Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Γλωσσοδιορθωτές’ Category

Προσεκτικοί ομιλητές, αυτολογοκρισία και το στοίχημα του Πασκάλ

Posted by sarant στο 19 Ιουνίου, 2019

Στο σημερινό άρθρο θα επαναλάβουμε εν μέρει ένα παλιότερο, όχι επειδή θέλω να ξεκουραστώ από το μαγγανοπήγαδο της καθημερινής ιστογραφίας αλλά διότι προστέθηκαν νέα στοιχεία στη συζήτηση.

Στη γλωσσική ομάδα Υπογλώσσια ανέκυψε χτες, για πέμπτη ή δέκατη φορά, το… ακανθώδες ερώτημα αν «το σωστό» είναι να λέμε «αυτό αφορά τον τάδε» ή «αυτό αφορά στον τάδε». Έτσι γίνεται όταν συζητάμε στα ιστολόγια, τα φόρουμ και τα κοινωνικά μέσα, αφού το κοινό που απαρτίζει την ομήγυρη ανανεώνεται και μεταβάλλεται κι έτσι τα ίδια ερωτήματα, παρόλο που έχουν συζητηθεί ήδη, τίθενται ξανά και ξανά.

Το θέμα το έχουμε συζητήσει και εδώ, στο ιστολόγιο -και ως απάντηση στην ερώτηση παρέθεσα το περσινό μας άρθρο.

Μια φίλη, που είναι μάχιμη φιλόλογος, σχολίασε ως εξής:

Συμφωνώ απολύτως με την απρόθετη χρήση – και επίσης ταιριάζει περισσότερο στο γλωσσικό μου αισθητήριο. Αλλά έχω το εξής πρόβλημα: κρίνομαι ως φιλόλογος και στο μυαλό πολλών, αν με ακούσουν να λέω «αφορά το», θα χαρακτηριστώ αστοιχείωτη. Αυτό με «υποχρεώνει» να χρησιμοποιώ το «αφορά στο», ώστε να είμαι «σωστή» σε κάθε περίπτωση.

Και συνόδεψε το σχόλιό της με μια λυπημένη φατσούλα 😦 για να δείξει ότι δεν το κάνει με χαρά της αυτό.

Η φίλη μας δηλαδή παραδέχτηκε ότι ενώ εκείνη θεωρεί σωστή και στρωτή τη σύνταξη «αυτό αφορά την τάξη μας», επειδή είναι φιλόλογος και φοβάται μήπως άλλοι (γονείς μαθητών; συνάδελφοι; ο διευθυντής;) τη χαρακτηρίσουν αστοιχείωτη, εξαναγκάζεται να χρησιμοποιεί τη σύνταξη «αυτό αφορά στην τάξη μας» για να έχει τα νώτα της καλυμμένα (αυτήν ακριβώς τη διατύπωση χρησιμοποίησε στη συνέχεια της συζήτησης.

Το βρίσκω ανθρώπινο από μέρους της αλλά εξοργιστικό που αναγκάζεται σε μια τέτοια γλωσσική αυτολογοκρισία και στρέβλωση.

Της έγραψα: Αχ, σας καταλαβαίνω, αλλά είναι σωστό να κάνουμε το χατίρι των ηλιθίων; (Διότι ηλίθιος είναι όποιος κακοχαρακτηρίσει φιλόλογο επειδή γράφει «αφορά το τάδε θέμα» αντί για «αφορά στο τάδε θέμα»).

Τη δική μου θέση την ξέρετε. Θεωρώ εξίσου αποδεκτούς τους δύο τύπους και προσωπικά χρησιμοποιώ τον απρόθετο («αφορά το») πάντοτε. Άλλοι (λιγότεροι προς το παρόν) χρησιμοποιούν πάντοτε τον εμπρόθετο τύπο, κάποιοι χρησιμοποιούν πότε τον ένα και πότε τον άλλον ενώ κάποιοι κάνουν και διάκριση ανάλογα με τις σημασίες του ρήματος.

Το βέβαιο είναι ότι πριν από 25 χρόνια ο απρόθετος τύπος (αφορά το) ήταν ακόμα πιο συχνός απ’ό,τι είναι σήμερα. Την αύξηση της χρήσης του εμπρόθετου τύπου μπορούμε να την αποδώσουμε σε σημαντικό βαθμό στο λεξικό του Γ. Μπαμπινιώτη.

Στο λεξικό αυτό, σημειώνεται, σε ειδικό πλαίσιο και με μαύρα στοιχεία:

Η χρήση αφορά σε είναι λογιότερη και πιο προσεγμένη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Επαναλήψεις, Εκπαίδευση, Λεξικογραφικά, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: , , , , | 90 Σχόλια »

Ο Σεφέρης, η καθαρεύουσα και ο κ. Θεοδωρόπουλος

Posted by sarant στο 8 Μαΐου, 2019

Θα σχολιάσω σήμερα στο ιστολόγιο μια πρόσφατη επιφυλλίδα του  συγγραφέα κ. Τάκη Θεοδωρόπουλου στην Καθημερινή. Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που το ιστολόγιο σχολιάζει τις συντηρητικότατες γλωσσικές απόψεις του κ. Τ.Θ. ή που επισημαίνει τα γλωσσικά του μαργαριτάρια («που σοβατίζει ρωγμές στους τοίχους των κειμένων» κατά την ορολογία του κυρίου Τάκη).

Εννοώ την επιφυλλίδα με τίτλο «Η ταπείνωση των ελληνικών» που δημοσιεύτηκε στο πασχαλινό φύλλο της Καθημερινής.

Ήδη από τον τίτλο ο αρθρογράφος δίνει τον τόνο -και το δηλώνει και απερίφραστα στο άρθρο του, ότι «Τα ελληνικά που μιλάμε, και αυτά στα οποία γράφουμε, δεν είναι παρά μια ταπεινωμένη εκδοχή της πανάρχαιας γλώσσας». Θεωρεί δηλαδή ο αρθρογράφος ότι η μητρική του γλωσσική ποικιλία είναι κάτι το υποδεέστερο, ότι δεν φτάνει στο μεγαλείο των (εξιδανικευμένων βέβαια) αρχαίων ελληνικών.

Δεν είναι, δυστυχώς, πρωτότυπη αυτή η άποψη. Θα έλεγα μάλιστα πως κοινός τόπος της παραγλωσσολογικής συζήτησης για τα ελληνικά είναι η συνεχής σύγκριση της νέας ελληνικής με την αρχαία ελληνική, η οποία προβάλλεται ως ένα ανέφικτο ιδεώδες. Όχι μόνο επιφυλλιδογράφοι, αλλά δυστυχώς και πολλοί εκπαιδευτικοί, αλλά και πολλά σχολικά βιβλία καλλιεργούν εμμέσως την άποψη ότι η σημερινή νεοελληνική δεν είναι παρά ωχρό είδωλο της αρχαίας, πράγμα που βέβαια αφενός δεν βοηθά τους μαθητές να εκτιμήσουν και να αγαπήσουν τη μητρική τους γλώσσα και αφετέρου αποτελεί εύφορο έδαφος όπου θάλλουν κάθε λογής απόψεις για γλωσσική παρακμή, ιδίως όταν αντιδιαστέλλεται η κυρίαρχη θέση της αρχαίας ελληνικής με τη θέση της σημερινής νεοελληνικής. Όπως εύστοχα είχε σημειώσει η Άννα Φραγκουδάκη, «η προφητεία για την παρακμή της ελληνικής γλώσσας, με όποιο επιχείρημα κι αν εμφανίζεται, ανάμεσα στις γραμμές το ίδιο πάντα εννοεί: φανταστείτε το εθνικό μεγαλείο που… “θα” είχαμε, αν μιλούσαμε αρχαία ελληνικά».

Δεν είναι λοιπόν πρωτότυπος ο κ. Τ.Θ. αλλά θαρρώ πως είναι από τους λίγους που χρησιμοποιούν τον όρο «ταπεινωμένη» για να περιγράψουν τη μητρική τους γλώσσα.

Βέβαια, ο ίδιος ο Τ.Θ. ίσως δεν αισθάνεται τόσο μεγάλη ταπείνωση αφού μπορεί να νιώσει τη δύναμη της πανάρχαιης γλώσσας. Όπως γράφει: «… τη Μεγάλη Εβδομάδα μπορείς να πάρεις μια γεύση από τη δύναμη της γλώσσας σου. … Δεν έχεις πολλές ευκαιρίες να τη νιώσεις αυτήν τη δύναμη, εκτός πια κι αν ανήκεις στη μειονότητα των σοβαρών αναγνωστών» (τα πλάγια δικά μου).

Ο συντάκτης ολοφάνερα θεωρεί πως ο ίδιος ανήκει σε αυτούς τους λίγους και εκλεκτούς «σοβαρούς αναγνώστες», σε αυτή τη «μειονότητα» των αρίστων -και προσκαλεί τον αναγνώστη να ενστερνιστεί τις απόψεις του ώστε να ελπίζει πως στο μέλλον θα γίνει κι αυτός δεκτός σε τούτο το κλειστό κλαμπ. (Αναρωτιέμαι αν οι «σοβαροί αναγνώστες» του κ. Τάκη ταυτίζονται με τους «προσεκτικούς ομιλητές» του κ. Μπαμπινιώτη -αλλά γι’ αυτό το θέμα θα πω παρακάτω).

Δεν θα σχολιάσω όλα τα σημεία του άρθρου του κ. ΤΘ διότι θέλω να σταθώ σε ένα σημείο όπου θαρρώ πως χρειάζεται αναλυτική απάντηση. Ωστόσο, κρίνοντάς το γενικά, παρατηρώ ότι ο θρηνητικός τόνος του αρθρογράφου για τα δεινά της γλώσσας μας έχει ανέβει μιαν οκτάβα -ίσως τώρα που πέθανε ο Σαράντος Καργάκος, ένας από τους μεγαλύτερους γλωσσογκρινιάρηδες που είχαμε, ο κ. Τάκης φιλοδοξεί να καλύψει το κενό.

Και πράγματι, προσέξτε τι γράφει: Πόσες από τις λέξεις που ακούς στον δρόμο είναι απλώς βρισιές, και πόσες δεν θυμίζουν περισσότερο άναρθρη κραυγή; Αλλά αυτή την ανοησία για την ομιλία (των νέων) που θυμίζει άναρθρες κραυγές και γρυλλισμούς πρώτος την έχει γράψει ακριβώς ο μακαρίτης κ. Καργάκος. Σταχυολογώ από την περίφημη «Αλαλία» του, γραμμένη πριν από καμιά τριανταριά χρόνια:

«οι νέοι μας […] έχουν φτάσει στο σημείο να συνεννοούνται με γρυλισμούς και παντομίμες», «κάποιοι νέοι χρησιμοποιούν την ελληνική σαν να κλωτσούν καρφιά», «τον γλωσσικό χουλιγκανισμό που φέρνει τη γλώσσα μας στην εποχή των σπηλαίων […] οι νέοι μας ακρωτηριάζουν και βεβηλώνουν τη γλώσσα μας»

Σαν να έπαθε Καργάκο ο κύριος Τάκης.

Και προχωρώ στο σημείο που με ενδιαφέρει. Θρηνεί ο κ. Τάκης σε ύφος Γιανναρά:

Ο Γ. Ράλλης νομοθέτησε την κατάργηση της διδασκαλίας της καθαρευούσης στην εκπαίδευση και το πρωτοπασόκ έσβησε την περισπωμένη και τα πνεύματα από τη γραφή. Η γλώσσα ακρωτηριάσθηκε από τη μνήμη της με τη λοβοτομή. Παραγνωρίζοντας το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης γραμματείας μας είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα, ότι η δημοτική του Σεφέρη, ή του Ελύτη είναι γεμάτη από καθαρεύουσα και ότι οποιοδήποτε επιστημονικό ή θεωρητικό κείμενο χρειάζεται την καθαρεύουσα.

Θέλω λοιπόν να εστιαστώ στην εξής θέση: «η δημοτική του Σεφέρη … είναι γεμάτη από καθαρεύουσα»

Θεωρώ ότι ο ατεκμηρίωτος αυτός ισχυρισμός είναι αβάσιμος και λαθεμένος. Ωστόσο, είναι και θέμα ορισμού: τι θα πει «δημοτική γεμάτη από καθαρεύουσα»; Να έχει λόγιες λέξεις; Αλλά δεν κάνουν οι λέξεις τη γλωσσική ποικιλία -χρειάζεται και η σύνταξη.

Ας δούμε ένα πεζό του Σεφέρη, την πολύ γνωστή δήλωσή του κατά του δικτατορικού καθεστώτος. Το παραθέτω ολόκληρο πιο κάτω. Προσωπικά θεωρώ ότι πρόκειται για καθαρή καλλιεργημένη δημοτική, δηλαδή για καθαρή κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ που λέμε) και δεν βρίσκω να είναι «γεμάτο από καθαρεύουσα». Πιστεύω ότι η χρήση λέξεων όπως «ελώδη» ή «αναπότρεπτη» δεν είναι στοιχείο καθαρεύουσας -αν μη τι άλλο, στην καθαρεύουσα θα ήταν «η αναπότρεπτος».

Αξίζει να ξαναδιαβάσουμε το κείμενο αυτό, του 1969, και να χαρούμε την κρουστή γλώσσα του και το περιεχόμενό του.

Πάει καιρός που πήρα την απόφαση να κρατηθώ έξω από τα πολιτικά του τόπου. Προσπάθησα άλλοτε να το εξηγήσω, αυτό δε σημαίνει διόλου πως μου είναι αδιάφορη η πολιτική ζωή μας.
Έτσι, από τα χρόνια εκείνα ώς τώρα τελευταία έπαψα κατά κανόνα ν’ αγγίζω τέτια θέματα. Εξ άλλου τα όσα δημοσίεψα ώς τις αρχές του 1967, και η κατοπινή στάση μου (δεν έχω δημοσιέψει τίποτε στην Ελλάδα από τότε που φιμώθηκε η ελευθερία) έδειχναν, μου φαίνεται αρκετά καθαρά τη σκέψη μου.
Μολαταύτα, μήνες τώρα, αισθάνομαι μέσα μου και γύρω μου, ολοένα πιο επιτακτικά το χρέος να πω ένα λόγο για τη σημερινή κατάστασή μας. Με όλη τη δυνατή συντομία, νά τι θα έλεγα:
Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου είταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.
Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό.
Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω.

Όταν συζητήσαμε στην ομάδα Υπογλώσσια του Φέισμπουκ το άρθρο του κ. Τάκη σε συνάρτηση με το κείμενο του Σεφέρη, ο γλωσσολόγος Θανάσης Μιχάλης έκανε ένα πολύ εύστοχο σχόλιο που το μεταφέρω εδώ:

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, στις περισσότερες περιπτώσεις εσωτερικής διγλωσσίας δεν υπάρχουν δίπολα αλλά continua. Δηλαδή, δεν υπάρχει μόνο η δημοτική ως χαμηλή ποικιλία και η καθαρεύουσα ως υψηλή, αλλά πλήθος ενδιάμεσων καταστάσεων (από τα άκρα του αρχαϊσμού και του μαλλιαρισμού, στην αστική δημοτική, την καθαρή διαλεκτική δημοτική, υπερτοπικές δημοτικές, απλή καθαρεύουσα, πλήθος ιδιολέκτων κλπ). Το πρόβλημα δεν το έχει ποτέ η μητρική γλώσσα, δηλαδή η χαμηλή ποικιλία, η οποία κατακτάται κιαι περιγράφεται εύκολα, το πρόβλημα το έχουν οι τεχνητής φύσης υψηλές ποικιλίες: τι σημαίνει καθαρεύουσα; π.χ. έχει δοτική; είναι δίδω τινί ή δίδω εις τινα, λέγω τινί ή εις τινα κλπ. Το κείμενο του Σεφέρη κατά τη γνώμη μου, είναι δείγμα αστικής δημοτικής με κατεύθυνση προς τον πόλο της δημοτικής (δημοσίεψαν). … Είναι άτοπο και παράλογο να λαμβάνει κανείς ως δεδομένο ότι τύποι του διαλεκτικού ή του ποιητικού λόγου (π.χ. πέλαγο) αποτελούν την καθαρή δημοτική και, θεωρώντας το πέλαγος καθαρεύουσα, να λέει ότι η τάδε ομιλία είναι γεμάτη καθαρεύουσα. Το κείμενο του Σεφέρη και μορφολογικά (δεν υπάρχει κανένα -ις, κανένα -ιν, κανένα -ον, κανένα -χθην ή -χθησαν) και συντακτικά είναι δημοτική.

Είναι ιδιαίτερα εύστοχη η τελευταία παρατήρηση. Κάτι ανάλογο έκαναν οι καθαρευουσιάνοι του 1900 που έλεγαν: αν είστε συνεπείς δημοτικιστές, δεν μπορείτε να λέτε Τέχνη, πρέπει να λέτε Μαστοροσύνη. Αλλά και ο ανώνυμος συντάκτης του χουντικού πονήματος «Εθνική γλώσσα» με τα ίδια σοφίσματα προσπαθεί να κατατροπώσει τους δημοτικιστές.

Όπως σχολίασε στην ίδια συζήτηση ο φίλος μας ο Άγγελος: Στο συγκεκριμένο δείγμα δεν βλέπω κανένα στοιχείο που να μπορούσα να το χαρακτηρίσω «καθαρεύουσα» — ίσως το «καταποντισΘούν», που εξισορροπείται όμως με το παραπάνω από τα «δημοσίεΨα», τα «στεκάμενα νερά», το αμετάβατο «λογαριάζουν», γλωσσικούς τύπους που εγώ τουλάχιστον, μιλώντας αυθόρμητα, δεν θα χρησιμοποιούσα (θα έλεγα «δημοσίευσα», «στάσιμα», «υπολογίζονται» ή «μετρούν».) Το να λέμε ότι ο λόγος του Σεφέρη είναι «γεμάτος καθαρεύουσα» είναι εξωφρενικό — εκτός αν εννοούμε ότι δεν είναι ψυχαρική δημοτική, πράγμα που… δεν είναι και μεγάλη ανακάλυψη!

Πράγματι, όποιος διαβάσει τις Δοκιμές του Σεφέρη θα συναντήσει τύπους που σήμερα δεν τολμάμε και πολύ να τους γράψουμε, π.χ. τρομαΧΤικός ή τη χρήση του «σαν» εκεί όπου οι μπαμπινιωτιστές θεωρούν σωστό μόνο το «ως», ας πούμε: Η εργασία μου –βιάζομαι να το τονίσω– δεν πρέπει να θεωρηθεί σαν εργασία οριστική. Θα ευχόμουν να κοιταχτεί σαν αφορμή για σοβαρή σκέψη πάνω σ’ ένα σπουδαίο θέμα, για φωτισμένη κρίση και καλοπροαίρετη επίκριση.

Εννοώ ότι το κείμενο που διάλεξα, η αντιδικτατορική δήλωση του Σεφέρη εννοώ, με κανέναν τρόπο δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι δηλαδή «δημοτικότερο» από τα πεζά που περιλαμβάνονται στις Δοκιμές του Σεφέρη. Διάλεξα το κείμενο αυτό επειδή υπήρχε στο Διαδίκτυο, αλλά είναι απολύτως αντιπροσωπευτικό της γλωσσικής ποικιλίας του Σεφέρη.

Και θα κλείσω με ένα άλλο κείμενο από τις Δοκιμές του Σεφέρη, γραμμένο το 1946 όταν πέθανε ο Αχιλλέας Τζάρτζανος, μια τοποθέτηση του Σεφέρη που αποτελεί δριμύ κατηγορώ για τη γλωσσική πολιτική του ελληνικού κράτους τον καιρό που βασίλευε η καθαρεύουσα, που τόσο τη νοσταλγεί ο κ. Θεοδωρόπουλος, που τολμά να επικαλείται τον Σεφέρη για να στηρίξει τις συντηρητικότατες γλωσσικές του θέσεις:

ΕΝΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Δεν είμαι ειδικός για να αναλύσω τεχνικά την εργασία του Αχιλλέα Τζάρτζανου. Αλλά πως εχάσαμε έναν από τους λίγους εκλεκτούς φιλολόγους που πρόσφεραν μια μεγάλη υπηρεσία στην πατρίδα τους, αυτό μπορώ να το βεβαιώσω.

Θα έλεγα ακόμη ότι ο Τζάρτζανος έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τη λογοτεχνική γενιά που ωρίμασε και άρχισε να γράφει στα χρόνια του μεσοπολέμου. Η επιστημονική του εργασία συγγενεύει, καθώς νομίζω, χαρακτηριστικά με τις γλωσσικές αναζητήσεις ορισμένων λογοτεχνών της γενιάς εκείνης.

Από την αρχή του γλωσσικού αγώνα ως τα χρόνια του μεσοπολέμου η καλλιέργεια της κοινής δημοτικής στρέφεται, κατά πρώτο λόγο, προς τη γραμματική και το τυπικό. Το πρώτο ζήτημα ήταν ποιες λέξεις θα γράφουμε και με ποια φθογγολογική μορφή θα παρουσιάζουμε αυτές τις λέξεις. Η προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση ήταν τόσο μεγάλη, που τα ζητήματα του μηχανισμού της ελληνικής φράσης (χρησιμοποιώ σκόπιμα έναν όρο γενικό) δε μοιάζουν να απασχολούν πάρα πολύ τους λογίους. Στην ηρωική περίοδο του δημοτικισμού (ως τα τελευταία χρόνια του Ψυχάρη περίπου) οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ελληνική έκφραση, μοιάζουν μαγνητισμένοι από το χρώμα και τη ζωηράδα της λαϊκής γλώσσας. Ήτανε φυσικό, αφού μόλις είχαν αφήσει τα άχρωμα δωμάτια της καθαρεύουσας. Σαν τον άρρωστο, που ύστερα από χρόνια βγαίνει για πρώτη φορά στο ύπαιθρο, έβλεπαν παντού τη γραφικότητα. Στα χρόνια του μεσοπολέμου αρχίζουν να γίνουνται αισθητές άλλες ανάγκες. Πολύ συνειδητά κάποτε, και κάποτε μισοσυνείδητα, παρουσιάζεται η ανάγκη της ακρίβειας. Σ’ αυτή την ανάγκη ήρθε νομίζω να ανταποκριθεί, με τον τρόπο του, ο Αχιλλέας Τζάρτζανος. Μολονότι άλλης ηλικίας, ήταν, αισθάνομαι, ένας από τους δικούς μας ο άνθρωπος που έγραψε το πρώτο Συντακτικό της δημοτικής. Και συλλογίζομαι με αρκετή πίκρα πως αν δεν είχε την τύχη να γίνει φθισικός από υπερκόπωση και πως αν δε βρίσκονταν οι συγγενείς που τον έστειλαν να περάσει τις υποχρεωτικές διακοπές της θεραπείας του στην Ελβετία, ίσως να μην είχε πραγματοποιηθεί κι αυτή η ανεκτίμητη εργασία.

Έχω κάπου διαβάσει πως οι κάτοικοι, δε θυμούμαι ποιας χώρας, μισούν τόσο πολύ τη βλάστηση, που μόλις ξεμυτίσει το παραμικρό πράσινο φύλλο, τρέχουν αμέσως να το ξολοθρέψουν. Θυμούμαι πάντα αυτή την εικόνα όταν συλλογίζομαι τη σημερινή γλωσσική μας κατάσταση ή την αφοσίωση ανθρώπων σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο. Γιατί όλα γίνουνται στην Ελλάδα σα να μας κινεί ένα θανάσιμο μίσος για τη λαλιά μας. Το κακό είναι τόσο μεγάλο που μόνο σαν ένα φαινόμενο ομαδικής ψυχοπάθειας θα μπορούσε κανείς να το εξηγήσει. Ίσως, ποιος ξέρει, οι “απωθήσεις” που προκάλεσε μια δασκαλοκρατία πολλών αιώνων έπρεπε να καταλήξουν στις σημερινές μας νευρώσεις. Στα χρόνια μας, πρέπει να μην το ξεχνάμε, το ζήτημα δεν είναι πια αν θα γράφουμε καθαρεύουσα ή δημοτική. Το τραγικό ζήτημα είναι αν θα γράφουμε, ή όχι, ελληνικά· αν θα γράφουμε ελληνικά ή ένα οποιοδήποτε ελληνόμορφο εσπεράντο. Δυστυχώς όλα γίνουνται σα να προτιμούμε το εσπεράντο· σα να θέλουμε να ξεκάνουμε με όλα τα μέσα τη γλώσσα μας.

Ποια είναι η γλώσσα ενός τόπου; Η ζωντανή γλώσσα που μιλά ο λαός, όπως τη διαμορφώνουν οι καλύτεροι συγγραφείς του. Από την εποχή του Αγίου Παύλου ως το Διονύσιο Σολωμό, ο ελληνικός λαός, μέσα από συνθήκες, που εύκολα θα καταντούσαν άγλωσσο οποιονδήποτε άλλο λαό, έσωσε τη γλώσσα του για να την παραδώσει στους μορφωμένους της απελευθερωμένης Ελλάδας. Μια γλώσσα ανόθευτη, που συνεχίζει πιστά και χωρίς διακοπές τη χιλιόχρονη ελληνική παράδοση, με πρωτοφανή ευλυγισία, με άπειρες δυνατότητες να αναπτυχθεί. Από το Σολωμό ως τις μέρες μας, τα καλύτερα πνεύματα που μπόρεσε ν’ αναδείξει η Ελλάδα, είναι μια πλειάδα συγγραφέων που μπορούν να αντιπαραβληθούν αδίσταχτα με τους καλύτερους ξένους της ίδιας εποχής. Κι’ όμως αυτή τη γλώσσα, σήμερα ακόμη, στα 1946, τη μαθαίνουμε όχι από διδασκαλία, αλλά μπορεί να πει κανείς από μύηση. Την έχουμε αφήσει χωρίς πυξίδα και χωρίς χάρτη. Ο νέος που θέλει να τη μάθει πρέπει να καταφύγει σε φιλολογικές έρευνες που μόνο ειδικοί θα έκαναν σε τόπους πολύ πιο προοδευτικούς από το δικό μας. Δεν έχει λεξικό· το λεξικό της Ακαδημίας βρίσκεται ακόμη στο Α –εννοώ: το στοιχείο Α. Τα πνευματικά μας ιδρύματα την καταφρονούν. Φτάνει να παρατηρήσει κανείς –για να μην απαριθμεί ατέλειωτα θλιβερά δείγματα της νοοτροπίας μας– πως η Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών είναι έτσι φτιαγμένη ώστε να αποκλείει μοιραία έναν επιστήμονα της ολκής και του ήθους του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας αφέθηκε σχεδόν αποκλειστικά στις καθημερινές εφημερίδες. Ύστερα από τόσα χρόνια ελεύθερης ζωής, και σε καιρούς που στις πολιτισμένες χώρες οι πνευματικοί διδάσκαλοι κοιτάζουν πώς να ανυψώσουν την παράδοσή τους, αυτό μονάχα βρήκε η παιδεία μας για να ανταμείψει το έθνος που έσωσε τη γλώσσα του Σολωμού και του Παλαμά μέσα από τα σκοτάδια αιώνων. Το αποτέλεσμα είναι το εσπεράντο. Ηχεί σαν τα ακόλουθα παραδείγματα που έτυχε να προσέξω αυτές τις μέρες. Στο δρόμο ένας μικροαστός λέει στο φίλο του: «Ολιγουδί να μη σε βρω». Μια υπηρεσιακή πινακίδα στην ακτή του Παλιού Φαλήρου (την αντιγράφω κατά λέξη) ειδοποιεί: «Όστις ευρεθή αναμιγνυόμενος με ιδιοκτησίαν επί της ακτής ταύτης θέλει διωχθεί αυστηρώς». Το «ολίγου δειν» μπόρεσα να το καταλάβω, αλλά το «αναμιγνυόμενος»;

Αυτή είναι η κατάστασή μας, και δε μας μένει καιρός. Χωρίς μια φούχτα ανθρώπους σαν τον Αχιλλέα Τζάρτζανο, θα μιλούσαμε και θα γράφαμε όλοι μας έτσι.

Αύγουστος 1946

Posted in Αιωνίως θνήσκουσα γλώσσα, Γλωσσικό ζήτημα, Γλωσσοδιορθωτές, Καθαρεύουσα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 227 Σχόλια »

Καλή απόλαυση και καλή επιτυχία

Posted by sarant στο 27 Αύγουστος, 2018

Τις προάλλες, ένας φίλος με παρακάλεσε να ρίξω μια ματιά σε έναν δημοφιλή «τοίχο» (δηλαδή, κάτι σαν προσωπική σελίδα) του Φέισμπουκ και να σχολιάσω τη συζήτηση που γινόταν εκεί σχετικά με τις εκφράσεις «καλή απόλαυση» και «καλή επιτυχία».

Απάντησα σύντομα στον φίλο μου, αλλά απερίσκεπτα πρόσθεσα στο τέλος «ίσως χρειάζεται χωριστό άρθρο». Οπότε, σήμερα έρχομαι να ξοφλήσω την έστω έμμεση υπόσχεση.

Η ανάρτηση που έδωσε την αφορμή στη συζήτηση, ήταν η εξής:

Όταν οι σερβιτόροι εύχονται «καλή απόλαυση» το κάνουν για να διαχωρίσουν αυτά που σερβίρουν από τις «κακές απολαύσεις» όπως τα ξίδια και τα ναρκωτικά ή απλώς θέλουν να εκνευρίσουν τους πελάτες τους που καταλαβαίνουν ελληνικά;

Ο κ. Μ.Β. θεωρεί πλεονασμό την ευχή «καλή απόλαυση» αφού η απόλαυση είναι εξ ορισμού κάτι καλό. Και, ίσως αναπόφευκτα, στη σχετική συζήτηση που ακολούθησε, τα σχόλια επεκτάθηκαν στην ευχή «καλή επιτυχία», την οποία κάποιοι επίσης θεωρούν πλεοναστική, με επιχειρήματα όπως:

Η απόλαυση είναι εκ φύσεως ευχάριστη,κατά συνέπεια και «καλή», είτε απολαμβάνεις φαγητό είτε οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο ισχύει και για τη λέξη επιτυχία. Μπορείς λοιπόν να πεις ‘Καλό Σαββατοκύριακο, αφού μπορεί να βγει και κακό, δεν μπορείς όμως να λες ‘Καλή απόλαυση», ούτε «Καλή επιτυχία»!

Αυτά τα επιχειρήματα τα έχουμε ξανακούσει και μάλιστα στις φετινές πανελλήνιες εξετάσεις, στο φυλλάδιο οδηγιών που μοιράστηκε στους υποψήφιους υπήρχε η ευχή:

Tότε (δηλ. πριν από δυόμισι μήνες) είχα γράψει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Ευχές, Λαθολογία, Μεταμπλόγκειν, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 219 Σχόλια »

Αφορά το ή αφορά στο;

Posted by sarant στο 22 Ιουνίου, 2018

Το σημερινό άρθρο αφορά ένα γλωσσικό ερώτημα που διατυπώνεται συχνά τα τελευταία χρόνια, και στο οποίο, περιέργως, δεν έχουμε αφιερώσει άρθρο στο ιστολόγιο. Αντί όμως να γράψω εγώ τη γνώμη μου για το δίλημμα του τίτλου, θα αναδημοσιεύσω ένα πρόσφατο άρθρο του φίλου μου του Γιάννη Χάρη, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά πριν από δυο βδομάδες στη σαββατιάτικη στήλη του στην Εφημερίδα των Συντακτών -και στη συνέχεια θα γράψω και μερικά δικά μου σχόλια για το θέμα.

Έγραψε λοιπον ο Γιάννης Χάρης:

Φιλίπ ντε Σαμπαίν (1602-1674), «Ο Μωυσής με τις Δέκα Εντολές» (η εικόνα είναι παρμένη από το ιστολόγιο του Γ. Χάρη)

«Ένα φιλί τεράστιο στην Πόλυ μου, μπράβο Πόλυ!, από τις ελάχιστες ραδιοφωνικές παραγωγούς που ξέρουν ότι το ρήμα “αφορά” συντάσσεται με το “εις το”: “αφορά εις το”, και όχι “αφορά το” –σε λάτρεψα!» έβγαλε την κορόνα του τις προάλλες στο ραδιόφωνο ο πληθωρικός συνθέτης, παρουσιάζοντας σαν θέσφατο ιερό και άρα απαραβίαστο τη σύνταξη του ρ. αφορά με πρόθεση. Οπότε εξυπακούεται πως όσοι χρησιμοποιούν τη σύνταξη με σκέτη αιτιατική διαπράττουν λάθος μέγα, είναι –αν μπορώ να εικάσω τους ηπιότερους χαρακτηρισμούς του συνθέτη– αστοιχείωτοι, αδαείς.

Ας ανατρέξουμε όμως στη Νεοελληνική Γραμματική του Αγαπητού Τσοπανάκη (β΄ έκδ. 1994, σ. 596), γραμματική που έχει μάλιστα χαρακτηριστεί συντηρητική:

«Η σύνταξη του αφορά σε κάτι, σε κάποιον εμφανίζεται στα αρχαία ελληνικά ύστερα από την σύνταξη με αιτιατική […] και αυτή είναι η σύνταξη [=η σύνταξη χωρίς την πρόθεση] που διέσωσε η προφορική παράδοση της γλώσσας μας, όπως φαίνεται από την πρόταξη του αντικειμένου: αυτό το πρόβλημα δεν με, σε, τον αφορά· αυτόν αφορά, και όχι εμένα· την κυβέρνηση αφορά και όχι τους κατοίκους (κανένας δεν είπε ούτε έγραψε ποτέ, σε μένα κτλ. αφορά, που το πιπιλίζουν τα τηλεοπτικά μέσα)».

Στην αρχή δηλαδή, όταν το αφορώ σήμαινε: βλέπω, διακρίνω κάτι από μακριά, συντασσόταν με απλή αιτιατική (Ηρόδοτος, οι βάρβαροι […] απώρων [=αφεώρων] το ιερόν· Δημοσθένης, και την πατρίδ’ εντεύθεν […] αφορώ· Αριστοφάνης, ίνα τηλεφανείς σκοπιάς αφορώμεθα…). Όταν αργότερα σημαίνει: στρέφω τους οφθαλμούς σε κάτι, όταν ταυτίζεται με τα συνώνυμα: αποβλέπω, αποσκοπώ κτλ., παίρνει από αυτά ακριβώς την πρόθεση εις/σε: αφορώντες εις τον της πίστεως αρχηγόν […] Ιησούν, όπως διαβάζουμε στην Προς Εβραίους. Όσο όμως παύουμε να στρέφουμε τους οφθαλμούς κττ., όσο το αφορά σημαίνει πια κυρίως: αναφέρεται…, ενδιαφέρει…, περιορίζεται έως εξαφανίζεται η εμπρόθετη σύνταξη –ώς πρόσφατα ακόμα.

Ντιπ αστοιχείωτοι δηλαδή φαίνεται πως υπήρξαμε κάτι αιώνες τώρα, σίγουρα τους τελευταίους, αν θεωρήσουμε ότι μάλλον πιστά αποτυπώνουν τη γλωσσική πραγματικότητα τα νεότερα λεξικά, το Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη, του Κριαρά και του Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, που καταγράφουν ακριβώς τη γενικευμένη απρόθετη σύνταξη του αφορά, σε όλες του τις σημασιολογικές διακρίσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναδημοσιεύσεις, Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Εφημεριδογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 248 Σχόλια »

Μεζεδάκια των πανελλαδικών

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2018

Άρχισαν προχτές οι πανελλαδικές εξετάσεις, χτες για τα Γενικά Λύκεια, οπότε ήταν εύκολο να διαλέξω τίτλο. Μάλιστα, όπως θα δείτε, μεγάλο μέρος της σημερινής πιατέλας μας σχετίζεται ακριβώς με τις εξετάσεις, και ειδικά με το χτεσινό θέμα της Γλώσσας.

Δεν σας κρύβω μάλιστα ότι προς στιγμή χτες το μεσημέρι παραλίγο να υποκύψω στον πειρασμό και να γράψω ειδικό μικρό άρθρο, που θα ανεβαινε εμβόλιμα -αλλά μετά έπεσε δουλειά κι έτσι θέλοντας και μη εγκατέλειψα την ιδέα αυτή.

Τις Πανελλαδικές εξετάσεις έχω την πολυτέλεια πλέον να τις σχολιάζω «από τον καναπέ» μου και όχι από το μετερίζι του δοκιμαζόμενου γονιού -ή, πολύ περισσότερο, από την πρώτη γραμμή του πυρός των υποψηφίων, αφού εγώ είμαι παλιότερος και απο τον ατακαδόρο της εικόνας, μια και έδωσα όχι Πανελλήνιες αλλά το προηγούμενο σύστημα -ακαδημαϊκό, θαρρώ, λεγόταν;

.

* Σχετική με τις Πανελλαδικές εξετάσεις και η αστεία επιγραφή της εβδομάδας, ισως απο ασανσέρ πολυκατοικίας (αν είναι αυθεντική).

To γέλιο είναι στην αγγλική μετάφραση (θα έχει και ξένους η πολυκατοικία) με το we have period of Panelladikes.

Λες και αν έγραφε school exams ή national school exams δεν θα το παίρναν στα σοβαρά οι αξιότιμοι ένοικοι!

* Παραδοσιακά, το θέμα των Πανελληνίων που σχολιάζεται πιο πολύ είναι το θέμα της Γλώσσας (παλιότερα Έκθεσης) αφού τα μαθηματικά ή τα άλλα μαθήματα δεν είναι προσιτά στο πολύ κοινό. Εμείς, που είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, κι άλλες φορές έχουμε σχολιάσει το θέμα της γλώσσας (αλλά και μια φορά της Φυσικής, τότε με τον φωρατή).

Φέτος έπεσε ένα κείμενο του Δημήτρη Μαρωνίτη, με τον τίτλο Παιδεία και εκπαιδευση, παρμένο από δύο διαδοχικές ομόθεμες επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Βήμα το 2009.

Και ενώ το κείμενο το ίδιο το βρήκα πολύ καλό, παρά τα μικροψεγάδια του, και με ταιριαστό θέμα, το γεγονός ότι (αναγκαστικά) υπέστη περικοπές για να έρθει σε μέγεθος κατάλληλο για εξετάσεις προκάλεσε προβληματα. Για παράδειγμα, στο κείμενο που δόθηκε στους υποψήφιους, η κατακλείδα βρίσκεται στο τέλος και αυτό δεν βοηθάει στην περίληψη, πολύ περισσότερο που ο Μαρωνίτης είχε δημοσιεύσει το 2009 όχι δύο αλλά τέσσερις διαδοχικές επιφυλλίδες όπου ανέπτυσσε τη σκέψη του.

Χάρη στον εκπαιδευτικο υπευθυνο του ιστολογίου έχω ανεβάσει εδώ και τις τέσσερις επιφυλλίδες του Μαρωνίτη και έχω κιτρινισει τα αποσπάσματα από τις δύο πρώτες που περιλαμβάνονται στο κείμενο που δόθηκε στους υποψηφίους.

Να πιστώσουμε στην εξεταστική επιτροπή ότι είδε το τυπογραφικό λάθος που είχε γινει στην εφημερίδα όπου το «παιδία» (σπάνια αρχαία λέξη) είχε τυπωθεί «παιδεία» και εκανε το σχετικό αποσπασμα ακατανόητο.

Ατυχής στιγμή ήταν οτι στη φράση: «Η παιδεία είναι (πρέπει να είναι, για να μη παραβαίνει τον εαυτό της) λειτουργία λίγο πολύ ελεύθερη, κάποτε και ελευθέρια- επιλογή που αναγνωρίζεται στις προδρομικές κυρίως εφαρμογές των γραμμάτων και των τεχνών» επέλεξαν να κόψουν το απόσπασμα που έχω με πλάγιους χαρακτήρες. Ίσως το έκαναν αυτό εξαιτίας της λέξης «ελευθέριος» (ελευθερίων ηθών!) όμως το απόσπασμα συμβάλλει καίρια στο να γίνει κατανοητή η διαφορά εκπαίδευσης και παιδείας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ακλισιά, Γραμματική, Γλωσσαμύντορες, Γλωσσοδιορθωτές, Επιγραφές, Εκπαίδευση, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , | 289 Σχόλια »

Από πού βαστάει η σκούφια γνωστών φράσεων που λέμε καθημερινά

Posted by sarant στο 15 Μαρτίου, 2018

Με αυτό τον τίτλο δημοσιεύτηκε πριν από μερικές μέρες στον ιστότοπο newsbeast.gr ένα άρθρο που προέκυψε από μια συζήτηση που είχε μαζί μου η δημοσιογράφος Μαργαρίτα Τζαγκαράκη σχετικά με την προέλευση ορισμένων παγιωμένων εκφράσεων.

Εκτός από τα όσα συζητήσαμε, στο άρθρο παρατίθενται επίσης ορισμένα λήμματα από το βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», που τα διάλεξε η κ. Τζαγκαράκη, η οποία διάλεξε και τον ευρηματικό τιτλο του άρθρου.

Όπως συνηθίζω, αναδημοσιεύω εδώ το άρθρο. Η συζήτηση έγινε τηλεφωνικά κι έτσι το κείμενο έχει κάποιες από τις ατέλειες του προφορικού λόγου. Επιπλέον, αυτά που είπα θα είναι γνωστά στους ταχτικούς αναγνώστες του ιστολογίου. Οπότε, σαν πανωπροίκι, προσθέτω στο τέλος μερικά πράγματα -όχι πολλά και όχι σίγουρα, δυστυχώς- για την έκφραση «από πού βαστάει η σκούφια του» και την προέλευσή της -τη σκούφια της σκούφιας, κατά κάποιον τρόπο.

«Έχω βγάλει την μπέμπελη» λέει ένας συνάδελφος στο γραφείο με άλλους να απαντούν «κάτι τρέχει στα γύφτικα». Κι εκεί που κάποιοι δίνουν την αίσθηση ότι «σηκώνουν το δικό τους μπαϊράκι» και «τρώνε τα νύχια τους για καβγά» σκέφτομαι ότι δεν θα αργήσει η ώρα που θα «φάμε τα λυσσακά μας»…

Αυτές είναι μόνο μερικές από τις φράσεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά στον προφορικό λόγο για να περιγράψουμε συγκεκριμένες καταστάσεις.

Ξέρουμε όμως από πού κρατά η σκούφια τους;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικοί μύθοι, Γλωσσοδιορθωτές, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 265 Σχόλια »

Ο αφυγραντήρας και ο κ. Σκουμπουρδής

Posted by sarant στο 11 Ιανουαρίου, 2018

Στις γιορτές θέλαμε να αγοράσουμε έναν αφυγραντήρα -δεν αγοράσαμε (ακόμα), διότι η Νικοκυρά είναι μάλλον απαιτητική, αλλά παντως αφιέρωσα κάμποσες ώρες στη σχετική έρευνα αγοράς. Και κατά σύμπτωση, χτες, σε έναν φιλικό τοίχο στο Φέισμπουκ γινόταν συζήτηση για ένα άρθρο που είχε ως αφετηρία τον αφυγραντήρα -οπότε αποφάσισα να γράψω το σημερινό σημείωμα.

Μη φοβάστε -δεν θα σας κουράσω με λεπτομέρειες σχετικά με την ισχύ, την κατανάλωση ενέργειας ή τον θόρυβο αυτών των συσκευών. Το σημείωμά μου θα είναι γλωσσικό, όπως γλωσσικό είναι και το άρθρο του κ. Σακελλάρη Σκουμπουρδή το οποίο θα παρουσιάσω και θα κρίνω.

Ολόκληρο το άρθρο του κ. Σκουμπουρδή το βρίσκετε εδώ. Όπως βλέπετε, δημοσιεύτηκε στις 30 Νοεμβρίου, αλλά για κάποιο λογο εγώ μόλις χτες το είδα, που συζητήθηκε σε δυο διαφορετικούς τοίχους στο Φέισμπουκ. Ίσως να ήταν και γραφτό, αφού είχα μόλις εξοικειωθεί με τον αφυγραντήρα ως συσκευή.

Ο κ. Σκουμπουρδής, όπως θα δείτε, θεωρεί λανθασμενο τον σχηματισμό του «νεολογισμού» αφυγραντήρας και μάλιστα θεωρεί ότι το λάθος αυτό είναι ενδεικτικό της παρακμής της γλώσσας μας. Ο τίτλος του άρθρου είναι εύγλωττος: Ναι, πειράζει που δεν μιλάμε σωστά την ελληνική!, αλλά ενδεικτικη είναι και η ακόλουθη σύνοψη:

Mε αφορμή τη λανθασμένη διατύπωση «Αφυγραντήρας» που διακινείται εσχάτως, ο Σακελλάρης Σκουμπουρδής παρατηρεί τη φούντωση διάφορων γλωσσικών βαρβαρισμών. Ακόμα ένα σημάδι της μεταπολιτευτικής τσαπατσουλιάς που βέβαια ανάγεται στην τότε αδυναμία -και πλέον στην ανυπαρξία- του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού».

Η φούντωση των βαρβαρισμών; Όχι «το φούντωμα»; Η φούντωση είναι άλλο πράγμα (μια φούντωση, μια φλόγα) -αλλά ας πούμε ότι αυτή την εισαγωγική παράγραφο την συνέταξε ο υπεύθυνος της ιστοσελίδας κι ας προχωρήσουμε στην ουσία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Λαθολογία, Νεολογισμοί | Με ετικέτα: , | 252 Σχόλια »

Ο Σεφέρης δεν ήταν «προσεκτικός ομιλητής»!

Posted by sarant στο 11 Μαρτίου, 2014

mpampeksΚυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό, στις αρχές του 2014, το νέο λεξικό του Κέντρου Λεξικολογίας και του Γ. Μπαμπινιώτη, το «Λεξικό των δυσκολιών και των λαθών στη χρήση της ελληνικής», με τον υπότιτλο «Γλωσσικός σύμβουλος», ενώ στο εξώφυλλο δηλώνεται και η προγραμματική αρχή «Για να μιλούμε και να γράφουμε σωστά ελληνικά». Πρόκειται για ένα βοήθημα που παρουσιάζει, με λεξικογραφικό τρόπο, τα θέματα εκείνα στα οποία υπάρχουν αβεβαιότητες ή δυσκολίες στην ελληνική γλώσσα, όχι όμως δυσκολίες τέτοιες που θα είχε ένας αλλοδαπός που μαθαίνει ελληνικά αλλά θέματα στα οποία αισθάνεται αβεβαιότητα ο φυσικός ομιλητής της γλώσσας.

Τέτοια συγγράμματα, που δεν είναι ούτε ορθογραφικά λεξικά, ούτε πλήρεις γραμματικές, έχουμε αρκετά ήδη στη γλώσσα μας -μπορούμε να αναφέρουμε το «Είναι λάθος ή δεν είναι; Ιδού η απορία» της Άννας Ιορδανίδου, η οποία άλλωστε έχει επιμεληθεί και τον παλιότερο και πολύ εκτενέστερο «Οδηγό της νεοελληνικής γλώσσας» σε δύο τόμους, το κάπως παλιότερο «Το λέμε σωστά το γράφουμε σωστά» (Αναγνωστοπούλου και Μπουσούνη-Γκεσούρα), το «Κόκκινο βιβλιαράκι του κειμενογράφου» (Οδηγός για τη σωστή χρήση της ελληνικής γλώσσας στην επικοινωνία), και άλλα. Όπως βλέπετε, σε όλους σχεδόν τους τίτλους υπάρχει η λέξη «σωστός» (ή το αντίθετό της).

Τέτοια βιβλία δεν είναι περιττά, κάθε άλλο. Πράγματι, στην εποχή μας, καθώς η νεοελληνική έχει πολλές ακαταστάλαχτες περιοχές, όπου ακόμα κονταροχτυπιέται το τυπικό της καθαρεύουσας με της δημοτικής χωρίς να έχει κανένα επικρατήσει, για πολλά θέματα ο ομιλητής έχει αβεβαιότητα, οπότε ένας γλωσσικός οδηγός έχει τη θέση του ακόμα και για φυσικούς ομιλητές, ιδίως βέβαια για τους επαγγελματίες του λόγου: «γραφιάδες», μεταφραστές, επιμελητές εκδόσεων, διορθωτές, για εκδοτικούς οίκους, περιοδικά, μακάρι και υπεύθυνους ιστοτόπων, αν και με την τσαπατσουλιά που χαρακτηρίζει ακόμη και επαγγελματικούς ιστοτόπους που ανήκουν σε μεγάλα μέσα ενημέρωσης φαίνεται ουτοπικό να μιλάμε για επιμέλεια κειμένων τη στιγμή που ούτε από τον Σπελ Τσέκερ δεν τα περνάνε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσοδιορθωτές, Λαθολογία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , | 204 Σχόλια »

Νεολογισμός ηλικίας διακοσίων ετών

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2010

Το σημερινό μου θέμα το κλέβω από τον συνάδελφο Περιγλώσσιο, που ήδη έγραψε κάτι στο δικό του ιστολόγιο (πρέπει να πατήσετε το λινκ για να πάτε στο άρθρο). Ο Περιγλώσσιος έκανε μια πρώτη έρευνα του θέματος και μια πολύ σωστή τοποθέτηση, εγώ προσθέτω μερικά ακόμα στοιχεία, κυρίως από σώματα κειμένων.

Ο Περιγλώσσιος σχολιάζει ένα σημείωμα του Γ. Στ. (= Γ. Σταματόπουλου) στις αρχές του μήνα στην Ελευθεροτυπία, στο οποίο ο Γ.Στ. αναλαμβάνει να διδάξει ελληνικά το σινάφι του, τους δημοσιογράφους -ή τουλάχιστον να καυτηριάσει ένα «κατόρθωμα» της δημοσιογραφικής γλώσσας. Το παραθέτω ολόκληρο:

Ένα από τα (ειρωνικά) «κατορθώματα» της δημοσιογραφικής γλώσσας είναι ν’ αντιστρέφει εντελώς τις έννοιες, εισάγοντας νεολογισμούς που η ίδια θεωρεί ότι εκφράζουν καλύτερα τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Γράφουμε έτσι φαρδιά-πλατιά για τη «δημοφιλία των πολιτικών», θέλοντας να εννοήσουμε ότι είναι αρεστοί στο λαό, ότι είναι δημοφιλείς (σπάνιο, αλλά αυτό είναι άλλο). Δημοφιλία όμως σημαίνει αγάπη προς τον δήμο (πώς λέμε αστυφιλία;). Και ποιος πολιτικός αγαπάει πραγματικά τον δήμο, την κοινωνία; Ουδείς… Τέλος πάντων, άλλο είναι να είσαι δημοφιλής και άλλο ν’ αγαπάς τον δήμο….

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσοδιορθωτές, Εφημεριδογραφικά, Λαθολογία, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , | 40 Σχόλια »