Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Βιβλία’ Category

Ο ανεδιάβαστος (ένα κείμενο του Γιάννη Χάρη)

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2021

Για ένα κείμενο λέω, αλλά στην πραγματικότητα είναι διπλό. Πριν από λίγες μέρες, ο φίλος Γιάννης Χάρης δημοσίευσε στο Φέισμπουκ μια συντομη εξομολόγηση με τον τίτλο «Ο ανεδιάβαστος», το οποίο παρέπεμπε σε ένα παλιότερο εκτενές άρθρο του, από το μακρινό 2007, τότε, που υπήρχαν πολλά και ζωντανά ιστολόγια, με έντονη μεταξύ τους αλληλεπίδραση (αλλά δεν υπήρχε σχεδόν Φέισμπουκ, ούτε Τουίτερ, ούτε Ίνσταγκραμ και τα άλλα των νεότερων).

Το παλιότερο εκείνο κείμενο ήταν η συμμετοχή του Χάρη σε ένα παιχνίδι των μπλογκ, όπου ο καθένας καλούσε κάποιον άλλο να εξομολογηθεί/αποκαλύψει πέντε πράγματα για τον εαυτό του. Θα το παραθέσω πιο κάτω, αλλά να πω εισαγωγικά πως ένα από τα πέντε αυτά πράγματα ήταν η εξομολόγηση του Γ. Χάρη ότι δεν διαβάζει, ότι βαριέται το διάβασμα, μια δήλωση που ακούγεται παράδοξη από κάποιον που και γράφει και ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση και με την επιμέλεια κειμένων -και βιβλίων. Γι’ αυτό και στο νεότερο, εισαγωγικό ας το πούμε, κείμενό του αυτοχαρακτηρίζεται «ανεδιάβαστος».

Όπως θα δείτε, στο τέλος του παλιότερου κειμένου του ο Γιάννης είχε πετάξει το μπαλάκι και σε μένα, καλώντας με να συνεχίσω το παιχνίδι και να εξομολογηθώ κι εγώ πέντε πράγματα για τον εαυτό μου. Δεν είχα τότε ανταποκριθεί, και για να πω την αλήθεια δεν θυμάμαι για ποιο λόγο, αλλά το πιθανότερο είναι πως άργησα να δω το σχετικό άρθρο -και άλλωστε δεν είχα ιστολόγιο τότε.

Και εδώ είναι η μεγάλη ειρωνεία, πώς τα φέρνει η ζωή δηλαδή, ότι το 2007 ειρωνευόμουν τον Χάρη για την ενασχόλησή του με τα μπλογκ (και τον σχετικό μπελά, να διαβάζει σχόλια και να απαντάει) και προτιμούσα την ηρεμία που πρόσφερε το να δημοσιεύω σε σάιτ, με πολύ μικρότερη αλληλεπίδραση και αναπληροφόρηση.

Και τώρα έχω, επί δωδεκάμισι χρόνια μάλιστα, ιστολόγιο, με χιλιάδες άρθρα και με εκατοντάδες χιλιάδες σχόλια! Πώς τα φέρνει η ζωή!

(Όσο για την πρόκληση να εξομολογηθώ κι εγώ με τη σειρά μου πέντε πράγματα, λέω να το κάνω -όχι σήμερα όμως).

Αλλά ας δώσω τον λόγο στον φίλο Γιάννη Χάρη:

Ο ΑΝΕΔΙΑΒΑΣΤΟΣ
(για φίλες και φίλους που συχνά μου κάνουν την τιμή να μου στείλουν ένα βιβλίο τους, και ντρέπομαι τι να τους πω…)
Πάνε χρόνια, απίστευτα πολλά, που δεν διαβάζω. Βιβλία που μου κινούν την περιέργεια, για τα οποία με διαβεβαιώνουν φίλοι πως είναι αριστουργήματα…, τίποτα. Μαζεύονται κάποια στοίβες, λέω τουλάχιστον να τα ξεφυλλίσω…, τίποτα.
Ε πώς, δε γίνεται, θα πείτε. Τίποτα τίποτα δηλαδή; Καλά· είναι και έργα λόγου χάρη στα οποία αναφέρεται ο Κούντερα, και πρέπει τότε να τα διατρέξω, ή αναλόγως να τα διαβάσω κανονικά, για να μη μεταφράζω λέξεις σκόρπιες στον αέρα, εννοείται. (Έτσι διάβασα, ας πούμε, και με μεγάλη απόλαυση, ενθουσιασμό μάλλον, το «Δέρμα» του Μαλαπάρτε, χωρίς ωστόσο αυτό να με παρακινήσει για ανάλογο εγχείρημα…) Και επίσης έργα φίλων της στενής παρέας (αυτών που επιστρατεύω και για δικά μου κείμενα και μεταφράσεις), σε χειρόγραφο ακόμα, όταν νομίζω ότι κάπου θα βοηθήσει η… σοφία μου. (Αλλά κι αυτά, με την ηλικία και με την προβληματική υγεία, όλο και πλημμελέστερα πια.)
Αλλιώς, τίποτα. Ποτέ κανένας δεν με πίστεψε και ούτε με πιστεύει, κι ας το ’χω εξομολογηθεί δημόσια, όταν πρωτάνοιξα το μπλογκ μου και προκλήθηκα να πάρω μέρος σ’ ένα παιχνίδι όπου εκμυστηρευόταν κανείς πέντε άγνωστα πράματα για τον εαυτό του: το παραθέτω εδώ το κείμενο αυτό, θα μάθετε έτσι κι άλλα ανήκουστα.
Το κείμενο είναι του 2007· το σχετικό με το [μη] διάβασμα είναι το σημείο 5. Βάλτε τώρα και τα 14 χρόνια που πέρασαν από τότε, με τα διάφορα –το διάβασμα έγινε περίπου γολγοθάς.
Και το κείμενο του 2007

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Βιβλία, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , | 45 Σχόλια »

Μόνο βιβλία είχαμε μπόλικα (απόσπασμα από το βιβλίο του Άμος Οζ)

Posted by sarant στο 8 Αυγούστου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα απόσπασμα, και συγκεκριμένα το 3ο κεφάλαιο, από το βιβλίο «Ιστορία αγάπης και σκότους» του Άμος Οζ, ένα αυτοβιογραφικό αφήγημα που μπορεί να χαρακτηριστεί μυθιστόρημα ενηλικίωσης, αφού σε αυτό ο Οζ αφηγείται την ιστορία της οικογένειάς του και την παιδική και εφηβική του ηλικία -και ταυτόχρονα την ιστορία της Ιερουσαλήμ και του κράτους του Ισραήλ κατά τον 20ό αιώνα. Ο τίτλος που βάζω στο άρθρο είναι δικός μου, αν και είναι παρμένος από μια φράση του βιβλίου.

Ο Άμος Οζ (1939-2018) γεννήθηκε Άμος Κλάουσνερ στην Ιερουσαλήμ λίγους μήνες πριν αρχίσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Η οικογένεια του πατέρα του κρατούσε από το Βίλνιους της σημερινής Λιθουανίας, αν και κάποιοι είχαν κάνει μια σκάλα στην Οδησσό πριν εγκατασταθούν στην Παλαιστίνη της βρετανικής αγγλικής εντολής στη δεκαετία του 1920. Η οικογένεια της μητέρας του ερχόταν από το Ρίβνε, σήμερα στην Ουκρανία. Και οι δυο ήταν διανοούμενοι -ο πατέρας του είχε πάντοτε φιλοδοξία για πανεπιστημιακή καριέρα, αλλά έμεινε βιβλιοθηκάριος, αφού στο νεοπαγές εβραϊκό κράτος οι πτυχιούχοι και διδάκτορες πρωτοκλασάτων πανεπιστημίων ήταν πάρα πολλοί. Ένα-δυο χρόνια μετά την αυτοκτονία της μητέρας του, το 1952, ο Άμος Κλάουσνερ πήγε εθελοντής στο κιμπούτς Χούλντα. Εκει πήρε το επώνυμο Οζ. Με τον τρόπο αυτό ήρθε σε ρήξη με την οικογένειά του, που ήταν δεξιοί, αφού στα κιμπούτς επικρατούσε πνεύμα κομμουνισμού.

Αλλά αυτά θα τα διαβάσετε στο βιβλίο, που αξίζει αν το επιχειρήσετε παρόλο που ξεπερνάει τις 700 σελίδες. Εγώ διάλεξα να παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλιοφιλικό κεφάλαιο, που δεν είναι το πρώτο βιβλιοφιλικό αυτοβιογραφικό απόσπασμα που έχουμε βάλει στο ιστολόγιο (θυμίζω, ας πούμε, ένα πρόσφατο αντίστοιχο της Ούρσουλας Λε Γκεν). Στην αρχή σκέφτηκα να παραθέσω μόνο το κομμάτι του κεφαλαίου που μιλάει ειδικώς για τα βιβλία αλλά τελικά αποφάσισα να βάλω όλο το κεφάλαιο.

Tο βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ιακώβ Σιμπή για τις εκδόσεις Καστανιώτη (2004). Βρήκα πολύ καλή τη μετάφραση, παρόλο που κάποια σημεία μού κίνησαν την περιέργεια (αλλά σε 700+ σελίδες και ποιος δεν θα είχε κάποιες παρατηρήσεις;).

Σημειώνω ότι τα «βιβλία με τελίτσες», που αναφέρει ο Οζ σε κάποιο σημείο, είναι τα βιβλία στα οποία δηλώνονται τα φωνήεντα με τελίτσες για να βοηθηθεί ο αναγνώστης, κάτι που γίνεται μόνο στα παιδικά βιβλία. Στα σημερινά εβραϊκά βιβλία για ενήλικες τα φωνήεντα δεν δηλώνονται.

Το βιβλίο έχει και ενδιαφέρον γλωσσικό, π.χ. σε κάποια σημεία όπου ο Οζ αναφέρει τις παρεξηγήσεις (συχνά ξεκαρδιστικές) που γίνονταν όταν μια λέξη της κλασικής εβραϊκής είχε πάρει άλλη σημασία στην αργκό ή τις λεπτομερείς εξηγήσεις που αγαπούσε να δίνει ο πατέρας του για την ετυμολογία διάφορων λέξεων και τη σχέση τους με άλλες λέξεις άλλων γλωσσών. Όμως τ’ αποσπάσματα αυτά είναι διάσπαρτα στο κείμενο οπότε δεν ήταν εύκολο να παρουσιαστούν εδώ.

Όσο για το παλαιστινιακό, ασφαλώς δεν θα λυθεί αύριο -απέφυγα να το θίξω στην εισαγωγή μου, αλλά σίγουρα θα αναφερθεί στα σχόλιά σας.

3

Μπορούσες να διακρίνεις παντού διάφορους μικρούς αγγελιαφόρους εκείνης της Ευρώπης, που ήταν η γη της επαγγελίας. Παραδείγματος χάρη, εκείνα τα ανθρωπάκια, εκείνα τα μικροσκοπικά ανθρωπάκια που κρατούσαν τα παντζούρια ανοιχτά όλη τη διάρκεια της ημέρας, εννοώ εκείνα τα μεταλλικά μάντσαλαχ, τα α­νάγλυφα μάνταλα σε σχήμα ανθρώπου: όταν ήθελες να κλείσεις τα παντζούρια τα γύριζες έτσι ώστε όλο το βράδυ να μένουν κρεμασμέ­να με το κεφάλι προς τα κάτω. Όπως ακριβώς κρέμασαν τον Μουσολίνι και την παλλακίδα του, που λεγόταν Κλάρα Πετάτσι, στο τέ­λος του Παγκοσμίου Πολέμου. Και ήταν τρομερό, απαίσιο, όχι το ότι τους κρέμασαν, αυτό βέβαια τους άξιζε, αλλά το ότι τους κρέ­μασαν με το κεφάλι προς τα κάτω. Εγώ τους λυπήθηκα λίγο, παρό­λο που ήταν απαγορευμένο, αδιανόητο, τι, τρελάθηκες εντελώς; Έ­χασες τα λογικά σου; Να λυπάσαι τον Μουσολίνι; Είναι σαν να λυ­πάσαι τον Χίτλερ! Εγώ όμως το δοκίμασα, σε ένα σωλήνα στον τοί­χο, κρεμάστηκα από τα πόδια, με το κεφάλι κάτω: μετά από δυο λε­πτά όλο το αίμα μου κατέβηκε στο κεφάλι και ένιωθα να λιποθυ­μάω. Ο Μουσολίνι και η παλλακίδα του ήταν κρεμασμένοι έτσι, ό­χι δυο λεπτά αλλά τρεις μέρες και τρεις νύχτες, ακόμα και μετά που τους σκότωσαν! Τη θεώρησα πολύ άγρια τιμωρία, ακόμα και για δολοφόνους. Ακόμα και για παλλακίδες.

Όχι πως είχα την παραμικρή ιδέα τι σήμαινε παλλακίδα. Σ’ όλη την Ιερουσαλήμ δεν υπήρχε εκείνες τις μέρες ούτε μία. Υπήρχε η «φί­λη», υπήρχε η «σύντροφος», υπήρχε η «φίλη με τις δυο σημασίες της λέξης». Μπορεί εδώ κι εκεί να υπήρχαν και κάποια ειδύλλια: πολύ επιφυλακτικά έλεγαν, λόγου χάρη, πως ο Τσερνιχόφσκι είχε κάποια νταραβέρια με τη φίλη τού Λουπάτιν, και εγώ υπέθετα καρδιοχτυπώντας ότι οι λέξεις «κάποια νταραβέρια» ήταν μια μυστήρια, μοι­ραία έκφραση, που έκρυβε πίσω της κάτι γλυκό και φοβερό, κάτι ε­παίσχυντο. Όμως παλλακίδα! Αυτό ήταν βιβλικό ζήτημα. Ένα ζή­τημα που ξεπερνούσε τη ζωή. Αδιανόητο. Ίσως στο Τελ-Αβίβ να υπάρχουν τέτοια πράγματα, σκεφτόμουν, εκεί πάντα υπάρχουν διά­φορα πράγματα που εδώ σε μας δεν υπάρχουν και απαγορεύονται.

Ο συγγραφέας το 1965

Άρχισα να διαβάζω σχεδόν μόνος από τότε που ήμουν τόσο δα μικρός. Μήπως είχαμε και τίποτε άλλο να κάνουμε; Οι νύχτες τότε ή­ταν πολύ πιο μακριές, επειδή η υδρόγειος σφαίρα γυρνούσε πολύ πιο σιγά, αφού και η βαρύτητα στην Ιερουσαλήμ ήταν πολύ πιο μεγά­λη από ό,τι είναι σήμερα. Το φως της λάμπας ήταν κίτρινο και χλο­μό, και έσβηνε κάθε τόσο με τις πολλές διακοπές ρεύματος. Μέχρι σήμερα συνδέονται μέσα μου η μυρωδιά των κεριών που κάπνιζαν και η μυρωδιά της μαυρισμένης από καπνιά λάμπας πετρελαίου με την επιθυμία μου να διαβάσω κάποιο βιβλίο. Από τις εφτά το από­γευμα κλεινόμασταν σπίτι εξαιτίας της απαγόρευσης κυκλοφορίας που επέβαλλαν οι Άγγλοι στην Ιερουσαλήμ. Όμως ακόμα κι όταν δεν απαγόρευαν την κυκλοφορία, ποιος ήθελε να βρίσκεται έξω ε­κείνες τις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Όλα ήταν θεόκλειστα, δεν υπήρ­χε ψυχή στα πέτρινα δρομάκια. Κάθε σκιά που περνούσε σ’ αυτά τα σοκάκια έσερνε πίσω της στην άδεια άσφαλτο τρεις ή τέσσερις σιλουέτες σκιάς.

Ακόμα και όταν δεν υπήρχε διακοπή ρεύματος, ζούσαμε πάντα με το θολό φως επειδή έπρεπε να κάνουμε οικονομία: οι γονείς μου άλλαζαν τη λάμπα των σαράντα βατ με μια των είκοσι πέντε, όχι μό­νο εξαιτίας της τιμής αλλά και, κυρίως, από θέμα αρχής, επειδή το ζωηρό φως ήταν σπατάλη και η σπατάλη ήταν ανήθικο πράγμα. Στο μικρό μας διαμέρισμα συνωστιζόταν πάντα όλο το ταλαιπωρημένο ήμισυ του ανθρώπινου γένους: τα πεινασμένα παιδιά στις Ινδίες, που εξαιτίας τους έπρεπε να τελειώσω ό,τι μου έβαζαν στο πιάτο. Οι μααπιλίμ, οι επιζήσαντες από τη χιτλερική κόλαση, που οι Άγγλοι τους εξόριζαν στις τενεκεδένιες καλύβες των στρατοπέδων της Κύπρου. Τα ορφανά που περιπλανιόντουσαν ακόμα με τα κουρέλια τους στα χιονισμένα δάση της κατεστραμμένης Ευρώπης. Ο μπαμπάς καθό­ταν μέχρι τις δύο τη νύχτα και δούλευε μπροστά στο γραφείο του υπό το φως μιας αναιμικής λάμπας των είκοσι πέντε βατ, ζορίζοντας τα μάτια του, διότι δεν ήταν ωραίο να χρησιμοποιείς πιο δυνατή λά­μπα: οι πιονιέροι στα κιμπούτς της Γαλιλαίας κάθονται κάθε βρά­δυ στη σκηνή και γράφουν ποιητικές συλλογές ή φιλοσοφικές πραγ­ματείες υπό το φως του τρεμάμενου στον άνεμο κεριού, πώς μπορείς εσύ να τους αγνοήσεις και να κάθεσαι σαν Ρότσιλντ υπό το φως μιας ζωηρής λάμπας σαράντα βατ; Και τι θα πουν οι γείτονες αν δουν ξαφνικά στο σπίτι μας φώτα χοροεσπερίδας; Θεωρούσε λοι­πόν πιο σωστό να βγάζει τα μάτια του προκειμένου να μη βγάζει μάτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Βιβλία, Εβραϊσμός, Ισραήλ, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , , , , | 157 Σχόλια »

Βιβλία για το φετινό καλοκαίρι

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2021

Το ιστολόγιο αγαπά τις παραδόσεις και προσπαθεί να τις τηρεί. Και μία από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι και το σημερινό μας άρθρο, που ακολουθεί τη συνήθεια που είχαν (και ίσως έχουν ακόμα) τέτοιες μέρες τα περιοδικά και οι εφημερίδες, να προτείνουν “βιβλία για τις διακοπές”, όσο κι αν φέτος οι διακοπές είναι κάπως παράξενες, αν και καλύτερες από τις περυσινές, πάντως με τη Δαμόκλειο σπάθη της μετάλλαξης Δ να κρέμεται πάνωθέ μας.

Είχαν και κάποιες υποτιθέμενες προδιαγραφές τα “καλοκαιρινά” αυτά βιβλία, που υποτίθεται ότι θα τα διάβαζε κανείς στην ακρογιαλιά, ανάμεσα στις βουτιές: όχι πολύ βαριά θέματα, ας πούμε, αλλά να έχουν και πολλές σελίδες για να φτουρήσουν, αφού το καλοκαίρι διαβάζουμε περισσότερο κι άντε να βρεις βιβλιοπωλείο στην άγονη γραμμή.

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία και του αρέσει να συζητάει για βιβλία, κι έχουμε ανεβάσει ήδη αρκετά άρθρα με προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι, αρχίζοντας από το 2010, που σας είχα ζητήσει να προτείνετε βιβλία που να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, χωρίς να ανήκουν απαραίτητα π.χ. σε τριλογία, ενώ το 2011 χαλάρωσα τους περιορισμούς και ζήτησα να προτείνετε οποιοδήποτε βιβλίο. Το 2012 είχα ζητήσει προτάσεις για καινούργια βιβλία, νέες εκδόσεις δηλαδή, επειδή είχα κάνει τη διαπίστωση, που μάλλον εξακολουθεί να ισχύει, ότι το βασικό πρόβλημα της βιβλιαγοράς είναι ότι η υπερπροσφορά καλών και φτηνών παλιότερων βιβλίων, από εφημερίδες ή σε προσφορές των εκδοτικών οίκων, αν και καταρχήν είναι κάτι πολύ καλό για το αδυνατισμένο βαλάντιο του βιβλιόφιλου, ωστόσο στραγγαλίζει την αγορά του καινούργιου βιβλίου. Το 2013 δεν έβαλα κανέναν περιορισμό και σας ζήτησα απλώς να προτείνετε βιβλία για το καλοκαίρι, χωρίς προσανατολισμό σε είδος (π.χ. αστυνομικά) ή σε ύφος (π.χ. ανάλαφρα). Το ίδιο έκανα και το 2014, όπως και το 2015 αλλά και το 2016. Το 2017 σας ζήτησα να δείξετε προτίμηση σε καινούργια βιβλία. Και το 2018 δημοσιεύσαμε αντίστοιχο βιβλιοφιλικό άρθρο, όπως και πρόπερσι, το 2019, αλλά και πέρυσι, το 2020.

Μάλιστα, αν προσέξετε, τα τελευταία χρόνια αυτά τα καλοκαιρινά βιβλιοφιλικά μας άρθρα δημοσιεύονται την ίδια μέρα, 10 Ιουλίου, ή τέλος πάντων εκεί κοντά. Επειδή όπως είπαμε τηρώ τις παραδόσεις, το ίδιο έκανα και φέτος. Πάντως, να θυμίσω ότι προτάσεις για βιβλία-δώρα δημοσιεύουμε και τον Δεκέμβριο, κοντά στα Χριστούγεννα -εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της κατηγορίας.

Και φέτος λοιπόν σας καλώ να προτείνετε βιβλία για τις μέρες του καλοκαιριού, όπου κι αν τις περάσουμε, στις παραλίες ή στην πόλη. Δεν θα βάλω κάποιον περιορισμό, προτείνετε ό,τι θέλετε, αν και θα είχε κάποιο νόημα να δώσουμε προτεραιότητα σε σχετικά καινούργιες εκδόσεις ή επανεκδόσεις.

Λένε πως ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του, οπότε θα ξεκινήσω αναφέροντας τα δυο δικά μου σχετικά πρόσφατα βιβλία, που βέβαια είναι περσινά. Καταρχάς, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια ο τόμος Πολεμικά, ο τέταρτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη. Πρόκειται για 81 χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στην Πρωία ενώ μαινόταν ο πόλεμος του 1940-41, τα περισσότερα σε πνεύμα ενθουσιασμού, τα τελευταία, όταν είχε πια αρχίσει η γερμανική επίθεση, προσπάθεια εμψύχωσης. Για περισσότερα, παραπέμπω στο άρθρο του ιστολογίου.

Έπειτα, κοντά στα Χριστούγεννα βγήκε ένα «εντελώς» δικό μου βιβλίο: κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το βιβλίο μου «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων. Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του». Στο βιβλίο αυτό έχω αφιερώσει ειδική σελίδα, και το έχω παρουσιάσει αρκετές φορές στο ιστολόγιο, οπότε δεν θα πω περισσότερα.

Πάμε τώρα σε βιβλία άλλων. Διάβασα πρόσφατα, και μου άρεσε, την Ανθρώπινη κωμωδία του Ουίλιαμ Σάρογιαν, που βλέπω ότι κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Gutenberg, φέτος, αλλά βέβαια είναι γραμμένο μέσα στον πόλεμο, το 1942, και περιγράφει ακριβώς τη ζωή σε μια μικρή πόλη της Καλιφόρνιας, μέσα από τα μάτια ενός 14χρονου που δουλεύει ταχυδρομικός διανομέας και έχει το θλιβερό έργο να επιδίδει τα τηλεγραφήματα στις οικογένειες των στρατιωτών που έχουν σκοτωθεί στο πεδίο της μάχης.

Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφόρησε η νουβέλα Ο πόλεμος των φτωχών του Ερίκ Βουγιάρ. Πρόκειται για μια εξιστόρηση του πολέμου των χωρικών και της ζωής του Τόμας Μύντσερ (τον 16ο αιώνα στη Γερμανία, αλλά με αναφορές και σε προηγούμενες εξεγέρσεις αγροτών, στην Αγγλία τον 14ο αιώνα). Και εδώ έχουμε το σαγηνευτικό ύφος του Βουγιάρ, γνώριμο από προηγούμενα έργα του που έχουμε παρουσιάσει και εδώ.

Από τις ίδιες εκδόσεις διάβασα το βραβευμένο στη Γαλλία μυθιστόρημα του Νταβίντ Ντιόπ Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα. Στα χαρακώματα του Πρώτου Πολέμου, ένας Σενεγαλέζος στρατιώτης, γεμάτος ενοχές επειδή θεωρεί ότι είναι υπεύθυνος για τον θάνατο του αδελφικού του φίλου, μετατρέπεται σε μια μηχανή θανάτου, στην αρχή προκαλώντας τον θαυμασμό αλλά μετά τον φόβο των συμπολεμιστών του. Σημειώνω ότι ο γαλλικός τίτλος είναι Frère d’ame, αλλά στην ελληνική έκδοση αλλαξε με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα (η φράση του ελληνικού τίτλου εμφανίζεται στον μονόλογο του αφηγητή).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Καλοκαιρινά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 77 Σχόλια »

Το γεράκι της Μάλτας

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2021

Στα νιάτα μου αγαπούσα και διάβαζα πολύ τον Ντάσιελ Χάμετ, τον Αμερικανό συγγραφέα που θεωρείται ο εισηγητής της «σκληροτράχηλης» (hard-boiled) σχολής στο αστυνομικό είδος. Εχω μάλιστα μεταφράσει έργα του: το Μεγάλο χτύπημα (τρεις νουβέλες) για τον Καστανιώτη, και το Γεράκι της Μάλτας και τον Κόκκινο θερισμό για τη Σύγχρονη Εποχή.

Στα δύο βιβλία της Σύγχρονης Εποχής, που εκδόθηκαν με δική μου πρόταση, πέρα από τη μετάφραση, είχα προσθέσει προλόγους και επίμετρα, με βιογραφικά και άλλα στοιχεία για τον Χάμετ, με υλικό που το είχα βρει ψάχνοντας πολύ καιρό, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια οι σημερινές ευκολίες του Διαδικτύου -αφού ήταν σύντροφός μας έπρεπε να τον τιμήσουμε. Πράγματι, ο Χάμετ (1894-1961) ήταν μέλος του ΚΚ ΗΠΑ στη δεκαετία του 1930, και έμεινε ώς το τέλος -πήγε φυλακή και καταστράφηκε οικονομικά με τον μακαρθισμό. Τα βιβλία αυτά ήταν και τα τελευταία βιβλία με  μεταφράσεις που έβγαλα στη Σύγχρονη Εποχή -αλλά και γενικώς- διότι τότε έφυγα από την Ελλάδα (μάλιστα, τον Κόκκινο θερισμό τον ολοκλήρωσα στο Λουξεμβούργο).

(Μια υποσημείωση: Όλα τα μυθιστορήματα του Χάμετ έχουν μεταφραστεί/εκδοθεί πολλές φορές στα ελληνικά, διότι για τα προ του 1946 έργα το καθεστώς πνευματικών δικαιωμάτων ήταν ασαφές στην Ελλάδα πριν από τον νόμο του 1992. Ίσως και μετά, δεν ξέρω).

Πριν από μερικές μέρες, συνάντησα στον ιστότοπο Κατιούσα, που ασχολείται με τον πολιτισμό από τη σκοπιά της εργατικής τάξης και του κομμουνισμού,  ένα άρθρο για το Γεράκι της Μάλτας του Ντάσιελ Χάμετ. Άρχισα να το διαβάζω και μου φάνηκε γνωστό. Καλά μου είχε φανεί, διότι το είχα γράψει εγώ, πριν από πολλά πολλά χρόνια και είχε μπει ως επίμετρο στην έκδοση της Σύγχρονης Εποχής -το δήλωνε άλλωστε κι ο ιστότοπος.

Οπότε, σήμερα δημοσιεύω εδώ εκείνο το νεανικό μου κείμενο και ελπίζω να το κρίνετε με επιείκεια, αναγνωρίζοντας το ελαφρυντικό της μετεφηβικής ηλικίας.

Το γεράκι της Μάλτας

Το Γεράκι της Μάλτας είναι το γνωστότερο έργο του Χάμετ και κατέχει κεντρική θέση στο έργο του: όχι μόνο επειδή είναι και κυριολεκτικά το «κεντρικό» μυθιστόρημα του Χάμετ (το τρίτο από τα πέντε), αλλά και επειδή συνοψίζει την άποψή του για τον ιδιωτικό ντετέκτιβ. Στα δυο επόμενα μεγάλα έργα του, ο κεντρικός ήρωας ή δεν είναι καν ντετέκτιβ (Γυάλινο κλειδί) ή δεν είναι πια ντετέκτιβ (Αδύνατος άντρας).

Ο Χάμετ κάνει πρώτη φορά μνεία για το Γεράκι σε γράμμα προς τον εκδότη του, το Μάρτη του 1929. Απ’ ό,τι φαίνεται στο έργο, το τελευταίο σχεδίασμα γράφτηκε στο τέλος του 1928. Τον Ιούνη του 1929 ο Χάμετ έστειλε το έργο στον εκδότη του, ο οποίος του ζήτησε δευτερεύουσες τροποποιήσεις και συγκεκριμένα αποσιώπηση της ομοφυλοφιλίας του Κάιρο, η οποία, έγραψε, θα ήταν αποδεκτή σε ένα «κανονικό» μυθιστόρημα. Ο Χάμετ, ακριβώς γι’ αυτό, διαφώνησε και έκανε ελάχιστες τροποποιήσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Αναδημοσιεύσεις, Βιβλία, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , | 141 Σχόλια »

Η γλώσσα του Αγώνα

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2021

Χτες ήταν η επέτειος. Ίσως έχετε κορεστεί και κουραστεί αλλά και στο σημερινό άρθρο συνεχίζουμε αμείλικτα στο ίδιο πνεύμα. Το χειρότερο είναι που σήμερα ευλογάω τα γένια μου. Χτες είδαμε μια συνέντευξη του φίλου Παντελή Μπουκάλα στον ιστότοπο news247 και στον Γιάννη Φιλέρη. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω μια δική μου συνέντευξη στον ίδιο ιστότοπο news247 και πάλι στον Γιάννη Φιλέρη. Η αρχική δημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Ως επίμετρο, ας πούμε, αναδημοσιεύω επίσης μια πιο σύντομη συνέντευξη που έδωσα στον ιστότοπο oneman.gr

Θα ζητήσω συγγνώμη για την περιαυτομπλογκία που χαρακτγρίζει το σημερινό άρθρο, καθώς και μια δεύτερη συγγνώμη από τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου διοτι θα διαβάσουν πράγματα που σε μεγάλο βαθμό τα έχουμε ξανασυζητήσει.

H εισαγωγή του Γιάννη Φιλέρη:

Μιλούσαν την ίδια γλώσσα οι επαναστατημένοι Έλληνες το 1821 ή με δυσκολία καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον; Πόσες από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν πέρασαν διαχρονικά την ιστορία και έφτασαν, έστω και με διαφορετική σημασία, μέχρι τις μέρες μας; Με αφορμή το βιβλίο του «το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» που παρουσιάζει 300 λήμματα της γλώσσας του αγώνα, ζητήσαμε από τον συγγραφέα (και μανιώδη μελετητή της ελληνικής), Νίκο Σαραντάκο, να δώσει τις απαντήσεις.

Τα όπλα τα ξέρουμε. Κουμπούρες και καριοφίλια, που σκόρπιζαν το μολύβι στα ασκέρια των Οθωμανών, μαζί και σπάθες και γιαταγάνια για τις σώμα με σώμα μονομαχίες. Τις φορεσιές με τα γελέκα, τους ντουλαμάδες και τα τσαρούχια, επίσης.

Λίγο πολύ οι μορφές των αγωνιστών του ᾽21, έμειναν ανεξίτηλες έστω κι αν χρειάστηκε η βοήθεια του Καρλ Κρατσάιζεν, ενός Βαυαρού φιλέλληνα αξιωματικού, που πολεμώντας στο πλευρό των επαναστατημένων, απαθανάτισε τους περισσότερους από τους ήρωες της επανάστασης. Όσοι, τουλάχιστον, ζούσαν γιατί άλλοι, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ή ο Παπαφλέσσας κι ο Αθανάσιος Διάκος, αποτυπώθηκαν στον καμβά βάσει διηγήσεων όσων τους είχαν δει.

Και η γλώσσα; Ποια ακριβώς μιλούσαν οι επαναστατημένοι Ρωμιοί; Πέραν των τοπικών ιδιωμάτων, ή τις επιρροές από τους άλλους λαούς, σύνοικους και μη, υπήρχε μια κοινή οδός όπου ο Ρουμελιώτης καταλάβαινε τον πελοποννήσιο κι ο επτανήσιος τους Ηπειρώτες; Πόσες από τις λέξεις έμειναν και έζησαν διακόσια χρόνια μετά. Και πόσοι από μας ξέρουμε τι ήταν ο πασάς, ο αγάς, ο κλέφτης, ο αρματολός, τα καπάκια και ένα σωρό λέξεις που πολλές φορές διαβάζουμε, κάπου τις έχουμε δει, αλλά δεν γνωρίζουμε επακριβώς την σημασία τους.

Τι έκαναν οι λόγιοι της εποχής για να τους καταλαβαίνουν όσοι από τους ξεσηκωμένους ήξεραν να διαβάζουν;

Ο Νίκος Σαραντάκος αγαπάει πολύ τα βιβλία και σίγουρα τις λέξεις. Σε αυτές αφιερώθηκε, με αυτές συμβιώνει, μέσα από τα γραφτά του, αλλά και το πολύ επιτυχημένο ιστολόγιο του («οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία») που διατηρεί από το 2008. Η προσπάθεια του να καταρρίπτει γλωσσικούς (και όχι μόνο) μύθους δημιούργησε ένα φανατικό κοινό (όπως και φανατικούς αντιπάλους) και γέννησε μια σειρά από εξαιρετικά βιβλία και ακόμη πιο ωραίες ομιλίες εντός και εκτός Ελλάδας.

Μπορεί να πήρε πτυχίο χημικού μηχανικού και αγγλικής φιλολογίας, με τις λέξεις βιοπορίστηκε ωστόσο, καθώς μια αγγελία η οποία του κίνησε το ενδιαφέρον τον έστειλε στο μεταφραστικό τμήμα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Συγγραφέας και λογοτέχνης, λεξιλογεί ακατάπαυστα και το τελευταίο του βιβλίο «το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» έρχεται να μας λύσει πολλές από τις απορίες για τη γλώσσα του 21. Τριακόσιες λέξεις άλλες γνωστές σε όλους μας, άλλες παντελώς άγνωστες παρουσιάζονται σε ένα σίγουρα πρωτοποριακό λημματολόγιο, για την συγγραφή του οποίου χρειάστηκε πολλή μελέτη και σίγουρα αστείρευτο μεράκι για τη γλώσσα. Κι απ’ αυτό όπως και το βιτριολικό χιούμορ που χαρακτηρίζει τα κείμενά του, ο Ν.Σαραντάκος, έχει… περίσσευμα.

Και η συνέντευξη:

Αν πούμε «ήρθε το μπουγιουρντί από την εφορία», ή «σήκωσε μπαϊράκι ο βουλευτής τάδε» ή και «έπαιξε άμυνα ταμπούρι για να κρατήσει το 1-0», δανειζόμαστε τη γλώσσα του 21; Τι μαθαίνουμε και τι όχι, από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα αλλά και από εκείνες που ξεχάσαμε στη διαδρομή;

Δανειζόμαστε λέξεις· αλλά δεν συνειδητοποιούμε, νομίζω, την ειδική σημασία που είχαν στα συμφραζόμενα του ξεσηκωμού. Όπως δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ετυμολογία μιας λέξης για να τη χρησιμοποιήσουμε (κι ας λένε κάποιοι ότι αν γνωρίζουμε την ετυμολογία πλησιάζουμε τάχα στη βαθύτερη σημασία της λέξης· δεν συμφωνώ) έτσι και όταν χρησιμοποιούμε σήμερα το μπουγιουρντί με τη σημερινή σημασία του εγγράφου από δημόσια υπηρεσία που συνήθως έχει δυσάρεστο περιεχόμενο, δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε ποια σημασία είχε πριν από 200 χρόνια.

Ωστόσο, όταν μάθουμε αυτή τη μετεξέλιξη της σημασίας του, αισθανόμαστε ένα ευχάριστο ξάφνιασμα. Αυτό το ευχάριστο ξάφνιασμα που αποκομίζει κανείς από την μελέτη της ιστορίας των λέξεων και της ετυμολογίας κάνει την ενασχόληση αυτή σαγηνευτική.

Υπάρχουν λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούμε σήμερα και τότε είχαν διαφορετική σημασία;

Πολλές, διότι οι λέξεις διαρκώς αλλάζουν σημασία -ακόμα και στη διάρκεια της ζωής μας, πόσο μάλλον μέσα σε δυο αιώνες.

Να αναφέρω μερικά παραδείγματα: Σήμερα ο λουφές είναι τα έσοδα ή το όφελος από μια επιλήψιμη δραστηριότητα -το 1821 ήταν ο μισθός των άτακτων στρατιωτών, χωρίς καμιά απολύτως μειωτική χροιά. Το μαγαζί τότε ήταν η αποθήκη, όχι το κατάστημα. Το τερτίπι σήμερα είναι το κόλπο, το τέχνασμα για να ξεγελάσουμε κάποιον· τότε ήταν η μέθοδος, το σχέδιο -χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά το στοιχείο του δόλου. Και ενώ σήμερα καταπατητής είναι αυτός που καταλαμβάνει και χρησιμοποιεί αυθαιρέτως ξένη ιδιοκτησία (συνήθως κτήματα του Δημοσίου), το Εικοσιένα και νωρίτερα η λέξη σήμαινε τον κατάσκοπο. Θυμάται ο Κολοκοτρώνης: «Τότε έστειλεν ο Μπραΐμης καταπατητάδες, να ιδεί πού είμαι και τι ασκέρι έχω.

Κάποιες από τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε, έχουν γίνει επίθετα; Ξέρω δυο Σεΐζηδες και έναν Δουατζή.

Πολύ σωστά. Είναι άλλωστε και λογικό, αφού μια βασική πηγή από την οποία προέρχονται τα οικογενειακά μας ονόματα, τα επώνυμα δηλαδή, είναι τα επαγγελματικά ουσιαστικά. Ο σεΐζης ήταν ο ιπποκόμος. Ο δουατζής ήταν ο ευχέτης, αυτός που εύχεται για τη μακροημέρευση ενός ισχυρού.

Και άλλα πολλά παραδείγματα υπάρχουν, ας πούμε: Βεκίλης (ήταν κάποτε ο πληρεξούσιος, και ειδικότερα ο αντιπρόσωπος του Μοριά στην Υψηλή Πύλη· σήμερα επώνυμο) ή Σεϊμένης (ο ένοπλος φρουρός τότε) ή Παντίδος (ο κακοποιός) ή Ταξιτάρης ή Χαρατσάρης (και τα δύο σήμαιναν τον φοροεισπράκτορα).

Και βέβαια ο Μπαϊρακτάρης από τον μπαϊρακτάρη (τον σημαιοφόρο). Όσο για τον Δουατζή, πρέπει να ξέρουμε τον ίδιο, τον δημοσιογράφο Γιώργο Δουατζή. Μου έγραψε και με πληροφορεί ότι είναι ο μοναδικός με αυτό το επώνυμο στην Ελλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Βιβλία, Γενικά γλωσσικά, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , , , , , | 142 Σχόλια »

Οι βιβλιοθήκες μου (κείμενο της Ούρσουλας Λε Γκεν)

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2021

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία, όμως αγαπάει και τα βιβλιοφιλικά κείμενα. Ένα τέτοιο κείμενο θα παρουσιάσουμε σήμερα, και συνάμα θα παρουσιάσουμε ένα αξιόλογο καινούργιο βιβλίο.

Το βιβλίο είναι Το κύμα μέσα στο μυαλό, της Ουρσουλας Λε Γκεν, μια συλλογή κειμένων δοκιμιακού χαρακτήρα, «για τη γραφή, την ανάγνωση και τη φαντασία» όπως αναφέρει ο υπότιτλος, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Στάσει εκπίπτοντες σε μετάφραση των φίλων Βικτώριας Αρδίτη και Νίκου Κούρκουλου.

Φυσικά η Λε Γκεν (1929-2018) είναι πολύ γνωστή συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, αλλά και τα κείμενα αυτού του βιβλίου, αν και όχι μυθοπλαστικά, αξίζουν την προσοχή. Οι ενότητες στις οποίες χωρίζεται το βιβλίο είναι: Προσωπικά ζητήματα, Διαβάσματα, Συζητήσεις και γνωμες, Για τη γραφή.

Όπως διαβάζω σε υποσημείωση των μεταφραστών στην σελ. 392, το όνομα της συγγραφέα (ή προτιμάτε, της συγγραφέας; διότι «της συγγραφέως» το βρίσκω αστείο), το όνομα λοιπόν της συγγραφέας έχει καθιερωθεί να γράφεται Λεγκέν ή Λε Γκεν, όπως είναι η καθιερωμένη προφορά αυτού του γαλλικού επωνύμου, το οποίο η Ούρσουλα Κρέμπερ χρωστάει στον Γάλλο σύζυγό της, τον ιστορικό Charles LeGuin. Η ίδια, ωστόσο, έχει δηλώσει ότι προτιμάει τη βρετόνικη προφορά του, αφού πρόκειται για όνομα βρετόνικης προέλευσης, άρα Λε Γκουίν. Οι μεταφραστές τόλμησαν να χρησιμοποιήσουν αυτή την ασυνήθιστη μεταγραφή σε ένα ποίημα της Λε Γκεν (ή Λε Γκουίν) με το οποίο κλείνει το βιβλίο, όπου υπάρχουν και οι στίχοι:

Εγώ για παράδειγμα ειμαι η Ούρσουλα, η Μις
Ούρσουλα Κρέμπερ,
η Μίσες μετά η Μιζ Λε Γκουίν,
η Ούρσουλα Κ. Λε Γκουίν, η τελευταία είναι
«η συγγραφέας», αλλά ποιες ήταν,
ποιες είναι, οι άλλες;

Διάλεξα να διαβάσουμε ένα μάλλον σύντομο βιβλιοφιλικό κείμενο από την πρώτη ενότητα («Προσωπικά ζητήματα»), όπου η ΛεΓκεν αυτοπαρουσιάζεται. Μας μιλάει για τις δημόσιες βιβλιοθήκες ως τόπους ιερούς και ως δημόσιο αγαθο και για το βιβλιοφαγικό πάθος που μπορεί να αναπτυχθεί στην εφηβεία.

Μπορείτε να διαβάσετε εδώ ένα άλλο κείμενο από την ίδια ενότητα, Οι Ινδιάνοι θείοι μου (με φωτογραφίες που δεν υπάρχουν στο βιβλίο)

Να αναφέρω επίσης ότι πρόσφατα κυκλοφόρησε και άλλο ένα βιβλίο της Λε Γκεν, το διήγημα Η μέρα πριν την επανάσταση, που είναι πρελούδιο ή πρίκουελ του Αναρχικου των δύο κόσμων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Επιστημονική φαντασία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 100 Σχόλια »

Τρία βιβλία

Posted by sarant στο 28 Δεκεμβρίου, 2020

Από τις λιγοστές εξαιρέσεις στο λοκντάουν που σημάδεψε τα φετινά μας Χριστούγεννα ήταν το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων. Σε ό,τι με αφορά, δεν άνοιξαν ματαίως. Έκανα κάμποσες επισκέψεις στους τόπους λατρείας, τουλάχιστον σε όσους δεν είχαν συνωστισμό και ουρά στην είσοδο -και λογαριάζω από σήμερα να κάνω κι άλλες επισκέψεις γιατί δεν έχω ακόμα κορέσει τη δίψα μου ύστερα από τόσες βδομάδες στέρησης.

Θα παρουσιάσω σήμερα τρία βιβλία που αγόρασα και διάβασα αυτές τις μέρες, νέας εσοδείας -αν και δεν είναι και τα τρία καινούργιες εκδόσεις. Πριν προχωρήσω όμως, κι επειδή ο παπάς τα γένια του βλογάει, να υπενθυμίσω ευγενικά ότι μια από τις νέες κυκλοφορίες στους πάγκους των βιβλιοπωλείων είναι και το δικό μου καινούργιο βιβλίο, Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, που το συνιστώ θερμά -αλλά δεν είμαι βέβαια αμερόληπτος.

Το πρώτο βιβλίο για το οποίο θα σας μιλήσω είναι μεν έκδοση του 2020 αλλά πρόκειται για επανέκδοση, ή ίσως επανέκδοση επανέκδοσης.

Είναι «Η ξένη του 1854» του Εμμανουήλ Λυκούδη, ένα πεζογράφημα γραμμένο το 1893 με θέμα την επιδημία χολέρας του 1854, στα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου, που θέρισε την Αθήνα και τον Πειραιά. Είχε εκδοθεί το 1998 από τις εκδόσεις Πατάκη και επανεκδόθηκε φέτος τον Μάιο, προφανώς επειδή η πανδημία του κορονοϊού έκανε επίκαιρο το θέμα. Ο Λυκούδης αποκαλεί «ξένη» τη χολέρα, αφού πράγματι ήρθε από το εξωτερικό:

«Δυστυχισμένη θεοκατάρατη χρονιά. Ποιος θα λησμονήση τι κακά έσυρε μαζί της; Είναι κάτι χρόνοι, όπου τραβούν οπίσω τους τα βάσανα, τις συμφορές, αλυσίδα βαρειά, ατέλειωτη αλυσίδα που σέρνεται στα στήθια.
… Πώς μας ήρθε λοιπόν η θεοκατάρατη Ξένη; Πολλά λένε. Αλλά περισσότερο επιστεύθηκε πως μπήκε κρυφά επιβάτης και κρύφτηκε κάτω βαθειά, στο μπαλαούρο, μέσα σε μια καμαρωμένη φρεγάδα, χυτή, χαριτωμένη, που ήρχουνταν στον Πειραιά φορτωμένη στρατό για την Κριμαία.»

Ο Λυκούδης είναι αξιόλογος συγγραφέας και όπως βλέπετε από το μικρό δείγμα η γλώσσα του είναι κατά βάση δημοτική και γοητευτικά πολυκαιρισμένη. Εμείς παραλληλίζουμε τη σημερινή πανδημία με παλιότερες, κι έτσι ο Λυκούδης παραλληλίζει την επιδημία του 1854 με τον λοιμό του Πελοποννησιακού πολέμου και παραθέτει και Θουκυδίδη για να δείξει τα κοινά σημεία. Το αφήγημά του είναι περισσότερο ένα χρονικό για την επιδημία της χολέρας αν και έχει στοιχεία μυθοπλασίας που, εδώ που τα λέμε, κάπως μηχανικά δένονται στην αφήγηση, πάντως είναι ενδιαφέρον ανάγνωσμα -και σύντομο άλλωστε, αφού δεν φτάνει τις 100 σελίδες (έχει προστεθεί και ένα μικρό ναυτικό διήγημά του στο τέλος).

Το εισαγωγικό σημείωμα του Σπ. Τσακνιά είναι κατατοπιστικό, αλλά το γλωσσάρι στο τέλος το βρήκα μάλλον λειψό. Οπότε, ως παρωνυχίδα, θα επισημανω δυο λέξεις που κακώς κατά τη γνωμη μου λείπουν από το γλωσσάρι. Στη σελ. 21 ο Λυκούδης γράφει ότι η Ξένη (η επιδημία) «μόλις εις το τέλος Σεπτεμβρίου άρχισε να τρυγά εις τας Αθήνας τα πρώτα πριμαρόλια του θανάτου». Η λέξη δεν εξηγείται στο Γλωσσάρι. Πριμαρόλια, το ξέρουμε από τον τίτλο του βιβλίου της Αθ. Κακούρη, έλεγαν τα καράβια που μετέφεραν τον πρώτο καρπό της σταφιδικής σεζόν την εποχή που η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας, αλλά αυτό είναι επέκταση της έννοιας. Πριμαρόλια είναι οι απαρχές, και ειδικότερα οι πρώτοι καρποί της εμπορικής σεζόν, ανεξάρτητα από καλλιέργεια -το γαλλικό primeurs. Εδώ ο Λυκουδης τη χρησιμοποιεί φυσικά μεταφορικά, και δεν έπρεπε να λείπει από το γλωσσάρι, όπου υπάρχουν προφανείς λέξεις όπως πλειο ( = πιο) ή «ανάρηα» (= ανάρια, αραιά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Βιβλία, Κινηματογράφος, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 182 Σχόλια »

Υπάρχει βιβλίο χωρίς τυπογραφικά λάθη;

Posted by sarant στο 21 Δεκεμβρίου, 2020

Θα υπάρχει, ασφαλώς, αλλά δεν ξέρω ποιο είναι -και πώς τάχα μπορείς να είσαι σίγουρος; Μόνο μέχρι αποδείξεως του εναντίου μπορούμε να πούμε πως ένα βιβλίο δεν έχει λάθος.

Με πολλή χαρά ανάγγειλα τις προάλλες την κυκλοφορία του καινούργιου μου βιβλίου, που λέγεται Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων κι είναι ένα ιδιότυπο λεξικό του 1821 με σκοπό να ανιχνεύσει «το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις του».

Όπως και με τα περισσότερα βιβλία μου, είχα στείλει τα δακτυλόγραφα σε φίλους, που έκαναν χρήσιμες παρατηρήσεις και υποδείξεις, ενώ το τελικό κείμενο το κοιτάξαμε εξονυχιστικά μαζί με τον Γιάννη Νικολόπουλο, τον εκδότη, και κάναμε πολλές συζητήσεις για το τυπογραφικό του στήσιμο. Κι όμως, προχτές που παρουσίασα εδώ το βιβλίο, κι έβαλα ένα απόσπασμα από τον πρόλογο, αμέσως κάποιος σχολιαστής βρήκε ότι υπάρχει τυπογραφικό λάθος!

Συγκεκριμένα, αναφέρω στον πρόλογο (στην αρχή της σελ. 10): Όμως, αντίβαρο στον ευπρεπισμό έρχεται η ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη κι έτσι πολλές φορές στα κείμενα της εποχής ο απομνηνευματογράφος αναγκάζεται να επεξηγήσει τη λόγια λέξη που χρησιμοποιεί δίνοντας σε παρένθεση τη λαϊκή που είναι γνωστή σε όλους ή ακριβέστερη.

Το είδατε το λάθος; Ο απομνηνευματογράφος έχει χάσει μια συλλαβή -κανονικά είναι, βέβαια, απομνημονευματογράφος. Απλολογία, θα πείτε, όπως ο αμφιφορεύς έγινε αμφορεύς και το αστραποπελέκι αστροπελέκι, έτσι και ο εννιασύλλαβος (!) απομνημονευματογράφος συντομεύτηκε στον κάπως πιο μαντζόβολο απομνηνευματογράφο. Αλλά ενώ οι δυο πρώτες περιπτώσεις είναι αποδεκτές και καθιερωμένες, η τρίτη δεν είναι. Και δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου, να σας πω ότι τάχα σκόπιμα επέλεξα την απλολογία -όχι, ήταν λάθος τυπογραφικό.

Μπορώ να σκεφτώ για ποιον λόγο δεν το είδα. Ο πρόλογος γράφεται πάντα τελευταίος, κι έτσι τον ελέγχουν λιγότερα μάτια και λιγότερες φορές. Θα ρωτήσετε: δεν έκανες έστω κι έναν έλεγχο με τον Σπελ Τσέκερ; Έκανα, αλλά σε ένα κείμενο σαν κι αυτό, με πάρα πολλές «εξωτικές» λέξεις, ο Σπελ Τσέκερ δεν βοηθάει πολύ. Προφανώς μού κοκκίνισε τον «απομνηνευματογράφο» αλλά επειδή έτσι κι αλλιώς περίμενα ότι θα κοκκινίσει και τη σωστή λέξη (και όντως, και ο απομνημονευματογράφος κοκκινίζει) «διάβασα» τη σωστή λέξη και πάτησα Ignore all.

Κι έτσι θυμήθηκα μια ιστορία που μου διηγήθηκαν πριν από κάμποσο καιρό. Ήταν, λέει, ένας εκδοτικός οίκος, δεν θυμάμαι ποιος, που είχε αναλάβει την ελληνική μετάφραση και έκδοση ενός (αγγλικού) βιβλίου για τον Βέντρις, τον Τσάντγουικ και την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’. Αυτά γίνονταν στη δεκαετία του 1990, όταν ο Τζον Τσάντγουικ ζούσε ακόμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Δαίμων του τυπογραφείου, Λάθη του κορέκτορα, Λαθολογία, Σπελ Τσέκερ | Με ετικέτα: , , , | 273 Σχόλια »

Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων, ένα καινούργιο βιβλίο

Posted by sarant στο 18 Δεκεμβρίου, 2020

Κυκλοφόρησε χτες από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου το καινούργιο μου βιβλίο «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων», Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του, όπως λέει ο υπότιτλός του. Όπως με ενημέρωσε ο Γιάννης Νικολόπουλος, που μαζί έχουμε εκδώσει άλλα πέντε βιβλία μου για τη γλώσσα, από σήμερα θα μπορείτε να το βρίσκετε, εκτός από τα γραφεία του, Ζαλόγγου 9, στα κεντρικά βιβλιοπωλεία ενώ τις επόμενες μέρες θα κατακτήσει όλη την Ελλάδα, αψηφώντας το λοκντάουν και την εξαιρετικά πυκνή κυκλοφορία νέων βιβλίων μετά το άνοιγμα των βιβλιοπωλείων.

Με το βιβλίο αυτό ενέδωσα κι εγώ στην εκδοτική πλημμύρα σχετικά με την επέτειο των 200 χρόνων από την επανάσταση του 1821. Στην αρχή είχα σκεφτεί να το αφήσω για την επόμενη στρογγυλή επέτειο, των 250 χρόνων το 2071, αλλά ύστερα σκέφτηκα να βγάλω τώρα μια πρώτη έκδοση και το 2071 βγάζω μια επαυξημένη.

Θα κυκλοφορήσουν πολλά βιβλία για τα 200 χρόνια της επανάστασης του 21 και δίκαια, αφού είναι το ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους οπότε αξίζει να το μελετάμε.

Ο δικός μου σκοπός ήταν να καταρτίσω ένα μικρό λεξικό, ένα λημματολόγιο του Εικοσιένα ώστε να ανιχνεύσουμε το Εικοσιένα μέσα από τις λέξεις του. Οι πηγές που χρησιμοποίησα, είτε με συστηματική αποδελτίωση είτε με κορφολόγημα, ανήκουν στις εξής κατηγορίες κειμένων:

  • Δημοτικό τραγούδι
  • Απομνημονεύματα και ημερολόγια (Μακρυγιάννης, Κολοκοτρώνης, Κασομούλης, Φωτάκος, Καρώρης, Κριεζής, Σαχτούρης κτλ.)
  • Αλληλογραφία επίσημη και ιδιωτική (Αρχείο Μαυροκορδάτου, Φρουράς Μεσολογγίου, Γκούρα, κτλ.)
  • Συλλογές εγγράφων και ντοκουμέντων (Φυσεντζίδης, Ελληνικά Υπομνήματα, Σπετσιώτικα κτλ.) όπου και πολλές επιστολές.
  • Τα Αρχεία της Παλιγγενεσίας, που περιλαμβάνουν κυρίως επίσημα κείμενα αλλά και όχι λίγα δείγματα λαϊκού λόγου σε αναφορές πολιτών.
  • Εφημερίδες της εποχής (Ελληνικά Χρονικά, Φίλος του Νόμου, Γενική Εφημερίς κτλ.)
  • Μεταγενέστερη ιστοριογραφία (Βακαλόπουλος, Κόκκινος, Κορδάτος, Παπαγιώργης κτλ.)
  • Μεταγενέστερη λογοτεχνία.

Το τεράστιο αυτό υλικό θα μπορούσε (και ελπίζω κάποτε να μπορέσει) να δώσει μια εκτενή και μάλλον πολύτομη επισκόπηση του γλωσσικού τοπίου του Εικοσιένα· αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι έργο ενός ατόμου. Η δική μου προσπάθεια δεν φτάνει τόσο ψηλά. Εγώ φιλοδόξησα, με την αποδελτίωση και το κορφολόγημα των πηγών, να καταρτίσω και να παρουσιάσω ένα περιορισμένο αλλά αντιπροσωπευτικό λημματολόγιο του 1821.

Όπως είπα πιο πάνω, και όπως μπορεί κανείς να διαπιστώσει διαβάζοντας το βιβλίο, τα περισσότερα κείμενα-πηγές δεν αποτελούν δείγματα γνήσιου και πηγαίου λαϊκού λόγου. Πολλοί αγωνιστές ήταν αγράμματοι ή ολιγογράμματοι και για τις ανάγκες της γραπτής επικοινωνίας τους χρησιμοποιούσαν γραμματικούς· ο Κολοκοτρώνης το 1827 είχε «έξ γραμματικούς και έγραφαν ημέρα νύκτα και δεν επρόφθαναν». Το ίδιο ισχύει και με τις αναφορές των πολιτών προς τη Διοίκηση. Πάντως, σε πολλές επιστολές και αναφορές οπλαρχηγών ή απλών πολιτών ο λόγος είναι αμεσότερος, λαϊκότερος, λιγότερο ευπρεπισμένος. Αυτά τα κείμενα αξίζουν περαιτέρω μελέτη.

Ως προς τα απομνημονεύματα, ο Μακρυγιάννης έμαθε να γράφει για να γράψει ο ίδιος τα Απομνημονεύματά του ενώ ο Κολοκοτρώνης χρησιμοποίησε τον Τερτσέτη, που σίγουρα χτένισε τη γλώσσα της «Διήγησης», ευπρεπίζοντάς την ελαφρώς (στο παραπάνω απόσπασμα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Γέρος θα είπε «μέρα νύχτα» και όχι «ημέρα νύκτα»).

Απομνημονεύματα και ημερολόγια έγραψαν και πολλοί που είχαν καλή μόρφωση για τα δεδομένα της εποχής. Κάποιοι επέλεξαν τη βαριά καθαρεύουσα όπως ο Περραιβός. Άλλοι γράφουν σε απλούστερη γλώσσα, όπως ο Ν. Καρώρης ή ο Ν. Κασομούλης, αλλά και πάλι στο κείμενό τους φαίνεται καθαρά η προσπάθεια να ευπρεπίσουν τον λόγο τους αποφεύγοντας (ο Κασομούλης κάποιες φορές σε υπερβολικό, σχεδόν κωμικό βαθμό) τις λαϊκές λέξεις.

Όμως, αντίβαρο στον ευπρεπισμό έρχεται η ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη κι έτσι πολλές φορές στα κείμενα της εποχής ο απομνηνευματογράφος αναγκάζεται να επεξηγήσει τη λόγια λέξη που χρησιμοποιεί δίνοντας σε παρένθεση τη λαϊκή που είναι γνωστή σε όλους ή ακριβέστερη· έτσι ο Μίχος γράφει για τις σχεδίες στο Μεσολόγγι και εξηγεί σε παρένθεση «(σάλια)», ο Καρώρης σημειώνει ότι έφτιαχναν οχυρώματα αλλά σε παρένθεση διευκρινίζει «(ταμπούρια)» ή ο Κασομούλης αναφέρει για υπαξιωματικούς και επεξηγεί «μαγκατζήδες».

Ωστόσο, η καθαρεύουσα ή η λόγια γλώσσα της εποχής, στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις πολύ απέχει από την βαριά, αρχαΐζουσα γλώσσα που επικράτησε ασφυκτικά στο νεοελληνικό κράτος, στην εκπαίδευση και στον δημόσιο λόγο, επί πολλές δεκαετίες μετά την ίδρυσή του. Αυτό φαίνεται καταρχάς στη δομή του λόγου, που ενώ έχει λόγιο ή μιξολόγιο τυπικό ακολουθεί στη δομή του την αναλυτική τάση της νέας ελληνικής, χωρίς κανένα από τα στολίδια (ή κουσούρια) της αρχαΐζουσας. Ο χαρακτηρισμός του Σπ. Ασδραχά (Μακρ. 3.169) για το ημερολόγιο του Κριεζή, που το βρίσκει «επιφανειακά καθαρολόγο» (η έμφαση στην πρώτη λέξη) ισχύει για πολλά έργα της εποχής.

Και πέρα από τη δομή του λόγου, στα κείμενα του Εικοσιένα το λεξιλόγιο δεν έχει την καταθλιπτική ομοιογένεια των κειμένων μετά τη συγκρότηση του κράτους. Οι λαϊκές λέξεις αποδεικνύονται επίμονες και αξιοθαύμαστα ανθεκτικές και καταφέρνουν να τρυπώνουν στα λόγια κείμενα, ακόμα και στα θεσμικά. Ο Υπουργός Οικονομίας βγάζει αποφάσεις για τα ενοίκια των εθνικών κτημάτων, και για να γίνει κατανοητός προσθέτει σε παρένθεση: «ιλτιζάμια». Ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη συντάσσει την επιστολή προς Κουντουριώτη (ουσιαστικά πρόκειται για δήλωση υποταγής) σε περίτεχνη καθαρεύουσα αλλά δεν αποφεύγει το ζαϊφλίκι: «ήλθον ενταύθα, όπου εξ ατυχίας μου δεν Σας εύρον, διό και ελυπήθην καιρίως, ακούσας μάλιστα ότι ανεχωρήσατε διά ζαϊφλίκι». Ο λογιότατος Ήβος Ρήγας φροντίζει «διά την εξοικονόμησιν μουνιτζιόνης» και όχι πυρομαχικών ή πολεμοφοδίων.

Για να είμαστε δίκαιοι, σε αρκετές περιπτώσεις αυτή η προτίμηση σε λαϊκές λέξεις ή/και τουρκικά δάνεια εξηγείται όχι μόνο από την ανάγκη κατανόησης από τον αναγνώστη αλλά και από την απουσία επεξεργασμένης και εδραιωμένης θεσμικής ορολογίας. Όταν στήθηκαν οι θεσμοί, ήδη από τα χρόνια της Επανάστασης και πολύ περισσότερο στη συνέχεια, με επιτυχία ο υπουργός αντικατάστησε τον μινίστρο και ο οφικιάλος έδωσε βελούδινα τη θέση της στον αξιωματικό, όπως και ο σπετσέρης στον φαρμακοποιό ή η ντογάνα και το κουμέρκι στο τελωνείο. Βέβαια, στην ορολογία της καθημερινής ζωής, εκεί όπου η ιδιοκτησία του όρου δεν ανήκει στο κράτος αλλά στον πολύ λαό οι αντίστοιχες προσπάθειες στάθηκαν άκαρπες, κάποτε και κωμικές, αλλά αυτό ξεφεύγει από τα όρια του βιβλίου μας. Πάντως, στα περισσότερα κείμενα της εποχής του Εικοσιένα απουσιάζει η τάση προς καθαρισμό, που έφτασε σε παροξυσμό στα χρόνια της καθαρευουσιάνικης κυριαρχίας και παρήγαγε και ένα σωρό κωμικούς «ελληνοπρεπείς» όρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Όχι στα λεξικά, Βιβλία, Λεξικογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , , , | 151 Σχόλια »

Βιβλία για τις γιορτές στη χρονιά της κορόνας

Posted by sarant στο 10 Δεκεμβρίου, 2020

Ο Δεκέμβρης είναι μήνας με πολλές γιορτές και συνδέεται με πολλές παραδόσεις. Έχει και το ιστολόγιο δημιουργήσει τις παραδόσεις του, που μερικές από αυτές είναι δεκεμβριάτικες -μόλις χτες, ας πούμε, ξεκίνησε η διαδικασία για την ανάδειξη της λέξης της χρονιάς -μπορείτε να προτείνετε υποψήφιες λέξεις αν δεν το έχετε ήδη κάνει.

Με το σημερινό άρθρο τηρούμε μιαν άλλη παράδοση του ιστολογίου ή, για να μη λέω μεγάλα λόγια, μια συνήθεια που έχουμε καθιερώσει τα τελευταία χρόνια: να δημοσιεύουμε  λίγο πριν από τις γιορτές ένα βιβλιοφιλικό άρθρο, ακριβώς για να ανταλλάσσουμε προτάσεις αγοράς βιβλίων, είτε για ιδία κατανάλωση είτε για δώρα. Το περυσινό αντίστοιχο άρθρο, με προτάσεις για βιβλία-δώρα, θα το βρείτε εδώ, ενώ αν θέλετε να δείτε τις προπέρσινες προτάσεις θα πάτε εδώ, ενώ εδώ μπορείτε να βρείτε το άρθρο του 2017. Το άρθρο του 2016 βρίσκεται εδώ, ενώ το  αντίστοιχο άρθρο του 2015 θα το βρείτε εδώ. Υπάρχει βέβαια και το αντίστοιχο άρθρο του 2014. Τέλος, μπορείτε να βρείτε εδώ το αντίστοιχο άρθρο του 2013. (Να σημειώσω ότι βιβλιοπροτάσεις κάνουμε και το καλοκαίρι).

Πρακτικά, μπορείτε να προτείνετε όποιο βιβλίο θέλετε, αλλά θα σας συνιστούσα να αναφέρετε κυρίως βιβλία που εκδόθηκαν τα τελευταία 2-3 χρόνια και ακόμα καλύτερα μέσα στο 2020. Να διευκρινίσω ότι ζητάω η έκδοση να είναι πρόσφατη, όχι η συγγραφή του βιβλίου. Και φυσικά περιλαμβάνονται και επανεκδόσεις βιβλίων που ήταν εξαντλημένα.

Βέβαια, φέτος η χρονιά, όπως έχουμε χιλιοξαναπεί, δεν είναι σαν τις άλλες. Το στίγμα της κορόνας έπεσε βαρύ και επάνω στον κλάδο των βιβλίων. Με μια πρόχειρη θεώρηση θα λέγαμε ότι το λοκντάουν λειτούργησε ευεργετικά στο διάβασμα βιβλίων, άρα [αν και αυτό δεν είναι αυτόματο] και στις πωλήσεις -αυτό όμως, αν ίσχυσε, αφορούσε κυρίως το πρώτο λοκντάουν. Το δεύτερο έπεσε την πιο ακατάλληλη περίοδο, αφού από τον Νοέμβριο αρχίζουν οι κυκλοφορίες βιβλίων ενόψει των Χριστουγέννων -εδώ όμως είχαμε σχεδόν όλον τον Νοέμβριο τα βιβλιοπωλεία κλειστά αν και, σύμφωνα με διάφορες ενδείξεις πιθανώς να ανοίξουν (επιτέλους) από Δευτέρα. Έτσι όχι μόνο πολλοί εκδότες ανέβαλαν την κυκλοφορία έτοιμων προς έκδοση βιβλίων αλλά και, το κυριότερο, δεν έχουμε εποπτεία της πρόσφατης αγοραστικής κίνησης. Ίσως αρκετοί βιβλιόφιλοι δυσκολευτούμε φέτος να κάνουμε προτάσεις.

Για να ξεκινήσω ευλογώντας τα γένια μου, εγώ φέτος έβγαλα τουλάχιστον ένα βιβλίο. Θα εξηγήσω τι εννοώ με την περίεργη διατύπωση. Καταρχάς, τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αρχείο και σε δική μου φιλολογική επιμέλεια ο τόμος Πολεμικά, ο τέταρτος τόμος με χρονογραφήματα του Βάρναλη. Πρόκειται για 81 χρονογραφήματα που δημοσιεύτηκαν στην Πρωία ενώ μαινόταν ο πόλεμος του 1940-41, τα περισσότερα σε πνεύμα ενθουσιασμού, τα τελευταία, όταν είχε πια αρχίσει η γερμανική επίθεση, προσπάθεια εμψύχωσης. Για περισσότερα, παραπέμπω στο άρθρο του ιστολογίου.

Το άλλο δικό μου βιβλίο θα είχε κυκλοφορήσει αν δεν είχε κηρυχθεί το δεύτερο λοκντάουν. Πιθανώς θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες, αλλά δεν είναι σίγουρο, μπορεί να πάρει αναβολή μερικών εβδομάδων -είναι απόφαση του εκδότη αυτή. Ο τίτλος του είναι «Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων», θα κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, και, όπως ίσως καταλάβατε, το θέμα του θα είναι μια ιχνηλάτηση του 1821 μέσα από τις λέξεις του -με 300 λέξεις που συναντάμε σε κείμενα της εποχής, γνωστές και άγνωστες. Αλλά περισσότερα θα πούμε όταν κυκλοφορήσει το βιβλίο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 124 Σχόλια »

Μυρτοφοβία ξανά

Posted by sarant στο 5 Αυγούστου, 2020

Πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για μια σπάνια λέξη στο αγγλικό κείμενο του μυθιστορήματος «Εν ψυχρώ» (In cold blood) του Τρούμαν Καπότε. Στο σημερινό άρθρο παρουσιάζω νέα δεδομένα που ήρθαν στο φως σχετικά με το μικροφιλολογικό μυστήριο που έθετε το προηγούμενο άρθρο.

Πρόκειται λοιπόν για άρθρο επακολούθησης (φόλοου απ ελληνιστί), που αναγκαστικά ενδιαφέρει σχετικά λίγους. Έκρινα όμως ότι δεν θα ήταν σωστό να προσθέσω απλώς ένα σχόλιο στο προηγούμενο άρθρο κι έτσι γράφω το σημερινό.

Θα μου πείτε, εδώ ο κόσμος (κυριολεκτικά, τουλάχιστον στη Βηρυττό) καίγεται, η πανδημία θερίζει, η οικονομία παραπαίει κι εσύ ασχολείσαι με τις παρωνυχίδες της μύγας; Τι να πω, αφού ξεκίνησα το προηγούμενο άρθρο και αφού υπήρξαν εξελίξεις, ένιωσα ότι έπρεπε να το γράψω. Για τη Βηρυττό βλέπουμε και στα δελτία ειδήσεων.

Λοιπόν, για να θυμίσω τι είχαμε πει, στο μυθιστόρημα ο συγγραφέας σε κάποιο σημείο παραθέτει έναν κατάλογο με διάφορες σπάνιες λέξεις, που οι περισσότερες είναι ελληνογενείς:

“Thanatoid = deathlike; Omnilingual = versed in languages; Amerce = punishment, amount fixed by court; Nescient = ignorance; Facinorous = atrociously wicked; Hagiophobia = a morbid fear of holy places & things; Lapidicolous = living under stones, as certain blind beetles; Dyspathy = lack of sympathy, fellow feeling; Psilopher = a fellow who fain would pass as a philosopher; Omo­phagia = eating raw flesh, the rite of some savage tribes; Depredate = to pillage, rob, and prey upon; Aphrodisiac = a drug or the like which excites sexual desire; Megalodactylous = having abnormally large fingers; Myrtophobia = fear of night and darkness.”

Όλες αυτές οι σπάνιες λέξεις υπάρχουν στα λεξικά, εκτός από την Myrtophobia, που ούτε σε λεξικά υπάρχει ούτε στα σώματα κειμένων. Οι ανευρέσεις της στο Γκουγκλ είναι ελάχιστες και όλες μεταγενέστερες από το βιβλίο. Επιπλέον, ο ορισμός που δίνεται, fear of night and darkness, φόβος για τη νύχτα και το σκοτάδι, δεν αντιστοιχεί καθόλου στο «μυρτοφοβία» -εμείς που ξέρουμε ελληνικά θα περιμέναμε, αν υπήρχε τέτοια λέξη, να δηλώνει κάποιο άλλο είδος φοβίας, ενώ θα περιμέναμε επίσης ο φόβος για τη νύχτα και το σκοτάδι να εκφράζεται ελληνιστί ως «νυκτοφοβία» και αγγλιστί nyctophobia, μια λέξη που υπάρχει άλλωστε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγγλικά, Ανακεφαλαιώσεις, Βιβλία, Ετυμολογικά, Τυπογραφικά λάθη | Με ετικέτα: , , , , | 162 Σχόλια »

Βιβλία για το αλλόκοτο τούτο καλοκαίρι

Posted by sarant στο 10 Ιουλίου, 2020

Το ιστολόγιο αγαπά τις παραδόσεις και προσπαθεί να τις τηρεί. Και μία από τις παραδόσεις του ιστολογίου είναι και το σημερινό μας άρθρο, που ακολουθεί τη συνήθεια που είχαν (και ίσως έχουν ακόμα) τέτοιες μέρες τα περιοδικά και οι εφημερίδες, να προτείνουν “βιβλία για τις διακοπές”, όσο κι αν για πολύ κόσμο οι διακοπές ειδικά φέτος έχουν σημαδευτεί από τη σφραγίδα της πανδημίας, που προσπαθούμε να μην τη σκεφτόμαστε για να πιστέψουμε πως πέρασε.

Είχαν και κάποιες υποτιθέμενες προδιαγραφές τα “καλοκαιρινά” αυτά βιβλία, που υποτίθεται ότι θα τα διάβαζε κανείς στην ακρογιαλιά, ανάμεσα στις βουτιές: όχι πολύ βαριά θέματα, ας πούμε, αλλά να έχουν και πολλές σελίδες για να φτουρήσουν, αφού το καλοκαίρι διαβάζουμε περισσότερο κι άντε να βρεις βιβλιοπωλείο στην άγονη γραμμή.

Το ιστολόγιο αγαπάει τα βιβλία και του αρέσει να συζητάει για βιβλία, κι έχουμε ανεβάσει ήδη αρκετά άρθρα με προτάσεις βιβλίων για το καλοκαίρι, αρχίζοντας από το 2010, που σας είχα ζητήσει να προτείνετε βιβλία που να έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, χωρίς να ανήκουν απαραίτητα π.χ. σε τριλογία, ενώ το 2011 χαλάρωσα τους περιορισμούς και ζήτησα να προτείνετε οποιοδήποτε βιβλίο. Το 2012 είχα ζητήσει προτάσεις για καινούργια βιβλία, νέες εκδόσεις δηλαδή, επειδή είχα κάνει τη διαπίστωση, που μάλλον εξακολουθεί να ισχύει, ότι το βασικό πρόβλημα της βιβλιαγοράς είναι ότι η υπερπροσφορά καλών και φτηνών παλιότερων βιβλίων, από εφημερίδες ή σε προσφορές των εκδοτικών οίκων, αν και καταρχήν είναι κάτι πολύ καλό για το αδυνατισμένο βαλάντιο του βιβλιόφιλου, ωστόσο στραγγαλίζει την αγορά του καινούργιου βιβλίου. Το 2013 δεν έβαλα κανέναν περιορισμό και σας ζήτησα απλώς να προτείνετε βιβλία για το καλοκαίρι, χωρίς προσανατολισμό σε είδος (π.χ. αστυνομικά) ή σε ύφος (π.χ. ανάλαφρα). Το ίδιο έκανα και το 2014, όπως και το 2015 αλλά και το 2016. Το 2017 σας ζήτησα να δείξετε προτίμηση σε καινούργια βιβλία. Και το 2018 δημοσιεύσαμε αντίστοιχο βιβλιοφιλικό άρθρο, όπως και πέρυσι, το 2019.

Μάλιστα, αν προσέξετε, τα τελευταία χρόνια αυτά τα καλοκαιρινά βιβλιοφιλικά μας άρθρα δημοσιεύονται την ίδια μέρα, 10 Ιουλίου, ή τέλος πάντων εκεί κοντά. Επειδή όπως είπαμε τηρώ τις παραδόσεις, το ίδιο έκανα και φέτος. Πάντως, να θυμίσω ότι προτάσεις για βιβλία-δώρα δημοσιεύουμε και τον Δεκέμβριο, κοντά στα Χριστούγεννα -εδώ το τελευταίο άρθρο αυτής της κατηγορίας.

Και φέτος λοιπόν σας καλώ να προτείνετε βιβλία για τις μέρες του καλοκαιριού, όπου κι αν τις περάσουμε, στις παραλίες ή στην πόλη. Δεν θα βάλω κάποιον περιορισμό, προτείνετε ό,τι θέλετε, αν και θα είχε κάποιο νόημα να δώσουμε προτεραιότητα σε σχετικά καινούργιες εκδόσεις ή επανεκδόσεις.

Η φετινή βιβλιοπαραγωγή σημαδεύτηκε βέβαια από την πανδημία και την καραντίνα. Παρόλο που ο περιορισμός μπορεί να ευνόησε το διάβασμα, το γεγονός ότι τα βιβλιοπωλεία έμειναν κλειστά επί δίμηνο είχε βαριές επιπτώσεις στις πωλήσεις, που δεν αναπληρώθηκαν από τις ηλεπωλήσεις, ενώ εντάθηκε περαιτέρω η συγκέντρωση των πελατών σε λίγα μεγάλα βιβλιοπωλεία. Επίσης, οι περισσότεροι εκδότες ανέστειλαν την εκδοτική τους δραστηριότητα κατά το δίμηνο της καραντίνας.

Λένε πως ο παπάς πρώτα βλογάει τα γένια του, οπότε θα ξεκινήσω αναφέροντας το φετινό μου βιβλίο -περυσινό δηλαδή, αλλά βγήκε Δεκέμβριο, οπότε λογαριάζεται φετινό. Πρόκειται για τον τρίτο τόμο χρονογραφημάτων του Βάρναλη, πάντοτε από τις εκδόσεις Αρχείο, με τον τίτλο Συμποσιακά, σε δική μου φιλολογική επιμέλεια. Θα βρείτε εκεί 154 χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη, εμπνευσμένα από το καφενείο και την ταβέρνα, τον καφέ και το τσιγάρο, το πιοτό και το φαΐ, από τις παρέες και από τη συλλογική ευωχία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Καλοκαιρινά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »

Λογοκλοπή στις Πανελλήνιες εξετάσεις;

Posted by sarant στο 17 Ιουνίου, 2020

Παρόλο που έχει περάσει η εποχή που τα παιδιά μου έδιναν πανελλήνιες εξετάσεις (η εποχή που έδινα εγώ χάνεται στην αχλύ της προϊστορίας) το ενδιαφέρον μου γι’ αυτόν τον θεσμό έχει εύλογα ατονήσει, αλλά δεν έχει χαθεί εντελώς -ας πούμε ότι τώρα είμαι απλός παρατηρητής, από τις κερκίδες.

Προχτές ξεκίνησαν οι φετινές εξετάσεις, πιο αργά από άλλες χρονιές εξαιτίας της πανδημίας. Και με το καλημέρα, στο μάθημα της Γλώσσας για τους υποψηφίους που έδιναν «με το παλαιό σύστημα», δόθηκε στους υποψηφίους ένα κείμενο που παρουσιάζει ποικίλα προβλήματα, που θα τα εξετάσουμε στο σημερινό μας άρθρο.

Το θέμα μπορείτε να το δείτε εδώ, όπως δόθηκε στους υποψηφίους. Όπως δηλώνεται, πρόκειται για διασκευή ενός άρθρου του συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη, που δημοσιεύτηκε αρχικά στο Βήμα στις 9.2.2020, με τίτλο «Ανάγνωση: η προσωπική τέχνη». Φυσικά, το κείμενο που δόθηκε στους υποψηφίους έχει συντομευτεί -ίσως να έχουν γίνει και κάποιες μικροαλλαγές.

Καλό θέμα, θα πείτε. Βιβλίο, ανάγνωση, δίνει καλή βάση για συζήτηση και προβληματισμό. Πράγματι. Ωστόσο, το συγκεκριμένο κείμενο έχει κάποιες αδυναμίες που ήρθαν στο φως σταδιακά.

Όλα ξεκίνησαν όταν φίλος του ιστολογίου, μάχιμος εκπαιδευτικός της δευτεροβάθμιας, με ρώτησε: Τι θα καταλάβαινες αν διάβαζες «κινητός τύπος»;

Τίποτα, του λέω, αλλά δώσε μου ολόκληρη τη φράση.

Και μου δίνει την εξής φράση, που είναι παρμένη από το κείμενο του κ. Σταμάτη: Αλλά μέχρι τον 17ο αιώνα, η κοινωνία της ανάγνωσης στην Ευρώπη είχε αλλάξει δραστικά. Οι τεχνολογίες κειμένου, όπως ο κινητός τύπος, και η άνοδος της λαϊκής γραφής βοήθησαν στην προώθηση της πρακτικής που αγαπάμε σήμερα: διαβάζουμε λέξεις, χωρίς να τις εκφέρουμε φωναχτά…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Εκπαίδευση, Λογοκλοπή | Με ετικέτα: , , , , , , | 324 Σχόλια »

Πόλεμος και ειρήνη

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2020

Μέσα στην καραντίνα διάβασα το Πόλεμος και ειρήνη. Το είχα ξαναδοκιμάσει καναδυό φορές, στα νιάτα μου και μια πριν από μερικά χρόνια, αλλά τότε το άφησα νωρίς επειδή μπήκαν στη μέση άλλα, πιο επείγοντα διαβάσματα. Μετά με τρόμαζε το μέγεθος, 1500 σελίδες είναι αυτές (περισσότερες είναι).

Αλλά στα μέσα Μαρτίου, που άρχισε η καραντίνα και η τηλεργασία, ενώ τελείωνα έναν Μπαλζάκ, δηλαδή είχα μπει στο κλασικό ύφος, θυμήθηκα τον Τολστόι. «Αν όχι τώρα, πότε;» είπα, και το ξεκίνησα.

Δεν τον θυμήθηκα μόνο εγώ. Ο φίλος μας ο Δύτης, που ειναι σεσημασμένος τολστοϊκός, ανέφερε ένα ομαδικό εγχείρημα, διάβασμα με συζήτηση του έργου, που γινόταν στο Τουίτερ, στα αγγλικά φυσικά. Τους παρακολούθησα για λίγο, και είχαν ενδιαφέρον αλλά μετα τους άφησα και δεν ξέρω τι απόγιναν.

Στην αρχή διάβαζα το βιβλίο πολύ συστηματικά, κοίταζα και την αγγλική μετάφραση και το ρώσικο πρωτότυπο, σημείωνα φράσεις ή μεταφραστικά προβληματάκια κτλ. Ε, αυτό κράτησε για τον μισό πρώτο τόμο (απο τους πέντε της έκδοσης που έχω). Μετά παραιτήθηκα από τις πολλές φιλοδοξίες και το διάβασα κανονικά, σαν μυθιστόρημα και όχι σαν διατριβή, αλλά σημειώνοντας πάντοτε πράγματα που μου κινούσαν το ενδιαφέρον ή την περιέργεια.

Κάποια πράγματα τα εμφάνισα κι εδώ, μαζί κι ένα άρθρο για τα πολλά γαλλικά που περιέχει η πρώτη έκδοση του μυθιστορήματος.

Διάβασα τη μετάφραση της Κοραλίας Μακρή, που κυκλοφορεί ακόμα από τον Γκοβοστη -αλλά εγώ έτυχε να έχω μια φτηνή επανέκδοσή της που είχε μοιράσει έναν καιρό η Ελευθεροτυπία. Υπάρχουν κι άλλες μεταφράσεις, αλλά η Μακρή μού ταιριάζει με την παλιακή δημοτική της. (Βλέπω ότι κυκλοφορεί σε επίτομη έκδοση με 1168 σελίδες. Στην έκδοση που είχα εγώ είναι άλλη η σελιδοποίηση, οπότε βγαίνουν 1614 σελίδες).

Έκανα κάπου δυο μήνες βέβαια για να διαβάσω τους πέντε τόμους και τις 1600 σελίδες. Το βιβλίο, να πω, είναι οργανωμένο σε δεκαπέντε βιβλία, το καθένα από τα οποία χωριζεται σε κεφάλαια (από 15 εως 30 περίπου) ενώ υπάρχουν και δυο επίλογοι. Παρακολουθεί τη Ρωσία και τους Ναπολεόντειους πολέμους από το 1805 έως το 1812-13, δηλαδή από τον θρίαμβο του Ναπολέοντα στο Αουστερλιτς ως την πανωλεθρία στην εκστρατεία στη Ρωσία. Ο επίλογος μάς μεταφέρει στο 1820.

Παρελαύνουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως πρόσωπα, αλλά βασικοί πρωταγωνιστές είναι πέντε οικογένειες ευγενών, που βλεπουμε τη ζωή τους και τις περιπέτειές τους, τους έρωτες και τους γάμους τους. Είχα βρει κάπου ένα γενεαλογικό δέντρο τους, κι αυτό βοηθάει για να μη χάνεις τα ονόματα, αλλά δεν ήταν πολύ καλή ιδέα διότι από το σχεδιάγραμμα είδα ότι ο Πιέρ παντρεύεται στο τέλος τη Νατάσα, κάτι που δεν είναι προφανές αμέσως διότι η Νατάσα αρραβωνιάζεται τον Αντρέι, επιστήθιο φίλο του Πιέρ. Κι έτσι το ήξερα από πριν κι αυτό δεν μου άρεσε. (Γενικά δεν είναι καλό να κοιτάς πολλά για ένα μυθιστόρημα. Προηγουμένως την είχα πατήσει με τον Εξάδελφο Πονς του Μπαλζάκ, όπου αναζητώντας το πρωτότυπο έκανα το λάθος και διάβασα και την υπόθεση στη Βικιπαίδεια και είχα ξενερώσει)

Eίπα ότι το διάβασα αλλά είναι λίγο όπως με τη Γαλατία και το χωριό του Αστερίξ. Δεν το διάβασα όλο-όλο. Στον επίλογο, και αφού έχουμε μάθει τι απόγιναν οι ήρωες, ο Τολστόι αφιερώνει έναν δεύτερο επίλογο για να αναλύσει σε καθαρά δοκιμιακό ύφος θέματα ιστορίας, δηλαδή ποιοι είναι οι παράγοντες που κινούν την ιστορία. Ε, στάθηκε αδύνατο να διαβάσω αυτές τις λίγες σελίδες, που τις βρήκα εξαιρετικά βαρετές (ιεροσυλία; αλλά δεν είναι μυθιστόρημα πλέον) κι έτσι έφαγα την καμήλα, που λέει πλέον η παροιμία, και άφησα λίγες τρίχες από την ουρά της. Ισως κάποιαν άλλη φορά βρω το σθένος να το τελειώσω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιβλία, Κλασικά κείμενα, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα, Μεταφραστικά, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 99 Σχόλια »