Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Πρώτο νούμερο το καλό (διήγημα του Άγγελου Αρόρα)

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2021

Το σημερινό διήγημα μού το έστειλε ο φίλος του ιστολογίου Άγγελος Αρόρα, που μας παρακολουθεί εδώ και 3-4 χρόνια και έχει σχολιάσει ελάχιστες φορές χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο αντλημένο από τον Μπόρχες. Είναι, όπως θα καταλάβατε μάλλον από τον τίτλο, διήγημα εμπνευσμένο από τα χρόνια του στρατού -στο τρίγωνο Καστελόριζο, Ρω, Στρογγύλη όπως λέει ο φίλος μας.

Μια και έχω κι εγώ γράψει διηγήματα για την εποχή που ήμουν φαντάρος, είχα έναν παραπάνω λόγο για να με ενδιαφέρει το διήγημα του Άγγελου. Το πρώτο νούμερο στη σκοπιά ήταν καλό και στα χρόνια μου.

Βέβαια, στη δική μου εποχή δεν υπήρχαν «επόπια» (δηλαδή ΕΠΟΠ, οι οπλίτες πενταετούς θητείας) -όσο για την έκφραση «φάγαμε μπιφτέκι» δεν την είχαμε μεν, αλλά τυχαίνει να την έχω μάθει. Λέγεται (ή λεγόταν, τέλος πάντων) για τον σκοπό που αργεί να έρθει ο επόμενος σκοπός, που θα τον αλλάξει.

Πρώτο νούμερο το καλό

Σ’ αυτό το μπουρδέλο δεν παλιώνεις ποτέ. Ποτέ. Δέκα ΕΣΣΟ να περάσουν κι ακόμη θα είσαι νέος. Στα μάτια τους ένα στραβάδι, κεφάλι γυμνό κουρεμένο κοντό, άσχημο, που θα εξέχουν τ’ αυτιά του και δεν θα χωρούν κάτω απ’ το τζόκεϊ. Δεν παλιώνεις ποτέ. Τα πόδια σου βγάζουν κάλους κι όλη η πατούσα έχει πάρει χρώμα λευκοκόκκινο απ’ το κάψιμο της αρβύλας. Κάθε βήμα σου κι ένα βάσανο. Όταν είσαι τυχερός δεν σε χτυπάνε στο γόνατο, όταν είσαι τυχερός φοράς ήδη τις κάλτσες και πηδάς από το κρεβάτι να τις βάλεις γρήγορα, να τις δέσεις καλά, μην βγεις συναγερμό τελευταίος και φάτε καμπάνα ή περιμετρικό. Η εξάρτυση κρέμεται στο δεξί σίδερο του κρεβατιού. Το κράνος σαν κατσαρόλα μεσαίου μεγέθους καπακώνει το μι-εβδομηνταένα. Και γρήγορες κινήσεις, ακούς, γρήγορες κινήσεις, κλειδιά στο χιτώνιο, όπλο και γραμμή έξω, παράταξη. Μηχανικές κινήσεις, όλα θα πάνε καλά, τις κάνεις μήνες τώρα. Το ποίημα το θυμάσαι. Προσοχή δυνατή. Στρατιώτης Πεζικού (όνομα), τυφεκιοφόρος, σε περίπτωση συναγερμού παραλαμβάνω…Θα το θυμηθείς, θα το πεις χωρίς να κομπλάρεις, δεν είσαι μαλάκας εσύ σαν τους άλλους να βγαίνουν αναφορά και να τραυλίζουν.

“Δυνατά με φωνή ακούτε; Το Σαββατοκύριακο ο Διοικητής έρχεται στο γραφείο του κανονικά κι ακούει, κι αν θέλετε να πάρετε καμιά άδεια, δυνατά, και σαββατοκύριακα γιατί η θέση του στρατοπέδου βλέπετε, δυνατά– μετά το εμβατήριο που είναι το αγαπημένο του”. Του κάθε της εχθρού ο σκληρός τιμωρός. Θα φανούν γενναία τα ηρωικά μας νιάτα και φέτος.

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Διηγήματα, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Η δασκαλομάνα (σχολικό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2021

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία, παρά τις αμφιβολίες και τις δυσκολίες της πανδημίας και παρά τις κτιριακές και άλλες ελλείψεις. Αν αφιερώναμε ένα άρθρο στο θέμα, θα εστιάζαμε μάλλον στο δεύτερο σκέλος της παραπάνω πρότασης, αλλά σήμερα που είναι Κυριακή, και το ιστολόγιο δημοσιεύει ύλη λογοτεχνική, θα εστιαστούμε στο πρώτο σκέλος: ανοίγουν τα σχολεία, και θα βάλουμε ένα διήγημα με θέμα σχολικό, ένα από τα κλασικά του Παπαδιαμάντη, που έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η δασκαλομάνα λοιπόν, όπως αποκαλούσαν τον δάσκαλο του χωριού επειδή ήταν μεγαλόσωμος και πληθωρικός. Το διήγημα μάς το διάβαζε, όταν ήμασταν μικρά, ο παππούς μου, και από τότε θυμάμαι τα σπαρταριστά αποσπάσματα με τις παρανοήσεις των παιδιών, και ιδίως την απορία του μαθητή γιατί το βιβλίο της Γεωγραφίας λέει ότι τα Επτάνησα είναι επτά ενώ στο μέτρημα έβγαιναν δέκα, καθώς για ορισμένα νησιά αναφέρονταν δυο ονομασίες. (Κι επειδή το βιβλίο λέει ότι τα Επτάνησα ήταν βρετανικό προτεκτοράτο, Ιόνιος Πολιτεία, αυτό σημαίνει πως είναι γραμμένο πριν από το 1864 -είπαμε, έχει βιωματικά στοιχεία το διήγημα).

Όταν το διάβασα μεγαλύτερος το διήγημα, στάθηκα περισσότερο στην εξήγηση που έδωσαν τα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής (που προσλάμβανε και τον δάσκαλο, άλλωστε) σχετικά με την αποστολή του σχολείου. Δεν είναι για να μαθαίνει γράμματα στα παιδιά, αλλά για να αφήνουν κάπου οι γονείς τα παιδιά τους. Και κάτι άλλο που με γοητεύει στο διήγημα, είναι η γλώσσα των διαλόγων, γνήσια σκιαθίτικη.

Το διήγημα το παραθέτω με την ορθογραφία του πρωτοτύπου (περίπου) αλλά μονοτονισμένο. Ωστόσο, η μεταγραφή, που είχε γίνει στον παλιό μου ιστότοπο, έχει πολλά λαθάκια -αυτός που το πληκτρολόγησε, ασυναίσθητα προσάρμοζε στη σημερινή γλώσσα. Μερικά τα διόρθωσα, άλλα θα μου ξέφυγαν. Προς στιγμή σκέφτηκα να παραθέσω την πολυτονισμένη μορφή του διηγήματος, όπως υπάρχει στο papadiamantis.net, επειδή όμως και αυτή έχει τουλάχιστον δύο τυπογραφικά λάθη, προτίμησα να ανεβάσω τη μονοτονισμένη, μήπως και διορθωθεί, και την πάρει διορθωμένη η Βικιθήκη, που τώρα έχει την αδιόρθωτη μονοτονισμένη.

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
Παλαιαί σημειώσεις

Ακούστε εμέ να σας πω! Να μην ανοίγετε χαρτί!…Να μην ακούτε το δάσκαλο!…Να μη φοβάστε τσ πατεράδες σας!…Να δέρνετε τσ μαννάδες σας!..

Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου, του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλυτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζει συλλαβιστά. Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρει την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήσαν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήσαν όλο μεγάλοι. «Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος που πέθανε, ο Φλάσκος, Φλάσκο – μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!». Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοκτώ χρόνων, υψηλός, με ανωρθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήσει το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «το Φλάσκο, Φλάσκο – μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείσει εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ’ η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήσει τους οικείους τού μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζει (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το η με το π και το ζ με το ξ), ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξει  τ’ αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρει με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι’ αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.

Τοιαύτα τινά πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ’ εκείνην είχεν αναβεί επί του θρανίου και απήγγελλε διδαχήν την οποίαν ο διδάσκαλος, κύπτων επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω του θορύβου, δεν ήκουεν, ουδ’ έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο ενώπιον τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας), επροφυλάσσετο, και ήτο έτοιμος να πηδήσει κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.

Ταύτα συνέβαινον καθ’ όν χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η «Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ’ υποκώφου βοής, ομοία με την φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου, θα ενόμιζεν ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν δια θώας της ερήμου, και δι’ άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευαν, επήδων, εσκίρτων, εφώναζαν, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθεί και εμπέσει παρ’ αξίαν εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, προσεπάθει να επιβάλει σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, και δι’ αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην την εξουδετέρωσεν ο Γιωργός ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου ήξευραν, ότι είχεν ταμιευμένην ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλές βέργες, τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας λιγυρωτέρας και τσουχτερωτέρας δι εαυτούς˙ τότε ήρχισε μάχη και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους δείκτας από του τοίχου, άλλοι κατεβίβασαν τους τηλεγράφους από της καθέτου σανίδος των θρανίων και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.

Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος με το τσιγάρον εις το στόμα, και ο πρωτόσχολος έκραξεν, εις προσοχήν! Ο διδάσκαλος ήτο μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κι ευκίνητος. Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της ημέρας, παραιτών το Σχολείον εις την τύχην του, απήρχετο εις επίσκεψιν. Άλλοτε το Σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.

Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κι εζήτησε να εξετάσει μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή επτά παιδία και τα ηρώτησε:

– Την εμάθετε την ιερά ιστορία ;

Τα παιδία, αντί ν’ απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την στιγμήν εκείνη ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της Αριστουρίας, καθώς την ωνόμαζαν.

Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάσει ο διδάσκαλος, εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.

– Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου ;

– Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, κάμνον το σχήμα, με τον δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την Αρ-ιστορία μου.

– Αμελή! Κακοήθη! Άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος, κι εκοκκίνισε δι’ ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργες εις την ράχιν των παιδίων. Αλλ’ αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε πλέον να κτυπά.

Μετέβη εις τον δεύτερον.

– «Τις έκτισε τον κόσμον;»

Το παιδίον απήντησεν:

– «Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον αυτού».

– Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος· και αποταθείς προς τον τρίτον:

– «Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;»

– «Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ», απήντησε το παιδίον.

– Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον:

– «Τις και πόθεν τον έκτισεν;»

Ο τέταρτος απεκρίθη:

– «Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι αμαρτωλοί και θνητοί».

– Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν του.

Είτα επανέλαβε:

– Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν.

Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, όν είχον ανηρτημένον υπό την αριστερήν μασχάλην, τας Ιεράς Ιστορίας των, κι εξήγαγον τας Γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ’ ουδεμία λέξις διεκρίνετο. Ο μεγαλύτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο ερμηνευτής της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε τον χάρτην, και κομίσας τόν απέθηκεν επί της μικράς τραπέζης, προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος, δυσκόλως αποφασίζων να πατήσει με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας.

Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζει εις την Γεωγραφίαν.

– «Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος;»

Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν:

– «Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία αποτελείται εξ επτά νήσων».

– Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος.

Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν:

– «Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;»

Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί.

– «Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της Μεγάλης Βρεττανίας και διοικείται δι’ αρμοστού εδρεύοντος εν Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και αξία λόγου Ακαδημία.

– Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος.

Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν:

– «Ειπέ μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος αποτελείται».

Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς να υπεμφαίνει στίξιν ή παρένθεσιν.

– «Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, και Κύθηρα, Τσερίγον».

– Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κι εχάραξε με τον όνυχά του επί του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο, και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε ν’ αλλάξει το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!

Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι κάτι ήθελε να ειπεί.

– Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος.

– Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ούς το παιδίον, γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, ύστερα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα ;

– Τάς εμέτρησες εσύ ;

– Τές εμέτρησα, να!

Και ήρχισε να μετρεί επί των δακτύλων του, « Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.

Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είναι ότι ουδέποτε είχαν υποπτευθεί ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις, όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως δια να «μην τους χαλάσει την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν’ απαντήσει:

– Αυτά θα τα μάθετε όταν…

Ίσως ήθελε να είπει «όταν θα πάτε στο ελληνικό Σχολείο». Αλλά διεκόπη. Την στιγμή εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο θόρυβος, όν είχε προκαλέσει ο Γιαννιός  ο Βρυκολακάκης εις το τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν επί του πρώτου χωλού θρανίου, έρριψεν το τσιγάρον του. Εκοίταξε το ωρολόγιόν του, είδεν, ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον πρωτόσχολον να σημάνει την κατ’ ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλεί το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύσει το πρωϊνόν μάθημα.

* * *

Ό, τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ’ ότου ηρραβωνίσθη, να φορεί κατά το θέρος το σακκάκι του. Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το μακρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου εκάπνιζε δύο ή τρείς ναργιλέδες την ημέραν, παντού επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν γελέκο μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον ανέτως τον πελώριον και εμπροσθοκλινή κορμόν του. Έκάπνιζεν ένα ναργιλέ το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον, κοιτάζων άμα το ωρολόγιόν του και εγειρόμενος ίνα απέλθει. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κι ένα ρώμι». Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου έμενε πάντοτε «με τα μανίκια».  Εις τας εξετάσεις, περί τα τέλη Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αυγούστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της αξιοτίμου επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέσει το σακκάκι του˙ το εφόρεσεν αλλά αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.

Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ’ υπέφεραν στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ’ όλον το έαρ, ο διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα λιβάδια, ούτε τρις καθ’ όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την Αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά και αγαλλίασις ήτο άλλοτε ανά τα ημικύκλια, ότε διεδίδετο από κλάσεως εις κλάσιν, ως σύνθημα, η μαγική λέξις «Θα μας πάει ο δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάει ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!». Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν ανάγνωσιν και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.

Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το σκλαβάκι και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμασμένην όπισθεν του σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, καλησπερίζων τους ασχολουμένους εις το πότισμα των φυτών ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν τω άμα έπαυον αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η Αμμουδιά ήτο αβαθής εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν φθάσωσιν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και, επιστομιζόμενοι εις το κύμα, εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα λευκά του πλατέα μανίκια, κι εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι του, το οποίον είχεν εις την τσέπην δια τας εξοχικάς εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερύκοκκα, απίδια και πρώιμα μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες έκαμναν θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού και ξυπνητού ονείρου των.

* * *

Φεύ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθεί διπλήν απογοήτευσιν, την εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής αλλά και μετ’ εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν επί μακρόν με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον φαγωμένον ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως – εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.

«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος : Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τες αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθεμιά πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, το χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή, το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».  Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν ν’ αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».

* * *

Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ’ ολοκληρίαν αψυχολόγητα, εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. Την ημέραν  εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από της δεκάτης ώρας επείνων ήδη φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου από της πατρικής οικίας. Το πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, όπως και άλλοτε, πριν συνάψει τον τόσον ατυχή αρραβώνα, έπραττε, να ψάξει εις τες τσέπες των μαθητών, και να ρίψει τα τεμάχια του άρτου εις τάς όρνιθας, τας βοσκούσας κατ’ αγέλας εις το προαύλιον.

Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι το :

Παύει πλέον η μελέτη κι ο καιρός της προσευχής …

Λεξιλόγιο

Ξουριασμένη είναι η βάρκα που το κύμα την έχει παρασύρει έξω από το λιμάνι (από το εξορίζω)

Βλατούδες είναι οι κατσαρίδες

Posted in Διηγήματα, Εκπαίδευση, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 129 Σχόλια »

Η καθαρόγλωσση (διήγημα του Θεόδ. Μοσχονά)

Posted by sarant στο 29 Αυγούστου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα κάτι το αξιοπερίεργο. Eδώ που κάνω τα μπάνια μου, έχω μια παλιά βιβλιοθήκη του παππού μου, με εξίσου παλιά βιβλία. Και καθώς σκάλιζα τις προάλλες, έπιασα ένα βιβλιαράκι με διηγήματα που δεν το είχα προσέξει άλλη φορά, τα Σκίτσα της φτωχολογιάς, κάποιου Θ.Δ.Μοσχονά.

Όπως βλέπετε, έχει εκδοθεί το 1924 στην Αλεξάνδρεια, από τις εκδόσεις Γράμματα του Στ. Πάργα που τόσο σημαντική επιρροή άσκησαν στα πνευματικά μας πράγματα στις αρχές του αιώνα και στον μεσοπόλεμο.

Τα εφτά διηγήματα του βιβλίου δεν είναι διηγήματα κοινωνικής καταγγελίας, όπως ίσως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από το εξώφυλλο, του Μίμη Παπαδημητρίου, ή από τον τίτλο, αλλά μάλλον νατουραλιστικές περιγραφές.

Επίσης, δεν υπάρχουν σαφείς νύξεις για τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσονται τα διηγήματα. Θα σκεφτόταν κανείς την Αίγυπτο, όπου εκδόθηκε το βιβλίο, αλλά δεν είδα καμιάν αναφορά στον πολυεθνικό χαρακτήρα του τόπου ούτε καν στα κλιματολογικά του στοιχεία, μόνο σε ένα διήγημα ο συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι το «μαγερειό» του τίτλου δεν είναι «κανένα γκριλ-ρουμ».

Ο Θεόδωρος Μοσχονάς, ο συγγραφέας, ήταν Λεριός και βρίσκουμε στη βιβλιογραφία του έργα για την ιστορία του νησιού. Στα «έργα του ιδίου» που προτάσσονται στο βιβλιαράκι που κρατάω στα χέρια μου, βρίσκω το «Κόκκινο Πάσχα», αλλά μην πάει το μυαλό σας σε κομμουνιστικά. Το βιβλίο «περιγράφει την τραγωδία των Δώδεκα Νησιών» δηλ. την προσάρτησή τους από την Ιταλία. Μαθαίνουμε πάντως ότι ήταν γραμματέας του προξενείου στο Μάντσεστερ και αργότερα εγκατέλειψε την Αγγλία και έζησε στην Αίγυπτο. Τον βρισκω, σε επόμενα χρόνια, να αναφέρεται ως Υπομνηματογράφος & Βιβλιοφύλαξ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Το διήγημα περιγράφει μια παράξενη γυναίκα που μένει σε μια σοφίτα στη φτωχογειτονιά και καταδυναστεύει τη γειτονιά με τη γλώσσα της. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δημοτική, διανθισμένη όμως με πολλά καθαρευουσιάνικα στοιχεία, που τα επιστρατεύει και για να προσδώσει ειρωνεία. Το διήγημα έχει κάποιο γλωσσικό ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων και στους διαλόγους με την Κυπραία. Ο τίτλος, Η καθαρόγλωσση, επίσης έχει ενδιαφέρον -χρησιμοποιείται μάλλον ειρωνικά, για το ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα της ηρωίδας αλλά και τις βρισιές της.

Δεν είμαι βέβαιος ότι η λογοτεχνική αξία του διηγήματος θα δικαιολογούσε να το ανασύρουμε από τη λήθη, σχεδόν 100 χρόνια μετά από τότε που εκδόθηκε -αλλά, όπως είπα το διήγημα είναι αξιοπερίεργο μάλλον παρά αξιόλογο. Για να διατηρήσω μάλιστα το εξωτικό κλίμα, δεν άλλαξα καθόλου την ορθογραφία, εκτός από το μονοτονικό. Άφησα όλα τα άλλα όπως είναι, παρόλο που κάποιες γραφές μπορεί να είναι απλώς ορθογραφικά λάθη και όχι επιλογές του συγγραφέα. Επιλογή του συγγραφέα πρέπει να είναι και η αποφυγή του τελικού ν πριν από π, κ, τ (π.χ. τη τραγιάσκα, το πατέρα), και φυσικά δεν οφείλεται σε δημοτικισμό.

Δεν εξηγώ τις πολλές δύσκολες λέξεις, που πολλές δεν τις ξέρω κιόλας. Στα σχόλια ίσως.

Πολλά είπα, ιδού η Καθαρόγλωσση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »

Η Λορεντάνα (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτη, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και το προηγούμενο του Μαρτίου αλλά και το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτό αναφέρεται σε ένα γνωστό τραγούδι, στο Αντρέα του Φαμπρίτσιο ντ’ Αντρέ. Στο τέλος υπάρχουν το γιουτουμπάκι και τα λόγια του τραγουδιού (στα ιταλικά βεβαίως). Ο λόγος στον Τζι:

Κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ (3)  Η Λορεντάνα
                                                          Andrea aveva un amore, riccioli neri    Ο Αντρέας είχε μια αγάπη, μαύρα τσουλούφια
Andrea aveva un dolore, riccioli neri    ο Αντρέας είχε  μια θλίψη, μαύρα τσουλούφια

– Δεν θέλω να πεθάνω από ευτυχία, μ’ αρέσει η θλίψη που βγάζει η τσαπατσουλιά σου, την προτιμώ από την παγωμάρα που αναδύεται στα τακτοποιημένα ντουλάπια.

Κοίταξε τα μαλλιά της που κατρακύλαγαν στους ώμους της σε κυματιστές  μπούκλες, ποτέ δεν χρειάσθηκαν κτένισμα.

– Riccioli neri, θυμήθηκε ένα τραγούδι του Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ.

– Τι είπες ;

– Τίποτα, κάτι δικό μου…

Κάτι τον έπνιγε, άνοιξε το παράθυρο. Βαριά γκρίζα συννεφιά απ’ έξω, λες και χύμηξε μέσα να καλύψει το κενό. Η Λορεντάνα θορυβήθηκε. Κούνησε το κεφάλι της σαν νάθελε να την διώξει. Τα μαλλιά της ακολούθησαν την κίνηση, κάποια τσουλούφια πέσανε στο πρόσωπό της, τα απομάκρυνε με τα χέρια της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 88 Σχόλια »

Μνήμη Μάριου Χάκκα (μια συνεργασία του Χρήστου Γιαννακού)

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2021

Συμπληρώνονται αύριο 49 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Μάριου Χάκκα, στις 5 Ιουλίου 1972 -αν ζούσε ακόμα θα ήταν ένας θαλερός ενενηντάχρονος, αλλά τον γκρέμισε ο καρκίνος στα 41 του χρόνια. Το ιστολόγιο μάλλον έχει παραμελήσει τον Χάκκα -ένα μόνο διήγημά του έχουμε αναδημοσιεύσει, το Ένας αγνοημένος φιλέλληνας. Του χρόνου ελπίζω να έχουμε επανορθώσει.

Ο φίλος μας ο Χρήστος Γιαννακός μου έστειλε δυο κείμενα για τον Χάκκα, που τα δημοσιεύω σήμερα. Το ένα είναι ένα μικροδιήγημα του ίδιου, εις μνήμην Μάριου Χάκκα, με τίτλο «Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία» (δηλαδή ακριβώς στα μέρη του Χάκκα). Το άλλο είναι ένα άρθρο του, δημοσιευμένο το 2012 στο περιοδικό Μανδραγόρας, αλλά σε επικαιροποιημένη έκδοση τώρα, στο οποίο ο Γιαννακός παρουσιάζει εναν φάκελο με γραφτά του Χάκκα, που βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα. Ανάμεσα σε αυτά, ανέκδοτα ποιήματα του Χάκκα, ένα αφήγημά του και μια επιστολή σταλμένη από το νοσοκομείο.

Πρώτα το μικροδιήγημα του Χρήστου Γιαννακού:

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία εμφανιζόταν κάποτε ένας νέος, που νόμιζε πως ρύθμιζε την κυκλοφορία. Μαυρομάλλης, μουστακαλής και λιπόσαρκος είχε χαρακτηριστικά κοινά και ύψος μεσαίο. Φορούσε καθαρά, καθημερινά ρούχα –επομένως οι όποιοι δικοί του, κατά πάσα πιθανότητα, είχαν επίγνωση της κατάστασης. Οι κινήσεις του θύμιζαν τροχονόμο. Τα χέρια του ακολουθούσαν τις αναλαμπές «Γρηγόρη»-«Σταμάτη», για να επιτρέψει, δήθεν, το πέρασμα των πεζών, αφού πρώτα είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα.

Καμαρωτός, με ύφος ανάλογο της περίστασης, έπιανε «δουλειά» για ποικίλα χρονικά διαστήματα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Στεκόταν στην άκρη και δεν ενοχλούσε κανένα. Κατά παρέκκλιση, συγχρόνως με τα συλλογικά, έδινε και κατ’ ιδίαν σήματα: έκλεινε διακριτικά το μάτι σε καμιά ομορφούλα, που περίμενε πριν τη διάβαση για να περάσει το δρόμο.

Με τον καιρό απέκτησε, εύλογα, χρονικό αυτοματισμό· δεν χρειαζόταν πια να συμβουλεύεται τα φανάρια για τις υποδείξεις του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ποίηση, Συνεργασίες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 53 Σχόλια »

Οι άφαντοι Σιαμέζοι (αστυνομικό διήγημα του Ντάσιελ Χάμετ)

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2021

Την περασμένη Κυριακή παρουσίασα εδώ ένα παλιό μου κείμενο, που το είχα γράψει πριν από 30+ χρόνια, όταν είχα μεταφράσει το Γεράκι της Μάλτας, του Ντάσιελ Χάμετ, για τη Σύγχρονη Εποχή. Από τη συζήτηση μού άνοιξε η όρεξη κι έτσι έπιασα ένα διήγημα του Χάμετ, που το έχω σε μια συλλογή του 1950, αλλά που αρχικά γράφτηκε το 1926 και δημοσιεύτηκε στο λαϊκό (pulp) περιοδικό Black Mask.

Το μετέφρασα λοιπόν και το παρουσιάζω σήμερα. Η μετάφραση είναι λιγάκι πρίμα βίστα, οπότε ας θεωρηθεί under construction, αλλά θα αναφερθώ σε καναδυό σημεία. Το διήγημα έχει μια περίεργη ομοιότητα με την υπόθεση που απασχολεί αυτές τις μέρες την κοινή γνώμη -και εδώ έχουμε κάποιους μυστηριώδεις ξένους να διαπράττουν ληστεία- οπότε διάλεξα να το παρουσιάσω σήμερα κι ας μην έχω χτενίσει τη μετάφραση όσο θα ήθελα.

Το διήγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά δεν έχω δει αυτή την παλιά μετάφραση, που πρέπει να έγινε το 1988-9, τότε που μόλις είχα φύγει για έξω. Ο ελληνικός τίτλος ήταν, νομίζω, «Ο έρπων Σιαμαίος», με τον οποίο διαφωνώ σε όλες τις λέξεις. Ο αγγλικός, το βλέπετε, The Creeping Siamese.

Καταρχάς, δεν μου αρέσει ο Σιαμαίος, διότι στα ελληνικά σιαμαίοι είναι οι δίδυμοι που γεννιούνται με τα σώματά τους ενωμένα. Εδώ έχουμε κάποιον ή κάποιους από το Σιάμ, άρα θα πούμε Σιαμέζος/Σιαμέζοι (και όχι Ταϊλανδός που θα λέγαμε σήμερα). Έπειτα, χρειάζεται πληθυντικός -αφού οι Σιαμέζοι είναι πολλοί.

Και τέλος γιατί «έρπων»; Εννοώ, αρχικά, γιατί τόση καθαρεύουσα. Θα προτιμούσα «σερνάμενος». Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι ο Χάμετ χρησιμοποιεί διαφορετικά τη λέξη. Δεν θέλω να σποϊλάρω, αλλά στο διήγημα δεν υπάρχει κανείς που να έρπει ή να σέρνεται ή να σκύβει. Η φράση creeping Siamese εμφανίζεται μόνο μια φορά στο τέλος, τη λέει ο αστυνομικός προς τον Ρίχτερ. Οπότε, σκέφτηκα ότι εδώ χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του elusive γι αυτό και διάλεξα «άφαντος» αν και μπορώ να αλλάξω γνώμη αν με πείσετε. Στα ισπανικά, ο τίτλος έχει μεταφραστεί Los siameses escurridizos, που είναι περίπου ίδιος με τον δικό μου. (Η γαλλική μετάφραση, Rats de Siam, είναι πιο ελεύθερη).

Το διήγημα είναι χαρακτηριστικό της σκληροτράχηλης σχολής που εισηγήθηκε ο Χάμετ και δείχνει με αρκετή πειστικότητα τον τρόπο δουλειάς του ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Κοντινένταλ Οπ, του ανώνυμου ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Πρακτορείου, που πρωταγωνιστεί σε πολλά έργα του Χάμετ. Η δράση διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο και στην έκδοση του 1950 υπάρχει στο οπισθόφυλλο και χάρτης της πόλης που δείχνει πού βρίσκονται τα γραφεία του Ηπειρωτικού και το σπίτι του Ρίχτερ, όπως και άλλα σημεία που σχετίζονται με τα άλλα διηγήματα της συλλογής (ανάμεσά τους και ένα ανύπαρκτο βαλκανικό κράτος, η Στεφανία, που θα το βρούμε στη νουβέλα This King Business, που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά  με τον ελαφρώς παραπλανητικό τίτλο Αχ, αυτές οι βασιλικές μπίζνες).

Παραθέτω λοιπόν την (αχτένιστη, το ξαναλέω) μετάφραση που έκανα στους Σιαμέζους του Χάμετ και στο τέλος αναφέρω ένα ακόμα μεταφραστικό.

Οι άφαντοι Σιαμέζοι

Στεκόμουν στο γκισέ του ταμείου στα κεντρικά γραφεία του Ηπειρωτικού Πρακτορείου Ντετέκτιβ στο Σαν Φρανσίσκο και παρακολουθούσα τον Πόρτερ που έλεγχε τον λογαριασμό των εξόδων μου, όταν μπήκε μέσα εκείνος. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με σκληρή έκφραση στο οστεώδες πρόσωπό του. Το γκρίζο κουστούμι του κρεμόταν σακουλιασμένο από τους πλατιούς ώμους του. Στο φως του σούρουπου που έμπαινε από τα μισοκατεβασμενα στόρια, το δέρμα του είχε το χρώμα που έχουν τα καινούργια καφέ παπούτσια.

Άνοιξε απότομα την πόρτα και μετά έμεινε διστακτικός στην είσοδο, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή, γυρίζοντας το πόμολο μπροστά και πίσω με το κοκαλιάρικο χέρι του. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε αναποφάσιστο. Ήταν άσκημο και βλοσυρό και είχε την έκφραση κάποιου που θυμήθηκε κάτι δυσάρεστο.

Ο Τόμι Χάουντ, ο φακιδιάρης και πλακουτσομύτης νεαρός κλητήρας μας, σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγε ως τη διαχωριστική γρίλια.

«Τι θέλ…» άρχισε να λέει ο Τόμι και τινάχτηκε προς τα πίσω.

Ο άντρας είχε αφήσει το πόμολο. Σταύρωσε τα μακριά χέρια του μπροστά στο στήθος του, πιάνοντας με κάθε παλάμη έναν ώμο. Το στόμα του άνοιξε διάπλατα, σ’ ένα χασμουρητό που κάθε άλλο παρά χαλάρωση έδειχνε. Έκλεισε το στόμα με θόρυβο. Ανασήκωσε τα χείλια φανερώνοντας σφιγμένα κίτρινα δόντια.

«Γαμώτο!» μούγκρισε, όλο αηδία και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Πήδηξα πάνω από το χώρισμα, πέρασα πάνω από το σώμα του και βγήκα στον διάδρομο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Ηνωμένες Πολιτείες, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

Παντέρμη Κρήτη (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη)

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2021

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον λαϊκό λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Πέρυσι είχαμε διαβάσει ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Αντώνης μας είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα έχει δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη, ότι δεν περιγράφει τη Μάχη από κοντά. Αντίθετα, είναι ένα χρονικό για το πώς ζήσανε τη Μάχη της Κρήτης ή -όπως λέει ο Φραγκούλης- τον απόηχο της «Μάχης» αποκλεισμένοι στη Θήβα μια ομάδα κρητικών φαντάρων, τα απομεινάρια της 5ης Μεραρχίας Κρητών που επέστρεφε από το Αλβανικό και το Μακεδονικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα διηγήματα του Φραγκούλη όπως το προηγούμενο που είχαμε δει, το σημερινό είναι γραμμένο όχι στο κρητικό ιδίωμα αλλά στην κοινή νεοελληνική.

Όπως θα δείτε, ο Φραγκούλης υποστηρίζει ότι σκοπίμως δεν τους επέτρεψαν να διαπεραιωθούν στην Κρήτη γιατί οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ενισχυθεί καθώς ήταν το τελευταίο εναπομείναν τμήμα του ελληνικού κράτους-είχε ήδη μεταφερθεί εκεί η κυβέρνηση- και είχαν σκοπό να το προσβάλουν από αέρος και να το καταλάβουν κι αυτό. Υπάρχει και ένα νεοριζίτικο που αναφέρεται στο γεγονός της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς επειδή το νησί ήταν «ξαρμάτωτο και λείπαν τα παιδιά της» («Χίτλερ να μην το καυχηθείς«,στίχοι-μουσική εκτέλεση του λαουτιέρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) βασισμένο σε παραδοσιακή μελωδία και τραγούδι Χρήστος Κορωνιωτάκης που δισκογραφήθηκε μεταπολεμικά, στίχοι:

Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,
μα πάλι επολεμήσανε

Ο φιλος μας ο Αντώνης λέει ότι το κείμενο δεν είναι από τα δυνατότερα του Φραγκούλη καθώς βρίθει από στερεότυπες -τυποποιημένες εκφράσεις, κυρίως σχετικά με την περιγραφή των Γερμανών αλλά και της γενναιότητας των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών. Επίσης το κείμενο θυμίζει σε κάποια σημεία του και αντίστοιχους πανηγυρικούς λόγους με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο.

Βέβαια θυμίζει περιγραφές ανθρώπων που είχαν ζήσει και πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα και ίσως έχει αξία και σαν χρονικό αλλά και σαν ένα είδος λόγου και ύφος που πλέον δεν υπάρχει, που έφυγε καθώς έφυγαν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των πολεμικών εκείνων γεγονότων.

ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ

ΚΩΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ από τη συλλογή διηγημάτων «Κατσιφάρα»

Μάη έπεσε η πόλη. Μάη και η Κρήτη. Με πόλεμο η Βασιλεύουσα, με πόλεμο και το Θέμα της. Ο Μάης είναι μήνας «κάλλιστος πάντων». Στα βουνά βγαίνουν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κι οι χαράδρες αντιλαλούν λύρες, τραγούδια και γερακοκούδουνα. Οι πέρδικες πλουμίζουν τα πλάγια σύρνοντας τα πουλιά τους. Οι πετροκοτσυφοί σφυρίζουν ξένοιαστοι στα βράχια, και στις ρεματιές οι ποταμίδες έχουν μεθύσει και τραγουδούν και τις νύχτες ακόμη τον έρωτα και τη χαρά της ζωής.

Κάτω στη γης είναι στρωμένα μυριοπλούμιστα χιράμια και χαλιά για να περπατήσει πάνω τους η άνοιξη. Στον καταγάλανο ουρανό γυροφέρνουν χελιδόνια. Κι η θάλασσα κάτω μουρμουρίζει τον ασίγαστο καημό της… Όλος ο κόσμος πλέει μέσα σ’ ένα όνειρο, απαλό κολυμπά σε μια ποίηση που ομορφαίνει τη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 89 Σχόλια »

Τραγούδι σε άγνωστη γλώσσα / Τι να του πει; (δυο διηγήματα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2021

Στο σημερινό κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα δημοσιεύσω δυο διηγήματα που μου έστειλε πρόσφατα ο φίλος μας ο Λεώνικος. Και άλλες τρεις φορές έχουμε δημοσιεύσει λογοτεχνικά του κείμενα στο ιστολόγιο (εδώ το τρίτο από αυτά, που έχει και λίκνο προς τα προηγούμενα).

Στο τέλος του κειμένου, υπάρχει και ένα επιλογικό σχόλιο του Λεώνικου για τα δύο διηγήματα, αλλά μην το διαβάσετε προτού διαβάσετε τα διηγήματα!

Τραγούδι σε Άγνωστη Γλώσσα

Μόλις είχε ξεπροβοδίσει κάποιους επισκέπτες η Ίρμα, συνοδεύοντάς τους ώς το λιμάνι, κι επέστρεφε στο εξοχικό τους, που ξεχώριζε… μάλλον διέκοπτε βάναυσα την ήρεμη λοφογραμμή που είχαν χαράξει με υπομονή και σοφία οι αιώνες, και που ήξερε από παιδί. Αλλά ο άντρας της δεν είχε τέτοιες ευαισθησίες… κι έχτισε εκεί πάνω.

Προτίμησε το μονοπάτι. Της ήταν πολύ πιο ευχάριστο αν και ήταν περισσότερος δρόμος, επειδή ακολουθούσε την ακτή και ήταν απαλλαγμένο από την αισθητική αθλιότητα των αυθαιρέτων της δημοσιάς και την υποχρέωση να χαιρετάει τους άσχετους που κάνανε σουλάτσο.

Ανέβαινε αργά απολαμβάνοντας το τοπίο και το γλυκύτατο σούρουπο που έγερνε μεγαλόπρεπα προς την νύχτα, λουσμένο σ’ ένα φεγγάρι τόσο φωτεινό που έκανε σχεδόν άναστρο τον ουρανό.

Περπατούσε ανέμελα, με τη σκέψη γεμάτη πολλά, άσχετα και σχετικά, κάτι με τη φιλενάδα της μου μόλις είχε φύγει… κάτι με το αυτοκίνητο που λογάριαζαν να πάρουν, κάτι με τα παιδιά και τα σχολειά που θα ξανάρχιζαν… όταν το αφτί της έπιασε έναν ακαθόριστο ήχο, σίγουρα όμως σπάραγμα μουσικής. Τέντωσε το αφτί της… ‘Κουρελοτουρίστες,’ είπε μέσα της, έκφραση κι αυτή του άντρα της, ‘αλλά με δυο αβγά και μια κιθαρίτσα… περνάνε καλά! Ίσως και πιο καλά από μας καμιά φορά, με τις πισίνες και τα χομ-σίνεμα!’

Μετά από μερικά βήματα η μουσική ακουγόταν πιο καθαρά μαζί μ’ ένα άγνωστο κι εντελώς παράξενο τραγούδι, σχεδόν ψιθυριστά.

‘Γνωστή ιστορία… Αυτός τραγουδάει, αυτή ακούει σα μαγεμένη… θα τη μαγέψει κανα δυο, τρεις… άντε δέκα φορές ακόμα… κι έπειτα θα μαγεύει μιαν άλλη, ενώ αυτή θα μαγεύεται από έναν άλλο, ώς ότου παντρευτούν και μπει το νερό στα αυλάκι… για να μείνει η ανάμνηση και ο ανικανοποίητος πόθος· γιατί όλοι οι πόθοι ικανοποιούνται εκτός από τη μαγεία!’ ψιθύρισε και αναγέλασε καθώς θυμόταν τα δικά της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 78 Σχόλια »

Ο διάλος να ‘μπει μέσα σου και να ‘ναι και τσαγκάρης (ένα διήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2021

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου, πρόπερσι ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας και πέρυσι δυο ιστορίες της τρικυμίας και της παλίρροιας., κι ύστερα, τον Σεπτέμβρη, άλλες τρεις ιστορίες από το πρωί ως αργά το απόγευμα.

Το σημερινό διήγημα γράφτηκε κατά κάποιο τρόπο κατά παραγγελία -δική μου παραγγελία. Πριν από είκοσι περίπου μέρες, σε ένα άρθρο για την έκφραση «να μπεις στα παπούτσια του», η συζήτηση αναπόφευκτα ξεστράτισε κι έφτασε στα καλαπόδια, που τα χρησιμοποιούσαν οι παλιοί μαστόροι τότε που τα παπούτσια γίνονταν επί παραγγελία, εξατομικευμένα. Εκεί λοιπόν ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης έκανε ένα πολύ ωραίο σύντομο σχόλιο, για τον πατέρα του, που ήταν τσαγκάρης, και για τα καλαπόδια του. «Πολύ ωραίο σχόλιο, υλικό για διήγημα!» σχολίασα κι εγώ. Ο Ξεροσφύρης στην αρχή έδειξε κάποιο δισταγμό, αλλά λίγες μέρες μετά μου έστειλε με μέιλ «το παραγγελμένο». Και αφού πέρασαν οι γιορτές, με πολλή χαρά αλλά και συγκίνηση (και καμάρι) το δημοσιεύω.

Σημειώνω ότι την έκφραση του τίτλου την ξέρω με παραλλαγή: Ο διάολος να’μπει μέσα σου και να’ναι και θηλυκός [για να γεννήσει κι άλλους]

Ο διάλος να ‘μπει μέσα σου και να ‘ναι και τσαγκάρης

«Ο διάλος νά ‘μπει μέσα σου και νά ‘ναι και τσαγκάρης» είπε ο τρίτος του λαδά που άλλο τού ‘πε κι άλλο έφερε.

«Γιατί τσαγκάρης μαστροΠαναγιώτη;»

«Για να σου κοπανά όλη μέρα με το σφυρί. Άντε μαλάκα πίσω και φέρε μου…»

 

Κι όλη μέρα από τη γωνιά ακόμα άκουγες το ντάκα ντούκα του σφυριού που έβγαινε από το τσαγκαράδικο κι όσο πλησίαζες δυνάμωνε. Ήτανε η σταθερή μουσική υπόκρουση που συνόδευε κάθε δραστηριότητα μέσα και γύρω από το μαγαζάκι. Πλησιάζοντας άκουγες κουβέντες. «Όλοι οι άεργοι κι οι ακαμάτες εδώ έρχονται» έλεγε ο μαστρο Κώστας, και μπαίνοντας από την πόρτα σου χτύπαγε η μυρωδιά της βενζινόκολλας, ανάμικτη με τσιγαρίλα και αψιά μυρωδιά από πετσί (και ολίγη ποδαρίλα) που τη γλύκαινε κάπως η τσίκνα από το σουβλάκι στα κάρβουνα του διπλανού σουβλατζήδικου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ενδύματα και υποδήματα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 125 Σχόλια »

Ο επιτάφιος του καμπούρη (πασχαλινό διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2021

Πολλές φορές έχουμε βάλει διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου στο ιστολόγιο. Το αμέσως προηγούμενο ήταν χριστουγεννιάτικο, οπότε -εύλογα, θα έλεγε κανείς, το σημερινό είναι πασχαλινό. Αξίζει να το διαβάσουμε όσο περιμένουμε τον οβελία.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης συνοδεύει το διήγημα (που το πολυτονίζει, τι να τον κάνω; να τον μαλώσω; φίλος είναι) με λεξιλογικά και πραγματολογικά σχόλια. Εδώ ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία του ρ. μεσαρεύω και έμμεσα του τοπωνυμίου Μεσαρά. Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον συγγραφέα:

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Ὁ ἀέρας μοσχομύριζε λουλούδια, μελισσοκέρι καὶ λιβάνι. Λουλούδια ἀπὸ τὸν ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο κι ἀπὸ τὶς γλάστρες στὶς αὐλὲς καὶ στὰ πεζούλια τῶν σπιτιῶν. Μελισσοκέρι ἀπὸ τὰ διπλέρια, τὰ διπλᾶ, στριφτὰ κεριὰ ποὺ εἶχαν πλάσει μὲ κερὶ ἀπὸ τὰ ψέλια, τὶς πήλινες κυλινδρικὲς κυψέλες, οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Καὶ λιβάνι ἀπὸ τὶς νοικοκυρές, ποὺ ἔστεκαν στολισμένες μπρός  στὰ ὁλόφωτα σπίτια τους καὶ θυμιάτιζαν μὲ τὰ λιβανιστήρια ἢ ἔραιναν μὲ μῦρο τὴν πομπή.

Τὸ ἀνθρώπινο ποτάμι προχωροῦσε ἀργά στὰ στενά, στριφογυριστὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ. Κι ἔμοιαζε, γιὰ ὅσους τό ᾿βλεπαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλαγιά, σὰν ἕνα φίδι φωτεινὸ μὲ λέπια ποὺ λαμπύριζαν, ἔτσι ὅπως τρεμόπαιζαν τὰ κεριὰ στὴν πνοὴ τῆς νυχτερινῆς αὔρας.

Ὁ Γιάννης ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν παπᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτᾶδες καὶ τὴ χορωδία τῶν κοριτσιῶν. Εἶχε καλὴ φωνὴ καὶ ἦταν καλοδεχούμενος. Τοὺς ἔλειπαν οἱ ἀντρικὲς φωνές, μιᾶς καὶ  οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι ἤθελαν νὰ σηκώσουν τὸν Ἐπιτάφιο.  Ὄχι τόσο ἀπὸ θρησκευτικὴν εὐλάβεια, ὅσο γιὰ τὶς μπουνιές. Γιατὶ ἔτσι συνηθιζόταν. Νὰ δίνουν μπουνιὲς στὴν πλάτη αὐτῶν ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω του. Τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἴσα ποὺ τοὺς ἀκουμποῦσαν. Μεταξύ τους, ὅμως, οἱ νέοι τὶς ἔδιναν δυνατές, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχαν ἀντιζηλίες.

Γιὰ νὰ τὸν σηκώσει ὁ Γιάννης οὔτε λόγος, ἔτσι καχεκτικὸς ποὺ ἦταν. Τὴν προηγούμενη χρονιὰ ζήτησε νὰ σηκώσει κι αὐτὸς λιγάκι, ἀλλὰ ὁ Γιώργης ὁ ψηλὸς τὸν ἀποπῆρε:

«Τί λές, ρὲ σύ; Θὲς νὰ μπατάρει ὁ Ἐπιτάφιος;»

Ἄσε ποὺ φέτος ὁ Γιώργης εἶχε τὸ γενικὸ πρόσταγμα. Εἶχε πάει στρατιώτης πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες καὶ τὰ κατάφερε νὰ γίνει λοκατζῆς. Καὶ ὑπῆρχε ἄγραφος νόμος νὰ σηκώνουν πρῶτοι ὅσοι ὑπηρετοῦν. Ἔνστολοι. Πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ νέοι στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς κι ὁ Γιώργης ἔδειχνε στὸ στῆθος του τὰ διακριτικὰ τῶν ἐκπαιδεύσεων ποὺ εἶχε περάσει, περιγράφοντας τὶς ἀντίστοιχες ταλαιπωρίες. Μετὰ κανόνισε μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ κρατήσουν τὸν Ἐπιτάφιο:

« Πρῶτα ὁ Στρατός, μετὰ οἱ μοδίστρες  καὶ οἱ κομμώτριες καὶ τελευταῖοι οἱ πολίτες!»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιώργη κι ἄλλους δυὸ φαντάρους, στὴν παρέα ἦταν τρεῖς ναῦτες κι ἕνας σμηνίτης. Σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις ἀναφερόταν ὅταν ἔλεγε γιὰ μοδίστρες καὶ κομμώτριες. Κανένας τους, ὅμως, δὲν τοῦ ζήτησε τὸ λόγο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο κι ἄλλοι ἐπειδὴ σεβάστηκαν τὸν χῶρο καὶ τὴν περίσταση.

Ὁ Γιάννης δὲν τόλμησε νὰ μπεῖ – οὔτε κἂν τελευταῖος – στὴ σειρὰ μὲ τοὺς πολίτες. Μονάχα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γιώργης κοκορευόταν γιὰ τὰ λοκατζήδικα κατορθώματά του, εἶπε χαμηλόφωνα στὸ διπλανό του:

«Σὰν τὰ βατράχια, ὅμως, δὲν εἶναι».

Ὁ Γιώργης ἔκανε πὼς δὲν τ᾿ ἄκουσε. Ἦταν ἡ μοναδικὴ δοκιμασία ποὺ δὲν κατάφερε νὰ τὰ βγάλει πέρα κι αὐτὸ πλήγωνε τὸν ἐγωισμό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Πασχαλινά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Tελευταία βόλτα (διήγημα του Μανώλη Σημαντήρα)

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2021

Με χαρά και συγκίνηση παρουσιάζω σήμερα το διήγημα ενός παιδικού φίλου. Με τον Μανώλη ήμασταν συμμαθητές στην Ιωνίδειο -σε άλλα τμήματα, εκείνος ήταν του κλασικού, αλλά επειδή ήταν κοντά τα σπίτια μας κάναμε πολλή παρέα ιδίως στις τελευταίες τάξεις του (εξαταξίου) γυμνασίου. Συνεχίσαμε να κρατάμε επαφή τα επόμενα χρόνια έστω και (πολύ) πιο αραιά από τότε που έφυγα από την Ελλάδα. Τις προάλλες ο Μανώλης μού έδειξε μια συλλογή διηγημάτων που έχει στα σκαριά.

Μου άρεσαν και σκέφτηκα να διαλέξω ένα για το ιστολόγιο. Όχι εκείνο στο οποίο εμφανίζεται ένας που μου μοιάζει, αλλά ένα διήγημα από την ενότητα «Τρία ιστορικά διηγήματα», που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός, από την Κατοχή. Σχεδόν υποχρεωτικά το διάλεξα, μια και κατοικώ στην οδό Ήβης Αθανασιάδου. Αλλά δεν το διάλεξα μόνο γι’ αυτό -μου αρέσει που βλέπει τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία από την αναμενόμενη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΟΛΤΑ

Ακολουθούσε το ίδιο πρόγραμμα εδώ και τρία χρόνια. Κατηφόριζε  με το ποδήλατό του την οδό Ευτέρπης μέχρι την παραλία  πολύ νωρίς το πρωί, φορώντας τη στολή του. Εποχούμενος  κοιτούσε τους χρωματισμούς της Ανατολής όπως καθρεφτίζονταν στη θάλασσα που  ακινητούσε. Του θύμιζε τις λίμνες.  Μετά πήγαινε στη δουλειά του.  Αργά το απόγευμα, βραδάκι πολλές φορές, επαναλάμβανε την διαδρομή:  ποδηλατούσε  κατά μήκος της ακτής για να χαλαρώσει  από την ένταση της ημέρας. Τον τελευταίο καιρό του τύχαιναν  περιπτώσεις δύσκολες. Βαριά τραυματισμένα κορμιά που απαιτούσαν ιδιαίτερη φροντίδα : πολύωρες επεμβάσεις  και   ακρωτηριασμοί.  Το νοσηλευτικό προσωπικό ήταν  λιγοστό και  δυσεύρετο. Τις  ελάχιστες διαθέσιμες  νοσοκόμες τις χρειάζονταν σε μεγαλύτερες μονάδες.  Προσπάθησε να στρατολογήσει  ντόπιες γυναίκες όμως εκείνες  εύρισκαν προφάσεις για να αρνηθούν:  “δεν ξέρω τη γλώσσα” ή  “όταν βλέπω αίμα , λιποθυμώ” .  Ο ίδιος  είχε εισηγηθεί να τις φέρουν με το ζόρι,  όμως ο Διοικητής  ήταν διστακτικός, φοβόταν για την υγεία των αντρών. “Γκόντφριντ”, του έλεγε, “μην εμπιστεύεσαι παρά μόνο τις δικές μας”.

Ας τις άφηναν στα χέρια του. Θα τις εκπαίδευε ο ίδιος. Νεαρές κοπέλες  που  αντί  να χάνουν  άσκοπα τον καιρό τους θα εργάζονταν κάτω από τις διαταγές του.

Οπως εκείνες που είχε κουβαλήσει ο Χανς στο γραφείο του τη μέρα που είχε εφημερία:  τρία κορίτσια,  17-18 χρονών, αναψοκοκκινισμένες, όλο νεύρο και φωνή. Είχαν προσπαθήσει να το σκάσουν αλλά ο Χανς που έκανε περιπολία ντυμένος με πολιτικά  τις  τσάκωσε και τις έσυρε μέσα.

Βρήκαν  προκηρύξεις στα παλτά τους .

Τις πήρε με το καλό. Προσπάθησε να τους εξηγήσει ότι δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα κτίρια στην περιοχή, οι ανάγκες του πολέμου επέβαλαν την επίταξη του σχολείου τους, την μετατροπή του σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Άλλωστε οι Αρχές δεν απαγόρευαν την διεξαγωγή των μαθημάτων, μπορούσαν να μαζευτούν σε κάποιο σπίτι ή στην Εκκλησία.

Τον κοίταζαν προκλητικά, δεν απαντούσαν στις ερωτήσεις του. Στο τέλος αγρίεψε. Τις απείλησε ότι αν τις έπιαναν ξανά θα τις οδηγούσαν κατευθείαν στην Kommandantur – και εκεί δεν υπήρχε έλεος.

Μετά τις άφησε να φύγουν.  Εκείνη που έμοιαζε επικεφαλής, την μελαχρινή, σαν να την είχε ξαναδεί .

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κατοχή, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 157 Σχόλια »

Η ρεβάνς (διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα)

Posted by sarant στο 18 Απριλίου, 2021

Διήγημα του Σκαριμπα δεν έχουμε βάλει ποτέ στο ιστολόγιο. Την παράλειψη αυτή τη θεραπεύουμε σήμερα χάρη στην πρωτοβουλία του φίλου μας του Κόρτο, που μας δίνει μάλιστα ένα διήγημα δυσεύρετο, τουλάχιστο σε αυτή τη μορφή που το δημοσιεύουμε. Αφορμή ήταν η αναφορά, στο ιστολόγιο, στο ρεμπέτικο τραγούδι «Γίνομαι άντρας» του Παναγιώτη Τούντα.

Ο Κόρτο έδωσε ολοκληρωμένη δουλειά, με πρόλογο δικό του, οπότε του δίνω αμέσως τον λόγο.

Το ακόλουθο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα με τίτλο «η Ρεβάνς» εντοπίστηκε στον τόμο «Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1955», ο οποίος ανήκε σε μία σειρά ετησίων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών εκδόσεων υπό την διεύθυνση του Αρ. Ν. Μαυρίδη με έδρα την Αθήνα (Θεμιστοκλέους 11). Ο εν λόγω τόμος είναι ο 12ος της σειράς.

Κατόπιν διερευνήσεως διαπιστώθηκε ότι το εκεί δημοσιευμένο διήγημα του Σκαρίμπα αποτελεί την πρωταρχική μορφή μίας μεταγενέστερης εκδοχής του, με τίτλο «Πατς και Απαγάι», η οποία περιλαμβάνεται σήμερα στην έκδοση «Ο κύριος του Τζακ/ Πατς κι απαγάι», από τις εκδόσεις Νεφέλη (1996, Αθήνα) με σκίτσα του ίδιου του συγγραφέα και σε επιμέλεια της κ. Κατερίνας Κωστίου.

Από το πλούσιο και κατατοπιστικό σημείωμα της επιμελήτριας στην έκδοση της Νεφέλης μαθαίνουμε ότι η τελική μορφή του διηγήματος (ως «Πατς και απαγάι») δημοσιεύθηκε το 1957. Πρόκειται για μία εκδοχή πιο κατεργασμένη, με πιο συνεκτική δομή, χωρίς περιττές παρεκβάσεις και χωρίς λεπτομέρειες οι οποίες στην αρχική μορφή του διηγήματος ενδεχομένως προκαλούν απορίες. Από την κα Κωστίου μαθαίνουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Σκαρίμπας είχε αντιρρήσεις σε σχέση με την επανέκδοση αρχικών μορφών των έργων του, όταν είχε ήδη προβεί σε δημοσίευση μίας τελικής, πιο κατασταλαγμένης εκδοχής. Μάλιστα όταν το 1976 οι εκδόσεις «Κάκτος» εξέδωσαν το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» σε μία ξεπερασμένη κατά τον συγγραφέα εκδοχή του 1960 (και εφόσον είχαν μεσολαβήσει στο μεταξύ δύο νέες επεξεργασμένες εκδόσεις, το 1961 και το 1973), ο συγγραφέας οργίστηκε με τον εκδότη και απαίτησε επανόρθωση του λάθους. Ας σημειωθεί ότι το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το πρώτο μέρος του «Πατς και Απαγάι» (ή τέλος πάντων της «Ρεβάνς»). Τα δύο κείμενα γίνονται πιο κατανοητά, τόσο ως προς την πλοκή, όσο και ως προς την λογοτεχνική τους συνάφεια, όταν διαβαστούν με την σειρά –ωστόσο η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή της «Ρεβάνς» μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομο ανάγνωσμα.

Ωστόσο χωρίς να παραβλεφθούν τα παραπάνω, με επιφύλαξη έστω, θεωρήθηκε σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί η αρχική μορφή του διηγήματος, («η Ρεβάνς») παρά τις πιθανές ατέλειές του σε σχέση με την μεταγενέστερη εκδοχή («Πατς και Απαγάι»), διότι αποτελεί ένα σπουδαίο φιλολογικό τεκμήριο: Η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή είναι πολύ εκτενέστερη από την μεταγενέστερη και συνεπώς το διήγημα, έστω και ακατέργαστο, πέραν της λογοτεχνικής του αξίας, μάς παραδίδει έναν σημαντικό πλούτο λαογραφικών και γλωσσικών στοιχείων, κυρίως όσον αφορά την μάγκικη αργκό και τις εικόνες ενός Πειραιά, στα τελειώματα μιας εποχής κατά την οποία επιζούσαν ακόμη τα στερεότυπα μοτίβα του μεσοπολεμικού υποκόσμου. Αποτελεί δηλαδή ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα επιδράσεως της λαϊκής ή λαϊκότροπης καλλιτεχνικής παραγωγής (ρεμπέτικο τραγούδι, επιθεώρηση, μάγκικα χρονογραφήματα κλπ) στην λόγια μεταπολεμική λογοτεχνία. Χαρακτηριστικό προς αυτήν την κατεύθυνση είναι και το γεγονός ότι στο διήγημα αναφέρονται δύο γνωστά λαϊκά/ ρεμπέτικα τραγούδια της επώνυμης δημιουργίας.

Οι υποσημειώσεις με αστερίσκο ανήκουν στον ίδιον τον Σκαρίμπα. Οι υποσημειώσεις με αριθμούς είναι δικές μου. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Το σκίτσο που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο του Μιχάλη Νικολινάκου και απεικονίζει τον Σκαρίμπα. Ο Μιχάλης Νικολινάκος (1923-1994) υπήρξε διάσημος ηθοποιός του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου, μαθητής του Δημήτρη Ροντήρη. Συγχρόνως υπήρξε ικανότατος ζωγράφος και σκιτσογράφος, συνεργάτης διαφόρων εντύπων. Ξεχωρίζουν οι καρικατούρες του και τα πορτραίτα του, ιδίως προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου και της πολιτικής.

 

Η ΡΕΒΑΝΣ

Εκείνο τ’ απόγιεμα ήσαν όλα γλυκά κι’ όλ’ ανάκατα. Πού ήταν – τούτη- κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλλα να της ξαναπαρουσιαστώ πάλι έτσ’ όμορφος –έτσι καγκελοφρύδης, σπαθάτος –σα νάχα κρυφά ξεκαρφιτσωθεί (και δραπέτεψα) από κάνα κουτί ζαχαράτων. Η μέση μου –δαχτυλένια- με χώριζε σαν καμμιά σφήκα στα δύο μου, και τα μαλλιά μου (τσουλούφι –φλου- με αφέλειες) μ’ έδειχναν σαν κοριτσίστικο αγόρι… Αμάν, αδερφάκι· το πρόσωπό μου είχε το σχήμα καρδιάς.

Ξεμπαρκάροντας, άναψα κι’ ένα –μεγκλάν- τσιγαράκι.

Στη στροφή του δρόμου –εκεί- κοντοστάθηκα, κι’ έρριξα τη ματιά μου του μάκρου. Η θάλασσα εβόα. Οι γλάροι πάνωθε βούταγαν κάθετα, ίδιες βολίδες, στα κύματα, και στο Νοτιά τα πρώτα σύννεφα ανέβαιναν πάνω απ’ τα όρη σαν χνώτα. Σκέφτηκα τον καπτα-Γκίκα, στο κόττερο: «Νοτιοανατολικά, χαμηλόν φράγμα νεφών. (Θα κατέγραφε στο «Ημερολόγιό» του σκυμμένος). Δύσις, απειλητική…»

Και ξανάειδα, το καράβι μου -αρόδο. Γύρωθέ του, ο Σαρωνικός αφρολόγαε, στις χλαλοές του λεβάντε, ενώ αυτό –φουνταριστό- σκαμπανεύενε τραβερσομένο σταβέντο.

Τράβηξα μια βαθειά ρουφηξιά και τόξεψα τον καπνό –όξω- ίσια. Απέξαπόστειλα σφυριχτό –μπρος- το σάλιο μου. Σύγχρονα και τα βιολιά του φτινοπώρου, άρχισαν το σιγανό κούρντισμά τους. Το όλον μου, εμίλειε…

Ωστόσο, δεν παραστεκόμαν καλά. Είχ’ από ψες που σαν νάχα –λες- «τσιμπηθεί» που –Θέ μου και σχώρνα με- ένοιωθα κάποια λαχτάρα έσωθέ μου. Νάταν λες μόνο η ιδέα μου; Ή μην το «ύφον» μου έμπαινε ως είδος μόλυνση εντός μου; Θού Κύριε φυλακήν και λοιπά… Το φαΐ που με τάισε, ανάδινε μια ταγκίλα απ΄ το λάδι της, και τα ρούχα της «σπίρτιζαν» γιαχνισμένο κρεμμύδι.

Κι’ εγώ –τι οίστρος!- την τύλωσα εκειχάμω, σελέμης!…Κεφτεδάκια και πατσαδάκι γιαχνί: «Βρε Σταυρούλα, βρε κύλα μου κι’ άλλο κατοσταράκι ρετσίνα»…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 85 Σχόλια »

Une mèche de cheveux (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα, ενώ ενδιάμεσα είχαμε βάλει και δυο ποιήματά του και πριν από ενάμισι μήνα μια μη μυθοπλαστική συνεργασία για το Γαλαξίδι.

Το σημερινό διήγημα μου το έστειλε πριν από λίγες μέρες λέγοντάς μου «κορονοϊός διηγήματα κατεργάζεται» -και πάλι καλά. Ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και ένα προηγούμενο το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Για τους μη γαλλομαθείς ή/και για τους νεότερους, ο τίτλος του διηγήματος είναι και τίτλος ενός τραγουδιού του Ανταμό. Θα πει «μια τούφα απ’ τα μαλλιά» (της). Τον εξηγεί άλλωστε ο Τζι στο τέλος. Πρόσθεσα το γιουτουμπάκι. Αλλά εγώ δεν θα πω άλλα. Του δίνω τον λόγο:

Είναι κάποια τραγούδια που τα σιγοψιθυρίζω συνέχεια, ειδικά αν μου αρέσουν και τα λόγια. Κάποια στιγμή αρχίζω να πλάθω μια ιστορία μ΄αυτά, είτε στον ύπνο μου είτε στο ξύπνιο μου όταν αφαιρούμαι. Στο τέλος μπερδεύονται το όναρ με το ύπαρ και…

 

Κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ (2) – Une mèche de cheveux

Je sentais ma mémoire prête à tout raconter   
Mais je connaissais l’histoire, j’ai préféré rêver… 

(ψυλιάστηκα πως το μνημονικό μου είναι έτοιμο ν΄αρχίσει το παραμύθι, μα γνωρίζω το στόρυ, προτιμώ να ονειρευτώ)

– Είσαι ο πρώτος και ο μόνος που αφήνω να χαϊδεύει τα μαλλιά μου, του είπε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των παλιών συνηθειών με τα καινούργια συναισθήματα. Αυθόρμητα το μυαλό του πήγε στην γάτα του, κι αυτή δεν δεχότανε χάδια από άλλον, τόσο πιστή κι ελεύθερη μαζί. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, είχε πολλή κίνηση στην εθνική οδό για να μπορέσει να γυρίσει το κεφάλι του. Ενα χαριτωμένο προφίλ φάνηκε, τα μαλλιά της ήταν πιο πίσω. Ηταν ένα από τα ατού της τα μαλλιά αλλά όχι το μόνο, γλυκό πρόσωπο και καλοφιαγμένο κορμάκι συνόδευαν ένα μάγκικο και εντελώς ευθύ  χαρακτήρα, σπάνιο πράγμα για γυναίκα κι ακόμα πιο σπάνιο,  διαμορφωμένο στα είκοσί της.    Δεν τον πείραξε που δεν είδε τα μαλλιά της, του έφτανε η αίσθησή τους στο δεξί του χέρι καθώς τυλίγονταν στο δάκτυλό του με μια περιστροφική κίνηση και ξετυλίγονταν με την αντίθετη φορά. Ηταν ίσια, καστανόξανθα και απίστευτα βαριά.                  

 

rol

Ηξερε πως δεν του έλεγε ψέμματα. Ενα μήνα τώρα μαζί είχε δει πως τα είχε περί πολλού και είχε εκτιμήσει σωστά την φορά που ήρθε με βρεγμένα μαλλιά για να μην τον αφήσει να περιμένει στο ξαφνικό κάλεσμά του, ούτε μπορούσε να παραβλέψει την «θυσία» της όταν τον άφησε να κόψει μια τούφα δυο πόντους από τον χείμαρο που ξεχυνότανε στην πλάτη της. Φύλαξε το τρόπαιο ευλαβικά στην θήκη που σχημάτιζε το καπάκι του χρυσού ρολογιού τσέπης που είχε από τον παπού του, ένα πολύτιμο αντικείμενο γι αυτόν, μέσα σ’ ένα πολύτιμο αντικείμενο  για τους ρολογάδες και για όλο τον κόσμο… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »