Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γιατί (δεν) το λέμε έτσι’ Category

Από πού (δεν) ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2014

Ένα από τα βασικά ενδιαφέροντα του ιστολογίου, θα το ξέρετε όσοι το παρακολουθείτε τακτικά, είναι η ετυμολογία και οι ιστορίες των λέξεων. Ένα άλλο, είναι η ανασκευή μύθων, ιδίως σχετικών με τη γλώσσα. Και στην τομή των δύο ενδιαφερόντων βρίσκεται η ανασκευή ετυμολογικών μύθων. Εδώ εννούμε την ετυμολογία με την ευρύτερη έννοια -όχι μόνο ετυμολογία λέξεων, αλλά και «ετυμολογία» εκφράσεων, δηλαδή ανίχνευση της προέλευσής τους.

Η ανίχνευση της προέλευσης των εκφράσεων είναι σαγηνευτικό θέμα, αλλά πολύ δύσκολο εγχείρημα, πολύ πιο δύσκολο και φευγαλέο από την ετυμολογία των λέξεων. Μια κακή συνήθεια που έχουν αρκετοί μελετητές της φρασεολογίας, ιδίως ερασιτέχνες, είναι να ανάγουν τη γέννηση τέτοιων παγιωμένων εκφράσεων σε ιστορικά γεγονότα, και μάλιστα να προσδιορίζουν με ακρίβεια ημερομηνίες και ονόματα πρωταγωνιστών. Το φαινόμενο αυτό στο ιστολόγιο το ονομάσαμε «νατσουλισμό», από το όνομα του (μακαρίτη πια) ερευνητή Τάκη Νατσούλη, ο οποίος στο βιβλίο του «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» συνηθίζει να αποδίδει σχεδόν κάθε παγιωμένη έκφραση σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, σε κάποιο αξιοδιήγητο ιστορικό επεισόδιο, χωρίς όμως να τεκμηριώνει την εξήγησή του, η οποία πολύ συχνά αποδεικνύεται λαθεμένη.

Είπα για «παγιωμένες» εκφράσεις, που δεν είναι ο μοναδικός όρος. Ο Τριανταφυλλίδης έκανε λόγο για «ιδιωτισμούς», άλλοι για «φρασεολογικά στοιχεία» ή για παροιμιακές/παροιμιώδεις (εκ)φράσεις. Στο πρώτο βιβλιαράκι που είχα βγάλει για το θέμα αυτό, είχα κάνει λόγο για «ιδιωματικές» εκφράσεις, παρόλο που ήξερα ότι στην ελληνική βιβλιογραφία ιδιωματισμός είναι άλλο πράγμα. Στο πρόσφατο βιβλίο μου, τα Λόγια του αέρα, προτίμησα τον όρο «παγιωμένες» εκφράσεις, αλλά όχι με απόλυτη βεβαιότητα, πρέπει να ομολογήσω.

Μια και μίλησα για το βιβλίο Λόγια του αέρα, να κάνω και λίγη διαφήμιση. Την επόμενη Δευτέρα, 30 Ιουνίου, στις 8 μ.μ. παρουσιάζεται το βιβλίο μου στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες (Σπ. Μερκούρη 62, μετρό Ευαγγελισμός) στο Παγκράτι.  Θα είμαι εγώ και ο φίλος Νίκος Λίγγρης της Λεξιλογίας και θα χαρώ αν έρθετε, προτιμώντας την παρουσίαση από τη μετάδοση του μουντιαλικού αγώνα που θα έχει εκείνη τη μέρα.

Και μετά την εισαγωγή και τη διαφήμιση, προχωράω στο κυρίως θέμα.

Πρόσφατα, στον ιστότοπο in2life.gr δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τίτλο «Από πού ξεκίνησαν 11 γνωστές εκφράσεις» οπότε σκέφτηκα πως είναι καλή ιδέα να αναδημοσιεύσω το άρθρο τους με δικά μου σχόλια, επικρίνοντας τις εξηγήσεις που θεωρώ λαθεμένες και δείγματα νατσουλισμού. Να αναφέρω εδώ ότι πριν από έναν περίπου χρόνο, ένας δημοσιογράφος του ίδιου ιστότοπου είχε επικοινωνήσει μαζί μου και συζητήσαμε για ένα άρθρο που ετοίμαζε να γράψει σχετικά με την προέλευση κάποιων εκφράσεων, ένα άρθρο που αποσπάσματά του αναδημοσίευσα κι εδώ με τον τίτλο «Γιατί (δεν) το λέμε έτσι«. Το «δεν» μέσα στην παρένθεση υποδηλώνει την αμφιβολία για κάποιες εξηγήσεις και την προσπάθεια ανασκευής, και με το ίδιο πνεύμα το χρησιμοποιώ και στον τίτλο του σημερινού άρθρου.

Παραθέτω λοιπόν το άρθρο με τις εξηγήσεις των 11 εκφράσεων και ύστερα από κάθε έκφραση βάζω τα δικά μου σχόλια με πλάγιους χαρακτήρες για να ξεχωρίζουν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 86 Σχόλια »

Ούτε διπόρος, ούτε ωδιπόρος, το σωστό είναι Ασθενής και οδοιπόρος!

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2014

Ο τίτλος ακούγεται κάπως σαν σύνθημα σε διαδήλωση, όμως το σημερινό άρθρο έχει, κατά κάποιο τρόπο, θρησκευτικό χαρακτήρα, και επιπλέον είναι και επίκαιρο μια και από την περασμένη Δευτέρα έχουμε μπει στη Σαρακοστή, παρόλο που το ιστολόγιο δεν νηστεύει. Το άρθρο μας σήμερα αφορά την πασίγνωστη παροιμία «Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», για την οποία κάποιοι, και μάλιστα άνθρωποι της εκκλησίας, ισχυρίζονται ότι, τάχα, είναι παρεφθαρμένη και ότι η δήθεν αυθεντική μορφή της δεν εννοεί τον οδοιπόρο αλλά την έγκυο γυναίκα.

Πρόκειται βέβαια για μύθο. Είχα γράψει για το θέμα πριν από πέντε χρόνια. Τότε πιο πολύ κυκλοφορούσε η εκδοχή με τη λέξη «διπόρος», τώρα διάβασα και μιαν άλλη εκδοχή με τον «ωδιπόρο». Οπότε ξαναπιάνω το παλιό μου άρθρο (η αρχική μορφή του εδώ) έχοντας επιπλέον ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια που είχατε κάνει τότε, όσοι από σας είστε από την αρχή μαζί μας, γιατί εκείνο το παλιό άρθρο είχε δημοσιευτεί την τριακοστή μέρα της ζωής του ιστολογίου -και τώρα έχουμε περάσει τους εξήντα μήνες.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων σχετικά πρόσφατα. Τον Μάρτιο του 2006, η υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Σε επόμενο φύλλο, ο σχολιογράφος της εφημερίδας πληροφόρησε τους αναγνώστες του ότι:

Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι “ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”, όπου “διπόρος” είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

Η κυρία Ιωαννίδου-Μουζάκα, αν και καθηγήτρια Ιατρικής, δεν έκρινε αναγκαίο να παραθέσει πηγές που θα τεκμηρίωναν την άποψή της. Άλλωστε, η άποψη δεν είναι δική της, κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια σε καφενειακό επίπεδο. Κάποιος τη θυμάται από έναν καθηγητή του στο γυμνάσιο, άλλος την έχει ακούσει από τον λοχαγό του στο στρατό, παράλλος από το κατηχητικό. Τώρα με το Διαδίκτυο, την έχω δει σε μερικά ιστολόγια, ενώ πριν από πέντε χρόνια που είχε πρωτοδημοσιευτεό αυτό το άρθρο, ο μακαρίτης πια Γιάννης Καλαμίτσης στον Real FΜ είχε επαναλάβει, με το έμπα της Σαρακοστής, ότι, τάχαμου, το σωστό είναι διπόρος.

Εγώ έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις και πιστεύω πως πρόκειται για μύθο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 116 Σχόλια »

Ποιος χρωστάει της Μιχαλούς;

Posted by sarant στο 17 Φεβρουαρίου, 2014

Οι παλιοί αναγνώστες ίσως παραπονεθούν, αφού για το σημερινό θέμα έχω γράψει άλλες δυο φορές σε ειδικά αφιερωμένα άρθρα, ενώ κι άλλη μια φορά έχω σύντομα αναφερθεί σ’ αυτό. Ωστόσο, έχω ελαφρυντικά: έχουν περάσει πάνω από τρία χρόνια από την τελευταία φορά που έγραψα για το θέμα, και στο μεσοδιάστημα όχι μόνο το αναγνωστικό κοινό του ιστολογίου έχει ανανεωθεί (και ίσως πληθύνει) αλλά, κυρίως, δεν αποκλείεται το ίδιο το θέμα, που δεν είναι άλλο από την έκφραση «χρωστάει της Μιχαλούς», να έχει γνωρίσει εξέλιξη. Θα μου πείτε, πώς είναι δυνατόν να «εξελίσσεται» μια παγιωμένη έκφραση όπως η «χρωστάει της Μιχαλούς». Κι όμως εξελίσσεται: στη σημασία της. Και το σημερινό άρθρο μου δίνει την ευκαιρία να σφυγμομετρήσω το αναγνωστικό κοινό για τη σημασία της έκφρασης. Άλλωστε, δικαιολογούμαι να δείχνω ενδιαφέρον για το θέμα, αφού από αυτό εδώ το ιστολόγιο διατυπώθηκε η οριστική, όχι να το παινευτώ, ανασκευή της παραδοσιακής «ετυμολόγησης» της φράσης.

Η φράση «αυτός χρωστάει της Μιχαλούς», σύμφωνα με όλα τα λεξικά (παράδειγμα), σημαίνει ότι κάποιος δεν είναι στα καλά του, ότι είναι τρελός. Η φράση ακούγεται συχνά και στις μέρες μας, αν και, όπως θα δούμε παρακάτω, η σημασία της βρίσκεται «υπό μετατόπιση». Πάντως, η παραδοσιακή, λεξικογραφημένη σημασία δεν έχει χαθεί. Για παράδειγμα, όταν στις αρχές της κρίσης, τον Δεκέμβριο του 2008, ο πρόεδρος του ΕΒΕΑ Κων. Μίχαλος πρότεινε να εργάζονται και να πληρώνονται λιγότερο οι εργαζόμενοι, αρκετοί ήταν εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν στον πειρασμό και είπαν η έγραψαν ότι ο Μίχαλος χρωστάει της Μιχαλούς, ότι δεν είναι στα καλά του δηλαδή. Ποια είναι όμως αυτή η Μιχαλού;

Η προέλευση της φράσης έχει βασανίσει όχι λίγο τους μελετητές. Σύμφωνα με μια εκδοχή που κυκλοφορεί και στο Διαδίκτυο αλλά πηγάζει από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, στα χρόνια του Όθωνα βρισκόταν σε κάποιο σοκάκι του Ναυπλίου η ταβέρνα της Μιχαλούς. Η Μιχαλού ήταν, λέει ο συγγραφέας, παραδόπιστη και εκμεταλλεύτρια· είχε μια περιορισμένη πελατεία στην οποία έκανε πίστωση για ένα ορισμένο διάστημα, όμως αλίμονο σε όποιον δεν ήταν συνεπής. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, η Μιχαλού ξεφτέλιζε κυριολεκτικά τους άτυχους οφειλέτες της. Ανάμεσα σ’ αυτού ήταν και κάποιος ευσυνείδητος, ο οποίος αδυνατώντας να βρει χρήματα να εξοφλήσει τη Μιχαλού, γύριζε μέρα και νύχτα στους δρόμους παραμιλώντας. Και σαν κανείς ρωτούσε τους περαστικούς τι έχει αυτός ο άνθρωπος, οι άλλοι απαντούσαν «Αυτός χρωστάει της Μιχαλούς» (Νατσούλης, σελ. 99-100).

Η εκδοχή αυτή έχει βρει απήχηση, έχει θεωρηθεί έγκυρη και έχει αναδημοσιευτεί και σε σοβαρά ή/και μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα. Και φυσικά είναι εντελώς αστήριχτη, μάλιστα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα «νατσουλισμού», όπως ονομάζουμε εδώ στο ιστολόγιο την τάση κάποιων ερευνητών, πρώτα και κύρια του ίδιου του Νατσούλη, να ανάγουν την προέλευση παγιωμένων εκφράσεων σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο ή επεισόδιο. Όμως, εδώ ο Νατσούλης έχει ελαφρυντικό: την ανύπαρκτη αυτή εξήγηση δεν την εμπνεύστηκε ο ίδιος. Πρόκειται για εξήγηση που κυκλοφορεί ευρύτερα.

Πράγματι, στην πολύ σημαντική για την εποχή του και για τα ελληνικά δεδομένα εργασία του «Φρασεολογικά», ο Άνθιμος Παπαδόπουλος, που γράφει τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αφού αναφέρει ότι ο Γ. Χατζιδάκις είχε κατατάξει τη φράση στις «αγνώστου αρχής» φράσεις, μνημονεύει περίπου την ίδια εκδοχή με τον Νατσούλη, με τη διαφορά ότι τοποθετεί τη Μιχαλού όχι στα χρόνια του Όθωνα αλλά στα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση, άρα γύρω στο 1830· κατά τα άλλα, και εδώ η Μιχαλού παρουσιάζεται να καταδιώκει τόσο επίμονα και ανελέητα τους οφειλέτες της, που θα έπρεπε να είναι κανείς τρελός για να χρωστάει της Μιχαλούς. Είπα πως η εργασία του Παπαδόπουλου ήταν πολύ σημαντική, αλλά αυτό δεν σημαίνει ούτε πλήρης ούτε αλάνθαστη. Άλλωστε έχουν περάσει κάμποσες δεκαετίες από τότε που την έγραψε. Το εντυπωσιακό όμως είναι ότι και το λεξικό Μπαμπινιώτη παραθέτει την εκδοχή της ταβερνιάρισσας Μιχαλούς για να εξηγήσει τη φράση, χωρίς καν να διατηρεί επιφυλάξεις: «η φράση οφείλεται σε φερώνυμη ξενοδόχο του Ναυπλίου το 1830, που ήταν ιδιαίτερα απαιτητική για την εξόφληση λογαριασμών και χρεών», μας λέει. Το λάθος παραμένει στην τρίτη έκδοση. Δεν μ’ ενοχλεί το γεγονός ότι αναφέρει την ιστορία περί ταβερνιάρισσας, αλλά ότι την αναφέρει χωρίς επιφυλάξεις (πιθανόν, ίσως, λέγεται ότι). [Ευτυχώς, η τέταρτη έκδοση απαλείφει κάθε αναφορά στην προέλευση της έκφρασης].

Η αχίλλειος πτέρνα των νατσουλισμών είναι ότι, με το να προσδιορίζουν χρονικά τη γέννηση της έκφρασης, αφού την ανάγουν σε συγκεκριμένο ιστορικό επεισόδιο, ανοίγουν την πόρτα και στην ανασκευή τους, αν είναι κανείς αρκετά επίμονος ή τυχερός να βρει τη δεδομένη έκφραση σε ένα παλιότερο κείμενο. Όχι ότι είναι εύκολη υπόθεση να βρεις μέσα στον τεράστιο αχερώνα των κειμένων τη βελόνα που θα τρυπήσει το νατσουλικό μπαλόνι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Μποστ, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 147 Σχόλια »

Μια λίρα μα ποια λύρα; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2013

Από σήμερα και ως τα τέλη Αυγούστου, το ιστολόγιο μπαίνει σε πιο θερινή φάση λειτουργίας και αρχίζει να δημοσιεύει, περίπου μια φορά την εβδομάδα, επαναλήψεις από παλιότερα άρθρα, όπως έκαναν τα θερινά σινεμά την περίοδο της νιότης μας, που έβαζαν παλιές ταινίες. Για να μη δυσαρεστηθεί όμως το φιλοθεάμον κοινό, στις επαναλήψεις θα εφαρμοστεί ο κανόνας «τρία κι εξήντα», που σημαίνει ότι για να κριθεί… επιλέξιμο προς επανάληψη ένα άρθρο πρέπει να έχουν περάσει τρία χρόνια από την αρχική του δημοσίευση και να μην έχουν γίνει εξήντα σχόλια αρχικώς, δηλαδή να έχει κάπως ξεχαστεί και να μην είναι πολυσχολιασμένο. Οπότε, για να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι, όπως έλεγε το παλιό κλισέ, σας παρουσιάζω το σημερινό άρθρο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί στις 24 Μαΐου 2010. Εννοείται ότι στο άρθρο έχουν ενσωματωθεί κάποια από τα σχόλια της αρχικής δημοσίευσης.

Τις προάλλες, καθώς συζητούσαμε την ετυμολογία μιας λέξης, στα σχόλια ο αγαπητός φίλος taal.gr ρώτησε για την προέλευση της έκφρασης «τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος», απορώντας πώς ταίριαξαν μεταξύ τους αυτές οι λέξεις. Η απορία εύλογη· μάλιστα, ενώ για την ετυμολογία των λέξεων υπάρχουν ειδικά ετυμολογικά λεξικά, αλλά και όποιο λεξικό να ανοίξετε προσφέρει στοιχειώδεις ετυμολογικές πληροφορίες, για την «ετυμολόγηση» των εκφράσεων τα λεξικά μένουν συνήθως βουβά κι έτσι ανοίγεται ακόμα περισσότερο ο δρόμος για διάφορες ευφάνταστες εξηγήσεις τις οποίες έχω κατ’ επανάληψη επικρίνει εδώ.

Από την άλλη, όπως συχνά συμβαίνει με τις εκφράσεις αυτές, η σημασία της είναι σαφής. Τη λέμε ειρωνικά σε κάποιον που μόλις μας είπε μιαν ανοησία, για να του πούμε ότι δεν ξέρει τι του γίνεται. Άλλοτε λέμε «το μυαλό σου» κι άλλοτε «τα μυαλά σου», παίζουν και οι δυο παραλλαγές με περίπου ίδια συχνότητα, χωρίς να διαφοροποιείται η σημασία. Είπαμε, η σημασία είναι σαφής –με την εξήγηση τα χαλάμε.

Η επίσημη εκδοχή που δίνεται για την εξήγηση της φράσης, είναι ότι πρόκειται για αντίφραση. Δηλαδή, όταν λέμε «τα μυαλά σου και μια λίρα», εννοούμε ότι τα μυαλά του αξίζουν ή ζυγίζουν όσο και μια λίρα, δηλαδή πολύ, αλλά το λέμε ειρωνικά εννοώντας καθόλου, όπως π.χ. ειρωνικά λέμε «μου έκανες την καρδιά περιβόλι». Αυτή την εκδοχή δέχεται ο Άνθιμος Παπαδόπουλος στα Φρασεολογικά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Λογοπαίγνια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 56 Σχόλια »

Γιατί λέμε κύμινο;

Posted by sarant στο 29 Ιουλίου, 2013

Μπορεί να κάνω λάθος, αλλά τα τελευταία χρόνια, χρόνια της κρίσης, ο μόνος κλάδος που φαίνεται να διαφημίζεται στην τηλεόραση με ζήλο συγκρίσιμο με πριν είναι ο κλάδος της κινητής τηλεφωνίας. Αυτό που λέω βέβαια δεν στηρίζεται σε κάποιαν ενδελεχή -ή όχι- μελέτη του κλάδου, στατιστικά στοιχεία δεν έχω στη διάθεσή μου, απλή εμπειρική παρατήρηση κάνω, ίσως επηρεασμένος από μερικές πολύ πετυχημένες διαφημίσεις που θυμάμαι, σαν τον Ομορφάντρα ή τον Αγαπούλα, που όλες τους διαφήμιζαν εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, οι οποίες πώς να μην ευδοκιμούν τη στιγμή που, σε αγαστή σύμπνοια (είδες ο ανταγωνισμός; ) αλλάζουν κατά το δοκούν τους όρους χρήσης και επιβάλλουν ελάχιστη χρέωση κλήσης τα 60 δευτερόλεπτα (ή και τα 180), αλλά ας μην παρασυρθώ, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου μου. Έλεγα ότι έχουν φτιαχτεί μερικές πολύ πετυχημένες διαφημίσεις για εταιρείες κινητής τηλεφωνίας. Τις τελευταίες διαφημίσεις της Κοσμοτέ δεν θα τις χαρακτήριζα ιδιαίτερα επιτυχείς, αλλά μία από αυτές, με τους νεαρούς στο αυτοκίνητο, μου έδωσε την πάσα για το σημερινό μου άρθρο.

Η διαφήμιση αυτή εκμεταλλεύεται το παλιό ανέκδοτο που λέει ότι το μικρότερο μετρήσιμο χρονικό διάστημα είναι το διάστημα που μεσολαβεί από τη στιγμή που θα ανάψει πράσινο έως τη στιγμή που θα κορνάρει το από πίσω σου αυτοκίνητο. Στη διαφημιστική παραλλαγή, αν υπάρχει, λέει, κάτι γρηγορότερο από το δίκτυο 4G της Κοσμοτέ, αυτό ίσως είναι η ελληνίδα κόρνα, διότι βλέπετε ο διαφημιστής, που μάλλον δεν έχει οδηγήσει στο εξωτερικό, ακόμα και τόσο χαμηλά που έχουμε φτάσει, πρέπει σε κάτι να βρίσκει αιτίες εθνικής υπερηφάνειας -ας είμαστε σε κάτι πρώτοι, έστω και στην ανυπομονησία, στην αγένεια, στη γαϊδουριά βρε αδερφέ, κι ας έχουμε πρωθυπουργό Σαμαρά και αντιπρόεδρο Βενιζέλο. Αλλά εδώ δεν πολιτικολογούμε, λεξιλογούμε, και με την αφορμή της διαφήμισης θα δούμε μερικές από τις πολλές φράσεις που διαθέτει η γλώσσα μας για να εκφράσει το ακαριαίο μιας ενέργειας.

Η έμφαση εδώ δεν είναι τόσο στην ταχύτητα της κίνησης, όσο στο μικρό χρονικό διάστημα. Βέβαια αυτά πάνε μαζί, και όσο πιο γρήγορη η κίνηση τόσο μικρότερος ο χρόνος ώσπου να διανυθεί η ίδια απόσταση, αλλά εδώ θα κοιτάξουμε το νόμισμα από τη μία όψη, θα δούμε τις φράσεις που δηλώνουν μικρό χρονικό διάστημα.

Λοιπόν, όταν κάτι γίνεται πολύ γρήγορα, αστραπιαία, μπορούμε να πούμε ότι γίνεται όσο να πεις κύμινο ή ώσπου να πεις κύμινο. Για παράδειγμα, στον Συνταγματάρχη Λιάπκιν του Καραγάτση, ο Λιάπκιν φωνάζει σε κάτι αλήτες: — Αλάργα, κανάγηδες! Χαθήτε, παλιόμουτρα! Ώσπου να πω κύμινο, νά’ χει αδειάσει ο δρόμος. Το κύμινο δεν είναι η μοναδική λέξη που χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτό. Παλιότερα έλεγαν όσο/ώσπου να πεις κρεμμύδι. Ας πούμε, στους Χαλασοχώρηδες του Παπαδιαμάντη, ένα μέλος της εφορευτικής επιτροπής προφασίζεται ότι έχει δουλειά και θέλει να πάει σπίτι του και υπόσχεται να γυρίσει ωσότου να πεις κρεμμύδι. Μάλλον έχει ξεχαστεί η παλιότερη έκφραση «όσο να πεις λουκάνικο«, για την οποία θα παραθέσω έναν ωραίο στίχο του Σουρή, του 1890: Με σκέψιν ερευνήσαντες τα οικονομικά μας, που ήλθαν σουλφ και βερεσέ ώσπου να πεις λουκάνικο… Ήρθαν σουλφ και βερεσέ θα πει «κατασπαταλήθηκαν». Λέμε επίσης «ώσπου να πεις τρία» και «ώσπου να πεις αμήν«, ενώ στον Τσίρκα βρίσκω «ώσπου να πεις κινίνο» και δεν ξέρω αν λεγόταν ή αν είναι προσωπική του παραλλαγή από το κύμινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Διαφημίσεις, Λογοτεχνία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 84 Σχόλια »

Ο λόγος και η ράβδος και πάλι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2013

Περιδιαβάζοντας στο Διαδίκτυο τις προάλλες, έπεσα πάνω σ’ ένα άρθρο για έναν αστυνομικό που ξυλοκόπησε συνάδελφό του μέσα στα γραφεία της συνδικαλιστικής τους οργάνωσης. Υπάρχει και βιντεάκι που καταγράφει το περιστατικό, αλλά δεν το είδα, την προσοχή μου την τράβηξε το εξής απόσπασμα: «Είναι αδιανόητο οι όποιες διαφορές να λύνονται με τη φασιστική- χρυσαυγίτικη αντίληψη όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος. Το βίντεο αυτό και οι συμπεριφορές που καταγράφει, αποτελούν μνημείο όνειδους για τον αστυνομικό συνδικαλισμό…» Σε άλλους ιστότοπους (ας πούμε εδώ) το άρθρο δημοσιεύεται χωρίς τις λέξεις  «φασιστική-χρυσαυγίτικη». Δεν έκατσα να ψάξω ποια μορφή είναι η παλιότερη, αν δηλαδή υπήρξε προσθήκη των επιθέτων «φασιστική-χρυσαυγίτικη» ή αντίθετα διαγραφή τους. Ούτε είμαι βέβαιος αν είναι σωστό να χαρακτηρίζουμε το κάθε τι φασιστικό ή χρυσαβγίτικο. Πάντως, επειδή καμιά φορά χαζεύω τα σχόλια των επισκεπτών σε μεγάλους ειδησεογραφικούς ιστότοπους, πρέπει να πω ότι κάμποσες φορές έχω παρατηρήσει να χρησιμοποιείται η παροιμία «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος» και να ακολουθείται από κάποιο εγκώμιο προς τη Χρυσή Αβγή που θα ξεβρωμίσει, τάχα, τον τόπο.

Κι αφού θυμήθηκα την παροιμία, θυμήθηκα ότι πριν από τριάμισι, κοντά τέσσερα, χρόνια είχα γράψει στο ιστολόγιο ένα άρθρο για τη φράση αυτή, που νομίζω ότι σηκώνει αναδημοσίευση, αφού στην πρώτη του έξοδο στον κυβερνοχώρο πέρασε μάλλον απαρατήρητο.

Λοιπόν, η παροιμία συνήθως ακούγεται με τη μορφή «όπου δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος», αν και κάποτε τη βρίσκουμε και εκδημοτικισμένη («όπου δεν πέφτει λόγος πέφτει ράβδος») Το ΛΚΝ έχει και τις δυο μορφές, ο Μπαμπινιώτης μόνο την πρώτη, αν και ο Κώστας Βίρβος έχει απαθανατίσει και τη λαϊκότερη μορφή στο «Μένα με λένε Περικλή» («γιατί θα πέφτει καμουτσί όπου δεν πέφτει λόγος»). Η σημασία της παροιμίας είναι φανερή: όποιος δεν συνετίζεται με τα λόγια, θα συνετιστεί με τη βία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 48 Σχόλια »

Γιατί (δεν) το λέμε έτσι

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2013

Η παρένθεση στον τίτλο σημαίνει ότι η φράση μπορεί να διαβαστεί με δυο τρόπους «Γιατί το λέμε έτσι» και «Γιατί δεν το λέμε έτσι». Το αντικείμενό μας εδώ είναι διάφορες ιδιωματικές και παροιμιακές φράσεις της γλώσσας μας, για τις οποίες υπάρχει απορία από πού προήλθαν και για την προέλευση των οποίων έχουν προταθεί διάφορες ευφάνταστες εκδοχές. Οπότε, όποιος επιχειρήσει ποτέ να συντάξει ένα «ετυμολογικό λεξικό» των παροιμιωδών φράσεων (δεν ξέρω αν ο όρος είναι ακριβής όταν δεν έχουμε να κάνουμε με λέξεις) θα πρέπει όχι μόνο να παρουσιάσει από πού προέρχεται κατά τη γνώμη του η κάθε φράση αλλά ταυτόχρονα να ανασκευάσει τις προηγούμενες αστήριχτες εκδοχές ή τουλάχιστο να εκφράσει τις επιφυλάξεις του.

Κάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο, και ίσως γι’ αυτό δεν έχει επιχειρηθεί. Έπειτα, η ανασκευή θέλει χώρο -είναι αυτό που λέμε «ρίχνει ο παλαβός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν χωράνε να τη βγάλουν». Για παράδειγμα, για τη γνωστή φράση «πράσινα άλογα», υπάρχει η ανόητη θεωρία ότι προέρχεται από την αρχαιοελληνική φράση «πράσσειν άλογα». Όσοι υποστηρίζουν την αστήριχτη αυτή θέση, δεν κάνουν φυσικά τον κόπο να τεκμηριώσουν την άποψή τους, την παρουσιάζουν σαν αξίωμα, καμιά φορά μάλιστα αποκαλούν αγράμματους» όσους γράφουν «πράσινα άλογα», κι επειδή πολλοί συμπατριώτες μας χάνουν κάθε κριτική ικανότητα (αν είχαν δηλαδή) όταν ακούσουν κάτι αρχαιοελληνικό, η αστήριχτη αυτή θέση γίνεται πιστευτή από αρκετούς. Για να την αντικρούσεις, τώρα, πρέπει να γράψεις κοτζάμ κατεβατό -ίσως όχι το διπλοσέντονο που είχα γράψει παλιότερα εδώ, αλλά πάντως δυο παραγράφους τις θέλεις. Αν είναι αυτό να το κάνεις για κάθε έκφραση για την οποία έχει διατυπωθεί αστήρικτη άποψη, καταλαβαίνετε ότι η βαλίτσα πάει πολύ μακριά.

Πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, είχα γράψει ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Το αλφαβητάρι των ιδιωματικών εκφράσεων«. Εκεί προσπάθησα, για όσες εκφράσεις ήξερα και μπορούσα, να αναφέρω από πού προέρχονταν κατά τη γνώμη μου, και να ανασκευάσω, έστω και επιγραμματικά, τις κατά τη γνώμη μου αβάσιμες θεωρίες για την προέλευσή τους. Αυτόν τον καιρό δουλεύω ένα καινούργιο βιβλίο πάνω στο ίδιο θέμα, που θα έχει άλλον τίτλο, περίπου 30% περισσότερα λήμματα, ενώ και τα παλιά λήμματα θα γραφτούν από την αρχή, με βάση το νέο υλικό που έχω συγκεντρώσει όλον αυτό τον καιρό και διορθώνοντας τα αναπόφευκτα λάθη του παλιότερου βιβλίου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Μύθοι, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Ο μπάρμπας απ’ την Κορώνη

Posted by sarant στο 27 Ιουνίου, 2013

Μια έκφραση που χρησιμοποιούμε συχνά για κάποιον που έχει μεγάλα μέσα, υψηλές γνωριμίες, που του εξασφαλίζουν περιζήτητους διορισμούς, καλοπληρωμένες αργομισθίες, χαριστικές συμβάσεις, ευνοϊκές μεταθέσεις, κέρδη πολλά, σίγουρα λεφτά και εισόδημα μεγάλο, είναι η «έχει μπάρμπα στην Κορώνη». Μόλις χτες την είδα σε τίτλο ενός ιστολογίου, όπου υποτίθεται πως μία υπουργός (μία την έχουμε έτσι κι αλλιώς) παρέμεινε στο υπουργείο της χάρη στον ισχυρό θείο της. Στην ουσία της υπόθεσης δεν μπαίνω, εμένα με ενδιαφέρει η έκφραση -και κυρίως η προέλευσή της.

Γιατί να εξασφαλίζει τόσο προνομιακή μεταχείριση ο μπάρμπας από την Κορώνη; Στο κάτω-κάτω, η μεσσηνιακή κωμόπολη, παρά τις φυσικές ομορφιές της, δεν είναι ο ομφαλός της γης. Ποια είναι η προέλευση της φράσης;

Ασφαλώς η φράση δεν φτιάχτηκε στις μέρες μας, είναι πολύ παλιότερη, ανάγεται επομένως και σε γεγονότα παλιότερα. Αν ψάξετε στο Διαδίκτυο για την προέλευση της φράσης, θα βρείτε κάμποσες εκδοχές. Θα τις παρουσιάσω και θα τις σχολιάσω.

1) Σε έναν τουριστικό ιστότοπο, αναφέρεται ότι: «Κι όμως, την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Τουρκοκρατίας η Κορώνη είχε τόση ανάπτυξη λόγω του λαδιού και της ελιάς, ώστε το λιμάνι της είχε απίστευτη εμπορική κίνηση και οι μπαρμπάδες έλυναν και έδεναν μέσα κι έξω από το Κάστρο (μπαρμπάδες: οι τσιφλικάδες της περιοχής). Για όλες σου λοιπόν τις υποθέσεις σε οποιοδήποτε σημείο της Ελλάδας, πήγαινες και έβρισκες έναν μπάρμπα στην Κορώνη και σου έλυνε όλα τα προβλήματα. Με λίγα λόγια, με μια αμοιβή, οι μπαρμπάδες ξεκαθάριζαν σε σχέση με τους σουλτάνους και τους Τούρκους. Έτσι βγήκε η έκφραση «αυτός έχει μπάρμπα στην Κορώνη».»

Τα προβλήματα αυτής της εξήγησης είναι τα ακόλουθα: α) δεν τεκμηριώνεται πουθενά ότι μπαρμπάδες αποκαλούσαν τους τσιφλικάδες, β) υπονοεί ότι αυτοί οι παντοδύναμοι τσιφλικάδες, που στο πι και φι «καθάριζαν» με τον σουλτάνο ήταν Ρωμιοί -διορθώστε με, αλλά Ρωμιοί τσιφλικάδες δεν ξέρω να υπήρχαν πολλοί, και γ) η μεγάλη ακμή της Κορώνης ήταν πριν από την Τουρκοκρατία. Άρα, θα την απορρίψουμε.

Τέσσερις άλλες εξηγήσεις έχει συγκεντρώσει στον ιστότοπό του ο Α. Στουγιαννίδης. Καμία δεν με πείθει, αλλά θα πω και γιατί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επικαιρότητα, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 113 Σχόλια »

Ο Ιωάννης Ντερζίνης δεν μένει πια εδώ!

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2013

 

egg-basket-largeΜια και σήμερα βάφουμε τ’ αβγά, σκέφτομαι να παρουσιάσω ένα παλιότερό μου άρθρο, δημοσιευμένο τις πρώτες μέρες του ιστολογίου, δηλαδή πριν τέσσερα και βάλε χρόνια, που αναφέρεται σε αβγά, αν και όχι σε κόκκινα (για τα κόκκινα αβγά θα έχω υλικό τις επόμενες μέρες, οπότε δεν θα μείνουν παραπονεμένα). Αλλά ποιος είναι ο Ιωάννης Ντερζίνης του τίτλου; Θα έλεγα ότι είναι ο διασημότερος αβγουλάς όλων των εποχών -ή τέλος πάντων αυτός που αξιώθηκε την υστεροφημία για μεγαλύτερο διάστημα. Σκεφτείτε μόνο ότι έχουν περάσει τριακόσια χρόνια από την εποχή που έζησε, κι ακόμα τον μνημονεύουν κάποιοι! Αλλά καλύτερα να πάρω τα πράγματα με τη σειρά.

Ο Ντερζίνης μνημονεύεται στις σημερινές πηγές διότι υποτίθεται πως έχει σχέση με τη γέννηση της φράσης «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Η φράση είναι πασίγνωστη. Τη λέμε για κάποιον που έπαθε ολοκληρωτική καταστροφή ή για κάποιον που τα έχει χάσει και έχει πελαγώσει. Χρησιμοποιείται συχνά, τόσο στην καθημερινή ομιλία όσο και στον δημοσιογραφικό λόγο. Πολλοί χρησιμοποιούν μια παραλλαγή της, «έχασε τ’ αβγά και τα πασχάλια», για την οποία θα πούμε στο τέλος του άρθρου.

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί μια εντελώς αστήριχτη εξήγηση για την προέλευση της φράσης «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Το κακό είναι ότι η εξήγηση αυτή, που προέρχεται από το βιβλίο «Λέξεις και φράσεις παροιμιώδεις» του Τάκη Νατσούλη, έχει αναδημοσιευτεί και αλλού, ακόμα και στην εφημερίδα «Τα Νέα» (και μάλιστα δυο φορές τα τελευταία χρόνια: 12.3.2003 και 18.3.2004). Και όσο  αναδημοσιεύεται μια πατάτα, τόσο ριζώνει. (Για να μην παρεξηγηθώ: ο Νατσούλης έχει μαζέψει πολύ υλικό στο βιβλίο του· δυστυχώς, η έλλειψη συστήματος, η τσαπατσουλιά στην παράθεση των πηγών και η τάση του να προσπαθεί να βρει με το ζόρι μια ιστορική εξήγηση για κάθε φράση, μειώνουν καίρια την αξία του έργου του).

Αλλά ποια είναι επιτέλους η περίφημη εξήγηση του Νατσούλη; Το δημοσίευμα των Νέων είναι πια κλειδωμένο στους μη συνδρομητές, μη χάσει η Βενετιά βελόνι, αλλά έχω κρατήσει από παλιότερα το κείμενο (που άλλωστε το έχουν αναδημοσιεύσει, σαν τους στραβούς που πάνε στον Άδη, δεκάδες ιστότοποι):

 Για κάποιον που τρομάζει ή σαστίζει εύκολα, συνήθως λέμε «έχασε τ’ αβγά και τα καλάθια». Η φράση αυτή έμεινε στις νεώτερες γενιές από το 1688, όταν την Αθήνα είχε καταλάβει ο Μοροζίνης με τα στρατεύματά του. Την εποχή εκείνη είχε πέσει πανώλη και τα κρούσματα ήταν χιλιάδες. Οι στρατιώτες του Μοροζίνη είχαν αρχίσει να αποδεκατίζονται. Τα χωράφια γύρω από την Αθήνα είχαν μετατραπεί σε νεκροταφεία. Τότε, πολλοί Αθηναίοι για να σωθούν πήραν τις οικογένειές τους και τράβηξαν για τα νησιά. Ανάμεσα σ’ εκείνους ήταν και ο Ιωάννης Ντερζίνης ή Ντερτσίνης, που έκανε εμπόριο αβγών. Για να μην αφήσει το εμπόρευμά του να χαλάσει, αποφάσισε να το πάρει μαζί του, με την ελπίδα να το πουλήσει. Όμως, στον δρόμο τούς επιτέθηκαν Αλγερινοί κουρσάροι και τους έπιασαν. Οι νέοι κρατήθηκαν αιχμάλωτοι, ενώ τον Ντερτσίνη, που ήταν ηλικιωμένος και άρρωστος, τον άφησαν ελεύθερο. Έτσι, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Αθήνα. Και όπως γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τάκης Νατσούλης στο βιβλίο του «Λέξεις και Φράσεις Παροιμιώδεις» (Εκδόσεις Σμυρνιωτάκης), αρκετοί τον επισκέπτονταν για να μάθουν για την τύχη των συγγενών τους που είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι από τους Αλγερινούς. Σε μια Αθηναία που έχασε τον άντρα της και έκλαιγε σπαρακτικά, ο Ντερτσίνης τής είπε: «Η αφεντιά σου κλαις για τον άντρα σου. Αμ, τι να πω κι εγώ ο κακομοίρης που έχασα τ’ αβγά και τα καλάθια»; Η φράση του αβγουλά έμεινε μέχρι τις μέρες μας, με διαφορετική όμως σημασία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικό ληξιαρχείο, Λεξικογραφικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 66 Σχόλια »

Ο λουλάς προστέθηκε αργότερα

Posted by sarant στο 13 Φεβρουαρίου, 2013

Ο τίτλος του άρθρου μπορεί να σας παραξενέψει, είναι όμως απάντηση σε ερώτηση που μου έστειλε ένας φίλος με ηλεμήνυμα. Μου γράφει ο φίλος: –– Έχω απορία για την έκφραση «άρτζι μπούρτζι και λουλάς», που δεν καταλαβαίνω πώς γεννήθηκε. Διάβασα σε ένα λεξικό κάτι μπερδεμένο για την αρμένικη απόκρια, αλλά δεν φωτίστηκα. Και ο λουλάς; Τι σχέση έχει ο λουλάς;

Δικαιολογημένη η απορία του φίλου μου, αλλά θα ήταν κρίμα να δοθεί η απάντηση ιδιωτικά, μια και το θέμα έχει κάποιο ενδιαφέρον. Η έκφραση «άρτζι μπούρτζι και λουλάς» χρησιμοποιείται για να δηλώσει κάτι που δεν έχει τάξη ή λογική συνοχή, ή μια κατάσταση απόλυτης οχλαγωγίας και ασυνεννοησίας. Από την άποψη της έλλειψης λογικής συνοχής, η φράση δεν διαφέρει και πολύ από την «Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», που έτυχε να δούμε πρόσφατα, αλλά η «άρτζι μπούρτζι» έχει επιπλέον τη διάσταση της αταξίας. Πώς όμως γεννήθηκε η έκφραση; Και τι σχέση έχει ο λουλάς;

Η έκφραση ανάγεται στη βυζαντινή εποχή. Οι λέξεις «άρτζι μπούρτζι» δεν έχουν ελληνική ετυμολογία, είναι μετεξέλιξη των παλαιότερων (βυζαντινών) λέξεων Αρτζιβούριος ή Αρτζιβούριν ή αρτζιβούρτζια (και άλλες παραλλαγές) που αποτυπώνουν το πώς κατάλαβαν οι ελληνόφωνοι χριστιανοί ορθόδοξοι της βυζαντινής εποχής την αρμένικη λέξη arajaworac, που θα πει «προηγούμενο διάστημα» και απλώς δηλώνει τηντελευταία εβδομάδα πριν από τις Απόκριες. Οι Αρμένιοι τηρούσαν αυστηρή νηστεία εκείνη την εβδομάδα, μόνο με ψωμί και νερό, ενώ οι Ορθόδοξοι δεν νήστευαν (και αντίστροφα οι Αρμένιοι έτρωγαν αυγά και τυρί ορισμένες μέρες της Σαρακοστής, που οι Ορθόδοξοι νήστευαν). Μη μπορώντας να κατανοήσουν αυτή την ανατροπή των συνηθειών, οι Ορθόδοξοι θεώρησαν το αρμενικό έθιμο ως εκδήλωση παραλογισμού και αταξίας, κι έτσι προέκυψε η σημερινή σημασία, λέει το Ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 192 Σχόλια »

Πώς βάζουμε κανέλα στην κορφή;

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2013

Μια από τις πασίγνωστες παροιμίες ή παροιμιακές εκφράσεις, που τη λέμε για να περιγράψουμε ασυνάρτητα ή ανόητα λόγια ή συζήτηση χωρίς κανέναν λογικό ειρμό, είναι και η «Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα». «Καλέ, αυτός σα μιλά άκρη δε βρίσκεις στο λόγο του. Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα», διαβάζω σ’ έναν διάλογο στο μυθιστόρημα «Η συγκάτοικος» της πρόωρα χαμένης Στέλλας Βογιατζόγλου. Την Πόλη τη γράφω με κεφαλαία, γιατί στην παροιμία εννοείται όχι μια κάποια πόλη, αλλά η Πόλη, η Κωνσταντινούπολη παναπεί -σε παλαιότερες ασφαλώς εποχές, αφού η παροιμία, όπως θα δούμε, έχει κάμποσους αιώνες στην πλάτη της.

Πολλές φορές, για να επιτείνουμε την αίσθηση της ασυναρτησίας, προσθέτουμε και δεύτερον στίχο, ακόμα πιο παράλογον, π.χ. «…και βγάζω τα παπούτσια μου να μη βραχεί η ομπρέλα» (υπάρχουν δεκάδες παραλλαγές, μερικές θα τις δούμε παρακάτω). Άλλοτε πάλι, ιδίως σε τίτλους άρθρων σε εφημερίδες ή ιστότοπους, βλέπουμε να χρησιμοποιείται μόνο το δεύτερο σκέλος της φράσης, για να δείξουμε, και πάλι, τον παραλογισμό μιας κατάστασης. Για παράδειγμα, «ψήφος εμπιστοσύνης και στην κορφή κανέλα». Όλοι ξέρουν ότι λείπει το πρώτο σκέλος και όλοι καταλαβαίνουν τι θέλει να πει ο αρθρογράφος. Αν όμως για τη σημασία της δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία, η προέλευσή της έχει βασανίσει όχι λίγο τους λαογράφους και γενικά τους μελετητές της γλώσσας. Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί, χωρίς καμιά να έχει γίνει γενικώς αποδεκτή. Θα τις δούμε εδώ, υπομονή νάχετε.

Γκουγκλίζοντας, βρήκα ένα παράδειγμα χρήσης της φράσης, από τον συχωρεμένο τον Αντώνη Καρκαγιάννη, γραμμένο σε μια μακάρια εποχή που φαίνεται πολύ μακρινή κι ας μην μας χωρίζουν ούτε πέντε χρόνια από τότε: Είπε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, ο κ. Θ. Ρουσόπουλος, προς τους δημοσιογράφους: «Δεν θα μπω στην ουσία του θέματος (η ουσία είναι το σκάνδαλο του Βατοπεδίου), γιατί δεν μπήκα όλο αυτό το διάστημα, από τη στιγμή που η υπόθεση είναι στη Δικαιοσύνη, όμως επαναλαμβάνω αυτό που ανέφερα και προηγουμένως περί εντυπώσεων». Επιτρέψτε μου να συμπληρώσω. Από την Πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα… Η κατ’ εξοχήν σουρεαλιστική αυτή παροιμία έρχεται στον νου μας κάθε φορά που θέλουμε να επισημάνουμε κραυγαλέα λογικά χάσματα. Μάλιστα, η συνήχηση του αυθεντικού «καν’ έλα» και της γνωστής κανέλας κάνει ακόμη πιο δραστικό τον σουρεαλισμό της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 139 Σχόλια »

Χτες έριξε καρεκλοπόδαρα

Posted by sarant στο 17 Ιανουαρίου, 2013

Χτες έριξε βροχή, έριξε μπόρα, έριξε καρεκλοπόδαρα. Απ’ ό,τι λένε, και σήμερα θα βρέξει, αλλά εμείς εδώ δεν μετεωρολογούμε· λεξιλογούμε, οπότε δεν θα ασχοληθώ με προβλέψεις και με καιρικά φαινόμενα, ακραία ή μη· θα συζητήσουμε σήμερα για τα γλωσσικά, ή μάλλον, για να το προσδιορίσω ακριβέστερα, για τα φρασεολογικά της ραγδαίας βροχής, της δυνατής μπόρας.

Όπως είπα στον τίτλο, «χτες έριξε καρεκλοπόδαρα». «Ρίχνει καρεκλοπόδαρα» είναι η πιο συνηθισμένη έκφραση της γλώσσας μας για τη ραγδαία βροχή. Καμιά φορά, το συντομεύουμε σε «ρίχνει καρέκλες», παραλλαγή που νόμιζα ότι είναι πατέντα της οικογένειάς μου, αλλά βλέπω ότι (φυσικά!) είναι αρκετά διαδεδομένη. Η άλλη πολύ διαδεδομένη έκφραση που έχουμε για τη δυνατή βροχή, είναι ότι «βρέχει με το τουλούμι». Το τουλούμι (από το τουρκ. tulum) είναι το ασκί, κυρίως από κατσικίσιο δέρμα.

Γιατί λέμε ότι ρίχνει καρεκλοπόδαρα όταν βρέχει πολύ; Κατά πάσα πιθανότητα, θέλουμε να πούμε ότι είναι τόσο μεγάλη η ένταση της βροχής, που είναι σαν να μην πέφτουν μεμονωμένες σταγόνες αλλά συνεχή υδάτινα ραβδιά -μακριά και σχετικά παχιά, σαν τα πόδια της καρέκλας. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρωτοτυπία της εικόνας βοήθησε στη διαιώνιση της έκφρασης. Υπάρχει άλλωστε και μια παραλλαγή, «βρέχει καλαπόδια» που δίνει περίπου την ίδια εικόνα, μια και τα καλαπόδια είναι κι αυτά ραβδόμορφα. Άλλωστε, παρόμοια εικόνα έχουν κι οι Γάλλοι, που λένε «il tombe des hallebardes», παναπεί «ρίχνει λόγχες» -όχι ακριβώς λόγχες, hallebarde είναι ο μεσαιωνικός λογχοπέλεκυς, η αλαβάρδα, αλλά ας μην επεκταθούμε εκεί, πάντως έχουμε πάλι ένα μακρύ και συμπαγές αντικείμενο. Και στα ολλανδικά λένε het regnet pijpenstelen, παναπεί ρίχνει λαβές από πίπες, πάλι ένα μακρύ πράγμα.  Και μια άλλη γαλλική έκφραση είναι il tombe des cordes, ρίχνει σκοινιά, που δίνει πάλι την έννοια της συνεχούς νερένιας στήλης που πέφτει από τον ουρανό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γιουτουμπάκια, Επικαιρότητα, Συγκριτικά γλωσσικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 256 Σχόλια »

Πράσο το πράσινο

Posted by sarant στο 7 Σεπτεμβρίου, 2012

 

Αν ρωτήσουμε ποιο λαχανικό είναι το «πιο πράσινο» απ’ όλα, μάλλον θα πάρουμε διάφορες απαντήσεις, διότι υπάρχουν πολλά λαχανικά που είναι κατεξοχήν πράσινα και άλλωστε τα λέμε «πρασινάδες»· υποψιάζομαι πως το πράσο δεν θα πάρει πολλές προτιμήσεις κι όμως το πράσο είναι το εξορισμού πράσινο φυτό, αφού η λέξη «πράσινος» από το πράσο προέρχεται.

Περιφρονημένο ή παραγνωρισμένο μπορεί να είναι, αλλά το πράσο έχει σημαντική παρουσία στη γλώσσα και στη φρασεολογία μας, όπως ξέρετε κι όπως θα δούμε παρακάτω.

Το πράσο είναι συγγενικό φυτό με το κρεμμύδι και το σκόρδο και υπάρχει στην ανατολική Μεσόγειο από τα πανάρχαια χρόνια. Η ίδια η λέξη «πράσον» εμφανίζεται πρώτη φορά στον Ιπποκράτη, αλλά ασφαλώς υπήρχε από πολύ παλιότερα αν σκεφτούμε ότι ένα παράγωγό της, η λέξη «πρασιά», υπάρχει στον Όμηρο, δυο φορές στην Οδύσσεια. Και επειδή στις πρασιές δεν θα φύτευαν μόνο πράσα αλλά κάθε λογής λαχανικά, υποψιαζόμαστε ότι η λέξη πράσον μπορεί να ήταν γενικό όνομα για όλα τα λαχανικά. Ο Dalby γράφει ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε και στα αρχαία αιγυπτιακά, δηλ. ότι η λέξη για το πράσο ήταν και εκεί γενικός όρος για όλα τα λαχανικά (στο Food in the Ancient World).

Στο πράσο χρωστάει η γλώσσα μας όχι μόνο τη λέξη «πρασιά» αλλά και τη λέξη «πράσινος» για το χρώμα, που αρχικά σήμαινε το ανοιχτό πράσινο μόνο, το πράσινο του πράσου δηλαδή, αλλά μετά επικράτησε για όλες τις αποχρώσεις. Η λέξη περνάει και στα λατινικά, prasinus, αλλά εκεί χρησιμοποιείται για να δηλώσει μόνο τη συγκεκριμένη απόχρωση· πάντως, οι prasini ήταν μία από τις τέσσερις φατρίες του ρωμαϊκού ιπποδρόμου, όπως αργότερα οι Πράσινοι στον βυζαντινό ιππόδρομο.

Να πούμε επίσης ότι η έκφραση «πράσινα άλογα» δεν προέρχεται από κάποια δήθεν αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», διότι τέτοια αρχαία φράση πουθενά δεν μαρτυρείται· αλλά το αντικείμενό μου δεν είναι η ιστορία των χρωμάτων, οπότε σταματάω εδώ και σας παραπέμπω, για τα πράσινα άλογα, σε ένα παλιότερο άρθρο μου όπου εκθέτω αναλυτικά την άποψή μου για το θέμα.

Οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν πολύ το πράσο· πίστευαν μάλιστα ότι κάνει καλό στη φωνή (τα πράσα συμφέρει προς ευφωνίαν, γράφει ο Αριστοτέλης) και γι’ αυτό ο Νέρωνας μερικές μέρες είχε καθιερώσει να τρώει μόνο πράσα. Το πράσο συνεχίζει να έχει έντονη παρουσία στα βυζαντινά συγγράμματα· ο Λιουτπράνδος της Κρεμόνας, στη δηλητηριώδη αναφορά του από την αποστολή του στην Κωνσταντινούπολη, τονίζει ότι ο αυτοκράτορας των Γραικών (ο Νικηφόρος Φωκάς) από την τσιγγουνιά του τρέφεται με σκόρδα, κρεμμύδια και πράσα και πίνει το νερό του λουτρού.

Στη φρασεολογία μας, υπάρχει η πασίγνωστη έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα», που λέγεται όταν κάποιος κλέφτης ή απατεώνας συλληφθεί επ’ αυτοφώρω. Πολύ συχνά χρησιμοποιείται η έκφραση για παράνομα ζευγάρια που πιάνονται επ’ αυτοφώρω. Από την ειδησεογραφία των τελευταίων ημερών γκουγκλίζοντας βλέπω να χρησιμοποιείται η έκφραση «πιάστηκε στα πράσα» για γιατρό που τον έπιασαν ενώ έπαιρνε φακελάκι, για παράνομο ζευγάρι, για διαρρήκτες σε εργοτάξιο, για ευυπόληπτους πολίτες που έπαιζαν ζάρια. Είναι έκφραση απόλυτα ζωντανή, παραχρησιμοποιημένη ίσως.

Σε διάφορους ιστότοπους μπορείτε να διαβάσετε την άποψη του μακαρίτη του Τάκη Νατσούλη, ότι η έκφραση τάχα γεννήθηκε όταν κάποιος παπα-Μελέτης έπιασε στο περβόλι του, το φυτεμένο με πράσα, έναν διαβόητο ληστή, αλλά πρόκειται για ατεκμηρίωτη εξήγηση που προσωπικά δεν την πιστεύω. Αντί να αναζητούμε κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, προτείνω να σκεφτούμε ότι όποιος κλέβει λαχανικά στο περιβόλι δεν έχει μέρος να κρυφτεί όταν καταφθάσει ο δραγάτης ή ο ιδιοκτήτης, επομένως είναι σίγουρο ότι θα τον πιάσουν επ’ αυτοφώρω όπως είναι εκτεθειμένος. Πάντως, δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν έχει δίκιο ο Νατσούλης, γιατί (ακόμα) δεν έχω βρει την έκφραση σε κείμενο παλιότερο του 1835 -που δεν είναι και εύκολο έργο. Την έχω πάντως βρει σε συλλογές παροιμιών που τυπώθηκαν γύρω στο 1860.

Κι άλλες εκφράσεις υπάρχουν με τα πράσα, αλλά σπανιότερες και μισοξεχασμένες. Για παράδειγμα, σε περιγραφές παλιότερων μαχών μπορεί να βρείτε ότι «τους έκοβαν σαν τα πράσα», δηλαδή σκότωναν τους αντιπάλους εύκολα και άκοπα, ενώ ο Μακρυγιάννης γράφει κάπου ότι αν φύγει από τη μέση ο Δυσσέας (ο Ανδρούτσος) τους υπόλοιπους θα τους σκοτώσουν οι εχθροί όχι με ντουφέκια αλλά με πράσα. Κι επειδή το πράσο, όπως και όλα τα λαχανικά, είχε την τιμητική του την σαρακοστή, υπήρχε και το παροιμιακό δίστιχο: Εβγήκε η πράσα στο βουνό κι εκούνα την ουρά της, καλώς την τη Σαρακοστή με τα λαχανικά της.

Από την άλλη, όπως καταγράφει το slang.gr, πράσο λέγεται το πολύ ίσιο μαλλί, ενώ στην αργκό των πορτοφολάδων το πορτοφόλι λέγεται λάχανο, πράσο ή παντόφλα (με αυτή τη σειρά τα δίνει ο Ηλίας Πετρόπουλος στο Εγχειρίδιο του καλού κλέφτη) και ο πορτοφολάς λέγεται λαχανάς ή πρασάς. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η έκφραση «τον έπιασαν στα πράσα» προήλθε ακριβώς από κάποιον πορτοφολά που τον έπιασαν με το χέρι χωμένο στο σακάκι του θύματος. Παρόλο που παρόμοια έκφραση υπάρχει στα γαλλικά, όπου λένε ότι κάποιος πιάστηκε με το χέρι μέσα στην τσάντα (la main dans le sac), δεν μου φαίνεται πιθανή εκδοχή γιατί η αργκοτική σημασία πράσο = πορτοφόλι δεν είναι τόσο γνωστή και επειδή η έκφραση βγήκε σε μια εποχή που δεν ήταν ακόμα διαδεδομένα τα πορτοφόλια.

Κι εδώ θα κλείσω το κομμάτι, απότομα, χωρίς επίλογο -σαν κάποιον που τον πιάνουν στα πράσα και τα παρατάει όλα σύξυλα και το βάζει στα πόδια!

 

Posted in Αργκό, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 107 Σχόλια »

Το τριφύλλι του Μάη

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2012

Στο μεταφραστικό φόρουμ της Λεξιλογίας, ένας εγγλέζος φίλος που ξέρει καλά ελληνικά και μελετάει την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα την αργκό, ρώτησε τι σημαίνει η έκφραση «Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», και μάλιστα αναρωτήθηκε μήπως στην πραγματικότητα ο στίχος είναι «ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι» διότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο μήνας Μάιος, ο Μάης, έχει βιολογικές ανάγκες και τρώει. Η προσπάθεια εκλογίκευσης είναι εύλογη, αλλά βέβαια εμείς ξέρουμε πως η παροιμία (διότι περί παροιμίας πρόκειται) δεν έχει σχέση με τη μαϊμού· άλλωστε, όπως η κατσίκα δεν μασάει ταραμά, έτσι και η μαϊμού δεν τρώει τριφύλλι. (Πάντως, υπάρχει ένα σατιρικό εφηβικό βιβλίο που έχει ως τίτλο αυτό το λογοπαίγνιο: Ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι)

Τριφύλλι βέβαια, δεν τρώει ούτε ο Μάης, παρόλο που μάλλον θα έχετε ακούσει να λένε «Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Όμως δεν είναι αυτή η αρχική μορφή της παροιμίας.

Η αρχική μορφή της, που εξακολουθεί κι αυτή να λέγεται και σήμερα, είναι «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι» και υποτίθεται ότι τη λέει το χειμώνα ο αγρότης στον γάιδαρό του που πεινάει· λιγοστεύουν σωθεί οι ζωοτροφές, έξω όλα τα έχει σκεπάσει το χιόνι, μόνη παρηγοριά είναι η υπόσχεση ότι το Μάη τα χωράφια θα είναι γεμάτα με τριφύλλι -αν τη βγάλει ως τότε ο καψερός. Μάλιστα, σε μερικές παραλλαγές αυτό δηλώνεται σαφέστερα: «Ζήσε μαύρε γάιδαρε να φας το Μάη τριφύλλι», ενώ καταγράφονται επίσης και πλατειασμοί της παροιμίας: «Ζήσε μαύρε μου να φας το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι». Το «μαύρε μου» να μην το πάρουμε κυριολεκτικά, ως ένδειξη χρώματος, μπορεί να σημαίνει «καημένος». διότι ήταν συνηθισμένο όνομα για υποζύγια, βεβαίως και για άλογο π.χ. στα ακριτικά τραγούδια (δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »