Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικοί μύθοι’ Category

Το πιρούνι και πώς γράφεται

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2019

Χτες έπιασα μια συζήτηση στο Φέισμπουκ με αφορμή ένα κείμενο που είχε αναδημοσιευτεί από γνωστόν γνωστού, μια παραλλαγή του Λερναίου με τον ποιητικό τίτλο «Τι σημαίνει η ελληνική γλώσσα λίγοι από εμάς το γνωρίζουν«.

Το κείμενο αυτό το βλέπω να κυκλοφορεί εδώ και χρόνια στο ελληνόφωνο Διαδίκτυο, κι όλο λέω να επιχειρήσω να το ανασκευασω αλλά μετά παραιτούμαι. Είναι τόσο μεγάλο και αγγίζει τόσα πολλά διαφορετικά θέματα, που αν ήθελε κανείς να το ανασκευάσει καταλεπτώς θα ήθελε ολόκληρο βιβλίο. Βλέπετε, ο νόμος του Μπραντολίνι λέει πως η ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται για να καταρριφθεί μια σαχλαμάρα είναι μια τάξη μεγέθους μεγαλύτερη από την ποσότητα που χρειάζεται για να παραχθεί η σαχλαμάρα -ή, κατά την κρητική παροιμία που μ’αρέσει να επαναλαμβάνω, «Ρίχνει ο κουζουλός μια πέτρα στο πηγάδι και σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν».

Οπότε, δεν έχω μέχρι σήμερα βρει το κουράγιο να αναμετρηθώ κατά μέτωπο με τον Γολιάθ των λερναίων μεταλλάξεων και ούτε θα το επιχειρήσω σε τούτο το άρθρο. Θα πιάσω ένα μόνο σημείο του, που έτυχε και συζητήθηκε χτες, όταν ένας υποστηρικτής του κειμένου με προ(σ)κάλεσε να βρω ένα (1) λάθος σε αυτό.

Του λέω λοιπόν ότι στο απόσπασμα αυτό υπάρχει λάθος στην ετυμολογία που προτείνεται.

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.

Το πιρούνι δεν είναι καθόλου προφανές ότι προέρχεται απευθείας από το ρήμα «πείρω» που (όντως) σημαίνει «τρυπώ, διαπερνώ». Κανένα ετυμολογικό λεξικό δεν δέχεται την εξήγηση αυτή και για το λόγο αυτό άλλωστε η γραφή «πειρούνι» που προτείνεται στο άρθρο είναι πολύ σπάνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λερναίο κείμενο, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 182 Σχόλια »

Αποδομώντας τη μυθολογία της γλώσσας (κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου)

Posted by sarant στο 21 Αύγουστος, 2019

Την Κυριακή που μας πέρασε δημοσιεύτηκε στην Αυγή μια κριτική της φίλης γλωσσολόγου Μαριάννας Κατσογιάννου για το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα«. 

Θα αναδημοσιεύσω εδώ την κριτική της -και επειδή η Μαριάννα κάνει λόγο για ένα συγκεκριμένο κεφάλαιο του βιβλίου παίρνω την ευκαιρία να αναδημοσιεύσω και το κεφάλαιο αυτό από το βιβλίο μου, μια και στο ιστολόγιο δεν έχω ακόμα παρουσιάσει κανένα απόσπασμά του. Αν ψάξετε, μπορείτε να βρείτε ένα αρκετά παλιό άρθρο του ιστολογίου που χρησίμευσε ως βάση ή μάλλον ως έναυσμα για το κεφάλαιο.

Χωρίς άλλες εισαγωγές, η κριτική της Μαριάννας Κατσογιάννου:

Ο μπλόγκερ Νίκος Σαραντάκος δεν χρειάζεται συστάσεις. Το καινούργιο του βιβλίο, Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη από τις Εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστήμιου, έχει ήδη σπάσει τα ταμεία -κάτι αναμενόμενο, αν σκεφτεί κανείς ότι τα θέματα που θίγει απασχολούν το ευρύ κοινό εδώ και πολλές δεκαετίες, χωρίς ποτέ να πάψουν να είναι επίκαιρα: τι έγινε άραγε σ’ εκείνη την περίφημη ψηφοφορία όπου τα ελληνικά, για μία μόνο ψήφο, έχασαν την ευκαιρία να γίνουν η επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ; Πώς ανακάλυψε ο Μπιλ Γκέιτς ότι η γλώσσα των υπολογιστών είναι τα αρχαία ελληνικά και βρέθηκε στην κορυφή της λίστας με τους πιο πλούσιους ανθρώπους του κόσμου; Ποιες είναι οι σκοτεινές δυνάμεις που προσπαθούν να καταστρέψουν την ελληνική γλώσσα και ποια μέσα χρησιμοποιούν; Είναι δυνατόν σήμερα τα πρόβατα να μη βελάζουν πια όπως στην αρχαία Αθήνα;

Αντίθετα από τον μπλόγκερ, ίσως χρειάζεται να πούμε δυο λόγια για τον φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο, γιατί αυτή του η ιδιότητα δεν είναι εξίσου γνωστή. Ο ίδιος είναι αρκετά σεμνός για να δηλώνει «απλός ερασιτέχνης μελετητής της γλώσσας», χωρίς να αναφέρει ότι, ανάμεσα στα άλλα, έχει και πτυχίο φιλολογίας από το Αγγλικό Τμήμα του ΕΚΠΑ, γεγονός που του δίνει και τυπικά το δικαίωμα να ασχολείται ενεργά με τους σύγχρονους αστικούς και εθνικούς μύθους που αφορούν τη γλώσσα. Σε συνδυασμό με την πολύχρονη εμπειρία του στις κάθε είδους γλωσσικές αναζητήσεις, η φιλολογική κατάρτιση αποτελεί το μεθοδολογικό εργαλείο που επιτρέπει στον Νίκο Σαραντάκο να ξεχωρίζει την αλήθεια μέσα σε ένα κυκεώνα συχνά αφελών, αλλά συχνότερα προπαγανδιστικών, μύθων και να μας την προσφέρει με τον τρόπο, χαλαρό και διασκεδαστικό, του μπλόγκερ, αλλά πάντα με σεβασμό στα πορίσματα της επιστήμης.

Η αξία του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στην ανασκευή των μύθων αλλά και στον τρόπο μελέτης της κατασκευής τους: είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε πώς δημιουργούνται ορισμένες αντιλήψεις, ποιος είναι ο πραγματικός κίνδυνος και ποια είναι η επίπλαστη απειλή που απευθύνεται στο φαντασιακό μας, στον υποσυνείδητο εκείνο κριτή που μας επιβάλλει τρόπους σκέψης και δράσης παρακάμπτοντας τη φωνή της λογικής. Για παράδειγμα, στο κεφάλαιο 22, με τίτλο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;», εκτός από το ποια είναι η πραγματική και ποια η παρετυμολογική ιστορία της λέξης κεφτές, μαθαίνουμε και μερικά πιο σημαντικά πράγματα: πρώτον, πώς οι γλώσσες δανείζονται λέξεις από άλλες γλώσσες πριν τελικά τις υιοθετήσουν («αν σήμερα η αγγλική́ γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό́ το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική́ της διαδρομή́, από́ όλες τις γλώσσες του κόσμου» γράφει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας στη σ. 76) και, δεύτερον, ποια είναι η στάση της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο του δανεισμού γενικά και στα δάνεια που μας έρχονται από την τουρκική ειδικότερα. Και ασφαλώς, όπως επιβάλλουν οι αρχές της επιστημονικής έρευνας, το βιβλίο συνοδεύεται από μία βασική βιβλιογραφία, για να μπορεί ο καθένας να ελέγξει ή να μελετήσει σε βάθος τις πηγές κάθε πληροφορίας. Για πιο εύκολη πρόσβαση, σε αρκετά σημεία βρίσκουμε διαδικτυακές παραπομπές, αλλά και βιβλιογραφικές προτάσεις κατάλληλες γι’ αυτούς που θέλουν να εμβαθύνουν σε συγκεκριμένα θέματα, π.χ. στην προφορά των αρχαίων ελληνικών.

Το μόνο μειονέκτημα που θα εύρισκα στο Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα είναι ο περιορισμός του μεγέθους, που δυστυχώς προκύπτει από την αρχή δημιουργίας της σειράς: ο γενικός τίτλος είναι 96 plus (με το 96 να σημαίνει τον αριθμό των σελίδων), σύμφωνα με το πρότυπο της παλιάς, αλλά αξεπέραστης γαλλικής σειράς Que sais-je του οίκου PUF (Presses universitaires de France). Στόχος είναι η εκλαϊκευμένη παρουσίαση μίας πολύ μεγάλης ποικιλίας θεμάτων με τρόπο απλό, κατανοητό και, κυρίως, έγκυρο. Αλλά η γραφή του Νίκου Σαραντάκου είναι τόσο ζωντανή, τόσο στρωτή και αβίαστη, που ο αναγνώστης δυσκολεύεται όχι να διαβάσει το βιβλίο αλλά να το αφήσει από τα χέρια του: όταν τελειώνουν οι 96 σελίδες το μόνο που θέλουμε είναι να διαβάσουμε μερικές ακόμα.

Όταν κανείς γράφει μία τέτοια κριτική είναι έτοιμος να δεχτεί και τον αντίλογο. Σίγουρα θα βρεθούν οι καλοθελητές που θα σκεφτούν ότι ο ενθουσιασμός μου μπορεί να οφείλεται στη γνωριμία μου με το συγγραφέα ή στη σχέση μου με τον εκδοτικό οίκο, όπου θα κυκλοφορήσει το βιβλίο που γράφω με τη συνάδελφο Άννα Βακαλοπούλου. Θα τους απογοητεύσω όμως, η αλήθεια είναι πιο πικρή: αποφάσισα να εντάξω το Μύθοι και πλάνες για την ελληνική́ γλώσσα στη βιβλιογραφία του μαθήματος περί γλωσσικής μυθολογίας που διδάσκω στο Πανεπιστήμιο. Γιατί, ναι, η θεματολογία του αφορά το σύνολο των μορφωμένων ανθρώπων και, ναι, εκεί στην Κύπρο διδάσκουμε και μαθήματα γενικής κουλτούρας, έξω από τα κύρια αντικείμενα που σπουδάζουν οι φοιτητές μας, για να τους βοηθήσουμε να απαλλαγούν από ορισμένες διαδεδομένες προκαταλήψεις και να αναπτύξουν κριτική σκέψη. Η εκτίμησή μου για τον μπλόγκερ φιλόλογο Νίκο Σαραντάκο προκύπτει, ανάμεσα σε άλλα, από τη βοήθεια που μας δίνει στη μάχη αυτή και το βιβλίο που μόλις εκδόθηκε έχει ήδη βρει τη θέση του στο οπλοστάσιό μας.

Η Μαριάννα Κατσογιάννου είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Και στη συνέχεια το κεφάλαιο «Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;» από το βιβλίο «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα». Χρησιμοποιώ το δικό μου κείμενο οπότε μπορεί να υπάρχουν κάποιες (αμελητέες) διαφορές από το τυπωμένο.

(Φυσικά, αν έγραφα στο ιστολόγιο, το άρθρο θα είχε ίσως και τριπλάσια έκταση. Όμως στο βιβλίο δεν έπρεπε να ξεπεραστούν οι 96 σελίδες οπότε το κείμενο αναγκαστικά είναι πολύ πιο συνοπτικό).

Οι κεφτέδες είναι ελληνικοί;

Μεγάλο μέρος του λεξιλογίου της νέας ελληνικής απαρτίζεται από δάνεια. Πολλοί θεωρούν ότι το να δανείζεται μια γλώσσα είναι δείγμα αδυναμίας ή ότι τα δάνεια συνιστούν «παραφθορά και διαφθορά» της γλώσσας ή «γλωσσική υποδούλωση». (1)

Ωστόσο, όλες οι γλώσσες δανείζονται. Η αρχαία ελληνική, τον καιρό της ακμής της, δεν δίσταζε να δανείζεται λέξεις όπως «αρραβών», «χιτών», «σινδών» (σημιτικά δάνεια) ή «αγγαρεία», «παράδεισος», «παρασάγγης» (περσικά δάνεια). Στα βυζαντινά χρόνια, τα λατινικά δάνεια ήταν πάμπολλα, όπως μαρτυράει μια τυχαία σύντομη φράση από κείμενο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου (από το Περί της βασιλείου τάξεως): «τῷ δὲ δομεστίκῳ τῶν ἐξσκουβίτων ὑποτέτακται εἴδη ἀξιωμάτων θʹ, οἷον τοποτηρηταί, χαρτουλάριοι, σκρίβονες, πρωτομανδάτορες, δρακονάριοι, σκευοφόροι, σιγνοφόροι, σινάτορες καὶ μανδάτορες» (με πλάγιους χαρακτήρες οι λέξεις που είναι λατινικά δάνεια ή αντιδάνεια, εξ ολοκλήρου ή κατά το ήμισυ). Κι αν σήμερα η αγγλική γλώσσα έχει το πλουσιότερο λεξιλόγιο, αυτό το οφείλει στο ότι δεν έπαψε να δανείζεται αφειδώς σε όλη την ιστορική της διαδρομή, από όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Σε γενικές γραμμές, σήμερα λίγοι ενοχλούνται από τα ιταλικά, τα λατινικά ή τα γαλλικά δάνεια. Κάπως περισσότεροι δυσφορούν με τη συρροή αγγλικών λέξεων, ιδίως νεολογισμών. Ωστόσο, οποτεδήποτε γίνει λόγος για τα τουρκικά δάνεια της ελληνικής γλώσσας, π.χ. με την ανάρτηση καταλόγου δάνειων λέξεων, είναι παρατηρημένο πως εκφράζονται έντονες αντιδράσεις από πολλούς σχολιαστές και ότι πολλοί επιχειρούν να αρνηθούν πως οι λέξεις αυτές έχουν τουρκική προέλευση. Κάποιοι επισημαίνουν ότι η απώτερη προέλευση των λέξεων δεν είναι τουρκική αλλά αραβική ή περσική, το οποίο πολλές φορές είναι ακριβές, αν και η γλωσσολογία συνήθως εξετάζει την άμεση και όχι την απώτερη προέλευση του δανείου.

Ωστόσο, οι περισσότεροι επιχειρούν να βρουν κάποια ελληνική απώτερη ετυμολογία της τουρκικής λέξης, θέλοντας με αυτόν τον τρόπο να αποκαταστήσουν την καθαρότητα της γλώσσας μας. Και ενώ πράγματι υπάρχουν κάποια ελληνοτουρκικά αντιδάνεια (2), είναι γεγονός αναντίρρητο πως τα περισσότερα τουρκικά δάνεια της ελληνικής δεν είναι αντιδάνεια, δηλαδή δεν έχουν απώτερη ελληνική αρχή.

Το 1975 ο λόγιος Γιάκωβος Διζικιρίκης, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη, εξέδωσε το βιβλίο Να ξετουρκέψουμε τη γλώσσα μας, στο οποίο παραθέτει προτάσεις, εντελώς ουτοπικές αλλά όχι χωρίς εξυπνάδα και γλωσσολογική συγκρότηση, για τον «εξελληνισμό» των τουρκικών δανείων της ελληνικής. Για παράδειγμα, προτείνει τους κεφτέδες να τους πούμε «λιανιστούδια» αφού παρασκευάζονται από λιανιστό κρέας.

Οι σημερινοί τουρκοφάγοι του Διαδικτύου, πάντως, απλώς βαφτίζουν ελληνικές τις τουρκογενείς λέξεις, εφαρμόζοντας δημιουργική εθνωφελή «ετυμολογία». Έτσι, παράγουν τον αγά από το «άγω», το κέφι από την «κεφαλή», τον μουσαφίρη από το «μέσα φέρω», τα ζαμάνια από το «ζα» (ένδειξη πληθώρας) και «μανός» (αραιός), το σιχτίρ από το… «σε οικτίρω» και άλλα ευφάνταστα. Η Α. Τζιροπούλου υιοθετεί την άποψη ότι το χατίρι ετυμολογείται από το… «ήτορ», ενώ ένας φιλόλογος βρήκε ελληνική ετυμολογία για το μεράκι από το «ίμερος», που έδωσε τάχα το υποκοριστικό «ιμεράκιον».

Δεν είναι βέβαια εφικτό να ανασκευάσει κανείς όλες αυτές τις ευφάνταστες ετυμολογίες, οπότε θα περιοριστούμε να ανασκευάσουμε μία μόνο τέτοια ελληνοπρεπή ετυμολόγηση, καθώς η λογική της ανασκευής ισχύει και για πολλές άλλες περιπτώσεις.

Σύμφωνα με όλα τα λεξικά, η λέξη «κεφτές» είναι δάνειο από τα τουρκικά, köfte. Ωστόσο, μια ευρέως διαδεδομένη άποψη θέλει τη λέξη να είναι ακραιφνώς ελληνική. Το είχε υποστηρίξει και ο εθνικός μας μάγειρας Ηλίας Μαμαλάκης σε μια εκπομπή του, ότι οι κεφτέδες είναι το βυζαντινό «σύγκοπτον», ενώ άλλοι προτείνουν ως αρχή το ελληνικό «κοπτόν».

Καταρχάς, δεν υπάρχουν στα σώματα κειμένων της αρχαίας και μεσαιωνικής γραμματείας αυτές οι λέξεις με τη σημασία αυτή. Υπάρχουν τύποι όπως «κοπτόν», αλλά αναφέρονται σε φαρμακευτικά παρασκευάσματα.

Θα μπορούσε, βέβαια, η λέξη να υπήρξε και να μην έχει καταγραφεί. Αυτό δεν μπορούμε να το αποκλείσουμε. Όμως, το πρόβλημα είναι ότι η τουρκική λέξη προέρχεται από τα περσικά και στα περσικά το kufteh έχει πειστική ετυμολόγηση εσωτερική στην περσική γλώσσα (δηλαδή, εξηγείται ικανοποιητικά χωρίς ανάγκη δανεισμού από άλλη γλώσσα). Όπως λένε τα λεξικά, στα περσικά το ρήμα کوفتن (kuftan) σημαίνει «κοπανάω» ή «αλέθω». Κρέας δηλαδή κοπανιστό ή αλεσμένο. Έπειτα, αν δούμε γεωγραφικά την εξάπλωση των ομόρριζων λέξεων, βλέπουμε ότι εδέσματα παρόμοια με τους κεφτέδες και που ονομάζονται «κάπως» σαν τους κεφτέδες υπάρχουν από τις βαλκανικές χώρες μέχρι πέρα από την Ινδία: ćufta στα σέρβικα και κροάτικα, kyufta στα αρμένικα, kufta στο Μπαγκλαντές, kοfta στο Πακιστάν. Θέλω να πω, και γεωγραφικά να το δούμε, η περσική αρχή φαίνεται πολύ λογικότερη.

Για όλους αυτούς τους λόγους, δεν υπάρχει σήμερα κανένα σοβαρό λεξικό, κανείς σοβαρός μελετητής που να δέχεται καταγωγή της λ. «κεφτές» από το (ανύπαρκτο) «σύγκοπτον» ή από το «κοπτόν».

Όσο για τις άλλες πορτοκάλειες ετυμολογήσεις, δεν μας παίρνει ο χώρος για να τις ανασκευάσουμε εδώ. Παραπέμπουμε τον αναγνώστη σε ένα καλό ετυμολογικό λεξικό (το Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη είναι το καλύτερο) ή ακόμα και στις συνοπτικές ετυμολογικές πληροφορίες του Λεξικού της Κοινής Νεοελληνικής το οποίο είναι διαθέσιμο δωρεάν στον ιστότοπο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας (βλ. bit.do/lkn-tr).

Ως προς το γενικότερο πρόβλημα της στάσης απέναντι στα δάνεια, όσοι έχουν ειδικό ενδιαφέρον αξίζει να κοιτάξουν τη νεανική μελέτη του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Ξενηλασία ή ισοτέλεια; Μελέτη περί των ξένων λέξεων της νέας ελληνικής (1905), στον πρώτο τόμο των Απάντων του, διαθέσιμη στο διαδίκτυο (βλ. bit.do/tr-xen).

(1) Για το φαινόμενο του δανεισμού και τα σχετικά ιδεολογήματα, βλ.: Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, «Ιδεολογήματα και δανεισμός», στο Γ. Χάρης, Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα, ό.π., σ. 63.

(2) Για παράδειγμα, το τεφτέρι (< τουρκ. tefter, που ανάγεται στη «διφθέρα») ή το μπαρούτι (< τουρκ. barut, που ανάγεται στη λέξη «πυρίτις»).

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 115 Σχόλια »

Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα – μόλις κυκλοφόρησε!

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2019

Μόλις κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις του Ελληνικού Ανοιχτού Πανεπιστημίου, το βιβλίο μου «Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα».

Το βιβλίο είναι το πρώτο μιας νέας σειράς που εγκαινίασε το ΕΑΠ, με τον γενικό τίτλο 96plus. Ο τίτλος εξηγείται από τον αριθμό των σελίδων των βιβλίων αυτών, που θα είναι, το καταλάβατε, περίπου 96.

Το ομοιόμορφο σχήμα και ο μικρός αριθμός σελίδων ίσως σάς θυμίσουν τη γνωστή (παλιά) γαλλική σειρά Que sais-je.

Ο εκδοτικός οίκος γράφει για τη σειρά αυτή:

H σειρά 96 PLUS των εκδόσεων ΕΑΠ απαρτίζεται από ευσύνοπτα, χρηστικά, έγκυρα αλλά και ζωντανά βιβλία 96 περίπου σελίδων, για θέματα και προβλήματα της εποχής μας. Φιλοδοξεί να αποτελέσει μια έγκυρη και τεκμηριωμένη παρέμβαση σε ζητήματα αιχμής (χωρίς να εξαντλείται σε αυτά), απευθυνόμενη σε κάθε ανήσυχο και σκεπτόμενο αναγνώστη και αναγνώστρια. Με λίγα λόγια, απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο που έχει όρεξη να διαβάσει, κι έχει αγωνίες και ερωτήματα. Έτσι, επιθυμεί να καλύψει μια ευρεία γκάμα θεμάτων, από την τρέχουσα οικονομική κρίση, τη μετανάστευση και το προσφυγικό, το διαδίκτυο και τις δυνατότητές του, μέχρι τη σύγχρονη ευρωπαϊκή και ελληνική ιστορία, την εφαρμοσμένη ψυχολογία, την πολιτισμική κληρονομιά, τη λογοτεχνία και την τέχνη.

Το βιβλίο που έγραψα έχει την τιμή να είναι το πρώτο της σειράς, αλλά τις αμέσως επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν και άλλα, που θα παρουσιαστούν όλα μαζί στις αρχές Ιουνίου -και, κακούργα ξενιτειά, δεν θα μπορέσω να παρευρεθώ στην παρουσίαση. Ταυτόχρονα, θα παρουσιαστούν και άλλες νέες εκδόσεις του ΕΑΠ, που δεν ανήκουν στη σειρά 96, αλλά που είναι πολύ ενδιαφέρουσες, ανάμεσά τους κι ένα βιβλίο του αείμνηστου Σπύρου Ασδραχά. Πρόκειται, αν έχω καταλάβει καλά, για τις πρώτες εκδόσεις του ΕΑΠ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 156 Σχόλια »

Όταν ο απερχόμενος πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών πλασάρει γλωσσικούς μύθους

Posted by sarant στο 25 Ιανουαρίου, 2019

Πριν από μερικές μέρες, στην καθιερωμένη εκδήλωση της Ακαδημίας Αθηνών, ο απερχόμενος Πρόεδρος κ. Αντώνης Κουνάδης, παραδίδοντας την (ετήσια) προεδρία στον νέο πρόεδρο κ. Στέφ. Ήμελλο, έδωσε διάλεξη, όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιστάσεις στην Ακαδημία Αθηνών.

Για όσους δεν τον γνωρίζουν, ο κ. Αντώνης Κουνάδης, γεννημένος το 1937, ήταν στα νιάτα του δισκοβόλος και μάλιστα πολύ καλός· είχε πάρει χρυσά μετάλλια σε πανελλήνιους και βαλκανικούς αγώνες και για μια περίοδο είχε την πέμπτη επίδοση στον κόσμο. Διετέλεσε και πρόεδρος του ΣΕΓΑΣ επί δικτατορίας, από τον Φεβρουάριο του 1973 έως το 1974. Αργότερα έγινε καθηγητής στη σχολή Πολιτικών Μηχανικών του ΕΜΠ και μετά ακαδημαϊκός, από το 1999, στην τάξη των Θετικών Επιστημών (Εφηρμοσμένων Θετικών Επιστημών: Στατικής- Δυναμικής, Ανάλυσης- Έρευνας των Τεχνικών Κατασκευών). Αναμφισβήτητα πλούσια και ζηλευτή σταδιοδρομία.

Ωστόσο, το θεμα της διάλεξης του κ. Κουνάδη δεν ήταν κάποιο περίπλοκο και προχωρημένο θέμα των επιστημών του πολιτικού μηχανικού, ας πούμε για τις γέφυρες που (αν δεν σφάλλω) αποτελούσαν τον τομέα ειδικότητας του. Κατά περίεργο τρόπο, αυτός ο κορυφαίος πολιτικός μηχανικός, στην πιο επίσημη διάλεξη της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, επέλεξε να μιλήσει με θέμα: «Η καταγωγή της ελληνικής γλώσσης, προφορικής και γραπτής.»

Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που ο κ. Κουνάδης έχει μιλήσει, σε επίσημες εκδηλώσεις της Ακαδημίας, για θέματα γλώσσας. Προσωπικά, θυμάμαι 5 ή 6 τέτοιες διαλέξεις του -και το αστείο είναι πως τα κείμενα των διαλέξεων αυτών, όταν δημοσιεύονται στους τόμους με τα πεπραγμένα της Ακαδημίας, δημοσιεύονται στον τόμο των Θετικών Επιστημών, αφού εκεί ανήκει ο κ. Κουνάδης!

Με τη γλώσσα, βλέπετε, συμβαίνει αυτό το παράδοξο: θεωρείται ευρέως ότι, επειδή όλοι τη μιλάμε, όλοι είμαστε ειδικοί. Αν εγώ βγω και κάνω διάλεξη περί νανοτεχνολογίας ή κβαντομηχανικής, θα με πάρουν -και δικαίως- με τις πέτρες, όμως ο κάθε μηχανικός, ψυχίατρος, μουσικοσυνθέτης, δημοσιογράφος ή ταξιτζής θεωρεί πως έχει το ελεύθερο να ξεστομίζει θέσφατα για τον πλούτο της Τρισχιλιετούς όπου και όπως τού καπνίσει.

Αλλά από συζητήσεις μέσα στο ταξί ή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν υπάρχουν μεγάλες απαιτήσεις επιστημοσύνης. Με έναν ακαδημαϊκό όμως το θέμα σοβαρεύει. Αν μη τι άλλο, διακυβεύεται το κύρος της Ακαδημίας.

Και το κακό είναι ότι στις γλωσσικές ομιλίες του ο κ. Κουνάδης προβάλλει απόψεις εντελώς αντιεπιστημονικές, που προσβάλλουν βάναυσα τις αρχές της γλωσσολογίας. Κάποτε είχε ισχυριστεί ότι η ελληνική γλώσσα έχει 5.000.000 λέξεις και 90.000.000 λεκτικούς τύπους. Είχαμε τότε γράψει άρθρο και στη συνέχεια, αρκετοί φίλοι του ιστολογίου, είχαμε στείλει γράμμα στις εφημερίδες, για να διαμαρτυρηθούμε για τον εξωφρενικό ισχυρισμό.

Κι όταν αργότερα ο κ. Κουνάδης δημοσίευσε το ίδιο ή παρεμφερές κείμενο σε περιοδικό, ο αείμνηστος Δημήτρης Μαρωνίτης του αφιέρωσε δύο δηκτικότατες επιφυλλίδες και, το χειρότερο, ο ίδιος ο (μόνιμος, και όχι εκ περιτροπής) Γενικός Γραμματέας της Ακαδημίας, ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Πετράκος, έστειλε επιστολή στην εφημερίδα με την οποία ρητά αποδοκίμασε τις αντιεπιστημονικές απόψεις του κ. Κουνάδη: Αλλο ένας αναρμόδιος για τη γλώσσα Ακαδημαϊκός, άλλο η Ακαδημία, έγραψε ο κ. Πετράκος, που είναι αρχαιολόγος κλασικός φιλόλογος, για να καταλήξει: Ο κόπος του αδαούς δεν έχει καμιά αξία.

Κι έτσι, δεν είναι έκπληξη ότι και στην πρόσφατη ομιλία του ο κ. Αντώνης Κουνάδης υποστήριξε και πάλι θέσεις αντιεπιστημονικές. Μπορείτε να διαβάσετε εδώ το πλήρες κείμενο της ομιλίας του. Ας δούμε πώς αρχίζει:

Η προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η Ελληνική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαική οικογένεια γλωσσών, καθώς και η άποψη ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως απετέλεσαν αντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα εντόνων συζητήσεων και αμφισβητήσεων.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχουν «έντονες συζητήσεις και αμφισβητήσεις» ούτε για την ινδοευρωπαϊκή θεωρία ούτε για την φοινικική προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου. Και τα δύο είναι βασικές και θεμελιώδεις αρχές της γλωσσολογίας, τις οποίες δέχονται όλοι ανεξαιρέτως οι γλωσσολόγοι. Οι μόνοι που τις αμφισβητούν είναι διάφοροι ερασιτέχνες εθνικιστές «μελετητές» της γλώσσας που γράφουν σε περιθωριακά περιοδικά.

Είναι βέβαια θετικό ότι ο κ. Κουνάδης δεν ταυτίζεται απόλυτα με τους αγύρτες παραγλωσσολόγους, δηλαδή δεν αρνείται κατηγορηματικά την ινδοευρωπαϊκή θεωρία και τη φοινικική προέλευση του αλφαβήτου, όπως οι ελληνοβαρεμένοι των περιθωριακών περιοδικών. Δεν φτάνει ως εκεί αλλά προσπαθεί να θολώσει τα νερά, παραθέτοντας έναν αχταρμά από αλήθειες, μισές αλήθειες και ψέματα, ώστε να δημιουργήσει στον αναγνώστη ή τον ακροατή την εντύπωση πως πρόκειται για ένα αμφιλεγόμενο ζήτημα, ένα ζήτημα για το οποίο οι γνώμες των επιστημόνων διίστανται, επομένως είτε η άρνηση είτε η αποδοχή της φοινικικής προέλευσης ή της ΙΕ θεωρίας έχουν την ίδια βαρύτητα.

Προβληματιζόμουν αν θα σχολίαζα το, όχι πολύ καλογραμμένο πρέπει να πω, κείμενο του κ. Κουνάδη, όταν ο φίλος μας ο Άγγελος, σε σχόλιό του, μας πρόσφερε μια εκτενή κριτική του κειμένου -και με απάλλαξε από τον κόπο.

Οπότε, θα παραθέσω χωρίς δικά μου σχόλια την κριτική του Άγγελου και στη συνέχεια θα κλείσω επισημαίνοντας δύο ψεματάκια που εντόπισα τυχαία σε δύο επιμέρους σημεία της διάλεξης του κ. Κουνάδη.

Η κριτική του Άγγελου:

Τις απόψεις του Κουνάδη τις έχουμε επανειλημμένα αναφέρει και σχολιάσει εδώ, αλλά πρώτη φορά διάβασα ολόκληρη ανακοίνωση δική του. Και πρέπει να πω ότι έφριξα με την προχειρότητά της. Περισσότερο παρά άρθρο επιστήμονα, θυμίζει κάποια stream-of-consciousness σεντόνια που διαβάζουμε στο Διαδίκτυο.

Ήδη στην πρώτη φράση της Εισαγωγής διακηρύσσει ότι «η προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η Ελληνική γλώσσα ανήκει στην Ινδοευρωπαική οικογένεια γλωσσών, καθώς και η άποψη ότι το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως απετέλεσαν αντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα εντόνων συζητήσεων και αμφισβητήσεων», ενώ βεβαίως μόνον ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του τις αμφισβητούν. Αμέσως μετά σεμνύνεται ότι «εστηλίτευσ[ε] τις ολέθριες νομοθετικές παρεμβάσεις στη γλώσσα μας με τον ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό ως Εκπαιδευτικών Μεταρρυθμίσεων»! Αλλά τουλάχιστον μας υπόσχεται ότι θα χύσει «περισσότερο φως στα δύο αυτά περίπλοκα και σκοτεινά ακόμη θέματα βάσει και των νεοτέρων ευρημάτων και των εξελίξεων στην ανθρώπινη αρχαιογενετική (αDNA) και την πληθυσμιακή γενετική.» Και διαβάζουμε παρακάτω με ενδιαφέρον.

Αλίμονο, αμέσως μετά πάμε στον Κρατύλο, το (πανηγυρικώς λυμένο) ζήτημα αν οι λέξεις υπάρχουν «φύσει ή νόμω» και τον εντελώς αστήρικτο ισχυρισμό ότι «Η Ελληνική γλώσσα είναι κατ’ εξοχήν εννοιολογική ή νοηματική, δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ ονομάτων–λέξεων και της ετυμολογικής σημασίας τους», που (όχι ακριβώς έτσι) τον αποδίδει και στον Χάιζενμπεργκ. Θα είχα περιέργεια να δω τι ακριβώς είπε επ’αυτού ο μεγάλος φυσικός — ίσως μας το βρει κάποιος.

Και μπαίνουμε στο πρώτο μέρος της ανακοίνωσης, «Tο Ελληνικό αλφάβητο και τα φοινικικά σύμφωνα». Για την «υπάρχουσα» [sic: όχι ‘κρατούσα’!] άποψη περί της καταγωγής του Ελληνικού αλφαβήτου από τα «φοινικικά γράμματα», ο συγγραφέας σημειώνει «ότι την άποψη αυτή οι “Φοινικιστές” εστήριξαν κυρίως στη γνωστή ρήση του Ηροδότου» κλπ. — παραβλέποντας την καταφανή ομοιότητα των σχημάτων, των ονομάτων και της σειράς των γραμμάτων των δύο αλφαβήτων. Ως αντίβαρο, αναφέρει ότι ο Διόδωρος ο Σικελιώτης «διευκρινίζει ότι τα λεγόμενα «Φοινίκεια γράμματα» δεν είναι εφεύρεσις των Φοινίκων, αλλά διασκευή άλλων γραμμάτων, δηλαδή των Ελληνικών-Κρητικών.» Ο Διόδωρος βέβαια, που δεν εγνώριζε τα «Ελληνικά-Κρητικά» γράμματα (ποια είν’ αυτά άραγε; η Γραμμική Β’; η Γραμμική Α’;), δεν λέει τίποτε τέτοιο: στο παράθεμα που δίνει ο Κουνάδης, λέει ότι άλλοι λένε («φασί») πως οι Φοίνικες δεν εφηύραν εξαρχής τη γραφή τους, παρά μόνον άλλαξαν τα σχήματα των γραμμάτων.

Και τώρα έρχεται το πιο κουφό: «Βάσει ιστορικών δεδομένων, επιγραφών και πολλών αναφορών σε (γνωστά) κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων έχει γίνει δεκτό από την διεθνή επιστημονική κοινότητα ότι η Ελληνική (αλφαβητική) γραφή υπήρχε πιθανότατα πριν από την εποχή του Τρωϊκού πολέμου( δεν εννοούμε την γραμμική Α’ ή Β’ ούτε βεβαίως την αρχαιότερη Κρητική μέσω ιδεογραμμάτων ιερογλυφική γραφή). Ωστόσο [sic – πού βλέπετε αντίθεση;], η Ελληνική (αλφαβητική) γραφή φαίνεται ότι βάσει ιστορικών πηγών υπήρχε πριν από τους χρόνους του Ομήρου.» Επιγραφές σε ελληνικό αλφάβητο πριν από τους υποτιθέμενους χρόνους του Ομήρου φυσικά δεν υπάρχουν (ο ίδιος ο Κουνάδης αναγνωρίζει πάρα κάτω ότι «η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή χαραγμένη σε πήλινο αγγείο στην «Οινοχόη του Διπύλου» είναι του Η΄π.Χ. αι.:»): τα «ιστορικά δεδομένα» είναι η πασίγνωστη μνεία πινακίδας με γραπτό μήνυμα στην Ιλιάδα (Ζ 169, που αποδεικνύει απλώς ότι όποιος συνέθεσε αυτούς τους στίχους ήταν εξοικειωμένος με την ιδέα της γραφής, όχι ότι ήξερε να γράφει ο ίδιος ή ότι η περί ης ο λόγος γραφή ήταν το ελληνικο αλφάβητο), μια γνώμη του Πορφύριου (του 3ου αι. μ.Χ.!) για το πώς συντέθηκαν τα ομηρικά έπη, κι ένας μύθος που αναφέρει ο Απολλόδωρος (τον 2ο αι. π.Χ.!)

Ο συγγραφέας επικαλείται επίσης μια ανακοίνωση άλλων ερευνητών που την παρουσίασε ο ίδιος στην Ακαδημία το 2017, η οποία «καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το τέλος του Τρωικού Πολέμου χρονολογείται προ του 1200 π.Χ.», χρονολογία που «υποδηλοί την ύπαρξη γραφής κατά τους χρόνους του Τρωικού Πολέμου»! Αυτό που εννοεί είναι ότι αν όντως ο Τρωικός πόλεμος έγινε πριν από το 1200 π.Χ και αν όντως, όπως προκύπτει από το μύθο του Βελλερεφόντη, υπήρχε ελκηνική γραφή τότε, βεβαίως δεν μπορεί αυτή να προέρχεται από την φοινικική γραφή, η οποία εμφανίζεται αργότερα. Είναι πάντως εντυπωσιακή προχειρότητα να λες ότι μια χρονολογική εκτίμηση για τον Τρωικό Πόλεμο «υποδηλοί» την ύπαρξη γραφής στον καιρό του, έστω κι αν δεν εννοείς ακριβώς αυτό.

Για να μην είμαι μόνον αρνητικός, ας προσθέσω ότι ο Κουνάδης καταλήγει λέγοντας «Βεβαίως το ζήτημα αυτό παραμένει ανοικτό ελλείψει αποδείξεων, διότι οι υπάρχουσες ενδείξεις δεν αρκούν. »

Ακολουθούν δυο παράγραφοι με γνώμες του Έβανς και ενός Ρενέ Ντυσσώ ότι το φοινικικό αλφάβητο προέρχεται κατά τον πρώτο από την κρητική γραφή (εικασία όχι παράλογη a priori, αλλά που δεν νομίζω πως έχει πείσει πολλούς), κατά δε τον δεύτερο από τους Έλληνες, «οίτινες είχαν διαμορφώσει τούτο εκ της Κρητο-Μυκηναϊκής γραφής» (με παραπομπή σε βουλγαρικό δημοσίευμα του 1953), και με την περίεργη παρατήρηση ότι το φοινικικό δεν έχει τα σύμφωνα Ξ, Φ, Ψ (θα έλεγα ότι το να μην έχει Ξ και Ψ μάλλον προτέρημα είναι, και είναι μυστήριο γιατί τελικά τα υιοθέτησαν οι Έλληνες).

Υπάρχει και μία μνεία του «Κέντρο[υ] του Πανεπιστήμιου Irvain TLG(Thesaurus Linguae Grecae)» — άλλο ένα εντυπωσιακό δείγμα προχειρότητας, με το ενδεχόμενο ελαφρυντικό η ανακοίνωση να εκφωνήθηκε προφορικά και να την κατέγραψε άλλος — μια γνώμη του Πλουτάρχου ότι είναι «αφελής» η άποψη ότι το γράμμα “άλφα” είναι Φοινικικό εκ του «Αλεφ» που ονόμαζαν τον βούν, και μια παραπομπή, εν έτει 2019 μ.Χ., στο Μέγα Ετυμολογικόν! Τέλος, μια σωστή αλλά άσχετη παρατήρηση για την ποικιλία των αρχαίων ελληνικών αλφαβήτων.

Ερχόμαστε τώρα στην πινακίδα του Δισπηλιού, στο όστρακο των Γιούρων «με Ελληνική επιγραφή του 5.500 π.Χ. στην οποία διακρίνονται ευκρινώς τα γράμματα Α Υ Δ χωρίς βεβαίως να είναι γνωστή η φωνητική τους αξία» (εμ τότε πώς ξέρουμε ότι η επιγραφή είναι ελληνική;) κι ένα όστρακο από τα Πιλικάτα της Ιθάκης «στο οποίον υπάρχουν χαραγμένα συμβολικά σχήματα παρόμοια με αυτά των Γραμμικών Γραφών Α’ και Β’» (και λοιπόν;) Αλλά αυτά τα αντιπαρέρχεται γρήγορα ο συγγραφέας και καταφεύγει στη γνώμη του Μιστριώτη και άλλων διαπρεπών φιλολόγων, ότι δεν μπορούσαν να έχουν συντεθεί και διατηρηθεί επί αιώνες τα ομηρικά έπη χωρίς να υπάρχει κάποια γραφή. Αν δεν κάνω λάθος, το ίδιο υποστήριζε και ο Κορδάτος, σε μια εποχή που δεν είχε διαβαστεί ακόμα η Γραμμική Β’, και είναι λογική εικασία. Αλλά από πού κι ως πού πρέπει αυτή η γραφή να ήταν μια πρώτη μορφή του ελληνικού αλφαβήτου, τη στιγμή που ξέρουμε ότι στον κόσμο του Ομήρου, δηλαδή στον κόσμο που περιγράφει ο Όμηρος, υπήρχε άλλη γραφή της ελληνικής γλώσσας; Και πάντως λίγο πιο κάτω, αφού επαναλαμβάνει ο συγγραφέας ότι «Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες [ποιες;] με κείμενα αρχαίων ιστορικών και συγγραφέων (μεταγενέστερα της εποχής του Ομήρου) τα οποία υποστηρίζουν ότι υπήρχε γραπτή Ελληνική γλώσσα (διάφορος της Γραμμικής Β’) περί το 1200 π.Χ., δηλαδή πριν από το Φοινικικοσημιτικό Συλλαβάριο», έχει την εντιμότητα τα ομολογήσει ότι «Ωστόσο, τεκμήρια (π.χ. επιγραφές) για την ύπαρξη Ελληνικής γραφής που ανάγεται σ’ αυτήν την περίοδο δεν υπάρχουν.»

Εδώ θα έπρεπε φυσιολογικά να τελειώνει το Α’ μέρος (για την προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου), αλλά ακολουθούν διάφορα (βάσιμα, αλλά άσχετα με το προκείμενο) εγκώμια για την εκφραστική τελειότητα της ελληνικής, τον επηρεασμό των δυτικοευρωπαϊκών γλωσσών από αυτήν, την εφεύρεση τόνων και πνευμάτων από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο και τέλος η παρατήρηση, που αποδίδεται στον Adrados («εν συνεχεία άλλων», βέβαια, και με βιβλιογραφική παραπομπή αμέσως πριν στο αρχικό άρθρο-βόμβα των Βέντρις και Τσάντουικ — άλλο ένα εντυπωσιακό δείγμα προχειρότητας) ότι «Τα Μυκηναϊκά[ …] ήταν ελληνικά, γραμμένα με την βοήθεια μίας αρχαίας συλλαβικής γραφής που στην συνέχεια ξεχάστηκε. » Και κλείνει με την προσδοκία ότι «στο μέλλον νεώτερα ευρήματα θα φέρει σε φως η αρχαιολογική σκαπάνη.» Οψόμεθα!

Το δεύτερο μέρος, το σχετικό με την καταγωγή των Ελλήνων και της ελληνικής γλώσσας, που μας υπόσχεται νέο φως από την αρχαιογενετική, θα έπρεπε να είναι πιο ενδιαφέρον, αλλά δυστυχώς είναι λίγο χαώδες.

Ισχυρίζεται ο Κουνάδης ότι ο Franz Bopp «έχει υποστηρίξει ότι τα Σανσκριτικά στηρίζονται στα Ελληνικά και όχι το αντίστροφο», αλλά η παραπομπή του είναι δυστυχώς σε έργο της μακαρίτισσας Άννας Τζιροπούλου, και χρειάζομαι κάτι σοβαρότερο για να πεισθώ ότι ο μεγάλος γλωσσολόγος είπε τέτοια μπαρούφα (πιθανότατα είπε ότι τα σανσκριτικά μαρτυρούνται αρκετά αργότερα από τα ελληνικά, πράγμα βεβαίως αληθινό.) Στην ίδια παραπέμπει ο συγγραφέας και για τον ισχυρισμό του Μαξ Μύλλερ που επίσης επικαλείται, ότι δηλαδή «συγκρίνοντας καλά την σανσκριτική με την αρχαία ελληνική, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η ελληνική όχι μόνο είναι πιο αρχαία, αλλά και ότι επιπλέον, όλοι οι συντακτικοί και γραμματικοί τύποι είναι ανώτεροι και μεγαλύτερης αξίας». Να μίλησε ο άλλος μεγάλος ινδολόγος για «συντακτικούς και γραμματικούς τύπους ανώτερους και μεγαλύτερης αξίας» μου φαίνεται κάπως απίθανο, όσο κι αν η νοοτροπία ήταν διαφορετική στην εποχή του. Μήπως εννοούσε «μεγαλύτερης αξίας για την αποκατάσταση της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής» και το διέστρεψε το χαλασμένο τηλέφωνο;

Ότι το πρόβλημα της «κοιιτίδας της Πρωτοινδοευρωπαϊκής πληθυσμιακής ομάδος, η οποία διάδωσε την Ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία» παραμένει ανοιχτό, είναι αναμφισβήτητο. Ο συγγραφέας επικαλείται για διάφορα τον Renfrew, εν συνεχεία τον Mallory, καταλήγει όμως κλίνοντας υπέρ της θεωρίας της Μαρίας Gimbutas. Φυσικά, κανένας από τους τρεις αυτούς (και κανένας σοβαρός γλωσσολόγος, θα προσέθετα) δεν αμφισβητεί ούτε την ύπαρξη της ινδοευρωπαϊκής ομογλωσσίας, ούτε το ότι η ελληνική γλώσσα περιλαμβάνεται σ’αυτήν! Το μόνο καινούργιο που μας πληροφορεί ο Κουνάδηςείναι ότι, όπως του είπαν και ο Mallory και ο γενετιστής του Χάρβαρντ Ι. Λαζαρίδης, δεν έχει γίνει (ελλέιψει και δεδομένων) αρκετή γενετική έρυνα για την προέλευση και τη χρονολόγηση των πληθυσμών που έφεραν την πρωτοελληνική γλώσσα στον ελλαδικό χώρο, αλλά ελπίζεται ότι «μετά από ένα–δυο χρόνια θα υπάρξουν γενετικά ευρήματα αDNA, διότι έχει γίνει εφικτή η μελέτη του αDNA και σε σχετικώς θερμά κλίματα.» Αμήν! Μακάρι!

Στα «Συμπεράσματα» τονίζεται (σωστά) ότι «ο όρος Ινδο-Ευρωπαίοι είναι καθαρά γλωσσικός και δεν υποδηλοί οποιοδήποτε φυλετικό τύπο ανθρώπου.», αλλά από κει ο συγγραφέας συνάγει ότι «Καιρός είναι πλέον η παλιά Ινδο-Ευρωπαϊκή υπόθεση να αφαιρεθεί από τα σχολικά βιβλία.»!!! Αυτό ακριβώς πριν ομολογήσει ότι «η ένταξη της πρωτο-Ελληνικής στην Ινδο-Ευρωπαϊκή ομογλωσσία δεν αμφισβητείται». Ε, αν δεν αμφισβητείται, δεν είναι σωστό να διδάκεται (χωρίς βεβαίως αβάσιμες φυλετικές προεκτάσεις) στα σχολεία; Όσο για το ελληνικό αλφάβητο, το συμπέρασμα είναι ότι «ΑΝ υπήρχε γραφή κατά τους χρόνους του Τρωικού πολέμου (δηλ. πριν το 1200 π.Χ.) η υπόθεση ότι οι Έλληνες πήραν το σύστημα γραφής (συλλαβάριο) από τους Φοίνικες κλονίζεται, στερούμενη αξιοπιστίας.» και ότι«Υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις βάσει ιστορικών πηγών και αρχαιολογικών ευρημάτων […] ότι το Eλληνικό αλφάβητο είναι πολύ αρχαιότερο [από τον 8ο αι. π.Χ.], αναγόμενο πιθανότατα στα χρόνια του Τρωικού πολέμου (Μιστριώτης , Απολλόδωρος, κ.α.), πολύ δε πιθανότερο είναι τα ομηρικά έπη να είχαν παραδοθεί γραπτά (Μιστριώτης, Τζ. Χάιγκετ, Χ. Μπλάνκ, Ζακλίν Ντε Ρομιγύ).» Ε, πολύ κακό για το τίποτα! Η κατακλείδα της ανακοίνωσης τέλος είναι ένα εγκώμιο της ελληνικής γλώσσας χωρίς καμία σχέση με την προέλευση της ίδιας και του αλφαβήτου της.

Θα μπορούσα να τελειώσω εδώ, μια χαρά τα γράφει ο Άγγελος, αλλά θέλω να αναδείξω δύο ψεματάκια, δυο μικρές ανακρίβειες που υπάρχουν σε δυο ασήμαντα κατά τα άλλα σημεία του κειμένου του Αντ. Κουνάδη. Όχι σε περισσότερα, διότι θα έπρεπε να γράψουμε βιβλίο -αφού, ως γνωστόν, η ανασκευή της αναλήθειας χρειάζεται πολλαπλάσια προσπάθεια και έκταση από την κατασκευή της.

1. Το ψεματάκι για τον Πλούταρχο

Γράφει ο κ. Κουνάδης:

Ο Πλούταρχος (Προβλήματα 737) θεωρεί αφελή την άποψη ότι το γράμμα “άλφα” είναι Φοινικικό εκ του «Αλεφ» που ονόμαζαν τον βούν (θεωρούμενον πρώτον εκ των αναγκαίων).

Αν όμως ανατρέξουμε στον Πλούταρχο, θα δούμε ότι δεν τα λέει έτσι όπως ισχυρίζεται ο κ. ακαδημαϊκός:

Στα Συμποσιακα, βιβλίο 9, πρόβλημα 2, οι συμπότες συζητάνε γιατί το γράμμα Α είναι πρώτο στο αλφάβητο.

Και λέει κάποιος στον Πλούταρχο: δεν θα υποστηρίξεις εσύ, που είσαι Βοιωτός, τον Κάδμο, ο οποίος λέγεται ότι έβαλε πρώτο το άλφα επειδή είναι η φοινικική λέξη για το βόδι, το οποίο, όπως λέει και ο Ησίοδος είναι το πιο αναγκαίο από τα υπάρχοντα;

Όχι, απαντάει ο Πλούταρχος, αντί να συμφωνήσω με τον παππού του Διονύσου (τον Κάδμο) θα συμφωνήσω με τον δικό μου παππού, τον Λαμπρία, ο οποίος έλεγε ότι από τους έναρθρους φθόγγους ο πρώτος που προφέρεται φυσιολογικά ειναι το Α κτλ κτλ.

Ας δούμε και το πρωτότυπο:

Παυσαμένου δὲ τοῦ Πρωτογένους, καλέσας ἔμ’ ὁ Ἀμμώνιος ‘οὐδέν’ ἔφη ‘σὺ τῷ Κάδμῳ βοηθεῖς ὁ Βοιώτιος, ὅν φασι τὸ ἄλφα πάντων προτάξαι διὰ τὸ Φοίνικας οὕτω καλεῖν τὸν βοῦν, οὐ δεύτερον οὐδὲ τρίτον, ὥσπερ Ἡσίοδος (OD 405), ἀλλὰ πρῶτον τίθεσθαι τῶν ἀναγκαίων;’

‘οὐδέν’ ἔφην ἐγώ· ‘τῷ γὰρ ἐμῷ πάππῳ βοηθεῖν, εἴ τι δύναμαι, δίκαιός εἰμι μᾶλλον ἢ τῷ τοῦ Διονύσου. Λαμπρίας γὰρ ὁ ἐμὸς πάππος ἔλεγεν πρώτην φύσει φωνὴν τῶν ἐνάρθρων ἐκφέρεσθαι διὰ τῆς τοῦ ἄλφα δυνάμεως· τὸ γὰρ ἐν τῷ στόματι πνεῦμα ταῖς περὶ τὰ χείλη μάλιστα πλάττεσθαι κινήσεσιν, ὧν πρώτην ἀνοιγομένων τὴν ἄνω διάστασιν οὖσαν ἐξιέναι τοῦτον τὸν ἦχον……..

Μ’άλλα λόγια ο Πλούταρχος θεωρεί δεδομένο ότι το ελληνικό αλφάβητο το έφερε από τη Φοινίκη ο Κάδμος και ότι το Α λέγεται ‘άλφα’ επειδή στα φοινικικά λέγεται ‘άλεφ’, τουτέστι ‘βόδι’. Αυτό που αμφισβητεί (και δικαίως — η εξήγηση του Λαμπρία είναι πολύ πιο πειστική) είναι ότι το Α είναι πρώτο στη σειρά διότι το βόδι είναι το πιο αναγκαίο αγαθό σε μιαν αγροτική κοινωνία!

Επομένως, αναληθής ο ισχυρισμός του κ. Κουνάδη.

2. Το ψεματάκι για τον Will Durant

Γράφει ο κ. Κουνάδης:

Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Αμερικανού ιστορικού/φιλοσόφου, συντάκτη της παγκόσμιας ιστορίας πολιτισμού, William Durant: «Οι Φοίνικες δεν ήσαν οι εφευρέται του αλφαβήτου, το κυκλοφόρησαν μόνο από τόπο σε τόπο. Το επήραν από τους Κρήτες και το μετέφεραν στην Τύρο, στην Σιδώνα, στην Βύβλο και άλλες πόλεις της Μεσογείου. Υπήρξαν οι «γυρολόγοι» και όχι οι εφευρέται του αλφαβήτου».

Το απόσπασμα αυτό υπάρχει πράγματι στον Durant, αλλά ο κ. Κουνάδης το έχει πετσοκόψει, για να υποβάλει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι ο Ντιούραντ αμφισβητεί τη φοινικική προέλευση του αλφαβήτου. Συγκεκριμένα, παραλείπεται η συνέχεια της παραγράφου: By the time of Homer the Greeks were taking over this Phoenician—or the allied Aramaic—alphabet, and were calling it by the Semitic names of the first two letters (Alpha, Beta; Hebrew Aleph, Beth).

O Durant, δηλαδή, δεν αρνείται καθόλου ότι το ελληνικό αλφάβητο έχει φοινικική προέλευση, απλώς υποστηρίζει -όπως είναι και λογικό- ότι δεν το επινόησαν οι Φοίνικες το αλφάβητο.

Το ίδιο το λέει και πιο αναλυτικά στον 2ο τόμο, που είναι αφιερωμένος στην Ελλάδα:

Greek tradition attributed the introduction of writing into Greece to Phoenicians in the fourteenth century B.C., and we know nothing to the contrary. The oldest Greek inscriptions, dating from the eighth and seventh centuries, show a close resemblance to the Semitic characters on the ninth-century Moabite stone. These inscriptions were written, in Semitic fashion, from right to left; sixth-century inscriptions (e.g., at Gortyna) were made alternately from right to left and from left to right; later inscriptions are from left to right throughout, and certain letters are turned around accordingly…..

The Semitic names for the letters were adopted with minor modifications; but the Greeks made several basic changes. Above all, they added vowels, which the Semites had omitted; certain Semitic characters denoting consonants or breathings were used to represent a, e, i, o, and ü.

Τα δυο ψεματάκια που επισήμανα δεν είναι τόσο χοντρά. Δείχνουν όμως τον τρόπο με τον οποίο παραμορφώνει, παρερμηνεύει και πετσοκόβει ο κ. Κουνάδης ακόμα και τα δευτερεύοντα στοιχεία -και δείχνει, βέβαια, και την άκρα αναξιοπιστία των κειμένων του και τον αντιεπιστημονικό τρόπο εργασίας του.

Τέτοιες διαλέξεις, πρόχειρα και αμέθοδα γραμμένες, ρηχές και αντιεπιστημονικές, είναι ντροπή για την Ακαδημία Αθηνών -το μόνο καλό είναι ότι πλέον δεν θα τις εκφωνεί ο πρόεδρός της.

Υστερόγραφο: Αξίζει να προσθέσω ένα σχόλιο που έκανε στο Φέισμπουκ (!) ο καθηγητής Γ. Μπαμπινιώτης, που μόλις τώρα το πληροφορήθηκα διότι το είχε αναρτήσει σε έναν τοίχο που δεν παρακολουθώ. Είναι χαρακτηριστική η διαφορά προσέγγισης του συντηρητικού επιστήμονα από τον συντηρητικό ερασιτέχνη.

Το άρθρο αυτό, από το κείμενο ομιλίας τού αξιότιμου Ακαδημαϊκού και Ομότιμου Καθηγητή τού ΕΜΠ στην έδρα Στατικής και σιδηρών γεφυρών κ. Αντ. Κουνάδη, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι στο μεγαλύτερο μέρος και στις κύριες απόψεις του έρχεται σε σύγκρουση με βασικές θέσεις και διδάγματα τής επιστήμης τής Γλωσσολογίας, τόσο τής Ιστορικοσυγκριτικής όσο και τής Θεωρητικής (Γενικής). Αυτό είναι αναμενόμενο όταν ένας μη ειδικός, με ικανότητες επιστημονικές στον κλάδο του, αποτολμά να εισέλθει σε ειδικά θέματα άλλης επιστήμης με όπλο την αγάπη του προς τη γλώσσα μας και με αγαθές αναντιρρήτως προθέσεις. Ως γλωσσολόγος είναι σίγουρο ότι θα υπέπιπτα στις ίδιες σοβαρές πλάνες, αν επιχειρούσα να ομιλήσω περί … στατικής και δη και σιδηρών γεφυρών.

Το να μιλάει κανείς το 2019 περί αυτόχθονης προέλευσης τού ελληνικού αλφαβήτου, άνευ επιρροών εκ τού βορειοσημιτικού (φοινικικού) συμφωνογραφικού και οιονεί συλλαβογραφικού αλφαβήτου, αγνοώντας σε τί καίριο και καθοριστικό συνίσταται η προσφορά των Ελλήνων στη δημιουργία ενός πραγματικού αλφαβήτου είναι τουλάχιστον αναχρονιστική προσέγγιση και επανάληψη απόψεων που έχουν υποστηριχθεί με πάθος κυρίως από τον κ. Κωνσταντίνο Πλεύρη.

Το ίδιο ισχύει και με την ευκολία απόρριψης τής Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής θεωρίας, χωρίς την οποία καταρρέουν τα θεμέλια τής επιστημονικής ετυμολογίας και τού ελληνικού λεξιλογικού θησαυρού (Λεξικά Frisk, Chantraine, Beekes, και όλων των ειδικών τής ετυμολογίας αλλά και τού εγκυρότερου ερμηνευτικού λεξικού τής αρχαίας Ελληνικής των Liddell-Scott) και περιφρονούνται τα διδάγματα και τα επιστημονικά δημοσιεύματα των μεγάλων Ελλήνων γλωσσολόγων, των Γ. Χατζιδάκι, Γ. Αναγνωστόπουλου, Ν. Ανδριώτη, Μ. Τριανταφυλλίδη, Γ. Κουρμούλη, Αγαπ. Τσοπανάκη και όλων ανεξαιρέτως των πανεπιστημιακών καθηγητών τής Γλωσσολογίας.

Στο πρόσφατο βιβλίο μου «Το ελληνικό αλφάβητο» αναλύω εις βάθος και επιστημονικά τα θέματα που αφορούν στο ελληνικό αλφάβητο, στα δε βιβλία και τα λεξικά μου εξηγώ τις αρχές τής ινδοευρωπαϊκής θεωρίας, μιας θεωρίας χωρίς την οποία δεν ερμηνεύονται οι μεγάλες ομοιότητες, λεξιλογικές, γραμματικές και συντακτικές, των συγγενών γλωσσών (ελλην. δίδωμι – σανσκριτ. dadami, ελλην. ἄγω – λατ. ago – σανσκρ. ajami, ελλην. ἐστὶ – λατ. est – σανσκρ. asti – γερμ. ist – αγγλ. is, ελλην. δύο -λατ. duo – σανσκρ. dva – γερμ, zwei – αγγλ. two κ.λπ.).

Ένας σεβασμός προς επιστήμες όπως η Γλωσσολογία, η Φιλολογία, η Ιστορία και άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες από επιφανείς στην ειδικότητά τους επιστήμονες όπως ο Ακαδημαϊκός καθηγητής κ. Κουνάδης, σεβασμός προερχόμενος από τον Ναό τής Επιστήμης που είναι εξ ορισμού η Ακαδημία, θα αποτελούσε σημαντικό μήνυμα για την επιστήμη και τους επιστήμονες γενικότερα στη χώρα μας.

 

Posted in Αλφάβητο, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι | Με ετικέτα: , , , , | 213 Σχόλια »

Μύθοι και αλήθειες για τη γλώσσα στη Λαμπηδόνα

Posted by sarant στο 27 Δεκέμβριος, 2018

Πριν από λίγες μέρες, την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου, ήμουν προσκαλεσμένος στο Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα «Λαμπηδόνα» για να δώσω μια διάλεξη ενταγμένη στον κύκλο «Τέσσερις Τετάρτες για τη γλώσσα». Ήταν η τέταρτη από τις διαλέξεις, είχαν προηγηθεί ο Παντελής Μπουκάλας δυο φορές και η Μάρω Κακριδή-Φερράρι.

Πρώτη φορά επισκεπτόμουν τη Λαμπηδόνα, παρόλο που είχα ακούσει πολλά και καλά για το κέντρο αυτό. Πρόκειται για μια συλλογικότητα που γεννήθηκε μέσα από μια κατάληψη στο τότε εγκαταλειμμένο Δημοτικό Αναψυκτήριο, και που συνεχίζει τη δράση της εδώ και περισσότερα από εφτά χρόνια, με πολλές και ποικίλες δραστηριότητες και με συνέλευση των μελών κάθε εβδομάδα.

Η εκδήλωση πήγε πολύ καλά, έγινε αρκετή και ουσιαστική συζήτηση και τέθηκαν πολλά ζητήματα πέρα από αυτά που είχα θίξει στην εισήγησή μου. Χάρηκα που είδα μερικούς παλιούς φίλους -και από το ιστολόγιο- και που γνώρισα καινούργιους ανθρώπους. Στη συζήτηση πήραν μέρος με ουσιαστικές τοποθετήσεις οι φίλοι Παντελής Μπουκάλας και Χάρης Αθανασιάδης, του πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο οποίος έκανε πολύ ενδιαφέρουσες επισημάνσεις για την εκπαίδευση.

Πριν προχωρήσω, μια αυτοδιαφημιστική αναγγελία: Σε λιγη ώρα, στις 10.30 το πρωί, είμαι καλεσμένος στην εκπομπή «Απευθείας» της ΕΡΤ όπου θα συζητήσουμε για τις λέξεις της χρονιάς.

Έχω ηχογραφήσει την εκδήλωση, δηλαδή την εισαγωγική ομιλία της Καίτης Σπυροπούλου, εκ μέρους του Κέντρου, τη δική μου ομιλία και τη συζήτηση που ακολούθησε -που ελπίζω να ακούγεται εξίσου καλά.

Παραθέτω επίσης το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου, που όπως θα διαπιστώσετε έχει αρκετές ομοιότητες με ανάλογες παλιότερες ομιλίες μου για το ίδιο θέμα αλλά επίσης διαφοροποιείται σε αρκετά σημεία.

Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα

Ξεκινώντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που ήρθατε εδώ σήμερα, να ευχαριστήσω και το Κοινωνικό Πολιτιστικό Κέντρο Λαμπηδόνα για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει να σας μιλήσω, και ειδικά τη φίλη Καίτη Σπυροπούλου που με αυτήν κάναμε τις συνεννοήσεις.

Ενώ έχω ακούσει τόσα πολλά για το Κέντρο σας, ομολογώ κοκκινίζοντας ότι σήμερα είναι η πρώτη φορά που έρχομαι -δεν έχω παρακολουθήσει καμιά από τις πολλές ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις που έχετε κάνει, αν και στο ιστολόγιό μου έχω δημοσιεύσει το κείμενο μιας διάλεξης του Κώστα Βλησίδη με θέμα την πρόσληψη του ρεμπέτικου από την αριστερή διανόηση, που είχε γίνει εδώ το 2015.

Με τη σημερινή ομιλία κλείνει ο κύκλος “Τέσσερις Τετάρτες για τη γλώσσα”, που ούτε αυτές αξιώθηκα να παρακολουθήσω διότι τον περισσότερο καιρό βρίσκομαι στο εξωτερικό, έμαθα όμως πως ήταν ομιλίες εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Ο πήχης έχει μπει πολύ ψηλά, ελπίζω να σταθώ στο ύψος των προηγούμενων ομιλητών.

Θα συζητήσουμε σήμερα για τους μύθους και τις αλήθειες σχετικά με την ελληνική γλώσσα, αλλά επειδή η γλώσσα είναι απέραντη και επειδή θα αγγίξουμε και άλλα θέματα, στη συζήτηση θα μπορέσουμε να επεκταθούμε σχεδόν σε  οποιοδήποτε γλωσσικό θέμα θέλετε.

Θα εννοήσω τους μύθους με την ευρεία έννοια. Καταρχάς, σε ένα πρώτο επίπεδο, έχουμε τους εξωφρενικούς μύθους που διαδίδονται μέσα από το Διαδίκτυο. Τέτοιοι μύθοι δεν είναι βεβαίως μόνο γλωσσικοί. Υπάρχουν οι λεγόμενοι “αστικοί μύθοι” όπως θα αποδώσουμε το urban legends, για παράδειγμα η ιστορία για τους κροκόδειλους που εκκολάφθηκαν στους υπονόμους της Νέας Υόρκης και υπάρχει φόβος να τους δείτε να ξεμυτίζουν απ’ τη λεκάνη της τουαλέτας. Έχουμε εθνικούς μύθους, πάμπολλους στο παρελθόν· από τους νεότερους να αναφέρουμε τον ανύπαρκτο εύζωνο Κωνσταντίνο Κουκκίδη που τυλίχτηκε τη σημαία στις 27.4.1941 και έπεσε από τον βράχο της Ακρόπολης. Έχουμε βέβαια και τα φέικ νιουζ, βραχύβιες ιστορίες πολιτικής προπαγάνδας, όπως η γυναίκα που σκοτώθηκε τάχα στο Πισοδέρι. Εδώ η διαφορά είναι ότι το φέικ νιουζ συνήθως έχει βραχεία διάρκεια ζωής -αν επαναλαμβάνεται συνεχώς, όπως ο αστυνομικός που έσβησε αθόρυβα ή η αντιμεταναστευτική δήλωση του πρωθυπουργού της Αυστραλίας, τότε μεταπίπτει στην κατηγορία του μύθου. Βέβαια, οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πάντα πεντακάθαρες ή αμετακίνητες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Εκδηλώσεις, Λερναίο κείμενο, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , | 179 Σχόλια »

Τι ήταν το «άγαλμα» στο τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου;

Posted by sarant στο 11 Οκτώβριος, 2018

Διάβασα κάπου ότι ο δίσκος «Ο δρόμος» του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου, με βασικό ερμηνευτή τον Γιάννη Πουλόπουλο, που κυκλοφόρησε το 1969, έχει κάνει τις περισσότερες πωλήσεις από όλους τους ελληνικούς δίσκους μακράς διαρκείας, ξεπερνώντας το 1 εκατομμύριο ήδη από την εποχή του βινυλίου.

Τον δίσκο τον ξανάκουσα τώρα, πριν γράψω το άρθρο, και, πέρα από την απόλαυση και τη νοσταλγία, πρόσεξα λίγο περισσότερο τους στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου, που αγγίζουν κατά τη γνώμη μου τη στιχουργική τελειότητα. Μπορείτε να θυμηθείτε κι εσείς τη θαυμάσια αυτή δουλειά εδώ, αλλά στο σημερινό άρθρο δεν θ’ ασχοληθούμε με ολόκληρο τον δίσκο, αλλά μ’ ένα μονάχα τραγούδι του, το πασίγνωστο Άγαλμα. Ας το ακούσουμε:

Το μόνο κακό μ’ αυτά τα τραγούδια, αναπόφευκτο για εμάς τους κάπως μεγαλύτερους, είναι ότι τα έχουμε ακούσει χιλιάδες φορές κι έχουν, όσο και να το κάνεις, κάπως τριφτεί.

Όμως εδώ δεν θα μουσικολογήσουμε, αλλά ούτε και θα λεξιλογήσουμε -έτσι γι’ αλλαγή. Θα μυθολογήσουμε ή πιο σωστά θ’ ασχοληθούμε με κάτι που λέγεται για το τραγούδι αυτό, που το βρίσκω αβάσιμο -και με έναυσμα τη συγκεκριμένη περίπτωση, θα πούμε και μερικά γενικότερα πράγματα.

Λοιπόν, πριν από μερικές μέρες, ο συγγραφέας Χρήστος Χωμενίδης ανέβασε στον τοίχο του στο Φέισμπουκ το γιουτουμπάκι με το Άγαλμα, συνοδεύοντάς το από το εξής σχόλιο:

Θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να το επαναλαμβάνω.

Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος δεν είναι παράφρων να βάζει τον ερωτοκαμμένο ήρωά του να πιάνει την κουβέντα με προτομές ή με αδριάντες ηρώων ή ευεργετών.

«Αγάλματα» έλεγαν στον καιρό του τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο, που έστεκαν στο ίδιο πόστο με καύσωνα ή με αγιάζι. Από μια τέτοια παρηγορείται ο ήρωας του τραγουδιού. Ακούστε το έτσι και θα σάς φανεί ασυγκρίτως συγκινητικότερο.

Πριν προχωρήσω, και επειδή μας διαβάζουν και παιδιά, να παρατηρήσω ότι κανονικά ο «ερωτοκαμένος», όπως και ο σκέτος καμένος γράφονται με ένα μι. Ο υπουργός Πάνος μπορεί να γράφει όπως θέλει το επώνυμό του, όπως και ο πρώην πρωθυπουργός κ. Πικραμμένος, αλλά οι μετοχές αυτές γράφονται κανονικά με ένα μι, καμένος, πικραμένος. Αλλά πλατειάζω.

Λοιπόν, ο Χρ. Χωμενίδης προβάλλει τον εντυπωσιακό ισχυρισμό ότι λάθος ακούγαμε τόσα χρόνια το κοσμαγάπητο αυτό τραγούδι, ότι θα ήταν παράφρων ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αν έβαζε το άγαλμα να σκουπίζει τα μάτια του άτυχου ερωτευμένου, ότι στην καθομιλουμένη της εποχής έλεγαν «αγάλματα» τις κοπέλες που έκαναν πεζοδρόμιο και ότι μια τέτοια κοπέλα παρηγόρησε τον νεαρό. Η ανάρτηση είχε αρκετή απήχηση, αφού αναδημοσιεύτηκε 29 φορές.

Οι εντυπωσιακοί ισχυρισμοί χρειάζονται και εντυπωσιακά καλή τεκμηρίωση, και ο Χωμενίδης δεν παρουσιάζει κανένα τεκμήριο που να στηρίζει τα όσα λέει. Ομολογώ ότι, αν και μεγαλύτερος σε ηλικία, δεν έχω πουθενά συναντήσει να αποκαλούν «αγάλματα» τις κοπέλες που κάνουν πεζοδρόμιο. Τροτέζες, ναι. Καλντεριμιτζούδες, ναι. Αγάλματα, όχι.

Θα μου πείτε, μπορεί να το λέγανε και να μην το ξέρω. Ωστόσο, ανέτρεξα και σε λεξικά, γενικά και ειδικά, χωρίς αποτέλεσμα. Στο πληρέστατο λεξικό Γεωργακά, που συντάχθηκε ακριβώς στη δεκαετία του 1960, δεν υπάρχει καμία αναφορά τέτοιας σημασίας. Θα μου πείτε, ήταν όρος της αργκό. Μα, ούτε στο λεξικό της Λαϊκής, του Δαγκίτση, ούτε στο λεξικό της πιάτσας, του Καπετανάκη βρίσκω τίποτα. Ούτε στο slang.gr, αλλά ούτε και στο, εξαντλητικά πλήρες, Λεξικό της Λαϊκής και της Περιθωριακής Γλώσσας, του Γιώργου Κάτου, που υπάρχει ονλάιν.

Αλλά ποιος ο λόγος να προσφεύγουμε σε λεξικά για ένα κείμενο που ο δημιουργός του ζει και βασιλεύει. Κάποτε που είχα αμφιβολία αν καταλαβαίνω σωστά έναν στίχο του Φώντα Λάδη, του έστειλα μέιλ και τον ρώτησα (και είχα καταλάβει λάθος). Επειδή όμως δεν έχω την τύχη να γνωρίζω τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, καταφεύγω σε μια συνέντευξή του στο Ποντίκι, όπου, για καλή μας τύχη, μιλάει για το τραγούδι αυτό.

Αυτά που γράφετε στους στίχους σας είναι πράγματα που έχετε ζήσει ή που θα θέλατε να έχετε ζήσει;
Κατά κανόνα, πράγματα που έχω ζήσει, αλλά, όταν γράφεις, δημιουργείς στην ψυχή σου συνθήκες που σου επιτρέπουν να γράψεις. Τα περισσότερα μπορεί να είναι επινοημένα. Αλλά ξέρεις, για παράδειγμα, πώς είναι να είσαι προδομένος, να πονάς. Το «Άγαλμα» μιλάει για απεριόριστη μοναξιά. Αυτός δεν έχει να πάει πουθενά, πού να μιλήσει, είναι όλες οι πόρτες σφαλιστές. Το άγαλμα τον ακούει, και φεύγει από το βάθρο του για να τον συντροφέψει στον δρόμο.

Κατόπιν τούτου, θαρρώ πως είμαστε αναγκασμένοι να συμπεράνουμε πως  η εκδοχή που πλασάρει ο Χ. Χωμενίδης δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητα. Γράφω «που πλασάρει», διότι βλέπω στον ιστότοπο των στίχων να αναφέρεται η ίδια θεωρία από το 2006: Ίσως να χαλάω την εικόνα που μπορεί να έχει κάποιος όσον αφορά το υπέροχο αυτό άσμα, αλλά πρέπει να ξέρετε ότι τις δεκαετίες 60-70, αγάλματα αποκαλούσαν τις γυναίκες του πεζοδρομίου. Ίσως αυτό εννοούσε ο Παπαδόπουλος.

Θα μου πείτε, δεν ενισχύει αυτό τη θεωρία Χωμενίδη; Δεν θα το έλεγα. Το ότι υπάρχουν και άλλοι που διαδίδουν την ίδια θεωρία, σημαίνει απλώς ότι είναι κάτι που έχει ειπωθεί από παλιότερα και ότι δεν το σκέφτηκε τώρα ο Χ. Χωμενίδης. Για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα, μόλις χτες είδαμε ότι, σύμφωνα με δεκάδες ιστότοπους, η παρετυμολογία της Αιγύπτου από τη φράση «υπτίως του Αιγαίου» οφείλεται στον αρχαίο γεωγράφο Στράβωνα. Κι όμως αυτό δεν ισχύει. Επειδή κάτι το επαναλαμβάνουν πολλοί δεν σημαίνει ότι ισχύει.

Και εδώ που τα λέμε, στα δικά μου τουλάχιστον τα μάτια είναι εξαιρετικά υποβλητική η εικόνα του άψυχου, χάλκινου ή μαρμάρινου, ψυχρού αντικειμένου που συγκινείται από τον καημό του νεαρού και βουρκώνει -και μετά κατεβαίνει από το βάθρο του για να τον παρηγορήσει. Με απογοητεύει ότι ένας συγγραφέας βρίσκει «παραφροσύνη» την ποιητικότατη αυτή εικόνα, που βέβαια αντλεί από ένα γνωστό μοτίβο της παγκόσμιας λογοτεχνίας, που το βρίσκουμε π.χ. στον Ντον Ζουάν του Μολιέρου (και στην όπερα Ντον Τζοβάνι του Μότσαρτ), και στο παλιότερο έργο του Τίρσο ντε Μολίνα και στον θρύλο του Δον Ζουάν, όπου το άγαλμα του Διοικητή κατεβαίνει από το βάθρο του, όχι από συγκίνηση πια αλλά για να τιμωρήσει τον αμαρτωλό κεντρικό ήρωα. Δεν θα έλεγε βέβαια κανείς… παράφρονα τον Μολιέρο ή τον Λορέντσο ντα Πόντε.

Για να γενικεύσουμε λίγο, και να μη μου πείτε ότι σπατάλησα ολόκληρο άρθρο για να διορθώσω τον καημένο τον Χωμενίδη, τέτοιες «ανασκευές» είναι συχνές τον καιρό του Διαδικτύου. Πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα με τη φράση «πράσινα άλογα» που τη λέμε για κάτι το παράλογο. Βγήκε κάποτε κάποιος εξυπνάκιας και είπε «Μα, τρελοί είσαστε; Υπάρχουν πράσινα άλογα; Δεν ξέρετε την αρχαία φράση «πράσσειν άλογα», που θα πει ‘φέρομαι παράλογα’;» Βέβαια, όπως έχουμε πει αναλυτικά στο ειδικό άρθρο που έχουμε αφιερώσει στην έκφραση αυτή, τέτοια «αρχαία φράση» δεν παραδίδεται πουθενά στη γραμματεία, ενώ για μια σειρά λόγους είναι μάλλον εύλογο να θεωρείται το πράσινο (ανύπαρκτο) άλογο ως σύμβολο μιας παράλογης κατάστασης -άλλωστε ανάλογες εκφράσεις, με πράσινα άλογα, υπάρχουν και σε άλλες γλώσσες.

Ο άνθρωπος είναι πλάσμα φιλέρευνο, αναζητά εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, θέλει να βρίσκει την αιτία των πραγμάτων και την προέλευσή τους -μαζί και των λέξεων ή των εκφράσεων. Το να δίνεις μιαν εξήγηση διαφορετική από αυτήν που φαίνεται πεζή και εύλογη, είναι ένας τρόπος να ξεχωρίσεις, να τέρψεις το κοινό σου, να τραβήξεις την προσοχή. Το ίδιο ισχύει και όταν προσφέρεις μιαν εξήγηση για μια έκφραση για την προέλευση της οποίας καμιά πειστική θεωρία δεν έχει διατυπωθεί.

Αυτό άλλωστε έκανε κατά κόρον ο μακαρίτης ο Τάκης Νατσούλης, που τις ευφάνταστες εξηγήσεις του τις έχουμε κατ’ επανάληψη ανασκευάσει σε διάφορα άρθρα -έχουμε, μάλιστα, πλάσει και τον όρο «νατσουλισμός» για όποιον πλάθει ανάλογες εξηγήσεις.

Θα κλείσω εξετάζοντας μια τέτοια θεωρία, που υποψιάζομαι, χωρίς να μπορώ να το αποδείξω, ότι είναι νατσουλισμός πρώτης γραμμής.

Σε άρθρο που δημοσιεύτηκε στη Μηχανή του Χρόνου, αλλά μάλλον είναι αναδημοσίευση από το Πειραιόραμα του Στέφανου Μίλεση, υποστηρίζεται ότι η πασίγνωστη έκφραση «έγινε της Πόπης» γεννήθηκε από το πολύνεκρο ναυάγιο του ατμοπλοίου Πόπη, το 1934, πολύ κοντά στον Πειραιά. Όπως γράφει ο κ. Μίλεσης:

Ο πανικός που επικράτησε κατά την εγκατάλειψη του πλοίου, καθώς η πρόσκρουση έγινε νύχτα, βοήθεια από το πλήρωμα δεν υπήρξε, τηλέγραφο το πλοίο δεν διέθετε, έμεινε βαθιά χαραγμένη για πάντα στη μνήμη του ναυτικού κόσμου και των νησιωτών ώστε η έκφραση «έγινε της «Πόπης»», έγινε ταυτόσημη με τον πανικό και την αταξία της νύχτας του ναυαγίου….

Στο άρθρο παρατίθενται εκτενή αποσπάσματα από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων της εποχής (ένα από τα καλά -αλλά και τα κακά του Διαδικτύου), όμως δεν τεκμηριώνεται πουθενά ότι το ναυάγιο της Πόπης γέννησε την έκφραση. Δικαιούμαστε να πούμε ότι ο συγγραφέας κάνει απλώς αυτή την εικασία, αλλά δεν μας λέει ότι είναι απλώς η εικασία του.

Αυτό το φαινόμενο, της «παράπλευρης τεκμηρίωσης» (ή να την πούμε «παρατεκμηρίωση»;) το βλέπουμε συχνά σε γραπτά ελληνοκεντρικών παραγλωσσολόγων. Για παράδειγμα, εκείνος ο ανεκδιήγητος καθηγητής Θεοφανίδης, ετυμολογούσε το αγγλικό hello από το ομηρικό «ούλε» και για να το τεκμηριώσει παρέθετε φωτογραφίες της σελίδας του Λίντελ Σκοτ με το λήμμα «ούλε», κι όταν του έλεγες ότι λέει ανοησίες σου απαντούσε «ώστε αποκαλείς ανόητο το Λίντελ Σκοτ;». Αλλά κανείς δεν αμφισβήτησε ότι υπήρχε λέξη «ούλε». Τη σχέση μεταξύ ούλε και hello αμφισβητούμε, και αυτήν δεν την τεκμηριώνει το Λίντελ Σκοτ.

Αλλά ας γυρίσουμε στην Πόπη. Όπως είπα και στην αρχή, δεν έχω τη δυνατότητα να αποδείξω ότι είναι σφαλερή η άποψη για προέλευση της έκφρασης «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο της Πόπης. Το ένστικτό μου, με βάση τα τόσα χρόνια που μελετάω τη φρασεολογία μας, με κάνει να θεωρώ σχεδόν απίθανη την εξήγηση, αλλά για να το αποδείξω πέρα από κάθε αμφιβολία θα έπρεπε να βρω χρήση της έκφρασης πριν από το 1934, και δεν έχω βρει τίποτα τέτοιο.

Νομίζω ότι το ναυάγιο αυτό, ένα μόνο από τα πολλά πολύνεκρα που έγιναν στον εικοστόν αιώνα, δεν είναι τόσο βαρυσήμαντο γεγονός ώστε να γέννησε την έκφραση. Υπάρχουν εκφράσεις που έχουν γεννηθεί από ιστορικά γεγονότα, αλλά δεν είναι τόσο πολλές και κυρίως τα γεγονότα είναι πολύ πιο βαρυσήμαντα, πχ «έγινε της Κορέας» από τον πόλεμο της Κορέας, «έγινε Λούης» από τη νίκη του Σπύρου Λούη στους αγώνες του 1896 ή «η σφαγή των Αρμεναίων» από τη γενοκτονία των Αρμενίων. Όλα αυτά τα γεγονότα είναι και σήμερα ζωντανά στη μνήμη μας, σε αντίθεση με το ξεχασμένο ναυάγιο της Πόπης.

Εικάζω ότι αυτό που έγινε, απλώς, είναι ότι ο κ. Μίλεσης, διαβάζοντας για το ναυάγιο της Πόπης, σκέφτηκε, νατσουλικώς, ότι θα μπορούσε να έχει γεννηθεί από εκεί η έκφραση και την υπόθεσή του την παρουσίασε ως βεβαιότητα. (Ο φίλος μας το Σπαθόλουρο, που δυστυχώς δεν γράφει πια εδώ, είχε χαρακτηρίσει «ατάσθαλο» το ιστολόγιο του κ. Μίλεση).

Θα μου πείτε, αφού δυσπιστείς για την παραγωγή του «έγινε της Πόπης» από το ναυάγιο του ατμοπλοίου «Πόπη» έχεις να προτείνεις κάποια πιο πειστική εξήγηση;

Καταρχάς, μπορεί κανείς να έχει επιφυλάξεις για μια θεωρία χωρίς να έχει να προτείνει μια πιο πειστική. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση τυχαίνει να μπορώ να προτείνω μιαν άλλη εξήγηση, που τη βρίσκω πολύ πιο πειστική από το ναυάγιο του 1934.

Η έκφραση «έγινε της Πόπης» είναι συνώνυμη της «έγινε της πουτάνας». Δεν θέλει και πολύ φιλοσοφία για να σκεφτούμε ότι, όπως όταν θέλουμε να κατεβάσουμε κανένα καντήλι με την Παναγία, για να μη μας πούνε βλάσφημους το γυρίζουμε στην Παναχαϊκή Πατρών ή στην… πανακόλα, έτσι και, αντί να πουν κάποιοι το «έγινε της πουτάνας» που θα ενοχλούσε αρκετούς, το έστριψαν αντικαθιστώντας την «πουτάνα» από την «Πόπη», που κάνει και παρήχηση και που είναι ένα όνομα λαϊκό, άρα ευτελές. Τη συσχέτιση των δύο εκφράσεων την κάνει και ο Κάτος, που θεωρεί το «έγινε της Πόπης» παραλλαγή του συνηθέστερου «έγινε της πουτάνας».

Νομίζω ότι αυτή είναι πιθανότερη εξηγηση -αλλά έχει το…. μειονέκτημα ότι δεν σχετίζεται με κάποιο ιστορικό γεγονός που θα μου έδινε τη δυνατότητα να μπαζώσω δυο σελίδες περιγράφοντάς το: εξαντλείται σε μισή παράγραφο και δεν είναι καθόλου συναρπαστική.

‘Ομως πρέπει να μάθουμε να δυσπιστούμε στα συναρπαστικά παραμύθια.

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Λεξικογραφικά, Μύθοι, Μεταμπλόγκειν, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 352 Σχόλια »

Υπάρχουν πράγματι εφτά εκατομμύρια ελληνικές λέξεις;

Posted by sarant στο 2 Οκτώβριος, 2018

Η είδηση δεν δημοσιεύτηκε σε κάποιο ελληνοκεντρικό ιστολόγιο, συνοδευόμενη από προτροπές του τύπου ΔΙΕΔΩΣΤΕ! ή Διαβάστε το πριν το κατεβάσουν! Όχι, πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε σε εφημερίδα, στην Καθημερινή συγκεκριμένα: Επτά εκατομμύρια ελληνικές μοναδικές λέξεις.

Επιπλέον, πρόκειται για ρεπορτάζ με θέμα το έργο μιας επιστημονικής ομάδας, που μια ανακοίνωσή της βραβεύτηκε σε πρόσφατο επιστημονικό συνέδριο, το οποίο θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.

Το άρθρο δηλαδή είναι σοβαρό, έστω κι αν πάσχει στο θέμα της ορολογίας, ίσως επειδή ο επιστήμονας που δίνει τη συνέντευξη δεν είναι γλωσσολόγος κι έτσι δεν χρησιμοποιεί την καθιερωμένη ορολογία ενώ κι ο δημοσιογράφος. ο Γιάννης Ελαφρός, χειρίζεται το όλο θέμα με τρόπο μάλλον αντάξιο του ονόματός του -δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ στο εύκολο χαριτολόγημα, συγγνώμη.

Πράγματι, αν δεν μείνουμε στον εντελώς παραπλανητικό τίτλο και διαβάσουμε το άρθρο, βλέπουμε ότι ο ισχυρισμός δεν είναι τόσο εξωφρενικός όσο φαίνεται.

Ας δούμε την πρώτη παράγραφο

Η ελληνική γλώσσα διαθέτει σήμερα περίπου επτά εκατομμύρια μοναδικές λέξεις! Πρόκειται για αποτέλεσμα «εξόρυξης», όχι βεβαίως με σκαπάνη ή εκρηκτικά, αλλά με τις εκρηκτικές τεχνολογικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης και της εξόρυξης δεδομένων (data mining). Για να βρεθεί ο συγκεκριμένος αριθμός λέξεων χρησιμοποιήθηκαν καινοτόμες μέθοδοι τεχνητής νοημοσύνης, όπως για παράδειγμα βαθιά νευρωνικά δίκτυα (υπολογιστικά δίκτυα που μιμούνται τους βιολογικούς νευρώνες) πάνω σε κείμενα από 170 εκατ. ιστοσελίδες. Ο αριθμός των επτά εκατ. δεν αφορά ρίζες, αλλά διαφορετικές λέξεις (π.χ. «άνθρωπος» και «άνθρωποι» είναι δύο διαφορετικές λέξεις).

Τι μας λέει λοιπόν το κείμενο; Ότι αποδελτιώθηκαν 170.000.000 ιστοσελίδες και ότι ο αριθμός 7 εκατομμύρια αφορά «διαφορετικές λέξεις» αλλά… μισό λεπτό! Στην παρένθεση διευκρινίζεται ότι «π.χ. «άνθρωπος» και «άνθρωποι» είναι δύο διαφορετικές λέξεις».

Άρα, δεν μιλάμε για λέξεις (λήμματα λεξικού δηλαδή) αλλά για λεκτικούς τύπους. Για παράδειγμα, η λέξη «άνθρωπος» που ήδη αναφέρθηκε είναι μία λέξη, αλλά έχει, στα νέα ελληνικά, τους εξής κανονικούς λεκτικούς τύπους: άνθρωπος, ανθρώπου, άνθρωπο, άνθρωπε, άνθρωποι, ανθρώπων, ανθρώπους, εφτά λεκτικούς τύπους δηλαδή. (Στα αρχαία ελληνικά είχε δέκα-δώδεκα, αλλά τους άλλους τους… κατάργησαν ο Βερυβάκης και ο Γαβρόγλου). Θα πρέπει να προσθέσουμε μάλλον και τους τύπους με διπλό τόνο λόγω μεταφοράς του εγκλιτικού: άνθρωπός (μας), άνθρωποί (μας).

Φυσικά, υπάρχουν πάμπολλες λέξεις (σύνδεσμοι, επιρρήματα, μόρια κτλ.) που δεν κλίνονται και έτσι έχουν μόνο έναν κανονικό λεκτικό τύπο. Από την άλλη όμως, τα ρήματα έχουν πολύ περισσότερους λεκτικούς τύπους από τα ουσιαστικά. Ένα πλήρως αναπτυγμένο ρήμα πρέπει να έχει πάνω από 100 λεκτικούς τύπους (Ο Νίκος Νικολάου υπολογίζει ότι ένα ρήμα της αρχαίας, αν έχει και δεύτερο αόριστο, φτάνει στους 740 λεκτικούς τύπους).. Οπότε, αν και δεν είναι καθόλου εύκολο να βγάλουμε έναν μέσο όρο, βλέπουμε καθαρά ότι κατά μέσον όρο μια λέξη αντιστοιχεί σε περισσότερους από έναν λεκτικούς τύπους -ίσως 10:1, αν και μπορεί να πέφτω αρκετά έξω.

Εδώ ίσως θα προβάλετε μια ένσταση. Όσο μεγάλο κι αν είναι το σώμα κειμένων που αποδελτιώθηκε, οι σπανιότερες κλιτές λέξεις, ιδίως ρήματα, δεν θα αντιπροσωπεύονται με όλους τους λεκτικούς τους τύπους. Για παράδειγμα, για το ρήμα «ενταλματοποιώ» ή «ξαναξυπνάω» θα περίμενα να βρούμε 2-3 λεκτικούς τύπους μόνο ακόμα και σε ένα τεράστιο σώμα κειμένων, όχι 100. Αυτό το βλέπουμε και στα σώματα της αρχαίας ελληνικής, όπου πάρα πολλά ρήματα εμφανίζονται με ελάχιστους λεκτικούς τύπους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , | 386 Σχόλια »

Η υποτιθέμενη τελειότητα της ελληνικής γλώσσας -ή, το Λερναίο σε νέα ενσάρκωση

Posted by sarant στο 23 Αύγουστος, 2018

Δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στον εκπαιδευτικό ιστότοπο esos.gr ένα άρθρο του μαθηματικού Γιάννη Π. Πλατάρου με τον εντυπωσιακό τίτλο «Για ποίους λόγους, η ελληνική γλώσσα, πλησιάζει την τελειότητα» (αγνοήστε τα περιττά κόμματα στον τίτλο, άλλωστε δεν έχουμε ακόμα φτάσει στην τελειότητα). Στο άρθρο ο συγγραφέας, που νομίζω πως είναι και μάχιμος εκπαιδευτικός στη δημόσια εκπαίδευση, παρουσιάζει κάποια επιχειρήματα για να στηρίξει τον ισχυρισμό του τίτλου, αντλημένα εν μέρει από τη δεξαμενή των ελληνοκεντρικών παραγλωσσολογικών μύθων που έχω παλιότερα αποκαλέσει «Λερναίο κείμενο», αλλά μεταπλασμένα και αναδιατυπωμένα.

Αυτό που ξεχωρίζει το πόνημα του κ. Πλατάρου από το αυθεντικό Λερναίο ή τα παρακλάδια του, είναι ότι ο συντάκτης φαίνεται να αποστασιοποιείται σε κάποια σημεία από τη ρητορική των παραγλωσσολογούντων, να αποδοκιμάζει «παραθεωρίες και αναπόδεικτους ισχυρισμούς» για την ανωτερότητα της ελληνικής γλώσσας, να επιδιώκει μια μέση λύση.

Σαν πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα, θα αναφέρω ένα σημείο, στο οποίο μάλιστα γίνεται αναφορά και σε δικό μου κείμενο. Σε σχέση με την υποτιθέμενη μαθηματική δομή της ελληνικής γλώσσας, ο κ. Πλατάρος γράφει:

Αναφερόμαστε στη ρήση του  ιδρυτή της Microsoft Μπίλ Γκέϊτζ ,  ότι τάχα, «μόνο σ΄ αυτήν δεν υπάρχουν όρια».  Και ότι οι γενιές των νέων υπολογιστών, θα βασιστούν σ΄ αυτήν, ότι γίνονται προσλήψεις σε όσους ξέρουν Αρχαία Ελληνικά κ.ο.κ. Ένας κυκεώνας φημών που αναπαράγονται από τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ … Ομοίως οι «λεξάριθμοι» όπου μια λέξη μεταφράζεται σε αριθμό και εκ του αριθμού βγαίνουν διάφορα συμπεράσματα, δεν έχει σχέση με μαθηματική δομή. Βεβαίως ο επινοητής των «λεξαρίθμων» πολύ καλός συμπατριώτη μου Ελευθέριος Αργυρόπουλος, επιμένει στα ευρήματά του και στην ερμηνεία τους [3] . Στον αντίποδα στέκεται ο Νίκος Σαραντάκος που αποδομεί τα όποια συμπεράσματα [4] και ως τρίτος πόλος η ρήση του Μπιλ Γκέϊτζ. Προσωπικώς πιστεύουμε, ότι όλοι έχουν κάποιο δίκιο σε κάποιο βαθμό αφού υπάρχουν υπερβολές και αντιφάσεις παντού.

Ο συντάκτης, θα προσέξατε, εκφράζει μεν επιφυλάξεις για τη θεωρία των λεξαρίθμων ή την ψευδώς αποδιδόμενη στον Μπιλ Γκέιτς ρήση για τα αρχαία ελληνικά και τους Η/Υ, χωρίς όμως να τις αποδοκιμάζει ρητά και στο τέλος πιστεύει ότι «κάποιο δίκιο έχουν». Σαν να λέμε: υπάρχει η θεωρία της επίπεδης Γης, υπάρχει η ανασκευή της, υπάρχει και η θεωρία της κοίλης Γης -όλες έχουν δίκιο σε κάποιο βαθμό.

Και ο «κάποιος βαθμός» στον οποίο ο κ. Πλατάρος βρίσκει ότι ισχύει η άποψη για «μαθηματική δομή» της ελληνικής, είναι ότι… στις σύνθετες ελληνικές λέξεις τα δύο συνθετικά διατηρούνται ακέραια, ενώ σε ορισμένους νεολογισμούς της αγγλικής γίνεται σύμφυρση -και φέρνει το παράδειγμα του νεολογισμού phubbing από το ph(one) + (sn)ubbing.

Ωστόσο, ο ισχυρισμός του κ. Π. είναι πολλαπλά σαθρός.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικοί μύθοι, Λερναίο κείμενο, Συντακτικό, Το είπε/δεν το είπε | Με ετικέτα: , , , | 394 Σχόλια »

Μεζεδάκια της Λαμπρής

Posted by sarant στο 7 Απρίλιος, 2018

Δεν ήταν πολύ εύκολο, αλλά βρήκα έναν τίτλο για τα μεζεδάκια του Μεγάλου Σαββάτου που να μην τον έχω χρησιμοποιήσει άλλη φορά (λαμπριάτικα, πάντως, τα έχω πει). Και επειδή είναι χρονιάρες μέρες, ίσως η συγκομιδή μας να μην είναι και τόσο πλούσια.

Αλλά ας ξεκινήσουμε με τη γενικομανία της (μεγαλο)βδομάδας.

* Σε άρθρο για τη σύλληψη του Ερβέ Φαλσιανί, διαβάζουμε ότι: «[…] είναι Γάλλος πολίτης και απέφευγε έως τώρα της σύλληψης μένοντας εκτός Ελβετίας».

Προφανώς ο συντάκτης είχε στο νου του το «διαφεύγω», το οποίο μερικοί το συντάσσουν με γενική (πάντως δεν είναι λάθος, ισως μάλιστα είναι και σωστότερο, να το συντάσσουμε με αιτιατική, όπως έκαναν άλλωστε και οι αρχαίοι: διέφευγε τη σύλληψη). Σε κάθε περίπτωση, το «αποφεύγω» είναι εντελώς κωμικό με γενική.

* Η ακλισιά της εβδομάδας, από την ΕΡΤ την περασμένη Κυριακή το βράδυ: «…της σοπράνο Μυρσίνη Μαργαρίτη».

Να το χρεώσουμε στον προφορικό λόγο; Ή έχουμε το ανυπότακτο θηλυκό γένος;

* Ένας φίλος του ιστολογίου μου είχε στείλει πριν από λίγο καιρό ένα ορθογραφικό λαθάκι του in.gr, που έλεγε για «την οικεία» κάποιου (αντί για την οικία του).

Σήμερα στέλνει άλλο λινκ, πάλι από το in.gr, με το αντίστροφο, μπορούμε να πούμε, λαθάκι. Σε άρθρο για τους λεγόμενους στρατηγικούς κακοπληρωτές, διαβάζουμε:

Ακόμη και αν ο δανειολήπτης προσέλθει στην τράπεζα οικιοθελώς, μετά την αναγγελία του εκπλειστηριασμού του ακινήτου του….

Έχει ένα πρόβλημα με τις οικίες ο συγκεκριμένος ιστότοπος, συμπεραίνει ο φίλος μου.

* Κοτσάνα σε τίτλο τρομολαγνικού άρθρου:

ΦΡΙΚΗ: Πτώμα κείτεται νεκρό στη μέση του δρόμου στο κέντρο της Αθήνας.

Και πτώμα αλλά και νεκρό! Ο Μποστ είχε γράψει για «δύο πτώματα νεκρά«, αλλά το έκανε για πλάκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά, Φωτογραφίες | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Από πού βαστάει η σκούφια γνωστών φράσεων που λέμε καθημερινά

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2018

Με αυτό τον τίτλο δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στον ιστότοπο newsbeast.gr ένα άρθρο που προέκυψε από μια συζήτηση που είχε μαζί μου η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Τζαγκαράκη σχετικά με την προέλευση ορισμένων παγιωμένων εκφράσεων.

Εκτός από τα όσα συζητήσαμε, στο άρθρο παρατίθενται επίσης ορισμένα λήμματα από το βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», που τα διάλεξε η κ. Τζαγκαράκη, η οποία διάλεξε και τον ευρηματικό τιτλο του άρθρου.

Όπως συνηθίζω, αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο. Η συζήτηση έγινε τηλεφωνικά κι έτσι το κείμενο έχει κάποιες από τις ατέλειες του προφορικού λόγου. Επιπλέον, αυτά που είπα θα είναι γνωστά στους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου. Οπότε, σαν πανωπροίκι, προσθέτω στο τέλος μερικά πράγματα -όχι πολλά και όχι σίγουρα, δυστυχώς- για την έκφραση «από πού βαστάει η σκούφια του» και την προέλευσή της -τη σκούφια της σκούφιας, κατά κάποιον τρόπο.

«Έχω βγάλει την μπέμπελη» λέει ένας συνάδελφος στο γραφείο με άλλους να απαντούν «κάτι τρέχει στα γύφτικα». Κι εκεί που κάποιοι δίνουν την αίσθηση ότι «σηκώνουν το δικό τους μπαϊράκι» και «τρώνε τα νύχια τους για καβγά» σκέφτομαι ότι δεν θα αργήσει η ώρα που θα «φάμε τα λυσσακά μας»…

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά στον προφορικό λόγο για να περιγράψουμε συγκεκριμένες καταστάσεις.

Ξέρουμε όμως από πού κρατά η σκούφια τους;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Γλωσσοδιορθωτές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 265 Σχόλια »

Ο ρέκτης δεν χαϊδεύει

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2018

Πριν από λίγο καιρό είχαμε συζητήσει στο ιστολογιο τη λέξη «ρέκτης», που την ειχε χρησιμοποιησει σε αγόρευσή του στη Βουλή ο Ευάγγ. Βενιζέλος κατα τρόπο που δεν αποτυπώνεται και τόσο στα λεξικά, αλλά κατοχυρώνεται στη χρήση. Σύμφωνα με τα λεξικά, ρέκτης είναι ο δραστήριος, ο ενεργητικός άνθρωπος -είναι λέξη λόγια, που η ετυμολογία της (που θα τη δούμε πιο κατω) κάθε αλλο παρά σαφής είναι, κι έτσι πολλοι την έχουν παρασυνδέσει με το ορέγομαι (με το οποίο δεν συνδέεται κανονικά) και τη χρησιμοποιούν με τη σημασία «οπαδος, γνώστης, φίλος» ακολουθούμενη με γενικη, π.χ. ρέκτης του κρασιού, ρέκτης του Σαίξπηρ, ρέκτες των θεωριών συνωμοσίας, ρέκτης της νομικής επιστήμης -αυτό ειχε πει και ο Βενιζελος. Τα νεότερα λεξικά περιλαμβάνουν και τέτοιες φράσεις, οπότε η επέκταση αυτή της σημασίας είναι απολύτως αποδεκτή.

Μερικές μέρες αργότερα, εμφανίστηκε στο ιστολόγιο ένα σχόλιο που φέρεται να υπογράφεται απο τον δημοσιογράφο κ. Κώστα Δούκα, του οποίου τα σεμινάρια στην ΕΣΗΕΑ είχα επικρίνει σε σχετικά πρόσφατο άρθρο. Χρησιμοποιώ αυτή την προσεκτική διατύπωση επειδή κάποια στοιχεία μας έκαναν να υποψιαστούμε, εννοώ εμένα και πολλούς άλλους σχολιαστές, ότι στην πραγματικότητα συντάκτης του σχολίου μπορει να είναι ο καλικάντζαρος του ιστολογίου, ένας παλαιός σχολιαστής που έχει αποκλειστεί από το ιστολόγιο και που αλλάζει προσωπεία συχνότερα από πουκάμισα προσπαθώντας να σχολιάσει ξανά.

Ωστόσο, αυτό δεν ενδιαφέρει. Είτε αυθεντικό το σχόλιο είτε όχι, περιέχει μια ετυμολογική πρόταση την οποία πράγματι έχει διατυπώσει ενυπόγραφα σε άλλο αρθρο του ο κ. Δουκας και που έχουν υποστηρίξει κι άλλοι ελληνοκεντρικοί ερευνητές (ανοίξτε το τσουβάλι με τα εισαγωγικά και βάζετε αβέρτα) οπότε δεν είναι άσκοπο να απαντήσω στην άποψη χωρίς να με ενδιαφέρει από πού εκπορεύεται. Στο εξης, θεωρώ ότι το σχόλιο πραγματι γράφτηκε από τον κ. Κώστα Δούκα.

Όπως λέει ο κ. Δούκας:

Έμαθα ότι οι σχολιαστές του πράγματι ενδιαφέροντος ιστολογίου σας σάς αποκαλούν «ρέκτη» και συχνά διερωτώνται τί σημαίνει η αρχαιότατη αυτή ελληνική λέξη. Επιτρέψτε μου να σάς αποστείλω την ετυμολόγησή της (προϊόν πολυετούς προσωπικής ερεύνης), την οποία εδίδαξα σήμερα το πρωΐ στο σεμινάριο της ΕΣΗΕΑ. Θα ήθελα να σάς ερωτήσω σε ποιό ακριβώς σημείο διαφωνείτε ή εντοπίζετε παρετυμολόγηση, ώστε να σάς απαντήσω καταλλήλως, μέσω των πηγών

Η πρόταση του κ. Δούκα είναι η εξής:

Tην έχω βάλει σε εικόνα, όπως μας την έστειλε ο κ. Δούκας, αλλά εχει κάμποσα λαθάκια στο τέλος, στις ξένες λέξεις. Πάντως, την ίδια ετυμολογική πρόταση εχει διατυπωσει ο κ. Δούκας και σε δημοσιευμένο άρθρο του, και το σχετικό απόσπασμα το μεταφέρω εδώ για λόγους πληρότητας:

Ὁ Ὃμηρος λέει «καταρρέζω». Εἶναι σύνθετη λέξη, ἀπό τήν πρόθεση «κατά» καί τό ρῆμα «ρέζω»=πράττω. Σήμερα λέμε ὃτι ὁ δεῖνα εἶναι ρέκτης, δηλαδή πράκτης.
Τό «καταρρέζω» σημαίνει στήν κυριολεξία «πράττω κάτι πρός τά κάτω», ἢτοι θωπεύω, χαϊδεύω, διότι θωπεύουμε ἐκ τῶν ἂνω πρός τά κάτω καί ὂχι ἀντιστρόφως. Χάριν τοῦ μέτρου ὁ Ὃμηρος ἀφαιρεῖ καί ἐδῶ μία συλλαβή, καί τό «καταρρέζω» γίνεται «καρρέζω».

Καί πῶς λένε οἱ Γάλλοι τό «θωπεύω»;
Caresser.
Πῶς λένε οἱ Ἂγγλοι τό «σέ φροντίζω», «σ᾽ ἀγαπῶ»;
I care you.
Πῶς λένε οἱ Ἰταλοί τό «ἀγάπη μου»;
Cara mia. Καί τό πολυαγαπημένε carissimo.
Κατά τά ἂλλα ὁμιλοῦν τήν μητρική τους γλῶσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γκας Πορτοκάλος, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Ετυμολογικά, Ελληνοβαρεμένοι | Με ετικέτα: , , , | 171 Σχόλια »

Ελληνική γλώσσα: Μύθοι και αλήθειες, δάνεια και αντιδάνεια

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2018

Το σαββατοκύριακο που μας πέρασε είχα πάει στις Βρυξέλλες όπου την Κυριακή, προσκαλεσμένος του Ελληνικού Κύκλου, έδωσα μια ομιλία με τον μακροσκελή τίτλο «Ελληνική γλώσσα: Μύθοι και αλήθειες, δάνεια και αντιδάνεια». Πέρασα πολυ ωραία με παλιους φίλους, γνώρισα και μερικούς καινούργιους ενώ εντυπωσιάστηκα και από την προσέλευση στην ομιλία, παρά τον βροχερό καιρό (ή ίσως εξαιτίας του).

Όπως συνηθίζω σε τέτοιες περιστάσεις, αναδημοσιεύω εδώ το κείμενο της ομιλίας μου, αν και βέβαια οι τακτικοί θαμώνες του ιστολογίου θα έχουν διαβάσει πολλές φορές τα όσα είπα, ίσως μάλιστα με την ίδια ακριβώς διατύπωση -οι ομιλίες που κατά καιρούς δίνω, εφόσον έχουν το ίδιο θέμα εύλογο είναι να έχουν και το ίδιο περίπου περιεχόμενο. Τέλος πάντων, αμαρτία εξομολογημένη.

Η ομιλία μου διάρκεσε περιπου μιάμιση ώρα, ενώ ακολούθησε συζήτηση με το κοινό για άλλη μιαν ώρα περίπου.

Εδώ δημοσιεύω το γραπτό κείμενο που έχει μόνο τη δική μου εισήγηση. Όμως παραθέτω και μια πρόχειρη ηχογράφηση που έκανα, όπου μπορείτε να ακούσετε και τις ερωτήσεις (όχι πολύ καθαρά) και τις απαντήσεις, ενώ βέβαια και στην εισήγησή μου σε διάφορα σημεία ξέφυγα από το χειρόγραφο.

Τέλος, κάποιος καλός άνθρωπος βιντεοσκόπησε τα πρώτα 17 λεπτά της ομιλίας μου και τα ανέβασε στο Γιουτούμπ. Ιδού:

Το ηχητικό αρχείο το ακούτε εδώ:

ενώ το κατεβάζετε από εδώ.

Το γραπτό κείμενο της ομιλίας μου είναι αυτό:

Ελληνική γλώσσα: Μύθοι και αλήθειες, δάνεια και αντιδάνεια!

Ξεκινώντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που ήρθατε σήμερα, να ευχαριστήσω και τον Κύκλο για την τιμή που μου έκανε να με προσκαλέσει να σας μιλήσω, και ειδικά τον φίλο Κωστή Γεραρή που με αυτόν κάναμε τις συνεννοήσεις. Στις Βρυξέλλες έχω κάνει άλλες δυο φορές ομιλίες για τη γλώσσα, αλλά εκείνες είχαν γίνει στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και είχαν θέμα προσαρμοσμένο περισσότερο στο αντικείμενο των ελληνικών μεταφραστικών τμημάτων. Σήμερα θα συζητήσουμε κάτι περισσότερο τερπνό και λιγότερο υπηρεσιακό: για τους μύθους και τις αλήθειες σχετικά με την ελληνική γλώσσα, καθώς και τα ταξίδια των γλωσσών και των λέξεων, θέματα πολύ εκτεταμένα, που δεν φιλοδοξώ να τα εξαντλήσω· άλλωστε, προτίμησα να αφήσω αρκετό χρόνο για τη συζήτηση, στην οποία μπορούμε να συζητήσουμε οποιοδήποτε σχεδόν γλωσσικό θέμα θέλετε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά δάνεια, Γλωσσικοί μύθοι, Εκδηλώσεις, Λερναίο κείμενο | Με ετικέτα: , | 228 Σχόλια »

Υπάρχει τάχα μια αρχαία επίκληση κρυμμένη μέσα στο ελληνικό αλφάβητο;

Posted by sarant στο 12 Φεβρουαρίου, 2018

Ομολογώ ότι κι άλλες φορές ειχα σκεφτεί να ασχοληθώ με το σημερινό θέμα, και δεν το αποφάσιζα επειδή το έβρισκα ανάξιο λόγου, αλλά είναι η τρίτη ή τέταρτη φορά που κάποιος αλληλογράφος με καλεί να το σχολιάσω, οπότε ίσως δεν είναι εντελώς περιττό.

Εννοώ ένα ανόητο κείμενο που κυκλοφορεί τα τελευταία χρόνια, σε διάφορες παραλλαγές, για μια «αρχαία επίκληση» ή, αλλού, μια «μυστική προσευχή» που είναι τάχα κρυμμένη μέσα στο ελληνικό αλφάβητο. Ως τώρα το κείμενο αυτό δημοσιευόταν σε αναξιόπιστους ιστοτόπους, αλλά τώρα βλεπω ότι ο μύθος δημοσιεύτηκε σε ιστότοπο που διά γυμνού οφθαλμού φαίνεται σχετικά σοβαρός και μάλιστα συνδέεται με κάποιο τρόπο με τη Μηχανή του Χρόνου (που βέβαια τον τελευταίο καιρό έχει δημοσιεύσει κι άλλα αναξιόπιστα άρθρα).

Πρόκειται για αυτό εδώ το άρθρο, που διατυπώνει από τον τίτλο κιόλας την ερώτηση: Γνωριζετε ποια είναι η αρχαία επίκληση που κρύβει η αλφαβήτα;

Το άρθρο δεν ασχολείται μόνο με την «αρχαία επίκληση» αλλά διατυπώνει και άλλους εξωφρενικούς ισχυρισμούς, για τη δήθεν μαθηματική δομή της ελληνικής, για την αρχαία ελληνική την οποία χρησιμοποιούν (μόνο αυτήν) οι σύγχρονοι υπολογιστές για να επικοινωνήσουν και για τα έξι εκατομμύρια λέξεις που δήθεν έχει η ελληνική γλώσσα. Παίρνετε, δηλαδή, μια ιδέα για τη σοβαρότητα του άρθρου -και του ιστοτόπου που το φιλοξενεί.

Ωστόσο, με τα θέματα αυτά έχουμε ασχοληθει παλιότερα. Για τη δήθεν μαθηματική δομή της γλώσσας έχουμε γράψει στο ιστολόγιο, για τον αριθμό των λέξεων της ελληνικής γλώσσας υπάρχει ένα παλιό μου άρθρο, που πάντως θέλει επικαιροποίηση, ενώ για τους σύγχρονους υπολογιστές που μόνο στα αρχαία ελληνικά μπορούν να επικοινωνούν (Τι τηνικάδε αφίξαι, ω Χιούλετ;) αρκεί να ζητήσουμε απ’ αυτούς που προβάλλουν τον ισχυρισμό να μας υποδείξουν τα στοιχεία της έρευνας που επικαλούνται. Ποιοι είναι τέλος πάντων αυτοί οι υπολογιστές; Πού βρίσκονται; Μήπως στην υπόγεια ραβινική βιβλιοθήκη της Ζυρίχης;

Οπότε, αυτά τα προσπερνάμε και εστιαζόμαστε στην «αρχαία επίκληση».

Ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη, και μεταφέρω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα του άρθρου:

Ωστόσο αυτό που αποδεικνύεται πράγματι ασύλληπτο είναι το γεγονός ότι το Ελληνικό αλφάβητο κρύβει μια μυστική επίκληση! Εάν πάρουμε τα γράμματά του και τα θέσουμε στη σειρά, ως δια μαγείας εμφανίζεται μια αρχαία προσευχή που εξυμνεί το Φως και την Ψυχή!

Έχουμε, λοιπόν:

“Αλ φα, βη τα Γα! Αμα δε Ελ, τα εψ ιλών. Στη ίγμα, (ίνα) ζη τα, η τα, θη τα Ιώτα κατά παλλάν Δα. (Ινα) μη νυξ η, ο μικρόν (εστί) πυρός δε ίγμα ταφή εψ ιλών, φυ (οι) Ψυχή, ο μέγα (εστί)!”

Η μετάφραση έχει ως εξής:

Νοητέ ήλιε, εσύ που είσαι το φως, έλα στη Γη! Κι εσύ, ήλιε ορατέ, ρίξε τις ακτίνες σου στον πηλό που ψήνεται. Ας γίνει ένα καταστάλαγμα για να μπορέσουν τα Εγώ να ζήσουν, να υπάρξουν και να σταθούν πάνω στην παλλόμενη Γη. Ας μην επικρατήσει η νύχτα, που είναι το μικρόν, και κινδυνεύσει να χαθεί το καταστάλαγμα της φωτιάς μέσα στην αναβράζουσα λάσπη, κι ας αναπτυχθεί η Ψυχή, που είναι το μέγιστο, το σημαντικότερο όλων!”

Τη μυστική αυτή επίκληση μαθαίνουμε να κάνουμε όλοι ασυνείδητα από την ώρα που μαθαίνουμε το Ελληνικό αλφάβητο!

Ο εμπνευστής του μύθου βάζει τα γράμματα του αλφαβήτου στη σειρά, και μετά τα χωρίζει και τα ενώνει με αρκετή φαντασία ώστε να σχηματίσει λέξεις ή πιο σωστά σπαράγματα λέξεων της αρχαίας ελληνικής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαιολατρία, Αλφάβητο, Γλωσσικοί μύθοι, Λερναίο κείμενο | Με ετικέτα: , , , | 204 Σχόλια »

Σημαίνον, σημαινόμενο και Πάμε πακέτο

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2018

Τις προάλλες ο φίλος μας ο Αλέξης, σε σχόλιό του, μας ενημέρωσε ότι στην εκπομπή Πάμε πακέτο η παρουσιάστρια Βίκυ Χατζηβασιλείου αναφέρθηκε σε γλωσσικά θέματα, δυστυχώς αναπαράγοντας έναν από τους πολλούς γλωσσικούς μύθους, που μπορεί να ακούγονται ευχάριστα αλλά δεν έχουν καμιά ή σχεδόν καμιά βάση.

Εδώ στο ιστολόγιο μας αρέσει να ανασκευάζουμε μύθους, ιδίως γλωσσικούς. Περιέργως όμως δεν βρίσκω να έχουμε αφιερώσει άρθρο στον συγκεκριμένο μύθο, αν και παρεμπιπτόντως έχουμε αναφερθεί -οπότε, σκέφτηκα να γράψω το σημερινό άρθρο, να υπάρχει.

Αλλά ας δούμε πρώτα το στιγμιότυπο απο την εκπομπή. Δεν κρατάει πολύ, ένα μόνο λεπτό είναι, από το 34.30 ως το 35.30 -ή, αν προτιμάτε, δείτε πιο κάτω τη δική μου μεταγραφή.

Αν κατάλαβα καλά, ο νεαρός κύριος που είναι καλεσμένος στην εκπομπή είναι Άγγλος, ονόματι Φίλιπ. Αντιγράφω από το δελτίο τύπου της εκπομπής: Ο Φιλίπ είναι ένας 33χρονος άντρας που έρχεται από την Αγγλία για να εντοπίσει τα ίχνη του Έλληνα πατέρα του, μιας και δεν τον έχει γνωρίσει ποτέ. Είναι ο καρπός ενός καλοκαιρινού ειδυλλίου της μητέρας του με έναν Έλληνα που γνώρισε κατά τη διάρκεια των διακοπών της στον Πόρο. Από μικρός γνωρίζει για την ελληνική του καταγωγή, αλλά μέχρι σήμερα δεν τολμούσε να αναζητήσει τις ρίζες του.

Αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα εστιάσουμε την προσοχή μας στα γλωσσικά. Η κυρια Βίκυ Χατζηβασιλείου λοιπόν, συνομιλεί με τη βοήθεια διερμηνέα με τον Φίλιπ,  ο οποίος λέει ότι η μητέρα του σκόπιμα του έδωσε το όνομα αυτό, που έχει ελληνική αρχή. Και τότε η παρουσιάστρια λέει (απομαγνητοφωνώ πιστά):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Λερναίο κείμενο, Τηλεοπτικά | Με ετικέτα: , , , | 199 Σχόλια »