Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά στιγμιότυπα’ Category

Αντιζολώτας

Posted by sarant στο 11 Απριλίου, 2019

Οι περισσότεροι θα έχετε ακούσει κάτι για τις δυο ομιλίες του Ξενοφώντα Ζολώτα στις οποίες μίλησε αγγλικά χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά λέξεις ελληνικής προέλευσης. Ίσως να μην τις θυμάστε, ίσως να μην ξέρετε πότε τις εκφώνησε, αλλά θα τις έχετε σίγουρα ακουστά.

Για ένα γλωσσικό ιστολόγιο, θα ήταν ασυγχώρητη παράλειψη να μην έχουμε ασχοληθεί με τις ομιλίες αυτές. Φυσικά, έχουμε βάλει σχετικό άρθρο, και μάλιστα πριν από εννιά χρόνια. Τα παλιά άρθρα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον συνηθίζω να τα αναδημοσιεύω, αλλά αυτό ειδικά δεν το έχω ξαναβάλει. Σήμερα θα επισκεφτούμε ξανά το ίδιο θέμα αλλά από μιαν άλλη σκοπιά.

Οι δυο ομιλίες του Ζολώτα, έτσι κι αλλιώς, επανέρχονται συχνά στην (καφενειακή) συζήτηση περί τα γλωσσικά. Όχι για να επαινεθεί ο οίστρος ενός κοφτερού μυαλού, που διάλεξε αυτόν τον τρόπο για να ξυπνήσει τα φιλελληνικά αισθήματα των ισχυρών της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά, δυστυχώς, για να υποστηριχτούν αντιεπιστημονικές αγλωσσολόγητες θέσεις για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας. Πολύ πρόσφατα, σε ένα εντυπωσιακά βλακώδες άρθρο του in.gr διαβάσαμε μάλιστα  για τη «μαγική ομιλία» του Ζολώτα.

Αν και, τώρα που το ξανασκέφτομαι, ο χαρακτηρισμός «μαγική» δεν είναι και τόσο άστοχος, αφού εκφράζει σωστά τη σχέση των περισσότερων ελληνοβαρεμένων με την ελληνική γλώσσα γενικά και με την ομιλία αυτή ειδικότερα. Θεωρούν τα αρχαία ελληνικά σαν είδος ξόρκι, όπως οι παλιοί Ποσειδωνιάτες, και ανοίγουν διάπλατα το στόμα και στην παραμικρή αρχαιοελληνικούρα, όσο ασύνταχτη ή ακατανόητη κι αν είναι.

Με την ομιλία Ζολώτα, η μαγεία πιάνει και για τα ελληνογενή αγγλικά. Πολύ χαρακτηριστικά, από το κείμενο της δεύτερης ομιλίας που διακινούν οι διάφοροι ελληνοβαρεμένοι λείπουν μια καίρια λέξη και μάλιστα στην αρχή.

Πράγματι, στο παραπάνω ανόητο άρθρο του in.gr όπως και σε πολλούς άλλους ιστότοπους θα βρείτε τη φράση: ….that we should agonize the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

Αυτό δεν βγάζει νόημα, βέβαια. Λείπει μια λέξη: …that we should agonize between the Scylla of numismatic plethora and the Charybdis of economic anaemia.

Aυτή την έλλειψη του κειμένου τόσον καιρό κανείς δεν την έχει πάρει χαμπάρι -και δεν την έχει πάρει χαμπάρι διότι όσοι το διάβασαν δεν προσδοκούσαν να βγάλουν νόημα αλλά αρκούνταν στο να νανουρίζονται ακούγοντας λέξεις που μοιάζουν αρχαίες ελληνικές.

Οι ομιλίες Ζολώτα είναι γραμμένες με αγγλικές λέξεις αλλά πολύ αμφιβάλλω αν είναι κατανοητές από μη ελληνομαθείς Άγγλους φυσικούς ομιλητές. Ο λόγος είναι ότι, για να μπορέσει να ανταποκριθεί στο στοίχημα που είχε βάλει με τον εαυτό του, δηλ. να χρησιμοποιήσει μόνο λέξεις ελληνικής προέλευσης με εξαίρεση ορισμένα άρθρα, συνδέσμους, επιρρήματα και βοηθητικά ρήματα, ο Ζολώτας αναγκάστηκε να ρίξει τα δίχτυα του στα πολύ βαθιά νερά της αγγλικής γλώσσας -και θα ξέρετε βέβαια ότι στις αβύσσους κατοικούν όντα που μας φαίνονται τερατόμορφα.

Για να το δούμε αυτό, ας πάρουμε την πρώτη-πρώτη ημιπερίοδο της πρώτης ομιλίας:

Kyrie, I eulogize the archons of the Panethnic Numismatic Thesaurus and the Ecumenical Trapeza

To Kyrie είναι σύντομη μορφή του Kyrie eleison και χρησιμοποιείται μόνο σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα για ένα κομμάτι της θείας λειτουργίας. Η λέξη archon χρησιμοποιείται κυρίως για τους επώνυμους άρχοντες της αρχαίας Αθήνας. Η λέξη panethnic που υποτίθεται ότι σημαίνει International δεν υπάρχει στο OED, το μεγαλύτερο λεξικό της αγγλικής γλώσσας -και δεν είναι σημασιολογικά διαφανής για έναν Αγγλοσάξονα. Το numismatic υπάρχει βέβαια, αλλά αναφέρεται κυρίως στη συλλογή νομισμάτων σαν χόμπι και όχι στη νομισματική πολιτική. Η βασική σημασία της λέξης thesaurus είναι στη λεξικογραφία για ένα ειδικό είδος λεξικού όπου τα λήμματα ομαδοποιούνται κατά θεματικές ενότητες, σαν το Roget’s Thesaurus ενώ στην πληροφορική σημαίνει μια ιεραρχημένη λίστα από λέξεις-κλειδιά. Ο μορφωμένος Βρετανός μόνο αυτές τις σημασίες ξέρει, αν τις ξέρει. Σε καμιά περίπτωση δεν χρησιμοποιείται η λέξη για χρήματα και ταμεία. Τέλος, η λέξη Trapeza δεν υπάρχει, ούτε αυτή, στο OED. Υπάρχει η λέξη trapeze, που όμως είναι η δοκός των ακροβατών με τα σκοινιά που κρέμεται από την οροφή του τσίρκου.

Επομένως, τις ομιλίες του Ζολώτα αξίζει να τις δούμε μόνο σαν παιχνίδι με τις λέξεις, αφού είναι κατανοητές μόνο από λίγους αγγλομαθείς Έλληνες.

Αν τα κείμενα του Ζολώτα τα δούμε σαν γλωσσική άσκηση, είναι απολαυστικά· αν θελήσουμε να βγάλουμε συμπεράσματα, φοβάμαι πως θα πέσουμε έξω. Για να φέρω ένα αντιπαράδειγμα: εξαιρετική γλωσσική άσκηση από ένα πολύ κοφτερό μυαλό είναι τα κείμενα του Ζορζ Περέκ, ο οποίος κατάφερε (το θηρίο!) να γράψει κοτζάμ μυθιστόρημα εκατοντάδων σελίδων (La disparition) χωρίς να χρησιμοποιήσει ούτε μία φορά το συχνότερο γράμμα της γαλλικής γλώσσας, το e! Μένουμε έκθαμβοι για το κατόρθωμα, αλλά τάχα στέκει να συμπεράνουμε απ’ αυτό πως το γράμμα e είναι περιττό στα γαλλικά;

Έπειτα, το όντως μεγάλο ποσοστό ελληνογενών λέξεων της αγγλικής γλώσσας είναι ελαφρώς παραπλανητικό με την έννοια ότι οι περισσότερες από τις λέξεις αυτές είναι σπάνιες. Με μια στατιστική που είχα κάνει, και που ίσως την παρουσιάσω κάποτε, καμιά από τις 100 συχνότερες λέξεις της αγγλικής γλώσσας δεν είναι ελληνικής αρχής. Αν πάμε στις 1000 συχνότερες, βρίσκουμε περί τις 48 ελληνογενείς λέξεις.

Κι έπειτα, υπάρχει και η αντίθετη όψη του νομίσματος· μπορεί η ελληνική να έχει μπολιάσει τις γλώσσες όλου του κόσμου (και ιδίως τις ευρωπαϊκές) με πλήθος λέξεις, έχει όμως κι αυτή μπολιαστεί με τη σειρά της, κάτι που καμιά φορά το ξεχνάμε. Διασκεδαστικό βρίσκω ένα εγχείρημα παρόμοιο με του Ζολώτα αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση, από τον γνωστό συγγραφέα Νίκο Δήμου, που το ξεσηκώνω από το Ειρωνικό νεοελληνικό λεξικό του:

Έλληνας (ο από 3.000 ετών): Ο τυπικός Ρωμιός είναι λεβέντης, μερακλής, τσίφτης, ασίκης, χουβαρντάς, ντόμπρος, μάγκας, βλάμης, μπεσαλής και καπάτσος. Καμιά φορά τεμπέλης, το ρίχνει στο χουζούρι και στο ραχάτι – μαχμουρλής, στο ντιβάνι, κοιτάει το ταβάνι. Του αρέσει ο παράς, το μπαξίσι, το κέφι και το γλέντι. Άμα τον πιάσει ο σεβντάς ή ο νταλγκάς για καμιά νταρντάνα, γίνεται νταής (μπελάς, ο γρουσούζης!) και άμα τον χτυπήσει ντέρτι και σεκλέτι, γίνεται μπεκρής και τον πονάει ο ντουνιάς.

Όπως επισημαίνει ο Ν. Δήμου, όλα τα ουσιαστικά και τα επίθετα του κειμένου (εκτός από το «τυπικός» και το «καμιά φορά», προσθέτω εγώ) είναι ξένα δάνεια. Είκοσι πέντε τουρκικά, τρία αλβανικά, δύο ιταλικά και ένα σλαβικό.

Θα αντιτείνετε ίσως ότι στο κείμενο του Δήμου τα ρήματα είναι ελληνοπρεπή –και θα συμφωνήσω. Πράγματι, τα ελληνικά δεν έχουν δανειστεί πολλά ρήματα, πράγμα που εξηγείται από τη δομή της γλώσσας· ωστόσο, εύκολα μπορούμε να κάνουμε ακόμα πιο ξενικό το κείμενο, αλλάζοντας λογουχάρη το «του αρέσει» με το ιταλοφερμένο «γουστάρει», ή το «κοιτάζει» με το τουρκοφερμένο «χαζεύει» αν και για να αντικατασταθούν όλες οι αυτόχθονες λέξεις θα πρέπει μάλλον να ανατρέξουμε σε μικρασιατικά ή σε παλιά επτανησιακά ιδιώματα, όπου υπάρχουν άφθονα δάνεια ρήματα, από τα τουρκικά και τα ενετικά αντιστοίχως. Από την άλλη πλευρά, το κείμενο του Νίκου Δήμου είναι –θα συμφωνήσετε, πιστεύω– εντελώς κατανοητό από οποιονδήποτε Έλληνα το διαβάσει και όλες οι λέξεις που χρησιμοποιεί υπάρχουν στην κοινή χρήση και στα κοινά λεξικά, π.χ. στο ΛΚΝ.

Πρόσφατα, στην ομάδα Υπογλώσσια, ο Χρήστος Μασμανίδης, που έχει μάτι που κόβει και μεγάλο ενδιαφέρον για τη γλώσσα αν και δεν έχει κάνει ειδικές σπουδές, έφτιαξε ένα ακόμα εκτενέστερο κείμενο. Παρά τον τίτλο που δίνω στο άρθρο, δηλαδή Αντιζολώτας, πρέπει να πω ότι ο Χρ.Μ. δεν διεκδίκησε τέτοιες δάφνες, ούτε καν  παρουσίασε το κείμενό του ως απάντηση στις ομιλίες Ζολώτα. Εγώ σκέφτηκα να βάλω τον τίτλο αυτό, και τον εννοώ αντίστροφα και όχι αντίθετα.

Το αντίστροφο λοιπόν λεκτικό παιχνίδι του Χρήστου Μασμανίδη:

Μιλώ …ελληνικά!

Έκανα μπάνιο, φόρεσα κάλτσες, παπούτσια, φόρμες και το σπορ μπουφάν.
Πήρα απ’ το ντουλάπι της κουζίνας το μπρίκι, έψησα καφέ και ήπια δυο τζούρες.
Σερφάρισα στο λάπτοπ και μετά σκούπισα τη μοκέτα κι έκανα φασίνα στο παρκέ. Άνοιξα την πόρτα κι έκανα και τις σκάλες.

Πήγα στον μανάβη και ψώνισα ντομάτες, πατάτες, μελιτζάνες και μπρόκολα, στο χασάπη μπριζόλες και κιμά. Είχε μποτιλιάρισμα. Από τα κορναρίσματα και τη φασαρία τα πήρα στο φουλ.

Γύρισα στο μαγαζί και σκούπισα το μπαρ και τα μπουκάλια στα ράφια, τα κάδρα και τα σποτάκια. Δυο τακίμια κουβέντιαζαν ενώ έξω σηκώθηκε μπουρίνι, οχτώ μποφώρ. Μάζεψα την τεντα. Σενιάρισα πολυθρόνες, σκαμπό, καρέκλες, ρεσώ, τασάκια και με Άζαξ εκανα τα τζάμια. Τότε αριβάρησε φουριόζα η γκόμενα του ενός από τ’ αλάνια και τον μπινελίκωσε: «Είσαι μπεκρής, μπερμπάντης και χαραμοφάης!» Έγινε σαματάς και τζερτζελές. Αυτή του έσκισε την μπλούζα κι αυτός της χαλασε το φερμουάρ απο το παντελόνι. Τότε εκείνη του έριξε μερικές με την τσάντα και καναδυό ομπρελιές. Στο φινάλε όμως καλμαρισαν και ήπιαν μπίρες.

Μετά ήρθε ένας μάστορας κι ένας ντεκορατέρ με ένα πλάνο για το ντιζάιν του μαγαζιού. Είχε γούστο το κόνσεπτ, αλλά τελικά μπλοκάρισα το πρότζεκτ επειδή ήταν μεγάλο το μπάτζετ.

Ο μάστορας μου εκανε κατι τζιριτζάντζουλες αλλά τον τουμπέκιασα και του’πα να αμπαλάρει πάλι τα κατσαβίδια, τις τανάλιες, τις πένσες, τα σκαρπέλα και τα ρέστα. Τα έβαλε στο βαλιτσάκι του και είπε αντίο.

Το μεσημέρι χλαπάκιασα ντολμαδάκια και ρούφηξα μια μποτίλια τσίπουρο.

Μετά έκανα ζάπινγκ στα κανάλια, στον καναπέ, και αφού μπούχτισα την έπεσα στο ντιβάνι με μια κουβέρτα.
Κοιμήθηκα λίγο. Μετά πήγα στο μπανιο και έκανα ντουζ. Σκουπίστηκα με την πετσέτα, έβαλα κρέμες και κολόνιες, φορεσα κουστούμι, γραβάτα, γιλέκο και μοντέρνα, στυλάτα μανικετόκουμπα.

Τράβηξα την κουρτίνα και βγήκα στο μπαλκόνι. Ακούμπησα στα κάγκελα και χάζευα τον δρόμο. Κιαλάρησα δυο τσούπες με δυο μάγκες στο σοκάκι που σουλατσάρανε στο καλντερίμι.

Πήγα στο ραντεβού στρεσαρισμένος. Πρώτα καφετέρια και μετά σινεμά.

Το νεο μου φλερτ είχε στυλ και χιούμορ με γουστόζικες ατάκες και φινέτσα. Μετά το σινεμά πήγαμε στο κλαμπ και ήπιαμε κονιακ καπνίζοντας εγώ πούρο κι εκείνη τσιγάρα. Είχε λιγο ντουμάνι αλλά τα ντεσιμπέλ με εξιτάρανε και ανεβήκαμε στην πίστα. Κάναμε σπέσιαλ φιγούρες σε ρυθμούς λάτιν.

Καταλήξαμε σ’ ενα μοτέλ. Ο μπαγάσας ο ρεσεψιονίστας μας μπάνιζε σαν ρουφιάνος. Ανεβηκαμε στη σουίτα με το ασανσέρ,

Εμεινα εγώ με το σλιπ και αυτή με το στριγκ. Έπαθα αμόκ,  τα ‘σκισα και κάναμε σεξ.

Περίπου 400 λέξεις από τις οποίες όλα τα ουσιαστικά και τα περισσότερα επίθετα είναι ξένα δάνεια, όπως και λιγοστά ρήματα. Υπάρχουν μερικά αντιδάνεια, βέβαια, αλλά κι αυτά δάνεια είναι. Κάποιες λέξεις είναι της αργκό, αλλά καμιά δεν είναι πολύ δυσνόητη -ο Χρ.Μ. είχε κάπου «ζάντζες», που είναι ιδιωματικό της Δυτικής Ελλάδας, και το άλλαξα σε «τζιριτζάντζουλες». Πρόσθεσα επίσης κάμποσα δικά μου -ελπίζω να μην το παράκανα. Πάντως είναι αρκετά εύκολο να προσθέσουμε κι άλλα ξενόφερτα ουσιαστικά: φαγητά, σύνεργα και έπιπλα, είδη ένδυσης και υπόδησης.

Θα παραδεχτώ ότι το κείμενο του Μασμανίδη μιλάει για πεζά και ευτελή πράγματα της καθημερινότητας, ενώ του Ζολώτα κινείται στις υψηλές σφαίρες της οικονομίας.

Από την άλλη, το κείμενο του Μασμανίδη το καταλαβαίνουν σχεδόν όλοι οι ενήλικοι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής -ενώ τις ομιλίες του Ζολώτα σχεδόν κανείς φυσικός ομιλητής της αγγλικής. Κάτι είναι κι αυτό.

 

Posted in Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικά ευτράπελα, Λογολογία | Με ετικέτα: , , , , | 168 Σχόλια »

Το κρυφό τσιμπούσι, ο πρώτος γλωσσικός μύθος

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2017

Οι γλωσσικοί μύθοι είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου μας, και όχι άδικα αφού το Διαδίκτυο αποτελεί, δυστυχώς, προνομιακό χώρο διάδοσης των κάθε λογής μύθων, μαζί και των γλωσσικών, στους οποίους εμείς οι Έλληνες έχουμε μιαν ευπάθεια.

Ωστόσο, ο μύθος που θα δούμε σήμερα γεννήθηκε πολλές δεκαετίες πριν από το Διαδίκτυο, κατά πάσα πιθανότητα αρκετές δεκαετίες πριν και από τον «μύθο της μίας ψήφου«, που χρονολογείται μάλλον από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το σημερινό άρθρο θα μας φέρει πιο πίσω, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Όσοι συζητούν σήμερα για το γλωσσικό ζήτημα, δύσκολα μπορούν να συλλάβουν την οξύτητα που είχε προσλάβει στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα η γλωσσική αντιπαράθεση. Η Ελλάδα μάλιστα έχει τη θλιβερή διάκριση να έχει θρηνήσει νεκρούς ύστερα από διαδηλώσεις που είχαν ως αφορμή το γλωσσικό ζήτημα, εννοώ τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903.

Για να θυμίσω τους όρους, Ευαγγελικά είναι οι ταραχές που ξέσπασαν με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη στην εφημ. Ακρόπολις, ενώ Ορεστειακά οι αντίστοιχες ταραχές όταν ανεβηκε η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση. Για να περιοριστούμε στα Ευαγγελικά, που έθεταν και το πιο σύνθετο πρόβλημα, εφόσον άγγιζαν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη θρησκεία, πρέπει να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί, με ενθάρρυνση της βασίλισσας Όλγας, μια μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τη γραμματέα της, την Ιουλία Καρόλου, σε απλή καθαρεύουσα. Η μετάφραση αυτή συνάντησε τις αντιρρήσεις της Ιεράς Συνόδου, τελικά εκδόθηκε σε 1.000 αντίτυπα το 1900 που μοιράστηκαν σε νοσοκομεία κτλ. και γενικά πέρασε απαρατήρητη.

Δεν έγινε το ίδιο με τη μετάφραση του Πάλλη, που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ακρόπολι του πρωτοπόρου Βλάση Γαβριηλίδη -όχι μόνο επειδή ο Πάλλης χρησιμοποιούσε ανόθευτη, ψυχαρική δημοτική -«μαλλιαρή» με την ορολογία της εποχής- αλλά και διότι οι άλλες εφημεριδες βρήκαν την ευκαιρία να χτυπήσουν την ανταγωνίστριά τους κι έτσι εξαπέλυσαν εκστρατεία εναντίον του «ατοπήματος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικοί μύθοι, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 236 Σχόλια »

Η γαλή δεν είναι γάτα

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2015

Ανάμεσα στα χαρτιά που στοιβάζονται πάνω στο γραφείο μου υπήρχε, και σε πρόσφατο τεκτονικό σεισμό ήρθε στην επιφάνεια, ένα γράμμα που μου είχε στείλει φίλος δικηγόρος, φανατικός πολέμιος των νέων τεχνολογιών (φανταστείτε: δεν έχει καν μέιλ) στο οποίο εκθέτει ένα μικρογλωσσικό στιγμιότυπο που το βρίσκω ενδιαφέρον για το σημερινό μας θέμα -και ταυτόχρονα δίνω μια (μακρινή) πάσα για μελλοντικό (μακρινό) άρθρο.

Λέει ο φίλος μου στο γράμμα του: Να τι μπορείς να πάθεις όταν είσαι αφηρημένος και λειτουργείς μηχανικά. Σε Αγωγή κατά την ειδική διαδικασία άρθρου 681 Α ΚΠολΔ, ο εναγόμενος οδηγός είχε ισχυρισθεί συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος, ότι δηλαδή φρενάρισε ξαφνικά διότι πετάχτηκε μπροστά του μια γάτα. Όταν ο Δικαστής Σ… [παραλείπεται μειωτικός χαρακτηρισμός] μελετούσε τη Δικογραφία, είχε μπροστά του αφενός τις Προτάσεις του, όπου ο πληρεξούσιός του Δικηγόρος είχε γράψει για «γαλή», και αφετέρου τα Πρακτικά της Δίκης, όπου η μάρτυρας  είχε καταθέσει για «μια γάτα». Αφηρημένος, και ενεργώντας μηχανικά, απέρριψε τον ισχυρισμό με το σκεπτικό ότι επρόκειτο για… γάτα και όχι για γαλή!

Επιπλέον, ο φίλος μου στέλνει φωτοτυπία από το έγκριτο Νομικό Βήμα (τόμος 31, σελ. 260) όπου περιγράφεται η υπόθεση. Μεταφέρω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Νομικά | Με ετικέτα: , , | 187 Σχόλια »

Χάσμα μέγα ηνεώγη

Posted by sarant στο 14 Ιουλίου, 2013

gavr6444… που σημαίνει «μεγάλο χάσμα ανοίχτηκε» -αυτό το περίεργο ‘ηνεώγη’ είναι παθητικός αόριστος του ανοίγω, σπανιότερος από τον τ. «ηνεώχθη», που επίσης είναι βαρύς καθαρευουσιάνικος, θέλει και μιαν ασελγή υπογεγραμμένη κάτω απ’ το ωμέγα. Μάλιστα, στην αρχαία γραμματεία μόνο το «ηνεώχθη» βρίσκουμε, όχι το «ηνεώγη», που πάντως το χρησιμοποιεί ο Βιζυηνός στο Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (Η θύρα μου ηνεώγη μετά πατάγου και πρώτος εισήλθεν ο αδελφός μου). Ίσως δεν είναι τυχαία η επιλογή του σπάνιου τύπου, μια και ο αρθρογράφος θέλει ακριβώς να τονίσει το μέγα χάσμα που είχε ανοιχτεί ανάμεσα στη γλώσσα του λαού και στη γλώσσα που μεταχειρίζονταν οι διανοούμενοι -τα κινέζικα, όπως τα λέει.

Ο αρθρογράφος είναι ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες δημοσιογράφους και εκδότες, ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920), που γεννήθηκε στην Πόλη και σπούδασε στη Λιψία, αλλά ευτυχώς κυνηγήθηκε από τις οθωμανικές αρχές για τα άρθρα του και κατέφυγε στην Αθήνα, όπου έφερε επανάσταση στην ελληνική δημοσιογραφία, εκδίδοντας, ανάμεσα στα άλλα, την εφημ. Ακρόπολις, από το 1883 αν δεν κάνω λάθος μέχρι τη μέρα του θανάτου του. (Στη συνέχεια η εφημερίδα έκλεισε, και ξαναβγήκε το 1929 από άλλους, που αγόρασαν τον τίτλο). Η Ακρόπολις κυκλοφορεί και σήμερα, αλλά φυτοζωεί. Μεταπολεμικά ήταν προπύργιο της συντήρησης, αλλά επί Γαβριηλίδη η Ακρόπολις ήταν φορέας προόδου και ανανέωσης, μεταξύ άλλων και στο γλωσσικό. Τουλάχιστον δυο φορές έσπασαν οι εθνικόφρονες τα γραφεία της κι ο ίδιος ο Γαβριηλίδης υπέστη διώξεις.

Το κείμενο που θα παρουσιάσω σήμερα είναι μάλλον παρμένο από ένα ή δύο κύρια άρθρα του Γαβριηλίδη γραμμένα περί το 1888. Εγώ το βρήκα στον 4ο τόμο των Απάντων του Τριανταφυλλίδη (σελ. 184), χωρίς βιβλιογραφική αναφορά και χωρίς σαφείς ενδείξεις αν πρόκειται για ένα ή δύο άρθρα. Δεν υπήρχε ολόκληρο στο Διαδίκτυο, αποσπάσματά του μόνο. Συμπλήρωσα και ένα απόσπασμα που έλειπε από τον Τριανταφυλλίδη, και που το βρήκα σε άλλη πηγή, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν είναι πλήρες το κείμενο ή σωστά μεταφερμένο, αφού δεν έχω δει το πρωτότυπο. Πάντως, αξίζει να διαβαστεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Εφημεριδογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , | 43 Σχόλια »

Ο αυτηγός άνοιξε ένα ταριχηρό

Posted by sarant στο 22 Οκτωβρίου, 2012

Πάω στοίχημα, έχετε άγνωστες λέξεις στον τίτλο. Κι εγώ είχα. Αν δοκιμάσετε το γκουγκλ, η πρώτη από αυτές δεν γκουγκλίζεται καθόλου, και πολύ λογικό άλλωστε (αν και σε λίγο θα αρχίσει να γκουγκλίζεται εξαιτίας αυτού του άρθρου που διαβάζετε), ενώ η δεύτερη υπήρχε στα αρχαία ελληνικά.

Το τι υποτίθεται πως σημαίνουν οι λέξεις «αυτηγός» και «ταριχηρό» θα το δούμε παρακάτω, αλλά προσπαθήστε να μαντέψετε.

Οι δυο αυτές περίεργες ή ανύπαρκτες λέξεις, μαζί με μία ακόμα, προτάθηκαν πριν από 90 περίπου χρόνια από τον θεμελιωτή της ελληνικής γλωσσολογίας, τον Γ. Χατζιδάκι, σε ένα άρθρο του, για να αντικαταστήσουν ισάριθμες ξένες λέξεις. Κανείς από τους χατζηδακικούς νεολογισμούς δεν έπιασε, μάλιστα κατά πάσα πιθανότητα ούτε καν δοκιμάστηκε, αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι και οι τρεις «εξοβελιστέες» ξένες λέξεις δεν είχαν κοινή μοίρα.

Το άρθρο του Χατζιδάκι δημοσιεύτηκε στο «Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος» του 1923 και μου το έστειλε μια καλή φίλη του ιστολογίου. Διατηρώ την ορθογραφία του, πλην μονοτονικού. Η καθαρεύουσα θα μας δυσκολέψει λίγο, σε ένα σημείο γίνεται και αρχαία. Για παράδειγμα, το «ή» στην πρώτη κιόλας πρόταση του άρθρου δεν έχει τη γνωστή μας διαζευκτική σημασία αλλά συγκριτική (χρησιμότερες από).

ΓΛΩΣΣΟΠΛΑΣΤΙΚΑ

Επειδή φρονώ ότι αι ελληνικαί λέξεις είναι ημίν χρησιμώτεραι ή αι ξέναι (τα κατά τη γνώμην μου ελαττώματα αυτών εξέθηκα εν τη προς τον Krumbacher Απαντήσει σ. 563 κ.εξ,), τολμώ να προτείνω τας ακολουθους ελληνικάς αντί των ξένων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά δάνεια, Νεολογισμοί, Ορολογία, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , | 148 Σχόλια »

Ο Φρύνιχος και τα λάθη μας

Posted by sarant στο 12 Ιουνίου, 2012

Σε μια συζήτηση στο Φέισμπουκ, ένας φίλος φίλης επέμενε ότι δεν υπάρχει λέξη «διακύβευμα», μόνο «διακύβευση», και με κάλεσαν να κάνω το διαιτητή. Όμως για το διακύβευμα έχουμε συζητήσει παλιότερα, δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου -που, παρότι μπήκαμε στην τελική ευθεία για τις εκλογές, παραμένει πεισματικά ανεπίκαιρο. Το θέμα είναι ότι η ενόχληση του φίλου φίλης με την καινούργια λέξη που δεν την ήξερε είναι μια αντίδραση απόλυτα φυσιολογική και κατανοητή, όσο κι αν είναι αβάσιμη: η γλώσσα εξελίσσεται, λέξεις γεννιούνται και λέξεις ξεχνιούνται, σημασίες αλλάζουν, κανόνες πέφτουν σε αχρηστία, αυτό που παλιότερα ήταν λάθος σήμερα γίνεται ανεκτό και αύριο αποτελεί τον νέο κανόνα, και πάντα οι πιο πολλοί συγκαιρινοί της αλλαγής ενοχλούνται από τον κλονισμό των γλωσσικών βεβαιοτήτων τους, κουνάνε το κεφάλι τους με νόημα και μιλάνε για τη φθορά, την παρακμή της γλώσσας. Στην εποχή μας κάποιοι στέλνουν γράμματα σε εφημερίδες ή δημοσιοποιούν στο Διαδίκτυο την αγανάκτησή τους, αλλά το φαινόμενο της ενόχλησης από τη γλωσσική αλλαγή δεν είναι καινούργιο ούτε, φυσικά, εντοπίζεται μόνο στα ελληνικά.

Αλλά εμείς ας περιοριστούμε στη γλώσσα μας. Έλεγα λοιπόν ότι συχνά βλέπουμε αντιδράσεις για τις γλωσσικές αλλαγές, και ειδικά για την εμφάνιση νέων λέξεων -αντιδράσεις είτε από απλούς ομιλητές, σαν τον φίλο της φίλης που λέγαμε, αλλά και από επιστήμονες, λεξικογράφους, ειδικούς μελετητές. Πριν από λίγο καιρό είχα επικρίνει τον καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη, επειδή κακώς κατά τη γνώμη μου επιτέθηκε εναντίον της λέξης «γενόσημα». Πράγματι, όταν ένας όρος έχει καθιερωθεί, η διαμαρτυρία κάποιου, έστω και ειδικού, ακούγεται από ανεδαφική έως κωμική. Οι λίγο παλιότεροι θα θυμάστε ίσως ότι ο καθηγητής Θ.Π.Τάσιος είχε επικρίνει τον όρο «ηλεκτρονικός υπολογιστής», με επιχειρήματα ίσως βάσιμα, αλλά κατόπιν εορτής· ακόμα κι αν δεχτούμε ότι η δική του πρόταση («λογισμητής») ήταν καλύτερη, η συζήτηση έχει ακαδημαϊκό μόνο χαρακτήρα. Ξεφυλλίζοντας παλιά έντυπα βρίσκει κανείς και παλιότερους φιλολόγους να εξανίστανται για τη χρήση λέξεων που σήμερα έχουν καθιερωθεί. Για παράδειγμα, ο Ισίδωρος Ισιδωρίδης-Σκυλίσσης (ή Σκυλίτσης) έγραφε το 1885 ότι είναι «κακίστη παράκρουσις» να χρησιμοποιείται η λέξη «απαρτία» στον κανονισμό της Βουλής με την έννοια που όλοι μας ξέρουμε σήμερα, επειδή στα αρχαία «απαρτία» ήταν το σύνολο των εργαλείων ενός μάστορα. Δεν φαίνεται παράλογη αυτή η θέση του Σκυλίσση ιδίως σε μας που θεωρούμε αυτονόητη τη λέξη και τη σημασία της; Και να σημειωθεί ότι ο Σκυλίσσης δεν ήταν όποιος κι όποιος: αν μη τι άλλο, σε αυτόν χρωστάμε τον Γιάννη Αγιάννη και τον Γαβριά. (Κάποτε θα γράψω εκτενέστερα για τα άρθρα αυτά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσική αλλαγή, Λαθολογία, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , , , , | 170 Σχόλια »

Ένα παραπονεμένο αγόρι γράφει στον πατέρα του

Posted by sarant στο 8 Φεβρουαρίου, 2012

Κι ενώ συνεχίζονται, σε παράταση της παράτασης της παράτασης, οι διαπραγματεύσεις που έπρεπε οπωσδήποτε να είχαν ολοκληρωθεί την Κυριακή το βράδυ αλλιώς τη Δευτέρα το πρωί θα ερχόταν η συντέλεια του κόσμου, αντί να προσπαθήσω να παρακολουθήσω την επικαιρότητα θα ασχοληθώ με ένα στιγμιότυπο από την καθημερινή, την οικογενειακή ζωή, ένα γράμμα που στέλνει ένα παιδί στον πατέρα του, γράμμα γεμάτο παράπονο. Βλέπετε, φαίνεται πως ο πατέρας είχε τάξει στον γιο να τον πάρει μαζί του ταξίδι στην πρωτεύουσα, αλλά τελικά έφυγε μόνος του και άφησε τον πιτσιρικά στο χωριό μαζί με τη μαμά. Κι ο μικρός, όλο καημό για το ματαιωμένο όνειρο, γράφει στον πατέρα του ένα θυμωμένο γράμμα, με κάμποσα λαθάκια -απ’ τη βιασύνη τάχα ή απ’ το παράπονο; Ή μήπως για τις μουτζαλιές φταίνε τα παιδικά δάκρυα που ύγραναν το χαρτί;
Αυτή την τελευταία εικασία μπορούμε να την απορρίψουμε• ο νεαρός δεν έγραφε σε χαρτί. Βλέπετε, παρέλειψα να διευκρινίσω ότι η μικρή αυτή οικογενειακή σκηνή δεν είναι τωρινή, δεν συνέβη στα χρόνια μας, ούτε τον προηγούμενο αιώνα, ούτε στο νεοελληνικό κράτος• το γράμμα που θα διαβάσουμε έχει ηλικία σχεδόν δυο χιλιάδες χρόνια -και βέβαια, γράφτηκε όχι σε χαρτί παρά σε πάπυρο• να το δούμε:
Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα | Με ετικέτα: , , , | 272 Σχόλια »

Η τιράντα της Μιράντας

Posted by sarant στο 26 Ιανουαρίου, 2012

Η Μιράντα και η καταιγίδα, πίνακας του Waterhouse (1916)

Πένθιμοι καιροί μας έχουν περικυκλώσει, ας βάλουμε ένα πιο ανάλαφρο θέμα σήμερα. Προτού ξεκινήσω, σπεύδω να διευκρινίσω ότι το άρθρο δεν αποτελεί υπαινιγμό για καμία συγκεκριμένη Μιράντα -μάλιστα, μόνο μία γυναίκα έχω γνωρίσει με το όνομα αυτό κι έχω χάσει εδώ και καιρό τα ίχνη της. Το όνομα είναι αφορμή για να αφηγηθώ μια παλιά ιστορία για τη γλώσσα και τη λογοτεχνία, που είναι άλλωστε και τα βασικά μας ενδιαφέροντα εδώ.

Το όνομα Μιράντα είναι μάλλον σπάνιο στα ελληνικά αλλά βέβαια μερικές γνωστές Μιράντες έχουμε, ας πούμε τις ηθοποιούς Μιράντα Κουνελάκη και Μιράντα Μυράτ. Το όνομα πάντως δεν είναι ντόπιο και στο eortologio.gr, που έχει όλες τις γιορτές, ακόμα και τις πιο σπάνιες, βρίσκουμε ότι «δεν γιορτάζει», δηλαδή ότι το όνομα δεν περιλαμβάνεται στο εορτολόγιο της εκκλησίας μας. Αν ξέρετε κάτι άλλο εσείς, πείτε μας. Για την προέλευσή της, βρίσκω ότι είναι το θηλυκό του λατινικού mirandus, από το mirare = θαυμάζω, δηλαδή Μιράντα είναι η θαυμαστή, η αξιοθαύμαστη.

Πότε άρχισαν ελληνίδες να ονομάζονται Μιράντες, δεν ξέρω. Πάντως, τον Γενάρη του 1899 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Η τέχνη το ποίημα «Μιράντα» του Στέφανου Ραμά, κι εδώ θα σταθούμε. Αλλά πρώτα να κάνουμε τις συστάσεις.

Το περιοδικό «Η τέχνη», με εκδότη τον ποιητή Κώστα Χατζόπουλο, ήταν μάλλον βραχύβιο, αφού έκλεισε μόλις συμπλήρωσε έναν χρόνο ζωής, δώδεκα μηνιαία τεύχη από τον Νοέμβρη του 1898 έως τον Οκτώβριο του 1899. Ωστόσο, έγραψε ιστορία. Όπως είχε φιλοδοξήσει ο ιδρυτής της, η Τέχνη δεν έμοιαζε με κανένα από τα ως τότε περιοδικά. Ήταν το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που γραφόταν στη δημοτική, πριν ακόμα κι από τον Νουμά. Και ήταν καθαρά λογοτεχνικό περιοδικό, με συνεργάτες τα πιο λαμπρά ονόματα της πνευματικής ζωής. Οι συντελεστές του περιοδικού ονομάστηκαν «μαλλιαροί» και έγιναν στόχος του χλευασμού των καθαρευουσιάνων δημοσιογράφων –όμως τα δικά τους ονόματα θυμόμαστε σήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Δημοτικισμός, Ομοιοκαταληξία, Ονόματα, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 172 Σχόλια »

Ο κουρέας από την Ιαπωνία: μια φιλολογική φάρσα πριν από 107 χρόνια

Posted by sarant στο 15 Φεβρουαρίου, 2011

 

Το περιοδικό Νουμάς του Δημήτρη Ταγκόπουλου κυκλοφόρησε το 1903 και γρήγορα αναδείχτηκε σε μαχητικό όργανο των δημοτικιστών, των μαλλιαρών όπως γρήγορα αποκλήθηκαν. Την ίδια χρονιά σημειώθηκαν τα αιματηρά Ορεστειακά, οι ταραχές που υποκινήθηκαν από τον υπερκαθαρευουσιάνο καθηγητή Μιστριώτη με αφορμή τη μετάφραση (σε απλή καθαρεύουσα) της Ορέστειας, ενώ πριν από 2 χρόνια, το 1901, ο ίδιος είχε προκαλέσει άλλες αιματηρές ταραχές, τα Ευαγγελικά, με αφορμή τη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική από τον Αλέξ. Πάλλη.

Είχε προηγηθεί η Τέχνη, το πρωτοποριακό αν και βραχύβιο περιοδικό του Κ. Χατζόπουλου, που γραφόταν στη δημοτική αλλά περιείχε κυρίως λογοτεχνική ύλη, χωρίς μαχητικά γλωσσικά άρθρα. Τότε ήταν που βγήκε κι η ονομασία «Μαλλιαροί» για τους δημοτικιστές και νονός ήταν ο Ιωάννης Κονδυλάκης, σε κάποιο του χρονογράφημα· λένε ότι εμπνεύστηκε την ονομασία από τους δημοτικιστές λογοτέχνες αδελφούς Πασαγιάννη, που είχαν μακριά μαλλιά, αν και υπάρχουν και άλλες απόψεις για τη γέννηση του όρου. Το ειρωνικό είναι ότι ο ίδιος ο Κονδυλάκης, όταν απαλλάχτηκε από το μαγγανοπήγαδο της δημοσιογραφίας, μεταστράφηκε σε δημοτικιστή κι έδωσε το κύκνειο άσμα του, την αριστουργηματική Πρώτη αγάπη, σε υποδειγματική δημοτική με πινελιές της κρητικής διαλέκτου. (Μπορείτε να διαβάσετε εδώ αυτή τη θαυμάσια νουβέλα, που την είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο ψηφιοποιημένη χάρη στη βοήθεια καλής φίλης).

Τους μαλλιαρούς τούς πείραζαν οι καθαρευουσιάνοι κατασκευάζοντας διάφορες υπερδημοτικιστικές φράσεις, ότι τάχα τον Μυστικό δείπνο τον έλεγαν Κρυφό Τσιμπούσι, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο Κώτσο Παλιοκουβέντα και την Ηλέκτρα Κεχριμπάρω. Βέβαια, το πείραγμα αυτό δεν ήταν και τόσο αθώο, αφενός επειδή η μία πλευρά συγκέντρωνε όλη την εξουσία και απαιτούσε από την πολιτεία να πάρει κατασταλτικά μέτρα εναντίον της άλλης, και αφετέρου επειδή τα συκοφαντικά αυτά πειράγματα πολύς κόσμος τα πίστευε για αληθινά –μερικοί ακόμα τα πιστεύουν.

Αλλά και από τις στήλες του Νουμά ο Ταγκόπουλος δεν χάριζε κάστανα. Σαν αντίποινα για το «μαλλιαροί» και το «Παλιοκουβέντα» είχε βγάλει παρατσούκλια στους αντιπάλους του: τον Χατζιδάκι τον έλεγε Κασσιδάκι (γενική: του Κασσιδάκεως) και τον Μιστριώτη Μυξιώτη, ενώ δεν έχανε ευκαιρία, στο Βαρβαροπάζαρο που είχε καθιερώσει, να σχολιάζει δηκτικά τους σολοικισμούς των πούρων καθαρευουσιάνων.

Στα αλληλοπειράγματα ο Ταγκόπουλος δεν ήταν μόνος· συμμετείχαν και οι πιστοί Νουμαδικοί· για παράδειγμα, όταν η Εστία, για να τον πειράξει, έγραψε «Αργύριος Επταλιώτης» το όνομά του, ο Αργύρης Εφταλιώτης έγραψε ότι αν το πάμε έτσι θα αρχίσει κι αυτός να προφέρει όπως στα αρχαία, δηλαδή με τη δασεία να ακούγεται, το όνομα της γλωσσαμυντορικής εφημερίδας.

Ενώ από τις στήλες των εφημερίδων μαινόταν αυτός ο γουστόζικος πόλεμος, μια άλλη, πολύ σοβαρότερη σύγκρουση άρχιζε στην άλλη άκρη του κόσμου, ο ρωσο-ιαπωνικός πόλεμος. Η εξωτική αυτή σύρραξη αιχμαλώτισε τη φαντασία των Ελλήνων που την παρακολούθησαν παθιασμένοι από τις στήλες των εφημερίδων –ενίοτε δίνοντας και συμβουλές στρατηγικής, όπως το περίφημο «Δεξιότερα Κουροπάτκιν». Επισήμως ήμασταν με τους ομόδοξους Ρώσους, αλλά η αποφασιστικότητα και η ταχύτητα των Ιαπώνων γοήτευσαν πολλούς (και από τότε ονομάστηκαν ‘Ιάπωνες’ μια ομάδα μεταρρυθμιστών βουλευτών). Τέλος πάντων, το βέβαιο είναι ότι είχε εξαφθεί το ενδιαφέρον για τον μεγάλο άγνωστο, την Ιαπωνία.

Έτσι, στο φ. 81 του Νουμά με ημερομηνία 1.2.1904 δημοσιεύτηκε το εξής ποίημα:

ΕΙΚΟΝΕΣ

(Από τα λυρικά του μεγάλου ποιητή της Γιαπωνίας Συέρ Υόκο (Syer-Yoko), μεταφρασμένα απ’ το αγγλικό)

Ώρα γλυκιά προβάλλει,
τη φύση στεφανώνει πέρα ως πέρα,
η μουσκιά χύνει μόσκους στον αγέρα,
σαν την καρδιά που απ’ τον πόνο πάλλει…

Μαγνάδια χύνουν του ήλιου οι αχτίδες
από τα ύψη τ’ ουρανού κι από τα βάθη
λιοπύρια, φλόγες και δροσιάς ρανίδες
λες και σκορπιώνται αφ’ της Υέκκας(*) το καλάθι.

Ίσκιοι κρυφοί μέσα στ’ απόσκια δάση
απλώνουνται στ’ αυλάκι το δροσάτο…
Ροβόλα, βοσκοπούλα, παρά κάτω
η φλόγα της αγάπης να σε πιάσει –
σαν το αρνί, τ’ αθώο, το μικρό
που στη στιγμή που αξέγνοιαστο περνάει
από κοντά στ’ αγκάθι το πικρό
ραφές ραφές τ’ αγκάθι το μασάει…

Αξέγνιαστο κι αταίριαστο πουλί,
φωλιά γυρεύει για να πιάσει ταίρι,
ρουμάνια, δάση παίρνει, άγρια μέρη,
όπου αγάπη να ’βρει ντροπαλή.

Σαν βρίσκει τη και παίρνει τη στο πλάι,
ύστερις από τα γλυκολαλήματα,
νέα ζωή παλιά ζωή χαλάει
η αγάπη με χαρές καi με φιλήματα…

Σώπα, καρδιά, και σβήσε τη μαυρίλα!
σώπα κι άνοιξ’ ορθάνοιχτα τα φύλλα
από τον πόνο, πόνο θα ’βρεις, στο ’πα·
σώπα καρδιά μου! σώπα!…. σώπα!

ΑΒΓΕΡΙΝΟΣ

(*) Υέκκα πρέπει να είναι ίσως η Πανδώρα των γιαπωνέζων.

Επειδή το χέρι πάει μόνο του, εκσυγχρόνισα την ορθογραφία, εκτός από την υπογραφή που είναι δηλωτική μιας (υποτιθέμενης) γλωσσικής στάσης.

Πώς σας φαίνεται το ποίημα; Όχι κι άσκημο αν και έχουμε επιφυλάξεις για τη μετάφραση –και κάπως υπερβολικά βαλκανικές φαίνονται οι εικόνες του. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο στο ποίημα, που είναι δύσκολο να το δούμε, εκτός αν μας το έχουν μαρτυρήσει: το ποίημα σχηματίζει ακροστιχίδα, με τα πρώτα γράμματα κάθε στίχου. Διαβάστε το: Ω, της μαλλιαρής παραφροσύνης σας!

Όσο για τον ποιητή, τον Συέρ Υόκο, θα ταίριαζε πιο πολύ στη Νομανσλάνδη, που δεν είχε ανακαλυφτεί το 1904. Αν κοιτάξουμε ξανά το όνομά του, θα δούμε ότι το (εντελώς μη ιαπωνικό) Συέρ Υόκο αν διαβαστεί ανάποδα δίνει: Ο κουρεύς. Παναπεί, ο τιμωρός των μαλλιαρών.

Το ποίημα δηλαδή ήταν φάρσα, που κάποιος καθαρευουσιάνος το είχε στείλει στον Ταγκόπουλο με αποκλειστικό στόχο να καταφέρει να δημοσιευτεί απαρατήρητη στο προπύργιο των μαλλιαρών η αντιμαλλιαρή ακροστιχίδα. Ο Ταγκόπουλος φυσικά ήξερε τον αποστολέα, ήταν και φίλοι, αλλά έτσι κι αλλιώς καναδυό μέρες αργότερα τον έμαθαν όλοι οι παροικούντες τη φιλολογική Ιερουσαλήμ, μια και ο δράστης, ο γνωστός δημοσιογράφος και λόγιος Πολύβιος Δημητρακόπουλος, βγήκε στο Εμπρός και περηφανεύτηκε για τη σκανταλιά του. Μερικές εφημερίδες δεν έχασαν την ευκαιρία να δουλέψουν τον Ταγκόπουλο για το πάθημά του –θα τον είχαν και άχτι από προηγούμενα δικά του πειράγματα– ενώ άλλες επέκριναν τον φαρσέρ, ότι δεν λύνονται με φάρσες οι γλωσσικές και φιλολογικές αντιπαραθέσεις.

Σε επόμενο τεύχος του Νουμά, οι νουμαδικοί έγραψαν διάφορα εναντίον του Δημητρακόπουλου, αποκαλώντας τον με ένα παλιό του ψευδώνυμο, το «Κουρούπης» (αν και είχε πια πάρει το πολύ πιο αριστοκρατικό Pol Arcas), αλλά ο ίδιος ο Ταγκόπουλος, με αξιοπρέπεια παραδέχτηκε ότι έβαλε τους στίχους επειδή, σαν γιαπωνέζικοι που ήταν, τους έκρινε επίκαιρους και αξιοπερίεργους και ότι δεν μπορεί να καταγίνεται από το πρωί ίσαμε το βράδυ «να ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες (όπως κάμνουν οι μικροί συνδρομηταί της Διαπλάσεως και οι μεγάλοι Ιαπωνο-έλληνες ποιηταί) σ’ όσα πεζά και έμμετρα μου στέλνουν». Γενικά, όταν την έχεις πατήσει σε μια φάρσα, η καλύτερη τακτική είναι να το παραδεχτείς αξιοπρεπώς.

Να γυρίσουμε λίγο στο ποίημα, που ξαναλέω ότι δεν το βρίσκω κακό παρά το γεγονός ότι γράφτηκε με βασικό σκοπό την ακροστιχίδα. Θα προσέξατε το εξεζητημένο λεξιλόγιο, που ήταν χαρακτηριστικό στην ποίηση της εποχής, που όλη σχεδόν γραφόταν πια στη δημοτική. Δεν λείπουν και τα μαγνάδια, λέξη που την είχε χρησιμοποιήσει σε ένα ποίημά του ο Χατζόπουλος και από τότε την είχαν πάρει σκοινί κορδόνι όσοι ήθελαν να χτυπήσουν μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια: και τη δημοτική και την καινούργια ποίηση, όπως ας πούμε ο Σουρής.

Δεν ξέρω αν ο Ταγκόπουλος συμφιλιώθηκε αργότερα με τον Δημητρακόπουλο· πάντως, ο τελευταίος, σε αντίθεση με άλλους αντιμαλλιαρούς που αργότερα μεταστράφηκαν και αγκάλιασαν τη δημοτική, συνέχισε να εχθρεύεται κάθε τι το καινούργιο: όταν το 1910 ξέσπασε το σκάνδαλο με τους «οσκαρουαϊλδιστές» του περιοδικού Ανεμώνη, ο Pol Arcas δεν παρέλειψε να γράψει για τις έκφυλες έξεις και τους ξυρισμένους «αρτιφυείς μύστακας» και να προτείνει να ονομαστεί το περιοδικό τους Αναιμώνη, ότι τάχα οι λεπταίσθητοι νεαροί πάσχαν από αναιμία, ενώ εκεινού το αίμα κόχλαζε.

 

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Πρόσφατη ιστορία, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 59 Σχόλια »