ας πούμε, «δεν σ’ εβαλα κεχαγιά στο κεφάλιι μου». Ωστόσο, στη Λήμνο κεχαγιάδες λέγονταν οι παλιοί παραδοσιακοί κτηνοτρόφοι με τα μεγάλα κοπάδια, και ο Βάρναλης εξηγεί την πρώτη φορά που αναφέρει τη λέξη αυτήν την ειδική σημασία της.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

– Γρήγορα Λιβάνιε, φώναξε ο λοχίας του αποσπάσματος με τη βαριά του φωνή και με ύφος Ναπολέοντος.

Ο λοχίας μας ήτανε καλή καρδιά μα το ‘χε φυσικό του να μιλάει πάντα θυμωμένα και να τρελαίνεται για ελληνικούρες.

Λιβάνιος ήτανε ο υποδεκανέας του αποσπάσματος – ενός φυλακίου δηλαδή από 30 άνδρες, που είχε σταλεί να φυλάει την είσοδο του κόρφου του Μούδρου στον πόλεμο του 1912-13.

– Και συ δάσκαλε!

Δάσκαλος ήταν η άλλη προσωπικότητα του αποσπάσματος, γενικός γραμματεύς του λοχία.

– Και συ, Ψαλτίδη, και συ, Πρέκα, και συ, Βλάχο – και συ Βαγγέλη… Όλοι… Πάρτε και τα όπλα σας.

– Και τις ψείρες μας; μουρμούρισε ο Βαγγέλης.

– Σιωπή! Βρυχήθηκε ο λοχίας… Εμπρός, μαρς.

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Βαλκανικοί πόλεμοι, Διηγήματα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 91 Σχόλια »

Αστυνομικά, 265 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη (1939-1957)

Posted by sarant στο 8 Δεκέμβριος, 2017

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο, σε δική μου επιμέλεια, ένας τόμος με 265 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη που έχει τον τίτλο «Αστυνομικά». Όπως αφήνει να εννοηθεί ο τίτλος, πρόκειται για χρονογραφήματα που έχουν ως αντικείμενο τις μεγάλες και (κυρίως) τις μικρές ειδήσεις του αστυνομικού δελτίου: από γεγονότα που συντάραξαν την κοινή γνώμη και έγιναν πρωτοσέλιδα στις εφημερίδες έως ειδησάρια για μικροπεριστατικά που δεν αξιώθηκαν παραπάνω από ένα μικρό μονόστηλο σε μια γωνία της τελευταίας σελίδας.

Να θυμίσω ότι από τις ίδιες εκδόσεις έχω παρουσιάσει δύο άλλους τόμους με δημοσιογραφικά κείμενα του Βάρναλη: τα Γράμματα από το Παρίσι και το Τι είδα εις  την Ρωσσίαν των Σοβιέτ και στη συνέχεια έναν πρώτο τόμο με χρονογραφήματα για την Αθήνα και την Αττική, τα «Αττικά», που κυκλοφόρησε πέρυσι τέτοιον καιρό. Σκοπός μας είναι, όσο αντέχουμε, να βγάλουμε κι άλλους τόμους με χρονογραφήματα του Βάρναλη, όπως Ταβέρνα και καφενείο, Τα δυο φύλα, Γλωσσικά και φιλολογικά.

Τα χρονογραφήματα που περιλαμβάνονται στον τόμο δημοσιεύτηκαν σε τέσσερις εφημερίδες της Αθήνας από το 1939 έως το 1957, τις εξής:

Πρωία, 1939-1944
Προοδευτικός Φιλελεύθερος, 1950-1953
Προοδευτική Αλλαγή 1953
Αυγή 1953-1957

Η μερίδα του λέοντος των χρονογραφημάτων του τόμου (σχεδόν τα δύο τρίτα) ανήκουν στη μεσαία περίοδο, στα σχεδόν τριάμισι χρόνια 1950-1953. Δεν είναι παράλογο: στην Κατοχή η ειδησεογραφία είναι αποστειρωμένη και η γκάμα των επιτρεπτών θεμάτων στενή, ενώ τα χρονογραφήματα στην Αυγή έχουν πολιτικό κυρίως χαρακτήρα.

Αντίθετα, στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια της περιόδου 1950-53, τα χρονογραφήματα του Βάρναλη αντλούν συχνότατα το θέμα τους από την τελευταία σελίδα των εφημερίδων, τη σελίδα με τα κάθε λογής ειδησάρια, όπως άλλωστε το δηλώνει ρητά κι ο ίδιος:

Καθρέφτης της παντοτινής και καθημερινής «ευημερίας» της χώρας είναι η τελευταία σελίδα των εφημερίδων. Ομιλώ για την ευημερία του λαού―των «κάτω στρωμάτων», που λένε. (…) Ομιλώ για την ευημερία των ανέργων, των αστέγων, των ανοσηλεύτων, των «αγραμμάτων» και των «ορεσιβίων»!

Και ακόμα πιο απερίφραστα, χωρίς ειρωνεία: Η τελευταία σελίδα των εφημερίδων είναι ο ηθικός καθρέφτης του πολιτισμού μας. Εκεί αναγράφονται τα συνηθισμένα εγκλήματα της προηγούμενης ημέρας. Τα συνηθισμένα, τα χιλιοειπωμένα, τα χωρίς πρωτοτυπία, τα ίδια και τα ίδια! Τα βαρετά!

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Παρουσίαση βιβλίου, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , | 101 Σχόλια »

Σειρήνες και καταφύγια

Posted by sarant στο 4 Οκτώβριος, 2017

Χτες το πρωί ακούστηκαν σε όλη την Αθήνα οι σειρήνες της άσκησης, που όλοι ευχόμαστε να μην ακουστούν ποτέ στα σοβαρά, οπότε βρήκα αφορμή να λεξιλογήσω σήμερα γι’ αυτές, παίρνοντας κι έμπνευση από μιαν ανάρτηση του φίλου Φίλιππου Κοεράντ.

Ακούσαμε σειρήνες λοιπόν, μια λέξη  που φυσικά παραπέμπει στον Όμηρο και στην Οδύσσεια. Τις Σειρήνες της Οδύσσειας τις ξέρουμε όλοι: ήταν πλάσματα με κεφάλι ή και σώμα γυναικείο αλλά με φτερά πουλιού και με γοητευτική φωνή, που μάγευαν τα περαστικά πλοία με το γλυκό τραγούδι τους και τα παράσερναν στο χαμό (ἀλλά τε Σειρῆνες λιγυρῇ θέλγουσιν ἀοιδῇ, μ44: τον θέλγουν οι Σειρήνες με το οξύφωνο τραγούδι τους, στη μετάφραση του Μαρωνίτη).

Δασκαλεμένος από την Κίρκη, ο Οδυσσέας τις απέφυγε –η ιστορία υπάρχει στο μ της Οδύσσειας και οι μεταγενέστεροι πρόσθεσαν άφθονες λεπτομέρειες. Η λέξη περνάει στα λατινικά ως siren και sirena στα λαϊκά λατινικά, και από εκεί στα γαλλικά, ως sirène, όπου παίρνει και τη μεταφορική σημασία του σαγηνευτικού τραγουδιού, ενώ χρησιμοποιείται και στη ζωολογία για διάφορα αμφίβια.

Πρώτα το 1819 ο Cagnard de la Tour δίνει την ονομασία syrène σε μια συσκευή που είχε κατασκευάσει, η οποία εξέπεμπε ήχους μεταβλητού ύψους· την ονόμασε έτσι επειδή εξέπεμπε ήχους μέσα στο νερό. Το 1888 καταγράφεται η λέξη για συσκευή που βγάζει δυνατά ηχητικά σήματα και αρχικά καταγράφεται σε χρήση στα πλοία στα λιμάνια και μετά για κάθε είδους ηχητικό σήμα συναγερμού ή ειδοποίησης. Έτσι, από το γοητευτικό (αλλά ολέθριο) τραγούδι φτάνουμε στην απαίσια (αλλά σωτήρια ενίοτε) στριγγλιά που αναγγέλλει βομβαρδισμούς ή καταστάσεις έκτακτες.

Να πούμε ακόμα ότι η ετυμολογία της λ. Σειρήν είναι αβέβαιη· έχει προταθεί η σύνδεση με τη λ. σειρά (σχοινί), άρα Σειρήνες θα ήταν μεταφορικά εκείνες που έδεναν. Αλλά αυτή είναι μία μόνο εξήγηση από τις πολλές. Και σχέση με τον Σείριο έχει προταθεί. Μπορεί να είναι και δάνειο. Βαθιά νερά δηλαδή.

Οι μυθολογικές Σειρήνες έχουν πλουτίσει τη φρασεολογία μας με τη χαλαρή (όχι εντελώς παγιωμένη) φράση «κλείστε τα αυτιά σας στις Σειρήνες», δηλαδή μην παρασύρεστε από οτιδήποτε παραπλανά με τρόπο γοητευτικό. Ο Οδυσσέας πράγματι έκλεισε τα αυτιά των συντρόφων του με κερί, για να κωπηλατούν απερίσπαστοι, ο ίδιος όμως δέθηκε στο κατάρτι και παράγγειλε στους συντρόφους να μην τον λύσουν όσο κι αν τους εκλιπαρούσε -κι έτσι απόλαυσε με προφύλαξη την επικίνδυνη απόλαυση. Είπαμε, τον είχε δασκαλέψει η Κίρκη. Καμιά φορά λέγεται μεταφορικά ότι «σαν τον Οδυσσέα κλείσαμε τα αυτιά μας στις Σειρήνες», θυσιάζοντας τη μυθολογικήν ακρίβεια στη σφιχτάδα της διατύπωσης. Αυτό, αν το πει ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένδειξη αμορφωσιάς, ενώ αν το πει π.χ. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είναι φυσικά απολύτως αποδεκτό και δόκιμο.

Με τις χτεσινές σειρήνες, ο φίλος Φίλιππος Κοεράντ δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το εξής σχόλιο:

Με τις σειρήνες που ακούγονται σήμερα σε όλη τη χώρα «στο πλαίσιο άσκησης» σκέφτηκα πως δεν θα είναι εντελώς αχρείαστη η αναφορά στον Κωνσταντίνο Κυρίμη.

Για κάθε εκκεντρική δραστηριότητα υπάρχει πάντα ένας αφοσιωμένος ερευνητής που την δραστηριότητα την κάνει σκοπό ζωής. O Κυρίμης χαρτογραφεί και καταγράφει όλα τα καταφύγια στις ελληνικές πόλεις και τη δουλειά του την έχει εκδώσει σε βιβλία με εντελώς μετρημένο τιράζ. Ό,τι καταφύγιο υπάρχει σε πολυκατοικίες στην Ελλάδα έγινε επί Μεταξά, με υποχρεωτική διάταξη στον κανονισμό ανέγερσης νέων οικιών/πολυκατοικιών. Ο δικτάτορας, που είχε στρατιωτική παιδεία με σπουδές στη Γερμανία πριν τον μεσοπόλεμο, γνώριζε ή διαισθανόταν πως η εξέλιξη των πολέμων θα είναι οι επιχειρήσεις από αέρος.

Στην Αττική κυρίως, υπάρχει και μια άγνωστη υπόγεια μυστική Αττική, αστική. Ο ανυποψίαστος περαστικός δεν θα αναγνωρίσει τα ίχνη, ο έμπειρος ναι, είναι η κατασκευή μιας τρύπας που δείχνει σαν υπόνομος αλλά δεν είναι, η διάταξη στα πλακάκια του πεζοδρομίου, τέτοια αόρατα σημάδια. Στις παραδοσιακές κεντρικές περιοχές της Αθήνας (Κυψέλη, Εξάρχεια, Κολωνάκι) οι παλιές πολυκατοικίες διαθέτουν καταφύγια. Πάντα οι ένοικοι και οι διαχειριστές αγνοούν πως έχουν από κάτω εγκαταλελειμένο καταφύγιο (που προφανώς έχει στοιχειώσει και είναι άχρηστο στην πράξη) αλλά εκείνος, πάει, ακούραστος και ψάχνει με μάσκες, στα σκοτάδια και καταγράφει και φωτογραφίζει. Ζητάει την άδεια από τους ενοίκους, πάντα τον αντιμετωπίζουν σαν διαρρήκτη (στην Κυψέλη σε μια περίπτωση νόμιζαν πως θα σκάψει τούνελ για την γειτονική τράπεζα και δεν του επέτρεψαν) ενώ σε πολλές περιπτώσεις σαν κυνηγό θησαυρού «ό,τι βρεις από χρυσές λίρες φίλε, μισά μισά». Ο μισός χρόνος που αφιερώνει είναι να πείσει να του δώσουν την άδεια να κατεβεί.

Δεν είναι χόμπι εύκολο, ούτε ακίνδυνο, ούτε για αναψυχή, ούτε για περιέργους χτεσινούς που βρήκαν νέα ασχολία και θέλουν να γίνουν Ιντιάνα Τζόουνς. Και για αυτό το λόγο ο Κυρίμης αποφεύγει να εκφράζεται δημόσια με λόγο συναρπαστικό για ό,τι βλέπει, για να μην παρασύρει νεοφώτιστους. Απαιτείται επίσης επιστημονική προεργασία, ειδική γνώση καθώς και εξαντλητικά μέτρα ασφαλείας. Μάσκες για τον ελλειπή αερισμό και τις δηλητηριώδεις οσμές σήψης, κράνη για προστασία από πιθανές καταρρεύσεις, βοηθός που επικοινωνεί από την επιφάνεια της γης για να καλέσει βοήθεια αν υπάρξει κάτι απρόοπτο, ακόμα και προστασία από τα τσιμπήματα μυστηριωδών εντόμων, αρουραίων και ερπετών που ζουν εκεί κρυπτικά.

Κάποια καταφύγια διατηρούνται σε εντυπωσιακά καλή κατάσταση, διαχέεται φως από την επιφάνεια και είναι σαν να κατασκευάστηκαν χτες, αλλά τα περισσότερα είναι πλέον σαν σπηλιές απροσπέλαστες μέσα σε ένα απόκοσμο περιβάλλον.

Όμως η γη μιλάει, και το αποτέλεσμα, αυτόν που το έχει αποφασίσει, τον αποζημιώνει.

Τον Κωνσταντίνο Κυρίμη δεν τον ήξερα, ούτε τα βιβλία του, αν και γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε πολλά για τις έρευνές του. Ωστόσο, ήξερα για τα καταφύγια στις παλιές αθηναϊκές πολυκατοικίες, εκείνες που χτίστηκαν τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο. Φυσικά, όταν ήρθε η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τα καταφύγια, στον πόλεμο εννοώ, επιστρατεύθηκαν όχι μόνο όσα είχαν κατασκευαστεί επί τούτου, αλλά και όσα υπόγεια υπήρχαν (και ήταν πάρα πολλά) στις μονοκατοικίες.

Όταν δούλευα τα Αττικά, τον τόμο με τα χρονογραφήματα του Βάρναλη, συνάντησα (και συμπεριέλαβα στον τόμο) και μερικές αναφορές στα αθηναϊκά καταφύγια. Όχι πολλές, διότι το πρώτο τρίμηνο του 1941 ο Βάρναλης αντί για χρονογραφήματα έγραφε ιστορικές επιφυλλίδες για τους Ρωμαίους αυτοκράτορες, τους οποίους φρόντιζε, συμμετέχοντας στην πολεμική προσπάθεια, να ζωγραφίζει με μελανά χρώματα. Ωστόσο, τον Απρίλιο του 1941 αφιέρωσε χρονογράφημά του στα καταφύγια:

 

Καταφύγια
(Πρωία, 11 Απριλίου 1941)

Τα καταφύγια –όσο κι αν είναι υπόγεια σκοτεινά και πολλές φορές υγρά, γιατί δεν φτάνει έως εκεί ο ήλιος –αποτελούν «τόπον αναψυχής»! Είναι μια ποικιλία, ένα ξεμούδιασμα κι ένα κουράγιο. Μέσα εκεί θα βρει κανείς πολλούς αγνώστους, αλλά και μερικούς γνωστούς. Τύποι περίεργοι, αλλά και τύποι κοινοί μπαίνουν ήσυχα-ήσυχα σαν στο σπίτι τους· πιάνουν μια κάσα ή κανένα πάγκο, αν υπάρχουν τέτοιες πολυτέλειες, και κάθονται. Οι περισσότεροι όμως πιάνουν ένα κομμάτι τοίχο, ακουμπούν απάνω και στέκονται ασάλευτοι ή βγάζουν την εφημερίδα τους και βυθίζονται στο διάβασμά της, για να περνά η ώρα. Μερικές κυρίες ή κορίτσια βγάζουν από την σάκα τους μια φανέλα και πλέκουν ή κανένα μυθιστόρημα και δημιουργούν το ευχάριστο «άλλοθι» στη χώρα της Φαντασίας και των Οραμάτων.

Κανένας δεν καπνίζει, ούτε συζητεί. Απαγορεύεται. Μιλούνε σιγά αναμεταξύ τους, λες και προσέχουν μην ξυπνήσουν τις μπόμπες. Στους τοίχους και στα ανώφλια των εισόδων υπάρχουν πινακίδες: «Απαγορεύεται το κάπνισμα, ως και αι συζητήσεις».

–Τι συντακτικό λάθος έχει αυτή η επιγραφή; ρωτά χαμηλόφωνα ο δάσκαλος (δεν μπορεί να είναι τίποτες άλλο!) το φίλο του.

–«Απαγορεύεται… αι συζητήσεις». Έπρεπε να πει «απαγορεύεται το κάπνισμα και αι συζητήσεις».

–Αλλά τι… συζητάτε, λέγει ένας διπλανός, αφού απαγορεύεται;

Τα μικρά παιδάκια σ’ αυτές τις «κοσμικές συγκεντρώσεις» –και τις λέγω κοσμικές, γιατί όλοι στο μισοσκόταδο φέρνονται με τακτ αναμεταξύ τους –δίνουνε τον τρυφερό τόνο της αθωότητός τους. Φαίνονται πως δεν πολυκαταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται. Κρατιούνται από την ποδιά της μάνας τους. Αλλά η παιδική ευκινησία δεν τ’ αφήνει να μείνουνε πολλή ώρα καρφωμένα σ’ ένα μέρος. Ξεφεύγουνε και πάνε και στο γείτονα:

–Γιάννη με λένε!

Συσταίνεται μοναχός του ο μικρούλης, χωρίς να τον ρωτήσεις. Ένας άλλος έχει κατέβει με το… ποδηλατάκι του· και τα κοριτσάκια με την κούκλα τους ή με την αρκούδα τους. Όλη η ζωή του σύμπαντος, όλο το δράμα της σημερινής ανθρωπότητας, αλλά κι όλη η ελπίδα και η αμεριμνησία του μέλλοντος βρίσκονται εδώ σε μικρογραφία.

Κάθε πολίτης, αρσενικός ή θηλυκός, μικρός ή μεγάλος, έχει τα γνωστά του καταφύγια. Ξέρει κυρίως ποια είναι τα κοντινότερα καταφύγια στο σπίτι του, στο γραφείο του, στο καφενείο που πάει ή στο ρεστοράν που τρώγει. Αυτά τα καταφύγια τα θεωρεί ιδιοκτησία του. Όταν βαρέσει συναγερμός. «δεν καταλαμβάνεται εξ απροόπτου». Ξέρει πού θα πάει. Και πάει ήσυχα και καμαρωτός. Εκεί όχι μονάχα δεν θα πλήξει, γιατί θα συναντήσει τους γνωστούς του ή φίλους του του κάθε καταφυγίου, παρά και θα χαζέψει ή θα κουβεντιάσει και θ’ αλλάξει λιγάκι «αέρα», δηλ. τη μονοτονία της καθημερινής ρουτίνας. Κι όταν η σειρήνα βαρέσει διάλυση, κανένας δε βιάζεται να βγει έξω. Αργοκίνητο ποτάμι ο κόσμος όλων των ηλικιών προχωρούνε προς την έξοδο αργά κι επίσημα σαν άνθρωποι που βγαίνουν από το σπίτι τους. Γιατί όλοι οι «καταφυγιώτες» έχουνε το συναίσθημα πως το καταφύγιο είναι σπίτι τους.

Έξω όμως από τα γνωστά και τα άγνωστα μόνιμα καταφύγια, υπάρχουνε και μερικά της… ευκαιρίας. Χθες τη νύχτα π.χ. μια παρέα που βρέθηκε στην πλατεία των Πευκακίων και ζητούσε καταφύγιο, είδε ένα υπόγειο με μαρμαρένια σκαλιά και μερικά κοριτσόπουλα στην πόρτα, που κοιτάζανε τον ουρανό.

–Επιτρέπεται;

–Περάστε.

Κι η παρέα κατέβηκε τα σκαλιά. Δεν ήτανε καταφύγιο, αλλά μπορούσε να παίξει το ρόλο «ερζάτς» καταφυγίου: μια βιβλιοθήκη, καρέκλες, τραπέζι, λουλούδια κλπ. κι ένας αέρας νεανικής δροσιάς και νοικοκυροσύνης. Τα κοριτσόπουλα των διπλανών σπιτιών που είχανε κι αυτά καταφύγει στη γνωστή τους αυτήν οικογένεια, με τις μπούκλες τους και τα καλτσάκια τους, βγαίνανε στην πόρτα, κοιτάζανε τον ουρανό, ξαναγυρίζανε και μιλούσανε ψιθυριστά. Ο γέρος της παρέας, που, φαίνεται είχε πιει λιγάκι, ακούμπησε τον αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το άσπρο του κεφάλι στην παλάμη. Κι ενώ έξω ο απειλητικός βόμβος των αεροπλάνων αλώνιζε τον ουρανό κάτου από το φεγγάρι κι έφτανε ως το υπόγειο,  ακούστηκε ξαφνικά ένα μακάριο ρουχαλητό στα βάθη της γης. Ο γέρος τον είχε πάρει σαν στο σπίτι του.

Η πλατεία Πευκακίων του χρονογραφήματος πρέπει να είναι στην εκκλησία Άγιος Νικόλαος στην Ασκληπιού -εκείνη η περιοχή λέγεται Πευκάκια.

Αλλά ο Βάρναλης και σε επόμενο χρονογράφημά του, ένα από τα τελευταία πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα, αφού δημοσιεύτηκε στις 25 Απριλίου, κάνει πάλι αναφορά στα παιδιά και τις αντιδράσεις τους σε σχέση με σειρήνες και καταφύγια:

Αλλά ποιος θα το έλεγε πως και αυτά τα μικρά παιδάκια θα είχανε κι αυτά προσαρμοσθεί στην πραγματικότητα του πολέμου και θα είχανε πάρει τα σχετικά συνήθεια; Είπαμε, αγνοούνε τον πόλεμο και δεν θέλουνε να τον ξέρουν. Όμως άμα ακούσουνε τη σειρήνα, αφήνουνε τα παιγνίδια τους και τις φωνές τους στο δρόμο και τρέχουνε στα σπίτια τους ή στα γνωστά καταφύγια. Εκεί μέσα εξακολουθούνε να παίζουνε, αν είναι μέρα. Αν είναι νύχτα, κοιμούνται ύπνο-μολύβι. Τίποτα δεν μπορεί να τα ξυπνήσει.

Αλλά ποιος θα το έλεγε, πως η μικρούλα Αριστεΐτσα, το χάρμα της γειτονιάς, με τα κατάμαυρα μαλλιά και την περήφανη κορμοστασιά, η Αριστεΐτσα των τεσσάρων χρονών, που ακόμα δεν μπορεί να πει το ρο, θα είχε τόσο συνηθίσει στον πόλεμο, ώστε να μηχανοποιήσει τις αντιδράσεις της, που φέρνει η σειρήνα του συναγερμού; Μόλις βαρέσει η σειρήνα, παίρνει στο ένα χέρι μια φέτα ψωμί, στο άλλο ένα κύπελλο νερό, και καμαρωτή και προσεχτική μη στάξει και μη βρέξει πάει στο καταφύγιό της. Η γειτονιά την ξέρει και γελά που την βλέπει να προβαίνει ιερατική και επίσημη. Γιατί ξέρει, πως το περίφημο καταφύγιό της είναι κάποιο υπόγειο σ’ ένα αντικρινό μονόπατο σπίτι.

Την εποχή εκείνη ο Βάρναλης κατοικούσε στη Δημοχάρους, πίσω από τα (τότε) Παραπήγματα. Η μικρούλα Αριστεΐτσα, τετράχρονη τότε, μπορεί να είναι σήμερα μια θαλερή ογδοντάχρονη. Δεν θα έχει πια κατάμαυρα τα μαλλιά, βέβαια. Είθε τα δικά της εγγόνια να ακούνε τις σειρήνες μόνο στις ασκήσεις!

 

 

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Βάρναλης, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Συνεργασίες, Φρασεολογικά, Χρονογραφήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 131 Σχόλια »

Η μεταμόρφωση του Σάτυρου (πεζό του Κωστή Παλαμά)

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζό ενός μεγάλου ποιητή, του Κωστή Παλαμά -ενός ποιητή που, ίσως άδικα, δεν διαβάζεται πολύ στις μέρες μας ενώ στον καιρό του κυριάρχησε στην ελληνική ποιητική και πνευματική ζωή επί δεκαετίες.

Σε αυτό το πεζό του Παλαμά έφτασα τυχαία: διάβαζα ένα παλιό χρονογράφημα του Βάρναλη, κατοχικό, με θέμα απαισιόδοξο, τις αυτοκτονίες. Μιλώντας από την οπτική γωνία του θανατόφιλου, ο Βάρναλης γράφει:

Ξέρετε τι απάντησε ο Σάτυρος στο Σύλλα, άμα τον ρώτησε: ποιο είναι το καλύτερο πράμα στον κόσμο;

―Το καλύτερο, απάντησε ο τραγοπόδης θεός, είναι να μη γεννηθείς. Αλλ’ άμα έχεις γεννηθεί, το καλύτερο είναι «ως τάχιστα θανείν»…

Τους Βίους του Πλουτάρχου τους έχω διαβάσει… μισούς. Έχω διαβάσει τους Έλληνες, αλλά από τους Ρωμαίους μόνο τον Κικέρωνα και τον Καίσαρα, οπότε το επεισόδιο αυτό δεν το ήξερα. Έψαξα στον βίο του Σύλλα και πράγματι βρήκα το επεισόδιο, αλλά κάπως διαφορετικά διηγημένο.

Λέει, στο κεφάλαιο 27:

Σύλλας δὲ διὰ Θετταλίας καὶ Μακεδονίας καταβὰς ἐπὶ θάλατταν παρεσκευάζετο χιλίαις ναυσὶ καὶ διακοσίαις ἀπὸ Δυρραχίου διαβάλλειν εἰς Βρεντέσιον. ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος. ἐνταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον, οἷον οἱ πλάσται καὶ γραφεῖς εἰκάζουσιν, ἀχθέντα δὲ ὡς Σύλλαν ἐρωτᾶσθαι δι’ ἑρμηνέων πολλῶν ὅστις
εἴη· φθεγξαμένου δὲ μόλις οὐδὲν συνετῶς, ἀλλὰ τραχεῖάν τινα καὶ μάλιστα μεμιγμένην ἵππου τε χρεμετισμῷ καὶ τράγου μηκασμῷ φωνὴν ἀφέντος, ἐκπλαγέντα τὸν Σύλλαν ἀποδιοπομπήσασθαι.

Το ρεζουμέ:

Καθώς επέστρεφε ο Σύλλας από την Ελλάδα για την Ιταλία, περνώντας από την Απολλωνία, στη σημερινή Αλβανία, σε ένα ειδυλλιακό μέρος οι στρατιώτες του έπιασαν έναν Σάτυρο που κοιμόταν. Ήταν ακριβώς όπως τον παρασταίνουν οι γλύπτες κι οι ζωγράφοι. Τον οδήγησαν στον Σύλλα, κι αυτός έφερε διερμηνείς που τον ρώτησαν σε διάφορες γλώσσες. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να μιλήσει ανθρωπινά, παρά έβγαζε μια τραχιά φωνή μισό χλιμίντρισμα και μισό βέλασμα σαν του τράγου. Φοβήθηκε ο Σύλλας και τον έδιωξε.

Ο Πλούταρχος λοιπόν μας διηγείται μεν τη συνάντηση του Σύλλα με τον Σάτυρο, αλλά δεν δίνει τη συνομιλία -και πώς να τη δώσει, αφού ο Σάτυρος δεν μιλούσε ανθρωπινά. Από πού λοιπόν βρήκε ο Βάρναλης τη στιχομυθία;

Γκουγκλίζοντας βρήκα το πεζογράφημα του Παλαμά που θα σας παρουσιάσω σήμερα, το οποίο μεταπλάθει λογοτεχνικά τη διήγηση του Πλουτάρχου -που μάλιστα την προτάσσει ως μότο στην αρχή. Ο Παλαμάς φαντάζεται δύο συναντήσεις του Σύλλα με τον Σάτυρο, μία στον πηγαιμό των Ρωμαίων, που εκτυλίσσεται όπως περίπου την περιγράφει ο Πλούταρχος, και μια στην επιστροφή, όπου ο Σάτυρος έχει περάσει μια περιπέτεια που τον έκανε σοφότερο -και μιλάει.

Το πεζογράφημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο δεκαπενθήμερο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας» (τόμος Β’, σελ. 20), που το εξέδιδε ο Γεράσιμος Βώκος (για τον οποίο έχω γράψει εδώ, ξεχνώντας να αναφέρω αυτο το περιοδικό). Με το «Περιοδικόν μας» συνεργάζονταν οι περισσότεροι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής, αλλά παρά την ενδιαφέρουσα ύλη του το περιοδικό μετά βίας έφτασε τα πρώτα του γενέθλια. Δέκα χρόνια αργότερα ο Βώκος, που ήταν και ζωγράφος, έβγαλε το εικαστικά πολύ προχωρημένο περιοδικό «Καλλιτέχνης», που αποδείχτηκε κάπως μακροβιότερο. Ύστερα πήρε των ομματιών του για το Παρίσι, όπου πέθανε.

Αγγάρεψα τον φίλο μας τον Σκύλο να μας πληκτρολογήσει το πεζό του Παλαμά, μονοτονικό βέβαια, έκανα και ορθογραφικόν εκσυγχρονισμό, και το παρουσιάζω εδώ. Στο τέλος, κάνω ένα σύντομο σχόλιο.

ΑΠΟΛΟΓΟΙ

ΥΠΟ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ

ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ
πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ
χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς
πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος.
Ενταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον,

Π λ ο υ τ ά ρ χ ο υ (Βίος Σύλλα)

Στην Απολλωνία γεννήθηκα. Εκεί πρωτοχάραξεν η ζωή μου η άγρια και η ακαμάτρα, και η λάγνα και η δολοπλόκα μου ζωή και η άθεη.

Όλες οι πηγές μού καθαροζωγράφιζαν, κι οι αντίλαλοι όλοι μού βροντοφώναζαν την ασκήμια.

Σ΄έναν τόπο σύλογγο, στο Νεραϊδόσπηλο, πρωτοξέσπασεν η ορμή μου. Την πρώτη νύφην ιερή που απάντησα, χύθηκα για να την αγκαλιάσω ακόλαστα· και ήταν η νύφη Φαέθουσα· και ήταν αδελφή μου η Φαέθουσα. Και ήμουν ο καταραμένος όλων και ο σιχαμερός. Και πρώτ’ απ’ όλους με μίσησαν τα θεία τα γονικά μου. Και οι θεοί όπου με τύχαιναν, ύψωναν τη φτέρνα τους για να με συντρίψουν. Και των βουνών οι ξωτικές και των νερών μ’ έτρεμαν εμένα· και καμιά λαχτάρα πόθου, μήτε δίψα γνωριμιάς, δεν παράδερνε μέσα στον τρόμο τους. Κι έφευγε ο κόσμος, μόλεμα, και τον ίσκιο μου.

Αλίμονό σου, άνθρωπε, που θα περνούσεν απάνου σου το φύσημά μου! Μιαν αγριμιού κακού ψυχή σου πύρωνε το είναι σου. Και τρισαλιά σου, Αμαδρυάδα, που, θέλοντας μη θέλοντας, θα σ’ έσφιγγεν η καταδασωμένη μου αγκαλιά! Η παρθενιά της η ισόθεη, μπαίγνιο των χεριών μου ξεδιάντροπο, σέρνονταν ύστερα ξεσκίδι ανάμεσ’ από τα πόδια μου, πόδια ενός τράγου! Ω τα φιλιά μου τ’ αμολόγητα μέσ’ από το καμίνι το στόμα μου!

Και ήμουν ο στουμπομύτης κι ο τραγοκέρατος με τα μεγάλα του ζωντόβολου τ’ αυτιά· και ο δειλιασμένος ήμουνα που τρόμαζα· και ήμουν ο οκνός με τη γοργάδα του ανέμου· και ήμουν ο πανάσχημος με την ουρά και με τη σκέψη της μαϊμούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Βάρναλης, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »

Συνάντηση με δυο ποιητές στην Αθήνα του 1936

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα εκτενές απόσπασμα από το βιβλίο «Εξόριστοι στο Αιγαίο» (εκδόσεις Φιλίστωρ, 2002). Στο συγκεκριμένο απόσπασμα (σελ. 110-119), ο Αυστραλός δημοσιογράφος και ποιητής Μπερτ Μπερτλς (Bert Birtles, 1900-1994) περιγράφει τη συνάντησή του με τον Κώστα Βάρναλη και τον Γιώργο Σεφέρη (που τον αποκαλεί με το πραγματικό του όνομα, Σεφεριάδη) στην Αθήνα το 1936, και στη συνέχεια αναλύει την ποιητική σύνθεση «Φως που καίει» του Βάρναλη.

Το βιβλίο αξίζει να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε, διότι είναι μια πολυ ενδιαφέρουσα εικόνα της Ελλάδας στη δεκαετία του 30 και ειδικότερα της ζωής των εξορίστων στην Ανάφη και τη Γαύδο -δυο νησιά που κατάφερε να επισκεφτεί ο επίμονος Μπερτλς παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες και να συζητήσει με τους εκεί κομμουνιστές εξόριστους.

Βέβαια, ο Μπερτλς είχε ήδη βρεθεί από το Σίδνεϊ στην Αθήνα, μέσω Νιουκάστλ, οπότε δεν τον τρόμαζαν οι περιπέτειες. Μαζί με τη σύζυγό του Ντόρα (1900-1992) πέρασαν περίπου ένα χρόνο στην Ελλάδα, έμαθαν τη γλώσσα και συζήτησαν με επώνυμους και ανώνυμους. Ανήκαν και οι δυο στον κύκλο της λογοτεχνίζουσας αριστερής μποεμίας του Σίδνεϊ. Έγραφαν και οι δυο ποιήματα -και μάλιστα, όπως βλέπω στο βιογραφικό σημείωμα του Μπερτλς, ο Μπερτ αποβλήθηκε οριστικά από το πανεπιστήμιο επειδή έγραψε ένα (ερωτικό) ποίημα, η δε Ντόρα τιμωρήθηκε με αποβολή δύο ετών για τον ίδιο λόγο!

Το βιβλίο του Μπερτλς το διάβασε πρόσφατα στο στερούμενο διαδικτύου ερημητήριό του ο φίλος μας ο Σκύλος -αυτός διάλεξε το απόσπασμα και επίσης το πληκτρολόγησε αφού μια πρώτη προσπάθεια με OCR απέτυχε ανεξήγητα. Τον ευχαριστούμε πολύ.

Σε κάποια σημεία ομολογώ ότι έχω επιφυλάξεις για τη μετάφραση -π.χ. ο αρχειοφύλακας που αναφέρεται είναι μάλλον κάτι άλλο (δεν έχω το αγγλικό πρωτότυπο), ενώ σε κάμποσα σημεία υπάρχουν αδεξιότητες, που πάντως δεν ενοχλούν πολύ. Από την άλλη, νομίζω ότι στον μεταφραστή Γιάννη Καστανάρα χρωστάμε την ανακάλυψη του βιβλίου, που κυκλοφόρησε προπολεμικά στα αγγλικά αλλά έμεινε στην αφάνεια επί 60 χρόνια μέχρι που ανασύρθηκε στην ελληνική του έκδοση.

Από τα συμφραζόμενα βγαίνει ότι οι συναντήσεις με τον Βάρναλη έγιναν στις αρχές του 1936 η πρώτη, αφού ως τα τέλη του 1935 ήταν στην εξορία, και λίγους μήνες μετά (αλλά πριν από τον Αύγουστο) η δεύτερη. Με αρκετό ψάξιμο, που δεν έχω χρόνο να κάνω, θα μπορούσε να εντοπιστεί πότε έγινε η εκδήλωση προς τιμή του Ρομέν Ρολάν, που αναφέρεται στο κείμενο. Ο Βάρναλης τότε ήταν 52 χρονών, δεν «κόντευε τα 50» όπως τον υπολογίζει ο Μπερτλς. Η Περσεφόνη Βλάσση, που την αναφέρει ο συγγραφέας ότι τον βοήθησε στη μετάφραση του ποιήματος του Βάρναλη, είναι γνωστότερη ως Πέρσα Βλάση, και ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής των Πρωτοπόρων, του λογοτεχνικού περιοδικού που πρόσκειταν στο ΚΚΕ τον μεσοπόλεμο. Γνωστότερη είναι η αδελφή της, η Αύρα Βλάση-Παρτσαλίδου. Δυστυχώς δεν υπάρχει ένα πλήρες βιογραφικό λεξικό του ελληνικού εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος (το βιβλίο του Γ. Αλεξάτου δεν έχει την Πέρσα Βλάση και έχει ελλιπές βιογραφικό για την Αύρα) κι έτσι δεν μπορώ να εξηγήσω τη διαβεβαίωση του Μπερτλς ότι η Πέρσα είχε μητρική της γλώσσα τα αγγλικά.

Όμως έγραψα πολλά, δίνω τον λόγο στον Μπερτλς:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Μεσοπόλεμος, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 77 Σχόλια »

Η αθώα περιστερά (χρονογράφημα του Κ. Βάρναλη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2017

Το σημερινό χρονογράφημα το θυμήθηκα τις προάλλες, που είχε γίνει στα σχόλια μια συζήτηση για το πώς μπορεί κανείς να μαγειρέψει περιστέρια -αφού, όπως θα δείτε, περιστρέφεται γύρω από αυτό ακριβώς το θέμα.

Όμως, μαγείρεμα περιστεριών υπό ειδικές συνθήκες -μέσα στην Κατοχή και μάλιστα μέσα στον εφιαλτικό χειμώνα του 1941-42. Το χρονογράφημα που θα παραθέσω σήμερα δημοσιεύτηκε στην Πρωία στις 11 Ιανουαρίου του 1942.

Δεν περιλαμβάνεται στον τόμο με τα Αττικά χρονογραφήματα που εξέδωσα πέρυσι, διότι το έχω κρατήσει για άλλον τόμο, που θα ακολουθήσει, το 2018 ή το 2019 αν είμαστε γεροί, με (προσωρινό) τίτλο «Του καφενείου και της ταβέρνας». Ωστόσο δεν είναι και άγνωστο στους νεότερους αναγνώστες, αφού συμπεριλαμβάνεται στον τόμο «Φέιγ βολάν της Κατοχής» με 80 κατοχικά χρονογραφήματα του Βάρναλη που τα διάλεξε ο φίλος Γιώργος Ζεβελάκης.

Το χρονογράφημα όπως θα δείτε δεν αφήνει να φανεί η φονική πείνα του χειμώνα εκείνου -προφανώς η λογοκρισία δεν θα το επέτρεπε. Από την άλλη, μην ξεχνάμε πως για να τονωθεί το ηθικό του αναγνώστη ώστε να αντέξει τη μαυρίλα, χρειάζονταν εύθυμα κι αισιόδοξα κείμενα.

Στο ιστολόγιο δεν έχουμε δημοσιεύσει άρθρο για το περιστέρι, δηλαδή για τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά του. Να πούμε απλώς ότι υπάρχει η έκφραση «κάνει την αθώα περιστερά» για κάποιον που παριστάνει ότι δεν έχει καμιά συμμετοχή σε κάποια επιλήψιμη πράξη, ακριβώς επειδή το περιστέρι είναι σύμβολο όχι μόνο της ειρήνης αλλά και της αθωότητας.

Η αθώα περιστερά
(Πρωία, 11.01.1942)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Ζωολογία, Κατοχή, Χρονογραφήματα, ζώα, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »