Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά δάνεια’ Category

Υπογλώσσια σφηνάκια Νο 5

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2022

Υπογλώσσια είναι τα φάρμακα που παίρνουμε για την καρδιά, για να μην πάθουμε καρδιακή προσβολή (επειδή μας διαβάζει κι η μαμά μου διευκρινίζω πως ο πληθυντικός είναι της περιγραφής, όχι πραγματικός). Ακόμα, ένα κλισέ σε κάποιους αντρικούς ή αθλητικούς ιστότοπους, όταν βγάζουν καμιά με μπικίνι, είναι «ετοιμάστε τα υπογλώσσια».

Υπογλώσσια όμως είναι και μια ομάδα γλωσσικών ενδιαφερόντων στο Φέισμπουκ, που φτιάχτηκε στα τέλη του 2017 και στην οποία συμμετέχω.

Σφηνάκια είναι βέβαια οι μικρές δόσεις ποτού, όμως έτσι έχω αποκαλέσει και τα σύντομα άρθρα. Με τη διαφορά ότι σπανίως βάζω σύντομα άρθρα, οπότε δεν θα το θυμάστε. Στα Υπογλώσσια ομως γράφω πότε-πότε σύντομα σημειώματα, που δεν βολεύει πάντοτε να τα εντάξω σε κάποιο άρθρο.

Κι έτσι, το σημερινό άρθρο είναι μια συλλογή από μικρά κείμενά μου από τα Υπογλώσσια, με γλωσσικό δηλαδή ενδιαφέρον, που δεν (θυμάμαι να) τα έχω δημοσιεύσει εδώ στο ιστολόγιο. Κάποια άλλα σχόλια που κάνω εκεί, τα μεταφέρω στα σαββατιάτικα μεζεδάκια, αλλά αυτά εδώ δεν θυμάμαι να τα έχω μεταφέρει σε μεζεδοάρθρα μας, οπότε δεν θα τα έχετε δει, εκτός αν συμμετέχετε και στα Υπογλώσσια. Τα σφηνάκια μοιάζουν αρκετά με τα μεζεδάκια, αλλά διαφέρουν κιόλας σε κάποια σημεία.

Με αυτόν τον τυποποιημένο πρόλογο έχω ήδη δημοσιεύσει τέσσερα άρθρα στο ιστολόγιο, ένα τον Φλεβάρη του 2019, άλλο ένα τον Οκτώβριο του 2019, το τρίτο τον Μάιο του 2020 και το τέταρτο τον Σεπτέμβριο του 2020. Τελειώνοντας εκείνο το παλιό άρθρο είχα υποσχεθεί (ή απειλήσει) ότι Σε τρία τέρμινα, που θα έχω μαζέψει κι αλλα, θα σερβίρω άλλον έναν γύρο! Σημερα λοιπόν δημοσιεύω το πέμπτο άρθρο της σειράς αυτής. ‘Εχω επικαιροποιήσει κάποια στοιχεία και κάνω και προσθήκες σε αγκύλες ή όχι.

Θα μου πείτε, πέρασαν δυο χρόνια από την προηγούμενη δημοσίευση. Δίκιο έχετε, το είχα αμελήσει. Οπότε, υπόσχομαι το έκτο άρθρο με σφηνάκια να μην αργήσει τόσο.

* Λανσάρω στα ελληνικά

Σε πρόσφατη ανάρτηση, ο διαχειριστοκράτωρ μας [ο Θανάσης Αναγνωστόπουλος] ζήτησε ιδέες για να αποδοθεί «στα ελληνικά ελληνικά» η φράση «λανσάρω ένα προϊόν» δηλ. ζήτησε έναν μονολεκτικό αυτόχθονα όρο για το ρήμα «λανσάρω» και πρότεινε το «καθελκύω» που δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από την ομηγυρη.

Αλλά ούτε κάποια άλλη πρόταση φάνηκε πειστική παρά το ότι διατυπώθηκαν πολλές προτάσεις. Όμως το «λανσάρω» δεν είναι μόνο «προωθω», δεν είναι μόνο «κυκλοφορώ». Είναι κάτι που συνδυάζει και τις δύο έννοιες (και όχι μόνο), πράγμα που μας δείχνει ξεκάθαρα ότι το συγκεκριμένο δάνειο πλούτισε την ελληνική γλώσσα.

Και τα περισσότερα δάνεια έτσι λειτουργούν, είναι πηγη πλούτου για τη γλώσσα που τα δέχεται. Γι’ αυτό άλλωστε και η γλώσσα με το πλουσιότερο λεξιλόγιο, η αγγλική, ποτέ δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς, τόσο από το ελληνικό, όσο και από το λατινικό, το γαλλικό ή το γερμανικό ταμείο. Το καλό αρνί βυζαίνει δυο μανάδες, λέει η παροιμία, κι έτσι ο Άγγλος μπορεί να πει και ethnic και national.

Eμείς πάλι, εννοώ τη νέα ελληνική, έχουμε χάσει τη δυνατότητα για λόγιο δανεισμό από το λατινικό ταμείο. Παλιότερες γλωσσικές ποικιλίες της ελληνικής την είχαν αυτή τη δυνατότητα -και ο Πορφυρογέννητος έγραφε π.χ. «τος ρχοντας το τάγματος τν ξσκουβίτων, οον τοποτηρητς, σκρίβωνας, τν χαρτουλάριον, δρακοναρίους, σκευοφόρους, σιγνοφόρους, σενάτορας, πρωτομανδάτορας κα μανδάτορας». Όμως σήμερα, σχεδόν μόνο λαϊκός δανεισμός υπάρχει, στη λόγια γλώσσα έχουμε πιο πολύ μεταφραστικά δάνεια. Και ακόμα κι όταν δανειστούμε μια λόγια λέξη, δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε σύνθετα και παράγωγά της. Οι βυζαντινοί δεν είχαν πρόβλημα να πλάσουν το θαυμάσιο υβρίδιο «σιγνοφόρος» (λατινογενές το πρώτο συνθετικό, σίγνον η σημαία), έπλαθαν τη λέξη και πήγαιναν να διοικήσουν την αυτοκρατορία τους.

* Γιαούρτι ελληνικού τύπου ονόματι Οίκος, με ελληνικά γράμματα, πεζά για να φαίνεται η διαφορά, και με μια σιρκονφλεξοειδή περισπωμένη να χαρούν λίγο οι παρ’ ημίν πολυτονιάται.

[Θα άξιζε ακόμα και άρθρο για τα ελληνοφανή γιαούρτια που κυκλοφορούν στην Εσπερία. Η Νεστλέ έχει το Yaos, με την ελληνική κατάληξη -os και με κυκλαδικές εκκλησίες πάνω στη συσκευασία]

* Τι είναι ο ήμελλος;

Ο Στέφανος Ήμελλος είναι ακαδημαϊκός (=μέλος της Ακαδημίας Αθηνών) με έργο κυρίως λαογραφικό. Ο ηθοποιός Δημήτρης Ήμελλος ίσως είναι συγγενής του, πιθανώς γιος του. Το σπάνιο επώνυμο Ήμελλος εντοπίζεται στη Νάξο.

Τα επώνυμα τα ορθογραφούμε με μεγάλο βαθμό ελευθερίας διότι «μας ανήκουν». Έτσι κάποιος μπορεί να επιλέξει να γράφεται Ζαββός για να ξεχωρίσει από τον ζαβό και κάποιος να κρατήσει τη γραφή Καμμένος ακόμα κι αν ξέρει ότι η σχολική ορθογραφία τη μετοχή τη γράφει «καμένος». Το επώνυμο Πικραμμένος ίσως γράφτηκε έτσι για να διαφοροποιηθεί από τη μετοχή, και φυσικά δεν θα το θεωρήσουμε ανορθόγραφο, ενώ θα θεωρήσουμε ανορθόγραφη τη μετοχή, αν κάποιος γράψει «η καρδιά μου είναι πικραμμένη».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Μηχανική μετάφραση, Σφηνάκια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 157 Σχόλια »

Το κερεβίζι της οργής

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2022

Μπορεί να έχετε μιαν αγνωστη λέξη στον τίτλο, αν και οι Κρητικοί ίσως την ξέρουν -στα σχόλια θα μου πείτε αν ξέρετε τι είναι το κερεβίζι, αλλά αν δεν ξέρετε δεν θα σας το κρατήσω μυστικό: είναι το σέλινο.

Τη λέξη την είχαμε συναντήσει σε ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, τότε που παρουσιάσαμε το λεξικό του φίλου μας του Βασίλη Ορφανού για τις λέξεις τουρκικής προέλευσης που υπάρχουν στο κρητικό ιδίωμα.

Γράφει στο λεξικό του ο Ορφανός:

κερεβίζι, το [t∫erevízi] (Παπ., Πάγκ., Πιτ., Ξανθιν., Γαρ., Ροδ., Ιδομ., Αποστ., Τσιρ., Κριτσ., Κασσ.) : το φυτό Apium graveolens, κοινώς σέλινο. Αστείο δίστιχο: «– Ίντα ψήνεις και μυρίζει; – Κεντανέ και κερεβίζι {= πράσα με σέλινο}» (Πιτ.).
[< kereviz (Παπ.)] (كرويز ٬ كرفس )
{Ο Ιδομενέως και ο Αποστολάκης έχουν τη γραφή: κερεβύζι. Στα λεξικά η λ. κερεβίζι φαίνεται να χρησιμοποιείται μόνο στο παραπάνω δίστιχο, αλλά εγώ την άκουγα από τον πατέρα
μου (1904-1995) ως κανονική λ. για το σέλινο.}

Eγώ πάλι τη λέξη «κερεβίζι» την έμαθα ως φοιτητής, από μια καλή φίλη, Κρητικιά, που μου διηγόταν ότι, μόλις είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα, σε ηλικία 12 χρονών, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, και την έστειλαν στο μανάβικο της γειτονιάς για ν’ αγοράσει κερεβίζι, που φυσικά ο μανάβης δεν το ήξερε -αλλά ένας πελάτης, από την Πόλη, τους βοήθησε να συνεννοηθούν.

Στο γκουγκλ θα βρείτε το κερεβίζι κυρίως σε συνταγές πρασόρυζου, ακριβώς χάρη στο αστείο δίστιχο που λέει για τον «κεντανέ με κερεβίζι» (ας πούμε εδώ).

Τώρα, το λαχανικό της φωτογραφίας, που το πήρα από το λήμμα kereviz της τουρκικής βικιπαίδειας, είναι σέλινο με ρίζα, ενώ συνήθως στο σουπερμάρκετ βρίσκουμε το σέλινο σε ματσάκια, μόνο τα φύλλα. Υπάρχει και το άλλο είδος, ποικιλία κι αυτό του Apium graveolens, του εύστοχα ονομασμένου «βαρύοσμου» σέλινου, που το λέμε στα ελληνικά «σέλερι» και συνεννοούμαστε. Αλλιώς, θα το πούμε κι αυτό σέλινο και μπορεί να μη συνεννοηθούμε.

Άρθρο για το σέλινο (και για το σέλερι) θα βάλω κάποτε, έχει αρκετό ενδιαφέρον, αλλά όχι σήμερα. Σήμερα θα μιλήσουμε για το κερεβίζι. Το κερεβίζι, όπως είπα, της οργής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , , | 129 Σχόλια »

Εμπαθείς συκοφάντες απολογούνται

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2022

Η φράση του τίτλου θα μπορούσε να προέρχεται από δικαστηριακό ρεπορτάζ -κάποιοι μηνύθηκαν για συκοφαντική δυσφήμηση, η υπόθεση έφτασε στο δικαστήριο και τώρα η δίκη έφτασε στη φάση της απολογίας των κατηγορουμένων. Βέβαια, ο ρεπόρτερ θα ήταν προκατειλημμένος, αφού αφενός χαρακτηρίζει τους κατηγορούμενους και αφετέρου τους θεωρεί συκοφάντες ήδη πριν καταδικαστούν.

Αλλά βέβαια η φράση του τίτλου είναι φτιαχτή και οι τρεις της λέξεις επίτηδες διαλεγμένες, με μια κοινή ιδιότητα, που θα την έχετε ίσως μαντέψει. Και οι τρεις λέξεις έχουν μεταφερθεί στα αγγλικά, όπου όμως η σημασία τους έχει αλλάξει, είναι αρκετά ή τελείως διαφορετική από την νεοελληνική σημασία.

Φυσικά, την αφορμή την πήρα από την προχτεσινή εμφάνιση του πρωθυπουργού στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο Στρασβούργο. Μια θλιβερή εμφάνιση, πρέπει να πω, αφενός διότι η ομιλία του ήταν διχαστική, και αναπόφευκτα προκάλεσε απαντήσεις από ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και αφετέρου διότι δεν μπόρεσε να δώσει πειστικές απαντήσεις στις κριτικές που ακούστηκαν από εκπροσώπους πολιτικών ομάδων. Αλλά εδώ δεν θα σταθώ στην ουσία παρά σε μια παρωνυχίδα της προχτεσινής παρουσίας. Θα μπορούσα να την περάσω και ως μεζεδάκι το Σάββατο αλλά ήθελα τη γενίκευση του θέματος.

Λοιπόν, απαντώντας σε ευρωβουλευτές που τον κατηγορούσαν για την κακή κατάσταση της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα, ο κ. Μητσοτάκης έδειξε δυο πρωτοσέλιδα εφημερίδων, της Δημοκρατίας και της Αυγής, που του εκαναν κριτική. Και πάλι νιώθω τον πειρασμό να σχολιάσω επί της ουσίας: δηλαδή, θεωρείται ένδειξη ελευθεροτυπίας το ότι υπάρχουν εφημερίδες που μπορούν να κάνουν κριτική στον πρωθυπουργό; Μα, αυτό θα το έλεγε μόνο ο Ερντογάν ή ίσως και ο Όρμπαν! Αντιστέκομαι όμως (όχι εντελώς) στον πειρασμό και προχωράω.

Λοιπόν, περιγράφοντας τα πρωτοσέλιδα, ο πρωθυπουργός είπε στα αγγλικά: «they accuse me of being a liar, a sycophant». Μπορείτε να το δείτε στο βίντεο εδώ, στο 15.40, αλλά το λινκ θα είναι ενεργό μόνο μέχρι τις 12/7.

Αλλά στα αγγλικά sycophant δεν είναι ο συκοφάντης, είναι ο κόλακας, ο τσανακογλείφτης! Ο συκοφάντης είναι slanderer. Μπορούμε να το πούμε και calumniator ή defamer, αλλά πάντως όχι sycophant.

Το πρωθυπουργικό μαργαριτάρι το επισήμανα στο Τουίτερ, όπου έγινε αρκετή συζήτηση. Κάποιοι οπαδοί του πρωθυπουργού, όχι πολλοί ευτυχώς, προσπάθησαν να βγάλουν σωστή τη χρήση του όρου από τον πρωθυπουργό, και ένας από αυτούς μου έστειλε την οθονιά που βλέπετε, με τη συμβουλή: Ψάξε το καλύτερα, δες το έγκυρο Glosbe τι λέει.

Πράγματι η φράση I don’t want sycophants around me έχει αποδοθεί «Δεν θέλω συκοφάντες γύρω μου».

Βέβαια, το Glosbe απλώς συγκεντρώνει και κάνει αναζήτηση σε παράλληλα κείμενα που έχουν ήδη μεταφραστεί από ανθρώπους, χωρίς κανέναν έλεγχο ποιότητας. Και όπως βλέπετε από την αναφορά της πηγής, η συγκεκριμένη μετάφραση προέρχεται από το OpenSubtitles, έναν ιστότοπο που συγκεντρώνει υποτίτλους που έχουν μεταφραστεί από ερασιτέχνες -και βέβαια, ενώ είναι αξιέπαινο το μεράκι των ερασιτεχνών υποτιτλιστών,  κάθε άλλο παρά αλάνθαστες είναι αυτές οι μεταφράσεις, και οπωσδήποτε δεν μπορούμε να τις παίρνουμε ανεξέταστα ως βάση αναφοράς.

Η αγγλική λέξη sycophant, ελληνικής ετυμολογίας, έχει λοιπόν διαφορετική σημασία από την ελληνική λέξη «συκοφάντης» από την οποία προέρχεται. Σημαίνει, είπαμε, τον χαμερπή κόλακα. Στα αγγλικά η σημασία αυτή υπάρχει από το 1575. Οι ισχυροί της εποχής περιστοιχίζονταν από διάφορα τσιράκια που έπαιζαν το ρόλο του συκοφάντη, δηλαδή διέδιδαν ψευδείς φήμες για πολιτικούς αντιπάλους, αλλά και του τσανακογλείφτη, του κόλακα, οπότε εξηγείται πώς άλλαξε η σημασία.

Την παραπάνω παράγραφο την έχω δημοσιεύσει κι άλλη φορά στο ιστολόγιο, διότι η περίπτωση του sycophant είναι από τις γνωστότερες περιπτώσεις ψευδόφιλης λέξης στα αγγλικά για τους Έλληνες. Εννοώ ότι, εμείς οι Έλληνες, όταν σε ένα αγγλικό κείμενο συναντάμε τη λέξη sycophant, αν δεν ξέρουμε τη σημασία της, λογικό είναι να υποθέσουμε ότι σημαίνει «συκοφάντης» -πώς το theatre σημαίνει θέατρο και το democracy «δημοκρατία»;

Σκέφτηκα λοιπόν, με αφορμή τον sycophant που πήρε στον λαιμό του τον πρωθυπουργό μας (παρότι περιστοιχίζεται από sycophants, θα τολμούσα να πω) να φτιάξουμε σήμερα έναν μικρό κατάλογο από αγγλικές λέξεις που έχουν πάρει διαφορετική σημασία στα αγγλικά, τη σημερινή παγκόσμια γλώσσα.

Και επειδή ακριβώς τα αγγλικά είναι η σημερινή παγκόσμια γλώσσα, η ύπαρξη αυτών των ψευδόφιλων όχι μόνο μπερδεύει τους αγγλομαθείς και βάζει τρικλοποδιές στους μεταφραστές και τους υποτιτλιστές, αλλά και, πολλές φορές, η αγγλική σημασία αντεπιδρά πάνω στην ελληνική, όπως θα δούμε.

Αυτό το φαινόμενο, που το λέμε «ψευδόφιλες λέξεις» στη γλωσσολογία, ο Θ.Τάσιος το είχε πει, θυμάμαι, «ετερογονία».

Λοιπόν, θα συγκεντρώσουμε εδώ μερικές αγγλικές λέξεις που ανάγονται σε ελληνική λέξη ή ρίζα και που σημαίνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που σημαίνει η αντίστοιχη ελληνική λέξη. Δεν θα είναι πλήρης αυτός ο πίνακας, αλλά βέβαια θα τον συμπληρώσετε στα σχόλιά σας.

Και ξεκινάμε από τις λέξεις του τίτλου.

1. sycophant από την ελληνική λέξη «συκοφάντης» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «κόλακας»

2. empathy από την ελληνική λέξη «εμπάθεια» αλλά στα αγγλικά είναι κάτι καλό, που το λέμε ενσυναίσθηση στα ελληνικά. Ο όρος πλάστηκε στα αγγλικά στις αρχές του 20ού αιώνα πάνω στο μοντέλο του γερμανικού Einfühlung, το οποίο με τη σειρά του ήταν πλασμένο με βάση το ελληνικό εμπάθεια. Αλλά το αρχαίο ελληνικό εμπάθεια δεν είχε κακή σημασία, σήμαινε «ισχυρό συναίσθημα», ουδέτερο. Στην πορεία, στα ελληνικά το έντονο πάθος έγειρε σε αρνητική χροιά.

3. apologize από την ελληνική λέξη «απολογούμαι» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «ζητώ συγγνώμη». Βέβαια, σαν ένα κατεξοχήν παράδειγμα της αντεπίδρασης που έλεγα παραπάνω, έχει αρχίσει και η ελληνική λέξη «απολογούμαι» να παίρνει τη σημασία «ζητώ συγγνώμη», αρχικά στην ελληνική της Κύπρου και στη συνέχεια και στην Ελλάδα.

Και συνεχίζουμε με άλλες λέξεις (που πολλές τις έχω πάρει από σχετικό τεράστιο θρεντ της Λεξιλογίας):

4. iconic από την ελληνική λέξη «εικονικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει εμβληματικός. Τώρα τελευταία, όλο και περισσότερο βλέπουμε να χρησιμοποιείται η λέξη «εικονικός» με την αγγλική σημασία. (Φανταστείτε να μας πουν οτι ο μισθός μας θα είναι εικονικός -τι μας συμφέρει να καταλάβουμε;)

5. topical, από την ελληνική λέξη «τοπικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «επίκαιρος».

6. diatribe, από την ελληνική λέξη «διατριβή» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «φραστική επίθεση, φιλιππικός»

7. graphic, από την ελληνική λέξη «γραφικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει κυρίως «παραστατικός, γλαφυρός / ρεαλιστικός, ωμός». Να πω εδώ ότι υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις που το graphic αντιστοιχεί στο «γραφικός» π.χ. graphic arts οι γραφικές τέχνες, αλλά στις περισσότερες χρήσεις έχουμε ψευδοφιλία.

8. asbestos, από την  ελληνική λέξη «άσβεστος» αλλά στα αγγλικά σημαίνει τον αμίαντο.

9. adamant, από την ελληνική λέξη «αδάμας» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «αδιάλλακτος, ανένδοτος»

10. phenomenal, από την ελληνική λέξη «φαινόμενο» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «εξαιρετικά ασυνήθιστος, εκπληκτικός» και όχι «φαινομενικός». (Βέβαια, στη φιλοσοφική ορολογία το phenomenal αντιστοιχεί στο φαινομενικός).

11. agronomist, από την ελληνική λέξη «αγρονόμος» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «γεωπόνος».

12. physician, από την ελληνική λέξη «φυσικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «ιατρός» (όχι χειρούργος ή χειρουργός)

13. apothecary, από την ελληνική λέξη «αποθήκη», αλλά στα αγγλικά σημαίνει «φαρμακοποιός» και όχι «αποθηκάριος».

14. esoteric, από την ελληνική λέξη «εσωτερικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «δυσνόητος, για μυημένους, απόκρυφος». (Σε κάποιες χρήσεις το esoteric αποδίδεται εσωτερικός).

15. eulogy, από την ελληνική λέξη «ευλογία» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «εγκώμιο» και κυρίως «επικήδειος λόγος»

16. sympathy, από την ελληνική λέξη «συμπάθεια, αλλά στα αγγλικά σημαίνει κυρίως συμπόνια, συλλυπητήρια, κατανόηση, συμπαράσταση.

16A. sympathetic από την ελληνική λέξη «συμπαθητικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «συμπονετικός, καλοπροαίρετος, ευνοϊκά διακείμενος». Βέβαια, στην ιατρική ορολογία το sympathetic αντιστοιχεί στο «συμπαθητικός».

17. autopsy, απο την ελληνική λέξη «αυτοψία» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «νεκροψία».

18. epitaph, από την ελληνική λέξη «επιτάφιο» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «επιτύμβια επιγραφή».

19. pathetic, από την ελληνική λέξη «παθητικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «οικτρός, αξιοθρήνητος, θλιβερός» ή «συγκινητικός».

20. austerity, από την ελληνική λέξη «αυστηρός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει κυρίως «λιτότητα» -βέβαια, σημαίνει επίσης την ηθική αυστηρότητα, τον ασκητισμό

21. doula, από την ελληνική λέξη «δούλα», αλλά στα αγγλικά σημαίνει την εθελόντρια μαία, τη βοηθό της μαίας.

22. pragmatic, από την ελληνική λέξη «πραγματικός», αλλά στα αγγλικά σημαίνει «πραγματιστής» (για πρόσωπα) ή «ρεαλιστικός, πραγματιστικός» (για πράγματα)

23. digamous, από την ελληνική λέξη «δίγαμος» αλλά στα αγγλικά σημαίνει τον ξαναπαντρεμένο ή την ξαναπαντρεμένη, ενώ ο δίγαμος (που πάει φυλακή) είναι bigamous.

24. megaphone, από το ελληνικό «μεγάφωνο» αλλά στα αγγλικά σημαίνει τον τηλεβόα, την ντουντούκα, ενώ το μεγάφωνο είναι loudspeaker.

25. sceptic/skeptic από το ελληνικό «σκεπτικός» αλλά στα αγγλικά σημαίνει «δύσπιστος» ή «σκεπτικιστής, αγνωστικιστής» -πάντως όχι «σκεπτικός».

26. critical από το ελληνικό «κριτικός» αλλά στα αγγλικά συνήθως σημαίνει «επικριτικός» ή «επικίνδυνος» ή «καίριος, ζωτικός» -αν και στη φιλοσοφία το critical αποδιδεται «κριτικός».

Όπως δείχνει και το τελευταίο παράδειγμα, αλλά και άλλα λήμματα του καταλόγου μας, σε αρκετές περιπτώσεις η αγγλική λέξη μπορεί να αποδοθεί με την αντίστοιχή της ελληνική σε ορισμένες χρήσεις, αλλά στις περισσότερες και πιο συνηθισμένες αυτό θα ήταν λάθος. Εδώ θα ήταν λάθος να πούμε ότι «βρίσκεται σε κριτική κατάσταση» (in a critical condition, κρίσιμη) ή «βρήκε κριτική βοήθεια» (critical help) αλλά το his book received critical acclaim είναι πράγματι «δέχτηκε ευνοϊκές κριτικές, τον έπαινο της κριτικής».

Ομολογώ πως για τον λόγο αυτό απέκλεισα άλλα ζευγάρια λέξεων από τον κατάλογο, επομένως μάλλον δεν διακρίνομαι από συνέπεια. Όπως θα δείτε αν διαβάσετε το θρεντ της Λεξιλογίας για μερικές λέξεις υπάρχουν σημειώματα που εξηγούν με παραδείγματα πότε η αγγλική λέξη αποδίδεται με την ομόρριζή της ελληνική και πότε όχι -αλλά κάτι τέτοιο θα ήθελε πολλή, πολλή δουλειά.

Περιμένω λοιπόν να συμπληρώσετε τον κατάλογο με τους συκοφάντες που απολογούνται!

 

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , , , | 112 Σχόλια »

Ποιες λέξεις είναι πραγματικά ελληνικές; (του Σπύρου Αρμοστή)

Posted by sarant στο 6 Ιουλίου, 2022

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου γλωσσολόγου Σπύρου Αρμοστή, που και άλλες φορές τον έχω αναφέρει στο ιστολόγιο, κατά σύμπτωση δε μόλις την Κυριακή επειδή είχε τη γλωσσική επιμέλεια στο μυθιστόρημα της Λ. Παπαλοΐζου «Το βουνί» από το οποίο δημοσιεύσαμε αποσπάσματα.

Το άρθρο αρχικά δημοσιεύτηκε στο Παράθυρο, το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας και του ιστότοπου Πολίτης της Κύπρου και το ανέφερε εδώ, σε κάποιο σχόλιο, κάποιος φίλος. Μου άρεσε και αποφάσισα να το αναδημοσιεύσω επειδή, αν και είναι σχετικά σύντομο, δίνει αρκετά εναύσματα για συζήτηση πάνω σε θέματα που τα έχουμε συζητήσει πολλές φορές και στο ιστολόγιο και αλλού.

Ας πούμε, θέτει το ερώτημα «γιατί το ακρώνυμο ΑΕΚ το προφέρουμε άεκ, ενώ το ΑΕΛ το προφέρουμε αέλ;» Και το ενδιαφέρον είναι πως (υποθέτω, αν και δεν το λέει ρητά) ότι η ΑΕΚ και η ΑΕΛ του Αρμοστή δεν είναι οι ελληνικές ομάδες (ΑΕΚ και Λάρισα) αλλά είναι η ΑΕΚ Λάρνακας και η ΑΕ Λεμεσού. Η ΑΕΚ Λάρνακας ιδρύθηκε το 1994 με συγχώνευση του Πεζοπορικού και της ΕΠΑ Λάρνακας, και το Κ στο ΑΕΚ δεν σημαίνει, βέβαια, Κωνσταντινουπόλεως αλλά Κίτιον.

Θίγει επίσης το θέμα «ποιες είναι ελληνικές λέξεις» ή μάλλον το ερώτημα που πολύ συχνά εμφανίζεται σε γλωσσικές ομάδες του Φέισμπουκ, «πώς λέμε στα ελληνικά το σι-ντι» ή κάποιο άλλο καθιερωμένο δάνειο. Συχνά στις ερωτήσεις αυτές κι εγώ απαντώ όπως ο Αρμοστής στο άρθρο, δηλαδή «το σιντί στα ελληνικά το λέμε σιντί», για τους λόγους που, πιο καλά από μένα, εκθέτει ο συντάκτης του άρθρου.

Αυτό που εννοεί εκείνος που ρωτάει «πώς λέμε στα ελληνικά το σι-ντί» είναι «πώς μπορούμε να το αποδώσουμε / πώς έχει αποδοθεί με όρο ελληνικής ετυμολογίας». Και ενώ δεν είμαι αντίθετος με την αναζήτηση «αυτοχθόνως ελληνικών» όρων, πρέπει να κρίνουμε πότε έχει ελπίδα να καθιερωθεί εγχώριος όρος και πότε είναι προτιμότερο να δεχτούμε το δάνειο, ενδεχομένως προσαρμόζοντάς το στο τυπικό της γλώσσας.

Παρεμπιπτόντως, ο Αρμοστής θέτει και το θέμα της προφοράς των δανείων. Όταν προφέρουμε ελληνικά, το σάντουιτς ή το μοντάζ το προφέρουμε ελληνοπρεπώς, με τα ελληνικά φωνήεντα και σύμφωνα. Όσοι το προφέρουν αγγλο/γαλλοπρεπώς προκαλούν κωμική εντύπωση και, αν δεν ζουν πολλά χρόνια στο εξωτερικό, φανερώνουν ότι το κάνουν για φιγούρα.

Με την ευκαιρία, θυμάμαι κι ένα αστείο στιγμιότυπο σε πρωινάδικο, όπου ο καλεσμένος (ή η καλεσμένη), όταν ρωτήθηκε τι δουλειά κάνει, απάντησε «Make-up artist».

— Πώς το λέμε αυτό στα ελληνικά; ρώτησε η παρουσιάστρια

— Χμμ… Μακιγιέρ (ή μακιγιέζ, δεν θυμάμαι) απάντησε ο καλεσμένος (ή η καλεσμένη.

Και είχε δίκιο.

Πολλά είπα, το άρθρο του Σπύρου Αρμοστή:

Πρόσφατα σε μια διαδικτυακή συζήτηση τέθηκε το ερώτημα γιατί κάποια ακρωνύμια, όπως «ΑΕΚ», τονίζονται στην παραλήγουσα, ενώ κάποια άλλα, όπως «ΑΕΛ», τονίζονται στη λήγουσα. Ειδικά με αφορμή το ζεύγος «ΑΕΚ vs ΑΕΛ», διατυπώθηκε η υπόθεση πως ίσως το τελικό «Λ» να «ελκύει» τον τόνο. Απάντησα πως η υπόθεση αυτή ίσως έχει κάποια βάση, αφού εάν ψάξουμε τις ελληνικές λέξεις που λήγουν σε «-λ», θα δούμε ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία τονίζονται στη λήγουσα (π.χ. Ισραήλ, Ραφαήλ, αλκοόλ, τηλεκοντρόλ, Βαβέλ, νορμάλ, μπανάλ κ.ά.), ενώ είναι λίγες εκείνες που τονίζονται αλλού (π.χ. Άβελ, πάνελ, σίριαλ, σνίτσελ κ.ά.). Επομένως, ψυχογλωσσολογικά μιλώντας, το μυαλό μας ενδεχομένως να έχει συσχετίσει στατιστικά το ληκτικό «-λ» με τον τονισμό στη λήγουσα· αν ισχύει όντως αυτό, συνεπάγεται πως αν πλάσω μια καινούργια ελληνική λέξη που να λήγει σε «-λ», όπως ένα καινούργιο ακρωνύμιο, τότε θα ενεργοποιηθεί αυτή η συσχέτιση και θα τονιστεί το ακρωνύμιο στη λήγουσα. Ίσως και να υπάρχει κάποια καλύτερη ερμηνεία από αυτήν που προτείνω. Αυτό όμως που έκανε τη συζήτηση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα ήταν η (αναμενόμενη) ένσταση που διατυπώθηκε στη συνέχεια: «μα αυτές δεν είναι ελληνικές λέξεις».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Κύπρος | Με ετικέτα: , , | 99 Σχόλια »

Τριάντα και μία πολίτικες λέξεις (από αναρτήσεις της Νεκταρίας Αναστασιάδου)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2022

Στο ιστολόγιο δημοσιεύουμε κατά καιρούς άρθρα με λέξεις από κάποια περιοχή του ελληνόφωνου χώρου. Συνήθως τα άρθρα αυτά είναι συνεργασία φίλων του ιστολογίου, που ο καθένας παρουσιάζει λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του -σε αρκετές περιπτώσεις από νησιά, αφού τα νησιά έχουν το καθένα το δικό του γλωσσικό οικοσύστημα. Το τελευταίο από τα άρθρα αυτά ήταν οι λοζετσινές λέξεις, συνεργασία (φυσικά) του φίλου μας του Λοζετσινού.

Ένας λογαριασμός που παρακολουθώ στο Τουίτερ είναι της Νεκταρίας Αναστασιάδου. Η Νεκταρία Αναστασιάδου είναι Κωνσταντινοπολίτισσα συγγραφέας -γράφει τόσο στα ελληνικά όσο και στα αγγλικά. Στο Τουίτερ δημοσιεύει τακτικά ιδιωματισμούς της μητρικής της γλωσσικής ποικιλίας, των ελληνικών της Πόλης, όπως τα μιλούν οι δυστυχώς λιγοστοί πια Ρωμιοί που έχουν απομείνει (αν και τα τελευταία χρόνια νομίζω πως υπήρξε μια ανάσχεση της πληθυσμιακής πτωτικής τάσης). Ως τώρα έχει δημοσιεύσει σχεδόν 300 τέτοιους ιδιωματισμούς, και από αυτή τη συλλογή εγώ στο σημερινό άρθρο διαλέγω να παρουσιάσω τριάντα και μία λέξεις. Γιατί αυτός ο αριθμός; Θα το καταλάβετε όταν φτάσετε στο τέλος.

Παρουσιάζω λοιπόν τις 30 και μία πολίτικες λέξεις και την αντιστοιχία τους με την κοινή νέα ελληνική, με αλφαβητική σειρά εκτός της τελευταίας. Επειδή τα τουίτ έχουν ασφυκτικό όριο χαρακτήρων, οι δημοσιεύσεις αυτές της Νεκτ. Αναστασιάδου είναι αναγκαστικά λακωνικές. Εδώ προσθέτω διάφορα φλύαρα δικά μου, έχοντας κοιτάξει και το «Λεξικό του κωνσταντινουπολίτικου γλωσσικού ιδιώματος» του Νίκου Ζαχαριάδη (εκδ. Γαβριηλίδη).

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

1. ακιντές: σκληρή καραμέλα χωρίς περιτύλιγμα, που πουλιέται από βάζα, με διάφορες γεύσεις και χρώματα.  Από τουρκ. akide.

2. αμπούλα: η λάμπα της κοινής ελληνικής, δάνειο από το γαλλ. ampoule. Όπως έχουμε γράψει κι αλλη φορά, η αμπούλα είναι αντιδάνειο, αφού η γαλλική λέξη ανάγεται στον αμφορέα. Στα ελληνικά της κοινής, η αμπούλα έχει άλλη σημασία, σημαίνει φιαλίδιο. Κατά σύμπτωση, και η λέξη λάμπα είναι αντιδάνειο (από lampe, που ανάγεται στο αρχαίο λαμπάς).

3. απαρτμάν: η πολυκατοικία της κοινής ελληνικής. Δάνειο από το τουρκ. apartman, που είναι με τη σειρά του δάνειο από το γαλλ. appartement, που όμως θα πει «διαμέρισμα». Η αλλαγή της σημασίας δηλαδή έγινε στα τουρκικά. Να σημειωθεί ότι στον μεσοπόλεμο βρίσκουμε σε ελλαδικά κείμενα τη λέξη απαρτμάν ως γαλλισμό, δηλ με τη σημασία «διαμέρισμα».

4. βουρβουτσουλιό: οχλαγωγία, βαβούρα. Ονοματοποιία. Τη λέξη τη βρίσκω (σπάνια) και σε ελλαδικά κείμενα, π.χ. στον Ξενόπουλο.

5. γιουφκάς: Το φύλλο για πίτα ή μπακλαβά. Η λέξη τελευταία έχει περάσει και στην Ελλάδα από τα πολίτικα ζαχαροπλαστεία. Από τουρκ. yufka. Μεταφορικά, ο ευαίσθητος άνθρωπος. Αλλά γιουφκά γιουρεκλής, κατά λέξη «με καρδιά από ζυμάρι» (τουρκ. yufka yürekli) είναι ο δειλός, ο λιπόψυχος.

6. γκεβρέκικος: τραγανός, πχ για κουλούρια, από τουρ. gevrek. Kι αυτός που θρυμματίζεται εύκολα, εύθρυπτος.

7. καζίνο, καζινάκι: Όχι μόνο και όχι κυρίως το καζίνο, όπως είναι στην Ελλάδα, αλλά το υπαίθριο καφενείο, ιδίως παραθαλάσσιο, ουζερί, αναψυκτήριο. Όχι κατευθείαν από τα ιταλικά, λέει ο Ζαχαριάδης, αλλά από το τουρκ. gazino, που έχει τις ίδιες σημασίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in τούρκικα, Όχι στα λεξικά, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Κωνσταντινούπολη | Με ετικέτα: , , , , | 146 Σχόλια »

50 -άζ

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2022

Τις προάλλες, εκεί που συζητούσαμε για χρώματα, ο φίλος μας ο Σταύρος, χαριτολογώντας, είπε ότι αναγνωρίζει καμιά δεκαριά βασικά χρώματα μονάχα και όχι αποχρώσεις με δυσδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους όπως βεραμάν, γκρενά, σομόν, τιρκουάζ ή… ντεμπραγιάζ.

Κι αυτό μου έδωσε την ιδέα να μαζέψουμε στο σημερινό άρθρο τις λέξεις που έχουν μπει στο ελληνικό λεξιλόγιο και έχουν την κατάληξη -άζ.

Στη συντριπτική πλειοψηφία (ή πλειονότητα, αν είστε από την άλλη φράξια) πρόκειται για δάνεια από τη γαλλική γλώσσα που αντιστοιχούν σε γαλλικές λέξεις με το επίθημα -age, με το οποίο φτιάχνονται ουσιαστικά από άλλα ουσιαστικά ή από ρήματα, και δηλώνουν συχνά σκοπό ή αποτέλεσμα, σε κάποια αντιστοιχία με το αγγλικό -ing. Και ένας χρήσιμος κανόνας για όσους μαθαίνουν γαλλικά είναι ότι όλες οι λέξεις με το επίθημα -age είναι αρσενικού γένους (προσοχή όμως γιατί μπορεί μια λέξη να τελειώνει σε -age αλλά να μην έχει το επίθημα, π.χ. page, η σελίδα, που είναι θηλυκού γένους).

Υπάρχουν όμως και λέξεις ελληνικές σε -άζ που προκύπτουν με άλλο τρόπο. Για παράδειγμα, το τιρκουάζ του παραδείγματος του Σταύρου είναι πάλι γαλλικό δάνειο αλλά από το γαλλ. turquoise, όχι από λέξη σε -age. Όσες λοιπόν λέξεις δεν προέρχονται από λέξη σε -age τις σημειώνω με αστερίσκο και δηλώνω από πού προέρχονται.

Κάποιοι συνηθίζουν τις λέξεις αυτές (ή, κάποιες από αυτές τις λέξεις) να τις προφέρουν με παχύ ζ, όπως προφέρονται στα γαλλικά -θυμάμαι μια γνωστή δημοσιογράφο (αν προκληθώ, θα την κατονομάσω) να προφέρει «μοντάge», που εμένα μου φαίνεται αστείο και εξεζητημένο. Στα ελληνικά, προφέρουμε ελληνικά!

Καταγράφω 50 λέξεις που έχουν λεξικογραφηθεί, στο ΛΚΝ ή στον Μπαμπινιώτη, καθώς και μερικές δικές σας προτάσεις σε ένα άρθρο που είχαμε βάλει πρόπερσι με 666 λέξεις γαλλικής προέλευσης. Το Αντίστροφο λεξικό έχει 62 λέξεις σε -άζ αλλά καταγράφει και μερικές πολύ σπάνιες (π.χ. πεϊζάζ, ρενσάζ).

Αξιοπρόσεκτο είναι πως οι περισσότερες από αυτές τις λέξεις δεν έχουν εξελληνισμένο τύπο σε -άζι. Βρίσκει κανείς βέβαια γκαράζι ή αμπραγιάζι και μερικά ακόμα, αλλά σπάνια. Πράγματι, οι περισσότερες λέξεις του ΛΚΝ σε -άζι είναι τουρκικής προέλευσης (αγιάζι, μαράζι κτλ.) και μόνο δύο γαλλικές: γκάζι και γρανάζι, που όμως δεν έχουν τύπους «γκαζ» (εντάξει, υπάρχει, αλλά πολύ σπάνια) ή ανγκρανάζ (διότι το γρανάζι προέρχεται από το engranage). Δηλαδή, οι γαλλικές λέξεις έμειναν σε γενικές γραμμές ασυμμόρφωτες και δεν έδωσαν προσαρμοσμένους τύπους σε συχνότητα που να λεξικογραφείται -στον κατάλογο που ακολουθεί μόνο το «σενάζι» είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.

Σε λόγιο εξελληνισμό έχουμε το «εμβαλλάγιον», που το έχουμε συζητήσει και παλιότερα στην ορολογία των φαρμακοποιών.

Όπως είπα, με αστερίσκο σημειώνω στον κατάλογο τις λέξεις που δεν προέρχονται από επίθημα -age ή και που δεν έχουν γαλλική προέλευση (πιάζ, τζαζ) ενώ μια ειδική περίπτωση είναι το σπικάζ, που φτιάχτηκε στα ελληνικά, από το αγγλ. speak και το επίθημα -άζ ως αυτονομημένο πλέον. Δεν υπάρχει λέξη speakage στα γαλλικά, ενώ ο αγγλικός όρος είναι voice-over. Αν ξέρετε άλλη τέτοια περίπτωση, πολύ θα με ενδιαφέρει.

Ιδού λοιπόν οι 50 λέξεις σε -άζ. Συμπληρώστε ελεύθερα, μήπως και φτάσουμε τις 100.

  1. αβαντάζ
  2. αμπαλάζ
  3. αμπραγιάζ
  4. αρμπιτράζ
  5. βερνισάζ
  6. βιράζ
  7. βολτάζ
  8. γκαράζ
  9. εταλονάζ
  10. καμουφλάζ
  11. καμποτάζ
  12. κολάζ
  13. κορσάζ
  14. μακιγιάζ
  15. μασάζ
  16. μιξάζ
  17. μοντάζ
  18. μπαράζ
  19. μποϊκοτάζ
  20. μπρικολάζ
  21. ντεκαπάζ
  22. ντεκουπάζ
  23. ντεμακιγιάζ
  24. ντεμαράζ
  25. ντεμπραγιάζ
  26. ντρενάζ
  27. πατινάζ
  28. πετρογκάζ * από πετρο- + γαλλ. gaz
  29. πιάζ * από τουρκ. piyaz
  30. πλαζ * από γαλλ. plage, αντιδάνειο, όχι με επίθημα
  31. πλακάζ
  32. πορτ-μπαγκάζ
  33. ρεπεσάζ
  34. ρεπορτάζ
  35. ροντάζ
  36. σακ βουαγιάζ
  37. σαμποτάζ
  38. σενάζ(ι)
  39. σπικάζ
  40. τατουάζ
  41. τζαζ * από αγγλ. jazz
  42. τιράζ
  43. τιρκουάζ * από γαλλ. turquoise
  44. τονάζ
  45. τριάζ
  46. υδρομασάζ
  47. φραμπουάζ
  48. φωνομοντάζ
  49. φωτομοντάζ
  50. φωτορεπορτάζ

Κάποιες από τις λέξεις του καταλόγου απηχούν παλιότερες εποχές κυριαρχίας της γαλλοφωνίας και σήμερα υποχωρούν μπροστά στους αγγλικούς όρους, όπως το εταλονάζ που είναι όρος της φωτογραφικής. Θυμάμαι άλλωστε κι έναν διάλογο σε πρωινάδικο, με μία νεαρή που σπούδαζε makeup artist.

Πώς το λένε στα ελληνικά αυτό που σπουδάζεις; ρώτησε η παρουσιάστρια. Μακιγιάζ, απάντησε εκείνη. Και είχε δίκιο.

Κλεινουμε με το κατάλληλο για την περίσταση τραγούδι.

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Κατάλογοι, Λεξικογραφικά, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 188 Σχόλια »

Μανατζαραίοι

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2022

Μου έστειλαν τις προάλλες μέιλ για να σχολιάσω τη λέξη του τίτλου, αλλά διαπίστωσα πως είχα πολλά να γράψω κι έτσι βγήκε το σημερινό άρθρο, στο οποίο θα μιλήσουμε για τους μανατζαραίους. Βέβαια, επειδή εδώ λεξιλογούμε, για τη λέξη περισσότερο θα μιλήσουμε και λιγότερο για το πράγμα.

Ο φίλος μας που έστειλε το μέιλ ενδιαφερόταν κυρίως για τον ιδιότυπο πληθυντικό σε -αίοι, για τον οποίο έχουμε πει μερικά πράγματα σε άρθρο μας για τους νοικοκυραίους, που αξίζει να τα επαναλάβουμε. (Το άρθρο εκείνο είχε γραφτεί με αφορμή τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου -κατά σύμπτωση τις μέρες αυτές γίνεται η δίκη του).

Όπως είχαμε πει τότε, το παραγωγικό τέρμα -αίοι έχει την αφετηρία του σε αρχαία επίθετα πχ αγοραίος, κορυφαίος, τελευταίος, που παράγονταν από ουσιαστικά σε -α (ή σε α μακρό που είχε τραπεί σε η στην αττική και ιωνική διάλεκτο) με το επίθημα -ιος. Εμφανίστηκε κατ’ αρχάς ως πατριδωνυμικό: Αθηναίοι, Ρωμαίοι. Φυσικά, εδώ ο ενικός είναι Αθηναίος, Ρωμαίος.

Από τα μεσαιωνικά χρόνια αρχίζει να εμφανίζεται το επίθημα -αίοι στον πληθυντικό λέξεων που δεν έχουν ενικό σε -αίος, πχ καβαλαραίοι, Σαρακηναίοι, κι έτσι αυτονομήθηκε.

Σήμερα, εμφανίζεται καταρχάς ως επίθημα σε πληθυντικούς οικογενειακών ονομάτων, και μάλιστα πολλές φορές με τη σημασία όλων των μελών μιας ευρύτερης οικογένειας, για το σόι δηλαδη, π.χ. οι Κολοκοτρωναίοι. Λέγεται βέβαια και για μια πυρηνική οικογένεια, πχ μας έκαναν επίσκεψη οι Παπαδοπουλαίοι. Από εκεί και τα πάμπολλα τοπωνύμια σε -αίικα (ή -έικα αν προτιμάτε).

Επίσης, το -αίοι εμφανίστηκε ως επίθημα για τον σχηματισμό παράλληλων τύπων του πληθυντικού αρσενικών ουσιαστικών, συνήθως σε -ης, που δηλώνουν επάγγελμα ή ιδιότητα: μουσαφιραίοι (παράλλ. τ. του μουσαφίρηδες), τσαγκαραίοι, φουρναραίοι, νοικοκυραίοι, καπεταναίοι. Κάποτε ο τύπος αυτός είναι σαφώς μειωτικός (π.χ. σκουπιδιαραίοι), κάποτε όχι -δείτε το «καπεταναίοι». Οι νοικοκυραίοι ως πρόσφατα δεν είχαν μειωτική χροιά. Το βέβαιο είναι πως οι τύποι σε -αίοι είναι λαϊκότεροι, οικειότεροι.

Να προσεχτεί ότι ο πληθυντικός αυτός δεν έδινε -τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα- νέο ενικό, δηλαδή λέμε μεν οι μουσαφιραίοι αλλά όχι ο μουσαφιραίος. Πρέπει επίσης να αναφέρουμε τη λέξη «οι νοματαίοι», χωρίς ενικό, όπου ο παράλληλος τύπος υπερτερεί σαφώς έναντι του «κανονικού» τύπου «οι νομάτοι» (Η λέξη έχει ενδιαφέρουσα ετυμολογία: τα ονόματα -> οι ονομάτοι -> οι νομάτοι -αξίζει αρθράκι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 156 Σχόλια »

Από τον μαέστρο στον μάστορα

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2022

Εδώ και καιρό γράφουμε λεξιλογικά άρθρα που έχουν αφορμή από την επικαιρότητα, όπως το χτεσινό για το εμπάργκο. Αλλά δεν είναι ευχάριστη η επικαιρότητα. Ούτε τώρα με τον πόλεμο, ούτε παλιότερα με την πανδημία. Καλό είναι να τη συζητάμε, καλό είναι πού και πού να ξεφεύγουμε· κι επειδή εδώ λεξιλογούμε, λεξιλογώντας θα ξεφύγουμε.

Πριν από λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Pedis, αν θυμάμαι καλά, είχε ζητήσει ένα άρθρο για τον μάστορα και τον μαέστρο. Ομολογώ πως είχα κάποιον ενδοιασμό, επειδή οι δυο αυτές λέξεις ανήκουν σε μια εξαιρετικά πολυμελή οικογένεια, με πολλά παρακλάδια σε διάφορες γλώσσες, τόσο μεγάλη που είναι δύσκολο να καλυφθεί σε ένα άρθρο. Αλλά τελικά αποφάσισα να πω εγώ μερικά βασικά και να συμπληρώσετε κι εσείς. Σε μεγάλο βαθμό το άρθρο θα στηριχτεί σε ένα καλό σημείωμα που υπάρχει στο ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη.

Οι μεγάλες οικογένειες έχουν κάποιον ιστορικό ή μυθικό γενάρχη. Για την οικογένεια που μας ενδιαφέρει, του μάστορα και του μαέστρου, ο γενάρχης αυτός είναι η λατινική λέξη magister, που σήμαινε «επιστάτης, διοικητής» αλλά και «διδάσκαλος, καθοδηγητής, σύμβουλος». Το λατινικό magister ήταν αντίστοιχο του ελλην. άρχων, και συνήθως συνοδευόταν από μια άλλη λέξη που προσδιόριζε τον τομέα αρμοδιότητας του αξιωματούχου: Magister equitum ονομαζόταν ο ίππαρχος, magister sacrorum ο αρχιερέας, magister populi ο άρχων του λαού, ο δικτάτωρ (κάποτε θα γράψουμε άρθρο και γι’ αυτή τη λέξη με το λαμπρό ξεκίνημα και τα κακά στερνά).

H λατινική λέξη magister κατά λέξη σημαίνει «μεγαλύτερος από» και προέρχεται από το επίρρ. magis («περισσότερο») και το επίθετο magnus που σημαίνει «μέγας» και που είναι συγγενικό με το ελληνικό «μέγας» αφού ανάγονται στην ίδια ινδοευρωπαϊκή ρίζα.

H λατινική λέξη, λοιπόν, έδωσε πολλούς απογόνους. Ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ. συναντάμε στην ελληνιστική κοινή εξελληνισμένους τύπους: μαγίστωρ και μάγιστρος (και το θηλυκό, μαγίστρισσα), λέξεις που αποτέλεσαν τίτλους αξιωματούχων στη βυζαντινή αυτοκρατορία και είναι πολύ συχνές από τον 4ο αιώνα, κάποιες φορές σε πολυλεκτικούς όρους κατά το λατινικό πρότυπο π.χ. μάγιστρος των (θείων) οφφικίων. Σε επόμενους αιώνες, βρίσκουμε και τον τίτλο «μέγας μάγιστρος» για δυτικά μοναχικά τάγματα, ιδίως τους Ιωαννίτες ιππότες.

Η λέξη μαγίστωρ πήρε και τη σημασία του δάσκαλου και στο λεξικό του Ησυχίου, τον 6ο αιώνα, βρίσκουμε το λήμμα: μαγίστωρ: επιστάτης, διδάσκαλος.

Στη συνέχεια, εμφανίζονται οι τύποι μαΐστωρ και μαΐστορας, μαΐστορος, τόσο με τη σημασία «δάσκαλος» όσο και με τη σημασία «έμπειρος τεχνίτης, αρχιτεχνίτης». Ας πούμε, στη Διήγησιν περί της Αγίας Σοφίας διαβάζουμε: «Ὑπῆρχον δὲ τεχνῖται μαΐστορες ἑκατόν, ἔχοντες ἕκαστος αὐτῶν ἀνὰ ἑκατὸν ἀνδρῶν…». Εδώ είναι αρχιτεχνίτης, επικεφαλής συνεργείου. Στην Παιδιόφραστο διήγησι, πάλι: «οι μαΐστορες, τσαγκράδες, δοξαράδες…», εδώ είναι απλώς οι τεχνίτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά ταξίδια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 206 Σχόλια »

Στη γαλαρία

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2022

Την ιδέα για το σημερινό άρθρο μού την έδωσε ένα τραγούδι, που έχει παρόμοιο τίτλο με το άρθρο μας και που το άκουσα μάλλον τυχαία στο Γιουτούμπ. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχα ξανακούσει το τραγούδι αυτό, κι ας είναι παλιό, του 1977, εκτός κι αν το έχω ξεχάσει. Λοιπόν, σε μουσική Κώστα Χατζή και στίχους Σώτιας Τσώτου, η Μαρινέλλα τραγουδάει τη Γαλαρία:

Η γαλαρία του τίτλου βρίσκεται σε κινηματογράφο.

Οι στίχοι αναπτύσσουν την αντίθεση ανάμεσα στους θεατές που βρίσκονται στην πλατεία, κατά τεκμήριο εύπορους, βολεμένους και μεσήλικες, και σε εκείνους της γαλαρίας, νέους, φτωχούς και ανήσυχους.

Εμείς οι δυο στη γαλαρία Ρομάντζο και ταλαιπωρία Ιδρώτας και φιλοσοφία Γλυκιά ζωή στη γαλαρία
Οι άλλοι κάτω στην πλατεία Βελούδο και υπεροψία Διαμάντια και καχυποψία Μα τι ζωή και στην πλατεία

Και πιο κάτω, στο ρεφρέν, με το «το ίδιο έργο ο σινεμάς» νομίζω πως δείχνει και την ηλικία των στίχων -λέει κανείς εικοσάχρονος σήμερα «ο σινεμάς»; (Μπορεί και να το λέει, πείτε μου).

Η γαλαρία λοιπόν του τίτλου βρίσκεται σε κινηματογράφο, εξώστη θα τη λέγαμε, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, πέρα από τις αίθουσες κινηματογράφου ή θεάτρου.

Η βασική σημασία της λέξης στα ελληνικά ήταν στοά, ιδίως στοά ορυχείου -σήραγγα δηλαδή υπόγεια και συνήθως όχι φυσική αλλά κατασκευασμένη από τον άνθρωπο, με υποστυλώματα κτλ. Αυτή είναι και η πρώτη σημασία που βρίσκουμε στα λεξικά. Υπάρχει κι ένα μυθιστόρημα, του κομμουνιστή συγγραφέα Κώστα Κοτζιά (αδελφού του Αλέξανδρου) που έχει τίτλο Γαλαρία Νο 7, και αφηγείται μια μεγάλη απεργία σε λιγνιτωρυχείο.

Η γαλαρία του τραγουδιού της Σώτιας Τσώτου είναι η δεύτερη σημασία της λέξης. Είναι ο εξώστης του κινηματογράφου ή του θεάτρου, πάνω από την πλατεία -στον εξώστη τα εισιτήρια συχνά είναι φτηνότερα και το κοινό πιο νεανικό, όπως λέει και το τραγούδι που ακούσαμε.

Κατ’ επέκταση, γαλαρία ονομάστηκαν επίσης οι τελευταίες θέσεις σε λεωφορεία και πούλμαν, οι οποίες επίσης είναι κάπως υπερυψωμένες σε σύγκριση με τις υπόλοιπες. Κι αν θυμάμαι καλά από τα σχολικά μου χρόνια, γαλαρία λέγαμε και τα τελευταία θρανία μέσα στην τάξη του σχολείου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 174 Σχόλια »

Μπατίρηδες επί μακρόν

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2022

Mε την ευκαιρία που ήρθαν προχτές εν πομπή και παρατάξει τα πρώτα Ραφάλ που αγοράσαμε από τη Γαλλία, ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν έγραψε το εξής τουίτ για να ευχαριστήσει τους καλούς του πελάτες: Σ’ ευχαριστώ αγαπητέ Κυριάκο για την εμπιστοσύνη προς τη Γαλλία και προς το κόσμημα της αεροναυπηγικής της βιομηχανίας, την εμπιστοσύνη προς την Ευρώπη της άμυνας που έχουμε αρχίσει να οικοδομούμε. (Merci cher Kyriákos pour cette confiance envers la France et son fleuron de l’aéronautique, envers l’Europe de la défense que nous sommes en train de bâtir).

Σε μια παρέα στο Φέισμπουκ, μια φίλη είχε βάλει σε κύκλο το bâtir, και σχολίασε χαριτολογώντας: Μπατίρης με την αγορά των Ραφάλ, λέει (κι αυτή τη λέξη από εμάς την πήρανε). Είπα κι εγώ για το τρένο (en train de…), είπε ένας άλλος για το τρένο των μπατίρηδων, γελάσαμε. Δικαιούται να γελάει όποιος πληρώνει τον λογαριασμό.

Βέβαια, εδώ έχουμε απλή ηχητική ομοιότητα. Καμιά σχέση δεν έχει το γαλλικό bâtir (χτίζω, οικοδομώ) με τον δικό μας μπατίρη. Μπορεί να μπατιρίσουμε οικοδομώντας την Ευρώπη της άμυνας και βοηθώντας τη γαλλική πολεμική βιομηχανία, αλλά αυτό δεν θα οφείλεται στην ετυμολογία.

Αλλά, μια και τ’ αναφέραμε, κι αφού έχουμε αφιερώσει φυσικά άρθρο για τα λεξιλογικά των Ραφάλ, ας πούμε μερικά ακόμα πράγματα για αυτά τα δυο μπατίρ του λογοπαιγνίου.

Το ελληνικό μπατίρ, ο μπατίρης εννοώ, είναι βέβαια δάνειο τουρκικό. Μπατίρης είναι ο φτωχός, ο αδέκαρος (και αφού χρησιμοποίησα αυτή τη λέξη, συνειδητοποιώ ότι δεκάρες δεν υπάρχουν εδώ και δεκαετίες, διότι είχαν πρακτικά χαθεί από την κυκλοφορία καμιά τριανταριά χρόνια πριν καταργηθεί επίσημα η δραχμή).

Ο μπατίρης, λένε τα λεξικά, σχηματίστηκε υποχωρητικά από το ρήμα «μπατίρω» (αν και σήμερα μάλλον μπατιρίζω είναι το ρήμα), το οποίο είναι δάνειο από το τουρκικό ρήμα batmak/batırmak, που η βασική του σημασία είναι «βυθίζομαι, βουλιάζω» αλλά και «δύω» (στα τούρκικα batı είναι η δύση, όπως θα έχετε προσέξει από τις αναφορές σε Batι Trakya, Δυτική Θράκη). Το τουρκικό ρήμα έχει πάει και τη σημασία «χρεοκοπώ», όπως και κάμποσες άλλες που δεν μας ενδιαφέρουν.

Ο δανεισμός πρέπει να έγινε από το ρήμα -απ’ όσο ξέρω δεν υπάρχει στα τουρκικά λέξη batιr με τη σημασία «μπατίρης, φτωχός».

Από το ίδιο τουρκικό ρήμα έχουμε κι άλλη μια λέξη στα ελληνικά, το ρήμα μπατάρω, το οποίο κράτησε την κυριολεξία του τουρκικού ρήματος, «βυθίζομαι, βουλιάζω». Πράγματι, το πλοίο που μπατάρει βυθίζεται, αλλά και ο μπατίρης βυθισμένος είναι, στα χρέη.

Ίσως είμαι επηρεασμένος από τα τραγούδια, αλλά νομίζω πως ο μπατίρης έχει μια χροιά συμπάθειας (και πιο πολύ βέβαια το μπατιράκι, όπως στο τραγούδι της Βουγιουκλάκη, τυχαίες είναι οι δυο ρίμες, δεν θα πω «Δικό σας συνάδελφοι»). Να ακούσουμε τον μπατίρη τον Λουκά (μουσική-τραγούδι Γρηγ. Μπιθικώτσης, στίχοι Κώστας Βίρβος) ως ιντερμέτζο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ευτράπελα, γαλλικά | Με ετικέτα: , , , , , | 205 Σχόλια »

Μανία για χαλκό

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2022

Ένα μικρό άρθρο σήμερα, απάντηση σε απορία φίλου τις προάλλες. Δημοσιεύουμε βεβαια κατά καιρούς, περίπου μια φορά το χρόνο, άρθρα με μαζεμένες απαντήσεις σε ερωτήσεις φίλων του ιστολογίου, αλλά εκείνες είναι πιο σύντομες. Εδώ, η έκταση της απάντησης δικαιολογεί ξεχωριστό άρθρο, έστω και μικρούτσικο.

Λοιπόν, τις προάλλες με ρώτησε ένας φίλος:
«Τι σχέση έχει η χαλκομανία με τον χαλκό; Μήπως χρησιμοποιούσαν χαλκό σε κάποιο στάδιο της κατασκευής; Και σε ποιο; Δεν το θεωρώ πιθανό και δεν βλέπω τη σχέση».

Και καλά κάνει και δεν βλέπει ποια σχέση έχει η χαλκομανία με τον χαλκό διότι καμιά σχέση δεν υπάρχει ανάμεσα στα δύο. Ούτε πραγματολογικη, ούτε ετυμολογική -ή μάλλον, υπάρχει σχέση παρετυμολογική.

Χαλκομανία, όπως λέει το Λεξικό, το ΛΚΝ συγκεκριμένα, είναι «εικόνα τυπωμένη σε διαφανή μεμβράνη και κολλημένη σε χαρτί, από όπου μπορούμε να τη μεταφέρουμε, με κατάλληλο τρόπο, σε άλλη λεία επιφάνεια».

Xαλκομανίες κολλάμε, ας πούμε, στα πασχαλινά αυγά ή στα τετράδιά τους οι μαθητές. Όταν ήμουν έφηβος, ήταν πολύ συνηθισμένες οι έγχρωμες χαλκομανίες που προσφέρονταν από τα εφηβικά (κυρίως τα κοριτσίστικα) περιοδικά και που μπορούσες να τις σιδερώσεις πάνω σε ρούχα, κυρίως φανελάκια, όχι πάντα με τέλειο αποτέλεσμα.

Και επειδή η χαλκομανία είναι πολύ λεπτή, ουσιαστικά δισδιάστατη, υπάρχει και η μεταφορική έκφραση «έγινε/τον έκανε χαλκομανία» όταν ας πούμε κάποιον τον πατήσει αυτοκίνητο ή όταν ένα αυτοκίνητο χτυπήσει σε τοίχο -η σχεδόν κυριολεξία της έκφρασης εμφανίζεται μόνο στα κόμικς όπου οι ήρωες που τους πατάει οδοστρωτήρας βγαίνουν πράγματι σαν χαλκομανίες,

Βρίσκω επίσης ότι «κάνω κάποιον χαλκομανία» σημαίνει «τον ξυλοφορτώνω άγρια». Δεν θυμαμαι να την έχω ακούσει σε κανονική χρήση, αλλά τη βρίσκω σε περισσότερα από ένα λεξικά.

Πού όμως βρίσκεται ο χαλκός σε όλα αυτά;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , | 147 Σχόλια »

Τη γραβιέρα τη φέρνει ο γερανός;

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2021

Παράξενο το ερώτημα του τίτλου -ξέρουμε δα πως ο γερανός ή πιο σωστά ο πελαργός φέρνει (ή δεν φέρνει) τα νεογέννητα παιδιά, τι σχέση έχει με το τυρί;

Κάποια σχέση έχει (ή δεν έχει) αλλά θα πρέπει να κάνετε λίγη υπομονή ώσπου να φτάσουμε ως εκεί. Όσο για παραπλανητικούς τίτλους, θα έχετε πια συνηθίσει σε αυτό το ιστολόγιο.

Τη γραβιέρα πάντως την αγαπώ πολύ. Και όταν, πριν από πολλά χρόνια, εγκαταστάθηκα στο εξωτερικό, έπαθα ένα μικρό σοκ όταν διαπίστωσα πως το τυρί που έξω λέγεται gruyère, λέξη που ολοφάνερα συγγενεύει με τη δική μας, μικρή σχέση έχει στη γεύση με τη γραβιέρα.

Βέβαια, συχνά συμβαίνει μια λέξη συγγενική με μιαν άλλη να δηλώνει εντελώς διαφορετικό πράγμα από αυτήν -πολλές φορές ακόμα και η ίδια λέξη μέσα στον χρόνο δηλώνει διαφορετικό πράγμα, ας πούμε διαφορετικόν καρπό.

Τις προάλλες λοιπόν στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το ερώτημα: η ομοιότητα των λέξεων που περιγράφουν τα δυο τυριά πώς συμβιβάζεται με την ανομοιότητα των δύο τυριών; Από τη συζήτηση αυτή αντλώ υλικό για το σημερινό άρθρο.

Μια άποψη, που βρισκει κανείς να επαναλαμβάνεται σε πολλά γευσιγνωστικά άρθρα του Διαδικτύου (παράδειγμα), είναι η εξής:

Ένας γεωπόνος, που θεωρείται και ο θεμελιωτής της τυροκομίας στη χώρα μας, ο Νικόλαος Ζυγούρης, επιχείρησε το 1914 να δημιουργήσει έναν βελτιωμένο τύπο ελληνικού σκληρού τυριού, με βάση τη συνταγή της περίφημης ελβετικής gruyère. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο ελληνικό τυρί τύπου γραβιέρας, στο “γαλακτοκομείο Λάππα” της Μανωλάδας, των τότε βασιλικών κτημάτων, με βασική διαφορά τη χρήση πρόβειου γάλακτος, αντί αγελαδινού. Τα επόμενα χρόνια, και μετά από αρκετούς πειραματισμούς, η παρασκευή του τυριού βελτιώθηκε στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, της οποίας ο Νικόλαος Ζυγούρης ήταν εμπνευστής και πρώτος διευθυντής, το 1917.

Στην πορεία των ετών, η γραβιέρα καθιερώθηκε στην ελληνική τυροκομία, απέκτησε ξεχωριστό χαρακτήρα από την ελβετίδα συνώνυμη και έγινε ένα διαφορετικό τυρί, που δίκαια κατατάσσεται πλέον στην τυροκομική μας παράδοση. Το όνομα “γραβιέρα” επικράτησε για τα τυριά με τον ίδιο τρόπο παρασκευής παντού στη χώρα, που έχουν, βέβαια, μικρές ή μεγαλύτερες διαφορές σε γεύση, υφή και σπανιότερα πρώτη ύλη (γάλα). Οι περιοχές, όμως, που έχουν πιστοποιηθεί ότι παράγουν γραβιέρα Π.Ο.Π. (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης) είναι μόνο τρεις: η Κρήτη, η Νάξος και τα Άγραφα. Όσον αφορά τα τελευταία, που η γραβιέρα τους είναι και δυσεύρετη, να πούμε και το εξής: το τυρί Αγράφων ήταν παλαιότερα το μόνο αξιόλογο σκληρό τυρί στην Ελλάδα και αυτό ακριβώς προσπάθησε να βελτιώσει, ώστε να εξαπλώσει την παραγωγή του ο Νικόλαος Ζυγούρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Σιδηροδρομικά μεζεδάκια

Posted by sarant στο 9 Οκτωβρίου, 2021

Μην ψάχνετε στην επικαιρότητα για να βρείτε την αιτία του σημερινού μας τίτλου. Δεν ξέρω να συνέβη κάτι συνταραχτικό ή έστω αξιοσημείωτο τις προηγούμενες μέρες που να αφορά τα τρένα. Ο σιδηρόδρομος του τίτλου δεν είναι σύγχρονος, αλλά αρχαίος. Πανάρχαιος.

Πόσο αρχαίος; Από τον καιρό των Νεάντερταλ -διότι η αρχαιολογική σκαπάνη, όπως λέει το κλισέ, έφερε στο φως ίχνη σιδηροδρόμου μέσα σε σπηλιά της εποχής των Νεάντερταλ.

Κι αν δεν με πιστεύετε, δείτε τι έγραψαν διάφοροι ιστότοποι, ακόμα και απ’ αυτούς που θεωρούνται έγκυροι.

Σε μια σπηλιά λοιπόν στο Γιβραλτάρ, με ίχνη κατοίκησης εδώ και 40.000 χρόνια, «οι ερευνητές βρήκαν κατάλοιπα λύγκα, ύαινας και γρύπα, καθώς και έναν μεγάλο σιδηρόδρομο».

Σιδηρόδρομο, και μάλιστα μεγάλο; Να θυμίσουμε ότι στο Γιβραλτάρ ήταν οι Ηράκλειες στήλες. Φαίνεται πως ο πρόγονός μας είχε μείνει για πολύ καιρό εκεί και, μεταλαμπαδεύοντας τα φώτα του προκατακλυσμιαίου ελληνικού πολιτισμού, είχε εγκαταστήσει και την πρώτη σιδηροδρομική γραμμή της ιστορίας!

Όλα από μας τα πήρανε, αυτό είναι γνωστό, αλλά ίσως δεν έγιναν ακριβώς έτσι τα πράγματα.

Στην πραγματικότητα, ο σιδηρόδρομος υπάρχει μονάχα στη φαντασία του συντάκτη που ανέλαβε τη μετάφραση του άρθρου. Διότι, αν ανατρέξουμε στο πρωτότυπο, ή μάλλον σε ένα αγγλόφωνο άρθρο που ίσως χρησίμευσε ως βάση, διαβάζουμε:

On its floor, they found the remains of a Griffon vulture, a hyena and a lynx, animals fully capable of climbing up into the chamber. But they also found the shell of a dog whelk—a type of sea snail, which the researchers note would not have been able to climb up into the chamber. This, they note, suggests something carried it up there.

Λύγκας υπάρχει, ύαινα υπάρχει, κάτι που θα μπορούσε να αποδοθεί γρύπας υπάρχει, αλλά πού είναι ο μεγάλος σιδηρόδρομος;

Όλα δείχνουν ότι το dog whelk μεταφράστηκε «σιδηρόδρομος»! Αλλά το whelk είναι εκείνο το θαλάσσιο σαλιγκάρι που έχει κωνικό κοχλιωτό κέλυφος, που νομίζω ότι λέγεται «βούκινο» σε ορισμένα μέρη. Το πώς από το dog whelk φτάσαμε στον σιδηρόδρομο φαίνεται εξωφρενικό, αλλά εγώ άλλη εξήγηση δεν βρίσκω. Αν βρείτε εσείς στο αγγλικό άρθρο κάτι άλλο που να μπορεί να έδωσε την απόδοση «σιδηροδρομος», πείτε μου.

Πάντως, τουλάχιστον η Ναυτεμπορική διόρθωσε το λάθος, διότι έγινε αρκετή πλάκα στο Φέισμπουκ και στο Τουίτερ, κι έτσι τώρα το επίμαχο άρθρο περιορίζεται αιδημόνως στο: Κατά μήκος της επιφάνειάς του, οι ερευνητές βρήκαν κατάλοιπα λύγκα, ύαινας και γρύπα.

Βέβαια, και ο γρύπας είναι λάθος. Διότι ο γρύπας είναι μυθικό ζώο, με σώμα λιονταριού και κεφάλι και φτερά αετού, οπότε είναι αδύνατο να βρέθηκαν υπολείμματα γρύπα!

Στα αγγλικά, Griffon vulture είναι ένα απολύτως υπαρκτό πτηνό, το όρνιο. Το ακούς, βρε όρνιο;

* Και πριν προχωρήσουμε στα επόμενα μεζεδάκια, να παραθέσω ένα στιχούργημα που το εμπνεύστηκε ο φίλος Γιάννος Ευπραξιάδης μας ο Ακίνδυνος προχτές στο Τουίτερ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γεωγραφία, Γλωσσικά δάνεια, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , , , | 328 Σχόλια »

Σειρές και σίριαλ

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2021

Σειρές υπάρχουν πολλών ειδών. Υπάρχουν οι σειρές των μαθηματικών, που κάποτε τις ήξερα καλά μα τις έχω σχεδόν ολότελα ξεχάσει. Οι φαντάροι ανήκουν ο καθένας σε μια σειρά, μαζί με όσους κατατάχτηκαν τις ίδιες μέρες, την ΕΣΣΟ -εξού και η προσφώνηση «ρε σειρά» ή «ρε σειρούλα». Σειρές υπάρχουν και στη μουσική, στη σειρά μπαίνουν οι στρατιώτες και οι μαθητές, όταν θέλουμε να εξηγήσουμε κάτι παίρνουμε τα πράγματα με τη σειρά, ενώ παλιά έλεγαν πως ο τάδε παντρεύτηκε την τάδε «που δεν είναι της σειράς του».

Αλλά στο άρθρο αυτό, θα το καταλάβατε από τον τίτλο, όταν λέω για σειρές εννοώ τις σειρές που βλέπουμε. Αν το άρθρο το έγραφα πριν από δέκα χρόνια, θα έλεγα «τις σειρές που βλέπουμε στην τηλεόραση» ή «τις τηλεοπτικές σειρές», δηλαδή τα σίριαλ, και οι δυο λέξεις θα ήταν συνώνυμες ή περίπου. Σήμερα, νομίζω πως οι δυο λέξεις δεν είναι συνώνυμες, τουλάχιστον για τους νεότερους χρήστες, που κάνουν σαφή διάκριση.

Η λέξη «σίριαλ» μπήκε στην ελληνική γλώσσα στο γύρισμα της δεκαετίας του 1970, όταν άρχισαν να προβάλλονται στην νεαρή τότε ελληνική τηλεόραση με τα δυο κανάλια οι πρώτες σειρές σε συνέχειες, Ο Άγνωστος πόλεμος ή η Γειτονιά από τις ελληνικές και διάφορες ξένες, Ταξίδι στ΄αστέρια, Μπονάντσα ή το Μικρό σπίτι στο λιβάδι. Tότε στις εφημερίδες έγραφαν «σήριαλ», αφού το ήτα υποτίθεται ότι μετέφερε το μακρό του αγγλ. serial. Μακρότητα βεβαίως υπήρχε σε εκείνα τα παλιά σίριαλ που διαρκούσαν και διαρκούσαν, οπότε η λέξη πήρε και μεταφορική σημασία για κάθε ζήτημα που χρονίζει, που παρατείνεται υπερβολικά και αδικαιολόγητα: Σίριαλ κατάντησε αυτή η υπόθεση!

Τον καιρό που πρωτάρχισα να ασχολούμαι με την ετυμολογία, νόμιζα ότι η λέξη «σίριαλ» είναι αντιδάνειο, αφού το αγγλικό serial προέρχεται από το αγγλ. series, και ήμουν σίγουρος, χωρίς ανάγκη να ανοίξω λεξικό, ότι το series είναι δάνειο από το ελληνικό.

Ίσως έχετε κι εσείς την ίδια εντύπωση, αφού «όλα από εμάς τα πήραν», αν όμως ανοίξουμε το λεξικό θα δούμε ότι δεν είναι έτσι.

Η σειρά είναι αρχαία, ανάγεται σε αμάρτυρο τύπο *σερ-jά (με αντέκταση) από ινδοευρ. ρίζα *twer-ja, που συνδέεται με λιθουαν. tveriu «τυλίγω, σφίγγω», ενώ, λέει το λεξικό του Μπαμπινιώτη, «δεν ευσταθεί φωνητικά η προσπάθεια για σύνδεση με τα συνώνυμα λατιν. sero και αρχ. είρω -με δασεία, πρβλ. ειρμός.

Από την άλλη, το αγγλ. serial ανάγεται στο λατινικό series, από το ρήμα serere, που σημαίνει «ενώνω, συνδέω» και που ανήκει στην ίδια ινδοευρ. ετυμολογική οικογένεια με τον δικό μας «ειρμό» και με το ρήμα «είρω», όχι όμως και με τη σειρά.

Οπότε, το series δεν έχει ελληνική αρχή κι έτσι το σίριαλ δεν είναι αντιδάνειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά δάνεια, Διαδίκτυο, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , | 230 Σχόλια »