Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διεθνείς λέξεις’ Category

Ποιος είναι μπούμερ;

Posted by sarant στο 22 Ιουλίου, 2021

Είδαμε χτες πώς ο αρθρογράφος Πάσχος Μανδραβέλης, θέλοντας να αστειευτεί με μια διαφήμιση που είδε στον ιστότοπο της Αυγής, κατάφερε να γίνει ρεζίλι στο Τουίτερ επειδή έδειξε την άγνοιά του για το πώς λειτουργεί αυτό το είδος διαδικτυακών διαφημίσεων.

Ανάμεσα στους πολλούς χαρακτηρισμούς που εκτόξευσαν διάφοροι χρήστες κατά του Π. Μανδραβέλη, ο συχνότερος ήταν «μπούμερ», π.χ. «Eίσαι ο ορισμός του μπούμερ» ή «Επιμένει ο μπούμερ. Κατέβασε το AdBlock και σταμάτα να ξεφτιλίζεσαι» ή «Μάθε κι εσύ και ο άλλος ο μπούμερ πώς δουλεύουν τα Google Ads που μου θες να φέρεις και επενδύσεις» (αυτό απευθυνόταν στον υπουργό Άνευ Ανάπτυξης κ. Άδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος επιδοκίμασε το τουίτ-γκάφα του Π.Μ. χαρακτηρίζοντάς το «κορυφαίο» και χωρίς να εννοεί «κορυφαία γκάφα»).

Σκεφτόμουν από πριν να αφιερώσω άρθρο στη λέξη αυτή, οπότε τώρα που βρήκα αφορμή περνάω στην πράξη. Μπούμερ λοιπόν είναι μειωτικός χαρακτηρισμός από νεότερο χρήστη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης προς πιο ηλικιωμένο. Η φράση φυσικά έχει περάσει και στην πραγματική ζωή. Έχω ακούσει παράπονα πολλών ηλεφίλων που έχουν παιδιά στην εφηβεία ή την πρώτη μετεφηβεία, ότι τα παιδιά τους συνηθίζουν να κλείνουν τους διαξιφισμούς μαζί τους με τη φράση «Οκέι, μπούμερ» (για την οποία θα πούμε πιο κάτω) ή να τους αποκαλούν «μπούμερ».

Μπούμερ είναι ο αγγλοσαξονιστί boomer, baby-boomer που θα τον έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης. Εν αρχή λοιπόν ην το baby boom, η εκρηκτική αυξηση των γεννήσεων στον δυτικό κόσμο μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, που, όσον αφορά τις ΗΠΑ, μπορείτε να τη δείτε σε αυτό το διάγραμμα.

Σε ανύποπτο χρόνο, όταν είχε χρειαστεί να αποδώσω το baby boom το είχα πει «πληθυσμιακή έκρηξη» και το baby boomer «γενιά της πληθυσμιακής έκρηξης». Βέβαια τέτοιες αποδόσεις ταιριάζουν σε πιο επίσημα κείμενα -στον δημοσιογραφικό λόγο πολύ συχνά βλέπουμε τον ξένο όρο αμετάφραστο («μπέιμπι μπούμερ») ή και αμετάγραπτο (baby boomer).

Ποιοι είναι οι μπέιμπι μπούμερ; Έχω δει να χαρακτηρίζονται έτσι οι γεννημένοι από το 1946 έως το 1950, αλλά αυτός ο ορισμός είναι υπερβολικά στενός. Η διεθνής συναίνεση πλαταίνει πολύ περισσότερο τον όρο, αφού δέχεται ότι μπέιμπι μπούμερ είναι οι γεννημένοι από το 1946 έως το 1964 (η ελληνική Βικιπαίδεια περιέργως δέχεται το 1946-1962). Βέβαια, μετά το 1960 οι γεννήσεις, αν δείτε το παραπάνω διάγραμμα, είχαν πέσει αισθητά, αλλά οι περισσότεροι μελετητές δέχονται το διάστημα 1946-64 για την οριοθέτηση της γενιάς.

Στην Ελλάδα, έχουμε τον όρο «Γενιά του Πολυτεχνείου» ο οποίος περίπου ταυτίζεται με τους μπέιμπι μπούμερ. Ο Σαββόπουλος έχει τραγουδήσει «εμείς, του 60 οι εκδρομείς», παρόλο που, αν το δούμε αυστηρά, ο ίδιος οριακά δεν είναι μπέιμπι μπούμερ αφού γεννήθηκε το 1944. Ο Πάσχος Μανδραβέλης, γεννημένος το 1963, οριακά είναι, τουλάχιστον σύμφωνα με τον διεθνή ορισμό. Κι εγώ είμαι, και δεν ντρέπομαι γι’ αυτό.

Πώς φτάσαμε από τους μπέιμπι μπούμερ στους μπούμερ; Αφενός και βεβαίως με συντόμευση του όρου, αλλά για τη δημοτικότητα του όρου «μπούμερ» καθοριστικό ρόλο έπαιξε η παγκοσμίως διάσημη φράση Ok, boomer, που υπήρχε μεν από πιο παλιά, αλλά έγινε ακαριαία γνωστή στα πέρατα του κόσμου όταν χρησιμοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2019 σε ένα βίντεο στο Τικ Τοκ.

Θα το μεταφράζαμε «Εντάξει, μπάρμπα», και υπονοεί ότι ο μπούμερ δεν μπορεί να καταλάβει επειδη ανήκει σε μια άλλη, παλιότερη γενιά. Ειδικότερα, χρησιμοποιείται για να υπονοήσει ότι ο μπούμερ είναι ανεπίδεκτος μαθήσεως σε σχέση με τις προόδους της τεχνολογίας ή ότι είναι τεχνοφοβικός, ότι είναι συντηρητικός, ότι έχει παρωχημένες αντιλήψεις ή ακόμα ότι έζησε σε μια περίοδο πολύ πιο εύκολη. Μια άποψη ή πράξη που θεωρείται τυπική για έναν μπούμερ λέγεται «μπουμεριά».

Πάντως, η φράση δεν έχει αποκλειστικό στόχο τους μπέιμπι μπούμερς, τους γεννηθέντες την περίοδο 1946-1964. Στη Βουλή της Νέας Ζηλανδίας τη χρησιμοποίησε μια βουλεύτρια γεννημένη το 1994 προς έναν βουλευτή γεννημένο το 1968. Και έχω δει να χρησιμοποιείται και προς νεότερους, όπως είπα πιο πάνω. Άλλωστε, θα θυμάστε πως όταν πηγαίναμε στο γυμνάσιο-λύκειο οι καθηγητές μας μάς φαίνονταν πολύ γέροι ενώ πολλοί ήταν απλώς σαραντάρηδες ή και νεότεροι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Διεθνείς λέξεις, Ιστορίες λέξεων, Νεολογισμοί, μέσα κοινωνικής δικτύωσης | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Τριάζ, δηλαδή διαλογή

Posted by sarant στο 23 Νοεμβρίου, 2020

Μια λέξη που ακούγεται αρκετά αυτές τις μέρες, αν και όχι σε πρώτο πλάνο όσο ο κόβιντ, κορονοϊός ή κοροναϊός, οι ΜΕΘ, οι διασωληνωμένοι, οι ευπαθείς ομάδες, τα υποκείμενα νοσήματα και βεβαίως το λοκντάουν, μια από τις λέξεις αυτές της πανδημίας έστω και σε δεύτερο πλάνο είναι και το τριάζ.

Βέβαια, τις περισσότερες φορές βλέπουμε να το γράφουν στα ξένα, triage, αλλά αναρωτιέμαι αν είναι σωστή αυτή η επιλογή. Τι καταλαβαίνει ο Έλληνας αναγνώστης, ιδίως αυτός που δεν ξέρει γαλλικά, όταν δει triage; Πώς θα το προφέρει; Εξάλλου, οι λέξεις σε -άζ είναι πάρα πολλές στη γλώσσα μας, μοντάζ, γκαράζ, ντεκουπάζ, ακόμα και σπικάζ. Και αφού το ζ δεν το προφέρουμε γαλλοπρεπώς, δηλαδή παχύ (εξαιρούνται εδώ η Ντόρα Μπακογιάννη και μερικοί δημοσιογράφοι) για ποιο λόγο να το γράφουμε γαλλοπρεπώς;

(Ή αγγλοπρεπώς, αφού ο όρος, με την ειδική ιατρική σημασία, έχει περάσει και στα αγγλικά -αγνοώ πώς προφέρεται εκεί).

Θα μπορούσαμε βέβαια να τον λέμε ελληνικά, διαλογή, διότι τριάζ, triage στα γαλλικά, είναι η διαλογή, τόσο σε ειδικά νοσηλευτικά συμφραζόμενα όσο και γενικότερα. Οπότε, να ξεκινήσουμε από εκεί.

Η γαλλική λέξη, triage, προέρχεται από το ρήμα trier, το οποίο σύμφωνα με το Atilf ανάγεται στο λατινικό tritare, αλέθω (το σιτάρι). Ίσως υπάρχει κάποια επιρροή του λατ. tria, τρία, αφού πολλές διαλογές οδηγούν σε ταξινόμηση σε τρεις κατηγορίες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διεθνείς λέξεις, Ετυμολογικά, Πανδημικά, Υγεία | Με ετικέτα: , , , , | 345 Σχόλια »

Αγκούγκλιστοι Σουηδοί ή η ιδιοκτησία στις λέξεις

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2013

Δεν είμαι τόσο ψωνισμένος να πω ότι τη λέξη την έφτιαξα εγώ, πάντως τον νεολογισμό «αγκούγκλιστος» τον έχω χρησιμοποιήσει, και μάλιστα σε τίτλο άρθρου, από πέρυσι, όταν είχα παρουσιάσει 20 αγκούγκλιστες κρητικές παροιμίες, διαλεγμένες από το βιβλίο που μου έστειλε ένας φίλος. Η λέξη «αγκούγκλιστος» αντιστοιχεί τόσο στο αγγλικό ungoogled, τις λέξεις που δεν έχουμε ακόμα γκουγκλίσει, όσο και στο αγγλικό ungoogleable, τις λέξεις που δεν βγαίνουν σε αναζήτηση στο γκουγκλ, επειδη κανείς δεν τις έχει ακόμα γράψει, ή και που δεν μπορούν να γκουγκλιστούν επειδή τις γράφουμε επίτηδες με παρεμφερείς χαρακτήρες, όταν δεν θέλουμε να τις πιάσει η απόχη του γκουγκλ, π.χ. αν γράψω Σαραvτάκος βάζοντας το αγγλικό v αντί για το ν. Αυτό είναι ένα μειονέκτημα της τρισχιλιετούς μας γλώσσας, ότι δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στον αήττητο που δεν έχει ακόμα ηττηθεί (undefeated) και στον αήττητο που είναι ακατανίκητος (invincible), στο άλυτο πρόβλημα που δεν το έχουμε ακόμα λύσει (unsolved) και το άλυτο πρόβλημα που δεν επιδέχεται λύση (unsolveable). Οι κουτόφραγκοι χρειάζονται δυο λέξεις γι’ αυτή τη δουλειά, ενώ εμείς κάνουμε τη δουλειά μας με μία. Αλλά το άρθρο δεν έχει σκοπό να παινέψει την τρισχιλιετή μας. Πάντως, πριν περάσω στο κυρίως θέμα, να πω ότι ο τύπος «γκουγκλίζω» που χρησιμοποιώ εγώ, υπερέχει σε σχέση με το «γκουγκλάρω» που χρησιμοποιούν άλλοι, διότι το “αγκούγκλιστος” κάνει οικονομία μίας συλλαβής σε σύγκριση με το «αγκουγκλάριστος». Σε καιρούς λιτότητας, τέτοιες εξοικονομήσεις μπορεί να φανούν σωτήριες.

Οι Σουηδοί, πάντως, το «αγκούγκλιστος» το λέγανε ogooglebar. Οι γερμανομαθείς θα αναγνωρίσουν το επίθημα -bar, που είναι ίδιο με το αγγλικό -able, ενώ το o- είναι το στερητικό πρόθημα, αντίστοιχο με το αγγλικό ή το γερμανικό un-. Η λέξη ogooglebar, αντίστοιχη της αγγλικής ungoogleable, είχε συμπεριληφθεί σε έναν κατάλογο νεολογισμών του 2012, που είχε καταρτισθεί από το Σουηδικό Γλωσσικό Συμβούλιο, έναν φορέα επιφορτισμένο με το να παρακολουθεί τους νεολογισμούς που μπαίνουν στη σουηδική γλώσσα.

Μόνο που ο σουηδικός φορέας έδωσε μια κάπως διαφορετικήν ερμηνεία στο ogooglebar. Αντί να γράψει ότι είναι «η λέξη που δεν μπορεί να βρεθεί σε αναζήτηση με το Google», έδωσε τον ορισμό «αυτό που δεν μπορεί να βρεθεί με μηχανές αναζήτησης στο Διαδίκτυο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Διεθνείς λέξεις, Επικαιρότητα, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 263 Σχόλια »

Το τσουνάμι και το νάμι

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2011

Καμιά φορά η επικαιρότητα με προσπερνάει κι άμα δεν έχω κάτι παραπάνω να γράψω απ’ όσα έχουν ήδη γραφτεί προτιμάω να το αφήσω να περάσει, κι έτσι είχα κάνει με το τσουνάμι, τη λέξη που βάρβαρα όρμησε στην επικαιρότητά μας εδώ και 15 μέρες μετά τον μεγάλο σεισμό της Ιαπωνίας. Τελικά όμως άλλαξα γνώμη, και ιδού το παρόν.

Βέβαια, όπως θα θυμόμαστε όλοι, τη λέξη δεν τη μάθαμε τις προάλλες, την είχαμε μάθει ή είχαμε συνειδητοποιήσει ότι την ξέραμε λίγα χρόνια νωρίτερα, τα Χριστούγεννα του 2004, με τον σεισμό στον Ινδικό Ωκεανό και το φοβερό τσουνάμι που ακολούθησε και που στοίχισε σχεδόν 200.000 νεκρούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διεθνείς λέξεις, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 132 Σχόλια »