Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γιατί (δεν) το λέμε έτσι’ Category

Και πάλι για τον άμπακο, τον αγλέουρα, τον περίδρομο και το καταπέτασμα

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2017

Όπως έχω πει, το καλοκαίρι τούτο θα βάζουμε αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων. Έχω ξεχωρίσει μερικά άρθρα υποψήφια προς επανάληψη (από τα 3000+ που έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο στα 8+ χρόνια που εκπέμπει) αλλά το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά. Μου το θύμισε όμως η μητέρα μου, που μου έγραψε πως η φίλη της η Λούλη μου ζήτησε να γράψω από πού προέρχεται η λέξη «αγλέορας». Φυσικά, έχουμε παρουσιάσει σχετικό άρθρο, και καθώς το βρήκα διαπίστωσα ότι είναι αρκετά παλιό (κοντεύει να κλείσει επταετία από την πρωτη δημοσίευσή του) και δεν είχε σχολιαστεί και πολύ όταν πρωτομπήκε, άρα προσφέρεται για αναδημοσίευση.

Για να μην παραπονιούνται όσοι ισχυρομνήμονες θυμούνται το παλιότερο άρθρο, έχω συμπεριλάβει σε τούτη την αναδημοσίευση στοιχεία από άλλο ένα παλιό άρθρο, ενώ στην αρχή της σημερινής αναδημοσίευσης προτάσσω έναν καταλογο με εκφράσεις που τις λέμε όταν κάποιος τρώει πολύ και που καλείστε να τον συμπληρώσετε. Δηλαδή τούτη η αναδημοσίευση περιέχει υλικό από τρία παλιά άρθρα -ε, συμφέρει!

Το αρχικό άρθρο είχε γραφτεί το 2010, ως συνέχεια ενός άλλου άρθρου που είχε αφορμή τη διάσημη πλέον φράση του Θ. Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε».

Εκείνο το άρθρο κατέληγε με τη διαπίστωση ότι κάποιοι όχι μόνο τρώνε αλλά και ξεπερνούν τη χόρταση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά:

καταβροχθίζουν, χλαπακιάζουν, γουρουνιάζουν, σαβουρώνουν, γκουμουλώνουν, ντερλικώνουν, περιδρομιάζουν, τρώνε τον αγλέουρα, τον αβλέμονα, τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, την κάνουν ταράτσα, την τυλώνουν, τρώνε μέχρι σκασμού, μέχρι κορεσμού, μέχρι να γκώσουν, μέχρι να πρηστούν, μέχρι να σμπλουνιάσουν.

Θα συμπληρώσετε ίσως τον κατάλογο στα σχόλια, πάντως πολλές από τις παραπάνω λέξεις και εκφράσεις έχουν λεξιλογικό ενδιαφέρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Σύρμα!

Posted by sarant στο 15 Δεκέμβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι απόρροια μιας συζήτησης που έγινε τις προάλλες, στα σχόλια του άρθρου που είχαμε βάλει για τα λεξιλογικά της περιπέτειας Ο Αστερίξ και το χρυσό δρεπάνι. Όπως θα δείτε, ουσιαστικά συνοψίζω όσα ειπώθηκαν στη συζήτηση εκείνη, προσθέτοντας ελάχιστα δικά μου. Νομίζω όμως πως το άρθρο δεν είναι περιττό, επειδή έτσι δίνεται η ευκαιρία να ενημερωθούν για τη συζήτηση και να σχολιάσουν και όσοι δεν την είχαν πάρει είδηση -διότι δεν διαβάζουν όλοι ως το τέλος τα σχόλια, ιδίως αν το άρθρο δεν τους ενδιαφέρει.

xxiiΛοιπόν, στα σχόλια της περιπέτειας του Αστερίξ, ο φίλος μας ο Corto είδε στη μετάφραση (του Αργ. Χιόνη) τη φράση «Σύρμα! Οι Ρωμαίοι!» και έφερε τη συζήτηση για τη φράση αυτή. Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι γίνεται ένας καβγάς σε νυχτερινό κέντρο, όπου ο Αστερίξ και ο Οβελίξ ξυλοφορτώνουν τους μπράβους μιας συμμορίας λαθρεμπόρων και ξαφνικά ένας από τους δαρμένους μπράβους φωνάζει «XXII! Les Romains!!» και όλοι οι λαθρέμποροι το σκάνε.

Η φράση του Αστερίξ είναι αναχρονισμένη παραλλαγή μιας γνωστής γαλλικής φράσης της αργκό, της φράσης «Vingt-deux, voilà les flics», κατά λέξη «Εικοσιδύο, οι μπάτσοι!», που ολοφάνερα αντιστοιχεί ακριβώς στη δική μας «Σύρμα!» -για τις ανάγκες της ιστορίας ο αριθμός 22 γράφτηκε στο ρωμαϊκό σύστημα και οι μπάτσοι έγιναν Ρωμαίοι. Ο Χιόνης πολύ σωστά το μεταφράζει «Σύρμα, οι Ρωμαίοι!» ενώ η Μαραντέι (των εκδόσεων Μαμούθ που είναι αυτές που κυκλοφορούν τώρα) αστοχεί, αφού το αποδίδει «ΧΧΙΙ, οι Ρωμαίοι!» που δεν λέει τίποτα στον Έλληνα αναγνώστη.

Η αργκοτική φράση σε μας είναι συνήθως ένα σκέτο «Σύρμα!» και χρησιμοποιείται ως επιφώνημα προειδοποίησης, «για να ειδοποιήσουμε κάποιον ότι πρέπει να εγκαταλείψει κάποια παράνομη δραστηριότητά του, γιατί πλησιάζει ένα όργανο τάξεως ή ελέγχου» (ορισμός από το ΛΚΝ).

Ο φίλος μας ο Κόρτο αναρωτήθηκε αν το επιφώνημα «Σύρμα!» υπήρχε προπολεμικά ή αν γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή ή στον πόλεμο, όπως δείχνουν κάποιες ενδείξεις. Αυτή η ερώτηση προκάλεσε τη συζήτηση που θα συνοψίσω στο σημερινό άρθρο. Εννοείται ότι  η προσπάθεια για χρονολόγηση της έκφρασης πηγαίνει χέρι-χέρι με την προσπάθεια για «ετυμολόγησή» της -να βρούμε δηλαδή από πού προήλθε, για ποιο λόγο κάποιοι πρόγονοί μας είπαν «Σύρμα!» θέλοντας να προειδοποιήσουν ότι πλησιάζει κάποιο όργανο της τάξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Πώς τραβιούνται τα σαντεκλέρια λοιπόν;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2016

Τον καιρό της νιότης μου, τα καλοκαιρινά σινεμά παίζανε επαναλήψεις, πρόβαλλαν δηλαδή παλιότερες ταινίες, οπότε ήταν μια ευκαιρία να συμπληρώσει κανείς τα κενά του ή να θυμηθεί παλιότερα έξοχα έργα. Σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα θερινά παίζουν ταινίες πρώτης προβολής -αλλά σε αυτή την παλιά συνήθεια θα καταφύγει το ιστολόγιο, αφού το έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημοσιεύει καλοκαιριάτικα ένα άρθρο κάθε μέρα σε αδιάλειπτο σερί.

Το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια -παρά μία μέρα. Στη συνέχεια, τη λέξη «σαντεκλέρι» τη συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Εδώ αναδημοσιεύω το παλιό άρθρο με αρκετές επικαιροποιήσεις παίρνοντας επίσης υπόψη τα σχόλια που είχαν γίνει κατά την πρώτη δημοσίευση. 

Lucien-Guitry-1860-1925-In-Chantecler-By-Edmond-Rostand-1868-1918Το άρθρο αυτό γεννήθηκε από ένα δικό μου σχόλιο σε  ένα λήμμα του εξαιρετικού ιστότοπου slang.gr. Εδώ, αναπτύσσω περισσότερο την άποψή μου.

Λοιπόν, στο slang.gr τέθηκε η απορία για την προέλευση της φράσης «θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια«, που είναι -κατά το εκεί άρθρο- μια παμπάλαιη μάγκικη έκφραση. Και βέβαια, ενώ η σημασία της έκφρασης είναι προφανής, σημαίνει «θα μαλώσουμε άσκημα», η λέξη «σιντεκλέρια» είναι εντελώς άγνωστη και μυστηριώδικη, πολύ περισσότερο που τη βρίσκουμε και με άλλες παραλλαγές: σαντεκλέρια, σεντεκλέρια, σιντεγκλέρια.

Ο φίλος Χότζας που έγραψε το αρχικό άρθρο στο slang.gr και οι υπόλοιποι στα σχόλια προσπάθησαν, με τα ελάχιστα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους,  να βγάλουν νόημα, προτείνοντας με επιφυλάξεις την προέλευση από το ότι το «σαντικλέρι» είναι γυναικείο κοκαλάκι για τα μαλλιά, αλλά και φυλαχτό, διακοσμητικό -αλλά τελικά στα σχόλια νομίζω ότι συμφώνησαν με την εκδοχή που πρότεινα.

Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι η έκφραση «θα τραβηχτούμε σαν τα σαντεκλέρια» (ή σαν τα σεντεκλέρια ή σιντεκλέρια) ακούγεται στην κλασική ελληνική κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», που προβλήθηκε το 1961 σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου και σκηνοθεσία Πολύβιου Βασιλειάδη. Την ταινία θα την έχετε πιθανώς δει, αλλά αν δεν θυμάστε τη συγκεκριμένη ατάκα μπορείτε να τη δείτε εδώ, είναι στο 8′.17 της ταινίας. Ο Ρίζος είναι ο κοντός του τίτλου, σώγαμπρος με πεθερά τη Βασιλειάδου η οποία του ψήνει το ψάρι στα χείλη. Αυτός υπομένει, αλλά λέει κατ’ ιδίαν στη γυναίκα του: «Κάποια στιγμή θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια».  Δεν ακούγεται ολοκάθαρα, άλλοι έγραψαν ότι ακούν «σιντεγκλέρια». Μπορεί βέβαια και ο ίδιος ο Ρίζος να μην είπε σωστά τη φράση, αν σκεφτούμε (βλ. πιο κάτω) ότι σε άλλο κείμενο του Τσιφόρου (του σεναριογράφου της ταινίας) υπάρχει η μορφή «σαντεκλέρια», που είναι και η αρχική κατά τη γνώμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 173 Σχόλια »

Γιατί κάνουμε την πάπια;

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2016

Ξέρετε βέβαια τι σημαίνει η έκφραση «κάνω την πάπια». Σημαίνει, σύμφωνα με το λεξικό, προσποιούμαι ότι δεν γνωρίζω, δεν καταλαβαίνω κάτι, αποφεύγω να πάρω θέση. Συνώνυμη έκφραση είναι «κάνω το κορόιδο».

Το ερώτημα του τίτλου είναι παραπλανητικό -δεν θα διερευνήσουμε για ποιο λόγο προσποιούμαστε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι μας λένε, άλλωστε υπάρχουν πολλοί λόγοι ανάλογα με την περίσταση. Στο άρθρο μας θα εξετάσουμε, απλούστατα, την προέλευση της φράσης «κάνει την πάπια». Θα απαντήσουμε στο… φλέγον ερώτημα «Γιατί το λέμε έτσι;»

Δεν θυμάμαι αν το έχουμε αναφέρει ξανά στο ιστολόγιο, αλλά για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια αρκετά διαδεδομένη αλλά εντελώς αστήρικτη εξήγηση που οφείλεται, όπως και οι περισσότερες ευφάνταστες αλλ’ εντελώς αστήρικτες ανάλογες εξηγήσεις, στον Τάκη Νατσούλη. Ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης είχε εκδώσει το ογκώδες βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις», στο οποίο έχει συγκεντρώσει άφθονο υλικό αλλά έχει το κακό ελάττωμα να προτείνει διάφορες αστήρικτες θεωρίες για να εξηγήσει πώς γεννήθηκαν διάφορες γνωστές φράσεις, θεωρίες που τις έβγαλε από τη γόνιμη φαντασία του. Κι όπως είναι πιο εντυπωσιακό να ισχυρίζεσαι ότι η οικογένειά σου έχει τις ρίζες της σε βυζαντινούς άρχοντες, παρόμοια κάνει περισσότερο εφέ να λες ότι η τάδε φράση έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα ή στη φραγκοκρατία, αντί να πεις ότι πρόκειται π.χ. για κοινή παρατήρηση ή (θου κύριε!) ότι δεν είναι σαφές το πώς γεννήθηκε η φράση.

Αυτή την αναζήτηση εντυπωσιακών αλλ’ αστήρικτων ιστοριών για να εξηγηθεί η προέλευση μιας έκφρασης, τη λέμε «νατσουλισμό» στο ιστολόγιο. Και για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια νατσουλική εξήγηση.

Τη θυμήθηκα πριν από κάμποσες μέρες, όταν διάβασα ένα άρθρο του thetoc.gr, με τίτλο «Δεν κάνει την πάπια, είναι αθώα», το οποίο, με πλούσια εικονογράφηση και ανάλαφρο στιλ, προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση εννιά γνωστών εκφράσεων -και νατσουλίζει ασύστολα στις περισσότερες. Δεν θα ασχοληθώ όμως με τις άλλες εκφράσεις, διότι η κάθε μία θέλει χωριστό άρθρο. Αρκεί να επισημάνω ότι για την τρελοκαμπέρω έχουμε αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον αεροπόρο Νότη Καμπέρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 320 Σχόλια »

Πράσινα άλογα και όχι πράσσειν άλογα

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη. Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από εφτά χρόνια και τέσσερις μέρες, δηλαδή όταν το ιστολόγιο δεν είχε ακόμα κλείσει το πρώτο του τρίμηνο, και έχει αναδειχτεί σε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα άρθρα του ιστολογίου, επειδή διαρκώς συμβαίνει, σε κάποια διαδικτυακή συζήτηση, να χρησιμοποιεί κάποιος την έκφραση «και πράσινα άλογα» και να πετιέται κάποιος εξυπνάκιας και να τον επιπλήττει, ότι τάχα είναι λάθος το «πράσινα άλογα» και το σωστό είναι «πράσσειν άλογα», οπότε ή ο αρχικός σχολιαστής ή κάποιος τρίτος βάζει το λινκ από το άρθρο μου για να απαντήσει. Διότι, όπως θα δείτε στη συνέχεια, έκφραση «πράσσειν άλογα» δεν παραδίδεται πουθενά.

Εδώ και καιρό ήθελα να ξαναδημοσιεύσω το παλιό μου άρθρο, αν μη τι άλλο για να δώσω την ευκαιρία να σχολιαστεί από τους νεότερους φίλους, αλλά δίσταζα επειδή το αρχικό άρθρο ήταν ήδη πολύ μεγάλο. Τελικά χτες πήρα την απόφαση, χάρη σε μια πληροφορία που μου έδωσε ο φίλος Γιώργος Μπαλόγλου, που ενισχύει την επιχειρηματολογία του άρθρου. Οπότε, ζητώ συγνώμη για το διπλοσέντονο και ξεκινάω.

Πράσινα άλογα, στο εξώφυλλο του βιβλίου μου "Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων"

Πράσινα άλογα, στο εξώφυλλο του βιβλίου μου «Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων» (Τώρα έχει επανεκδοθεί επαυξημένο ως «Λόγια του αέρα»)

Η έκφραση …και πράσινα άλογα, όπως ας πούμε στη φράση «Τι ανώτατες σπουδές και πράσινα άλογα λέει πως έχει κάνει; Αφού δεν έχει τελειώσει ούτε το δημοτικό!» είναι πολύ συνηθισμένη.

Αν και κανείς δεν αμφιβάλλει για τη σημασία της, πολλοί αναρωτιούνται για την προέλευσή της, που δεν είναι φανερή στα μάτια τους. Καθώς δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς εμφανίστηκαν τα «πράσινα άλογα» προσπαθούν να βρουν μιαν άλλη, πιο ορθολογική κατά τη γνώμη τους εξήγηση.

Σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη «εξήγηση» για την προέλευση της έκφρασης …και πράσινα άλογα, πρόκειται για παραφθορά της αρχαίας έκφρασης «πράσσειν άλογα». (Υπάρχουν και άλλες θεωρίες για την προέλευση της φράσης, όπως η αναφορά σε ένα επεισόδιο που έγινε επί Όθωνα, αυτή όμως είναι η πιο διαδεδομένη.) Όπως μας πληροφορεί, για παράδειγμα, ο δικτυακός τόπος www.prasinaloga.gr, που ανήκει στην ομάδα εικαστικού θεάτρου κούκλας «Πράσσειν άλογα»: η έκφραση «Πράσσειν άλογα» είναι αρχαία (πράσσειν = πράττω, άλογο = μη λογικό).

Σε μια διαδικτυακή συζήτηση περί αστρολογίας, κάποιος σκεπτικιστής έγραψε άρθρο με τίτλο «Άστρα και πράσινα άλογα» και αμέσως κάποιος άλλος τον διόρθωσε σε «Άστρα και πράσσειν άλογα», επισημαίνοντας Έχεις δει πουθενά πράσινα άλογα; μήπως αυτό το πράσινα δεν είναι πράσινα αλλά πράσσειν ή πράττειν απαρέμφατο του ρήματος πράττω; Και το άλογα μήπως δεν εννοούνται τα άλογα αλλά το δίχως λογική πραττόμενο; Κάποιος άλλος, αλλού: Πράσινα άλογα και πράσσειν άλογα, που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

Υπάρχουν λοιπόν αρκετοί που πιστεύουν ότι η αρχική μορφή της φράσης «και πράσινα άλογα» είναι η αρχαία «πράσσειν άλογα». Η λανθασμένη (όπως θα επιχειρήσω να αποδείξω) αυτή άποψη απέκτησε επιπρόσθετο κύρος όταν ένα συγκρότημα ελληνικής ροκ μουσικής πήρε την ονομασία Πράσσειν άλογα, με έμβλημά του ένα πράσινο αλογάκι του σκακιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 319 Σχόλια »

Τρεις κι ο κούκος τέσσερις

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2016

Χτες στο ιστολόγιο είχαμε την πρώτη συνέχεια από ένα διήγημα του πατέρα μου, στο οποίο ένας ήρωας λέγεται Κούκος, και πολύ φυσιολογικά ήρθε στην κουβέντα και η έκφραση «τρεις κι ο κούκος» και ο φίλος μας ο Νεοκίντ αναρωτήθηκε για την προέλευση της έκφρασης και αν υπάρχει κάποια ευφάνταστη θεωρία.

290px-Cuculus_canorus_1Μια και το θέμα έχει κάποιο γενικότερο ενδιαφέρον, ταιριάζει να του αφιερώσουμε το σημερινό αρθράκι, εκπληρώνοντας έτσι στο πιτς φιτίλι (αυτή την έκφραση θα τη δούμε άλλη φορά) την υπόσχεση που έδωσα.

Ο κούκος είναι γκρίζο πουλί που ζει στα δάση και έχει πολύ χαρακτηριστική «ηχηρή» φωνή, που αποδίδεται γραπτά ως «κούκου». Εξαιτίας της φωνής αυτής, χρησιμοποιήθηκε στα ρολόγια τοίχου της παλιάς εποχής με το εκκρεμές, που είχαν κι έναν ξύλινο κούκο να βγαίνει από το ρολόι και να σημαίνει τις ώρες.

Από τη φωνή άλλωστε ονομάστηκε και το πουλί, κούκος από το κούκου. Οι αρχαίοι το έλεγαν κόκκυγα, και η ονομασία αυτή επιβιώνει στο επίσημο ζωολογικό όνομα του πουλιού (Κόκκυξ ο ωδικός, της οικογένειας των κοκκυγιδών) αλλά κατά τα άλλα όταν εμείς λέμε κόκκυγας εννοούμε εκείνο το οστό στην άκρη της σπονδυλικής στήλης που θεωρείται υπόλειμμα της ουράς που χάσαμε -και που αν τύχει και πιάσουμε κύστη εκεί μάς πονάει αφόρητα. Το εν λόγω κοκκαλάκι το ονόμασαν κόκκυγα οι αρχαίοι επειδή, λέει, έμοιαζε με το ράμφος του πουλιού, του κούκου.

Ο κούκος εκτός από χαρακτηριστική φωνή έχει τη συνήθεια να μη φτιάχνει δική του φωλιά αλλά να γεννάει τα αυγά του σε ξένες φωλιές, όταν λείπει ο νοικοκύρης, πετώντας μάλιστα κάτω ισάριθμα αυγά του νόμιμου κατοίκου της φωλιάς -αυτό λέγεται αναπαραγωγικός παρασιτισμός, και περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρει το καλογραμμένο και εκτενές άρθρο της Βικιπαίδειας.

Είτε εξαιτίας αυτής της συνήθειάς του είτε επειδή δεν πετάει σε σμήνος, ο κούκος έχει θεωρηθεί το σύμβολο της μοναχικότητας. Για έναν άνθρωπο που είναι μόνος και έρημος, λέμε ότι είναι κούκος ή απόμεινε κούκος ή μονάχος σαν τον κούκο -λέγεται η φράση συχνά για κάποιον ηλικιωμένο που έχει χάσει τον σύντροφό του και που δεν έχει παιδιά ή τα παιδιά του ζουν αλλού. Νομίζω πως και το παιχνίδι της πόκας «κούκος μονός» λέγεται έτσι επειδή το αρχικό φύλλο μπαίνει στη μέση πάνω στο τραπέζι μόνο του, σαν τον κούκο -πρέπει να είναι το μοναδικό παιχνίδι όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 257 Σχόλια »

Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, πάλι

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2016

Χτες έπεσε πολλή δουλειά οπότε αναγκάζομαι να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της αναδημοσίευσης ενός παλιού άρθρου, που το έχω βέβαια ξανακοιτάξει κι έχω κάνει μικρές ή μεγάλες αλλαγές και προσθήκες.

Άλλωστε, το ιστολόγιο κοντεύει να κλείσει τα εφτά χρόνια φαγ… λειτουργίας, κι έτσι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν από πέντε ή έξι χρόνια μπορεί να είναι άγνωστο στους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες -ή να μην το θυμούνται.

Από μιαν άποψη, ο τίτλος του σημερινού άρθρου θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχόλιο για πρόσφατα γεγονότα ή για γνωστά πρόσωπα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής σκηνής. Όχι όμως, ακόμα κι αν σκέφτηκε κάτι τέτοιο το πονηρό μυαλό σας, το άρθρο είναι καθαρά γλωσσικό ή και λιγάκι φρασεολογικό. Και από τη φρασεολογία ξεκινάω.

Τη φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» τη λέμε, συχνά εκνευρισμένοι, σε όποιον γελάει αναίτια, χωρίς προφανή λόγο. Σε μια τηλεοπτική εκπομπή που έτυχε να παρακολουθήσω, ο παρουσιαστής ρώτησε τους άλλους ωραίους νέους και νέες που έκαναν μαζί την εκπομπή, αν ξέρουν από πού βγήκε η έκφραση «αυγά σου καθαρίζουνε». Κανείς δεν ήξερε, αυτοσχεδίασαν διάφορες εξηγήσεις, μέχρι που μια διαβασμένη είπε με στόμφο ότι κάθε 15 Μαΐου υπήρχε λέει στην αρχαία Ρώμη το έθιμο του αυγοπόλεμου, που γινόταν προς τιμή της Αφροδίτης και του Διονύσου και ο καθένας πετούσε στους άλλους αυγά μελάτα, εξήγηση που έγινε δεκτή με ζητωκραυγές.

Η άποψη αυτή για την προέλευση της φράσης είναι ξεσηκωμένη από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, το οποίο κάμποσοι το έχουν για ευαγγέλιο για την εξήγηση της προέλευσης διαφόρων φράσεων. Το βιβλίο αυτό κατά σύμπτωση βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα, αφού το μοιράζει μια εφημερίδα, νομίζω μάλιστα σε συνέχειες. Τη γνώμη μου γι’ αυτό την έχω ξαναγράψει: πολύ υλικό συγκεντρωμένο με κόπο, αλλά εντελώς αναξιόπιστες εξηγήσεις και συνεχές κυνήγι του εντυπωσιασμού. Και η εξήγηση αυτή εδώ, της φράσης «αυγά σου καθαρίζουνε» από τον αυγοπόλεμο της αρχαίας Ρώμης, δεν είναι καλύτερη. Για να μην αδικήσω τον Νατσούλη, να συμπληρώσω ότι λέει επίσης πως ο αυγοπόλεμος ήταν αδυναμία του Νέρωνα και πως η ίδια γιορτή έγινε της μόδας στο Βυζάντιο «για πολύ λίγο διάστημα όμως» και ότι «σε πολλά βυζαντινά κείμενα αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δυο-τρία λόγια» (αυτά στην σελ. 23 της δικής μου έκδοσης). Με αυτοκρατορική αρχοντιά ο συγγραφέας προσπερνάει το θέμα της τεκμηρίωσης, χωρίς να μας δώσει έστω και ένα από αυτά τα κείμενα που αναφέρουν τον βυζαντινό αυγοπόλεμο. Δεν φταίω εγώ να υποψιαστώ πως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο κείμενο.

Αλλά και να υπάρχει τέτοιο κείμενο (που δεν υπάρχει), και να ήταν ο αυγοπόλεμος καθιερωμένο βυζαντινό έθιμο, από πού κι ως πού συνάγεται ότι γέννησε την παροιμιακή φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» Έχουμε κανένα κείμενο που να διασώζει έστω μια προηγούμενη μορφή της φράσης; Όχι. Όπως συνήθως, κι αυτή η εξήγηση του Νατσούλη είναι γέννημα μιας πλούσιας φαντασίας που δεν βολεύεται με τις πεζές εξηγήσεις.

Διότι η εξήγηση της φράσης είναι πεζή: απλούστατη, αλλά όχι πολύ συναρπαστική. Στα παλιά χρόνια της γενικευμένης και ολόχρονης στέρησης, τότε που κανείς δεν χόρταινε, το μικρό παιδί που έβλεπε να του καθαρίζουν αυγό για να το φάει γέλαγε από τη χαρά του. Η εικόνα είναι κοινότατη, η εξήγηση μου φαίνεται απολύτως πειστική και δεν είναι ανάγκη να πάμε στον αυγοπόλεμο και στον Νέρωνα. Ο Ν. Πολίτης δίνει και γαλλική παραπλήσια φράση: Ris, Jean, on te frit des oeufs, παναπεί Γέλα, Ζαν, αυγά σου τηγανίζουν.

Οι πρόγονοί μας θεωρούσαν λογικό να γελάει όποιος του καθαρίζουν αυγά -σήμερα, που το μικρό παιδί το κυνηγάς σ’ όλο το σπίτι για να φάει το αυγό του κι αυτό το σκασμένο αρνείται, η προέλευση της φράσης έχει ξεχαστεί.

Όποιος όμως γελάει χωρίς να του καθαρίζουνε αυγά, δηλαδή όποιος γελάει αναίτια ενοχλεί. Το να γελάς αναίτια θεωρείται χαζομάρα. Κάποιος λάτρης της ετυμολογίας θα μπορούσε να πει ότι αυτό αποτελεί ταυτολογία. Διότι, από πού ετυμολογείται η λέξη «χαζός»;

Αν ανοίξετε τα λεξικά μας, και στο θέμα αυτό συμφωνούν όλα τους, θα δείτε ότι το χαζός προέρχεται από το χάζι, που είναι ένα θέαμα που το παρακολουθούμε χωρίς να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αλλά μας διασκεδάζει, και αυτό το χάζι είναι δάνειο από το τουρκικό haz (αραβικής αρχής) που σημαίνει «ευχαρίστηση, απόλαυση».

Από την απόλαυση στη διασκέδαση, κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια που πάνε στην αφέλεια και από εκεί στη βλακεία. Πάντως, αν δεν κάνω λάθος, η σημασιολογική εξέλιξη έγινε στα ελληνικά. Στα τούρκικα δεν βρίσκω καμιά ένδειξη για αρνητική απόχρωση στη λέξη haz.

Το χάζι, είπαμε, είναι ευχάριστο θέαμα. Συχνά χρησιμοποιείται, σε διαλέκτους ιδίως, σαν συνώνυμο του γούστου, ενώ η έκφραση «έχει χάζι» χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο της «έχει γούστο» ή «έχει πλάκα», συχνά για κάποιο μάλλον δυσάρεστο ενδεχόμενο που όμως το θεωρούμε όχι πολύ πιθανό και το αναφέρουμε κυρίως για να ξορκίσουμε το φόβο μας. Π.χ. «Αργεί να ρθει ο γαμπρός· έχει χάζι ντου να μετάνιωσε την τελευταία ώρα» (από το κρητικό λεξικό του Πιτυκάκη).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, σχολιάζοντας την προέλευση της λ. χαζός από το χάζι σημειώνει: η λέξη θα σήμαινε αρχικώς «χαρούμενος» (χωρίς ιδιαίτερο λόγο), «ελαφρόμυαλος».

Μπορεί να είναι κι έτσι. Δυστυχώς στη γλώσσα μας, τα γλωσσικά ληξιαρχεία δεν λειτουργούν καλά κι έτσι είναι δύσκολο να βρεις πότε μπήκε μια λέξη στη γλώσσα και ποια είναι η αρχική σημασία της. Πάντως, εγώ νομίζω πως η λέξη δεν είναι πολύ παλιά (δηλ. αν έπρεπε να στοιχηματίσω θα έλεγα πως είναι των μέσων του 19ου αιώνα) και πως ανάμεσα στο χάζι και στον χαζό μεσολάβησε το «χαζεύω». Χαζεύει αυτός που κάνει χάζι, που περνάει την ώρα του κοιτάζοντας τους άλλους, που διασκεδάζει με τον τρόπο αυτό. Ε, αυτός θεωρείται ελαφρόμυαλος, χαζός. Πάντως, τα μεγάλα λεξικά μας δίνουν άλλη πορεία: χάζι > χαζός > χαζεύω.

Ούτως ή άλλως, η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς, η απόλαυση και η διασκέδαση θεωρήθηκε βλακεία. Οπότε, από μια άποψη, θα λέγαμε ότι η λέξη «χαζοχαρούμενος» είναι πλεονασμός –και ότι η έκφραση «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο», που τη λέμε για κάποιον που γελάει αναίτια, χωρίς να του καθαρίζουν αυγά, είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

Πάντως, να πω ότι το επίτομο της νεοελληνικής του Κριαρά, που συχνά έχει εύστοχες ετυμολογικές λύσεις διαφορετικές από των άλλων, λέει ότι ο χαζός είναι ή από το haz ή από το χάσκω –δεν αποκλείεται μάλιστα, λέω εγώ, να έχει γίνει και πάντρεμα των δύο, διότι αυτός που χαζεύει κάτι πολύ συχνά χάσκει κιόλας.

Οι αρχαίοι είχαν και μιαν άλλη παροιμία γι’ αυτό το θέμα, που ήταν η αγαπημένη του γυμνασιάρχη μου και την έλεγε κάθε φορά που κάποιος μαθητής γελούσε αναιδώς ή αναίτια: «γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον η», που πρέπει να την αγαπούσαν πολλοί γυμνασιάρχες και γενικότερα δάσκαλοι και καθηγητές διαχρονικά. Η ακριβής της μορφή, στις Γνώμες του Μενάνδρου, είναι Γελᾷ δ’ ὁ μῶρος, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -μώρος, όχι μωρός, αλλά προσωπικά δέχομαι ότι και οι στερεότυπες φράσεις σηκώνουν κάποια προσαρμογή στο σημερινό τυπικό (αλλά αυτό είναι θέμα που θα το συζητήσουμε άλλη φορά). Σημειώστε ότι στα αρχαία, το έχουμε ξαναπεί, γελοίος είναι ο αστείος (διότι αστείος ήταν ο ραφιναρισμένος). Επειδή πάντως, όπως είπα, το μενάνδρειο απόφθεγμα ακούγεται πολύ, να σημειώσω και μια χαριτόλογη μετάφρασή του, που δεν θυμάμαι πού την έχω διαβάσει: Γελάει το μωρό, κάντο να μη γελάει.

Να κλείσω με τον Φλομπέρ. Έλεγε ότι για να ζήσει κανείς ευτυχισμένος χρειάζεται καλή υγεία, εγωισμό και βλακεία· αν όμως λείπει η βλακεία, τ’ άλλα δύο μόνα τους δεν φτουράνε. Λέτε να είχε δίκιο;

Υστερόγραφο: Υπάρχει πάντως κι ένας άλλος αυγοπόλεμος. Εννοώ τη διαμάχη, που κλείνει έναν αιώνα, για το αν πρέπει να γράφουμε αυγό ή αβγό. Σε αυτό τον «πόλεμο των αυγών», έχω σκοπό να αφιερώσω κάποτε άρθρο.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Πώς αλλάζουν και πάλι τα φώτα;

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Χτες κανένα  παιδάκι δεν μας χτύπησε το κουδούνι για κάλαντα στο σπίτι. Στο κέντρο της Αθήνας που πήγα αργότερα, είδα μερικά παιδιά να τα λένε -ή τουλάχιστον να επιχειρούν να τα πουν, όπως εκείνο το συνεσταλμένο κοριτσάκι που μπήκε στο καφενείο όπου κουβέντιαζα μ’ έναν φίλο μου, ρώτησε δειλά «Να τα πω;» και έκανε μεταβολή πριν καλά-καλά περάσει χρονικό διάστημα αρκετό ώστε η σιωπή να θεωρηθεί άρνηση. Πάντως, η καλαντιστική κίνηση ήταν εμφανώς μικρότερη από τις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αν και -απ’ ό,τι θυμάμαι- υπάρχουν παιδιά που τα λένε και ανήμερα.

Εγώ πάντως ποτέ δεν είπα τα κάλαντα των Φώτων όταν ήμουν παιδί, ενώ τα άλλα τα έλεγα κανονικά. Θυμάμαι μια φορά, καθώς ήμασταν στο σπίτι του φίλου μου του Κώστα και γεμάτοι έξαψη μοιράζαμε τις εισπράξεις από την πρωτοχρονιάτικη εξόρμηση, ρώτησα «Θα τα πούμε και τα Φώτα;» «Όχι», μου απάντησε εκείνος, «μόνο τα φτωχά παιδιά τα λένε τα Φώτα, λέει η μητέρα μου».

Δεν ξέρω πώς γίνεται ή πώς γινόταν στα νησιά ή σε άλλα θαλασσινά μέρη με το ρίξιμο του Σταυρού, αλλά στην Αθήνα τα Φώτα, τα Θεοφάνια για να τα πούμε επίσημα, είναι γιορτή κάπως περιφρονημένη, έτσι όπως έρχεται στο ξεφούσκωμα του εορταστικού δωδεκάμερου, όταν όλοι έχουν κορεστεί. Μάλιστα, δεν είναι καν υποχρεωτική αργία όπως δεν παραλείπει να τονίζει ένας φίλος μου μηχανικός σε εργοστάσιο, ο οποίος κάθε χρόνο δουλεύει κανονικότατα στις 6 του Γενάρη.

Τόσον καιρό δεν έχω γράψει άρθρο για τα λεξιλογικά ή τα λαογραφικά των Φώτων -λογάριαζα να το κάνω σήμερα, αλλά κάτι έκτακτο που μου έτυχε με εμπόδισε. Οπότε, μετά την εισαγωγή, συνεχίζω με ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, το οποίο έχει ως θέμα του όχι τα Φώτα, παρά τα φώτα -και μάλιστα εκείνα που (μας τα) αλλάζουν.

Τι εννοώ; Δεν πρόκειται να αναφέρω τις αμέτρητες παραλλαγές του ανέκδοτου που λέει πόσοι χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα, ούτε βέβαια να σας δώσω ηλεκτρολογικές συμβουλές (τα μαστορέματα δεν είναι το φόρτε μου) αλλά σκοπεύω να εξετάσω τη φράση «του άλλαξα τα φώτα». Καθώς σήμερα έχουμε τα Φώτα η φράση είναι κάπως επίκαιρη, και μάλιστα την είδα ήδη να χρησιμοποιείται σε λογοπαίγνιο. Επειδή, όπως λέγεται, ο πρωθυπουργός δεν θα πάει σήμερα στην τελετή των Θεοφανίων στον Πειραιά για να μην συναντήσει τον αγιατολάχ Σεραφείμ που έκανε τις γνωστές δηλώσεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης, κάποιο άρθρο είχε τον τίτλο «Τους άλλαξε τα Φώτα το σύμφωνο συμβίωσης«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Εορτολόγιο, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

«Ασθενής και οδοιπόρος» λοιπόν -και με τις ευλογίες του σεβασμιότατου!

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός περσινού, που και πέρυσι ήταν αναδημοσίευση παλιότερου. Βλέπετε, το συγκεκριμένο θέμα, σχετικά με την κατεξοχήν παροιμία της νηστείας, εννοώ την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», αναπόφευκτα έρχεται στην επικαιρότητα κάθε Σαρακοστή. Προβληματιζόμουν αν θα έκανα και φέτος την αναδημοσίευση, και ως τώρα έκλινα στο να την παραλείψω για φέτος, μεταπείστηκα όμως από μια συζήτηση σε ομάδα του Φέισμπουκ, η οποία αφενός μού έδειξε ότι υπάρχει λόγος για επανάληψη του άρθρου, και αφετέρου έθεσε υπόψη μου δυο νέα στοιχεία -κι έτσι το άρθρο δεν θα είναι στεγνή και στυγνή επανάληψη του περσινού.

Το πρώτο νέο στοιχείο είναι ότι ξεφύτρωσε και νέα παραλλαγή του «αντιοδοιπορικού» μύθου, ότι τάχα η… σωστή εκδοχή της παροιμίας δεν είναι «ασθενής και οδοιπόρος» αλλά «ασθενής και ωδειπόρος», λέξη άγνωστης σημασίας και ετυμολογίας, και πολύ λογικά διότι είναι ανύπαρκτη, όπως ανύπαρκτες είναι και οι άλλες «σωστές» λέξεις που έχουν κατά καιρούς προταθεί, δηλ. διπόρος, ωδιπόρος, ωδυπόρος ή διφόρος. Το δεύτερο νέο στοιχείο το αναφέρω στο τέλος του άρθρου.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2006, η τότε υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Τα φώτα, τα πετρέλαια και ο Ανανίας (επανάληψη)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2014

Όταν ήμουν φοιτητής, θυμάμαι, τα θερινά σινεμά δεν έβαζαν ταινίες πρώτης προβολής αλλά επαναλήψεις, είτε της σεζόν που είχε μόλις ολοκληρωθεί είτε παλιότερες, κι ήταν αυτός ένας τρόπος να δει κανείς κλασικές ταινίες και συμπληρώσει τα κενά κινηματογραφικής παιδείας του. Λίγοι σινεμάδες το κρατάνε πια αυτό, τα περισσότερα θερινά όπως μαθαίνω παίζουν πρώτη προβολή, ενώ τα κινηματογραφικά κενά μου έχουν αποκτήσει διαστάσεις Γκραν Κάνιον. Όμως οι θερινές επαναλήψεις είναι καλή ιδέα και το ιστολόγιο την εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια, κανγι κάτι ανάλογο είχα αναγγείλει για φέτος στο άρθρο της 1ης του μηνός.

Με τις θερινές επαναλήψεις άρθρων, αφενός ο ιστολόγος βρίσκει καιρό να κάνει καμιά βουτιά ή καμιά δουλειά και αφετέρου θυμόμαστε ή γνωρίζουμε άρθρα που είχαν δημοσιευτεί παλιότερα στο ιστολόγιο και δεν τα είχαμε προσέξει την πρώτη φορά. Στις επαναλήψεις έχω βάλει κανόνα να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, και επικουρικά να μην είχαν γίνει πάρα πολλά σχόλια την πρώτη φορά (πέρσι είχα πει ‘κάτω από 60 σχόλια’, που οδήγησε στο να διατυπωθεί ο κανόνας ως ‘κανόνας των 3 και 60’, αλλά φέτος ίσως χαλαρώσω κάπως αυτή τη δεύτερην απαίτηση).

Το σημερινό μας άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από τέσσερα χρόνια (και μια μέρα) και ο λόγος για τον οποίο διάλεξα να το επαναλάβω είναι ότι πρόσφατα έγινε ένα σχόλιο που, χωρίς να το συμμερίζομαι, είναι αξιόλογο και το ενσωματώνω στο κυρίως άρθρο. Οπότε, και οι επαναλήψεις δεν είναι κοπιπάστη του αρχικού άρθρου, υπάρχει και καινούργιο υλικό συνήθως.

Τα φώτα, τα πετρέλαια και ο Ανανίας

Τι κοινό έχουν αυτές οι τρεις λέξεις, θα ρωτήσετε. Μπα, δεν θα το ρωτήσετε, είμαι βέβαιος ότι το έχετε ήδη μαντέψει· το κοινό στοιχείο τους είναι ότι και τα τρία αυτά πράγματα τα αλλάζουμε, αλλά μεταφορικά, και ότι αυτός που υφίσταται την αλλαγή δεν το απολαμβάνει καθόλου μα καθόλου!

Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι μου άλλαξε τα φώτα εννοούμε ότι με βασάνισε, με καταταλαιπώρησε, ίσως με κατατρόπωσε σε αθλητικό αγώνα, ίσως ακόμα με έδειρε. Η βασική έννοια είναι η ταλαιπωρία, το μαρτύριο, και έχει τη χροιά της διάρκειας. Δεν αλλάζουμε μόνο τα φώτα και τα πετρέλαια όμως, αλλάζουμε επίσης: την πίστη, τον Χριστό, την Παναγία, τον αδόξαστο, τα ράμματα, τα πέταλα. Να τα δούμε όλα αυτά με τη σειρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Από πού (δεν) ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2014

Ένα από τα βασικά ενδιαφέροντα του ιστολογίου, θα το ξέρετε όσοι το παρακολουθείτε τακτικά, είναι η ετυμολογία και οι ιστορίες των λέξεων. Ένα άλλο, είναι η ανασκευή μύθων, ιδίως σχετικών με τη γλώσσα. Και στην τομή των δύο ενδιαφερόντων βρίσκεται η ανασκευή ετυμολογικών μύθων. Εδώ εννούμε την ετυμολογία με την ευρύτερη έννοια -όχι μόνο ετυμολογία λέξεων, αλλά και «ετυμολογία» εκφράσεων, δηλαδή ανίχνευση της προέλευσής τους.

Η ανίχνευση της προέλευσης των εκφράσεων είναι σαγηνευτικό θέμα, αλλά πολύ δύσκολο εγχείρημα, πολύ πιο δύσκολο και φευγαλέο από την ετυμολογία των λέξεων. Μια κακή συνήθεια που έχουν αρκετοί μελετητές της φρασεολογίας, ιδίως ερασιτέχνες, είναι να ανάγουν τη γέννηση τέτοιων παγιωμένων εκφράσεων σε ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα να προσδιορίζουν με ακρίβεια ημερομηνίες και ονόματα πρωταγωνιστών. Το φαινόμενο αυτό στο ιστολόγιο το ονομάσαμε «νατσουλισμό», από το όνομα του (μακαρίτη πια) ερευνητή Τάκη Νατσούλη, ο οποίος στο βιβλίο του «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» συνηθίζει να αποδίδει σχεδόν κάθε παγιωμένη έκφραση σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, σε κάποιο αξιοδιήγητο ιστορικό επεισόδιο, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την εξήγησή του, η οποία πολύ συχνά αποδεικνύεται λαθεμένη.

Είπα για «παγιωμένες» εκφράσεις, που δεν είναι ο μοναδικός όρος. Ο Τριανταφυλλίδης έκανε λόγο για «ιδιωτισμούς», άλλοι για «φρασεολογικά στοιχεία» ή για παροιμιακές/παροιμιώδεις (εκ)φράσεις. Στο πρώτο βιβλιαράκι που είχα βγάλει για το θέμα αυτό, είχα κάνει λόγο για «ιδιωματικές» εκφράσεις, παρόλο που ήξερα ότι στην ελληνική βιβλιογραφία ιδιωματισμός είναι άλλο πράγμα. Στο πρόσφατο βιβλίο μου, τα Λόγια του αέρα, προτίμησα τον όρο «παγιωμένες» εκφράσεις, αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, πρέπει να ομολογήσω.

Μια και μίλησα για το βιβλίο Λόγια του αέρα, να κάνω και λίγη διαφήμιση. Την επόμενη Δευτέρα, 30 Ιουνίου, στις 8 μ.μ. παρουσιάζεται το βιβλίο μου στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (Σπ. Μερκούρη 62, μετρό Ευαγγελισμός) στο Παγκράτι.  Θα είμαι εγώ και ο φίλος Νίκος Λίγγρης της Λεξιλογίας και θα χαρώ αν έρθετε, προτιμώντας την παρουσίαση από τη μετάδοση του μουντιαλικού αγώνα που θα έχει εκείνη τη μέρα.

Και μετά την εισαγωγή και τη διαφήμιση, προχωράω στο κυρίως θέμα.

Πρόσφατα, στον ιστότοπο in2life.gr δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο «Από πού ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις» οπότε σκέφτηκα πως είναι καλή ιδέα να αναδημοσιεύσω το άρθρο τους με δικά μου σχόλια, επικρίνοντας τις εξηγήσεις που θεωρώ λαθεμένες και δείγματα νατσουλισμού. Να αναφέρω εδώ ότι πριν από έναν περίπου χρόνο, ένας δημοσιογράφος του ίδιου ιστότοπου είχε επικοινωνήσει μαζί μου και συζητήσαμε για ένα άρθρο που ετοίμαζε να γράψει σχετικά με την προέλευση κάποιων εκφράσεων, ένα άρθρο που αποσπάσματά του αναδημοσίευσα κι εδώ με τον τίτλο «Γιατί (δεν) το λέμε έτσι«. Το «δεν» μέσα στην παρένθεση υποδηλώνει την αμφιβολία για κάποιες εξηγήσεις και την προσπάθεια ανασκευής, και με το ίδιο πνεύμα το χρησιμοποιώ και στον τίτλο του σημερινού άρθρου.

Παραθέτω λοιπόν το άρθρο με τις εξηγήσεις των 11 εκφράσεων και ύστερα από κάθε έκφραση βάζω τα δικά μου σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες για να ξεχωρίζουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Ούτε διπόρος, ούτε ωδιπόρος, το σωστό είναι Ασθενής και οδοιπόρος!

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2014

Ο τίτλος ακούγεται κάπως σαν σύνθημα σε διαδήλωση, όμως το σημερινό άρθρο έχει, κατά κάποιο τρόπο, θρησκευτικό χαρακτήρα, και επιπλέον είναι και επίκαιρο μια και από την περασμένη Δευτέρα έχουμε μπει στη Σαρακοστή, παρόλο που το ιστολόγιο δεν νηστεύει. Το άρθρο μας σήμερα αφορά την πασίγνωστη παροιμία «Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», για την οποία κάποιοι, και μάλιστα άνθρωποι της εκκλησίας, ισχυρίζονται ότι, τάχα, είναι παρεφθαρμένη και ότι η δήθεν αυθεντική μορφή της δεν εννοεί τον οδοιπόρο αλλά την έγκυο γυναίκα.

Πρόκειται βέβαια για μύθο. Είχα γράψει για το θέμα πριν από πέντε χρόνια. Τότε πιο πολύ κυκλοφορούσε η εκδοχή με τη λέξη «διπόρος», τώρα διάβασα και μιαν άλλη εκδοχή με τον «ωδιπόρο». Οπότε ξαναπιάνω το παλιό μου άρθρο (η αρχική μορφή του εδώ) έχοντας επιπλέον ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια που είχατε κάνει τότε, όσοι από σας είστε από την αρχή μαζί μας, γιατί εκείνο το παλιό άρθρο είχε δημοσιευτεί την τριακοστή μέρα της ζωής του ιστολογίου -και τώρα έχουμε περάσει τους εξήντα μήνες.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων σχετικά πρόσφατα. Τον Μάρτιο του 2006, η υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Σε επόμενο φύλλο, ο σχολιογράφος της εφημερίδας πληροφόρησε τους αναγνώστες του ότι:

Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι “ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”, όπου “διπόρος” είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

Η κυρία Ιωαννίδου-Μουζάκα, αν και καθηγήτρια Ιατρικής, δεν έκρινε αναγκαίο να παραθέσει πηγές που θα τεκμηρίωναν την άποψή της. Άλλωστε, η άποψη δεν είναι δική της, κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια σε καφενειακό επίπεδο. Κάποιος τη θυμάται από έναν καθηγητή του στο γυμνάσιο, άλλος την έχει ακούσει από τον λοχαγό του στο στρατό, παράλλος από το κατηχητικό. Τώρα με το Διαδίκτυο, την έχω δει σε μερικά ιστολόγια, ενώ πριν από πέντε χρόνια που είχε πρωτοδημοσιευτεό αυτό το άρθρο, ο μακαρίτης πια Γιάννης Καλαμίτσης στον Real FΜ είχε επαναλάβει, με το έμπα της Σαρακοστής, ότι, τάχαμου, το σωστό είναι διπόρος.

Εγώ έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις και πιστεύω πως πρόκειται για μύθο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;

Posted by sarant στο 17 Φεβρουαρίου, 2014

Οι παλιοί αναγνώστες ίσως παραπονεθούν, αφού για το σημερινό θέμα έχω γράψει άλλες δυο φορές σε ειδικά αφιερωμένα άρθρα, ενώ κι άλλη μια φορά έχω σύντομα αναφερθεί σ’ αυτό. Ωστόσο, έχω ελαφρυντικά: έχουν περάσει πάνω από τρία χρόνια από την τελευταία φορά που έγραψα για το θέμα, και στο μεσοδιάστημα όχι μόνο το αναγνωστικό κοινό του ιστολογίου έχει ανανεωθεί (και ίσως πληθύνει) αλλά, κυρίως, δεν αποκλείεται το ίδιο το θέμα, που δεν είναι άλλο από την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς», να έχει γνωρίσει εξέλιξη. Θα μου πείτε, πώς είναι δυνατόν να «εξελίσσεται» μια παγιωμένη έκφραση όπως η «χρωστάει της Μιχαλούς». Κι όμως εξελίσσεται: στη σημασία της. Και το σημερινό άρθρο μου δίνει την ευκαιρία να σφυγμομετρήσω το αναγνωστικό κοινό για τη σημασία της έκφρασης. Άλλωστε, δικαιολογούμαι να δείχνω ενδιαφέρον για το θέμα, αφού από αυτό εδώ το ιστολόγιο διατυπώθηκε η οριστική, όχι να το παινευτώ, ανασκευή της παραδοσιακής «ετυμολόγησης» της φράσης.

Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», σύμφωνα με όλα τα λεξικά (παράδειγμα), σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας, αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, η σημασία της βρίσκεται «υπό μετατόπιση». Πάντως, η παραδοσιακή, λεξικογραφημένη σημασία δεν έχει χαθεί. Για παράδειγμα, όταν στις αρχές της κρίσης, τον Δεκέμβριο του 2008, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλος πρότεινε να εργάζονται και να πληρώνονται λιγότερο οι εργαζόμενοι, αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό και είπαν η έγραψαν ότι ο Μίχαλος χρωστάει της Μιχαλούς, ότι δεν είναι στα καλά του δηλαδή. Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτού ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη, μάλιστα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «νατσουλισμού», όπως ονομάζουμε εδώ στο ιστολόγιο την τάση κάποιων ερευνητών, πρώτα και κύρια του ίδιου του Νατσούλη, να ανάγουν την προέλευση παγιωμένων εκφράσεων σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο ή επεισόδιο. Όμως, εδώ ο Νατσούλης έχει ελαφρυντικό: την ανύπαρκτη αυτή εξήγηση δεν την εμπνεύστηκε ο ίδιος. Πρόκειται για εξήγηση που κυκλοφορεί ευρύτερα.

Πράγματι, στην πολύ σημαντική για την εποχή του και για τα ελληνικά δεδομένα εργασία του «Φρασεολογικά», ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, που γράφει τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού αναφέρει ότι ο Γ. Χατζιδάκις είχε κατατάξει τη φράση στις «αγνώστου αρχής» φράσεις, μνημονεύει περίπου την ίδια εκδοχή με τον Νατσούλη, με τη διαφορά ότι τοποθετεί τη Μιχαλού όχι στα χρόνια του Όθωνα αλλά στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, άρα γύρω στο 1830· κατά τα άλλα, και εδώ η Μιχαλού παρουσιάζεται να καταδιώκει τόσο επίμονα και ανελέητα τους οφειλέτες της, που θα έπρεπε να είναι κανείς τρελός για να χρωστάει της Μιχαλούς. Είπα πως η εργασία του Παπαδόπουλου ήταν πολύ σημαντική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πλήρης ούτε αλάνθαστη. Άλλωστε έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που την έγραψε. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι και το λεξικό Μπαμπινιώτη παραθέτει την εκδοχή της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς για να εξηγήσει τη φράση, χωρίς καν να διατηρεί επιφυλάξεις: «η φράση οφείλεται σε φερώνυμη ξενοδόχο του Ναυπλίου το 1830, που ήταν ιδιαίτερα απαιτητική για την εξόφληση λογαριασμών και χρεών», μας λέει. Το λάθος παραμένει στην τρίτη έκδοση. Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι αναφέρει την ιστορία περί ταβερνιάρισσας, αλλά ότι την αναφέρει χωρίς επιφυλάξεις (πιθανόν, ίσως, λέγεται ότι). [Ευτυχώς, η τέταρτη έκδοση απαλείφει κάθε αναφορά στην προέλευση της έκφρασης].

Η αχίλλειος πτέρνα των νατσουλισμών είναι ότι, με το να προσδιορίζουν χρονικά τη γέννηση της έκφρασης, αφού την ανάγουν σε συγκεκριμένο ιστορικό επεισόδιο, ανοίγουν την πόρτα και στην ανασκευή τους, αν είναι κανείς αρκετά επίμονος ή τυχερός να βρει τη δεδομένη έκφραση σε ένα παλιότερο κείμενο. Όχι ότι είναι εύκολη υπόθεση να βρεις μέσα στον τεράστιο αχερώνα των κειμένων τη βελόνα που θα τρυπήσει το νατσουλικό μπαλόνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Μποστ, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 144 Σχόλια »