Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσικό ζήτημα’ Category

Γιατί λέμε «εφημερίδα» και όχι «επημερίδα»;

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2018

Το ερώτημα τέθηκε πριν από μερικές μέρες στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ. Εφόσον, λέει, έχουν καταργηθεί τα πνεύματα, ποια απάντηση πρέπει να δοθεί σε έναν μαθητή που θα ρωτήσει «Γιατί λέμε «εφημερίδα» και όχι «επημερίδα»;»

Το ίδιο ερώτημα έχει κατά καιρούς τεθεί και από άλλους -ένας γνωστός συγγραφέας, πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια, είχε διερωτηθεί:

«Πώς θα διδάξω στο παιδί μου να λέει «καθόλου» αντί «κατόλου», αν δεν μπορώ να του εξηγήσω την τροπή του τ σε θ λόγω της δασείας;». Το ίδιο επιχείρημα έχουν φέρει και άλλοι, που αναρωτήθηκαν αν τώρα θα πρέπει να λέμε κάτοδος και μέτοδος, αφού η οδός έπαψε να δασύνεται.

Το επιχείρημα του γνωστού λογοτέχνη είναι έωλο. Το παιδί μαθαίνει τη λέξη «καθόλου» πολύ πριν μάθει να γράφει και να διαβάζει και βέβαια δεν την ετυμολογεί, διότι, εδώ που τα λέμε, δεν υπάρχει και πολύ μεγάλη σχέση ανάμεσα στο «όλος» και στο «καθόλου» που δηλώνει την απόλυτη άρνηση ή την απόλυτη έλλειψη, που αυτή είναι η πρώτη έννοια που θα μάθει το μικρό παιδί, πχ. δεν περίσσεψε καθόλου τυρί, δεν περάσαμε καθόλου καλά. (Μάλιστα, επειδή η λέξη άλλαξε σημασία, κι εμάς μάς δυσκολεύει όταν βρούμε σε καθαρευουσιάνικα κείμενα να διατηρείται η αρχική σημασία της, που είναι «εν γένει, συνολικά», και είναι αντίθετη από την τρέχουσα, π.χ. «διεφώνησε με τον καθόλου χειρισμό του θέματος από την κυβέρνηση»).

Αλλά παρασύρθηκα με το καθόλου. Το θέμα είναι ότι το παιδί θα μάθει τη λέξη ως ενιαία και καθόλου δεν θα δυσκολευτεί να τη χρησιμοποιήσει, όπως και τη λέξη «εφημερίδα», τουλάχιστον όσο συνεχίσουν να εκδίδονται και να κυκλοφορούν. Όταν το παιδί μαθαίνει την εφημερίδα, δεν του είναι σαφές ότι η λέξη ετυμολογείται από την ημέρα. Όταν του γίνει σαφές, και θέσει την ερώτηση γιατί λέμε «εφημερίδα» και όχι «επημερίδα», η απάντηση είναι σαφής:

Λέμε εφημερίδα επειδή παλιότερα η λέξη «ημέρα» έπαιρνε δασεία και προφερόταν διαφορετικά. Η λέξη-κλειδί εδώ είναι «παλιότερα».

Κατά πάσα πιθανότητα, η συζήτηση αυτή θα γίνει όταν ο μαθητής έχει μάθει για τα πνεύματα, που τα μαθαίνει στην πρώτη Γυμνασίου και θα συνεχίσει να τα μαθαίνει στην ίδια τάξη ακόμη κι αν (μακάρι!) καταργηθεί η διδασκαλία των αρχαίων από το πρωτότυπο.

Αλλά ακόμα κι αν ο μαθητής είχε διδαχτεί τα πνεύματα εξ απαλών ονύχων, από την πρώτη δημοτικού δηλαδή, και πάλι θα μάθαινε την εφημερίδα ως ενιαία λέξη χωρίς να τη συνδέει με την ημέρα, και το φαινόμενο της δάσυνσης των συνθέτων θα το μάθαινε πολύ αργότερα, στο γυμνάσιο, διότι τότε είναι παιδαγωγικά αποδοτικό να διδαχτούν σύνθετες έννοιες της ετυμολογίας.

Αυτό δεν το λέω απλώς υποθετικά, αλλά ομιλώ εκ πείρας. Διδάχτηκα πολυτονικό σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και μπορώ να βεβαιώσω ότι η μαθησιακή σειρά ήταν και τότε η ίδια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Ετυμολογικά, Μονοτονικό, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , , | 212 Σχόλια »

Το ελληνικό λεξιλόγιο από τον Όμηρο μέχρι σήμερα (άρθρο του Γ. Παπαναστασίου)

Posted by sarant στο 23 Μαΐου, 2018

Στη Θεσσαλονίκη όπου είχα πάει τις προάλλες, ειχα τη χαρά να κάνω τη γνωριμια του καθηγητή Γιώργου Παπαναστασίου, Αναπληρωτή Καθηγητή Ιστορικής Γλωσσολογίας του Α.Π.Θ. και Διευθυντή του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Σπουδών (Ιδρύματος Μ. Τριανταφυλλίδη). Χάρηκα όταν μου είπε ότι μας διαβάζει και ακομα περισσότερο χάρηκα όταν, μερικές μέρες αργότερα, μου έστειλε δυο άρθρα που έχουν θεμα που ενδιαφέρει πολύ το ιστολόγιο: τον γλωσσικό δανεισμό και τη συγκρότηση του λεξιλογιου της ελληνικής. Δημοσιευω σήμερα το πρώτο από αυτά και στο κοντινο μέλλον θα δημοσιεύσω και το άλλο, που εξετάζει «την άλλη όψη του νομίσματος» δηλαδή τα ελληνικά δάνεια σε ξένες γλώσσες. Και τα δυο άρθρα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ελιμειακά» του Συλλόγου Κοζανιτών Θεσσαλονίκης.

Προειδοποιώ πως το άρθρο είναι μεγάλο, αλλά δεν θα βόλευε τη συζήτηση να το κόψω σε δύο μέρη. Νομίζω άλλωστε πως αξίζει ο κόπος που θα κάνετε να το διαβάσετε. Κάποιες παράγραφοι του άρθρου θα μπορούσαν να δώσουν έναυσμα για χωριστά άρθρα του ιστολογίου -κάτι που μπορεί να γινει στο μέλλον.

«ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ»

Γιώργος Κ. Παπαναστασίου

A΄. Προϊστορική, πρωτοϊστορική και αρχαϊκή εποχή. Είναι η περίοδος που ξεκινάει από την ινδοευρωπαϊκή προϊστορία και φτάνει ως τον 6ο αιώνα, συμπεριλαμβάνοντας τον Όμηρο, το πρώτο εκτενές αρχαιοελληνικό κείμενο, που ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ. και μας παρέχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του πρώιμου ελληνικού λεξιλογίου. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Όμηρος δεν είναι το αρχαιότερο ελληνικό κείμενο. Παλαιότερα κατά αρκετούς αιώνες, αφού χρονολογούνται περίπου από το 1500 έως το 1200 π.Χ., είναι μικρά, επιγραφικά κείμενα που βρέθηκαν γραμμένα σε πήλινες πινακίδες στα ανάκτορα της Πύλου, της Κνωσού, των Μυκηνών, της Τίρυνθας, της Θήβας και άλλων πόλεων της μυκηναϊκής εποχής. Η μικρή έκταση, όμως, των κειμένων αυτών και η φύση τους, καθώς είναι σε μεγάλο βαθμό καταγραφές λογιστικού τύπου, δεν μας παρέχουν τη λεξιλογική ποικιλία που βρίσκουμε αργότερα στα ομηρικά έπη.) Ένα τμήμα του αρχαϊκού λεξιλογίου είναι κληρονομημένο από μια προϊστορική γλώσσα, που την ονομάζουμε ινδοευρωπαϊκή, από την οποία προέρχονται η ελληνική, η λατινική, η ινδική, η περσική, η αρμενική, οι σλαβικές γλώσσες, αλλά και η αγγλική, η γερμανική, η ολλανδική. Εδώ ανήκουν λέξεις όπως πατήρ, μήτηρ, φράτηρ ‘αδελφός’, θυγάτηρ, υἱός, ἀνήρ ‘άντρας’, γυνή ‘γυναίκα’, οἶκος, δόμος ‘σπίτι’, πόλις, θύρα, ἔδομαι ‘τρώω’, πίνω, ἅλς ‘αλάτι’, μέλι, ἀγρός, βοῦς ‘βόδι’, αἴξ ‘κατσίκα’, ὄϊς ‘πρόβατο’, ὗς ‘γουρούνι’, ἵππος, δρῦς ‘βαλανιδιά’, φύομαι ‘φυτρώνω’, ἀρόω ‘οργώνω’, σπείρω ‘σπέρνω’, ἀμέλγω ‘αρμέγω’, ὑφαίνω κτλ.

Ακόμη και μικρές φράσεις, όπως κλέος ἄφθιτον ‘αθάνατη δόξα’, δωτῆρες ἐάων ‘δωρητές αγαθών’, οι οποίες μαρτυρούνται στον Όμηρο, υπήρχαν ήδη στην πρωτοϊνδοευρωπαϊκή. (Ίσως είναι χρήσιμη μια μικρή παρένθεση για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, αυτή τη μητέρα-γλώσσα από την οποία προέρχονται τα ελληνικά, τα λατινικά και οι λατινογενείς γλώσσες [ιταλικά, γαλλικά, ισπανικά κτλ.], τα ινδικά, αλλά και τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ολλανδικά κτλ. Ας δούμε αυτές τις ομοιότητες: αρχαίο ελληνικό πατήρ, λατινικό pater [> γαλλικό père, ιταλικό padre], ινδικό pitar-, αγγλικό father, γερμανικό Vater· αρχαίο ελληνικό μήτηρ, λατινικό mater [> γαλλικό mère, ιταλικό madre], ινδικό matar-, αγγλικό mather, γερμανικό Mutter· αρχαίο ελληνικό δύο, λατινικό duo [> γαλλικό deux, ιταλικό duo], ινδικό dva-, αγγλικό two, γερμανικό zwei· αρχαίο ελληνικό τρεῖς, λατινικό tres [> γαλλικό trois, ιταλικό tre], ινδικό trayas, αγγλικό three, γερμανικό drei· αρχαίο ελληνικό ἕξ, λατινικό sex [> γαλλικό six, ιταλικό sei], ινδικό saks-, αγγλικό six, γερμανικό sechs, κτλ. Αυτές οι λέξεις μοιάζουν η μία με την άλλη, επειδή έχουν κοινή προέλευση. Καθεμιά τους προέρχεται από την ίδια λέξη αυτής της παλαιάς γλώσσας που την έχουμε ονομάσει πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, συγκεκριμένα από τις μορφές *ph1ter, *mater, *duo, *treies, *sex. Θα μείνουμε απλώς στη διαπίστωση των ομοιοτήτων ανάμεσα στις λέξεις αυτών των γλωσσών και στην κοινή ινδοευρωπαϊκή καταγωγή τους, γιατί κάθε απόπειρα να αναλύσουμε περισσότερο αυτή την κατάσταση απλώς θα μας έβγαζε από τον στόχο αυτού του κειμένου.)

Εκτός όμως από τις κληρονομημένες λέξεις ινδοευρωπαϊκής προέλευσης, τόσο στον Όμηρο όσο και στα παλαιότερα κείμενα των μυκηναϊκών πινακίδων, υπάρχουν δάνεια από άλλες γλώσσες. Λέξεις όπως χρυσός, λαβύρινθος, σέλινον, σῖτος ‘σιτάρι’, σήσαμον ‘σουσάμι’, κέρασος ‘κεράσι’ κτλ. ανήκουν σε αυτή την κατηγορία, των πολύ πρώιμων δανείων. Είναι δηλαδή λέξεις που η αρχαία ελληνική δεν τις κληρονόμησε από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή, αλλά τις γνώρισε από άλλες γλώσσες με τις οποίες ήρθε σε επαφή και τις ενσωμάτωσε στο ελληνικό λεξιλόγιο. Την προέλευση ορισμένων από αυτές την αναγνωρίζουμε με μεγαλύτερη ή μικρότερη βεβαιότητα, π.χ. οι μυκηναϊκές και στη συνέχεια ομηρικές λέξεις χρυσός και χιτών γνωρίζουμε ότι είναι σημιτικής προέλευσης, προέρχονται δηλαδή από κάποια σημιτική γλώσσα (σημιτικές γλώσσες είναι μεταξύ άλλων η αρχαία αιγυπτιακή, η εβραϊκή, η φοινικική, αλλά και η σύγχρονη αραβική), αν και δεν έχουμε προσδιορίσει ποια ακριβώς είναι η πηγή τους. Αντίθετα, τα περισσότερα γράμματα του αλφαβήτου, π.χ. ἄλφα, βῆτα, γάμμα, γνωρίζουμε ότι έχουν φοινικική προέλευση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά δάνεια, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , | 189 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απρίλιος, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Η κόρη του περιβολάρου έπεσε εις τας λάσπας

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχει πέσει πολλή δουλειά, αλλά κι επειδή δεν το έχω παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύω σήμερα ένα άρθρο που είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο πριν από πολλά πολλά χρόνια, που είναι στην πραγματικότητα ένα απόσπασμα από το κλασικό έργο Γλώσσα και ζωή του πρωτοπόρου δημοτικιστή (και μαθηματικού) Ελισαίου Γιανίδη (1865 -1942).

Να πούμε δυο λόγια για τον συγγραφέα. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταμάτης Σταματιάδης. Γεννήθηκε στο Νιχώρι του Βοσπόρου το 1865, σπούδασε γεωπονία, χημεία και μαθηματικά (όπου έκανε και διδακτορικό), εργάστηκε στην εκπαίδευση (απολύθηκε από το Βαρβάκειο επειδή έλεγε στα παιδιά να μην κλίνουν «η Κίνα της Κίνης»), και είχε σημαντικό έργο σε δυο τομείς που δεν τους είχε σπουδάσει, τη γλώσσα και τη βυζαντινή μουσική. Το βιβλίο του «Γλώσσα και ζωή» (1908 και 2η έκδοση 1915) γαλούχησε γενεές δημοτικιστών και αξίζει να διαβαστει και σήμερα, έστω κι αν το σημερινό γλωσσικό τοπίο είναι εντελώς διαφορετικό μετά την οριστική επικράτηση της δημοτικής. Ωστόσο, ο αναγνώστης μπορεί να χαρεί τον λόγο ενός μάστορα και τα επιχειρήματα ενός καθαρού μυαλού και να πάρει μια ιδέα της γλωσσικής πολεμικής στις αρχές του προηγούμενου αιώνα.

Όπως θα δείτε, ο Γιανίδης στο απόσπασμα αυτό κάνει ένα πείραμα: παίρνει λέξεις λόγιες και τις προσαρμόζει στο τυπικό της δημοτικής, κι αυτό γίνεται σχεδόν ή τελείως αβίαστα, κι έπειτα παίρνει λέξεις λαϊκές και επιχειρεί να τις προσαρμόσει στο τυπικό της καθαρεύουσας οπότε το αποτέλεσμα είναι κωμικό, όπως στον τίτλο μας όπου η καθαρευουσιάνικη γενική των αρσενικών (του μαθητού, του εφέτου) εφαρμόζεται σε μια καθαρά λαϊκή λέξη.

Να σημειωθεί ότι αυτό το πείραμα ήταν πολύ πιο επίκαιρο πριν από 100 χρόνια, τότε που έγινε δηλαδή, όταν η καθαρεύουσα ήταν η μορφή γλώσσας που κυριαρχούσε στην εκπαίδευση και στις εφημερίδες. Σήμερα, μόνο σε δυο-τρεις περιπτώσεις ακούγονται ακόμη οι καθαρευουσιάνικοι τύποι, και μία από αυτές είναι τα γυναικεία κύρια ονόματα σε -ώ, όπου η ξιπασιά έφερε αναβίωση του αρχαίου τυπικού σε τύπους όπως «της Κλειούς» και μάλιστα επέκτασή του και σε λαϊκά ονόματα, αφού έστω και μειοψηφικά ακούγονται τύποι όπως «της Αργυρούς», που ήταν αδιανόητοι παλιότερα.

Η γλώσσα του Γιανίδη είναι θαρρώ ίδια με τη σημερινή δημοτική, με μια εξαίρεση -οι παλιοί δημοτικιστές δεν δικαιώθηκαν στον πληθυντικό των παλιών τριτοκλίτων, όπου ο τύπος π.χ. «οι λέξες», που τον χρησιμοποιεί εδώ ο Γιανίδης και που τον χρησιμοποιούσε και ο Σολωμός -είναι λαϊκός τύπος, όχι κατασκευασμένος, εννοώ- όχι μόνο δεν επικράτησε αλλά έχει πια περιπέσει σε απόλυτη αχρηστία.

Αλλά αυτό είναι θέμα για άλλο άρθρο.

Γλώσσα και ζωή (απόσπασμα) 

Εξετάσαμε ποιες σφαλερές αρχές πρωτοστατήσανε στο σχηματισμό του λεξικού. Όμοιο σύστημα ιδεών ακολούθησε η γραφτή μας γλώσσα και στο τυπικό. Εδώ η θεμελιακή πλάνη είναι, πως οι τύποι της φυσικής γλώσσας είναι λαθεμένοι και πως αυτό το έφερε η σκλαβιά και η αμάθεια: ο λαός δεν είχε σκολεία για να μαθαίνει τους ορθούς τύπους, γι’ αυτό τους εστρέβλωσε.

[…]

Η αλλαγή του τυπικού είναι ένα φυσικό φαινόμενο, που το φέρνουν λόγοι ψυχολογικοί, φωνητικοί, ακουστικοί. Σε καμιά γλώσσα δεν έλειψε. Το βλέπουμε και στην αρχαία ελληνική, όταν την πάρουμε σε δυο διάφορες εποχές. Κι εκείνοι που μελέτησαν την αρχαία και τη νέα ελληνική, με το φακό της επιστήμης και όχι του πατριωτισμού, οι γλωσσολόγοι δηλαδή, με μια γνώμη όλοι (και οι οπαδοί της καθαρεύουσας μαζί), μάς λένε πως διαφθορά δεν υπάρχει, και πως η μεταβολή του τυπικού που γέννησε τη σημερινή γλώσσα δεν είναι άλλο παρά συνέχεια των μεταβολών που παρατηρούμε στην ίδια την αρχαία από μιαν εποχή σ’ άλλη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γλωσσικό ζήτημα, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , | 133 Σχόλια »

Ιστορική ορθογραφία: άταφος νεκρός ή αναγκαίο κακό;

Posted by sarant στο 29 Ιανουαρίου, 2018

Το ερώτημα στον τίτλο του άρθρου δεν είναι δικό μου, είναι ο τίτλος ενός βιβλίου του Δημήτρη Καλαμπούκα, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες και που το διάβασα στις γιορτές και θέλω να το παρουσιάσω μια και αφορά θέματα που ενδιαφέρουν πολύ το ιστολόγιό μας.

Είναι ένα περίεργο βιβλίο, με την έννοια ότι δεν κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία, ούτε διατίθεται (απ’ όσο ξέρω) σε έντυπη και βιβλιοδετημένη μορφή. Έχει εκδοθεί αποκλειστικά σε ηλεκτρονική έκδοση, παναπεί είναι ηλεβιβλίο, και μπορείτε να το διαβάσετε επιγραμμικά ή να το κατεβάσετε από εδώ, δωρεάν -με δύο έννοιες αυτής της λέξης. Δηλαδή μπορείτε να το διαβάσετε/κατεβάσετε χωρίς να πληρώσετε, μπορείτε όμως και να στείλετε μια μικρή δωρεά στον συγγραφέα, σαν επιβράβευση της πρωτοβουλίας του. Εγώ μόλις έστειλα.

Είναι μια ενδιαφέρουσα μέθοδος αυτοέκδοσης αυτή, αδάπανη και ευκίνητη, πρόσφορη πιστεύω για τέτοια βιβλία, που δύσκολα θα έβρισκαν συμβατικόν εκδότη -αν και το συγκεκριμένο δεν απευθύνεται σε πολύ ειδικό κοινό. Να σημειώσω ότι πριν από 2-3 χρόνια, ο Βασίλης Αργυρόπουλος είχε κι αυτός εκδώσει ένα γλωσσικό βιβλίο, κατά σύμπτωση πάλι περί ορθογραφίας, με τη μέθοδο της ηλέκδοσης και δωρεάν διάθεσης (το είχαμε παρουσιάσει).

Ο Δημήτρης Καλαμπούκας είναι από τους νέους γλωσσολόγους μας και ασχολείται με θέματα που μπορει να ενδιαφέρουν και ένα ευρύτερο κοινό -είχαμε αναφερθεί παλιότερα σε μια εργασία του για τα σύνθετα του «άγω». Το βιβλίο που θα σας παρουσιάσω σήμερα το βρήκα πολύ ενδιαφέρον και χάρηκα την ανάγνωση, αν και διαφωνώ απόλυτα με τις προτάσεις του συγγραφέα. Δεν υπάρχει αντίφαση εδώ, όπως θα δούμε.

Στην εισαγωγή,  ο συγγραφέας εκθέτει τη σχέση γλωσσας και γραφής, μιλάει για τα συστήματα γραφής και διακρίνει τρία είδη ορθογραφίας: τη φωνητική ορθογραφία, τη φωνημική ή φωνολογική ορθογραφία και την ιστορική ορθογραφία. Αυτό που συνήθως λέμε «φωνητική» ορθογραφία είναι στην πραγματικότητα η φωνολογική, όταν πχ κάποιος γράφει «ι κακί μαθίτρια έκανε εμφανί κε ασινχόριτα λάθι» -η φωνητική ορθογραφία θα έβρισκε διαφορές (αλλόφωνα) στο μ του εμφανή, στο ν του ασυγχώρητα, στο κή κτλ. (Ο Καλαμπούκας ακολουθεί ακόμα πιο στενό ορισμό της φωνολογικής ορθογραφίας, αλλά έτσι γίνεται εμφανέστερη η διαφορά). Η φωνητική ορθογραφία χρησιμοποιείται μόνο στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο από τους γλωσσολόγους, ενώ γλώσσες που έχουν ορθογραφία που προσεγγίζει τη φωνολογική είναι πχ τα ισπανικά, τα λατινικά, τα αρχαία ελληνικά της προκλασικής και κλασικής εποχής, τα ρουμάνικα, τα τούρκικα κτλ. Σε αυτές υπάρχει (κατά προσέγγιση) αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία μεταξύ φθόγγων και γραφημάτων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Ορθογραφικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 222 Σχόλια »

Αξίζουμε καλύτερα άρθρα για τη γλώσσα

Posted by sarant στο 16 Νοέμβριος, 2017

Πριν από μερικές μέρες ο ποιητής Γιάννης Υφαντής δημοσίευσε στο tvxs.gr ένα άρθρο για την ελληνική γλώσσα με τον τίτλο «Οι Έλληνες αξίζουν καλύτερα ελληνικά«. Δυο-τρεις φίλοι μού το προώθησαν και μου ζήτησαν να το σχολιάσω. Ομολογώ πως αν δεν ήταν οι δικές τους παραινέσεις, μάλλον θα το προσπερνούσα, διότι είναι άχαρο να προσπαθείς να σχολιάσεις και να αντικρούσεις ένα άρθρο σαν κι αυτό του Υφαντή, χωρίς αρχή, μέση και τέλος, χωρίς κάποιον ειρμό στην ανάπτυξη των επιχειρημάτων, που διαρκώς δίνει στον αναγνώστη την εντύπωση ότι οι παράγραφοι του κειμένου έχουν τοποθετηθεί με τυχαία σειρά. Αλλά οι φίλοι επέμεναν, οπότε έγραψα το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα. Θα παραθέσω εκτενή αποσπάσματα από το άρθρο του Υφαντή, που άλλωστε μπορείτε να το βρείτε στον παραπάνω σύνδεσμο.

Ο Υφαντής ξεκινάει επισημαίνοντας έναν κατά τη γνώμη του μεγάλο κίνδυνο που απειλεί την ελληνική γλώσσα: η χωρίς καμιάν ανάγκη επιρρηματοποίηση των επιθέτων στη γλώσσα μας, έχοντας κρατήσει για πολύ κι έχοντας μια τάση διαρκώς αυξητική, κατάντησε να είναι μήτρα βαρβαρισμών και σολοικισμών…. Διαφορετικά, δεν υπάρχει πρόβλημα, μπορούμε, άνετοι μες στην γλωσσική αναισθησία μας, να λέμε και να ξαναλέμε διαρκώς: «Είπαμε προηγούμενα» αντί του σωστού «είπαμε προηγουμένως», «τον πήραν βίαια», αντί του σωστού «τον πήραν βιαίως ή με τη βία». 

Από τα παραδείγματα που δίνει, βλέπουμε ότι με τον καινοφανή όρο «επιρρηματοποίηση των επιθέτων», ο Υφαντής φαίνεται να εννοεί την τάση, που έχει ξεκινήσει από τα μεσαιωνικά χρόνια, τα επιρρήματα σε -ώς να τρέπονται και να παίρνουν κατάληξη σε -ά, μια τάση που είναι μεν δεσπόζουσα αλλά με κανένα τρόπο γενικευμένη, αφού υπάρχουν επιρρήματα σε -ώς που κανείς δεν θα τα τρέψει σε -ά εκτός αν θέλει να αστειευτεί (σαφώς, αμιγώς, προφανώς), υπάρχουν άλλα που έχουν αναπτύξει διτυπίες (εκτάκτως/έκτακτα κτλ.), άλλα όπου επικρατεί ο τύπος σε -ως αλλά ακούγεται και ο τύπος σε -ά (όπως το προηγουμένως), και άλλα, τα περισσότερα θα έλεγα, όπου είναι συχνότερος ο τύπος σε -ά (καλά έκανες, υπερβολικά μεγάλο νούμερο, μίλα καθαρά).

Θα μπορούσαμε να γράψουμε άρθρο για τα επιρρήματα, αλλά δεν θα το κάνω τώρα, μεταξύ άλλων επειδή ο Υφαντής δεν ξεκαθαρίζει αν τάσσεται εναντίον όλων των επιρρημάτων σε -ά ή αν απλώς τον ενοχλεί η κατάχρησή τους. Υποθέτω το δεύτερο, αλλά ακόμα και τότε, δεν μπορώ με τίποτα (ή με τίποτε, διότι φαίνεται πως η διαφορά των δύο τύπων έχει διαστάσεις κοσμοϊστορικές!) να δεχτώ ότι ο τύπος «βιαίως» είναι «ο σωστός» (και άρα ο τύπος «βίαια» λανθασμένος).

Αρκεί να σημειώσω ότι ο Σεφέρης, τον οποίο δίκαια (ή δικαίως) εκθειάζει παρακάτω ο Υφαντής, χρησιμοποιεί αβίαστα (να πούμε «αβιάστως»;) στα κείμενά του, πεζά και ποιητικά, τα επιρρήματα σε -ά/α, τα «επιρρηματοποιημένα επίθετα» που τόσο ενοχλούν τον Υφαντή. Κατά σύμπτωση μάλιστα, σε μια μετάφρασή του, που υπάρχει στο Τετράδιο Γυμνασμάτων Β’, ο Σεφέρης χρησιμοποιεί το… αφορεσμένο επίρρημα «βίαια»: ανέβηκες βίαια στο καράβι μας. Αν με ρωτάτε, θα έβρισκα κωμικό το «βιαίως» εδώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσαμύντορες, Γλωσσικό ζήτημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , | 151 Σχόλια »

Το κρυφό τσιμπούσι, ο πρώτος γλωσσικός μύθος

Posted by sarant στο 20 Μαρτίου, 2017

Οι γλωσσικοί μύθοι είναι ένα από τα αγαπημένα θέματα του ιστολογίου μας, και όχι άδικα αφού το Διαδίκτυο αποτελεί, δυστυχώς, προνομιακό χώρο διάδοσης των κάθε λογής μύθων, μαζί και των γλωσσικών, στους οποίους εμείς οι Έλληνες έχουμε μιαν ευπάθεια.

Ωστόσο, ο μύθος που θα δούμε σήμερα γεννήθηκε πολλές δεκαετίες πριν από το Διαδίκτυο, κατά πάσα πιθανότητα αρκετές δεκαετίες πριν και από τον «μύθο της μίας ψήφου«, που χρονολογείται μάλλον από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Το σημερινό άρθρο θα μας φέρει πιο πίσω, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Όσοι συζητούν σήμερα για το γλωσσικό ζήτημα, δύσκολα μπορούν να συλλάβουν την οξύτητα που είχε προσλάβει στις πρώτες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα η γλωσσική αντιπαράθεση. Η Ελλάδα μάλιστα έχει τη θλιβερή διάκριση να έχει θρηνήσει νεκρούς ύστερα από διαδηλώσεις που είχαν ως αφορμή το γλωσσικό ζήτημα, εννοώ τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903.

Για να θυμίσω τους όρους, Ευαγγελικά είναι οι ταραχές που ξέσπασαν με αφορμή τη δημοσίευση της μετάφρασης του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου από τον Αλέξανδρο Πάλλη στην εφημ. Ακρόπολις, ενώ Ορεστειακά οι αντίστοιχες ταραχές όταν ανεβηκε η Ορέστεια του Αισχύλου σε μετάφραση. Για να περιοριστούμε στα Ευαγγελικά, που έθεταν και το πιο σύνθετο πρόβλημα, εφόσον άγγιζαν όχι μόνο τη γλώσσα αλλά και τη θρησκεία, πρέπει να αναφέρουμε ότι είχε προηγηθεί, με ενθάρρυνση της βασίλισσας Όλγας, μια μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τη γραμματέα της, την Ιουλία Καρόλου, σε απλή καθαρεύουσα. Η μετάφραση αυτή συνάντησε τις αντιρρήσεις της Ιεράς Συνόδου, τελικά εκδόθηκε σε 1.000 αντίτυπα το 1900 που μοιράστηκαν σε νοσοκομεία κτλ. και γενικά πέρασε απαρατήρητη.

Δεν έγινε το ίδιο με τη μετάφραση του Πάλλη, που άρχισε να δημοσιεύεται στην Ακρόπολι του πρωτοπόρου Βλάση Γαβριηλίδη -όχι μόνο επειδή ο Πάλλης χρησιμοποιούσε ανόθευτη, ψυχαρική δημοτική -«μαλλιαρή» με την ορολογία της εποχής- αλλά και διότι οι άλλες εφημεριδες βρήκαν την ευκαιρία να χτυπήσουν την ανταγωνίστριά τους κι έτσι εξαπέλυσαν εκστρατεία εναντίον του «ατοπήματος».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικοί μύθοι, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , , , , , | 236 Σχόλια »

Ο Παπαδιαμάντης από τα ελληνικά στα ελληνικά (Σταύρος Ζουμπουλάκης)

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2017

Μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βάλαμε, όπως κάθε χρόνο, διηγήματα του Παπαδιαμάντη -και αναπόφευκτα ήρθε η συζήτηση και στη γλώσσα του και αν αποτελεί εμπόδιο στην κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη (βέβαια, οι θαμώνες του ιστολογίου δεν βρίσκονται όλοι στην πρώτη νιότη, κι έτσι δεν αποτελούν αντιπροσωπευτικό δείγμα του αναγνωστικού κοινού).

def52b03ffad83d42265f69a68448e6cΕίχα σκοπό, και αν θυμάμαι καλά το είχα υπαινιχθεί σε κάποιο σχόλιο, αμέσως μετά τις γιορτές να ανεβάσω το σημερινό άρθρο του Σταύρου Ζουμπουλάκη, που εξετάζει το πρόβλημα των ενδογλωσσικών μεταφράσεων γενικά, και ειδικότερα του Παπαδιαμάντη.

Το άρθρο το πήρα από το εξαιρετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη «Ο στεναγμός των πενήτων», με παπαδιαμαντικά δοκίμια. Θα θυμώσει ίσως ο συγγραφέας, διότι το κείμενό του το παρουσιάζω μονοτονισμένο, για προφανείς τεχνικούς λόγους (δεν έχω οσιάρ πολυτονικό) ενώ επίσης για τεχνικούς λόγους παραλείπω τις (ουσιαστικές) υποσημειώσεις -αλλά αυτό ίσως είναι και καλό, να υστερεί σε κάτι η διαδικτυακή έκδοση εφόσον πρόκειται για πρόσφατο βιβλίο: να πάτε να το πάρετε!

Το πρόβλημα του αν πρέπει να μεταφράζεται ενδογλωσσικά (να μεταγλωττίζεται θα έλεγαν κάποιοι) ο Παπαδιαμάντης (ή γενικά κάθε κείμενο του 19ου αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα) δεν είναι η πρώτη φορά που τίθεται. Στο ιστολόγιο δεν θυμάμαι να το έχουμε ξανασυζητήσει, αλλά όταν το 2005 είχε εκδοθεί η μεταγλωττισμένη Πάπισσα Ιωάννα είχα γράψει ένα άρθρο στο οποίο είχα ταχθεί εναντίον της συγκεκριμένης μετάφρασης χωρίς να απορρίπτω την ιδέα της μετάφρασης γενικά -και είχα επίσης υποστηρίξει τις αντικριστές εκδόσεις (αριστερά το πρωτότυπο, δεξιά το μεταφρασμένο) όπως κάνει και ο Ζουμπουλάκης στο σημερινό άρθρο. Αν με ρωτούσατε σήμερα, θα είχα ακόμα λιγότερες επιφυλάξεις για τη μετάφραση του Παπαδιαμάντη ή του Ροΐδη -και καμία για άλλα κείμενα της καθαρεύουσας που δεν έχουν τόσο ιδιάζον ύφος.

Το δοκίμιο του Ζουμπουλάκη είναι εξαιρετικά καλογραμμένο, με νηφαλιότητα και με επιχειρήματα που μου φαίνονται πολύ γερά. Αλλά αυτό που μου αρέσει περισσότερο είναι ότι, ενώ ολοφάνερα δεν τον ευχαριστεί η κατάσταση που περιγράφει (ότι δηλαδή οι νέοι δυσκολεύονται με τα παλιότερα κείμενα) ούτε καταφεύγει σε ιερεμιάδες και ελεεινολογίες, ούτε ψάχνει να βρει ενόχους (το μονοτονικό, το ΠΑΣΟΚ, τον Φίλη), ούτε προτείνει ανεφάρμοστες και ατελέσφορες λύσεις όπως άλλοι (να πολλαπλασιαστούν οι ώρες διδασκαλίας των αρχαίων, να διδάσκονται τα αρχαία από το νηπιαγωγείο κτλ.). Οι προτάσεις του Ζουμπουλάκη (κι αν βιάζεστε, πηγαίνετε κατευθείαν στις αριθμημένες παραγράφους στο τέλος του κειμένου) είναι όλες εφαρμόσιμες και πολύ μελετημένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Μεταφραστικά, Παπαδιαμάντης, Παλιότερα ελληνικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 238 Σχόλια »

Στο αρχιπέλαγος της αμετροέπειας

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2016

Από τον Γενάρη του 2015 που έγινε βουλευτής ο Κώστας Ζουράρις, έχει καταφέρει να απασχολήσει όχι λίγες φορές την επικαιρότητα. Βοηθάει σ’ αυτό και η τηλεοπτική μετάδοση των κρίσιμων συνεδριάσεων της Βουλής όπως και η εύκολη αναπαραγωγή ψηφιακών αρχείων με στιγμιότυπα βίντεο που γίνονται ιότροπα -κι έτσι, ας πούμε, από μια αγόρευση του Ζουράρι εμπλουτίστηκε η ελληνική αργκό με τη λέξη ‘μέζεα’, ενώ πριν από 25 χρόνια η αντίστοιχη κορόνα θα έμενε θαμμένη σε κάποια μέσα σελίδα εφημερίδας.

Ο Κ. Ζουράρις χτυπάει μια στο καρφί και μια στο πέταλο -κάποιες δηλώσεις του ακούγονται υπερπατριωτικές, κάποιες άλλες θα χαρακτηρίζονταν «εθνομηδενιστικές» από τους καραμπελιάδες φίλους του αν τις είχε κάνει άλλος. Επίσης, στις δηλώσεις του αντλεί (αλύπητα) λέξεις από την ακένωτη δεξαμενή της τρισχιλιετούς μας, περιφρονώντας αγέρωχα την ακριβή σημασία των έτσι κι αλλιώς άγνωστων λέξεων που ξεθάβει, εφόσον ακόμα κι αν βγει να του πει κανένας μίζερος Γιάννης Χάρης ότι το «καλλίπυγος μαγωδία» είναι σολοικισμός διότι δεν μπορεί μια παντομίμα (αυτό είναι δα η μαγωδία) να έχει όμορφα οπίσθια (αυτό είναι η πυγή), το φιλοθεάμον (ή φιλοθέαμον, αν επιμένετε) κοινό θα έχει ήδη θαυμάσει και θα έχει προχωρήσει παραπέρα.

Με πληροφορούν μάλιστα πως αυτή η τάση του Κ.Ζ. προς τις αρχαιοπρεπείς πομφόλυγες έχει γεννήσει και τον αργκοτικό νεολογισμό «ζουράρω», ήτοι: Λολοπαίγνιο εκ των τζουράρω και του επωνύμου του υφυπουργού παιδείας Κώστα Ζουράρι (ή Ζουράρεως για να ζουράρουμε), σημαίνει πίνω κι εγώ από αυτό που πίνει και δεν μας δίνει ο Κώστας Ζουράρις, παίρνω μια μικρή τζούρα από τον τετρακισχιλιετή γλωσσικό πλούτο του Ελληνισμού, οπότε αρχίζω να μιλάω με ακατάληπτες λέξεις στα αρχαία ελληνικά διά ατενσιονχοριλικίου και θουκυδιδείων μπινελικίων περαίνων την των τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν. Συνώνυμο: παθαίνω ζουραρίαση.

Για να είμαι πάντως δίκαιος, ο Κ.Ζ. έχει γράψει και αξιόλογα πράγματα (όπως και σκύβαλα) και δεν αρνούμαι ότι κάποιες φορές, ιδίως όταν δεν ζουράρει, μπορεί να είναι σαγηνευτικός ομιλητής -ενώ έχει δίκιο και σε αρκετές θέσεις του.

Ωστόσο, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με έναν επιφυλλιδογράφο ή έναν συγγραφέα, να πεις ότι δίκιο είχε ο Ζουράρις όταν αποκάλεσε μαλάκες όσους χαρακτήρισαν δικτάτορα τον Φιντέλ Κάστρο αλλά άδικο όταν επέκρινε τα σχολικά βιβλία. Ούτε, παρά τις περί του αντιθέτου ενδείξεις, έχουμε να κρίνουμε την παράσταση ενός καλλιτέχνη, να πούμε ότι πολύ γελάσαμε με τα μέζεα αλλά το παράκανε με τον αρχέκακο όφι τον Αλεμανό. Ο κ. Ζουράρις είναι πολιτικός πλέον, και όσο κι αν στους βουλευτές αναγνωρίζεται μεγαλύτερος βαθμός ελευθερίας, και είθισται κάθε κοινοβουλευτικό σώμα να διαθέτει και μερικούς εκκεντρικούς, ελεύθερα ηλεκτρόνια, μάβερικ, μοναχικούς καβαλάρηδες, ιδιόρρυθμους τέλος πάντων, τώρα πια ο κ. Ζουράρις είναι υφυπουργός και μοιραία αυτά που λέει αντανακλούν πάνω στην κυβέρνηση, ακόμα κι όταν κάνει χαλαρές δηλώσεις περί ανέμων και υδάτων σε κάποιον ραδιοσταθμό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Επικαιρότητα, Εκπαίδευση | Με ετικέτα: , , , | 178 Σχόλια »

Όταν η Εφημερίς έγινε Εφημερίδα

Posted by sarant στο 9 Μαρτίου, 2016

Όχι οποιαδήποτε εφημερίς όμως, αλλά η Εφημερίς της Κυβερνήσεως, με άλλα λόγια το μοναδικό επίσημο και υποχρεωτικό μέσο δημοσιοποίησης των νόμων της Ελληνικής Δημοκρατίας, που μόνο με τη δημοσίευσή τους αποκτούν ισχύ νόμου.

Αυτό λοιπόν το επίσημο έντυπο, από τις 23 Φεβρουαρίου 2016 άλλαξε σχεδόν ανεπαίσθητα τον τίτλο του -τώρα λέγεται «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» της Ελληνικής Δημοκρατίας:

fek

Η αλλαγή αυτή μόλις προχτές έγινε αντιληπτή στα κοινωνικά μέσα και σχολιάστηκε αρκετά. Κι επειδή το ιστολόγιό μας είναι ιστολόγιο γλωσσικό, δεν θα μπορούσε να μην πάρει μέρος στη συζήτηση. (Κανονικά, το σημερινό άρθρο θα δημοσιευόταν χτες, αλλά δεν θέλησα να διαταράξω τη συνήθεια που θέλει κάθε δεύτερη Τρίτη να έχω ένα κομμάτι από τα βιβλία του πατέρα μου). Δεν πρόκειται βέβαια για καμιά κοσμοϊστορική αλλαγή, αλλά αξίζει ένα άρθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , | 229 Σχόλια »

Ο κ. Γιανναράς και η Ανεξάρτητη Αρχή Γλωσσικής Προστασίας

Posted by sarant στο 22 Ιανουαρίου, 2016

Το ιστολόγιο κι άλλες φορές έχει σχολιάσει γλωσσικές απόψεις του κ. Χρήστου Γιανναρά, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει θρηνήσει κατ’ επανάληψη την «αιωνίως θνήσκουσα» γλώσσα μας. Θα θυμάστε, ας πούμε, ότι είχε χαρακτηρίσει τη θέσπιση του μονοτονικού συστήματος συμφορά ασύγκριτα χειρότερη από τη μικρασιατική καταστροφή (εδώ το απαντητικό μας άρθρο). Στην Καθημερινή της περασμένης Κυριακής, ο κ. Γιανναράς επανέρχεται στα γλωσσικά, με μια πρόταση που δεν θυμάμαι να έχει διατυπώσει άλλη φορά, και που ίσως αξίζει να σχολιαστεί.

Ο κ. Γιανναράς διατυπώνει την πρότασή του στην αρχή κιόλας της επιφυλλίδας του: Θα ήταν ίσως συνετό (αν θυμόμαστε ακόμα τι σημαίνει η λέξη «σύνεση») να αποκτούσαμε στο ελλαδικό μας (τάχα και) κράτος μια επιπλέον «ανεξάρτητη αρχή»: αρχή «γλωσσικής προστασίας».

Ποια θα είναι η αποστολή αυτής της ανεξάρτητης αρχής; Μας το αναπτύσσει παρακάτω:

Mια «ανεξάρτητη αρχή γλωσσικής προστασίας» θα έδινε συντεταγμένη μάχη με θεσμικά μέτρα για την ποιοτική καλλιέργεια της γλωσσικής εκφραστικής. Θα μπορούσε να παρεμβαίνει και προληπτικά για τη μείωση βαρβαρισμών (παραβίασης γραμματικών κανόνων και γλωσσικής αισθητικής) ή σολοικισμών (παραβίασης συντακτικών κανόνων και γλωσσικής λογικής) στον δημόσιο λόγο: Nα εξετάζει σε προφορική δοκιμασία τους υποψήφιους να εργαστούν ως εκφωνητές ή παρουσιαστές ειδήσεων, συντονιστές συζητήσεων, πολιτικοί αγορητές, συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες, σχολιαστές παρελάσεων, δημόσιων τελετών, εόρτιων επετείων κ.τ.ό.

Ο κ. Γιανναράς μπαίνει ακόμα και σε λεπτομέρειες, δίνει παραδείγματα των… θεμάτων των εξετάσεων γλωσσικής επάρκειας: Nα τους ζητάει να διακρίνουν, π.χ., το σωστό από το λάθος: Oκτώ-βριος ή Oκτώμ-βριος, Σεπ-τέμβριος ή Σεμ-πτέβριος; «Oσον αφορά» ή «ως αναφορά»; «Aφήνω μια πληροφορία-φήμη-είδηση να διαρρεύσει» ή «διαρρέω» μια πληροφορία-φήμη-είδηση; Ποια είναι η σωστή προστακτική: «Eπανάλαβε» ή «επανέλαβε», «απόδειξέ το» ή «απέδειξέ το», «ανάπνεε κανονικά» ή «ανέπνεε κανονικά»;

Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε πώς θα λειτουργεί η Ανεξάρτητη Αρχή Γλωσσικής Προστασίας της πρότασης Γιανναρά. Σύμφωνα με τα παραπάνω, η Αρχή δεν θα εξετάζει μόνο («προληπτικά») τους δημοσιογράφους της τηλεόρασης, αλλά και υποψήφιους να εργαστούν ως πολιτικοί αγορητές ή συνεντευξιαζόμενοι καλλιτέχνες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσική αλλαγή | Με ετικέτα: , , , | 226 Σχόλια »

Μια φιλική γλωσσική παρατήρηση

Posted by sarant στο 18 Οκτώβριος, 2015

Στο αρχείο Βάρναλη, που φυλάσσεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ανάμεσα στην αλληλογραφία του ποιητή υπάρχει και μια επιστολή που θα τη δούμε στο σημερινό μας σημείωμα. Πρόκειται για μια φιλολογική λεπτομέρεια, που έχει ενδιαφέρον από δυο απόψεις, μια γλωσσική και μια αρχειονομική, ας πούμε.

Ο Βάρναλης είναι ο παραλήπτης. Αποστολέας της επιστολής είναι ο Ελισαίος Γιανίδης, μια μεγάλη μορφή του δημοτικισμού. Αξίζει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτόν. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταμάτης Σταματιάδης. Γεννήθηκε στο Νιχώρι του Βοσπόρου το 1865, σπούδασε γεωπονία, χημεία και μαθηματικά (όπου έκανε και διδακτορικό), εργάστηκε στην εκπαίδευση (απολύθηκε από το Βαρβάκειο επειδή έλεγε στα παιδιά να μην κλίνουν «η Κίνα της Κίνης»), και είχε σημαντικό έργο σε δυο τομείς που δεν τους είχε σπουδάσει, τη γλώσσα και τη βυζαντινή μουσική. Το βιβλίο του «Γλώσσα και ζωή» (1908 και 2η έκδοση 1915) γαλούχησε γενεές δημοτικιστών και αξίζει να διαβαστει και σήμερα, ανάμεσα στ’ άλλα και για να χαρεί ο αναγνώστης τον λόγο ενός μάστορα και τα επιχειρήματα ενός καθαρού μυαλού.

Στη δεκαετία του 1930, όταν δηλαδή γράφεται η επιστολή, ο Γιανίδης (εδώ φωτογραφία του) είναι πια ηλικιωμένος, αλλά εξακολουθεί να παρακολουθεί τα γλωσσικά και να τα σχολιάζει (στον παλιό μου ιστότοπο έχω βάλει ένα άρθρο του εκείνης της εποχής).

Ιδού λοιπόν η επιστολή (αριστερά βλέπετε φωτογραφία της πρώτης σελίδας)

elgian22Νέα Σμύρνη 40-5
11-10-3x

Φίλε κύριε Βάρναλη,

Σας διαβάζω με πολυ ενδιαφέρον.

Ασχέτως με την ουσία, ζητω τη φιλική-σας άδεια να σας κάμω μια παρατήρηση γλωσσική. Η αγάπη μου στη δημοτικη με αναγκάζει και ελπίζω ότι δε θα με παρεξηγήσετε.

Γράφετε:
δε γίνανε για όφελος ολίγων κηφήνων μα για όφελος δικό του            2 Οκτωβρίου

δεν μπορεί να ιδεί ό,τι θέλει μα ό,τι του δείξουν (9 Οκτ.)

Δεν κατάστρεψε πολιτισμό αιώνων μα δημιούργησε (11 Οκτ)

να μην είναι ο δούλος μα ο κύριος της μηχανής (11 Οκτ.)

Λίγα δείγματα στην τύχη. Συστηματικα και χωρις εξαίρεση γράφετε μα εκει που νομίζω πως χρειάζεται παρά. Ποτε στην ομιλία-μας δε λέμε «δεν είναι αυτος μα είναι ο άλλος» – Δεν είναι αυτος παρά είναι ο άλλος. Είναι το γερμανικό sondern.

Ίσως έχετε ενάντια γνώμη και το γράφετε απο πεποίθηση. Τότε σέβομαι τη γνώμη-σας. Αν όμως είναι απο συνήθεια (και το θεωρώ μια κακη μετάφραση του αλλά της καθαρέβουσας), τότε θα σας παρακαλέσω να το προσέξετε. Έλαβα αυτο το θάρρος απο αγάπη της δημοτικης. Αλλου βέβαια είναι στη θέση-του το μα, όταν σημαίνει όμως (aber). Π.χ. Μα εργοστάσια έχει και η Αγγλία … Μα αυτό γίνεται και στη Γερμανία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δημοτικισμός, Μικροφιλολογικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 73 Σχόλια »

Η γαλή δεν είναι γάτα

Posted by sarant στο 24 Ιουλίου, 2015

Ανάμεσα στα χαρτιά που στοιβάζονται πάνω στο γραφείο μου υπήρχε, και σε πρόσφατο τεκτονικό σεισμό ήρθε στην επιφάνεια, ένα γράμμα που μου είχε στείλει φίλος δικηγόρος, φανατικός πολέμιος των νέων τεχνολογιών (φανταστείτε: δεν έχει καν μέιλ) στο οποίο εκθέτει ένα μικρογλωσσικό στιγμιότυπο που το βρίσκω ενδιαφέρον για το σημερινό μας θέμα -και ταυτόχρονα δίνω μια (μακρινή) πάσα για μελλοντικό (μακρινό) άρθρο.

Λέει ο φίλος μου στο γράμμα του: Να τι μπορείς να πάθεις όταν είσαι αφηρημένος και λειτουργείς μηχανικά. Σε Αγωγή κατά την ειδική διαδικασία άρθρου 681 Α ΚΠολΔ, ο εναγόμενος οδηγός είχε ισχυρισθεί συντρέχον πταίσμα του ενάγοντος, ότι δηλαδή φρενάρισε ξαφνικά διότι πετάχτηκε μπροστά του μια γάτα. Όταν ο Δικαστής Σ… [παραλείπεται μειωτικός χαρακτηρισμός] μελετούσε τη Δικογραφία, είχε μπροστά του αφενός τις Προτάσεις του, όπου ο πληρεξούσιός του Δικηγόρος είχε γράψει για «γαλή», και αφετέρου τα Πρακτικά της Δίκης, όπου η μάρτυρας  είχε καταθέσει για «μια γάτα». Αφηρημένος, και ενεργώντας μηχανικά, απέρριψε τον ισχυρισμό με το σκεπτικό ότι επρόκειτο για… γάτα και όχι για γαλή!

Επιπλέον, ο φίλος μου στέλνει φωτοτυπία από το έγκριτο Νομικό Βήμα (τόμος 31, σελ. 260) όπου περιγράφεται η υπόθεση. Μεταφέρω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσικά στιγμιότυπα, Γλωσσικά ευτράπελα, Νομικά | Με ετικέτα: , , | 187 Σχόλια »

Κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;

Posted by sarant στο 4 Ιουνίου, 2015

Ο τίτλος του άρθρου δεν είναι δικός μου, είναι ο τίτλος της επιφυλλίδας του συγγραφέα Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή της Κυριακής που μας πέρασε. Γλωσσικό είναι το ιστολόγιό μας, δεν ήταν λοιπόν δυνατόν να αφήσω ασχολίαστο το άρθρο του Τ.Θ., αν και δεν θα σταθώ μόνο (ή κυρίως) στη βασιμότητα της «πρότασης» που υποθετικά διατυπώνεται στον τίτλο παρά σε ορισμένα άλλα ζητήματα που θίγει το άρθρο, κάποια από αυτά παρεμπιπτόντως.

Διότι βέβαια, η πρόταση να «επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα» δεν διατυπώνεται στα σοβαρά από τον Τ.Θ. Όπως λέει και ο ίδιος: Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα παιδί μου, κι εγώ, εδώ που τα λέμε, είπα να κάνω λίγη πλάκα. Πράγματι, δεν είναι ούτε εφικτό ούτε επιθυμητό να επιστρέψουμε στην καθαρεύουσα: και ο ίδιος ο Τ.Θ. άλλωστε, που αν δεν κάνω λάθος (μια και είναι μεγαλύτερός μου στην ηλικία) διδάχτηκε την καθαρεύουσα στα μαθητικά θρανία, γράφει το κείμενό του στην κοινή νεοελληνική (δηλαδή στη δημοτική), παρεμβάλλοντας μόνο καναδυό κουρελάκια καθαρευουσιάνικα, ακριβώς τη γενική «καθαρευούσης» ή το ευπρεπισμένο «σιδΗρογροθιές». Και να ήθελε να γράψει καθαρεύουσα δεν θα μπορούσε ή έστω θα έπρεπε να κοπιάσει πολύ -και κατά πάσα πιθανότητα όλο και κάποια ελληνικούρα θα του ξέφευγε.

Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό του «γλωσσικού ζητήματος» στην εποχή μας. Σε αντίθεση με τα παλιότερα χρόνια, όπου όταν π.χ. ο Μιστριώτης κατακεραύνωνε τον Ψυχάρη ή ο Φιλήντας ειρωνευόταν τον Χατζιδάκι χρησιμοποιούσαν διακριτές μορφές γλώσσας, στη σημερινή αντιπαράθεση για το γλωσσικό όλοι εκείνοι που συμμετέχουν στην πολεμική, γράφουν στην ίδια Ελληνική, κατανοητή από κάθε επαρκή αναγνώστη, οι δε διαφοροποιήσεις του ενός από τον άλλον γίνονται σε υφολογικό επίπεδο και σε περιορισμένο φάσμα γλωσσικών επιλογών, όπου ο ένας προτιμά λογιότερο και ο άλλος δημωδέστερο τύπο.

Αν λοιπόν η πρόταση του κ. Θεοδωρόπουλου διατυπωνόταν στα σοβαρά, το άρθρο θα τελείωνε κάπου εδώ. Ωστόσο, η επιφυλλίδα του κ. Θ. αποτελεί βάναυση διαστρέβλωση της πραγματικότητας σε αρκετά σημεία, κι έτσι δεν είναι περιττός ο σχολιασμός της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ζήτημα, Εφημεριδογραφικά, Εκπαίδευση, Καθαρεύουσα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 292 Σχόλια »