Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γενικά γλωσσικά’ Category

Μένω ενεός, άναυδος, άφωνος: οι 50 αποχρώσεις της κατάπληξης

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2021

Καθώς τελειώνει η χρονιά, κοίταζα τις προάλλες ποια ήταν τα πιο διαβασμένα άρθρα των τελευταίων 12 μηνών -αρχές Ιανουαρίου θα κάνουμε τον απολογισμό και θα αναφέρουμε κι αυτό το στοιχείο. Λοιπόν, μου έκανε εντύπωση ότι ένα άρθρο του 2012 βρισκόταν στις πρώτες 15 θέσεις. Αυτό καθαυτό δεν είναι περίεργο -υπάρχουν πολλά παλιά άρθρα που έχουν σταθερά μια ικανοποιητική αναγνωσιμότητα, π.χ. εκείνα για τις δάνειες λέξεις από τα τουρκικά ή τα αλβανικά, ή το άλλο με τα στιχάκια του στρατού. Όμως το συγκεκριμένο άρθρο, που έχει τίτλο Ενεοί και κεχηνότες, γνώρισε μέσα στο 2021 μια εντυπωσιακή αύξηση επισκεψιμότητας, που δεν ξέρω πού να την αποδώσω.

Σε εκείνο το άρθρο, είχα εξετάσει αυτές τις δύο λέξεις που τις λέμε για κάποιον που μένει άφωνος (ενεός) και με ανοιχτό το στόμα (κεχηνώς). Ενεός στα αρχαία είναι ο άφωνος αλλά και ο κωφάλαλος κάποτε, και συχνά ο ηλίθιος, ενώ κεχηνώς είναι μετοχή παρακειμένου του χάσκω -ο παρακείμενος είναι «κέχηνα». Το κεχηνώς είναι αρσενικό, αν θέλετε το θηλυκό του πρέπει να πείτε «κεχηνυία», αλλά αν κάποια φίλη πει «Μένω κεχηνυία» είναι μάλλον βέβαιο ότι θα της απαντήσουν «Κι εγώ μένω Ηλιούπολη».

Αυτό βέβαια είναι γνωστό αστείο με τις λέξεις αυτές, πιο γνωστό σε παραλλαγές όπως «Μένω άναυδος – Εγώ μένω Κάνιγγος», ενώ θυμάμαι ότι το «Μένω ενεός» το συνήθιζε ο μακαρίτης ο Μάρκος Δραγούμης όταν τον είχαμε προϊστάμενο στο μεταφραστικό, οπότε ήταν συνηθισμένη η ατάκα «Μένω ενεός – Εγώ μένω Βαλφερντάνζ» (προάστιο του Λουξεμβούργου).

Στο παλιό εκείνο άρθρο είχαμε δώσει πολλά συνώνυμα των εκφράσεων «μένω ενεός» και «μένω κεχηνώς», οπότε προχτές που το ξανακοιτούσα σκέφτηκα πως θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε σε ένα άρθρο όλες τις εκφράσεις που δηλώνουν κατάπληξη, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έτσι που να φτιάξουμε ένα «άρθρο καταλογογράφησης».

Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιεύσει άλλα τέσσερα τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματοςτης μέθης, της αποτυχίας και του θανάτου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 239 Σχόλια »

Μέσα από τις λέξεις, του Φοίβου Παναγιωτίδη

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που με ενδιαφέρει πολύ, και που νομίζω πως θα ενδιαφέρει και αρκετούς από τους αναγνώστες του ιστολογίου. Πρόκειται για το καινούργιο βιβλίο του φίλου γλωσσολόγου Φοίβου Παναγιωτίδη, με τίτλο «Μέσα από τις λέξεις», που κυκλοφόρησε τούτη τη βδομάδα από τις φιλικές εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου εκδίδω κι εγώ τα γλωσσικά βιβλία μου.

Ο Φοίβος είναι καθηγητής θεωρητικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με αξιόλογο επιστημονικό έργο, αλλά είναι και ενεργός κυβερνοπολίτης με ευδιάκριτη παρουσία στη μπλογκόσφαιρα και αρθρογραφία στον παραδοσιακό και τον ηλεκτρονικό τύπο.

Πριν από οχτώ χρόνια είχε εκδώσει το βιβλίο «Μίλα μου για γλώσσα: Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία», που το είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύοντας και ένα κεφάλαιο, ενώ αργότερα, με άλλη ευκαιρία, είχαμε παρουσιάσει ένα ακόμα κεφάλαιο εκείνου του βιβλίου.

Η εικόνα του εξωφύλλου που βρήκα να βάλω είναι μικροσκοπική, κι έτσι ίσως δεν φαίνεται καλά ο υπότιτλος του βιβλίου, που είναι:

Θέματα στη γραμματική των λέξεων για όσους (νομίζουν ότι) βαριούνται τη γλωσσολογία

Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε κεφάλαια, το καθένα από τα οποία απαντά σε μια ερώτηση σχετική με τη γλώσσα, και προχωράει και λίγο σε θεωρητικό επίπεδο ώστε να κατανοήσει ο αναγνώστης τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί.

Πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο, ώστε να δείτε από μόνοι σας τη μέθοδο του συγγραφέα, αλλά παίρνω από το οπισθόφυλλο μερικές χαρακτηριστικές ερωτήσεις, για να πάρετε μια γεύση από το εύρος των θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο:

Ποια είναι τα όρια του κόσμου μου;
Υπήρχε δημοκρατία πριν το 1974;
Ποιο είναι το θηλυκό του «εαυτός»;
Ποιο είναι το αντίθετο του «όλοι»;
Τι αποκαλύπτει το μπακλαβαδογλύκι;
Υπάρχουν ανύπαντροι κλαρινογαμπροί;
Θα προσγειωθούμε ποτέ στον Aρη;
Γιατί τα γαριδάκια δεν είναι μικρές γαρίδες;
Ποια είναι η διαφορά καυσίμου και κάψιμου;
Παίζει τίποτα;
Τελικά να λέμε «επίλεξε» ή «επέλεξε»;
Όταν όλα είναι έτοιμα, είναι όλα άνθρωποι;
Αν έρθει ένα πούλμαν προσκυνητών, σημαίνει ότι ήρθε κι ένα πούλμαν προσκυνητές;

Νομίζω ότι θα πήρατε μια ιδέα. Σημειώνω ότι στο πρώτο μέρος του βιβλίου οι ερωτήσεις είναι πιο γενικές ενώ στο δεύτερο κάθε ερώτηση φωτίζει και από ένα γραμματικό μυστήριο, το οποίο αφορά φαινομενικά απλές λέξεις. Τα κεφάλαια έχουν μεν αυτοτέλεια, αλλά κατά τη γνώμη μου θα είναι καλύτερο να διαβαστούν με τη σειρά που τα έχει ο συγγραφέας -όπως θα δείτε, άλλωστε, στο κεφάλαιο που θα παραθέσω, υπάρχουν αναφορές σε προηγούμενα κεφάλαια.

Στην εισαγωγή του, ο συγγραφέας δηλώνει ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι συνέχεια του προηγούμενου και κάνει έναν παραλληλισμό με τον χώρο της γαστρονομίας. Αν, λέει, τα τεχνικά βιβλία γλωσσολογίας είναι υψηλή γαστρονομία και γκουρμέ μαγειρική, και τα εκλαϊκευτικά, όπως το προηγούμενο δικό του, το «Μίλα μου για γλώσσα» είναι κάτι σαν φροντισμένος ουζομεζές, το νέο του βιβλίο, το «Μέσα από τις λέξεις» επιδιώκει να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα, να γίνει «ένα τίμιο και στιβαρό πιάτο φτιαγμένο με μεράκι μεν αλλά και με τεχνική».

Ο Παναγιωτίδης αναγνωρίζει ότι το νέο του βιβλίο είναι ένα σκαλί πιο απαιτητικό από το προηγούμενο, που απευθυνόταν σε απόφοιτους Λυκείου, και για τον λόγο αυτό σε κάθε κεφάλαιο υπάρχουν παράγραφοι μέσα σε πλαίσιο, με ορισμούς και διευκρινίσεις. Επίσης, στο επίμετρο ο συγγραφέας αναφέρει βιβλιογραφία για όποιον αναγνώστη ενδιαφέρεται να εμβαθύνει περισσότερο στα θέματα που θίγονται στο κάθε κεφάλαιο.

Πριν από δυο χρόνια, είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο με τίτλο «Τι παίζει;» με θέμα τα φρασεολογικά, κυρίως, αυτού του σημαντικού ρήματος. Ταιριάζει λοιπόν τώρα να παραθέσω από το καινούργιο βιβλίο του Φοίβου Παναγιωτίδη το κεφάλαιο που ασχολείται με αυτό ακριβώς το ρήμα, αλλά και γενικεύει για τα λεγόμενα «ελαφρά ρήματα». Για τεχνικούς λόγους, τα εντός πλαισίου τμήματα τα έχω βάλει χρωματιστά, επειδή δεν μπορώ να φτιάξω το πλαίσιο.

Τι παίζει με το «παίζω»;

Γιατί κάποια ρήματα είναι σκιές του εαυτού τους

Μέχρι στιγμής εξετάσαμε λέξεις με σύνθετη γραμματική δομή, που απαρτίζονται από μορφήματα, αλλά και φαινομενικά απλές λέξεις που περιέχουν κρυμμένη γραμματική δομή, όπως τα ρήματα. Και στις δύο περιπτώσεις η λιγότερο ή περισσότερο φανερή δομή των λέξεων μας βοήθησε να καταλάβουμε κάπως πώς γίνεται οι λέξεις αυτές να διατυπώνουν σύνθετες σημασίες. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε αρκετά προσεκτικά μια διαφορετική περίπτωση.

Να κάνω κεφτέδες; Ή υπομονή;

Για πάρα πολλούς ομιλητές της ελληνικής το ρήμα «κάνω» μπορεί να σημαίνει και «φτιάχνω». Άρα όταν κάνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα φτιάχνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα – και ούτω καθεξής. Συνεπώς, και με βάση όσα είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο για τα ρήματα ως βιντεάκια και για την εσωτερική δομή τους, το ρήμα «κάνω» μπορεί να έχει αρκετό περιεχόμενο, αφού μπορεί να σημαίνει τη διαδικασία κατασκευής κάποιου πράγματος. Ωστόσο το «κάνω» μπορεί επίσης να διαθέτει ελάχιστο περιεχόμενο και απλώς να συνθέτει ρηματικές φράσεις όπως «κάνω υπομονή».

Υπενθυμίζω εδώ ότι ρηματική φράση (ή ρηματικό σύνολο) είναι φράση που χτίζεται γύρω από ένα ρήμα. Για παράειγμα, γύρω από το ρήμα «πίνω» μπορούμε να δομήσουμε ρηματικές φράσεις όπως «πίνω», «πίνω τζιν», «πίνω τζιν με φίλους», «πίνω τζιν με σόδα» και ούτω καθεξής.

«Κάνω υπομονή» δεν σημαίνει ότι φτιάχνω ή κατασκευάζω υπομονή, παρά ισοδυναμεί με το παλιότερο ρήμα «(υ)πομονεύω»: παραμένω σε μία κατάσταση καρτερίας, ας πούμε (είδατε τι δύσκολο που είναι να εξηγήσουμε τη σημασία με περιφράσεις;). Με αυτή του τη χρήση λοιπόν, που δεν σημαίνει «φτιάχνω», το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις που πολλές φορές διαθέτουν και μονολεκτικό ισοδύναμο – κάτι αναμενόμενο πια μετά από όσα είπαμε για τα ρήματα στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Κατά συνέπεια, «κάνω τηλέφωνο» σημαίνει «τηλεφωνώ», «κάνω μήνυση» σημαίνει «μηνύω», «κάνω πράξη» σημαίνει «πραγματώνω» ή «πραγματοποιώ», ενώ «κάνω αίτηση» σημαίνει ό,τι και το κάπως δύσχρηστο «αιτούμαι». Όντως, πολλές φορές αυτές οι ρηματικές φράσεις με το «κάνω» δημιουργούν βιντεάκια που δεν διαθέτουν ακριβή μονολεκτικά ισοδύναμα: κάνω μπάνιο («μπανιάρομαι» ίσως;), κάνω καλό, κάνω πέρα, κάνω επανάληψη, κάνω ηλιοθεραπεία, κάνω αίσθηση, κάνω θέμα, κάνω στίβο/ζούμπα/τζούντο, κάνω φύλλα, κάνω νερά, κάνω ρισέτ/φορμάτ κτλ.

Στη θεωρητική γλωσσολογία λέμε λοιπόν ότι το ρήμα «κάνω» έχει υποστεί αποχρωματισμό όταν χρησιμοποιείται για να δομήσει ρηματικές φράσεις και δεν χρησιμοποιείται με τη σημασία του «φτιάχνω, κατασκευάζω». Στις παραπάνω περιφράσεις («κάνω στίβο» κτλ.) το ρήμα «κάνω» έχει απωλέσει κάθε ίχνος δικής του σημασίας και η συνεισφορά του περιορίζεται στο να δομεί ρηματικές φράσεις. Σε αυτή του τη χρήση το «κάνω» ονομάζεται ελαφρύ ρήμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως ελαφρύ ρήμα το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις στις οποίες κάλλιστα μπορεί να μην υπάρχει καν εξωτερικός δράστης: όταν κάνω υπομονή, αίσθηση ή ηλιοθεραπεία στην πραγματικότητα δεν κάνω κάτι!

Η ύπαρξη ελαφρών ρημάτων  δεν αποτελεί βεβαίως ιδιομορφία της ελληνικής. Στην τυπολογική έρευνα, η οποία μελετάει και συγκρίνει τα χαρακτηριστικά πλήθους γλωσσών, γνωρίζουμε καλά ότι οι περισσότερες γλώσσες διαθέτουν κάποιου είδους ελαφρύ ρήμα όπως το ελληνικό αποχρωματισμένο «κάνω».

Σε γλώσσες μάλιστα όπως τα φαρσί η μεγάλη πλειονότητα των ρημάτων δεν είναι μονολεκτικά, όπως το «τηλεφωνώ», αλλά περιφραστικά, όπως το «κάνω τηλέφωνο». Δηλαδή τα περισσότερα βιντεάκια στα φαρσί συναρθρώνονται από ρηματικές φράσεις που περιλαμβάνουν κάποιο ελαφρύ ρήμα. Για παράδειγμα, στα φαρσί «κάνω απώλεια» σημαίνει «χάνω», «χτυπάω λέξη» σημαίνει «μιλάω», «τραβάω απόσταση» σημαίνει «νοσταλγώ» κ.ο.κ. Οι αγγλομαθείς πάλι θα θυμηθούν τις πολλές χρήσεις του do ή του get με το ίδιο αποτέλεσμα: do the shopping, get up, get over with, get in, get off, κτλ.

Η επόμενη ερώτηση είναι πρώτον κατά πόσον υπάρχουν άλλα ελαφρά ρήματα στα ελληνικά και δεύτερον πώς φτάνουμε από μια κανονική σημασία του ρήματος (όπως στο «κάνω κεφτέδες») στην αποχρωματισμένη λειτουργία (όπως στο «κάνω μπάνιο»).

Δεν παίζουν μόνον οι παίκτες (ή τα παιδιά)

Τα Ημισκούμπρια, γνωστά για τα γλωσσικά τους ευρήματα, αναρωτιούνται σε ένα τραγούδι τους «δεν βλέπεις ότι πράττω τη στάση του λωτού;». Όμως ένα τέτοιο παράδειγμα ελαφρού ρήματος δεν πιάνεται, επειδή δεν είναι γενικευμένη η χρήση τού «πράττω» ως «κάνω». Ένα καλύτερο παράδειγμα είναι το «τρέχω», αφού υπάρχει η χρήση του ως «συμβαίνω»: δεν τρέχει τίποτα, κάτι τρέχει, τι τρέχει; κτλ. Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι με αυτή τη χρήση το «τρέχει» απαντά πάντοτε στο 3ο ενικό πρόσωπο και πάντοτε με αόριστο υποκείμενο: μάλλον δεν μπορεί να πει κανείς «*τρέχει ανασχηματισμός», εννοώντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ανασχηματισμός. Το απρόσωπο ρήμα τρέχει είναι λοιπόν ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί αλλά διαφέρει από το «κάνω», μια και δεν είναι τόσο γενικευμένη η χρήση του ούτε είναι τόσο ευέλικτο όσο το «κάνω».

Στο μεταξύ όμως παίζουν διάφορα

Είμαστε πάντως τυχεροί γιατί στη δική μας γενιά γινόμαστε μάρτυρες της γένεσης ενός καινούργιου ελαφρού ρήματος, του «παίζω». Και στην περίπτωση του «παίζω» υπάρχει βεβαίως η πλήρης περιεχομένου εκδοχή του ρήματος, που είναι μάλιστα πολύσημη αφού σημαίνει τουλάχιστον «συμμετέχω σε κάποιο παιχνίδι» (π.χ. , «παίζουμε μπάλα», «παίζουμε πρέφα»), «υποδύομαι έναν ρόλο» (π.χ. «παίζει τον Άγιο Νεκτάριο»), «συμμετέχω σε κάποιο έργο δραματουργίας» (π.χ. «παίζουν στη νέα παράσταση του Εθνικού Θεάτρου»), «δημιουργώ μουσική με κάποιο μουσικό όργανο» (π.χ. «παίζετε πιάνο»), «εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι» (π.χ. «παίζεις την Απασιονάτα και τη Φραγκοσυριανή»), και ούτω καθεξής.

Όμως όπως το «κάνω», το «παίζω» υπάρχει και σε αποχρωματισμένη εκδοχή, με ελάχιστο περιεχόμενο, και επίσης μπορεί να δομεί ρηματικές φράσεις όπως «παίζει ανασχηματισμός», «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο», «έπαιξε άσχημη φάση». Σε αυτή τη χρήση το «παίζω» είναι πάντοτε αμετάβατο, πάντοτε τριτοπρόσωπο και σημαίνει είτε «υπάρχω», όπως στα «παίζουν παγωτίνια», «παίζει πρόβλημα στα ηλεκτρολογικά», είτε κάτι σαν «ενδέχεται», όπως στα «παίζει ανασχηματισμός» και «παίζουνε διακοπές φέτος;».

Μεταβατικό είναι ένα ρήμα που παίρνει άμεσο αντικείμενο, στα ελληνικά συνήθως μια ονοματική φράση σε αιτιατική, π.χ. «παίζω τη Φραγκοσυριανή». Αμετάβατο είναι ένα ρήμα που δεν παίρνει αντικείμενο, π.χ. «πέφτω».

Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το ελαφρύ «παίζω» θα λέγαμε ότι είναι υπαρκτικό, αφού το «παίζουν παγωτίνια» θα μπορούσε να παραφραστεί ως «έχει παγωτίνια» ή «υπάρχουν παγωτίνια». Το «έπαιξε άσχημη φάση» ίσως θα μπορούσε άτσαλα να παραφραστεί ως «έγινε άσχημη φάση», ενώ δυσκολεύομαι να βρω ικανοποιητική σύντομη παράφραση για το «παίζει ανασχηματισμός», το οποίο παρουσιάζει ένα ενδεχόμενο.

Η εικόνα που παρουσιάζει το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είναι ότι λειτουργεί γενικευμένα ως υπαρκτικό: το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είτε δηλώνει ύπαρξη σε αυτόν τον κόσμο, όπως τα «έχει» και «υπάρχω» (π.χ. «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο»), είτε δηλώνει ύπαρξη σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν κόσμο που μπορούμε να φανταστούμε, λειτουργώντας όπως περίπου το «ενδέχεται» (π.χ. το «παίζει ανασχηματισμός» μας λέει ότι σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν ενδεχόμενο κόσμο, γίνεται ανασχηματισμός).

Παραμένει πολύ ενδιαφέρον γεγονός ότι αυτή η χρήση του «παίζω» ως ελαφρού ρήματος, ως αποχρωματισμένου «παίζει/παίζουν», αναδύθηκε και εδραιώθηκε μέσα σε μία μόλις γενιά, αφού κατά την παιδική μου ηλικία τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν εντελώς άγνωστη. Θα επανέρθουμε σε αυτό πιο κάτω.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ελαφρών ρημάτων που συζητάμε εδώ είναι ότι το ρήμα κάνω ως «φτιάχνω» και η ελαφρά εκδοχή του που σχηματίζει ρηματικές  φράσεις όπως «κάνω μπάνιο» συνυπάρχουν: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με γλωσσική μεταβολή κατά την οποία η ελαφρά εκδοχή αντικαθιστά την πλούσια εκδοχή: τα δύο «κάνω» συνυπάρχουν εδώ και πολλές γενιές. Έτσι συμβαίνει και με το «παίζω»: οι πολλές σημασίες του ως πλήρους ρήματος συνυπάρχουν με την εντελώς αποχρωματισμένη εκδοχή του ως ελαφρού ρήματος που δηλώνει απλώς ύπαρξη ή ενδεχόμενο.

Τι μας μαθαίνουν τα ελαφρά ρήματα;

Ας εξετάσουμε τώρα με ποιους λοιπόν τρόπους η δημιουργία του ελαφρού «παίζει/παίζουν» φωτίζει το πώς λειτουργεί η γλώσσα. Θα απαριθμήσω τους εξής τρεις τρόπους, οι οποίοι μάλλον είναι και οι πιο ενδιαφέροντες.

Πρώτον μας δείχνει ότι υπάρχουν ρήματα που δεν είναι καν βιντεάκια. Τα ελαφρά ρήματα είναι εντελώς στοιχειώδη ρήματα, από τα οποία ελλείπει κάθε είδους γεγονοτική δομή. Πράγματι, τα ελαφρά ρήματα όπως το «κάνω» και το «παίζει/παίζουν» έχουν στοιχειώδες περιεχόμενο και δεν καταδηλώνουν έννοιες: το μεν «κάνω» απλώς φτιάχνει ρηματικές φράσεις (θυμηθείτε π.χ. ότι το «κάνω αίσθηση» δεν δηλώνει καν ενέργεια), το δε «παίζει/παίζουν» είναι απλώς υπαρκτικό στοιχείο (είτε σε αυτόν τον κόσμο είτε σε κάποιον δυνατό κόσμο, ως ενδεχόμενο).

Επίσης τα ελαφρά ρήματα δεν καταδηλώνουν κάποια σύνθετη έννοια, χωρίς όμως να είναι και βοηθητικά ρήματα, όπως το «έχω» με το οποίο σχηματίζουμε παρακειμένους τύπου «έχω κλάψει». Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βοηθητικά ρήματα όπως το «έχω» συναρμόζονται με ρηματικούς τύπους (π.χ. «κλάψει») για να σχηματίσουν τον παρακείμενο οποιουδήποτε ρήματος. Απεναντίας, τα ελαφρά ρήματα «κάνω» και «παίζει/παίζουν» συνδυάζονται  με οτιδήποτε άλλο εκτός από ρήμα, για να δημιουργήσουν ρηματικές φράσεις, π.χ. «κάνω μπάνιο» αλλά ποτέ «*κάνω κλάψει».

Δεύτερον, η περίπτωση των ελαφρών ρημάτων αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα του πώς η γλωσσική αλλαγή, η ανάδυση του ελαφρού «παίζει/παίζουν» στην περίπτωσή μας, μπορεί να επισυμβεί μέσα σε μία μόλις γενιά και όχι απαραιτήτως σταδιακά και λίγο λίγο. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το ρήμα «παίζω» δεν φαίνεται να έχασε σιγά σιγά το περιεχόμενό του για να καταλήξει ένα αποχρωματισμένο υπαρκτικό στοιχείο, παρά η ανάδυση της ελαφράς εκδοχής του αποτελεί περίπτωση γλωσσικής αλλαγής που επισυνέβη απότομα.

Τρίτον, είναι χαρακτηριστικό ότι ο αποχρωματισμός ενός ρήματος, η απώλεια δηλαδή της έννοιας που καταδηλώνει, δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη μετατροπή του σε ελαφρύ ρήμα. Πιο απλά, ένα ρήμα που θα «χάσει τη σημασία του» δεν θα μετατραπεί απαραίτητα σε ελαφρύ ρήμα, άρα δεν θα αλλάξει οπωσδήποτε και η γραμματική του συμπεριφορά.

Ενώ λοιπόν το πλήρες ρήμα «παίζω» είναι μεταβατικό, παίρνει άμεσο αντικείμενο, το ελαφρύ υπαρκτικό «παίζει/παίζουν» είναι αποκλειστικώς αμετάβατο. Όπως είδαμε, αυτό οφείλεται στο ότι το «παίζει/παίζουν» είναι ελαφρύ ρήμα. Απεναντίας, το αποχρωματισμένο ρήμα «χτυπάω» σε χρήσεις όπως «χτυπήσαμε κάτι σουβλάκια από τον Αχιλλέα», ή τα αποχρωματισμένα «αποτελώ» και «συνιστώ» που λειτουργούν ως συνώνυμα του συνδετικού «είμαι» (π.χ. «Ο τουρισμός αποτελεί/συνιστά την κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας» αντί για «Ο τουρισμός είναι η κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας») παραμένουν κανονικά, πλήρη ρήματα.

Posted in Γενικά γλωσσικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 170 Σχόλια »

Κολοκύθια με ρίγανη ή κολοκύθια με τη ρίγανη;

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2021

Δεν θα συζητήσουμε συνταγές φαγητών στο σημερινό μας άρθρο, ούτε σκοπεύω να επαναλάβω το παλιότερο άρθρο μας για τα φρασεολογικά του κολοκυθιού.

Το δίλημμα του τίτλου μού το έθεσε με μέιλ φίλη του ιστολογίου, που συχνά με τροφοδοτεί με ερωτήματα. Αν κατάλαβα καλά, συζητήθηκε κάπου στο Φέισμπουκ -αλλά δεν χάνουμε τίποτα να το συζητήσουμε και εδώ με ένα σύντομο αρθράκι.

Το ερώτημα βέβαια δεν αφορά ειδικώς τα κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) -αυτά στάθηκαν η αφορμή. Αλλά ας αρχίσουμε από αυτά.

Κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) είναι βεβαίως όνομα φαγητού, και στο Διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε συνταγές πώς να τα μαγειρέψετε (παράδειγμα).

Όμως, «κολοκύθια με τη ρίγανη» είναι και παροιμιακή φράση, που τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε ανόητα ή αβάσιμα ή ανάξια λόγου τα λεγόμενα κάποιου -και μάλιστα υπάρχουν πολλές παραλλαγές, περίπου ή εντελώς συνώνυμες:

* κολοκύθια με τη ρίγανη!

* κολοκύθια στο πάτερο!

* κολοκύθια τούμπανα!

* κολοκύθια νερόβραστα!

* ή και σκέτο: κολοκύθια!

Φαίνεται ότι τα κολοκύθια απέκτησαν τη σημασία των ανόητων λόγων επειδή οι περισσότεροι τα βρίσκουν άνοστα, ακόμα κι αν τα αρτύσουμε με ρίγανη.

Οι εκφράσεις είναι παλιές. Στη δίκη του το 1834, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε προς τον εισαγγελέα Μάσον «Αυτά τα κολοκύθια με τη ρίγανη φύλαξέ τα να τα ειπείς σε άλλους, όχι στον Κολοκοτρώνη». Η έκφραση φυσικά προϋπήρχε, ενώ να σημειώσουμε ότι και στα βλάχικα υπάρχει η έκφραση «κουρκουμπιάτι χιάρτι», κατά λέξη «κολοκύθια βραστά» για τα ανόητα λόγια.

Όμως, σήμερα δεν εξετάζουμε ειδικώς αυτή τη φράση.

Το ερώτημα που θέτει η φίλη μου είναι γιατί λέμε, οι περισσότεροι, «κολοκύθια με τη ρίγανη» ενώ λέμε «πατάτες με αυγά», «μακαρόνια με κιμά», «χοιρινό με σέλινο» κτλ. Δηλαδή, για ποιο λόγο στη μια περίπτωση βάζουμε το οριστικό άρθρο («τη ρίγανη») και στις άλλες δεν το βάζουμε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαστρονομία, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ντοπιολαλιές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 185 Σχόλια »

Πέθανε, έφυγε, αποβίωσε, τα τίναξε: οι 50 αποχρώσεις του θανάτου

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2021

Μακάβριο θα είναι το σημερινό μας θέμα, αλλά κι ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής, για να μην πω πως είναι η μόνη βεβαιότητα (μαζί με τους φόρους, λένε οι Αγγλοσάξονες).

Συζητούσα τις προάλλες με έναν φίλο για τον ευφημισμό «έφυγε», που τον διαβάζουμε στις ειδήσεις για τον θάνατο κάποιου, κάποτε σε εισαγωγικά, κάποτε συμπληρωμένο π.χ. έφυγε από τη ζωή, έφυγε από κοντά μας ή, έφυγε από τον μάταιο τούτο κόσμο, που μπορεί να κρύβει και ειρωνεία αλλά μπορεί να λέγεται και ουδέτερα.

Το «πέθανε», που είναι η κυριολεξία, μας φαίνεται -όχι άδικα, θα έλεγε κάποιος- ωμό κι έτσι καταφεύγουμε σε μεταφορές, ή χρησιμοποιούμε λογιότερους όρους που, ακριβώς επειδή δεν είναι πολύ παραστατικοί, μας φαίνονται πιο ήπιοι, όπως «απεβίωσε». (Να επαναλάβω εδώ παρεμπιπτόντως μια παρατήρηση του Παπαδιαμάντη, ότι ενώ τα ρήματα «βιώνω» και «θνήσκω» είναι αντίθετα, μόλις συντεθούν με την πρόθεση «από» γίνονται συνώνυμα: αποβιώνω-αποθνήσκω).

Οπότε, στα επόμενα θα δούμε πενήντα (και βάλε) τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αναγγείλουμε τον θάνατο κάποιου. Θυμίζω ότι στο ιστολόγιο έχουμε κάνει άλλα τρία τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματος, της μέθης και της αποτυχίας.

Στην αρχή είχα σκεφτεί πως αν δεν έφτανα τα 50 «συνώνυμα» θα συμπλήρωνα τον αριθμό προσθέτοντας και μερικές εκφράσεις για το πλησίασμα του θανάτου, αλλά δεν χρειάστηκε αφού ξεπεράσαμε αρκετά τον αριθμό 50. Σε μερικές περιπτώσεις οι εκφράσεις δεν αναγγέλλουν απλώς τον θάνατο αλλά δείχνουν τον τρόπο θανάτου π.χ. πήγε σαν το σκυλί στο αμπέλι, τον φάγανε λάχανο, τον έφαγε το μαύρο σκοτάδι.

Να σημειώσω την έντονη παρουσία λογιότερων και καθαρευουσιάνικων εκφράσεων, πολλές από τις οποίες τις πήρα από το Αντιλεξικόν του Θεολόγου Βοσταντζόγλου -όπως βλέπετε υπάρχει μακραίωνη πείρα σε ευφημισμούς και περίτεχνους τρόπους για να αναγγείλουμε το μοιραίο.

Υπάρχουν και οι δυσφημισμοί, για τον θάνατο μισητού προσώπου, που συνήθως καταφεύγουν σε όρους που χρησιμοποιούνται για τα ζώα -ψόφησε, ας πούμε (να θυμηθούμε και το ιντερνετικό Ψόφος!), όπως και μια σειρά από ασεβείς, θα έλεγα, αναφορές του τύπου «τα κακάρωσε». Η φράση «τίναξε τα πέταλα» φαίνεται να έχει στην αρχή της στον θάνατο των αλόγων. Συντομεύεται και σε «τα τίναξε». Ομολογώ όμως πως δεν αποδελτίωσα το slang.gr κι έτσι έχω σχετικά λίγους αργκοτικούς όρους.

Παραθέτω λοιπόν τον κατάλογο που αυτή τη στιγμή έχει 61 τρόπους για να μιλήσουμε για τον θάνατο, αλλά που είμαι βέβαιος πως με τη δική σας συνδρομή θα εμπλουτιστεί κι άλλο.

  1. Έφυγε (και «έφυγε»)
  2. Πέθανε
  3. Απεβίωσε
  4. Ξεψύχησε
  5. Εκοιμήθη [ιερωμένοι]
  6. Εξέπνευσε
  7. Κατέληξε [ιατρικό]
  8. Έφυγε από κοντά μας / από τη ζωή / από τον μάταιο τούτο κόσμο
  9. Δεν είναι πια μαζί μας
  10. Πήγε στα θυμαράκια
  11. Μετέβη εις τόπον χλοερόν
  12. Βλέπει τα ραδίκια ανάποδα [ήδη πεθαμένος]
  13. Εκδήμησε εις Κύριον
  14. Αποδήμησε εις Κύριον
  15. Ανεκλήθη από την ζωήν
  16. Απήλθε του βίου
  17. Αποχαιρέτησε τη ζωή
  18. Τερμάτισε τον βίον
  19. Απεδόθη εις την μητέρα γην
  20. Κατήλθε εις τον τάφον
  21. Τον σκέπασε ο τάφος
  22. Μετήλλαξε τον βίον
  23. Ετελεύτησε
  24. Υπέκυψε στο μοιραίο
  25. Εξεμέτρησε το ζην
  26. Εξεπλήρωσε/εξέτισε/εξόφλησε το κοινόν χρέος
  27. Τον πήρε ο Χάρος
  28. Τον έφαγε το μαύρο χώμα
  29. Μετέστη εις τας αιωνίους μονάς
  30. Παρέδωσε το πνεύμα/ την ψυχή
  31. Παρέδωσε την υστάτη πνοή
  32. Βγήκε η ψυχή του
  33. Έκλεισε τα μάτια του
  34. Κοιμήθηκε τον αξύπνητο / τον ανεξύπνητο ύπνο
  35. Έσβησε (σαν…)
  36. Ψόφησε (σαν το σκυλί)
  37. Τα τίναξε
  38. Τίναξε τα πέταλα
  39. Τα κακάρωσε
  40. Τα κόρδωσε
  41. Τα κουβάλησε
  42. Τα τέντωσε
  43. Τίναξε τα κώλα
  44. Έμεινε στον τόπο
  45. Έπεσε ξερός / τέζα
  46. Έχασε τη μάχη για τη ζωή / με την αρρώστια
  47. Πήγε αδικοθάνατος
  48. Πήγε άναυλα
  49. Επήλθε το μοιραίο
  50. Κόπηκε το νήμα της ζωής του
  51. Η ψυχή του απέπτη εις τους ουρανούς
  52. Μας άφησε χρόνους / μας άφησε γεια
  53. Αναπαύθηκε
  54. Συχωρέθηκε
  55. Έσβησε η φλόγα της ζωής του
  56. Σώθηκε το καντήλι του / το λάδι του
  57. Έπεσε η σταλαματιά του
  58. Του ’κοψε το βούρλο
  59. Πήγε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι
  60. Τον φάγανε λάχανο
  61. Τον έφαγε το (μαύρο) σκοτάδι

Πιάσαμε λοιπόν τις 61 αποχρώσεις του σημερινού μακάβριου θέματός μας. Βέβαια, επειδή δεν τα έχω βάλει αλφαβητικά, αλλά συνειρμικά, μπορεί να επαναλαμβάνεται κάποια έκφραση, αλλά δεν νομίζω.

Περιμένω όμως τα σχόλιά σας που σίγουρα θα αβγατίσουν τον αριθμό.

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 204 Σχόλια »

Έχει άραγε 6 εκατομμύρια λέξεις η ελληνική γλώσσα;

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2021

Γινόταν στο Τουίτερ τις προάλλες μια συζήτηση για γλώσσες και λέξεις, και κάποια σχολιάστρια υποστήριξε:

Σκεφτείτε όμως ότι μια αγγλική λέξη έχει πολλές έννοιες (είναι πολύ φτωχή γλώσσα), αφού έχει 40.000 λήμματα ενώ η δική μας 6.000.000

Το ότι υπάρχουν λέξεις της αγγλικής (όπως και όλων των άλλων γλωσσών) που έχουν αποκτήσει πολλές σημασίες, για κάποιο λόγο θεωρείται σημάδι φτώχειας της γλώσσας, όπως βλέπετε. Το ίδιο πράγμα το είχε γράψει ειρωνικά ο φίλος Νίκος Λίγγρης, πριν από πολλά χρόνια, τότε που ο ακαδημαϊκός Κουνάδης είχε μιλήσει κι αυτός για 5 εκατομμύρια ελληνικές λέξεις (και οι δυο αριθμοί, 5 και 6 εκατομμύρια παίζουν στο ελληναράδικο στερέωμα). Έλεγε τότε ο Λίγγρης:

Επειδή νιώθω συντριβή, μήπως νομίσει κανείς ότι είμαι ένας από εκείνους που «δήθεν» ενδιαφέρονται για την ελληνική γλώσσα, για να αποδείξω το πραγματικό μου ενδιαφέρον είμαι διατεθειμένος να προσφέρω το καλύτερο επιχείρημα υπέρ του γνήσιου πλούτου της ελληνικής γλώσσας έναντι της αγγλικής (και όχι μόνο). Ορίστε, κύριοι, ανοίξτε ένα οποιοδήποτε αγγλοελληνικό λεξικό. Σε οποιαδήποτε αγγλική λέξη θέλετε. Κοιτάξτε πόσες ελληνικές λέξεις ακολουθούν τη μία αγγλική λέξη: Μία; Δύο; Συνήθως πολλές. Πάρτε, ας πούμε, την αγγλική λέξη flat. Πόσες ελληνικές λέξεις αντιστοιχούν στη μία αγγλική; Πάμπολλες.

ομαλός και επίπεδος, αναπεπταμένος, αβαθής, χθαμαλός, ρηχός, ξεφούσκωτος, ανιαρός, μονότονος, άτονος, υποτονικός, ενιαίος, αμετάβλητος, ξεθυμασμένος, σαφής, κατηγορηματικός, απερίφραστος, αποφορτισμένος, αλαμπής, άτοκος, διαμέρισμα, πεδιάδα, πλάτωμα, σιάδι, υπόδημα χωρίς τακούνι, ύφεση, εκτάδην, κατηγορηματικά, απερίφραστα, ξεκάθαρα κ.ά.​

Έχουμε όλες αυτές τις λέξεις όταν οι Άγγλοι προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους με μία. Χωρίς να υπολογίσουμε τους κλιτικούς τύπους, οι οποίοι ασκούν τον νου των νέων και τους κάνουν εξυπνότερους από τα παιδιά άλλων λαών από τα πρώτα κιόλας ψελλίσματα.

Ο Λίγγρης κορόιδευε αλλά η φίλη του Τουίτερ χρησιμοποιεί την πολυσημία των λέξεων για να τεκμηριώσει την άποψη ότι η αγγλική είναι φτωχιά γλώσσα με 40.000 μόνο λήμματα ενώ η ελληνική έχει εκατομμύρια.

Οπότε, δεν είναι ίσως περιττό να παραθέσω το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα», ένα κεφάλαιο που δεν το έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο, αν και πολλές φορές έχουμε συζητήσει το θέμα του πλήθους των ελληνικών λέξεων.

Έχει άραγε 5 εκατομμύρια λέξεις η ελληνική γλώσσα;

Συχνά-πυκνά, ακούμε να λένε για την ελληνική γλώσσα (την αρχαία, συνήθως) ότι είναι η πλουσιότερη απ’ όλες τις γλώσσες του κόσμου –και ως μέτρο του πλούτου αναφέρεται ο αριθμός των λέξεων της γλώσσας. Πόσες λέξεις έχει άραγε η ελληνική γλώσσα;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Γλώσσες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Η γλώσσα του Αγώνα

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2021

Χτες ήταν η επέτειος. Ίσως έχετε κορεστεί και κουραστεί αλλά και στο σημερινό άρθρο συνεχίζουμε αμείλικτα στο ίδιο πνεύμα. Το χειρότερο είναι που σήμερα ευλογάω τα γένια μου. Χτες είδαμε μια συνέντευξη του φίλου Παντελή Μπουκάλα στον ιστότοπο news247 και στον Γιάννη Φιλέρη. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω μια δική μου συνέντευξη στον ίδιο ιστότοπο news247 και πάλι στον Γιάννη Φιλέρη. Η αρχική δημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Ως επίμετρο, ας πούμε, αναδημοσιεύω επίσης μια πιο σύντομη συνέντευξη που έδωσα στον ιστότοπο oneman.gr

Θα ζητήσω συγγνώμη για την περιαυτομπλογκία που χαρακτγρίζει το σημερινό άρθρο, καθώς και μια δεύτερη συγγνώμη από τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου διοτι θα διαβάσουν πράγματα που σε μεγάλο βαθμό τα έχουμε ξανασυζητήσει.

H εισαγωγή του Γιάννη Φιλέρη:

Μιλούσαν την ίδια γλώσσα οι επαναστατημένοι Έλληνες το 1821 ή με δυσκολία καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον; Πόσες από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν πέρασαν διαχρονικά την ιστορία και έφτασαν, έστω και με διαφορετική σημασία, μέχρι τις μέρες μας; Με αφορμή το βιβλίο του «το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» που παρουσιάζει 300 λήμματα της γλώσσας του αγώνα, ζητήσαμε από τον συγγραφέα (και μανιώδη μελετητή της ελληνικής), Νίκο Σαραντάκο, να δώσει τις απαντήσεις.

Τα όπλα τα ξέρουμε. Κουμπούρες και καριοφίλια, που σκόρπιζαν το μολύβι στα ασκέρια των Οθωμανών, μαζί και σπάθες και γιαταγάνια για τις σώμα με σώμα μονομαχίες. Τις φορεσιές με τα γελέκα, τους ντουλαμάδες και τα τσαρούχια, επίσης.

Λίγο πολύ οι μορφές των αγωνιστών του ᾽21, έμειναν ανεξίτηλες έστω κι αν χρειάστηκε η βοήθεια του Καρλ Κρατσάιζεν, ενός Βαυαρού φιλέλληνα αξιωματικού, που πολεμώντας στο πλευρό των επαναστατημένων, απαθανάτισε τους περισσότερους από τους ήρωες της επανάστασης. Όσοι, τουλάχιστον, ζούσαν γιατί άλλοι, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ή ο Παπαφλέσσας κι ο Αθανάσιος Διάκος, αποτυπώθηκαν στον καμβά βάσει διηγήσεων όσων τους είχαν δει.

Και η γλώσσα; Ποια ακριβώς μιλούσαν οι επαναστατημένοι Ρωμιοί; Πέραν των τοπικών ιδιωμάτων, ή τις επιρροές από τους άλλους λαούς, σύνοικους και μη, υπήρχε μια κοινή οδός όπου ο Ρουμελιώτης καταλάβαινε τον πελοποννήσιο κι ο επτανήσιος τους Ηπειρώτες; Πόσες από τις λέξεις έμειναν και έζησαν διακόσια χρόνια μετά. Και πόσοι από μας ξέρουμε τι ήταν ο πασάς, ο αγάς, ο κλέφτης, ο αρματολός, τα καπάκια και ένα σωρό λέξεις που πολλές φορές διαβάζουμε, κάπου τις έχουμε δει, αλλά δεν γνωρίζουμε επακριβώς την σημασία τους.

Τι έκαναν οι λόγιοι της εποχής για να τους καταλαβαίνουν όσοι από τους ξεσηκωμένους ήξεραν να διαβάζουν;

Ο Νίκος Σαραντάκος αγαπάει πολύ τα βιβλία και σίγουρα τις λέξεις. Σε αυτές αφιερώθηκε, με αυτές συμβιώνει, μέσα από τα γραφτά του, αλλά και το πολύ επιτυχημένο ιστολόγιο του («οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία») που διατηρεί από το 2008. Η προσπάθεια του να καταρρίπτει γλωσσικούς (και όχι μόνο) μύθους δημιούργησε ένα φανατικό κοινό (όπως και φανατικούς αντιπάλους) και γέννησε μια σειρά από εξαιρετικά βιβλία και ακόμη πιο ωραίες ομιλίες εντός και εκτός Ελλάδας.

Μπορεί να πήρε πτυχίο χημικού μηχανικού και αγγλικής φιλολογίας, με τις λέξεις βιοπορίστηκε ωστόσο, καθώς μια αγγελία η οποία του κίνησε το ενδιαφέρον τον έστειλε στο μεταφραστικό τμήμα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Συγγραφέας και λογοτέχνης, λεξιλογεί ακατάπαυστα και το τελευταίο του βιβλίο «το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» έρχεται να μας λύσει πολλές από τις απορίες για τη γλώσσα του 21. Τριακόσιες λέξεις άλλες γνωστές σε όλους μας, άλλες παντελώς άγνωστες παρουσιάζονται σε ένα σίγουρα πρωτοποριακό λημματολόγιο, για την συγγραφή του οποίου χρειάστηκε πολλή μελέτη και σίγουρα αστείρευτο μεράκι για τη γλώσσα. Κι απ’ αυτό όπως και το βιτριολικό χιούμορ που χαρακτηρίζει τα κείμενά του, ο Ν.Σαραντάκος, έχει… περίσσευμα.

Και η συνέντευξη:

Αν πούμε «ήρθε το μπουγιουρντί από την εφορία», ή «σήκωσε μπαϊράκι ο βουλευτής τάδε» ή και «έπαιξε άμυνα ταμπούρι για να κρατήσει το 1-0», δανειζόμαστε τη γλώσσα του 21; Τι μαθαίνουμε και τι όχι, από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα αλλά και από εκείνες που ξεχάσαμε στη διαδρομή;

Δανειζόμαστε λέξεις· αλλά δεν συνειδητοποιούμε, νομίζω, την ειδική σημασία που είχαν στα συμφραζόμενα του ξεσηκωμού. Όπως δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ετυμολογία μιας λέξης για να τη χρησιμοποιήσουμε (κι ας λένε κάποιοι ότι αν γνωρίζουμε την ετυμολογία πλησιάζουμε τάχα στη βαθύτερη σημασία της λέξης· δεν συμφωνώ) έτσι και όταν χρησιμοποιούμε σήμερα το μπουγιουρντί με τη σημερινή σημασία του εγγράφου από δημόσια υπηρεσία που συνήθως έχει δυσάρεστο περιεχόμενο, δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε ποια σημασία είχε πριν από 200 χρόνια.

Ωστόσο, όταν μάθουμε αυτή τη μετεξέλιξη της σημασίας του, αισθανόμαστε ένα ευχάριστο ξάφνιασμα. Αυτό το ευχάριστο ξάφνιασμα που αποκομίζει κανείς από την μελέτη της ιστορίας των λέξεων και της ετυμολογίας κάνει την ενασχόληση αυτή σαγηνευτική.

Υπάρχουν λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούμε σήμερα και τότε είχαν διαφορετική σημασία;

Πολλές, διότι οι λέξεις διαρκώς αλλάζουν σημασία -ακόμα και στη διάρκεια της ζωής μας, πόσο μάλλον μέσα σε δυο αιώνες.

Να αναφέρω μερικά παραδείγματα: Σήμερα ο λουφές είναι τα έσοδα ή το όφελος από μια επιλήψιμη δραστηριότητα -το 1821 ήταν ο μισθός των άτακτων στρατιωτών, χωρίς καμιά απολύτως μειωτική χροιά. Το μαγαζί τότε ήταν η αποθήκη, όχι το κατάστημα. Το τερτίπι σήμερα είναι το κόλπο, το τέχνασμα για να ξεγελάσουμε κάποιον· τότε ήταν η μέθοδος, το σχέδιο -χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά το στοιχείο του δόλου. Και ενώ σήμερα καταπατητής είναι αυτός που καταλαμβάνει και χρησιμοποιεί αυθαιρέτως ξένη ιδιοκτησία (συνήθως κτήματα του Δημοσίου), το Εικοσιένα και νωρίτερα η λέξη σήμαινε τον κατάσκοπο. Θυμάται ο Κολοκοτρώνης: «Τότε έστειλεν ο Μπραΐμης καταπατητάδες, να ιδεί πού είμαι και τι ασκέρι έχω.

Κάποιες από τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε, έχουν γίνει επίθετα; Ξέρω δυο Σεΐζηδες και έναν Δουατζή.

Πολύ σωστά. Είναι άλλωστε και λογικό, αφού μια βασική πηγή από την οποία προέρχονται τα οικογενειακά μας ονόματα, τα επώνυμα δηλαδή, είναι τα επαγγελματικά ουσιαστικά. Ο σεΐζης ήταν ο ιπποκόμος. Ο δουατζής ήταν ο ευχέτης, αυτός που εύχεται για τη μακροημέρευση ενός ισχυρού.

Και άλλα πολλά παραδείγματα υπάρχουν, ας πούμε: Βεκίλης (ήταν κάποτε ο πληρεξούσιος, και ειδικότερα ο αντιπρόσωπος του Μοριά στην Υψηλή Πύλη· σήμερα επώνυμο) ή Σεϊμένης (ο ένοπλος φρουρός τότε) ή Παντίδος (ο κακοποιός) ή Ταξιτάρης ή Χαρατσάρης (και τα δύο σήμαιναν τον φοροεισπράκτορα).

Και βέβαια ο Μπαϊρακτάρης από τον μπαϊρακτάρη (τον σημαιοφόρο). Όσο για τον Δουατζή, πρέπει να ξέρουμε τον ίδιο, τον δημοσιογράφο Γιώργο Δουατζή. Μου έγραψε και με πληροφορεί ότι είναι ο μοναδικός με αυτό το επώνυμο στην Ελλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Βιβλία, Γενικά γλωσσικά, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , , , , , | 142 Σχόλια »

Ποιοι δημιουργούν προβλήματα;

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2021

Να διευκρινίσω εξαρχής ότι, παρά τον τίτλο του, το σημερινό άρθρο δεν αφορά την πολιτική ή άλλη επικαιρότητα. Δεν αναρωτιέμαι, ας πούμε, αν φταίει η αστυνομία και κατ’ επέκταση η κυβέρνηση για τα επεισόδια στη Νέα Σμύρνη ή αν η αντιπολίτευση τα υποκινεί.

Όχι, εμείς εδώ λεξιλογούμε και γλωσσικό είναι και το σημερινό άρθρο -αμιγώς γλωσσικό μάλιστα. Το έναυσμα το έδωσε φίλος που μου έθεσε μια ερώτηση με μέιλ -και επειδή έχω ξαναδεί να γίνεται η ερώτηση αυτή αποφάσισα να γράψω το άρθρο.

Η ερώτηση ήταν αν κατά τη γνώμη μου είναι λάθος να λέμε ότι κάποιος «δημιουργεί προβλήματα». Ο φίλος που έκανε την ερώτηση μου είπε ότι είχε χρησιμοποιήσει αυτήν ακριβώς τη φράση σε μια συζήτηση στα σόσιαλ και πετάχτηκε κάποιος που τον διόρθωσε, λέγοντάς του ότι το ρήμα «δημιουργώ» συντάσσεται με θετικά μόνο πράγματα, ενώ για τα προβλήματα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε άλλο ρήμα, ας πούμε προκαλώ, προξενώ κτλ.

Αυτή την επιχειρηματολογία την έχω ακούσει κι εγώ σε διαδικτυακές συζητήσεις. Φυσικά, φράσεις όπως «δημιουργεί προβλήματα» είναι πολύ συνηθισμένες. Με το γκουγκλ θα βρούμε εκατοντάδες ή χιλιάδες παραδείγματα, όπως ότι «Η έλλειψη υπομονής στην Ελλάδα δημιουργεί προβλήματα» (άποψη του Μπόλονι), «Αν η γνώση δημιουργεί προβλήματα τότε η άγνοια σίγουρα δεν τα λύνει» (από τα Βικιφθέγματα) ή «Η καταγραφή των διαφόρων οφειλετών … εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα (έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου).

Όμως, στο «Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών της ελληνικής» του Γ. Μπαμπινιώτη διαβάζουμε:

δημιουργώ ευκαιρίες – προκαλώ προβλήματα

Η λέξη δημιουργώ χρησιμοποιείται τελευταία καταχρηστικά με συμπληρώματα που δηλώνουν αρνητικές καταστάσεις (π.χ. προβλήματα, δυσκολίες κ.τ.ό.) υποκαθιστώντας άλλοτε το ρ. κάνω (π.χ. Δημιουργώ θόρυβο, φασαρία κ.ά.), άλλοτε το προκαλώ (π.χ. Δημιουργώ δυσάρεστες εντυπώσεις, μεγάλες καταστροφές, αντιδράσεις κ.τ.ό.), άλλοτε το γεννώ (π.χ. Δημιουργώ προβλήματα, δυσκολίες κ.ά. κ.λπ. Ωστόσο, το δημιουργώ έχει θετική σημασία, δηλώνοντας κάτι νέο και καλό (π.χ. Δημιούργησαν αθάνατα έργα τέχνης / πολιτισμό / πρότυπα κ.λπ/)

Βέβαια δεν νομίζω ότι λέει κανείς «δημιουργώ θόρυβο» τουλάχιστον με την κυριολεκτική σημασία, αλλά κατά τα άλλα το επιχείρημα είναι σαφώς διατυπωμένο.

Βρίσκω πάντως να «δημιουργούν προβλήματα» και επώνυμοι συγγραφείς σε κείμενα που δεν είναι πολύ πολύ πρόσφατα π.χ. ο Κυριάκος Ντελόπουλος (δημιουργεί προβλήματα απόδοσης των ψευδωνύμων στα σωστά πρόσωπα, 1983) ο Τσαρούχης (Αυτό ήδη μάς δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό, 1989), ο Αδαμ. Πεπελάσης (Αυτό αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για τη μεγέθυνση των μονάδων και δημιουργεί προβλήματα διαδοχής, 1978), η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (Ο Φ . Πολίτης όμως, με τον ψυχαρικό φανατισμό του και την οξύτητα, με την οποία θέλει να επιβάλει τις απόψεις τους, δημιουργεί προβλήματα, 1976).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 252 Σχόλια »

Γιατί και πώς να αγαπάμε την ελληνική γλώσσα

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2021

Την Κυριακή που μας πέρασε, μέρα των ερωτευμένων υποτίθεται, αν και φέτος ο κορονοϊός τούς είχε κλείσει όλους μέσα, πήρα μέρος σε μια διαδικτυακή εκδήλωση που διοργανώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την Θεοδώρα Τζάκρη, τομεάρχισσα αποδήμων (η ίδια δεν χρησιμοποιεί τον έμφυλο τύπο) με θέμα την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας (9 Φεβρουαρίου). Θυμίζω ότι η γιορτή αυτή θεσπίστηκε το 2017 και οτι στην επιλογή της 9ης Φεβρουαρίου έπαιξε ρόλο και το ιστολόγιό μας (παλιό άρθρο).

Στην εκδήλωση έκανα μια εισήγηση με το θέμα που βλέπετε στον τίτλο («Γιατί και πώς να αγαπάμε την ελληνική γλώσσα»). Πιο κάτω θα παραθέσω ολόκληρο το κείμενο της εισήγησής μου.

Εισηγήσεις έκαναν επίσης ο φίλος Νίκος Γραικός, που διδάσκει τη νέα ελληνική στο Παρίσι, με θέμα τον ρόλο των συλλογικών φορέων στη διάδοση της ελληνικής, ο Ιωάννης Καζάζης, πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, με θέμα την πορεία συγκρότησης της γλώσσας του νεοελληνικού κράτους, ο Διονύσιος Αρκαδικός, του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του ιδρυματος Σπ. Νιάρχος σε πανεπιστήμιο του Βανκούβερ, με θέμα μια πλατφόρμα για την εκμάθηση της ελληνικής στην ομογένεια, καθώς και ο Χρίστος Παπαδόπουλος, διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου (και στιχουργός), που μίλησε για την ελληνική γλώσσα στην Αίγυπτο.

Από το προφίλ των εισηγητών φαίνεται ο προσανατολισμός της εκδήλωσης προς την ομογένεια.

Έκαναν επίσης σύντομες παρεμβάσεις, στην αρχή της εκδήλωσης, ο Γιώργος Κατρούγκαλος και ο Νίκος Φίλης, σημερινοί τομεάρχες του ΣΥΡΙΖΑ (Εξωτερικων και Παιδείας, αντιστοιχα), που είχαν υπουργικά καθήκοντα όταν θεσπίστηκε η Παγκόσμια Ημέρα το 2017.

Ακολούθησαν τοποθετήσεις από το κοινό, αυτούς που παρακολούθησαν την εκδήλωση. Όσοι πήραν τον λόγο ήταν στην πλειοψηφία τους (ή πλειονότητά τους αν είστε από την άλλη φράξια) από τον αποδημο ελληνισμό, κάποιοι απο αυτούς εκπαιδευτικοί. Επομένως έχει αξία η μαρτυρία τους.

Θεωρώ επίσης αξιόλογα όσα είπε σε δευτερολογία ο καθηγητής Ιω. Καζάζης, εμμέσως απαντώντας σε μένα, για τη συμβολή της αρχαίας ελληνικής -αλλά και την επισήμανσή του για τους νεομετανάστες.

Όσοι διαβάζουν ταχτικά το ιστολόγιο θα έχουν ξαναδιαβάσει τα περισσότερα απ’ όσα είπα στην ομιλία μου. Ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη, αλλά αυτό είναι σχεδόν αναπόφευκτο.

Πριν από την ομιλία μου παραθέτω το βίντεο ολόκληρης της εκδήλωσης, που καταγράφτηκε και ανέβηκε στο YouTube με τη φροντίδα του ΣΥΡΙΖΑ Μονάχου (το τεχνικό επιτελείο του ιστολογίου κατέγραψε βεβαίως τη δική μου ομιλία, αλλά προτιμότερο είναι να δείτε ολόκληρη την εκδήλωση -ας μην είμαστε Μοναχοφάηδες).

Και το κείμενο της εισήγησής μου:

Γιατί και πώς να αγαπάμε την ελληνική γλώσσα;

Σας ευχαριστώ όσους συνδεθήκατε για να παρακολουθήσετε αυτή την εκδήλωση, ευχαριστώ και τον ΣΥΡΙΖΑ όπως και τη Θεοδώρα Τζάκρη που μου έκαναν την πολύ τιμητική πρόσκληση να με καλέσει να σας μιλήσω.

Η Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας θεσπίστηκε το 2017. Δεν είναι τυχαία η επιλογή της ημερομηνίας της 9ης Φεβρουαρίου, μιας ημερομηνίας που τιμά τον εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό· γιατί ο Σολωμός δεν ήταν μονάχα ο θεμελιωτής της νεοελληνικής ποίησης παρά έχει γράψει και ένα πολύ αξιόλογο έργο, τον Διάλογο, με πολύ εύστοχες σκέψεις για τη γλώσσα. Ακόμα, ο Σολωμός ζώντας σε δίγλωσσο περιβάλλον, και παρόλο που άρχισε να γράφει ποιήματα στα ιταλικά, επέλεξε τελικά την ελληνική γλώσσα. Ακόμα, η επιλογή του Σολωμού δείχνει ότι στην Παγκόσμια Ημέρα της ελληνικής γλώσσας η έμφαση δίνεται στη σημερινή ελληνική γλώσσα και στην ελληνοφωνία, δηλαδή την ελληνική γλώσσα όπως μιλιέται σήμερα, όχι απαραίτητα από φυσικούς ομιλητές της· για το λόγο αυτό πιστεύω πως θα ήταν άστοχο να εστιαστεί ο εορτασμός αποκλειστικά στην αρχαία ελληνική, όπως συχνά κάνουμε όταν μιλάμε για την ελληνική γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Έλληνες της διασποράς, Αντιδάνεια, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Εκπαίδευση, Εκδηλώσεις | Με ετικέτα: , , , , , , , | 125 Σχόλια »

Οι γλωσσολόγοι που χτυπάνε καμπανάκι και άλλες λερναιότητες

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2021

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες δημοσιεύτηκε στη βρετανική Γκάρντιαν ένα άρθρο της Έλενα Σμιθ στο οποίο παρουσιάζεται η εκστρατεία τού καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη εναντίον τού (κατ’ αυτόν) κατακλυσμού αγγλικών λέξεων που δέχεται η ελληνική γλώσσα.

Το άρθρο αυτό συζητήθηκε αρκετά στα κοινωνικά μέσα και αναδημοσιεύτηκε μεταφρασμένο από πολλούς ιστότοπους. Δεν έτυχε να το συζητήσουμε στο ιστολόγιο, κυρίως επειδή είχαμε ήδη συζητήσει την εκστρατεία αυτή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα («Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;«), κρίνοντας τις αυθεντικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη και όχι τον τρόπο που εκφράστηκαν μέσα από ένα ξενόγλωσσο άρθρο, που ήταν και κάπως προχειρογραμμένο εδώ που τα λέμε (ας πούμε, χρησιμοποιούσε τον ίδιο όρο, Greenglish, για να περιγράψει αφενός αυτό που λέμε εμείς γκρίκλις, και αφετέρου τη χρήση αγγλισμών στην ελληνική γλώσσα).

Όπως όμως ήταν αναμενόμενο, το άρθρο της Γκάρντιαν έδωσε έναυσμα να γίνουν αρκετές συζητήσεις και να γραφτούν και άλλα άρθρα. Και ένα από αυτά, τα δευτερογενή άρθρα, θα συζητήσουμε σήμερα. Ένα ενυπόγραφο άρθρο που δημοσιεύτηκε την Κυριακή που μας πέρασε στο Πρώτο Θέμα και που είδα να αναδημοσιεύεται αρκετά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το άρθρο, που το υπογράφει η Νεφέλη Λυγερού, είναι ένα ανακάτεμα από αλήθειες, μισές αλήθειες, πλάνες και ξεκάθαρα ψέματα, μερικά από τα οποία είναι παρμένα κατευθείαν από το Λερναίο κείμενο και τις παραφυάδες του. Ακόμα, παρουσιάζεται σαν μια συρραφή από παραγράφους λίγο-πολύ άσχετες η μία με την άλλη, ενώ και κάποιες παράγραφοι είναι συρραφές άσχετων προτάσεων. Έτσι, θα χρειαστεί να το παραθέσω ολόκληρο και να απαντήσω παράγραφο προς παράγραφο.

Κάποιοι θα πουν ότι κλέβω εκκλησία, δηλαδή ότι διαλέγω να απαντήσω σε έναν εύκολο αντίπαλο. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση και ανασκευή σε ένα άρθρο που (όπως εκτιμώ) αναδημοσιεύτηκε αρκετά και που ανακατεύει αλήθειες και ψέματα. Διότι τα κομμάτια που αληθεύουν, εφόσον μάλιστα είναι ζωντανά στη μνήμη του αναγνώστη, δανείζουν κύρος και στα ψέματα.

Ξεκινάω λοιπόν. Το άρθρο το βρίσκετε εδώ (όποιος έχει καιρό για χάσιμο μπορεί να ρίξει μια ματιά και στα σχόλια των αναγνωστών). Εγω σχολιάζω παράγραφο προς παράγραφο. Βάζω τα δικά μου με πλάγια. Για να μην υπάρχει μπέρδεμα, σε ένα σημείο όπου το πρωτότυπο άρθρο έχει πλάγια (λόγια του Ελύτη) τα κάνω όρθια.

Προτάσσεται στο άρθρο μια σύνοψη, που αποτελεί το δίδαγμα που καλείται να αποκομίσει ο αναγνώστης -ή όποιος βαριέται ή δεν έχει την απαραίτητη συγκέντρωση για να διαβάσει όλο το άρθρο:

Οι σύγχρονοι Έλληνες χρησιμοποιούν μόλις 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους από τον θησαυρό των 7 εκατομμυρίων που έχει η ελληνική γλώσσα –  Greeklish και ξενόφερτοι όροι διαβρώνουν και υποβαθμίζουν την ελληνική γλώσσα

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει μια πλάνη (300 λέξεις) και ένα κατάφωρο ψέμα (7 εκατομμύρια). Η δεύτερη πρόταση, μια ακόμα αρκετά διαδεδομένη πλάνη. Έτσι, το ψέμα (7 εκατ.) που εισάγεται παρεμπιπτόντως αποκτά το κύρος δεδομένου, όπως θα λέγαμε π.χ. «από τους 52 νομούς που έχει η Ελλάδα» ή «από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ». Αλλά θα απαντήσω στα σημεία αυτά πιο κάτω.

Πρώτο Θέμα: Ο όρος «πανδημία» αναδείχθηκε σε λέξη του 2020 από το λεξικό MerriamWebster. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, όμως, δεν πρόκειται να χάσει ούτε και φέτος τα πρωτεία. Πρόκειται για μία λέξη με αρχαιοελληνική προέλευση (από το παν+δήμος), η οποία υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και συνολικά από 54 ακόμα, τις οποίες ομιλούν συνολικά περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα.

Νίκος Σαραντάκος: Λίγα έχω να παρατηρήσω στην εισαγωγή. Επισημαίνω πάντως ότι λέξη του 2020 αναδείχτηκε ο όρος pandemic, όχι ο όρος «πανδημία».

ΠΘ: Η επιρροή της ελληνικής γλώσσας στην υφήλιο είναι γνωστή και αναγνωρισμένη, καθώς έχει αφήσει το ανεξίτηλο στίγμα της στην Ιστορία και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο αμέτρητος πλούτος της αποτυπώνεται σε περίπου 7.000.000 λέξεις. Οπως έχει γράψει και ο Οδυσσέας Ελύτης, «Δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία ελληνική, όπως εξελίχθηκε από την αρχαία, που έφτασε να είναι το μεγάλο καμάρι μας και το μεγάλο μας στήριγμα… Τήν γλώσσαν μού έδωκαν ελληνικήν».

ΝΣ: Εδώ υπάρχει ένα κατάφωρο ψέμα σφηνωμένο ανάμεσα σε μια πομφόλυγα (πρώτη πρόταση) και σε ένα παράθεμα. Έτσι το ψέμα αποκτά κύρος. Διότι είναι χοντρό ψέμα ότι η ελληνική έχει «περίπου» 7 εκατ. λέξεις.Θα θυμάστε ότι στο Λερναίο κείμενο αναφέρεται ότι η ελληνική έχει 5 εκατ. λέξεις ενώ σε άλλες παραφυάδες δηλώνονται 6 εκατομμύρια. Προφανώς η κ. Λυγερού θέλησε να κάνει ρελάνς και να γράψει 7. Στην πραγματικότητα, οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής που σώζονται είναι περίπου 200.000, ενω για την «όλη» ελληνική ο καθηγητής Χ. Χαραλαμπάκης έχει κάνει την εκτίμηση των 700.000 λέξεων -που τη βρίσκω γενναιόδωρη.

Περαιτέρω, το παράθεμα από τον Ελύτη είναι συρραφή. Η πρωτη πρόταση είναι από τον λόγο του στη Στοκχόλμη κατά την απονομή του Νόμπελ, ενώ η άλλη δεν είναι από το ίδιο κείμενο με παράλειψη κάποιου τμήματος, όπως δηλώνουν οι τρεις τελείες, αλλά από εντελώς άλλο, προγενέστερο, από το Άξιον Εστί! Και βέβαια, δεν έγραψε έτσι ο Ελύτης, δεν ήταν Κύπριος ούτε πίστευε στην οξυγόνωση του εγκεφάλου να ντιντινίζει νι παντού: Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, έγραψε. Παρακαλείται η κ. Λυγερού να έρθει να πάρει τα τρία παραπανίσια νι που της έπεσαν.

ΠΘ: Ας σημειωθεί ότι τα 2/3 της αγγλικής γλώσσας αποτελούνται από λέξεις προερχόμενες από τις κλασικές γλώσσες (ελληνική και λατινική). Οι Ελληνες άλλωστε ήταν αυτοί που επινόησαν τα φωνήεντα. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι δεν είναι μονάχα ο  διακεκριμένος καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Γεώργιος Μπαμπινιώτης που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της. Στο πλευρό του συντάσσονται αρκετοί διακεκριμένοι γλωσσολόγοι, οι οποίοι διαβλέπουν ότι αυτή απειλείται από την εισβολή των ξένων λέξεων.

ΝΣ: Αυτή η παράγραφος αποτελεί συρραφή τριών άσχετων προτάσεων, που συνδέονται μεταξύ τους με το ζόρι και καταχρηστικά. Ο πρώτος ισχυρισμός, ότι τα 2/3 των λέξεων της αγγλικής, έχει ελληνική ή λατινική προέλευση, επαναλαμβάνεται συχνά αλλά δεν φαίνεται να αληθεύει. Σε ανάλυση των 80.000 λημμάτων του SOD βρέθηκαν: 28% λέξεις γαλλικής προέλευσης, 28% λατινικά, συμπεριλαμβανομένων των νεολατινικών, 25% γερμανικές γλώσσες, 5,3% ελληνικά. Άρα, δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός για τα 2/3. Περαιτέρω, η από κοινού αναφορά ελληνικών και λατινικών κρύβει την πολύ μεγαλύτερη συμβολή της λατινικής.

Ότι οι Έλληνες επινόησαν τα φωνήεντα είναι ακριβές, αλλά άσχετο.

Ως προς την τρίτη πρόταση, ποιοι είναι άραγε οι «διακεκριμένοι γλωσσολόγοι» που κρούουν τον κώδωνα μαζί με τον Μπαμπινιώτη; Εγώ δεν έχω δει κανέναν άλλον, και ξέρω πολλούς γλωσσολόγους.

ΠΘ: Οι σύγχρονοι Ελληνες έχουν υποβαθμίσει αισθητά την ποιότητα της γλώσσας τους. Κοινώς, το καθημερινό λεξιλόγιο του μέσου Ελληνα έχει φτωχύνει, ενώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα στους κόλπους της νεολαίας. Εκεί γίνεται καθημερινή χρήση ξένων όρων, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχοι ελληνικοί. Η ανθεκτικότητα που σηματοδότησε τη μακρά Ιστορία των Ελλήνων κινδυνεύει να διαβρωθεί από μια επίθεση αγγλικών όρων που κυριαρχούν τώρα στην καθημερινή ζωή.

ΝΣ: Ούτε ορίζεται τι σημαίνει «υποβάθμιση της ποιότητας της γλώσσας», ούτε αποδεικνύεται ότι το λεξιλόγιο του μέσου Έλληνα έχει φτωχύνει. Το μόνο τεκμήριο που παρέχεται είναι η (ας δεχτούμε ότι ισχύει) αυξημένη χρήση δάνειων όρων. Αλλά βέβαια, με τον δανεισμό το λεξιλόγιο πλουτίζει, δεν φτωχαίνει. Η αρθρογράφος δεν καταλαβαίνει ότι αντιφάσκει -ενώ μόλις υποστήριξε (έστω και με φουσκωμένα νούμερα) ότι χάρη στον δανεισμό πλουτίστηκε το λεξιλόγιο της αγγλικής γλώσσας, παραπονιέται ότι εξαιτίας του δανεισμού φτωχαίνει το λεξιλόγιο της ελληνικής!

ΠΘ: Πόσο μάλλον όταν στο Διαδίκτυο έχουν επικρατήσει τα λεγόμενα greeklish (ελληνικά γραμμένα με αγγλικούς χαρακτήρες). Κατά πολλούς γλωσσολόγους, η συνήθεια αυτή πλήττει ανεπανόρθωτα την ορθογραφία και κινδυνεύει να οδηγήσει στην απώλεια ή, τουλάχιστον, στην υποβάθμιση της ελληνικής γλώσσας. Ο έγκριτος «Guardian» αναρωτιέται σε δημοσίευμά του πώς είναι δυνατόν οι Ελληνες, που έχουν μία λέξη για τα πάντα, να τείνουν να απολέσουν αυτόν τον θησαυρό τους. Ούτε λίγο, ούτε πολύ αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων στην καθημερινή ζωή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον εκβαρβαρισμό και την αλλοτρίωση της ελληνικής.

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι πολλοί μεν αλλά μη κατονομαζόμενοι γλωσσολόγοι! Πόσο πολλοί είναι; Ο εξης ένας, ο Μπαμπινιώτης -ή μάλλον κανένας, διότι και ο Μπαμπινιώτης, που πράγματι έχει ταχθεί κατά των γκρίκλις, δεν μιλάει ούτε για «ανεπανόρθωτο» πλήγμα ούτε για «απώλεια».

Κι έπειτα, ποιοι αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων; Οι γλωσσολόγοι; οι Έλληνες; η Γκάρντιαν; Η ασάφεια είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των γλωσσικών μύθων -να μη δηλώνεται καθαρά ποιος λέει και ποιος κάνει το κάθε τι.

ΠΘ: Τα «Συλλυπητήρια» έχουν αντικατασταθεί από το RIP. Αυτό είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα παραδείγματα ότι οι Ελληνες έχουν πιο φτωχό λεξιλόγιο. Τουλάχιστον ένα 5% των αγγλικών λέξεων έχει ενσωματωθεί στην ελληνική γλώσσα. Αν και δεν φαίνεται ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, σημαίνει ότι 3.000 αγγλικές λέξεις έχουν παρεισφρήσει στην ελληνική γλώσσα.

ΝΣ: Τρία πουλάκια κάθονται. Καταρχάς, τα «συλλυπητήρια» ΔΕΝ έχουν αντικατασταθεί από το RIP (Rest In Peace) όπως μπορεί να δει κανείς στο Φέισμπουκ όπου κάθε φορά που κάποιος αναγγέλλει τον θάνατο προσφιλούς του συγγενούς από κάτω βλέπουμε αμέτρητα «συλλυπητήρια» (κάποτε ειλικρινή, θερμά, από βάθους καρδίας κτλ.) και κανένα RIP. Kαι δεν μπορεί ο ένας όρος να αντικαταστήσει τον άλλον διότι χρησιμοποιούνται σε διαφορετική περίσταση -το RIP το γράφουν όταν αναγγέλλουν τον θάνατο κάποιου, και συνήθως κάποιου που δεν είναι συγγενής αλλά δημόσιο πρόσωπο, π.χ. ένας αγαπημένος καλλιτέχνης. Και δεν έχει αντικαταστήσει αλλά στέκει πλάι σε αντίστοιχους ελληνικούς όρους όπως «Αιωνία του η μνήμη», «Ας είναι ελαφρύ το χώμα» ή «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη» (το κατά λέξη αντίστοιχο).

Kαι βέβαια, αυτο καθόλου δεν δείχνει ότι το λεξιλόγιο των Ελλήνων φτώχυνε -πώς μπορεί να φτωχαίνει όταν προστίθεται ένας όρος;

Όσο για το δεύτερο μισό της παραγράφου, δεν ξέρω τι νόημα βγάζετε εσείς. Η κ. Λυγερού φαίνεται να λέει ότι το 5% των αγγλικών λέξεων, δηλ. 3000 αγγλικές λέξεις έχουν «παρεισφρήσει» (λες και είναι κάτι αυτόχρημα κακό!) στην ελληνική γλώσσα. Πού βρήκε όμως ότι η αγγλική έχει μόνο 60.000 λέξεις; Δεν έχει δει το Oxford English Dictionary; Όσο για τον αριθμό των 3000, ομολογώ πως δεν ξέρω πόσα είναι τα αγγλικά δάνεια της ελληνικής, ουτε είναι εύκολο να τραβήξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο δάνειο και στον περιστασιακό αγγλισμό. Ας πούμε, τι είναι το «φέικ νιουζ»; Δάνειο ή αγγλισμός; Μάλλον δάνειο, πλέον. Για να γίνει σωστά αυτή η δουλειά, πρέπει να πάρουμε σώματα κειμένων. Δεν γίνεται στο πόδι.

Αν ομως ισχύει η πληροφορία της κ. Λυγερού ότι έχουμε 3.000 λέξεις αγγλικής προέλευσης, προς τι ο συναγερμός; Δεν μας είπε στην αρχή του άρθρου της ότι η ελληνική έχει 7 εκατομμύρια λέξεις; Τι ψυχή έχουν οι αγγλοφερμένες τρεις χιλιαδούλες; Αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1/2000 του λεξιλογίου, δηλαδή σταγόνα στον ωκεανό. Δεν το λέτε και στον Μπαμπινιώτη, κυρία Λυγερού μας, να σταματήσει να σκίζει τα ρούχα του;

ΠΘ: Οι γλωσσολόγοι προειδοποιούν ότι με την πάροδο του χρόνου το ποσοστό των αγγλισμών θα αυξηθεί. Κι ενώ ο Κωνσταντίνος Καβάφης χρησιμοποιούσε στα έργα του περίπου 3.500 διαφορετικές λέξεις και ο Ελύτης σχεδόν 8.000 λέξεις, οι νεοέλληνες εμφανίζουν ιδιαίτερα αδύναμο λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα πολλές λέξεις να περνάνε στη λήθη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά μέσον όρο κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους!

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι Ανώνυμοι Γλωσσολόγοι! Βέβαια, εδώ θα συμφωνήσω μαζί τους, ότι πράγματι στο κοντινό μέλλον αναμένεται να αυξηθεί το «ποσοστό των αγγλισμών» (ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος). Ως προς το λεξιλόγιο του Καβάφη και του Ελύτη, δεν ξερω από ποια εργασία έχει αντλήσει τα στοιχεία της η κ. Λυγερού -αλλά δεν τα αμφισβητώ. Θα αμφισβητήσω όμως εντονότατα την ουρανομήκη μπαρούφα ότι «κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους» -και μάλιστα «κατά μέσο όρο», που σημαίνει ότι αν ο ειδήμονας της παρέας έχει 500 λέξεις τότε ο σκράπας της παρέας θα έχει ίσως 100. Αλλά θα αφήσω να απαντήσει στην κ. Λυγερού ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος το 2008 είχε γράψει: «Ο νέος που κατηγορούμε για τις 500 λέξεις δεν είναι ο ίδιος αυτός που γράφει μια κανονική έκθεση στο σχολείο, που συναγωνίζεται χιλιάδες άλλων νέων στις εισαγωγικές εξετάσεις ή που εξετάζεται προφορικά σε διάφορα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερες, μερικές χιλιάδες εναλλασσόμενων λέξεων;»

ΠΘ: Παρά την πληθώρα των πτυχίων, οι νέοι πάσχουν από λεξιπενία και σημασιολογική ένδεια. Επιδεινώνεται δηλαδή μια κατάσταση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού στον ελληνόφωνο κόσμο, τη στιγμή που η ελληνική γλώσσα έχει περίπου 100.000 ενεργές λέξεις και 300.000 σημασίες. Ενας μέσος Ελληνας, όμως, γνωρίζει μόνο λίγες χιλιάδες λέξεις.

ΝΣ: Αναπόδεικτες οι κατηγορίες για λεξιπενία και σημασιολογιή ένδεια, όπως και για επιδείνωση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού. Αλλά σοκάρομαι βλέποντας την κ. Λυγερού να ξεφουσκώνει τη φούσκα των 7.000.000 λέξεων και να μας αφήνει  μόλις με 100.000 «ενεργές» λέξεις. Πού πήγαν οι 6.900.000 λέξεις μας; Πώς έγιναν «ανενεργές»;

Από την άλλη, μας λέει ότι «ο μέσος Έλληνας» γνωρίζει «λίγες χιλιάδες λέξεις» -μετράει και αυτούς που «χρησιμοποιούν μόνο 300»; Και πού βασίζεται ο αριθμός αυτός; Αν ισχύει ο ισχυρισμός της κ. Λυγερού, αυτό σημαίνει ότι αν δώσουμε σε έναν «μέσο Έλληνα» το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, που έχει 75.000 λήμματα, ο μέσος Έλληνας θα γνωρίζει περίπου ένα λήμμα στα 15 του λεξικού; Ποιος το πιστεύει αυτό; (Δεν λέμε να χρησιμοποιεί τη λέξη, αλλά να τη γνωρίζει. Πολλοί δεν έχει χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τη λέξη ‘αφαλάτωση’ αλλά ξέρουν τι σημαίνει).

ΠΘ: Υπάρχει και ο αντίλογος ότι η νεοελληνική δεν είναι αμιγής γλώσσα, με την έννοια ότι και στο απώτερο παρελθόν ενσωμάτωσε στον κορμό της έναν αριθμό τουρκικών λέξεων, κατά την περίοδο όπου η Ελλάδα τελούσε υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μπορεί άραγε η ελληνική γλώσσα να ανταποκριθεί στις νέες έννοιες, στα νέα αντικείμενα, στις νέες πραγματικότητες του 21ου αιώνα και μάλιστα με την αμεσότητα και την ταχύτητα που απαιτεί η ανάγκη επικοινωνίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης;

ΝΣ: Πάλι τρία πουλάκια κάθονται. Ποια γλώσσα είναι αμιγής; Από πού κι ως πού είναι «απώτερο» παρελθόν η Τουρκοκρατία; Μόλις τώρα γιορτάζουμε τα 200 χρόνια της επανάστασης -ενώ πολλές περιοχές της Ελλάδας ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το 1912. Και μόνο τα τουρκικά δάνεια καθιστούν «μη αμιγή» τη γλώσσα; Τα λατινικά, τα ιταλικά-βενετσιάνικα, τα σλάβικα, τα αλβανικά, τα γαλλικά δάνεια είναι εντάξει; Και σε τι «αντιλέγει» τάχα η ύπαρξη τουρκικών δανείων; Και τι σχέση έχει το πρώτο σκέλος της παραγράφου με το δεύτερο;

ΠΘ: Εκθεση της UNESCO προειδοποιεί ότι 2.500 χιλιάδες γλώσσες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Υπάρχουν στη Γη περίπου 6.900 γλώσσες και κάθε δύο εβδομάδες πεθαίνει μία, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ. Οι γλώσσες που απειλούνται μιλιούνται κυρίως από μειονότητες στις ανεπτυγμένες χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Αυστραλίας. Το 1992 ένας εξέχων Αμερικανός γλωσσολόγος προέβλεψε ότι μέχρι το 2100 το 90% των γλωσσών του κόσμου θα έχει πάψει να υφίσταται. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει επ’ ουδενί με εξαφάνιση, αλλά αυξάνεται ο διεθνής προβληματισμός για το πόσο λαβωμένη θα τν βρει ο επόμενος αιώνας…

ΝΣ: Πάλι καλά που αναγνωρίζει η αρθρογράφος ότι δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση η γλώσσα!

Νομίζω ότι από τον σημείο προς σημείο σχολιασμό καταδείχτηκαν τα ψέματα, οι μισές αλήθειες και οι πλάνες του άρθρου, ανάκατα, όπως είπα, με αλήθειες.

Σε περίπτωση που η κ. Λυγερού θέλει να απαντήσει, ευχαρίστως θα δημοσιεύσω την απάντησή της. Θα την παρακαλέσω, στην περίπτωση αυτή, να μας αναφέρει μερικούς ακόμα από τους πολλούς μη κατονομαζόμενους γλωσσολόγους που διαρκώς αναφέρει.

Θα περίμενα όμως να σχολιάσει το άρθρο της κ. Λυγερού και ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος, όπως έχουμε δει, έχει έντονη παρουσία στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και τις τελευταίες εβδομάδες έσπευσε να απαντήσει και στον φίλο Παντελή Μπουκάλα, και στον Τάκη Θεοδωρόπουλο, αλλά και στον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη.

Θα περίμενα λοιπόν από τον κ. Μπαμπινιώτη να απαντήσει και να διαψεύσει τις λερναιότητες του άρθρου της κ. Λυγερού: Όχι, δεν έχει 7 εκατομμύρια λέξεις η ελληνική γλώσσα. Όχι, δεν χρησιμοποιούν 300 λέξεις κατά μέσο όρο οι Έλληνες ή έστω κάποιοι Έλληνες. Θα περίμενα, αλλά μου φαίνεται πως θα περιμένω πολύ..

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 218 Σχόλια »

Το ντοκιμαντέρ «Ο λόγος της γραφής»

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2021

Προχτές, το Σάββατο, προβλήθηκε από το κανάλι της Βουλής το 56ο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Αναστασίου «Ο λόγος της γραφής», που ήταν αφιερωμένο σε μένα.

Αν το χάσατε, και θέλετε να το δείτε σε μεγάλη οθόνη, κατά πάσα πιθανότητα θα προβληθεί ξανά στις 6 Φεβρουαρίου, δηλ. το μεθεπόμενο Σάββατο, την ίδια ώρα, δηλ. στις 4 μ.μ.

Όμως, εκτός από την εκδοχή που προβλήθηκε στην τηλεόραση, υπάρχει και μια κάπως εκτενέστερη έκδοση του ίδιου υλικού, long version που λέει και ο κ. Μπαμπινιώτης, η οποία έχει ανέβει στο Γιουτούμπ και μπορείτε επίσης να τη δείτε ανά πάσα στιγμή. Είναι αυτή εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή, Γλωσσικοί μύθοι, Γλωσσοδιορθωτές, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2020

Πλησιάζουν τα περίεργα Χριστούγεννα της φετινής σημαδεμένης χρονιάς, κι αυτά σημαδεμένα, και δύσκολα βρίσκει κανείς θέμα συζήτησης άλλο από τον εγκλεισμό και τα προβλήματα που προκαλεί, οικονομικά και ψυχολογικά, τον καθημερινό αριθμό των θυμάτων, που πολύ αργά μειώνεται, το εμβόλιο που προβάλλεται ως πανάκεια.

Από αυτη την άποψη, είναι παραπάνω από καλοδεχούμενη η συζήτηση που ξεκίνησε για τον κίνδυνο που (υποτίθεται ότι) αντιπροσωπεύουν για τη γλώσσα μας οι ξένες λέξεις, ιδίως τα αγγλικά δάνεια, κι ας ξεκίνησε η συζήτηση από τη δυσαρέσκεια του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη για όρους όπως λοκντάουν, ντελίβερι ή click away, δηλαδή όρους που τους έφερε στο προσκήνιο ή και τους γέννησε η πανδημία. Με το να συζητάμε κάτι γλωσσικό, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι βρισκόμαστε σε πιο ανέφελους καιρούς.

Ειδικά για τον όρο click away συζητήσαμε προχτές, οπότε και ανέφερα, αν και χωρίς να σχολιάσω, το κυριακάτικο άρθρο του Γ. Μπαμπινιώτη στην Καθημερινή, στο οποίο ο καθηγητής απαντά σε σχετικά άρθρα του Π. Μανδραβέλη και του Τ. Θεοδωρόπουλου, οι οποίοι είχαν διαφωνήσει με την εκστρατεία του, και εκθέτει τις γενικοτερες απόψεις του εναντίον της «γλωσσικής αγγλοκρατίας» προσάπτοντας «γλωσσική ακηδία» σε όσους δείχνουν ανεκτικότητα ή μοιρολατρία σε αυτή την εισροή ξένων όρων.

Ακολούθησε ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, ενός σωματείου που κατά καιρούς έχει πάρει συντηρητικότατες θέσεις σε ζητήματα σχετικά με το γλωσσικό. Η ΠΕΦ καταγγελλει «την άκριτη υιοθέτηση αμετάφραστων ξενικών όρων σε ποικίλες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, με συνέπεια να νοθεύεται το γλωσσικό αίσθημα και βαθμιαία να μετατρέπεται η γλώσσα της καθημερινότητας σε ένα υβριδικό, αγγλοελληνικό ιδίωμα».

Φέρνουν τα εξής παραδείγματα: Βλέπουμε έτσι λέξεις που συνδέονται με το γλωσσικό αίσθημα πλατιών λαϊκών στρωμάτων, όπως π.χ. οι σχετιζόμενες με τον τομέα του αθλητισμού, να μετατρέπονται σε αγγλικές, όπως «Super League», αντί «Πρωτάθλημα Α΄ Εθνικής Κατηγορίας», Football League, αντί «Πρωτάθλημα Β΄ Εθνικής Κατηγορίας» κ.ο.κ. Το ίδιο συμβαίνει στον χώρο της πολιτικής, όπου τα «hot spots» τείνουν σχεδόν ολοσχερώς να αντικαταστήσουν τα «Κέντρα Φιλοξενίας», το «debate» την «τηλεμαχία», το «win win» το «αμοιβαίο όφελος» κ.λπ. Στον χώρο της οικονομίας, τα POS και τα Black Friday, τα takeaway, clickaway, e-shops, delivery κ.τ.τ. αποτελούν την κορυφή ενός ραγδαία διογκούμενου παγόβουνου.

Η ΠΕΦ θεωρεί επιτακτική ανάγκη τη «δημιουργία ενός επίσημου επιτελικού οργάνου, στελεχωμένου από πνευματικούς ανθρώπους που αποδεδειγμένα γνωρίζουν και μεριμνούν για τη γλωσσική και πολιτισμική μας παράδοση, οι οποίοι θα είναι σε θέση να δίνουν ανά πάσα στιγμή λύση στα προβλήματα που θέτει επί τάπητος η ανάγκη χρήσης νεολογισμών σε κάθε τομέα της καθημερινής δραστηριότητας. Οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να αναλάβουν και το έργο της σταδιακής αποκατάστασης των όρων που σήμερα έχουν αντικατασταθεί από ξενικούς«.

Τέλος, η ΠΕΦ υποστηρίζει ότι «επιβάλλεται να κατοχυρωθεί στο νέο σύνταγμα η προστασία της ελληνικής γλώσσας, με την ίδια στοργική μέριμνα η οποία προβλέπεται για την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας του τόπου», παρόλο που την προηγούμενη φορά που υπήρξε συνταγματική προστασία της επίσημης γλωσσικής ποικιλίας, στο Σύνταγμα του 1911, αυτό οδήγησε σε διώξεις δημοτικιστών και σε καθήλωση της πνευματικής ζωής και, κατά τη γνώμη πολλών όπως του Γ. Σεφέρη, έβλαψε τη διδασκαλία της γλώσσας και τη διάπλαση γλωσσικού αισθήματος.

Δεν συμφωνώ με την ανακοίνωση του συνδέσμου των φιλολόγων. Καταρχάς, δεν τεκμηριώνεται η βαριά κατηγορία ότι η γλώσσα της καθημερινότητας έχει μετατραπεί σε «αγγλοελληνικό υβριδικό ιδίωμα», που αν την καλοσκεφτούμε θα σήμαινε ότι και ένας Άγγλος, χωρίς να έχει μελετήσει την ελληνική, μπορεί να την καταλάβει μέσες-άκρες ακριβώς επειδή τόσο πολλοί οροι θα του είναι οικείοι.

Ούτε γίνεται παραπομπή σε κάποια μελέτη που να δείχνει ότι ο αριθμός των εισαγόμενων «αμετάφραστων ξενικών όρων» έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Κάποια από τα παραδείγματά τους, όπως η μετατροπή της Α’ Εθνικής Κατηγορίας σε Super League δεν είναι πρόσφατα (είναι όρος του 2006!), ενώ σε άλλες περιπτώσεις (hot spot, win win κτλ.) δεν αντικατέστησε ο ξένος όρος τον ελληνικό, όπως υποστηρίζει η ανακοίνωση, αλλά ο ξένος όρος προηγήθηκε και ο ελληνικός που προτάθηκε δεν κατάφερε να τον εκτοπίσει. Είναι εντυπωσιακό ότι φιλόλογοι, επιστήμονες άνθρωποι, κάνουν μια ανακοίνωση χωρίς να στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, σε κάποια έρευνα -απλώς σε εμπειρικές, καφενειακές θα έλεγα, παρατηρήσεις.

Ως προς την πρόταση για ίδρυση επιτελικού οργάνου, η ΠΕΦ παραβιάζει ανοιχτές πόρτες. Τέτοια όργανα υπάρχουν και συνεργάζονται στο Ελληνικό Δίκτυο Ορολογίας, με συμμετοχή και των μεταφραστικών υπηρεσιών των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Αλλά η τυποποίηση της ορολογίας είναι δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση, όπως θα διαπιστώσει όποιος επιχειρήσει να ασχοληθεί μαζί της (το λέω εκ πείρας).

Την πρόταση της ΠΕΦ την επικρότησε ο κ. Μπαμπινιώτης, σε νέα του ανάρτηση: Χαιρετίζω την πρωτοβουλία τής Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ) να παρέμβει δημόσια και να εκφράσει την γνώμη της για τον καταιγισμό ξένων λέξεων που πλήττει τελευταία την γλώσσα μας κατά προκλητικό τρόπο. Διότι είναι πρόκληση γλωσσική το Black Friday, το click away, τα delivery με courier, το lockdown, τα rapid test (tests, συγγνώμη) και η επερχόμενη χριστουγεννιάτικη ευχή που θα μάς απευθυνθεί από πολλά καταστήματα, το Merry Christmas (έχετε δίκιο να φοβάστε, αγαπητέ μου αξεπέραστε δάσκαλε τής γελοιογραφίας, κ. Κώστα Μητρόπουλε ότι μπορεί και να μού επιφέρει λιποθυμία η εκτόξευση αγγλιστί τής συγκεκριμένης ευχής αντί τού «Καλά Χριστούγεννα» [γελοιογραφία στα Νέα]).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Ορολογία | Με ετικέτα: , , , | 227 Σχόλια »

Υπέρ Μπαμπινιώτου

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2020

Με μια μικρή δόση υπερβολής, θα μπορούσα να πω ότι χρωστάω χάρη στην κ. Αφροδίτη Μάνου, που μου έδωσε την αφορμή να γράψω ετούτο εδώ το άρθρο. Όμως εδώ σταματάει η προσπάθεια να μιμηθώ το «Υπέρ αδυνάτου» του Λυσία -δεν ταιριάζει άλλωστε στον κ. Μπαμπινιώτη, στυλοβάτη της πνευματικής μας ζωής, ο ρόλος του αδύνατου.

Ωστόσο, ο τίτλος στο σημερινό άρθρο είναι ακριβής. Πολλές φορές έχω επικρίνει τις γλωσσικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη, σήμερα όμως θα τον υπερασπιστώ σε μιαν εντελώς άδικη επίθεση που δέχτηκε πρόσφατα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την Αφροδίτη Μάνου. Το αστείο είναι ότι η επίθεση της κ. Μάνου είχε αφορμή το γνωστό πρόσφατο σημείωμα του κ. Μπαμπινιώτη σχετικά με την ελληνική απόδοση κάποιων όρων, το οποίο είχα κι εγώ σχολιάσει μάλλον αρνητικά πριν από 2-3 εβδομάδες. Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Πριν από 2-3 μέρες, η κ. Μάνου δημοσίεψε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ το εξής σύντομο κείμενο:

«O κ. Μπαμπινιώτης δεν κατάργησε το ωμέγα απ’ τα ελληνικά; Δεν κατάργησε το πολυτονικό; Δεν μετάλλαξε τη γλώσσα μας, έτσι που να μην τη μαθαίνει κανείς; Δεν την άφησε ανοχύρωτη σε κάθε επέμβαση και παραμόρφωση; Τώρα παραπονιέται για το Take away;»

Δεν είναι σαφές αν η κ. Μάνου διαφωνεί με την πρόταση του κ. Μπαμπινιώτη για το take away, πάντως φαίνεται να το θεωρεί ζήτημα ήσσονος σημασίας μπροστά στα όσα υποτίθεται ότι έχει πάθει η γλώσσα μας, υποτίθεται εξαιτίας του κ. Μπαμπινιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή, Γλωσσοδιορθωτές, Μακεδονικό, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , , | 257 Σχόλια »

Ποιος εντέλλεται;

Posted by sarant στο 11 Νοεμβρίου, 2020

Το σημερινό άρθρο το είχα, κατά κάποιο τρόπο, προαναγγείλει από προχτές. Βεβαια, το θέμα το συζητήσαμε αρκετά στα σχόλια, αλλά επειδή οι συζητήσεις που γίνονται στα σχόλια δεν διαβάζονται από πολλούς -πέρα απ’ όσους συμμετέχουν στη συζήτηση- έκρινα ότι το θέμα αξίζει ειδικό άρθρο. Εξάλλου, έχουμε ένα θέμα γλωσσικό κι ένα θέμα πολιτικό -ή μάλλον γλωσσοπολιτικό.

Λοιπόν, προχτές η καθηγήτρια κ. Βάσω Κιντή επέπληξε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ την βουλεύτρια και πρώην υπουργό Όλγα Γεροβασίλη, η οποία σε τουίτ της είχε γράψει «η Δημοκρατία δεν εντέλλεται».

Όχι, λέει η κ Κιντή, η χρήση αυτή είναι λάθος, διότι «εντέλλομαι» σημαίνει «δίνω εντολές». Μάλλον χρειάζεται μαθήματα η κ. Γεροβασίλη. Από κάτω, φίλοι της κ. Κιντή σχολίασαν ξεσπαθώνοντας για την αμορφωσιά των Συριζαίων.

Το λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη δίνει δίκιο στην κ. Κιντή. Kατά Μπαμπινιώτη, εντέλλομαι σημαίνει «αναθέτω σε κάποιον την εντολή για την εκτέλεση συγκεκριμένης αποστολής», π.χ. «ο υπουργός εντέλλεται τις αρμόδιες υπηρεσίες να τηρούν σχολαστικά τις κείμενες διατάξεις». Ο Μπαμπινιώτης έχει μάλιστα και ειδικό πλαίσιο στο οποίο εξηγεί για ποιο λόγο κατά τη γνώμη του είναι εσφαλμένη η χρήση «εντέλλομαι» με τη σημασία «δέχομαι εντολές». Θεωρεί λάθος φράσεις όπως «Τα λιμενικά όργανα εντέλλονται να παρακολουθούν την τήρηση των κανονισμών» και προτείνει αναδιατύπωση είτε με το «έχουν λάβει εντολή να…» είτε κάτι σαν «οι αρμόδιες λιμενικές αρχές εντέλλονται τα λιμενικά όργανα να…»

Από την άλλη, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη) δίνει δίκιο στην κ. Γεροβασίλη, αφού δέχεται για βασική σημασία του «εντέλλομαι» το «δέχομαι εντολή, διατάσσομαι» και ως σπανιότερη την ενεργητική σημασία. Να τι λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 275 Σχόλια »

Το ταχυφαγείο κάνει τροφοδιανομή

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2020

Μπορεί η υφήλιος να κρατάει την ανάσα της περιμένοντας να ενσωματωθούν τα αποτελέσματα του Πέρα Ουισκόνσιν και της Κάτω Πενσυλβανίας, αλλά στον μικρόκοσμο των ελληνικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης συζητιέται επίσης ένα καινούργιο φιρμάνι του καθηγητή κ. Γ. Μπαμπινιώτη σχετικό με την ορολογία της πανδημίας. Κι επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν θα μπορούσαμε να το αφήσουμε ασχολίαστο.

Ο κ. καθηγητής σε τακτική βάση δημοσιεύσει σύντομα γλωσσικά σημειώματα στον «τοίχο» του στο Φέισμπουκ με τα οποία παρεμβαίνει στη γλωσσική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων -και πολύ καλά κάνει που εκμεταλλεύεται τις πρωτόγνωρες δυνατότητες των νέων μέσων για να απευθυνθεί σε πολύ ευρύτερο κοινό. Κι άλλες φορές έχουμε εδώ συζητήσει τέτοιες παρεμβάσεις του. Την τελευταία, τη χαρακτήρισα «φιρμάνι», που είναι βέβαια όρος μειωτικός και ειρωνικός, αλλά νομίζω όχι αδικαιολόγητος -θα μπορούσα επίσης να πω «ουκάζιο» (ίσως υπάρχει έδαφος για ένα αρθράκι σχετικό με την ορολογία αυτή, όπου και ο φετφάς).

Αλλά ας δούμε περί τίνος πρόκειται. Ο κ. Μπαμπινιώτης προχτές δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το κειμενάκι που βλέπετε στην εικόνα, που το συνόδεψε με την εξής εισαγωγή:

Μάς … take away και μάς σήκωσε με τον κορωνοϊό να καλπάζει και να οδηγούμαστε όλο και περισσότερο ως διατροφική διέξοδο σε… delivery, ενώ συγχρόνως βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από lockdown, γενικό ή mini lockdown. Έλεος (ή «ήμαρτον» που λένε κάποιοι)!
Κι εγώ («στον κόσμο μου», εννοώ … τον γλωσσολογικό) μέσα στην πανδημιακή αντάρα να παρακινώ (… «τέτοια ώρα τέτοια λόγια») τους εναπομείναντες γλωσσικά ευαίσθητους να θρηνολογούμε τουλάχιστον Ελληνικά! Αυτό κι αν είναι «γλωσσική αποκοτιά» εκ μέρους μου…

Όπως βλέπετε, μετά την καλογραμμένη εισαγωγή, ο κ. Μπαμπινιώτης προτείνει τρεις ελληνογενείς όρους για την απόδοση τριών αγγλικών (και διεθνών) όρων που ακούγονται καθημερινά τώρα με την πανδημία. Συγκεκριμένα, προτείνει:

απαγορευτικό για το lockdown

τροφοδιανομή για το delivery

για το σπίτι για το takeaway

Μόνο ο πρώτος από τους τρεις όρους είναι γέννημα-θρέμμα της πανδημικής περιόδου. Οι άλλοι δυο υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια στην καθημερινότητά μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολλά από τα μέτρα περιορισμού αφορούν την εστίαση [και γι’ αυτόν τον όρο χρωστάς άρθρο, ακούγεται μια φωνούλα από το βάθος] άρα και αυτούς τους όρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσοδιορθωτές, Ορολογία, Πανδημικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 308 Σχόλια »