Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, τρίτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Αφού κάναμε κάποιες αναδρομές στο παρελθόν, σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Και αυτό το κεφάλαιο είναι μεγάλο, οπότε το χωρίζουμε σε δύο μέρη.

Την Παρασκευή το μεσημέρι, αφού έφαγα κάτι ελαφρό και πήρα μαζί μου τα σάντουιτς και το θερμός με τον καφέ, που μου ετοίμασε η Κική, πήγα στην αφετηρία των υπεραστικών  λεωφορείων Πελοποννήσου, στη λεωφόρο Κηφισού και βρήκα θέση στο λεωφορείο που έφευγε στις δύο. Η διαδρομή δεν ήταν κουραστική, μάλλον ευχάριστη, αν εξαιρέσεις την άθλια μουσική που ακουγόταν συνεχώς από το μεγάφωνο του λεωφορείου. Τα καινούργια λεωφορεία των ΚΤΕΛ είναι πολύ άνετα και οι δρόμοι, τουλάχιστον ώς την Τρίπολη, καλοφτιαγμένοι.

Σε όλη τη διαδρομή συλλογιζόμουνα τι μπορεί να έπαθε η Ματίνα. Ο γιατρός απέκλεισε το εγκεφαλικό, αλλά μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σ’ έναν νεαρό που κάνει το αγροτικό του; Να έπαθε ξαφνικά άνοια; Δεν ήξερα αν αυτό το παθαίνει κανείς απότομα ή είναι αποτέλεσμα βραδείας εξέλιξης. Πίστευα πως συνήθως το δεύτερο συμβαίνει. Και το μόνο που δε θα μπορούσα να φανταστώ ήταν να πάθει άνοια η Ματίνα. Θυμήθηκα τις συζητήσεις που είχαμε τα τελευταία χρόνια.

«Τι τα θες» μου είχε πει μια φορά, «δε θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με όσα γίνονται γύρω μας. Όσο δούλευα, οι απαιτήσεις της δουλειάς και οι άλλες δραστηριότητές μου, με απορροφούσαν και δεν έδινα σημασία στα εκφυλιστικά φαινόμενα, που πάνε να κυριαρχήσουν στην κοινωνία μας. Δεν είμαι γκρινιάρα λόγω ηλικίας, σαν κάποιους συνομηλίκους μας, που επικρίνουν τη νεολαία για το φέρσιμο, το ντύσιμο ή τη φρασεολογία της. Όχι, αυτά τα καταλαβαίνω και τα αποδέχομαι. Άλλωστε στον καιρό μας κάπως ανάλογα φερνόμασταν κι εμείς. Εκείνο που με στεναχωρεί είναι η φυγοπονία και ο ευδαιμονισμός που έχουν κυριεύσει τους νέους. Φοβάμαι πως αυτό εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους.

»Στο Σύλλογο πάλι η αναδρομή στα αρχεία και τα ντοκουμέντα εκείνης της εποχής, από τη μια με αναζωογονεί –είναι κάτι που μ’ αρέσει– κι από την άλλη με πικραίνει. Δε σου κρύβω πως ώρες ώρες σκέφτομαι “τι θες και τα ανασκαλεύεις; Καλύτερα να τα ξεχάσουμε. Ποιόν ενδιαφέρουν τώρα πια οι ήρωες και οι εξάρσεις;” Ύστερα όμως θυμάμαι τα μάτια του Κώστα, όταν με αποχαιρετούσε, θυμάμαι τη ζωντάνια και το κέφι όλων αυτών των παιδιών που χάθηκαν και λέω πως δεν είναι δυνατό, δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους, θα είναι σαn να σκοτώθηκαν για δεύτερη φορά. Δεν είναι κρίμα; Γι’ αυτό κάποτε σκέφτηκα ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο. Είναι ένα είδος φυγής. Νιώθω να πνίγομαι έτσι που ζω. Είναι κάτι που δεν το αντέχω. Και συ μου λες πως είμαι μια χαρά βολεμένη…»

Και το πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση τέτοιας θλίψης, που πάντα θα τη θυμάμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Μνήμη Αυγουστίνου Τσιριμώκου (1954-2020)

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2020

Το ιστολόγιο θέλει να τιμήσει σήμερα τον φίλο μας Αυγουστίνο Τσιριμώκο που τόσο νωρίς έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τρίτη.

Ο Αυγουστίνος ήταν εξαιρετικά πολυτάλαντος και άφησε τη σφραγίδα του στην πνευματική ζωή της Ρόδου, όπου κατοικούσε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ήταν προϊστάμενος της δημοτικής βιβλιοθήκης, αλλά επίσης συμμετείχε ενεργά σε θεατρικές παραστάσεις, διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και κάθε λογής άλλες πολιτιστικές εκδηλωσεις.

Υπάρχουν στο Διαδίκτυο πολλά βίντεο με τη συμμετοχή του (ένα πολύ πρόσφατο, του φετινού Απριλίου) που δίνουν μια μικρή ιδέα από την πολυσχιδή του δραστηριότητα.

Δεν είναι όμως μόνο τα βίντεο. Ο Αυγουστίνος ήταν συνάδελφος, θέλω να πω μεταφραστής, με δεκάδες βιβλία στο ενεργητικό του (μεταξυ άλλων), κυρίως επιστημονικής φαντασίας και φαντασίας, ένα είδος που το λάτρευε.

Αλλά έγραφε κιόλας ο Αυγουστίνος, τόσο μυθοπλασία όσο και διάφορα άρθρα, ενώ ήταν τακτικός συνεργάτης σε διάφορα περιοδικά, τελευταία στις Νησίδες και στον Λωτό, περιοδικά της Ρόδου. Τα κείμενά του διακρίνονται για την καλλιέργεια αλλά και για το χιούμορ τους. Σε παλιότερα κείμενά του, αλλά και στο Διαδίκτυο, χρησιμοποιούσε και το ψευδώνυμο Cyrus Monk – Κύρος Μοναχός.

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε δυο διηγήματα επιστημονικής φαντασίας του Αυγουστίνου και να βρείτε και λινκ προς άλλα κείμενα.

Εφηβος στο Βαρβάκειο

Έγραψε για τον Αυγουστίνο ο φίλος μας Antonislaw, που τον ήξερε καλά:

Στην εποχή των προσωπιδοφόρων, ένας άνθρωπος χωρίς μάσκα, με άφθονη υποκριτική και καθόλου υποκρισία, με πύρινη γλώσσα και ψυχή παιδική, με καμιά προσκόλληση στην ύλη, αν και υλιστής κατά την φιλοσοφίαν και ουδόλως ιδεαλιστής, με ιδέες υψηλές, με θύραθεν παιδεία περί τα φυσικά, βιοποριζόμενος ως δημοσιογράφος, μεταφραστής και βιβλιοθηκονόμος, και με μακρά εντρύφηση στην πληροφορική, στην επιστημονική φαντασία, στα χορωδιακά, στο σκάκι και στο μπριτζ, στα γλωσσικά και τα θεατρικά, σατιριστής και ευφυολόγος,  με χειρονομίες μεγάλες, ορθόφωνος και στέντωρ, με υψηλό γλωσσικό κριτήριο, πολυτονιστής, με επικές, εμβληματικές αναγνώσεις και αφηγήσεις σε ραδιόφωνα και αναλόγια, με πύρινη γλώσσα και γλύκα παιδική, ως πύρινη γλώσσα ανελήφθη στον ουρανό της Αττικοβοιωτίας, στη Ριτσώνα στις 26-6-2020.

Εξ Αττικής ορμώμενος και εν Ρόδω ζήσας, ενδιατρίψας και τελευτήσας, από το Α στο Ρ έτη εξήντα και έξι, μετά Άννας Ξανθάκη της «Διαλεκτικής της Συνουσίας» και Αναστασίας Ζέππου της  θεολογικής επιμελείας, νυμφευθείς.

Ο Αυγουστίνος σχολίαζε από παλιά στο ιστολόγιο, αλλά τον γνωρίσαμε από κοντά, μαζί με την αγαπημένη του Αναστασία πέρυσι, όταν είχε ανεβεί στην Αθήνα και πήρε μέρος σε κάποιες συναντήσεις φίλων του ιστολογίου. Παραθέτω το τελευταίο του κείμενο, που το έγραψε τρεις μέρες πριν πεθάνει, και μαζί ένα ποίημα της Αναστασίας για τον Αυγουστίνο, που γράφτηκε ταυτόχρονα.

Λεξιπλασίες

του Αυγουστίνου Τσιριμώκου
στο Εργαστήριο δημιουργικής ανάγνωσης
και γραφής το ΚΟΧΥΛΙ
Σάββατο 20-6-2020
3 ημέρες προτού πεθάνει!

Α. Ὁρισμοὶ δοσμένων λέξεων

Δρακοκορέτσι: Τρομακτικοῦ μεγέθους κοκορέτσι ἀπὸ ἔντερα δράκου (κατὰ προτίμηση, δράκου τῆς Ρουμανίας). Ψήνεται σὲ σιγανὴ φωτιὰ γιὰ περίπου τρεῖς ὧρες, ἀλλὰ λόγῳ ἔντονης πικράδας δὲν τρώγεται.

Άγρυπνοβάτης: Αὐτὸς ποὺ περπατᾶ μὲ ἀνοιχτὰ μάτια τὴν ὥρα ποὺ ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος κοιμᾶται. Ἄν τὸν συναντήσετε, μὴν τὸν κοιμίσετε ἀπότομα, γιατὶ κινδυνεύει ἡ ζωή σας. Τὸν ὕπνον πολλοὶ ἐμίσησαν, ποὺ λέει καὶ ἡ παροιμία, ἀλλά τὸν ξύπνιο οὐδείς.

Ἀγέλληνας: Ἀγελαῖο ζῶο, παρεπιδημοῦν εἰς τὴν νότιο Βαλκανική, τοῦ ὁποίου ἡ -τρόπον τινά- προβατίσια συμπεριφορὰ ἐκδηλώνεται τουλάχιστον ἀνὰ τέσσερα ἔτη, ἐνῶ πολὺ συχνὰ ἐμφανίζεται καὶ στὰ μεσοδιαστήματα. Ἀρχηγὸς τῆς ἀγέλης ἀνακηρύσσεται ὅποιος πεῖ τὸ μεγαλύτερο καὶ πιὸ ἐξωφρενικὸ ἐξόφθαλμο ψέμμα.

Β. Δημιουργία καινούργιων λέξεων
καὶ οἱ σημασίες τους

Σεντονίζω: Ὅταν ὁ προεδρεύων μιᾶς συζήτησης, κατὰ κανόνα στρογγυλῆς τραπέζης, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ ἄλλων γεωμετρικῶν σχημάτων, παρεμβαίνει ὡς μὴ ὥφειλε ἀπαντώντας στοὺς προηγούμενους ὁμιλητές μὲ σχοινοτενεῖς παρατηρήσεις, τὰ γνωστὰ καὶ ὡς «σεντόνια».

Γειωδεσία (ἤ γεωδεσιά): Ἡ χάραξη ὁριστικῶν συνόρων σὲ γεωγραφικοὺς χάρτες, μὲ ἀπώτερο στόχο νὰ «δέσει» κατὰ τὸ πλεῖστον τὶς προτάσεις του μὲ τρόπο ποὺ δὲν σηκώνει ἀμφισβητήσεις. Ἀντίθετο τῆς γεώλυσης.

Ἠτοπαθής: Ὁ ἐπιμένων νὰ γράφει τὸ β΄ καὶ γ΄ ἑνικὸ τῶν ρημάτων σὲ ὑποτακτικὴ μὲ πεπαλαιωμένο ἦτα. Σὲ ἀκραῖες περιπτώσεις ἠτοπάθειας, χρησιμοποιεῖ καὶ ὑπογεγραμμένη κάτω ἀπὸ τὸ ἦτα.

Σελινιασμός: Ἡ ἀεριώδους ὑφῆς κένωση ποὺ ὀφείλεται σὲ μεγάλη κατανάλωση φασολάδας, ψαρόσουπας καὶ ἄλλων ἐδεσμάτων ἐμπλουτισμένων μὲ σέλινα.

Tην ίδια ώρα που ο Αυγουστίνος έγραφε το παραπάνω, η Αναστασία έγραψε ενα ποίημα, που θα ήθελα να το παραθέσω εδώ αλλά δεν μπόρεσα να κρατήσω τη μορφοποίηση, οπότε το ανεβάζω εδώ σε pdf.

Οι παλιότεροι όμως ήξεραν τον Αυγουστίνο από το περιοδικο Πίξελ, το ιστορικό ελληνικό περιοδικό για υπολογιστές, που έβγαινε κάθε μήνα από το 1983 ως το 1996. Ο Αυγουστίνος ανήκε στη συντακτική επιτροπή του Πίξελ από το πρώτο ως το τελευταίο τεύχος και έγραφε ταχτικά στο περιοδικό. Όλα τα τεύχη του Πίξελ υπάρχουν εδώ και μπορείτε να τα ξεφυλλίσετε. Διάλεξα σήμερα και θα διαβάσουμε πιο κάτω το διήγημα επιστημονικής φαντασίας «Φαύλος κύκλος» από το τεύχος 44 του περιοδικού (Mάιος 1988). Στο σύντομο αυτό διήγημα ο Αυγουστίνος καταπιάνεται με δύο από τα αγαπημένα θέματα της επιστημονικής φαντασίας: ταξίδια στο διάστημα και, ταυτόχρονα, ταξίδια στον χρόνο. Και οι ήρωές του πέφτουν πάνω σε ένα από τα γνωστότερα διλήμματα των χρονοταξιδιωτών: πώς, ταξιδεύοντας στο παρελθόν, θα αποφύγουν να επηρεάσουν -και να αλλάξουν- το παρόν.

Δημοσιευω επίσης ένα νεότερο διήγημά του, πάλι με θέμα επιστημονικής φαντασίας, «Στον ISS».

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Εις μνήμην, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 106 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, δεύτερη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου νοσηλεύεται.

Έχουμε περάσει στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η δράση δεν προχωρεί, αλλά ο αφηγητής θυμάται συζητήσεις, στις οποίες είχε πάρει μέρος και η Ματίνα, για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τότε ήταν νωπή η κατάρρευση/ανατροπή του.

Το κεφάλαιο αυτό είναι μεγάλο κι έτσι το διαίρεσα σε δύο τμήματα, σήμερα βάζουμε το δεύτερο.

Μιαν άλλη φορά συζητούσαμε για την επανεμφάνιση του θρησκευτικού αισθήματος στις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού. Η Ματίνα ήταν πραγματικά εξοργισμένη αναφέροντας τις περιπτώσεις όχι μόνο συγκεκριμένων ηγετών, σαν τον Μαλένκοφ, που τελικά έγινε… ψάλτης ή σαν εκείνον τον μεθύστακα, τον Γέλτσιν, που πρότεινε την αγιοποίηση … των τελευταίων Ρωμανώφ, ή σαν τον Πούτιν που δεν αφήνει δοξολογία και λειτουργία, που να μην παραστεί ή σαν τον Αλίεφ του Αζερμπαϊτζάν που μας βγήκε ισλαμιστής, αλλά για πλήθος μεσαία στελέχη ή απλά μέλη του ΚΚΣΕ που μεταλλάχτηκαν σε πιστούς χριστιανούς

«Μα δεν καταλαβαίνεις» της είχε πει ο Μιχάλης γελώντας, «αυτοί τον μαρξισμό τον είχανε κάνει θρησκεία, οπότε είναι πολύ εύκολο από τη μια θρησκεία να περάσεις σε μιαν άλλη. Κάτι ανάλογο, προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση, είχε γίνει και στη δεκαετία του ’20, όταν πολλοί βαθιά θρησκευόμενοι γίνανε ένθερμοι κομμουνιστές. Μια τέτοια περίπτωση μου φαίνεται πως αναφέρει ο Θεοτοκάς στην Αργώ».

«Λοιπόν, τώρα που το λες» πετάχτηκα εγώ, «θυμήθηκα πως όταν είχαμε πάει, το ’85 για τουρισμό στη Μόσχα και φυσικά περάσαμε μπροστά από τη σορό του Λένιν στο μαυσωλείο, ένιωσα πως οι περισσότεροι από αυτούς που στέκανε στην ουρά για να μπούνε στο μαυσωλείο, διακατέχονταν από αυτό το θρησκευτικό πνεύμα. Αυτοί δεν τιμούσανε τον ηγέτη μιας επανάστασης αλλά προσκυνούσαν ένα άγιο λείψανο. Αφού, οι φρουροί στην είσοδο δεν επιτρέψανε να μπει ένας τουρίστας, γιατί ήταν ατημέλητος και φορούσε σορτς, όπως κάνανε παλιά οι παπάδες μας, αν ήθελε να προσκυνήσει μια πιστή φορώντας παντελόνια ή σορτς».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2020

Από την προπερασμένη Τρίτη άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου νοσηλεύεται.

Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η δράση δεν προχωρεί, αλλά ο αφηγητής θυμάται συζητήσεις, στις οποίες είχε πάρει μέρος και η Ματίνα, για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τότε ήταν νωπή η κατάρρευση/ανατροπή του.

Το κεφάλαιο αυτό είναι μεγάλο κι έτσι το διαίρεσα σε δύο τμήματα.

 

2

Αυτά γίνανε Τετάρτη και επειδή την επομένη είχαμε το «παρά-ΚΑΠΗ», όπως λέει χωρατεύοντας ο Μιχάλης τις τακτικές εβδομαδιαίες συνάξεις μας στην «Αίγλη» του Ζαππείου, αποφάσισα να φύγω την Παρασκευή. Είχα σκεφτεί να πάω με το αμάξι μου, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Κικής, που φρονεί πως είμαι πολύ μεγάλος πια, για να οδηγώ πολλές ώρες και σε άγνωστες διαδρομές. Έδωσα μια ψευτομάχη και φυσικά, τελικά υποχώρησα, για τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι το απόφθεγμα του Μιχάλη, που το έχω ενστερνιστεί: «Ο έξυπνος σύζυγος κάνει πάντα, και με απολύτως ελεύθερη βούληση, αυτό που θέλει η γυναίκα του». Ο δεύτερος είναι πως όντως με κουράζει η πολύωρη οδήγηση. Και ο τρίτος και κυριότερος, η σκέψη πως δεν ήξερα αν η Αναστασία οδηγούσε και θα μπορούσε να φέρει πίσω το αμάξι της Ματίνας, μια και η τελευταία δε θα πρέπει να ήταν σε θέση να οδηγήσει.

Στη συζήτηση που είχαμε στην «Αίγλη» οι οχτώ φίλοι, θυμηθήκαμε πολλά σχετικά με τη Ματίνα. Η εικασία του Γιάννη, πως πρόκειται για κάτι το ψυχολογικό, απορρίφθηκε γιατί όλοι συμφωνήσαμε πως είναι μια χαρά βολεμένη. Έχει δικό της σπίτι στη Νέα Σμύρνη, ένα εξοχικό από κοινού με την αδερφή της στο Δήλεσι και παίρνει καλή σύνταξη. Δεν της λείπει τίποτα κι ας μην έκανε δική της οικογένεια.

Εκείνη την ώρα συμφώνησα κι εγώ πως δεν πρέπει να είναι ψυχολογική η αιτία, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα άρχισα να έχω αμφιβολίες. Και σε μένα είχε διηγηθεί αρκετά από τη ζωή της η Ματίνα, καθώς είμαι από τους πιο παλιούς και στενούς φίλους της. Παρά τη ζωηράδα, τη ζωντάνια, την ενεργητικότητά και γενικώς την ιλαρή διάθεσή της, είχα διαγνώσει πως πίσω από την όψη αυτή κρυβόταν μια βαθιά μελαγχολία και απογοήτευση, που πάντα μου έκανε εντύπωση. Και αυτό το είχα παρατηρήσει πολύ πριν το ’89. Πολλές φορές μου έλεγε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , | 58 Σχόλια »

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020

Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2020

Τους αμέσως προηγούμενους μήνες δημοσίευσα στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τις δύο πρώτες νουβέλες από το βιβλίο «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω την τρίτη νουβέλα, που ο τίτλος της είναι ίδιος με τον τίτλο του βιβλίου: Ο βενετσιάνικος καθρέφτης. Θα ολοκληρωθεί, όπως λογαριάζω, σε 5-6 συνεχειες.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995 και έχει επίσης αυτοβιογραφικό χρώμα, αφού ο πατέρας μου πράγματι μετά την συνταξιοδότησή του αφιέρωνε πολύ χρόνο στην ΕΔΙΑ, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ., με πρόεδρο τον επίσης αείμνηστο Βαρδή Βαρδινογιάννη.

Το διήγημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αγωνίστριας Άννας Τεριακή-Σολωμού

 

1

Η είδηση πως η Ματίνα έπαθε κάτι σοβαρό –είπανε εγκεφαλικό ή αμνησία ή κάτι παρόμοιο– έπεσε στην παρέα μας σαν κεραυνός. Ήταν το μόνο που δεν περιμέναμε ν’ ακούσουμε, για τη Ματίνα εννοείται, γιατί πολλοί άλλοι φίλοι μας έχουν πάθει όχι μόνο εγκεφαλικά επεισόδια, αλλά πολύ χειρότερα συμβάντα και κάποιοι έχουν αποδημήσει οριστικά και αμετάκλητα. Ώρες ώρες, στις ταχτικές εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις μας, παρομοιάζω την παρέα μας με στρατιωτική μονάδα αποδεκατισμένη από τη μάχη της ζωής. Παρόντες οχτώ, απόντες έντεκα: έξι νεκροί τρεις τραυματίες (ένας κατάκοιτος, δύο με ημιπληγία) και δύο αιχμάλωτοι (σε οίκο ευγηρίας).

Η Ματίνα όμως; Αδύνατο να το χωρέσει ο νους μας. Μ’ όλο που πέρασε τα εξηνταπέντε, εξακολουθεί να έχει μια ζωτικότητα που καταπλήσσει. Πάντοτε με μυαλό  ζωντανό και πνεύμα σπινθηροβόλο. Έχει κρατήσει όλη τη φλόγα εκείνης της γενιάς, τη ζωντάνια και το κέφι της. Η «αειθαλής επονίτισσα», έτσι τη λέγαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2020

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης. Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον Κωστή Φραγκούλη, λαϊκό λογοτέχνη που έγραφε στο κρητικό ιδίωμα, με θέμα παρμένο από τη Μάχη της Κρήτης. Πρόπερσι, ο ίδιος μάς είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Ο Φραγκούλης, όπως είπα, γράφει στα κρητικά κι έτσι ο σημερινός (μη Κρητικός) αναγνώστης θα συναντήσει δυσκολίες σε κάποια σημεία. Ο φίλος μας ο Αντώνης όμως εξηγεί τις λέξεις αυτές στο γλωσσάρι που θα βρείτε στο τέλος.

Επίσης, ο Αντώνης έστειλε και μια εισαγωγή όπου δίνει πληροφορίες για τον συγγραφέα. Την παραθέτω χωρίς άλλα εισαγωγικά και στο τέλος προσθέτω ένα βίντεο αφιερωμένο στον συγγραφέα.

Εισαγωγή

Με αφορμή την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μάη με 1 Ιούνη 1941), που είναι κάτι σαν γιορτή των απανταχού Κρητικών και όπως σας είχα ξαναστείλει στο παρελθόν ένα διήγημα που είχα πληκτρολογήσει του ζεύγους Νίκου και Αργυρώς Κοκοβλή, πήρα πάλι το θάρρος να σας αποστείλω ένα διήγημα που βρήκα σχετικό με τη Μάχη της Κρήτης και το πληκτρολόγησα για το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά το διήγημα λέγεται «ο Κοκοβιός» και είναι του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη ή Ανταίου, από το βιβλίο του: «Η κατσιφάρα- Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή», εκδόσεις Κνωσός Αθήναι, 1974. Το διήγημα ανήκει μάλλον στο είδος της επαρχιώτικης ηθογραφίας και χρησιμοποιεί ως φόντο τη μάχη της Κρήτης. Στην ηθογραφία του αυτή ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στη μάχη της Κρήτης, καθώς ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη. Έτσι πέρα από τις δυνάμεις των Άγγλων, των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών, κάποιων μικρών τμημάτων ελληνικού στρατού και ελληνικής χωροφυλακής, έντονη παρουσία κατά τη μάχη της Κρήτης υπήρξε από Κρήτες αμάχους, ηλικιωμένους, γυναίκες, ανήλικους αλλά και νέους άντρες, που όμως είχαν κριθεί «ανίκανοι» να φέρουν όπλα, όπως και ο ήρωας του διηγήματος αυτού, ο Κοκοβιός. Μάλιστα ο ανορθόδοξος και ασύνταχτος τρόπος που πολέμησαν οι άτακτοι και εν πολλοίς απέλπιδες αυτοί μαχητές εξερέθισε ιδιαίτερα και τον ιστορικό Heinz Richter ,  ο οποίος στο βιβλίο του « η μάχη της Κρήτης» εκδόσεις Γκοβόστη, 2011, μέμφθηκε τη δράση αυτή των ατάκτων, ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του πολέμου και ότι ευθύνονταν για βιαιοπραγίες κατά  Γερμανών στρατιωτικών, με επακόλουθο την πολύκροτη δίκη κατά του βιβλίου και του ιστορικού, με την οποία είχε ασχοληθεί και το παρόν ιστολόγιο.

Στο συγκεκριμένο διήγημα, ο ήρωας, τη στιγμή που καταφέρνει να καταβάλει με ένα αναπάντεχο τρόπο τον επιτιθέμενο Γερμανό, παρουσιάζεται από το συγγραφέα να πηγαίνει πάνω από τον πνέοντα τα λοίσθια στρατιώτη και να τον «χτυπά με μια πρωτοφανή λύσσα, μ’ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα» αλλά όχι από τυφλό μίσος παρά για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία του χωριού του ως άντρας ισότιμος με όσους πολέμησαν στο Αλβανικό. Το διήγημα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και ευτράπελο τα παθήματα του Κοκοβιού από τους συγχωριανούς και τις γυναίκες λόγω της δυσμορφίας και της ακαταλληλότητας για να υπηρετήσει στο στρατό καθώς και τη δικαίωσή του και την αναβάπτισή του μέσα από τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης χωρίς να αποφεύγονται ίσως συναισθηματισμοί και πλατειασμοί.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Κωστής Φραγκούλης (1905-2005) ήταν αξιόλογος ποιητής (ποιητάρης μάλιστα, καθώς έγραψε στο τοπικό κρητικό ιδίωμα) συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής γεννημένος στη Λάστρο της Σητείας, και επομένως συντοπίτης του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπως έχει επισημανθεί. Βέβαια ο ίδιος ο Φραγκούλης για αυτή τη σύγκριση είχε γράψει σε μια μαντινάδα του (ή μαντινιάδα, κατά το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης) : «Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος, μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος». (Από τη Λάστρο Σητείας είχε απώτερη καταγωγή και ο ποιητής Άρης Δικταίος.). Όσον αφορά την εγκύκλια εκπαίδευση, ο Κωστής Φραγκούλης είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά ήταν βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος. Άσκησε το επάγγελμα του τυπογράφου στην Αθήνα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ως χαρακτήρας καταγράφεται ότι ήταν πρόσχαρος και χωρατατζής, ευαίσθητος και ερωτικός, και διατηρούσε και τιμούσε τις φιλίες του σε όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής του.

Τα κυριότερα έργα ήταν τα δύο βιβλία του με ποιήματα -κρητικά τραγούδια τα ονόμαζε ο ίδιος- σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, «Τα δίφορα» το 1961, και «Τα δίφορα-βιβλίο δεύτερο» το 1988, για το οποίο τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα από την Ακαδημία Αθηνών ενώ νωρίτερα, το 1988, του είχε απονεμηθεί τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή της σύνταξης αυτής ήταν η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ που είχε χαρακτηριστικά επισημάνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.». Άλλα βιβλία που δημοσίευσε ο Κωστής Φραγκούλης είναι: Η ποιητική συλλογή «Μ’ανοιχτά φτερά», 1933, οι συλλογές διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000.Τα βιβλία του τα  στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος ενώ διαβάζουμε ότι διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το B.B.C.

Πηγές:

http://lexima.gr/lxm/read-521.html

http://www.ekevi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=3683&cnode=573

http://www.alkman.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7/

https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

 

Ο Κοκοβιός

Κωστή Φραγκούλη

Από το βιβλίο «Η κατσιφάρα» Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την Κατοχή

Εκδόσεις Κνωσσός Αθήναι, 1974

Το Νικολιό του Τρεχαλογιώργη δεν τό ’βρισκες αλλοιώς, αν δεν τό ’λεγες Κοκοβιό. Κι αυτό,  γιατί ‘ταν ένα κοντακιανό και αχαμνό αντράκι, με λιανά σκεβρωμένα πόδια, πλατύ στόμα βατράχου, κρεμασμένα πλαδαρά μάγουλα κι αυτιά μεγάλα, σαν δυο χναρόφυλλα, κολλημένα στη χοντρή κεφάλα του. Ίδιος κοκοβιός, τον είπε κάποιος μια μέρα και τού ‘μεινε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 147 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5 (τέλος)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2020

Πριν από δυο μήνες άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τέταρτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Σήμερα το διήγημα τελειώνει με το τέταρτο κεφάλαιο. Θυμίζω ότι οι οι τρεις φίλοι αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, έλεγαν ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζήτησαν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο. Κάποια στιγμή εμφανίστηκε κι ένας παράξενος γεράκος.

4

Το πρωί της άλλης μέρας ξυπνήσαμε κι οι τρεις πιασμένοι. Όσο κοιμόμασταν τα κούτσουρα στη σόμπα είχαν καεί και από το κρύο είχαμε γίνει σαν αρχαία αγάλματα. Θυμήθηκα τον νυχτερινό τρελόγερο αλλά κοιτάζοντας γύρω δεν τον είδα πουθενά. Θα πήγε σπίτι του να κοιμηθεί, συμπέρανα. Ο καφετζής, που αποδείχτηκε πως την έβγαλε πολύ ωραία σκεπασμένος με μια βελέντζα σ’ ένα ντιβάνι, στο πίσω μέρος του μαγαζιού, άναψε τη σόμπα και μας έφτιαξε τσάι του βουνού, που μας το σέρβιρε με μέλι, παξιμάδια, ελιές και τυρί φέτα. Το ζεστό ποτό μας συνέφερε κάπως.

«Πώς τη βγάλατε;» μας ρώτησε γελαστός.

«Πώς ήθελες να τη βγάλουμε; Σπαρτιάτικα» του απάντησε κακόκεφα ο Γιάννης.

«Θα τη θυμάμαι αυτή τη νύχτα στην Ασφάκα» είπε ο Ουμβέρτος.

Εκείνη την ώρα μπήκε κι ο νταλικέρης, φρέσκος φρέσκος και κεφάτος.

«Καλημερίζω την παρέα» μάς λέει και κάθισε στη σόμπα. «Φτιάξε μου ένα διπλό καφέ με ολίγη» παράγγειλε.

Θυμήθηκα τότε πως ο γέρος είχε μπει μόλις έφυγε ο νταλικέρης.

«Εκείνος ο γέρος, πού να πήγε; Φαίνεται πως έφυγε την ώρα που κοιμόμουνα. Αλήθεια, ντόπιος είναι;» ρώτησα τον καφετζή

«Ποιος γέρος;» απόρησε αυτός.

«Εκείνος ο κοντός, που μπήκε μόλις βγήκε το παλικάρι από δω» του λέω δείχνοντας τον οδηγό.

«Δεν καταλαβαίνω, δεν μπήκε κανένας. Είδες εσύ κανένα γέρο να μπαίνει την ώρα που έβγαινες;» ρώτησε τον νταλικέρη.

«Ψυχή δεν είδα. Όταν ανέβηκα στην καμπίνα όλο το χωριό κοιμόταν. Τα σπίτια ήταν κατασκότεινα».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: | 38 Σχόλια »

Θα ‘ρθουν σπίτι μας Αμερικάνοι μουσαφίρηδες (διήγημα του Αζίζ Νεσίν)

Posted by sarant στο 10 Μαΐου, 2020

Για το σημερινό λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα διάλεξα ένα εύθυμο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα, του Τούρκου Αζίζ Νεσίν (1915-1995), που είναι πολύ γνωστός στην Ελλάδα αφού ευτύχησε να έχει μεταφραστή τον Έρμο Αργαίο (Ερμόλαο Ανδρεάδη).

Ο Νεσίν γεννήθηκε στη Χάλκη, στα Πριγκιπονήσια, και έζησε κυρίως στην Πόλη. Ήταν αριστερός και κυνηγήθηκε από αυταρχικά καθεστώτα στην πατρίδα του. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα αφιέρωσε στη μάχη ενάντια στον θρησκευτικό φανατισμό. Είχε αρχίσει να μεταφράζει τους Σατανικούς στίχους και το 1993, ενώ συμμετείχε σε μια εκδήλωση Αλεβιτών στη Σεβάστεια (Σιβάς) ένα πλήθος φανατικών περικύκλωσε το κτίριο και έβαλε φωτιά -με 37 θύματα.

Το 1957 ο Νεσίν ίδρυσε το Ίδρυμα Νεσίν, που το προικοδότησε με τα συγγραφικά του δικαιώματα. Δέχεται κάθε χρόνο ως υπότροφους τέσσερα άπορα παιδιά και αναλαμβάνει τη στέγη, την τροφή και την εκπαίδευσή τους μέχρι την ενηλικίωση.

Τα πρώτα βιβλία του Νεσίν, όπως η συλλογή διηγημάτων Ο καφές και η δημοκρατία, τα είχα διαβάσει μικρός στην πατρική βιβλιοθήκη. Το σημερινό διήγημα, αρκετά γνωστό, θαρρώ πως ανήκει κι αυτό σε αυτή την πρώτη συλλογή του Νεσίν, αλλά δεν είμαι βέβαιος διότι το βιβλίο δεν το έχω εδώ. Το διήγημα το πήρα από την Επιθεώρηση Τέχνης, όπου είχε δημοσιευτεί στο τεύχος Μαΐου 1961. Aντί για όνομα μεταφραστή αναφέρονται τα αρχικά Ε.Α. που είναι βέβαια ο Έρμος Αργαίος. Από εκεί πήρα και το σκίτσο, που μάλλον είναι της τουρκικής έκδοσης.

Το διήγημα πρέπει να εκτυλίσσεται στη δεκαετία του 1950. Εκσυγχρόνισα (ελάχιστα) την ορθογραφία και μονοτόνισα. Μια σημείωση για το ρήμα του τίτλου: το «θα ‘ρθουν» αντιστοιχεί στο «θάρθουν». Αν θέλει κανείς να γράψει «θαρθούν», θα τονίσει το μονοσύλλαβο: θα ‘ρθούν. Ο γνωστός στίχος λοιπόν γράφεται: αν είναι να ‘ρθει θε να’ ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει.

 

Θα’ ρθουν σπίτι μας Αμερικάνοι μουσαφίρηδες

Ο μίστερ Φρανκ μας είχε καλέσει σπίτι του σε τραπέζι και έπρεπε να ξεϋποχρεωθούμε. Την ώρα που χωρίζαμε του λέω:

—Ορίστε και σε μας· ελάτε ένα βράδυ να φάμε μαζί.

—Θα ’ρθουμε, είπε το αντρόγυνο.

Μόλις είπαν έτσι, ένοιωσα ένα σφίξιμο στην καρδιά μου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Μονοτονικό, Σατιρικά, Τουρκία | Με ετικέτα: , , , , | 195 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 28 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. H προηγούμενη τρίτη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Τελειώσαμε το δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα και στη συνέχεια συζητούν για τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο.

3

Η κουβέντα δεν προχώρησε άλλο. Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Γιάννης καταλάγιασαν λίγο την έξαρσή μας. Νυστάζαμε κιόλας. Κόντευαν μεσάνυχτα.

Επηρεασμένος από αυτά που μόλις είχα ακούσει, έπεσα σε συλλογή. Σκεφτόμουνα πως τα σπίτια έχουν ένα είδος προσωπικότητας, κάτι σαν «ζωή». Όχι τίποτα το μεταφυσικό, αλλά στη συνείδηση ή το υποσυνείδητο των ανθρώπων που έζησαν μέσα ή κοντά σε ένα σπίτι, πρέπει να  έχει απομείνει κάτι από τα συμβάντα που έγιναν σ’ αυτό. Είτε χαρούμενα: γλέντια, γάμοι και χαρές, παιχνίδια παιδιών, είτε λυπητερά: αρρώστιες και θάνατοι, σκοτωμοί και βασανιστήρια. Έχω δει πολλά σπίτια, κλειστά και έρημα, που αποπνέουν όμως κάτι σαν γαλήνη, έναν αέρα ευτυχίας θα έλεγες και άλλα πάλι, επίσης κλειστά και έρημα, που σε τρομάζουν, με την ατμόσφαιρα της αγριότητας που τα περικυκλώνει. Αυτή την εντύπωση μου έκανε το κατάκλειστο, μεγάλο σκοτεινό σπίτι, μόλις το πρωτοείδα, έστω κι αν δεν το παρατήρησα προσεχτικά.

Στο μεταξύ ο νταλικέρης σηκώθηκε, έκλεισε καλά το τζάκετ του, σήκωσε τα πέτα του, φόρεσε το κασκέτο του, κατέβασε τα πλευρικά αυτιά του, μας καληνύχτισε και βγήκε. Καθώς άνοιξε την πόρτα ένα παγωμένο ρεύμα αέρα τρύπωσε στο καφενείο. Ανατρίχιασα. Ευτυχώς η πόρτα έκλεισε αμέσως. Έριξα ένα κούτσουρο στη σόμπα και τράβηξα την καρέκλα μου πιο κοντά της. Ο Γιάννης κοίταξε προς την πόρτα, που είχε κλείσει πίσω από τον νταλικέρη και είπε μονάχα:

«Θα ξεπαγιάσει μέσα στο φορτηγό, ο φουκαράς».

Ο Ουμβέρτος δεν απάντησε. Είχε αποκοιμηθεί πάνω στην καρέκλα του. Ο καφετζής, που  λαγοκοιμόταν κι αυτός ακουμπισμένος πάνω στο τεζιάκι του, σήκωσε το κεφάλι του κι είπε νυσταγμένα:

«Έχει κουβέρτες μέσα στην καμπίνα του».

Κι αμέσως ξανακοιμήθηκε. Σε λίγο είδα τον Γιάννη να κουτουλάει από τη νύστα. Ίσως να αποκοιμόμουν κι εγώ πάνω στην άβολη καρέκλα μου, αν δεν άκουγα ξαφνικά μιαν άγνωστη φωνή να λέει:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: | 68 Σχόλια »

Της τρικυμίας και της παλίρροιας (δυο ιστορίες του Dryhammer)

Posted by sarant στο 26 Απριλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου και πιο πρόσφατα ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας.

Λίγο πριν από την κορονομεγαλοβδομάδα, ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης μου έστειλε τις ιστορίες που θα διαβάσετε σήμερα, που πέρασε πια η πασχαλινή περίοδος.

Είναι δυο ανεξάρτητα διηγήματα, που όμως γράφτηκαν μαζί. Ο Ξεροσφύρης μού άφησε την επιλογή είτε να τα παρουσιάσω ενιαία είτε χωριστά σε δυο δημοσιεύσεις, αφού και τα δυο είναι μεγαλούτσικα.

Προτίμησα ωστόσο να τα βάλω και τα δύο μαζί αφενός επειδή λόγω εγκλεισμού έχουμε και καιρό για διάβασμα και όρεξη για ταξίδια, και αφετέρου επειδή μου άρεσε πολύ ο τίτλος. Αλλά θα σας αρέσουν και τα διηγήματα, εγώ σαν να ταξίδεψα στα μέρη εκείνα.

Τα λεξιλογικά κτλ. είναι επίσης του Ξεροσφύρη. Εγώ απλώς κοπυπαστώνω.

 

Της τρικυμίας και της παλίρροιας

(μετά στοιχείων ναυτιλίας και ναυτικής τέχνης)

[Στις επεξηγήσεις, είτε μέσα στο κείμενο είτε στις σημειώσεις, προτίμησα να γίνεται κατανοητό αυτό που περιγράφω παρά να είναι 100% ακριβές. Οι γνώστες δεν τις έχουν ανάγκη άλλωστε.]

Α. Της τρικυμίας

Πρέπει νάτανε μέσα Οκτώβρη του ’94 στο Τσιγκτάο. Είχαμε ξεφορτώσει σιτάρι από το Βανκούβερ, δηλαδή οι Κινέζοι είχαν μπει και το ξεφόρτωναν, με σιλό από το ντόκο, με δεκάδες εργάτες να σκουπίζουν και να μαζεύουν κάθε σπυρί, κι εμείς κάναμε αργά σπατσαμέντο(1), καθώς ένα ένα άδειαζαν τα αμπάρια. Το σιτάρι ήταν καλό φορτίο για ξεφόρτωμα. Οι Κινέζοι τα έγλυφαν τ’ αμπάρια, ζημιές δεν έκανε, κι έτσι μ’ ένα σκούπισμα και μια μάνικα, το αμπάρι ήταν καθαρό και θα παίρναμε τ’ αμπαριάτικα(2) με τα ψέματα. Αυτές οι δουλειές βέβαια γίνονται στο πέλαγο, όταν ξέρεις τι θα φορτώσεις για να κάνεις την ανάλογη προετοιμασία, από πού για να ξέρεις πόσο χρόνο έχεις για να τα κάνεις, και πού θα το πάς το φορτίο γιατί ο καθένας έχει τις δικές του απαιτήσεις. Ακόμα και τα σιτηρά, που απαιτούν το αμπάρι να γίνει σαλόνι, αλλιώς είναι να το πας επισιτιστική βοήθεια στον τρίτο κόσμο, που τα πασαλείβεις όπως όπως κι είναι και β’ διαλογής, κι αλλιώς το καλό για καμιά πχ Ιαπωνία που μπαίνει ο σερβέγιορ, ο επιθεωρητής να πούμε, με την καραμπίνα και ρίχνει με ψιλό σκάγι στις απρόσιτες γωνιές για να δει αν θα πέσει καμιά φλούδα κάτω και να σε κόψει. Οπότε, όσο πλησιάζει το τέλος, η έννοια της κουβέρτας είναι το επόμενο ταξίδι.

Κι η γέφυρα την ίδια έννοια έχει αλλά στα πιο σοβαρά, να βγει η ρότα, να λογαριάσουν τα μίλια, τα καύσιμα, τις προμήθειες, το χρόνο, τους καιρούς, το βύθισμα άρα και την ποσότητα του φορτίου.  Η ρότα θα δώσει τα μίλια της απόστασης. Η ταχύτητα του πλοίου (αυτή που δόθηκε στους ναυλωτές, που μπορεί να διαφέρει λίγο από την πραγματική) μαζί με τις αναμενόμενες καιρικές συνθήκες κατά τόπο και εποχή,  και τον (περίπου) χρόνο.  Αυτά θα μεταφραστούν σε κατανάλωση καυσίμων (ντίζελ για τις ηλεκτρομηχανές και φούελ για την κύρια) πραγματική και δηλωμένη, και αφού δηλωθούν και τα υπόλοιπα στα τάγκια, το από πού και πότε θα κάνομε μπόνκερ(3), που το πληρώνουν οι ναυλωτές. Οι προμήθειες, τα στόρια και το γλυκό νερό, είναι προϋπολογισμένα να επαρκούν για κάποιο χρόνο ώστε να μπορεί το βαπόρι να τα πάρει πριν ξεμείνει κι αναγκαστεί να πάρει ό,τι νάναι κι απ’ όπου νάναι (σε ποιότητα γι αυτούς που θα τα καταναλώσουν και κυρίως σε τιμή για την κομπανία). Τα βυθίσματα είναι άλλο βάσανο. Πέρα από το βάθος του κάθε λιμανιού (που κι αυτό διαφέρει από ντόκο σε ντόκο), κάθε θάλασσα δεν έχει το ίδιο ποσοστό σε αλάτι ούτε την ίδια θερμοκρασία άρα ούτε την ίδια πυκνότητα το νερό, άρα ούτε την ίδια άνωση. Αν το λιμάνι είναι σε ποτάμι ή περνάς τον  Παναμά που το νερό είναι γλυκό και σε τροπικό πλάτος, ακόμα χειρότερα. Από αυτό καθορίζεται πόσο φορτίο μπορείς να φορτώσεις. Οπότε όσο νωρίτερα τα ξέρει ο καπετάνιος, η εταιρεία και (τα δηλωμένα) ο ναυλωτής τόσο το καλύτερο για όλους για να κάνουν τα κουμάντα τους.

Η μηχανή κοίταζε τις προμήθειές της αλλά εκείνοι στις 10+ μέρες που κάτσαμε στο λιμάνι είχαν αλλάξει ένα χιτώνιο σ΄ έναν κύλινδρο της κύριας μηχανής, είχαν ανεβάσει το παλιό στο κατάστρωμα της πρύμης να στερεωθεί κάπου που να μην εμποδίζει μέχρι να πουληθεί κάπου (συνήθως για μέταλλο) και λογαριάζανε τα έξτρα που θα παίρνανε για την επισκευή.

Και όλοι φυσικά με το μυαλό στο επόμενο λιμάνι και στον καιρό της διαδρομής.

Άμα το βαπόρι φύγει από λιμάνι της Άπω Ανατολής, που δεν έχει χύμα φορτία(4), χωρίς ναύλο, ταξιδεύει με  “Vancouver orders” δηλαδή τράβα προς Βανκούβερ να περάσεις τον Ειρηνικό, και βλέπουμε στο δρόμο.

Μ΄ αυτά και μ’ εκείνα, την άλλη μέρα θα φεύγαμε και κανείς δεν ήξερε τίποτα.

 

Επιστρέφοντας από το κοφιτάιμ των 10, μια κλεφτή ματιά στο Νο 3 (το μεσαίο από τα 5 αμπάρια) που είχε μείνει τελευταίο, να δούμε ως που βαστάνε, και πιάσαμε πάλι τα κλεισίματα. Άξαφνα από το μεγάφωνο της πλώρης ακούγεται η φωνή του καπετάνιου:

«Γραμματέα, ανέβα στη γέφυρα να πάρεις το ναύλο!»

Στους έλληνες (εγώ κι ο λοστρόμος) ψιλοαναστάτωση. Στους άλλους απορία. Ο γραμματικός στραβομουτσούνιασε. Σε αντίθεση με τον καπετάνιο που ήταν πιο όξω καρδιά και ανοιχτός άνθρωπος, εκείνος ήταν περισσότερο κρυψίνους και δεν ήθελε με τίποτα το πλήρωμα να ξέρει τα του βαποριού. Εξουσία μέσω της άγνοιας; Η χωριάτικη εκδοχή του «διαίρει και βασίλευε»; Οι τσοπάνηδες πρόγονοι; Ο θεός κι η ψυχή του…

Αργά ανέβηκε στη γέφυρα, και σε λίγο ακούστηκε από το μεγάφωνο: «Βανκούβερ, σούρφανο για το Μαρόκο»

Ρώτησα το λοστρόμο «μπόση(5), τι είναι το σούρφανο;»

«Θειάφι, μου λέει, και τ΄ αμπάρια θα θένε ασβέστωμα»

«Έ;»

«Ε να, περνάμε το αμπάρι με ασβέστη αντί για μπογιά, για να μη φάει το θειάφι τα σίδερα. Μια δόση θυμάμαι στο …»

Ούτε κι άκουγα  παρακάτω. Στο Βανκούβερ είχα ξαναπάει και μ΄ άρεσε, ήξερα και τα κατατόπια, δεν είχα θέμα γλώσσας, μια χαρά. Και στο βάθος το εξωτικό Μαρόκο…

 

Το μεσημέρι στη τραπεζαρία, ο καπετάνιος έδειξε και μια άλλη διάσταση του ταξιδιού. Μπαίνοντας για φαγητό λέει του μαρκόνη:

«Εμείς, μεγάλε, καθαρίσαμε!» και κάνει κι ένα κοφτό τρίψιμο της μιας παλάμης στην άλλη όπως όταν αποτινάζεις τις σκόνες.

«Τι λες καπετάνιε; Πώς;»

«Ε, ώσπου να πάγομεν στο Βανκούβερ, καμιά βδομάδα φόρτωση, να κατέβομεν  να περάσομεν τον  Πάναμα, να κροσάρομεν και τον Ατλαντικό, θα φτάσομεν Μαρόκο καλό Δεκέμβρη και Χριστούγεννα θα κάμομεν σπίτι μας!»

Πράγματι, όλοι σχεδόν οι έλληνες είχαμε μπει  στο βαπόρι, στα μισά του Μάη, οπότε φτάνοντας στο Μαρόκο το Δεκέμβρη κλείναμε εφτάμηνο (ή έστω πάνω από «έξη και δεκάξι») και μπορούσαμε να ξεμπαρκάρομε κι από λιμάνι κοντινό στην Ελλάδα, με φτηνό (για την εταιρεία) εισιτήριο για τα πήγαιν΄ έλα της αλλαγής πληρώματος.

«Γι αυτό σου λέω καθαρίσαμε!» και ξανάτριψε τα χέρια.

 

Την άλλη  μέρα, όντως φεύγαμε. Το ταξίδι μέχρι το Βανκούβερ θα κρατούσε 18 -20 μέρες. Μια και το βαπόρι ήταν ξεφόρτωτο, για να περάσει τον ωκεανό χωρίς να είναι μπαούλο, θα σαβουρώναμε εκτός από τα τάγκια και το τριάρι. Είναι το μεσαίο και μεγαλύτερο από τα πέντε αμπάρια του βαποριού, και γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις και δεξαμενή  έρματος. Με γεμάτο κι εκείνο, το βαπόρι έχει σε σαβούρα περίπου το ένα τρίτο του ωφέλιμου φορτίου του και «πατάει». Μερικές μέρες πριν το λιμάνι θα το αδειάζαμε για να ασβεστωθεί. Σφραγισμένο κανονικά, το γέμισαν θάλασσα μέχρι να αρχίσει να βγαίνει νερό από τα εξαεριστικά που λειτουργούσαν εν προκειμένω σαν υπερχείλιση, και κάθε μερικές μέρες θα έτρωγε κι ένα συμπλήρωμα για να αναπληρώνεται το νερό που έφευγε από το μπότζι του ταξιδιού, ώστε να είναι πάντα γεμάτο ξέχειλο και να μην έχει ελεύθερη επιφάνεια να κουνιέται.

Στο μεταξύ οι κάβοι τυλίχτηκαν και κατέβηκαν στο πούπι(6) , και το χιτώνιο στερεώθηκε με σκοινιά σε μάπες στη βάση της καπνοδόχου, να μην είναι μες στη μέση. Άμα λέμε χιτώνιο, εννοούμε έναν κούφιο κύλινδρο  διαστάσεων μεγαλύτερων από σιδερένιο βαρέλι  με πάχος πεντέξι πόντους και διάφορα ανοίγματα (θυρίδες), που σφηνώνεται στον κύλινδρο και μέσα στο οποίο ανεβοκατεβαίνει το πιστόνι (έμβολο). Καμιά τριανταριά πόντους από τη βάση του, έχει ένα δαχτυλίδι ύψους τουλάχιστο είκοσι πόντους από δόντια τέσσερεις πέντε πόντους βαθιά σαν γρανάζωμα, όχι για να γυρίζει αλλά για να σφηνώνει στη βάση του.  Οπότε μιλάμε για κάτι μεγάλο και βαρύ που επιπλέον κυλάει όταν είναι ελεύθερο.

Ησυχάσαμε και μ΄ αυτό και άρχισε το ασβέστωμα των αμπαριών με βούρτσες στα χαμηλά και σπρέι στα ψηλά και τελευταίο το πάτωμα του αμπαριού, το  πανιόλο. Ο ασβέστης πριν στεγνώσει  δίνει την εντύπωση πως απλά έβρεξες τον τοίχο και μετά βγαίνει η ασπρίλα του. Περνιόταν όλο το αμπάρι και την επομένη ακόμα ήταν μισοδιάφανο. Ο καπετάνιος το ‘βλεπε κι ήταν μέσα στη γρίνα

«Ετσιγκουνευτήκετεν τον ασβέστη και δεν πιάνει; Να το περάσετε κι άλλο χέρι» τρωγότανε του γραμματικού.

Μετά από δυο τρία χέρια το κατάλαβε αλλά τόπε μόνο σε μένα.

«Εκάμαμεν μαλακία.  Δεν είναι Μέξικο πού ‘χει σαράντα βαθμούς και στεγνώνει σε μισή ώρα».

Ήμασταν μετά τη μέση του Οκτώβρη, και σε μέρη με πιο κρύο και πιο υγρό κλίμα από το αντίστοιχο της Ελλάδας. Εκείνος, χρόνια να ταξιδεύει κεντρική και νότια Αμερική, είχε συνηθίσει σε άλλα δεδομένα.

Όντως, μετά από τρείς τέσσερεις μέρες με τα αμπάρια ανοιχτά, στέγνωσε και φάνηκε.

«Δεν πειράζει, επροστατέψαμεν το βαπόρι από το θειάφι».

Ο γραμματικός τον άκουγε και μασούσε τα μουστάκια του. Για να τον παρηγορήσω κάποια στιγμή του το ‘πα:

«Εμένα μου το ‘πε πως ‘εκάμαμεν μαλακία’ με τον ασβέστη».

Άνοιξαν τα μάτια του

«Το ‘πε;»

«Το ‘πε! Και δεν είναι λέει Μεξικό που στεγνώνει τσακ μπαμ!»

«Έ, μα!»

 

Με όλα αυτά είχαμε περάσει την χερσόνησο της Κορέας και πλέαμε πάνω από την Ιαπωνία για να περάσουμε από το στενό Τσουγκάρου, ανάμεσα στα νησιά Χόνσου και Χοκάιντο και να βγούμε στον ωκεανό. Φυσικά το είχαμε εξελληνίσει σε ‘τσουκαρού’. Ο καιρός όλο αυτό το διάστημα ήταν μουντός, συννεφιασμένος (βαθύ φθινόπωρο είπαμε) αλλά χωρίς  βροχή, ευτυχώς για τον ασβέστη, ούτε καμιά ιδιαίτερη θάλασσα. Παραόξω όμως; Ο Ειρηνικός, μόνο κατ όνομα είναι ειρηνικός κι αυτό γιατί «Ο Μαγγελάνος ήτανε κωλόφαρδος που τον επέρασεν από τα τροπικά και χωρίς τυφώνες, αλλιώς ποτές του (δ)έ θα ‘φτανεν με το καΐκι(7) ως την Αμερική».

«Και μετά την Τσουκαρού, καπετάνιο, θα κάνομε τόξο;»

«Ελωλάθηκες Γιώργη, που θα κάμομεν τόξο  Νοέμβρη μήνα κι αξεφόρτωτοι; Θα ζωγραφίσομεν ένα τόξο να το δίνομεν στους ναυλωτές, κι εμείς θα πάγομεν από πιο χαμηλά».

Επειδή η Γή δεν είναι επίπεδη, όπως στους χάρτες, αλλά σχεδόν σφαίρα, σε μεγάλες αποστάσεις πχ στο πέρασμα ενός ωκεανού, για να πας από ένα σημείο στο άλλο, η συντομότερη διαδρομή δεν είναι η ευθεία που ενώνει στο χάρτη τα δυο σημεία, αλλά τόξο μέγιστου κύκλου. Η διαφορά είναι αξιόλογη, αλλά σε οδηγεί σε μεγαλύτερα πλάτη και, τέτοια εποχή ειδικά, σε άσκημους καιρούς. Οπότε σχεδιάζεις στο χάρτη το τόξο (δηλαδή μια τεθλασμένη που να προσεγγίζει την καμπύλη του θεωρητικού τόξου) με υπολογισμούς σφαιρικής τριγωνομετρίας (το GPS το κάνει αυτόματα) για να δίνεις στίγματα από κει, και πας στην σχεδόν ευθεία σε μικρότερα πλάτη που είναι πιο καλός ο καιρός. Τότε ακόμα δεν μπορούσαν να παρακολουθούν την πορεία του πλοίου σε πραγματικούς χρόνους από δορυφόρο, και δέχονταν τα στίγματα που έδινε το βαπόρι, ενώ την διαφορά στο χρόνο του ταξιδιού την αποσοβούσαν οι κακοί καιροί στους οποίους (θεωρητικά) ταξίδευες που μείωναν την ταχύτητα πλεύσης, και στην κατανάλωση τα καβατζωμένα καύσιμα. Φυσικά η εταιρεία ήξερε και τις δύο θέσεις και συνθήκες και καταναλώσεις αλλά κι οι αρχικαπετάνιοι των γραφείων είχανε καπετανέψει πριν γίνουν ναύαρχοι (όπως κι οι παλιοί εφοπλιστές) και ξέρανε τα πώς και τα γιατί. Χαρακτηριστικά ένας αρχικαπετάνιος (που μετά έγινε και εφοπλιστής) έλεγε στους καπετάνιους ειδικά στους νέους:

«Γιά δε, εγώ κάθομαι στο γραφείο, και θα σου ρίξω και τις παναγιές σου άμα λάχει, αλλά εσύ είσαι μέσα στο βαπόρι κι εσύ το ταξιδεύεις, δεν είμαι εγώ, γι αυτό κοίτα να κάμεις το κουμάντο σου».

Ήδη, όπου βολούσε ο καιρός και τα ρεύματα, κοιτάγαμε να κλέψομε κάνα μίλι να το χουμε για παρακάτω.

 

Τα στενά της Τσουκαρούς, δεν είναι και τόσο στενά, είναι από 20 χιλιόμετρα και πάνω το φάρδος τους, αλλά έχει πολλή κίνηση από ταχύτατα φέριμπότ  που τα διασχίζουν συνέχεια ενώνοντας μεγάλες πόλεις της Ιαπωνίας εκατέρωθεν, κίνηση από ποντοπόρα που πάνε ή έρχονται από τον Ειρηνικό, και συνήθως λίγη ή περισσότερη ομίχλη. Ευτυχώς τα περάσαμε μέρα, με μια ψιλή θολούρα έτσι για το καλό, χωρίς όμως κάτι το αξιοσημείωτο. Και μπροστά μας πια ο ωκεανός, με τα ελάχιστα ως καθόλου βαπόρια στο δρόμο μας, ουρανός και θάλασσα και συννεφιά, περιμένοντας φουρτούνες.

Ντούκου ντούκου η προπέλα, ώρα μπρός και μέρα πίσω, όλο πηγαίναμε και πηγαιμό δεν είχαμε. Βαριά σύννεφα, καμιά ψιχάλα, ολίγη θάλασσα το πολύ εξάρι εφτάρι κι αυτό γιά στη μάσκα γιά δευτερόπρυμο(8), κι ο μαρκόνης να βγάζει στο φαξιμάιλ(9) χάρτες καιρού. Στο βορρά ήταν συνέχεια ζωγραφισμένα ψυχρά μέτωπα που σάρωναν τον ωκεανό και κάποια μεγάλα που φτάνανε μέχρι κάτω. Αυτά τα μέτωπα τα καταιγιδοφόρα είναι καμπύλες από βορρά προς νότο και έχουν στην κυρτή μεριά δόντια. Τά ‘βλεπε ο καπετάνιος και γρίνιαζε του μαρκόνη:

«Τι μου τις φέρνεις τις πριόνες ετούτες; Όλος ο ωκεανός γεμάτος πριόνες και θες να περάσομεν κι από μέσα!»

Ο μαρκόνης τσίμπαγε:

«Μα καπετάνιο, εγώ τις βγάζω;»

«Να μη μου ξαναφέρεις πριόνες!» και στο καπάκι «Εμείς μεγάλε, καθαρίσαμε!» και ξεσκόνιζε το χέρι του, αφήνοντας τον ασυρματιστή με σουφρωμένα φρύδια να μισοχαμογελά αμήχανα.

Εμάς βέβαια μας πιάνανε οι ουρές τους που ήταν πιο ξεθυμασμένες και το σουέλ(10) τους αλλά δεν ήταν κάτι το τόσο φοβερό. Άμα τα πράματα ζόριζαν, την πέφταμε ή στον καναπέ πού ήταν κάθετα στο κρεβάτι (αυτό έχει πάντα κατεύθυνση πλώρα-πρύμα) ή σηκώναμε την έξω πλευρά του στρώματος με το σωσίβιο (δεν ήταν κουλούρα, ήταν γιλέκο -λάιφ τζάκετ) και σφηνώναμε με το μπουλμέ (τον τοίχο) για να κουνιόμαστε μαζί με το βαπόρι χωρίς να κουτρουβαλάμε. Ξανάδαμε ό,τι βιντεοκασέτες είχαμε, διαβάσαμε μέχρι τις ετικέτες από τα σώβρακα κι αγάντα να περάσει ο καιρός.

Εγώ, πονηρεμένος από την άλλη φορά, είχα αγοράσει από το Βανκούβερ ένα πάζλ ένα μέτρο επί ανάμισι, δέκα χιλιάδες κομμάτια, έστρωσα στο πάτωμα της καμπίνας κάτι παλιούς χάρτες από την ανάποδη, και βάλθηκα να το πολεμώ. Κάποτε ζαβλάκωνα κι έπεφτα για ύπνο. Ήταν κι οι μέρες των 23 ωρών που φεύγαν πιο γρήγορα, ήρθε κι η μέρα πίσω με τις αλχημείες του σεφ, που έπρεπε να σκεφτεί κάτι εκτός εδεσματολογίου κι έφτιαξε ένα τούβλο με τρύπες δίκην παστίτσιου, κι όλο και  πλησιάζαμε.

 

Πεντέξι μέρες πριν το Βανκούβερ, ξασαβουρώσαμε το τριάρι, το ξεπλύναμε από τη θάλασσα με γλυκό νερό και το ασβεστώσαμε. Αφήσαμε στο πανιόλο τα άδεια βαρέλια του ασβέστη και κάποια με σκουπίδια για να τ΄ ανεβάσουμε στα στενά πριν το λιμάνι με το γκρένι που δεν θάχε το ελάχιστο κούνημα.  Το βαπόρι μόνο με τις δεξαμενές έρματος ήταν σαν μπαούλο που πλέει αλλά οι πριόνες είχαν περάσει και παλεβότανε. Σε μιάμιση μέρα θα μπαίναμε στα στενά Juan de Fuca μεταξύ Vancouver Island του Καναδά και πολιτείας Ουάσιγκτον της Αμερικής. Κι εκεί προς το μεσημέρι, κρι κρι κρι το νάφτεξ(11) στη γέφυρα, έβγαζε μαντάτα. Πάνω πάνω και στη μέση, υπογραμμισμένο πάνω και κάτω, HURRICANE WARNING κι από κάτω ένα δελτίο χέστα κι άστα. Ένα βαθύ χαμηλό με ανέμους 60 – 70 κόμβους (110 – 130 χλμ/ώρα) και κύματα ανάλογου μεγέθους, θα ανέβαινε από νότο προς βορρά με καμιά δεκαπενταριά μίλια ταχύτητα, και η πορεία του θα διασταυρωνόταν με τη δικιά μας. Τα βάλαμε κάτω. Εκεί είναι τώρα, εδώ είμαστε εμείς, με τόσα πάει εκείνο, με τόσα πάμε εμείς, όταν θα περάσουμε από το διάβα του αυτό θα έχει φτάσει στα βορεινά του Vancouver Island, κάπου 180 μίλια μακριά.

«Θα μας αφήκει κάνα σουέλ, στου διαβόλου τη μάνα».

«Καλά, εδωνά πάνω βγάζει τυφώνες, κοντά πενήντα πλάτος;»

«Χοντρή καταιγίδα είναι, αλλά δεν μπορεί να το βαφτίσει tropical storm εδώ που είναι, και το λέει τυφώνα λόγω έντασης ανέμου. Μποτσάρετεν τα πράματά σας καλού κακού».

Κατά το μούχρωμα ο καιρός όσο πήγαινε και χαλούσε. Οχτώ εννιά το βράδυ είχε γίνει δεκάρι γεμάτο και γύριζε από τη μάσκα στη μπάντα. Το βαπόρι χτυπιόταν και στραμπουλιόταν, βουτούσε και σηκωνόταν, η προπέλα ξενέριζε και κακάριζε το γκόβερνορ(12), κι εμείς βαστιόμαστε απ όπου μπορούσαμε να μην έρθομε κάτω. Στις έντεκα είχαμε 65 μίλια αέρα κι ο καπετάνιος γύρισε το βαπόρι κατά το νοτιά.

«Το γαμημένο δεν επέρασεν, κατσικώθηκεν και μας επερίμενε. Πορεία για Χιλή!». Το ‘φερε να τον έχουμε δευτερόπρυμο, έτσι κι αλλιώς ήμαστε μακριά από στεριές, και συγχρόνως να απομακρυνόμαστε κι από τη φουρτούνα. Το κουνολόγημα εξακολούθησε βέβαια αλλά η ταλάντωση γινόταν σε πιο βολική κατεύθυνση.

Στις δώδεκα κατέβηκα στην καμπίνα. Στο δρόμο πήγαινα με ανοιχτά χέρια και κρατιόμουνα από τις δυό πλευρές του αλουέ (του διαδρόμου)  για να φτάσω όρθιος. Ό,τι δεν ήτανε δεμένο ήταν πεσμένο και κουτρουβαλούσε ή γλιστρούσε πέρα δώθε στο πάτωμα. Το πάζλ (κι ήτανε καμωμένο πάνω απ΄ τα μισά, τρομάρα μου) είχε γίνει ένα βουναλάκι από κομματάκια που γλιστρούσαν μαζί με τους χάρτες. Πού και πού αναπηδούσαν καθώς φαίνεται πως είχε λακκούβες ο δρόμος. Χωρίς να γδυθώ πήγα και σφήνωσα στην κόχη στρώμα-μπουλμές κι έκλεισα τα μάτια χωρίς να κοιμάμαι. Κατά τις μία παρά άκουσα κάτι να χτυπάει δυνατά στην πρύμη. Δεν ήταν κρότος με ρυθμό, χτυπούσε ακανόνιστα αλλά δυνατά, σαν κάτι να κοπανιόταν, αλλά αντιλαλούσε το κομοδέσιο ή έτσι μου φάνηκε καθώς ο ήχος μέσα από τα σίδερα πρέπει να  ‘φτανε μέχρι την πλώρη. Σε κάνα δεκάλεπτο μου χτύπησαν την πόρτα. Ήταν ο γραμματικός:

«Γιώργη, ντύσου κι έλα στην πρύμη».

«Τι χτυπάει καπτα-Χρήστο;»

«Το χιτώνιο τά ‘σπασε και κουτρουβαλά».

Έβαλα παπούτσια και μπουφάν και κατέβηκα χορεύοντας στην πρύμη. Όσοι δεν είχαν βάρδιες ήταν εκεί. Το βαπόρι χόρευε και το χιτώνιο κυλούσε και στριφογύριζε (εξαιτίας των γραναζιών που του δίναν μια κωνικάδα) και γλιστρούσε πάνω στη βρεμένη λαμαρίνα και κοπανούσε σε ότι βρισκόταν στο δρόμο του. Αν ήταν ρέλι ή λαμαρίνα έκανε λακκούβα κι όπου άγγιζε, τουλάχιστο έσπαγε τη μπογιά.

Πρέπει, κατά την διάρκεια του ταξιδιού, σιγά σιγά με το κούνημα, να λασκάρανε τα σκοινιά που το δέσανε και να τρωγότανε εκεί που τρίβανε στις γωνιές των χειλιών του κι όταν δυνάμωσε το κούνημα, έχοντας μπόσικα να κινηθεί, κάποια στιγμή τά ΄κοψε και λευτερώθηκε.

Στην αρχή είπαν να ρίξουν τίποτα ξύλα στο διάβα του μπας και το σταματήσουν, (όχι τίποτα της προκοπής, σανίδια από παλέτες) αλλά κάτι το κενό λόγω των γραναζιών, κάτι η φόρα που έπεφτε πάνω τους, κάτι οι λακκούβες που πέφταμε καθώς ξενέριζε η πρύμη, κάτι το πείσμα του να μη θέλει να ξαναμπεί στα δεσμά, πότε τα απόφευγε και πότε περνούσε από πάνω τους κυλώντας ή και πηδώντας. Στην πλώρη είχαμε πιο σοβαρά ξύλα αλλά ποιος θα πήγαινε νυχτιάτικα και με τέτοια θύελλα, που δε θάφτανε ποτέ, χώρια πως δεν ξέραμε σε τι κατάσταση ήταν το καμπούνι(13) , που το πιο πιθανό ήταν να τα είχε φέρει όλα κάτω και να ήταν μαντάρα. Άρχισαν να πέφτουν ιδέες.

«Να κόψουμε τα ρέλια να πάει στη θάλασσα».

«Ίντα λές που θα το πετάξομε στη θάλασσα».

«Να σωριάσουμε κάνα κάβο μπροστά του να φρακάρει»

«Οι κάβοι είναι στο πούπι, μόνο αυτοί στις ανέμες(14)»

Ξετυλίξαμε ένα κάβο από την ανέμη, και σιγά σιγά με πηδήματα κάναμε ένα σωρουδάκι στο δρόμο του, κι άλλο ένα παρακεί κι όταν κάπως άρχισε να αργοπορεί και να γυρεύει να σταματήσει, ρίξαμε ένα βιλάι(15) να περάσει μέσα από τον κύλινδρο. Στην άλλη άκρη του βιλαγιού ήταν δεμένη η γάσα (η θηλιά) του κάβου που πέρασε κι αυτή μέσα από το χιτώνιο, κεφαλώθηκε σε μια μπίντα, και με το βίρα έμεινε το χιτώνιο να τραμπαλίζεται αλλά να μην φεύγει. Περάσαμε και τον άλλο κάβο, τον κεφαλώσαμε αλλού και μόλις τεζάρισαν και οι δύο το χιτώνιο ακινητοποιήθηκε σχεδόν στον αέρα. Σφηνώσαμε και τα ξύλα από κάτω, δέσαμε κι άλλα σκοινά από τις θυρίδες του να γίνει βράχος κι ανακουφισμένοι, μουσκεμένοι, ζαλισμένοι γυρίσαμε στις καμπίνες μας. Είχε πάει κοντά τρείς. Γδύθηκα κι  έπεσα. Κοιμήθηκα τον ύπνο του νεκρού.

Το πρωί ήπια καφέ σ΄ ένα πλαστικό σέικερ, να φτάνει κάτω από τη μέση, κι ανέβηκα στη γέφυρα. Μετά από έξη ώρες πορεία προς το νοτιά, είχαμε ξαναγυρίσει βορεινά με τον καιρό στη μάσκα, να ξαναβρεθούμε κοντά στον προορισμό μας. Ο άνεμος ήτανε στο εννιά με δέκα ακόμα, αλλά η θάλασσα είχε πιο πολύ. Το άδειο βαπόρι ακόμα στραμπουλιότανε  αλλά  η γενική εικόνα ήταν πως γύρευε να στρώσει. Το νάφτεξ είχε ξεράσει τη νύχτα ειδοποίηση πως το χαμηλό είχε μείνει στάσιμο και απομακρυνόταν με 5 μίλια την ώρα προς το βοριά.

«Καλά και μας τόπανε…»

Ο μάγειρας έφτιαξε φαί της τρικυμίας. Πίτσα που είναι ξεροφάι και μπαίνει στο φούρνο και, στον πάτο ενός μεγάλου καζανιού, φασόλια άσπρα σε ελάχιστο ζουμί, που τα σέρβιρε σε όποιον ήθελε με τρυπητή κουτάλα. Εννοείται πως τρώγαμε στα όρθια κι ο καπετάνιος κέρναγε σ΄ όποιον ήθελε κι ένα ούζο για το στανιάρισμα.

 

Το απόγεμα πια είχε εμφανώς βελτιωθεί μετά από είκοσι ώρες χτυπολόγημα. Ήμαστε στο εξάρι κι έπεφτε, είχαμε έρθει στην πορεία μας, μέχρι που την άλλη μέρα έβγαλε κι ήλιο, μετά από πάνω από μήνα. Είχαμε να δούμε λιακάδα από πριν να πάμε στο Τσινγκτάο. Μπαίνοντας πια στα στενά του Ιωάννη Φωκά που είχε κόψει καλά καλά, ανοίξαμε και τα αμπάρια να δούμε τι γίνεται και να στεγνώσουν από τις όποιες υγρασίες. Είχαμε το φόβο πως θα είχε ρίξει και κουτρουβαλήσει τα βαρέλια στο τριάρι και θα θέλαμε να το πιάσομε από την αρχή. Απεναντίας, όλα ήταν στη θέση τους, όπως τα είχαμε αφήσει. Στη μέση του βαποριού και κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας δεν είχαν πάρει χαμπάρι.

«Την άλλη φορά θα’ ρθω εδώ να κοιμηθώ» είπε ο γραμματικός.

Στο υπόλοιπο πλοίο, ό,τι μπορούσε να πέσει, επειδή ήταν πλημμελώς στερεωμένο, είχε πέσει.

Στην καμπίνα, μάζεψα το πάζλ στη σακούλα του, το έβαλα στο κουτί του κι όλο μαζί στη βαλίτσα. Όταν τον επόμενο Αύγουστο ξεμπάρκαρα, το πήγα στην αποθήκη. Ακόμα εκεί είναι. Έχω μείνει με την αίσθηση πως ένα ή δυό κομμάτια έχουν χαθεί. Θα το μάθουν κάποια στιγμή οι αρχαιολόγοι.

Το χιτώνιο το δώσαμε στο Βανκούβερ για μέταλλο.

[Σχόλιο δικό μου: Η περιπέτεια με το χιτώνιο που λύθηκε, μού θύμισε μιαν άλλη ιστορία που έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, ένα απόσπασμα από το 1793 του Βίκτωρος Ουγκό, όπου περιγράφεται ανάλογη περίπτωση, με κανόνι όμως και σε ξύλινο ιστιοφόρο, 200 χρόνια πριν]

 

Β. Της παλίρροιας

Η Savannah της Georgia, ήτανε το έκτο και τελευταίο λιμάνι εκφόρτωσης σ΄ εκείνο το ταξίδι. Ναύλο δεν είχαμε ακόμα,  και οι οδηγίες από το γραφείο ήταν να κατηφορίσομε να μπούμε στον Κόλπο (του Μεξικού) με σκοπό να κάτσομε να περιμένομε στη ράδα της Νέας Ορλεάνης ή όπως το λέγανε New Orleans orders. Ξεκινήσαμε να περιπλεύσομε τις ακτές της Αμερικής.  Με το γκολφστρίμ κόντρα να μας κόβει το δρόμο στο μισό, είπαμε να πάμε πιο κοντά στην ακτή μπας και πιάναμε το αντίρρευμα(16) και πάρομε κάνα μίλι. Μια μέρα μετά ήρθε το μαντάτο. Προορισμός Νιού Άμστερνταμ στη Γουιάνα, φορτίο βωξίτης για το Κόρπους Κρίστι του Τέξας. Θεωρούνταν καλά νέα. Μέτριο σε διάρκεια ταξίδι, εννιά δέκα μέρες, το φορτίο χώμα, δεν θέλει και πολλά πολλά στο αμπάρι, δεν είναι σιτηρά, κι άλλο τόσο μέχρι την Αμερική, φάγαμε ένα μήνα. Η Αμερική προτιμιόταν σαν προορισμός γιατί ερχόταν δολάρια στο βαπόρι, γιατί είναι καλή για ψώνια πάσης φύσεως (ήτανε, και ίσως είναι ακόμα η πιο φτηνή χώρα του δυτικού κόσμου), είναι βολική στο ξεμπαρκάρισμα για όσους μετράνε μέρες, και ειδικά στον Κόλπο, βρίσκονταν εύκολα φορτία για Κεντρική και Νότια Αμερική. Καλά όλ΄ αυτά αλλά να πάμε πρώτα στη Γουιάνα. Κανείς δεν είχε πάει ούτε και ξέρανε κανέναν να πήγε. Ο μαρκόνης ρωτούσε τους ασυρματιστές από άλλα πλοία της εταιρείας μήπως ξέρανε κάτι, αλλά δεν είχε τύχει σε κανένα. Δεν χαλιόταν όμως κανείς, Νότια Αμερική είναι, δίπλα στη Βενεζουέλα, ό,τι και νάναι Λατίνα είναι.

 

Εμένα με εξιτάριζε το ταξίδι αυτό, γιατί μέχρι τότε από ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο, είχα πάει μόνο σε λιμάνια της Αμερικής και του Καναδά, καλά κι άγια αλλά γούσταρα να πάω και μια στη Λατίνα, στην Κεντρική ή στη Νότια Αμερική. Στα Ισπανικά δεν ήξερα ούτε να κλάσω, αλλά σίγουρα θα τα μάθαινα εύκολα, τις παίρνω τις γλώσσες άμα έχω καλούς δασκάλους, γιατί τη θέληση την είχα. Κάτι ελάχιστα από τα βαπορίσια τα έμαθα ακούγοντας τους άλλους, κάτι από ένα ναύτη Σαλβαδοριάνο, κάτι από το δόκιμο της γέφυρας που ήταν μισός Έλληνας μισός Βενεζουελάνος, θα την έβρισκα την άκρη, κι αν όχι εγώ ο Οδυσσέας κι ο Βενιαμίν(17) σίγουρα. Το μόνο πού μάθαμε στις δέκα μέρες του ταξιδιού είναι, πως από τις τρείς Γουιάνες εμείς πηγαίναμε στην πρώην Βρετανική Γουιάνα, που είχε γίνει ανεξάρτητη κι έκοψε το βρετανική κι έμεινε σκέτη, ενώ δίπλα η πρώην ολλανδική λεγόταν Σουρινάμ και παραδίπλα η γαλλική παρέμεινε  Γαλλική. Με βάση το χάρτη, το Νιού Άμστερνταμ ήταν μέσα σ΄ ένα ποτάμι, ήταν η δεύτερη πόλη της χώρας μετά την πρωτεύουσα Τζορτζτάουν, και μάλλον θάχε ιδρυθεί από Ολλανδούς (ήτανε και κοντά στο Σουρινάμ), αλλά τη γλίτωσε όταν έγινε εγγλέζικη και δεν έγινε Νέα Υόρκη.

 

Τραβήξαμε νοτιοανατολικά, περάσαμε έξω από τα Προσήνεμα και τα Υπήνεμα Νησιά(18), και μετά ντουγρού τον κατήφορο για Γουιάνα (ή Γκουαγιάνα  όπως την έλεγε Βενεζουελάνικα ο δόκιμος –από καιρό καπετάνιος τώρα πια).

Ζέστη, ήλιος αμείλικτος αλλά δεν ήταν και Ερυθρά Θάλασσα, παλευόταν (λέμε τώρα). Κάποια στιγμή μας ήρθε κι ένα νάφτεξ πως  η Μονσεράτ ήταν στις κακές της(19) και όποιος είναι εκεί κοντά να βαρδάρει(20), αλλά περνούσαμε από μακριά και δεν δώσαμε σημασία. Ήδη πλησιάζοντας, πέρα από τη θολή γραμμή που έδειχνε την παρουσία στεριάς μέσα στην τροπική αχλή, θόλωναν και καφέδιζαν τα νερά δηλώνοντας πως υπάρχει ποτάμι. Μπήκαμε αργά στο ποτάμι, πήραμε και πιλότο αλλά ήταν της συμφοράς. Το κουμάντο το έκανε από το VHF ο καπετάνιος ενός ελληνικού πλοίου που ήταν στο βάθος σαν βαπόρι-μάνα. Μας περίμενε, μας έπιασε στο ραντάρ και έδινε οδηγίες σε μας και εντολές στον πιλότο.  Τι γίνεται εδώ; Τέλος πάντων, περάσαμε κάτι γαριδόμαντρες σχεδόν έξω  και προχωρώντας παραμέσα είδαμε  ένα εξηνταπεντάρι(21) με γκρένια, αγκυροβολημένο μπρος πίσω. Θα πέφταμε δίπλα του. Αυτό ήταν η μάνα. Κάναμε αναστροφή να έχουμε την πλώρη προς τον ωκεανό, ρίξαμε κι άγκυρα, δέσαμε σε κάτι σημαδούρες μπρος πίσω, και δώσαμε κάβους, σπρινγκ και κουτούκια(22) στη μάνα για να κολλήσομε.

 

Εδώ χρειάζεται μια παρένθεση για τα τι και τα πως της χώρας και της φόρτωσης. Η πρώην Βρετανική Γουιάνα, έγινε ανεξάρτητη το 1966 κι από αποικία έγινε προτεκτοράτο. Δηλαδή στα κοιτάσματα τουλάχιστον του βωξίτη (αλλά υποθέτω κάτι ανάλογο και στα άλλα ορυκτά) το κουμάντο το έκανε μια εταιρεία (αγγλο-ολλανδο- γάλλων και δεν ξέρω τι άλλο) που είχε και έλεγχε τα ορυχεία κι ήταν κράτος εν κράτει. Φόρτωνε από κει βωξίτη για τα εργοστάσια (δικά της αλλά και άλλων) σε Αμερική και αλλού εκεί κοντά (π.χ. Τζαμάικα) , από κει έπαιρνε αλουμίνα και την πήγαινε στα εργοστάσια της στην Αφρική (νομίζω Νιγηρία) να γίνει αλουμίνιο. Μέσα στην εταιρεία ήταν κι ο Κουμάνταρος, που ο εφοπλιστικός κλάδος των εταιριών του είχε αναλάβει τον κύκλο των μεταφορών, Γουιάνα –Αμερική (ή όπου) – Νιγηρία και πίσω Γουιάνα. Είχε εγκαταστήσει ένα βαπόρι σαν πλωτή αποθήκη για να μην σταματάει η ροή μεταλλεύματος που κατέβαινε το ποτάμι με μπάριζες (μαούνες) από τα ορυχεία. Αυτό, είχε ρίξει τέσσερεις άγκυρες, δυό  μπρος δυό πίσω, κι ήταν εκεί με χρονοναύλωση για δέκα χρόνια. Τα πλοία που θα έρχονταν φόρτωναν από αυτό κι απευθείας από τις μαούνες. Ο καπετάνιος του Κουμάνταρου ήταν γενικός δερβέναγάς στο Νιου Άμστερνταμ κι αν κάποιος αμφέβαλλε έπρεπε να τον ακούσει να ξεχέζει τον λιμενάρχη στο VHF. Εμείς πού μπλεκόμαστε σ΄ αυτό; Τα πλοία του Κουμάνταρου που είχαν αναλάβει τις μεταφορές, είχαν αθροίσει καθυστερήσεις, από τρικυμίες, στα λιμάνια (ιδίως της Νιγηρίας) κι έτσι ναύλωσαν ένα βαπόρι από αλλού για ένα ταξίδι, για να καλύψουν το κενό πριν φανεί στα εργοστάσια. (23)

 

Η μάνα ήταν μάνα σε όλα. Το νταλαβέρι με τις αρχές, προμήθειες αν χρειαζόταν,  γινόταν μέσω του καπετάνιου της, είχε και καμιά εικοσαριά κοπέλες πλέον των μονίμων του πληρώματός της, για τις ανάγκες των πλοίων που θα ερχόταν να φορτώσουν. Ανέβαιναν στο βαπόρι εγκαθίσταντο, ναυλωνόταν και με τον απόπλου επέστρεφαν στη μάνα, μέχρι να έρθει καινούργιο βαπόρι για φόρτωση. Ήταν σκούρες, αλλά όχι με το κοκκινωπό σκούρο της Λατίνας, ούτε με το αφρικάνικο καφέ-μαύρο αλλά με το πρασινωπό σκούρο της Ινδίας και του Πακιστάν. Επιπλέον μιλούσαν πολύ καλά αγγλικά και μεταξύ τους σε κάποια άλλη γλώσσα που δεν ισπάνιζε (όπως την άκουγα τουλάχιστον). Όταν μπήκαν -μόλις άνοιξαν δίαυλοι συγκοινωνίας με τη μάνα, δηλαδή αμέσως- πήγαν στο καπνιστήριο του πληρώματος και, περιμένοντας να τελειώσουν οι διαδικασίες του κατάπλου για να αγκαζαριστούν, άνοιξαν τηλεόραση. Στο κανάλι (ένα από δύο που έπιανε στο βαπόρι) μια παρουσιάστρια με σαρί και τη βούλα στο κούτελο μιλούσε σε ακατάληπτη γλώσσα και από κάτω τα γράμματα ήταν ινδικά! Οι εγγλέζοι όταν πήγανε, είχαν εποικίσει το μέρος με Ινδούς που οι απόγονοί τους αντιπροσώπευαν το μισό πληθυσμό της χώρας. Χαράς την τύχη! Η μόνη χώρα της Νότιας Αμερικής που πήγα στη ζωή μου, κι αυτή ήταν αγγλόφωνη και την κατοικούσαν Ινδοί! (Εντάξει μετά πήγα σε κάνα δυό της Κεντρικής και κάπως ισοφάρισα).

 

Εγώ πάντως ήθελα να βγω και έξω. Για τουρισμό και ψώνια. Ήρθε μια λάντζα που κρατιόταν με το ζόρι, μας πήρε, περάσαμε κάτω από μια γέφυρα (που ενώνει με την κωμόπολη Rosignol –να κι η γέφυρα του Ροσινιόλ στου διαβόλου τη μάνα-) και φτάσαμε σ΄ ένα  μικρό μόλο για μια βάρκα. Η λάντζα συγκρατιόταν στη θέση της με τη μηχανή και η πλώρη της άφριζε από το ρεύμα του ποταμού. Βγήκα έξω, συργιάνισα λίγο, μια κωμόπολη ήταν με ένα δυό δρόμους άσφαλτο και οι άλλοι πατημένο χώμα, πήγα για ποτό, έκανα τα κουμάντα μου υπό την αιγίδα του Κουμάνταρου, και κατά τις 10-11 επέστρεψα στο βαπόρι. Η φόρτωση είχε αρχίσει από ώρα. Από μακριά φαινόταν στα φώτα των δύο πλοίων, ένα σύννεφο από τη σκόνη του βωξίτη που είναι ένα κόκκινο ψιλό χώμα που κιόλας είχε κοκκινίσει τα πάντα. Από μια μεριά του βαποριού είχε δέσει μια μπάριζα που την ξεφορτώναμε στο δικό μας με τα γκρένια μας (που είχαν και χούφτες) κι από την άλλη μας φόρτωνε η μάνα με τα δικά της. Ένα από τα γκρένια μας είχε πάθει κάποια βλάβη και τρέχανε όλοι μαζί, καπετάνιος, γραμματικός, μηχανικοί και ο ηλεκτρολόγος να τη φτιάξουνε, ενώ κανόνισαν να φορτώσουν με άλλο γκρένι ένα διπλανό αμπάρι για να μη χρεωθούμε καθυστέρηση. Εγώ όταν είδα πως δε με χρειάζονταν, πήγα στην καμπίνα, φαμελίτης γαρ.

 

Η φόρτωση κράτησε καμιά βδομάδα. Πάνω στα ορυχεία είχαν κάποια απεργία και δεν κατέβαιναν μπάριζες ή κατέβαιναν αραιότερα, ο καπετάνιος της μάνας γαμοσταύριζε επί δικαίων και αδίκων γιατί οι καθυστερήσεις οφειλόταν σε κείνους, αλλά φορτώναμε από κει, κι όλο και χαμήλωνε το δικό μας κι όλο και ψήλωνε το άλλο που άδειαζε. Εμείς, δημόσιοι υπάλληλοι. Δουλειά στο ωράριο και μετά σπίτι. Στο μεταξύ δεν ήταν και για έξω γιατί δεν είχε και τίποτα, το κεχρί ήταν στην ταΐστρα, και επιπλέον τα πηγαινέλα με τη λάντζα ήταν ολίγον ρίσκο. Το ποτάμι είχε πολλά κουράγια και δυό φορές τη μέρα τα νερά άλλαζαν πορεία. Είχε ισχυρό ρεύμα τόσο προς τα μέσα από τον ωκεανό που έκανε τα νερά να τρέχουν ανάποδα προς τα ανάντη, τόσο που, όσο γέμιζε το φεγγάρι έκανε την πλώρη μας να αφρίζει λες και ταξιδεύαμε. Όταν γύριζε προς τα έξω, το νερό που επέστρεφε, μαζί με τη ροή του ποταμού έκαναν να αφρίζει και η πρύμη.

 

Το τελευταίο βράδυ είχε ρομαντική πανσέληνο. Το ποτάμι άφριζε(24). Το επόμενο μεσημέρι θα φεύγαμε. Είχαμε αδειάσει όλη τη μάνα και περιμέναμε μια δυό μαουνιές για να κομπλετάρουμε(25).  Αγκαλίτσες στα ρέλια, «Θα με θυμάσαι καθόλου;» κι άλλα μελό μέχρι να πάμε κι εμείς κι αυτές παρακάτω… Ίσα να ξεγελιέται η μοναξιά μας και η μιζέρια τους. Λυσσιασμένα κρεβάτια του αποχαιρετισμού και το πρωί wash & go.

 

Πράγματι το πρωί μαζέψαν τα μπογαλάκια τους, και μετά το κοφιτάιμ των δέκα επέστρεψαν στη βάση. Μόλις που προλάβανε. Το ρεύμα είχε μπατάρει προς τον ωκεανό. Από τη γέφυρα που ετοιμαζόταν σιγά σιγά για τον απόπλου, βλέπω τη μάνα να γυρεύει να ανοίξει μ΄ ένα απότομο στρίψιμο, και μπίνν, μπάμ, να σπάνε πρώτα τα κουτούκια και μετά οι κάβοι ένας ένας που μας δένανε μαζί της. Σε κάθε σπάσιμο τρώγαμε κι ένα τράνταγμα κι ένα τελευταίο προς τα μπρός σαν να βρήκαμε σε τοίχο. Μετά σπάσανε κι οι πρυμιοί κάβοι που μας δένανε με την  πρυμιά τσαμαδούρα. Ευτυχώς δεν ήταν κανένας στο δρόμο του κάβου που έσπασε πρώτος γιατί μετά όλοι χώθηκαν στα αποθηκάκια στη βάση των γκρενιών (στα mast house), ή στο κομοδέσιο, στο καμπούνι, από την άλλη μεριά του αμπαριού περιμένοντας να περάσει το κακό. Δε βάστηξε ούτε πέντε λεπτά, αλλά τρία στα τέσσερα σκοινιά του βαποριού ήταν σπασμένα γιατί, με το να δώσομε κάβους και κουτούκια στη μάνα είχαμε χρησιμοποιήσει ό,τι είχαμε και δεν είχαμε και μάλιστα δε κάποια χρησιμοποιήθηκαν και τα δύο άκρα του κάβου που είχαν γάσα. Η μηχανή ευτυχώς είχε ετοιμαστεί για απόπλου και είχε ατμό(26) και την βάλαμε μπροστά και με dead slow astern και slow astern(27) κρατιόμαστε στη θέση μας μέχρι να δούμε τι  θα κάνουμε.

 

Επικοινωνίες με τη μάνα που είχε πάθει κι εκείνη. Τι συνέβη: Με την απεργία στα ορυχεία, δεν κατέβαιναν φορτία, κι όταν έληξε κατέβαιναν λίγα μέχρι να επανέλθουν στους ρυθμούς τους. Ωστόσο, εμείς φορτώναμε από τη μάνα που δεν συμπλήρωνε, με αποτέλεσμα να γίνει μπαούλο. Στο τέλος την είχαμε αδειάσει τελείως και περιμέναμε την τελευταία μπάριζα να μας κομπλετάρει. Εμείς πατημένοι, μας έλειπαν κάτω από 3000 τόνοι από τους 33000 που θα παίρναμε, εκείνοι άδειοι όταν το ρεύμα φούσκωσε με όλα τα κουράγια του (πανσέληνος είπαμε αποβραδίς), και επιπλέον και τη ροή του ποταμού, τους τόστριψε, έσπασε τις καδένες  από τις δύο άγκυρες, μια πλώρα μια πρύμα διαγώνια και το βαπόρι ευθυγραμμίστηκε απότομα ανάμεσα στις άλλες δύο που απόμειναν. Αυτό άνοιξε το κενό ανάμεσά μας κι άρχισαν να σπάνε οι κάβοι. Στη πραγματικότητα εκείνο έφυγε από μας. Εμείς μόνοι μας φύγαμε προς τα μπρός λευτερωμένοι από το άλλο, κόψαμε και τους πρυμιούς κάβους και κουτουλήσαμε στην πλωριά τσαμαδούρα μέχρι που μας σταμάτησε η άκυρα που είχε έρθει στο πλάι και προς τα πίσω σαν να ήταν σπρινγκ.

 

Δεν θα κομπλετάραμε. Κλείσιμο τα αμπάρια και να φύγουμε. Οδηγίες από τον άλλο καπετάνιο. «Κράτα μέση στο ποτάμι, βάρδαρε 2 στάδια(28) τις γαριδόμαντρες, κι έρχεται πιλοτίνα(29) στο δρόμο να σου δώσει τα clearance από το Λιμεναρχείο. Ό,τι χαρτί σου λειφτεί, Cargo Manifest και τα ρέστα, θα το πάρεις στο Corpus Christi από τον ατζέντη. Θα πάνε εκείνα πριν από σένα». Γενικός δερβέναγας είπαμε.

 

Κάναμε πίσω κι άλλο, ξεμπλέξαμε και πήραμε πάνω την άγκυρα και δρόμο. Στα μισά μας πρόλαβε μια πιλοτίνα, της ρίξαμε βιλάι, μας έδεσε σε μια σακούλα ό,τι χαρτιά ήταν να μας δώσει χωρίς να σταματήσουμε και πάμε παρακάτω. Είχα μαζί μου μια φωτογραφική μηχανή και άδειασα το φιλμ τραβώντας τους σπασμένους κάβους και τις γρατζουνιές που έκαναν καθώς χτυπούσαν στο πλοίο, για λογαριασμό του καπετάνιου.

Σπατσαμέντο εν κινήσει. Την άλλη μέρα άρχισε το συμμάζεμα. Να δούμε πόσοι κάβοι βγαίνουν από τα αποκόμματα, να ματιστούν όσοι ματίζονται, να γίνουν γάσες σε όλους για να ‘χουμε να δέσουμε στην Αμερική που θα μας φέρνανε καινούργιους. Ωστόσο, μάνικα με θάλασσα  να πλυθεί το βαπόρι από τους βωξίτες και μετά με λίγο γλυκό νερό τα μέρη που θέλανε βάψιμο. Είχαμε μιάμιση μέρα που φύγαμε όταν κάποιος παρατήρησε πως το βαπόρι ήταν έμπλωρο(30), κοινώς μπρουμούτιζε. Φαινόταν κι από το ότι πήγαινε λίγο πιο αργά από το κανονικό. Πήγε ο γραμματικός να δει κι ανακάλυψε πως, όταν κουτουλήσαμε με την πλωριά τσαμαδούρα την γυρίσαμε ανάποδα και το σίδερο που προεξέχει από κάτω μας έκανε μια τρύπα στο φορπικ(31). Δεν ήταν μεγάλη αλλά έμπαζε νερά μια κι ήταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και γι αυτό μπρουμουτίσαμε. Άδειασμα με τις αντλίες να ισιώσομε και κάθε μέρα μέχρι το Corpus Christi, την αδειάζαμε για να ξαναπάρει νερά τη νύχτα. Όταν θα ξεφορτώναμε που θάταν το βαπόρι ψηλά, θα το σουζάραμε με τη σαβούρα  να βγει η τρύπα πάνω απ΄ το νερό να την κολλήσομε. Δεν ήταν και τόσο χαμηλά για να ρίξουν τσιμέντο ταχείας πήξεως(32) μέχρι να τη σκεπάσει.

 

Έτσι τραβηχτήκαμε μέχρι το λιμάνι. Μόλις φτάσαμε στο Σώμα του Χριστού, ο καπετάνιος μου έδωσε λεφτά να πάω με ταξί στην πόλη να του εμφανίσω δυό φορές το φιλμ με την καταγραφή των ζημιών και να πάρω καινούργιο. Η Αμερική ήταν Αμερική. Εμπορικά κέντρα για ψώνια, ωραία μπαρ, μουσικές, ζέστη, και λόγω γειτνίασης με το Μεξικό πολλοί ισπανόφωνοι. Περνούσε γρήγορα ο καιρός γιατί είχε βγει ήδη το επόμενο ναύλο. Πορτ Κάιζερ στη Τζαμάικα να φορτώσουμε αλουμίνα για  Δουνκέρκη, Γαλλία. Άψογα και στο βάθος Ευρώπη.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Σπατσαμέντο: Η διαδικασία για το κλείσιμο των αμπαριών μετά το πέρας φόρτωσης ή εκφόρτωσης και η προετοιμασία για τον απόπλου.

2. Αμπαριάτικα: Για τον καθαρισμό και τη συντήρηση των αμπαριών μεταξύ εκφόρτωσης και φόρτωσης δίνεται (ακόμα άραγε;) ένα ποσό που μοιράζεται στο πλήρωμα της κουβέρτας.

3. Μπόνκερ (Bunker): Ανεφοδιασμός σε καύσιμα, κατά λέξη ανθράκευση. Από την (υπόγεια) καρβουναποθήκη ονομάσανε και το καταφύγιο – αμπρί.

4. Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα, Ταιβάν, Βιετνάμ, εισάγουν πρώτες ύλες με Bulk Carriers (τα και σκατοκουβαλίστρες), και εξάγουν έτοιμα προϊόντα με κοντεινεράδικα (και αυτοκινητάδικα)

5. Επίσημα boatswain αλλά και bosun, ο ναύκληρος (λοστρόμος) γίνεται boss και καλείται μπόσης που τα περιέχει όλα.

6. Πούπι (poop) ή κάσσαρο ελληνιστί επίστεγο: Στα παλιά πλοία ήταν η υπερκατασκευή στη πρύμη. Στα νεότερα είναι ο αποθηκευτικός κάτω από το κατάστρωμα της πρύμης.

7. Το μεγάλο από τα καράβια του Μαγγελάνου ήτανε 140 τόνοι κι ένα μέτριο βαπόρι σημερινό σαράντα πενήντα χιλιάδες, οπότε καΐκι.

8. Η μάσκα είναι η πλευρά της πλώρης κι ο καιρός στη μάσκα είναι όταν έρχεται από μπροστά αλλά υπό γωνία όχι κατάπλωρα. Δευτερόπρυμος είναι όταν έρχεται υπό γωνία στην πρύμη. Σε δυνατούς καιρούς αποφεύγεται με αλλαγή πορείας να έρχεται ο καιρός από το πλάι λόγω έντονων διατοιχίσεων (μπότζι), και φροντίζεται για λιγότερη καταπόνηση του πλοίου, να έρχεται ή στη μάσκα ή δευτερόπρυμος.

9. Το φαξιμάιλ (facsimile) ουσιαστικά είναι (ήταν;) μια μορφή φαξ που μέσω ασυρμάτου λάμβανε σε ειδικό χαρτί (που η μια του όψη είχε σκόνη μέταλλου έτσι που με μια ακίδα που το σάρωνε να καίγεται σχηματίζοντας) εικόνες, εν προκειμένω χάρτες καιρού που εξέδιδαν διάφορες υπηρεσίες. Για τον Ειρηνικό παίρναμε δελτίο από τη βάση των Αμερικάνων στο Γκουάμ που, στην μεγάλη του έκδοση έφτανε μέχρι το τακούνι της Ιταλικής μπότας στα δυτικά και στις δυτικές ακτές των ΗΠΑ από την άλλη, κι έτσι βλέπαμε και τον καιρό της Ελλάδας.

10. Σουέλ (swell) ή αποθαλασσία ή και καραντί: Ο κυματισμός που προκαλείται από κάποια καταιγίδα κάπου μακριά και ταξιδεύει μέχρι να σβήσει αφού στην ανοιχτή θάλασσα δεν έχει στεριές να τον ανακόψουν. Κύμα βουβό (χωρίς κορυφές) χωρίς άνεμο, συχνά μεγάλο σε ύψος και μήκος που ταλανίζει το πλοίο.

11. Νάφτεξ – NAVTEX(NAVigational TEleX): Συσκευή που λαμβάνει και εκτυπώνει (σε θερμικό χαρτί) αυτόματα ειδοποιήσεις για διάφορα που αφορούν τη ναυσιπλοΐα (σβήσιμο φάρων, ναυάγια, εκρήξεις ηφαιστείων, αποκλεισμός περιοχών στη θάλασσα, δελτία καιρού, κλπ κλπ) που τις εκδίδουν οι υδρογραφικές υπηρεσίες που έχουν την ευθύνη της περιοχής όπου αναφέρονται.

12. Γκόβερνορ (Governor): Ρυθμιστής στροφών. Μηχανισμός που φροντίζει ώστε όταν η προπέλα βγει έξω από το νερό, πού δεν βρίσκει πια αντίσταση, να μην ανέβουν οι στροφές της και προκαλέσει ζημιά.

13. Καμπούνι ελληνιστί πρόστεγο: Η υπερκατασκευή στην πλώρη, κάποτε εντευκτήριο των ναυτών, τώρα αποθηκευτικός χώρος για εργαλεία και υλικά της κουβέρτας και γραφείο του λοστρόμου.

14. Ανέμη είναι το βίντζι που τυλίγει και ξετυλίγει τους κάβους. Υπάρχουν σε κάθε ανέμη από ένα ή δύο κάβοι μόνιμα τυλιγμένοι πάνω τους και από δύο ανέμες σε πλώρη και πρύμη.

15. Βιλάι (heaving line): Το σκοινί με τον κόμπο στην άκρη που πετάνε από το βαπόρι για να δώσουν κάβο στη στεριά ή στο άλλο βαπόρι.

16. Όταν τα ισχυρά ρεύματα όπως το γκολφστριμ περνάνε δίπλα από τη στεριά, δημιουργείται αντίρευμα από το νερό που εκτοπίζεται (κάτι σαν το αντιμάμαλο), με κατεύθυνση αντίθετη από κείνη του κυρίως ρεύματος.

17. Ο Οδυσσέας Γκραντ κι ο Βενιαμίν Φραγκλίνος απεικονίζονται στα χαρτονομίσματα των 50 και 100 δολαρίων αντίστοιχα.

18. Windward και Leeward Islands αντίστοιχα, ένα κολιέ από νησιά που χωρίζουν την Καραϊβική από τον Ατλαντικό.

19. Τον Ιούλιο του 1995 εξερράγη το ηφαίστειο που είναι στο νησί Μονσεράτ, κι ακόμα δεν έχουν συνεφέρει από τότε. Εμείς περάσαμε ένα χρόνο μετά κι η ειδοποίηση ήταν πως κάπνιζε απειλητικά.

20. Εδώ το βαρδάρω με την έννοια του απομακρύνομαι (από το πρόσταγμα «βάρδα»).

21. Εξηνταπεντάρι δλδ χωρητικότητας 65.000 τόνων με εφτά αμπάρια.

22. Στο δέσιμο, κάβος λέγεται το σκοινί που δίνεται από την πλώρη ή την πρύμη υπό γωνία στην κάθετο του πλοίου για να το φέρει και να το συγκρατήσει στο μόλο (ή όπου δένει). Σπρινγκ είναι το σκοινί που φεύγει παράλληλα με το πλοίο και το συγκρατεί στο μπρος πίσω κατά τον διαμήκη άξονα. Τα κάθετα στο πλοίο σκοινιά που συχνά δίνονται και από τη μέση του πλοίου για να το δέσουν σφιχτά στο ντόκο (ή όπου) λέγονται κουτούκια.

23. Μπήκα στο Google maps (και στο Earth) για να ξαναδώ το μέρος και ανακάλυψα ότι υπάρχει ακόμα τερματικός σταθμός φόρτωσης βωξίτη, αλλά τον έχουν πάει πιο έξω, μετά τις γαριδομάντρες. Φαίνεται πως δεν αρέσει ο βωξίτης στις γαρίδες. Έχει και φωτογραφίες σύγχρονες, με ένα βαπόρι που φορτώνει βωξίτη, χωρίς μάνα αλλά μ΄ ένα πλωτό γερανό που το φορτώνει από μια (καινούργια) μπάριζα. Το βαπόρι της φωτογραφίας είναι ελληνικό (με σημαία Λιβερίας) περίπου 30-35.000 τόνων, μ΄ εκείνα τα κάγκελα στα πλαϊνά της κουβέρτας για να μπορεί να φορτώσει χαβαλέ ξύλα.

24. Η μέγιστη ένταση στα παλιρροϊκά φαινόμενα παρατηρείται κατά την πανσέληνο και (λιγότερο) στη νέα σελήνη, λόγω βαρυτικής έλξης της Σελήνης στα νερά της Γής. Η ελάχιστη στα τέταρτα (πρώτο και τελευταίο).

25. Κομπλετάρισμα: Η πλήρης φόρτωση του συμφωνηθέντος φορτίου. Συχνά σημαίνει συμπληρώματα στα ήδη γεμάτα αμπάρια από λίγο, για λόγους ευστάθειας.

26. Ο ατμός είναι η «μίζα» που βάζει μπροστά την κύρια μηχανή του πλοίου, τη σταματά και την αναστρέφει όπου χρειάζεται.

27. Dead Slow Astern: Η ελάχιστη δυνατή ταχύτητα προς τα πίσω, όσο που να κινείται το πλοίο. Slow Astern: Ήρεμα πίσω δηλ. πολύ αργά προς τα πίσω. Η μηχανή και η προπέλα γυρίζουν ανάποδα, για ελιγμούς σε απόπλου και κατάπλου. Εδώ χρησίμευε για να εξισορροπεί το ρεύμα και να συγκρατεί το πλοίο στη θέση του.

28. Στάδιο: 1/10 του ναυτικού μιλίου περίπου 185 μέτρα. Με το μάτι μια βαποριά περίπου (ένα μήκος πλοίου).

29. Πιλοτίνα (pilot boat): Ταχύπλοο που φέρνει και παίρνει τον πλοηγό στα βαπόρια. Άλλοτε ιδιαίτερο, άλλοτε του Λιμενικού ή της Ακτοφυλακής, ανάλογα πως είναι μοιρασμένες οι υπηρεσίες σε κάθε χώρα.

30. Όταν η πλώρη του πλοίου είναι πιο χαμηλά από την πρύμη, (βουτάει με τη μούρη) το πλοίο είναι εμπλωρο, όταν αντίθετα η πρύμη είναι πιο χαμηλά είναι έμπρυμο. Φυσιολογικά πρέπει να είναι κάνα δυό ποδάρια έμπρυμο (30-60 εκ να γέρνει προς τα πίσω) για να ταξιδεύει χωρίς απώλειες. Αν σε ακινησία είναι ίσιο, μόλις ξεκινήσει η προπέλα, κάθεται κάνα ποδάρι η πρύμη.

31. Fore peak tank: Πρωραία δεξαμενή ζυγοστάθμισης δηλαδή μια δεξαμενή κάτω από την πλώρη που γεμίζει νερό στο σαβούρωμα για ευστάθεια κατά μήκος.

32. «…σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο και σκουριά…» Ν. Καββαδίας Το καραντί. Στα ποστάλια κάποιας ηλικίας που χρόνια πηγαινόφερναν τον κόσμο στα νησιά του, όλη νύχτα δούλευε η μπετονιέρα…

 

Posted in Αμερική, Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Κοκκώνα θάλασσα (διήγημα του Αλέξ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 19 Απριλίου, 2020

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά.

Φέτος θα τηρήσουμε το έθιμο, αλλά με κάποια τροποποίηση. Αφού το φετινό Πάσχα είναι κάπως ιδιαίτερο, διάλεξα ένα παπαδιαμαντικό διήγημα που είναι τυπικά μόνο πασχαλινό. Δηλαδή, ενώ εκτυλίσσεται τις μέρες του Πάσχα περιγράφει άλλου είδους βάσανα, ναυτικά -δεν είναι σαν τον Αλιβάνιστο ή τον Λαμπριατικο ψάλτη, δηλαδή. Πάντως, ένας άλλος υπότιτλος του διηγήματος είναι «Το Πάσχα του καπετάνιου» οπότε πασχαλινό χρώμα υπάρχει.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας». Το Ταϊγάνι, που αναφέρεται στο διήγημα, είναι το σημερινό Ταγκανρόγκ, ρωσική πόλη στη Μαύρη Θάλασσα όπου υπήρχε μεγάλη ελληνική εμπορική παροικία -και η γενετειρα του Αντόν Τσέχοφ, θα γράψουμε κάποτε.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Αλ. Μωραϊτίδης, Άρατε πύλας

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη και μακάρι του χρόνου να μας βρει όλους με τους αγαπημένους μας!

ΚΟΚΚΩΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

ή ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΠΕΘΕΡΑΣ

-Μάινα κόντρα-φλόκο! σβέλτα! Μάινα μπαμπαφίγκο! Μάινα όξου-φλόκο! Μπρούλια ράντα! μπρούλια μαΐστρα! μπρούλια τρίγκο.

Τις θα το επίστευεν, ότι από ένα μικρόν αμυδρόν μαυράδι έμελλε να εξέλθη τόση τρικυμία; Πώς από μίαν μικράν κηλίδα, την οποία προθύμως παραβλέπουν εκάστοτε οι άνθρωποι, ρημάζουν υποθέσεις και ναυαγούν φιλοδοξίαι!

Ο ουρανός ήτον ως παμμεγίστη, άπειρος κανδήλα, ολίγω πρότερον. Η θάλασσα εκουφόβραζε, ως γιγαντιαία χύτρα επάνω εις σιγανήν φωτιάν. Πέραν εκεί, εις την άκρην όπου έφθανε το όμμα, ήσαν τα «θεμέλια» του ορίζοντος. Εκεί ήσαν μερικά «καθίσματα». Εκεί είχε φανεί κάτι θολόν και μαύρον. Ητον εκείνο το ρύγχος της τρικυμίας. Ο καπετάν Τζώνης το είδε, το διέκρινε, και την ανεγνώρισεν. Ολίγα λεπτά παρήλθον, και η τρικυμία ενεφανίσθη πάνοπλος, με όλους τους βρόντους και τας ηχούς της, με όλα τα ρίγη και τας φρικιάσεις των ανθρώπων και των κυμάτων.

-Μάινα γάμπιες! μάινα μέσα-φλόκο! αλέστα!… Τίρα μόλα!… Στα πόστα σας!

Από την κανδήλαν την αχανή εκείνην κατήλθεν η βοή, ο ροίβδος της λαίλαπος, και από το κουφόβρασμα το ύπουλον ανέβη ο ρόχθος της θαλάσσης, ζευχθέντα εις φοβερόν υμέναιον, προσοχθούντα επί της ελεεινής σανίδος, ήτον ως βέλασμα οιονεί από χιλιάδας και μυριάδας ερίφια-κύματα, χαιτήεντα, φριξότριχα, κερασφόρα· και ο Βορράς, ο χιονόμαλλος βασιλεύς των χειμώνων, τα έσπρωχνε και τα ήλαυνεν εμπρός, κατά τους βράχους πάντοτε και τας εσχατιάς· ζητούντα να εύρουν τέρμα και τέρμα δεν εύρισκον, ειμή την σανίδα την ταλαίπωρον· και την κατεπάτησαν, και την έκαμαν δρόμον, βόσκοντα την σκωρίαν της, λείχοντα τας πληγάς της, ροφώντα την δύναμίν της. Εν μέσω δε και υπεράνω όλης αυτής της πάλης και της βοής, την οποίαν συνετέλουν επαναβαίνοντα τ’ αχθοφόρα κύματα, αντήχει ως θρήνος οξύς το σφύριγμα των τροχαλιών όμοιον με την απηλπισμένην κραυγήν πτωχής ερημικής κόρης, σπαρασσομένης το δέμας, βιαζομένης την τιμήν, υπό φαύλων βιαστών εις έρημον τόπον, υπό το όμμα του πολυευσπλάχνου και παντοδυνάμου Κριτού του καθημένου επί των Χερουβίμ, του βλέποντος αβύσσους.

– Φίλα γάμπια! τιμόνι σοφράν!… Παίρνετε μπράτσα! ι-πόντα!

Από μπράτσο εις μπράτσο, από μαντάρι εις μαντάρι, επηδούσαν ακαταπαύστως οι ναύται, και ως αράχναι, ως μυίαι, εκολλούσαν στα διάφορα σχοινιά. Εν τοσοτούτω ο πλοίαρχος είχε διακρίνει μικρόν σημείον υφέσεως ήδη. Η φουρτούνα έμελλεν εξ άπαντος να «στρώσει». Θα ήτον ολιγώτερον σφοδρά και περισσότερον διαρκής.

-Πότζα-λα-μπάντα! Φίλα γάμπια! Τιμόνι σοφράν!… Μόλα γάμπια! μόλα μαΐστρα!

Η φουρτούνα έγινεν οριστικώς στρωτή, και επήλθε μικρά ανάπαυλα. Οι σύντροφοι εσπόγγιζον τον ιδρώτα των, την άχνην, τους αφρούς του κύματος.

Το βρίκιον έπλεε με μεγάλην ταχύτητα. Κατάρτια και πινά έτριζαν φοβερώς. Εφαίνοντο ότι «τώρα θα πέσουν».

Ο καπετάν Τζώνης ήναψε την πίπαν του, κι εστάθη ακουμβών επάνω στο παραπέτο της πρύμνης.

***

Δύο ναυτάκια επλησίασαν σιγά-σιγά κοντά εις τον πλοίαρχον. Δεν εφαίνοντο να ήσαν πολύ κουρασμένοι από την βάσανον, από την αγγαρείαν την οποίαν επέβαλεν η τρικυμία. Ήσαν ναυτομαραγκοί, από το Ταϊγάνι ερχόμενοι, μάλλον ως επιβάται.

-Ε, καπετάνιο, θα μας βγάλεις απ’ κάτ’ στην χώρα εμάς;

-Θα μας κάνεις, καπετάνιο, την χάρη;

-Κάλια τρίγκο!… Μόλα γάμπια, φλόκο! μόλα τρίγκο!

Ο πλοίαρχος ανέπνευσεν ανετώτερον, αφού έδωκε και το τελευταίον τούτο πρόσταγμα.

-Ε, καπετάνιο μ’ ;

-Να’ χεις πολλή ζωή, και καλά ταξίδια.

-Τι λέτε, παιδιά;

Ο καιρός είχε στρίψει, σοροκολεβάντης. Πώς να σηκώσει πλώρην το καράβι, να παραστρατίσει; Πώς να πλησιάσει εκεί που έλεγαν τα δύο ναυτόπουλα;

-Tώρα είναι καιρός, παιδιά, ν’ αρμενίζουμε καταπάν’ τον αέρα;

-Μας το’ ταξες, καπετάνιο.

-Μας το είπες, καραβοκύρη μ’.

-Ελέγαμε δα, αν ήτον καιρός, να μας πήγαινε σοφράν απ’ τα Ρημονήσια. Τότε, θα μας έδινε χέρι να ζυγώσουμε κατά ‘κει. Τώρα, ιδέτε πώς μας μπατάρει… και που μας σκαντζάρησε… και όλο μας ξεπέφτει.

Τα δύο ναυτομαραγκάκια έλαβον στάσιν. Ο ένας εκουνήθη επάνω εις το δεξιόν σκέλος του. Ο άλλος ετάνυσε τον αριστερόν βραχίονα.

-Αυτή δεν είναι καμμία φουρτούνα απ’ εκείνες, καπετάνιο, είπεν ο πρώτος, ο μεγαλύτερος και υψηλότερος των δύο, όστις έφερεν ήδη ψηλαφητόν μύστακα· αυτή δεν είναι μαύρη φουρτούνα, να ‘ρχεται από μακριά· είναι άσπρη φουρτούνα.

-Μάλιστα· αυτή είναι, συνεπλήρωσεν ο δεύτερος, ο έχων τον μύστακα επανθούντα – είναι άσπρη φουρτούνα, κι έρχεται από κοντά.

-Δεν είναι καμμιά φουρτούνα, κατάλαβες, αυτή, να ‘ρχεται απ’ αλάργα· κοίταξε τι κοκκώνα-θάλασσα, μπονάτσα-λάδι.

-Αλήθεια, υπεστήριξεν ο δεύτερος, άσπρη φορτούνα, μαθές· καμαρωμένη νύφη-θάλασσα.

Ο πλοίαρχος εμειδίασε λίαν καλόκαρδος. Αυτός ο οποίος ανεγνώριζε μακρόθεν το ρύγχος της τρικυμίας – τη μούρη της! – είχεν ανάγκην να λαμβάνει μαθήματα από τους νεωτέρους! Πλην δεν εθύμωσε.

-Χα χα χα! Πολλά ξέρετ’, εσείς τα Σκοπελιτάκια.

Οι δύο ναυτομαραγκοί κατήγοντο πράγματι από την Σκόπελον, την νήσον εκείνην ήτις εξασκεί γλυκείαν μαγείαν εφ’ όλων των τέκνων της, και μεταβάλλει εις φανατισμόν την αγάπην της πατρίδος· την νήσον, προς έπαινον της οποίας ο λόγιος και εμπνευσμένος υιός της Καισάριος ο Δαπόντες, συνέθεσε κατά την παρελθούσαν εκατονταετηρίδα ασματικόν κανόνα προς το Ανοίξω το στόμα μου, -κανόνα αρχόμενον από τας λέξεις «Κρασί Σκοπελίτικο».

Την νήσον των νοσταλγών, εις τους κόλπους της οποίας δια να επανέλθουν τα φιλόστοργα τέκνα της, επιβιβάζονται από το Ταϊγάνι, από την Βραΐλαν, από την Οδησσόν, πριν παγώσουν τα νερά, χειμώνα-καιρόν, ή ευρίσκουν άλλο μέσον πορείας, εάν επάγωσαν ήδη, και ταξιδεύουν δύο μήνας, τρεις μήνας – εις την εποχήν των ιστίων – μόνον δια ν’ αξιωθούν να φθάσουν εις την Σκόπελον δια να εορτάσουν τα Χριστούγεννα, ή διά να κάμουν αποκριές, και γίνουν «μουτσούνες».

Τώρα δεν ήρχοντο πλέον Χριστούγεννα, είχαν περάσει κι αι Απόκρεω. Ητο Μάρτιος μην, και ήρχετο το Πάσχα. Και πολλοί εκ των ξενιτευμένων είχον καταβεί εγκαίρως εις την πόλιν, όπως ημπόρεσαν.

Αν έκαμναν τόσην θυσίαν δια να προλάβουν την Απόκρεων, πόσω μεγαλυτέραν θα έκαμναν διά το Άγιον Πάσχα!

-Ας γίνει το θέλημα σας, είπε τέλος ο καπετάν Τζώνης. Έχετε ανθρώπους και σας καρτερούν, κι άμποτε να σας χαρούν, παιδιά… Εμένα, ποιός…

Εμορμύρισε, και πάραυτα εσιώπησε. Μικρόν νέφος μελαγχολίας εφάνη σκιάζον τους οφθαλμούς του· όμοιον μ’ εκείνο το οποίον γεννά την τρικυμίαν, και το οποίον οι Λυγκείς των θαλασσών βλέπουσιν εγκαίρως μακρόθεν.

-Τώρα θα κάμουμε – επανέλαβεν είτα ο πλοίαρχος – μια βόλτα ως τον κάβο εκεί, κι άλλη μια ως το νησάκι πέρα… κι εσείς αλέστα!… Πάρτε την σκαμπαβία, ρίξετε τα πράματα σας μέσα… πηδάτε σβέλτα κι εσείς και δυό κουπιά… και μεθαύριο, α θελ’ ο Θεός, μας στέλνετε τη σκαμπαβία πέρα, στο λιμάνι το δικό μας… Καλό κατευόδιο, παιδιά· με το καλό να κάνετε Λαμπρή!

-Ευχαριστούμε πολύ, καπετάνιο· με καλό να πας στο σπίτι σου· και καλά ταξίδια· μάλαμα το καρφί!

Υστερα από δύο ή τρεις βόλτες, τα δύο Σκοπελιτάκια κατεβίβασαν την αποσκευήν των εις την μεγάλην βάρκαν πηδώντες και χορεύοντες από την χαράν των, όσον και από την φουσκοθαλασσιάν των κυμάτων. Κατερριχήθησαν και αυτοί κάτω, έπτυσαν εις τας χείρας των, και έλαβον τας κώπας. Απείχον δύο ή τρία μίλια, καταντικρύ εις τον μώλον του λιμένος της πόλεώς των, και με σύντονον κωπηλασίαν δεν θ’ αργούσαν να φθάσουν.

–        Καλό κατευόδιο, παιδιά!

–        Καλά ταξίδια· και καλή Ανάσταση!

* * *

Όλην την νύκτα έπλεε το σκάφος με τα κύματα. Ο άνεμος είχε κοπάσει, και το απόγειον της νυκτός εφύσα ελαφρά! Το πρωί, με τα γλυκοχαράματα, ο πλοίαρχος εξημερώθη εις τον λιμένα της νήσου του.

Οι δύο εκείνοι γιγαντοφυείς αδελφοί, ο Ώτος και ο Εφιάλτης, οίτινες είχον επιχειρήσει το πάλαι, ως διηγείται ο θείος Όμηρος, να βάλουν την Όσσαν επάνω εις τον Όλυμπον, και το Πήλιον επάνω εις την Όσσαν, διά να κάμουν σκάλαν ν’ ανεβούν εις τον ουρανόν, όταν ήσαν παιδία ανήλικα ακόμη, εγύμναζον τούς βραχίονάς των παίζοντες εις τον αιγιαλόν κάτω. Έπαιρναν μικρά χαλίκια πλακαρά, ανάλογα με το ανάστημά των και έκαμναν «ψωμάκια», ρίπτοντες ταύτα εις την θάλασσαν, δια κυματοειδούς κινήσεως του πήχεος και της χειρός, ως διά σφενδόνης.

Από τα χαλίκια εκείνα των δύο μικρών γιγάντων, τα οποία μετά πολλάς επιψαύσεις και πτήσεις επάνω εις τα κύματα, έπιπτον τέλος εις την θάλασσαν, από τα «ψωμάκια» εκείνα εφύτρωσαν και ανέθορον αι Σποράδες νήσοι αι κοσμούσαι το σμαράγδινον πέλαγος· η Σκίαθος, η Πεπάρηθος, η Αλόννησος, και τόσαι άλλαι.

Εις την δευτέραν των νήσων τούτων, την αλλάξασαν το όνομα, είχον αποβιβασθεί την εσπέραν της χθες οι δύο ναυτομαραγκοί. Εις την άλλην, την τελευταίαν προς δυσμάς, κατέπλευσεν ο καπετάν Τζώνης με το σκάφος του.

* * *

Πριν αράξει ακόμα το βρίκιον, καθώς έφερνε βόλτες εμπρός εις τον λιμένα, ανάμεσα εις τα τρία νησιά, εις τον κάβον της Πούντας, και γύρω-γύρω στα Μυρμήγκια, τας νανοφυείς υφάλους, που προέχουν δειλά τας μαύρας μικράς κεφαλάς των εν ώρα αμπώτιδος – έφερνε και ο πλοίαρχος βόλτες επάνω στο κατάστρωμα, ανάμεσα εις το ταμπούκιο της πρύμνης, κι εις την χονδρήν μπούμα, και εις την υψηλήν υαλόφρακτον θήκην της πυξίδος.

Το βλέμμα του διευθύνετο απλανές προς έν σημείον, ανάμεσα εις τα λευκά σπιτάκια του ωραίου χωρίου, του εσπαρμένου γραφικώς επί του λόφου, όπου διέπρεπεν εις το μέσον, ως φρουρός όρθιος με την λόγχην του υψηλά, το κωδωνοστάσιον του ναού της Παναγίας, οπόθεν εκτείνεται εις όλην την κοίλην παραθαλασσίαν ένθεν και ένθεν προς βορράν, και πάλιν αναφέρει τα κράσπεδα προς ανατολάς, επί της εσχατιάς του άλλου βραχώδους λόφου, του επιστεφομένου από τον ναΐσκον του Αγ. Νικολάου του Θαλασσινού.

Η οικία του πλοιάρχου ευρίσκετο επί του δυτικού λόφου, εις την Άνω συνοικίαν. Εκεί δε προσηλούτο μάλλον κατηφές το βλέμμα του.

Καθώς άραξε το πλοίον, ενώ το πλήρωμα ησχολείτο εις την συστολήν των ιστίων και την λοιπήν διευθέτησιν του σκάφους, κατέβη ο Τζώνης εις τον κοιτώνα του, κάτω εις την πρύμνην, βεβαίως διά ν’ αλλάξει και φορέσει κοσμιώτερα ενδύματα, πριν αποβεί εις την ξηράν και παρουσιάσει τα ναυτιλιακά του έγγραφα.

Πλην δεν εβιάσθη αμέσως ν’ αλλάξει, εφαίνετο μάλλον αισθανόμενος μεγάλην απροθυμίαν προς τούτο, και ως να επεθύμει αναβολήν, ει δυνατόν, της αναγκαίας αποβιβάσεως εις την ξηράν.

Από ένα συρτάρι έλαβε μίαν μικράν θήκην εκ ψευδαργύρου, και απ’ αυτήν έβγαλεν ένα χαρτί διπλωμένον. Δεν ήτο ούτε η υγειονομική πιστοποίησις ή άδεια απόπλου ή φορτωτική τις, ούτε το ημερολόγιόν του.

Το πλοίον ήρχετο από την Πόλιν κενόν φορτίου, και προσήγγιζεν εις τον γενέθλιον τόπον, προσχήματι μεν διότι ήγγιζε το Πάσχα, πράγματι δε διότι ο πλοίαρχος ησθάνετο αόριστον ανησυχίαν ως προς τα οικιακά του πράγματα.

Το χαρτίον, το οποίον εξήχθη από την θήκην, ήτο αρκετά τριμμένον, κι εφαίνετο να είχε διαβασθή πολλάκις. Ο πλοίαρχος το εξεδίπλωσε και ήρχισε να το διαβάζει – ίσως δι’ εκατοστήν φοράν.

«Γαμβρέ μου καπετάν Τζώνη, σε χαιρετώ.

»Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω δια το αίσιον, κτλ. Εγώ, γαμβρέ μου, ενόμιζα, όταν σου έδωκα την κόρην μου, πως εσύ ήσουν άνθρωπος απ’ ανθρώπους, μα ως τόσο βγήκα γελασμένη, και τουλόου σου αποδείχθης πως δεν έχεις φιλότιμο. Εμένα το κορίτσι μου ήτον απ’ το πρώτο σόι, κι όπου αρωτήσεις, μας ξέρουν όλοι τι είμαστε· οι Καχιωταίοι, με τ’ όνομα. Κι εγώ θάρρεψα πως κάτι ήσουν, κι άνοιξα τις πόρτες, και σ’ έβαλα στο σπίτι μου, κι εσύ βγήκες ένας άνθρωπος άχαρος και ανωφέλευτος. Στο γράμμα που είχες στείλει, είδα να γράφεις πως βαρέθηκες πλια να στέλνεις της γυναίκας σου, επειδής μας έχει όλους στο σπίτι και μας ταΐζεις, εμένα και τις δύο κόρες μου, κι ότι πως τουλόου σου επίστεψες πως επήρες μιά κι’ επήρες τέσσερες… (Εδώ υπήρχε μία μεγάλη μουντζούρα, σχεδόν πέρα-πέρα, εις τα τρία τέταρτα ενός στίχου της επιστολής· εάν ο πλοίαρχος ήτον αρκετά περίεργος, θα διέκρινε τας λέξεις «που να σε πάρουν τέσσεροι.» Φαίνεται ότι η υπαγορεύουσα μετεμελήθη, και παρήγγειλεν εις την γράφουσαν να σβήσει την φράσιν.) κι ότι δε βαστάς ν’ ακούς να γελά ο κόσμος με τα καμώματά μας. Αγέλαστος κι αγλύκατος που είσαι! Και τι έστειλες, κακόμοιρε, της γυναίκας σου, και το χτυπάς; Μήπως έστειλες και συ δυό πήχες χρυσάφι, ή το ποδογύρι το χρυσό, ή το φουστάνι τ’ ατλαζένιο ή της έβαλες την κορώνα, ή της έστειλες κανένα ακριβό διαμαντικό ή άλλο τίποτες; Τόσα χρόνια, ασπρού πράμα από σένα δεν είδε. Κι αν είχες φιλότιμο, έπρεπε να το συλλογιστείς μόνος σου, να πεις, στο σπίτι που μβήκες, που δεν ήσουν άξιος να φιλήσεις το ψαθί του σκαλοπατιού.

»Καλά το λένε, ποτέ να μην κατεβαίνει ο άνθρωπος απ’ την σκάλα του. Εγώ θέλησα να κατεβώ, και σ’ επήρα σένανε, κι ενόμιζα πως θα βγεις άνθρωπος να μου το γνωρίσεις, μα γελάστηκα. Κι εσύ δεν έστειλες ούτε μισή ντουζίνα κουταλάκια του γλυκού της γυναίκας σου, και δεν της ψώνισες ποτέ σου μιαν ασημένια κούπα, έναν καλόν καθρέφτη, ένα σκρίνι, ένα λαχουρί, ένα τίποτες. Και δεν της πήρες ποτέ σου μιαν καλή καρφίτσα, ή ένα ζευγάρι σκουλαρίκια με μαργαριτάρι, ή ένα μαλαμοκαπνισμένονε σταυρό, ή ένα βραχιόλι, ή άλλο τίποτες. Άλλο απ’ το ασημένιο δακτυλίδι, και το ρολόι με την καδένα, και μια καρφίτσα σκέτη, και τα σκουλαρίκια που την εφίλεψες πριν την στεφανωθείς, και τα βραχιόλια που της έστειλες την πρώτη χρονιά, και μια κούπα του γλυκού με δυο πιατάκια, και κουταλάκια αρζαντό, άλλο τίποτες δεν της ψώνισες.

»Και γράφεις ότι πως βαρέθηκες τάχα τα έξοδα, και πως τάχα μας ταΐζεις όλες στο σπίτι. Εμείς στο σπίτι της κόρης μου δεν καθόμαστε, μόνο συντροφιά της κάνουμε, να μην μένει μονάχη της με τα δυό μικρά παιδιά της· κι η κόρη μου μονάχη της κλαίει σαν κάμουμε να φύγουμε, και μας περικαλεί να μένουμε πάντα κοντά της. Και του λόου σου σαν έρχεσαι στο χωριό, πάλι εμείς συντροφιά τής κάνουμε, και στο σπίτι μας μαζωνόμαστε πάντα. Κι αν δεν σ’ αρέσει, κάνεις καλά να την χωρίσεις την κόρη μου, κι άφσε και τα δυό παιδιά, εμείς τ’ αναθρέφουμε. Ει δε μη και θέλεις πάλε να μένει μονάχη της στο σπίτι η γυναίκα σου, τότες φρόντισε να της πάρεις δούλα, να της στέλνεις και λίρες πολλές, για να ζωοθρέφεται αυτή και τα παιδιά της, με τη δούλα μαζί· γιατί εμείς όλες τις δουλειές τις κάνουμε τζάμπα, κι ασπρού πράμα απ’ αυτήν κι από τ’ εσένα ποτές μας δεν είδαμε. Αλλοιώς, φωτιά και μπούλμπερη ό,τι κι αν κάμεις, κι ο κόσμος θα γελάσει με τ’ εσένανε…»

Η επιστολή εξηκολούθει σχεδόν εις δύο σελίδας ακόμη με τον αυτόν τόνον, και εις παν ήμισυ σελίδος επανελάμβανεν ως έγγιστα τα αυτά. Πεντάκις τουλάχιστον υπήρχε εν τω κειμένω η υπόμνησις διά το «σόι» και την κοινωνικήν βαθμίδα. Ο χαρακτήρ ήτο λεπτός αλλ’ άκομψος, προφανώς κορασίδος, μαθητρίας του σχολείου, πλην δε άλλων ανορθογραφιών είχε γδό αντί δυό, παιγδά αντί παιδιά, μνά (μιά) και φωτχά (φωτιά).

Ο καπετάν Τζώνης και άλλοτε το είχεν αναγνωρίσει ότι ήτο «κοριτσίσιο γράψιμο», ίσως μάλιστα υπέθετε μετά βεβαιότητος και ποία μικρά γειτονοπούλα να το είχε γράψει, καθ’ υπαγόρευσιν της γραίας. Και τώρα, μετά την τελευταίαν ανάγνωσιν, εψιθύρισεν:

-Επόμενο είναι, τώρα που βγαίνουν και τα κορίτσια μας φωστήρες απ’ τα σκολειά, να βρίσκουν κι οι πεθεράδες μας γραμματικούς για να γράφουν τέτοια γράμματα!

Δεν επανέφερε το χειρόγραφον εις την θήκην, εξ ης το είχε λάβει, αλλά το έβαλεν εις την από-μέσα τσέπην ενός καθαρίου μαύρου επανωφορίου, το οποίον εκρέματο πλησίον εκεί, δίπλα εις την κοκέταν του ύπνου του. Συγχρόνως δε ήρχισε ν’ αλλάζει τα ενδύματά του και συνεχίζων μεγαλοφώνως τους λογισμούς του επανέλαβε:

-Τώρα, αν ήξευρεν η ίδια γράμματα, θα έγραφε ποτέ τέτοιο γράμμα;… Η μήπως θα έγραφε… χειρότερο;

Ίσως ήθελε να είπει ότι ο υπαγορεύων, μη έχων συνείδησιν ότι γράφει κάτι τι, αλλά μόνον ότι το λέγει, δύναται να υπαγορεύει εύκολα ό,τι δήποτε· ενώ, ο γράφων καθ’ υπαγόρευσιν, και μάλιστα αν είναι ανήλικος, αδυνατεί να σταθμήσει την ευθύνην, ευρίσκει δε το πράγμα απλώς αστείον και καινοπρεπές. Ή μήπως τουναντίον συμβαίνει, και ο υπαγορεύων, επειδή εκφώνως απαγγέλλει, αισθάνεται τούτο ως χαλινόν εγκρατείας, ενώ αν ο ίδιος έγραφε, θα ησθάνετο ως να έπραττέ τι εν παραβύστω και άνευ μαρτύρων;

Εφόρεσε το ίδιον εκείνο επανωφόρι, εις το θυλάκιον του οποίου είχε βάλει το γράμμα της πενθεράς. Την ιδίαν στιγμήν, ως να μεταμελήθη, με βίαιον κίνημα ανέσυρε το γράμμα, το έσχισεν αμελώς, διπλωμένον όπως ήτον, εις τέμαχια, και τα έρριψε κάτω.

Φαίνεται ότι ο μούτσος, όταν κατέβη να σκουπίσει, μετά την αναχώρησιν του πλοιάρχου, εύρε τα τεμάχια, και τα εμάζεψεν. Επειδή δε είχε συνήθειαν να προσπαθεί να διαβάζει ό,τι βρει, διά να μη ξεχνά τον συλλαβισμόν, τον οποίον είχε μάθει εις το δημοτικόν σχολείον, συνηρμολόγησε τα τεμάχια, και ήρχισε να το συλλαβίζει.

Ο πλοίαρχος έλαβε τα ναυτιλιακά του έγγραφα, και ητοιμάσθη να εξελθη εις ξηράν, εκάλεσεν τον λοστρόμον, και του έκαμε συστάσεις να κρύψη ό,τι ήτον δια κρύψιμον, «επειδή τώρα-τώρα θα’ ρθουν τα φαραώνια· όπου κι’ αν είναι, πλάκωσαν!» – και να φυλάξει εις πρόχειρον μέρος μόνον γαλέτες και κρέας σαλάδο, και ό,τι άλλο είχαν, το οποίον δεν ημπορούσε χωρίς άλλο να γλυτώσει από τα «φαραώνια».

Ενώ ο λοστρόμος ησχολείτο εις τας ετοιμασίας αυτάς, κάτω εις τον θαλαμίσκον, ήκουσε κατά τινα στιγμήν τον πλοίαρχον να μορμυρίζει, μασών τας λέξεις:

-Το παπά και το λιλί!…λιλί και παπά!… μόνον αυτά έχουν στο νου τους!

-Τι λες, καπετάνιο; τον ηρώτησεν ο ναύκληρος.

Ο πλοίαρχος εδάγκασε τα χείλη, ως μην θέλων να προδώσει τους λογισμούς του· είτα πάλιν εφαιδρύνθη, και είπε:

-Τι να πω, καημένε γερο-Νικόλα, και συ; Να, ατλαζένιο φουστάνι, ποδογύρι χρυσό, βραχιόλια, σκουλαρίκια, χαλκάδες στη μύτη, και τα ρέστα… Της έφερες εσύ τίποτε απ’ όλα αυτά της γριάς σου ή της κόρης σου;

-Τώρα, μ’ αυτά τα κεσάτια, καπετάνιο! μήπως μπορεί κανείς να κάμει και τίποτα μπακοτίλια, να βγάλει κανένα λεπτό; Πώς να γλυτώσει απ’ τα φαραώνια, που έλεγες τώρα;

-Αλλοίμονο σου, κακόμοιρε! θα σε βγάλει έξω κι’ εσένα, καθώς…

Και έκοψεν αποτόμως την ομιλίαν.

Η βάρκα η μικρή, καθελκυσθείσα εις την θάλασσαν, επερίμενε τον πλοίαρχον. Κατέβη και με δύο κωπηλατούντας ναύτας προσήγγισεν εις την ξηράν.

Ο Δημήτρης της Σοφούλας – ούτως εκαλείτο κοινώς ο γερο-Φτελιανός – και αν επαύετο, δεν έφευγε ποτέ από την νήσον. Πρώην φύλαξ του υγειονομείου, του λοιμοκαθαρτηρίου, κτλ., και γνωρίζων από γραφειοκρατικήν αγγαρείαν, και τυραννίαν, εχρησίμευεν εις όλους τους λιμενάρχας, υγειονόμους και τελώνας, οίτινες τον είχον ως «δεξί χέρι». Ούτος επερίμενε τον πλοίαρχον εις την «καραντίναν». Ο Δημήτρης έβαλε τα γυαλιά του, έκυψε, και ανέγνωσε την πιστοποίησιν κτλ. χωρίς να θίξει το χαρτίον. Υπέβαλε τον πλοίαρχον εις τινας διατυπώσεις, του απηύθυνεν ερωτήσεις τινάς, και συγχρόνως εδήλωσεν ότι δεν χρειάζεται «εξομολόγησις» επειδή ο λόγος του πλοιάρχου αρκεί· είτα έτεινε την χείρα και προσείπε πρώτος το «Καλώς ώρισες».

Πάραυτα, με την επιστροφήν της βάρκας εις το πλοίον, επέβησαν επ’ αυτής τελωνοφύλακες, λιμενοφύλακες, και λοιποί· ούτοι ήσαν τα «φαραώνια», όπως τους ωνόμαζεν ο καπετάν Τζώνης, και απήρχοντο εις το πλοίον δια την απαραίτητον «επίσκεψιν». Είχον δε πολύ μεγάλα και πλατιά αμαυρού χρώματος μανδήλια, και τσέπες πολύ βαθειές. Τα μανδήλια ταύτα ήσαν το μόνον είδος το οποίον ηγόραζαν ποτέ· ελέγετο μάλιστα ότι τα παρήγγελλον ειδικώς, δεν ηξεύρω εις ποίον εργοστάσιον.

Ο πλοίαρχος θα επεθύμει μάλλον να επιστρέψει εν συνοδία αυτών οπίσω εις το πλοίον. Αλλ’ εκείνοι φιλοφρόνως του είπον:

– Μην πειράζεσαι, καπετάνιο, να’ ρθης τουλόγου σου· τα καταφέρνουμε πολύ καλά, εμείς, με το λοστρόμο· ίσως να θέλεις να πας στο σπίτι σου.

Να πάει στο σπίτι του! Καθώς πρωτύτερα θα επροτίμα να βραδύνει ν’ αποβιβασθεί εις την ξηράν, ούτω και τώρα θα ηύχετο ν’ αργήσει να πάει στο σπίτι του! Εκάθισεν εις το πρώτον καφενεδάκι της παραθαλασσίας, κι εδέχετο τας δεξιώσεις και τα «καλώς ωρίσατε» όλων των ανθρώπων της αγοράς, των συναδέλφων θαλασσινών και των χερσαίων, των εντοπίων και των ξένων. Εκάπνισεν ναργιλέν, έπιε δύο καφέδες, δεν ηθέλησε να πίει παραπάνω από ένα ρακί δια τα «μουσαφιρλίκια» – μ’ όλον ότι θα επεθύμει να ημπορούσε να πίει!

Τέλος «έκαμε καρδιά» κι εσηκώθη να πάει στο σπίτι του.

***

Ολίγας ημέρας μετά το Πάσχα, ο πλοίαρχος Τζώνης επεβιβάζετο εκ νέου διά ν’ αποπλεύσει.

Ο καιρός εφαίνετο άσχημος. Συννεφιασμένος ήτον ο ουρανός και άστατοι άνεμοι έπνεον. Την ώραν που έφθασεν ο πλοίαρχος εις το πλοίον, ενώ τούτο ήτον στα πανιά κι έκαμνε βόλτες, ο γερο-Νικόλας ο ναύκληρος ίστατο παρά την πρύμνην, κι εκοίταζεν ανήσυχος κατά τον κόλπον, όπου θα έστρεφε πρώραν μετ’ ολίγον το σκάφος.

-Μπουρίνια θα’ χουμε καπετάνιο, είπε.

-Μπουρίνια! τόσο καλύτερα είπεν ωσάν αφηρημένος ο πλοίαρχος.

-Τι λες!

-Θεός να μας φυλάει απ’ τις μπόρες της στεριάς, γερο-Νικόλα.

Ο ναύκληρος τον εκοίταξε περιέργως, επειδή κάτι ήξευρεν ή υπώπτευεν. Εν τούτοις δεν είχον γνωσθεί πολλά πράγματα εις το χωρίον, όσον αφορά τα οικιακά του πλοιάρχου. Ο ίδιος ήτον κρυφός, επειδή εντρέπετο τον κόσμον, και δεν ήθελε να γνωρίζουν οι άλλοι τίποτε όσον απέβλεπε τα της αριστεράς πλευράς του. Από την πεθεράν του κάτι θα ηδύνατο να διαδοθεί, αλλ’ ο καπετάν Τζώνης δεν εχωράτευε.

Διηγούντο ότι μίαν εσπέραν, τώρα τα Λαμπρόγιορτα, εις την οικίαν του, ο ίδιος είχε πιάσει την πεθεράν του από τον λαιμόν. Πλην δεν το έκαμε δια να την πνίξει, άπαγε! – καθώς διεμαρτύρετο ο ίδιος προς έναν φίλον του πολύ πιστόν και πολύ κριτικόν – αλλά μόνον δια να πνίξει τας φωνάς της. Επειδή έβγαζεν, η ευλογημένη, κάτι φωνάς οξείας, υστερικάς, ανοήτους. Ύστερον ηκούσθησαν κλαυθμοί, κατόπιν επήλθον πολλά σιούτ σιούτ πολύ σύντονα και επιτακτικά, και τέλος σιωπή άκρα.

Ολα ταύτα τα έκαμνε διά να μην τον ακούσει η γειτονιά και μάθει τίποτε ο κόσμος· επειδή η γειτονιά ουδέν άλλο είναι ειμή κατάσκοπος, και ο κόσμος τύραννος, βασανιστής ανηλεής – καθώς διεβεβαίου τον φίλον του – επειδή εντρέπετο, πολύ εντρέπετο τους φίλους και τον ίδιον εαυτόν του.

Και όλα ταύτα, όλαι αυταί αι οικιακαί σκηναί, δεν ήσαν μεγάλα πράγματα· ουδέ υπήρχε, την αλήθειαν να είπωμεν, μώμος τις ή βαθεία κηλίς εις την οικίαν. Μόνον μικρολογίαι, παράπονα, η αιωνία εχθρά της ησυχίας των ανδρογύνων, η γκρίνια, η απαίσιος γκρίνια!

Τέλος, τα πράγματα είχον ησυχάσει· και η σύζυγος υπεσχέθη εις το μέλλον να είναι φρονιμωτέρα από την μητέρα της. Και ο Τζώνης επεβιβάζετο εις το πλοίον του, διά να ταξιδεύσει.

-Τι με κοιτάζεις, γερο-Νικόλα; είπε. Μήπως δεν υπάρχουν τάχα μπόρες και στην στεριά;… Πιό καλή είν’ η θάλασσα… Κοκκώνα θάλασσα, μιά φορά!

Και ο πλοίαρχος εκάγχασε.

-Γιά θυμήσου, είπε, τα δύο εκείνα παιδιά, τα Σκοπελιτάκια, που τους δώκαμε την σκαμπαβία τις προάλλες στο πέλαγο, για να παν στον τόπο τους… Δεν τους άκουσες εσύ τι νόστιμα τα έλεγαν: «Ασπρη φουρτούνα, κοκκώνα θάλασσα, νύφη καμαρωμένη!» Πώς δεν είπαν και πεθερά!

Ο γερο-Νικόλας εγέλα.

-Τι γελάς; άκουσες κανένα παράξενο; Μάλιστα· κοκκώνα θάλασσα… πεθερά.

Ο ναύκληρος εκάγχασεν ακρατήτως.

-Μα τι γελάς; Μα βέβαια… κοκκώνα θαλ…

Ο πλοίαρχος ηθέλησε καταρχάς να είπει: «Κοκκώνα-θάλασσα, φουρτούνα-πεθερά».

Αλλ’ εδάγκασε την γλώσσαν του, και διώρθωσε μεγαλοφώνως:

-Μάλιστα· φουρτούνα-θάλασσα, κοκκώνα-πεθερά!

(1900)

Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).

 

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 143 Σχόλια »

Νύχτα αγρύπνιας (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2020

Πριν από ένα μήνα άρχισα, έστω και κόντρα στην επικαιρότητα, να δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Νύχτα αγρύπνιας» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, το δεύτερο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις αυτές γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά η προηγούμενη δεύτερη συνέχεια κατ’ εξαίρεση είχε δημοσιευτεί Πέμπτη.

Ο αφηγητής, ο πατέρας μου, με δυο συναδέλφους του μηχανικούς της ΑΤΕ, έχουν ξεκινήσει για επαγγελματικό ταξίδι στην Αρκαδία. Η δράση εκτυλίσσεται το 1985. Bρισκόμαστε στο δεύτερο κεφάλαιο, όταν οι τρεις φίλοι αναγκάζονται να περάσουν τη νύχτα στο καφενείο ενός μικρού χωριού και, για να περάσει η ώρα, λένε ιστορίες με φαντάσματα.

[Είδα πως η συζήτηση βάρυνε και ο νταλικέρης έδειχνε να αδημονεί ακούγοντάς τους. Πιστός στο πνεύμα της «ομάδας των αποβλήτων» προσπάθησα να λαφρύνω λίγο την κουβέντα μας.]

«Μια που το έφερε η κουβέντα στα φαντάσματα, στο δικό μου χωριό, ξέρετε, βγαίνουνε τρία φαντάσματα ή ξωτικά, όπως τα λένε εκεί. Το ένα είναι ενός χωριανού, που ύστερα από ένα φόνο που έκανε στα νιάτα του, έφυγε στην Αμερική αλλά εκεί έγινε γκάνγκστερ και στο τέλος τον απελάσανε και τον ξαναστείλανε πίσω και κάποιος τον εσκότωσε σ’ ένα γδικιωμό. Το φάντασμά του το έβλεπε ταχτικά ο Μήτσακας που είχε μια ταβέρνα στο χωριό. Όπως έλεγε του θείου μου, το φάντασμα ερχόταν να τον δει αργά το βράδυ, σαν έφευγε και ο τελευταίος πελάτης, την ώρα που αυτός, πιωμένος κανονικά, έκλεινε την ταβέρνα. Πιάνανε κουβέντα ανηφορίζοντας προς το σπίτι του. Όταν πλησιάζανε εκεί, γινότανε ταραχή. Το μουλάρι χλιμίντριζε, τα βόδια μουκανίζανε, τα σκυλιά αλυχτούσαν και οι κούροι [κόκορες] κράζανε. Απ’ όξω από το σπίτι το φάντασμα σταματούσε. “Να μην έρθω πιο κοντά και σκιαχτεί η γυναίκα σου” έλεγε και χανόταν στο σκοτάδι.

»Το δεύτερο φάντασμα ήταν ένα “τυλιχταρούδι”, ένα βρέφος φασκιωμένο δηλαδή, που έβγαινε τη νύχτα, όταν είχε πανσέληνο, στη ρεματιά δίπλα στο χωριό μας. Αλίμονο στον ανύποπτο διαβάτη που θα προσπαθούσε να το πάρει στα χέρια του. Έχανε τα συλλοϊκά του.

»Το τρίτο τέλος φάντασμα ήταν “μεσημερίτης”, από κείνα δηλαδή που παρουσιάζονται ντάλα μεσημέρι, κατακαλόκαιρο, σε χαλάσματα ή βράχους που πυρπολεί ο ήλιος ή στις σπάνιες πηγές του τόπου. Ο δικός μας μεσημερίτης εμφανιζόταν στη βρύση, που είναι κοντά στο μοναστήρι του Αϊ-Νικόλα. Ήταν ένας γέρος με μακριά γένια, που πρόβαλε μέσα από το νερό κι αν έκανες το λάθος και του μιλούσες, αυτός μεν χωνόταν πίσω στην πηγή και χανόταν, εσύ δε έχανες τη μιλιά σου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κατοχή, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 12 Απριλίου, 2020

Δεν είναι η πρώτη φορά που το ιστολόγιο δημοσιεύει διήγημα του φίλου Κωστή Ανετάκη -έχουμε ήδη δημοσιεύσει δύο δικά του: Σαπφώ και Ο Ευριπίδης της ταφής. Το σημερινό, που το έχει ήδη δημοσιεύσει στο ιστολόγιό του και που συζητήθηκε πρόσφατα σε κάποιο σχόλιο, είναι κατά κάποιο τρόπο στο πνεύμα της πανδημίας, αφού αφορά αρρώστιες και νοσοκομεία -και είναι βιωματικό, απ’ όσο ξέρω, γι’ αυτό και ο συγγραφέας το χαρακτηρίζει «Αφήγημα».

Ο άνθρωπος που δεν αρρώσταινε

Τέλη Οκτώβρη, μια μικρή αδιαθεσία, πόνος στην αριστερή αμυγδαλή, λίγα δέκατα, συνηθισμένα πράματα. Ζεστά αφεψήματα, λίγη πρόπολη, κουκούλωμα, δυο βράδια. Έντονη εφίδρωση τη νύχτα. Τρίτη μέρα το πρωί όλα καλά. Το δαιμόνιο ανοσοποιητικό μου έκανε πάλι το θάμα του.

Ήλιος λαμπρός, ζέστη, το πρωινό με τσίγκλιζε με την ανέμελη σπιρτάδα του. Τετάρτη, μέρα λαϊκής, ό,τι πρέπει για μια βόλτα. Προηγουμένως ένα ντους, βρομοκοπούσα απ’ τον νυχτερινό ιδρώτα. Φόρεσα μπουφάν, βγήκα. Ο ήλιος χτυπούσε κατακέφαλα όπου σε πετύχαινε, ίδρωσα. Έβγαλα το μπουφάν. Μα όπου έπεφτε σκιά, κάτι άλλο καιροφυλαχτούσε. Ένα ύπουλο σύγκρυο, απ’ τη μέση ως το σβέρκο. Φόρεσα πάλι το μπουφάν. Ήταν πολύ αργά. Η αλαζονεία είν’ ο τάφος του ισχυρού.

Το βράδυ άρχισαν οι πόνοι στην πλάτη, έντονοι, σουβλεροί. Μυϊκοί σπασμοί, ψύξη στα σίγουρα. Αλοιφές, εντριβές, διατάσεις. Ο ύπνος δύσκολος, όπως κι αν γυρνούσα. Τι να ξέρει από αρρώστια κάποιος που δεν αρρώστησε ποτέ; Μόνο καμιά ίωση κι αυτή όχι κάθε χρόνο.

Η τελευταία φορά που ’χα πάρει αντιβίωση, που πέρασα μέρες στο κρεβάτι, είκοσι έξι χρόνια πριν, στο στρατό. Πυρετός τριάντα εννιά, αντιβίωση, τρεις μέρες κλινήρης, μετά περδίκι, σκοπιά-αγγαρεία. Άλλη μια φορά, πέντε χρόνια πιο πίσω, ερωτική απογοήτευση, ευτυχώς ξέσπασε ’κει. Πιο πριν τίποτα, μονάχα στην παιδική ηλικία, τότε που το ανοσοποιητικό εκπαιδευόταν. Άφησα να περάσουν πέντε μέρες με μαντζούνια, παραλίγο μοιραία καθυστέρηση.

Δευτέρα βράδυ ήρθε ο Πόνος. Απόλυτος, συντριπτικός, αδυσώπητος, σαν τοίχος από ρευστό μαύρο γρανίτη. Ό,τι άλλο είχα νιώσει ως τα πριν, απλό χάδι. Κοντανάσαινα σαν το σκυλί, ιδρώτας απ’ το μέτωπο ποτάμι.

Η Δήμητρα έκλαιγε, δε μ’ είχε ξαναδεί έτσι. «Να καλέσουμε ασθενοφόρο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Υγεία | Με ετικέτα: , | 240 Σχόλια »