Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γενικά γλωσσικά’ Category

Η γλώσσα του Αγώνα

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2021

Χτες ήταν η επέτειος. Ίσως έχετε κορεστεί και κουραστεί αλλά και στο σημερινό άρθρο συνεχίζουμε αμείλικτα στο ίδιο πνεύμα. Το χειρότερο είναι που σήμερα ευλογάω τα γένια μου. Χτες είδαμε μια συνέντευξη του φίλου Παντελή Μπουκάλα στον ιστότοπο news247 και στον Γιάννη Φιλέρη. Σήμερα θα αναδημοσιεύσω μια δική μου συνέντευξη στον ίδιο ιστότοπο news247 και πάλι στον Γιάννη Φιλέρη. Η αρχική δημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Ως επίμετρο, ας πούμε, αναδημοσιεύω επίσης μια πιο σύντομη συνέντευξη που έδωσα στον ιστότοπο oneman.gr

Θα ζητήσω συγγνώμη για την περιαυτομπλογκία που χαρακτγρίζει το σημερινό άρθρο, καθώς και μια δεύτερη συγγνώμη από τους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου διοτι θα διαβάσουν πράγματα που σε μεγάλο βαθμό τα έχουμε ξανασυζητήσει.

H εισαγωγή του Γιάννη Φιλέρη:

Μιλούσαν την ίδια γλώσσα οι επαναστατημένοι Έλληνες το 1821 ή με δυσκολία καταλάβαιναν ο ένας τον άλλον; Πόσες από τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν πέρασαν διαχρονικά την ιστορία και έφτασαν, έστω και με διαφορετική σημασία, μέχρι τις μέρες μας; Με αφορμή το βιβλίο του «το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» που παρουσιάζει 300 λήμματα της γλώσσας του αγώνα, ζητήσαμε από τον συγγραφέα (και μανιώδη μελετητή της ελληνικής), Νίκο Σαραντάκο, να δώσει τις απαντήσεις.

Τα όπλα τα ξέρουμε. Κουμπούρες και καριοφίλια, που σκόρπιζαν το μολύβι στα ασκέρια των Οθωμανών, μαζί και σπάθες και γιαταγάνια για τις σώμα με σώμα μονομαχίες. Τις φορεσιές με τα γελέκα, τους ντουλαμάδες και τα τσαρούχια, επίσης.

Λίγο πολύ οι μορφές των αγωνιστών του ᾽21, έμειναν ανεξίτηλες έστω κι αν χρειάστηκε η βοήθεια του Καρλ Κρατσάιζεν, ενός Βαυαρού φιλέλληνα αξιωματικού, που πολεμώντας στο πλευρό των επαναστατημένων, απαθανάτισε τους περισσότερους από τους ήρωες της επανάστασης. Όσοι, τουλάχιστον, ζούσαν γιατί άλλοι, όπως ο Οδυσσέας Ανδρούτσος ή ο Παπαφλέσσας κι ο Αθανάσιος Διάκος, αποτυπώθηκαν στον καμβά βάσει διηγήσεων όσων τους είχαν δει.

Και η γλώσσα; Ποια ακριβώς μιλούσαν οι επαναστατημένοι Ρωμιοί; Πέραν των τοπικών ιδιωμάτων, ή τις επιρροές από τους άλλους λαούς, σύνοικους και μη, υπήρχε μια κοινή οδός όπου ο Ρουμελιώτης καταλάβαινε τον πελοποννήσιο κι ο επτανήσιος τους Ηπειρώτες; Πόσες από τις λέξεις έμειναν και έζησαν διακόσια χρόνια μετά. Και πόσοι από μας ξέρουμε τι ήταν ο πασάς, ο αγάς, ο κλέφτης, ο αρματολός, τα καπάκια και ένα σωρό λέξεις που πολλές φορές διαβάζουμε, κάπου τις έχουμε δει, αλλά δεν γνωρίζουμε επακριβώς την σημασία τους.

Τι έκαναν οι λόγιοι της εποχής για να τους καταλαβαίνουν όσοι από τους ξεσηκωμένους ήξεραν να διαβάζουν;

Ο Νίκος Σαραντάκος αγαπάει πολύ τα βιβλία και σίγουρα τις λέξεις. Σε αυτές αφιερώθηκε, με αυτές συμβιώνει, μέσα από τα γραφτά του, αλλά και το πολύ επιτυχημένο ιστολόγιο του («οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία») που διατηρεί από το 2008. Η προσπάθεια του να καταρρίπτει γλωσσικούς (και όχι μόνο) μύθους δημιούργησε ένα φανατικό κοινό (όπως και φανατικούς αντιπάλους) και γέννησε μια σειρά από εξαιρετικά βιβλία και ακόμη πιο ωραίες ομιλίες εντός και εκτός Ελλάδας.

Μπορεί να πήρε πτυχίο χημικού μηχανικού και αγγλικής φιλολογίας, με τις λέξεις βιοπορίστηκε ωστόσο, καθώς μια αγγελία η οποία του κίνησε το ενδιαφέρον τον έστειλε στο μεταφραστικό τμήμα του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου.

Συγγραφέας και λογοτέχνης, λεξιλογεί ακατάπαυστα και το τελευταίο του βιβλίο «το ζορμπαλίκι των ραγιάδων» έρχεται να μας λύσει πολλές από τις απορίες για τη γλώσσα του 21. Τριακόσιες λέξεις άλλες γνωστές σε όλους μας, άλλες παντελώς άγνωστες παρουσιάζονται σε ένα σίγουρα πρωτοποριακό λημματολόγιο, για την συγγραφή του οποίου χρειάστηκε πολλή μελέτη και σίγουρα αστείρευτο μεράκι για τη γλώσσα. Κι απ’ αυτό όπως και το βιτριολικό χιούμορ που χαρακτηρίζει τα κείμενά του, ο Ν.Σαραντάκος, έχει… περίσσευμα.

Και η συνέντευξη:

Αν πούμε «ήρθε το μπουγιουρντί από την εφορία», ή «σήκωσε μπαϊράκι ο βουλευτής τάδε» ή και «έπαιξε άμυνα ταμπούρι για να κρατήσει το 1-0», δανειζόμαστε τη γλώσσα του 21; Τι μαθαίνουμε και τι όχι, από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα αλλά και από εκείνες που ξεχάσαμε στη διαδρομή;

Δανειζόμαστε λέξεις· αλλά δεν συνειδητοποιούμε, νομίζω, την ειδική σημασία που είχαν στα συμφραζόμενα του ξεσηκωμού. Όπως δεν είναι απαραίτητο να γνωρίζουμε την ετυμολογία μιας λέξης για να τη χρησιμοποιήσουμε (κι ας λένε κάποιοι ότι αν γνωρίζουμε την ετυμολογία πλησιάζουμε τάχα στη βαθύτερη σημασία της λέξης· δεν συμφωνώ) έτσι και όταν χρησιμοποιούμε σήμερα το μπουγιουρντί με τη σημερινή σημασία του εγγράφου από δημόσια υπηρεσία που συνήθως έχει δυσάρεστο περιεχόμενο, δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε ποια σημασία είχε πριν από 200 χρόνια.

Ωστόσο, όταν μάθουμε αυτή τη μετεξέλιξη της σημασίας του, αισθανόμαστε ένα ευχάριστο ξάφνιασμα. Αυτό το ευχάριστο ξάφνιασμα που αποκομίζει κανείς από την μελέτη της ιστορίας των λέξεων και της ετυμολογίας κάνει την ενασχόληση αυτή σαγηνευτική.

Υπάρχουν λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούμε σήμερα και τότε είχαν διαφορετική σημασία;

Πολλές, διότι οι λέξεις διαρκώς αλλάζουν σημασία -ακόμα και στη διάρκεια της ζωής μας, πόσο μάλλον μέσα σε δυο αιώνες.

Να αναφέρω μερικά παραδείγματα: Σήμερα ο λουφές είναι τα έσοδα ή το όφελος από μια επιλήψιμη δραστηριότητα -το 1821 ήταν ο μισθός των άτακτων στρατιωτών, χωρίς καμιά απολύτως μειωτική χροιά. Το μαγαζί τότε ήταν η αποθήκη, όχι το κατάστημα. Το τερτίπι σήμερα είναι το κόλπο, το τέχνασμα για να ξεγελάσουμε κάποιον· τότε ήταν η μέθοδος, το σχέδιο -χωρίς να υπάρχει αναγκαστικά το στοιχείο του δόλου. Και ενώ σήμερα καταπατητής είναι αυτός που καταλαμβάνει και χρησιμοποιεί αυθαιρέτως ξένη ιδιοκτησία (συνήθως κτήματα του Δημοσίου), το Εικοσιένα και νωρίτερα η λέξη σήμαινε τον κατάσκοπο. Θυμάται ο Κολοκοτρώνης: «Τότε έστειλεν ο Μπραΐμης καταπατητάδες, να ιδεί πού είμαι και τι ασκέρι έχω.

Κάποιες από τις λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε, έχουν γίνει επίθετα; Ξέρω δυο Σεΐζηδες και έναν Δουατζή.

Πολύ σωστά. Είναι άλλωστε και λογικό, αφού μια βασική πηγή από την οποία προέρχονται τα οικογενειακά μας ονόματα, τα επώνυμα δηλαδή, είναι τα επαγγελματικά ουσιαστικά. Ο σεΐζης ήταν ο ιπποκόμος. Ο δουατζής ήταν ο ευχέτης, αυτός που εύχεται για τη μακροημέρευση ενός ισχυρού.

Και άλλα πολλά παραδείγματα υπάρχουν, ας πούμε: Βεκίλης (ήταν κάποτε ο πληρεξούσιος, και ειδικότερα ο αντιπρόσωπος του Μοριά στην Υψηλή Πύλη· σήμερα επώνυμο) ή Σεϊμένης (ο ένοπλος φρουρός τότε) ή Παντίδος (ο κακοποιός) ή Ταξιτάρης ή Χαρατσάρης (και τα δύο σήμαιναν τον φοροεισπράκτορα).

Και βέβαια ο Μπαϊρακτάρης από τον μπαϊρακτάρη (τον σημαιοφόρο). Όσο για τον Δουατζή, πρέπει να ξέρουμε τον ίδιο, τον δημοσιογράφο Γιώργο Δουατζή. Μου έγραψε και με πληροφορεί ότι είναι ο μοναδικός με αυτό το επώνυμο στην Ελλάδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Βιβλία, Γενικά γλωσσικά, Συνεντεύξεις | Με ετικέτα: , , , , , , | 142 Σχόλια »

Ποιοι δημιουργούν προβλήματα;

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2021

Να διευκρινίσω εξαρχής ότι, παρά τον τίτλο του, το σημερινό άρθρο δεν αφορά την πολιτική ή άλλη επικαιρότητα. Δεν αναρωτιέμαι, ας πούμε, αν φταίει η αστυνομία και κατ’ επέκταση η κυβέρνηση για τα επεισόδια στη Νέα Σμύρνη ή αν η αντιπολίτευση τα υποκινεί.

Όχι, εμείς εδώ λεξιλογούμε και γλωσσικό είναι και το σημερινό άρθρο -αμιγώς γλωσσικό μάλιστα. Το έναυσμα το έδωσε φίλος που μου έθεσε μια ερώτηση με μέιλ -και επειδή έχω ξαναδεί να γίνεται η ερώτηση αυτή αποφάσισα να γράψω το άρθρο.

Η ερώτηση ήταν αν κατά τη γνώμη μου είναι λάθος να λέμε ότι κάποιος «δημιουργεί προβλήματα». Ο φίλος που έκανε την ερώτηση μου είπε ότι είχε χρησιμοποιήσει αυτήν ακριβώς τη φράση σε μια συζήτηση στα σόσιαλ και πετάχτηκε κάποιος που τον διόρθωσε, λέγοντάς του ότι το ρήμα «δημιουργώ» συντάσσεται με θετικά μόνο πράγματα, ενώ για τα προβλήματα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε άλλο ρήμα, ας πούμε προκαλώ, προξενώ κτλ.

Αυτή την επιχειρηματολογία την έχω ακούσει κι εγώ σε διαδικτυακές συζητήσεις. Φυσικά, φράσεις όπως «δημιουργεί προβλήματα» είναι πολύ συνηθισμένες. Με το γκουγκλ θα βρούμε εκατοντάδες ή χιλιάδες παραδείγματα, όπως ότι «Η έλλειψη υπομονής στην Ελλάδα δημιουργεί προβλήματα» (άποψη του Μπόλονι), «Αν η γνώση δημιουργεί προβλήματα τότε η άγνοια σίγουρα δεν τα λύνει» (από τα Βικιφθέγματα) ή «Η καταγραφή των διαφόρων οφειλετών … εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα (έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου).

Όμως, στο «Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών της ελληνικής» του Γ. Μπαμπινιώτη διαβάζουμε:

δημιουργώ ευκαιρίες – προκαλώ προβλήματα

Η λέξη δημιουργώ χρησιμοποιείται τελευταία καταχρηστικά με συμπληρώματα που δηλώνουν αρνητικές καταστάσεις (π.χ. προβλήματα, δυσκολίες κ.τ.ό.) υποκαθιστώντας άλλοτε το ρ. κάνω (π.χ. Δημιουργώ θόρυβο, φασαρία κ.ά.), άλλοτε το προκαλώ (π.χ. Δημιουργώ δυσάρεστες εντυπώσεις, μεγάλες καταστροφές, αντιδράσεις κ.τ.ό.), άλλοτε το γεννώ (π.χ. Δημιουργώ προβλήματα, δυσκολίες κ.ά. κ.λπ. Ωστόσο, το δημιουργώ έχει θετική σημασία, δηλώνοντας κάτι νέο και καλό (π.χ. Δημιούργησαν αθάνατα έργα τέχνης / πολιτισμό / πρότυπα κ.λπ/)

Βέβαια δεν νομίζω ότι λέει κανείς «δημιουργώ θόρυβο» τουλάχιστον με την κυριολεκτική σημασία, αλλά κατά τα άλλα το επιχείρημα είναι σαφώς διατυπωμένο.

Βρίσκω πάντως να «δημιουργούν προβλήματα» και επώνυμοι συγγραφείς σε κείμενα που δεν είναι πολύ πολύ πρόσφατα π.χ. ο Κυριάκος Ντελόπουλος (δημιουργεί προβλήματα απόδοσης των ψευδωνύμων στα σωστά πρόσωπα, 1983) ο Τσαρούχης (Αυτό ήδη μάς δημιουργεί προβλήματα και θα μας προξενήσει μεγάλο κακό, 1989), ο Αδαμ. Πεπελάσης (Αυτό αποτελεί σοβαρό εμπόδιο για τη μεγέθυνση των μονάδων και δημιουργεί προβλήματα διαδοχής, 1978), η Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου (Ο Φ . Πολίτης όμως, με τον ψυχαρικό φανατισμό του και την οξύτητα, με την οποία θέλει να επιβάλει τις απόψεις τους, δημιουργεί προβλήματα, 1976).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 252 Σχόλια »

Γιατί και πώς να αγαπάμε την ελληνική γλώσσα

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2021

Την Κυριακή που μας πέρασε, μέρα των ερωτευμένων υποτίθεται, αν και φέτος ο κορονοϊός τούς είχε κλείσει όλους μέσα, πήρα μέρος σε μια διαδικτυακή εκδήλωση που διοργανώθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την Θεοδώρα Τζάκρη, τομεάρχισσα αποδήμων (η ίδια δεν χρησιμοποιεί τον έμφυλο τύπο) με θέμα την Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας (9 Φεβρουαρίου). Θυμίζω ότι η γιορτή αυτή θεσπίστηκε το 2017 και οτι στην επιλογή της 9ης Φεβρουαρίου έπαιξε ρόλο και το ιστολόγιό μας (παλιό άρθρο).

Στην εκδήλωση έκανα μια εισήγηση με το θέμα που βλέπετε στον τίτλο («Γιατί και πώς να αγαπάμε την ελληνική γλώσσα»). Πιο κάτω θα παραθέσω ολόκληρο το κείμενο της εισήγησής μου.

Εισηγήσεις έκαναν επίσης ο φίλος Νίκος Γραικός, που διδάσκει τη νέα ελληνική στο Παρίσι, με θέμα τον ρόλο των συλλογικών φορέων στη διάδοση της ελληνικής, ο Ιωάννης Καζάζης, πρόεδρος του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, με θέμα την πορεία συγκρότησης της γλώσσας του νεοελληνικού κράτους, ο Διονύσιος Αρκαδικός, του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών του ιδρυματος Σπ. Νιάρχος σε πανεπιστήμιο του Βανκούβερ, με θέμα μια πλατφόρμα για την εκμάθηση της ελληνικής στην ομογένεια, καθώς και ο Χρίστος Παπαδόπουλος, διευθυντής του Ελληνικού Πολιτιστικού Κέντρου Καΐρου (και στιχουργός), που μίλησε για την ελληνική γλώσσα στην Αίγυπτο.

Από το προφίλ των εισηγητών φαίνεται ο προσανατολισμός της εκδήλωσης προς την ομογένεια.

Έκαναν επίσης σύντομες παρεμβάσεις, στην αρχή της εκδήλωσης, ο Γιώργος Κατρούγκαλος και ο Νίκος Φίλης, σημερινοί τομεάρχες του ΣΥΡΙΖΑ (Εξωτερικων και Παιδείας, αντιστοιχα), που είχαν υπουργικά καθήκοντα όταν θεσπίστηκε η Παγκόσμια Ημέρα το 2017.

Ακολούθησαν τοποθετήσεις από το κοινό, αυτούς που παρακολούθησαν την εκδήλωση. Όσοι πήραν τον λόγο ήταν στην πλειοψηφία τους (ή πλειονότητά τους αν είστε από την άλλη φράξια) από τον αποδημο ελληνισμό, κάποιοι απο αυτούς εκπαιδευτικοί. Επομένως έχει αξία η μαρτυρία τους.

Θεωρώ επίσης αξιόλογα όσα είπε σε δευτερολογία ο καθηγητής Ιω. Καζάζης, εμμέσως απαντώντας σε μένα, για τη συμβολή της αρχαίας ελληνικής -αλλά και την επισήμανσή του για τους νεομετανάστες.

Όσοι διαβάζουν ταχτικά το ιστολόγιο θα έχουν ξαναδιαβάσει τα περισσότερα απ’ όσα είπα στην ομιλία μου. Ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη, αλλά αυτό είναι σχεδόν αναπόφευκτο.

Πριν από την ομιλία μου παραθέτω το βίντεο ολόκληρης της εκδήλωσης, που καταγράφτηκε και ανέβηκε στο YouTube με τη φροντίδα του ΣΥΡΙΖΑ Μονάχου (το τεχνικό επιτελείο του ιστολογίου κατέγραψε βεβαίως τη δική μου ομιλία, αλλά προτιμότερο είναι να δείτε ολόκληρη την εκδήλωση -ας μην είμαστε Μοναχοφάηδες).

Και το κείμενο της εισήγησής μου:

Γιατί και πώς να αγαπάμε την ελληνική γλώσσα;

Σας ευχαριστώ όσους συνδεθήκατε για να παρακολουθήσετε αυτή την εκδήλωση, ευχαριστώ και τον ΣΥΡΙΖΑ όπως και τη Θεοδώρα Τζάκρη που μου έκαναν την πολύ τιμητική πρόσκληση να με καλέσει να σας μιλήσω.

Η Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας θεσπίστηκε το 2017. Δεν είναι τυχαία η επιλογή της ημερομηνίας της 9ης Φεβρουαρίου, μιας ημερομηνίας που τιμά τον εθνικό μας ποιητή, τον Διονύσιο Σολωμό· γιατί ο Σολωμός δεν ήταν μονάχα ο θεμελιωτής της νεοελληνικής ποίησης παρά έχει γράψει και ένα πολύ αξιόλογο έργο, τον Διάλογο, με πολύ εύστοχες σκέψεις για τη γλώσσα. Ακόμα, ο Σολωμός ζώντας σε δίγλωσσο περιβάλλον, και παρόλο που άρχισε να γράφει ποιήματα στα ιταλικά, επέλεξε τελικά την ελληνική γλώσσα. Ακόμα, η επιλογή του Σολωμού δείχνει ότι στην Παγκόσμια Ημέρα της ελληνικής γλώσσας η έμφαση δίνεται στη σημερινή ελληνική γλώσσα και στην ελληνοφωνία, δηλαδή την ελληνική γλώσσα όπως μιλιέται σήμερα, όχι απαραίτητα από φυσικούς ομιλητές της· για το λόγο αυτό πιστεύω πως θα ήταν άστοχο να εστιαστεί ο εορτασμός αποκλειστικά στην αρχαία ελληνική, όπως συχνά κάνουμε όταν μιλάμε για την ελληνική γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Έλληνες της διασποράς, Αντιδάνεια, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Εκπαίδευση, Εκδηλώσεις | Με ετικέτα: , , , , , , , | 125 Σχόλια »

Οι γλωσσολόγοι που χτυπάνε καμπανάκι και άλλες λερναιότητες

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2021

Πριν από καμιά δεκαριά μέρες δημοσιεύτηκε στη βρετανική Γκάρντιαν ένα άρθρο της Έλενα Σμιθ στο οποίο παρουσιάζεται η εκστρατεία τού καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη εναντίον τού (κατ’ αυτόν) κατακλυσμού αγγλικών λέξεων που δέχεται η ελληνική γλώσσα.

Το άρθρο αυτό συζητήθηκε αρκετά στα κοινωνικά μέσα και αναδημοσιεύτηκε μεταφρασμένο από πολλούς ιστότοπους. Δεν έτυχε να το συζητήσουμε στο ιστολόγιο, κυρίως επειδή είχαμε ήδη συζητήσει την εκστρατεία αυτή λίγο πριν από τα Χριστούγεννα («Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;«), κρίνοντας τις αυθεντικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη και όχι τον τρόπο που εκφράστηκαν μέσα από ένα ξενόγλωσσο άρθρο, που ήταν και κάπως προχειρογραμμένο εδώ που τα λέμε (ας πούμε, χρησιμοποιούσε τον ίδιο όρο, Greenglish, για να περιγράψει αφενός αυτό που λέμε εμείς γκρίκλις, και αφετέρου τη χρήση αγγλισμών στην ελληνική γλώσσα).

Όπως όμως ήταν αναμενόμενο, το άρθρο της Γκάρντιαν έδωσε έναυσμα να γίνουν αρκετές συζητήσεις και να γραφτούν και άλλα άρθρα. Και ένα από αυτά, τα δευτερογενή άρθρα, θα συζητήσουμε σήμερα. Ένα ενυπόγραφο άρθρο που δημοσιεύτηκε την Κυριακή που μας πέρασε στο Πρώτο Θέμα και που είδα να αναδημοσιεύεται αρκετά στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το άρθρο, που το υπογράφει η Νεφέλη Λυγερού, είναι ένα ανακάτεμα από αλήθειες, μισές αλήθειες, πλάνες και ξεκάθαρα ψέματα, μερικά από τα οποία είναι παρμένα κατευθείαν από το Λερναίο κείμενο και τις παραφυάδες του. Ακόμα, παρουσιάζεται σαν μια συρραφή από παραγράφους λίγο-πολύ άσχετες η μία με την άλλη, ενώ και κάποιες παράγραφοι είναι συρραφές άσχετων προτάσεων. Έτσι, θα χρειαστεί να το παραθέσω ολόκληρο και να απαντήσω παράγραφο προς παράγραφο.

Κάποιοι θα πουν ότι κλέβω εκκλησία, δηλαδή ότι διαλέγω να απαντήσω σε έναν εύκολο αντίπαλο. Αλλά νομίζω ότι χρειάζεται απάντηση και ανασκευή σε ένα άρθρο που (όπως εκτιμώ) αναδημοσιεύτηκε αρκετά και που ανακατεύει αλήθειες και ψέματα. Διότι τα κομμάτια που αληθεύουν, εφόσον μάλιστα είναι ζωντανά στη μνήμη του αναγνώστη, δανείζουν κύρος και στα ψέματα.

Ξεκινάω λοιπόν. Το άρθρο το βρίσκετε εδώ (όποιος έχει καιρό για χάσιμο μπορεί να ρίξει μια ματιά και στα σχόλια των αναγνωστών). Εγω σχολιάζω παράγραφο προς παράγραφο. Βάζω τα δικά μου με πλάγια. Για να μην υπάρχει μπέρδεμα, σε ένα σημείο όπου το πρωτότυπο άρθρο έχει πλάγια (λόγια του Ελύτη) τα κάνω όρθια.

Προτάσσεται στο άρθρο μια σύνοψη, που αποτελεί το δίδαγμα που καλείται να αποκομίσει ο αναγνώστης -ή όποιος βαριέται ή δεν έχει την απαραίτητη συγκέντρωση για να διαβάσει όλο το άρθρο:

Οι σύγχρονοι Έλληνες χρησιμοποιούν μόλις 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους από τον θησαυρό των 7 εκατομμυρίων που έχει η ελληνική γλώσσα –  Greeklish και ξενόφερτοι όροι διαβρώνουν και υποβαθμίζουν την ελληνική γλώσσα

Η πρώτη πρόταση περιλαμβάνει μια πλάνη (300 λέξεις) και ένα κατάφωρο ψέμα (7 εκατομμύρια). Η δεύτερη πρόταση, μια ακόμα αρκετά διαδεδομένη πλάνη. Έτσι, το ψέμα (7 εκατ.) που εισάγεται παρεμπιπτόντως αποκτά το κύρος δεδομένου, όπως θα λέγαμε π.χ. «από τους 52 νομούς που έχει η Ελλάδα» ή «από τις 50 πολιτείες των ΗΠΑ». Αλλά θα απαντήσω στα σημεία αυτά πιο κάτω.

Πρώτο Θέμα: Ο όρος «πανδημία» αναδείχθηκε σε λέξη του 2020 από το λεξικό MerriamWebster. Ετσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα, όμως, δεν πρόκειται να χάσει ούτε και φέτος τα πρωτεία. Πρόκειται για μία λέξη με αρχαιοελληνική προέλευση (από το παν+δήμος), η οποία υιοθετήθηκε από όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες και συνολικά από 54 ακόμα, τις οποίες ομιλούν συνολικά περισσότερα από δύο δισεκατομμύρια άτομα.

Νίκος Σαραντάκος: Λίγα έχω να παρατηρήσω στην εισαγωγή. Επισημαίνω πάντως ότι λέξη του 2020 αναδείχτηκε ο όρος pandemic, όχι ο όρος «πανδημία».

ΠΘ: Η επιρροή της ελληνικής γλώσσας στην υφήλιο είναι γνωστή και αναγνωρισμένη, καθώς έχει αφήσει το ανεξίτηλο στίγμα της στην Ιστορία και στον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο αμέτρητος πλούτος της αποτυπώνεται σε περίπου 7.000.000 λέξεις. Οπως έχει γράψει και ο Οδυσσέας Ελύτης, «Δεν ξέρω να υπάρχει παρά μία γλώσσα, η ενιαία ελληνική, όπως εξελίχθηκε από την αρχαία, που έφτασε να είναι το μεγάλο καμάρι μας και το μεγάλο μας στήριγμα… Τήν γλώσσαν μού έδωκαν ελληνικήν».

ΝΣ: Εδώ υπάρχει ένα κατάφωρο ψέμα σφηνωμένο ανάμεσα σε μια πομφόλυγα (πρώτη πρόταση) και σε ένα παράθεμα. Έτσι το ψέμα αποκτά κύρος. Διότι είναι χοντρό ψέμα ότι η ελληνική έχει «περίπου» 7 εκατ. λέξεις.Θα θυμάστε ότι στο Λερναίο κείμενο αναφέρεται ότι η ελληνική έχει 5 εκατ. λέξεις ενώ σε άλλες παραφυάδες δηλώνονται 6 εκατομμύρια. Προφανώς η κ. Λυγερού θέλησε να κάνει ρελάνς και να γράψει 7. Στην πραγματικότητα, οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής που σώζονται είναι περίπου 200.000, ενω για την «όλη» ελληνική ο καθηγητής Χ. Χαραλαμπάκης έχει κάνει την εκτίμηση των 700.000 λέξεων -που τη βρίσκω γενναιόδωρη.

Περαιτέρω, το παράθεμα από τον Ελύτη είναι συρραφή. Η πρωτη πρόταση είναι από τον λόγο του στη Στοκχόλμη κατά την απονομή του Νόμπελ, ενώ η άλλη δεν είναι από το ίδιο κείμενο με παράλειψη κάποιου τμήματος, όπως δηλώνουν οι τρεις τελείες, αλλά από εντελώς άλλο, προγενέστερο, από το Άξιον Εστί! Και βέβαια, δεν έγραψε έτσι ο Ελύτης, δεν ήταν Κύπριος ούτε πίστευε στην οξυγόνωση του εγκεφάλου να ντιντινίζει νι παντού: Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, έγραψε. Παρακαλείται η κ. Λυγερού να έρθει να πάρει τα τρία παραπανίσια νι που της έπεσαν.

ΠΘ: Ας σημειωθεί ότι τα 2/3 της αγγλικής γλώσσας αποτελούνται από λέξεις προερχόμενες από τις κλασικές γλώσσες (ελληνική και λατινική). Οι Ελληνες άλλωστε ήταν αυτοί που επινόησαν τα φωνήεντα. Παρ’ όλα αυτά φαίνεται ότι δεν είναι μονάχα ο  διακεκριμένος καθηγητής Γλωσσολογίας, πρώην πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Γεώργιος Μπαμπινιώτης που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το μέλλον της. Στο πλευρό του συντάσσονται αρκετοί διακεκριμένοι γλωσσολόγοι, οι οποίοι διαβλέπουν ότι αυτή απειλείται από την εισβολή των ξένων λέξεων.

ΝΣ: Αυτή η παράγραφος αποτελεί συρραφή τριών άσχετων προτάσεων, που συνδέονται μεταξύ τους με το ζόρι και καταχρηστικά. Ο πρώτος ισχυρισμός, ότι τα 2/3 των λέξεων της αγγλικής, έχει ελληνική ή λατινική προέλευση, επαναλαμβάνεται συχνά αλλά δεν φαίνεται να αληθεύει. Σε ανάλυση των 80.000 λημμάτων του SOD βρέθηκαν: 28% λέξεις γαλλικής προέλευσης, 28% λατινικά, συμπεριλαμβανομένων των νεολατινικών, 25% γερμανικές γλώσσες, 5,3% ελληνικά. Άρα, δεν επιβεβαιώνεται ο ισχυρισμός για τα 2/3. Περαιτέρω, η από κοινού αναφορά ελληνικών και λατινικών κρύβει την πολύ μεγαλύτερη συμβολή της λατινικής.

Ότι οι Έλληνες επινόησαν τα φωνήεντα είναι ακριβές, αλλά άσχετο.

Ως προς την τρίτη πρόταση, ποιοι είναι άραγε οι «διακεκριμένοι γλωσσολόγοι» που κρούουν τον κώδωνα μαζί με τον Μπαμπινιώτη; Εγώ δεν έχω δει κανέναν άλλον, και ξέρω πολλούς γλωσσολόγους.

ΠΘ: Οι σύγχρονοι Ελληνες έχουν υποβαθμίσει αισθητά την ποιότητα της γλώσσας τους. Κοινώς, το καθημερινό λεξιλόγιο του μέσου Ελληνα έχει φτωχύνει, ενώ τα πράγματα είναι ακόμα πιο δύσκολα στους κόλπους της νεολαίας. Εκεί γίνεται καθημερινή χρήση ξένων όρων, με αποτέλεσμα να μη χρησιμοποιούνται οι αντίστοιχοι ελληνικοί. Η ανθεκτικότητα που σηματοδότησε τη μακρά Ιστορία των Ελλήνων κινδυνεύει να διαβρωθεί από μια επίθεση αγγλικών όρων που κυριαρχούν τώρα στην καθημερινή ζωή.

ΝΣ: Ούτε ορίζεται τι σημαίνει «υποβάθμιση της ποιότητας της γλώσσας», ούτε αποδεικνύεται ότι το λεξιλόγιο του μέσου Έλληνα έχει φτωχύνει. Το μόνο τεκμήριο που παρέχεται είναι η (ας δεχτούμε ότι ισχύει) αυξημένη χρήση δάνειων όρων. Αλλά βέβαια, με τον δανεισμό το λεξιλόγιο πλουτίζει, δεν φτωχαίνει. Η αρθρογράφος δεν καταλαβαίνει ότι αντιφάσκει -ενώ μόλις υποστήριξε (έστω και με φουσκωμένα νούμερα) ότι χάρη στον δανεισμό πλουτίστηκε το λεξιλόγιο της αγγλικής γλώσσας, παραπονιέται ότι εξαιτίας του δανεισμού φτωχαίνει το λεξιλόγιο της ελληνικής!

ΠΘ: Πόσο μάλλον όταν στο Διαδίκτυο έχουν επικρατήσει τα λεγόμενα greeklish (ελληνικά γραμμένα με αγγλικούς χαρακτήρες). Κατά πολλούς γλωσσολόγους, η συνήθεια αυτή πλήττει ανεπανόρθωτα την ορθογραφία και κινδυνεύει να οδηγήσει στην απώλεια ή, τουλάχιστον, στην υποβάθμιση της ελληνικής γλώσσας. Ο έγκριτος «Guardian» αναρωτιέται σε δημοσίευμά του πώς είναι δυνατόν οι Ελληνες, που έχουν μία λέξη για τα πάντα, να τείνουν να απολέσουν αυτόν τον θησαυρό τους. Ούτε λίγο, ούτε πολύ αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων στην καθημερινή ζωή, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον εκβαρβαρισμό και την αλλοτρίωση της ελληνικής.

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι πολλοί μεν αλλά μη κατονομαζόμενοι γλωσσολόγοι! Πόσο πολλοί είναι; Ο εξης ένας, ο Μπαμπινιώτης -ή μάλλον κανένας, διότι και ο Μπαμπινιώτης, που πράγματι έχει ταχθεί κατά των γκρίκλις, δεν μιλάει ούτε για «ανεπανόρθωτο» πλήγμα ούτε για «απώλεια».

Κι έπειτα, ποιοι αναγνωρίζουν την εισαγωγή ξενόφερτων στοιχείων; Οι γλωσσολόγοι; οι Έλληνες; η Γκάρντιαν; Η ασάφεια είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα των γλωσσικών μύθων -να μη δηλώνεται καθαρά ποιος λέει και ποιος κάνει το κάθε τι.

ΠΘ: Τα «Συλλυπητήρια» έχουν αντικατασταθεί από το RIP. Αυτό είναι ένα μόνο από τα αμέτρητα παραδείγματα ότι οι Ελληνες έχουν πιο φτωχό λεξιλόγιο. Τουλάχιστον ένα 5% των αγγλικών λέξεων έχει ενσωματωθεί στην ελληνική γλώσσα. Αν και δεν φαίνεται ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό, σημαίνει ότι 3.000 αγγλικές λέξεις έχουν παρεισφρήσει στην ελληνική γλώσσα.

ΝΣ: Τρία πουλάκια κάθονται. Καταρχάς, τα «συλλυπητήρια» ΔΕΝ έχουν αντικατασταθεί από το RIP (Rest In Peace) όπως μπορεί να δει κανείς στο Φέισμπουκ όπου κάθε φορά που κάποιος αναγγέλλει τον θάνατο προσφιλούς του συγγενούς από κάτω βλέπουμε αμέτρητα «συλλυπητήρια» (κάποτε ειλικρινή, θερμά, από βάθους καρδίας κτλ.) και κανένα RIP. Kαι δεν μπορεί ο ένας όρος να αντικαταστήσει τον άλλον διότι χρησιμοποιούνται σε διαφορετική περίσταση -το RIP το γράφουν όταν αναγγέλλουν τον θάνατο κάποιου, και συνήθως κάποιου που δεν είναι συγγενής αλλά δημόσιο πρόσωπο, π.χ. ένας αγαπημένος καλλιτέχνης. Και δεν έχει αντικαταστήσει αλλά στέκει πλάι σε αντίστοιχους ελληνικούς όρους όπως «Αιωνία του η μνήμη», «Ας είναι ελαφρύ το χώμα» ή «Ας αναπαυθεί εν ειρήνη» (το κατά λέξη αντίστοιχο).

Kαι βέβαια, αυτο καθόλου δεν δείχνει ότι το λεξιλόγιο των Ελλήνων φτώχυνε -πώς μπορεί να φτωχαίνει όταν προστίθεται ένας όρος;

Όσο για το δεύτερο μισό της παραγράφου, δεν ξέρω τι νόημα βγάζετε εσείς. Η κ. Λυγερού φαίνεται να λέει ότι το 5% των αγγλικών λέξεων, δηλ. 3000 αγγλικές λέξεις έχουν «παρεισφρήσει» (λες και είναι κάτι αυτόχρημα κακό!) στην ελληνική γλώσσα. Πού βρήκε όμως ότι η αγγλική έχει μόνο 60.000 λέξεις; Δεν έχει δει το Oxford English Dictionary; Όσο για τον αριθμό των 3000, ομολογώ πως δεν ξέρω πόσα είναι τα αγγλικά δάνεια της ελληνικής, ουτε είναι εύκολο να τραβήξουμε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο δάνειο και στον περιστασιακό αγγλισμό. Ας πούμε, τι είναι το «φέικ νιουζ»; Δάνειο ή αγγλισμός; Μάλλον δάνειο, πλέον. Για να γίνει σωστά αυτή η δουλειά, πρέπει να πάρουμε σώματα κειμένων. Δεν γίνεται στο πόδι.

Αν ομως ισχύει η πληροφορία της κ. Λυγερού ότι έχουμε 3.000 λέξεις αγγλικής προέλευσης, προς τι ο συναγερμός; Δεν μας είπε στην αρχή του άρθρου της ότι η ελληνική έχει 7 εκατομμύρια λέξεις; Τι ψυχή έχουν οι αγγλοφερμένες τρεις χιλιαδούλες; Αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 1/2000 του λεξιλογίου, δηλαδή σταγόνα στον ωκεανό. Δεν το λέτε και στον Μπαμπινιώτη, κυρία Λυγερού μας, να σταματήσει να σκίζει τα ρούχα του;

ΠΘ: Οι γλωσσολόγοι προειδοποιούν ότι με την πάροδο του χρόνου το ποσοστό των αγγλισμών θα αυξηθεί. Κι ενώ ο Κωνσταντίνος Καβάφης χρησιμοποιούσε στα έργα του περίπου 3.500 διαφορετικές λέξεις και ο Ελύτης σχεδόν 8.000 λέξεις, οι νεοέλληνες εμφανίζουν ιδιαίτερα αδύναμο λεξιλόγιο, με αποτέλεσμα πολλές λέξεις να περνάνε στη λήθη. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά μέσον όρο κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους!

ΝΣ: Νάτοι πάλι οι Ανώνυμοι Γλωσσολόγοι! Βέβαια, εδώ θα συμφωνήσω μαζί τους, ότι πράγματι στο κοντινό μέλλον αναμένεται να αυξηθεί το «ποσοστό των αγγλισμών» (ό,τι κι αν σημαίνει ο όρος). Ως προς το λεξιλόγιο του Καβάφη και του Ελύτη, δεν ξερω από ποια εργασία έχει αντλήσει τα στοιχεία της η κ. Λυγερού -αλλά δεν τα αμφισβητώ. Θα αμφισβητήσω όμως εντονότατα την ουρανομήκη μπαρούφα ότι «κάποιοι χρησιμοποιούν μόνο 300 λέξεις στην καθημερινότητά τους» -και μάλιστα «κατά μέσο όρο», που σημαίνει ότι αν ο ειδήμονας της παρέας έχει 500 λέξεις τότε ο σκράπας της παρέας θα έχει ίσως 100. Αλλά θα αφήσω να απαντήσει στην κ. Λυγερού ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος το 2008 είχε γράψει: «Ο νέος που κατηγορούμε για τις 500 λέξεις δεν είναι ο ίδιος αυτός που γράφει μια κανονική έκθεση στο σχολείο, που συναγωνίζεται χιλιάδες άλλων νέων στις εισαγωγικές εξετάσεις ή που εξετάζεται προφορικά σε διάφορα αντικείμενα, χρησιμοποιώντας πολύ περισσότερες, μερικές χιλιάδες εναλλασσόμενων λέξεων;»

ΠΘ: Παρά την πληθώρα των πτυχίων, οι νέοι πάσχουν από λεξιπενία και σημασιολογική ένδεια. Επιδεινώνεται δηλαδή μια κατάσταση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού στον ελληνόφωνο κόσμο, τη στιγμή που η ελληνική γλώσσα έχει περίπου 100.000 ενεργές λέξεις και 300.000 σημασίες. Ενας μέσος Ελληνας, όμως, γνωρίζει μόνο λίγες χιλιάδες λέξεις.

ΝΣ: Αναπόδεικτες οι κατηγορίες για λεξιπενία και σημασιολογιή ένδεια, όπως και για επιδείνωση του αλφαβητισμού και του εγγραμματισμού. Αλλά σοκάρομαι βλέποντας την κ. Λυγερού να ξεφουσκώνει τη φούσκα των 7.000.000 λέξεων και να μας αφήνει  μόλις με 100.000 «ενεργές» λέξεις. Πού πήγαν οι 6.900.000 λέξεις μας; Πώς έγιναν «ανενεργές»;

Από την άλλη, μας λέει ότι «ο μέσος Έλληνας» γνωρίζει «λίγες χιλιάδες λέξεις» -μετράει και αυτούς που «χρησιμοποιούν μόνο 300»; Και πού βασίζεται ο αριθμός αυτός; Αν ισχύει ο ισχυρισμός της κ. Λυγερού, αυτό σημαίνει ότι αν δώσουμε σε έναν «μέσο Έλληνα» το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας, που έχει 75.000 λήμματα, ο μέσος Έλληνας θα γνωρίζει περίπου ένα λήμμα στα 15 του λεξικού; Ποιος το πιστεύει αυτό; (Δεν λέμε να χρησιμοποιεί τη λέξη, αλλά να τη γνωρίζει. Πολλοί δεν έχει χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν τη λέξη ‘αφαλάτωση’ αλλά ξέρουν τι σημαίνει).

ΠΘ: Υπάρχει και ο αντίλογος ότι η νεοελληνική δεν είναι αμιγής γλώσσα, με την έννοια ότι και στο απώτερο παρελθόν ενσωμάτωσε στον κορμό της έναν αριθμό τουρκικών λέξεων, κατά την περίοδο όπου η Ελλάδα τελούσε υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μπορεί άραγε η ελληνική γλώσσα να ανταποκριθεί στις νέες έννοιες, στα νέα αντικείμενα, στις νέες πραγματικότητες του 21ου αιώνα και μάλιστα με την αμεσότητα και την ταχύτητα που απαιτεί η ανάγκη επικοινωνίας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης;

ΝΣ: Πάλι τρία πουλάκια κάθονται. Ποια γλώσσα είναι αμιγής; Από πού κι ως πού είναι «απώτερο» παρελθόν η Τουρκοκρατία; Μόλις τώρα γιορτάζουμε τα 200 χρόνια της επανάστασης -ενώ πολλές περιοχές της Ελλάδας ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι το 1912. Και μόνο τα τουρκικά δάνεια καθιστούν «μη αμιγή» τη γλώσσα; Τα λατινικά, τα ιταλικά-βενετσιάνικα, τα σλάβικα, τα αλβανικά, τα γαλλικά δάνεια είναι εντάξει; Και σε τι «αντιλέγει» τάχα η ύπαρξη τουρκικών δανείων; Και τι σχέση έχει το πρώτο σκέλος της παραγράφου με το δεύτερο;

ΠΘ: Εκθεση της UNESCO προειδοποιεί ότι 2.500 χιλιάδες γλώσσες κινδυνεύουν να εξαφανιστούν. Υπάρχουν στη Γη περίπου 6.900 γλώσσες και κάθε δύο εβδομάδες πεθαίνει μία, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ. Οι γλώσσες που απειλούνται μιλιούνται κυρίως από μειονότητες στις ανεπτυγμένες χώρες της Βόρειας Αμερικής, της Ευρώπης και της Αυστραλίας. Το 1992 ένας εξέχων Αμερικανός γλωσσολόγος προέβλεψε ότι μέχρι το 2100 το 90% των γλωσσών του κόσμου θα έχει πάψει να υφίσταται. Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει επ’ ουδενί με εξαφάνιση, αλλά αυξάνεται ο διεθνής προβληματισμός για το πόσο λαβωμένη θα τν βρει ο επόμενος αιώνας…

ΝΣ: Πάλι καλά που αναγνωρίζει η αρθρογράφος ότι δεν κινδυνεύει με εξαφάνιση η γλώσσα!

Νομίζω ότι από τον σημείο προς σημείο σχολιασμό καταδείχτηκαν τα ψέματα, οι μισές αλήθειες και οι πλάνες του άρθρου, ανάκατα, όπως είπα, με αλήθειες.

Σε περίπτωση που η κ. Λυγερού θέλει να απαντήσει, ευχαρίστως θα δημοσιεύσω την απάντησή της. Θα την παρακαλέσω, στην περίπτωση αυτή, να μας αναφέρει μερικούς ακόμα από τους πολλούς μη κατονομαζόμενους γλωσσολόγους που διαρκώς αναφέρει.

Θα περίμενα όμως να σχολιάσει το άρθρο της κ. Λυγερού και ο κ. Μπαμπινιώτης, ο οποίος, όπως έχουμε δει, έχει έντονη παρουσία στα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα και τις τελευταίες εβδομάδες έσπευσε να απαντήσει και στον φίλο Παντελή Μπουκάλα, και στον Τάκη Θεοδωρόπουλο, αλλά και στον Χριστόφορο Χαραλαμπάκη.

Θα περίμενα λοιπόν από τον κ. Μπαμπινιώτη να απαντήσει και να διαψεύσει τις λερναιότητες του άρθρου της κ. Λυγερού: Όχι, δεν έχει 7 εκατομμύρια λέξεις η ελληνική γλώσσα. Όχι, δεν χρησιμοποιούν 300 λέξεις κατά μέσο όρο οι Έλληνες ή έστω κάποιοι Έλληνες. Θα περίμενα, αλλά μου φαίνεται πως θα περιμένω πολύ..

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 216 Σχόλια »

Το ντοκιμαντέρ «Ο λόγος της γραφής»

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2021

Προχτές, το Σάββατο, προβλήθηκε από το κανάλι της Βουλής το 56ο επεισόδιο της σειράς ντοκιμαντέρ του Μιχάλη Αναστασίου «Ο λόγος της γραφής», που ήταν αφιερωμένο σε μένα.

Αν το χάσατε, και θέλετε να το δείτε σε μεγάλη οθόνη, κατά πάσα πιθανότητα θα προβληθεί ξανά στις 6 Φεβρουαρίου, δηλ. το μεθεπόμενο Σάββατο, την ίδια ώρα, δηλ. στις 4 μ.μ.

Όμως, εκτός από την εκδοχή που προβλήθηκε στην τηλεόραση, υπάρχει και μια κάπως εκτενέστερη έκδοση του ίδιου υλικού, long version που λέει και ο κ. Μπαμπινιώτης, η οποία έχει ανέβει στο Γιουτούμπ και μπορείτε επίσης να τη δείτε ανά πάσα στιγμή. Είναι αυτή εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή, Γλωσσικοί μύθοι, Γλωσσοδιορθωτές, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Κινδυνεύει άραγε η ελληνική γλώσσα από τις ξένες λέξεις;

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2020

Πλησιάζουν τα περίεργα Χριστούγεννα της φετινής σημαδεμένης χρονιάς, κι αυτά σημαδεμένα, και δύσκολα βρίσκει κανείς θέμα συζήτησης άλλο από τον εγκλεισμό και τα προβλήματα που προκαλεί, οικονομικά και ψυχολογικά, τον καθημερινό αριθμό των θυμάτων, που πολύ αργά μειώνεται, το εμβόλιο που προβάλλεται ως πανάκεια.

Από αυτη την άποψη, είναι παραπάνω από καλοδεχούμενη η συζήτηση που ξεκίνησε για τον κίνδυνο που (υποτίθεται ότι) αντιπροσωπεύουν για τη γλώσσα μας οι ξένες λέξεις, ιδίως τα αγγλικά δάνεια, κι ας ξεκίνησε η συζήτηση από τη δυσαρέσκεια του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη για όρους όπως λοκντάουν, ντελίβερι ή click away, δηλαδή όρους που τους έφερε στο προσκήνιο ή και τους γέννησε η πανδημία. Με το να συζητάμε κάτι γλωσσικό, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι βρισκόμαστε σε πιο ανέφελους καιρούς.

Ειδικά για τον όρο click away συζητήσαμε προχτές, οπότε και ανέφερα, αν και χωρίς να σχολιάσω, το κυριακάτικο άρθρο του Γ. Μπαμπινιώτη στην Καθημερινή, στο οποίο ο καθηγητής απαντά σε σχετικά άρθρα του Π. Μανδραβέλη και του Τ. Θεοδωρόπουλου, οι οποίοι είχαν διαφωνήσει με την εκστρατεία του, και εκθέτει τις γενικοτερες απόψεις του εναντίον της «γλωσσικής αγγλοκρατίας» προσάπτοντας «γλωσσική ακηδία» σε όσους δείχνουν ανεκτικότητα ή μοιρολατρία σε αυτή την εισροή ξένων όρων.

Ακολούθησε ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, ενός σωματείου που κατά καιρούς έχει πάρει συντηρητικότατες θέσεις σε ζητήματα σχετικά με το γλωσσικό. Η ΠΕΦ καταγγελλει «την άκριτη υιοθέτηση αμετάφραστων ξενικών όρων σε ποικίλες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, με συνέπεια να νοθεύεται το γλωσσικό αίσθημα και βαθμιαία να μετατρέπεται η γλώσσα της καθημερινότητας σε ένα υβριδικό, αγγλοελληνικό ιδίωμα».

Φέρνουν τα εξής παραδείγματα: Βλέπουμε έτσι λέξεις που συνδέονται με το γλωσσικό αίσθημα πλατιών λαϊκών στρωμάτων, όπως π.χ. οι σχετιζόμενες με τον τομέα του αθλητισμού, να μετατρέπονται σε αγγλικές, όπως «Super League», αντί «Πρωτάθλημα Α΄ Εθνικής Κατηγορίας», Football League, αντί «Πρωτάθλημα Β΄ Εθνικής Κατηγορίας» κ.ο.κ. Το ίδιο συμβαίνει στον χώρο της πολιτικής, όπου τα «hot spots» τείνουν σχεδόν ολοσχερώς να αντικαταστήσουν τα «Κέντρα Φιλοξενίας», το «debate» την «τηλεμαχία», το «win win» το «αμοιβαίο όφελος» κ.λπ. Στον χώρο της οικονομίας, τα POS και τα Black Friday, τα takeaway, clickaway, e-shops, delivery κ.τ.τ. αποτελούν την κορυφή ενός ραγδαία διογκούμενου παγόβουνου.

Η ΠΕΦ θεωρεί επιτακτική ανάγκη τη «δημιουργία ενός επίσημου επιτελικού οργάνου, στελεχωμένου από πνευματικούς ανθρώπους που αποδεδειγμένα γνωρίζουν και μεριμνούν για τη γλωσσική και πολιτισμική μας παράδοση, οι οποίοι θα είναι σε θέση να δίνουν ανά πάσα στιγμή λύση στα προβλήματα που θέτει επί τάπητος η ανάγκη χρήσης νεολογισμών σε κάθε τομέα της καθημερινής δραστηριότητας. Οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να αναλάβουν και το έργο της σταδιακής αποκατάστασης των όρων που σήμερα έχουν αντικατασταθεί από ξενικούς«.

Τέλος, η ΠΕΦ υποστηρίζει ότι «επιβάλλεται να κατοχυρωθεί στο νέο σύνταγμα η προστασία της ελληνικής γλώσσας, με την ίδια στοργική μέριμνα η οποία προβλέπεται για την προστασία της χλωρίδας και της πανίδας του τόπου», παρόλο που την προηγούμενη φορά που υπήρξε συνταγματική προστασία της επίσημης γλωσσικής ποικιλίας, στο Σύνταγμα του 1911, αυτό οδήγησε σε διώξεις δημοτικιστών και σε καθήλωση της πνευματικής ζωής και, κατά τη γνώμη πολλών όπως του Γ. Σεφέρη, έβλαψε τη διδασκαλία της γλώσσας και τη διάπλαση γλωσσικού αισθήματος.

Δεν συμφωνώ με την ανακοίνωση του συνδέσμου των φιλολόγων. Καταρχάς, δεν τεκμηριώνεται η βαριά κατηγορία ότι η γλώσσα της καθημερινότητας έχει μετατραπεί σε «αγγλοελληνικό υβριδικό ιδίωμα», που αν την καλοσκεφτούμε θα σήμαινε ότι και ένας Άγγλος, χωρίς να έχει μελετήσει την ελληνική, μπορεί να την καταλάβει μέσες-άκρες ακριβώς επειδή τόσο πολλοί οροι θα του είναι οικείοι.

Ούτε γίνεται παραπομπή σε κάποια μελέτη που να δείχνει ότι ο αριθμός των εισαγόμενων «αμετάφραστων ξενικών όρων» έχει αυξηθεί κατακόρυφα. Κάποια από τα παραδείγματά τους, όπως η μετατροπή της Α’ Εθνικής Κατηγορίας σε Super League δεν είναι πρόσφατα (είναι όρος του 2006!), ενώ σε άλλες περιπτώσεις (hot spot, win win κτλ.) δεν αντικατέστησε ο ξένος όρος τον ελληνικό, όπως υποστηρίζει η ανακοίνωση, αλλά ο ξένος όρος προηγήθηκε και ο ελληνικός που προτάθηκε δεν κατάφερε να τον εκτοπίσει. Είναι εντυπωσιακό ότι φιλόλογοι, επιστήμονες άνθρωποι, κάνουν μια ανακοίνωση χωρίς να στηρίζονται σε επιστημονικά δεδομένα, σε κάποια έρευνα -απλώς σε εμπειρικές, καφενειακές θα έλεγα, παρατηρήσεις.

Ως προς την πρόταση για ίδρυση επιτελικού οργάνου, η ΠΕΦ παραβιάζει ανοιχτές πόρτες. Τέτοια όργανα υπάρχουν και συνεργάζονται στο Ελληνικό Δίκτυο Ορολογίας, με συμμετοχή και των μεταφραστικών υπηρεσιών των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Αλλά η τυποποίηση της ορολογίας είναι δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση, όπως θα διαπιστώσει όποιος επιχειρήσει να ασχοληθεί μαζί της (το λέω εκ πείρας).

Την πρόταση της ΠΕΦ την επικρότησε ο κ. Μπαμπινιώτης, σε νέα του ανάρτηση: Χαιρετίζω την πρωτοβουλία τής Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων (ΠΕΦ) να παρέμβει δημόσια και να εκφράσει την γνώμη της για τον καταιγισμό ξένων λέξεων που πλήττει τελευταία την γλώσσα μας κατά προκλητικό τρόπο. Διότι είναι πρόκληση γλωσσική το Black Friday, το click away, τα delivery με courier, το lockdown, τα rapid test (tests, συγγνώμη) και η επερχόμενη χριστουγεννιάτικη ευχή που θα μάς απευθυνθεί από πολλά καταστήματα, το Merry Christmas (έχετε δίκιο να φοβάστε, αγαπητέ μου αξεπέραστε δάσκαλε τής γελοιογραφίας, κ. Κώστα Μητρόπουλε ότι μπορεί και να μού επιφέρει λιποθυμία η εκτόξευση αγγλιστί τής συγκεκριμένης ευχής αντί τού «Καλά Χριστούγεννα» [γελοιογραφία στα Νέα]).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Ορολογία | Με ετικέτα: , , , | 227 Σχόλια »

Υπέρ Μπαμπινιώτου

Posted by sarant στο 30 Νοεμβρίου, 2020

Με μια μικρή δόση υπερβολής, θα μπορούσα να πω ότι χρωστάω χάρη στην κ. Αφροδίτη Μάνου, που μου έδωσε την αφορμή να γράψω ετούτο εδώ το άρθρο. Όμως εδώ σταματάει η προσπάθεια να μιμηθώ το «Υπέρ αδυνάτου» του Λυσία -δεν ταιριάζει άλλωστε στον κ. Μπαμπινιώτη, στυλοβάτη της πνευματικής μας ζωής, ο ρόλος του αδύνατου.

Ωστόσο, ο τίτλος στο σημερινό άρθρο είναι ακριβής. Πολλές φορές έχω επικρίνει τις γλωσσικές απόψεις του κ. Μπαμπινιώτη, σήμερα όμως θα τον υπερασπιστώ σε μιαν εντελώς άδικη επίθεση που δέχτηκε πρόσφατα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από την Αφροδίτη Μάνου. Το αστείο είναι ότι η επίθεση της κ. Μάνου είχε αφορμή το γνωστό πρόσφατο σημείωμα του κ. Μπαμπινιώτη σχετικά με την ελληνική απόδοση κάποιων όρων, το οποίο είχα κι εγώ σχολιάσει μάλλον αρνητικά πριν από 2-3 εβδομάδες. Αλλ’ ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Πριν από 2-3 μέρες, η κ. Μάνου δημοσίεψε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ το εξής σύντομο κείμενο:

«O κ. Μπαμπινιώτης δεν κατάργησε το ωμέγα απ’ τα ελληνικά; Δεν κατάργησε το πολυτονικό; Δεν μετάλλαξε τη γλώσσα μας, έτσι που να μην τη μαθαίνει κανείς; Δεν την άφησε ανοχύρωτη σε κάθε επέμβαση και παραμόρφωση; Τώρα παραπονιέται για το Take away;»

Δεν είναι σαφές αν η κ. Μάνου διαφωνεί με την πρόταση του κ. Μπαμπινιώτη για το take away, πάντως φαίνεται να το θεωρεί ζήτημα ήσσονος σημασίας μπροστά στα όσα υποτίθεται ότι έχει πάθει η γλώσσα μας, υποτίθεται εξαιτίας του κ. Μπαμπινιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσική αλλαγή, Γλωσσοδιορθωτές, Μακεδονικό, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , , | 257 Σχόλια »

Ποιος εντέλλεται;

Posted by sarant στο 11 Νοεμβρίου, 2020

Το σημερινό άρθρο το είχα, κατά κάποιο τρόπο, προαναγγείλει από προχτές. Βεβαια, το θέμα το συζητήσαμε αρκετά στα σχόλια, αλλά επειδή οι συζητήσεις που γίνονται στα σχόλια δεν διαβάζονται από πολλούς -πέρα απ’ όσους συμμετέχουν στη συζήτηση- έκρινα ότι το θέμα αξίζει ειδικό άρθρο. Εξάλλου, έχουμε ένα θέμα γλωσσικό κι ένα θέμα πολιτικό -ή μάλλον γλωσσοπολιτικό.

Λοιπόν, προχτές η καθηγήτρια κ. Βάσω Κιντή επέπληξε στον τοίχο της στο Φέισμπουκ την βουλεύτρια και πρώην υπουργό Όλγα Γεροβασίλη, η οποία σε τουίτ της είχε γράψει «η Δημοκρατία δεν εντέλλεται».

Όχι, λέει η κ Κιντή, η χρήση αυτή είναι λάθος, διότι «εντέλλομαι» σημαίνει «δίνω εντολές». Μάλλον χρειάζεται μαθήματα η κ. Γεροβασίλη. Από κάτω, φίλοι της κ. Κιντή σχολίασαν ξεσπαθώνοντας για την αμορφωσιά των Συριζαίων.

Το λεξικό του κ. Μπαμπινιώτη δίνει δίκιο στην κ. Κιντή. Kατά Μπαμπινιώτη, εντέλλομαι σημαίνει «αναθέτω σε κάποιον την εντολή για την εκτέλεση συγκεκριμένης αποστολής», π.χ. «ο υπουργός εντέλλεται τις αρμόδιες υπηρεσίες να τηρούν σχολαστικά τις κείμενες διατάξεις». Ο Μπαμπινιώτης έχει μάλιστα και ειδικό πλαίσιο στο οποίο εξηγεί για ποιο λόγο κατά τη γνώμη του είναι εσφαλμένη η χρήση «εντέλλομαι» με τη σημασία «δέχομαι εντολές». Θεωρεί λάθος φράσεις όπως «Τα λιμενικά όργανα εντέλλονται να παρακολουθούν την τήρηση των κανονισμών» και προτείνει αναδιατύπωση είτε με το «έχουν λάβει εντολή να…» είτε κάτι σαν «οι αρμόδιες λιμενικές αρχές εντέλλονται τα λιμενικά όργανα να…»

Από την άλλη, το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Τριανταφυλλίδη) δίνει δίκιο στην κ. Γεροβασίλη, αφού δέχεται για βασική σημασία του «εντέλλομαι» το «δέχομαι εντολή, διατάσσομαι» και ως σπανιότερη την ενεργητική σημασία. Να τι λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 274 Σχόλια »

Το ταχυφαγείο κάνει τροφοδιανομή

Posted by sarant στο 5 Νοεμβρίου, 2020

Μπορεί η υφήλιος να κρατάει την ανάσα της περιμένοντας να ενσωματωθούν τα αποτελέσματα του Πέρα Ουισκόνσιν και της Κάτω Πενσυλβανίας, αλλά στον μικρόκοσμο των ελληνικών μέσων κοινωνικής δικτύωσης συζητιέται επίσης ένα καινούργιο φιρμάνι του καθηγητή κ. Γ. Μπαμπινιώτη σχετικό με την ορολογία της πανδημίας. Κι επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν θα μπορούσαμε να το αφήσουμε ασχολίαστο.

Ο κ. καθηγητής σε τακτική βάση δημοσιεύσει σύντομα γλωσσικά σημειώματα στον «τοίχο» του στο Φέισμπουκ με τα οποία παρεμβαίνει στη γλωσσική συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων -και πολύ καλά κάνει που εκμεταλλεύεται τις πρωτόγνωρες δυνατότητες των νέων μέσων για να απευθυνθεί σε πολύ ευρύτερο κοινό. Κι άλλες φορές έχουμε εδώ συζητήσει τέτοιες παρεμβάσεις του. Την τελευταία, τη χαρακτήρισα «φιρμάνι», που είναι βέβαια όρος μειωτικός και ειρωνικός, αλλά νομίζω όχι αδικαιολόγητος -θα μπορούσα επίσης να πω «ουκάζιο» (ίσως υπάρχει έδαφος για ένα αρθράκι σχετικό με την ορολογία αυτή, όπου και ο φετφάς).

Αλλά ας δούμε περί τίνος πρόκειται. Ο κ. Μπαμπινιώτης προχτές δημοσίευσε στο Φέισμπουκ το κειμενάκι που βλέπετε στην εικόνα, που το συνόδεψε με την εξής εισαγωγή:

Μάς … take away και μάς σήκωσε με τον κορωνοϊό να καλπάζει και να οδηγούμαστε όλο και περισσότερο ως διατροφική διέξοδο σε… delivery, ενώ συγχρόνως βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από lockdown, γενικό ή mini lockdown. Έλεος (ή «ήμαρτον» που λένε κάποιοι)!
Κι εγώ («στον κόσμο μου», εννοώ … τον γλωσσολογικό) μέσα στην πανδημιακή αντάρα να παρακινώ (… «τέτοια ώρα τέτοια λόγια») τους εναπομείναντες γλωσσικά ευαίσθητους να θρηνολογούμε τουλάχιστον Ελληνικά! Αυτό κι αν είναι «γλωσσική αποκοτιά» εκ μέρους μου…

Όπως βλέπετε, μετά την καλογραμμένη εισαγωγή, ο κ. Μπαμπινιώτης προτείνει τρεις ελληνογενείς όρους για την απόδοση τριών αγγλικών (και διεθνών) όρων που ακούγονται καθημερινά τώρα με την πανδημία. Συγκεκριμένα, προτείνει:

απαγορευτικό για το lockdown

τροφοδιανομή για το delivery

για το σπίτι για το takeaway

Μόνο ο πρώτος από τους τρεις όρους είναι γέννημα-θρέμμα της πανδημικής περιόδου. Οι άλλοι δυο υπάρχουν εδώ και πολλά χρόνια στην καθημερινότητά μας, αλλά η αλήθεια είναι ότι πολλά από τα μέτρα περιορισμού αφορούν την εστίαση [και γι’ αυτόν τον όρο χρωστάς άρθρο, ακούγεται μια φωνούλα από το βάθος] άρα και αυτούς τους όρους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσοδιορθωτές, Ορολογία, Πανδημικά, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , | 308 Σχόλια »

Δυο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν… (Συνεργασία του Γιάννη Ρέντζου για τα Βόρεια Ιδιώματα)

Posted by sarant στο 19 Οκτωβρίου, 2020

Τις προάλλες, στο άρθρο για τη Μισοριξιά και το γιορτόπιασμα, εκεί που συζητούσαμε για το αν θα αποδώσουμε με απόστροφο ή όχι λέξεις που γράφονται όπως προφέρονται στα βόρεια ιδιώματα, έκανα ένα σχόλιο για το τι θα ίσχυε αν είχε αναγνωριστεί ως ξεχωριστή γλώσσα η «βορειοϊδιωματική». Στη συζήτηση που άρχισε μπήκε ο φίλος μας ο Δημόσιος Χώρος, που είναι παλιός φίλος και συνάδελφός μου και ξέρω ότι ασχολείται εδώ και πολλά χρόνια με τον τρόπο γραφής των Βόρειων Ιδιωμάτων, και επειδή εκδηλώθηκε ενδιαφέρον τον παρακάλεσα να γράψει ένα άρθρο για το ιστολόγιο -κάτι που έκανε πολύ πρόθυμα.

Εγώ τη δουλειά του Γιάννη την ήξερα επειδή εδώ και καιρό την εκθέτει στο ΦΒ, όπου μάλιστα βάζει και κείμενα σε ΒΙ. Μου αρέσει ιδιαίτερα που εξετάζει τη ΒΙ όχι σαν ιδίωμα της νέας ελληνικής ή ακόμα χειρότερα σαν παραφθορά αλλά σαν αυτοτελή γλώσσα.

Στο βιβλίο «Διάλεκτοι και ιδιώματα της Νέας Ελληνικής» του Νικ. Κοντοσόπουλου βρίσκουμε ότι τα Βόρεια Ιδιώματα είναι εκείνα που μιλιούνται στο (βόρειο) μεγαλύτερο τμήμα του ελλαδικού χώρου -Θράκη, Μακεδονία, Ήπειρο (πλην Θεσπρωτίας), Στερεά Ελλάδα πλην Αττικής και Βοιωτίας και νότιας Εύβοιας, καθώς και στα νησιά Λέσβο, Βόρειες Σποράδες, Λήμνο, Θάσο, Σαμοθράκη, Σάμο, και εν μέρει σε Άνδρο και Τήνο (στη Μακεδονία υπάρχουν κάποιες περιοχές όπου ομιλούνται ημιβόρεια ιδιώματα). Χοντρικά, λέει ο Κοντοσόπουλος, «θεωρείται σαν νότιο άκρο των βορειοελλαδικών ιδιωμάτων ο 38ος παράλληλος» -αυτός που χωρίζει τις Κορέες. Βέβαια, αυτός περνάει από την οδόν Αγίου Μελετίου, αλλά είπαμε: χοντρικά, λέει. Αλλά χάρτες δίνει και ο φίλος μας ο Γιάννης, με κάποιες μικρές διαφορές.

Δίνω όμως τη σκυτάλη στον φίλο μας, κατά κόσμον Γιάννη Ρέντζο, που έχει φροντίσει και για την πλούσια εικονογράφηση του άρθρου.

ΔΥΟ Ή ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΞΕΡΩ ΓΙ’ ΑΥΤΗΝ…

Θα πω μερικά πράγματα γι’ αυτή τη γλώσσα (ή τη διάλεκτο ή το ιδίωμα), όχι βέβαια σαν ειδικός αλλά με τα αισθήματα του γλωσσικού ακτιβιστή που μιλάει για τη γλώσσα του περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε και που σε κάποια στιγμή πληροφορήθηκε πως η γλώσσα του είναι τα …«Βλάχικα». Αυτός ήταν ο συνηθισμένος ή υπονοούμενος αθηναϊκός όρος για τα βόρεια ιδιώματα (ΒΙ). Τον ακούγαμε και τον ακούμε και σε ελληνικές ταινίες. Χρειάζεται να πω πως μεγάλωσα στην Πρέβεζα, μέσα στην πόλη, με πολλούς φίλους Βλάχους, αλλά είναι άλλο πράγμα τα ΒΙ. Δυστυχώς δεν είχα την ευκαιρία να βιώσω και το γεωργοκτηνοτροφικό λεξιλόγιο της υπαίθρου και να εμβαθύνω σε αυτό. Θυμάμαι που ένας ΒΙ-ικός ομιλητής μας εξηγούσε πως το «ζγούρ» είναι το αρνάκι που στο γύρισμα του 12μήνου σγουραίνει το μαλλί του… Μάλλον όμως είναι «ζυγούρι», από το ζυγό, δεύτερο, χρόνο του. Ωστόσο οι ονομασίες των περισσότερων φρούτων διατηρούσαν στην πόλη μου, εκτός εμπορίου εννοείται, την παραδοσιακή τους ονομασία: Σκάμνα (μούρα), γατσούμπρα (βατόμουρα), κούμπλα (κορόμηλα), μπαρδάκις (δαμάσκηνα), ζέρδιλα (βερίκοκα), χ’μουν’κά (ή «χχμουννκά»:  καρπούζια). Επίσης και άλλοι καρποί είχαν παραδοσιακά τοπικά ονόματα π.χ. καστραβέτσα (τα αγγούρια) καθώς και τα θαλασσινά π.χ. καπουσάντις (τα χτένια).

Κατά καιρούς φτάνουν ειδήσεις και πληροφορίες για προστασία, χρήση των ιδιωμάτων ή για θεμελιωμένη αμφισβήτηση, έστω και σατιρική, της κεντρικής νόρμας. Τα ελβετικά χαρτονομίσματα (επάνω αριστερά) αναγράφουν στα δικά τους βλάχικα, τα ραιτορομανικά, με λέξεις που θα τις ζηλεύε ο καλύτερος δικος μας ΒΙ-ικός ομιλητής, «Μπάνκα Νατζιουνάλα Σβίτσρα», χωρίς, μάλιστα, κάποια επανορθωτική απόστροφο εκεί στο Σβιτσ’ρα. Στη μεγάλη ημερήσια εφημερίδα της Κολωνίας την «Κέλνερ Στατ Άντσαϊγκερ» υπήρχε καθημερινά ‒και δεν ξέρω αν συνεχίζεται‒ δίστηλο άρθρο στα κολωνέζικα. Στο περιοδικό Courrier της UNESCO εμφανίζονταν συχνά άρθρα για την υποστήριξη της παγκόσμιας γλωσσικής Βαβέλ, ως κληρονομιάς  και ο Ιάπωνας συγγραφέας Χισάσι Ινόουε (Inoue Hisashi, 1934-2010) είχε γράψει το 1981 το σημαντικό σατιρικό μυθιστόρημα με τίτλο Kirikirijin «Οι άνθρωποι του Κιρικίρι» ή «Οι Κιρικιριώτες». Με αυτό ο συγγραφέας, σκιαγραφώντας την πολιτική «διαχωρισμού» που εφαρμόζεται σε βάρος των Κιρικιριωτών, αμφισβητεί την πολιτική, πολιτιστική και γλωσσική υπεροχή του Τόκιο.    

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Γενικά γλωσσικά, Ντοπιολαλιές, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 317 Σχόλια »

Τρεις σκηνές από τη «Βαβυλωνία»

Posted by sarant στο 11 Οκτωβρίου, 2020

Σύμφωνα με τον Σπύρο Ευαγγελάτο, η Βαβυλωνία έχει στην ιστορία του θεάτρου μας την αντίστοιχη θέση που έχει ο Μακρυγιάννης για την πεζογραφία μας. Ίσως υπερβολικό, πάντως το θεατρικό έργο του Δ. Βυζάντιου, από το 1836 που ανέβηκε πρώτη φορά μέχρι σήμερα έχει συνεχή παρουσία στις θεατρικές σκηνές, έχει γίνει κινηματογραφική ταινία, είναι οικείο σε πολύ κόσμο (έστω κι αν δεν το έχουν όλοι δει, πάντως ξέρουν μέσες άκρες σε τι αναφέρεται), ενώ έχει δώσει ακόμα και παροιμιώδεις εκφράσεις, όπως το «μπαμπά σου γλώσσα γιατί δεν μιλείς;» που χρησιμοποιούμε και στο ιστολόγιο -και πράγματι, ένα ιστολόγιο σαν το δικό μας είναι περίεργο που δεν είχε αφιερώσει νωρίτερα άρθρο στη Βαβυλωνία.

Θα παρουσιάσω σήμερα τρεις σκηνές από τη Βαβυλωνία, τον Αστυνόμο να ανακρίνει στη σειρά τρεις από τους πρωταγωνιστές του έργου. Όπως είδατε, θεώρησα δεδομένο ότι ξέρετε την υπόθεση του έργου, επειδή όμως μπορεί να μας διαβάζει και κανένας αλλοδαπός, ας δώσω την υπόθεση πολύ συνοπτικά:

Σε μια λοκάντα, πανδοχείο, στο Ναύπλιο, το 1827, οι θαμώνες πληροφορούνται τα χαρμόσυνα νέα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου και αποφασίζουν να γιορτάσουν με ένα τσιμπούσι την ελευθερία που ανατέλλει για την Ελλάδα. Ο καθένας προέρχεται από διαφορετικό μέρος του ελληνόφωνου χώρου και μιλά διαφορετική διάλεκτο: ένας Ανατολίτης, ένας Πελοποννήσιος, ένας Χιώτης, ένας Κρητικός, ένας Αλβανός, ένας Κύπριος, ενώ υπάρχει κι ένας Λογιώτατος που μιλάει σε αρχαΐζουσα (ή μάλλον αρχαία) γλώσσα. Ο συγγραφέας από την αρχή εκμεταλλεύεται τις διαφορετικές γλωσσικές ποικιλίες για κωμικό αποτελεσμα, αλλά και η κορύφωση του δράματος σε γλωσσική παρεξήγηση οφείλεται, όταν ο Κρητικός λέει στον Αλβανό ότι «ήρθατε στην Κρήτη και φάγατε τα κουράδια μας» εννοώντας πρόβατα -και ο Αλβανός καταλαβαίνει την πανελλήνια σημασία της λέξης, οργίζεται πάνω στο μεθύσι του, βγάζει την πιστόλα και τον τραυματίζει.

Έρχεται ο Αστυνόμος, που είναι Επτανήσιος και μιλάει σχεδόν ακατανόητα από τους πολλούς ιταλισμούς, τους ανακρίνει και τους βάζει όλους φυλακή. Εμφανίζονται μετά η ερωμένη του Κρητικού με την παραμάνα της και έναν γιατρό και τελικά τους αποφυλακίζει όλους και το έργο τελειώνει με καινούργιο τσιμπούσι. .

Η Βαβυλωνία έχει εκδοθεί πολλές φορές, αλλά σας συστήνω την έκδοση της Νέας Ελληνικής Βιβλιοθήκης (Ερμής, τώρα Εστία) σε εισαγωγή και επιμέλεια του Σπύρου Ευαγγελάτου, που έχει πολύ διαφωτιστική εισαγωγή από την οποία παραθέτω μερικά, όχι πολλά, πράγματα. Επίσης, η έκδοση αυτή έχει και τις δύο μορφές της Βαβυλωνίας, διότι μετά την πρώτη παράσταση του έργου οι ηθοποιοί πρότειναν στον Βυζάντιο πολλές αλλαγές, κι έτσι η δεύτερη μορφή, που είναι αυτή που ξέρουμε και που παίζεται, διαφέρει πολύ από την πρώτη στις λεπτομέρειες.

Ο συγγραφέας λεγόταν Δημήτριος Κωνσταντίνου Χατζηασλάνης, γεννήθηκε περί το 1790 στην Πόλη και το 1821 κατέβηκε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον ξεσηκωμό (ήταν γλωσσομαθής, αφού πρωτύτερα ήταν διερμηνέας του Μπέη της Τύνιδας). Πήρε το ψευδώνυμο Βυζάντιος που δείχνει την καταγωγή του και υπηρέτησε σε διάφορες δημόσιες θέσεις στα χρόνια της επανάστασης και επί Καποδίστρια αλλά επί Αντιβασιλείας ψυχράνθηκε, αποσύρθηκε στην Πάτρα και βιοποριζόταν ως αγιογράφος. Πέθανε το 1853. Εκτός από τη Βαβυλωνία έγραψε και άλλα θεατρικά (Σινάνης, Γυναικοκρατία, Κόλακας) όπου επίσης παίζει με τη γλώσσα και εκμεταλλεύεται τις διαφορετικές διαλέκτους για κωμικό αποτέλεσμα.

Στην εισαγωγή του, ο Ευαγγελάτος συγκαταλέγει τη Βαβυλωνία στην πεντάδα των παλαιών «θεατρικών έργων που ακόμα ζουν», δηλ. που έχουν παρουσία στη σκηνή. Τα άλλα τέσσερα είναι η Ερωφίλη του Χορτάτση (π. 1600), ο Φορτουνάτος του Φόσκολου (1655), ο Χάσης του Γουζέλη (1790) και ο Βασιλικός του Μάτεση (1829). Βέβαια, αυτά τα έγραφε το 1972 -εικάζω πως αν τα έγραφε σήμερα, ή έστω δυο δεκαετίες αργότερα, θα περιλάμβανε περισσότερα έργα, ανάμεσά τους τις κωμωδίες του Χουρμούζη (Τυχοδιώκτης, Υπάλληλος, Λεπρέντης) που παίχτηκαν πολύ μετά τη μεταπολίτευση ή τον Κατζούρμπο και άλλα, που ο ίδιος τα γνώρισε στο ευρύ κοινό.

Αλλά το χαρακτηριστικό είναι ότι από αυτή την πεντάδα έργων, όλα τους ανέβηκαν στη σκηνή και τα γνώρισε το αθηναϊκό κοινό αιώνες μετά τη γραφή τους (η Ερωφίλη παίχτηκε στην Αθήνα 330 χρόνια μετά τη συγγραφή της, ο Βασιλικός περί τα 100) ενώ η Βαβυλωνία παίχτηκε τον επόμενο χρόνο, αμέσως δηλαδή -και ποτέ δεν έπαψε να παίζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά ευτράπελα, Θεατρικά, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 166 Σχόλια »

Ο Μήτσος Μαυρομάτης και ο πληθυντικός της ευγενείας

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2020

Στις συζητήσεις που κάνω στα σόσιαλ, όταν συζητάω με αγνώστους προτιμώ να τους απευθύνομαι τον πληθυντικό. Το ίδιο άλλωστε κάνω και στο φαρμακείο ή στην τράπεζα ή στο περίπτερο, ακόμα κι όταν είναι αρκετά νεότερος ο άλλος. Οπότε, απαιτώ και τον πληθυντικό από τους άγνωστους συνομιλητές μου.

Εδώ όχι, εδώ είμαστε γνωστοί: οι περισσότεροι ταχτικοί θαμώνες έχουμε γνωριστεί και στην πραγματική ζωή και με όσους δεν έχουμε γνωριστεί από κοντά γνωριζόμαστε καλά στον κυβερνοχώρο, οπότε ο πληθυντικός δεν έχει θέση.

Κάποιες φορές, όταν δηλώνω την προτίμησή μου για πληθυντικό ευγενείας, βρίσκονται κάποιοι να μου θυμίσουν πως οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν πληθυντικό ευγενείας. Θα θυμάστε ίσως μια συζήτηση ανάμεσα στον Άδωνη Γεωργιάδη και τη Λιάνα Κανέλλη, όπου ο πρώτος ζήτησε πληθυντικό, η δεύτερη του απάντησε ότι οι αρχαίοι δεν είχαν πληθυντικό, και το βλήμα ο Άδωνης απάντησε το αμίμητο «είχαν όμως δυικό»! Εγώ δεν απαντάω έτσι σε όσους μου λένε αυτό για τα αρχαία. Δίκιο έχετε, τους απαντώ, οπότε αν μου μιλήσετε στα αρχαία ελληνικά χρησιμοποιήστε ενικό. Συνήθως ο συνομιλητής μου, που αρκετές φορές έχει αρχαιόπρεπο ψευδώνυμο, δεν συνεχίζει τη συζήτηση.

Άλλοι τονίζουν ότι και στα νεότερα ελληνικά είναι ξενόφερτος ο πληθυντικός, διότι ήρθε από τους γαλλοτραφείς λογίους μετά την ίδρυση του κράτους. Βέβαια και πάλι 200 χρόνια είναι αρκετά για να ριζώσει μια κοινωνική συνήθεια και να μη θεωρείται επείσακτη: τα κλαρίνα, τα κάλαντα, η χριστουγεννιάτικη γαλοπούλα ή το δέντρο των Χριστουγέννων είναι όλα νεότερα και κανείς δεν τα θεωρεί επείσακτα.

Πολλοί επηρεάζονται από τα αγγλικά, όπου δεν υπάρχει πληθυντικός ευγενείας. Βέβαια, δεν υπάρχει, επειδή ο τύπος του πληθυντικού έχει επικρατήσει και στον ενικό. Ο Σέξπιρ έχει το thou του ενικού, το οποίο όμως από τότε άρχισε να θεωρείται τραχύ κι έτσι περιθωριοποιήθηκε.

Αλλά παρέλειψα να κάνω μιαν ανασκόπηση του πληθυντικού ευγενείας. Στα αρχαία ελληνικά όπως είπαμε δεν υπάρχει, ούτε στα κλασικά λατινικά. Εμφανίζεται στα λατινικά της αυτοκρατορικής εποχής και ιδίως της ύστερης αρχαιότητας. Από εκεί περνάει σε αρκετές νεότερες γλώσσες (παρακάτω θα πούμε για τα ιταλικά), ενώ εμφανίζεται και στις σλαβικές γλώσσες, δεν ξέρω πώς και πότε. Περισσότερα, εδώ.

Όμως το ερώτημα παραμένει: πότε μπήκε στη γλώσσα μας ο πληθυντικός; Αν πάμε στο Εικοσιένα θα δούμε ότι πχ ο Μακρυγιάννης μιλάει στους πάντες στον ενικό, κι ας είναι βασιλιάδες ή πασάδες. Τα γράμματα που έστελναν στον Αλή Πασά, μπορεί να έχουν χίλιους δυο τεμενάδες, αλλά είναι στον ενικό, πχ Υψηλότατε και πολυχρονεμένε ντοβλετλή βεζίρ εφέντη μου, σκλαβικώς σε προσκυνώ και το χρυσό σου μέστι φιλώ και τον θεόν παρακαλώ διά το κάθε χαϊρλί μουράτι της καρδιάς σου, αμήν, αμήν

Τον προσκυνάει «σκλαβικώς» και του φιλάει το μέστι, είδος εσωτερικού υποδήματος, αλλά στον ενικό.

Στο αρχείο του Μαυροκορδάτου έχουμε αρκετές επιστολές που απευθύνονται στον Πρίγκιπα στον πληθυντικό, αλλά και άλλες στον ενικό. Θα σκεφτόταν λοιπόν κανείς ότι με τους Φαναριώτες ήρθε ο πληθυντικός στα μέρη μας.

Σε ένα βιβλίο που διάβασα πρόσφατα βρήκα παλαιότερα δείγματα. Πρόκειται για μια συλλογή κειμένων του Σπύρου Ασδραχά, με τίτλο Πρωτόγονη επανάσταση, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις του ΕΑΠ πέρυσι, μαζί με το δικό μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα». Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή για τους κλέφτες και τους αρματολούς, με ειδική έμφαση στο άσμα και στο πρόσωπο του Χρίστου Μηλιόνη.

Eκεί λοιπόν υπάρχουν δυο γράμματα στα οποία χρησιμοποιείται πληθυντικός ευγενείας το 1785, αρκετά νωρίτερα δηλαδή από τον ερχομό του Μαυροκορδάτου και των άλλων Φαναριωτών. Τα γράμματα έχουν και κάποιο ενδιαφέρον, ας πούμε γλωσσικό και ιστορικό, οπότε τα σκανάρισα και τα βάζω εδώ. Το 1785 λοιπόν ο Μήτσος Μαυρομάτης, προεστός στο Βραχώρι, γράφει στον Οθωμανό βαλή του Κάρλελι (που είδαμε χτες ότι είναι η Αιτωλοακαρνανία) και του ζητάει να μεσολαβήσει στον Βενετό προβλεπτή της Λευκάδας για μια υπόθεση ενός εξαδέλφου του.

Ο εξάδελφος του Μαυρομάτη είχε συνεταιριστεί με τον καπετάν Γιάννη Σταθά στην ενοικίαση προσόδων, ίσως απο κάποιο ιχθυοτροφείο. Ο Γιάννης Σταθάς δολοφονήθηκε και άφησε κάποιο χρέος στον συνεταίρο του και στη συνέχεια η μάνα του και ο γαμπρός του, που τον κληρονόμησαν, αρνούνταν να αναγνωρίσουν το χρέος. Δεδομένου ότι αυτοι έμεναν στην Πρέβεζα, ανήκαν σε άλλο κράτος, στη Βενετιά, γι’ αυτό και ήταν αναγκαία η μεσολάβηση του προβλεπτή. Στο βιβλίο υπάρχουν κι άλλα κείμενα για τον Σταθά και για τη μητέρα του που ενώ ήταν ιδιαίτερα μαχητική και δραστήρια δεν φαίνεται να άφησε πουθενά το όνομά της αφού όλοι την αποκαλούν Βασίλαινα.

Τα δυο γράμματα, στα οποία χρησιμοποιείται πληθυντικός.

  1. Ο βαλής του Κάρλελι στον πρεβεδούρο της Αγια-Μαύρας:

Από εμένα τον Ομέραγα μουσελίμη και βαλή του Κάρλελι προς τον εξοχώτατον και περιπόθητόν μας φίλον οστραζορδινάριον και πρεβεδούρον της Αγίας Μαύρας, προβλεπτήν και εξουσιαστήν του κόρφου των δύο κάστρων της Πρέβεζας πέμπομεν τον φιλικόν και ακριβόν μας χαιρετισμόν.

Ο εξάδελφος του εδικού μας κυρ Μήτζου Μαυρομάτη Ζαφείρη Τζιτζόνης είχε ανακατευτεί εις δεκατιές καί σύνορα συντροφικώς με τον καπετάν Γιωργάκη επέρσι· και πριν τελειώσει τους λογα­ριασμούς του εσκοτώθηκε. Και τώρα η μητέρα του με τον γαμπρόν του τον Μπαγιάτζον, οπού είναι καθολικοί κληρονόμοι, δυστροπούν και δεν θέλουν να γροικήσουν τελείως λογαριασμόν, μόνον επροχτές οπού επήγεν εκεί του έλεγαν ξύλα κούτσουρα. Διά τούτο αποφά­σισα και τον στέλνω αυτού εις την εξοχότητά σας και παρακαλώ να προστάξετε την Βασίλαινα με τον γαμπρόν της να έλθουν αυτού εις την Αγίαν Μαύραν και ύστερα να βάλετε δυο-τρεις τιμημένους πραγματευτάδες να θεωρησουν τες υπόθεσές τους· και όταν δώ­σουν οι κριταί το δίκαιον εις τον άνωθεν Ζαφείρην, να στενέψετε την Βασίλαινα και τον γαμπρόν της διά να τον πληρώσουν. Και προσμένω την φιλικήν σας απόκρισιν περί τούτου. Ταύτα μεν και από τον θεόν σας προξενούμεν κάθε υγίειαν και ευτυχίαν.

1785, Σεπτεμβρίου 30, Βραχώρι

Στο αριστερό περιθώριο του φ. 1 υπογραφή και τύπος σφραγίδας στα τουρκικά· στο φ. 2 η διεύθυνση του παραλήπτη:

Τω εξοχωτάτω και περιποθήτω μας φίλω οστραζοδινάριω της Αγίας Μαύρας, προβλεπτή και εξουσιαστή του κόρφου των δύο κάστρων, Πρέβεζας και Βόνιτζας,

φιλικώς δοθήτω

Εις Αγίαν Μαύραν

 * Να σημειωθεί ότι ο τύπος «οστραζοδινάριε» που αποκαλούν τον πρεβεδούρο είναι το Provedditore Estraordinario, όπως ήταν ο τίτλος του (Ανώτερος Προνοητής). Αλλού θα βρείτε να τον λένε μέχρι και… σταβροδινάριο ή στραβοδινάριο.

2. Ο Μήτσος Μαυρομμάτης στον πρεβεδούρο της Αγίας Μαύρας

Εξοχώτατε αυθέντα μου οστραζοδινάριε, πρεβεδούρε της Αγίας Μαύρας, προβλεπτά και εξουσιαστά των δύο κάστρων του Κόλφου, Πρέβεζας και Βόνιτζας, την εξοχότητά σας δουλικώς προ­σκυνώ και φιλώ το τιμημένον σας χέρι.

Ο ενδοξότατος φίλος σας Μουσελίμαγας, σας γράφει και σας παρακαλεί με την φιλικήν του γραφήν διά κάποιαν διαφοράν οπού έχει ο εξάδελφός μου κυρ Ζαφείρης Τζιτζόνης με τη μητέρα του ποτέ καπετάν Γεωργάκη και με τον γαμβρόν της Παγιάτζον. Όθεν σας παρακαλώ και εγώ αυτού οπού έρχεται, να προστάξετε δύο τιμημένους κριτάδες να θεωρήσουν την υπόθεσίν τους και ό,τι ήθελαν αποφασίσει εκείνοι οι κριταί της υποθέσεως, τότε να στενεύσετε την Βασίλαιναν με τον γαμβρόν της να τον πληρώσουν καθώς απαιτεί το δίκαιον, οπού αυτοί είναι κληρονόμοι του αποθανόντος. Επροχθές έστειλα του ανθρώπου μου Πάνου Καλαμπόκη ταμπάκον οκάδες δώδεκα διά να σας τον στείλει, οπού μου είχετε παραγγείλει· και του έστειλα και άλλες δώδεκα, οπού γίνονται εικοσιτέσσαρες. Και αυτόν, ήγουν τες δώδεκα οκάδες, να τον δεχθήτε διά σημείον της ταπεινής μου ευλαβείας και τον άλλον θέλετε δώκει το κόστος του Καλαμπόκη, καθώς επροστά­ξετε· δεν ήτον μεγάλη η δουλειά, όμως τί να κάμω οπού έτζι με αποφασίσετε; Ταύτα, και μην έχοντας άλλο την ξαναπροσκυνώ με όλον το σέβας, φιλώντας το τιμημένον της χέρι.

1785 Π(αλαιό)ν έτ(ος) Οκτωβρίου 7. Βραχώρι.

Της εξοχότητάς της δούλος ταπεινός
Μήτζος Μαυρομάτης

Στο φ. 2 η διεύθυνση του παραλήπτη:

Τω εξοχωτάτω αυθέντη μου οστραζοδιναρίω πρεβεδούρω Αγίας Μαύρας, προβλεπτή και εξουσιαστή των κάστρων του Κόλφου

προσκυνητώς
Εις Αγίαν Μαύραν

Οποτε, ο Μαυρομάτης ή ο γραμματικός του αλλά και ο (Έλληνας, σχεδόν σίγουρα) γραμματικός του Οθωμανού αγά χρησιμοποιούν πληθυντικό στην αλληλογραφία τους με τον πρεβεδούρο -ο πρώτος προς ανώτερο, ο δεύτερος προς ίσον.

Σίγουρα θα υπάρχουν και παλαιότερα δείγματα και περιμένω να μου τα παρουσιάσετε στα σχόλια.

Πάντως, ο πληθυντικός του Καρλελιώτη προεστού δύσκολα θα οφείλεται σε γαλλική επιρροή. Μήπως είναι όμως βενετσιάνικη; Στα ιταλικά σήμερα ο πληθυντικός ευγενείας εκφράζεται με το τριτοπρόσωπο Lei, αλλά αν θυμάμαι καλά τις ιταλικές όπερες που μου αρέσουν, και που είναι ολες γραμμένες εκείνα περίπου τα χρόνια, ο τύπος ευγενείας είναι το voi, το β’ πληθυντικό. Οπότε, κάνω την υπόθεση ότι υπάρχει βενετσιάνικη επιρροή. Μπορεί να αλλάξω την υπόθεση μου με βάση τα ευρήματά σας ή να την ενισχύσω.

 

Posted in Γραμματική, Γενικά γλωσσικά, Παρουσίαση βιβλίου, Παλιότερα ελληνικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 222 Σχόλια »

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 4

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2020

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όποτε είναι να βγάλουνε καμιά με μπικίνι, είναι να λένε «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν νομίζω να τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει τρία άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019, άλλο ένα τον Οκτώβριο του 2019 και το τρίτο φέτος τον Μάιο. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το τέταρτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια πράγματα και έχω προσθέσει και υλικό απο τα σχόλια που έγιναν.

* Κορονιός λοιπόν

Μου γράφει φίλος από Κέρκυρα και μεταφέρω χωρις να προσθέσω τίποτα:

Το έχω ακούσει κάμποσες φορές εδώ, αλλά επειδή τώρα δα έτυχε να το ακούσω δυο φορές μέσα σε δύο λεφτά, τη μία από έναν λαϊκό τύπο που φώναζε στο κινητό στ’ αριστερά μου και την άλλη από έναν σοβαρό κύριο που μιλάει χαμηλόφωνα στα δεξιά μου, σκέφτηκα να το γράψω: Εδώ λοιπόν, τον γνωστό κορονοϊό, πολλοί στην καθημερινή κουβέντα τον λένε κορονιό, τρισύλλαβα και με το ι ημίφωνο.

Αυτό για όσους λένε ότι κάποιοι φωνητικοί κανόνες χάθηκαν στα νέα ελληνικά (αυτά με τη «χασμωδία» ή όπως αλλιώς τα λένε), επειδή έτσι αποφάσισαν καλοσιδερωμένοι φιλόλογοι και επιμελητές.

Εδώ προσθέτω. Στα σχόλια πολλοί είπαν ότι έχουν ακούσει κι αυτοί να λένε κάποιοι «κορονιός» -και το βρίσκω απολύτως φυσικό. Κι εγώ έχω ακούσει το «κορονιός» αν και πιο απλά ακούω «κορόνα» -έπαθε κορόνα, κόλλησε κορόνα.

* Skalkottas

Πριν από μερικές μέρες έφυγε από τη ζωή ο σκακιστής Νίκος Σκαλκώτας, γιος του μεγάλου συνθέτη Νίκου Σκαλκώτα -που δεν πρόλαβε να γνωρίσει, αφού ο πατέρας πέθανε δυο μέρες πριν γεννηθεί ο γιος.

O σκακιστής Σκαλκώτας (1949-2020) ήταν εξαιρετικός άνθρωπος, λένε όσοι τον γνώρισαν -εγώ από μακριά μόνο τον είχα δει, σε διάφορους αγώνες. Ήταν ο πρώτος Έλληνας σκακιστής που νίκησε σε διεθνές τουρνουά στο εξωτερικό.

Ο πατέρας γράφεται στη διεθνή βιβλιογραφία Skalkottas. Απορούσα γιατί και σήμερα έμαθα χάρη σε ποστ φίλου.

Ο ίδιος έβαλε το tt όταν ζούσε στη Γερμανία γιατί το Skalkotas οι Γερμανοί το πρόφεραν Σκαλκόοτας.

Στα σχόλια κάποιος επισήμανε ότι ο Χωραφάς γράφει το όνομά του στα γαλλικά Cοrraface.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γενικά γλωσσικά, Πανδημικά, Σφηνάκια, Σκάκι, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »

Τα έκανε θάλασσα: οι 50 αποχρώσεις της αποτυχίας

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2020

Πριν από μερικές μέρες γράψαμε εδώ για τη νίλα, που έχει φτάσει να σημαίνει την παταγώδη αποτυχία, σε άλλο άρθρο είδαμε την έκφραση «την πάθαμε χιώτικα» και κατά σύμπτωση στην ομάδα «Τα υπογλώσσια» άνοιξε ένα νήμα συζήτησης όπου καταγράφονταν εκφράσεις που να δηλώνουν την αποτυχία.

Παίρνοντας αφορμή από τα παραπάνω, σκέφτηκα σήμερα να παρουσιάσω όσο περισσότερες εκφράσεις μπόρεσα να βρω, που περιγράφουν την έννοια της αποτυχίας. Πρέπει να έχουμε πολλές, ίσως επειδή το να διαπιστώνουμε την αποτυχία του άλλου είναι κάτι που μας παρηγορεί και μας επιβεβαιώνει.

Στο ιστολόγιο έχουμε κάνει άλλα δυο τέτοια άρθρα καταλογογράφησης, για τις 50 αποχρώσεις του χρήματος και της μέθης.

Βέβαια, η έννοια της αποτυχίας μπορεί να συνδέεται και να επικαλύπτεται και με άλλες, ας πούμε την έννοια της ματαιοπονίας -η έκφραση «έκανε μια τρύπα στο νερό» μπορεί να εκφράζει και αποτυχία και ματαιοπονία- ή πολύ περισσότερο με την έννοια της ήττας, του παθήματος, της συμφοράς -και πιο πέρα, της εξαπάτησης. Επίσης, υπάρχουν διαβαθμίσεις στην αποτυχία όπως επίσης υπάρχουν και είδη αποτυχίας -αποτυχία είναι και το να μην καταφέρεις να κερδίσεις κάτι, αλλά διαφέρει απο τη συντριβή.

Υπάρχουν επίσης τομεακές αποτυχίες δηλ. εκφράσεις για την αποτυχία στον έρωτα ή για την αποτυχία σε εξετάσεις κτλ.

Ξεκινάμε λοιπόν τον κατάλογό μας, τιμής ένεκεν από την έκφραση του τίτλου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γενικά γλωσσικά, Ευτράπελα, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , | 169 Σχόλια »