Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά δάνεια’ Category

Τουρκολεξιλογικά

Posted by sarant στο 4 Νοέμβριος, 2019

Tο άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στην κυριακάτικη Αυγή στη μηνιαία στήλη μου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

Για ένα τόσο εκτενές θέμα θα μπορούσε να γραφτεί άρθρο δεκαπλάσιας έκτασης, η εφημερίδα όμως έχει περιορισμούς χώρου. Στην εδώ αναδημοσίευση αντιστάθηκα στον πειρασμό να προσθέσω υλικό, επειδή μου φάνηκε πως θα κατάστρεφα την ισορροπία του κειμένου. Πρόσθεσα πάντως την εικόνα κι ένα λεξιλογικό λινκ -αλλά είμαι βέβαιος ότι στα σχόλιά σας θα αναφέρετε πολλά αξιόλογα προσθετέα.

Τουρκολεξιλογικά

Τον μήνα που μας πέρασε “η γείτων”, όπως συχνά αποκαλείται στον Τύπο η Τουρκία, βρέθηκε στο προσκήνιο της διεθνούς επικαιρότητας, οπότε δεν είναι περίεργο που θα της αφιερώσουμε το σημερινό μας άρθρο. Για τις κινήσεις όμως του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο πολύπλοκο παιχνίδι, άλλοτε σκάκι κι άλλοτε πόκερ, που παίζεται στη Συρία θα έχετε διαβάσει σε άλλες στήλες της Αυγής. Εμείς εδώ, ως γνωστόν, λεξιλογούμε.

Το εθνωνύμιο Τούρκοι είναι άγνωστης ετυμολογίας αν και φυσικά υπάρχουν πολλές εκδοχές για την προέλευσή του. Πιθανές αναφορές υπάρχουν σε ρωμαϊκές πηγές και πιο σίγουρες σε κινεζικές πηγές από τον 5ο αιώνα μ.Χ. Στα ελληνικά, ο αστρολόγος Πάλχος που έζησε μάλλον τον 5ο-6ο αιώνα είναι ο πρώτος που μνημονεύει τους Τούρκους στο έργο του, ενώ τον 6ο αι. υπάρχουν αρκετές αναφορές σε βυζαντινούς συγγραφείς και κυρίως στον ιστορικό Μένανδρο Προτέκτορα, που διηγείται αναλυτικά την πρώτη πρεσβεία Τούρκων (ήταν οι λεγόμενοι Γαλάζιοι Τούρκοι) προς τον Ιουστίνο Β’ και την επίσκεψη του Ζημάρχου στον χαγάνο των Τούρκων, που λεγόταν Σιζάβουλος. Χάρη στις επαφές αυτές εδραιώθηκε ο δρόμος του μεταξιού από την Κίνα στην Πόλη.

Στους επόμενους αιώνες οι Τούρκοι ήρθαν πιο κοντά στα μέρη μας και σιγά-σιγά άρχισαν να αποσπούν εδάφη από τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Αν και το 1453 η πάλαι ποτέ βασιλεύουσα ελάχιστα εδάφη έλεγχε πλέον, αυτή η χρονολογία έχει μείνει ως ορόσημο παρόλο που άλλα γεγονότα (όπως η μάχη του Μαντζικέρτ το 1071 ή η άλωση του 1204) ίσως βάρυναν περισσότερο στην πλάστιγγα. Πάντως, η περίοδος που επικράτησε να λέγεται Τουρκοκρατία και που διάρκεσε, συμβολικά, τετρακόσια χρόνια (αμφιβάλλω αν υπήρξε κάποια περιοχή της σημερινής Ελλάδας που να έμεινε ακριβώς ή περίπου 400 χρόνια υπό τουρκικό έλεγχο) θεωρούμε ότι άφησε ανεξίτηλη σφραγίδα -και συνήθως όλα τα στραβά κι ανάποδα της σημερινής Ελλάδας τα χρεώνουμε σ’ αυτήν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Μικρά Ασία, Τουρκία, Φρασεολογικά, Χρώματα | Με ετικέτα: , , , , | 171 Σχόλια »

Δεν κολλάμε όλα τα μπρίκια

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες, στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ, αναρτήθηκε η εξής φωτογραφία που έχει γλωσσικό ενδιαφέρον.

Ο τιμοκατάλογος είναι στα αγγλικά, αλλά προέρχεται από το, ας πούμε, καφενείο Dope στην οδό Αθηνάς. Δεν ξέρω αν έχουν άλλον τιμοκατάλογο στα ελληνικά, πάντως η αγγλογραφή δικαιολογείται αφού η πελατεία είναι κατά κύριο λόγο τουρίστες.

Η καινοτομία του τιμοκαταλόγου, που εξαιτίας αυτής δημοσίευσε τη φωτογραφία ο φίλος, είναι ότι αντί για φρέντο εσπρέσο και καπουτσίνο ή μάλλον αντί για Freddo, ο κατάλογος γράφει Cryo Espresso/Cappuccino.

Αυτή η καινοτομία δεν υπαγορεύτηκε από κάποιο πνεύμα προβολής της τρισχιλιόχρονης γλώσσας μας, αλλά, όπως εξήγησε ο μπαρίστας [όταν γράφουμε ελληνικά, μπαρίστα μπορεί να είναι θηλυκό μόνο] οι τουρίστες, εκτός των Ιταλών, δεν καταλάβαιναν τι θα πει Freddo, ενώ με το Cryo υποθέτει πως όλο και κάτι θα καταλάβουν (ιδίως αν έχουν κάνει σπουδές στην κρυογενετική, λέω εγώ).

Εγώ όμως πρόσεξα κάτι άλλο. Λίγο πιο κάτω από τον Cryo υπάρχει ο Imbrik Coffee. Αυτός είναι ο ελληνικός καφές ή ο τούρκικος καφές, αναλόγως πώς τον λέτε (μέχρι το 1974 όλοι τούρκικο τον λέγαμε). Η μετονομασία σε Imbrik Coffee δεν νομίζω να έγινε για να αποφύγει η επιχείρηση το δίλημμα αν θα το πει Greek ή Turkish. Ο όρος υπάρχει στα αγγλικά.

Υπάρχει αλλά… δεν γράφεται (ακριβώς) έτσι. Οι φίλοι που έγραψαν την πινακίδα έκαναν ένα λαθάκι, η τουρκική λέξη είναι ibrik, όχι imbrik. Μικρό το κακό, συμφωνώ, αλλά όταν πουλάς μούρη πρέπει να είσαι σωστός.

Θα καταλάβατε βεβαίως ότι από αυτό το ibrik προέρχεται και το δικό μας το μπρίκι, με το οποίο ψήνουμε τον καφέ -και το κολλάμε κιόλας.

Η εκφραση «μπρίκια κολλάμε;» (συνήθως έτσι διατυπώνεται, ερωτηματικά) χρησιμοποιείται για να επιβεβαιώσουμε ότι ξέρουμε τη δουλειά μας, είμαστε επιδέξιοι, έχουμε ικανοτητες σε αυτό που μας αναθέσανε ή με το οποίο καταπιαστήκαμε. «Τι νόμιζες αφεντικό, μπρίκια κολλάμε;» μπορεί να πει ο μάστορας στον πελάτη που τον παινεύει για τη δουλειά που έκανε ή που τον ρωτάει αν πήρε όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Καφενειακά, Φρασεολογικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , , , | 299 Σχόλια »

Να βγάλουμε μιαν αυτοφωτογραφία με την καινούργια μου δέλτο;

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2019

Πριν απο δέκα μέρες, στο Βήμα της Κυριακής, ο Γ. Μπαμπινιώτης δημοσίευσε ένα άρθρο για τους νεολογισμούς της ελληνικής, άρθρο ενταγμένο αν κατάλαβα καλά σε μια σειρά άρθρων με τίτλο «Τα ελληνικά του 21ου αιώνα». Το θέμα του άρθρου ενδιαφέρει πάρα πολύ το ιστολόγιο, οπότε το αναδημοσιεύω εδώ, ακόμα περισσότερο αφού προς το παρόν τουλάχιστον δεν έχει δημοσιευτεί στον ιστότοπο του Βήματος. Εγώ το πήρα από τη σελίδα του Γ. Μπαμπινιώτη στο Φέισμπουκ. Μετά το άρθρο παραθέτω μερικά δικά μου σχόλια.

Στο μεγαλύτερο μέρος του άρθρου ο Γ.Μπ. κάνει μια επισκόπηση για τους νεολογισμούς που φάνηκαν τα τελευταία χρόνια ενώ στο τέλος διατυπώνει ορισμένες σκέψεις και συστάσεις. Οι παρατηρήσεις μου αφορούν κυρίως αυτό το δεύτερο μέρος. Το άρθρο πάντως αξίζει να διαβαστεί, κι ας είναι εκτενές.

Ο τίτλος του άρθρου του κ. Μπαμπινιώτη είναι «To GPS και ο εντοπιστής θέσεως». Εδώ στο ιστολόγιο έβαλα δικό μου τιτλο, παίζοντας με κάποιες από τις προτάσεις του καθηγητή.

To GPS και ο εντοπιστής θέσεως

Νέες λέξεις, ελληνικές και εισαγόμενες, αναγκαίες και ευπρόσδεκτες.
Ο παραγωγικότερος λεξικογράφος μας καταγράφει τον καταιγισμό νεολογισμών του 21ου αιώνα και μας παροτρύνει να μιλάμε ελληνικά
Επιμέλεια αφιερώματος: ΛΑΜΠΡΙΝΗ ΚΟΥΖΕΛΗ

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ

Κατακλυζόμαστε από όγκους πληροφοριών, δηλ. από έννοιες που χρειάζονται τα «σχήματά» τους, τις λέξεις. Αρα κατακλυζόμαστε από λέξεις. Οσο η ζωή μας αλλάζει σε διάφορα επίπεδα (τεχνολογία, επιστήμη, καθημερινή ζωή, επικοινωνία, κοινωνία κ.λπ.) άλλο τόσο αλλάζουν και οι ανάγκες επικοινωνίας, άλλο τόσο αλλάζει η γλώσσα μας, κυρίως και εμφανώς στο λεξιλόγιο, λιγότερο και ανεπαισθήτως στη γραμματική και τη σύνταξη. Αυτό σημαίνει ότι ως ομιλητές τής γλώσσας, αναλογα με τις ανάγκες μας συχνά και με τις γλωσσικές μας προτιμήσεις, οδηγούμεθα να κατακτούμε αστό το λεξιλόγιο, λιγότερο ή περισσότερο. Σημαίνει ακόμη ότι οι καταγραφείς τής γλώσσας, οι λεξικογράφοι, οφείλουν να παρακολουθούν τα συμβαίνοντα στη γλώσσα και όχι άκριτα, βιαστικά, βεβιασμένα και επιδεικτικά, αλλά με κριτήρια, με σύνεση και φειδώ να αποτυπώνουν τις νέες λέξεις, τους νεολογισμοός, περιγράφοντας τη χρήση και προσδιορίζοντας προσεκτικά τις σημασίες τους. Ο σοφός γέρων των Παρισίων, ο Αδαμάντιος Κοραής, μάς έχει προειδοποιήσει εγκαίρως ότι η γλώσσα πρέπει «να ανακαινίζεται με ευλάβειαν και ησυχίαν, καθώς ανακαινίζονται τα ιερά των θεών, και όχι με την θορυβώδη και τυραννικήν αυθάδειαν, με την οποίαν υψώθη της Βαβέλ ο πύργος»!

Πληροφορική, οικονομία, ευζωία

Η πληροφορική, που έχει από καιρό μπει στη ζωή μας, τείνει να επιβάλει πλήθος νέων λέξεων. Μερικά παραδείγματα άβαταρ («ψηφιακή εικόνα ή αναπαράσταση με την οποία ο χρήστης παρουσιάζει τον εαυτό του στο Διαδίκτυο»), το εμπορικό σήμα βάιμπερ («εφαρμογή που επιτρέπει στους χρήστες την ανταλλαγή κλήσεων, μηνυμάτων, φωτογραφιών, βίντεο κ.ά.»), βάιραλ («αρχείο που διαδίδεται και γίνεται σύντομα πολύ δημοφιλές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης»), βάιρους, βίρτσουαλ, γκουγκλ και γκουγκλάρω, γουάι-φάι («σύστημα ασύρματης σύνδεσης συσκευών στο Διαδίκτυο»), γουέμπ, ες-εμ-ες, η-μπάνκινγκ, κρασάρει (ο Η/Υ), κλικάρω, λάικ, λινκ, πι-ντι-εφ, πι-σι, σκάιπ, σόσιαλμίντια, σπαμ, στικ και στικάκι, τάμπλετ, τζι-πι-ες, τουίτερ, τρολ και τρολάρω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 234 Σχόλια »

Το χαλάλι και το χαράμι

Posted by sarant στο 26 Αύγουστος, 2019

 

Το σημερινό άρθρο γράφεται ύστερα απο προτροπή φίλων, με αφορμή ένα επεισόδιο που για μερικές μέρες (όχι πάνω απο δυο-τρεις, βέβαια) προκάλεσε τρικυμία στο ποτηράκι του ελληνόφωνου Τουίτερ.

Η αρχή ήταν η εξης φωτογραφία που την ανάρτησε κάποιος, σχολιάζοντας ότι αφού το τυρί Ήπειρος έχει πιστοποίηση χαλάλ (μέσα στον κύκλο κάτω αριστερά) τότε ο ίδιος θα προτιμήσει μια άλλη μάρκα (δεν θυμάμαι ποιαν και δεν έχει σημασία το γούστο του κάθε ισλαμόφοβου).

Ακολούθησαν πολλά σχόλια, κάποια επίσης ισλαμοφοβικά που καλούσαν για μποϊκοτάζ, αλλά ευτυχώς τα περισσότερα λογικά και μετρημένα.

Μερικοί αναρωτήθηκαν, όχι παράλογα, πώς μπορεί να είναι πιστοποιημένο «χαλάλ» ένα τυρί -αφού η παρασκευή του δεν συνεπάγεται τη σφαγή ζώου. Και αυτό διότι το χαλάλ, που θα πει «επιτρεπτό» στα αραβικά είναι ο κώδικας που διέπει τα ισλαμικά διαιτολογικά έθιμα -και έχει αρκετές ομοιότητες με το εβραϊκό κοσέρ, χωρίς όμως να ταυτίζονται.

Για να παρασκευαστεί το τυρί απαραίτητη είναι (ή, έστω, ήταν) η πυτιά, που προκαλεί το πήξιμο και που προέρχεται από το στομάχι μηρυκαστικού. Υποθέτω ότι για να είναι χαλάλ ένα τυρί πρέπει να περιέχει πυτιά από σφάγιο χαλάλ ή να μην περιέχει ζωική πυτιά διότι πήξιμο γίνεται και με το γάλα της συκιάς ή με άλλες μεθόδους.

Το χαλάλ ορίζει συγκεκριμένη διαδικασία σφαγής των ζώων, με βαθιά τομή στο λαιμό του ζώου (σφαγίτιδα φλέβα, καρωτίδα και τραχεία) και στη συνέχεια το ζώο κρέμεται ανάποδα μέχρι να να στραγγίξει πλήρως από αίμα. Παράλληλα ο σφαγέας προσεύχεται στον Αλλάχ για να του εξηγήσει γιατί το σφάζει, αφού στο Ισλάμ η θανάτωση ζώου επιτρέπεται μόνο προς βρώση ή για λόγους ασφαλείας πχ λύσσα. Το εβραϊκό κοσέρ έχει κάποιες μικροδιαφορές. Και οι δυο τρόποι είναι πανάρχαιοι, παραδοσιακοί, και με παρόμοιο τρόπο (αν και χωρίς το στράγγισμα από το αίμα) θανάτωναν τα ζώα και στα μέρη μας από τα παλιά χρόνια έως πρόσφατα.

Ωστόσο, στα σύγχρονα σφαγεία (πλην χαλάλ/κοσέρ) το ζώο πρώτα αναισθητοποιείται/θανατώνεται και μετά σφάζεται, οπότε υποφέρει λιγότερο. Αυτό αποτελεί μειονέκτημα των χαλάλ/κοσέρ τρόπων, αφού η θρησκεία δεν έχει επιτρέψει την εξέλιξη των μεθόδων ώστε ν’ ανταποκρίνονται στις σημερινές αντιλήψεις.

Φυσικά, όλοι εκείνοι που έκραζαν το χαλάλ τυρί δεν ενδιαφέρονταν για την καλή μεταχείριση των ζώων -τα οποία και στη δυτικοευρωπαϊκή βιομηχανική κτηνοτροφία δεν περνάνε και πολύ καλά, πρέπει να πούμε- αλλά εξέφραζαν το ενστικτώδες μίσος τους στο διαφορετικό.

Όμως εμείς εδώ δεν θρησκειολογούμε ούτε διαιτολογούμε αλλά λεξιλογούμε, οπότε θα προχωρήσουμε από το χαλάλ στο χαλάλι. Η απόσταση αλλωστε είναι ελάχιστη. Όπως είπαμε, το halal είναι λέξη αραβική (حلال). Στα τουρκικά είναι helal, αλλά στα ελληνικά πρέπει να πέρασε από τουρκικό διαλεκτικό τυπο halal. Κι αν στα αραβικά και στα τουρκικά το helal/halal ειναι το επιτρεπτό και το νόμιμο, στα ελληνικά το χαλάλι έχει θέση επιρρήματος και σημαίνει μια δαπάνη ή μια θυσία όχι ευκαταφρόνητη αλλά που αξίζει τον κόπο. Ας πούμε «Πολύ ωραίο σπίτι, χαλάλι τα λεφτά που ξόδεψες» ή «Χαλάλι τόσοι κόποι αφού πέρασα στη σχολή». Υπάρχει και το πασίγνωστον κυπρέικον τραγούιν, «για την καρκιάν και την αγκάλη σου, μα τον θεόν ούλλα χαλάλιν σου».

Έχουμε και το ρήμα ‘χαλαλίζω’, όταν κάνω μια δαπάνη ή μια θυσία με ευχαρίστηση, επειδή το αξίζει -θα τα χαλαλίσω τα δυο κατοστάρικα γι’ αυτά τα παπούτσια.

Το αραβικό halal έχει αντίθετο το haram, που κι αυτό έχει περάσει στα ελληνικά ως χαράμι. Επειδή για το χαράμι έχουμε γράψει παλιότερα άρθρο, μπορώ να αντιγράψω μερικά πράγματα:

Στα τούρκικα, haram είναι το απαγορευμένο από τη θρησκεία, το παράνομο, το αθέμιτο, το κακό. Harami είναι ο ληστής (που πέρασε και στα ελληνικά, χαραμής, και που έγινε και επώνυμο).

Χαράμ ολσούν είναι κατάρα, που έχει περάσει και στα ελληνικά: «χαράμι να σου γίνει», δηλαδή να μην το χαρείς, στο λαιμό να σου κάτσει. Πολύ ωραία είχε πει η Μοσχολιού το «Χαράμι» του Σουγιούλ (σε στίχους Τραϊφόρου)

Από την ίδια τριγράμματη αραβική ρίζα χ-ρ-μ από την οποία προήλθε το χαράμι πηραμε επίσης το χαρέμι και το χράμι, αλλά για την ιστορία των λέξεων αυτών σας παραπέμπω στο παλιό άρθρο.

Το χαράμι λοιπόν με το χαλάλι είναι δίπολο στα ελληνικά, όπως και το χαραμίζω είναι αντίθετο του χαλαλίζω -εκεί, τα χρήματά μας πάνε στο βρόντο, μάταια. Χαράμισα τα νιάτα μου για σένα, μπορεί να πει κάποιος/α στο έτερόν του ήμισυ.

Το δίπολο το βλέπουμε και σε ένα ωραίο δημοτικό τραγούδι, όπου η κόρη διαπιστώνει πως ενώ κοιμόταν κάποιος την φίλησε. Ήταν όμως ο άντρας της ή ο αγαπός;

Ξυπνά η κόρη την αυγή σα μήλο μαραμένο
βρίσκει τον κόρφο τς ανοιχτό, τ’ αχείλι φιλημένο
και τη χρυσή της την ποδιά ψηλά ανασκουμπωμένη.
«Τάχα το ποιος μου το ‘κανε, τάχα ποιος μου το κάνει;»
Αν είν’ από τον άντρα μου, χαράμι να του γένει
κι αν είν’ από όποιον αγαπώ, χαλάλι να του γένει!

Τέτχοιες είστε. Αλλά ας κλείσουμε με μια κάπως αθωότερη παραλλαγή, όπου αυτός που τραγουδάει πατάει ένα νημόρι (μνημούρι, μνήμα):

Και το νημόρι μίλησε και το νημόρι λέει
Ποιος είναι αυτός που με πατεί ανάμεσα στα μάτια

Αν είναι κάνας νιος καλός, χαλάλι να του  γένει
Αν είναι κάνας γέροντας, χαράμι να του γένει

Posted in τούρκικα, Γλωσσικά δάνεια, Δημοτικά τραγούδια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ισλάμ, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , | 187 Σχόλια »

Αποδομώντας τη μυθολογία της γλώσσας (κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου)

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2019

Την Κυριακή που μας πέρασε δημοσιεύτηκε στην Αυγή μια κριτική της φίλης γλωσσολόγου Μαριάννας Κατσογιάννου για το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα«. 

Θα αναδημοσιεύσω εδώ την κριτική της -και επειδή η Μαριάννα κάνει λόγο για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου παίρνω την ευκαιρία να αναδημοσιεύσω και το κεφάλαιο αυτό από το βιβλίο μου, μια και στο ιστολόγιο δεν έχω ακόμα παρουσιάσει κανένα απόσπασμά του. Αν ψάξετε, μπορείτε να βρείτε ένα αρκετά παλιό άρθρο του ιστολογίου που χρησίμευσε ως βάση ή μάλλον ως έναυσμα για το κεφάλαιο.

Χωρίς άλλες εισαγωγές, η κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου:

Ο μπλόγκερ Νίκος Σαραντάκος δεν χρειάζεται συστάσεις. Το καινούργιο του βιβλίο, Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη από τις Εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστήμιου, έχει ήδη σπάσει τα ταμεία -κάτι αναμενόμενο, αν σκεφτεί κανείς ότι τα θέματα που θίγει απασχολούν το ευρύ κοινό εδώ και πολλές δεκαετίες, χωρίς ποτέ να πάψουν να είναι επίκαιρα: τι έγινε άραγε σ’ εκείνη την περίφημη ψηφοφορία όπου τα ελληνικά, για μία μόνο ψήφο, έχασαν την ευκαιρία να γίνουν η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ; Πώς ανακάλυψε ο Μπιλ Γκέιτς ότι η γλώσσα των υπολογιστών είναι τα αρχαία ελληνικά και βρέθηκε στην κορυφή της λίστας με τους πιο πλούσιους ανθρώπους του κόσμου; Ποιες είναι οι σκοτεινές δυνάμεις που προσπαθούν να καταστρέψουν την ελληνική γλώσσα και ποια μέσα χρησιμοποιούν; Είναι δυνατόν σήμερα τα πρόβατα να μη βελάζουν πια όπως στην αρχαία Αθήνα;

Αντίθετα από τον μπλόγκερ, ίσως χρειάζεται να πούμε δυο λόγια για τον φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο, γιατί αυτή του η ιδιότητα δεν είναι εξίσου γνωστή. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός για να δηλώνει «απλός ερασιτέχνης μελετητής της γλώσσας», χωρίς να αναφέρει ότι, ανάμεσα στα άλλα, έχει και πτυχίο φιλολογίας από το Αγγλικό Τμήμα του ΕΚΠΑ, γεγονός που του δίνει και τυπικά το δικαίωμα να ασχολείται ενεργά με τους σύγχρονους αστικούς και εθνικούς μύθους που αφορούν τη γλώσσα. Σε συνδυασμό με την πολύχρονη εμπειρία του στις κάθε είδους γλωσσικές αναζητήσεις, η φιλολογική κατάρτιση αποτελεί το μεθοδολογικό εργαλείο που επιτρέπει στον Νίκο Σαραντάκο να ξεχωρίζει την αλήθεια μέσα σε ένα κυκεώνα συχνά αφελών, αλλά συχνότερα προπαγανδιστικών, μύθων και να μας την προσφέρει με τον τρόπο, χαλαρό και διασκεδαστικό, του μπλόγκερ, αλλά πάντα με σεβασμό στα πορίσματα της επιστήμης.

Η αξία του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στην ανασκευή των μύθων αλλά και στον τρόπο μελέτης της κατασκευής τους: είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται ορισμένες αντιλήψεις, ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος και ποια είναι η επίπλαστη απειλή που απευθύνεται στο φαντασιακό μας, στον υποσυνείδητο εκείνο κριτή που μας επιβάλλει τρόπους σκέψης και δράσης παρακάμπτοντας τη φωνή της λογικής. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 22, με τίτλο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;», εκτός από το ποια είναι η πραγματική και ποια η παρετυμολογική ιστορία της λέξης κεφτές, μαθαίνουμε και μερικά πιο σημαντικά πράγματα: πρώτον, πώς οι γλώσσες δανείζονται λέξεις από άλλες γλώσσες πριν τελικά τις υιοθετήσουν («αν σήμερα η αγγλική́ γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό́ το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική́ της διαδρομή́, από́ όλες τις γλώσσες του κόσμου» γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στη σ. 76) και, δεύτερον, ποια είναι η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο του δανεισμού γενικά και στα δάνεια που μας έρχονται από την τουρκική ειδικότερα. Και ασφαλώς, όπως επιβάλλουν οι αρχές της επιστημονικής έρευνας, το βιβλίο συνοδεύεται από μία βασική βιβλιογραφία, για να μπορεί ο καθένας να ελέγξει ή να μελετήσει σε βάθος τις πηγές κάθε πληροφορίας. Για πιο εύκολη πρόσβαση, σε αρκετά σημεία βρίσκουμε διαδικτυακές παραπομπές, αλλά και βιβλιογραφικές προτάσεις κατάλληλες γι’ αυτούς που θέλουν να εμβαθύνουν σε συγκεκριμένα θέματα, π.χ. στην προφορά των αρχαίων ελληνικών.

Το μόνο μειονέκτημα που θα εύρισκα στο Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα είναι ο περιορισμός του μεγέθους, που δυστυχώς προκύπτει από την αρχή δημιουργίας της σειράς: ο γενικός τίτλος είναι 96 plus (με το 96 να σημαίνει τον αριθμό των σελίδων), σύμφωνα με το πρότυπο της παλιάς, αλλά αξεπέραστης γαλλικής σειράς Que sais-je του οίκου PUF (Presses universitaires de France). Στόχος είναι η εκλαϊκευμένη παρουσίαση μίας πολύ μεγάλης ποικιλίας θεμάτων με τρόπο απλό, κατανοητό και, κυρίως, έγκυρο. Αλλά η γραφή του Νίκου Σαραντάκου είναι τόσο ζωντανή, τόσο στρωτή και αβίαστη, που ο αναγνώστης δυσκολεύεται όχι να διαβάσει το βιβλίο αλλά να το αφήσει από τα χέρια του: όταν τελειώνουν οι 96 σελίδες το μόνο που θέλουμε είναι να διαβάσουμε μερικές ακόμα.

Όταν κανείς γράφει μία τέτοια κριτική είναι έτοιμος να δεχτεί και τον αντίλογο. Σίγουρα θα βρεθούν οι καλοθελητές που θα σκεφτούν ότι ο ενθουσιασμός μου μπορεί να οφείλεται στη γνωριμία μου με το συγγραφέα ή στη σχέση μου με τον εκδοτικό οίκο, όπου θα κυκλοφορήσει το βιβλίο που γράφω με τη συνάδελφο Άννα Βακαλοπούλου. Θα τους απογοητεύσω όμως, η αλήθεια είναι πιο πικρή: αποφάσισα να εντάξω το Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα στη βιβλιογραφία του μαθήματος περί γλωσσικής μυθολογίας που διδάσκω στο Πανεπιστήμιο. Γιατί, ναι, η θεματολογία του αφορά το σύνολο των μορφωμένων ανθρώπων και, ναι, εκεί στην Κύπρο διδάσκουμε και μαθήματα γενικής κουλτούρας, έξω από τα κύρια αντικείμενα που σπουδάζουν οι φοιτητές μας, για να τους βοηθήσουμε να απαλλαγούν από ορισμένες διαδεδομένες προκαταλήψεις και να αναπτύξουν κριτική σκέψη. Η εκτίμησή μου για τον μπλόγκερ φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο προκύπτει, ανάμεσα σε άλλα, από τη βοήθεια που μας δίνει στη μάχη αυτή και το βιβλίο που μόλις εκδόθηκε έχει ήδη βρει τη θέση του στο οπλοστάσιό μας.

Η Μαριάννα Κατσογιάννου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Και στη συνέχεια το κεφάλαιο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;» από το βιβλίο «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα». Χρησιμοποιώ το δικό μου κείμενο οπότε μπορεί να υπάρχουν κάποιες (αμελητέες) διαφορές από το τυπωμένο.

(Φυσικά, αν έγραφα στο ιστολόγιο, το άρθρο θα είχε ίσως και τριπλάσια έκταση. Όμως στο βιβλίο δεν έπρεπε να ξεπεραστούν οι 96 σελίδες οπότε το κείμενο αναγκαστικά είναι πολύ πιο συνοπτικό).

Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;

Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της νέας ελληνικής απαρτίζεται από δάνεια. Πολλοί θεωρούν ότι το να δανείζεται μια γλώσσα είναι δείγμα αδυναμίας ή ότι τα δάνεια συνιστούν «παραφθορά και διαφθορά» της γλώσσας ή «γλωσσική υποδούλωση». (1)

Ωστόσο, όλες οι γλώσσες δανείζονται. Η αρχαία ελληνική, τον καιρό της ακμής της, δεν δίσταζε να δανείζεται λέξεις όπως «αρραβών», «χιτών», «σινδών» (σημιτικά δάνεια) ή «αγγαρεία», «παράδεισος», «παρασάγγης» (περσικά δάνεια). Στα βυζαντινά χρόνια, τα λατινικά δάνεια ήταν πάμπολλα, όπως μαρτυράει μια τυχαία σύντομη φράση από κείμενο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (από το Περί της βασιλείου τάξεως): «τῷ δὲ δομεστίκῳ τῶν ἐξσκουβίτων ὑποτέτακται εἴδη ἀξιωμάτων θʹ, οἷον τοποτηρηταί, χαρτουλάριοι, σκρίβονες, πρωτομανδάτορες, δρακονάριοι, σκευοφόροι, σιγνοφόροι, σινάτορες καὶ μανδάτορες» (με πλάγιους χαρακτήρες οι λέξεις που είναι λατινικά δάνεια ή αντιδάνεια, εξ ολοκλήρου ή κατά το ήμισυ). Κι αν σήμερα η αγγλική γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική της διαδρομή, από όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Σε γενικές γραμμές, σήμερα λίγοι ενοχλούνται από τα ιταλικά, τα λατινικά ή τα γαλλικά δάνεια. Κάπως περισσότεροι δυσφορούν με τη συρροή αγγλικών λέξεων, ιδίως νεολογισμών. Ωστόσο, οποτεδήποτε γίνει λόγος για τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας, π.χ. με την ανάρτηση καταλόγου δάνειων λέξεων, είναι παρατηρημένο πως εκφράζονται έντονες αντιδράσεις από πολλούς σχολιαστές και ότι πολλοί επιχειρούν να αρνηθούν πως οι λέξεις αυτές έχουν τουρκική προέλευση. Κάποιοι επισημαίνουν ότι η απώτερη προέλευση των λέξεων δεν είναι τουρκική αλλά αραβική ή περσική, το οποίο πολλές φορές είναι ακριβές, αν και η γλωσσολογία συνήθως εξετάζει την άμεση και όχι την απώτερη προέλευση του δανείου.

Ωστόσο, οι περισσότεροι επιχειρούν να βρουν κάποια ελληνική απώτερη ετυμολογία της τουρκικής λέξης, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αποκαταστήσουν την καθαρότητα της γλώσσας μας. Και ενώ πράγματι υπάρχουν κάποια ελληνοτουρκικά αντιδάνεια (2), είναι γεγονός αναντίρρητο πως τα περισσότερα τουρκικά δάνεια της ελληνικής δεν είναι αντιδάνεια, δηλαδή δεν έχουν απώτερη ελληνική αρχή.

Το 1975 ο λόγιος Γιάκωβος Διζικιρίκης, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε το βιβλίο Να ξετουρκέψουμε τη γλώσσα μας, στο οποίο παραθέτει προτάσεις, εντελώς ουτοπικές αλλά όχι χωρίς εξυπνάδα και γλωσσολογική συγκρότηση, για τον «εξελληνισμό» των τουρκικών δανείων της ελληνικής. Για παράδειγμα, προτείνει τους κεφτέδες να τους πούμε «λιανιστούδια» αφού παρασκευάζονται από λιανιστό κρέας.

Οι σημερινοί τουρκοφάγοι του Διαδικτύου, πάντως, απλώς βαφτίζουν ελληνικές τις τουρκογενείς λέξεις, εφαρμόζοντας δημιουργική εθνωφελή «ετυμολογία». Έτσι, παράγουν τον αγά από το «άγω», το κέφι από την «κεφαλή», τον μουσαφίρη από το «μέσα φέρω», τα ζαμάνια από το «ζα» (ένδειξη πληθώρας) και «μανός» (αραιός), το σιχτίρ από το… «σε οικτίρω» και άλλα ευφάνταστα. Η Α. Τζιροπούλου υιοθετεί την άποψη ότι το χατίρι ετυμολογείται από το… «ήτορ», ενώ ένας φιλόλογος βρήκε ελληνική ετυμολογία για το μεράκι από το «ίμερος», που έδωσε τάχα το υποκοριστικό «ιμεράκιον».

Δεν είναι βέβαια εφικτό να ανασκευάσει κανείς όλες αυτές τις ευφάνταστες ετυμολογίες, οπότε θα περιοριστούμε να ανασκευάσουμε μία μόνο τέτοια ελληνοπρεπή ετυμολόγηση, καθώς η λογική της ανασκευής ισχύει και για πολλές άλλες περιπτώσεις.

Σύμφωνα με όλα τα λεξικά, η λέξη «κεφτές» είναι δάνειο από τα τουρκικά, köfte. Ωστόσο, μια ευρέως διαδεδομένη άποψη θέλει τη λέξη να είναι ακραιφνώς ελληνική. Το είχε υποστηρίξει και ο εθνικός μας μάγειρας Ηλίας Μαμαλάκης σε μια εκπομπή του, ότι οι κεφτέδες είναι το βυζαντινό «σύγκοπτον», ενώ άλλοι προτείνουν ως αρχή το ελληνικό «κοπτόν».

Καταρχάς, δεν υπάρχουν στα σώματα κειμένων της αρχαίας και μεσαιωνικής γραμματείας αυτές οι λέξεις με τη σημασία αυτή. Υπάρχουν τύποι όπως «κοπτόν», αλλά αναφέρονται σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα.

Θα μπορούσε, βέβαια, η λέξη να υπήρξε και να μην έχει καταγραφεί. Αυτό δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και στα περσικά το kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείται ικανοποιητικά χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα). Όπως λένε τα λεξικά, στα περσικά το ρήμα کوفتن (kuftan) σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Έπειτα, αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόρριζων λέξεων, βλέπουμε ότι εδέσματα παρόμοια με τους κεφτέδες και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν. Θέλω να πω, και γεωγραφικά να το δούμε, η περσική αρχή φαίνεται πολύ λογικότερη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν υπάρχει σήμερα κανένα σοβαρό λεξικό, κανείς σοβαρός μελετητής που να δέχεται καταγωγή της λ. «κεφτές» από το (ανύπαρκτο) «σύγκοπτον» ή από το «κοπτόν».

Όσο για τις άλλες πορτοκάλειες ετυμολογήσεις, δεν μας παίρνει ο χώρος για να τις ανασκευάσουμε εδώ. Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε ένα καλό ετυμολογικό λεξικό (το Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη είναι το καλύτερο) ή ακόμα και στις συνοπτικές ετυμολογικές πληροφορίες του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στον ιστότοπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (βλ. bit.do/lkn-tr).

Ως προς το γενικότερο πρόβλημα της στάσης απέναντι στα δάνεια, όσοι έχουν ειδικό ενδιαφέρον αξίζει να κοιτάξουν τη νεανική μελέτη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Ξενηλασία ή ισοτέλεια; Μελέτη περί των ξένων λέξεων της νέας ελληνικής (1905), στον πρώτο τόμο των Απάντων του, διαθέσιμη στο διαδίκτυο (βλ. bit.do/tr-xen).

(1) Για το φαινόμενο του δανεισμού και τα σχετικά ιδεολογήματα, βλ.: Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ιδεολογήματα και δανεισμός», στο Γ. Χάρης, Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα, ό.π., σ. 63.

(2) Για παράδειγμα, το τεφτέρι (< τουρκ. tefter, που ανάγεται στη «διφθέρα») ή το μπαρούτι (< τουρκ. barut, που ανάγεται στη λέξη «πυρίτις»).

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 115 Σχόλια »

Ο μπερντές των Βρετανών

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2019

Τα άρθρα που βάζω στο ιστολόγιο κάθε μέρα, τα αναδημοσιεύω και στο Φέισμπουκ όπως και στο Τουίτερ -στη μια περίπτωση αυτό γίνεται αυτόματα, στην άλλη πρέπει να το φροντίσω εγώ. Στο Φέισμπουκ γίνεται συχνά συζήτηση για τα άρθρα, αλλά ποτέ δεν φτάνει σε μεγάλο αριθμό σχολίων όπως στο ιστολόγιο -το κάθε μέσο έχει τις ιδιομορφίες του. Στο Τουίτερ πολύ πιο σπάνια γίνεται συζήτηση.

Το σημερινό άρθρο είναι εξαίρεση, με την έννοια ότι γεννήθηκε από ένα σύντομο σχόλιο που έκανα στο Φέισμπουκ, και που το συντόμεψα ακόμα περισσότερο στο Τουίτερ -όπου, να θυμίσω, το όριο είναι 280 χαρακτήρες, παναπεί καμιά σαρανταριά λέξεις, αντε 50. Είδα όμως πως το θέμα έχει αρκετό ενδιαφέρον και θα’ταν κρίμα να μην δημοσιευτεί και στο ιστολόγιο, που είναι και το πιο μόνιμο από τα τρία βήματα δημοσιευσης, κι έτσι γράφω το σημερινό άρθρο, στο οποίο ενσωματώνω πολλά πράγματα από τη συζήτηση που έγινε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Έτσι κι αλλιώς, εδώ δεν υπάρχει περιορισμός στην έκταση των άρθρων, και βέβαια το κοινό του ιστολογίου δεν ταυτίζεται με το κοινό του Φέισμπουκ ή του Τουίτερ -δυσκολεύομαι ακόμα να γράψω «τα κοινά», πάντως εικάζω πως η τομή των τριών συνόλων δεν θα είναι ιδιαίτερα πολυμελής.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, θα το έχετε αντιληφθεί, τα έχουν μπλέξει κάπως με το Μπρέξιτ. Η νέα κυβέρνηση των Συντηρητικών υποστηρίζει ότι θα σεβαστεί την καταληκτική ημερομηνία της 31ης Οκτωβρίου για το Μπρέξιτ, κάτι που σημαίνει στην πράξη ότι, αν δεν υποχωρήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, οδεύουμε προς άτακτο Μπρέξιτ, χωρίς συμφωνία δηλαδή.

Ο ηγέτης των Εργατικών, ο Τζέρεμι Κόρμπιν, σε επιστολή που έστειλε στους άλλους ηγέτες κομμάτων της αντιπολίτευσης, δήλωσε την πρόθεσή του να καταθέσει πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης.

Σε περίπτωση που η πρόταση αυτή στεφθεί με επιτυχία, με τη βοήθεια προφανώς «ανταρτών» βουλευτών του Συντηρητικού κόμματος, ο Κόρμπιν ζήτησε τη στήριξη των άλλων κομμάτων για να σχηματίσει κυβέρνηση αυστηρά περιορισμένου χρόνου με στόχο να συμφωνηθεί με την ΕΕ η μετάθεση της ημερομηνίας αποχώρησης, και στη συνέχεια να συγκαλέσει εκλογές ώστε να αποφασίσει ο λαός αν θέλει την αποχώρηση από την ΕΕ ή την παραμονή.

Η ιδέα του Κόρμπιν έχει τα θετικά της αλλά δεν είναι καθόλου βεβαιο πως θα εξασφαλίσει τη συμφωνία άλλων κομμάτων. Εκτός αυτού, ακόμα κι αν γινόταν ένα δεύτερο δημοψήφισμα (κάτι που μόνο η Βουλή μπορεί να αποφασίσει), το αποτέλεσμα μάλλον θα ήταν το ίδιο.

Αυτά μπορούμε να τα συζητήσουμε στα σχόλια, όμως εδώ λεξιλογούμε κι έτσι θα λεξιλογήσουμε για τον μπερντέ των Βρετανών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Βουλή, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Διεθνής πολιτική, Ευρωπαϊκή Ένωση, Λαπαθιώτης, Μεγάλη Βρετανία | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Φαρμακεία και αποθήκες

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2019

Στα ταξίδια που κάνω προς και από την Ελλάδα περνάω συχνά απ’ το αεροδρόμιο της Ζυρίχης. Εκεί υπάρχει κι ένα φαρμακείο, που έχει μια πινακίδα πολύγλωσση. Μια και έχουμε την πετριά με τις γλώσσες, την τελευταία φορά που πέρασα απ’τη Ζυρίχη φωτογράφισα την πινακίδα, έχοντας κατά νου να γράψω κάποτε ένα άρθρο για τις λέξεις που εμφανίζονται πάνω της.

Κατά σύμπτωση, πριν από δέκα μέρες ένας φίλος του ιστολογίου ρώτησε για την ιστορία της λέξης «φαρμακείο», επισημαίνοντας ότι δεν υπάρχει στα αρχαία ελληνικά -κι εγώ του απάντησα ότι θα γράψω κάτι, και να περιμένει καμιά βδομάδα. Χτες είδα ξανά εκείνη τη συζήτηση, θυμήθηκα λοιπόν τη χρωστούμενη υπόσχεση και σπεύδω τώρα να την εκπληρώσω.

Στην πραγματικότητα, το σημερινό άρθρο είναι εύκολο για μένα, διότι κατά ένα μεγάλο μέρος αποτελεί συρραφή υλικού από δύο παλιότερα άρθρα (και τα δύο του 2013). Αυτό είναι το καλό άμα έχεις ήδη ένα σώμα από παλιά άρθρα, μπορείς να αναδιευθετείς και να ξαναδουλεύεις το υλικό σου (να το ανακυκλώνεις, θα έλεγαν κάποιοι).

Να δούμε τις λέξεις της πινακίδας:

Apotheke (γερμανικά) – Pharmacie (γαλλικά)

Farmacia (ιταλικά) – Apoteca (ραιτορωμανικά, η 4η επίσημη γλώσσα της Ελβετίας)

Pharmacy (αγγλικά) – Farmacia (ισπανικά)

Farmácia (πορτογαλικά) – Apotheek (ολλανδικά)

Apotek (δανέζικα) – Apotek (νορβηγικά)

Apotek (σουηδικά) – Apteekki (φινλανδικά)

Gyógyszertár (ουγγρικά) – Lékárna (τσέχικα)

Apoteka (κροατικά) – Farmaci (αλβανικά)

Eczane (τουρκικά) – Аптека (ρωσικά)

φαρμακείο (ελληνικά) – …. (ταμίλ)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , | 155 Σχόλια »

Με τόση ζέστη πώς να δουλέψεις;

Posted by sarant στο 30 Ιουλίου, 2019

Δεν το λέω εγώ αυτό, μεταξύ άλλων επειδή έχω την τύχη να βρίσκομαι σε διακοπές κι επειδή ακόμα η ζέστη δεν έχει φτάσει σε ανυπόφορα επίπεδα, αν και χτες τα πλησιάσαμε, τουλάχιστον εδώ που βρίσκομαι. Θα μπορούσα όμως να πω: με τόση ζέστη πώς να γράψεις καινούργιο άρθρο; Εκμεταλλεύομαι λοιπόν την ευκαιρία και αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο του 2014, (που κι αυτό επανάληψη ήταν), ανασυσκευασμένο όμως και με άλλον τίτλο και με προσθήκη ορισμένων καινούργιων στοιχείων.

Εκεί που ο καύσωνας έπιασε ιστορικά ρεκόρ, ήταν στην ως πρόσφατα ασυνήθιστη σε τέτοια Δυτική Ευρώπη. Την Πέμπτη που μας πέρασε έσπασαν ρεκόρ θερμοκρασίας στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στο Λουξεμβούργο. Στο Παρίσι ο υδράργυρος (που λέει το κλισέ, διότι τώρα πια τα θερμόμετρα χρησιμοποιούν άλλες ουσίες) ξεπέρασε τους 42 βαθμούς ενώ από τότε που τηρούνται στοιχεία μία μόνο φορά είχε ξεπεράσει τους 40, το 1947. Ωστόσο, στη Γαλλία γενικά δεν έγινε ρεκόρ αυτή τη φορά. Βλέπετε, δεν ξεπεράστηκε το ρεκόρ των 45.9 (ή 46) βαθμών που είχε σημειωθεί στη νότια Γαλλία πριν από ένα μήνα, στις 28 Ιουνίου, στο προηγούμενο κύμα καύσωνα που βασάνισε τη Δυτική Ευρώπη.

Τούτη τη φορά όμως, ευτυχώς οι αρχές ήταν προετοιμασμένες κι έτσι τα θύματα του καύσωνα ήταν λιγοστά. Στον μεγάλο καύσωνα του 2003, που είχε κρατήσει και πολύ περισσότερες μέρες, στη Γαλλία υπήρχαν χιλιάδες θύματα (κατά τις εκτιμήσεις, ακόμα και 20.000). Ο αντίστοιχος δικός μας καύσωνας είχε συμβεί το 1987, κατά σύμπτωση τέτοιες μέρες, τέλη Ιουλίου, και είχε στοιχίσει περίπου 1500 νεκρούς.

Οι Γάλλοι τον καύσωνα τον λένε canicule. Εμείς λέμε για καύσωνα ενώ, για να θυμηθούμε τα δημοσιογραφικά κλισέ, μπορούμε επίσης να πούμε: η Αθήνα έγινε καμίνι, ο ήλιος σκάει την πέτρα, η άσφαλτος βράζει, ο υδράργυρος σκαρφαλώνει σε νέα ύψη. Κάποιος πιο παλιομοδίτης μπορεί να χρησιμοποιήσει την έκφραση «κυνικά καύματα».

Το ακούμε κάθε τόσο κι αυτό το κλισέ όταν σφίγγουν οι ζέστες. Και γεννιέται εύλογα η απορία: μόνο οι σκύλοι ζεσταίνονται; Όμως η έκφραση αυτή γεννήθηκε όχι από τη ζωολογία αλλά απ’ την αστρονομία. Το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούλη, ο Σείριος, το πιο λαμπρό αστέρι του αστερισμού του Μεγάλου Κυνός, που λεγόταν στην αρχαιότητα και κύναστρος ή κύναστρον, ανέτελλε και έδυε περίπου ταυτόχρονα με τον Ήλιο, κι επειδή τότε ακριβώς παρατηρούνται συνήθως οι πιο ζεστές μέρες του χρόνου, οι αρχαίοι είχαν ονομάσει «κυνάδες ημέρες» τις μέρες τούτες που περνάμε, και «κυνικά καύματα» τις μεγάλες ζέστες που μας ταλαιπωρούν.

 

Αλλά και στα λατινικά, ο Σείριος ειπώθηκε canicula, κατά λέξη «σκυλίτσα», οι κυνάδες ημέρες dies caniculares (απ’ όπου και το γαλλικό canicule που λέγαμε), ενώ στα αγγλικά, που είναι γλώσσα πιο δημοκρατική, λένε απλώς dog days, σκυλίσιες μέρες, αν και έχουν και το επίθετο canicular.

Τα κυνικά καύματα δεν τα έχουμε μεταφέρει στη δημοτική, αν και ο Σεφέρης είχε γράψει για τα «σκυλόδοντα του καλοκαιριού», ενώ ο Δ. Λιαντίνης έγραψε: Όσο και να την κρεουργούν οι άνεμοι, όσο και να τη δαγκώνουν οι λυσσάρικοι σκύλοι του Ιουλίου, ο μικρός πίσω από το μέγα Κύνα την εποχή των κυνικών καυμάτων, στους dies caniculares, τη θάλασσα ποτέ δεν την ξεδίψασε η βροχή. Και ποτέ δε λιποθύμησε μέσα στα αναφιλητά και τον ιδρώτα της. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Καλοκαιρινά, Ρεκόρ | Με ετικέτα: , , , , | 183 Σχόλια »

20 λέξεις της Κυπριακής

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2019

Παρακολουθώ μια ομάδα του Φέισμπουκ που μελετάει την Κυπριακή Ελληνική διάλεκτο. Το αν η Κυπριακή είναι διάλεκτος, ιδίωμα ή γλώσσα, αυτό είναι σε μεγάλο βαθμό πολιτική απόφαση, οπότε ας το αφήσουμε προς το παρόν. Πάντως είναι μια γλωσσική ποικιλία διαφορετική από την κοινή νεοελληνική.

Χτες, ένα μέλος έβαλε, υπό τύπον κουίζ, είκοσι δάνειες λέξεις της Κυπριακής (τελικά η μία δεν ήταν δάνεια λέξη). Μια και εδώ στο ιστολόγιο τέτοια θέματα μάς αρέσουν, αντέγραψα τον κατάλογο και τον παραθέτω, μαζί με τις απαντήσεις που δόθηκαν, τις οποίες όμως συμπληρώνω, βασιζόμενος στο λεξικό του Κ. Γιαγκουλλή «Θησαυρός κυπριακής διαλέκτου».

Για αυτες τις 20 δάνειες λέξεις, ο θεματοθέτης αναφέρει ότι χρησιμοποιούνται καθημερινά στην κυπριακή διάλεκτο αν και στη σχετική συζήτηση άλλα μέλη της ομάδας, επίσης Κύπριοι, δήλωσαν ότι αγνοούν πολλές από αυτές. Πάντως, μία λέξη ανήκει και στην κοινή νεοελληνική οπότε κακώς μπήκε στον κατάλογο.

  1. ακκιπέττι
  2. άσιλα
  3. άσσιοηλε
  4. άτζιαπίσσου
  5. βερεσιέ
  6. γιάλιαλι
  7. γιάομαν
  8. εσσιέκκιπι
  9. ζαττίν
  10. ιμίσιημου
  11. καηρέττιν
  12. κκέσκιμον
  13. κουλάκκιν
  14. κούτζιουλα
  15. μάγκουμου
  16. οξά
  17. περικκιάττερσιν
  18. πέρκιμον
  19. πιλέ μου
  20. σικκιμέ

Μπορείτε να μαντέψετε τι σημαίνουν;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Ντοπιολαλιές | Με ετικέτα: | 141 Σχόλια »

Τα ενοχλητικά τουρκικά δάνεια

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2019

Στο σημερινό άρθρο παίρνω κάποια στοιχεία από ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα» αλλά το αναπτύσσω πολύ εκτενέστερα.

Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της νέας ελληνικής απαρτίζεται από δάνεια: από τα λατινικά, από τα βενετικά/ιταλικά, από τα τουρκικά, από τα γαλλικά. Λιγότερες από τα αλβανικά και τις σλαβικές γλώσσες, και τις τελευταίες δεκαετίες σχεδόν αποκλειστικά από τ’ αγγλικά.

Τα πρώτα χρόνια του νεοελληνικού κράτους, παράλληλα με το κίνημα του καθαρισμού που αντικατέστησε με επιτυχία «θεσμικές» δάνειες λέξεις με νεολογισμούς ή αναστημένους όρους (πχ υπουργός αντί μινίστρος ή εφημερίδα αντί γαζέτα) αλλά όχι καθημερινές δάνειες λέξεις (μακαρόνια λέμε και όχι σκωληκίδια!), υπήρξε και ένα αυθόρμητο κίνημα, κυρίως από τα κάτω, για να βρεθούν ή να εφευρεθούν ελληνικές ρίζες σε διάφορες δάνειες λέξεις -κι έτσι για τον γάιδαρο βγήκε προέλευση από το «αεί γαρ δέρεται» ενώ για τη μπριζόλα από το «εν πυρί ζέει όλη».

Σήμερα, κάπως έχουμε συμφιλιωθεί με την ιδέα των δανείων, αν και πολλοί δυσφορούν με τη συρροή αγγλικών νεολογισμών, ιδίως όταν θεωρούν πως υπάρχει ή πως θα έπρεπε να βρεθεί αυτόχθονας όρος. Πολύ λίγοι ενοχλούνται από τα ιταλικά, τα λατινικά ή τα γαλλικά δάνεια.

Ωστόσο, οποτεδήποτε γίνει λόγος για τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας, π.χ. αν αναρτηθεί κατάλογος δάνειων από τα τουρκικά, είναι σίγουρο πως θα εκφραστούν έντονες αντιδράσεις από πολλούς σχολιαστές.

Το ξέρω από πρώτο χέρι, επειδή έχω δημοσιεύσει στο ιστολόγιο δυο άρθρα σχετικά με τα δάνεια τουρκικής προέλευσης (πρώτο και δεύτερο άρθρο), το πρώτο από τα οποία έχει αναδημοσιευτεί ευρύτατα -βλέπω λοιπόν πάρα πολλά ενοχλημένα σχόλια.

Οι αντιδράσεις χωρίζονται, σε αδρές γραμμές, σε δυο κατηγορίες:

α. Οι λέξεις αυτές είναι μεν δάνεια, αλλά η απώτερη αρχή τους δεν είναι τουρκική. Είναι αραβικές ή περσικές λέξεις (ή αγγλικές ή γαλλικές ή ιταλικές -οτιδήποτε εκτός από τουρκικές).

β. Οι λέξεις αυτές έχουν απώτερη ελληνική αρχή και οι Τούρκοι τις πήραν από τα αρχαία ελληνικά -άρα ή είναι αντιδάνεια ή σκέτα δάνεια της τουρκικής από τα ελληνικά.

Τόσο η α’ όσο και η β’ άποψη συνοδεύονται συχνά από εξαιρετικά περιφρονητικές τοποθετήσεις για τους Τούρκους και τη γλώσσα τους (δεν είχαν πολιτισμό, ήταν Μογγόλοι που ήρθαν από τη στέπα, τα τουρκικά δεν είναι γλώσσα αλλά συμπίλημα περσικών, αραβικών και ελληνικών λέξεων, οι Τούρκοι δεν είχαν πόλεις και σπίτια, ήταν νομαδικός λαός άρα δεν είχαν δικό τους λεξιλόγιο, δεν είχαν δικό τους αλφάβητο, δεν μπορεί οι μαγειρικοί όροι να έχουν τουρκική προέλευση αφού οι νομάδες έτρωγαν μόνο παστό κρέας πάνω στο άλογο κτλ. κτλ. κτλ.)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ελληνοβαρεμένοι | Με ετικέτα: , , , | 205 Σχόλια »

Μέσα στη μποτίλια

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2019

Καθώς γύριζα χτες το απόγευμα από τη δουλειά έπεσα σε μποτιλιάρισμα και έκανα πάνω από μισάωρο για μια διαδρομή δέκα λεπτών. Κάνουν έργα για το τραμ και σε κάποιο σημείο κοβόταν μισή λωρίδα, και αυτό ήταν η αιτία του κακού.

Μποτιλιάρισμα, λέμε στην καθομιλουμένη. Αν θέλουμε να το πούμε επίσημα, κυκλοφοριακή συμφόρηση. Η εικόνα του μποτιλιαρίσματος, πάντως, είναι πολύ παραστατική: το σώμα της μποτίλιας είναι πλατύ, ο λαιμός της στενός -στην εκροή σημειώνεται συμφόρηση. Πολύ σπάνια θα χρησιμοποιήσουμε τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία, της εμφιάλωσης.

Στα γαλλικά, η μεταφορική σημασία εμφανίζεται ήδη από τα χρόνια του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου, αρχικά σε στρατιωτικά συμφραζόμενα και στη συνέχεια για αυτοκίνητα στο Παρίσι με πολλές αναφορές από τη δεκαετία του 1920. Πότε μπήκε στη γλώσσα μας η λέξη; Ιδέα δεν έχω, αλλά υποθέτω μεταπολεμικά. Τη θυμάμαι πάντως από μικρός.

Τη φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο τη βρήκα κάπου στο Διαδίκτυο, γκουγκλίζοντας -δεν θα είχε νόημα να σας βάλω κουίζ από πού είναι, αφού κάθε μεγαλούπολη μπορεί να παρουσιάσει παρόμοιες εικόνες. Για την ιστορία, πάντως, είναι από τη Τζακάρτα της Ινδονησίας. Παρόμοιες εικόνες σε μικρότερη κλίμακα συναντάμε και στις μικρότερες πόλεις, αλλά μποτιλιαρίσματα σημειώνονται και στους αυτοκινητοδρόμους, μακριά από τα αστικά κέντρα, στη μέση του πουθενά -συχνά ύστερα από δυστύχημα ή όταν γίνονται έργα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αυτοκίνηση, Αυτοκίνητα, Γλωσσικά δάνεια, Ιστορίες λέξεων, Συγκριτικά γλωσσικά, Φυσική | Με ετικέτα: , , , | 122 Σχόλια »

Μεζεδάκια τύπου Αμπέρ

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2019

Συμβαίνει πότε πότε το σαββατιάτικο πολυσυλλεκτικό μας άρθρο με τα στραβά και τ’ ανάποδα, κυρίως γλωσσικά, της περασμένης εβδομάδας, να παίρνει τον τίτλο του από κάποια λιχουδιά της πιατέλας.

Κάτι τέτοιο έχουμε και σήμερα, οπότε αν προβληματιστήκατε τι δουλειά έχει ο Αμπέρ (ή το Αμπέρ) θα σας απαντήσω ότι πρόκειται για ευγενική χορηγία της ΕΡΤ.

Στο νυχτερινό δελτίο ειδήσεων της Πέμπτης, η δημόσια τηλεόραση κάλυψε την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Πειραιά, όπου ο αρχηγός της ΝΔ είχε διάλογο με ταξιτζήδες.

Όπως είπε η δημοσιογράφος (το στιγμιότυπο το ανέβασε εδώ ο φίλος μας ο Στάζιμπος) ο κ. Μητσοτάκης «εξέφρασε τη στήριξή του στον κλάδο και επανέλαβε την αντίθεσή του σε εταιρείες τύπου Αμπέρ».

Αφού μιλήσαμε για ταξιτζήδες, θα καταλάβατε ότι το Αμπέρ δεν είναι μονάδα ηλεκτρισμού όπως το Βολτ και το Βατ αλλά το πώς προφέρει την Uber η δημοσιογράφος της ΕΡΤ, διότι δικό της είναι βέβαια το μαργαριτάρι.

Αν δείτε το δελτίο ειδήσεων, στο σουπεράκι εμφανίζεται σωστά «εταιρείες τύπου Uber», οπότε το φταίξιμο πέφτει στην παρουσιάστρια, που εξέθεσε έτσι το κρατικό κανάλι.

* Μια και το Μπρέξιτ πήρε παράταση, θα δούμε και πολλά ακόμα πνευματώδη μιμίδια για το βελούδινο μεν μακρόσυρτο δε αυτό διαζύγιο.

Τrue ή false λέει η χειρόγραφη απάντηση; Αριστοτεχνικό παράδειγμα μαθητικού hedging, αφού μπορεί να δεχτεί και τις δύο ερμηνείες, αναλόγως ποια συμφέρει.

(Κάτι ανάλογο έκανε κι ο Καραγκιόζης με το ογδομήντα, που ήταν 80 όταν είχε να λαβαίνει και 70 όταν χρωστούσε).

* Παρόλο που ξέρω κάτι λίγα αγγλικά, θεωρώ εκζήτηση και σουσουδισμό να προφέρουμε τα αγγλικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας με αγγλική προφορά. Όταν μιλάμε ελληνικά, τα προφέρουμε ελληνικά και τα γράφουμε με το ελληνικό αλφάβητο. Αν θα μιλήσουμε αγγλικά, έχουμε το πεδίο ελεύθερο να επιδείξουμε την οξφορδιανή προφορά μας για την οποία ήταν περήφανη η κυρία Λίτσα που είχε το φροντιστήριο στην πλατεία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Μηχανική μετάφραση, Τίτλοι | Με ετικέτα: , , , , , , , | 401 Σχόλια »

Αντιζολώτας

Posted by sarant στο 11 Απρίλιος, 2019

Οι περισσότεροι θα έχετε ακούσει κάτι για τις δυο ομιλίες του Ξενοφώντα Ζολώτα στις οποίες μίλησε αγγλικά χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά λέξεις ελληνικής προέλευσης. Ίσως να μην τις θυμάστε, ίσως να μην ξέρετε πότε τις εκφώνησε, αλλά θα τις έχετε σίγουρα ακουστά.

Για ένα γλωσσικό ιστολόγιο, θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη να μην έχουμε ασχοληθεί με τις ομιλίες αυτές. Φυσικά, έχουμε βάλει σχετικό άρθρο, και μάλιστα πριν από εννιά χρόνια. Τα παλιά άρθρα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον συνηθίζω να τα αναδημοσιεύω, αλλά αυτό ειδικά δεν το έχω ξαναβάλει. Σήμερα θα επισκεφτούμε ξανά το ίδιο θέμα αλλά από μιαν άλλη σκοπιά.

Οι δυο ομιλίες του Ζολώτα, έτσι κι αλλιώς, επανέρχονται συχνά στην (καφενειακή) συζήτηση περί τα γλωσσικά. Όχι για να επαινεθεί ο οίστρος ενός κοφτερού μυαλού, που διάλεξε αυτόν τον τρόπο για να ξυπνήσει τα φιλελληνικά αισθήματα των ισχυρών της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά, δυστυχώς, για να υποστηριχτούν αντιεπιστημονικές αγλωσσολόγητες θέσεις για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας. Πολύ πρόσφατα, σε ένα εντυπωσιακά βλακώδες άρθρο του in.gr διαβάσαμε μάλιστα  για τη «μαγική ομιλία» του Ζολώτα.

Αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ο χαρακτηρισμός «μαγική» δεν είναι και τόσο άστοχος, αφού εκφράζει σωστά τη σχέση των περισσότερων ελληνοβαρεμένων με την ελληνική γλώσσα γενικά και με την ομιλία αυτή ειδικότερα. Θεωρούν τα αρχαία ελληνικά σαν είδος ξόρκι, όπως οι παλιοί Ποσειδωνιάτες, και ανοίγουν διάπλατα το στόμα και στην παραμικρή αρχαιοελληνικούρα, όσο ασύνταχτη ή ακατανόητη κι αν είναι.

Με την ομιλία Ζολώτα, η μαγεία πιάνει και για τα ελληνογενή αγγλικά. Πολύ χαρακτηριστικά, από το κείμενο της δεύτερης ομιλίας που διακινούν οι διάφοροι ελληνοβαρεμένοι λείπουν μια καίρια λέξη και μάλιστα στην αρχή.

Πράγματι, στο παραπάνω ανόητο άρθρο του in.gr όπως και σε πολλούς άλλους ιστότοπους θα βρείτε τη φράση: ….that we should agonize the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

Αυτό δεν βγάζει νόημα, βέβαια. Λείπει μια λέξη: …that we should agonize between the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

Aυτή την έλλειψη του κειμένου τόσον καιρό κανείς δεν την έχει πάρει χαμπάρι -και δεν την έχει πάρει χαμπάρι διότι όσοι το διάβασαν δεν προσδοκούσαν να βγάλουν νόημα αλλά αρκούνταν στο να νανουρίζονται ακούγοντας λέξεις που μοιάζουν αρχαίες ελληνικές.

Οι ομιλίες Ζολώτα είναι γραμμένες με αγγλικές λέξεις αλλά πολύ αμφιβάλλω αν είναι κατανοητές από μη ελληνομαθείς Άγγλους φυσικούς ομιλητές. Ο λόγος είναι ότι, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του, δηλ. να χρησιμοποιήσει μόνο λέξεις ελληνικής προέλευσης με εξαίρεση ορισμένα άρθρα, συνδέσμους, επιρρήματα και βοηθητικά ρήματα, ο Ζολώτας αναγκάστηκε να ρίξει τα δίχτυα του στα πολύ βαθιά νερά της αγγλικής γλώσσας -και θα ξέρετε βέβαια ότι στις αβύσσους κατοικούν όντα που μας φαίνονται τερατόμορφα.

Για να το δούμε αυτό, ας πάρουμε την πρώτη-πρώτη ημιπερίοδο της πρώτης ομιλίας:

Kyrie, I eulogize the archons of the Panethnic Numismatic Thesaurus and the Ecumenical Trapeza

To Kyrie είναι σύντομη μορφή του Kyrie eleison και χρησιμοποιείται μόνο σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα για ένα κομμάτι της θείας λειτουργίας. Η λέξη archon χρησιμοποιείται κυρίως για τους επώνυμους άρχοντες της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη panethnic που υποτίθεται ότι σημαίνει International δεν υπάρχει στο OED, το μεγαλύτερο λεξικό της αγγλικής γλώσσας -και δεν είναι σημασιολογικά διαφανής για έναν Αγγλοσάξονα. Το numismatic υπάρχει βέβαια, αλλά αναφέρεται κυρίως στη συλλογή νομισμάτων σαν χόμπι και όχι στη νομισματική πολιτική. Η βασική σημασία της λέξης thesaurus είναι στη λεξικογραφία για ένα ειδικό είδος λεξικού όπου τα λήμματα ομαδοποιούνται κατά θεματικές ενότητες, σαν το Roget’s Thesaurus ενώ στην πληροφορική σημαίνει μια ιεραρχημένη λίστα από λέξεις-κλειδιά. Ο μορφωμένος Βρετανός μόνο αυτές τις σημασίες ξέρει, αν τις ξέρει. Σε καμιά περίπτωση δεν χρησιμοποιείται η λέξη για χρήματα και ταμεία. Τέλος, η λέξη Trapeza δεν υπάρχει, ούτε αυτή, στο OED. Υπάρχει η λέξη trapeze, που όμως είναι η δοκός των ακροβατών με τα σκοινιά που κρέμεται από την οροφή του τσίρκου.

Επομένως, τις ομιλίες του Ζολώτα αξίζει να τις δούμε μόνο σαν παιχνίδι με τις λέξεις, αφού είναι κατανοητές μόνο από λίγους αγγλομαθείς Έλληνες.

Αν τα κείμενα του Ζολώτα τα δούμε σαν γλωσσική άσκηση, είναι απολαυστικά· αν θελήσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα, φοβάμαι πως θα πέσουμε έξω. Για να φέρω ένα αντιπαράδειγμα: εξαιρετική γλωσσική άσκηση από ένα πολύ κοφτερό μυαλό είναι τα κείμενα του Ζορζ Περέκ, ο οποίος κατάφερε (το θηρίο!) να γράψει κοτζάμ μυθιστόρημα εκατοντάδων σελίδων (La disparition) χωρίς να χρησιμοποιήσει ούτε μία φορά το συχνότερο γράμμα της γαλλικής γλώσσας, το e! Μένουμε έκθαμβοι για το κατόρθωμα, αλλά τάχα στέκει να συμπεράνουμε απ’ αυτό πως το γράμμα e είναι περιττό στα γαλλικά;

Έπειτα, το όντως μεγάλο ποσοστό ελληνογενών λέξεων της αγγλικής γλώσσας είναι ελαφρώς παραπλανητικό με την έννοια ότι οι περισσότερες από τις λέξεις αυτές είναι σπάνιες. Με μια στατιστική που είχα κάνει, και που ίσως την παρουσιάσω κάποτε, καμιά από τις 100 συχνότερες λέξεις της αγγλικής γλώσσας δεν είναι ελληνικής αρχής. Αν πάμε στις 1000 συχνότερες, βρίσκουμε περί τις 48 ελληνογενείς λέξεις.

Κι έπειτα, υπάρχει και η αντίθετη όψη του νομίσματος· μπορεί η ελληνική να έχει μπολιάσει τις γλώσσες όλου του κόσμου (και ιδίως τις ευρωπαϊκές) με πλήθος λέξεις, έχει όμως κι αυτή μπολιαστεί με τη σειρά της, κάτι που καμιά φορά το ξεχνάμε. Διασκεδαστικό βρίσκω ένα εγχείρημα παρόμοιο με του Ζολώτα αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, από τον γνωστό συγγραφέα Νίκο Δήμου, που το ξεσηκώνω από το Ειρωνικό νεοελληνικό λεξικό του:

Έλληνας (ο από 3.000 ετών): Ο τυπικός Ρωμιός είναι λεβέντης, μερακλής, τσίφτης, ασίκης, χουβαρντάς, ντόμπρος, μάγκας, βλάμης, μπεσαλής και καπάτσος. Καμιά φορά τεμπέλης, το ρίχνει στο χουζούρι και στο ραχάτι – μαχμουρλής, στο ντιβάνι, κοιτάει το ταβάνι. Του αρέσει ο παράς, το μπαξίσι, το κέφι και το γλέντι. Άμα τον πιάσει ο σεβντάς ή ο νταλγκάς για καμιά νταρντάνα, γίνεται νταής (μπελάς, ο γρουσούζης!) και άμα τον χτυπήσει ντέρτι και σεκλέτι, γίνεται μπεκρής και τον πονάει ο ντουνιάς.

Όπως επισημαίνει ο Ν. Δήμου, όλα τα ουσιαστικά και τα επίθετα του κειμένου (εκτός από το «τυπικός» και το «καμιά φορά», προσθέτω εγώ) είναι ξένα δάνεια. Είκοσι πέντε τουρκικά, τρία αλβανικά, δύο ιταλικά και ένα σλαβικό.

Θα αντιτείνετε ίσως ότι στο κείμενο του Δήμου τα ρήματα είναι ελληνοπρεπή –και θα συμφωνήσω. Πράγματι, τα ελληνικά δεν έχουν δανειστεί πολλά ρήματα, πράγμα που εξηγείται από τη δομή της γλώσσας· ωστόσο, εύκολα μπορούμε να κάνουμε ακόμα πιο ξενικό το κείμενο, αλλάζοντας λογουχάρη το «του αρέσει» με το ιταλοφερμένο «γουστάρει», ή το «κοιτάζει» με το τουρκοφερμένο «χαζεύει» αν και για να αντικατασταθούν όλες οι αυτόχθονες λέξεις θα πρέπει μάλλον να ανατρέξουμε σε μικρασιατικά ή σε παλιά επτανησιακά ιδιώματα, όπου υπάρχουν άφθονα δάνεια ρήματα, από τα τουρκικά και τα ενετικά αντιστοίχως. Από την άλλη πλευρά, το κείμενο του Νίκου Δήμου είναι –θα συμφωνήσετε, πιστεύω– εντελώς κατανοητό από οποιονδήποτε Έλληνα το διαβάσει και όλες οι λέξεις που χρησιμοποιεί υπάρχουν στην κοινή χρήση και στα κοινά λεξικά, π.χ. στο ΛΚΝ.

Πρόσφατα, στην ομάδα Υπογλώσσια, ο Χρήστος Μασμανίδης, που έχει μάτι που κόβει και μεγάλο ενδιαφέρον για τη γλώσσα αν και δεν έχει κάνει ειδικές σπουδές, έφτιαξε ένα ακόμα εκτενέστερο κείμενο. Παρά τον τίτλο που δίνω στο άρθρο, δηλαδή Αντιζολώτας, πρέπει να πω ότι ο Χρ.Μ. δεν διεκδίκησε τέτοιες δάφνες, ούτε καν  παρουσίασε το κείμενό του ως απάντηση στις ομιλίες Ζολώτα. Εγώ σκέφτηκα να βάλω τον τίτλο αυτό, και τον εννοώ αντίστροφα και όχι αντίθετα.

Το αντίστροφο λοιπόν λεκτικό παιχνίδι του Χρήστου Μασμανίδη:

Μιλώ …ελληνικά!

Έκανα μπάνιο, φόρεσα κάλτσες, παπούτσια, φόρμες και το σπορ μπουφάν.
Πήρα απ’ το ντουλάπι της κουζίνας το μπρίκι, έψησα καφέ και ήπια δυο τζούρες.
Σερφάρισα στο λάπτοπ και μετά σκούπισα τη μοκέτα κι έκανα φασίνα στο παρκέ. Άνοιξα την πόρτα κι έκανα και τις σκάλες.

Πήγα στον μανάβη και ψώνισα ντομάτες, πατάτες, μελιτζάνες και μπρόκολα, στο χασάπη μπριζόλες και κιμά. Είχε μποτιλιάρισμα. Από τα κορναρίσματα και τη φασαρία τα πήρα στο φουλ.

Γύρισα στο μαγαζί και σκούπισα το μπαρ και τα μπουκάλια στα ράφια, τα κάδρα και τα σποτάκια. Δυο τακίμια κουβέντιαζαν ενώ έξω σηκώθηκε μπουρίνι, οχτώ μποφώρ. Μάζεψα την τεντα. Σενιάρισα πολυθρόνες, σκαμπό, καρέκλες, ρεσώ, τασάκια και με Άζαξ εκανα τα τζάμια. Τότε αριβάρησε φουριόζα η γκόμενα του ενός από τ’ αλάνια και τον μπινελίκωσε: «Είσαι μπεκρής, μπερμπάντης και χαραμοφάης!» Έγινε σαματάς και τζερτζελές. Αυτή του έσκισε την μπλούζα κι αυτός της χαλασε το φερμουάρ απο το παντελόνι. Τότε εκείνη του έριξε μερικές με την τσάντα και καναδυό ομπρελιές. Στο φινάλε όμως καλμαρισαν και ήπιαν μπίρες.

Μετά ήρθε ένας μάστορας κι ένας ντεκορατέρ με ένα πλάνο για το ντιζάιν του μαγαζιού. Είχε γούστο το κόνσεπτ, αλλά τελικά μπλοκάρισα το πρότζεκτ επειδή ήταν μεγάλο το μπάτζετ.

Ο μάστορας μου εκανε κατι τζιριτζάντζουλες αλλά τον τουμπέκιασα και του’πα να αμπαλάρει πάλι τα κατσαβίδια, τις τανάλιες, τις πένσες, τα σκαρπέλα και τα ρέστα. Τα έβαλε στο βαλιτσάκι του και είπε αντίο.

Το μεσημέρι χλαπάκιασα ντολμαδάκια και ρούφηξα μια μποτίλια τσίπουρο.

Μετά έκανα ζάπινγκ στα κανάλια, στον καναπέ, και αφού μπούχτισα την έπεσα στο ντιβάνι με μια κουβέρτα.
Κοιμήθηκα λίγο. Μετά πήγα στο μπανιο και έκανα ντουζ. Σκουπίστηκα με την πετσέτα, έβαλα κρέμες και κολόνιες, φορεσα κουστούμι, γραβάτα, γιλέκο και μοντέρνα, στυλάτα μανικετόκουμπα.

Τράβηξα την κουρτίνα και βγήκα στο μπαλκόνι. Ακούμπησα στα κάγκελα και χάζευα τον δρόμο. Κιαλάρησα δυο τσούπες με δυο μάγκες στο σοκάκι που σουλατσάρανε στο καλντερίμι.

Πήγα στο ραντεβού στρεσαρισμένος. Πρώτα καφετέρια και μετά σινεμά.

Το νεο μου φλερτ είχε στυλ και χιούμορ με γουστόζικες ατάκες και φινέτσα. Μετά το σινεμά πήγαμε στο κλαμπ και ήπιαμε κονιακ καπνίζοντας εγώ πούρο κι εκείνη τσιγάρα. Είχε λιγο ντουμάνι αλλά τα ντεσιμπέλ με εξιτάρανε και ανεβήκαμε στην πίστα. Κάναμε σπέσιαλ φιγούρες σε ρυθμούς λάτιν.

Καταλήξαμε σ’ ενα μοτέλ. Ο μπαγάσας ο ρεσεψιονίστας μας μπάνιζε σαν ρουφιάνος. Ανεβηκαμε στη σουίτα με το ασανσέρ,

Εμεινα εγώ με το σλιπ και αυτή με το στριγκ. Έπαθα αμόκ,  τα ‘σκισα και κάναμε σεξ.

Περίπου 400 λέξεις από τις οποίες όλα τα ουσιαστικά και τα περισσότερα επίθετα είναι ξένα δάνεια, όπως και λιγοστά ρήματα. Υπάρχουν μερικά αντιδάνεια, βέβαια, αλλά κι αυτά δάνεια είναι. Κάποιες λέξεις είναι της αργκό, αλλά καμιά δεν είναι πολύ δυσνόητη -ο Χρ.Μ. είχε κάπου «ζάντζες», που είναι ιδιωματικό της Δυτικής Ελλάδας, και το άλλαξα σε «τζιριτζάντζουλες». Πρόσθεσα επίσης κάμποσα δικά μου -ελπίζω να μην το παράκανα. Πάντως είναι αρκετά εύκολο να προσθέσουμε κι άλλα ξενόφερτα ουσιαστικά: φαγητά, σύνεργα και έπιπλα, είδη ένδυσης και υπόδησης.

Θα παραδεχτώ ότι το κείμενο του Μασμανίδη μιλάει για πεζά και ευτελή πράγματα της καθημερινότητας, ενώ του Ζολώτα κινείται στις υψηλές σφαίρες της οικονομίας.

Από την άλλη, το κείμενο του Μασμανίδη το καταλαβαίνουν σχεδόν όλοι οι ενήλικοι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής -ενώ τις ομιλίες του Ζολώτα σχεδόν κανείς φυσικός ομιλητής της αγγλικής. Κάτι είναι κι αυτό.

 

Posted in Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Οι λέξεις ταξιδεύουν: μιλώντας για τη γλώσσα σε μαθητές

Posted by sarant στο 20 Φεβρουαρίου, 2019

Ως τώρα έχω δώσει αρκετές διαλέξεις για γλωσσικά ή μεταφραστικά θέματα, κάποιες σε φοιτητές ή μεταπτυχιακούς και τις περισσότερες σε κοινό μεγαλύτερης ηλικίας. Όμως την περασμένη Δευτέρα, στις 11 του μήνα, με κάλεσαν να μιλήσω σε μαθητές: το ελληνικό τμήμα του Ευρωπαϊκού Σχολείου Λουξεμβούργου θα γιόρταζε την Παγκόσμια Ημέρα της Ελληνικής Γλώσσας και οι καθηγητές μου έκαναν την τιμή να με καλέσουν να μιλήσω ως τελευταίος ομιλητής στη δίωρη εκδήλωση.

Στην εκδήλωση ειχαν έρθει και επίσημοι, μίλησε (για λίγο) ο διευθυντής του σχολείου, ύστερα ο πρέσβης της Ελλάδας που επανέλαβε, φευ, την ανακοίνωση του υφυπουργού Τ.Κουίκ, ο Έντουαρντ Βόλτερ, λουξεμβουργιανός πρόεδρος των «Φίλων της Ελλάδας», που μάλιστα μίλησε κι αυτός ελληνικά, κι ύστερα τα παιδιά έκαναν ένα παιχνίδι παρουσιάζοντας ελληνικές λέξεις που έχουν περάσει στις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Επειδή θα μιλούσα σε νεανικό κοινό, συνόδεψα την ομιλία με αρκετές διαφάνειες. Εδώ δεν τις αναδημοσιεύω όλες διότι θα βάραινε πολύ το άρθρο, παρά μόνο στα σημεία όπου υπάρχει σαφής νύξη στο κείμενο. Επίσης, ως συνήθως, δημοσιεύω το γραπτό κείμενο που είχα ετοιμάσει, αν και σε ορισμένα σημεία στην ομιλία μου είπα και πράγματα εκτός κειμένου.

Όπως συχνά συμβαίνει, οι τακτικοί αναγνώστες θα έχουν ξαναδιαβάσει τα περισσότερα  απ’ όσα ανέφερα. Τα παιδιά νομίζω πως δεν βαρέθηκαν, πάντως.

Οι λέξεις ταξιδεύουν: δάνεια και αντιδάνεια στην ελληνική γλώσσα

Καλημέρα σας. Ξεκινώντας θα ήθελα να ευχαριστήσω το Ευρωπαϊκό Σχολείο Λουξεμβούργου για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει να μιλήσω εδώ σήμερα με την ευκαιρία της Διεθνούς ημέρας της ελληνικής γλώσσας· ευχαριστώ ιδιαίτερα την Κατερίνα Μπρεντάνου και τη Διονυσία Ψυχογιού που μαζί κάναμε τις συνεννοήσεις.

Θα μιλήσουμε λοιπόν για τη γλώσσα. Ζούμε όλοι μας στο Λουξεμβούργο, κάποιοι από εσάς έχετε γεννηθεί και εδώ. Κάτι που ίσως δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει όλοι μας, είναι ότι το Λουξεμβούργο έχει μια μοναδική ιδιότητα, όσον αφορά τη γλώσσα πάντοτε: είναι χώρα πολύγλωσση, αλλά από μια άποψη είναι η μοναδική πολύγλωσση χώρα της Ευρώπης, δηλαδή η μοναδική χώρα με πολύγλωσσους κατοίκους. Το γειτονικό μας Βέλγιο όπως και η Ελβετία είναι επίσης πολύγλωσσες χώρες, με την έννοια ότι έχουν δύο και τρεις επίσημες γλώσσες, όμως στην πραγματικότητα αποτελούνται από επιμέρους μονόγλωσσες περιοχές, ενώ οι κάτοικοι του Λουξεμβούργου είναι πραγματικά πολύγλωσσοι, σε όλη την έκταση της χώρας, μιλούν και τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας, λουξεμβουργιανά, γαλλικά και γερμανικά. Επίσης, το Λουξεμβούργο, επειδή είναι έδρα πολλών υπηρεσιών της ΕΕ έχει κατά πάσα πιθανότητα το μεγαλύτερο ποσοστό μεταφραστών ανάμεσα στους κατοίκους του. Γι’ αυτό δίκαια θα μπορούσε να χαρακτηριστεί Ευρωπαϊκή Πρωτεύουσα της Πολυγλωσσίας.

Τι σημαίνει όμως Λουξεμβούργο; Luxembourg, αυτό το λουξ- κάτι μας θυμίζει. Μήπως από το φως; Δεν ξέρω αν το ξέρετε, lux στα λατινικά είναι το φως, ex oriente lux, εξ ανατολών το φως.

Ή μήπως είναι από την πολυτέλεια; Λέμε ότι τα είδη πολυτελείας είναι είδη λουξ. Στην πραγματικότητα, αυτές οι δυο έννοιες συνδέονται μεταξύ τους διότι το lux της πολυτέλειας ανάγεται στο λατινικό luxus = λαμπρός.

Όχι, το Λουξεμβούργο δεν πήρε το όνομά του ούτε από την πολυτέλεια ούτε από το φως. Η μορφή του ονόματος παραπέμπει βέβαια στην πολυτέλεια ή στο φως, αλλά αυτό είναι παραπλανητικό –να θυμίσουμε ότι στα λουξεμβουργιανά το λένε Letzebuerg. Το όνομα ανάγεται σε ένα κάστρο, πάνω στο βράχο του Μποκ, που το έχτισε ο κόμης Sigefroi το 963, Σιγεφρείδο θα τον λέγαμε ίσως, και που αρχικά ονομαζόταν Lucilinburhuc. Και στο μεν δεύτερο συνθετικό του ονόματος πολλοί θα αναγνωρίσουν το –burg, και σωστά, αλλά στο πρώτο πιο δύσκολα θα φανεί το παλαιογερμανικό luzel που οδήγησε, μεταξύ άλλων, στο σημερινό αγγλικό little. Μικρό, επομένως, το Λουξεμβούργο, που αν θέλαμε να το εξελληνίσουμε θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε Καστράκι. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αντιδάνεια, Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Εκδηλώσεις, Λουξεμβούργο | Με ετικέτα: , , , , , , | 191 Σχόλια »