Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γενικά γλωσσικά’ Category

«Όταν δανείζεσαι μια αγγλική λέξη δεν την προφέρεις όπως ο Άγγλος» (συνέντευξη του Γιώργου Ξυδόπουλου)

Posted by sarant στο 10 Νοεμβρίου, 2022

Θα αναδημοσιεύσω σήμερα μια πρόσφατη συνέντευξη, που έδωσε πριν από 20 περίπου μέρες ο γλωσσολόγος Γιώργος Ξυδόπουλος, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πατρών, στη Lifo και στον Δημήτρη Λαμπράκη. Στη συνέντευξη θίγονται πολλά θέματα που τα έχουμε κατ’ επανάληψη συζητήσει στο ιστολόγιο και πιστεύω πως θα τη βρείτε ενδιαφέρουσα παρά τη σχετικά μεγάλη έκτασή της. 

Το θέμα της προφοράς των δανείων, που διάλεξε να το τονίσει ο δημοσιογράφος βάζοντας το στον τίτλο, δεν είναι φυσικά το μοναδικό που θίγεται στη συνέντευξη. Γίνεται επίσης, και περισσότερο, λόγος για αργκό, για γλωσσικές ποικιλίες, για τη σχέση διαλέκτων και γλωσσών, για σώματα κειμένων, για το αν υπάρχουν φτωχές και πλούσιες γλώσσες, για τα γλωσσικά λάθη, τον εξαγγλισμό της ελληνικής (δείτε κι ένα παλιότερο άρθρο μας όπου γίνεται λόγος και για την έρευνα του Ξυδόπουλου), για τον ρόλο του γλωσσολόγου και τη γλωσσική ρύθμιση κτλ. 

Αν διαβάσετε το άρθρο θα προσέξετε ότι η φράση του Ξυδόπουλου που μπήκε στον τίτλο της συνέντευξης έρχεται ως απάντηση στο εξής σχόλιο του δημοσιογράφου: Υπάρχει όμως μια διάθεση να τεθούν κάποιοι περιορισμοί, μη κλίνοντας, για παράδειγμα, τις ξένες λέξεις. Στις συνεντεύξεις βέβαια τις ερωτήσεις τις κάνει ο δημοσιογράφος και ο προσκαλεσμένος απαντά, αλλά εγώ θα ήθελα να μπορούσε να ρωτήσει τον δημοσιογράφο τι ακριβώς εννοεί. Το ότι οι δάνειες λέξεις που δεν προσαρμόζονται στο τυπικό της ελληνικής μένουν άκλιτες είναι βεβαίως γνωστό, νομίζω όμως ότι εδώ ο δημοσιογράφος θεωρεί ότι κάποιοι δεν κλίνουν τις δάνειες λέξεις, ενώ θα μπορούσαν να κλιθούν, επειδή με τον τρόπο αυτό θέλουν να βάλουν περιορισμούς στις δάνειες λέξεις ή να τις οριοθετήσουν. Νομίζω δηλαδή πως δεν εννοεί αυτούς που (σωστά) λένε «οι κομπιούτερ» και όχι «οι κομπιούτερς» αλλά εκείνους που, τα τελευταία χρόνια, μιλούν για «του τσίρκο» ή «τα παλτό». 

Τέλος πάντων, αυτό είναι δική μου ερμηνεία και μπορεί να μην ισχύει. Όσο για το θέμα της προφοράς των δανείων, έχει δίκιο φυσικά ο Ξυδόπουλος ότι το πρώτο επίπεδο ενσωμάτωσης είναι το φωνητικό, και ότι όταν δανειζόμαστε μιαν αγγλική λέξη δεν την προφέρουμε όπως ο Άγγλος. Αυτό πάλι σημαίνει πως όταν γράφουμε, σε ελληνικό κείμενο εννοώ, μια δάνεια λέξη πρέπει να τη γράψουμε με το ελληνικό αλφάβητο, αφού δεν την προφέρουμε αγγλοπρεπώς ή γαλλοπρεπώς. Δηλαδή, αφού δεν λέμε γεστογάν, θα γράψουμε ρεστοράν, όχι restaurant. 

Aλλά πολλά είπα εγώ. Διαβάστε τη συνέντευξη, έχει ενδιαφέρον και τη συζητάμε στα σχόλια.

— Τι είναι οι αργκό και ποια η διαφορά τους από τις διαλέκτους;
Καταρχάς, και τα δύο αφορούν τη γλωσσική ποικιλία. Η μία είναι περισσότερο γεωγραφικά προσδιορισμένη, γι’ αυτό λέγεται γεωγραφική διάλεκτος. Υπάρχει όμως και ένας άλλος όρος, η «κοινωνιόλεκτος», για μια ποικιλία που βασίζεται σε κοινωνικές παραμέτρους (ηλικία, φύλο, κοινωνική τάξη, επάγγελμα κ.λπ.). Η αργκό ή αλλιώς αγοραία γλώσσα, σλανγκ ή περιθωριακή γλώσσα, όπως αποκαλείται πολλές φορές στη βιβλιογραφία, είναι ο τρόπος χρήσης της γλώσσας και το λεξιλόγιο που αφορούν τη μη τυπική χρήση της γλώσσας από συγκεκριμένες ομάδες.

Μη τυπική χρήση της γλώσσας μπορεί να κάνουμε κι εμείς, ασχέτως της δουλειάς μας – κι εγώ στις ανεπίσημες περιστάσεις επικοινωνίας με τους φίλους μου, που αισθάνομαι πιο οικεία, μπορώ να χρησιμοποιώ κάλλιστα και σλανγκ. Δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών που τη χρησιμοποιούν και των υπολοίπων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Αργκό, Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »

Τα χαλάσαμε, το ‘σκασε, την πάτησα: ποια;

Posted by sarant στο 20 Οκτωβρίου, 2022

Όλοι ξέρουμε τι σημαίνουν οι τρεις εκφράσεις του τίτλου. Τα χαλάσαμε, δηλαδή ενώ είχαμε (ερωτική συνήθως) σχέση, διακόψαμε, χωρίσαμε. Το ‘σκασε, δηλαδή έφυγε τρέχοντας, απομακρύνθηκε, δραπέτευσε. Την πάτησα, δηλαδή έκανα λάθος, έκανα γκάφα, απέτυχα.

Οι τρεις εκφράσεις έχουν κοινά στοιχεία. Καταρχάς, είναι ιδιωματικές και μεταφορικές. (Αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο πράγμα: όταν λέμε «τρέχει η βρύση» έχουμε μεταφορά, αλλά όχι ιδιωματικότητα. Όταν λέμε «χαλάω ένα πενηντάρικο», έχουμε μεταφορά. Όταν λέμε «χαλάω τη ζαχαρένια μου» έχουμε ιδιωματική έκφραση). Στην κυριολεξία θα μπορούσαμε να πούμε: τα χαλάσαμε τα πρόχειρα κτίσματα στην αυλή / το έσκασε το μπαλόνι του ο μικρός / την πάτησα την κυρία στο λεωφορείο και της ζήτησα συγγνώμη.

Όμως στις φράσεις του τίτλου δεν έχουμε κυριολεξία και, επιπλέον, δεν προσδιορίζεται «ποια» χαλάσαμε, «ποιο» έσκασε, «ποιαν» πάτησα. Λείπει το αντικείμενο και μένει η αντωνυμία, η κλιτική αντωνυμία όπως τη λένε.

Το σημερινό άρθρο το χρωστάω εδώ και δέκα χρόνια. Τον Ιούνιο του 2012, λίγο πριν από τις εκλογές, ο Νίκος Δήμου έγραψε στη Lifo ένα ωραίο άρθρο με τίτλο «Η άγνωστη θηλυκή ύπαρξη«. Το αναδημοσιεύω, δεν είναι δα και μεγάλο.

Η άγνωστη θηλυκή ύπαρξη

  • Μεγαλώνοντας μαθαίνεις. Πώς το είπε κι ο Σωκράτης (που τελικά στην αναθεώρηση της δίκης του γλίτωσε το κώνειο). «Γηράσκω αεί… κ.λπ.». Έτσι κι εγώ.
  • Μεταξύ αυτών που έμαθα σε μεγάλη ηλικία είναι μερικές εκφράσεις που δεν υπήρχαν στα νιάτα μου. Όλες έχουν ένα κοινό στοιχείο: αναφέρονται σε μια απροσδιόριστη θηλυκή οντότητα που παίζει βασικό ρόλο στη φράση.
  • Παραδείγματα: Μου ΤΗΝ δίνει… ΤΗΝ κάνω… Του ΤΗΝ είπε… Μου ΤΗΝ πέφτει…
  • Ποια είναι αυτή που υποκρύπτεται πίσω από το ΤΗΝ; Ποια δίνει, ποια λέει, ποια κάνει, ποια πέφτει;
  • Η πιο εύκολη ερμηνεία είναι στο θέμα της άποψης. «Του ΤΗΝ λέω» προφανώς σημαίνει τη γνώμη μου. Όμως δεν είναι μόνο γνώμη, γιατί η έκφραση υπονοεί και φραστική επίθεση. «Του ΤΗΝ είπα» σημαίνει «τον έβρισα» ή έστω «τον μάλωσα». Άρα, το ΤΗΝ εδώ δεν αφορά μόνο γνώμη, αλλά επίκριση, κατάκριση.
  • Ως εδώ καλά. Αλλά όταν «ΤΗΝ κάνω», ποια κάνω; Η έκφραση σημαίνει φεύγω. Τι κάνω όταν φεύγω;
  • Και η φίλη που μου έγραψε ότι προχθές κάποιος σιχαμερός τύπος «της ΤΗΝ έπεσε» τι ακριβώς εννοούσε; Διότι αν έγραφε την παλιά έκφραση «μου κόλλησε», θα καταλάβαινα αμέσως. Η φράση είναι σαφής, σχεδόν χειροπιαστή – όπως όταν σου κολλάει ένας εφαψίας στο λεωφορείο. Αλλά της ΤΗΝ έπεσε; Ποια;
  • Και συμπληρώνει: «Μου τη δίνει όταν είναι θρασείς, ενώ καταλαβαίνουν ότι δεν τους πάω!». Να το πάλι το άγνωστον θήλυ. «Της ΤΗ δίνει». Ποια;
  • Ποια είναι αυτή η κυρία ή δεσποινίς, κοπέλα ή γριέντζω, που μπερδεύεται μέσα στα λόγια μας κάθε μέρα και μας ταλαιπωρεί; Και γιατί είναι η γλώσσα τόσο σεξιστική; Δεν θα μπορούσαμε να λέμε: «ΤΟΝ κάνω», «του ΤΟΝ λέω». Με αρσενικό άρθρο οι φράσεις γίνονται σχεδόν άσεμνες. Σίγουρα είναι, στην περίπτωση: «του ΤΟΝ πέφτω».
  • Υπάρχουν και οι παλιότερες παραδοσιακές εκφράσεις. Ποια βάφει κανείς όταν λέει: «την έβαψα»; Και ποιαν πατάει στην έκφραση «την πάτησα»;
  • Η ζωή μας είναι γεμάτη από άγνωστες γυναίκες που τις παίρνουμε κάθε μέρα στο στόμα μας χωρίς να ξέρουμε ποιες είναι. Απ’ ό,τι ξέρω, το φαινόμενο αυτό δεν υπάρχει σε άλλες γλώσσες. Εδώ σας θέλω, σοβαροί μας γλωσσολόγοι (όχι, δεν εννοώ τον Μπαμπινιώτη), να μας λύσετε την απορία.
  • ΥΓ.: Εσείς περιμένατε, δέκα μέρες πριν από τις εκλογές, να γράψω πολιτικά και προεκλογικά. Ε, λοιπόν, σας ΤΗΝ έφερα!

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , | 176 Σχόλια »

Άρες, μάρες, Κουναδάρες (άρθρο του Άγγελου Χανιώτη, σχολιασμός, επακόλουθα)

Posted by sarant στο 19 Οκτωβρίου, 2022

Θα αναδημοσιεύσω σήμερα ένα άρθρο του ιστορικού Άγγελου Χανιώτη, στο οποίο γίνεται δριμεία κριτική σε μια ομιλία περί ελληνικής γλώσσας, που είχε εκφωνήσει το 2019 ο ακαδημαϊκός κ. Αντώνης Κουνάδης, ως απερχόμενος τότε πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στις αρχές του χρόνου. Ο λόγος που το αναδημοσιεύω σήμερα είναι διπλός. Αφενός με τον κ. Κουνάδη και τις απόψεις του για τη γλώσσα έχουμε ασχοληθεί πολλές φορές στο ιστολόγιο, και μάλιστα έχουμε ήδη αφιερώσει δύο άρθρα στη συγκεκριμένη ομιλία του κ. Κουνάδη. Αφετέρου, διαβάζω ότι ο κ. Κουνάδης έχει στείλει εξώδικο στον κ. Χανιώτη, ζητώντας του να ανακαλέσει, οπότε η υπόθεση δεν έχει λήξει.

Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο κ. Αντώνης Κουνάδης, γεννημένος το 1937, ήταν στα νιάτα του δισκοβόλος και μάλιστα πολύ καλός· είχε πάρει χρυσά μετάλλια σε πανελλήνιους και βαλκανικούς αγώνες και για μια περίοδο είχε την πέμπτη επίδοση στον κόσμο. Διετέλεσε και πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ επί δικτατορίας, από τον Φεβρουάριο του 1973 έως το 1974. Αργότερα έγινε καθηγητής στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και μετά ακαδημαϊκός, από το 1999, στην τάξη των Θετικών Επιστημών (Εφηρμοσμένων Θετικών Επιστημών: Στατικής- Δυναμικής, Ανάλυσης- Έρευνας των Τεχνικών Κατασκευών). 

Αναμφισβήτητα πλούσια και ζηλευτή σταδιοδρομία. Το περίεργο είναι ότι οι παρεμβάσεις του κ. Κουνάδη ως ακαδημαϊκού δεν αφορούν το πεδίο της ανάλυσης-έρευνας των τεχνικών κατασκευών, στο οποίο είναι ειδικός, αλλά την ελληνική γλώσσα. Και όταν εξελέγη Πρόεδρος της Ακαδημίας (με ετήσια θητεία), αφιέρωσε στην ελληνική γλώσσα τη διάλεξη που έδωσε ως απερχόμενος Πρόεδρος: «Η καταγωγή της ελληνικής γλώσσης, προφορικής και γραπτής»

Στη διάλεξη αυτή, ο κ. Κουνάδης, όχι για πρώτη φορά, υποστήριξε θέσεις που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την επιστήμη της Γλωσσολογίας. Το πλήρες κείμενο το βρίσκετε εδώ και για πρόγευση βάζω την πρώτη πρόταση της εισαγωγής:

Ἡ προβληθεῖσα τὸν 18ο αἰώνα ἄποψη ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλώσσα ἀνήκει στὴν Ἰνδοευρωπαϊκὴ οἰκογένεια γλωσσῶν, καθὼς καὶ ἡ ἄποψη ὅτι τὸ Ἑλληνικὸ ἀλφάβητο εἶναι Φοινικοσημιτικῆς προελεύσεως, ἀπετέλεσαν ἀντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα ἐντόνων συζητήσεων καὶ ἀμφισβητήσεων.

Λίγες μέρες μετά τη διάλεξη εκείνη του κ. Κουνάδη είχαμε δημοσιεύσει εκτενές άρθρο στο ιστολόγιο όπου αντικρούαμε αρκετά σημεία της (στο άρθρο είχε συμβάλει καθοριστικά ο φίλος μας ο Άγγελος), ενώ αρκετούς μήνες αργότερα δημοσιεύσαμε και δεύτερο άρθρο εστιασμένο σε έναν αναληθή ισχυρισμό του κ. Κουνάδη από την ίδια διάλεξη.

Και μετά από αυτόν τον πρόλογο, παραθέτω το άρθρο του Άγγ. Χανιώτη, όπως δημοσιεύτηκε τον Γενάρη στο τχ. 135 του περιοδικού Athens Review of Books, συνοδευόμενο από τη φωτογραφία (και λεζάντα) που ακολουθεί:

Αντώνιος Κουνάδης, σωτήρ του έθνους και της γλώσσης: τις ίδιες απόψεις, και με το ίδιο «επιστημονικό» ήθος, διακινεί είτε ως διορισμένος πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ από τη Δικτατορία είτε ως Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.

Άρες, μάρες, Κουναδάρες

Την 14η Ιανουαρίου 2019 κάποιος πολιτικός μηχανικός έδωσε διάλεξη για την καταγωγή της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού αλφαβήτου. Ο ερασιτέχνης γλωσσολόγος συμπέρανε ότι το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο δεν προέρχεται από το φοινικικό, αλλά αποτελεί αυτόχθον δημιούργημα και προϋπήρχε του Τρωικού Πολέμου, και ότι οι γλωσσολογικές έρευνες που τοποθετούν την ελληνική γλώσσα στην οικογένεια των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών είναι αμφισβητήσιμες. Χρειάζεται σχολιασμό η επίδειξη ημιμάθειας από έναν πολιτικό μηχανικό, όταν το διαδίκτυο βρίθει από περισπούδαστες διατριβές ακαλλιέργητων ελληναράδων; Ναι, χρειάζεται, όταν ομιλητής είναι ο Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, η ομιλία του γίνεται σε πανηγυρική συνεδρία της και το πόνημά του δημοσιεύεται στο επίσημο όργανο του ανώτατου πνευματικού ιδρύματος της χώρας. Δράστης ήταν ο κ. Αντώνης Κουνάδης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Ελευθερία του λόγου, Λαθροχειρίες | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Από τον κόλαφο στο σουλτάν μερεμέτ: οι 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού

Posted by sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2022

Στο ιστολόγιο βάζουμε πότε-πότε άρθρα «καταλογογράφησης» όπως τα λέω, όπου βρίσκουμε συνώνυμες (ή περίπου) εκφράσεις με τις οποίες μπορεί να περιγραφτεί μια κατάσταση. Καθώς είμαι επιρρεπής στα κλισέ, τα άρθρα αυτά τα ονομάζω «Οι 50 αποχρώσεις….»

Ήδη έχουμε δημοσιεύσει έξι τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματοςτης μέθης, της αποτυχίας, του θανάτου, της κατάπληξης, και της υπερβολικής ταχύτητας, το τελευταίο από αυτά φέτος τον Μάιο.

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε ένα άρθρο, ετυμολογικό, για τη λέξη «κόλαφος», και εκεί έγραψα ότι έχουμε πάρα πολλές λέξεις για να περιγράψουμε διάφορα είδη χτυπημάτων και ξυλοδαρμού και ότι θα μπορούσε να γραφτεί ένα καταλογογραφικό άρθρο. Μάλιστα, στα σχόλιά σας προσθέσατε κι εσείς μερικές ακόμα. Οπότε, σήμερα γράφω το άρθρο, εξοφλώντας (για μια φορά) αμέσως το χρέος που εγώ ο ίδιος δημιούργησα.

Συνήθως τα άρθρα της κατηγορίας αυτής είναι εστιασμένα είτε σε λέξεις είτε σε εκφράσεις, είτε σε ουσιαστικά δηλαδή είτε σε ρήματα. Βέβαια, από τα ουσιαστικά εύκολα μεταπίπτει κανείς στις εκφράσεις με ρήματα, ας πούμε από το μπερντάχι θα πούμε «του έριξε ένα μπερντάχι» και από το «ξύλο» λέμε «του έδωσε (πολύ) ξύλο», αν και το αντίστροφο δεν ισχύει, δηλαδή από το «τον έκανε του αλατιού» ή «του άργασε το τομάρι» δεν μπορούμε να καταλήξουμε σε ουσιαστικό. Τέλος πάντων, λέω σήμερα να κάνουμε διπλό κατάλογο, τόσο λέξεων όσο και εκφράσεων.

Θα μπορούσα βέβαια να φτιάξω δεύτερο άρθρο, αλλά θα ήταν κάπως άχαρο. Καλύτερα έτσι μου φαίνεται.

Οι 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού θα συμπεριλάβουν τόσο τη γενική έννοια του δαρμού (δαρμός, ξυλοδαρμός, ξύλο, ξυλοφόρτωμα) όσο και ειδικές έννοιες για διάφορα είδη χτυπημάτων: γροθιά, ράπισμα, σκαμπίλι, καρπαζιά, κατραπακιά, κτλ.

Πέρα από την κυριολεκτική τους χρήση, πολλές από τις λέξεις του ξυλοφορτώματος έχουν και μεταφορική χρήση, αρκετά σημαντική μάλιστα. Κόλαφος το πόρισμα για τις υποκλοπές, έγραφα στο πρόσφατο άρθρο, τον τίτλο ενός άρθρου στην Αυγή. Νέο ράπισμα της Κομισιόν στην Τουρκία, είπε προχτές το δελτίο ειδήσεων, ενώ η ίδια είδηση από την εφημερίδα Τα Νέα τιτλοφορήθηκε Νέο χαστούκι από την ΕΕ στην Άγκυρα.  Χαστούκια δίνουμε και κυριολεκτικά, βέβαια, ραπίσματα λιγότερο, κυριολεκτικός κόλαφος έχει ν’ ακουστεί πολύ πολύ καιρό.

Σημειώνω τέλος ότι, όπως και ο κόλαφος, έτσι και αρκετές ακόμα λέξεις του καταλόγου έχουν και καθαυτές ενδιαφέρον, ετυμολογικό ή άλλο. Επιφυλάσσομαι για επόμενα άρθρα. Μόνο να πω, μια και το έβαλα στον τίτλο, ότι απ’ όσο ξέρω (ας επιβεβαιώσουν οι τουρκομαθείς) το «σουλτάν μερεμέτ» δεν υπάρχει στα τουρκικά, είναι ψευδοτουρκισμός.

Να δούμε λοιπόν τις 50 αποχρώσεις του ξυλοδαρμού, πρώτα σε λέξεις/ουσιαστικά:

  1. δαρμός
  2. ξύλο
  3. ξυλοδαρμός
  4. ξυλοφόρτωμα
  5. ξύλισμα
  6. ξυλίκι
  7. ξυλοκόπημα
  8. σουλτάν μερεμέτ
  9. μπαγλάρωμα
  10. πελέκημα
  11. τουλούμιασμα
  12. μπερντάχι/περντάχι
  13. γροθιά/γρόνθος
  14. γρονθοκόπημα
  15. μπουνιά
  16. μπηχτή
  17. κόνδυλος
  18. γροθοκοπάνισμα
  19. γροθοπατινάδα
  20. κροσέ
  21. άπερκατ
  22. ανάποδη
  23. (ξ)ανάστροφη
  24. κόλαφος
  25. κολάφισμα
  26. ράπισμα
  27. μπάτσος
  28. σφαλιάρα
  29. χαστούκι
  30. χαστουκιά
  31. σκαμπίλι
  32. σκαμπίλισμα
  33. μπάτσισμα
  34. καρπαζιά
  35. καρπάζωμα
  36. κατακεφαλιά
  37. κατραπακιά
  38. φάπα
  39. μάπα
  40. καταυχένισμα
  41. γιακάς
  42. σβερκιά
  43. κλοτσιά
  44. κλότσος
  45. κλοτσοπατινάδα
  46. ποδοκλότσημα
  47. φούσκος
  48. φατούρο [ομαδικό]
  49. σκιόπος
  50. κοπανιά

Τα δύο τελευταία τα προτείνατε κι εσείς.

Υπάρχουν κι άλλες πολλές λέξεις, αλλά σας αφήνω να συμπληρώσετε.

Και αμέσως περνάω στον κατάλογο ρημάτων και εκφράσεων που δηλώνουν ξυλοφόρτωμα.

  1. τον δέρνω
  2. τον ξυλίζω
  3. του δίνω ξύλο [+ επίθετα]
  4. του δίνω το ξύλο της χρονιάς του
  5. τον ξυλοφορτώνω
  6. τον ξυλοκοπώ
  7. τον μπαγλαρώνω
  8. τον πελεκάω
  9. τον χειροτονώ
  10. τον αλαλιάζω [στο ξύλο]
  11. τον πεθαίνω [στο ξύλο]
  12. τον σπάω στο ξύλο
  13. του μετράω τα πλευρά / τα παΐδια
  14. του κάνω τα πλευρά του μαλακά σαν την κοιλιά του
  15. του λύνω τον αφαλό
  16. τον μαυρίζω στο ξύλο
  17. τον μελανιάζω στο ξύλο
  18. τον κάνω μαύρο στο ξύλο
  19. τον κάνω μπλε μαρέν
  20. τον σακατεύω στο ξύλο
  21. τον σαπίζω στο ξύλο
  22. τον κάνω τουλούμι στο ξύλο
  23. τον τουλουμιάζω
  24. τον παραγουλιάζω
  25. τον τρελαίνω στο ξύλο
  26. τον κάνω τ’ αλατιού
  27. τον κάνω πεστίλι στο ξύλο
  28. του αργάζω το τομάρι
  29. του τινάζω το πετσί / την προβιά
  30. τον κάνω οχτακόσιες οκάδες (στο ξύλο)
  31. τον κάνω ίσαμ’ ένα άλογο (στο ξύλο)
  32. του δίνω παρά μία τεσσαράκοντα
  33. του τις βρέχω
  34. του τις παίζω
  35. τον κολαφίζω
  36. τον ραπίζω
  37. τον μπατσίζω
  38. τον σκαμπιλίζω
  39. τον χαστουκίζω
  40. του σπάω τα μούτρα
  41. τον σφαλιαρίζω
  42. τον καρπαζώνω
  43. τον κατραπακιάζω
  44. τον καταχερίζω
  45. τον γρονθοκοπώ
  46. τον λακτίζω
  47. τον κλοτσάω
  48. τον κάνω τόπί στο ξύλο
  49. τον κάνω τελατίνι
  50. τον κάνω κιμά

Και πάλι μένω στα 50 του καταλόγου, είμαι βέβαιος ότι θα προσθέσετε πολλά λήμματα και εδώ.

Μπόνους, που λένε, μια έκφραση που χαρακτηρίζει τον ξυλοδαρμό, «πού σε πονεί και πού σε σφάζει», και μια αρχαία, «πυξ λαξ» (δεν εννοώ το συγκρότημα).

Υπάρχουν πολλές ακόμα προσθήκες, και στον ένα και στον άλλο κατάλογο, αλλά τις περιμένω απο εσάς.

Posted in τούρκικα, Γενικά γλωσσικά, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 240 Σχόλια »

Το λεξιλόγιο των λέξεων στα ΜΜΕ (μια συνεργασία του Λαέρτη Τανακίδη)

Posted by sarant στο 23 Σεπτεμβρίου, 2022

Ο φίλος του ιστολογίου Λαέρτης Τανακίδης, φιλόλογος και πρώην πρόεδρος της ΟΛΜΕ, μου έστειλε πριν από μερικές μέρες το άρθρο που θα διαβάσουμε σήμερα, αρχικά δημοσιευμένο στο ηλεπεριοδικό Παράλλαξις της Θεσσαλονίκης. Θυμίζω ότι πέρυσι είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο δικό του άρθρο, για το θέμα της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, ενώ ταχτικά μου στέλνει και υλικό που μπαίνει στα σαββατιάτικα μεζεδάκια.

Το σημερινό άρθρο έχει θέμα του το λεξιλόγιο των ΜΜΕ (ίσως αυτός θα ήταν προτιμότερος τίτλος), ένα θέμα στο οποίο έχουμε κάμποσες φορές αναφερθεί παρεμπιπτόντως, αλλά και ειδικότερα, σε πρόσφατο άρθρο, κι αυτό συνεργασία, του φίλου Νίκου Νταή.

Τα δυο άρθρα έχουν κοινά στοιχεία, πράγμα αναμενόμενο, αλληλοσυμπληρώνονται όμως πιστεύω, μια και ο Τανακίδης δεν ασχολείται καθόλου με γλωσσικά λάθη (και «λάθη»), ούτε με δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλά καταγράφει λέξεις και εκφράσεις που ακούγονται στα δελτία ειδήσεων, χωρίς να κρίνει -αν και εξαρχής, όπως και στην κατακλείδα, εκφράζει την άποψη, που δεν είναι αβάσιμη, ότι τα δελτία ειδήσεων έχουν σκοπό να φοβίσουν τον τηλεθεατή ώστε να εξασφαλίσουν τηλεθέαση.

Ο καθένας θα έχει να προσθέσει στον κατάλογο του Λ. Τανακίδη -ας πούμε, εγώ θα πρόσθετα πως όποτε μεταφέρονται δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων, είναι σχεδόν υποχρεωτικό να χαρακτηριστούν «παραλήρημα» οι απόψεις και «προκλητικοί» οι φορείς τους (ο όρος «προκλητικός» καταγράφεται στο άρθρο).

Χωρίς άλλα εισαγωγικά, παραθέτω το άρθρο του Λαέρτη Τανακίδη. Η εικονογράφηση είναι της αρχικής δημοσίευσης.

Το λεξιλόγιο των λέξεων στα ΜΜΕ

Συνηθισμένες εκφράσεις τις οποίες χρησιμοποιούν τα Μέσα, καθώς παρουσιάζουν τα γεγονότα στα προγράμματά τους.

Στο άρθρο του «Όσο φοβάσαι, τους διευκολύνεις» ο κ. Γιώργος Τούλας μεταξύ άλλων μιλάει για τον τρόπο με τον οποίο προβάλλονται τα γεγονότα από τα ΜΜΕ, και ιδίως από την τηλεόραση, με αποτέλεσμα να προκαλείται φόβος και εγκλωβισμός των τηλεθεατών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Κλισέ, Συνεργασίες, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , | 123 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 5

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2022

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όταν βγάζουν καμιά με μπικίνι, είναι «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν θυμάμαι να τα έχω μεταφέρει σε μεζεδοάρθρα μας, οπότε δεν θα τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει τέσσερα άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019, άλλο ένα τον Οκτώβριο του 2019, το τρίτο τον Μάιο του 2020 και το τέταρτο τον Σεπτέμβριο του 2020. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το πέμπτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια στοιχεία και κάνω και προσθήκες σε αγκύλες ή όχι.

Θα μου πείτε, πέρασαν δυο χρόνια από την προηγούμενη δημοσίευση. Δίκιο έχετε, το είχα αμελήσει. Οπότε, υπόσχομαι το έκτο άρθρο με σφηνάκια να μην αργήσει τόσο.

* Λανσάρω στα ελληνικά

Σε πρόσφατη ανάρτηση, ο διαχειριστοκράτωρ μας [ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος] ζήτησε ιδέες για να αποδοθεί «στα ελληνικά ελληνικά» η φράση «λανσάρω ένα προϊόν» δηλ. ζήτησε έναν μονολεκτικό αυτόχθονα όρο για το ρήμα «λανσάρω» και πρότεινε το «καθελκύω» που δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την ομηγυρη.

Αλλά ούτε κάποια άλλη πρόταση φάνηκε πειστική παρά το ότι διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις. Όμως το «λανσάρω» δεν είναι μόνο «προωθω», δεν είναι μόνο «κυκλοφορώ». Είναι κάτι που συνδυάζει και τις δύο έννοιες (και όχι μόνο), πράγμα που μας δείχνει ξεκάθαρα ότι το συγκεκριμένο δάνειο πλούτισε την ελληνική γλώσσα.

Και τα περισσότερα δάνεια έτσι λειτουργούν, είναι πηγη πλούτου για τη γλώσσα που τα δέχεται. Γι’ αυτό άλλωστε και η γλώσσα με το πλουσιότερο λεξιλόγιο, η αγγλική, ποτέ δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς, τόσο από το ελληνικό, όσο και από το λατινικό, το γαλλικό ή το γερμανικό ταμείο. Το καλό αρνί βυζαίνει δυο μανάδες, λέει η παροιμία, κι έτσι ο Άγγλος μπορεί να πει και ethnic και national.

Eμείς πάλι, εννοώ τη νέα ελληνική, έχουμε χάσει τη δυνατότητα για λόγιο δανεισμό από το λατινικό ταμείο. Παλιότερες γλωσσικές ποικιλίες της ελληνικής την είχαν αυτή τη δυνατότητα -και ο Πορφυρογέννητος έγραφε π.χ. «τος ρχοντας το τάγματος τν ξσκουβίτων, οον τοποτηρητς, σκρίβωνας, τν χαρτουλάριον, δρακοναρίους, σκευοφόρους, σιγνοφόρους, σενάτορας, πρωτομανδάτορας κα μανδάτορας». Όμως σήμερα, σχεδόν μόνο λαϊκός δανεισμός υπάρχει, στη λόγια γλώσσα έχουμε πιο πολύ μεταφραστικά δάνεια. Και ακόμα κι όταν δανειστούμε μια λόγια λέξη, δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε σύνθετα και παράγωγά της. Οι βυζαντινοί δεν είχαν πρόβλημα να πλάσουν το θαυμάσιο υβρίδιο «σιγνοφόρος» (λατινογενές το πρώτο συνθετικό, σίγνον η σημαία), έπλαθαν τη λέξη και πήγαιναν να διοικήσουν την αυτοκρατορία τους.

* Γιαούρτι ελληνικού τύπου ονόματι Οίκος, με ελληνικά γράμματα, πεζά για να φαίνεται η διαφορά, και με μια σιρκονφλεξοειδή περισπωμένη να χαρούν λίγο οι παρ’ ημίν πολυτονιάται.

[Θα άξιζε ακόμα και άρθρο για τα ελληνοφανή γιαούρτια που κυκλοφορούν στην Εσπερία. Η Νεστλέ έχει το Yaos, με την ελληνική κατάληξη -os και με κυκλαδικές εκκλησίες πάνω στη συσκευασία]

* Τι είναι ο ήμελλος;

Ο Στέφανος Ήμελλος είναι ακαδημαϊκός (=μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) με έργο κυρίως λαογραφικό. Ο ηθοποιός Δημήτρης Ήμελλος ίσως είναι συγγενής του, πιθανώς γιος του. Το σπάνιο επώνυμο Ήμελλος εντοπίζεται στη Νάξο.

Τα επώνυμα τα ορθογραφούμε με μεγάλο βαθμό ελευθερίας διότι «μας ανήκουν». Έτσι κάποιος μπορεί να επιλέξει να γράφεται Ζαββός για να ξεχωρίσει από τον ζαβό και κάποιος να κρατήσει τη γραφή Καμμένος ακόμα κι αν ξέρει ότι η σχολική ορθογραφία τη μετοχή τη γράφει «καμένος». Το επώνυμο Πικραμμένος ίσως γράφτηκε έτσι για να διαφοροποιηθεί από τη μετοχή, και φυσικά δεν θα το θεωρήσουμε ανορθόγραφο, ενώ θα θεωρήσουμε ανορθόγραφη τη μετοχή, αν κάποιος γράψει «η καρδιά μου είναι πικραμμένη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Μηχανική μετάφραση, Σφηνάκια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 157 Σχόλια »

«Πρέπει να σου πω Σταυρούλα»: η γλώσσα των τηλεοπτικών ειδήσεων (Μια συνεργασία του Νίκου Νταή)

Posted by sarant στο 10 Αυγούστου, 2022

Δημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο που μου έστειλε με μέιλ ο τακτικός αναγνώστης του ιστολογίου Νίκος Νταής, με θέμα τη γλώσσα των δελτίων ειδήσεων στην τηλεόραση.

Ο συγγραφέας, συνταξιούχος εδώ και λίγα χρόνια, είναι κλασικός φιλόλογος και ιστορικός,  με μάστερ κλασικών σπουδών από το πανεπιστήμιο του Τορόντο. Δίδαξε ιστορία στο Κολέγιο Αθηνών. 

Συχνά, οι τοποθετήσεις για τη «γλώσσα της τηλεόρασης» (ή «των δελτίων ειδήσεων» ή «των δημοσιογράφων της τηλεόρασης») που διαβάζουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και στον παραδοσιακό τύπο, δεν είναι παρά μια σταχυολόγηση γραμματικών και συντακτικών λαθών (και «λαθών»). Ευτυχώς, ο Ν. Νταής στο σύντομο άρθρο του δεν αρκείται σε αυτή την πλευρά. 

Κάποια δικά μου σχόλια βρίσκονται σε [αγκύλες].

«Πρέπει να σου πω Σταυρούλα»: η γλώσσα των τηλεοπτικών ειδήσεων.

Οι εκφωνητές κι ανταποκριτές των ειδήσεων έχουν δημιουργήσει μια ελληνική σχολή, που παρουσιάζει αρκετή ομοιογένεια ανάμεσα σε διαφορετικά κανάλια. Ας δούμε τους κανόνες της παράξενης δεοντολογίας τους, όπως φανερώνεται στα δελτία ειδήσεων.

  1. Αν είσαι ανταποκριτής, μην απευθύνεσαι στο κοινό αλλά στην κεντρική παρουσιάστρια ή παρουσιαστή και προσποιήσου ότι την/τον πληροφορείς από πρώτο χέρι για ό,τι έχει συμβεί, έστω κι αν λόγω θέσης εκείνη ή εκείνος ξέρει τα πάντα.
  2. Αυτό το μικρό θέατρο σού δίνει τη δυνατότητα να μετατρέψεις τις κύριες προτάσεις, που κανονικά θα χρησιμοποιούσες για να παρουσιάσεις γεγονότα, σε προτάσεις ειδικές: «πρέπει να σου πω Σταυρούλα ότι, πρέπει να αναφέρω Γιώργο ότι, θέλω να τονίσω Αντριάνα ότι, οφείλω να παρατηρήσω Εύα, είμαι υποχρεωμένος να επισημάνω Σία, πρέπει να υπογραμμίσω Αντώνη, πρέπει να πούμε, να πούμε…». Μ’ αυτό τον τρόπο προβάλλεις τον εαυτό σου και δίνεις έμφαση στις αποκαλύψεις σου, ακόμα κι αν είναι τελείως ασήμαντες.
  3. Μην στενοχωριέσαι όταν η κεντρική παρουσιάστρια ή παρουσιαστής ξεστομίζει τη δική σου είδηση πριν την πεις εσύ ή σε διακόπτει άγαρμπα, όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα. Πες: «έτσι ακριβώς είναι Σταυρούλα, έχεις δίκιο Εύα, όπως τα λες είναι Σία». [Εμένα πάντως με εκνευρίζει φοβερά όταν η κεντρική παρουσιάστρια ή ο κεντρικός παρουσιαστής διακόπτουν εντελώς άγαρμπα τον δημοσιογράφο]
  4. Οι ανταποκρίσεις σου να έχουν συναίσθημα και λογοτεχνική αξία. Κάθε θάνατος να είναι «τραγικός», κάθε έγκλημα «φρικτό». Μη λες ότι αυτό έγινε, αλλά «συγκλονίζει ή συγκινεί βαθύτατα το…», «τραγικό παιγνίδι έπαιξε η μοίρα…». Μη λες ότι κάποιος πέθανε αλλά «έσβησε ή άφησε την τελευταία του πνοή»∙ όχι βρήκαν το σώμα νεκρό αλλά «βρήκαν την άτυχη γυναίκα σε λίμνη αίματος». Μη λες το αυτοκίνητο ή το κτίσμα καταστράφηκε αλλά «μετατράπηκε σε άμορφη μάζα σιδηρικών ή σε βομβαρδισμένο τοπίο», όχι έπιασε φωτιά αλλά «πύρινη λαίλαπα ή πύρινος εφιάλτης κατακαίει αλύπητα στο πέρασμά της», όχι κάηκαν σπίτια αλλά «παραδόθηκαν στις φλόγες ή έγιναν στάχτη»∙ όχι οι δρόμοι και οι πλατείες πλημμύρισαν αλλά «μετατράπηκαν κυριολεκτικά σε ορμητικά ποτάμια και λίμνες», όχι οι άνθρωποι έπαθαν μεγάλες ζημιές αλλά «μετρούν τις πληγές τους», όχι έγινε μεγάλη καταστροφή αλλά «βιβλική καταστροφή, κόλαση του Δάντη».

Μη λες η βουλή ψήφισε αλλά «άναψε το πράσινο φως»∙ όχι οι επιστήμονες προειδοποιούν αλλά «κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου»∙ όχι αυτό προκάλεσε έκπληξη αλλά «ήταν κεραυνός εν αιθρία». Μη λες αυτός διαφώνησε αλλά «έδωσε χαστούκι», όχι ο νόμος απαγορεύει αλλά «βάζει φρένο» κα. Αν σου δοθεί η ευκαιρία, δείξε και την ευσέβειά σου: «άγιο είχαν ή από θαύμα σώθηκαν οι δύο κοπέλες που…» [Για το κλισεδολόγιο των δελτίων ειδήσεων θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο -βέβαια, έχουν και τα κλισέ τη θέση τους, με μέτρο]

  1. Μολονότι οι θεατές πιστεύουν όσα λες, μην τσιγκουνεύεσαι τα επιρρήματα εντυπωσιασμού γιατί είναι το αλατοπίπερο της είδησης: «πραγματικά συγκλονίζει το δράμα…», «ράγισαν κυριολεκτικά οι καρδιές στην κηδεία…» (έστω κι αν εννοείς «μεταφορικά»). Οι καλοί δημοσιογράφοι φτάνουν μέχρι τα δεκαπέντε «πραγματικά/ κυριολεκτικά/ ουσιαστικά/και βέβαια» σε μια σύντομη ανταπόκριση.
  2. Χώνε όσο συχνότερα μπορείς το επίρρημα «ουσιαστικά» ή «στην ουσία»∙ δίνει στο λόγο σου εμβρίθεια και κύρος. Μη σε νοιάζει διόλου ότι το επίρρημα χρησιμοποιείται μόνο για να δείξει λογικό συμπέρασμα∙ ακόμη και πανεπιστημιακοί το χρησιμοποιούν ρητορικά και αδιαφόρετα.
  3. Μεταχειρίσου λόγιες φράσεις για να δείξεις το γλωσσικό σου επίπεδο: «οι ψυχολόγοι παράσχουν βοήθεια», «επίγειες δυνάμεις συνδράμουν». Αν σου πουν ότι αυτά είναι γραμματικά λάθη, αγνόησέ τους: κι άλλοι γύρω έτσι τα λένε. Μη χρησιμοποιείς τα ρήματα διαλέγω και προτιμώ∙ είναι προϊστορικά. Επίλεξε το «επιλέγω». Μη λες η συνεδρίαση συνεχίζεται αλλά «εξελίσσεται ή είναι σε εξέλιξη». Ακόμα κι η βροχή ή η λιακάδα «είναι σε εξέλιξη».
  4. Δώσε ζωντάνια στο λόγο σου, δείξου μοντέρνος κι αντισυμβατικός. Πες: «συμπληρώνεται το παζλ», «το κερασάκι στην τούρτα ήταν…», «στον αέρα η πρώτη κατοικία», «οι τράπεζες βάζουν τρικλοποδιά», «κλείδωσαν τα μέτρα», «κατέβασαν ρολά οι…», «στα κάγκελα οι…», «σε θρίλερ εξελίσσεται», «η κατάσταση είναι εξίσωση ή γρίφος για γερούς λύτες», «παίζεται πολεμικό πόκερ μεταξύ…», «την είδε παράξενα ο πρόεδρος της κομισιόν» κα.
  5. Για να δείξεις ότι έχεις κάνει έρευνα και διασταυρώσει πληροφορίες κι εξακριβώσει τα στοιχεία σου, βάλε ένα-δυο περαστικούς να πουν τι άκουσαν από κάποιον που κάτι πήρε τ’ αυτί του στη γειτονιά. Δεν είν’ ανάγκη να είναι αυτόπτες μάρτυρες, η ζωντάνια της ανταπόκρισης μετράει. Μην τους ρωτάς τι είδαν, αλλά πίεσέ τους πολύ να πουν πώς αισθάνονται.
  6. Τα μάτια σου δεκατέσσερα με τους πολιτικούς και τα κόμματα. Να μεταφέρεις αυτούσια τα λόγια τους, λέγοντας πάντα «είπε ή δήλωσε χαρακτηριστικά» (έστω κι αν αυτό το επίρρημα αναφέρεται σ’ ένα διαρκές γνώρισμα ενός ανθρώπου), για να τους κολακέψεις. Μη διανοηθείς να τους κρίνεις δημόσια, γιατί έχουν τη δύναμη να σε ρίξουν στο περιθώριο, τώρα ή στο μέλλον όταν γίνουν κυβέρνηση.
  7. Μην ανησυχείς αν χάνεις συχνά τα λόγια σου, αν δε σου βγαίνει όπως το ξεκίνησες και το πιάνεις απ’ την αρχή, αν κάνεις χάσματα, αν επαναλαμβάνεσαι ή απλώνεσαι σε ανούσιες λεπτομέρειες και σε κόβει ο κεντρικός παρουσιαστής. Τα ίδια προβλήματα έχουν αρκετοί συνάδελφοί σου. Τα ελληνικά κανάλια δεν είναι καλορυθμισμένες μηχανές όπως το BBC, το CNN και η DW, όπου οι δημοσιογράφοι μιλούν σε συνεχή λόγο, με καλή διατύπωση και σύνταξη, είτε ερευνούν ένα γεγονός, είτε αναλύουν κριτικά μια κατάσταση απαντώντας σε μια σειρά δύσκολων ερωτήσεων, πάντα μέσα σε χρόνο κανονισμένο από πριν. Δεν είναι BBC, όπου για παράδειγμα οι δημοσιογράφοι συγκεντρώνουν με προσοχή το αποδεικτικό υλικό για να εντοπίσουν αυτουργούς και βαρβαρότητες στον πόλεμο της Ουκρανίας, χωρίς αισθηματολογίες και μελοδραματισμούς. Ναι, η ΕΡΤ δε θα γίνει ανεξάρτητη όπως το BBC. Σύμφωνα με την αξιολόγηση των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα (RSF.org), η Ελλάδα είναι στην 108η θέση ανάμεσα σε 180 χώρες και τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  8. Δείχνε αυτοπεποίθηση και βάζε διαρκώς συνδετικά επιρρήματα στο λόγο σου, κι ας είναι τελείως περιττά: «κατ’ αρχάς/κατ’ αρχήν, στη συνέχεια, από κει και πέρα, όσον αφορά, και βέβαια». Χρησιμοποίησε άφθονους εναντιωματικούς συνδέσμους: «όμως, ωστόσο, ωστόσο όμως», ακόμα κι όταν τους μεταχειρίζεσαι σα συμπλεκτικούς και δεν εκφράζεις καμιά λογική αντίθεση.

………………………………………………………………………………………………….

Το συμπέρασμα είναι ότι οι Έλληνες εκφωνητές των ειδήσεων έχουν διαμορφώσει μια γλώσσα εντυπωσιασμού με άφθονα λάθη: συντακτικά, γραμματικά, εκφραστικά, αισθητικά. Πολλοί φαίνονται εξίσου ανεπαρκείς και στην ουσία της δουλειάς τους: μεταδίνουν τα γεγονότα χωρίς σοβαρή έρευνα, χωρίς κρίση κι ερμηνεία. Μεταδίνουν πολιτικές ανακοινώσεις με στόμφο, σα φερέφωνα πολιτικών και κομμάτων. Με ποιες διαδικασίες αξιολογούνται και προσλαμβάνονται άνθρωποι που χάνουν τα λόγια τους και δεν μπορούν να προετοιμάσουν μια προφορική παρέμβαση λίγων λεπτών; Γιατί οι δημοσιογράφοι μας δε διδάσκονται από τα καλά ξένα κανάλια;

Η καλή διατύπωση είναι αποτέλεσμα της καλής και ελεύθερης δημοσιογραφίας, η κακή διατύπωση αποτέλεσμα της κακής και ανελεύθερης. Οι καλοί ανταποκριτές προσπαθούν να διαπιστώσουν τι ακριβώς έγινε, να το τοποθετήσουν σ’ ένα προϋπάρχον πλαίσιο, να ερευνήσουν αίτια και πιθανά αποτελέσματα, να θέσουν ερωτήματα και να προβληματίσουν. Είναι άνθρωποι με αυτόνομη, αδέσμευτη και καλλιεργημένη σκέψη, γι’ αυτό διαθέτουν αυτόνομη και σκεπτόμενη γλωσσική διατύπωση. Αντίθετα όσοι θέλουν απλώς να εντυπωσιάσουν τον ακροατή και να ξεσηκώσουν το συναίσθημά του, καταφεύγουν στη μελοδραματική μπουρδογλώσσα που συνδυάζει λόγιες με αγοραίες φράσεις, υπερβολές με εκφραστικά λάθη.

Η προχειρότητα συνοδεύεται από στόμφο. Είναι «η ροπή μας προς την επιφανειακή ρητορεία, αυτή τη λοιμική», όπως παρατήρησε ο Γιώργος Σεφέρης σε ένα από τα εξαιρετικά δοκίμιά του (Η Γλώσσα στην Ποίησή μας, Δοκιμές 2ος τόμος). Οι ρίζες αυτής της τάσης βρίσκονται στην αρχαία ρητορική, που νίκησε τη φιλοσοφία (ο πλατωνικός Φαίδρος είναι συγκλονιστικό κείμενο πάνω στη μάχη αυτή) και επέβαλε την κυριαρχία της, έως την αναγέννηση της φιλοσοφίας στα νεότερα χρόνια και την επικράτηση της επιστημονικής μεθόδου. Δυστυχώς η κριτική μέθοδος δεν έχει έρθει ακόμη σα γενικευμένος θεσμός στην εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας. Η μεγάλη έκταση της αποστήθισης και της ανερμάτιστης ρητορείας στα σχολεία και τα πανεπιστήμια το αποδείχνει.

Είναι φανερό ότι οι ανταποκριτές πρέπει να απευθύνονται στο κοινό και να σταματήσουν το θέατρο∙ να εγκαταλείψουν τη γλώσσα της φιγούρας και τα «να πούμε», να προβληματιστούν πάνω στη μέθοδο και το σκοπό της δουλειάς τους, να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία τους. Υπάρχουν θετικά σημάδια. Μερικοί προτιμούν απλότητα και ουσία. Κάποιοι ετοιμάζουν από πριν τον ολιγόλεπτο λόγο τους, για να έχει ροή και αρτιότητα∙ δεν είναι δα και δύσκολο. Ελπίζω πως κάποιοι άλλοι παρακολουθούν συστηματικά τα καλά ξένα κανάλια.

Νίκος Νταής, Αύγουστος 2022.

Posted in Γενικά γλωσσικά, Συνεργασίες, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , | 94 Σχόλια »

Ποιες λέξεις είναι πραγματικά ελληνικές; (του Σπύρου Αρμοστή)

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2022

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου γλωσσολόγου Σπύρου Αρμοστή, που και άλλες φορές τον έχω αναφέρει στο ιστολόγιο, κατά σύμπτωση δε μόλις την Κυριακή επειδή είχε τη γλωσσική επιμέλεια στο μυθιστόρημα της Λ. Παπαλοΐζου «Το βουνί» από το οποίο δημοσιεύσαμε αποσπάσματα.

Το άρθρο αρχικά δημοσιεύτηκε στο Παράθυρο, το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας και του ιστότοπου Πολίτης της Κύπρου και το ανέφερε εδώ, σε κάποιο σχόλιο, κάποιος φίλος. Μου άρεσε και αποφάσισα να το αναδημοσιεύσω επειδή, αν και είναι σχετικά σύντομο, δίνει αρκετά εναύσματα για συζήτηση πάνω σε θέματα που τα έχουμε συζητήσει πολλές φορές και στο ιστολόγιο και αλλού.

Ας πούμε, θέτει το ερώτημα «γιατί το ακρώνυμο ΑΕΚ το προφέρουμε άεκ, ενώ το ΑΕΛ το προφέρουμε αέλ;» Και το ενδιαφέρον είναι πως (υποθέτω, αν και δεν το λέει ρητά) ότι η ΑΕΚ και η ΑΕΛ του Αρμοστή δεν είναι οι ελληνικές ομάδες (ΑΕΚ και Λάρισα) αλλά είναι η ΑΕΚ Λάρνακας και η ΑΕ Λεμεσού. Η ΑΕΚ Λάρνακας ιδρύθηκε το 1994 με συγχώνευση του Πεζοπορικού και της ΕΠΑ Λάρνακας, και το Κ στο ΑΕΚ δεν σημαίνει, βέβαια, Κωνσταντινουπόλεως αλλά Κίτιον.

Θίγει επίσης το θέμα «ποιες είναι ελληνικές λέξεις» ή μάλλον το ερώτημα που πολύ συχνά εμφανίζεται σε γλωσσικές ομάδες του Φέισμπουκ, «πώς λέμε στα ελληνικά το σι-ντι» ή κάποιο άλλο καθιερωμένο δάνειο. Συχνά στις ερωτήσεις αυτές κι εγώ απαντώ όπως ο Αρμοστής στο άρθρο, δηλαδή «το σιντί στα ελληνικά το λέμε σιντί», για τους λόγους που, πιο καλά από μένα, εκθέτει ο συντάκτης του άρθρου.

Αυτό που εννοεί εκείνος που ρωτάει «πώς λέμε στα ελληνικά το σι-ντί» είναι «πώς μπορούμε να το αποδώσουμε / πώς έχει αποδοθεί με όρο ελληνικής ετυμολογίας». Και ενώ δεν είμαι αντίθετος με την αναζήτηση «αυτοχθόνως ελληνικών» όρων, πρέπει να κρίνουμε πότε έχει ελπίδα να καθιερωθεί εγχώριος όρος και πότε είναι προτιμότερο να δεχτούμε το δάνειο, ενδεχομένως προσαρμόζοντάς το στο τυπικό της γλώσσας.

Παρεμπιπτόντως, ο Αρμοστής θέτει και το θέμα της προφοράς των δανείων. Όταν προφέρουμε ελληνικά, το σάντουιτς ή το μοντάζ το προφέρουμε ελληνοπρεπώς, με τα ελληνικά φωνήεντα και σύμφωνα. Όσοι το προφέρουν αγγλο/γαλλοπρεπώς προκαλούν κωμική εντύπωση και, αν δεν ζουν πολλά χρόνια στο εξωτερικό, φανερώνουν ότι το κάνουν για φιγούρα.

Με την ευκαιρία, θυμάμαι κι ένα αστείο στιγμιότυπο σε πρωινάδικο, όπου ο καλεσμένος (ή η καλεσμένη), όταν ρωτήθηκε τι δουλειά κάνει, απάντησε «Make-up artist».

— Πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά; ρώτησε η παρουσιάστρια

— Χμμ… Μακιγιέρ (ή μακιγιέζ, δεν θυμάμαι) απάντησε ο καλεσμένος (ή η καλεσμένη.

Και είχε δίκιο.

Πολλά είπα, το άρθρο του Σπύρου Αρμοστή:

Πρόσφατα σε μια διαδικτυακή συζήτηση τέθηκε το ερώτημα γιατί κάποια ακρωνύμια, όπως «ΑΕΚ», τονίζονται στην παραλήγουσα, ενώ κάποια άλλα, όπως «ΑΕΛ», τονίζονται στη λήγουσα. Ειδικά με αφορμή το ζεύγος «ΑΕΚ vs ΑΕΛ», διατυπώθηκε η υπόθεση πως ίσως το τελικό «Λ» να «ελκύει» τον τόνο. Απάντησα πως η υπόθεση αυτή ίσως έχει κάποια βάση, αφού εάν ψάξουμε τις ελληνικές λέξεις που λήγουν σε «-λ», θα δούμε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία τονίζονται στη λήγουσα (π.χ. Ισραήλ, Ραφαήλ, αλκοόλ, τηλεκοντρόλ, Βαβέλ, νορμάλ, μπανάλ κ.ά.), ενώ είναι λίγες εκείνες που τονίζονται αλλού (π.χ. Άβελ, πάνελ, σίριαλ, σνίτσελ κ.ά.). Επομένως, ψυχογλωσσολογικά μιλώντας, το μυαλό μας ενδεχομένως να έχει συσχετίσει στατιστικά το ληκτικό «-λ» με τον τονισμό στη λήγουσα· αν ισχύει όντως αυτό, συνεπάγεται πως αν πλάσω μια καινούργια ελληνική λέξη που να λήγει σε «-λ», όπως ένα καινούργιο ακρωνύμιο, τότε θα ενεργοποιηθεί αυτή η συσχέτιση και θα τονιστεί το ακρωνύμιο στη λήγουσα. Ίσως και να υπάρχει κάποια καλύτερη ερμηνεία από αυτήν που προτείνω. Αυτό όμως που έκανε τη συζήτηση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η (αναμενόμενη) ένσταση που διατυπώθηκε στη συνέχεια: «μα αυτές δεν είναι ελληνικές λέξεις».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Κύπρος | Με ετικέτα: , , | 99 Σχόλια »

Τα βαρίδι-α και ο Κυρι-άκος (του Γιάννη Χάρη)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2022

Δημοσιεύω σήμερα ένα κείμενο του φίλου Γιάννη Χάρη -πιο σωστά, το αναδημοσιεύω, αφού πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από δυο βδομάδες περίπου στην Εφημερίδα των Συντακτών, στην τακτική εβδομαδιαία στήλη που κρατούσε ο Γιάννης Χάρης στην εφημερίδα αυτή με τον γενικό τίτλο «Ασκήσεις μνήμης».

Κρατούσε, έγραψα, διότι το περασμένο Σάββατο ο φίλος Γιάννης αποχαιρέτησε τους αναγνώστες του ανακοινώνοντας πως αποφάσισε να κρεμάσει την πένα του, εννοώ να σταματήσει την τακτική συνεργασία του και να συνταξιοδοτηθεί. Το ενδιαφέρον αλλά και συγκινητικό αποχαιρετιστήριο άρθρο του μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Από αυτό το άρθρο πήρα τη φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό μας άρθρο, που δείχνει τον Γιάννη όταν (δεν) τελείωνε το εξατάξιο γυμνάσιο.

Σκέφτηκα λοιπόν να δημοσιεύσω σήμερα το τελευταίο καθαυτό γλωσσικό άρθρο του Γιάννη στην ΕφΣυν, όχι επειδή ήταν το τελευταίο αλλά αφενός για να χαιρετίσω μια εξαιρετικά γόνιμη θητεία ενός μαχόμενου γραφιά (για μένα δεν είναι υποτιμητικός ο όρος, κι εγώ τον ίδιο διεκδικώ) και αφετέρου επειδή το θέμα με ενδιαφέρει και το έχουμε συζητήσει κάμποσες φορές στο ιστολόγιο.

Δεν το κάνω δηλαδή για να λουφάρω άρθρο -παρόλο που, σας προειδοποιώ πως μέσα στον Μάη λογαριάζω, αν όλα πάνε καλά, να κάνω κάποια ταξίδια και άρα δεν θα μπορέσω να ανταποκριθώ στην καθημερινή αρθροπαραγωγή χωρίς να καταφύγω σε λύσεις ανάγκης. Το άρθρο του Γ.Χ. βρίσκω πως έχει πολύ ενδιαφέρον και, επιπλέον, έχει σημασία να δούμε πώς αντιμετωπίσει ο μελετητής μια γλωσσική αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη και μάλιστα μιαν αλλαγή με την οποία ο ίδιος δεν συμφωνεί. Παίρνω το άρθρο όχι από την ΕφΣυν, αλλά από το ιστολόγιο του Γιάννη, διότι στο ιστολόγιο έχει κάνει μερικές προσθήκες.

Ο λόγος για το φαινόμενο που ο Χάρης έχει παιγνιωδώς ονομάσει, σε παλιότερο άρθρο του, «αποσυνιζοποίηση» (προσοχή, νι, όχι ρο!). Εννοεί, όπως θα τα πει καλύτερα από μένα, την τάση ορισμένων ομιλητών, ιδίως της τηλεόρασης, να προφέρουν χωρίς συνίζηση λέξεις που κανονικά θέλουν συνίζηση, όπως τα βαρίδια του τίτλου. Τα οποία, επειδή είναι «το βαρίδι» (όπως και το άλλο ομοιοκατάληκτο που η μαμά μου δεν μ’ αφήνει να γράψω», στον πληθυντικό προφέρεται κανονικά τρισύλλαβο «βαρίδγια» -αλλά που κάποιοι το προφέρουν τετρασύλλαβο, «βαρίδϊα», όπως προφέρουν «το σωματίδιο – τα σωματίδια».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γραμματική, Γενικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Στην Ουκρανία

Posted by sarant στο 23 Φεβρουαρίου, 2022

Εδώ και μερικές μέρες, αλλά πιο πολύ από χτες, όλα τα μάτια είναι στραμμένα στην Ουκρανία, μετά την απόφαση της Ρωσίας να αναγνωρίσει τις αποσχισμένες περιοχές του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ και να τις συνδράμει στρατιωτικά. Μια απόφαση που ήρθε σε απάντηση στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς, ενώ αν θέλουμε να φτάσουμε στην αρχή της σημερινής κρίσης μάλλον θα πρέπει να γυρίσουμε στο 2014, όταν έγινε η επανάσταση ή πραξικόπημα ή όπως θέλετε πείτε το που ανέτρεψε τον εκλεγμένο πρόεδρο Γιανούκοβιτς και έφερε στην εξουσία φιλοδυτικούς (και ακροδεξιούς) πολιτικούς.

Τοτε η Ρωσία προσάρτησε, με τις μάλλον χλιαρές διαμαρτυρίες της διεθνούς κοινότητας, τη χερσόνησο της Κριμαίας, ενώ οι ρωσόφωνοι των ουκρανικών επαρχιών του Ντονιέτσκ και του Λουχάνσκ (ή Λουγκάνσκ) εξεγέρθηκαν και από τότε ελέγχουν τμήματα των επαρχιών αυτών στα οποία έχουν ανακηρύξει Λαϊκές Δημοκρατίες. Το 2014 είχαμε γράψει στο ιστολόγιο ένα άρθρο (στηριγμένο κατά βάση σε κείμενο του φίλου μας του Ρογήρου) από το οποίο παίρνω τον χάρτη που βλέπετε, που δείχνει ποιο ποσοστό των κατοίκων της Ουκρανίας, σε κάθε επαρχία (ομπλάστ, όπως τις λένε) δήλωσαν, τότε, μητρική γλώσσα τα ρωσικά -από ασήμαντα ποσοστά στα δυτικά, έως σαφώς πλειοψηφικά στην Κριμαία και στις δύο ανατολικές επαρχίες.

Όπως έγραφε ο Ρογήρος το 2014: Η Ουκρανία σήμερα δεν είναι μία χώρα· είναι δύο τουλάχιστον. Υπάρχει «ουκρανική» Δύση και «ρωσική» Ανατολή, κάτι πολύ λογικό για ένα λαό του οποίου η εθνογένεση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Πολύ λογικό για μια χώρα της οποίας τα σύνορα χαράχτηκαν με γνώμονα πολλούς και διάφορους λόγους, έτσι ώστε σήμερα να περιλαμβάνει εδάφη που μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πολωνικά ή την έως το 1954 ρωσική Κριμαία η οποία ήταν το δώρο του Νικίτα Χρουστσόφ προς την Ουκρανία για τα 300 χρόνια από την «επανένωση Ρωσίας-Ουκρανίας».

Σήμερα, η κρίση στην Ουκρανία απειλεί την ειρήνη -αλλά ακόμα κι αν οι περισσότεροι θεωρούν ότι δεν θα έχουμε κλιμάκωση των συγκρούσεων, θα υπάρξουν συνέπειες που θα τις αισθανθούμε -μόλις χτες, η Γερμανία σταμάτησε τη διαδικασία πιστοποίησης του αγωγού Nordstream 2 και ο Μεντβέντεφ τουίταρε «ετοιμαστείτε να πληρώνετε 2000 ευρώ τα 1000 κυβικά φυσικό αέριο». Όπως έγραψαν πολλοί, το πρώτο θύμα της σύγκρουσης που δεν έχει ακόμα ξεσπάσει είναι η Ευρώπη και η ΕΕ.

Ένα γλωσσικό ιστολόγιο σαν το δικό μας θα έπρεπε να εξετάσει και θέματα γλωσσικά -όπως, πόσο διαφέρουν τα ρωσικά από τα ουκρανικά. Δυστυχώς δεν μπορώ να απαντήσω πέρα από γενικότητες. Οι σλαβικές γλώσσες και διάλεκτοι είναι ένα συνεχές -ξεκινάς από το Μοναστήρι όπου μιλάνε μια δεδομενη γλωσσική ποικιλία. Πας 20 χιλιόμετρα πιο βόρεια και μιλάνε μια πολύ παρόμοια γλωσσική ποικιλία. Άλλα είκοσι χιλιόμετρα πιο βόρεια ή πιο ανατολικά, άλλη μια πολύ παρόμοια γλωσσική ποικιλία -και τελικά έχεις φτάσει στη Μόσχα. Βέβαια, όταν ανεξαρτητοποιείται μια οντότητα και γίνεται κράτος, συνήθως επιθυμεί να αποκτήσει γλώσσα, οπότε η τοπική γλωσσική ποικιλία τυποποιείται, και συνήθως γίνεται προσπάθεια να διαφοροποιηθεί από τη γλώσσα του κράτους από το οποίο αποσπάστηκε. Το ειδαμε αυτό στην πρώην Γιουγκοσλαβία, όπου τα πάλαι ποτέ σερβοκροατικά έχουν γεννήσει τέσσερις νέες γλώσσες, σερβικά, κροατικά, βοσνιακά και μαυροβουνιακά.

Μια άλλη παράμετρος είναι ότι στην Ουκρανία -και ειδικά σε αυτές τις περιοχές που βρίσκονται στο επίκεντρο της κρίσης- βρίσκονται δεκάδες χιλιάδες Έλληνες, πολλοί από αυτούς με ρίζες χιλιετιών εκεί. Είναι αυτός ένας ακόμα λόγος για τον οποίο η Ουκρανία βρίσκεται πολύ πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε -αφήνω ότι και γεωγραφικά η απόσταση δεν είναι τόσο μεγάλη: από την Αλεξανδρούπολη, όπου έχουμε δώσει διευκολύνσεις στους Αμερικανούς, έως την Οδησσό η απόσταση είναι σε ευθεία γραμμή 730 χιλιόμετρα, λιγότερο απ’ όσο, ας πούμε, από το Καλαί ως το Περπινιάν της Γαλλίας.

Σαν βάση συζήτησης, πέρα από τα παραπάνω, παραθέτω ένα άρθρο της Μοντ Ντιπλοματίκ. Επειδή η γαλλική του έκδοση είναι, προφανώς, γραμμένη στα γαλλικά και, το χειρότερο, διαθέσιμη μόνο σε συνδρομητές, παραθέτω την ελληνική μετάφραση, παρμένη από τον ιστότοπο της Αυγής (σε επιμέλεια Νίκου Σβέρκου):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Διεθνή, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , , , | 246 Σχόλια »

Ερωτήσεις και απαντήσεις, νούμερο πέντε

Posted by sarant στο 28 Ιανουαρίου, 2022

Νούμερο πέντε, επειδή δεν είναι το πρώτο άρθρο της κατηγορίας αυτής, αν και βέβαια πάει αρκετός καιρός από το προηγούμενο αντίστοιχο.

Στις στήλες των χρονογραφημάτων, αν υπάρχουν ακόμα χρονογραφήματα σε εφημερίδες, όσες εφημερίδες υπάρχουν ακόμα, συνέβαινε πότε πότε ο χρονογράφος να δημοσιεύει μία ή περισσότερες επιστολές αναγνωστών, άλλοτε σχολιάζοντας κι ο ίδιος κι άλλοτε παραχωρώντας ολόκληρο τον χώρο της στήλης στους αναγνώστες του. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στα Νέα έβαζε στα χρονογραφήματα αυτά τον τίτλο «Απ’ όσα μου γράφουν». Τέτοια άρθρα, πέρα από την επικοινωνία, έδιναν στον συντάκτη μιαν ανάπαυλα, διότι είναι μεγάλη καταδίκη να πρέπει να γράφεις κάθε μέρα τις εξακόσιες, οχτακόσιες ή χίλιες λέξεις για να γεμίσεις τη στήλη σου.

Εμείς εδώ δεν είμαστε εφημερίδα και δεν γράφουμε χρονογράφημα, όμως έχουμε κάθε μέρα καινούργιο άρθρο (εντάξει, κάποτε επαναλαμβάνουμε παλιά άρθρα, αλλά με μέτρο). Βέβαια, τη γνώμη σας την εκφράζετε στα σχόλια, δημόσια.

Συχνά συμβαίνει όμως να μου κάνουν ερωτήσεις, για γλωσσικά κυρίως θέματα, είτε γνωστοί είτε άγνωστοι, άλλοτε με ηλεμήνυμα (email που λέει ο κ. Μπαμπινιώτης) κι άλλοτε στο Φέισμπουκ. Όταν μπορώ απαντάω, όπως μπορώ, αν και μερικές φορές δεν προλαβαίνω να το κοιτάξω σε βάθος το θέμα. Μια φορά στο τόσο, κρατάω σε ένα αρχείο την ερώτηση και την απάντηση, μήπως και έχει ενδιαφέρον να ξαναδώ το θέμα ή να το αναπτύξω σε άρθρο στο ιστολόγιο, όπως έχω κάνει όχι λίγες φορές.

Πριν από χρόνια σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να βλέπουν κι άλλοι την απάντηση, όχι για να μάθουν αλλά κυρίως γιατί μπορεί να έχουν κάτι να προσθέσουν, κι έτσι βάλαμε τον Ιούνιο του 2015 ένα τέτοιο άρθρο, με ερωτήσεις που μου είχαν γίνει και με τις αντίστοιχες απαντήσεις, και μερικούς μήνες αργότερα ένα ακόμα. Το τρίτο άρθρο της σειράς αυτής το έβαλα το 2017, το τέταρτο το 2019 και σήμερα βάζω το πέμπτο άρθρο της κατηγορίας, διότι έχουν μαζευτεί αρκετές ερωτήσεις ίσως και για δύο άρθρα.

Παρουσιάζω λοιπόν 15 ερωτήσεις που μου έγιναν, μαζί με τις απαντήσεις, που εδώ τις έχω ενδεχομένως αναπτύξει κάπως περισσότερο.

Κάθε διαφωνία, συμπλήρωση ή άλλο σχόλιο είναι ευπρόσδεκτα.

* Καλησπέρα, κύριε Σαραντάκο! Συγνώμη που ενοχλώ καλοκαιριάτικα με γλωσσικές ερωτήσεις, αλλά θέλω τη βοήθειά σας! Πρώτη φορά χρειάστηκε να γράψω κάτι που λέω συχνά: τη φράση «ότι κι ότι» (θέλω να τη βάλω σε μια μετάφραση). Όπως έλεγε κείνη η διαφήμιση «δεν είναι ότι κι ότι, είναι φαρίνα γιώτη». Και κατάλαβα ότι δεν ξέρω πώς γράφεται. Δηλαδή πρέπει να γραφτεί «ότι κι ότι» ή «ό,τι κι ό,τι» ή «ότι κι ό,τι»; Έψαξα στο ίντερνετ, αλλά τζίφος! Ελπίζω να ξέρετε εσείς! Ευχαριστώ!

Καλησπέρα αγαπητέ.

Είναι «ό,τι κι ό,τι», αναφορικό και στις δυο περιπτώσεις. Το έχει το ΛΚΝ αλλά ίσως δεν βγαίνει στην αναζήτηση.

Και βέβαια η συχνή τελευταία έκφραση «ό,τι να’ναι» με το αναφορικό «ό,τι» γράφεται, άσχετο αν στο διαδίκτυο ελάχιστοι τηρούν τη διάκριση ανάμεσα σε «ό,τι» και «ότι».

* Καλησπέρα. Ένας Άγγλος που γνωρίσαμε μας εκανε 2 ερωτήσεις. Πώς μεταφράζεται η λέξη frustration στα ελληνικά και πώς μεταφράζεται η λέξη οιονεί στα αγγλικά.

Γεια σου, χαθήκαμε. Η frustration είναι από τις πιο δυσκολομετάφραστες λέξεις γι’ αυτό και πολλοί συνάδελφοί μου όταν περιγράφανε πώς νιώθουν στο Λουξεμβούργο έλεγαν ‘φρούστρα’. Κάποτε θα πεις ματαίωση, άλλοτε θα πεις διάψευση ή απογοήτευση, αλλά η πικρή αλήθεια ειναι πως δεν έχουμε μονολεκτική καλή απόδοση για όλα τα συμφραζόμενα.

Το οιονεί στα αγγλικά είναι quasi -λατινικό είναι βέβαια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Απορίες, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Σαράντα χρόνια μονοτονικό

Posted by sarant στο 27 Ιανουαρίου, 2022

Πριν από δεκαπέντε περίπου μέρες συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τη θέσπιση του μονοτονικού συστήματος -ή, αν προτιμάτε, από την κατάργηση του πολυτονικού. Ομολογώ πως η σημαντική αυτή επέτειος μού ξέφυγε, κάτι που δεν θα έπρεπε να γίνει αφού για το θέμα του μονοτονικού (και ειδικά για την καθιέρωσή του) έχω γράψει πολλά άρθρα και μάλιστα πριν ακόμα αρχίσει να λειτουργεί το ιστολόγιο.

Κάποιος άλλος όμως τη θυμήθηκε την επέτειο, έστω και με κάποια καθυστέρηση κι αυτός. Πρόκειται για τον κ. Χρήστο Γιανναρά, που αφιέρωσε την κυριακάτικη επιφυλλίδα του στην Καθημερινή ακριβώς στην καθιέρωση του μονοτονικού -με έναν τίτλο που δανείστηκα για το σημερινό μας άρθρο: Σαράντα χρόνια μονοτονικό.

Δανείστηκα τον τίτλο, αλλά φυσικά με τον κ. Γιανναρά δεν συμφωνούμε. Εκείνος θεωρεί το μονοτονικό ολέθρια εξέλιξη, και μάλιστα παλιότερα το είχε χαρακτηρίσει «καταστροφή, ασύγκριτα ολεθριότερη από τη Μικρασιατική». Στην προχτεσινή του επιφυλλίδα δεν έφτασε σε τέτοια αμετροέπεια, αλλά πάντως επαναλαμβάνει τις θέσεις του, τις οποίες θα επιχειρήσω να ανασκευάσω.

Ξεκινάει ως εξής ο κ. Γιανναράς:

Συμπληρώνονται φέτος (2022) σαράντα χρόνια από την επιβολή της μονοτονικής γραφής στην ελληνική γλώσσα. Δεν ήταν κρατική η επιβολή, δεν την αποφάσισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Για ένα τέτοιο θέμα, που έκρινε τη συνέχεια ή την άρνηση συνέχειας χιλιάδων χρόνων ιστορίας του Ελληνισμού, τη ρήξη την αποφάσισαν τριάντα περίπου κυβερνητικοί βουλευτές (το ένα δέκατο της Ολομέλειας), μετά τα μεσάνυχτα, και με την αντιπολίτευση να έχει αποχωρήσει από τη Βουλή σε φυγομαχία ασύγγνωστη.

Εδώ ο κ. Γιανναράς επαναλαμβάνει μισές αλήθειες, ψέματα και σοφιστείες.

Είναι σοφιστεία ολκής το ότι την επιβολή (εγώ θα έλεγα «καθιέρωση», έχουν και οι αποχρώσεις αξία) του μονοτονικού «δεν την αποφάσισε η κοινοβουλευτική πλειοψηφία», με το επιχείρημα ότι την ώρα της ψηφοφορίας ήταν παρόντες σχετικά λίγοι βουλευτές. Στα περισσότερα νομοσχέδια, εκτός εάν έχει ζητηθεί ονομαστική ψηφοφορία, την ώρα της ψηφοφορίας παρίστανται ελάχιστοι βουλευτές, αφού είναι γνωστή εκ των προτέρων η θέση των κομμάτων και η δύναμη του καθενός.

Πόσοι βουλευτές; Τριάντα, λέει ο κ. Γιανναράς επαναλαμβάνοντας προηγούμενες απόψεις πολυτονιστών, αλλά ο αριθμός αυτός βασίζεται σε κάτι που είπε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος… δεν ήταν παρών στη συγκεκριμένη ψηφοφορια.

Χωρίς την αντιπολίτευση; Ναι και όχι. Η ελάσσων αντιπολίτευση, το ΚΚΕ, υπερψήφισε την τροπολογία. Η αξιωματική αντιπολίτευση, η Νέα Δημοκρατία, πράγματι αποχώρησε, αλλά η αποχώρηση αυτή έγινε για λόγους διαδικασίας, χωρίς να υπάρχει διαφωνία επί της ουσίας. Η βασική αντίρρηση της ΝΔ ήταν να μη συνεχιστεί η συζήτηση μετά τις 12 τα μεσάνυχτα, για ένα τόσο σημαντικό θέμα.

Όπως είπε ο Κων. Μητσοτάκης, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της ΝΔ, η τροπολογία «αναφέρεται σε ένα μέγα θέμα, το οποίο κατά σύμπτωση δεν μας βρίσκει και αντίθετους» και μετά, «αν η κυβέρνηση επιμείνει να συζητήσει μετά το μεσονύκτιο το κόμμα της ΝΔ θα αποχωρήσει … η κυβέρνηση έπρεπε να είχε την ευαισθησία να δώσει την άνεση να ακουστούν οι απόψεις επί αυτού του πολύ σοβαρού ζητήματος, το οποίο άλλωστε δεν αποτελεί και θέμα αντιδικίας» και στο τέλος «Σας το ξαναλέω και πάλι, είμαι ιδιαίτερα επίμονος,διότι δεν διαφωνώ επί της ουσίας, θέλω απλώς να προστατεύσω και τη Βουλή και όλους μας από ακρότητες και από πείσματα» Τρεις φορές η ΝΔ τόνισε ότι δεν διαφωνεί με την καθιέρωση του μονοτονικού! (Πρέπει να πάρουμε υπόψη το κλίμα της εποχής: δυο μήνες μετά την αλλαγή του 1981, το ΠΑΣΟΚ έφερνε στη Βουλή συνεχώς νομοσχέδια, που τα ψήφιζε με ορμή και ταχύτητα, αφού είχε άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η δε ΝΔ, ζαλισμένη ακόμα από τη μεγάλη ήττα της, συχνά αποχωρούσε για λόγους διαδικασίας).

Περισσότερα για την ψηφοφορία εκείνη του 1982 μπορείτε να διαβάσετε σε ένα άρθρο που έχω ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο, που το έγραψα συμβουλευόμενος τα πρακτικά της Βουλής.

Ας επιστρέψουμε όμως στο άρθρο του κ. Γιανναρά. Λέει στη δεύτερη παράγραφο:

Από τότε, καμιά κυβέρνηση, οποιασδήποτε κομματικής σύνθεσης και πλειοψηφίας, δεν θέλησε (ή δεν τόλμησε) να αποκαταστήσει τις συνέπειες του ιστορικού εκείνου εγκλήματος – στίγματος ντροπής για τον Ελληνισμό και την ιστορία του. Αν μετρήσει κανείς τις συνέπειες που είχε το αυθαίρετο πραξικόπημα, για την ιστορική συνέχεια και τη συνείδηση διαχρονικής ενότητας του Ελληνισμού, σίγουρα θα απορήσει που το μονοτονικό στην Ελλάδα δεν προκάλεσε οδυνηρό εμφύλιο. Ωσάν κάποια Ανώτατη Αρχή, υπερκομματική, να επέβαλε σιωπηρά την έσχατης δουλοπρέπειας χρησιμοθηρική ομοφροσύνη στους Ελληνώνυμους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επετειακά, Μονοτονικό | Με ετικέτα: , , , | 328 Σχόλια »

Μένω ενεός, άναυδος, άφωνος: οι 50 αποχρώσεις της κατάπληξης

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2021

Καθώς τελειώνει η χρονιά, κοίταζα τις προάλλες ποια ήταν τα πιο διαβασμένα άρθρα των τελευταίων 12 μηνών -αρχές Ιανουαρίου θα κάνουμε τον απολογισμό και θα αναφέρουμε κι αυτό το στοιχείο. Λοιπόν, μου έκανε εντύπωση ότι ένα άρθρο του 2012 βρισκόταν στις πρώτες 15 θέσεις. Αυτό καθαυτό δεν είναι περίεργο -υπάρχουν πολλά παλιά άρθρα που έχουν σταθερά μια ικανοποιητική αναγνωσιμότητα, π.χ. εκείνα για τις δάνειες λέξεις από τα τουρκικά ή τα αλβανικά, ή το άλλο με τα στιχάκια του στρατού. Όμως το συγκεκριμένο άρθρο, που έχει τίτλο Ενεοί και κεχηνότες, γνώρισε μέσα στο 2021 μια εντυπωσιακή αύξηση επισκεψιμότητας, που δεν ξέρω πού να την αποδώσω.

Σε εκείνο το άρθρο, είχα εξετάσει αυτές τις δύο λέξεις που τις λέμε για κάποιον που μένει άφωνος (ενεός) και με ανοιχτό το στόμα (κεχηνώς). Ενεός στα αρχαία είναι ο άφωνος αλλά και ο κωφάλαλος κάποτε, και συχνά ο ηλίθιος, ενώ κεχηνώς είναι μετοχή παρακειμένου του χάσκω -ο παρακείμενος είναι «κέχηνα». Το κεχηνώς είναι αρσενικό, αν θέλετε το θηλυκό του πρέπει να πείτε «κεχηνυία», αλλά αν κάποια φίλη πει «Μένω κεχηνυία» είναι μάλλον βέβαιο ότι θα της απαντήσουν «Κι εγώ μένω Ηλιούπολη».

Αυτό βέβαια είναι γνωστό αστείο με τις λέξεις αυτές, πιο γνωστό σε παραλλαγές όπως «Μένω άναυδος – Εγώ μένω Κάνιγγος», ενώ θυμάμαι ότι το «Μένω ενεός» το συνήθιζε ο μακαρίτης ο Μάρκος Δραγούμης όταν τον είχαμε προϊστάμενο στο μεταφραστικό, οπότε ήταν συνηθισμένη η ατάκα «Μένω ενεός – Εγώ μένω Βαλφερντάνζ» (προάστιο του Λουξεμβούργου).

Στο παλιό εκείνο άρθρο είχαμε δώσει πολλά συνώνυμα των εκφράσεων «μένω ενεός» και «μένω κεχηνώς», οπότε προχτές που το ξανακοιτούσα σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε σε ένα άρθρο όλες τις εκφράσεις που δηλώνουν κατάπληξη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έτσι που να φτιάξουμε ένα «άρθρο καταλογογράφησης».

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει άλλα τέσσερα τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματοςτης μέθης, της αποτυχίας και του θανάτου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 239 Σχόλια »

Μέσα από τις λέξεις, του Φοίβου Παναγιωτίδη

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που με ενδιαφέρει πολύ, και που νομίζω πως θα ενδιαφέρει και αρκετούς από τους αναγνώστες του ιστολογίου. Πρόκειται για το καινούργιο βιβλίο του φίλου γλωσσολόγου Φοίβου Παναγιωτίδη, με τίτλο «Μέσα από τις λέξεις», που κυκλοφόρησε τούτη τη βδομάδα από τις φιλικές εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου εκδίδω κι εγώ τα γλωσσικά βιβλία μου.

Ο Φοίβος είναι καθηγητής θεωρητικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με αξιόλογο επιστημονικό έργο, αλλά είναι και ενεργός κυβερνοπολίτης με ευδιάκριτη παρουσία στη μπλογκόσφαιρα και αρθρογραφία στον παραδοσιακό και τον ηλεκτρονικό τύπο.

Πριν από οχτώ χρόνια είχε εκδώσει το βιβλίο «Μίλα μου για γλώσσα: Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία», που το είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύοντας και ένα κεφάλαιο, ενώ αργότερα, με άλλη ευκαιρία, είχαμε παρουσιάσει ένα ακόμα κεφάλαιο εκείνου του βιβλίου.

Η εικόνα του εξωφύλλου που βρήκα να βάλω είναι μικροσκοπική, κι έτσι ίσως δεν φαίνεται καλά ο υπότιτλος του βιβλίου, που είναι:

Θέματα στη γραμματική των λέξεων για όσους (νομίζουν ότι) βαριούνται τη γλωσσολογία

Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε κεφάλαια, το καθένα από τα οποία απαντά σε μια ερώτηση σχετική με τη γλώσσα, και προχωράει και λίγο σε θεωρητικό επίπεδο ώστε να κατανοήσει ο αναγνώστης τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί.

Πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο, ώστε να δείτε από μόνοι σας τη μέθοδο του συγγραφέα, αλλά παίρνω από το οπισθόφυλλο μερικές χαρακτηριστικές ερωτήσεις, για να πάρετε μια γεύση από το εύρος των θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο:

Ποια είναι τα όρια του κόσμου μου;
Υπήρχε δημοκρατία πριν το 1974;
Ποιο είναι το θηλυκό του «εαυτός»;
Ποιο είναι το αντίθετο του «όλοι»;
Τι αποκαλύπτει το μπακλαβαδογλύκι;
Υπάρχουν ανύπαντροι κλαρινογαμπροί;
Θα προσγειωθούμε ποτέ στον Aρη;
Γιατί τα γαριδάκια δεν είναι μικρές γαρίδες;
Ποια είναι η διαφορά καυσίμου και κάψιμου;
Παίζει τίποτα;
Τελικά να λέμε «επίλεξε» ή «επέλεξε»;
Όταν όλα είναι έτοιμα, είναι όλα άνθρωποι;
Αν έρθει ένα πούλμαν προσκυνητών, σημαίνει ότι ήρθε κι ένα πούλμαν προσκυνητές;

Νομίζω ότι θα πήρατε μια ιδέα. Σημειώνω ότι στο πρώτο μέρος του βιβλίου οι ερωτήσεις είναι πιο γενικές ενώ στο δεύτερο κάθε ερώτηση φωτίζει και από ένα γραμματικό μυστήριο, το οποίο αφορά φαινομενικά απλές λέξεις. Τα κεφάλαια έχουν μεν αυτοτέλεια, αλλά κατά τη γνώμη μου θα είναι καλύτερο να διαβαστούν με τη σειρά που τα έχει ο συγγραφέας -όπως θα δείτε, άλλωστε, στο κεφάλαιο που θα παραθέσω, υπάρχουν αναφορές σε προηγούμενα κεφάλαια.

Στην εισαγωγή του, ο συγγραφέας δηλώνει ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι συνέχεια του προηγούμενου και κάνει έναν παραλληλισμό με τον χώρο της γαστρονομίας. Αν, λέει, τα τεχνικά βιβλία γλωσσολογίας είναι υψηλή γαστρονομία και γκουρμέ μαγειρική, και τα εκλαϊκευτικά, όπως το προηγούμενο δικό του, το «Μίλα μου για γλώσσα» είναι κάτι σαν φροντισμένος ουζομεζές, το νέο του βιβλίο, το «Μέσα από τις λέξεις» επιδιώκει να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα, να γίνει «ένα τίμιο και στιβαρό πιάτο φτιαγμένο με μεράκι μεν αλλά και με τεχνική».

Ο Παναγιωτίδης αναγνωρίζει ότι το νέο του βιβλίο είναι ένα σκαλί πιο απαιτητικό από το προηγούμενο, που απευθυνόταν σε απόφοιτους Λυκείου, και για τον λόγο αυτό σε κάθε κεφάλαιο υπάρχουν παράγραφοι μέσα σε πλαίσιο, με ορισμούς και διευκρινίσεις. Επίσης, στο επίμετρο ο συγγραφέας αναφέρει βιβλιογραφία για όποιον αναγνώστη ενδιαφέρεται να εμβαθύνει περισσότερο στα θέματα που θίγονται στο κάθε κεφάλαιο.

Πριν από δυο χρόνια, είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο με τίτλο «Τι παίζει;» με θέμα τα φρασεολογικά, κυρίως, αυτού του σημαντικού ρήματος. Ταιριάζει λοιπόν τώρα να παραθέσω από το καινούργιο βιβλίο του Φοίβου Παναγιωτίδη το κεφάλαιο που ασχολείται με αυτό ακριβώς το ρήμα, αλλά και γενικεύει για τα λεγόμενα «ελαφρά ρήματα». Για τεχνικούς λόγους, τα εντός πλαισίου τμήματα τα έχω βάλει χρωματιστά, επειδή δεν μπορώ να φτιάξω το πλαίσιο.

Τι παίζει με το «παίζω»;

Γιατί κάποια ρήματα είναι σκιές του εαυτού τους

Μέχρι στιγμής εξετάσαμε λέξεις με σύνθετη γραμματική δομή, που απαρτίζονται από μορφήματα, αλλά και φαινομενικά απλές λέξεις που περιέχουν κρυμμένη γραμματική δομή, όπως τα ρήματα. Και στις δύο περιπτώσεις η λιγότερο ή περισσότερο φανερή δομή των λέξεων μας βοήθησε να καταλάβουμε κάπως πώς γίνεται οι λέξεις αυτές να διατυπώνουν σύνθετες σημασίες. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε αρκετά προσεκτικά μια διαφορετική περίπτωση.

Να κάνω κεφτέδες; Ή υπομονή;

Για πάρα πολλούς ομιλητές της ελληνικής το ρήμα «κάνω» μπορεί να σημαίνει και «φτιάχνω». Άρα όταν κάνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα φτιάχνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα – και ούτω καθεξής. Συνεπώς, και με βάση όσα είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο για τα ρήματα ως βιντεάκια και για την εσωτερική δομή τους, το ρήμα «κάνω» μπορεί να έχει αρκετό περιεχόμενο, αφού μπορεί να σημαίνει τη διαδικασία κατασκευής κάποιου πράγματος. Ωστόσο το «κάνω» μπορεί επίσης να διαθέτει ελάχιστο περιεχόμενο και απλώς να συνθέτει ρηματικές φράσεις όπως «κάνω υπομονή».

Υπενθυμίζω εδώ ότι ρηματική φράση (ή ρηματικό σύνολο) είναι φράση που χτίζεται γύρω από ένα ρήμα. Για παράειγμα, γύρω από το ρήμα «πίνω» μπορούμε να δομήσουμε ρηματικές φράσεις όπως «πίνω», «πίνω τζιν», «πίνω τζιν με φίλους», «πίνω τζιν με σόδα» και ούτω καθεξής.

«Κάνω υπομονή» δεν σημαίνει ότι φτιάχνω ή κατασκευάζω υπομονή, παρά ισοδυναμεί με το παλιότερο ρήμα «(υ)πομονεύω»: παραμένω σε μία κατάσταση καρτερίας, ας πούμε (είδατε τι δύσκολο που είναι να εξηγήσουμε τη σημασία με περιφράσεις;). Με αυτή του τη χρήση λοιπόν, που δεν σημαίνει «φτιάχνω», το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις που πολλές φορές διαθέτουν και μονολεκτικό ισοδύναμο – κάτι αναμενόμενο πια μετά από όσα είπαμε για τα ρήματα στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Κατά συνέπεια, «κάνω τηλέφωνο» σημαίνει «τηλεφωνώ», «κάνω μήνυση» σημαίνει «μηνύω», «κάνω πράξη» σημαίνει «πραγματώνω» ή «πραγματοποιώ», ενώ «κάνω αίτηση» σημαίνει ό,τι και το κάπως δύσχρηστο «αιτούμαι». Όντως, πολλές φορές αυτές οι ρηματικές φράσεις με το «κάνω» δημιουργούν βιντεάκια που δεν διαθέτουν ακριβή μονολεκτικά ισοδύναμα: κάνω μπάνιο («μπανιάρομαι» ίσως;), κάνω καλό, κάνω πέρα, κάνω επανάληψη, κάνω ηλιοθεραπεία, κάνω αίσθηση, κάνω θέμα, κάνω στίβο/ζούμπα/τζούντο, κάνω φύλλα, κάνω νερά, κάνω ρισέτ/φορμάτ κτλ.

Στη θεωρητική γλωσσολογία λέμε λοιπόν ότι το ρήμα «κάνω» έχει υποστεί αποχρωματισμό όταν χρησιμοποιείται για να δομήσει ρηματικές φράσεις και δεν χρησιμοποιείται με τη σημασία του «φτιάχνω, κατασκευάζω». Στις παραπάνω περιφράσεις («κάνω στίβο» κτλ.) το ρήμα «κάνω» έχει απωλέσει κάθε ίχνος δικής του σημασίας και η συνεισφορά του περιορίζεται στο να δομεί ρηματικές φράσεις. Σε αυτή του τη χρήση το «κάνω» ονομάζεται ελαφρύ ρήμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως ελαφρύ ρήμα το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις στις οποίες κάλλιστα μπορεί να μην υπάρχει καν εξωτερικός δράστης: όταν κάνω υπομονή, αίσθηση ή ηλιοθεραπεία στην πραγματικότητα δεν κάνω κάτι!

Η ύπαρξη ελαφρών ρημάτων  δεν αποτελεί βεβαίως ιδιομορφία της ελληνικής. Στην τυπολογική έρευνα, η οποία μελετάει και συγκρίνει τα χαρακτηριστικά πλήθους γλωσσών, γνωρίζουμε καλά ότι οι περισσότερες γλώσσες διαθέτουν κάποιου είδους ελαφρύ ρήμα όπως το ελληνικό αποχρωματισμένο «κάνω».

Σε γλώσσες μάλιστα όπως τα φαρσί η μεγάλη πλειονότητα των ρημάτων δεν είναι μονολεκτικά, όπως το «τηλεφωνώ», αλλά περιφραστικά, όπως το «κάνω τηλέφωνο». Δηλαδή τα περισσότερα βιντεάκια στα φαρσί συναρθρώνονται από ρηματικές φράσεις που περιλαμβάνουν κάποιο ελαφρύ ρήμα. Για παράδειγμα, στα φαρσί «κάνω απώλεια» σημαίνει «χάνω», «χτυπάω λέξη» σημαίνει «μιλάω», «τραβάω απόσταση» σημαίνει «νοσταλγώ» κ.ο.κ. Οι αγγλομαθείς πάλι θα θυμηθούν τις πολλές χρήσεις του do ή του get με το ίδιο αποτέλεσμα: do the shopping, get up, get over with, get in, get off, κτλ.

Η επόμενη ερώτηση είναι πρώτον κατά πόσον υπάρχουν άλλα ελαφρά ρήματα στα ελληνικά και δεύτερον πώς φτάνουμε από μια κανονική σημασία του ρήματος (όπως στο «κάνω κεφτέδες») στην αποχρωματισμένη λειτουργία (όπως στο «κάνω μπάνιο»).

Δεν παίζουν μόνον οι παίκτες (ή τα παιδιά)

Τα Ημισκούμπρια, γνωστά για τα γλωσσικά τους ευρήματα, αναρωτιούνται σε ένα τραγούδι τους «δεν βλέπεις ότι πράττω τη στάση του λωτού;». Όμως ένα τέτοιο παράδειγμα ελαφρού ρήματος δεν πιάνεται, επειδή δεν είναι γενικευμένη η χρήση τού «πράττω» ως «κάνω». Ένα καλύτερο παράδειγμα είναι το «τρέχω», αφού υπάρχει η χρήση του ως «συμβαίνω»: δεν τρέχει τίποτα, κάτι τρέχει, τι τρέχει; κτλ. Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι με αυτή τη χρήση το «τρέχει» απαντά πάντοτε στο 3ο ενικό πρόσωπο και πάντοτε με αόριστο υποκείμενο: μάλλον δεν μπορεί να πει κανείς «*τρέχει ανασχηματισμός», εννοώντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ανασχηματισμός. Το απρόσωπο ρήμα τρέχει είναι λοιπόν ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί αλλά διαφέρει από το «κάνω», μια και δεν είναι τόσο γενικευμένη η χρήση του ούτε είναι τόσο ευέλικτο όσο το «κάνω».

Στο μεταξύ όμως παίζουν διάφορα

Είμαστε πάντως τυχεροί γιατί στη δική μας γενιά γινόμαστε μάρτυρες της γένεσης ενός καινούργιου ελαφρού ρήματος, του «παίζω». Και στην περίπτωση του «παίζω» υπάρχει βεβαίως η πλήρης περιεχομένου εκδοχή του ρήματος, που είναι μάλιστα πολύσημη αφού σημαίνει τουλάχιστον «συμμετέχω σε κάποιο παιχνίδι» (π.χ. , «παίζουμε μπάλα», «παίζουμε πρέφα»), «υποδύομαι έναν ρόλο» (π.χ. «παίζει τον Άγιο Νεκτάριο»), «συμμετέχω σε κάποιο έργο δραματουργίας» (π.χ. «παίζουν στη νέα παράσταση του Εθνικού Θεάτρου»), «δημιουργώ μουσική με κάποιο μουσικό όργανο» (π.χ. «παίζετε πιάνο»), «εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι» (π.χ. «παίζεις την Απασιονάτα και τη Φραγκοσυριανή»), και ούτω καθεξής.

Όμως όπως το «κάνω», το «παίζω» υπάρχει και σε αποχρωματισμένη εκδοχή, με ελάχιστο περιεχόμενο, και επίσης μπορεί να δομεί ρηματικές φράσεις όπως «παίζει ανασχηματισμός», «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο», «έπαιξε άσχημη φάση». Σε αυτή τη χρήση το «παίζω» είναι πάντοτε αμετάβατο, πάντοτε τριτοπρόσωπο και σημαίνει είτε «υπάρχω», όπως στα «παίζουν παγωτίνια», «παίζει πρόβλημα στα ηλεκτρολογικά», είτε κάτι σαν «ενδέχεται», όπως στα «παίζει ανασχηματισμός» και «παίζουνε διακοπές φέτος;».

Μεταβατικό είναι ένα ρήμα που παίρνει άμεσο αντικείμενο, στα ελληνικά συνήθως μια ονοματική φράση σε αιτιατική, π.χ. «παίζω τη Φραγκοσυριανή». Αμετάβατο είναι ένα ρήμα που δεν παίρνει αντικείμενο, π.χ. «πέφτω».

Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το ελαφρύ «παίζω» θα λέγαμε ότι είναι υπαρκτικό, αφού το «παίζουν παγωτίνια» θα μπορούσε να παραφραστεί ως «έχει παγωτίνια» ή «υπάρχουν παγωτίνια». Το «έπαιξε άσχημη φάση» ίσως θα μπορούσε άτσαλα να παραφραστεί ως «έγινε άσχημη φάση», ενώ δυσκολεύομαι να βρω ικανοποιητική σύντομη παράφραση για το «παίζει ανασχηματισμός», το οποίο παρουσιάζει ένα ενδεχόμενο.

Η εικόνα που παρουσιάζει το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είναι ότι λειτουργεί γενικευμένα ως υπαρκτικό: το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είτε δηλώνει ύπαρξη σε αυτόν τον κόσμο, όπως τα «έχει» και «υπάρχω» (π.χ. «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο»), είτε δηλώνει ύπαρξη σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν κόσμο που μπορούμε να φανταστούμε, λειτουργώντας όπως περίπου το «ενδέχεται» (π.χ. το «παίζει ανασχηματισμός» μας λέει ότι σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν ενδεχόμενο κόσμο, γίνεται ανασχηματισμός).

Παραμένει πολύ ενδιαφέρον γεγονός ότι αυτή η χρήση του «παίζω» ως ελαφρού ρήματος, ως αποχρωματισμένου «παίζει/παίζουν», αναδύθηκε και εδραιώθηκε μέσα σε μία μόλις γενιά, αφού κατά την παιδική μου ηλικία τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν εντελώς άγνωστη. Θα επανέρθουμε σε αυτό πιο κάτω.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ελαφρών ρημάτων που συζητάμε εδώ είναι ότι το ρήμα κάνω ως «φτιάχνω» και η ελαφρά εκδοχή του που σχηματίζει ρηματικές  φράσεις όπως «κάνω μπάνιο» συνυπάρχουν: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με γλωσσική μεταβολή κατά την οποία η ελαφρά εκδοχή αντικαθιστά την πλούσια εκδοχή: τα δύο «κάνω» συνυπάρχουν εδώ και πολλές γενιές. Έτσι συμβαίνει και με το «παίζω»: οι πολλές σημασίες του ως πλήρους ρήματος συνυπάρχουν με την εντελώς αποχρωματισμένη εκδοχή του ως ελαφρού ρήματος που δηλώνει απλώς ύπαρξη ή ενδεχόμενο.

Τι μας μαθαίνουν τα ελαφρά ρήματα;

Ας εξετάσουμε τώρα με ποιους λοιπόν τρόπους η δημιουργία του ελαφρού «παίζει/παίζουν» φωτίζει το πώς λειτουργεί η γλώσσα. Θα απαριθμήσω τους εξής τρεις τρόπους, οι οποίοι μάλλον είναι και οι πιο ενδιαφέροντες.

Πρώτον μας δείχνει ότι υπάρχουν ρήματα που δεν είναι καν βιντεάκια. Τα ελαφρά ρήματα είναι εντελώς στοιχειώδη ρήματα, από τα οποία ελλείπει κάθε είδους γεγονοτική δομή. Πράγματι, τα ελαφρά ρήματα όπως το «κάνω» και το «παίζει/παίζουν» έχουν στοιχειώδες περιεχόμενο και δεν καταδηλώνουν έννοιες: το μεν «κάνω» απλώς φτιάχνει ρηματικές φράσεις (θυμηθείτε π.χ. ότι το «κάνω αίσθηση» δεν δηλώνει καν ενέργεια), το δε «παίζει/παίζουν» είναι απλώς υπαρκτικό στοιχείο (είτε σε αυτόν τον κόσμο είτε σε κάποιον δυνατό κόσμο, ως ενδεχόμενο).

Επίσης τα ελαφρά ρήματα δεν καταδηλώνουν κάποια σύνθετη έννοια, χωρίς όμως να είναι και βοηθητικά ρήματα, όπως το «έχω» με το οποίο σχηματίζουμε παρακειμένους τύπου «έχω κλάψει». Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βοηθητικά ρήματα όπως το «έχω» συναρμόζονται με ρηματικούς τύπους (π.χ. «κλάψει») για να σχηματίσουν τον παρακείμενο οποιουδήποτε ρήματος. Απεναντίας, τα ελαφρά ρήματα «κάνω» και «παίζει/παίζουν» συνδυάζονται  με οτιδήποτε άλλο εκτός από ρήμα, για να δημιουργήσουν ρηματικές φράσεις, π.χ. «κάνω μπάνιο» αλλά ποτέ «*κάνω κλάψει».

Δεύτερον, η περίπτωση των ελαφρών ρημάτων αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα του πώς η γλωσσική αλλαγή, η ανάδυση του ελαφρού «παίζει/παίζουν» στην περίπτωσή μας, μπορεί να επισυμβεί μέσα σε μία μόλις γενιά και όχι απαραιτήτως σταδιακά και λίγο λίγο. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το ρήμα «παίζω» δεν φαίνεται να έχασε σιγά σιγά το περιεχόμενό του για να καταλήξει ένα αποχρωματισμένο υπαρκτικό στοιχείο, παρά η ανάδυση της ελαφράς εκδοχής του αποτελεί περίπτωση γλωσσικής αλλαγής που επισυνέβη απότομα.

Τρίτον, είναι χαρακτηριστικό ότι ο αποχρωματισμός ενός ρήματος, η απώλεια δηλαδή της έννοιας που καταδηλώνει, δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη μετατροπή του σε ελαφρύ ρήμα. Πιο απλά, ένα ρήμα που θα «χάσει τη σημασία του» δεν θα μετατραπεί απαραίτητα σε ελαφρύ ρήμα, άρα δεν θα αλλάξει οπωσδήποτε και η γραμματική του συμπεριφορά.

Ενώ λοιπόν το πλήρες ρήμα «παίζω» είναι μεταβατικό, παίρνει άμεσο αντικείμενο, το ελαφρύ υπαρκτικό «παίζει/παίζουν» είναι αποκλειστικώς αμετάβατο. Όπως είδαμε, αυτό οφείλεται στο ότι το «παίζει/παίζουν» είναι ελαφρύ ρήμα. Απεναντίας, το αποχρωματισμένο ρήμα «χτυπάω» σε χρήσεις όπως «χτυπήσαμε κάτι σουβλάκια από τον Αχιλλέα», ή τα αποχρωματισμένα «αποτελώ» και «συνιστώ» που λειτουργούν ως συνώνυμα του συνδετικού «είμαι» (π.χ. «Ο τουρισμός αποτελεί/συνιστά την κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας» αντί για «Ο τουρισμός είναι η κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας») παραμένουν κανονικά, πλήρη ρήματα.

Posted in Γενικά γλωσσικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »