Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά συμπόσια’ Category

Πιλάφι

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες (ανα)δημοσιεύσαμε και συζητήσαμε εκτενώς ένα άρθρο ξένου ιστοτόπου για το εθνικό φαγητό της κάθε χώρας, φυσικά δίνοντας περισσότερο έμφαση στο αν πράγματι είναι εθνικό μας φαγητό στην Ελλάδα αυτό που αναφερόταν στο άρθρο (ο μουσακάς).

Από τα περίπου 200 φαγητά (ένα για κάθε χώρα) που έχει το άρθρο αυτό, αναφέραμε τα εθνικά πιάτα περίπου 20 χωρών. Σήμερα θα εστιάσω σε κάποια άλλα.

Το εθνικό φαγητό του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο, είναι το Plov. Eίναι ένα από τα (όχι πολλά) πιάτα που το ξέρω, εννοώ το έχω δοκιμάσει, μια και το έφτιαχνε ένας φίλος που είναι παιδί πολιτικών προσφύγων και γεννηθηκε και μεγάλωσε στην Τασκένδη. Η Τασκένδη βέβαια βρίσκεται στο Ουζμπεκιστάν, και στο άρθρο για εθνικό φαγητό του Ουζμπεκιστάν δίνεται μια σούπα με κρέας, shurpa, που πρέπει να είναι της ίδιας ρίζας με τον τσορβά, αλλά γειτονικές χώρες είναι όλες αυτές, δεν έχει σύνορα το φαγητό. Στη φωτογραφία, που είναι από τη Βικιπαίδεια, μαγειρεύουν πλοβ στο δρόμο, στην Τασκένδη.

Αν πάμε λίγο πιο πέρα, στο Αφγανιστάν, θα βρούμε ότι το εθνικό φαγητό είναι το Kabuli palaw, κι αυτό με βάση το ρύζι. Δεν κοίταξα ολες τις χώρες της περιοχής, ίσως να έβρισκα και άλλες παραλλαγές. Γενικά, στα εθνικά φαγητά του άρθρου τη σχετική, ίσως και την απόλυτη, πλειοψηφία την έχουν τα πιάτα με βάση το ρύζι, το οποίο το βρίσκει κανείς και στην Άπω αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, και στην Ινδία, και στην Αφρική, αλλά και στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Τι κοινό έχουν το ουζμπέκικο ή αζέρικο πλοβ με το αφγανικό παλάου; Όχι μόνο μοιάζουν στα συστατικά τους αλλά και ετυμολογικώς συνδέονται, ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων, μιαν οικογένεια όπου βρίσκεται και το δικό μας το πιλάφι. Το πιλάφι είναι ρύζι «που έχει βράσει σε νερό ή ζωμό, έχει στραγγιστεί ή έχει αφυδατωθεί από τα υγρά του και έχει ζεματιστεί με βούτυρο ή λάδι» (ο ορισμός από το ΜΗΛΝΕΓ). Δεν είναι λοιπόν πιλάφι κάθε ρύζι, αλλά τους μαγειρικούς ορισμούς τους αφήνω σε εκείνους που μαγειρεύουν. Πάντως, η αγγλική Βικιπαίδεια επισημαίνει ότι στο πιλάφι το ρύζι είναι σπυρωτό, δηλ. οι κόκκοι διακρίνονται σαφώς ο ένας από τον άλλον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 248 Σχόλια »

Πίτα με κρασί (Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2020

Το ένα φέρνει το άλλο. Χτες είχαμε θέμα γαστρονομικό, συνεχίζουμε σήμερα πάλι με εδέσματα, αν και με κατεύθυνση περισσότερο λαογραφική. Ο φίλος μας ο Γιάννης Μαλλιαρός, που δική του συνεργασία είχαμε δημοσιεύσει και την περασμένη βδομάδα, πήρε αφορμή από τα κυριακάτικα χρονογραφήματα που μιλούσαν για το κρασί και την κρασοψιχιά και θυμήθηκε ένα έθιμο που έχουν στη Μυτιλήνη. 

Οπότε, το σημερινό άρθρο γαστρολογεί για την πίτα. Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι έστω και προλογικά πρέπει να πούμε δυο λόγια για τα λεξιλογικά της.

Το πρόβλημα είναι ότι η ετυμολογία της πίτας κάθε άλλο παρά ξεκαθαρισμένη είναι. Ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ την ανάγει στο αρχαίο «πίττα» (αττικό τύπο του «πίσσα»), προσθέτοντας «η σημασία από τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνταν». Άλλοι την παράγουν από το παλαιό ιταλικό pitta, το οποίο πολλοί ανάγουν στην «πίττα» που είπαμε, μέσω αμάρτυρου λατινικού *pitta ή στην πηκτή μέσω αμάρτυρου λατινικού *picta. Aυτές τις δύο εκδοχές αναφέρει ως πιθανές ο Μπαμπινιώτης στο ετυμολογικό λεξικό του. Το ιταλικό ετυμολογικό λεξικό μου δεν έχει την pitta ώστε να δω πού την ανάγει. Κάποιοι άλλοι έχουν συσχετίσει πίτα με πίτσα, που και αυτή έχει σκοτεινή ετυμολογία.

Οπότε, αφού με τα ετυμολογικά δεν βλέπουμε φως, δίνω τον λόγο στον Γιάννη Μαλλιαρό.

Καινούργιες αφάλες από τον Σαραντάκο. Έγραφε προχτές για το πώς πίνεται το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη) και κάπου έγραψε για κρασοψιχιά (ψωμί μέσα σε κρασί). Και κοίτα σύμπτωση, λίγη ώρα πριν το διαβάσω, είχα σημειώσει να γράψω για το έθιμο του ψωμιού με το κρασί που υπάρχει στο χωριό μου, ένα έθιμο όμως που δεν είναι για ευχάριστες καταστάσεις.

Όταν στην Ήπειρο λένε πίτα εννοούν σε ένα ταψί (ρηχό, συνήθως, και μεγάλο) να στρώσουν φύλλο ζύμης από κάτω, φύλλο από πάνω και στη μέση γέμισμα. Το γέμισμα μπορεί να είναι από τυρί, από σπανάκι, από λάπατα, από κιμά από ό,τι φανταστεί ο καθένας. Το ίδιο και στη Θεσσαλία. Λίγο παραπάνω στην κεντρική Μακεδονία αυτό το λένε μπουγάτσα. Υποτίθεται ότι η μπουγάτσα έχει άλλου είδος φύλλο αλλά βασικά αν είναι σχετικά λεπτό, ο όρος γίνεται δεκτός 🙂

Στο χωριό μου όμως, όταν λέμε πίτα εννοούμε κάτι άλλο. Τελείως άλλο. Τη λαγάνα.  Ίσως λίγο πιο χοντρή και ψωμωμένη αλλά λαγάνα. Τόχω  ξαναγράψει κάποιες φορές, η τελευταία όταν έγραφα για τους φούρνους του χωριού. Που έγραψα και πως παλιά, κάθε φορά που η γιαγιά μου θα ζύμωνε μας έφτιαχνε και καμιά λαγάνα που πολύ μας άρεσε. Πίτα δηλαδή έφτιαχνε, κι όταν μ’ έστελνε να πάω στο φούρνο και να πω ότι η γιαγιά θα ζυμώσει πήγαινα και έλεγα «πίτα γιαγιά»! Ότι δηλαδή η γιαγιά θα ετοιμάσει ψωμί και θα μου φτιάξει και πίτα (εμένα το τελευταίο μ’ ενδιέφερε, ο φούρναρης καταλάβαινε τα υπόλοιπα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Μυτιλήνη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 160 Σχόλια »

Ποιο είναι το εθνικό μας φαγητό;

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2020

Μπορείτε να το πάρετε και σαν δημοσκόπηση. Πάντως δεν πρόκειται για κουίζ. Στο άρθρο θα βρείτε μιαν απάντηση, που δεν τη φανερώνω ακόμα, με την οποία μπορεί να συμφωνείτε ή να διαφωνείτε.

Την απάντηση δεν τη δίνω εγώ, εγώ απλώς παρουσιάζω το περιεχόμενο ενός άρθρου που δημοσιεύτηκε σε διεθνή ιστότοπο μεγάλης κυκλοφορίας πριν από μερικούς μήνες, με τον τίτλο Best thing to eat in every country on Earth. Το μεταφράζω «εθνικό φαγητό» γιατί γι’ αυτό πρόκειται στην πραγματικότητα. Οι συντάκτες του άρθρου διάλεξαν ένα τυπικό έδεσμα για κάθε χώρα του κόσμου, που τις παρουσιάζουν με σειρά πληθυσμού κι αυτό που με εντυπωσίασε είναι πως συμπεριλαμβάνουν και τις πιο μικρές χώρες.

Κι έτσι, το άρθρο σας το συστήνω για ευχάριστο χασομέρι -χασομέρι μεταξύ άλλων επειδή δεν μπορείτε να πάτε απευθείας στη χώρα που σας ενδιαφέρει αλλά πρέπει να σκρολάρετε μία προς μία τις χώρες ξεκινώντας από τις πιο πολυάνθρωπες -κι έτσι, αν θέλετε να δείτε ποιο (θεωρείται ότι) είναι το εθνικό φαγητό της Ελλάδας θα περάσουν από τα μάτια σας καμιά ογδονταριά χώρες πρώτα, και μετα άλλες τόσες άμα θέλετε να δείτε την Κύπρο ή π.χ. το Λουξεμβούργο.

Οπότε, σκεφτείτε, πριν σκρολάρετε, ποιο θα μπορούσε να θεωρηθεί «εθνικό φαγητό» της Ελλάδας.

Εννοείται ότι στα θέματα αυτά δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει συναίνεση και στις περισσότερες περιπτώσεις οι περισσότεροι θα διαφωνούν με την προτεινόμενη επιλογή, αφού τα υποψήφια εδέσματα είναι πάντοτε πολλά. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, όπως της Γαλλίας, διατυπώθηκαν εντονότατες διαφωνίες στα σχόλια για το «εθνικό» φαγητο που προτείνεται στο άρθρο.

Όπως είπα, οι χώρες είναι καταταγμένες κατά φθίνουσα σειρά πληθυσμού, οπότε πρώτη είναι η Κίνα, και το εθνικό κινέζικο φαγητό που επιλέχτηκε είναι η πάπια Πεκίνου, που θα την έχετε μάλλον δοκιμάσει σε κάποιο κινέζικο εστιατόριο.

Η Κίνα μάλλον δεν θα είναι για πολύ ακόμα καιρό η πρώτη χώρα από άποψη πληθυσμού. Σε μερικά χρόνια θα την ξεπεράσει η Ινδία, αφού η διαφορά τους αυτή τη στιγμή είναι «μόνο» 60 εκατομμύρια άνθρωποι. Βρίσκω κάπου ότι κάθε χρόνο η διαφορά μειώνεται κατά 8 εκατομμύρια, άρα, αν διατηρηθεί αυτός ο ρυθμός σε 8 περίπου χρόνια θα έχει πάρει η Ινδία την πρώτη θέση.

Για την Ινδία λοιπόν το άρθρο θεωρεί ως εθνικό φαγητό το khichdi, που είναι ένα είδος φακόρυζο, ρύζι με φακές και με διάφορα άλλα πράγματα.

Eπειδή μπορεί να μην το ξέρετε, βάζω και τη φωτογραφία του όπως υπάρχει στο άρθρο.

Εγώ τουλάχιστον ομολογώ πως δεν το ήξερα. Όταν πηγαίνω σε ινδικό εστιατόριο παραγγέλνω ταντούρι, τίκα μάσαλα και διάφορα άλλα πικάντικα με κρέας, ενώ αυτό το χίτσντι είναι μάλλον αυτό που λένε στα αγγλικά staple food, βασική τροφή, που είναι άφθονη και φτηνή και που μπορεί να τη φας και σκέτη, αλλά όταν μπορείς τη γαρνίρεις με διάφορες λιχουδιές -και με τη λογική αυτή το εθνικό φαγητό στην Κίνα θα ήταν το ρύζι, όχι η πάπια με ρύζι.

Τρίτη πληθυσμιακά χώρα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και από αυτές το άρθρο επιλέγει όχι το χάμπουργκερ που θα περίμεναν κάποιοι ή τις μπριζόλες t-bone, αλλά τη μηλόπιτα -βλέπουμε δηλαδή ότι στο μενού μπαίνουν και επιδόρπια, όχι μόνο κυρίως πιάτα.

Συνεχίζοντας, έχουμε τέταρτη την Ινδονησία, που το εθνικό φαγητό της είναι το nasi goreng, το οποίο έχει ως βάση το ρύζι, ακολουθεί δηλαδή το σχήμα «βασική τροφή και καρυκεύματα-λιχουδιές».

Στην πέμπτη θέση έχουμε το Πακιστάν, που το εθνικό του φαγητό (σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο) είναι το nihari, το πρώτο από τα πολλά φαγητά του καταλόγου που εντάσσονται στην κατηγορία «κρέας κατσαρόλας» αν αποδώσουμε έτσι το αγγλικό stew. Διότι δεν ξέρω αν μπορούμε να το πούμε «στιφάδο» αφού το δικό μας στιφάδο είναι ένα συγκεκριμένο πιάτο, με χαρακτηριστικό τα πολλά κρεμμυδάκια, που ανήκει στην κατηγορία των stew. Παλιά τα λέγαμε «εντράδες» τα πιάτα αυτά, δεν ξέρω αν η λέξη αυτή χρησιμοποιείται -ή αν την μπερδεύουμε με τα ορντέβρ λόγω του γαλλ. entrée. Εσείς πώς θα το λέγατε;

Διότι και στην έκτη θέση, Βραζιλία, έχουμε ένα πολύ διαφορετικό πιάτο, τη feijoada, που και αυτή ανήκει στην κατηγορία των stew, αλλά γίνεται με μαύρα φασόλια και γλώσσα μοσχαρίσια ή αυτιά γουρουνιού, κάτι φτηνό που θα συνοδέψει τα φασόλια.

Συνεχίζουμε μέχρι τη εντεκάδα:

7. Νιγηρία – Jollof, ένα πιάτο με βάση το ρύζι
8. Μπανγκλαντές – Hilsa Curry, με βάση ένα είδος ρέγκας. Το πρώτο πιάτο με ψάρια στον κατάλογο.
9. Ρωσία – Πέλμενι, το πρώτο πιάτο του καταλόγου που ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των dumpling, που δεν ξέρω πώς θα την αποδώσουμε στα ελληνικά -το λεξικό μου λέει «μπουλέτες» αλλά αυτή η λέξη δεν χρησιμοποιείται. Κι αν πεις «ραβιόλια» εννοείς έναν μόνο τύπο. Ζύμη απέξω, γέμιση μέσα, συν μια σάλτσα, αυτό είναι το γενικό σχήμα.
10. Μεξικό – Chilaquiles, ένα είδος τορτίγιες, λεπτά πιτάκια.
11. Ιαπωνία – Σούσι, ίσως αναμενόμενο.

Όμως δεν θα τελειώσουμε ποτέ αν παρουσιάσω μία προς μία τις χώρες. Αφού το ιστολόγιο είναι ευρωκεντρικό, θα περιοριστώ σε μερικές από τις ευρωπαϊκές και γειτονικές χώρες, που μας είναι περισσότερο οικείες και όπου ζουν και αρκετοί φίλοι του ιστολογίου και θα μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαφωνήσουν με τις επιλογές των συντακτών.

Οπότε, επιλεκτικά συνεχίζω, με σειρά πληθυσμιακή πάντα, ενώ εσείς μπορείτε να συνεχίζετε να προσπαθείτε να μαντέψετε ποιο εβαλαν εθνικό φαγητό της Ελλάδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Λουξεμβούργο, Ορολογία, Παγκόσμια, Σφυγμομετρήσεις, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , , , | 340 Σχόλια »

Ταβέρνες κι εστιατόρια

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2020

Ένα μεγάλο βήμα στην άρση των κοροναϊκών περιορισμών γίνεται σήμερα, καθώς αρχίζουν και πάλι να λειτουργούν τα «καταστήματα εστίασης» δηλαδή ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ και καφεζαχαροπλαστεία, που ως τώρα είχαν διακόψει τη λειτουργία τους με μόνη εξαίρεση την παράδοση φαγητών με πακέτο ή το ντελίβερι, αν και η εξαίρεση αυτή είχε σε ορισμένες περιπτώσεις, συνήθως σε καφετεριες, οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις.

Από σημερα ξανανοίγουν κανονικά, αν και το επίρρημα θα έπρεπε να το βάλουμε σε εισαγωγικά, αφού θα υπάρχουν αρκετές διαφορές από την π.Κ. κατάσταση -υποτίθεται ότι τα τραπέζια θα τοποθετηθούν έτσι ώστε να υπάρχει η ενδεδειγμένη απόσταση μεταξύ τους, δεν θα υπάρχουν μεγάλες παρέες σε ενωμένα τραπέζια, και άλλα τέτοια μέτρα ώστε να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός. Σε αντιστάθμισμα της μείωσης της πυκνότητας των δυνητικών πελατών, τα καταστήματα εστίασης θα επιτρέπεται να καταλάβουν έως και διπλάσιο δημόσιο χώρο με τα τραπεζοκαθίσματά τους. Δεδομένου ότι και π.Κ. σε πολλά σημεία τα τραπεζοκαθίσματα είχαν τόσο επεκταθεί που δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος, καταλαβαίνετε τι θα γίνει τώρα: μου λένε ότι σε μερικές πλατείες του λεκανοπεδίου έχουν αρχίσει να τοποθετούν τραπέζια ακόμα και στα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Εντάξει, αυτό είναι μάλλον υπερβολή, αλλά αν οσφραίνομαι καλά το κλίμα μού φαίνεται πως εκείνα τα εισαγωγικά που είχαμε θελήσει να βάλουμε στην αρχή της παραγράφου μάλλον καλώς δεν τα βάλαμε -θέλω να πω, προβλέπω ότι ύστερα από καναδυό βδομάδες τα πράγματα δεν θα διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι ήταν προ κορονοϊού.

Αλλά αλλιώς δεν γινόταν, έπρεπε να ξαναρχισει να λειτουργεί ο κλάδος. Έπρεπε, όχι μόνο επειδή με δυο μήνες απραξίας πολλές επιχειρήσεις έχουν έρθει στα πρόθυρα της κατάρρευσης αλλά και επειδή δεν αντέχει άλλο και η πελατεία χωρίς αυτήν την «περιττή» διέξοδο. Και, εδώ που τα λέμε, αν είναι να συνωστίζονται οι νέοι όπως στη φωτογραφία (που τη βρήκα στο Διαδικτυο και υποτίθεται ότι είναι παρμένη προχτές από την οδό Τάκη στου Ψυρρή· δεν βάζω το χέρι στη φωτιά για την αυθεντικότητά της, αλλά γνήσια φαίνεται) τότε καλύτερα να ξανανοίξουν τα μαγαζιά να μοιράζεται κάπως ο συνωστισμός. Το ίδιο ισχύει και για τα πάρκα, παρεμπιπτόντως.

Ο κλάδος της εστίασης επηρεάζει την κατανάλωση τροφίμων και ποτών. Στο δίμηνο (να το πούμε δεκαβδόμαδο;) της καραντίνας η κατανάλωση ποτών έπεσε κατακόρυφα, τουλάχιστον σε κάποιες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, διότι βέβαια η μικρή αύξηση της οικιακής κατανάλωσης δεν αντιστάθμιζε, ούτε κατά διάνοια, την κατακόρυφη πτώση (έως και μηδενισμό) στα καταστήματα. Αλλά έπεσε και η κατανάλωση τροφίμων, διαβάζω, παρά τη μεγάλη αύξηση στην οικιακή κατανάλωση. Τουλάχιστον αυτά σημειώθηκαν σε χώρες όπου, πέρα από τα εστιατόρια, ήταν επίσης πολύ σημαντική η δραστηριότητα της σχολικής και επαγγελματικής εστίασης.

Για να χαιρετίσω το άνοιγμα των καταστημάτων εστίασης, σήμερα θα λεξιλογήσω για το ένα σκέλος του κλαδου, για τα εστιατόρια, τις ταβέρνες και τα συναφή καταστήματα. Το άλλο σκέλος, καφενεία, ζαχαροπλαστεία και μπαρ το αφήνω για άλλη φορά, όπως χωριστό άρθρο αξίζει και για τα ξενοδοχεία, παρόλο που πολλά ξενοδοχεία έχουν και εστιατόριο. Ας τα αφησουμε κι αυτά για αλλη φορά λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 244 Σχόλια »

Από τον Χάντακα στα νησιά Λοφότεν, το στοκοφίσι (μια συνεργασία του Ρογήρου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2020

Το σημερινό σημείωμα βασίζεται σε ένα άρθρο που δημοσίευσε στο Φέισμπουκ ο φίλος μας ο Ρογήρος. Το διάβασα, μου άρεσε, και πάνω στη συζήτηση ένας άλλος φίλος έκανε ένα σχόλιο που μου έδωσε πάσα, οπότε έτσι γεννήθηκε το σημερινό άρθρο, συλλογικό προϊόν να πούμε. Αλλά τα πρωτεία ανήκουν στον Ρογήρο.

Γεννημένος κατά πάσα πιθανότητα λίγα χρόνια πριν από το 1400, ο Πέτρος Κουερίνι ήταν παιδί μιας από τις πλέον επιφανείς οικογένειες της ενετικής αριστοκρατίας. Για χρόνια ήταν εγκατεστημένος στον Χάνδακα της Κρήτης, μια και, εκτός των άλλων, ήταν άρχοντας των Δαφνών και του Τεμένους (τότε Καστέλ Τέμινι, επί τουρκοκρατίας Κανλί Καστέλι, σήμερα Προφήτης Ηλίας). Τα φέουδά του παρήγαν κυρίως το γλυκό κρασί που έμεινε γνωστό με την ονομασία Μαλβαζία.

Στις 25 Απριλίου 1431, ο Πέτρος σάλπαρε από τον Χάνδακα με το πλοίο του, την Κουερίνα. Το πλοίο ήταν φορτωμένο με 800 βαρέλια μαλβαζία, μπαχαρικά, βαμβάκι, κερί και στυπτηρία. Συγκυβερνήτες του Κουερίνι ήταν ο Νικόλαος Ντε Μικέλ κι ο Χριστόφορος Φιοραβάντε. Το πλοίο είχε ως προορισμό του ταξιδιού του τα πλούσια λιμάνια της Φλάνδρας όπου ο Κουερίνι θα διέθετε τα προϊόντα του φορτίου.

Όσο το πλοίο έπλεε στη Μεσόγειο, το ταξίδι δεν επεφύλασσε απρόοπτα. Τα πράγματα, όμως, άλλαξαν στον Ατλαντικό. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του 1431, ενώ η Κουερίνα έπλεε ανοιχτά των ακτών της Γαλικίας, καταιγίδες και σφοδροί άνεμοι έβγαλαν το σκάφος από την πορεία του. Τα θαλάσσια ρεύματα παρέσυραν το πλοίο μακριά στον Βορρά, πέρα από τον Αρκτικό Κύκλο. Τον Δεκέμβριο το πλοίο ναυάγησε. Το πλήρωμα χωρίστηκε σε δύο ομάδες και η καθεμία ξεκίνησε στη λέμβο της αναζητώντας τη σωτηρία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ενετοκρατία, Κρήτη, Συνεργασίες, Ταξιδιωτικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 187 Σχόλια »

Η γαλοπούλα που ήρθε απ’ αλλού

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2019

Συνεχίζουμε χριστουγεννιάτικα, με ένα άρθρο για το κατ’ εξοχήν χριστουγεννιάτικο έδεσμα στον καιρό μας. Το άρθρο το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2013, καλοκαιριάτικα, σημειωνοντας ότι θα ταίριαζε περισσότερο να το βάλω τα Χριστούγεννα, οπότε τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να το (ανα)δημοσιεύσω ώστε να είναι επίκαιρο. Έχω πάντως προσθέσει αρκετό καινούργιο υλικό.

Γιατί όμως λέω ότι η γαλοπούλα ήρθε «από αλλού»;

Ξέρουμε πως η γαλοπούλα ήρθε όχι γενικώς απ’ αλλού, αλλά ειδικώς από τη Βόρεια Αμερική, αλλά την αποκαλώ έτσι επειδή στις διάφορες γλώσσες έχει πάρει ονόματα που δείχνουν ότι ήρθε από κάποιο ξένο μέρος, συνήθως αλλά όχι πάντα μακρινό κι εξωτικό, ότι αυτό το πουλί δηλαδή είναι ξένο. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συναντήσει ένα παρόμοιο φαινόμενο ονομασίας, με το φραγκόσυκο, που κι αυτό στις διάφορες γλώσσες ή διαλέκτους έχει ονόματα που υπονοούν πως έχει έρθει από μακριά, όπως μπορείτε να δείτε στο σχετικό άρθρο, που υπάρχει επίσης στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Λέμε γαλοπούλα, ή γάλος για τα σερνικά, ή γαλιά/γαλόπουλα, λέμε όμως και «διάνος» ή «ινδιάνος», λέμε και «κούρκος». Σπανιότερες διαλεκτικές ονομασίες είναι η βόρεια «μισίρκα» και ο κρητικός «κούβος», ενώ στη Μυτιλήνη (ίσως και τη Χιο) λένε «κάκνος» ή «κακνί». Στην Κέρκυρα τη γαλοπούλα τη λένε «γάλλικο» (ουδέτερο). Σε κάποιο παλιό Λεξικογραφικό Δελτίο της Ακαδημίας υπάρχει άρθρο (ίσως του Κοντοσόπουλου) για τις διάφορες διαλεκτικές ονομασίες του πουλιού και την εξάπλωσή του, αλλά δυστυχώς τώρα δεν το έχω πρόχειρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Μυτιλήνη, Μεταφραστικά, Ντοπιολαλιές, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 152 Σχόλια »

Ο κατάφρακτος καρπός και πάλι

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, μην περιμένετε καινούργιο άρθρο. Ή δεν θα έβαζα τίποτα ή θα κατέφευγα στη δοκιμασμένη λύση, την επανάληψη κάποιου παλιότερου άρθρου. Προτίμησα να μη σπάσω το σερί της καθημερινής δημοσίευσης που κρατάει αδιάλειπτα από τον Γενάρη του 2014, οπότε αναδημοσιεύω σήμερα για δεύτερη φορά ένα άρθρο της σειράς των οπωρικών -το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2011 οπότε μπήκε και στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, και το ξανάβαλα το 2015. Ενσωματώνω μερικά από τα σχόλιά σας.

Το διάλεξα επειδη τώρα είναι η εποχή τους, εννοώ η εποχή των καρυδιών. Μάλιστα, μέχρι πριν από καμιά δεκαριά μέρες έβρισκα στο σουπερμάρκετ και τα χλωρά καρύδια, που μ’ αρέσουν πολύ, κι έχω ακόμα καναδυό διχτάκια στο ψυγείο.

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή. Και ο επικεφαλής αυτής της φρουράς, που αποτελεί μια ξεχωριστή οικογένεια μέσα στον κόσμο των οπωρικών, δεν είναι άλλος από το καρύδι.

Και λεξιλογικά αν το σκεφτούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.

Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Τα φρούτα της θάλασσας

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2019

Φρούτα της θάλασσας τα λένε οι Γάλλοι, fruits de mer δηλαδή. Εμείς τα λέμε θαλασσινά. Καλοκαίρι είναι, παραθαλάσσιες ταβέρνες ή ουζερί, μεζέδες, ας βάλουμε σήμερα ένα καλοκαιρινό πιάτ.. άρθρο, παρόλο που έχουμε μπει στην κεσατλίδικη βδομάδα κι έτσι δεν θα το δουν πολλοί -αλλά γι’ αυτό είναι οι επαναλήψεις.

Τα θαλασσινά μπορούμε να τα χωρίσουμε σε μερικές μεγάλες κατηγορίες: μαλάκια (οστρακα όπως στρείδια, μύδια και κυδώνια αλλά και κεφαλόποδα όπως χταπόδια και καλαμάρια), καρκινοειδή όπως γαρίδες, καραβίδες, καβούρια και αστακούς ή και εχινόδερμα όπως οι αχινοί.

Όμως εμείς εδώ δεν κάνουμε ζωολογική μελέτη, εμείς ως γνωστόν λεξιλογούμε, οπότε τα θαλασσινά θα τα εξετάσουμε από λεξιλογική, ετυμολογική και φρασεολογική άποψη. Κι επειδή η πιατέλα είναι μεγάλη και φορτωμένη, ξεκινάμε χωρίς άλλες εισαγωγές.

Ξεκιναμε, τυχαία, από τις γαρίδες. Η γαρίδα προέρχεται από το αρχαίο καρίς. Από τη συμπροφορά με το άρθρο στην αιτιατική, την καρίδα > τηνγκαρίδα, η καρίς έγινε γαρίδα.

Επειδή τα μάτια της γαρίδας φαινονται γουρλωμένα, όπως του πρωθυπουργού, λέμε «γαρίδα το μάτι του» για κάποιον που λαχταράει κάτι ή για έναν περίεργο που παρατηρεί αδιάκριτα αλλά και για κάποιον που δεν μπορεί να κοιμηθεί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 148 Σχόλια »

Να κεράσει άλλο ένα κεράσι;

Posted by sarant στο 13 Ιουνίου, 2019

Όταν δεν προλαβαίνω να γράψω καινούργιο άρθρο, επαναλαμβάνω κάποιο παλιότερο -αυτό συμβαίνει και με το σημερινό μας άρθρο, που δημοσιεύεται για τρίτη φορά σήμερα. Ta άρθρα μου για τα οπωρικά συνηθίζω να τα επαναλαμβάνω κάθε 4-5 χρόνια, και αφού η προηγούμενη δημοσίευση του σημερινού έγινε το 2015 νομίζω ότι δεν θα γκρινιάξετε πολύ, ειδικά αφού τα κεράσια είναι στην εποχή τους. Προσθέτω και μερικά πράγματα, άλλωστε.

Στο τραγούδι «Ναύτης βγήκε στη στεριά», ο Μάνος Ελευθερίου, που έγραψε τους στίχους, βάζει τον ναύτη να θέλει να κεράσει «μια βανίλια παγωτό και γλυκό κεράσι». Κεράσι θα σας κεράσω στο κεφάλαιο αυτό, επισημαίνοντας πρώτα-πρώτα ότι η ομοιότητα του κερασιού με το ρήμα «κερνάω» είναι εντελώς συμπτωματική.

(Yπάρχει βέβαια και το ανέκδοτο, με τον αλλοδαπό που πηγαίνει στο περίπτερο και ρωτάει «έχει παγκωτό κεράσι;» κι όταν ο περιπτεράς του πει να πάρει από ψυγείο εκείνος λέει: «ευκαριστώ, εγκώ κεράσει άλλη φορά»).

Η λέξη κεράσι έχει αρχαία ελληνική προέλευση, από το ελληνιστικό κεράσιον, υποκοριστικό του κέρασος, που σήμαινε την κερασιά. Το δέντρο φαίνεται πως ήρθε από τη Μικρασία, αν σκεφτούμε και το τοπωνύμιο Κερασούς, οπότε η ελληνική λέξη θα είναι δάνειο από κάποια μικρασιατική γλώσσα, πανάρχαιο μάλιστα.

Στη Ρώμη, την καλλιεργούμενη κερασιά την έφερε από τον Πόντο ο Λούκουλλος  και ονομάστηκε cerasus. Ο καρπός της κερασιάς, το κεράσι, ονομάστηκε cerasium, στα μεταγενέστερα λατινικά ceresium, και στα λαϊκά λατινικά ο τύπος του πληθυντικού ceresia θεωρήθηκε εσφαλμένα ως ενικός θηλυκού γένους. Από αυτόν παράγεται το γαλλικό cerise και το αγγλονορμανδικό cherise, και επειδή η κατάληξη θεωρήθηκε κατά λάθος ότι δηλώνει πληθυντικό, στα αγγλικά το τελικό –s εξέπεσε κι έχουμε το μεσαιωνικό αγγλικό chery, σημερινό cherry,  που σημαίνει κεράσι. Μέσω των λατινικών πέρασε η λέξη στις πιο πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (ή και όχι μέσω των λατινικών, π.χ. κιράζ στα τούρκικα,) και από τα αγγλικά επανήλθε ως αντιδάνειο το τσέρι, που είναι σύντμηση του cherry brandy.

Στα ιταλικά το κεράσι είναι ciliegia, που και αυτό στο λαϊκό λατινικό ανάγεται, απλώς έχει αλλάξει λίγο περσσότερο. Πάντως στη νότια Ιταλία το λένε cerase, που δείχνει πιο καθαρά την προέλευσή του.

Να σημειωθεί ότι το σέρι (sherry) είναι και αυτό αγγλικής προελεύσεως και ηδύποτο, αλλά ετυμολογικά δεν έχει καμιά σχέση με το τσέρι, αφού πήρε την ονομασία του από την ισπανική πόλη Xeres απ’ όπου το προμηθεύονταν οι Άγγλοι. Αντιδάνειο και από κεράσια, αλλά λιγότερο διαδομένο είναι το γερμανικό κιρς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 171 Σχόλια »

Τι μπρόκολα, τι κουνουπίδια

Posted by sarant στο 9 Απριλίου, 2019

Στα σαββατιάτικα μεζεδάκια μας είχαμε αναφερθεί κατά σύμπτωση στα μπρόκολα, οπότε θυμήθηκα πως για το λαχανικό αυτό δεν έχουμε γράψει άρθρο -κι έτσι προέκυψε η σημερινή μας δημοσίευση.

Αλλιώς είναι βέβαια η γνωστή παροιμιακή φράση, αλλά για τα λάχανα έχουμε ήδη γράψει άρθρο παλιότερα. Τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια, από βοτανική άποψη ανήκουν στο ίδιο είδος με τα λάχανα, στο είδος της Κράμβης της Λαχανώδους (Brassica oleracea στα λατινικά της βοτανικής). Μάλιστα, ο Γεννάδιος τουλάχιστον κατατάσσει τα κουνουπίδια και τα λάχανα στο ίδιο βοτανικό υπο-είδος, της Κράμβης λαχανώδους ανθοκράμβης, ενώ τα λάχανα είναι στην κεφαλωτή. Αν είναι έτσι, τα μπρόκολα και τα κουνουπίδια είναι αδέρφια μεταξύ τους κι έχουν ξαδέρφι τα λάχανα, όπως και τα λαχανάκια Βρυξελλών που αποτελούν άλλο υποείδος της ιδιας οικογένειας (Κράμβη λαχανώδης σφαιριόμορφος).

Κι επειδή από φρασεολογική άποψη τα λάχανα έχουν αρκετό… ψαχνό, αξιώθηκαν δικό τους άρθρο, ενώ τα άλλα δύο συγγενικά φυτά συστεγάζονται στο σημερινό -και να δούμε αν έχουν αξιόλογο υλικό να γεμίσουν άρθρο.

Τα μπρόκολα φαίνεται πως εξελίχτηκαν σε αυτόνομο υποείδος στη νότια Ιταλία κι έτσι δεν είναι περίεργο που η διεθνής ονομασία τους είναι ιταλογενής. Εμείς λέμε μπρόκολο, δάνειο από το ιταλικό broccolo, που είναι υποκοριστικό του brocco («ξερόκλαδο, καρφάκι») το οποίο ανάγεται στο λατινικό broccus.

Αυτή η λατινική λέξη έχει αποκτήσει πολλά παιδιά κι εγγόνια σε διάφορες γλώσσες, ανάμεσα στις οποίες και η δική μας μπροσούρα, που την είπαν έτσι στα γαλλικά (brochure) επειδή ήταν ένα φυλλάδιο από χαρτιά συρραμμένα: συρραμμένα με καρφάκια.

Σε αλλες ευρωπαϊκές γλώσσες πήραν τον ιταλικό πληθυντικό, broccoli και τον έκαναν ενικό, κάποτε με ορθογραφική απλοποίηση (brocoli στα γαλλικά). Τα μπρόκολα είναι από τα λιγοστά μη εξωτικά οπωρολαχανικά που έχουν ομόρριζη ονομασία σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες -ίσως μάλιστα να είναι και το μοναδικό, δεν μου έρχεται άλλο στο μυαλό.

Τα μπρόκολα πρέπει να παρουσιάζουν αξιόλογα οφέλη για την υγεία, αλλά πολύς κόσμος τα βρίσκει πικρά ή άγευστα κι έτσι σπάνια θα βρεις κάποιον που να τα εκθειάζει από γαστρονομική άποψη -το πολύ να ακούσεις για τα διατροφικά τους πλεονεκτήματα ή για το ότι έχουν «αρνητικές θερμίδες» (με την έννοια πως ο οργανισμός καταναλώνει για να τα πέψει περισσότερες θερμίδες απ’ όσες παίρνει, αλλά δεν ξέρω αν ισχύει ο ισχυρισμός).

Θυμάμαι πως κάποιος πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Μπους ο πρεσβύτερος ίσως, μόλις ανέλαβε καθήκοντα έβαλε βέτο και τροποποίησε το μενού του Λευκού Οίκου εξοβελίζοντας τα μπρόκολα, που τα είχε άχτι, λέει, επειδή όταν ήταν μικρός τον ανάγκαζαν να τα τρώει. Κάνουν κάτι τέτοιες χειρονομίες για να δείχνουν ανθρώπινοι και κοντά στον μέσο άνθρωπο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Κύπρος, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 146 Σχόλια »

Η μέρα του χαλβά

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2019

Κούλουμα σήμερα, αν και για τους ξενιτεμένους η μέρα είναι εργάσιμη και τίποτα το γιορταστικό δεν έχει. Τις φετινές Απόκριες δεν τις τίμησε αρθρογραφικώς το ιστολόγιο, οπότε σήμερα θα προσπαθήσω να επανορθώσω.

Πέρυσι είχαμε βάλει (σ’ επανάληψη) ένα άρθρο για τη λαγάνα, ταιριάζει σήμερα να λεξιλογήσουμε για το απαραίτητο συνοδευτικό της, τον χαλβά.

Ποιον χαλβά; θα αναρωτηθείτε. Ποιον απ’ όλους; Η ερώτηση μπορεί να έχει πολλές απαντήσεις διότι χαλβάδες υπάρχουν πολλοί -και εννοώ τη λέξη με την κυριολεκτική της σημασία.

Έχουμε, ας πούμε, τον σιμιγδαλένιο χαλβά, ο οποίος στη βασική του μορφή έχει απλούστατη σύνθεση, και είναι γνωστος και ως χαλβάς 1:2:3:4 επειδή παρασκευάζεται με 1 μέρος βούτυρο ή λάδι, 2 μέρη σιμιγδάλι, 3 μέρη ζάχαρη και 4 μέρη νερό. Ως εκεί, ξέρω κι εγώ που οι επιδόσεις μου στη μαγειρική είναι υποτυπώδεις. Αυτός είναι ο κατεξοχήν σπιτικός χαλβάς, ενώ τώρα τελευταία τον φερνουν συχνά και στις ταβέρνες σαν κέρασμα στο τέλος.

Υπάρχει βέβαια και ο χαλβάς Φαρσάλων ή σαπουνέ χαλβάς, που χρησιμοποιεί νισεστέ αντί για σιμιγδάλι. Η λέξη «νισεστές» είναι τουρκικό δάνειο, περσικής αρχής (nişasta, το αμυλάλευρο). Μου αρέσει, αλλά με γκώνει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Μπέργκερ από το Αμβούργο

Posted by sarant στο 12 Οκτωβρίου, 2018

Εδώ και λίγα χρόνια έχει ανοίξει στη γειτονιά μου ένα Χαμπουργκεράδικον, έτσι με το νι του μεζεδοπώλη να ντιντινίζει στο τέλος. Δεν λέω ολόκληρο το όνομά του για να μην κάνω γκρίζα διαφήμιση και επειδή δεν το έχω επισκεφθεί δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο. Είναι πάντως διακοσμημένο σε αμερικάνικο στιλ, διόλου περίεργο αφού σερβίρει ένα από τα εμβληματικά, εδώ θαρρώ πως ταιριάζει η λέξη, αμερικανικά εδέσματα.

Ωστόσο, το εμβληματικό αυτό αμερικάνικο έδεσμα φαίνεται πως έλκει την καταγωγή από τον Παλαιό Κόσμο, και μάλιστα το λέει και το φωνάζει, αφού το ίδιο το όνομά του, κατά πάσα πιθανότητα, προέρχεται από το Αμβούργο, το μεγάλο γερμανικό λιμάνι. Hamburger από το Hamburg.

Εκφράζομαι με κάποια επιφύλαξη, διότι η προέλευση του εδέσματος από τη γερμανική πόλη δεν έχει ξεκαθαριστεί απόλυτα. Δεν υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση της προέλευσης καθαυτής αλλά δεν είναι καθαρό πώς και πότε έφτασε στις Ηνωμένες Πολιτείες το καινοφανές έδεσμα. Στην αγγλική Βικιπαίδεια βρίσκω ότι σε έναν αγγλικό τσελεμεντέ του 1758 υπάρχει μια συνταγή για Hamburgh sausage, που σερβίρεται «πάνω σε φρυγανισμένο ψωμί», ενώ λέγεται ότι στα πλοία της HAPAG που έκαναν τη συγκοινωνία Αμβούργου-Ηνωμένων Πολιτειών, σερβιριζόταν ψητό βοδινό κρέας ανάμεσα σε δυο φέτες ψωμί. Καθώς το Αμβούργο ήταν το λιμάνι απ’ όπου έφευγε η μεγάλη μάζα των Γερμανών μεταναστών προς τις ΗΠΑ, είναι πιθανό το χάμπουργκερ να οφείλει την ονομασία του στα πλοία αυτά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , , , | 223 Σχόλια »

Καρότο χωρίς μαστίγιο

Posted by sarant στο 4 Οκτωβρίου, 2018

Έναυσμα για το σημερινό άρθρο, που βέβαια εντάσσεται στη σειρά των άρθρων που δημοσιεύουμε κατά καιρούς με θέμα τα φρούτα και τα λαχανικά, πήρα από ένα προχτεσινό άρθρο του Σπύρου Σεραφείμ στο Πρόταγκον, με ετυμολογικά και άλλα λεξιλογικά σχετικά με φαγώσιμα, που μεταξύ άλλων ανέφερε και μερικά πράγματα για το καρότο -κι έτσι θυμήθηκα ότι δεν έχουμε στο ιστολόγιο άρθρο ειδικά αφιερωμένο στο λαχανικό αυτό.

Η ελληνική Βικιπαίδεια γράφει ότι το καρότο «ήταν γνωστό φαρμακευτικό φυτό στην Αρχαία Ελλάδα με το όνομα Σταφλίνος» και αυτή η πληροφορία έχει αναπαραχθεί σε όλο το ελληνόφωνο Διαδίκτυο (και στο άρθρο του Σ. Σεραφείμ) ενώ είναι ολοφάνερο (στα δικά μου μάτια, έστω) πως τέτοια λέξη δεν μπορεί να υπάρξει στα αρχαία, και πως έχει γίνει κάποιο λάθος. Σταφυλίνος είναι το σωστό, αλλά το καρότο στα αρχαία ελληνικά λεγόταν κυρίως δαύκος. Δαύκος ήταν κι ένας παλιός τερματοφύλακας της Δόξας Δράμας και του Παναθηναϊκού, αλλά δεν νομίζω να οφείλει στα καρότα το όνομά του.

Οι αρχαίοι λοιπόν το ήξεραν το καρότο αλλά, λέει ο Brian Dalby που έχει μελετήσει το διαιτολόγιο των αρχαίων, μάλλον δεν έτρωγαν τη ρίζα του, όπως εμείς, αλλά τα φύλλα του και τους σπόρους του. Ο Διοσκουρίδης το αναφέρει ως σταφυλίνο και διακρίνει δύο είδη,  τον άγριο και τον κηπευτό (καλλιεργούμενο). Επίσης, μας δίνει και μια από τις σπάνιες πολυγλωσσικές αναφορές των αρχαίων: Ῥωμαῖοι καρώταμ, οἱ δὲ παστινάκα ῥούστικα, Αἰγύπτιοι βαβιβυρού, Ἄφροι σιχχάμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά, Φυτά | Με ετικέτα: , , , , , | 216 Σχόλια »

Το πανάρχαιο φρούτο (επανάληψη)

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2018

Μια και είναι στην εποχή τους αυτόν τον καιρό, σκέφτηκα σήμερα να επαναλάβω, επαυξημένο με τα δικά σας σχόλια, ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από πέντε χρόνια, και που επίσης έχει περιληφθεί στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Μερικά φρούτα ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους μόνο αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, άλλα τα έφεραν από τον Νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα έφτασαν στους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς, μερικά όμως ήταν «πάντοτε» εδώ· το πάντοτε να μην το πάρουμε τοις μετρητοίς, αλλά πάντως από πολύ παλιά. Ένα τέτοιο πανάρχαιο φρούτο, που είχε περάσει στο περιθώριο, αν και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον, είναι το ρόδι.

Το ρόδι βγαίνει απ’ τη ροδιά (Punica granatum), αλλά και η ροδιά βγαίνει, ετυμολογικά εννοώ, από το ρόδι. Εξηγούμαι. Οι αρχαίοι, το δέντρο το έλεγαν ροιά, και το ρόδι ήταν ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι, και ρόιδο, και σήμερα ρόδι. Από το νεότερο ρόδι, ονομάστηκε ξανά ροδιά το δέντρο. Στην Κύπρο τη λένε και ροβιά, ενώ στην Κρήτη ρόγδι και ρογδιά.

Η ροδιά είναι από τα οπωροφόρα δέντρα που απαντούν στον Όμηρο: Όγχναι (αχλαδιές) και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι (Οδύσσεια, η 114). Πριν προχωρήσω, να διευκρινίσω ότι επιστημονικά η ροδιά θεωρείται θάμνος και όχι δέντρο –αλλά ασφαλώς αυτό ενδιαφέρει περισσότερο τους βοτανολόγους. Για την ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει ομοφωνία, αλλά τα λεξικά προκρίνουν την σύνδεση με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού.

Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί αλλά και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα γουστόζικο ανέκδοτο στον Αθήναιο. Μια εποχή, Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας λοιπόν έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε.

Στην ελληνική μυθολογία το ρόδι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, αν θυμηθούμε τον μύθο της Περσεφόνης, που την έκλεψε ο Πλούτωνας στον κάτω κόσμο, και εκεί την ξεγέλασε και της έδωσε να φάει έξι σπυριά ροδιού, και γι’ αυτό η κόρη της Δήμητρας αναγκάστηκε να μένει έξι μήνες το χρόνο στον Άδη (και αυτούς τους μήνες έχουμε χειμώνα· σε άλλες παραλλαγές του μύθου γίνεται λόγος για λιγότερα σπυριά και μήνες).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 190 Σχόλια »