Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γιατί (δεν) το λέμε έτσι’ Category

Μεζεδάκια λίγο πριν ανοίξουν οι κάλπες

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2019

Κι άλλες φορές έχω βάλει παρεμφερείς τίτλους στο πολυσυλλεκτικό σαββατιάτικο άρθρο μας, όταν δημοσιεύεται την παραμονή εκλογικής αναμέτρησης -δεν διεκδικεί πρωτοτυπία ο τίτλος, μόνο ακρίβεια. Κάμποσα από τα μεζεδάκια της πιατέλας, άλλωστε, είναι (προ)εκλογικά, αν και όχι όλα.

* Και ξεκινάμε με ένα μη εκλογικό μεταφραστικό μαργαριτάρι, μεγαλούτσικο μάλιστα, μεγέθους… μαρμάρου. Σύμφωνα με άρθρο του Βήματος, κάμερα κατέγραψε την πτώση μετεωρίτη στην Αυστραλία. Κατά το άρθρο, «ο μετεωρίτης είχε μέγεθος μαρμάρου».

Πόσο μέγεθος έχει όμως γενικά το μάρμαρο; Υπάρχουν μαρμάρινοι όγκοι πολλών κυβικών μέτρων, υπάρχουν και λεπτά μαρμαράκια λίγων τετραγωνικών εκατοστών, και μικρότερα ακόμα.

Μπα, κάτι άλλο συμβαίνει. Αν ανατρέξετε στο πρωτότυπο θα δείτε ότι χρησιμοποιείται η λέξη marble. Το οποίο όμως marble είναι μεν το μάρμαρο ειναι όμως επίσης η μπίλια, η γκαζά, ο βώλος. Μέγεθος βώλου είχε ο μετεωριτάκος.

(Κι αν σας πει κανένας Άγγλος have you lost your marbles?, δεν αναρωτιέται αν χάσατε τις μπίλιες σας, αλλά αναρωτιέται, ιδιωματικά, αν είστε στα καλά σας).

* Φίλος στέλνει τη φωτογραφία αριστερά, από εκλογικό περίπτερο της Ρένας Δούρου με την ανορθογραφία να βγάζει μάτι. Πιο δυνατά, βέβαια.

Μου γράφει: «Δεν ξέρω πιος έφτιαξε τα περίπτερα, αλλά την άλλη φορά να διαλέξουν κάποιον που να είναι ποιο προσεκτικός».

Διότι βέβαια επισημαίνουμε μαργαριτάρια και των παρατάξεων που μας είναι συμπαθείς και θα τις ψηφίσουμε -όπως εγώ τη Ρένα Δούρου (στον νότιο τομέα).

* Η γενικομανία της εβδομάδας. Διαβάζω ότι:

Αυτοκίνητο στη Λαμία ξέφυγε της πορείας του και πήρε… σβάρνα τα μηχανάκια.

Γράφει ο φίλος που το έστειλε: Πώς μεταφράζουμε το «εξετράπη»; Ξέφυγε. Τα άλλα τα κρατάμε ίδια, και προκύπτει το αυτοκίνητο που ξέφυγε της πορείας του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Εκλογές, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Φέικ νιουζ | Με ετικέτα: , , , , , , , | 298 Σχόλια »

Τα σπουδαία λάχανα και άλλοι νατσουλισμοί

Posted by sarant στο 22 Νοέμβριος, 2018

Θα κουβεντιάσουμε σήμερα ένα θέμα που επανειλημμένα έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, τις ευφάνταστες αλλά εντελώς αβάσιμες θεωρίες για τη γέννηση παροιμιακών φράσεων.

Όπως έχω ξαναπεί, ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλέρευνο και θέλει να αναζητεί και να βρίσκει αιτίες και απαρχές -γι’ αυτό και η ετυμολογία γοητεύει τόσο πολύ τον μέσο άνθρωπο πολύ περισσότερο από τους άλλους κλάδους της γλωσσολογίας (αυστηρά μιλώντας, η ετυμολογία είναι τομέας της ιστορικής γλωσσολογίας, που είναι κλάδος της γλωσσολογίας).

Όπως με τις λέξεις, έτσι και με τις φράσεις. Πολλοί θέλουν να μάθουν «γιατί το λέμε έτσι» -γιατί, ας πούμε, λέμε «του έβαλε τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι» ή «τον χόρεψε στο ταψί».

Σε μερικές περιπτώσεις, είναι φανερό πως έχουμε μια παρομοίωση, αυτονόητη ή εύκολα εξηγήσιμη, πχ «κοκκίνισε σαν παντζάρι» ή «κάνει σαν τη χήρα στο κρεβάτι». Άλλοτε, μπορούμε να εντοπίσουμε με ακρίβεια την αιτία γέννησης της φράσης, και μαζί και τη χρονολογία της: για παράδειγμα, η φράση “έγινε Λούης”, για κάποιον που έφυγε γρήγορα, ολοφάνερα ανάγεται στη νίκη του Σπύρου Λούη στους Ολυμπιακούς αγώνες του 1896, που τόσο είχε ενθουσιάσει τους θεατές. Παρόμοια, η φράση “έγινε της Κορέας”, από τον πόλεμο στη δεκαετία του 1950, στον οποίο συμμετείχε και ελληνικό απόσπασμα.

Επίσης, κάποιες φορές έχουμε φράση κληρονομημένη από τα αρχαία ελληνικά. Για παράδειγμα, όταν κάτι γίνεται άκαιρα, όταν είναι πολύ αργά για να φέρει αποτέλεσμα, λέμε ότι έγινε “κατόπιν εορτής”. Η φράση είναι ήδη λόγϊα στη διατύπωση, οπότε δεν θα μας παραξενέψει ότι βρίσκεται σε αρχαίο κείμενο, και συγκεκριμένα διασώζεται στον Πλάτωνα (Γοργ. 447a): «Ἀλλ’ ἦ, τὸ λεγόμενον, κατόπιν ἑορτῆς ἥκομεν καὶ ὑστεροῦμεν;» που δείχνει ότι ήταν ήδη παροιμιακή.

Ωστόσο, οι περιπτώσεις αυτές είναι σπάνιες. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχουμε κάποια απτή ένδειξη για την αρχή μιας παγιωμένης φράσης. Όπως και με την ετυμολογία των λέξεων, όπου κάποιοι αρέσκονται να προτείνουν ευφάνταστες αλλά αστήρικτες εξηγήσεις, συνήθως ετυμολογώντας ελληνοπρεπώς ξένες ή δάνειες λέξεις, κατά το πρότυπο του Γκας Πορτοκάλος, έτσι και στην εξήγηση των φράσεων πολλοί αναζητούν εντυπωσιακές εκδοχές, που συνήθως συνδέονται με κάποιο ιστορικό πρόσωπο.

Πριν από μερικές δεκαετίες, ένας δημοσιογράφος με έφεση προς τις εντυπωσιακές ιστορίες, ο Τάκης Νατσούλης εξέδωσε ολόκληρο βιβλίο, το λεγόμενο Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία και αρκετές επανεκδόσεις και ανατυπώσεις. Ο Νατσούλης έχει κάνει πολλή δουλειά στην αποδελτίωση πηγών και στη συγκέντρωση υλικού και σε αρκετά σημεία παραθέτει σωστές εξηγήσεις παροιμιακών εκφράσεων, που μερικές έχουν δοθεί από άλλους μελετητές. Όμως είχε το ελάττωμα, στις φράσεις για τις οποίες δεν μπορούσε να βρει εξήγηση στη φρασεολογική βιβλιογραφία, να εφευρίσει μια δική του, συνήθως πολύ ευφάνταστη αλλά σχεδόν πάντοτε ατεκμηρίωτη.

Την τάση αυτή την έχω ονομάσει νατσουλισμό στο ιστολόγιο. Κάποιες φορές έχω μπορέσει να ανασκευάσω με ατράνταχτα επιχειρηματα τις νατσουλικές κατασκευές, ιδίως όταν η φράση υπάρχει και σε ξένες γλώσσες (άρα είναι κάπως δύσκολο να γεννήθηκε από ένα επεισόδιο πχ της επανάστασης του 1821) ή όταν ο Νατσούλης δίνει μια χρονολογία και είμαι τυχερός να βρω την έκφραση σε παλιότερο κείμενο. Αλλά αυτό είναι σπάνιο.

Όταν δεν ξέρουν την αιτία της γέννησης μιας φράσης οι σοβαροί μελετητές το λένε. Ωστόσο, το φιλοθεάμον κοινό θέλει δράση, θέλει ιστορίες, θέλει βεβαιότητα -θέλει εκδοχές διατυπωμένες με παρρησία και στόμφο, όχι κουλτουριάρικα «δεν ξέρω, μπορεί να είναι αυτό, δεν είμαστε βέβαιοι». Κι έτσι, οι νατσουλισμοί έχουν μεγάλη απήχηση -κυριαρχούν, πιο σωστά.

Σε μια γλωσσική ομάδα, τα Υπογλώσσια, συζητήθηκε πρόσφατα ένα άρθρο για την προέλευση διάφορων φρασεων, που είναι ένα μπουκέτο από νατσουλικές εκδοχές. Σκέφτηκα να το παραθέσω ολόκληρο και ύστερα από κάθε έκφραση να προσθέτω επιγραμματικά την άποψή μου για το αν στέκει ή όχι η προτεινόμενη εκδοχή, αλλά είναι πάρα πολύ μεγάλο, αφού εξετάζει πάνω από 20 φράσεις. Οπότε διαλέγω σήμερα τις 11 πρώτες και ίσως άλλη φορά βάλω τις υπόλοιπες. Το αρθρο το αναδημοσιεύω από εδώ, αλλά κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο απαράλλαχτο εδώ και πολλά χρόνια.

ΑΛΛΑΞΕ Ο ΜΑΝΩΛΙΟΣ ΚΑΙ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΤΟΥ ΑΛΛΙΩΣ

Στους χρόνους του Όθωνα, υπήρχε ένας γνωστός κουρελιάρης τύπος: Ο Μανώλης Μπατίνος. Δεν υπήρχε κανείς στην Αθήνα που να μην τον γνωρίζει, μα και να μην τον συμπαθεί. Οι κάτοικοι του έδιναν συχνά κανένα παντελόνι ή κανένα σακάκι, αλλά αυτός δεν καταδέχονταν να τα πάρει, γιατί δεν ήταν ζητιάνος. Ήταν.ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος (έτσι πίστευε).

Στεκόταν σε μια πλατεία και αράδιαζε ότι του κατέβαινε. Κάποτε λοιπόν έτυχε να περάσει από εκεί ο Ιωάννης Κωλέττης. Ο Μανώλης Μπατίνος τον πλησίασε και τον ρώτησε, αν έχει το δικαίωμα να βγάλει λόγο στη Βουλή. Ο Κωλέττης του είπε ότι θα του έδινε ευχαρίστως άδεια αν πέτουσε απο πάνω του τα παλιόρουχα που φορούσε κι έβαζε άλλα. Την άλλη μέρα ο Μανώλης παρουσιάστηκε στην πλατεία με τα ίδια ρούχα, αλλά τα είχε γυρίσει ανάποδα και φορούσε τα μέσα έξω.

Ο κόσμος τον κοιτούσε έκπληκτος. Και τότε άκουσε αυτούς τους στίχους απο το στόμα του Μανώλη Μπατίνου: «Άλλαξε η Αθήνα όψη, σαν μαχαίρι δίχως κόψη, πήρε κάτι απ’ την Ευρώπη και ξεφούσκωσε σαν τόπι. Άλλαξαν χαζοί και κούφοι και μας κάναν κλωτσοσκούφι. Άλλαξε κι ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς».

Όπως και οι περισσότερες του άρθρου, η εξήγηση αυτή είναι παρμένη κοπυπαστηδόν από το βιβλίο του Τάκη Νατσούλη. Ο Νατσούλης δεν τεκμηριώνει πού παραδίδεται η ιστορία περί Μανώλη Μπατίνου και το στιχούργημά του. Δεν αποκλείω να συνέβη αυτό το επεισόδιο αλλά τούτο δεν σημαίνει πως η φράση γεννήθηκε απ’ αυτό. Πιθανότερο θεωρώ ο Μανώλης Μπατίνος, αν δεχτούμε ότι υπήρξε, να ήξερε τη φράση και να την χρησιμοποίησε θυμόσοφα στην περίπτωσή του.

Η φράση κατ’ εμέ είναι μία από τις πολλές παροιμιώδεις φράσεις που χρησιμοποιεί ένα όνομα για να κάνει ομοιοκαταληξία, όπως π.χ. Ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή, Με λένε Ρίζο κι όπως θέλω τα γυρίζω, Χέσε μέσα Πολυχρόνη που δεν γίναμε ευζώνοι, Είπα τον Δεσπότη Παναγιώτη κτλ. Εδώ το όνομα το διαλέγουμε έτσι που να κάνει ρίμα για να αυξηθεί το αισθητικό αποτέλεσμα, το ξάφνιασμα του ακροατή. Δεν υπήρχε κάποιος ονόματι Ρίζος που τα έλεγε πότε έτσι και πότε αλλιώς, το όνομα μπήκε για τη ρίμα.

Τη δυσπιστία μου την ενισχύει το γεγονός ότι η φράση «Άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς» υπάρχει στον Α’ τόμο των Παροιμιών του Πολίτη και καταγράφεται σε διάφορες συλλογές λαογραφικού υλικού από τις τέσσερις γωνιές της Ελλάδας -κομμάτι δύσκολο να διαδόθηκε παντού από το επεισόδιο με τον Μανώλη Μπατίνο. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν και παραλλαγές με άλλα ονόματα όπως

* Άλλαξεν ο Καπαλιός κι έβαλε την κάπα αλλιώς
* Άλλαξε ο Μιχαλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς
* Άλλαξε ο Μαρουλιός κι έβαλε τα ρούχα αλλιώς
ακόμα και Άλλαξε η χήνα κι έβαλε πάλι κείνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 214 Σχόλια »

Αλαμπουρνέζικα, είπαμε

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2017

Επειδή χτες μου συνέβη ένα τυχαίο ατύχημα, που έλεγε και ο Ντάριο Φο, δεν πρόλαβα να γράψω φρέσκο άρθρο, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από εφτά χρόνια  (και κάτι μέρες) στο ιστολόγιο, Νοέμβριο του 2010, εποχή πολύ μακρινή.

Διάλεξα για αναδημοσίευση το συγκεκριμένο άρθρο όχι μόνο επειδή είναι παλιό και άρα θα έχει ξεχαστει, αλλά και επειδή το ξαναγράφω σε μεγαλο βαθμό, καταλήγοντας σε εν μέρει διαφορετικά συμπεράσματα.

Το τι σημαίνει αλαμπουρνέζικα, το ξέρουμε. Η λέξη χρησιμοποιείται σκωπτικά για κάτι που λέγεται ή γράφεται σε ακαταλαβίστικη ή ασυνάρτητη γλώσσα, γενικότερα για κάτι ασυνάρτητο ή ακατανόητο. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε ένα αρκετά γνωστό δοκίμιό του έχει χαρακτηρίσει «αλαμπουρνέζικα» τη «γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων«.

Η λέξη πήρε καινούργια ώθηση με τον ερχομό των υπολογιστών, αφού ένα από τα βασικά προβλήματα με τις ελληνικές γραμματοσειρές ήταν στο παρελθόν (και ίσως είναι ακόμα) ότι αν δεν είχες δώσει τη σωστή κωδικοσελίδα έβλεπες στην οθόνη αλαμπουρνέζικα (αν και αυτά εγώ τα έλεγα καραγκιοζάκια). Με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα γραμματοσειράς στους υπολογιστές έχουν μειωθεί πολύ αλλά «αλαμπουρνέζικα» εξακολουθούν να εμφανίζονται σε κινητές συσκευές, υποτίτλους κτλ.

Αν η σημασία της λέξης είναι καθαρή, για την ετυμολογία της δεν υπάρχει βεβαιότητα.

Το (γενικό) λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στις τρεις πρώτες εκδόσεις του, αφού αναφέρει ότι είναι αβέβαιο ετύμου, παραθέτει τρεις εξηγήσεις που έχουν προταθεί, από τις οποίες τις δυο τις βρίσκω εντελώς απίθανες. (Πιθανόν στην 4η έκδοση που δεν την έχω να έχει αλλάξει εν μέρει άποψη).

Πρώτη θεωρία, ότι προέρχεται από την (ακατάληπτη) γλώσσα της φυλής Μπουρνού του Σουδάν (!), τα μπουρνέζικα (!!). Αλα + Μπουρνέζικα, ίσον αλαμπουρνέζικα. Αυτή η κατ’ εμε εξωφρενική ετυμολογία έχει προταθεί από τον Φαίδωνα Κουκουλέ. Η φυλή Μπορνού είναι υπαρκτή, είχε μαλιστα συγκροτήσει αυτοκρατορία στην κεντρική Αφρική, πριν από πολλούς αιώνες αλλά δεν υπάρχει καμιά απολύτως μαρτυρία για σχέσεις ή επαφές με τη χώρα μας που θα μπορούσαν να κάνουν παροιμιώδη τη γλώσσα τους.

Δεύτερη θεωρία, που είναι αρκετά διαδεδομένη, ότι προέρχεται από το αλιβορνέζικα, που σημαίνει, λέει, θαυμαστά πράγματα που εισάγονταν από το Λιβόρνο, την ιταλική πόλη. Κι αυτό το βρίσκω απίθανο, παρόλο που υπήρχε στο Λιβόρνο ακμαία ελληνική παροικία και υπήρχαν επαφές. Αλλά δεν θα έπρεπε να έχει αποτυπωθεί κάπου αυτή η μαζικη εισαγωγή «αλιβορνέζικων» αγαθών;

Τρίτη εξήγηση: από το ιταλ. alla burla, «στα αστεία, στην πλάκα», και την κατάληξη -έζικα που χρησιμοποιείται για γλώσσες.

Παρεμφερή εξήγηση δίνει το ΛΚΝ (ετυμολογική επιμέλεια Πετρούνια), που θεωρεί αρχή της λ. αλαμπουρνέζικα τη φράση alla burlesca, «με παιχνιδιάρικο ύφος». Την ίδια εξήγηση δέχεται και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Το Ετυμολογικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη, επίσης, θεωρεί πιθανή την προέλευση από το alla burla + -έζικα  και αναφέρει ότι «δεν είναι πιθανή» η πρόταση για προέλευση από το Λιβόρνο.

Πράγματι, είναι αρκετά πιθανό η αρχή της ελληνικής λέξης να βρίσκεται είτε στο alla burla είτε στο alla burlesca. Είτε από τη μια είτε από την άλλη αρχή καταλήγουμε σε ένα «αλαμπουρλέζικα», που εύκολα δίνει με ανομοίωση «αλαμπουρνέζικα». Η απόσταση από την πλάκα και το αστείο ως την ασυναρτησία και την ακαταληψία δεν είναι μεγάλη.

Για να κάνουμε βέβαια σωστή ετυμολογική διερεύνηση, πρέπει να ξερουμε πότε περίπου μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Όπως έχω ξαναπεί, τα γλωσσικά ληξιαρχεία στη χώρα μας δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, ιδίως για λαϊκές λέξεις. Ωστόσο βρίσκουμε τα «αλαμπουρνέζικα» σε ένα λεξικό των μέσων του 19ου αιώνα, το «Λεξικόν ελληνικόν και γαλλικόν» του Σκαρλάτου Βυζάντιου (1846), ο οποίος τη λέξη baragouinage την αποδίδει «διάλεκτος (ομιλία) σολοικοβάρβαρος και ακατανόητος, κοινώς αλαμπουρνέζικα».

Το δυστύχημα όμως είναι ότι πολύς κόσμος ελκύεται από τις εντυπωσιακές ιστορίες. Έτσι, η προέλευση από το εξωτικό Σουδάν ή έστω από το Λιβόρνο έχει γοητεύσει πολλούς κι έτσι θα τη βρείτε σε πολλές ιστοσελίδες όπως στο Βικιλεξικό, που αναφέρει με βεβαιότητα την προέλευση από το Σουδάν. Kοτζαμάν Σουδάν ακούγεται πιο μεγαλόπρεπο από μια μπερδεμένη ιταλική φράση.

Στην πρώτη έκδοση αυτού του άρθρου, είχα παρουσιάσει και μιαν ακόμα εξήγηση, που την έβρισκα πειστική -αλλά τώρα έχω αλλάξει γνώμη. Ας την αναφέρω όμως.

Ξεφυλλίζοντας παλιά περιοδικά, έπεσα τυχαία τις προάλλες σε μια σειρά από άρθρα του Νικ. Ποριώτη στο εξαιρετικό περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Φωτιάδη, που έβγαινε από το 1935 έως την Κατοχή. Ο Ποριώτης ήταν πολύ γερός λόγιος, δημοτικιστής, μεταφραστής αρχαίων αλλά και όπερας,  θεατρικός συγγραφέας. Έκανε και κάμποσα χρόνια στο ναυτικό και ήξερε καλά τη ναυτική γλώσσα. Τα σημειώματα αυτά που σας λέω τα γράφει πια στα 65 του και είναι πολλές φορές απολαυστικά, πάντα με γλωσσικό ενδιαφέρον. Λοιπόν, ο Ποριώτης λέει ότι υπήρχε στην Ιταλία τον 16ο αιώνα ένας σατιρικός ποιητής, ο Φραντσέσκο Μπέρνι, που πέθανε πριν κλείσει τα σαράντα του, στη Φλωρεντία, φαρμακωμένος από έναν καρδινάλιο επειδή αρνήθηκε να φαρμακώσει έναν άλλο καρδινάλιο (ή τουλάχιστο έτσι λένε).

Ο Μπέρνι έγραφε σάτιρες και ήταν ονομαστός για τα πνευματώδη λογοπαίγνιά του, λέει ο Ποριώτης, σε σημείο που το ύφος του να ονομαστεί bernesco, και πλάι στην έκφραση alla burlesca να φτιαχτεί, κατ΄ αναλογία, alla bernesca, με το ύφος του Μπέρνι δηλαδή. Η έκφραση αυτή υπάρχει και σήμερα στα ιταλικά, όπως μπορείτε να δείτε με ένα γκούγκλισμα. Περισσότερα για τον Μπέρνι έχει η Βικιπαίδεια.

Οπότε, λέει ο Ποριώτης, από το «αλά μπουρλέσκα» και από το «αλά μπερνέσκα», με συμφυρμό, προέκυψαν και τα δικά μας αλαμπουρνέζικα.

Την εξήγηση του Ποριώτη την είχα βρει πειστική διότι η φράση alla bernesca ήταν υπαρκτή και συχνή στα ιταλικά, ενώ υπήρχαν και πολλοί ποιητές που ακολουθούσαν τη μανιέρα του Μπέρνι.

Τώρα ομως που ξαναβλέπω όσα είχα γράψει, δεν πείθομαι τόσο πολύ -βρίσκω ότι πρόκειται για περιττή περιπλοκή. Η τροπή του λ σε ν (αλαμπουρλέσκα –> αλαμπουρνέζικα) δεν είναι δύσκολη. Κι έτσι, παρά την μεγάλη εκτίμηση που τρέφω στον Ν. Ποριώτη, πιστεύω πως μπορούμε να μείνουμε στο alla burla / alla burlesca σαν εξήγηση για τα αλαμπουρνέζικα.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Σχόλια »

Και πάλι για τον άμπακο, τον αγλέουρα, τον περίδρομο και το καταπέτασμα

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2017

Όπως έχω πει, το καλοκαίρι τούτο θα βάζουμε αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων. Έχω ξεχωρίσει μερικά άρθρα υποψήφια προς επανάληψη (από τα 3000+ που έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο στα 8+ χρόνια που εκπέμπει) αλλά το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά. Μου το θύμισε όμως η μητέρα μου, που μου έγραψε πως η φίλη της η Λούλη μου ζήτησε να γράψω από πού προέρχεται η λέξη «αγλέορας». Φυσικά, έχουμε παρουσιάσει σχετικό άρθρο, και καθώς το βρήκα διαπίστωσα ότι είναι αρκετά παλιό (κοντεύει να κλείσει επταετία από την πρωτη δημοσίευσή του) και δεν είχε σχολιαστεί και πολύ όταν πρωτομπήκε, άρα προσφέρεται για αναδημοσίευση.

Για να μην παραπονιούνται όσοι ισχυρομνήμονες θυμούνται το παλιότερο άρθρο, έχω συμπεριλάβει σε τούτη την αναδημοσίευση στοιχεία από άλλο ένα παλιό άρθρο, ενώ στην αρχή της σημερινής αναδημοσίευσης προτάσσω έναν καταλογο με εκφράσεις που τις λέμε όταν κάποιος τρώει πολύ και που καλείστε να τον συμπληρώσετε. Δηλαδή τούτη η αναδημοσίευση περιέχει υλικό από τρία παλιά άρθρα -ε, συμφέρει!

Το αρχικό άρθρο είχε γραφτεί το 2010, ως συνέχεια ενός άλλου άρθρου που είχε αφορμή τη διάσημη πλέον φράση του Θ. Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε».

Εκείνο το άρθρο κατέληγε με τη διαπίστωση ότι κάποιοι όχι μόνο τρώνε αλλά και ξεπερνούν τη χόρταση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά:

καταβροχθίζουν, χλαπακιάζουν, γουρουνιάζουν, σαβουρώνουν, γκουμουλώνουν, ντερλικώνουν, περιδρομιάζουν, τρώνε τον αγλέουρα, τον αβλέμονα, τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, την κάνουν ταράτσα, την τυλώνουν, τρώνε μέχρι σκασμού, μέχρι κορεσμού, μέχρι να γκώσουν, μέχρι να πρηστούν, μέχρι να σμπλουνιάσουν.

Θα συμπληρώσετε ίσως τον κατάλογο στα σχόλια, πάντως πολλές από τις παραπάνω λέξεις και εκφράσεις έχουν λεξιλογικό ενδιαφέρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 116 Σχόλια »

Σύρμα!

Posted by sarant στο 15 Δεκέμβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι απόρροια μιας συζήτησης που έγινε τις προάλλες, στα σχόλια του άρθρου που είχαμε βάλει για τα λεξιλογικά της περιπέτειας Ο Αστερίξ και το χρυσό δρεπάνι. Όπως θα δείτε, ουσιαστικά συνοψίζω όσα ειπώθηκαν στη συζήτηση εκείνη, προσθέτοντας ελάχιστα δικά μου. Νομίζω όμως πως το άρθρο δεν είναι περιττό, επειδή έτσι δίνεται η ευκαιρία να ενημερωθούν για τη συζήτηση και να σχολιάσουν και όσοι δεν την είχαν πάρει είδηση -διότι δεν διαβάζουν όλοι ως το τέλος τα σχόλια, ιδίως αν το άρθρο δεν τους ενδιαφέρει.

xxiiΛοιπόν, στα σχόλια της περιπέτειας του Αστερίξ, ο φίλος μας ο Corto είδε στη μετάφραση (του Αργ. Χιόνη) τη φράση «Σύρμα! Οι Ρωμαίοι!» και έφερε τη συζήτηση για τη φράση αυτή. Πριν προχωρήσω, να θυμίσω ότι γίνεται ένας καβγάς σε νυχτερινό κέντρο, όπου ο Αστερίξ και ο Οβελίξ ξυλοφορτώνουν τους μπράβους μιας συμμορίας λαθρεμπόρων και ξαφνικά ένας από τους δαρμένους μπράβους φωνάζει «XXII! Les Romains!!» και όλοι οι λαθρέμποροι το σκάνε.

Η φράση του Αστερίξ είναι αναχρονισμένη παραλλαγή μιας γνωστής γαλλικής φράσης της αργκό, της φράσης «Vingt-deux, voilà les flics», κατά λέξη «Εικοσιδύο, οι μπάτσοι!», που ολοφάνερα αντιστοιχεί ακριβώς στη δική μας «Σύρμα!» -για τις ανάγκες της ιστορίας ο αριθμός 22 γράφτηκε στο ρωμαϊκό σύστημα και οι μπάτσοι έγιναν Ρωμαίοι. Ο Χιόνης πολύ σωστά το μεταφράζει «Σύρμα, οι Ρωμαίοι!» ενώ η Μαραντέι (των εκδόσεων Μαμούθ που είναι αυτές που κυκλοφορούν τώρα) αστοχεί, αφού το αποδίδει «ΧΧΙΙ, οι Ρωμαίοι!» που δεν λέει τίποτα στον Έλληνα αναγνώστη.

Η αργκοτική φράση σε μας είναι συνήθως ένα σκέτο «Σύρμα!» και χρησιμοποιείται ως επιφώνημα προειδοποίησης, «για να ειδοποιήσουμε κάποιον ότι πρέπει να εγκαταλείψει κάποια παράνομη δραστηριότητά του, γιατί πλησιάζει ένα όργανο τάξεως ή ελέγχου» (ορισμός από το ΛΚΝ).

Ο φίλος μας ο Κόρτο αναρωτήθηκε αν το επιφώνημα «Σύρμα!» υπήρχε προπολεμικά ή αν γεννήθηκε μέσα στην Κατοχή ή στον πόλεμο, όπως δείχνουν κάποιες ενδείξεις. Αυτή η ερώτηση προκάλεσε τη συζήτηση που θα συνοψίσω στο σημερινό άρθρο. Εννοείται ότι  η προσπάθεια για χρονολόγηση της έκφρασης πηγαίνει χέρι-χέρι με την προσπάθεια για «ετυμολόγησή» της -να βρούμε δηλαδή από πού προήλθε, για ποιο λόγο κάποιοι πρόγονοί μας είπαν «Σύρμα!» θέλοντας να προειδοποιήσουν ότι πλησιάζει κάποιο όργανο της τάξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 217 Σχόλια »

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Πώς τραβιούνται τα σαντεκλέρια λοιπόν;

Posted by sarant στο 27 Ιουλίου, 2016

Τον καιρό της νιότης μου, τα καλοκαιρινά σινεμά παίζανε επαναλήψεις, πρόβαλλαν δηλαδή παλιότερες ταινίες, οπότε ήταν μια ευκαιρία να συμπληρώσει κανείς τα κενά του ή να θυμηθεί παλιότερα έξοχα έργα. Σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα θερινά παίζουν ταινίες πρώτης προβολής -αλλά σε αυτή την παλιά συνήθεια θα καταφύγει το ιστολόγιο, αφού το έχει βάλει αμέτι μουχαμέτι να δημοσιεύει καλοκαιριάτικα ένα άρθρο κάθε μέρα σε αδιάλειπτο σερί.

Το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια -παρά μία μέρα. Στη συνέχεια, τη λέξη «σαντεκλέρι» τη συμπεριέλαβα και στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Εδώ αναδημοσιεύω το παλιό άρθρο με αρκετές επικαιροποιήσεις παίρνοντας επίσης υπόψη τα σχόλια που είχαν γίνει κατά την πρώτη δημοσίευση. 

Lucien-Guitry-1860-1925-In-Chantecler-By-Edmond-Rostand-1868-1918Το άρθρο αυτό γεννήθηκε από ένα δικό μου σχόλιο σε  ένα λήμμα του εξαιρετικού ιστότοπου slang.gr. Εδώ, αναπτύσσω περισσότερο την άποψή μου.

Λοιπόν, στο slang.gr τέθηκε η απορία για την προέλευση της φράσης «θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια«, που είναι -κατά το εκεί άρθρο- μια παμπάλαιη μάγκικη έκφραση. Και βέβαια, ενώ η σημασία της έκφρασης είναι προφανής, σημαίνει «θα μαλώσουμε άσκημα», η λέξη «σιντεκλέρια» είναι εντελώς άγνωστη και μυστηριώδικη, πολύ περισσότερο που τη βρίσκουμε και με άλλες παραλλαγές: σαντεκλέρια, σεντεκλέρια, σιντεγκλέρια.

Ο φίλος Χότζας που έγραψε το αρχικό άρθρο στο slang.gr και οι υπόλοιποι στα σχόλια προσπάθησαν, με τα ελάχιστα δεδομένα που είχαν στη διάθεσή τους,  να βγάλουν νόημα, προτείνοντας με επιφυλάξεις την προέλευση από το ότι το «σαντικλέρι» είναι γυναικείο κοκαλάκι για τα μαλλιά, αλλά και φυλαχτό, διακοσμητικό -αλλά τελικά στα σχόλια νομίζω ότι συμφώνησαν με την εκδοχή που πρότεινα.

Πριν προχωρήσουμε, να πούμε ότι η έκφραση «θα τραβηχτούμε σαν τα σαντεκλέρια» (ή σαν τα σεντεκλέρια ή σιντεκλέρια) ακούγεται στην κλασική ελληνική κωμωδία «Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός», που προβλήθηκε το 1961 σε σενάριο Νίκου Τσιφόρου και σκηνοθεσία Πολύβιου Βασιλειάδη. Την ταινία θα την έχετε πιθανώς δει, αλλά αν δεν θυμάστε τη συγκεκριμένη ατάκα μπορείτε να τη δείτε εδώ, είναι στο 8′.17 της ταινίας. Ο Ρίζος είναι ο κοντός του τίτλου, σώγαμπρος με πεθερά τη Βασιλειάδου η οποία του ψήνει το ψάρι στα χείλη. Αυτός υπομένει, αλλά λέει κατ’ ιδίαν στη γυναίκα του: «Κάποια στιγμή θα τραβηχτούμε σαν τα σιντεκλέρια».  Δεν ακούγεται ολοκάθαρα, άλλοι έγραψαν ότι ακούν «σιντεγκλέρια». Μπορεί βέβαια και ο ίδιος ο Ρίζος να μην είπε σωστά τη φράση, αν σκεφτούμε (βλ. πιο κάτω) ότι σε άλλο κείμενο του Τσιφόρου (του σεναριογράφου της ταινίας) υπάρχει η μορφή «σαντεκλέρια», που είναι και η αρχική κατά τη γνώμη μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 173 Σχόλια »

Γιατί κάνουμε την πάπια;

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2016

Ξέρετε βέβαια τι σημαίνει η έκφραση «κάνω την πάπια». Σημαίνει, σύμφωνα με το λεξικό, προσποιούμαι ότι δεν γνωρίζω, δεν καταλαβαίνω κάτι, αποφεύγω να πάρω θέση. Συνώνυμη έκφραση είναι «κάνω το κορόιδο».

Το ερώτημα του τίτλου είναι παραπλανητικό -δεν θα διερευνήσουμε για ποιο λόγο προσποιούμαστε ότι δεν καταλαβαίνουμε τι μας λένε, άλλωστε υπάρχουν πολλοί λόγοι ανάλογα με την περίσταση. Στο άρθρο μας θα εξετάσουμε, απλούστατα, την προέλευση της φράσης «κάνει την πάπια». Θα απαντήσουμε στο… φλέγον ερώτημα «Γιατί το λέμε έτσι;»

Δεν θυμάμαι αν το έχουμε αναφέρει ξανά στο ιστολόγιο, αλλά για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια αρκετά διαδεδομένη αλλά εντελώς αστήρικτη εξήγηση που οφείλεται, όπως και οι περισσότερες ευφάνταστες αλλ’ εντελώς αστήρικτες ανάλογες εξηγήσεις, στον Τάκη Νατσούλη. Ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης είχε εκδώσει το ογκώδες βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις», στο οποίο έχει συγκεντρώσει άφθονο υλικό αλλά έχει το κακό ελάττωμα να προτείνει διάφορες αστήρικτες θεωρίες για να εξηγήσει πώς γεννήθηκαν διάφορες γνωστές φράσεις, θεωρίες που τις έβγαλε από τη γόνιμη φαντασία του. Κι όπως είναι πιο εντυπωσιακό να ισχυρίζεσαι ότι η οικογένειά σου έχει τις ρίζες της σε βυζαντινούς άρχοντες, παρόμοια κάνει περισσότερο εφέ να λες ότι η τάδε φράση έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα ή στη φραγκοκρατία, αντί να πεις ότι πρόκειται π.χ. για κοινή παρατήρηση ή (θου κύριε!) ότι δεν είναι σαφές το πώς γεννήθηκε η φράση.

Αυτή την αναζήτηση εντυπωσιακών αλλ’ αστήρικτων ιστοριών για να εξηγηθεί η προέλευση μιας έκφρασης, τη λέμε «νατσουλισμό» στο ιστολόγιο. Και για την έκφραση «κάνει την πάπια» υπάρχει μια νατσουλική εξήγηση.

Τη θυμήθηκα πριν από κάμποσες μέρες, όταν διάβασα ένα άρθρο του thetoc.gr, με τίτλο «Δεν κάνει την πάπια, είναι αθώα», το οποίο, με πλούσια εικονογράφηση και ανάλαφρο στιλ, προσπαθεί να εξηγήσει την προέλευση εννιά γνωστών εκφράσεων -και νατσουλίζει ασύστολα στις περισσότερες. Δεν θα ασχοληθώ όμως με τις άλλες εκφράσεις, διότι η κάθε μία θέλει χωριστό άρθρο. Αρκεί να επισημάνω ότι για την τρελοκαμπέρω έχουμε αποδείξει πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν έχει καμιά σχέση με τον αεροπόρο Νότη Καμπέρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 322 Σχόλια »

Πράσινα άλογα και όχι πράσσειν άλογα

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη. Το αρχικό άρθρο δημοσιεύτηκε πριν από εφτά χρόνια και τέσσερις μέρες, δηλαδή όταν το ιστολόγιο δεν είχε ακόμα κλείσει το πρώτο του τρίμηνο, και έχει αναδειχτεί σε ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα άρθρα του ιστολογίου, επειδή διαρκώς συμβαίνει, σε κάποια διαδικτυακή συζήτηση, να χρησιμοποιεί κάποιος την έκφραση «και πράσινα άλογα» και να πετιέται κάποιος εξυπνάκιας και να τον επιπλήττει, ότι τάχα είναι λάθος το «πράσινα άλογα» και το σωστό είναι «πράσσειν άλογα», οπότε ή ο αρχικός σχολιαστής ή κάποιος τρίτος βάζει το λινκ από το άρθρο μου για να απαντήσει. Διότι, όπως θα δείτε στη συνέχεια, έκφραση «πράσσειν άλογα» δεν παραδίδεται πουθενά.

Εδώ και καιρό ήθελα να ξαναδημοσιεύσω το παλιό μου άρθρο, αν μη τι άλλο για να δώσω την ευκαιρία να σχολιαστεί από τους νεότερους φίλους, αλλά δίσταζα επειδή το αρχικό άρθρο ήταν ήδη πολύ μεγάλο. Τελικά χτες πήρα την απόφαση, χάρη σε μια πληροφορία που μου έδωσε ο φίλος Γιώργος Μπαλόγλου, που ενισχύει την επιχειρηματολογία του άρθρου. Οπότε, ζητώ συγνώμη για το διπλοσέντονο και ξεκινάω.

Πράσινα άλογα, στο εξώφυλλο του βιβλίου μου "Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων"

Πράσινα άλογα, στο εξώφυλλο του βιβλίου μου «Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων» (Τώρα έχει επανεκδοθεί επαυξημένο ως «Λόγια του αέρα»)

Η έκφραση …και πράσινα άλογα, όπως ας πούμε στη φράση «Τι ανώτατες σπουδές και πράσινα άλογα λέει πως έχει κάνει; Αφού δεν έχει τελειώσει ούτε το δημοτικό!» είναι πολύ συνηθισμένη.

Αν και κανείς δεν αμφιβάλλει για τη σημασία της, πολλοί αναρωτιούνται για την προέλευσή της, που δεν είναι φανερή στα μάτια τους. Καθώς δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς εμφανίστηκαν τα «πράσινα άλογα» προσπαθούν να βρουν μιαν άλλη, πιο ορθολογική κατά τη γνώμη τους εξήγηση.

Σύμφωνα με μια πολύ διαδεδομένη «εξήγηση» για την προέλευση της έκφρασης …και πράσινα άλογα, πρόκειται για παραφθορά της αρχαίας έκφρασης «πράσσειν άλογα». (Υπάρχουν και άλλες θεωρίες για την προέλευση της φράσης, όπως η αναφορά σε ένα επεισόδιο που έγινε επί Όθωνα, αυτή όμως είναι η πιο διαδεδομένη.) Όπως μας πληροφορεί, για παράδειγμα, ο δικτυακός τόπος www.prasinaloga.gr, που ανήκει στην ομάδα εικαστικού θεάτρου κούκλας «Πράσσειν άλογα»: η έκφραση «Πράσσειν άλογα» είναι αρχαία (πράσσειν = πράττω, άλογο = μη λογικό).

Σε μια διαδικτυακή συζήτηση περί αστρολογίας, κάποιος σκεπτικιστής έγραψε άρθρο με τίτλο «Άστρα και πράσινα άλογα» και αμέσως κάποιος άλλος τον διόρθωσε σε «Άστρα και πράσσειν άλογα», επισημαίνοντας Έχεις δει πουθενά πράσινα άλογα; μήπως αυτό το πράσινα δεν είναι πράσινα αλλά πράσσειν ή πράττειν απαρέμφατο του ρήματος πράττω; Και το άλογα μήπως δεν εννοούνται τα άλογα αλλά το δίχως λογική πραττόμενο; Κάποιος άλλος, αλλού: Πράσινα άλογα και πράσσειν άλογα, που έλεγαν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι.

Υπάρχουν λοιπόν αρκετοί που πιστεύουν ότι η αρχική μορφή της φράσης «και πράσινα άλογα» είναι η αρχαία «πράσσειν άλογα». Η λανθασμένη (όπως θα επιχειρήσω να αποδείξω) αυτή άποψη απέκτησε επιπρόσθετο κύρος όταν ένα συγκρότημα ελληνικής ροκ μουσικής πήρε την ονομασία Πράσσειν άλογα, με έμβλημά του ένα πράσινο αλογάκι του σκακιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 320 Σχόλια »

Τρεις κι ο κούκος τέσσερις

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2016

Χτες στο ιστολόγιο είχαμε την πρώτη συνέχεια από ένα διήγημα του πατέρα μου, στο οποίο ένας ήρωας λέγεται Κούκος, και πολύ φυσιολογικά ήρθε στην κουβέντα και η έκφραση «τρεις κι ο κούκος» και ο φίλος μας ο Νεοκίντ αναρωτήθηκε για την προέλευση της έκφρασης και αν υπάρχει κάποια ευφάνταστη θεωρία.

290px-Cuculus_canorus_1Μια και το θέμα έχει κάποιο γενικότερο ενδιαφέρον, ταιριάζει να του αφιερώσουμε το σημερινό αρθράκι, εκπληρώνοντας έτσι στο πιτς φιτίλι (αυτή την έκφραση θα τη δούμε άλλη φορά) την υπόσχεση που έδωσα.

Ο κούκος είναι γκρίζο πουλί που ζει στα δάση και έχει πολύ χαρακτηριστική «ηχηρή» φωνή, που αποδίδεται γραπτά ως «κούκου». Εξαιτίας της φωνής αυτής, χρησιμοποιήθηκε στα ρολόγια τοίχου της παλιάς εποχής με το εκκρεμές, που είχαν κι έναν ξύλινο κούκο να βγαίνει από το ρολόι και να σημαίνει τις ώρες.

Από τη φωνή άλλωστε ονομάστηκε και το πουλί, κούκος από το κούκου. Οι αρχαίοι το έλεγαν κόκκυγα, και η ονομασία αυτή επιβιώνει στο επίσημο ζωολογικό όνομα του πουλιού (Κόκκυξ ο ωδικός, της οικογένειας των κοκκυγιδών) αλλά κατά τα άλλα όταν εμείς λέμε κόκκυγας εννοούμε εκείνο το οστό στην άκρη της σπονδυλικής στήλης που θεωρείται υπόλειμμα της ουράς που χάσαμε -και που αν τύχει και πιάσουμε κύστη εκεί μάς πονάει αφόρητα. Το εν λόγω κοκκαλάκι το ονόμασαν κόκκυγα οι αρχαίοι επειδή, λέει, έμοιαζε με το ράμφος του πουλιού, του κούκου.

Ο κούκος εκτός από χαρακτηριστική φωνή έχει τη συνήθεια να μη φτιάχνει δική του φωλιά αλλά να γεννάει τα αυγά του σε ξένες φωλιές, όταν λείπει ο νοικοκύρης, πετώντας μάλιστα κάτω ισάριθμα αυγά του νόμιμου κατοίκου της φωλιάς -αυτό λέγεται αναπαραγωγικός παρασιτισμός, και περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρει το καλογραμμένο και εκτενές άρθρο της Βικιπαίδειας.

Είτε εξαιτίας αυτής της συνήθειάς του είτε επειδή δεν πετάει σε σμήνος, ο κούκος έχει θεωρηθεί το σύμβολο της μοναχικότητας. Για έναν άνθρωπο που είναι μόνος και έρημος, λέμε ότι είναι κούκος ή απόμεινε κούκος ή μονάχος σαν τον κούκο -λέγεται η φράση συχνά για κάποιον ηλικιωμένο που έχει χάσει τον σύντροφό του και που δεν έχει παιδιά ή τα παιδιά του ζουν αλλού. Νομίζω πως και το παιχνίδι της πόκας «κούκος μονός» λέγεται έτσι επειδή το αρχικό φύλλο μπαίνει στη μέση πάνω στο τραπέζι μόνο του, σαν τον κούκο -πρέπει να είναι το μοναδικό παιχνίδι όπου συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 257 Σχόλια »

Χαζό παιδί χαρά γεμάτο, πάλι

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2016

Χτες έπεσε πολλή δουλειά οπότε αναγκάζομαι να καταφύγω στη δοκιμασμένη λύση της αναδημοσίευσης ενός παλιού άρθρου, που το έχω βέβαια ξανακοιτάξει κι έχω κάνει μικρές ή μεγάλες αλλαγές και προσθήκες.

Άλλωστε, το ιστολόγιο κοντεύει να κλείσει τα εφτά χρόνια φαγ… λειτουργίας, κι έτσι ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε πριν από πέντε ή έξι χρόνια μπορεί να είναι άγνωστο στους περισσότερους σημερινούς αναγνώστες -ή να μην το θυμούνται.

Από μιαν άποψη, ο τίτλος του σημερινού άρθρου θα μπορούσε να εκληφθεί ως σχόλιο για πρόσφατα γεγονότα ή για γνωστά πρόσωπα της πολιτικής και της καλλιτεχνικής σκηνής. Όχι όμως, ακόμα κι αν σκέφτηκε κάτι τέτοιο το πονηρό μυαλό σας, το άρθρο είναι καθαρά γλωσσικό ή και λιγάκι φρασεολογικό. Και από τη φρασεολογία ξεκινάω.

Τη φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» τη λέμε, συχνά εκνευρισμένοι, σε όποιον γελάει αναίτια, χωρίς προφανή λόγο. Σε μια τηλεοπτική εκπομπή που έτυχε να παρακολουθήσω, ο παρουσιαστής ρώτησε τους άλλους ωραίους νέους και νέες που έκαναν μαζί την εκπομπή, αν ξέρουν από πού βγήκε η έκφραση «αυγά σου καθαρίζουνε». Κανείς δεν ήξερε, αυτοσχεδίασαν διάφορες εξηγήσεις, μέχρι που μια διαβασμένη είπε με στόμφο ότι κάθε 15 Μαΐου υπήρχε λέει στην αρχαία Ρώμη το έθιμο του αυγοπόλεμου, που γινόταν προς τιμή της Αφροδίτης και του Διονύσου και ο καθένας πετούσε στους άλλους αυγά μελάτα, εξήγηση που έγινε δεκτή με ζητωκραυγές.

Η άποψη αυτή για την προέλευση της φράσης είναι ξεσηκωμένη από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, το οποίο κάμποσοι το έχουν για ευαγγέλιο για την εξήγηση της προέλευσης διαφόρων φράσεων. Το βιβλίο αυτό κατά σύμπτωση βρίσκεται και πάλι στην επικαιρότητα, αφού το μοιράζει μια εφημερίδα, νομίζω μάλιστα σε συνέχειες. Τη γνώμη μου γι’ αυτό την έχω ξαναγράψει: πολύ υλικό συγκεντρωμένο με κόπο, αλλά εντελώς αναξιόπιστες εξηγήσεις και συνεχές κυνήγι του εντυπωσιασμού. Και η εξήγηση αυτή εδώ, της φράσης «αυγά σου καθαρίζουνε» από τον αυγοπόλεμο της αρχαίας Ρώμης, δεν είναι καλύτερη. Για να μην αδικήσω τον Νατσούλη, να συμπληρώσω ότι λέει επίσης πως ο αυγοπόλεμος ήταν αδυναμία του Νέρωνα και πως η ίδια γιορτή έγινε της μόδας στο Βυζάντιο «για πολύ λίγο διάστημα όμως» και ότι «σε πολλά βυζαντινά κείμενα αναφέρεται συχνά, αλλά μόνο με δυο-τρία λόγια» (αυτά στην σελ. 23 της δικής μου έκδοσης). Με αυτοκρατορική αρχοντιά ο συγγραφέας προσπερνάει το θέμα της τεκμηρίωσης, χωρίς να μας δώσει έστω και ένα από αυτά τα κείμενα που αναφέρουν τον βυζαντινό αυγοπόλεμο. Δεν φταίω εγώ να υποψιαστώ πως δεν υπάρχει κανένα τέτοιο κείμενο.

Αλλά και να υπάρχει τέτοιο κείμενο (που δεν υπάρχει), και να ήταν ο αυγοπόλεμος καθιερωμένο βυζαντινό έθιμο, από πού κι ως πού συνάγεται ότι γέννησε την παροιμιακή φράση «αυγά σου καθαρίζουνε;» Έχουμε κανένα κείμενο που να διασώζει έστω μια προηγούμενη μορφή της φράσης; Όχι. Όπως συνήθως, κι αυτή η εξήγηση του Νατσούλη είναι γέννημα μιας πλούσιας φαντασίας που δεν βολεύεται με τις πεζές εξηγήσεις.

Διότι η εξήγηση της φράσης είναι πεζή: απλούστατη, αλλά όχι πολύ συναρπαστική. Στα παλιά χρόνια της γενικευμένης και ολόχρονης στέρησης, τότε που κανείς δεν χόρταινε, το μικρό παιδί που έβλεπε να του καθαρίζουν αυγό για να το φάει γέλαγε από τη χαρά του. Η εικόνα είναι κοινότατη, η εξήγηση μου φαίνεται απολύτως πειστική και δεν είναι ανάγκη να πάμε στον αυγοπόλεμο και στον Νέρωνα. Ο Ν. Πολίτης δίνει και γαλλική παραπλήσια φράση: Ris, Jean, on te frit des oeufs, παναπεί Γέλα, Ζαν, αυγά σου τηγανίζουν.

Οι πρόγονοί μας θεωρούσαν λογικό να γελάει όποιος του καθαρίζουν αυγά -σήμερα, που το μικρό παιδί το κυνηγάς σ’ όλο το σπίτι για να φάει το αυγό του κι αυτό το σκασμένο αρνείται, η προέλευση της φράσης έχει ξεχαστεί.

Όποιος όμως γελάει χωρίς να του καθαρίζουνε αυγά, δηλαδή όποιος γελάει αναίτια ενοχλεί. Το να γελάς αναίτια θεωρείται χαζομάρα. Κάποιος λάτρης της ετυμολογίας θα μπορούσε να πει ότι αυτό αποτελεί ταυτολογία. Διότι, από πού ετυμολογείται η λέξη «χαζός»;

Αν ανοίξετε τα λεξικά μας, και στο θέμα αυτό συμφωνούν όλα τους, θα δείτε ότι το χαζός προέρχεται από το χάζι, που είναι ένα θέαμα που το παρακολουθούμε χωρίς να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αλλά μας διασκεδάζει, και αυτό το χάζι είναι δάνειο από το τουρκικό haz (αραβικής αρχής) που σημαίνει «ευχαρίστηση, απόλαυση».

Από την απόλαυση στη διασκέδαση, κατεβαίνουμε τα σκαλοπάτια που πάνε στην αφέλεια και από εκεί στη βλακεία. Πάντως, αν δεν κάνω λάθος, η σημασιολογική εξέλιξη έγινε στα ελληνικά. Στα τούρκικα δεν βρίσκω καμιά ένδειξη για αρνητική απόχρωση στη λέξη haz.

Το χάζι, είπαμε, είναι ευχάριστο θέαμα. Συχνά χρησιμοποιείται, σε διαλέκτους ιδίως, σαν συνώνυμο του γούστου, ενώ η έκφραση «έχει χάζι» χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο της «έχει γούστο» ή «έχει πλάκα», συχνά για κάποιο μάλλον δυσάρεστο ενδεχόμενο που όμως το θεωρούμε όχι πολύ πιθανό και το αναφέρουμε κυρίως για να ξορκίσουμε το φόβο μας. Π.χ. «Αργεί να ρθει ο γαμπρός· έχει χάζι ντου να μετάνιωσε την τελευταία ώρα» (από το κρητικό λεξικό του Πιτυκάκη).

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, σχολιάζοντας την προέλευση της λ. χαζός από το χάζι σημειώνει: η λέξη θα σήμαινε αρχικώς «χαρούμενος» (χωρίς ιδιαίτερο λόγο), «ελαφρόμυαλος».

Μπορεί να είναι κι έτσι. Δυστυχώς στη γλώσσα μας, τα γλωσσικά ληξιαρχεία δεν λειτουργούν καλά κι έτσι είναι δύσκολο να βρεις πότε μπήκε μια λέξη στη γλώσσα και ποια είναι η αρχική σημασία της. Πάντως, εγώ νομίζω πως η λέξη δεν είναι πολύ παλιά (δηλ. αν έπρεπε να στοιχηματίσω θα έλεγα πως είναι των μέσων του 19ου αιώνα) και πως ανάμεσα στο χάζι και στον χαζό μεσολάβησε το «χαζεύω». Χαζεύει αυτός που κάνει χάζι, που περνάει την ώρα του κοιτάζοντας τους άλλους, που διασκεδάζει με τον τρόπο αυτό. Ε, αυτός θεωρείται ελαφρόμυαλος, χαζός. Πάντως, τα μεγάλα λεξικά μας δίνουν άλλη πορεία: χάζι > χαζός > χαζεύω.

Ούτως ή άλλως, η διαφορά δεν είναι μεγάλη. Έτσι κι αλλιώς, η απόλαυση και η διασκέδαση θεωρήθηκε βλακεία. Οπότε, από μια άποψη, θα λέγαμε ότι η λέξη «χαζοχαρούμενος» είναι πλεονασμός –και ότι η έκφραση «χαζό παιδί, χαρά γεμάτο», που τη λέμε για κάποιον που γελάει αναίτια, χωρίς να του καθαρίζουν αυγά, είναι απόλυτα δικαιολογημένη.

Πάντως, να πω ότι το επίτομο της νεοελληνικής του Κριαρά, που συχνά έχει εύστοχες ετυμολογικές λύσεις διαφορετικές από των άλλων, λέει ότι ο χαζός είναι ή από το haz ή από το χάσκω –δεν αποκλείεται μάλιστα, λέω εγώ, να έχει γίνει και πάντρεμα των δύο, διότι αυτός που χαζεύει κάτι πολύ συχνά χάσκει κιόλας.

Οι αρχαίοι είχαν και μιαν άλλη παροιμία γι’ αυτό το θέμα, που ήταν η αγαπημένη του γυμνασιάρχη μου και την έλεγε κάθε φορά που κάποιος μαθητής γελούσε αναιδώς ή αναίτια: «γελά ο μωρός καν τι μη γελοίον η», που πρέπει να την αγαπούσαν πολλοί γυμνασιάρχες και γενικότερα δάσκαλοι και καθηγητές διαχρονικά. Η ακριβής της μορφή, στις Γνώμες του Μενάνδρου, είναι Γελᾷ δ’ ὁ μῶρος, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -μώρος, όχι μωρός, αλλά προσωπικά δέχομαι ότι και οι στερεότυπες φράσεις σηκώνουν κάποια προσαρμογή στο σημερινό τυπικό (αλλά αυτό είναι θέμα που θα το συζητήσουμε άλλη φορά). Σημειώστε ότι στα αρχαία, το έχουμε ξαναπεί, γελοίος είναι ο αστείος (διότι αστείος ήταν ο ραφιναρισμένος). Επειδή πάντως, όπως είπα, το μενάνδρειο απόφθεγμα ακούγεται πολύ, να σημειώσω και μια χαριτόλογη μετάφρασή του, που δεν θυμάμαι πού την έχω διαβάσει: Γελάει το μωρό, κάντο να μη γελάει.

Να κλείσω με τον Φλομπέρ. Έλεγε ότι για να ζήσει κανείς ευτυχισμένος χρειάζεται καλή υγεία, εγωισμό και βλακεία· αν όμως λείπει η βλακεία, τ’ άλλα δύο μόνα τους δεν φτουράνε. Λέτε να είχε δίκιο;

Υστερόγραφο: Υπάρχει πάντως κι ένας άλλος αυγοπόλεμος. Εννοώ τη διαμάχη, που κλείνει έναν αιώνα, για το αν πρέπει να γράφουμε αυγό ή αβγό. Σε αυτό τον «πόλεμο των αυγών», έχω σκοπό να αφιερώσω κάποτε άρθρο.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Πώς αλλάζουν και πάλι τα φώτα;

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2016

Χτες κανένα  παιδάκι δεν μας χτύπησε το κουδούνι για κάλαντα στο σπίτι. Στο κέντρο της Αθήνας που πήγα αργότερα, είδα μερικά παιδιά να τα λένε -ή τουλάχιστον να επιχειρούν να τα πουν, όπως εκείνο το συνεσταλμένο κοριτσάκι που μπήκε στο καφενείο όπου κουβέντιαζα μ’ έναν φίλο μου, ρώτησε δειλά «Να τα πω;» και έκανε μεταβολή πριν καλά-καλά περάσει χρονικό διάστημα αρκετό ώστε η σιωπή να θεωρηθεί άρνηση. Πάντως, η καλαντιστική κίνηση ήταν εμφανώς μικρότερη από τις παραμονές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, αν και -απ’ ό,τι θυμάμαι- υπάρχουν παιδιά που τα λένε και ανήμερα.

Εγώ πάντως ποτέ δεν είπα τα κάλαντα των Φώτων όταν ήμουν παιδί, ενώ τα άλλα τα έλεγα κανονικά. Θυμάμαι μια φορά, καθώς ήμασταν στο σπίτι του φίλου μου του Κώστα και γεμάτοι έξαψη μοιράζαμε τις εισπράξεις από την πρωτοχρονιάτικη εξόρμηση, ρώτησα «Θα τα πούμε και τα Φώτα;» «Όχι», μου απάντησε εκείνος, «μόνο τα φτωχά παιδιά τα λένε τα Φώτα, λέει η μητέρα μου».

Δεν ξέρω πώς γίνεται ή πώς γινόταν στα νησιά ή σε άλλα θαλασσινά μέρη με το ρίξιμο του Σταυρού, αλλά στην Αθήνα τα Φώτα, τα Θεοφάνια για να τα πούμε επίσημα, είναι γιορτή κάπως περιφρονημένη, έτσι όπως έρχεται στο ξεφούσκωμα του εορταστικού δωδεκάμερου, όταν όλοι έχουν κορεστεί. Μάλιστα, δεν είναι καν υποχρεωτική αργία όπως δεν παραλείπει να τονίζει ένας φίλος μου μηχανικός σε εργοστάσιο, ο οποίος κάθε χρόνο δουλεύει κανονικότατα στις 6 του Γενάρη.

Τόσον καιρό δεν έχω γράψει άρθρο για τα λεξιλογικά ή τα λαογραφικά των Φώτων -λογάριαζα να το κάνω σήμερα, αλλά κάτι έκτακτο που μου έτυχε με εμπόδισε. Οπότε, μετά την εισαγωγή, συνεχίζω με ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει εδώ τέτοια μέρα πριν από τέσσερα χρόνια, το οποίο έχει ως θέμα του όχι τα Φώτα, παρά τα φώτα -και μάλιστα εκείνα που (μας τα) αλλάζουν.

Τι εννοώ; Δεν πρόκειται να αναφέρω τις αμέτρητες παραλλαγές του ανέκδοτου που λέει πόσοι χρειάζονται για να αλλάξουν μια λάμπα, ούτε βέβαια να σας δώσω ηλεκτρολογικές συμβουλές (τα μαστορέματα δεν είναι το φόρτε μου) αλλά σκοπεύω να εξετάσω τη φράση «του άλλαξα τα φώτα». Καθώς σήμερα έχουμε τα Φώτα η φράση είναι κάπως επίκαιρη, και μάλιστα την είδα ήδη να χρησιμοποιείται σε λογοπαίγνιο. Επειδή, όπως λέγεται, ο πρωθυπουργός δεν θα πάει σήμερα στην τελετή των Θεοφανίων στον Πειραιά για να μην συναντήσει τον αγιατολάχ Σεραφείμ που έκανε τις γνωστές δηλώσεις για το Σύμφωνο Συμβίωσης, κάποιο άρθρο είχε τον τίτλο «Τους άλλαξε τα Φώτα το σύμφωνο συμβίωσης«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Εορτολόγιο, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 152 Σχόλια »

«Ασθενής και οδοιπόρος» λοιπόν -και με τις ευλογίες του σεβασμιότατου!

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2015

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός περσινού, που και πέρυσι ήταν αναδημοσίευση παλιότερου. Βλέπετε, το συγκεκριμένο θέμα, σχετικά με την κατεξοχήν παροιμία της νηστείας, εννοώ την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», αναπόφευκτα έρχεται στην επικαιρότητα κάθε Σαρακοστή. Προβληματιζόμουν αν θα έκανα και φέτος την αναδημοσίευση, και ως τώρα έκλινα στο να την παραλείψω για φέτος, μεταπείστηκα όμως από μια συζήτηση σε ομάδα του Φέισμπουκ, η οποία αφενός μού έδειξε ότι υπάρχει λόγος για επανάληψη του άρθρου, και αφετέρου έθεσε υπόψη μου δυο νέα στοιχεία -κι έτσι το άρθρο δεν θα είναι στεγνή και στυγνή επανάληψη του περσινού.

Το πρώτο νέο στοιχείο είναι ότι ξεφύτρωσε και νέα παραλλαγή του «αντιοδοιπορικού» μύθου, ότι τάχα η… σωστή εκδοχή της παροιμίας δεν είναι «ασθενής και οδοιπόρος» αλλά «ασθενής και ωδειπόρος», λέξη άγνωστης σημασίας και ετυμολογίας, και πολύ λογικά διότι είναι ανύπαρκτη, όπως ανύπαρκτες είναι και οι άλλες «σωστές» λέξεις που έχουν κατά καιρούς προταθεί, δηλ. διπόρος, ωδιπόρος, ωδυπόρος ή διφόρος. Το δεύτερο νέο στοιχείο το αναφέρω στο τέλος του άρθρου.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων πριν από καμιά δεκαριά χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2006, η τότε υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Τα φώτα, τα πετρέλαια και ο Ανανίας (επανάληψη)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2014

Όταν ήμουν φοιτητής, θυμάμαι, τα θερινά σινεμά δεν έβαζαν ταινίες πρώτης προβολής αλλά επαναλήψεις, είτε της σεζόν που είχε μόλις ολοκληρωθεί είτε παλιότερες, κι ήταν αυτός ένας τρόπος να δει κανείς κλασικές ταινίες και συμπληρώσει τα κενά κινηματογραφικής παιδείας του. Λίγοι σινεμάδες το κρατάνε πια αυτό, τα περισσότερα θερινά όπως μαθαίνω παίζουν πρώτη προβολή, ενώ τα κινηματογραφικά κενά μου έχουν αποκτήσει διαστάσεις Γκραν Κάνιον. Όμως οι θερινές επαναλήψεις είναι καλή ιδέα και το ιστολόγιο την εφαρμόζει τα τελευταία χρόνια, κανγι κάτι ανάλογο είχα αναγγείλει για φέτος στο άρθρο της 1ης του μηνός.

Με τις θερινές επαναλήψεις άρθρων, αφενός ο ιστολόγος βρίσκει καιρό να κάνει καμιά βουτιά ή καμιά δουλειά και αφετέρου θυμόμαστε ή γνωρίζουμε άρθρα που είχαν δημοσιευτεί παλιότερα στο ιστολόγιο και δεν τα είχαμε προσέξει την πρώτη φορά. Στις επαναλήψεις έχω βάλει κανόνα να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, και επικουρικά να μην είχαν γίνει πάρα πολλά σχόλια την πρώτη φορά (πέρσι είχα πει ‘κάτω από 60 σχόλια’, που οδήγησε στο να διατυπωθεί ο κανόνας ως ‘κανόνας των 3 και 60’, αλλά φέτος ίσως χαλαρώσω κάπως αυτή τη δεύτερην απαίτηση).

Το σημερινό μας άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από τέσσερα χρόνια (και μια μέρα) και ο λόγος για τον οποίο διάλεξα να το επαναλάβω είναι ότι πρόσφατα έγινε ένα σχόλιο που, χωρίς να το συμμερίζομαι, είναι αξιόλογο και το ενσωματώνω στο κυρίως άρθρο. Οπότε, και οι επαναλήψεις δεν είναι κοπιπάστη του αρχικού άρθρου, υπάρχει και καινούργιο υλικό συνήθως.

Τα φώτα, τα πετρέλαια και ο Ανανίας

Τι κοινό έχουν αυτές οι τρεις λέξεις, θα ρωτήσετε. Μπα, δεν θα το ρωτήσετε, είμαι βέβαιος ότι το έχετε ήδη μαντέψει· το κοινό στοιχείο τους είναι ότι και τα τρία αυτά πράγματα τα αλλάζουμε, αλλά μεταφορικά, και ότι αυτός που υφίσταται την αλλαγή δεν το απολαμβάνει καθόλου μα καθόλου!

Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι μου άλλαξε τα φώτα εννοούμε ότι με βασάνισε, με καταταλαιπώρησε, ίσως με κατατρόπωσε σε αθλητικό αγώνα, ίσως ακόμα με έδειρε. Η βασική έννοια είναι η ταλαιπωρία, το μαρτύριο, και έχει τη χροιά της διάρκειας. Δεν αλλάζουμε μόνο τα φώτα και τα πετρέλαια όμως, αλλάζουμε επίσης: την πίστη, τον Χριστό, την Παναγία, τον αδόξαστο, τα ράμματα, τα πέταλα. Να τα δούμε όλα αυτά με τη σειρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »