Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά συμπόσια’ Category

Γλυκά πορτοκάλια, πικρά νεράντζια ξανά

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2017

Μέρα γιορτής εχτές, πού καιρός και μυαλό για άρθρο. Μοιραία, ξανασερβίρω παλιότερο άρθρο, αρκετά παλιό (εξίμισι χρόνια) ώστε κάποιοι να μην το έχουν διαβάσει. Και επειδή πριν από καμιά εικοσαριά μέρες είχαμε αναδημοσίευση του άρθρου για τα λεμόνια, τώρα αναδημοσιεύω το άρθρο για τα πορτοκάλια -αλλά όχι από την αρχική του δημοσίευση στο ιστολόγιο, παρά από το αντίστοιχο κεφάλαιο του βιβλίου μου Οπωροφόρες λέξεις, που είναι αρκετά διαφορετικό.

Από τα εσπεριδοειδή, ξεχωρίζει ένα –το πορτοκάλι– που όμως θα το εξετάσουμε όχι μόνο του, παρά μαζί με έναν φτωχό του συγγενή· και τούτο επειδή οι ιστορίες τους και τα γλωσσικά τους έχουν μπλέξει τόσο που να μην είναι εύκολο να διηγηθείς το ένα χωρίς να πεις για το άλλο.

Και τα δυο πάντως είναι φρούτα γηγενή της Ασίας, από την Ινδία το νεράντζι και από την Κίνα το πορτοκάλι. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν τα ήξεραν· απ’ όλα τα εσπεριδοειδή, μόνο το κίτρο έμαθαν, κι αυτό μόνο στην ελληνιστική εποχή.

Ο φτωχός συγγενής, το νεράντζι, ήρθε πρώτος. Στα ινδικά λεγόταν κάτι σαν ναράνγκα, nāraṅga, στα περσικά ναράνγκ (نارنگ, nārang), στα αραβικά ναράντζ (نارنج, nāranj). Γύρω στον ένατο-δέκατο αιώνα έχει φτάσει στην Μέση Ανατολή και στο Βυζάντιο, οι Σταυροφόροι το βρίσκουν στην Παλαιστίνη, ενώ οι Άραβες το μεταφέρουν στη Σικελία. Στα ελληνικά της εποχής, το ναράντζ αυτό περνάει ως «νεράντζι», ίσως με παρετυμολογική επίδραση του νερού. Στα ισπανικά, περνάει ως naranja, στα ιταλικά narancia και στην Τοσκάνη narancio. Από τη συνεκφορά un narancio το αρχικό n- χάνεται (αυτό το φαινόμενο δεν είναι καθόλου σπάνιο) κι έτσι γίνεται arancio και arancia, και το βρίσκει κανείς και mela arancia (το μήλο είπαμε πως συχνά είναι γενική ονομασία για κάθε οπωρικό) και περνάει και δάνειο στα γαλλικά, orenge (σήμερα orange) και pome orenge, απ’ όπου το παίρνουν και οι Άγγλοι, orange. Αυτά, το νεράντζι, που βέβαια ούτε τότε το τρώγαν, μόνο το χρησιμοποιούσαν ως είδος φαρμακευτικό ή για διακόσμηση ή για γλυκά.

Ο άρχοντας, το πορτοκάλι, ήρθε δεύτερος, κάμποσους αιώνες αργότερα, και όχι από την Ανατολή παρά από τη Δύση. Έμποροι Πορτογάλοι, την εποχή της θαλασσοκρατορίας, αφού παρέκαμψαν το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας και πιάσαν εμπορικές σχέσεις με την Ινδία και την Κίνα, έφεραν το πορτοκάλι στην Ευρώπη. Αυτό το καινούργιο φρούτο, το τόσο όμοιο εξωτερικά με το νεράντζι, το είπαν οι Ιταλοί arancio de Portogallo, πορτογαλέζικο νεράντζι σαν να λέμε, και μετά σκέτο portogallo, πληθυντικός portogalli, απ’ όπου έγινε το ελληνικό πορτοκάλι, μέσα στην Τουρκοκρατία, το βουλγάρικο πορτοκάλ, το αλβανικό παρόμοιο, το τούρκικο portakal, ακόμα και το αραβικό al-burtuqal. Αναμενόμενο, αλλά ειρωνικό, είναι ότι στην ίδια την Πορτογαλία το πορτοκάλι λέγεται αλλιώς, laranja.

Όπως είδαμε, στις νότιες χώρες, όπου το νεράντζι υπήρχε και καλλιεργιόταν, τα δυο φρούτα ακολούθησαν το καθένα τον δικό του γλωσσικό δρόμο. Ωστόσο, στις μεγάλες γλώσσες της Ευρώπης, ο πλούσιος νεοφερμένος έδιωξε τον ταπεινό προκάτοχό του. Στα γαλλικά, στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα ισπανικά το πορτοκάλι σφετερίστηκε την ονομασία του νεραντζιού, δηλαδή το υποκατέστησε· πράγματι, το νεράντζι σήμερα στα αγγλικά λέγεται bitter orange, πικρό πορτοκάλι, ενώ στα γαλλικά bigarade.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 164 Σχόλια »

Κίτρινα κίτρα, ζουμερά λεμόνια ξανά

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2017

Πάλι έπεσαν διάφορα και δεν πρόλαβα να ετοιμάσω άρθρο, πάλι ανεβάζω αναδημοσίευση -ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί εδώ πριν από εξίμισι χρόνια, την άνοιξη του 2011 και ανήκε στη σειρά άρθρων με τα «φρούτα εποχής» που αργότερα συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις». Η σημερινή αναδημοσίευση διαφέρει αρχικά απο την αρχική, διότι έχω ενσωματώσει αρκετό υλικό από το αντίστοιχο άρθρο του βιβλίου, που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση.

Τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα μανταρίνια και τα υπόλοιπα κιτρινόχρυσα φρούτα που φαιδρύνουν τους χειμώνες, τα λέμε με μια λέξη εσπεριδοειδή. Η λέξη δεν είναι αρχαία, είναι δημιουργία του 19ου αιώνα, μεταφραστικό δάνειο από το ελληνογενές γαλλικό hespéridées, αν και στην τρέχουσα χρήση στα γαλλικά τα εσπεριδοειδή λέγονται agrumes. Στην καθομιλουμένη τα λέγαν ξινά ή λεμονοπορτόκαλα.

Προφανώς, η ονομασία «εσπεριδοειδή» ανάγεται στον μύθο με τα μήλα των Εσπερίδων, τον ενδέκατο άθλο του Ηρακλή. Ωστόσο, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι τα μήλα των Εσπερίδων ήταν εσπεριδοειδή –τουλάχιστον αν υποθέσουμε ότι έχουμε πιάσει σωστά τη γεωγραφία του μύθου και ο κήπος των Εσπερίδων ήταν προς τα δυτικά, κάπου στο σημερινό Μαρόκο, διότι όπως φαίνεται τα εσπεριδοειδή ήρθαν στην Αφρική πολύ αργότερα.

Τα φρούτα αυτά είναι ιθαγενή της Ινδίας και της Κίνας. Το πρώτο που ήρθε προς τα δικά μας μέρη είναι το λιγότερο διαδεδομένο ίσως, το κίτρο, που έφτασε στους ελληνιστικούς χρόνους –και το είπαν, στην αρχή, μηδικόν μήλον, σύμφωνα με τη συνήθεια που είχαν να χρησιμοποιούν το μήλο σαν γενικό όρο για τα οπωρικά.

Τον όρο μηδικόν μήλον τον χρησιμοποιεί ο Θεόφραστος, τον 4ο αιώνα π.Χ., που το ήξερε το κίτρο, έστω κι αν δεν είχε αρχίσει ακόμα να καλλιεργείται στα μέρη τα δικά μας. Αντίθετα, τον πρώτο αιώνα μ.Χ., η καλλιέργειά του έχει πλέον διαδοθεί, κι έτσι ο Διοσκουρίδης γράφει «τα δε μηδικά λεγόμενα ή περσικά ή κεδρόμηλα, ρωμαϊστί δε κίτρια, πάσι γνώριμα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 134 Σχόλια »

Το ελληνικό κέρατο

Posted by sarant στο 13 Σεπτεμβρίου, 2017

Ελπίζω να μην πήγε ο νους σας στο πονηρό. Ο τίτλος δεν υπαινίσσεται τίποτα για τα ελληνικά αντρόγυνα. Αντίθετα, έχει σχέση με λαχανικά.

Θα μπορούσα μάλιστα να το βάλω κουίζ, και μάλλον θα είχε και γούστο, να σας ζητήσω δηλαδή να μαντέψετε ποιο λαχανικό λέγεται «ελληνικό κέρατο» σε κάποια ευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά υπερίσχυσε η επιθυμία μου να βάλω και φωτογραφία στο άρθρο, οπότε το κουίζ δεν έχει νόημα.

Οπότε, σήμερα θα μιλήσουμε για τις μπάμιες. Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι του συγγραφέα Θάνου Κάππα, ο οποίος έγραψε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ ένα πολύ ωραίο κείμενο για τη σχέση του με τις μπάμιες, που θα το αναδημοσιεύσω πιο κάτω, αφού πήρα την άδεια. Το κείμενο του Θ.Κ. ήταν και αυτό που μ’ έσπρωξε να γράψω το σημερινό άρθρο, συν το γεγονός ότι έχω πολύν καιρό να προσθέσω άρθρο στο «Μποστάνι των λέξεων», όπως λέω την κατηγορία άρθρων που έχουν να κάνουν με τα λεξιλογικά των λαχανικών και των οσπρίων.

Πριν σας λύσω την απορία ποιοι λένε «ελληνικό κέρατο» την μπάμια, να δούμε γιατί τη λέμε μπάμια εμείς.

Τη λέμε μπάμια, λοιπόν, επειδή δανειστήκαμε τη λέξη από τα τουρκικά, bamya. Η τουρκική λέξη είναι αραβικής αρχής.

Η επίσημη ονομασία του φυτού είναι Ιβίσκος ο εδώδιμος, διότι υπάρχουν και άλλοι ιβίσκοι που χρησιμεύουν σαν καλλωπιστικά φυτά. Δεν νομίζω πάντως ότι η λέξη «ιβίσκος» χρησιμοποιήθηκε ποτέ ευρύτερα. Άλλωστε, αν πεις «έλα να φάμε, έχω μαγειρέψει ιβίσκους» κινδυνεύεις να σε καταγγείλουν στη Φιλοζωική Εταιρεία ότι σκότωσες και τρως κάποιο σπάνιο είδος εξωτικών πουλιών.

Παρεμπιπτόντως, η λέξη ιβίσκος δεν είναι ελληνικής αρχής, είναι δάνειο από το λατινικό hibiscus, το οποίο είναι, λέει, κελτικής αρχής. Και ενώ ο hibiscus έχει h, ο ιβίσκος περιέργως δεν έπαιρνε δασεία, αλλ’ αφού ο άγιος Κριαράς μάς απάλλαξε από τ’ αλεξανδρινά σκουληκάκια δεν μας νοιάζει. Αλλά φλυαρώ.

Ο Σταματάκος λέει ότι το αρχαίο αντίστοιχο της μπάμιας είναι λαθυρίς, αλλά στα κιτάπια μου βρίσκω πως η λαθυρίς αντιστοιχεί σε άλλα φυτά -υπάρχει άλλωστε στη νεότερη γλώσσα το λαθούρι. Φαίνεται ότι ο Σταματάκος έπεσε θύμα παλαιότερων λεξικογράφων, και δεν διάβασε τον πρωτοπόρο Γρ. Παλαιολόγο, ο οποίος από το 1833 το έλεγε ότι την πάμια «κατά λάθος λεξικογράφοι τινές λαθυρίδα ονόμασαν, διότι λαθυρίς είναι το άνθος κινατζιτζεή τουρκιστί λεγόμενον». Και την λέει «πάμια» υποθέτω από κυπριακή επιρροή.

Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι μάλλον δεν πρέπει να γνώριζαν τη μπάμια. Στη Βικιπαίδεια βρίσκω ότι ήρθε στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα μέσω Αιγύπτου, αλλά ότι η απώτερη προέλευσή της είναι μάλλον η Δυτική Αφρική. Στα αγγλικά, η μπάμια λέγεται okra, που δεν έχει σχέση με την «ωχρά» λίρα ή σπειροχαίτη, αλλά είναι δάνειο από τη γλώσσα Igbo της Δυτικής Αφρικής.

Στα γαλλικά, η μπάμια λέγεται καταρχάς gοmbo, που επίσης είναι αφρικανικό δάνειο -και από εκεί λέγεται gumbo σε διάφορες περιοχές των ΗΠΑ. Ωστόσο, πάλι στα γαλλικά, οι μπάμιες λέγονται και cornes grecques, ελληνικά κέρατα κατά λέξη, κι έτσι λύθηκε το αίνιγμα του τίτλου.

Η ομοιότητα της μπάμιας με το κέρατο είναι οφθαλμοφανής, αλλά γιατί ελληνικά; Ίσως επειδή οι μπάμιες τρώγονται κυρίως στα μέρη τα δικά μας, στην Ανατολική Μεσόγειο. Είναι και φαγητό που ταιριάζει στα δικά μας τα γούστα. Όπως λέει ο προαναφερθείς Παλαιολόγος, «Ολίγοι Ευρωπαίοι εκ των ζώντων εις την Ελλάδα ημπορούν να τας συνηθίσουν, αν και ημείς τας ευρίσκομεν νοστίμους».

Ίσως πάλι οι μπάμιες να έγιναν γνωστές από Έλληνες εμπόρους ή ίσως να τις προτιμούσαν οι Ρωμιοί. Πάντως μού έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ο όρος corne grecque συνηθιζόταν κυρίως στα γαλλικά της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, η ονομασία είναι και σήμερα ζωντανή -και εδώ μπορείτε να δείτε μια συνταγή για ελληνικά κέρατα ραγού (όχι, δεν υπάρχει κερασφόρο ζώο ονόματι «ραγός»!)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Κινηματογράφος, Μποστάνι των λέξεων, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Και πάλι για τον άμπακο, τον αγλέουρα, τον περίδρομο και το καταπέτασμα

Posted by sarant στο 22 Αύγουστος, 2017

Όπως έχω πει, το καλοκαίρι τούτο θα βάζουμε αρκετές επαναλήψεις παλιότερων άρθρων. Έχω ξεχωρίσει μερικά άρθρα υποψήφια προς επανάληψη (από τα 3000+ που έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο στα 8+ χρόνια που εκπέμπει) αλλά το σημερινό δεν είναι ένα από αυτά. Μου το θύμισε όμως η μητέρα μου, που μου έγραψε πως η φίλη της η Λούλη μου ζήτησε να γράψω από πού προέρχεται η λέξη «αγλέορας». Φυσικά, έχουμε παρουσιάσει σχετικό άρθρο, και καθώς το βρήκα διαπίστωσα ότι είναι αρκετά παλιό (κοντεύει να κλείσει επταετία από την πρωτη δημοσίευσή του) και δεν είχε σχολιαστεί και πολύ όταν πρωτομπήκε, άρα προσφέρεται για αναδημοσίευση.

Για να μην παραπονιούνται όσοι ισχυρομνήμονες θυμούνται το παλιότερο άρθρο, έχω συμπεριλάβει σε τούτη την αναδημοσίευση στοιχεία από άλλο ένα παλιό άρθρο, ενώ στην αρχή της σημερινής αναδημοσίευσης προτάσσω έναν καταλογο με εκφράσεις που τις λέμε όταν κάποιος τρώει πολύ και που καλείστε να τον συμπληρώσετε. Δηλαδή τούτη η αναδημοσίευση περιέχει υλικό από τρία παλιά άρθρα -ε, συμφέρει!

Το αρχικό άρθρο είχε γραφτεί το 2010, ως συνέχεια ενός άλλου άρθρου που είχε αφορμή τη διάσημη πλέον φράση του Θ. Πάγκαλου «Μαζί τα φάγαμε».

Εκείνο το άρθρο κατέληγε με τη διαπίστωση ότι κάποιοι όχι μόνο τρώνε αλλά και ξεπερνούν τη χόρταση, κυριολεκτικά ή μεταφορικά:

καταβροχθίζουν, χλαπακιάζουν, γουρουνιάζουν, σαβουρώνουν, γκουμουλώνουν, ντερλικώνουν, περιδρομιάζουν, τρώνε τον αγλέουρα, τον αβλέμονα, τον άμπακο, τον περίδρομο, το καταπέτασμα, την κάνουν ταράτσα, την τυλώνουν, τρώνε μέχρι σκασμού, μέχρι κορεσμού, μέχρι να γκώσουν, μέχρι να πρηστούν, μέχρι να σμπλουνιάσουν.

Θα συμπληρώσετε ίσως τον κατάλογο στα σχόλια, πάντως πολλές από τις παραπάνω λέξεις και εκφράσεις έχουν λεξιλογικό ενδιαφέρον.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Τρώνε σπετζοφάι οι Spice Girls;

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2017

Ομολογώ πως δεν μπορώ να απαντήσω στην ερώτηση του τίτλου αν και φαντάζομαι πως η απάντηση θα είναι αρνητική: αφενός, για να μάθουν το σπετζοφάι πρέπει να βρεθούν από τα μέρη μας, αν και όχι αναγκαστικά στο Πήλιο, και αφετέρου πάω στοίχημα ότι το χωριάτικο λουκάνικο δεν ικανοποιεί τις υγιεινιστικές προδιαγραφές που με θρησκευτική ευλάβεια πρέπει να τηρούν οι αστέρες του θεάματος. Υπάρχει κι άλλο ένα προβληματάκι, ότι το πενταμελές συγκρότημα έχει διαλυθεί και οι περσινές προσπάθειες να ανασυσταθούν με τρία από τα αρχικά μέλη δεν ευοδώθηκαν.

Αρνητική όμως είναι η απάντηση αν εννοήσουμε κυριολεκτικά την ερώτηση. Ωστόσο, εμείς εδώ λεξιλογούμε, κι έτσι το σημερινό άρθρο δεν θα είναι αφιερωμενο στο διαιτολόγιο του γνωστού συγκροτήματος, αλλά στο κατά πόσον υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα στο σπετζοφάι και στη λέξη spice.

Αυτήν ακριβώς την ερώτηση την έθεσε σε σχόλιο ένας φίλος του ιστολογίου πριν από μερικές μέρες, σκέφτηκα λοιπόν ότι προσφέρεται για ένα σύντομο αρθράκι, τέτοιο που ταιριάζει σε μια καλοκαιρινή Παρασκευή.

Το σπετζοφάι λοιπόν, σύμφωνα με την επικρατέστερη εξήγηση, πήρε την ονομασία του από τις πιπεριές, που αποτελούν βασικό του συστατικό -οι δε καυτερές πιπεριές λέγονται και σπέντζες στο Πήλιο και σε άλλα πολλά σημεία της χώρας, αλλά και στα αρβανίτικα.

Στα Ρόδινα ακρογιάλια του, ο Παπαδιαμάντης, αντικρινός στο Πήλιο, παρουσιάζει έναν διάλογο με τον Κώστα, επιστάτη ενός κτήματος, που του αρέσει να ανακατεύει στην κουβέντα του τούρκικες λέξεις. Του λέει ο Κώστας, και μεταφράζει αμέσως ο αφηγητής:

― Σπέντζες ἰστέρσιν; μοῦ ἐφώναξε μακρόθεν ὁ Κώστας. Βὰρ τσόκ. (Πιπεριὲς θέλεις; Ἔχω πολλές.)

Επειδή η λέξη σπέντζα = πιπεριά δεν είναι πανελλήνια και επειδή σήμερα δεν είναι πια τόσο γνωστή, πολύς κόσμος το σπετζοφάι το παρετυμολογεί με τις Σπέτσες και το λέει σπετσοφάι -αλλά για τις Σπέτσες θα μιλήσουμε πιο κάτω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παπαδιαμάντης, Τοπωνύμια, νησιά | Με ετικέτα: , , , , , | 173 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο τελικά;

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2017

Τις προάλλες η φίλη μας η Λ. μας είπε ότι πεθύμησε κανένα φρουτάκι, εννοώντας τα άρθρα που βάζω κατά καιρούς για τα οπωρικά, που τα έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Ήρθε στα λόγια μου, αφού το έχω πει πως αυτή την περίοδο, δηλαδή ίσαμε τον Σεπτέμβρη, το μενού του ιστολογίου θα περιλαμβάνει αρκετές επαναλήψεις και γενικά ελαφρότερο πρόγραμμα. Οπότε, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο του 2009 για ένα φρούτο που είναι η εποχή του, ξαναδουλεμένο όπως δημοσιεύτηκε στο βιβλίο.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 119 Σχόλια »

Το βάρβαρο φυτό

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2017

Προχτές που είχα πάει στο μανάβικο (δηλαδή, στο τμήμα οπωρολαχανικών του σουπερμάρκετ) τα είδα πρώτη φορά για φέτος, κι είπα να τα φωτογραφίσω, έτσι όπως στέκονταν ανάμεσα στις φράουλες και στα φραμπουάζ, όχι φρούτα όμως αλλά κοτσάνια, σαν ροζ σέλινο να πεις.

Το φυτό αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία δεν το ήξερα πριν έρθω στην Εσπερία -εδώ το έμαθα, στην Ελλάδα δεν ξέρω να το καλλιεργούμε. Εδώ, αντίθετα, το συνηθίζουν. Το κάνουν σαλάτες, μαρμελάδες και τάρτες, ενώ πιθανώς να το μαγειρεύουν και με άλλους τρόπους που δεν τους ξέρω.

Εγώ για να το τιμήσω παίρνω κάθε χρόνο μια τάρτα, κι ένα βαζάκι μαρμελάδα που συνήθως το βαριέμαι πριν φτάσει στη μέση -η γεύση είναι ευχάριστη, γλυκόξινη, αλλά δεν με τρελαίνει. Το συνδυάζουν πάντως και με φράουλα, είτε σε τάρτες είτε σε μαρμελάδες.

Όμως γράφω τόσην ώρα και δεν έχω ακόμα αναφέρει το όνομα του φυτού και θα παρεξηγηθεί κι εκείνος ο αρχαίος ημών πρόγονος που επέμενε ότι αρχή σοφίας είναι η επίσκεψη των ονομάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Μποστάνι των λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Το νερό της ζωής

Posted by sarant στο 13 Μαρτίου, 2017

Μια και κοντεύει η άνοιξη (δεν γράφω «ήρθε» για να μην την πάθω σαν τη γριά της παροιμίας) είπα να κάνω μιαν εκκαθάριση στα μπουκάλια με τα ποτά, και τα μάζεψα για μιαν αναμνηστική φωτογραφία, πριν τα πάω στην ανακύκλωση, σαν τους παλιούς συντρόφους που με τον ευδόκιμο τερματισμό της υπηρεσίας τους βγάζουν μια τελευταία φωτογραφία πριν αποσυρθεί ο καθένας στο χτηματάκι του. Όταν λέω εδώ ποτά, εννοώ εκείνα που έχουν μεγάλο οινοπνευματικό βαθμό, όχι κρασιά και μπίρες, που καταναλώνονται άλλωστε σε μια καθισιά ή σε λίγες καθισιές.

Στη φωτογραφία πλειοψηφούν τα μπουκάλια με μακρύ λαιμό, που είναι όλα τους αποστάγματα, τα πιο πολλά από φρούτα, με πρώτο το απόσταγμα μιραμπέλας που είναι το εθνικό μας φρούτο εδώ στη Λοθαριγγία -ένα είδος κορόμηλο είναι, πολύ όμοιο με το πράουστο της Σαμοθράκης.

Αλλά εδώ λεξιλογούμε, οπότε με αφορμή το ανοιξιάτικο ξεκαθάρισμα που έκανα θα γράψω μερικά ετυμολογικά και λεξιλογικά για τα αποστάγματα αυτά. Επίσης, για λόγους μεθοδολογικούς, ας πούμε, δεν θα αναφερθώ από ετυμολογική άποψη στα ελληνικά αποστάγματα, ρακή, τσίπουρο, τσικουδιά και ούζο, επειδή αξίζουν ξεχωριστό άρθρο. Βέβαια ρακή, τσικουδιά και τσίπουρο είναι ουσιαστικά το ίδιο ποτό (περιμένω σχόλια υπέρ και κατά της άποψης).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ποτά | Με ετικέτα: , , , , | 360 Σχόλια »

Το φρούτο των Χριστουγέννων ξανά

Posted by sarant στο 28 Δεκέμβριος, 2016

Μέρες που είναι, θα μου επιτρέψετε να επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο, που το είχα δημοσιεύσει αρχικά πριν από πέντε σχεδόν χρόνια και στη συνέχεια το συμπεριέλαβα στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

aa800px-Madarines_white_bgΔεν ξέρω αν υπάρχει ένα κοινώς αποδεκτό «φρούτο των Χριστουγέννων» -δεν νομίζω πάντως, εγώ θα πω για τον εαυτό μου. Για μένα, φρούτο των Χριστουγέννων είναι αυτό που βλέπετε στη φωτογραφία αριστερά: το μανταρίνι.

Η πιο καθαρή χριστουγεννιάτικη εικόνα που έχω συγκρατήσει από την παιδική μου ηλικία, εκτός από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, είναι τα μανταρίνια στη φρουτιέρα, κι ύστερα, στο τραπέζι, ο παππούς να καθαρίζει τα μανταρίνια ώστε να διατηρηθεί το κάτω μέρος ακέραιο, σαν καλαθάκι. Βάζαμε λίγο λάδι και ανάβαμε το άσπρο στέλεχος που απέμενε στον πάτο, σαν φιτιλάκι –και μοσχοβολούσε. Και σήμερα ακόμα, έχω συνδέσει τα Χριστούγεννα μ’ αυτό το φρούτο -αν λείπουν τα μελομακάρονα, ας πούμε, μπορεί να μην το προσέξω, αλλά τα μανταρίνια στη φρουτιέρα είναι απαραίτητα.

Σε παλιότερο άρθρο είχαμε μιλήσει για τα νεράντζια και τα πορτοκάλια. Αν το νεράντζι είναι ο φτωχός συγγενής του πορτοκαλιού, ο μικρός αδελφός του ασφαλώς είναι το μανταρίνι. Μικρότερο σε μέγεθος, ήρθε αργότερα στην Ευρώπη, αλλά εγκλιματίστηκε απόλυτα και μόνο το όνομά του προδίδει τις ανατολίτικες καταβολές του.

Η μανταρινιά, με βοτανική ονομασία Citrus reticulata, έχει πατρίδα της την Κίνα. Άργησε να έρθει στα μέρη μας· μόλις το 1805 έγινε η πρώτη εισαγωγή μανταρινιών στην Αγγλία. Οι Άγγλοι τα καλλιέργησαν στη Μάλτα, που τότε ήταν κτήση τους και το κλίμα της ήταν πρόσφορο, και από εκεί ο νέος καρπός διαδόθηκε σε ολόκληρη τη Μεσόγειο. Στην Ελλάδα, μανταρινιές έφερε πρώτος από τη Μάλτα ο Ρώσος ναύαρχος Χέιδεν, που τον ξέρουμε όλοι από τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου (αλλά ίσως δεν ξέρουν όλοι ότι ήταν Ολλανδός στην καταγωγή και ότι στα ρώσικα προφέρεται Γκέιντεν). Τις χάρισε στον Μανώλη Τομπάζη, στον Πόρο. Το 1877 εκείνες οι μανταρινιές σώζονταν ακόμα στον κήπο του πατρογονικού των Τομπάζηδων. Ωστόσο, το «μανδαρίνιον της Μάλτας», όπως αρχικά το αποκαλούσαν, δεν διαδόθηκε αμέσως· πάντως, μετά το 1850 το δέντρο καλλιεργιόταν στην Αθήνα, στην Κέρκυρα και στην Κρήτη. Σε εφημερίδα του 1917, διαβάζω ότι τα καλύτερα μανταρίνια έβγαιναν στα Σεπόλια και στην Κολοκυνθού· από τότε έχουν αλλάξει τα πράγματα!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 127 Σχόλια »

Ο φτωχός συγγενής των φρούτων

Posted by sarant στο 14 Νοέμβριος, 2016

Γυρίζοντας από τη Μάλτα, βρήκα ένα βουνό να με περιμένει -τις επόμενες μέρες και γενικότερα μέχρι την ανάπαυλα των γιορτών έχω πάρα πολλά τρεχάματα, οπότε θα συνεχίσω να καταφεύγω σε επαναλήψεις άρθρων συχνότερα απ’ όσο θα το ήθελα. Το σημερινό μας άρθρο είναι επανάληψη, αν και με διαφορετικό τίτλο, ενός παλιότερου άρθρου που είχε δημοσιευτεί πριν από 6 χρόνια -ελπίζω πως δεν θα το έχετε διαβάσει όλοι. Εδώ δημοσιεύω μια ξανακοιταγμένη και αρκετά αλλαγμένη μορφή, που είχε δημοσιευτεί στη συνέχεια στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

PearsΠριν από καναδυό μήνες είχα δημοσιεύσει εδώ ένα άρθρο για το μήλο, που το είχα χαρακτηρίσει, από γλωσσική άποψη, «βασιλιά των φρούτων». Μετά το μήλο έρχεται φυσιολογικά το αχλάδι· τα δυο φρούτα συχνά αναφέρονται μαζί, αλλά κατά τη γνώμη μου το δεύτερο είναι φτωχός συγγενής του πρώτου. Μπορεί το αχλάδι να αρέσει σε πολλούς, αλλά δύσκολα θα βρείτε άνθρωπο που να το αναφέρει σαν πρώτη του προτίμηση, νομίζω· ίσως πάλι να είμαι υποκειμενικός, διότι πρόκειται για ένα φρούτο που δεν μου πολυαρέσει.

Η αχλαδιά (Pyrus communis) βρίσκεται από την αρχαιότητα στον ελληνικό χώρο –στον Όμηρο είναι όγχνη (και το δέντρο και ο καρπός), ενώ τα επόμενα χρόνια το αχλάδι έλεγαν άπιον, αλλά ήδη από την ελληνιστική εποχή είχε αρχίσει να χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του, απίδιον. Η λέξη απίδι ακούγεται και σήμερα, σαν συνώνυμο του αχλαδιού, σε πολλά μέρη· αλλού, π.χ. σε πολλά μέρη της Κρήτης, απίδια λέγονται τα ντόπια είδη ενώ αχλάδια τα εισαγόμενα.

Η λέξη αχλάδι προέρχεται από το αρχαίο αχράς, η αχράς της αχράδος δηλαδή, λέξη που αρχικά φαίνεται ότι σήμαινε την άγρια παραλλαγή, το αγριάπιδο. Μάλιστα, στη συλλογή παροιμιών του Βάρνερ, που δημοσιεύτηκε στην Πόλη περί το 1650, βρίσκουμε μια παροιμία που έχει και τις δυο λέξεις μαζί: τ’ απίδια με παρακαλούν, κι αχλάδες θε να φάγω; -δηλαδή, αφού μπορώ να γευτώ κάτι το εκλεκτό, δεν υπάρχει λόγος να προτιμήσω κάτι υποδεέστερο· εδώ, οι αχλάδες είναι τα αγριάπιδα και τα απίδια είναι το εκλεκτό, καλλιεργημένο φρούτο (που το λέμε σήμερα αχλάδι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Νατσουλισμοί, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 128 Σχόλια »

Ο βασιλιάς των φρούτων ξανά

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2016

Μπήκαμε και επίσημα πριν από μερικές μέρες στο φθινόπωρο, οπότε σκέφτομαι σήμερα να βάλω σε επανάληψη ένα άρθρο για ένα φρούτο της εποχής. Η πρώτη δημοσίευση είχε γίνει πριν από πεντέμισι χρόνια, ενώ το άρθρο ξαναδουλεμένο συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις του 2013. Αυτή την ξαναδουλεμένη μορφή παρουσιάζω εδώ.

250px-Red_AppleΣτον Πωρικολόγο, τη βυζαντινή λαϊκή σάτιρα που προσωποποιεί τα φρούτα (τα πωρικά) και τα βάζει να συνεδριάζουν, βασιλιάς των οπωρικών είναι ο πανενδοξότατος Κυδώνιος. Δεν θα συμφωνούσαν πολλοί σήμερα με την ιεράρχηση αυτή. Για τον καθένα από μας, βασιλιάς των φρούτων είναι το φρούτο που τους αρέσει, για άλλους πάλι το σταφύλι αφού δίνει το κρασί. Γλωσσικά όμως, αδιαμφισβήτητος βασιλιάς των φρούτων, ή φρούτο καθαυτό, θα τολμούσα να πω, είναι το μήλο.

Τουλάχιστον αυτό ίσχυε στα αρχαία ελληνικά, αφού οι αρχαίοι σε πολλά άλλα φρούτα έδιναν ονόματα που ήταν παραλλαγές του μήλου: τα ροδάκινα τα ονόμαζαν περσικά μήλα, τα βερίκοκα αρμενιακά μήλα, τα κυδώνια τα έλεγαν κυδώνια μήλα, τα κίτρα μηδικά μήλα, κάτι που συνεχίστηκε στα λατινικά και σε νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, αν σκεφτούμε πως τη ντομάτα οι μεν Γάλλοι την είπαν ερωτόμηλο (pomme d’amour), οι δε Ιταλοί χρυσόμηλο (pomo d’oro), και την πατάτα, βέβαια, οι Γάλλοι την είπαν pomme de terre, κάτι που το δανειστήκαμε κι εμείς ως γεώμηλο. Ας μην ξεχάσουμε επίσης τα κυπαρισσόμηλα και τα κορόμηλα, καθώς και άλλες ονομασίες διαλεκτικές ή σπανιότερες (π.χ. στη Μυτιλήνη λένε «φραγκόμηλα» τα μούσμουλα, ενώ στην Κύπρο «χρυσόμηλα» τα βερίκοκα και «κιτρόμηλα» τα νεράντζια»).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 243 Σχόλια »

Το πονηρό φρούτο

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2016

Είναι η εποχή τους και συνειδητοποιώ ότι δεν έχω δημοσιεύσει, τόσα χρόνια, άρθρο για τον πανάρχαιο αυτόν καρπό -εννοώ τα σύκα. Βέβαια, έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο άρθρα για την προέλευση της λέξης ‘συκοφάντης’ ή για την ετυμολογία του συκωτιού ή για την έκφραση ‘λέω τα σύκα σύκα’, αλλά σε αυτό καθαυτό το σύκο δεν έχω βάλει άρθρο.

Οπότε επανορθώνω σήμερα, παίρνοντας το σχετικό κεφάλαιο από το βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις» -προσθέτω μερικά λινκ και ορισμένες λεπτομέρειες.

sykaΤα σύκα είναι από τους πρώτους καρπούς που μάζεψε και λίγο αργότερα καλλιέργησε ο άνθρωπος και ανήκει, μαζί με την ελιά και το σταφύλι, στην τριάδα των μεσογειακών καρπών. Η παρουσία του στο διαιτολόγιο και γενικά στη ζωή των αρχαίων Ελλήνων ήταν εντονότατη, πολύ περισσότερο που οι αρχαίοι δεν γνώριζαν μια σειρά από τροφές που σήμερα θεωρούνται αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής κουζίνας. Το σύκο ήταν πολύτιμο και για έναν ακόμη λόγο: διατηρείται καλά και πολύ όταν ξεραθεί. Συχνά το δείπνο των αρχαίων Αθηναίων ήταν ένα πιάτο ξερά σύκα, που επειδή περιέχουν πολλά ζάχαρα έχουν μεγάλη θερμιδική αξία.

Συκιές υπάρχουν κιόλας στον Όμηρο: στην τελευταία ραψωδία της Οδύσσειας, όταν ο Λαέρτης ζητάει σημάδι από τον Οδυσσέα ότι είναι γιος του, αυτός του θυμίζει πως του είχε χαρίσει, σαν ήταν παιδί, δεκατρείς αχλαδιές, δέκα μηλιές και σαράντα συκιές. Νωρίτερα, στη χώρα των Φαιάκων, ανάμεσα στα άλλα οπωροφόρα υπάρχουν και «συκέαι γλυκεραί». Τα αττικά σύκα εθεωρούντο περιζήτητα και τη φήμη τους αντανακλά η (αναληθής, όπως φαίνεται) ιστορία που οι περισσότεροι από εμάς μάθαμε στο σχολείο, για τον νόμο που απαγόρευε την εξαγωγή τους και τους συκοφάντες που, υποτίθεται, κατέδιδαν όσους τα έβγαζαν από την Αττική παράνομα.

Τέτοιος νόμος ή ψήφισμα δεν έχει βρεθεί πουθενά, και δεν θα είχε και πολύ νόημα, αφού σύκα είχε σε αφθονία όλη η Ελλάδα. Πώς όμως προέκυψε η λέξη συκοφάντης; Έχουν διατυπωθεί πολλές θεωρίες, αλλά η πιο πειστική φαίνεται να είναι ότι συκοφάντες ονομάζονταν αυτοί που αποκάλυπταν όσους είχαν σύκα κρυμμένα στα ρούχα τους, δηλαδή μια ασήμαντη μικροκλοπή, και κατ’ επέκταση όσοι κατέδιδαν ασήμαντες πράξεις και στη συνέχεια έκαναν ψευδείς καταγγελίες. Η εκδοχή αυτή δεν είναι απίθανη· πράγματι, στα συμπόσια πολλοί παράσιτοι θα έφευγαν έχοντας κρύψει ξερά σύκα και άλλα τραγήματα στο ιμάτιό τους. (Για μια επισκόπηση των θεωριών σχετικά με την προέλευση της λέξης, δείτε το παλιότερο άρθρο μας -όμως και τα σχόλια είναι σημαντικά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθυροστομίες, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 224 Σχόλια »

Το σύκο που ήρθε από αλλού, ξανά

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2016

Δεν είναι ακόμα εντελώς η εποχή τους, αλλά το άρθρο το ζήτησε τις προάλλες η φίλη μας η Λ., κι έτσι αναδημοσιεύω εδώ, με κάποιες προσθήκες, το παλιό άρθρο του 2011, που έχει στο μεταξύ συμπεριληφθεί και στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

800px-Opuntia_ficus-indica_fruit9Εδώ που παραθερίζω, έχει πολλές φραγκοσυκιές, συνήθως στα όρια των χωραφιών. Τα φρούτα αυτά τα αγαπώ πολύ, όχι όμως για τη γεύση τους ή τη δροσιά τους, αλλά επειδή μου θυμίζουν τον παππού μου. Σαν ήμουνα μικρός πέρασα μερικά ευτυχισμένα καλοκαίρια μαζί με τον παππού και τη γιαγιά, όχι στο χωριό –δεν είχαμε– αλλά στο Ξυλόκαστρο και στο Τολό, όπου παραθέριζαν ο παππούς με τη γιαγιά. Λοιπόν, στο Τολό, όπου πήγαν επειδή τα νερά είναι πιο ζεστά λόγω του κλειστού κόλπου, και ο παππούς είχε δισκοπάθεια, απέναντι στο χωριό υπάρχει, αν ξέρετε, ένα μικρό νησάκι, μ’ ένα εκκλησάκι πάνω του.

Το νησάκι αυτό ήταν (και πιθανότατα θα είναι ακόμα) γεμάτο φραγκοσυκιές. Οπότε, κάθε τόσο, ο παππούς, που ήτανε Μανιάτης στην καταγωγή (ή «την καταγωγή», αν επιμένετε), μ’ έπαιρνε και πηγαίναμε στο νησάκι για φραγκόσυκα. Παίρναμε τον βαρκάρη, που γυρόφερνε με τη βάρκα του εκεί πιο πέρα, φωνάζοντας «Ίζολα, ίζολα μπέλα» για να μαζέψει τουρίστες για βόλτα στο νησάκι, και πηγαίναμε στο νησί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μάνη, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 133 Σχόλια »

Άσπρα μούρα, μαύρα μούρα

Posted by sarant στο 18 Απρίλιος, 2016

berriesΜπήκε η άνοιξη, πλησιάζει η βασιλική εποχή των φρούτων, ο Μάης δηλαδή και ο Ιούνης. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει όλα σχεδόν τα οπωρικά της εποχής, με μια εξαίρεση που θα την καλύψουμε σήμερα. Εννοώ μια οικογένεια μικρών καρπών που μερικά από αυτά τα γνωρίζει ο άνθρωπος από την αρχή του χρόνου, αλλά εξακολουθεί να τα καταναλώνει έτσι, άγρια, όπως και πριν από χιλιάδες χρόνια, όταν ήταν τροφοσυλλέκτης. Εννοώ τα «φρούτα του δάσους» όπως συλλογικά είναι γνωστά όταν δίνουν το άρωμά τους σε χυμούς και παγωτά. Μαζί τους θα εξετάσουμε όμως και τον μεγάλο αδελφό τους, τα μούρα, παρά τις μεγάλες διαφορές, γιατί ανήκει στην ίδια οικογένεια. Και αφού είναι μεγάλος αδελφός, στα μούρα αφιερώνουμε το μεγαλύτερο κομμάτι του άρθρου, αλλά και τον τίτλο. Να πω εδώ ότι το άρθρο αυτό είναι παρμένο από το βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, αλλά εδώ έχω κάνει κάποιες αλλαγές και προσθήκες.

Όλα αυτά τα μικρούλια φρούτα στα αγγλικά λέγονται συλλογικά berries, διότι τα περισσότερα έχουν τη λέξη αυτή ως β’ συνθετικό: raspberry, blackberry, blueberry κτλ. Στα ελληνικά δεν ξέρω αν έχουμε στανταρισμένη απόδοση ή αν τα λέμε «μουροειδή». Βρίσκω στα λεξικά ότι το berry το λέμε μώρον, προσέχοντας να μην πέσει ο τόνος. Πάντως, από τα μούρα θα ξεκινήσουμε.

Το μούρο είναι ο καρπός της μουριάς· η μουριά είναι δέντρο που μπορεί να φτάσει σε μεγάλο ύψος και που ζει πολύ. Υπάρχει η κόκκινη μουριά, η άσπρη και η μαύρη, που δίνουν καρπούς του αντίστοιχου χρώματος. Η άσπρη και η μαύρη μουριά, όμως, έπαιζαν τα παλιότερα χρόνια πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομία, όχι για τους καρπούς τους αλλά για τα φύλλα τους. Φυσικά, τα φύλλα δεν τρώγονται από τον άνθρωπο, είναι όμως έξοχη τροφή για τον μεταξοσκώληκα και η παραγωγή του μεταξιού ήταν κεντρική οικονομική δραστηριότητα επί αιώνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Παπαδιαμάντης, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 192 Σχόλια »