Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γενικά γλωσσικά’ Category

Το θησαυροφυλάκιο και το υποθηκοφυλακείο

Posted by sarant στο 4 Σεπτεμβρίου, 2018

Συνεχίζω με τούτο το σύντομο άρθρο την εξόφληση… χρεών ή έστω υποσχέσεων που έχω δώσει.

Πριν από ένα εξάμηνο, σε μία ομιλία που είχα κάνει στις Βρυξέλλες, όταν ήρθε η ώρα της συζήτησης με ρώτησε μια κυρία για ποιο λόγο λέμε «θησαυροφυλάκιο, οστεοφυλάκιο» αλλά «υποθηκοφυλακείο». Της απάντησα ότι και τα δύο είναι σωστά, ότι δεν έχω πρόχειρη την απάντηση και ότι θα γράψω άρθρο στο ιστολόγιο. Μετά όμως το ξέχασα.

Τις προάλλες, φίλος μού έστειλε το εξής μήνυμα -διατηρώ την ορθογραφία του:

Να σας ρωτήσω κάτι; Γιατί λέμε θησαυροφυλάκειο ενώ λέμε υποθηκοφυλακείο; Εγώ έλεγα υποθηκοφυλάκειο μέχρι χθες που βρέθηκα σε ένα και οι υπάλληλοι το τονίζαν στην παραλήγουσα. Μου έκανε άσχημη εντύπωση, αλλά μπορεί εγώ να έχω λάθος.

Οι γραφές «-φυλάκειο» δεν είναι σωστές, αλλά πολλοί τις συνηθίζουν. Απάντησα στον φίλο σύντομα και του υποσχέθηκα εκτενέστερο άρθρο, που τώρα το διαβάζετε κι εσείς. Εκτενέστερο, αλλά όχι και πολύ εκτενές, αφού αφορά ένα συγκεκριμένο ερώτημα.

Πολύς κόσμος ταλαιπωρείται στα υποθηκοφυλακεία, ιδίως όταν έχει μπερδεμένες υποθέσεις κληρονομιάς, αλλά το υποθηκοφυλακείο μάς ταλαιπωρεί και από μιαν άλλη άποψη, ως λέξη, αφού πολλοί το λένε και το γράφουν προπαροξύτονο, *υποθηκοφυλάκιο (ή, όπως ο φίλος παραπάνω, *υποθηκοφυλάκειο).

Εδώ που τα λέμε, η λέξη «φυλάκιο» είναι πολύ οικεία τουλάχιστον σε όσους έχουν υπηρετήσει στο στρατό, αλλά και πολλά σύνθετά της τα συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή: το θησαυροφυλάκιο, το οστεοφυλάκιο, τον υπουργό άνευ χαρτοφυλακίου.

Αυτές οι τέσσερις λέξεις είναι βασικές, αρκετά συχνές, ενώ υπάρχουν και μερικές ακόμα όπως: ιματιοφυλάκιο, οπλοφυλάκιο, αρτοφυλάκιο, σκευοφυλάκιο, ιεροφυλάκιο.

Από την άλλη πλευρά, η λέξη «φυλακείο» δεν υπάρχει στη σημερινή γλώσσα, ενώ από τα λιγοστά σύνθετά της μόνο το υποθηκοφυλακείο έχει κάποια σημαντική παρουσία. Στο Αντίστροφο Λεξικό, της Άννας Συμεωνίδη, που περιέχει και πολύ σπάνιες λέξεις, βρίσκουμε τις εξής σε -φυλακείο: αρχαιοφυλακείο, δεσμοφυλακείο, νεκροφυλακείο, δασοφυλακείο, μεταγραφοφυλακείο. Υπάρχει και το αρχιφυλακείο, όπως το λέγαμε στον στρατό, ίσως ανεπίσημα.

Οπότε, μπροστά στο βάρος και τη συχνότητα των λέξεων σε -φυλάκιο είναι λογικό που κάποιοι το μπερδεύουν και λένε «*υποθηκοφυλάκιο», αφού δεν υπάρχει αντίβαρο διαδεδομένων λέξεων σε -φυλακείο. Ιδίως όσοι έχουν υπηρετήσει μέρος της θητείας τους σε φυλάκιο έχουν την κατάληξη εντυπωμένη στη μνήμη τους.

Γιατί όμως υπάρχουν και -φυλάκια και -φυλακεία;
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, Ποιο από τα δυο; | Με ετικέτα: , | 155 Σχόλια »

Καλή απόλαυση και καλή επιτυχία

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2018

Τις προάλλες, ένας φίλος με παρακάλεσε να ρίξω μια ματιά σε έναν δημοφιλή «τοίχο» (δηλαδή, κάτι σαν προσωπική σελίδα) του Φέισμπουκ και να σχολιάσω τη συζήτηση που γινόταν εκεί σχετικά με τις εκφράσεις «καλή απόλαυση» και «καλή επιτυχία».

Απάντησα σύντομα στον φίλο μου, αλλά απερίσκεπτα πρόσθεσα στο τέλος «ίσως χρειάζεται χωριστό άρθρο». Οπότε, σήμερα έρχομαι να ξοφλήσω την έστω έμμεση υπόσχεση.

Η ανάρτηση που έδωσε την αφορμή στη συζήτηση, ήταν η εξής:

Όταν οι σερβιτόροι εύχονται «καλή απόλαυση» το κάνουν για να διαχωρίσουν αυτά που σερβίρουν από τις «κακές απολαύσεις» όπως τα ξίδια και τα ναρκωτικά ή απλώς θέλουν να εκνευρίσουν τους πελάτες τους που καταλαβαίνουν ελληνικά;

Ο κ. Μ.Β. θεωρεί πλεονασμό την ευχή «καλή απόλαυση» αφού η απόλαυση είναι εξ ορισμού κάτι καλό. Και, ίσως αναπόφευκτα, στη σχετική συζήτηση που ακολούθησε, τα σχόλια επεκτάθηκαν στην ευχή «καλή επιτυχία», την οποία κάποιοι επίσης θεωρούν πλεοναστική, με επιχειρήματα όπως:

Η απόλαυση είναι εκ φύσεως ευχάριστη,κατά συνέπεια και «καλή», είτε απολαμβάνεις φαγητό είτε οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τη λέξη επιτυχία. Μπορείς λοιπόν να πεις ‘Καλό Σαββατοκύριακο, αφού μπορεί να βγει και κακό, δεν μπορείς όμως να λες ‘Καλή απόλαυση», ούτε «Καλή επιτυχία»!

Αυτά τα επιχειρήματα τα έχουμε ξανακούσει και μάλιστα στις φετινές πανελλήνιες εξετάσεις, στο φυλλάδιο οδηγιών που μοιράστηκε στους υποψήφιους υπήρχε η ευχή:

Tότε (δηλ. πριν από δυόμισι μήνες) είχα γράψει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Ευχές, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Η υποτιθέμενη τελειότητα της ελληνικής γλώσσας -ή, το Λερναίο σε νέα ενσάρκωση

Posted by sarant στο 23 Αύγουστος, 2018

Δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στον εκπαιδευτικό ιστότοπο esos.gr ένα άρθρο του μαθηματικού Γιάννη Π. Πλατάρου με τον εντυπωσιακό τίτλο «Για ποίους λόγους, η ελληνική γλώσσα, πλησιάζει την τελειότητα» (αγνοήστε τα περιττά κόμματα στον τίτλο, άλλωστε δεν έχουμε ακόμα φτάσει στην τελειότητα). Στο άρθρο ο συγγραφέας, που νομίζω πως είναι και μάχιμος εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση, παρουσιάζει κάποια επιχειρήματα για να στηρίξει τον ισχυρισμό του τίτλου, αντλημένα εν μέρει από τη δεξαμενή των ελληνοκεντρικών παραγλωσσολογικών μύθων που έχω παλιότερα αποκαλέσει «Λερναίο κείμενο», αλλά μεταπλασμένα και αναδιατυπωμένα.

Αυτό που ξεχωρίζει το πόνημα του κ. Πλατάρου από το αυθεντικό Λερναίο ή τα παρακλάδια του, είναι ότι ο συντάκτης φαίνεται να αποστασιοποιείται σε κάποια σημεία από τη ρητορική των παραγλωσσολογούντων, να αποδοκιμάζει «παραθεωρίες και αναπόδεικτους ισχυρισμούς» για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας, να επιδιώκει μια μέση λύση.

Σαν πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, θα αναφέρω ένα σημείο, στο οποίο μάλιστα γίνεται αναφορά και σε δικό μου κείμενο. Σε σχέση με την υποτιθέμενη μαθηματική δομή της ελληνικής γλώσσας, ο κ. Πλατάρος γράφει:

Αναφερόμαστε στη ρήση του  ιδρυτή της Microsoft Μπίλ Γκέϊτζ ,  ότι τάχα, «μόνο σ΄ αυτήν δεν υπάρχουν όρια».  Και ότι οι γενιές των νέων υπολογιστών, θα βασιστούν σ΄ αυτήν, ότι γίνονται προσλήψεις σε όσους ξέρουν Αρχαία Ελληνικά κ.ο.κ. Ένας κυκεώνας φημών που αναπαράγονται από τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ … Ομοίως οι «λεξάριθμοι» όπου μια λέξη μεταφράζεται σε αριθμό και εκ του αριθμού βγαίνουν διάφορα συμπεράσματα, δεν έχει σχέση με μαθηματική δομή. Βεβαίως ο επινοητής των «λεξαρίθμων» πολύ καλός συμπατριώτη μου Ελευθέριος Αργυρόπουλος, επιμένει στα ευρήματά του και στην ερμηνεία τους [3] . Στον αντίποδα στέκεται ο Νίκος Σαραντάκος που αποδομεί τα όποια συμπεράσματα [4] και ως τρίτος πόλος η ρήση του Μπιλ Γκέϊτζ. Προσωπικώς πιστεύουμε, ότι όλοι έχουν κάποιο δίκιο σε κάποιο βαθμό αφού υπάρχουν υπερβολές και αντιφάσεις παντού.

Ο συντάκτης, θα προσέξατε, εκφράζει μεν επιφυλάξεις για τη θεωρία των λεξαρίθμων ή την ψευδώς αποδιδόμενη στον Μπιλ Γκέιτς ρήση για τα αρχαία ελληνικά και τους Η/Υ, χωρίς όμως να τις αποδοκιμάζει ρητά και στο τέλος πιστεύει ότι «κάποιο δίκιο έχουν». Σαν να λέμε: υπάρχει η θεωρία της επίπεδης Γης, υπάρχει η ανασκευή της, υπάρχει και η θεωρία της κοίλης Γης -όλες έχουν δίκιο σε κάποιο βαθμό.

Και ο «κάποιος βαθμός» στον οποίο ο κ. Πλατάρος βρίσκει ότι ισχύει η άποψη για «μαθηματική δομή» της ελληνικής, είναι ότι… στις σύνθετες ελληνικές λέξεις τα δύο συνθετικά διατηρούνται ακέραια, ενώ σε ορισμένους νεολογισμούς της αγγλικής γίνεται σύμφυρση -και φέρνει το παράδειγμα του νεολογισμού phubbing από το ph(one) + (sn)ubbing.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός του κ. Π. είναι πολλαπλά σαθρός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Λερναίο κείμενο, Συντακτικό, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , | 394 Σχόλια »

Το γεράκι και το καπάκι

Posted by sarant στο 3 Αύγουστος, 2018

Θα ρωτήσετε, τι νόημα έχει ο τίτλος, τι συνδέει αυτά τα δυο ουσιαστικά. Να πρόκειται τάχα για ένα γεράκι, που πήρε στα νύχια του ένα καπάκι για να το μεταφέρει; Γεράκι θα ήταν αυτό ή δρόνος; Αλλά καλύτερα να το πάρει αμέσως το ποτάμι. Οι λέξεις στον τίτλο έχουν ένα προφανές κοινό στοιχείο: την κατάληξη -άκι.

Με την κατάληξη αυτή, το παραγωγικό αυτό επίθημα ας το πούμε πιο επιστημονικά, σχηματίζουμε υποκοριστικά στη γλώσσα μας -πρέπει μάλιστα να είναι το πιο… παραγωγικό από τα παραγωγικά επιθήματα που κάνουν αυτή τη δουλειά. Ωστόσο, υπάρχουν και λέξεις που τελειώνουν μεν σε -άκι αλλά δεν είναι υποκοριστικά. Κι αν προσέξετε, οι λέξεις του τίτλου ανήκουν σε αυτή την κατηγορία.

Διάλεξα αυτές τις δυο λέξεις στον τίτλο επειδή η κάθε μία αντιπροσωπεύει μια διαφορετική κατηγορία λέξεων που τελειώνουν σε -άκι.

  1. Στη γλώσσα μας έχουμε πολλές λέξεις που προέρχονται από αρχαία ή μεσαιωνικά υποκοριστικά αλλά σήμερα δεν δηλώνουν υποκορισμό, έστω κι αν έχουν την κατάληξη -άκι. Παράδειγμα των λέξεων της κατηγορίας αυτής, βρήκα το γεράκι: προέρχεται από το αρχαίο ιέραξ, το ελληνιστικό *ιεράκιον και το μεσαιωνικό γεράκιν. Σήμερα το γεράκι δεν είναι υποκοριστικό.
  2. Υπάρχουν όμως και λέξεις που είναι ξένα δάνεια και που έχουν την κατάληξη -άκι επειδή στην ξένη γλώσσα, συνήθως τα τουρκικά, είχαν (συνήθως) κατάληξη -ak. Παράδειγμα, το καπάκι που είναι δάνειο από το τουρκικό kapak. Φυσικά, ούτε το καπάκι και οι ανάλογες λέξεις έχουν υποκοριστική σημασία.

Τις λέξεις της δεύτερης κατηγορίας τις είχαμε συζητήσει στα σχόλια ενός σχετικά πρόσφατου άρθρου μας, ενώ και τις δυο αυτές κατηγορίες «ψευδοϋποκοριστικών» τις είχαμε αναφέρει και σε ένα παλιότερο άρθρο που ήταν επικεντρωμένο στη δυσκολία σχηματισμού της γενικής πτώσης των υποκοριστικών σε -άκι, ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε.

Αλλά ας εξετάσουμε πιο αναλυτικά τις δυο αυτές κατηγορίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Υποκοριστικά, γενική πτώση | Με ετικέτα: , , , | 235 Σχόλια »

Ένα γλωσσάρι που ενοχλεί

Posted by sarant στο 12 Ιουλίου, 2018

Παρουσιάστηκε πριν από μερικές μέρες στη Λευκωσία ένα «Γλωσσάρι για τη δημοσιογραφία», με τίτλο Words that matter / Λέξεις που έχουν σημασία / Önem taşıyan kelimeler, ένα γλωσσάρι που απευθύνεται σε ελληνοκυπρίους και τουρκοκυπρίους δημοσιογράφους που καλύπτουν τα ενδοκοινοτικά θέματα, και έχει σκοπό να προωθήσει ορολογία που να μην προσβάλλει την αντίθετη πλευρά.

Ποια ορολογία, θα ρωτήσετε. Πρόκειται, για να δώσω μερικά παραδείγματα αντλημένα από την ελληνοκυπριακή ορολογία, για όρους όπως Τούρκος εισβολέας (αντιπροτείνονται οι όροι Τουρκία / τουρκικός στρατός / τουρκική κυβέρνηση), εγκάθετος ηγέτης (αντιπροτείνεται ο όρος Τουρκοκύπριος ηγέτης), ψευδοκυβέρνηση (προτείνεται ο όρος τουρκοκυπριακή διοίκηση).

Οι εναλλακτικές αντιπροτάσεις έχουν προκύψει από συνεργασία ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Ωστόσο, δεν έχει επιτευχθεί συναίνεση για όλους τους «προσβλητικούς» όρους. Για παράδειγμα, για όρους όπως εισβολή, κατοχή και ψευδοκράτος δεν έχει βρεθεί κάποιος όρος που να τον δέχονται και τα δύο μέρη.

Η πρωτοβουλία της σύνταξης του γλωσσαριού ανήκει, αν κατάλαβα καλά, στο Γραφείο Ελευθερίας του Τύπου του ΟΑΣΕ. Παράλληλα πραγματοποιούνται και άλλες πρωτοβουλίες, όπως η απόσπαση δημοσιογράφων που θα δουλέψουν για μία εβδομάδα σε εφημερίδες της άλλης πλευράς (ελληνοκύπριοι σε τουρκοκυπριακές και τουρκοκύπριοι σε ελληνοκυπριακές).

Οι προτάσεις του γλωσσαρίου φυσικά είναι προαιρετικές, έχουν τον χαρακτήρα προτάσεων που εθελοντικά καλούνται να υιοθετήσουν οι δημοσιογράφοι ώστε να διευκολυνθεί η συνεννόηση.

Στην Κύπρο έχει προκληθεί σάλος από το γλωσσάρι, περισσότεροι από 170 δημοσιογράφοι υπέγραψαν κείμενο στο οποίο διαμαρτύρονται «για οποιεσδήποτε ενέργειες, πρωτοβουλίες, ακόμη και σκέψεις έχουν αναπτυχθεί τον τελευταίο καιρό γύρω από τον περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης και κατ’ επέκταση της αυτονομίας της σκέψης» και θεωρούν ότι οι υποδείξεις για αποφυγή ορισμένων όρων υπηρετούν μια λογική που «μετατρέπει τους δημοσιογράφους σε άβουλα όργανα μετάδοσης πληροφοριών».

Εξίσου αρνητικές ήταν οι αντιδράσεις αρκετών φίλων και γνωστών σε συζητήσεις που έγιναν στο Φέισμπουκ.

Ολόκληρο το γλωσσάρι, που πιάνει περίπου 90 σελίδες, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Πιο κάτω θα παραθέσω ορισμένα δείγματα, όπως τα βρήκα σε κυπριακή εφημερίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Εθνικισμός, Ελευθερία του λόγου, Κύπρος, Πολιτική ορθότητα | Με ετικέτα: , , , , | 207 Σχόλια »

Δάκια, λάκια, ράκια, τάκια

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2018

Το αφεντικό τρελάθηκε, θα πείτε. Σκεφτείτε όμως ότι έχουμε ένα ιστολόγιο να συντηρήσουμε, κι έτσι πρέπει να βάλουμε έναν τίτλο πρωτότυπο, γιατί ο κανονικός τίτλος που θα ταίριαζε στο άρθρο, δηλαδή «Η ανάπτυξη συνδετικού συμφώνου στα ουδέτερα υποκοριστικά» ή κάτι τέτοιο, σε πραγματεία ταιριάζει κι εμείς εδώ πραγματεία δεν γράφουμε.

Στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, που συζητάμε πολλά και διάφορα γλωσσικά, ρώτησε ένας φίλος για ποιο λόγο λέμε:

Μηλαράκι-Ποδαράκι-Ρουχαλάκι
αντί
Μηλάκι-Ποδάκι-Ρουχάκι

Οπότε μοιραία η συζήτηση στράφηκε σε όλα εκείνα τα υποκοριστικά σε -άκι, όπου στο υποκοριστικό αναπτύσσεται και ένα επιπλέον σύμφωνο που δεν υπάρχει στο θέμα της λέξης. Στο σημερινό άρθρο θα επιχειρήσω να  συστηματοποιήσω όσα ειπώθηκαν και να συμπληρώσω όσα δεν ειπώθηκαν.

Λέμε λοιπόν «μηλαράκι» και όχι «*μηλάκι», λέμε «ρουχαλάκι» και όχι «*ρουχάκι». Επίσης λέμε «*παραδάκι» και όχι «*παράκι», «λαγουδάκι» και όχι «*λαγάκι», καθώς και «γραμματάκι» και όχι «*γραμμάκι», αλλά και «αυγουλάκι» και όχι «*αυγάκι».

Να το μετριάσω λίγο αυτό που έγραψα. Επειδή το παραγωγικό επίθημα -άκι είναι πολύ συχνό και πανίσχυρο, τυχαίνει κάποιες φορές να χρησιμοποιούνται και οι «απλοί» υποκοριστικοί τύποι -για παράδειγμα, αν γκουγκλίσετε θα δείτε «ρουχάκια» ιδίως σε διαφημίσεις για ρούχα νεογέννητου. Οπότε, να έχουμε κατά νου ότι «κατά κανόνα» αποφεύγεται ο «απλός» υποκοριστικός τύπος (όπου απλός, όταν δεν παρεμβάλλεται εξωθεματικό σύμφωνο) και όχι «πάντοτε» -δεν υπάρχει άλλωστε κάποιος γλωσσικός νόμος που να μας εμποδίζει να πούμε «μηλάκι», ενώ σε κάποιες περιπτώσεις εμφανίζονται διτυπίες, π.χ. «ξυλάκι» και «ξυλαράκι».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Υποκοριστικά | Με ετικέτα: , | 214 Σχόλια »

Ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών μιλάει για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2018

Το ιστολόγιο έχει πολλες φορές ασχοληθεί με τον κ. Αντώνη Κουνάδη, πρωταθλητή της δισκοβολίας, διορισμένο Πρόεδρο του ΣΕΓΑΣ επί δικτατορίας, καθηγητή του ΕΜΠ, μέλος της Ακαδημιας Αθηνών και, για το 2018, Πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών. Ήδη τον πρώτο χρόνο της λειτουργίας μας, το 2009, μαζέψαμε υπογραφές και στείλαμε επιστολή σε εφημερίδες, διαμαρτυρόμενοι για τις εξωφρενικές δηλωσεις που είχε κανει σε επίσημη εκδήλωση της Ακαδημίας για 5 εκατομμύρια λέξεις της ελληνικής, που τάχα αναγνωρίζονται από το βιβλίο Γκίνες και για δηλώσεις του Μπιλ Γκέιτς ότι η ελληνική είναι γλωσσα κατάλληλη για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές -δηλαδή ανοησίες κατευθείαν παρμενες από το Λερναίο κείμενο, την επιτομή των ελληνοκεντρικών γλωσσικών μύθων.

Το 2013, άλλες δηλώσεις του κ. Κουνάδη σε εκδήλωση του σωματείου Ελληνική Γλωσσική Κληρονομία έγιναν αντικείμενο χλευαστικής κριτικής από τον αείμνηστο Δημ. Μαρωνίτη σε επιφυλλίδες του στο Βήμα, με αποτέλεσμα ο Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας, ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος, να αναγκαστεί να αποδοκιμάσει δημόσια τις τοποθετήσεις του συναδελφου του -κάτι που πολύ σπάνια γίνεται. Έγραψε τότε ο κ. Πετράκος, ανάμεσα στ’ άλλα (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου):

Ο κ. Κουνάδης, ανήκει ως μηχανικός στην Τάξη των Θετικών Επιστημών. Επιστημονικώς δεν έχει αρμοδιότητα και τις αναγκαίες γνώσεις για να ασχολείται με ζητήματα της γλώσσας…

Δεν υπάρχει για την Ακαδημία καμία γλωσσική πενία ή, πιο μίζερα, λεξιπενία στην Ελλάδα και στους Ελληνες. Αντίθετα η ελληνική πλουτίζεται και αυξάνεται κάθε μέρα, όπως γινόταν πάντοτε και τον πλούτο αυτόν τον δημιουργεί ο λαός ο οποίος και τον μεταχειρίζεται γιατί τον γεννά η ανάγκη να εκφράζει τα διανοήματά του τα οποία βέβαια δεν είναι όμοια με των αρχαίων Ελλήνων.

Τα πράγματα είναι σαφή. Αλλο ένας αναρμόδιος για τη γλώσσα Ακαδημαϊκός, άλλο η Ακαδημία.

Η άποψη του κ. Πετράκου έχει βαρύτητα, διότι το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα είναι ισόβιο, ενώ οι Πρόεδροι της Ακαδημίας έχουν ετήσια θητεια.

Ωστόσο, από την 1η Ιανουαρίου φέτος, ο κ. Αντ. Κουνάδης είναι πρόεδρος της Ακαδημίας για το έτος 2018 και υπό αυτή την ιδιότητα μίλησε σε ημερίδα στο Ίδρυμα Μαριάννας Βαρδινογιάννη, όπου υποστήριξε άκρως συντηρητικές θέσεις για το γλωσσικο ζήτημα («η γλώσσα μας μετά τη μεταπολίτευση δέχθηκε καίρια πλήγματα, όπως με την κατάργηση της καθαρεύουσας στα δημόσια έγγραφα και την καθιέρωση του μονοτονικού») και γενικότερα, ενώ ταυτόχρονα επανέλαβε μια σειρά από ψέματα, μύθους και αναπόδεικτους ισχυρισμούς που ασφαλώς προσβάλλουν το κύρος της Ακαδημιας.

Η ομιλία του κ. Κουνάδη δημοσιεύτηκε ολόκληρη στην εφημερίδα Εστία, που δεν νομίζω να έχει ονλάιν έκδοση, αλλά΄ευτυχώς το Υπουργείο Παιδείας έχει καθιερώσει (δεν ξέρω από πότε, αλλά ειναι αξιέπαινο) επισκοπηση των δημοσιευμάτων του Τυπου που αφορούν την παιδεία, κι έτσι εδώ μπορείτε να δειτε τις δύο σελίδες της συνέντευξης σε pdf.

Το εντυπωσιακό είναι ότι οι θέσεις που ανέπτυξε, ως Πρόεδρος της Ακαδημίας, ο κ. Κουνάδης περί λεξιπενίας και παρακμής της γλώσσας έχουν αποδοκιμαστεί εξ ονόματος της Ακαδημίας από τον Γενικό Γραμματέα της προ πενταετίας, με την επισήμανση ότι ο κ. Κουνάδης δεν έχει τις αναγκαίες γνώσεις για να ομιλεί περί γλωσσας. Υπάρχει εδώ μια αντίφαση, όμως φταίει και η Ακαδημία η οποία δεν έχει, απ’ όσο ξέρω, στα μέλη της κανεναν γλωσσολόγο κι έτσι τα ζητηματα της γλώσσας τα αναλαμβάνει όποιος έχει μεράκι για τα γλωσσικά, έστω κι αν είναι αδαής (τον όρο τον χρησιμοποίησε ο Β. Πετράκος).

Το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας του Κουνάδη είναι ένα ρηχό κήρυγμα σε δυο πόλους: από τη μια, οικτίρει την αξιοθρήνητη κατασταση στην οποία υποτίθεται ότι βρισκεται η νεοελληνική γλώσσα (σολοικισμοί, βαρβαρισμοί, λεξιπενία) και από την άλλη υμνεί χωρίς μέτρο την αρχαια ελληνική γλώσσα με διάφορους αναπόδεικτους ή υπερβολικούς ισχυρισμούς. Η στάση αυτη είναι χαρακτηριστική μιας ολόκληρης μεριδας ερασιτεχνών γλωσσολογούντων και όχι μόνο του κ. Κουνάδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσαμύντορες | Με ετικέτα: , , | 181 Σχόλια »

Έγινε φέσι: οι 50 αποχρώσεις της μέθης

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2018

Σε μια συζήτηση τις προάλλες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια στο Φέισμπουκ, ένας φίλος διηγήθηκε ότι ενώ βρισκόταν σε μια πολυεθνική παρέα, οι Έλληνες της παρέας έλεγαν για κάποιον που μέθυσε πολύ, που έγινε τύφλα στο μεθύσι, που έγινε φέσι, που έγινε ντίρλα, και χρησιμοποίησαν την έκφραση «έγινε κομοδίνο». Τότε ένας Τούρκος συνάδελφός τους γελώντας τούς εξήγησε ότι στα τούρκικα χρησιμοποιούν τον χαρακτηρισμό komodin για κάποιον άχρηστο, αυτόν που δεν έχει άλλη αξία παρά να στέκεται διακοσμητικός σε μια άκρη. «Γιατί πολεμάμε με αυτούς τους ανθρώπους;» αναρωτήθηκε ο συνάδελφος.

Ομως το σημερινό άρθρο δεν έχει σκοπό να προβληματιστεί για τα κοινά στοιχεία Ελλήνων και Τούρκων ούτε να κάνει κήρυγμα για τη φιλία των λαών, αλλά να διερευνήσει το κομοδίνο και τις άλλες 50 (να είναι τόσες; ή περισσότερες;) αποχρώσεις της μέθης.

Βέβαια στον τίτλο δεν έβαλα την έκφραση «έγινε κομοδίνο» επειδή δεν είναι τόσο κοινή, προτίμησα να βάλω γνωστότερες. Για να πω μάλιστα την αλήθεια, την έκφραση αυτή, το λέω χωρίς να κοκκινίζω, δεν την ήξερα -ο φίλος που τη χρησιμοποίησε είναι αρκετά νεότερος, και κάθε γενιά έχει (και) δικές της λέξεις για να περιγράψει το μεθύσι. Μεθάμε κι εμείς οι γεροντότεροι αλλά το περιγράφουμε αλλιώς.

Γιατί κομοδίνο ο μεθυσμένος; Δεν είναι πάντα εύκολο να εξηγήσεις πώς γεννήθηκε μια έκφραση, αλλά ο φίλος θεωρεί ότι βγήκε επειδή περιγράφει κάποιον «που έχει πιει τόσο, που οι διανοητικές του λειτουργίες είναι σε κατάσταση επίπλου». Πιθανώς την ίδια προέλευση να έχει και μια άλλη έκφραση που αναφέρθηκε στην ίδια συζήτηση, το «έγινε μπαούλο».

Σκέφτηκα να συγκεντρώσω λοιπόν σε αυτό το άρθρο όλες τις εκφράσεις που βρήκα και που θυμήθηκα για την περιγραφή των μεθυσμένων, πάντοτε της μορφής «έγινε Χ» ή «είναι Χ» ή «Χ στο μεθύσι». Σημειώνω και μερικές παλιότερες, ως και αρκετά παλιότερες. Η αργκό, το είπαμε και χτες, γερνάει γρήγορα και ανανεώνει γρήγορα το λεξιλόγιό της, οπότε οι νεότεροι δεν θα ξέρουν πολλές από τις εκφράσεις του καταλόγου. Ρώτησα και τις κόρες μου, τι λένε όταν μεθάνε, και μου είπαν κάποιες μάλλον κοινές εκφράσεις όπως έγινε ντίρλα, σκνίπα, φέσι, κώλος, χώμα, τάπα.

Από την άλλη, στο Λεξικό της Λαϊκής του Δαγκίτση βρήκα τις εξής εκφράσεις: έγινε βαποράκι, γκον, κουρούνα, κουτούκι, μούσκεμα, σκνίπα, σκρου, στουπί, στύφα, τάβλα, τύφλα, φέσι. Στο λεξικό των συνωνύμων του, ο Δαγκίτσης προσθέτει και το παπόρι. Περίπου τα ίδια έχει και ο Βλαστός στα Συνώνυμα και συγγενικά: κουτουκι, τύφλα, τάβλα, στουπί, τάπα, σκρου, φέσι, σκνίπα· κουρούνα, μούσκεμα. Βαποράκι.

Η σκνίπα, το στουπί, η τύφλα και το φέσι είναι σε χρήση και σήμερα, καναδυό ακόμα μπορεί να είναι γνωστές, κάποιες δεν θα τις ξέρετε.

Στο λεξικό συνωνύμων του Μπαμπινιώτη δίνονται: σκνίπα, τύφλα, πίτα, στουπί, τάβλα, κουδούνι, σταφίδα, χώμα, φέσι.

Περισσότερες εκφράσεις καταγράφονται στο Λεξικό της περιθωριακής γλώσσας του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει και ονλάιν αλλά δεν βρήκα τρόπο να λινκάρω στη σελίδα των αποτελεσμάτων της αναζήτησης, ενώ αρκετές υπάρχουν στο Πιπέρι στο στόμα, τη μελέτη για τις λέξεις-ταμπού που έχουμε παρουσιάσει κι εδώ. Από διαδικτυακές πηγές, το slang.gr έχει φυσικά πολλές εκφράσεις, που επίσης τις έχω συμπεριλάβει στον κατάλογο.

Πρέπει να πούμε ότι πολλές από τις εκφράσεις αυτές ισχύουν όχι μόνο για το μεθύσι αλλά και για την κατανάλωση ουσιών ή ακόμα και για τη σωματική εξάντληση π.χ. η «είμαι χώμα». Κάποιες βέβαια είναι μόνο για το μεθύσι, όπως εκείνες που δηλώνουν διαβροχή (έγινε στουπί). Σε πολλές από τις εκφράσεις ο μεθυσμένος παρομοιάζεται με αλοιφή ή συναφές υλικό, σε άλλες με ζώο ή έντομο, σε άλλες με έπιπλο.

Τον κατάλογο τον έφτιαξα συνενώνοντας όσα υπάρχουν στις πηγές που ανέφερα παραπάνω, χωρίς να σημειώνω ολες τις παραπομπές. Πρόσθεσα μερικά που έχω αποδελτιώσει απο τη λογοτεχνία.

Ας δούμε λοιπόν τον κατάλογο με κάποιο σχολιασμό για κάποιες εκφράσεις. Σε αλφαβητική σειρά:

  1. έγινε/είναι αλιάδα (Κάτος)
  2. έγινε/είναι άλογο (slang.gr)
  3. έγινε/είναι αλοιφή (Κάτος)
  4. είναι αποκαής. Παπαδιαμαντικό. Το βάζω τιμής ένεκεν, αν και διαφέρει λίγο αφού περιγράφει την ειδική κατάσταση του μεθύστακα που με ελάχιστη ποσότητα μεθάει πάλι, όπως ο φούρνος που μόλις έχει αρχίσει να κρυώνει.
  5. έγινε/είναι βαποράκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) Ανεξάρτητα από τη χρήση βαποράκι = αυτός που μεταφέρει λαθραία, ιδίως ναρκωτικά, για λογαριασμό άλλου.
  6. έγινε/είναι γκάιντα (Κάτος)
  7. έγινε/είναι Γκόγκολ (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «γκολ»
  8. έγινε/είναι γκολ (slang.gr, Κάτος) Εικάζω ότι είναι εξέλιξη του «έγινε γκον», όταν χάθηκε η διαφάνειά του
  9. έγινε/είναι γκον (Κάτος, Δαγκίτσης) Ο Κ. Καραποτόσογλου, «Δυσετυμολόγητα της νέας Ελληνικής» ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ 15 (1989), το ετυμολογεί από το gone=drunk, dead drunk, υποστηρίζοντας ότι «πέρασε στην ελληνική είτε από τους μετανάστες που γύριζαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, είτε από τους διαλόγους των κινηματογραφικών ταινιών». Το βρίσκω πειστικό. Ενδιαφέρουσα είναι και η ετυμολόγηση του Ζάχου από το γκογκ, που ο Καραποτόσογλου τη βρίσκει «πληρέστερη αλλά όχι και απόλυτα πειστική».
  10. είναι «εν τη δόξη του». Παπαδιαμαντικό, τιμής ένεκεν.
  11. έγινε/είναι ένα με τη γη (Κάτος)
  12. έγινε/είναι ένα με το χώμα (Κάτος)
  13. έγινε/είναι ζάντα (slang.gr)
  14. έγινε/είναι ζάντα φε (slang.gr)
  15. έγινε/είναι ζούνα. Παπαδιαμαντικό. Ήτο αγγλικόν ρούμι, και με ολίγας δόσεις εγένετο κανείς «ζούνα». (Βαρδιάνος στα σπόρκα).
  16. έγινε/είναι κόκαλο (slang.gr)
  17. έγινε/είναι κομμάτια (slang.gr) Βέβαια η έκφρ. «κομμάτια να γινει» έχει άλλη σημασία.
  18. έγινε/είναι κομοδίνο (Υπογλώσσια)
  19. έγινε/είναι κουδούνι (Κάτος)
  20. έγινε/είναι κουνουπίδι (slang.gr, Κάτος). Περί τη μία μεταμεσονύχτιο διαλύθηκαν -κουνουπίδι απαξάπαντες- για να μεταβούν έκαστος εις τα ίδια (Καραγάτσης, Το 10).
  21. έγινε/είναι κουρούνα (Δαγκίτσης, Βλαστός) κι οι σκαπανείς μαζευονται απ το κρασί κουρούνα, στίχος του Σουρή περί το 1880
  22. έγινε/είναι Κουστώ (slang.gr) Διότι έχει πιει πολύ και την έχει ακούσει.
  23. έγινε/είναι κουτούκι (Δαγκίτσης, Βλαστός) …είμαι κουτούκι, σε στίχο του Σουρή, 1882
  24. έγινε/είναι κωλίδι (slang.gr)
  25. έγινε/είναι κώλος (slang.gr)
  26. έγινε/είναι λάσπη (slang.gr, Κάτος)
  27. έγινε/είναι λέσι (Κάτος)
  28. έγινε/είναι λιάδα (Κάτος)
  29. έγινε/είναι λιάρδα (slang.gr) Κατά το σλανγκρ, από το αρβανίτικο λιάρδα που σημαίνει λιώμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι από το «λιάδα» δηλαδή αλιάδα, δηλαδή σκορδαλιά.
  30. έγινε/είναι λιώμα (slang.gr, Κάτος)
  31. έγινε/είναι μανουάλι (slang.gr)
  32. έγινε/είναι μούσκεμα (Δαγκίτσης,, Βλαστός)
  33. έγινε/είναι μπαούλο (Υπογλώσσια)
  34. έγινε/είναι Μπομπ Ντίρλαν (slang.gr) Παιγνιώδης πλατειασμός του «έγινε ντίρλα»
  35. έγινε/είναι ντέφι (Κάτος)
  36. έγινε/είναι ντίρλα (slang.gr, Κάτος). Εικάζω ότι προέρχεται από το Ντιρλαντά-ντιρλανταντά.
  37. έγινε/είναι ντούρλα. Ίσως παραλλαγή της ντίρλας. Κι ένα βράδυ, που ήταν υπηρεσία στη μονάδα, αφού πρώτα έγινε ντούρλα στο μεθύσι, βγήκε «εφόδου», και δεν ήξερε πού πάν’ τα τέσσερα. (Τόλης Καζαντζής, Ματαιότης ματαιοτήτων).
  38. έγινε/είναι παϊτόνι (Κάτος)
  39. έγινε/είναι παπόρι (Δαγκίτσης)
  40. έγινε/είναι πατάτα (Κάτος)
  41. έγινε/είναι πίτα (slang.gr, Κάτος) Και πίτας (Κάτος)
  42. έγινε/είναι σκατά (Κάτος)
  43. έγινε/είναι σκνίπα (slang.gr, Κάτος, Δαγκίτσης) Και σκνίπας (Κάτος) Ίσως επειδή οι σκνίπες διαγράφουν τροχιές που θυμίζουν το περπάτημα του μεθυσμένου με οχτάρια. Οι ξυλένιοι φαφλατάδες από το μεθύσι σκνίπες, στίχος του Σουρή.
  44. έγινε/είναι σκρου (Δαγκίτσης, Βλαστός)
  45. έγινε/είναι σούπα (Κάτος)
  46. έγινε/είναι σούρα (Κάτος)
  47. έγινε/είναι σπανακόπιτα (Κάτος)
  48. είναι στα πράματα. Παπαδιαμαντικό.
  49. έγινε/είναι σταφίδα (Κάτος, Μπαμπινιώτης)
  50. έγινε/είναι στειλιάρι. Κι εγώ στηλιάρι έγινα με κόκκινο κρασί στίχος του Σουρή στον Ρωμηό, 1889,
  51. έγινε/είναι στουπί (Κάτος, Δαγκίτσης)
  52. έγινε/είναι στύφα (Δαγκίτσης) Υπάρχει και η παραλλαγή: στούφα στο μεθύσι.
  53. έγινε/είναι τάβλα (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός)
  54. έγινε/είναι τάπα (Κάτος, Βλαστός) «ένας μόρταρος … από το μεθύσι τάπα» σε στιχούργημα του Λαπαθιώτη, 1933.
  55. έγινε/είναι τέζα (Κάτος)
  56. έγινε/είναι τούνγκα (Κάτος)
  57. έγινε/είναι τούντζι. Του Καραγάτση, π.χ. Σύντομα γίνηκαν τούντζι απαξάπαντες («Γιούγκερμαν»)
  58. έγινε/είναι τούρνα (Κάτος)
  59. έγινε/είναι τύφλα (Κάτος, Δαγκίτσης). Και τύφλας (Κάτος) Τύφλα στο μεθύσι της η Πλάση, δεν πρόσεξε καθόλου το σβήσιμο τ’ ακριβού της. Καρκαβίτσας, Αρχαιολόγος
  60. έγινε/είναι φέσι (Κάτος, Δαγκίτσης, Βλαστός).
  61. έγινε/είναι φέτα (Κάτος)
  62. έγινε/είναι χάλια (Κάτος)
  63. έγινε/είναι χημείο (slang.gr)
  64. έγινε/είναι χέσμα (slang.gr)
  65. έγινε/είναι χότζας (Κάτος)
  66. έγινε/είναι χύμα (Κάτος)
  67. έγινε/είναι χώμα (slang.gr)
  68. έγινε/είναι ψάθα (Πιπέρι στο στόμα) Είναι η παλαιότερα καταγραμμένη από τις εκφράσεις, αφού τη βρίσκουμε σε ποίημα του Σούτσου, 1835: Κι εγώ τρέχω ζαλισμένος κι από το μεθύσι ψάθα

Είχα πει για 50 αποχρώσεις αλλά πλησιάζουμε τις εβδομήντα και δεν αποκλείεται, μαζί με τα σχόλια, να ξεπεράσουμε και τις εκατό.

Περιμένω λοιπόν να πλουτίσετε τον κατάλογο στα σχολια!

 

 

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Παπαδιαμάντης, Ποτά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Συζητώντας για την αργκό

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2018

Η αργκό ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο και έχουμε δημοσιεύσει πολλά άρθρα, είτε για τη σύγχρονη αργκό είτε για την ιστορία της, σε κάποια από τα οποία είχε καθοριστική συνεισφορά ο παλιός φίλος μας Spatholouro που εύχομαι να ξαναρχίσει να σχολιάζει εδώ.

Το σημερινό άρθρο είναι μια γενική εισαγωγή για την αργκό, συνοπτικά δοσμενη σε κάτι λιγότερο από 1000 λέξεις. Μου το ζήτησε η δημοσιογράφος Ζωή Παρασίδη από το popaganda.gr ως υλικό αναφοράς για ένα άρθρο που ετοίμαζε. Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα και ανάμεσα στις πηγές του είναι το κείμενο που είχα στείλει καθώς και το παλιότερο άρθρο μας για τη διασημότερη ελληνική λέξη.

Παρουσιάζω σήμερα το δικό μου κείμενο για την αργκό, για να υπάρχει και αυτοτελώς. Είχα πει ότι σήμερα θα έβαζα κάτι για γραβάτες, αλλά τελικά ο προγραμματισμός άλλαξε και εκείνο το άρθρο πηρε αναβολή.

Γενικά για την αργκό

Η λέξη αργκό είναι δάνειο από τη γαλλική argot, η οποία, όπως αρμόζει στον χαρακτήρα της, είναι σκοτεινής ετυμολογίας, αφού καμιά από τις πολλές εκδοχές που έχουν προταθεί δεν έχει γίνει αποδεκτή. πιθανώς συνδέεται με το ρήμα argoter «λογομαχώ». Αρχικά είχε τη σημασία «συντεχνία κλεφτών» και προς τα τέλη του 17ου αιώνα πήρε και τη σημασία της ειδικής συνθηματικής γλώσσας τους. Ένας από τους πρώτους συγγραφείς που μελέτησε τη γαλλική αργκό σε βάθος ήταν ο Βίκτωρ Ουγκώ, ο οποίος αφιερώνει στην αργκό μια ολόκληρη ενότητα στον 4ο τόμο των Αθλίων, υπό τύπον δοκιμίου 15-20 σελίδων. «Η αργκό είναι η γλώσσα των σκοταδιών», γράφει.

Με τον όρο αργκό εννοούμε ένα προφορικό γλωσσικό ιδίωμα, που χρησιμοποιείται ως συνθηματική γλώσσα από ορισμένες κοινωνικές ή επαγγελματικές ομάδες (περιθώριο, υπόκοσμος, νέοι κ.ά.) και που διαμορφώνεται κυρίως από γλωσσικά δάνεια και από παραμόρφωση της καθομιλουμένης. Στην πραγματικότητα, υπάρχουν πολλές αργκό, πολλές συνθηματικές γλώσσες: του στρατού, των νέων, διάφορων περιθωριακών ομάδων κτλ. Υπάρχουν και επαγγελματικές συνθηματικές γλώσσες, όπως ήταν παλιότερα τα κουδαρίτικα, η γλώσσα των Ηπειρωτών χτιστάδων, και τα ντόρτικα, η γλώσσα των τσιγγάνων χαλκιάδων της Ευρυτανίας, ενώ και στην εποχή μας ειδικό λεξιλόγιο βρίσκουμε σε άφθονους κλάδους και ομάδες, π.χ. νοσηλευτές, κομπιουτεράδες, φορτηγατζήδες ή γκέιμερς. Ξέρουμε επίσης τα καλιαρντά, τη γλώσσα των ομοφυλοφίλων, που την έκανε ευρύτερα γνωστή η μελέτη του Ηλία Πετρόπουλου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Αφορά το ή αφορά στο;

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αφορά ένα γλωσσικό ερώτημα που διατυπώνεται συχνά τα τελευταία χρόνια, και στο οποίο, περιέργως, δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο ιστολόγιο. Αντί όμως να γράψω εγώ τη γνώμη μου για το δίλημμα του τίτλου, θα αναδημοσιεύσω ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου μου του Γιάννη Χάρη, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά πριν από δυο βδομάδες στη σαββατιάτικη στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών -και στη συνέχεια θα γράψω και μερικά δικά μου σχόλια για το θέμα.

Έγραψε λοιπον ο Γιάννης Χάρης:

Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), «Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές» (η εικόνα είναι παρμένη από το ιστολόγιο του Γ. Χάρη)

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική […] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι […] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν […] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα…). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν […] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 227 Σχόλια »

Ελληνικά στοιχεία στο λεξιλόγιο άλλων γλωσσών (άρθρο των Παναγ. Ανδρέου και Γ. Παπαναστασίου)

Posted by sarant στο 21 Ιουνίου, 2018

Πριν από ένα μήνα περίπου είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο του Γιώργου Παπαναστασίου,  Αναπληρωτή Καθηγητή Ιστορικής Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ. και Διευθυντή του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη), το πρώτο από δύο άρθρα που μου είχε στείλει με θέμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο: τον γλωσσικό δανεισμό. Δημοσιευω σήμερα το δεύτερο από αυτά τα άρθρα, που είναι γραμμένο σε συνεργασία με τον Παναγιώτη Ανδρέου, επιστημονικό συνεργάτη του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών. Το άρθρο παρουσιάστηκε πρώτα σε διάλεξη και στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελιμειακά» του Συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης.

Και πάλι, το άρθρο είναι μεγάλο αλλά δεν βόλευε να το χωρίσω σε δύο μέρη. Ωστόσο, έχει πολύ ενδιαφέρον. Σε αγκύλες έβαλα ένα-δυο δικα μου σχολια και παραπομπές σε αρθρα του ιστολογίου. Να σημειώσω μόνο ότι δεν δημοσιεύω όλες τις εικόνες που το συνόδευαν, για να μη βαρύνει πολύ. Επίσης, εξαιτίας του οσιαρίσματος χάθηκαν τα πνεύματα και τα τονικά σημάδια των αρχαίων λέξεων. Μικρό το κακό.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟ ΚΟΣΜΟ: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΤΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΛΛΩΝ ΓΛΩΣΣΩΝ

Στο τεύχος 73 των Ελιμειακών ο δεύτερος από εμάς είχε παρουσιάσει μία από τις δύο εμφανείς πλευρές της σχέσης της ελληνικής με άλλες γλώσσες, συγκεκριμένα το λεξιλόγιο που η ελληνική δανείστηκε από πολλές από αυτές, με τις οποίες ήρθε σε επαφή. Στο παρόν τεύχος παρουσιάζουμε την άλλη πλευρά του νομίσματος, ένα ενδεικτικό τμήμα του λεξιλογίου που η ελληνική δάνεισε σε διάφορες γλώσσες στη διαδρομή της ιστορίας της.

  1. Προϊστορία και πρωτοϊστορία, ως την αρχαϊκή εποχή

Η ελληνική γλώσσα ξεκίνησε ως ένα παρακλάδι της ινδοευρωπαϊκής που αποκόπηκε από τον υπόλοιπο ινδοευρωπαϊκό κορμό, όπως συνέβη και με πολλές άλλες γλώσσες γνωστές σήμερα, αλλά και με μερικές που εξαφανίστηκαν χωρίς να αφήσουν ίχνη. Η θεωρούμενη ως κοιτίδα των Ινδοευρωπαίων ίσως βρίσκεται στη σημερινή Ου­κρανία, αυτό όμως πολύ μικρή σημασία έχει για την κατοπινή ιστορία των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, οι οποίες, συνεχίζοντας όλες την ίδια πρωτογλώσσα, έδωσαν γλωσσικές μορφές που κλήθηκαν κατά εποχές και κατά περιοχές να παίξουν τον δικό τους ιστορικό ρόλο η καθεμιά – έναν ρόλο που προφανώς δεν συνδέεται με ιδιαιτε­ρότητες της γλώσσας αλλά με τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες που αντιμετώ­πισαν και κλήθηκαν να υπηρετήσουν οι ομιλητές του κάθε επιμέρους κλάδου.

Φτάνοντας οι Έλληνες στη Βαλκανική χερσόνησο, εγκαταστάθηκαν στις νο­τιότερες περιοχές της, τη σημερινή Ελλάδα. Περίπου το 2000 π.Χ. ο κορμός των Ελλήνων πρέπει να βρέθηκε στην περιοχή της σημερινής Μακεδονίας ή λίγο βο­ρειότερα, και στη συνέχεια εξαπλώθηκε προς νότον, όπου η ελληνική μαρτυρείται από τον 16ο/ 15ο αιώνα ως το 1200 π.Χ., κατά τη μυκηναϊκή εποχή, έχοντας απο­κτήσει τα χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια | Με ετικέτα: , , , , | 151 Σχόλια »

Ζωώδεις καταστάσεις

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο το εχω δανειστεί από μια συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, στην οποια συμμετεχω (και σας προτρέπω να γίνετε μέλη, αν χασομεράτε και στο Φέισμπουκ). Οπότε, τα περισσότερα λήμματα του καταλόγου που ακολουθεί τα  έχουν βρει οι φίλοι που συμμετείχαν στη συζήτηση. Εγώ εμπλούτισα τον κατάλογο, τον έβαλα σε αλφαβητική σειρά και έγραψα και μερικά πράγματα για το κάθε λήμμα. Μερικά σπανιότερα λήμματα τα έχω με αστερίσκο.

Το ζητούμενο είναι να βρουμε ρήματα που περιγράφουν ανθρώπινες συμπεριφορές ή καταστασεις παραπέμποντας μεταφορικά σε χαρακτηριστικά ή σε ιδιότητες ζώων, όπως σκυλιάζω, κορακιάζω ή μουλαρώνω.

Να διευκρινίσω ότι δεν μας ενδιαφέρουν ρήματα που δηλώνουν την ενέργεια που κάνουμε στο/με το ζώο, όπως ψαρεύω ή ιππεύω, έστω κι αν το ψαρευω μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μεταφορικά.

    • αλαφιάζω: τρομάζω καποιον· αλαφιάζομαι: τινάζομαι τρομαγμένος, ξαφνιασμένος, όπως το αλάφι (ελάφι).
    • *αλεπογανίζω: Χρονοτριβώ με άσκοπες μετακινήσεις εδώ κι εκει, όπως η αλεπού, η οποία, κατά την κοινή αντίληψη, κάνει ελιγμούς για να χαθούν τα ίχνη της.
    • *αλεποτινάζω: Αρπάζω κάποιον με δύναμη και τον τινάζω, όπως τα σκυλιά την αλεπού.
    • *αλεπουδεύω, ιδίως στα ποντιακά με τη μορφή λαπουδεύω. Αναλαμβάνω σωματικές δυνάμεις μετά από αρρώστια. Και αναλαμβάνω οικονομικά.
    • *αλεπουδίζω: Κάνω πονηριές και τσαλιμάκια, αν πιστέψω κάποιες αναφορές στο Διαδίκτυο. Και το αρχαίο αλωπεκίζω.
    • αλωπεκίζω. Βλ. παραπάνω.
    • αποκτηνώνομαι: Με τον γενικό όρο, φερομαι σαν ζώο, κυριαρχούμαι από κατώτερα ένστικτα.
    • αραχνιάζω: βρίσκομαι σε κατάσταση εγκατάλειψης, ερήμωσης. Είμαι παρατημενος. (Μπορεί να νοηθεί και κυριολεκτικά, για μέρος που έχει γεμίσει με ιστούς αράχνης).
    • αρκουδίζω: περπατάω με τα τέσσερα, μπουσουλάω.
    • *βοϊδοδουλεύω: εργάζομαι σκληρά και επίμονα, σαν το βόδι. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοκοιμάμαι: κοιμάμαι βαθιά. Ηπειρώτικο.
    • *βοϊδοπεικάζω (ή *βοϊδονιώθω): είμαι αργόστροφος σαν το βόδι.
    • γαϊδουρεύω και γαϊδουροφέρνω: φέρνομαι με τρόπο αγροίκο, βάναυσο.
    • γαϊδουρίζω: όπως παραπάνω. Και με τη σημασία «πεισμώνω» (βλ. μουλαρώνω)
    • *γαϊδουρογυρίζω και *γαϊδουροκαθίζω: εξευτελίζω, διαπομπεύω κάποιον (και κυριολεκτικά, τα παλιά χρόνια)
    • *γουρουνεύω ή γουρουνίζω: συμπεριφέρομαι άπρεπα, με τρόπο αγροίκο.
    • γουρουνιάζω: νεότερη αργκό παραλλαγή, πολύ κοινή, που λέγεται ιδίως όταν κάποιος τρώει πολύ και χωρίς τακτ, αλλά λέγεται και για άλλες μορφές κραιπάλης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, Ζωολογία, Λογολογία, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 232 Σχόλια »

Του νόμου πλαίσιο ή του νόμου πλαισίου;

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2018

Στο δίλημμα του τίτλου θα μπορούσε κάποιος να βρει και τρίτη λύση (του νόμου-πλαίσιου) αλλά θα θεωρήσω ότι ταυτίζεται με τη δεύτερη, διότι το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα κλίνουμε το δίλεκτο «νόμος πλαίσιο» και στα δύο σκέλη του ή αν θα κλίνουμε μόνο το πρώτο. Επικουρικά, το δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι αν θα γράψουμε το δίλεκτο με ή χωρίς ενωτικό.

Η συζήτηση αυτή έχει γίνει μερικές φορές στο ιστολόγιο αλλά δεν έχω γράψει άρθρο αφιερωμένο στο θέμα. Το έναυσμα το πήρα από μια παλιότερη ανάρτηση στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, όπου τέθηκε το ερώτημα αν πρέπει να πούμε «έπιασαν καλαμάρι-γίγας» ή «έπιασαν καλαμάρι-γίγαντα» (ή, έστω, καλαμάρι-γίγα).

Τα σύνθετα της κατηγορίας αυτής είναι ολοένα και περισσότερα, παρόλο που το φαινόμενο είναι σχετικά πρόσφατο στη γλώσσα μας. Στην ορολογία των γλωσσολόγων, λέγονται «παραθετικά πολυλεκτικά σύνθετα» ή, απλούστερα, «παραθετικά σύνθετα»: νόμος-πλαίσιο, κράτος μέλος, επίσκεψη-αστραπή, πόλη-κράτος, πτυχίο-μαϊμού, λέξη-κλειδί, παιδί φάντασμα.

Έγραψα πιο πάνω ότι πρόκειται για φαινόμενο σχετικά πρόσφατο, κι αυτό φαίνεται και από το ότι το 1986 η Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη τα συμπεριέλαβε και τα εξέτασε εκτενώς στη μελέτη της «Η νεολογία στην κοινή νεοελληνική», τα θεώρησε δηλαδή φαινόμενο νεολογικό. Πιο παλιά, ο Τριανταφυλλίδης στη Γραμματική του τού 1941 τα είχε αποδοκιμάσει ως «αντίθετα με το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας», ενώ αντίθετα ο Αχ. Τζάρτζανος, στο έργο «Νεοελληνική σύνταξις της κοινής δημοτικής» παρατηρεί, πιο ουδέτερα, ότι «η κατά παράθεσιν σύνταξις έχει λάβει μεγάλη ανάπτυξι στη νέα ελληνική γλώσσα» και αποδελτιώνει τη φράση «έριχνε ματιές αινίγματα» από διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου του 1927.

Νεολογικό φαινόμενο το θεώρησαν και οι γλωσσολόγοι Θανάσης Νάκας και Ζωή Γαβριηλίδου, που αφιέρωσαν το 2005 βιβλίο στα παραθετικά σύνθετα, με τίτλο «Δημοσιογραφία και νεολογία. Τίτλοι-ευρήματα για θέματα-εκπλήξεις«. Το παλαιότερο δείγμα που έχουν βρει είναι ο τίτλος του παπαδιαμαντικού διηγήματος Έρως-Ήρως.

Εκτενής πραγμάτευση του θέματος υπάρχει επίσης στον «Οδηγό για τη σύνταξη, τη μετάφραση και την αναθεώρηση εγγράφων» της μεταφραστικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, πράγμα διόλου περίεργο αφού τα παραθετικά σύνθετα ευδοκιμούν στα ευρωενωσιακά κείμενα. Δανείζομαι ασύστολα από τη μελέτη αυτή.

Όπως σωστά επισημαίνουν οι Νάκας-Γαβριηλίδου, ο νεολογικός χαρακτήρας αυτών των συνθέτων πιστοποιείται από το γεγονός ότι δυσκολευόμαστε τόσο να τα ορθογραφήσουμε (με ενωτικό ανάμεσα στα συνθετικά τους ή χωρίς ενωτικό; Μέσα σε εισαγωγικά το δεύτερο συνθετικό ή όχι; κ.ο.κ.) όσο και να τα κλίνουμε (του έργου-πιλότου, τα έργα-πιλότοι ή του έργου-πιλότος, τα έργα-πιλότος;). Βέβαια, αυτά τα έγραφαν το 2005 αλλά και σήμερα η κατάσταση δεν έχει αλλάξει πολύ αφού και σήμερα προβληματιζόμαστε από τα σύνθετα αυτά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , , , | 159 Σχόλια »

Το ελληνικό λεξιλόγιο από τον Όμηρο μέχρι σήμερα (άρθρο του Γ. Παπαναστασίου)

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2018

Στη Θεσσαλονίκη όπου είχα πάει τις προάλλες, ειχα τη χαρά να κάνω τη γνωριμια του καθηγητή Γιώργου Παπαναστασίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Ιστορικής Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ. και Διευθυντή του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη). Χάρηκα όταν μου είπε ότι μας διαβάζει και ακομα περισσότερο χάρηκα όταν, μερικές μέρες αργότερα, μου έστειλε δυο άρθρα που έχουν θεμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο: τον γλωσσικό δανεισμό και τη συγκρότηση του λεξιλογιου της ελληνικής. Δημοσιευω σήμερα το πρώτο από αυτά και στο κοντινο μέλλον θα δημοσιεύσω και το άλλο, που εξετάζει «την άλλη όψη του νομίσματος» δηλαδή τα ελληνικά δάνεια σε ξένες γλώσσες. Και τα δυο άρθρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ελιμειακά» του Συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης.

Προειδοποιώ πως το άρθρο είναι μεγάλο, αλλά δεν θα βόλευε τη συζήτηση να το κόψω σε δύο μέρη. Νομίζω άλλωστε πως αξίζει ο κόπος που θα κάνετε να το διαβάσετε. Κάποιες παράγραφοι του άρθρου θα μπορούσαν να δώσουν έναυσμα για χωριστά άρθρα του ιστολογίου -κάτι που μπορεί να γινει στο μέλλον.

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ»

Γιώργος Κ. Παπαναστασίου

A΄. Προϊστορική, πρωτοϊστορική και αρχαϊκή εποχή. Είναι η περίοδος που ξεκινάει από την ινδοευρωπαϊκή προϊστορία και φτάνει ως τον 6ο αιώνα, συμπεριλαμβάνοντας τον Όμηρο, το πρώτο εκτενές αρχαιοελληνικό κείμενο, που ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ. και μας παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πρώιμου ελληνικού λεξιλογίου. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Όμηρος δεν είναι το αρχαιότερο ελληνικό κείμενο. Παλαιότερα κατά αρκετούς αιώνες, αφού χρονολογούνται περίπου από το 1500 έως το 1200 π.Χ., είναι μικρά, επιγραφικά κείμενα που βρέθηκαν γραμμένα σε πήλινες πινακίδες στα ανάκτορα της Πύλου, της Κνωσού, των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Θήβας και άλλων πόλεων της μυκηναϊκής εποχής. Η μικρή έκταση, όμως, των κειμένων αυτών και η φύση τους, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό καταγραφές λογιστικού τύπου, δεν μας παρέχουν τη λεξιλογική ποικιλία που βρίσκουμε αργότερα στα ομηρικά έπη.) Ένα τμήμα του αρχαϊκού λεξιλογίου είναι κληρονομημένο από μια προϊστορική γλώσσα, που την ονομάζουμε ινδοευρωπαϊκή, από την οποία προέρχονται η ελληνική, η λατινική, η ινδική, η περσική, η αρμενική, οι σλαβικές γλώσσες, αλλά και η αγγλική, η γερμανική, η ολλανδική. Εδώ ανήκουν λέξεις όπως πατήρ, μήτηρ, φράτηρ ‘αδελφός’, θυγάτηρ, υἱός, ἀνήρ ‘άντρας’, γυνή ‘γυναίκα’, οἶκος, δόμος ‘σπίτι’, πόλις, θύρα, ἔδομαι ‘τρώω’, πίνω, ἅλς ‘αλάτι’, μέλι, ἀγρός, βοῦς ‘βόδι’, αἴξ ‘κατσίκα’, ὄϊς ‘πρόβατο’, ὗς ‘γουρούνι’, ἵππος, δρῦς ‘βαλανιδιά’, φύομαι ‘φυτρώνω’, ἀρόω ‘οργώνω’, σπείρω ‘σπέρνω’, ἀμέλγω ‘αρμέγω’, ὑφαίνω κτλ.

Ακόμη και μικρές φράσεις, όπως κλέος ἄφθιτον ‘αθάνατη δόξα’, δωτῆρες ἐάων ‘δωρητές αγαθών’, οι οποίες μαρτυρούνται στον Όμηρο, υπήρχαν ήδη στην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή. (Ίσως είναι χρήσιμη μια μικρή παρένθεση για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, αυτή τη μητέρα-γλώσσα από την οποία προέρχονται τα ελληνικά, τα λατινικά και οι λατινογενείς γλώσσες [ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά κτλ.], τα ινδικά, αλλά και τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ολλανδικά κτλ. Ας δούμε αυτές τις ομοιότητες: αρχαίο ελληνικό πατήρ, λατινικό pater [> γαλλικό père, ιταλικό padre], ινδικό pitar-, αγγλικό father, γερμανικό Vater· αρχαίο ελληνικό μήτηρ, λατινικό mater [> γαλλικό mère, ιταλικό madre], ινδικό matar-, αγγλικό mather, γερμανικό Mutter· αρχαίο ελληνικό δύο, λατινικό duo [> γαλλικό deux, ιταλικό duo], ινδικό dva-, αγγλικό two, γερμανικό zwei· αρχαίο ελληνικό τρεῖς, λατινικό tres [> γαλλικό trois, ιταλικό tre], ινδικό trayas, αγγλικό three, γερμανικό drei· αρχαίο ελληνικό ἕξ, λατινικό sex [> γαλλικό six, ιταλικό sei], ινδικό saks-, αγγλικό six, γερμανικό sechs, κτλ. Αυτές οι λέξεις μοιάζουν η μία με την άλλη, επειδή έχουν κοινή προέλευση. Καθεμιά τους προέρχεται από την ίδια λέξη αυτής της παλαιάς γλώσσας που την έχουμε ονομάσει πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, συγκεκριμένα από τις μορφές *ph1ter, *mater, *duo, *treies, *sex. Θα μείνουμε απλώς στη διαπίστωση των ομοιοτήτων ανάμεσα στις λέξεις αυτών των γλωσσών και στην κοινή ινδοευρωπαϊκή καταγωγή τους, γιατί κάθε απόπειρα να αναλύσουμε περισσότερο αυτή την κατάσταση απλώς θα μας έβγαζε από τον στόχο αυτού του κειμένου.)

Εκτός όμως από τις κληρονομημένες λέξεις ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, τόσο στον Όμηρο όσο και στα παλαιότερα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων, υπάρχουν δάνεια από άλλες γλώσσες. Λέξεις όπως χρυσός, λαβύρινθος, σέλινον, σῖτος ‘σιτάρι’, σήσαμον ‘σουσάμι’, κέρασος ‘κεράσι’ κτλ. ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, των πολύ πρώιμων δανείων. Είναι δηλαδή λέξεις που η αρχαία ελληνική δεν τις κληρονόμησε από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, αλλά τις γνώρισε από άλλες γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή και τις ενσωμάτωσε στο ελληνικό λεξιλόγιο. Την προέλευση ορισμένων από αυτές την αναγνωρίζουμε με μεγαλύτερη ή μικρότερη βεβαιότητα, π.χ. οι μυκηναϊκές και στη συνέχεια ομηρικές λέξεις χρυσός και χιτών γνωρίζουμε ότι είναι σημιτικής προέλευσης, προέρχονται δηλαδή από κάποια σημιτική γλώσσα (σημιτικές γλώσσες είναι μεταξύ άλλων η αρχαία αιγυπτιακή, η εβραϊκή, η φοινικική, αλλά και η σύγχρονη αραβική), αν και δεν έχουμε προσδιορίσει ποια ακριβώς είναι η πηγή τους. Αντίθετα, τα περισσότερα γράμματα του αλφαβήτου, π.χ. ἄλφα, βῆτα, γάμμα, γνωρίζουμε ότι έχουν φοινικική προέλευση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά δάνεια, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »