Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά συμπόσια’ Category

Τη γραβιέρα τη φέρνει ο γερανός;

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2021

Παράξενο το ερώτημα του τίτλου -ξέρουμε δα πως ο γερανός ή πιο σωστά ο πελαργός φέρνει (ή δεν φέρνει) τα νεογέννητα παιδιά, τι σχέση έχει με το τυρί;

Κάποια σχέση έχει (ή δεν έχει) αλλά θα πρέπει να κάνετε λίγη υπομονή ώσπου να φτάσουμε ως εκεί. Όσο για παραπλανητικούς τίτλους, θα έχετε πια συνηθίσει σε αυτό το ιστολόγιο.

Τη γραβιέρα πάντως την αγαπώ πολύ. Και όταν, πριν από πολλά χρόνια, εγκαταστάθηκα στο εξωτερικό, έπαθα ένα μικρό σοκ όταν διαπίστωσα πως το τυρί που έξω λέγεται gruyère, λέξη που ολοφάνερα συγγενεύει με τη δική μας, μικρή σχέση έχει στη γεύση με τη γραβιέρα.

Βέβαια, συχνά συμβαίνει μια λέξη συγγενική με μιαν άλλη να δηλώνει εντελώς διαφορετικό πράγμα από αυτήν -πολλές φορές ακόμα και η ίδια λέξη μέσα στον χρόνο δηλώνει διαφορετικό πράγμα, ας πούμε διαφορετικόν καρπό.

Τις προάλλες λοιπόν στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το ερώτημα: η ομοιότητα των λέξεων που περιγράφουν τα δυο τυριά πώς συμβιβάζεται με την ανομοιότητα των δύο τυριών; Από τη συζήτηση αυτή αντλώ υλικό για το σημερινό άρθρο.

Μια άποψη, που βρισκει κανείς να επαναλαμβάνεται σε πολλά γευσιγνωστικά άρθρα του Διαδικτύου (παράδειγμα), είναι η εξής:

Ένας γεωπόνος, που θεωρείται και ο θεμελιωτής της τυροκομίας στη χώρα μας, ο Νικόλαος Ζυγούρης, επιχείρησε το 1914 να δημιουργήσει έναν βελτιωμένο τύπο ελληνικού σκληρού τυριού, με βάση τη συνταγή της περίφημης ελβετικής gruyère. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο ελληνικό τυρί τύπου γραβιέρας, στο “γαλακτοκομείο Λάππα” της Μανωλάδας, των τότε βασιλικών κτημάτων, με βασική διαφορά τη χρήση πρόβειου γάλακτος, αντί αγελαδινού. Τα επόμενα χρόνια, και μετά από αρκετούς πειραματισμούς, η παρασκευή του τυριού βελτιώθηκε στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, της οποίας ο Νικόλαος Ζυγούρης ήταν εμπνευστής και πρώτος διευθυντής, το 1917.

Στην πορεία των ετών, η γραβιέρα καθιερώθηκε στην ελληνική τυροκομία, απέκτησε ξεχωριστό χαρακτήρα από την ελβετίδα συνώνυμη και έγινε ένα διαφορετικό τυρί, που δίκαια κατατάσσεται πλέον στην τυροκομική μας παράδοση. Το όνομα “γραβιέρα” επικράτησε για τα τυριά με τον ίδιο τρόπο παρασκευής παντού στη χώρα, που έχουν, βέβαια, μικρές ή μεγαλύτερες διαφορές σε γεύση, υφή και σπανιότερα πρώτη ύλη (γάλα). Οι περιοχές, όμως, που έχουν πιστοποιηθεί ότι παράγουν γραβιέρα Π.Ο.Π. (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης) είναι μόνο τρεις: η Κρήτη, η Νάξος και τα Άγραφα. Όσον αφορά τα τελευταία, που η γραβιέρα τους είναι και δυσεύρετη, να πούμε και το εξής: το τυρί Αγράφων ήταν παλαιότερα το μόνο αξιόλογο σκληρό τυρί στην Ελλάδα και αυτό ακριβώς προσπάθησε να βελτιώσει, ώστε να εξαπλώσει την παραγωγή του ο Νικόλαος Ζυγούρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Μια πάστα, μα ποια πάστα;

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2021

Ποια πάστα, αλήθεια;

Σοκολατίνα; Μήπως πάστα αμυγδάλου; Σεράνο; Ποντικάκι ίσως, όπως στη φωτογραφία;

Τρώτε πάστες; Ή μήπως τρώτε πάστα;

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε. Ούτε συνταγές ζαχαροπλαστικής θα αναφέρω, ούτε θα συζητήσω τις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα, αν και στα σχόλιά σας, όπως πάντα, είστε ελεύθεροι να στρέψετε τη συζήτηση όπου βαστάει η καρδιά σας.

Κι έτσι, ενώ θα ήταν καλό να ξεκινήσουμε τη βδομάδα με ένα γλυκάκι, το άρθρο δεν θα εστιαστεί στα είδη πάστας που υπάρχουν αλλά στη λέξη πάστα, με τις τουλάχιστον τρεις σημασίες που έχει -ή μάλλον τέσσερις.

Γιατί βεβαίως, όταν λέμε «έφαγα μια πάστα» το μυαλό μας πάει στο ζαχαροπλαστείο, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, φαγώσιμες αλλά όχι γλυκές, ή και όχι φαγώσιμες ή και μεταφορικές.

Έχουμε καταρχάς την πάστα του ζαχαροπλαστείου, με την οποία ξεκινήσαμε, το ατομικό γλύκισμα μικρού σχετικά μεγέθους (αν και τώρα έχουν βγει και… υποατομικά, τα παστάκια). Αυτή είναι μάλλον η πρώτη σημασία που μάθαμε οι περισσότεροι.

Όμως πάστα είναι επίσης γενική ονομασία για τα ζυμαρικά -και με τη διάδοση που έχουν πάρει τις τελευταίες δεκαετίες οι έθνικ κουζίνες αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για διαφοροποίηση, πλάι στις πιτσαρίες έχουν εμφανιστεί και παστερίες, που η ραχοκοκαλιά του μενού τους είναι τα μακαρόνια (κάποια μαγαζιά, αλλά πολύ λιγότερα, αποκαλούνται «μακαρονάδικα»). Έτσι, όλο και περισσότερο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «πάστα» και με τη σημασία των ζυμαρικών, πολύ περισσότερο που έτσι τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται και στα παγκοσμίως κυρίαρχα αγγλικά (τα οποία εν προκειμένω δεν έχουν κόμπλεξ να δανειστούν λέξεις από άλλες γλώσσες, και μάλιστα ασυμμόρφωτες όπως εδώ).

Δεύτερη πάστα λοιπόν, αν και, υποθέτω ότι σύγχυση δεν υπάρχει, διότι όταν αναφερόμαστε στο γλύκισμα θα πούμε «έφαγα μια πάστα», «πήγαμε να αγοράσουμε πάστες«, ενώ για τα ζυμαρικά θα πούμε «μου αρέσει η πάστα» μάλλον και όχι «οι πάστες», αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τη λέξη -σε μένα δεν έχει τύχει, λέω «μακαρόνια» ή «ζυμαρικά», αλλά εγώ είμαι πια γέρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Κολοκύθια με ρίγανη ή κολοκύθια με τη ρίγανη;

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2021

Δεν θα συζητήσουμε συνταγές φαγητών στο σημερινό μας άρθρο, ούτε σκοπεύω να επαναλάβω το παλιότερο άρθρο μας για τα φρασεολογικά του κολοκυθιού.

Το δίλημμα του τίτλου μού το έθεσε με μέιλ φίλη του ιστολογίου, που συχνά με τροφοδοτεί με ερωτήματα. Αν κατάλαβα καλά, συζητήθηκε κάπου στο Φέισμπουκ -αλλά δεν χάνουμε τίποτα να το συζητήσουμε και εδώ με ένα σύντομο αρθράκι.

Το ερώτημα βέβαια δεν αφορά ειδικώς τα κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) -αυτά στάθηκαν η αφορμή. Αλλά ας αρχίσουμε από αυτά.

Κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) είναι βεβαίως όνομα φαγητού, και στο Διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε συνταγές πώς να τα μαγειρέψετε (παράδειγμα).

Όμως, «κολοκύθια με τη ρίγανη» είναι και παροιμιακή φράση, που τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε ανόητα ή αβάσιμα ή ανάξια λόγου τα λεγόμενα κάποιου -και μάλιστα υπάρχουν πολλές παραλλαγές, περίπου ή εντελώς συνώνυμες:

* κολοκύθια με τη ρίγανη!

* κολοκύθια στο πάτερο!

* κολοκύθια τούμπανα!

* κολοκύθια νερόβραστα!

* ή και σκέτο: κολοκύθια!

Φαίνεται ότι τα κολοκύθια απέκτησαν τη σημασία των ανόητων λόγων επειδή οι περισσότεροι τα βρίσκουν άνοστα, ακόμα κι αν τα αρτύσουμε με ρίγανη.

Οι εκφράσεις είναι παλιές. Στη δίκη του το 1834, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε προς τον εισαγγελέα Μάσον «Αυτά τα κολοκύθια με τη ρίγανη φύλαξέ τα να τα ειπείς σε άλλους, όχι στον Κολοκοτρώνη». Η έκφραση φυσικά προϋπήρχε, ενώ να σημειώσουμε ότι και στα βλάχικα υπάρχει η έκφραση «κουρκουμπιάτι χιάρτι», κατά λέξη «κολοκύθια βραστά» για τα ανόητα λόγια.

Όμως, σήμερα δεν εξετάζουμε ειδικώς αυτή τη φράση.

Το ερώτημα που θέτει η φίλη μου είναι γιατί λέμε, οι περισσότεροι, «κολοκύθια με τη ρίγανη» ενώ λέμε «πατάτες με αυγά», «μακαρόνια με κιμά», «χοιρινό με σέλινο» κτλ. Δηλαδή, για ποιο λόγο στη μια περίπτωση βάζουμε το οριστικό άρθρο («τη ρίγανη») και στις άλλες δεν το βάζουμε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαστρονομία, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ντοπιολαλιές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 185 Σχόλια »

Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα αγγούρια, ξανά

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2021

Δεν προλάβαινα να γράψω καινούργιο άρθρο, οπότε κατέφυγα στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης ενός παλιότερου. Πόσο παλιότερου; Πολύ. Δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από 11 χρόνια (παρά 4 μέρες), στις 16 Μαρτίου 2010 -ένα μήνα πριν από το διάγγελμα ΓΑΠ από το Καστελόριζο, παναπεί πριν από αιώνες. Οπότε, πολλοί δεν θα το έχετε διαβάσει -κι άλλοι δεν θα το θυμάστε. Μήτε εγώ το καλοθυμόμουν.

Οπότε το άρθρο ΔΕΝ είναι επίκαιρο. Δεν γράφτηκε για να συμβουλεψει την κυβέρνηση τι να κάνει μπροστά στις συνδυασμένες δυσκολίες της πανδημίας που παίρνει τα πάνω και της οικονομίας που καταβαραθρώνεται. Άλλωστε δεν έχει ανάγκη από συμβουλές η κυβέρνηση διότι έχει βρει την πανάκεια: αστυνομικοί κι άλλοι αστυνομικοί και πάλι αστυνομικοί -και ξύλο, ξύλο, ξύλο.

Ο τίτλος του άρθρου είναι βέβαια υπερβολικός. Δεν φιλοδοξώ να γράψω όλα όσα θέλετε να μάθετε για τα αγγούρια και δεν τολμούσατε ποτέ να ρωτήσετε, γιατί δεν τα ξέρω ούτε εγώ. Μερικά γλωσσικά -ετυμολογικά και φρασεολογικά θα δούμε –του αγγουριού.

Το αγγούρι είναι καρπός που εμφανίστηκε στην Ινδία. Στα αρχαία ελληνικά λεγόταν σικυός ή σίκυος, αλλά τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούσαν επίσης για τα κολοκύθια, που άλλωστε είναι φυτό της ίδιας οικογένειας· από εκεί πήρε το όνομά της και η Σικυών, το σημερινό Κιάτο (περίπου), αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν τόπος παραγωγής αγγουριών ή κολοκυθιών. Στα λατινικά λέγεται cucumis, και το επιστημονικό όνομα του αγγουριού είναι cucumis sativus. Η ελληνική λέξη πιθανώς είναι δάνειο, ίσως από κάποια ανατολίτικη γλώσσα, ενώ ο Ησύχιος έχει μια γλώσσα «κύκυον· τον σικυόν», αρκετή για να μας βάλει σε υποψίες μήπως η λατινική είναι δάνειο από την ελληνική ή και το αντίστροφο.

Εμείς όμως σήμερα, το λέμε αγγούρι. Και όχι μόνο σήμερα, αλλά αρκετά παλιά, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα· το βρίσκω στον ψευδο-Ιπποκράτη, που δεν τον χρονολογεί το TLG, αλλά περίπου τότε πρέπει να χρονολογείται: οἱ δὲ σίκυοι ἤγουν τὰ ἀγγούρια τὰ ἥμερα διουρητικά εἰσι. Έτσι που το γράφει, συμπεραίνουμε ότι τα αγγούρια ήταν, από τότε, η λαϊκή λέξη.

Κατά το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, είναι δάνειο από το αραβικό agur, που συνέπεσε φωνητικά με το μεσαιωνικό άγγουρος (= άγουρος). Στο γενικό λεξικό του Μπαμπινιώτη θα βρείτε ότι δίνεται σαν ετυμολογία η προέλευση από το άγγουρος και «κατ’ άλλη άποψη προέρχεται από το αραβικό agur». Προφανώς χρειάζεται να συντονιστούν τα δύο λεξικά. Στο ΛΚΝ, ο Πετρούνιας δίνει την αραβική ετυμολογία. Θα μπορούσε όμως να είναι και δάνειο από τα πέρσικα (angarah).

Στα γαλλικά το αγγούρι το λένε concombre, στα αγγλικά cucumber, στα ισπανικά cogombro, όλες αυτές οι λέξεις προέρχονται προφανώς από το λατινικό cucumis. Στα γερμανικά όμως το αγγούρι είναι gurke, το οποίο, θα αισθανθείτε περήφανοι αν το μάθετε, έχει ελληνική αρχή. Όμως δεν πήγε απευθείας η ελληνική λέξη στη γερμανική γλώσσα, αλλά… μέσω Πολωνίας. Δηλαδή, το βυζαντινό αγγούριν πέρασε σε ορισμένες σλάβικες γλώσσες (ogurec στα ρώσικα, okurka στα τσέχικα, ogórek στα πολωνικά) και από εκεί στα γερμανικά. Η γερμανική λέξη περνάει και στα ολλανδικά, και στα αγγλικά όπου gherkin λέγεται όχι το κανονικό αγγούρι (αυτό, είπαμε, είναι cucumber), αλλά το μικρό το αγγουράκι που το κάνουμε τουρσί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 150 Σχόλια »

Ποιος επινόησε τον φραπέ;

Posted by sarant στο 18 Ιανουαρίου, 2021

Μια και σύμφωνα με πολλούς ο καφές φραπέ, ο φραπές που λέμε, είναι το εθνικό μας ρόφημα, έχουμε έναν λόγο παραπάνω να μας ενδιαφέρει η ιστορία του. Κι όμως, το ιστολόγιο δεν είχε ως τώρα αφιερώσει άρθρο στο θέμα. Με το σημερινό μας άρθρο ερχόμαστε να καλύψουμε εν μέρει αυτό το κενό, να μη μας βρει η δωδεκαετία (που τη συμπληρώνουμε τον άλλο μήνα) με μια τόσο σοβαρή παράλειψη.

Ωστόσο, σπεύδω να σας προειδοποιήσω πως εγώ ελάχιστη δουλειά έχω κάνει στο σημερινό άρθρο. Στην πραγματικότητα, παρουσιάζω (αναπτυγμένα) τα όσα διαμείφθηκαν σε μια συζήτηση στο Τουίτερ και όσα είχαν ειπωθεί στο ιστολόγιό μας πριν από 8-9 χρόνια -σε σχόλια βεβαια, όχι σε ειδικό άρθρο.

Το έναυσμα για το άρθρο το πήρα από ένα τουίτ του Θείου Θανάση, που κατά συμπτωση γιορτάζει σήμερα. Ο Θείος Θανάσης (@theiosthanassis) είναι ένας καταπληκτικός αρχειοδίφης, με αστείρευτες γνώσεις (πιθανώς από μέσα) για τον ελληνικό κινηματογράφο, αλλά και για πολλά άλλα θέματα. Αν έχετε Τουίτερ, αξίζει να τον (παρ)ακολουθείτε -εδώ που τα λέμε, και δέκα λογαριασμούς μονάχα να ακολουθείτε στο Τουίτερ, ο Θανάσης αξίζει να είναι ένας από αυτούς.

Για πολύ κόσμο, η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου είναι σαφής. Πολλοί έχουν ακούσει ή έχουν διαβάσει την ιστορία που ευρύτατα κυκλοφορεί, ότι τον φραπέ τον εφεύρε, ή τον επινοησε, κατά τύχη, ο Δημήτρης Βακόνδιος, τον Σεπτέμβριο του 1957, στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης.

Σύμφωνα με το άρθρο της ελληνικής Βικιπαίδειας:

Η δημιουργία του φραπέ ήταν τυχαία και συνέβη κατά τη διάρκεια της Διεθνούς Έκθεσης στη Θεσσαλονίκη το 1957. Ο αντιπρόσωπος της ελβετικής εταιρίας Nestlé στην Ελλάδα Γιάννης Δρίτσας παρουσίαζε ένα νέο προϊόν για παιδιά, ένα σοκολατούχο ρόφημα, που παρασκευαζόταν στιγμιαία αναμιγνύοντάς το με γάλα και χτυπώντας το με σέικερ. Ο Δημήτριος Βακόνδιος, υπάλληλος του Δρίτσα, συνήθιζε να πίνει Nescafé, στιγμιαίο καφέ που παρασκευάζεται από την Nestlé. Σε ένα διάλειμμα που έκανε κατά την διάρκεια της έκθεσης θέλησε να πιει καφέ, αλλά επειδή δεν έβρισκε ζεστό νερό σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει το σέικερ για να φτιάξει τον καφέ του με κρύο νερό. Έβαλε καφέ, ζάχαρη και νερό, τα κούνησε και δημιούργησε τον πρώτο καφέ φραπέ της ιστορίας. Μετά από χρόνια δήλωνε ότι δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως ένα απλό πείραμα τον οδήγησε στην εφεύρεση του διασημότερου ροφήματος στην Ελλάδα.

Το άρθρο της Βικιπαίδειας βασίζεται σε άρθρο της Μηχανής του χρόνου, όπου μπορείτε να δείτε και φωτογραφία του Δ. Βακόνδιου.

Το άρθρο δεν μας λέει αν ο Βακόνδιος ονομάτισε «καφέ φραπέ» την «εφεύρεσή» του, ούτε ποια ήταν τα αμέσως επόμενα βήματα στη διάδοση του ροφήματος.

Ωστόσο, ένα εύρημα του Θείου Θανάση ρίχνει σκιά αμφιβολίας στα πρωτεία του Βακόνδιου. Πρόκειται για διαφημίσεις εφημερίδων, από το καλοκαίρι του 1957, δηλαδή πριν από την «τυχαία» εφεύρεση του Βακόνδιου.

Όπως βλέπετε, ήδη από τον Ιούλιο του 1957, δυο μηνες πριν από την έκθεση της Θεσσαλονίκης, ο Δρίτσας διαφήμιζε ένα κρύο ρόφημα Νεσκαφέ φραππέ (με δύο π κατά την ορθογραφία της εποχής που δεν απλοποιούσε τα δάνεια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν, Ποτά | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 308 Σχόλια »

Το πουρμπουάρ και η προπίνα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2021

Θα έχετε μια άγνωστη λέξη στον τίτλο, αλλά το έκανα επίτηδες. Για να σας μπερδέψω, την έγραψα ελληνικά, ενώ είναι ισπανική, propina,  και σημαίνει πουρμπουάρ, το φιλοδώρημα.

Άρα, ο τίτλος έχει δυο λέξεις που σημαίνουν το ίδιο σε δυο διαφορετικές γλώσσες. Ο φίλος μας ο Στάζιμπος μού έδειξε μια σειρά από τουίτ στο Τουίτερ, ενός ισπανόφωνου χρήστη που ασχολείται με την ετυμολογία, και μου φάνηκε πως υπάρχει ενδιαφέρον υλικό για ένα αρθράκι. Έκλεψα λοιπόν και τη φωτογραφία που συνόδευε τα τουίτ του Ισπανού και γράφω το αρθράκι, προσθέτοντας όμως και πολλά δικά μου.

Ως προς την ελληνική λέξη, διότι ελληνικό είναι βεβαίως το πουρμπουάρ, είναι δάνειο από το γαλλ. pourboire, το οποίο θα πει κατά λέξη «για να πιει», αφού boire είναι το ρήμα «πινω» στα γαλλικά, το απαρέμφατό του (εμείς δεν έχουμε απαρέμφατο, το καταργήσαμε όταν μπήκαμε στη Βαλκανική Ένωση).

Eίναι δηλαδη η γαλλικη λέξη ένα ουσιαστικό «εκ συναρπαγής», αφού φτιάχτηκε από τις λέξεις «pour boire», όπως το δικό μας το διαπασών φτιάχτηκε από το «διά πασών (των χορδών συμφωνία»). Μαρτυρείται από τα μέσα του 18ου αιώνα, ενώ παλιότερα (π.χ στον Μολιέρο) τη βρίσκουμε αναλυμένη («Voilà pour boire»).

Ο Γκονκούρ σημειώνει για το πουρμπουάρ ή μάλλον για το pourboire: Le pourboire, cette générosité essentiellement française, prouve l’humanité d’une nation. Elle veut, la France, qu’à la rémunération tarifée du travail ou du service, il s’ajoute un peu de joie, un peu de bon temps, un peu d’ivresse. Που θα πει περίπου: Το πουρμπουάρ, αυτή η κατά βάση γαλλική μορφή γενναιοδωρίας, αποδεικνύει την ανθρωπιά ενός έθνους. Στη θεσμοθετημένη ανταμοιβή της εργασίας ή της υπηρεσίας, η Γαλλία θέλει να δει να προστίθεται λίγη χαρά, λίγη καλοπέραση, λίγη μέθη. Είναι έτσι; Θα σας γελάσω.

Οπότε, το πουρμπουάρ μάς ήρθε από το Παρίσι -κυριολεκτικά, αφού οι πρώτες ανευρέσεις του όρου σε ελληνικές εφημερίδες, από το γύρισμα του 20ού αιώνα ως το 1910, αφορούν όλες είτε ανταποκρίσεις από το Παρίσι (μερικές του Ζαχ. Παπαντωνίου) είτε μεταφράσεις γαλλικών διηγημάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 249 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Φράπες, γκρέιπ φρουτ και τα υπόλοιπα εσπεριδοειδή, ξανά

Posted by sarant στο 20 Νοεμβρίου, 2020

Ταξίδευα χτες οπότε δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο. Στις περιπτώσεις αυτές συχνά καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης κι αυτό θα κάνω και σήμερα.

Το άρθρο που θα διαβάσετε είχε πρωτοδημοσιευτεί πριν απο έξι χρόνια, πάλι Νοέμβρη μήνα, αφού τον Νοέμβριο τα εσπεριδοειδή βρίσκονται στην εποχή τους -εννοώ πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο, αφού αρχικά το είχα συμπεριλάβει στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, του 2013.

Σε προηγούμενα κεφάλαια του βιβλίου (και αντίστοιχα άρθρα του ιστολογίου) παρουσιάστηκαν τα πορτοκάλια, τα λεμόνια και οι φτωχοί συγγενείς τους, νεράντζια και κίτρα· σε άλλο άρθρο είπαμε και για το μανταρίνι. Όμως υπάρχουν και άλλα εσπεριδοειδή, που θα μας απασχολήσουν λιγότερο, μια και δεν κατέχουν κεντρική θέση στη ζωή μας ή στην κουλτούρα μας.

Και ξεκινάμε από το γκρέιπ-φρουτ, το οποίο, παρόλο που τις τελευταίες δεκαετίες έχει μπει ορμητικά στη ζωή μας, ούτε ντόπιο όνομα δεν αξιώθηκε να αποκτήσει – είναι το πιο διαδεδομένο στην Ελλάδα φρούτο που έχει διατηρήσει ασυμμόρφωτο και άκλιτο το ξένο του όνομα (οι ανανάδες και οι μπανάνες κλίνονται, βλέπετε, ενώ το μάνγκο είναι πολύ λιγότερο διαδεδομένο). Λοιπόν, στα ελληνικά είναι δάνειο από το αγγλικό grape-fruit, που το είπαν έτσι επειδή οι καρποί του φυτρώνουν σε τσαμπιά στις άκρες των κλαδιών.

Φράπα, αγγλιστί pomelo

Αν δεν βρίσκετε πολύ εύστοχη την αγγλική ονομασία, δεν είστε ο μόνος· μάλιστα διαβάζω ότι έχουν γίνει επανειλημμένες προσπάθειες να καθιερωθεί άλλο όνομα, αλλά απέτυχαν, γιατί έχει πια ριζώσει. Αλλά, όπως θα δούμε πιο κάτω, και η επίσημη βοτανική ονομασία αναφέρεται στο τσαμπί.

Στις Αντίλλες, που είναι η πατρίδα του, και συγκεκριμένα στα νησιά Μπαρμπάντος, το είπαν αρχικά «απαγορευμένο καρπό», πράγμα που αντανακλάται και στο βοτανικό του όνομα, Citrus paradisi. Ωστόσο, το γκρέιπ-φρουτ προέκυψε από διασταύρωση ανάμεσα στο πορτοκάλι και στη φράπα, που είναι καρπός ιθαγενής της Νοτιοανατολικής Ασίας. Κάπως τα μπλέξαμε τα πράγματα, οπότε ας τα πάρουμε με τη σειρά, όσο κι αν είναι μπερδεμένα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 156 Σχόλια »

Το άλλο χρυσάφι της γης, ξανά

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2020

Δεν πρόφταινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είχα ετοιμασίες για ταξίδι. Οπότε, ξαναδημοσιεύω ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί πριν από εννιά χρόνια κι ένα μήνα, τότε που ήμασταν νεότεροι, ωραιότεροι και χωρίς κορόνα.

Παρόλο που πολλοί συμμετείχατε και στην τότε συζήτηση, ελπίζω να μη θυμάστε πολύ καλά το άρθρο -ενώ κάποιοι σίγουρα δεν θα το έχουν δει. Ενσωματώνω και μερικά από τα τότε σχόλια.

Οι πατατοφάγοι του Βαν Γκογκ (τμήμα)

Οι Ισπανοί κονκισταδόρες που έφτασαν στο Περού γύρω στο 1530 αναζητώντας χρυσάφι και ασήμι παρατήρησαν ότι οι Ίνκας έτρωγαν έναν περίεργο χυλό, που φτιαχνόταν από κάτι αποξηραμένους καρπούς –δοκίμασαν και άρχισαν να τρώνε και οι ίδιοι, και τελικά το έφεραν στην Ευρώπη, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ήταν κάτι πολύ πολυτιμότερο από το χρυσάφι και το ασήμι. Ήταν η πατάτα.

Όταν σκεφτούμε πόσο δεμένη είναι η πατάτα σήμερα με το καθημερινό μας διαιτολόγιο, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι πριν από λίγους αιώνες ήταν σχεδόν ή εντελώς άγνωστη (βέβαια το ίδιο ισχύει και με τη ντομάτα). Διότι, έστω κι αν έφτασε στην Ισπανία περί το 1550, η πατάτα άργησε πολύ να πάρει τη θέση που έχει σήμερα. Από την αρχή την αντιμετώπισαν με δυσπιστία, για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, για κανα-δυο αιώνες κανείς δεν είχε σκεφτεί να την ξεφλουδίσει. Έπειτα, πολλοί δοκίμασαν να τη φάνε ωμή, με αποτέλεσμα να αρρωστήσουν –έτσι, διαδόθηκε ότι η πατάτα προκαλεί λέπρα. Απωθητικό ήταν και το γεγονός ότι φύτρωνε κάτω από τη γη, και έδωσε λαβή να αναπτυχθούν διάφορες δεισιδαιμονίες. Έπειτα, δεν έκανε καμιά εντύπωση έτσι όπως ήταν άοσμη και άγευστη. Την καλλιεργούσαν κυρίως για ζωοτροφή.

Το όνομα της πατάτας βγήκε από ένα μπέρδεμα. Οι Ισπανοί γνώρισαν δυο παρεμφερή φυτά στον Νέο Κόσμο: την πατάτα, στο Περού, που την είπαν papa, όπως είναι στην γλώσσα Κέτσουα, και τη γλυκοπατάτα, που την είπαν batata, λέξη των Ινδιάνων της Ισπανιόλας (το μεγάλο νησί που σήμερα είναι χωρισμένο στην Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία). Από τη διασταύρωση των λέξεων papa και batata προέκυψε ο όρος patata, που αρχικά τον χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως και για γλυκοπατάτες και για πατάτες, και που διαδόθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Γιατί το λένε μπουγιουρντί;

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2020

Μια και το Ορούτς Ρεΐς εξακολουθεί να βρίσκεται στις παρυφές της ελληνικής υφαλοκρηπίδας ή της ΑΟΖ ή της περιοχής που θα μπορούσαμε να έχουμε ανακηρύξει ως ΑΟΖ, και εκτελεί ή απειλεί να εκτελέσει ή προσπαθεί να εκτελέσει σεισμογραφικές έρευνες στην περιοχή, σε ένδειξη αντιποίνων το ιστολόγιο θα εκτελέσει λεξικογραφικές έρευνες στην ελληνοτουρκική γλωσσική υφαλοκρηπίδα, κι έτσι σήμερα θα λεξιλογήσουμε για το μπουγιουρντί.

Το μπουγιουρντί είναι μια από τις πολλές λέξεις που μας έχει κληροδοτήσει η περίοδος της οθωμανικής κυριαρχίας, λέξεις της οθωμανικής διοίκησης και καθημερινότητας, που μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους έμειναν άνεργες αλλά προσέλαβαν καινούργιες σημασιες, συνήθως με δείνωση της σημασίας τους.

Έτσι, ο τσαούσης δεν είναι πια ο υπαξιωματικός (σε βαθμό αντίστοιχο με τον λοχία) αλλά κάποιος πεισματάρης και απαιτητικός άνθρωπος· το ασκέρι δεν είναι πια στρατιωτικό τμήμα αλλά δηλώνει όχλο ή συρφετό ή πολυμελή ομάδα ή οικογένεια π.χ. «μας κουβαλήθηκε ο κουμπάρος με το ασκέρι του», ενώ ο ντερβέναγας δεν είναι ο επικεφαλής του στρατιωτικού τμήματος που φυλάει τα στρατηγικά ορεινά περάσματα αλλά κάποιος που φέρεται αυταρχικά ή που απρόσκλητος παρεμβαίνει σε υποθέσεις μας που δεν τον αφορούν -«ντερβέναγα σε βάλαμε;» θα του πούμε τότε.

Αλλά ας έρθουμε στο μπουγιουρντί.

Η αρχική του λοιπόν σημασία είναι έγγραφη διαταγή αξιωματούχου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο αρχικός τύπος, στα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν μπουγιουρουλντί, από το buyuruldu, που θα πει «διετάχθη», εννοείται «υφ’ ημών» και με το οποίο τελείωνε το κατεβατό της διαταγής.

Στην αρχη της λέξης βρίσκουμε το ρήμα buyurmak, διατάσσω, που έχει αόριστο buyurdum. Δεν ξέρω αν το ελληνικό πια μπουγιουρντί προέκυψε από το μπουγιουρουλντί με απλολογία ή αν παρήχθη από μεταγενέστερο απλούστερο τουρκικό τύπο (βρίσκω buyurtu) ή αν βγηκε από το τρίτο πρόσωπο του αορίστου του buyurmak, που είναι buyurdu σήμερα (αλλά δεν ξέρω πώς ήταν στην τότε γλώσσα) όμως δεν έχει και τόση σημασία. Πάντως, στα κείμενα της εποχής βρίσκουμε διάφορες παραλλαγές, όπως μπουγιουρτί, πουγιουρτί, μπουγιουρδί κτλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, τούρκικα, Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 131 Σχόλια »

Πιλάφι

Posted by sarant στο 10 Ιουνίου, 2020

Πριν από μερικές μέρες (ανα)δημοσιεύσαμε και συζητήσαμε εκτενώς ένα άρθρο ξένου ιστοτόπου για το εθνικό φαγητό της κάθε χώρας, φυσικά δίνοντας περισσότερο έμφαση στο αν πράγματι είναι εθνικό μας φαγητό στην Ελλάδα αυτό που αναφερόταν στο άρθρο (ο μουσακάς).

Από τα περίπου 200 φαγητά (ένα για κάθε χώρα) που έχει το άρθρο αυτό, αναφέραμε τα εθνικά πιάτα περίπου 20 χωρών. Σήμερα θα εστιάσω σε κάποια άλλα.

Το εθνικό φαγητό του Αζερμπαϊτζάν, σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο, είναι το Plov. Eίναι ένα από τα (όχι πολλά) πιάτα που το ξέρω, εννοώ το έχω δοκιμάσει, μια και το έφτιαχνε ένας φίλος που είναι παιδί πολιτικών προσφύγων και γεννηθηκε και μεγάλωσε στην Τασκένδη. Η Τασκένδη βέβαια βρίσκεται στο Ουζμπεκιστάν, και στο άρθρο για εθνικό φαγητό του Ουζμπεκιστάν δίνεται μια σούπα με κρέας, shurpa, που πρέπει να είναι της ίδιας ρίζας με τον τσορβά, αλλά γειτονικές χώρες είναι όλες αυτές, δεν έχει σύνορα το φαγητό. Στη φωτογραφία, που είναι από τη Βικιπαίδεια, μαγειρεύουν πλοβ στο δρόμο, στην Τασκένδη.

Αν πάμε λίγο πιο πέρα, στο Αφγανιστάν, θα βρούμε ότι το εθνικό φαγητό είναι το Kabuli palaw, κι αυτό με βάση το ρύζι. Δεν κοίταξα ολες τις χώρες της περιοχής, ίσως να έβρισκα και άλλες παραλλαγές. Γενικά, στα εθνικά φαγητά του άρθρου τη σχετική, ίσως και την απόλυτη, πλειοψηφία την έχουν τα πιάτα με βάση το ρύζι, το οποίο το βρίσκει κανείς και στην Άπω αλλά και στην Εγγύς Ανατολή, και στην Ινδία, και στην Αφρική, αλλά και στην Κεντρική και Νότια Αμερική.

Τι κοινό έχουν το ουζμπέκικο ή αζέρικο πλοβ με το αφγανικό παλάου; Όχι μόνο μοιάζουν στα συστατικά τους αλλά και ετυμολογικώς συνδέονται, ανήκουν στην ίδια οικογένεια λέξεων, μιαν οικογένεια όπου βρίσκεται και το δικό μας το πιλάφι. Το πιλάφι είναι ρύζι «που έχει βράσει σε νερό ή ζωμό, έχει στραγγιστεί ή έχει αφυδατωθεί από τα υγρά του και έχει ζεματιστεί με βούτυρο ή λάδι» (ο ορισμός από το ΜΗΛΝΕΓ). Δεν είναι λοιπόν πιλάφι κάθε ρύζι, αλλά τους μαγειρικούς ορισμούς τους αφήνω σε εκείνους που μαγειρεύουν. Πάντως, η αγγλική Βικιπαίδεια επισημαίνει ότι στο πιλάφι το ρύζι είναι σπυρωτό, δηλ. οι κόκκοι διακρίνονται σαφώς ο ένας από τον άλλον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ισλάμ, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 248 Σχόλια »

Πίτα με κρασί (Μια συνεργασία του Γιάννη Μαλλιαρού)

Posted by sarant στο 5 Ιουνίου, 2020

Το ένα φέρνει το άλλο. Χτες είχαμε θέμα γαστρονομικό, συνεχίζουμε σήμερα πάλι με εδέσματα, αν και με κατεύθυνση περισσότερο λαογραφική. Ο φίλος μας ο Γιάννης Μαλλιαρός, που δική του συνεργασία είχαμε δημοσιεύσει και την περασμένη βδομάδα, πήρε αφορμή από τα κυριακάτικα χρονογραφήματα που μιλούσαν για το κρασί και την κρασοψιχιά και θυμήθηκε ένα έθιμο που έχουν στη Μυτιλήνη. 

Οπότε, το σημερινό άρθρο γαστρολογεί για την πίτα. Όμως εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι έστω και προλογικά πρέπει να πούμε δυο λόγια για τα λεξιλογικά της.

Το πρόβλημα είναι ότι η ετυμολογία της πίτας κάθε άλλο παρά ξεκαθαρισμένη είναι. Ο Πετρούνιας στο ΛΚΝ την ανάγει στο αρχαίο «πίττα» (αττικό τύπο του «πίσσα»), προσθέτοντας «η σημασία από τα διάφορα υλικά που χρησιμοποιούνταν». Άλλοι την παράγουν από το παλαιό ιταλικό pitta, το οποίο πολλοί ανάγουν στην «πίττα» που είπαμε, μέσω αμάρτυρου λατινικού *pitta ή στην πηκτή μέσω αμάρτυρου λατινικού *picta. Aυτές τις δύο εκδοχές αναφέρει ως πιθανές ο Μπαμπινιώτης στο ετυμολογικό λεξικό του. Το ιταλικό ετυμολογικό λεξικό μου δεν έχει την pitta ώστε να δω πού την ανάγει. Κάποιοι άλλοι έχουν συσχετίσει πίτα με πίτσα, που και αυτή έχει σκοτεινή ετυμολογία.

Οπότε, αφού με τα ετυμολογικά δεν βλέπουμε φως, δίνω τον λόγο στον Γιάννη Μαλλιαρό.

Καινούργιες αφάλες από τον Σαραντάκο. Έγραφε προχτές για το πώς πίνεται το κρασί (δυο χρονογραφήματα του Βάρναλη) και κάπου έγραψε για κρασοψιχιά (ψωμί μέσα σε κρασί). Και κοίτα σύμπτωση, λίγη ώρα πριν το διαβάσω, είχα σημειώσει να γράψω για το έθιμο του ψωμιού με το κρασί που υπάρχει στο χωριό μου, ένα έθιμο όμως που δεν είναι για ευχάριστες καταστάσεις.

Όταν στην Ήπειρο λένε πίτα εννοούν σε ένα ταψί (ρηχό, συνήθως, και μεγάλο) να στρώσουν φύλλο ζύμης από κάτω, φύλλο από πάνω και στη μέση γέμισμα. Το γέμισμα μπορεί να είναι από τυρί, από σπανάκι, από λάπατα, από κιμά από ό,τι φανταστεί ο καθένας. Το ίδιο και στη Θεσσαλία. Λίγο παραπάνω στην κεντρική Μακεδονία αυτό το λένε μπουγάτσα. Υποτίθεται ότι η μπουγάτσα έχει άλλου είδος φύλλο αλλά βασικά αν είναι σχετικά λεπτό, ο όρος γίνεται δεκτός 🙂

Στο χωριό μου όμως, όταν λέμε πίτα εννοούμε κάτι άλλο. Τελείως άλλο. Τη λαγάνα.  Ίσως λίγο πιο χοντρή και ψωμωμένη αλλά λαγάνα. Τόχω  ξαναγράψει κάποιες φορές, η τελευταία όταν έγραφα για τους φούρνους του χωριού. Που έγραψα και πως παλιά, κάθε φορά που η γιαγιά μου θα ζύμωνε μας έφτιαχνε και καμιά λαγάνα που πολύ μας άρεσε. Πίτα δηλαδή έφτιαχνε, κι όταν μ’ έστελνε να πάω στο φούρνο και να πω ότι η γιαγιά θα ζυμώσει πήγαινα και έλεγα «πίτα γιαγιά»! Ότι δηλαδή η γιαγιά θα ετοιμάσει ψωμί και θα μου φτιάξει και πίτα (εμένα το τελευταίο μ’ ενδιέφερε, ο φούρναρης καταλάβαινε τα υπόλοιπα).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Μυτιλήνη, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 160 Σχόλια »

Ποιο είναι το εθνικό μας φαγητό;

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2020

Μπορείτε να το πάρετε και σαν δημοσκόπηση. Πάντως δεν πρόκειται για κουίζ. Στο άρθρο θα βρείτε μιαν απάντηση, που δεν τη φανερώνω ακόμα, με την οποία μπορεί να συμφωνείτε ή να διαφωνείτε.

Την απάντηση δεν τη δίνω εγώ, εγώ απλώς παρουσιάζω το περιεχόμενο ενός άρθρου που δημοσιεύτηκε σε διεθνή ιστότοπο μεγάλης κυκλοφορίας πριν από μερικούς μήνες, με τον τίτλο Best thing to eat in every country on Earth. Το μεταφράζω «εθνικό φαγητό» γιατί γι’ αυτό πρόκειται στην πραγματικότητα. Οι συντάκτες του άρθρου διάλεξαν ένα τυπικό έδεσμα για κάθε χώρα του κόσμου, που τις παρουσιάζουν με σειρά πληθυσμού κι αυτό που με εντυπωσίασε είναι πως συμπεριλαμβάνουν και τις πιο μικρές χώρες.

Κι έτσι, το άρθρο σας το συστήνω για ευχάριστο χασομέρι -χασομέρι μεταξύ άλλων επειδή δεν μπορείτε να πάτε απευθείας στη χώρα που σας ενδιαφέρει αλλά πρέπει να σκρολάρετε μία προς μία τις χώρες ξεκινώντας από τις πιο πολυάνθρωπες -κι έτσι, αν θέλετε να δείτε ποιο (θεωρείται ότι) είναι το εθνικό φαγητό της Ελλάδας θα περάσουν από τα μάτια σας καμιά ογδονταριά χώρες πρώτα, και μετα άλλες τόσες άμα θέλετε να δείτε την Κύπρο ή π.χ. το Λουξεμβούργο.

Οπότε, σκεφτείτε, πριν σκρολάρετε, ποιο θα μπορούσε να θεωρηθεί «εθνικό φαγητό» της Ελλάδας.

Εννοείται ότι στα θέματα αυτά δεν υπάρχει και δεν μπορεί να υπάρξει συναίνεση και στις περισσότερες περιπτώσεις οι περισσότεροι θα διαφωνούν με την προτεινόμενη επιλογή, αφού τα υποψήφια εδέσματα είναι πάντοτε πολλά. Σε κάποιες μάλιστα περιπτώσεις, όπως της Γαλλίας, διατυπώθηκαν εντονότατες διαφωνίες στα σχόλια για το «εθνικό» φαγητο που προτείνεται στο άρθρο.

Όπως είπα, οι χώρες είναι καταταγμένες κατά φθίνουσα σειρά πληθυσμού, οπότε πρώτη είναι η Κίνα, και το εθνικό κινέζικο φαγητό που επιλέχτηκε είναι η πάπια Πεκίνου, που θα την έχετε μάλλον δοκιμάσει σε κάποιο κινέζικο εστιατόριο.

Η Κίνα μάλλον δεν θα είναι για πολύ ακόμα καιρό η πρώτη χώρα από άποψη πληθυσμού. Σε μερικά χρόνια θα την ξεπεράσει η Ινδία, αφού η διαφορά τους αυτή τη στιγμή είναι «μόνο» 60 εκατομμύρια άνθρωποι. Βρίσκω κάπου ότι κάθε χρόνο η διαφορά μειώνεται κατά 8 εκατομμύρια, άρα, αν διατηρηθεί αυτός ο ρυθμός σε 8 περίπου χρόνια θα έχει πάρει η Ινδία την πρώτη θέση.

Για την Ινδία λοιπόν το άρθρο θεωρεί ως εθνικό φαγητό το khichdi, που είναι ένα είδος φακόρυζο, ρύζι με φακές και με διάφορα άλλα πράγματα.

Eπειδή μπορεί να μην το ξέρετε, βάζω και τη φωτογραφία του όπως υπάρχει στο άρθρο.

Εγώ τουλάχιστον ομολογώ πως δεν το ήξερα. Όταν πηγαίνω σε ινδικό εστιατόριο παραγγέλνω ταντούρι, τίκα μάσαλα και διάφορα άλλα πικάντικα με κρέας, ενώ αυτό το χίτσντι είναι μάλλον αυτό που λένε στα αγγλικά staple food, βασική τροφή, που είναι άφθονη και φτηνή και που μπορεί να τη φας και σκέτη, αλλά όταν μπορείς τη γαρνίρεις με διάφορες λιχουδιές -και με τη λογική αυτή το εθνικό φαγητό στην Κίνα θα ήταν το ρύζι, όχι η πάπια με ρύζι.

Τρίτη πληθυσμιακά χώρα είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες, και από αυτές το άρθρο επιλέγει όχι το χάμπουργκερ που θα περίμεναν κάποιοι ή τις μπριζόλες t-bone, αλλά τη μηλόπιτα -βλέπουμε δηλαδή ότι στο μενού μπαίνουν και επιδόρπια, όχι μόνο κυρίως πιάτα.

Συνεχίζοντας, έχουμε τέταρτη την Ινδονησία, που το εθνικό φαγητό της είναι το nasi goreng, το οποίο έχει ως βάση το ρύζι, ακολουθεί δηλαδή το σχήμα «βασική τροφή και καρυκεύματα-λιχουδιές».

Στην πέμπτη θέση έχουμε το Πακιστάν, που το εθνικό του φαγητό (σύμφωνα πάντοτε με το άρθρο) είναι το nihari, το πρώτο από τα πολλά φαγητά του καταλόγου που εντάσσονται στην κατηγορία «κρέας κατσαρόλας» αν αποδώσουμε έτσι το αγγλικό stew. Διότι δεν ξέρω αν μπορούμε να το πούμε «στιφάδο» αφού το δικό μας στιφάδο είναι ένα συγκεκριμένο πιάτο, με χαρακτηριστικό τα πολλά κρεμμυδάκια, που ανήκει στην κατηγορία των stew. Παλιά τα λέγαμε «εντράδες» τα πιάτα αυτά, δεν ξέρω αν η λέξη αυτή χρησιμοποιείται -ή αν την μπερδεύουμε με τα ορντέβρ λόγω του γαλλ. entrée. Εσείς πώς θα το λέγατε;

Διότι και στην έκτη θέση, Βραζιλία, έχουμε ένα πολύ διαφορετικό πιάτο, τη feijoada, που και αυτή ανήκει στην κατηγορία των stew, αλλά γίνεται με μαύρα φασόλια και γλώσσα μοσχαρίσια ή αυτιά γουρουνιού, κάτι φτηνό που θα συνοδέψει τα φασόλια.

Συνεχίζουμε μέχρι τη εντεκάδα:

7. Νιγηρία – Jollof, ένα πιάτο με βάση το ρύζι
8. Μπανγκλαντές – Hilsa Curry, με βάση ένα είδος ρέγκας. Το πρώτο πιάτο με ψάρια στον κατάλογο.
9. Ρωσία – Πέλμενι, το πρώτο πιάτο του καταλόγου που ανήκει στην ευρύτερη κατηγορία των dumpling, που δεν ξέρω πώς θα την αποδώσουμε στα ελληνικά -το λεξικό μου λέει «μπουλέτες» αλλά αυτή η λέξη δεν χρησιμοποιείται. Κι αν πεις «ραβιόλια» εννοείς έναν μόνο τύπο. Ζύμη απέξω, γέμιση μέσα, συν μια σάλτσα, αυτό είναι το γενικό σχήμα.
10. Μεξικό – Chilaquiles, ένα είδος τορτίγιες, λεπτά πιτάκια.
11. Ιαπωνία – Σούσι, ίσως αναμενόμενο.

Όμως δεν θα τελειώσουμε ποτέ αν παρουσιάσω μία προς μία τις χώρες. Αφού το ιστολόγιο είναι ευρωκεντρικό, θα περιοριστώ σε μερικές από τις ευρωπαϊκές και γειτονικές χώρες, που μας είναι περισσότερο οικείες και όπου ζουν και αρκετοί φίλοι του ιστολογίου και θα μπορούν να επιβεβαιώσουν ή να διαφωνήσουν με τις επιλογές των συντακτών.

Οπότε, επιλεκτικά συνεχίζω, με σειρά πληθυσμιακή πάντα, ενώ εσείς μπορείτε να συνεχίζετε να προσπαθείτε να μαντέψετε ποιο εβαλαν εθνικό φαγητό της Ελλάδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Λουξεμβούργο, Ορολογία, Παγκόσμια, Σφυγμομετρήσεις, μαγειρική | Με ετικέτα: , , , , , | 344 Σχόλια »

Ταβέρνες κι εστιατόρια

Posted by sarant στο 25 Μαΐου, 2020

Ένα μεγάλο βήμα στην άρση των κοροναϊκών περιορισμών γίνεται σήμερα, καθώς αρχίζουν και πάλι να λειτουργούν τα «καταστήματα εστίασης» δηλαδή ταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ και καφεζαχαροπλαστεία, που ως τώρα είχαν διακόψει τη λειτουργία τους με μόνη εξαίρεση την παράδοση φαγητών με πακέτο ή το ντελίβερι, αν και η εξαίρεση αυτή είχε σε ορισμένες περιπτώσεις, συνήθως σε καφετεριες, οδηγήσει σε καταστρατηγήσεις.

Από σημερα ξανανοίγουν κανονικά, αν και το επίρρημα θα έπρεπε να το βάλουμε σε εισαγωγικά, αφού θα υπάρχουν αρκετές διαφορές από την π.Κ. κατάσταση -υποτίθεται ότι τα τραπέζια θα τοποθετηθούν έτσι ώστε να υπάρχει η ενδεδειγμένη απόσταση μεταξύ τους, δεν θα υπάρχουν μεγάλες παρέες σε ενωμένα τραπέζια, και άλλα τέτοια μέτρα ώστε να αποφεύγεται ο συγχρωτισμός. Σε αντιστάθμισμα της μείωσης της πυκνότητας των δυνητικών πελατών, τα καταστήματα εστίασης θα επιτρέπεται να καταλάβουν έως και διπλάσιο δημόσιο χώρο με τα τραπεζοκαθίσματά τους. Δεδομένου ότι και π.Κ. σε πολλά σημεία τα τραπεζοκαθίσματα είχαν τόσο επεκταθεί που δεν χωρούσε να περάσει άνθρωπος, καταλαβαίνετε τι θα γίνει τώρα: μου λένε ότι σε μερικές πλατείες του λεκανοπεδίου έχουν αρχίσει να τοποθετούν τραπέζια ακόμα και στα μπαλκόνια των γειτονικών πολυκατοικιών. Εντάξει, αυτό είναι μάλλον υπερβολή, αλλά αν οσφραίνομαι καλά το κλίμα μού φαίνεται πως εκείνα τα εισαγωγικά που είχαμε θελήσει να βάλουμε στην αρχή της παραγράφου μάλλον καλώς δεν τα βάλαμε -θέλω να πω, προβλέπω ότι ύστερα από καναδυό βδομάδες τα πράγματα δεν θα διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι ήταν προ κορονοϊού.

Αλλά αλλιώς δεν γινόταν, έπρεπε να ξαναρχισει να λειτουργεί ο κλάδος. Έπρεπε, όχι μόνο επειδή με δυο μήνες απραξίας πολλές επιχειρήσεις έχουν έρθει στα πρόθυρα της κατάρρευσης αλλά και επειδή δεν αντέχει άλλο και η πελατεία χωρίς αυτήν την «περιττή» διέξοδο. Και, εδώ που τα λέμε, αν είναι να συνωστίζονται οι νέοι όπως στη φωτογραφία (που τη βρήκα στο Διαδικτυο και υποτίθεται ότι είναι παρμένη προχτές από την οδό Τάκη στου Ψυρρή· δεν βάζω το χέρι στη φωτιά για την αυθεντικότητά της, αλλά γνήσια φαίνεται) τότε καλύτερα να ξανανοίξουν τα μαγαζιά να μοιράζεται κάπως ο συνωστισμός. Το ίδιο ισχύει και για τα πάρκα, παρεμπιπτόντως.

Ο κλάδος της εστίασης επηρεάζει την κατανάλωση τροφίμων και ποτών. Στο δίμηνο (να το πούμε δεκαβδόμαδο;) της καραντίνας η κατανάλωση ποτών έπεσε κατακόρυφα, τουλάχιστον σε κάποιες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, διότι βέβαια η μικρή αύξηση της οικιακής κατανάλωσης δεν αντιστάθμιζε, ούτε κατά διάνοια, την κατακόρυφη πτώση (έως και μηδενισμό) στα καταστήματα. Αλλά έπεσε και η κατανάλωση τροφίμων, διαβάζω, παρά τη μεγάλη αύξηση στην οικιακή κατανάλωση. Τουλάχιστον αυτά σημειώθηκαν σε χώρες όπου, πέρα από τα εστιατόρια, ήταν επίσης πολύ σημαντική η δραστηριότητα της σχολικής και επαγγελματικής εστίασης.

Για να χαιρετίσω το άνοιγμα των καταστημάτων εστίασης, σήμερα θα λεξιλογήσω για το ένα σκέλος του κλαδου, για τα εστιατόρια, τις ταβέρνες και τα συναφή καταστήματα. Το άλλο σκέλος, καφενεία, ζαχαροπλαστεία και μπαρ το αφήνω για άλλη φορά, όπως χωριστό άρθρο αξίζει και για τα ξενοδοχεία, παρόλο που πολλά ξενοδοχεία έχουν και εστιατόριο. Ας τα αφησουμε κι αυτά για αλλη φορά λοιπόν.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 248 Σχόλια »