Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικά συμπόσια’ Category

Το καρύδι από τον Πόντο

Posted by sarant στο 3 Οκτωβρίου, 2022

Tις προάλλες, στο άρθρο μας για το μνημειώδες λεξικό του Σαντρέν που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών του ΑΠΘ είχα διαλέξει, λίγο πολύ τυχαία, να βάλω, ως δείγμα, το λήμμα «πόντος», τόσο στο καθαυτό λεξικό όσο και στο Παράρτημα του Γιώργου Παπαναστασίου, που δείχνει την επιβίωση της αρχαίας λέξης στη νεότερη γλώσσα.

Κι έτσι θυμήθηκα και το καρύδι από τον Πόντο, έγιναν άλλωστε και σχετικά σχολια, τόσο εδώ όσο και στο Φέισμπουκ. Κι ενώ για όλα τα οπωρικά και τους καρπούς έχουμε βάλει άρθρο στο ιστολόγιο (εννοώ εκείνα που βρίσκει κανείς στα μέρη μας, μη μου πείτε για το ραμπουτάν, αν υπάρχει τέτοιο φρούτο) περιέργως για το φουντούκι δεν έχω δημοσιεύσει τίποτα εδώ. Αλλά και στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«, του 2013, το κεφάλαιο για το φουντούκι είναι πολύ μικρό.

Η αλήθεια είναι πως τα φουντούκια δεν μου αρέσουν πολύ, τουλάχιστον σκέτα, σε αντίθεση με τα καρύδια, που ιδίως όταν είναι φρέσκα, νέας εσοδείας, τα καταναλώνω σε τεράστιες ποσότητες -ακριβώς τώρα είναι η εποχή τους. Τα φουντούκια έχουν έντονη τη γεύση του λαδιού τους, κι αυτή η λαδίλα ακόμα κι αν δεν έχουν ταγκιάσει δεν μου αρέσει πολύ. Αλλά αυτά είναι γούστα, εμείς εδώ λεξιλογούμε και πρέπει να επανορθώσω την παράλειψη του ιστολογίου με το σημερινό άρθρο, στο οποίο βασίζομαι στο άρθρο του βιβλίου αλλά το έχω υπερδιπλασιάσει σε έκταση προσθέτοντας πολλά ακόμα.

Στους ξηρούς καρπούς, το φουντούκι είναι κάπως φτωχός συγγενής σε σύγκριση με το πολύ μεγαλύτερο και πολύ σκληρότερο καρύδι – άλλωστε μια από τις αρχαίες ονομασίες του, που διατηρείται και σήμερα ενμέρει, είναι «λεπτοκάρυον», λεπτό καρύδι. Όπως και οι περισσότεροι ξηροί καρποί, το φουντούκι έρχεται από τη Μικρασία και ειδικότερα από τα νότια παράλια του Εύξεινου πόντου.

Ο Θεόφραστος τη φουντουκιά την αποκαλεί «ηρακλεωτική καρύα», τοποθετώντας την καταγωγή της στην Ηράκλεια Ποντική, στις ακτές της Βιθυνίας. Ο Αθήναιος μιλάει για «ηρακλεωτικόν κάρυον» και «ποντικόν κάρυον», ο Διοσκουρίδης αναφέρει ότι τα ποντικά κάρυα μερικοί τα αποκαλούν λεπτοκάρυα, ενώ ο Γαληνός δίνει και τα δύο ονόματα. Οπότε, ο τίτλος «καρύδι από τον Πόντο» είναι ιστορικά τεκμηριωμένος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 193 Σχόλια »

Τα βατόμουρα που μ’ αρέσουν

Posted by sarant στο 31 Αυγούστου, 2022

Στις πεζοπορίες που κάνω αυτές τις μέρες, εδώ στην Εσπερία, αργώ περισσότερο από το συνηθισμένο, όχι (μόνο) επειδή έχει ζέστη κι επειδή περνάν τα χρόνια κι έτσι το τέμπο χαλαρώνει, αλλά και διότι κάθε τόσο το μάτι μου εντοπίζει βατόμουρα, οπότε σταματάω, απλώνω το χέρι και τα τσακίζω αλύπητα. Μου αρέσουν πολύ και δεν μπορώ ν’ αντισταθώ.

Βρίσκω και δαμασκηνιές στο δρόμο μου, κι αμπέλια επίσης, αλλά τα δαμάσκηνα και τα σταφύλια, εκτός του οτι ανήκουνε σε κάποιον, τα βρίσκω και στο μανάβικο, ενώ τα βατόμουρα είναι δώρο της φύσης στον πεζοπόρο.

Χρωστάω λοιπόν να τους ανταποδώσω το σημερινό άρθρο, στο οποίο βέβαια θ’ αντλήσω υλικό από ένα παλιότερο άρθρο που είχα βάλει εδώ πριν από έξι χρόνια, εκείνο αφιερωμένο σε όλα τα μουροειδή φρούτα.

Εννοώ τα μούρα, βατόμουρα, φραγκοστάφυλα, σμέουρα, μύρτιλλα και όλα τα άλλα μικρούλια φρούτα του δάσους, τα οποία στα αγγλικά λέγονται συλλογικά berries, διότι τα περισσότερα έχουν τη λέξη αυτή ως β’ συνθετικό: raspberry, blackberry, blueberry κτλ. Στα ελληνικά δεν ξέρω αν έχουμε στανταρισμένη απόδοση ή αν τα λέμε «μουροειδή». Βρίσκω στα λεξικά ότι το berry το λέμε μώρον, αλλά δεν πρέπει να έχει επικρατήσει αυτή η απόδοση, ίσως επειδή φοβόμαστε μη μας πέσει ο τόνος. Καμιά φορά εγώ συλλογικά τα λέω «μπέρια», και μου αρέσουν όλα εκτός απ’ τον Λαυρέντη.

Αλλά σήμερα θα μιλήσουμε για τα βατόμουρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ποίηση, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 117 Σχόλια »

Καλαμάρι χωρίς χαρτί

Posted by sarant στο 3 Αυγούστου, 2022

Την περασμένη εβδομάδα είχαμε άρθρο για τα καβούρια. Σήμερα συνεχίζουμε θαλασσινά, με άλλα θαλασσινά, κι έτσι θ’ αφιερωσουμε το σημερινό μας άρθρο στα καλαμάρια. Θα επαναλάβουμε έτσι μερικά πράγματα που είχαμε πει σε παλιότερο άρθρο αφιερωμένο σε όλα τα «φρούτα της θάλασσας«, αλλά εδώ θα τα αναπτύξουμε πολύ εκτενέστερα.

Το καλαμάρι είναι κεφαλόποδο, δεκάποδο, που η επιστημονική του ονομασία είναι Loligo vulgaris. Υπάρχουν γιγαντιαία καλαμάρια που ξεπερνάνε τα 10 μέτρα, στην Ιαπωνία και αλλού, αλλά στα μέρη τα δικά μας είναι σαφώς πιο ματζόβολα. Το μυθικό Κράκεν θα μπορούσε να είναι κάποιο γιγάντιο καλαμάρι. Υπάρχουν και τα θράψαλα, που είναι πιο μεγάλα και θέλουν κατάψυξη για να μαλακώσει η σάρκα τους (ή όχι;).

Το καλαμάρι ή καλαμαράκι το τρώμε βεβαίως, αλλά υπάρχει και το άλλο το καλαμάρι, ή έστω υπήρχε μέχρι σχετικά πρόσφατα, εννοώ το μελανοδοχείο. Δεν θέλω να δείξω τα χρόνια μου, αλλά όταν ήμουν μαθητής δημοτικού, επί δικτατορίας, στην εκπαίδευση είχε επανέλθει, σε ένδειξη εκσυγχρονισμού ίσως, η πένα και το μελανοδοχείο. Όχι μόνο η καλλιγραφία, αλλά και η καθημερινή Αντιγραφή γίνονταν με καλαμάρι και πένα -κι εγώ, εξαρχής κακογράφος και απρόσεχτος, έκανα τις πιο εντυπωσιακές μουτζούρες της καριέρας μου.

Βέβαια, τα σημερινά παιδιά έχουν γλιτώσει από αυτό το καλαμάρι αν και, όσα παιδιά τουλάχιστον λένε τα κάλαντα, μνημονεύουν κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς το χαρτί και το καλαμάρι που κρατάει εκείνο το παλικάρι ο Δεσκεμές.

Επειδή τα δυο καλαμάρια ετυμολογικώς συνδέονται, εδώ θα μιλήσουμε και για τα δύο. Αν σας πω ότι η αρχή της λέξης «καλαμάρι» είναι το καλάμι, δεν θα το αποκλείσετε αφού η ηχητική ομοιότητα είναι πρόδηλη, αλλά θα παραξενευτείτε -τι σχέση έχει το ένα με το άλλο; Η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα.

Οι αρχαίοι το καλαμάρι το λέγανε «τευθίς», θηλυκό. Υπήρχε και το υποκοριστικό, το τευθίδιον, αλλά και το τεύθος, μεγαλύτερο. Αυτά για το ζώο. Στο μεταξύ, η λέξη «καλαμος» στα αρχαία σήμαινε, πέρα από το καλάμι, και τη γραφίδα -το λέμε ακόμα και σήμερα για κάποιον  ότι είναι, ξερωγώ, «δεινός χειριστής του καλάμου».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κύπρος, ζώα | Με ετικέτα: , , , , , | 121 Σχόλια »

Σαν τον κάβουρα

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2022

Καλοκαίρι είναι, συνηθίζουμε τα άρθρα με θαλασσινό και ναυτικό περιεχόμενο. Πριν από τρία χρόνια, τέτοιες μέρες περίπου, είχαμε γράψει ένα άρθρο για τα θαλασσινά, όπου λεξιλογήσαμε για χταπόδια, καλαμάρια, γαρίδες και συναφή. Στο άρθρο εκείνο έχω σκοπό να επιστρέψω, για ν’ αναπτύξω περισσότερο ένα από τα ζώα αυτά αλλά προς το παρόν θα βγάλω ένα χρέος.

Εννοώ ότι σε εκείνο το άρθρο περί θαλασσινών είχα αφήσει απέξω τα καβούρια. Όπως είχα γράψει, «στο καβούρι αποφάσισα ν’ αφιερώσω ειδικό άρθρο, καθώς έχει πολύ μεγάλο φρασεολογικό πλούτο -άλλωστε δεν είναι αμιγώς θαλασσινό. Κάποια άλλη φορά λοιπόν θα πούμε για τον κάβουρα και την περπατησιά του, τα καβούρια της τσέπης, τα καβουράκια και την κυρία καβουρίνα».

Ε, η στιγμή αυτή ήρθε σήμερα.

O κάβουρας είναι ζώο που ανήκει στα καρκινοειδή, μαζί με τις γαρίδες, τις καραβίδες και τους αστακούς. Τα καρκινοειδή ειναι μια πολυμελέστατη υποδιαίρεση, ουσιαστικά υποσυνομοταξία. Ο κάβουρας είναι δεκάποδο, με δυο μεγάλες δαγκάνες μπροστά και οχτώ μικρότερα πόδια πίσω, από τέσσερα. Ίσως για τον λόγο αυτό, στη λαϊκή μούσα θα δείτε να γίνεται λόγος για οχτώ πόδια του κάβουρα, ας πούμε:

Οχτώ ποδιά ‘χει ο κάβουρας και πάει μπρος και πίσω
τη νιότη μου στα χέρια σου θα την απαρατήσω.

Μπορεί το δίστιχο να είναι ανακριβές ως προς τον αριθμό των ποδιών του, αλλά σωστά λέει ότι «πάει μπρος και πίσω». Για την ακρίβεια, η κατασκευή των ποδιών του δίνει στο καβούρι την ευχέρεια να μετακινείται με ταχύτητα είτε προς τα μπρος, είτε προς τα πίσω, είτε προς τα πλάγια, για να κρυφτεί στις σχισμές των βράχων ας πούμε, να ξεφύγει από διώκτες ή να πιάσει το θήραμά του. Ο άνθρωπος, μαθημένος να περπατάει με επιδεξιότητα μόνο προς τα μπρος, το προσόν αυτό του κάβουρα το θεώρησε ελάττωμα.

Κι έτσι γεννήθηκε η φράση «πάει σαν τον κάβουρα», που τη λέμε για έργο που προχωράει πολύ αργά ή για κάποιον που δουλεύει με πολύ βραδύ ρυθμό. Και υπάρχει και το ρήμα «καρκινοβατώ», που αυτήν ακριβώς την κατάσταση περιγράφει, όταν ένα έργο προχωράει με πολύ αργό ρυθμό, προσκρούει συνεχώς σε εμπόδια ή και οπισθοδρομεί. Το ρήμα είναι νεότερο, αλλά ήδη από τα αρχαία υπήρχε ο όρος καρκινοβάτης και καρκινοβήτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ζωολογία, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , , , | 166 Σχόλια »

Η φέτα είναι ελληνική

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2022

Δεν το λέω μόνο εγώ, το έχει πει και η Ευρωπαϊκή Ένωση, που από το 2002 έχει καθιερώσει ως ΠΟΠ (που θα πει «προστατευόμενη ονομασία προέλευσης») την ονομασία «φέτα», ένα θέμα που ξαναήρθε πριν από μερικές μέρες στην επικαιρότητα, όταν το Δικαστήριο της ΕΕ αποφάσισε ότι η Δανία παραβιάζει το ενωσιακό δίκαιο όταν επιτρέπει σε εταιρείες της να εξάγουν σε χώρες εκτός ΕΕ τυρί με την ονομασία Feta.

Το επιχείρημα της Δανίας ήταν ότι ο ορισμός των ΠΟΠ αφορά το ενδοενωσιακό εμπόριο και όχι το εμπόριο με τρίτες χώρες, αλλά το δικαστήριο δεν δέχτηκε την ερμηνεια αυτή και καταδίκασε τη Δανία.

Μου άρεσαν τα λογοπαίγνια του αγγλόφωνου τύπου κατά τον σχολιασμό της απόφασης. Έτσι, το Politico είχε τίτλο Feta accompli (αντί για fait accompli, τετελεσμένο γεγονός) και στον υπότιτλο Copenhagen left looking sheepish after feta cheese judgment (αφού το πρόβειο γάλα είναι η πρώτη ύλη της φέτας) και στο άρθρο Denmark’s legal defence crumbled, θρυμματίστηκε, και crumbly είναι ένα επίθετο που χαρακτηριστικά περιγράφει τη φέτα. Αλλά και στη Γκάρντιαν ο τίτλος ήταν Hard cheese, μια βρετανική έκφραση που σημαίνει «άσχημα νέα, σκούρα τα πράγματα». Και πιο κάτω στο άρθρο διαβάζουμε ότι στην Ελλάδα  No tavern would be worth its salt, or brine, if feta wasn’t on its menu -παίζει με την έκφραση it’s worth its salt, είναι άξιος του μισθού του, και την άλμη, brine, που μέσα της διατηρείται η φέτα.

Συμφωνα με την περιγραφή στην απόφαση της ΠΟΠ, για να ονομαστεί «φέτα» ένα τυρί πρέπει: να παράγεται σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας, να είναι παρασκευασμένο από πρόβειο γάλα ή αιγοπρόβειο με περιεκτικότητα το πολύ 30% σε γίδινο, να έχει μέγιστη υγρασία 56%, λιπαρά επί ξηρού τουλάχιστον 43% και pH γύρω στο 4,5.

Οι περιοχές στις οποίες φτιάχνεται η φέτα είναι όλη η ηπειρωτική Ελλάδα και ο νομός Λέσβου. Αυτό λέει ο σχετικός κανονισμός του 2002 αλλά σε άλλες ελληνικές πηγές βρίσκω και την Κεφαλονιά. Πάντως η Κρήτη δεν μπορει επίσημα να φτιάξει τυρί με την ονομασία «φέτα», ούτε η Κύπρος άλλωστε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 164 Σχόλια »

Εσείς τρώτε χταπόδια;

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2022

Εδώ και μερικές μέρες το ερώτημα αν πρέπει να τρώμε χταπόδια απασχολεί τα ελληνικά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οπότε δεν είναι περίεργο που θα το συζητήσουμε κι εμείς -χωρίς βέβαια να παραλείψουμε τη βασική μας προσέγγιση, τη λεξιλογική, και σ’ αυτό το θέμα.

Η αρχή -ή μάλλον μία από τις αρχές- έγινε με ένα άρθρο του Θοδ. Γεωργακόπουλου στην Καθημερινή, πριν από 4-5 μέρες, με τον τίτλο «Γιατί δεν τρώω πια χταπόδια«. Εκεί, ο αρθρογράφος δηλώνει ότι σταμάτησε να τρώει χταπόδια, όταν διάβασε και έμαθε ότι είναι καταπληκτικά πλάσματα:

Είναι σαν να προέκυψαν από μιαν άλλη, ανεξάρτητη εξελικτική διαδικασία από τα υπόλοιπα πλάσματα της θάλασσας. Αν και συγγενεύουν με τα άλλα κεφαλόποδα -που είναι τα ηλίθια της οικογένειας- δεν μοιάζουν με κανένα άλλο είδος ζωής.  … Είναι απίστευτα, αλλόκοτα πλάσματα, με χαρακτηριστικά μοναδικά στη φύση. Το αίμα τους είναι μπλε, έχουν τρεις καρδιές και κάθε πλοκάμι τους έχει ξεχωριστό εγκέφαλο. Έχουν το μεγαλύτερο μυαλό από όλα τα ασπόνδυλα (και τα περισσότερα σπονδυλωτά). Το δέρμα τους έχει την ικανότητα να βλέπει. Μπορούν να αλλάξουν το ίδιο τους το RNA από μόνα τους. Και το κυριότερο από όλα: είναι πανέξυπνα.Αν τα κλείσεις σε ένα βάζο, βρίσκουν τρόπο να ξεβιδώσουν το καπάκι από μέσα για να δραπετεύσουν. Υπάρχουν μαρτυρίες για χταπόδια που πηδάνε πάνω σε ψαράδικα και μπαίνουνε στ’ αμπάρι για να φάνε καβούρια.

Οπότε, εδώ και τρία χρόνια σταμάτησε να τρώει χταπόδια διότι δεν μπορεί να τρώει πλάσματα που σέβεται και που θαυμάζει -και, περίπου, μας προτρέπει να κάνουμε το ίδιο ή τέλος πάντων να προβληματιστούμε.

Οπως λέει ο Θ.Γ., έναυσμα για να γράψει το άρθρο του, ήταν πρόσφατη συνέντευξη του Ελληνοαμερικανού σκηνοθέτη Άλεξ Πέιν, πάλι στην Καθημερινή, στην οποία ο σκηνοθέτης είχε δηλώσει: Ομως, δεν καταλαβαίνω κάτι για τους Ελληνες. Πώς μπορούν και τρώνε τα χταπόδια; Η γεύση τους είναι φανταστική, αλλά πρόκειται για κάποια από τα πιο χαρισματικά πλάσματα της φύσης, με νοημοσύνη και χάρη. Οπότε, δεν με νοιάζει πού θα με πάτε για φαΐ, αρκεί το μενού να μην έχει χταπόδι

Όπως είπα, το άρθρο του Θ. Γεωργακόπουλου συζητήθηκε πολύ στα σόσιαλ, ίσως και επειδή το κοινοποίησαν και διασημότητες κοντινές στην κυβέρνηση, όπως ο (οΘντκ) υπουργός Άδωνης Γεωργιάδης και η υπέρκομψη Μαρέβα Γκραμπόβσκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Εφημεριδογραφικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 182 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο είπαμε;

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2022

Διότι βρισκόμαστε στην εποχή του βερίκοκου -και όχι μόνο. Στο ιστολόγιο αγαπάμε τα φρούτα κι έχουμε γράψει άρθρα για όλα σχεδόν τα οπωρικά, άρθρα που συμπεριλήφθηκαν στη συνέχεια στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Τα άρθρα εκείνα τα αναδημοσιεύω κάθε πέντε χρόνια περίπου, για να παίρνω μιαν  ανάσα από το μαγκανοπήγαδο της καθημερινής αρθρογραφίας. Οπότε, σήμερα που έχω και ταξίδι, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, που λέει το κλισέ, για να ξαναπαρουσιάσω το άρθρο για τα βερίκοκα, που τελευταία φορά το είχα (ανα)δημοσιεύσει το 2017, περίπου τέτοιες μέρες και τότε. Το εμπλουτίζω όμως λιγάκι, να διαφέρει από την προηγούμενη δημοσίευση, να μην αισθανθείτε ότι σας ρίχνω.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Η σημερινή του επιστημονική ονομασία, στα λατινικά, είναι Prunus armeniaca, παναπεί «αρμένικο δαμάσκηνο» αλλά δεν είναι ούτε δαμάσκηνο ούτε αρμένικο. Οι εγκυκλοπαίδειες λένε πως πατρίδα του ήταν η Κίνα, αλλά είναι γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι το γνώρισαν (από τις εκστρατείες του Μεγαλέξαντρου ή από τον Λούκουλλο) σαν είδος εισαγόμενο από την Αρμενία κι έτσι τα βερίκοκα τα είπαν armeniaca, αρμενιακά. Κι επειδή το βερίκοκο ωριμάζει νωρίτερα από άλλα παρόμοια φρούτα σαν το ροδάκινο, το είπαν praecoquium, πρώιμο. Η λέξη πέρασε και στα ελληνικά και οι δυο ονομασίες συνυπήρξαν για καιρό, αρμενιακά και πραικόκια (που το γράψαν και με δύο κάπα, πραικόκκια, παρετυμολογία με το κόκκος, που βαστάει ακόμα στη γραφή βερίκοκκο· όσο για την ακόμα συχνότερη ανορθόγραφη παραλλαγή με ύψιλον, βερύκοκκο ή βερύκοκο, δεν έχει καμιά βάση). Καθώς για τους Έλληνες δεν είχε ετυμολογική διαφάνεια η λέξη «πρεκόκια», ήταν εύκολο να εμφανιστεί και τύπος «βρεκόκια». Λέει κάπου ο Διοσκουρίδης, αφού περιγράψει τα περσικά μήλα (δηλ. τα ροδάκινα):

τὰ δὲ μικρότερα, καλούμενα δὲ Ἀρμενιακά, Ῥωμαιστὶ δὲ βρεκόκκια, εὐστομώτερα τῶν προειρημένων ἐστίν.

Διαβάζοντας κανείς τους διάφορους γιατρούς συγγραφείς της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας, βλέπει να χρησιμοποιούνται για τα βερίκοκα οι εξής ονομασίες: πραικόκκια, πρεκόκια, βρεκόκια, βερεκόκια, βερικόκκια, βερίκοκκα: η αλυσίδα της εξέλιξης της λέξης διαγράφεται αρκετά καλά. Κι έτσι, από τα πραικόκκια που οι έλληνες της ελληνιστικής εποχής τα αντιλαμβάνονταν σαν λέξη λατινική, φτάσαμε στα βερίκοκκα. Η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη, πάντως, διότι τυχαίνει ακόμα και ο ίδιος συγγραφέας άλλοτε να θεωρεί τα πραικόκκια συνώνυμα των αρμενιακών και άλλοτε διαφορετικό καρπό.

Έχουμε φτάσει στο βερεκόκκιο ή βερικόκιο της ύστερης αρχαιότητας. Τη λέξη τη δανείζονται οι άραβες, ως μπαρκούκ, ή μάλλον αλ-μπαρκούκ με το άρθρο κι έχει σημασία εδώ το άρθρο, διότι έτσι περνάει η λέξη στα ισπανικά με την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Άραβες: albaricoque, και από εκεί στα καταλάνικα abercoc, στα ιταλικά albicocca, στα γαλλικά abricot, στα αγγλικά apricot.

Το αστείο είναι ότι αφού διαδόθηκε η λέξη σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, το barquq στις αραβικές χώρες άλλαξε σημασία και σήμερα σημαίνει «δαμάσκηνο», ενώ το βερίκοκο λέγεται μισμίς.

Να πούμε εδώ ότι ενώ η Δυτική και Βόρεια Ευρώπη έχει ονομασίες για το βερίκοκο που παράγονται από το barquq, το παλιό armeniacum επιβιώνει σε ορισμένες σλαβικές γλώσσες. Πράγματι, από το armeniacum προέκυψε το ιταλ. armellino, που σήμερα ελάχιστα λέγεται στην Ιταλία, έδωσε όμως το γερμανικό Μarille, απ’ όπου το τσέχικο merunka, το πολωνικό morela, το σερβοκροάτικο marelica και μερικά ακόμα.

Στα ελληνικά έχουμε κι άλλες ονομασίες για τα βερίκοκα. Τα λέμε «καϊσιά», που είναι τουρκικό δάνειο (kaysi). Η ρουμάνικη, η βουλγάρικη και η σερβική λέξη για τα βερίκοκα είναι επίσης δάνειο από το kaysi. Στο στρατό είχα γνωρίσει έναν Καϊσίδη κι έναν Βερικοκίδη. Θαρρώ πρόκειται για το ίδιο επίθετο, μόνο που οι πρόσφυγες πρόγονοι του δεύτερου έτυχαν σε πιο δραστήριο ληξίαρχο. Να πω πάντως ότι σε μερικά μέρη καϊσιά αποκαλούνται όχι όλα τα βερίκοκα αλλά μια ιδιαίτερη ποικιλία τους.

Επίσης, τα βερίκοκα τα λένε, π.χ. στη Θράκη, ζερντέλια ή ζαρταλούδια ή ζέρδελα (ή άλλες παραλλαγές). Όλα αυτά είναι από τα τούρκικα επίσης, zerdali, λέξη που προέρχεται από τα πέρσικα, όπου zardalu είναι το βερίκοκο, κατά λέξη, το «κίτρινο δαμάσκηνο» (zar ο κίτρινος). Από εκεί και ο γλωσσοδέτης: Ανέβηκα στην ζερδελιά, την μπερδελιά και την ζερδελομπερδελοκουκκιά, να κόψω ζέρδελα, μπέρδελα και ζερδελομπερδελόκουκκα. Στην Κύπρο τα λένε χρυσόμηλα.

Οι χώρες γύρω από τη Μεσόγειο παράγουν πολλά βερίκοκα –στη Βικιπαίδεια βρίσκω (στοιχεία 2017) πρώτη σε παραγωγή την Τουρκία, με σχεδόν το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής, και την Ελλάδα ενδέκατη στον κόσμο. Ο Καισάριος Δαπόντες στον Κανόνα περιεκτικό λέει πως τα καλύτερα βερίκοκα είναι της Δαμασκού, πράγμα το οποίο συμφωνεί με την τούρκικη παροιμία bundan iyisi Şam’da kayısı, που λέγεται για κάτι πολύ καλό: «το μόνο καλύτερο απ’ αυτό είναι ένα καϊσί από τη Δαμασκό». Από τη Δαμασκό βεβαίως είναι τα δαμάσκηνα, που τα έχουμε δει σε άλλο άρθρο. Πάντως, επειδή όλα τα φρούτα μπερδεύονται, στα πορτογαλικά το βερίκοκο λέγεται damasco, όπως και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι δυο μεγάλες ποικιλίες βερίκοκου στην Ελλάδα είναι οι Διαμαντοπούλου και Μπεμπέκου. Για τη δεύτερη παραδίδεται ότι την παρουσίασε πρώτος ο παραγωγός Μπεμπέκος από την Ασίνη της Αργολίδας. Συνηθίζεται το όνομα του παραγωγού να δίνεται στην ποικιλία, αλλά, όπως είχε επισημάνει στο προηγούμενο άρθρο ο αείμνηστος φίλος μας ο Γς, υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες βερικοκιάς με πιο φαντεζί ονόματα: Λαΐς, Νεφέλη, Νηρηίς, Τύρβη, Δαναΐς, Χαρίεσσα, Νεράϊδα κλπ

Η βερικοκιά είναι καρπός εξαιρετικά συγγενικός με την αμυγδαλιά, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται. Μάλιστα, σε ορισμένες ποικιλίες η ψίχα του κουκουτσιού είναι φαγώσιμη και δεν διαφέρει πολύ από το μύγδαλο, όπως έχει αποτυπωθεί στη μανάβικη κραυγή Σαράντα το βερίκοκο – και το κουκουτσι μύγδαλο. Στο προηγούμενο άρθρο μας, ο παλιός φίλος Σπαθόλουρο είχε βρει δημοσίευση σε εφημερίδα: Το αδόμενον υπό των οπωροπωλών: Σαράντα το βερίκοκο, ρίκο-ρίκο-ρίκοκο (Εμπρός 12/9/1906).

Μια και είπαμε το ρίκο-ρίκο-ρίκοκο, ταιριάζει να βάλουμε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη να το τραγουδάει για τον Αντρέα Μπάρκουλη, που είχε μάγουλο βερίκοκο:

Στη φρασεολογία μας, η μοναδική εμφάνιση του βερίκοκου είναι στην παροιμιακή φράση που έβαλα στον τίτλο. Παλιότερα λεγόταν σαν απειλή σε κάποιον που κοκορεύεται ή που μας περιφρονεί: Θα σου δείξω εγώ τι εστί βερίκοκο ή Θα σε μάθω τι εστί βερίκοκο! και έτσι την καταγράφει στο γύρισμα του 20ού αιώνα ο Νικόλαος Πολίτης στη συλλογή του. Σήμερα, η σημασία ίσως έχει κάπως μετατοπιστεί, μια και ο Μπαμπινιώτης πλάι στην απειλή δίνει και τη σημασία της «επισήμανσης της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος».

Το slang.gr αναφέρει ότι η φράση έχει συχνά σεξουαλικό υπονοούμενο, κάτι που δεν είναι αυθαίρετο, αφού πριν πενήντα χρόνια κιόλας, στο 10 του Καραγάτση, υπάρχει το εξής απόσπασμα, σε μια σκηνή όπου εργατοκόριτσα έχουν πιάσει κουβέντα για το σεξ: Οι πιο μικρές σώπαιναν τάχα ντροπιασμένες· με την έκφρασή τους όμως άφηναν να εννοηθεί ότι κάτι ήξεραν από βερίκοκο, κι ας προσποιούνταν την πάπια.

Περιδιαβάζοντας τα σώματα κειμένων βρίσκουμε κυρίως τη φρ. να χρησιμοποιείται ως απειλή, όχι πολύ διαφορετική από την «θα δεις/θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει ο σάκος». Άλλωστε, οι δυο σημασίες (απειλή / επισήμανση της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος) τέμνονται. Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα «Νύχτες κι αυγές» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, υπάρχει κάποιος στρατηγός που ο αδελφός του, βουλευτής όντας, τις έφαγε στη Βουλή από έναν αντίπαλο βουλευτή. Οπότε ο στρατηγός στέλνει τον γιο του αντίπαλου βουλευτή στο μέτωπο λέγοντας: «Πήγαινε να μάθεις τι εστί βερίκοκο και να μάθει και ο πατέρας σου να σηκώνει μαγκούρα». Εδώ είναι και απειλή και επισήμανση της δυσκολίας.

H παλαιότερη ανεύρεση της φράσης, όπως είχε βρει το Σπαθόλουρο, είναι στον Ρωμηό του Σουρή, το 1891: Γράμμα που μας απέδειξε με γλαφυρά στοιχεία / το τι εστί βερύκοκο και τ’ είναι πειθαρχία.

Ποια είναι όμως η αρχή της φράσης «τι εστί βερίκοκο», δεν σας το είπα… διότι δεν το ξέρω. Ο Νικόλαος Πολίτης λέει ότι πιθανόν στην αρχή της φράσης να κρύβεται μύθος λησμονημένος. Η δική μου εικασία είναι ότι πιθανόν να πρωτοείπε «θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο» ένας νοικοκύρης που έπιασε κάποιον να του κλέβει τα βερίκοκα. Αλλά αυτό είναι σκέτη εικασία. Οπότε, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν έχουμε ακόμα μάθει τι εστί βερίκοκο, εκτός κι αν καταφύγουμε στον κυκλικό ορισμό που υπάρχει στο γλωσσάριο του πανέξυπνου βιβλίου Ο πάγος του Ξένου Μάζαρη και του Στράτου Μπουλαλάκη: Βερίκοκο είναι αυτό που εστί!

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Η φάβα και ο λάκκος της

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2022

Τις προάλλες η φίλη μας το Κιγκέρι αναφέρθηκε, παρεμπιπτόντως, στη φάβα που μαγείρευε, και τότε σκέφτηκα ότι δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο έδεσμα αυτό, παρόλο που έχει, πέρα από το γαστρονομικό, και σημαντικό λεξιλογικό και φρασεολογικό ενδιαφέρον. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε βέβαια βάλει ένα διήγημα, Φάβα αποκριάτικα, του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, αλλά εδώ λεξιλογούμε, οπότε χρειάζεται και λεξιλογική πραγμάτευση και δεν αρκούν τα όσα είχαμε αναφέρει παρεμπιπτόντως σε ένα παλιότερο άρθρο μας για τα κουκιά.

Τη φάβα την ξέρουμε όλοι για φαγητό, με λάδι και κρεμμύδι, όπως στη φωτογραφία -που τη δανείστηκα από κάποιον ιστότοπο με συνταγές μαγειρικής.

Αλλά αυτός ο νόστιμος κίτρινος πολτός φτιάχνεται από κάποιο όσπριο, έτσι δεν είναι; Έτσι είναι, αλλά εδώ υπάρχει ένα μπέρδεμα. Υπάρχει φάβα που φτιάχνεται από σπόρους μπιζελιού, αρακά, υπάρχει και η φάβα που φτιάχνεται από λαθούρι, όπως η φάβα της Σαντορίνης. Αυτή η κίτρινη φάβα είναι η πιο συνηθισμένη στην Ελλάδα, όμως διαβάζω ότι στην Αμοργό τη φάβα τη φτιάχνουν από αρακά -για τον οποίο αρακά ή μπιζέλι χρωστάμε άρθρο.

Μια και στον αρακά θα αφιερώσουμε χωριστό άρθρο, στο σημερινό άρθρο θα εστιαστούμε στη φάβα από λαθούρι -πάντως, τα λεξιλογικά και τα άλλα στοιχεία αφορούν εξίσου όλες τις ποικιλίες του εδέσματος. Να πούμε πάντως ότι φάβα μπορεί επίσης να φτιαχτεί και από κουκιά.

Η φάβα Σαντορίνης είναι ΠΟΠ και στη σχετική σελίδα της Κομισιόν διαβάζουμε:

Η Φάβα Σαντορίνης ΠΟΠ παράγεται από τους σπόρους του Lathyrus clymenum L., ενός ανθοφόρου φυτού που καλλιεργείται σε οκτώ από τα νησιά των Κυκλάδων στο Νότιο Αιγαίο. Από τη σπορά μέχρι τη συσκευασία, όλα τα στάδια της παραγωγής πραγματοποιούνται στα νησιά, με τη χρήση τοπικών μεθόδων που ξεκίνησαν χιλιετίες πριν.

Το τελικό προϊόν έχει τη μορφή μικρών χρυσών δίσκων. Όταν μαγειρεύονται, αποκτούν βελούδινη υφή και γλυκιά γεύση, και αποτελούν την τέλεια βάση για μια ποικιλία φαγητών ή καταναλώνονται με τη μορφή μιας νόστιμης σαλάτας.

Το ψυχανθές αυτό, το Lathyrus clymenum, λέγεται ελληνικά «Λάθυρος το κλύμενον» (ή, λαϊκότερα, ισπανικός βίκος). Aλλά όταν αγοράζουμε από το σουπερμάρκετ φάβα για να φτιάξουμε, δεν αγοράζουμε λαθούρι ή λάθυρο, αγοράζουμε φάβα -δηλαδή, φάβα λέγεται επίσης ο κατάλληλα προετοιμασμένος (κομμένος, σπασμένος κτλ.) καρπός του λαθουριού, που τον μαγειρεύουμε για να φτιάξουμε φάβα.

Το λεξικό μάς λέει ότι η φάβα είναι λέξη της ελληνιστικής εποχής, δάνειο από τα λατινικά. Μάλιστα, αρχικά η λέξη ήταν γένους ουδετέρου, το φάβα του φάβατος, δάνειο από το λατινικό faba, το οποίο ήταν γένους θηλυκού και σήμαινε κάποιο είδος οσπρίου, φασολιού ή κουκιού. Στα ελληνικά, φάβα ήταν αρχικά το κουκί.

Για παράδειγμα, σε ιατρικό κείμενο του 2ου αιώνα μΧ βρίσκω το εξής γιατροσόφι «προς όρχεων φλεγμονάς»:

Κυμίνου, φάβατος μεγάλου ἀποζέματος, σταφίδος ἐκγεγιγαρτισμένης·
ταῦτα λείου καὶ ἐπίβαλλε μέλιτος ὀλίγον καὶ ἐλαίου καὶ κατάπλασσε, ἀνακρεμνῶν ἐπιδέσμῳ· εἰ δὲ πολλὴ ᾖ ἡ φλεγμονή, προκατάντλει, ἀνηθελαίῳ θερμαίνων.

Εκτός από το φάβα, στο λεξιλόγιο της εποχής έχουμε επίσης το φαβατάριον (γαβάθα όπου μαγειρεύονταν τα κουκιά), το φαβάτον (αλεύρι ή γλύκισμα από κουκιά) ή το ανθρωπωνύμιο Φαβάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 178 Σχόλια »

Η εθνική μας σκορδαλιά (με μπακαλιάρο, βέβαια)

Posted by sarant στο 23 Μαρτίου, 2022

Πλησιάζει η 25η Μαρτίου, που φέτος είναι και τριήμερο. Είναι η εθνική μας εορτή, βέβαια, αν και πέρασαν οι τυμπανοκρουσίες (έστω και με σουρντίνα, λόγω κορόνας) της 200ής επετείου. Σύμφωνα με το έθιμο, η μεθαυριανή μέρα θέλει μπακαλιάρο με σκορδαλιά.

Όμως εγώ βρίσκομαι στα ξένα -αλλά σε περιοχή με ισχυρότατη πορτογαλική παροικία, οπότε πήγα και αγόρασα, για να τιμήσω τη μεθαυριανή μέρα, bolinhos de bacalau, ένα είδος μπακαλιαροκεφτέδες, που θα τους συνοδέψω με aioli, ένα είδος σως με σκόρδο και λάδι, σαν σκορδαλιά αλλά πολύ πιο ρευστή.

Υποκατάστατα, θα πείτε. Οπότε, με το σημερινό άρθρο, αναπληρώνω ας πούμε την έλλειψη της εθνικής μας σκορδαλιάς. Βέβαια, τόσα χρόνια που υπάρχει το ιστολόγιο, έχουμε βάλει άρθρο και για τον μπακαλιάρο (πρόπερσι, σε συνάφεια με το στοκοφίσι και τα νησιά Λοφότεν) και για το σκόρδο (πριν από εφτά χρόνια), οπότε στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβω αρκετά πράγματα από το παλαιότερο αυτό άρθρο, αν και θα προσθέσω κάμποσα που αφορούν τη σκορδαλιά.

Το σκόρδο είναι το Allium sativum, κρόμμυον το σκόροδον –και, παρόλο που είναι ιθαγενές της Κεντρικής Ασίας, βρίσκεται στα μέρη μας από πολύ παλιά, αφού, αν πιστέψουμε τον Ηρόδοτο, οι εργάτες που έχτισαν την Πυραμίδα του Χέοπα είχαν στο σιτηρέσιό τους κρεμμύδια, σκόρδα και ραπανάκια.

Όμως και στην αρχαία Ελλάδα ήταν πολύ διαδεδομένο το σκόρδο, όπως φαίνεται από την παρουσία του στις κωμωδίες του Αριστοφάνη –τα μεγαρίτικα σκόρδα ήταν ονομαστά για το μεγάλο μέγεθός τους και στους Αχαρνείς, που είναι γραμμένοι μέσα στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ο Μεγαρίτης παραπονιέται στον Δικαιόπολη ότι οι Αθηναίοι στις επιδρομές τους τα ξερίζωναν.

Στα αρχαία λεγόταν σκόροδον, αλλά ήδη από την κλασική εποχή εμφανίζεται και ο τύπος σκόρδον, που τελικά επικράτησε. Αν θέλετε να μάθουμε και δυο περίεργες λέξεις, το κεφάλι του σκόρδου οι αρχαίοι το λέγανε «η άγλις της άγλιθος», ενώ τις σκελίδες, στις οποίες χωρίζεται το κεφάλι, τις έλεγαν γέλγεις.

Το σκόρδο ήταν και είναι το προσφάι των φτωχών, ακόμα περισσότερο στην αρχαιότητα, που το διαιτολόγιο ήταν πολύ φτωχότερο από σήμερα. Ήταν ακόμα βασικό στοιχείο στο σιτηρέσιο των στρατιωτών, γι’ αυτό και οι αρχαίοι είχαν την παροιμιώδη φράση «μη σκόρδου (φάγω)» δηλ. να μη μπλέξω σε περιπέτειες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 124 Σχόλια »

Κοψίδια για τσίκνισμα

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2022

Σημερα είναι η Πέμπτη η Κρεατινή, η Τσικνοπέμπτη. Το έθιμο επιβάλλει να τσικνίσουμε, να φάμε δηλαδή κρέας ψητό, και μάλιστα να αναδίδει την τσίκνα του ψησίματος, όπως στη φωτογραφία.

Tο ιστολόγιο προσφέρει βέβαια κάθε Σάββατο μεζεδάκια, σήμερα όμως, για να τιμήσει τη μέρα, θα σας κεράσει κοψίδια μόνο, αλλά λεξιλογικά. Θα λεξιλογήσουμε δηλαδή για μερικά από τα εδέσματα που ταιριάζουν την Τσικνοπέμπτη.

Το περίεργο είναι ότι τόσα χρόνια (διότι, κακά τα ψέματα, τούτη είναι η δέκατη τρίτη ιστολογημένη Τσικνοπέμπτη μας!) δεν έχουμε γράψει ανάλογο άρθρο -εκτός αν και ξεχνάω και δεν ψάχνω καλά στα περιεχόμενα του ιστολογίου. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, όμως.

Και ξεκινάμε από την ίδια τη λέξη, την Τσικνοπέμπτη, που βλέπουμε αμέσως ότι είναι σύνθετη από την τσίκνα και την Πέμπτη. Η τσίκνα, πάλι, εμφανίζεται στην ελληνική γλώσσα στα βυζαντινά χρόνια, πρώτα μάλλον στον Πτωχοπρόδρομο, που ο καημένος παραπονιέται στον αυτοκράτορα (τον Μανουήλ Κομνηνό, αν δεν σφάλλω) ότι ο γείτονάς του, αν και αμόρφωτος, κοσκινάς στο επάγγελμα, καλοτρώει ενώ ο ίδιος στερείται και το ψωμί:

καὶ βλέπω τὴν ἰστίαν του πῶς συχνοφλακαρίζει,
καὶ πῶς πολλάκις τῶν κρεῶν ἀπολυόντων τσίκναν,
ποτὲ δὲ τὴν ἀνθρακιὰν τὴν φοβερὰν ἐκείνην
κειμένην βλέπω, βασιλεῦ, μετὰ τῶν ὀψαρίων
καὶ τσίκναν φέρουσαν πολλὴν μετὰ καὶ τῶν βρωμάτων,
καὶ ἐγὼ τσικνώνω διὰ ψωμὶν καὶ οὐκ ἔχω το νὰ φάγω,

Το «τσικνώνω», σύμφωνα τουλάχιστον με τον Χανς Αϊντενάιερ στα Πτωχοπροδρομικά, είναι φτιαχτή λέξη από την τσίκνα. Λιγουρεύομαι, από τα συμφραζόμενα;

(Να πούμε εδώ ότι η λέξη τσίκνα πέρα από την τρέχουσα σημασία, της μυρωδιάς από το κρέας που ψήνεται, έχει και την πολύ λιγότερο ευχάριστη σημασία της μυρωδιάς από κάτουρα, ιδίως σε ρούχα ή στρώματα -αψιά η μία μυρωδιά, αψιά κι η άλλη, βέβαια. Τη σημασία αυτή δεν τη βρίσκω στα σημερινά λεξικά, τουλάχιστον του Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, αλλά την έχει π.χ. η Πρωία, λεξικό προπολεμικό, όπου έχει επίσης τη σημασία «οσμή καιομένων τριχών», ιδίως στο κεφάλι του σφαχτού που ψήνεται).

Για την ετυμολογία της τσίκνας η πιο διαδεδομένη θεωρία είναι ότι προέρχεται από το αρχαίο κνίσα, το οποίο, εδώ που τα λέμε, σήμαινε το ίδιο πράγμα, μια λέξη ήδη ομηρική (με τον τύπο κνίση), που έπαιζε άλλωστε σημαντικό ρόλο αφού οι θεοί του Δωδεκαθέου ακριβώς απολάμβαναν την κνίσα από τις θυσίες –κνίση δ’ οὐρανὸν ἷκεν ἑλισσομένη περὶ καπνῷ στο Α της Ιλιάδας, ή «κι η κνίσα ανέβαινε στρουφίζοντας με τον καπνό στα ουράνια» στη μετάφραση Καζαντζάκη-Κακριδή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 90 Σχόλια »

Τη γραβιέρα τη φέρνει ο γερανός;

Posted by sarant στο 18 Οκτωβρίου, 2021

Παράξενο το ερώτημα του τίτλου -ξέρουμε δα πως ο γερανός ή πιο σωστά ο πελαργός φέρνει (ή δεν φέρνει) τα νεογέννητα παιδιά, τι σχέση έχει με το τυρί;

Κάποια σχέση έχει (ή δεν έχει) αλλά θα πρέπει να κάνετε λίγη υπομονή ώσπου να φτάσουμε ως εκεί. Όσο για παραπλανητικούς τίτλους, θα έχετε πια συνηθίσει σε αυτό το ιστολόγιο.

Τη γραβιέρα πάντως την αγαπώ πολύ. Και όταν, πριν από πολλά χρόνια, εγκαταστάθηκα στο εξωτερικό, έπαθα ένα μικρό σοκ όταν διαπίστωσα πως το τυρί που έξω λέγεται gruyère, λέξη που ολοφάνερα συγγενεύει με τη δική μας, μικρή σχέση έχει στη γεύση με τη γραβιέρα.

Βέβαια, συχνά συμβαίνει μια λέξη συγγενική με μιαν άλλη να δηλώνει εντελώς διαφορετικό πράγμα από αυτήν -πολλές φορές ακόμα και η ίδια λέξη μέσα στον χρόνο δηλώνει διαφορετικό πράγμα, ας πούμε διαφορετικόν καρπό.

Τις προάλλες λοιπόν στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ τέθηκε το ερώτημα: η ομοιότητα των λέξεων που περιγράφουν τα δυο τυριά πώς συμβιβάζεται με την ανομοιότητα των δύο τυριών; Από τη συζήτηση αυτή αντλώ υλικό για το σημερινό άρθρο.

Μια άποψη, που βρισκει κανείς να επαναλαμβάνεται σε πολλά γευσιγνωστικά άρθρα του Διαδικτύου (παράδειγμα), είναι η εξής:

Ένας γεωπόνος, που θεωρείται και ο θεμελιωτής της τυροκομίας στη χώρα μας, ο Νικόλαος Ζυγούρης, επιχείρησε το 1914 να δημιουργήσει έναν βελτιωμένο τύπο ελληνικού σκληρού τυριού, με βάση τη συνταγή της περίφημης ελβετικής gruyère. Έτσι, δημιουργήθηκε το πρώτο ελληνικό τυρί τύπου γραβιέρας, στο “γαλακτοκομείο Λάππα” της Μανωλάδας, των τότε βασιλικών κτημάτων, με βασική διαφορά τη χρήση πρόβειου γάλακτος, αντί αγελαδινού. Τα επόμενα χρόνια, και μετά από αρκετούς πειραματισμούς, η παρασκευή του τυριού βελτιώθηκε στη Γαλακτοκομική Σχολή Ιωαννίνων, της οποίας ο Νικόλαος Ζυγούρης ήταν εμπνευστής και πρώτος διευθυντής, το 1917.

Στην πορεία των ετών, η γραβιέρα καθιερώθηκε στην ελληνική τυροκομία, απέκτησε ξεχωριστό χαρακτήρα από την ελβετίδα συνώνυμη και έγινε ένα διαφορετικό τυρί, που δίκαια κατατάσσεται πλέον στην τυροκομική μας παράδοση. Το όνομα “γραβιέρα” επικράτησε για τα τυριά με τον ίδιο τρόπο παρασκευής παντού στη χώρα, που έχουν, βέβαια, μικρές ή μεγαλύτερες διαφορές σε γεύση, υφή και σπανιότερα πρώτη ύλη (γάλα). Οι περιοχές, όμως, που έχουν πιστοποιηθεί ότι παράγουν γραβιέρα Π.Ο.Π. (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης) είναι μόνο τρεις: η Κρήτη, η Νάξος και τα Άγραφα. Όσον αφορά τα τελευταία, που η γραβιέρα τους είναι και δυσεύρετη, να πούμε και το εξής: το τυρί Αγράφων ήταν παλαιότερα το μόνο αξιόλογο σκληρό τυρί στην Ελλάδα και αυτό ακριβώς προσπάθησε να βελτιώσει, ώστε να εξαπλώσει την παραγωγή του ο Νικόλαος Ζυγούρης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Γλωσσικά δάνεια, Τοπωνύμια | Με ετικέτα: , , , , , | 207 Σχόλια »

Μια πάστα, μα ποια πάστα;

Posted by sarant στο 27 Σεπτεμβρίου, 2021

Ποια πάστα, αλήθεια;

Σοκολατίνα; Μήπως πάστα αμυγδάλου; Σεράνο; Ποντικάκι ίσως, όπως στη φωτογραφία;

Τρώτε πάστες; Ή μήπως τρώτε πάστα;

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε. Ούτε συνταγές ζαχαροπλαστικής θα αναφέρω, ούτε θα συζητήσω τις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα, αν και στα σχόλιά σας, όπως πάντα, είστε ελεύθεροι να στρέψετε τη συζήτηση όπου βαστάει η καρδιά σας.

Κι έτσι, ενώ θα ήταν καλό να ξεκινήσουμε τη βδομάδα με ένα γλυκάκι, το άρθρο δεν θα εστιαστεί στα είδη πάστας που υπάρχουν αλλά στη λέξη πάστα, με τις τουλάχιστον τρεις σημασίες που έχει -ή μάλλον τέσσερις.

Γιατί βεβαίως, όταν λέμε «έφαγα μια πάστα» το μυαλό μας πάει στο ζαχαροπλαστείο, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, φαγώσιμες αλλά όχι γλυκές, ή και όχι φαγώσιμες ή και μεταφορικές.

Έχουμε καταρχάς την πάστα του ζαχαροπλαστείου, με την οποία ξεκινήσαμε, το ατομικό γλύκισμα μικρού σχετικά μεγέθους (αν και τώρα έχουν βγει και… υποατομικά, τα παστάκια). Αυτή είναι μάλλον η πρώτη σημασία που μάθαμε οι περισσότεροι.

Όμως πάστα είναι επίσης γενική ονομασία για τα ζυμαρικά -και με τη διάδοση που έχουν πάρει τις τελευταίες δεκαετίες οι έθνικ κουζίνες αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για διαφοροποίηση, πλάι στις πιτσαρίες έχουν εμφανιστεί και παστερίες, που η ραχοκοκαλιά του μενού τους είναι τα μακαρόνια (κάποια μαγαζιά, αλλά πολύ λιγότερα, αποκαλούνται «μακαρονάδικα»). Έτσι, όλο και περισσότερο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «πάστα» και με τη σημασία των ζυμαρικών, πολύ περισσότερο που έτσι τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται και στα παγκοσμίως κυρίαρχα αγγλικά (τα οποία εν προκειμένω δεν έχουν κόμπλεξ να δανειστούν λέξεις από άλλες γλώσσες, και μάλιστα ασυμμόρφωτες όπως εδώ).

Δεύτερη πάστα λοιπόν, αν και, υποθέτω ότι σύγχυση δεν υπάρχει, διότι όταν αναφερόμαστε στο γλύκισμα θα πούμε «έφαγα μια πάστα», «πήγαμε να αγοράσουμε πάστες«, ενώ για τα ζυμαρικά θα πούμε «μου αρέσει η πάστα» μάλλον και όχι «οι πάστες», αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τη λέξη -σε μένα δεν έχει τύχει, λέω «μακαρόνια» ή «ζυμαρικά», αλλά εγώ είμαι πια γέρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Κολοκύθια με ρίγανη ή κολοκύθια με τη ρίγανη;

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2021

Δεν θα συζητήσουμε συνταγές φαγητών στο σημερινό μας άρθρο, ούτε σκοπεύω να επαναλάβω το παλιότερο άρθρο μας για τα φρασεολογικά του κολοκυθιού.

Το δίλημμα του τίτλου μού το έθεσε με μέιλ φίλη του ιστολογίου, που συχνά με τροφοδοτεί με ερωτήματα. Αν κατάλαβα καλά, συζητήθηκε κάπου στο Φέισμπουκ -αλλά δεν χάνουμε τίποτα να το συζητήσουμε και εδώ με ένα σύντομο αρθράκι.

Το ερώτημα βέβαια δεν αφορά ειδικώς τα κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) -αυτά στάθηκαν η αφορμή. Αλλά ας αρχίσουμε από αυτά.

Κολοκύθια με τη ρίγανη (ή με ρίγανη) είναι βεβαίως όνομα φαγητού, και στο Διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε συνταγές πώς να τα μαγειρέψετε (παράδειγμα).

Όμως, «κολοκύθια με τη ρίγανη» είναι και παροιμιακή φράση, που τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε ανόητα ή αβάσιμα ή ανάξια λόγου τα λεγόμενα κάποιου -και μάλιστα υπάρχουν πολλές παραλλαγές, περίπου ή εντελώς συνώνυμες:

* κολοκύθια με τη ρίγανη!

* κολοκύθια στο πάτερο!

* κολοκύθια τούμπανα!

* κολοκύθια νερόβραστα!

* ή και σκέτο: κολοκύθια!

Φαίνεται ότι τα κολοκύθια απέκτησαν τη σημασία των ανόητων λόγων επειδή οι περισσότεροι τα βρίσκουν άνοστα, ακόμα κι αν τα αρτύσουμε με ρίγανη.

Οι εκφράσεις είναι παλιές. Στη δίκη του το 1834, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είπε προς τον εισαγγελέα Μάσον «Αυτά τα κολοκύθια με τη ρίγανη φύλαξέ τα να τα ειπείς σε άλλους, όχι στον Κολοκοτρώνη». Η έκφραση φυσικά προϋπήρχε, ενώ να σημειώσουμε ότι και στα βλάχικα υπάρχει η έκφραση «κουρκουμπιάτι χιάρτι», κατά λέξη «κολοκύθια βραστά» για τα ανόητα λόγια.

Όμως, σήμερα δεν εξετάζουμε ειδικώς αυτή τη φράση.

Το ερώτημα που θέτει η φίλη μου είναι γιατί λέμε, οι περισσότεροι, «κολοκύθια με τη ρίγανη» ενώ λέμε «πατάτες με αυγά», «μακαρόνια με κιμά», «χοιρινό με σέλινο» κτλ. Δηλαδή, για ποιο λόγο στη μια περίπτωση βάζουμε το οριστικό άρθρο («τη ρίγανη») και στις άλλες δεν το βάζουμε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαστρονομία, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά συμπόσια, Ντοπιολαλιές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 185 Σχόλια »

Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα αγγούρια, ξανά

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2021

Δεν προλάβαινα να γράψω καινούργιο άρθρο, οπότε κατέφυγα στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης ενός παλιότερου. Πόσο παλιότερου; Πολύ. Δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από 11 χρόνια (παρά 4 μέρες), στις 16 Μαρτίου 2010 -ένα μήνα πριν από το διάγγελμα ΓΑΠ από το Καστελόριζο, παναπεί πριν από αιώνες. Οπότε, πολλοί δεν θα το έχετε διαβάσει -κι άλλοι δεν θα το θυμάστε. Μήτε εγώ το καλοθυμόμουν.

Οπότε το άρθρο ΔΕΝ είναι επίκαιρο. Δεν γράφτηκε για να συμβουλεψει την κυβέρνηση τι να κάνει μπροστά στις συνδυασμένες δυσκολίες της πανδημίας που παίρνει τα πάνω και της οικονομίας που καταβαραθρώνεται. Άλλωστε δεν έχει ανάγκη από συμβουλές η κυβέρνηση διότι έχει βρει την πανάκεια: αστυνομικοί κι άλλοι αστυνομικοί και πάλι αστυνομικοί -και ξύλο, ξύλο, ξύλο.

Ο τίτλος του άρθρου είναι βέβαια υπερβολικός. Δεν φιλοδοξώ να γράψω όλα όσα θέλετε να μάθετε για τα αγγούρια και δεν τολμούσατε ποτέ να ρωτήσετε, γιατί δεν τα ξέρω ούτε εγώ. Μερικά γλωσσικά -ετυμολογικά και φρασεολογικά θα δούμε –του αγγουριού.

Το αγγούρι είναι καρπός που εμφανίστηκε στην Ινδία. Στα αρχαία ελληνικά λεγόταν σικυός ή σίκυος, αλλά τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούσαν επίσης για τα κολοκύθια, που άλλωστε είναι φυτό της ίδιας οικογένειας· από εκεί πήρε το όνομά της και η Σικυών, το σημερινό Κιάτο (περίπου), αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν τόπος παραγωγής αγγουριών ή κολοκυθιών. Στα λατινικά λέγεται cucumis, και το επιστημονικό όνομα του αγγουριού είναι cucumis sativus. Η ελληνική λέξη πιθανώς είναι δάνειο, ίσως από κάποια ανατολίτικη γλώσσα, ενώ ο Ησύχιος έχει μια γλώσσα «κύκυον· τον σικυόν», αρκετή για να μας βάλει σε υποψίες μήπως η λατινική είναι δάνειο από την ελληνική ή και το αντίστροφο.

Εμείς όμως σήμερα, το λέμε αγγούρι. Και όχι μόνο σήμερα, αλλά αρκετά παλιά, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα· το βρίσκω στον ψευδο-Ιπποκράτη, που δεν τον χρονολογεί το TLG, αλλά περίπου τότε πρέπει να χρονολογείται: οἱ δὲ σίκυοι ἤγουν τὰ ἀγγούρια τὰ ἥμερα διουρητικά εἰσι. Έτσι που το γράφει, συμπεραίνουμε ότι τα αγγούρια ήταν, από τότε, η λαϊκή λέξη.

Κατά το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, είναι δάνειο από το αραβικό agur, που συνέπεσε φωνητικά με το μεσαιωνικό άγγουρος (= άγουρος). Στο γενικό λεξικό του Μπαμπινιώτη θα βρείτε ότι δίνεται σαν ετυμολογία η προέλευση από το άγγουρος και «κατ’ άλλη άποψη προέρχεται από το αραβικό agur». Προφανώς χρειάζεται να συντονιστούν τα δύο λεξικά. Στο ΛΚΝ, ο Πετρούνιας δίνει την αραβική ετυμολογία. Θα μπορούσε όμως να είναι και δάνειο από τα πέρσικα (angarah).

Στα γαλλικά το αγγούρι το λένε concombre, στα αγγλικά cucumber, στα ισπανικά cogombro, όλες αυτές οι λέξεις προέρχονται προφανώς από το λατινικό cucumis. Στα γερμανικά όμως το αγγούρι είναι gurke, το οποίο, θα αισθανθείτε περήφανοι αν το μάθετε, έχει ελληνική αρχή. Όμως δεν πήγε απευθείας η ελληνική λέξη στη γερμανική γλώσσα, αλλά… μέσω Πολωνίας. Δηλαδή, το βυζαντινό αγγούριν πέρασε σε ορισμένες σλάβικες γλώσσες (ogurec στα ρώσικα, okurka στα τσέχικα, ogórek στα πολωνικά) και από εκεί στα γερμανικά. Η γερμανική λέξη περνάει και στα ολλανδικά, και στα αγγλικά όπου gherkin λέγεται όχι το κανονικό αγγούρι (αυτό, είπαμε, είναι cucumber), αλλά το μικρό το αγγουράκι που το κάνουμε τουρσί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 150 Σχόλια »