Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Το αυγό (διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη)

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2017

Αυγό ή αβγό; Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με το… φλέγον αυτό ερώτημα, σήμερα είναι Κυριακή κι έτσι έχουμε ύλη λογοτεχνική -αν λεξιλογήσουμε, θα γίνει στο περιθώριο.

Θα δούμε σήμερα ένα διήγημα από μια σχετικά πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, το βιβλίο του Στάθη Κοψαχείλη «Η δρακοντιά» (είναι φυτό, που έχει και αρκετό λεξιλογικό ενδιαφέρον), μια συλλογή του 2015 που σχολιάστηκε πολύ από την κριτική αλλά που, ομολογώ, δεν έχω αξιωθεί να διαβάσω. Η φίλη μας η Μαρία το διάλεξε και το πληκτρολόγησε.

Η Δρακοντιά είναι η δεύτερη συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο και ζει στη Θεσσαλονίκη. Περιλαμβάνει 12 διηγήματα. Είχε προηγηθεί η συλλογή «Παραμιλητά» το 2011.

Στο τέλος του κειμένου, βάζω ένα απόσπασμα κριτικής και κάποια λίγα λεξιλογικά.

Το αυγό
Στον Δημήτρη Παπαθανασίου

Το πρωί της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942 ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, που έχει πατήσει για καλά τα εξήντα, ξύπνησε άκεφος. Ένιωθε μεγάλη αδυναμία, εξαντλημένος από την παρατεταμένη ασιτία και, παρ’ ότι έκανε ζέστη, αυτός κρύωνε. Δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε απ’ το αμπέλι του. Τις τρώει αλλά μετά υποφέρει απ’ τους πόνους, γιατί είναι στομαχικός. Λίγες μέρες πριν με πολλές προφυλάξεις περπάτησε στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής ανάμεσα στα δυο γερμανικά φυλάκια και βρήκε μια μουχλιασμένη κουραμάνα. Την καθάρισε και μ’ αυτή πορεύτηκε άλλες τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , | 130 Σχόλια »

Για το Μανώλη μας δεν ξέρω (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2017

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος, που κι άλλες φορές έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο διηγήματά του που περιγράφουν τη ζωή στα Θερμιά -την Κύθνο δηλαδή.

Όπως λέει στις σημειώσεις στο τέλος του άρθρου, το διήγημα είναι καθαρή μυθοπλασία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα δικά του.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και γλωσσάρι, επίσης καταρτισμένο από τον Δημήτρη, που για χάρη του έκανα τα στραβά μάτια και άφησα και το πολυτονικό που προτιμάει.

Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Ο υποψήφιος (διήγημα του Ρόδη Ρούφου)

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2017

Είχαμε προχτές την επέτειο των 50 χρόνων από την κήρυξη της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, οπότε ταιριάζει στο σημερινό λογοτεχνικό μας ραντεβού να διαβάσουμε ένα αντιδικτατορικό λογοτέχνημα, ένα διήγημα που ανήκει σε μια σημαντική αντιδικτατορική εκδοτική κίνηση.

Εννοώ τον τόμο «18 κείμενα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1970. Ακολούθησαν τα Νέα Κείμενα, τα Νέα Κείμενα 2 και το περιοδικό Συνέχεια -και η φυλάκιση της Νανάς Καλλιανέση, της εκδότριας του Κέδρου. Αλλά για τα θέματα αυτά έχουν γράψει πολλά και πολλοί που τα έζησαν από κοντά, εγώ θα παραθέσω απλώς τα ονόματα των συντελεστών του τόμου: Γιώργος Σεφέρης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νόρα Αναγνωστάκη, Αλέξανδρος Αργυρίου, Θανάσης Βαλτινός, Λίνα Κάσδαγλη, Νίκος Κάσδαγλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Τάκης Κουφόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Δ.Ν.Μαρωνίτης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Ρόδης Ρούφος, Τάκης Σινόπουλος, Καίη Τσιτσέλη, Στρατής Τσίρκας, Θ.Δ.Φραγκόπουλος, Γιώργος Χειμωνάς.

Τα 18 Κείμενα είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία και γνώρισαν αλλεπάλληλες εκδόσεις τα χρόνια της δικτατορίας. Ο παλιός εκείνος τόμος επανεκδόθηκε το 1994.

Διάλεξα να παρουσιάσω το διήγημα «Ο υποψήφιος» του Ρόδη Ρούφου (1924-1972). Ο Ρούφος παρουσιάζει έναν υφηγητή της Χημείας που δεν ασχολείται με την πολιτική, ο οποίος προκειμένου να γίνει καθηγητής πρέπει να δηλώσει υποταγή στο δικτατορικό καθεστώς της χώρας του. Ο Ρούφος δεν τοποθετεί τη δράση στην Ελλάδα, βέβαια, αλλά στη διάφανα ανύπαρκτη Βολιγουάη, φανταστική χώρα της Λατινικής Αμερικής. Ενδιαφέρον είναι ότι στον ίδιο τόμο υπάρχει κι άλλο ένα διήγημα που εκτυλίσσεται στη φανταστική Βολιγουάη, το «Ελ προκουραδόρ», του Θ.Δ.Φραγκόπουλου, επιστήθιου φίλου του Ρούφου, ενώ και ένα τρίτο διήγημα, η Αλλαξοκαιριά του Στρατή Τσίρκα, εκτυλίσσεται επίσης σε μια μη κατονομαζόμενη χώρα της Λατινικής Αμερικής που έχει ομοιότητες στα τοπωνύμια με τη Βολιγουάη. Το εύρημα πρέπει να οφείλεται στον Ρούφο ο οποίος άφησε και το μισοτελειωμένο μυθιστόρημα «Βίβα Βολιγουάη».

Η Βολιγουάη του διηγήματος έχει προφανείς ομοιότητες με την Ελλάδα της απριλιανής χούντας αλλά δεν υπάρχουν σαφείς παραλληλισμοί με τα ελληνικά πράγματα -εκτός ίσως από την αναφορά στην αυτοκτονία του καθηγητή της Φυτοπαθολογίας, που πιθανώς να είναι υπαινιγμός στην αυτοκτονία του καθηγητή της Γεωπονικής Θεόφιλου Φραγκόπουλου το 1969 -ο αυτόχειρας ήταν ξάδερφος του συγγραφέα Θ.Δ.Φραγκόπουλου, ο οποίος έγραψε και σχετικό διήγημα που το έχουμε παρουσιάσει σε παλιότερο άρθρο.

Πήρα το κείμενο από τον (ανατυπωμένο) τόμο 18 Κείμενα και το μονοτόνισα, εκσυγχρονίζοντας λίγο την ορθογραφία (σίγουρα θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια του οσιάρ). Στην τελευταία παράγραφο διορθώνω το «προτινή του κούραση» σε «πρωτινή του κούραση».

Ο Ρούφος αφιερώνει το διήγημα «Στη μνήμη του Gustavo Durán». Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα μορφή: o Nτουράν (1906-1969) ήταν Ισπανός μουσικοσυνθέτης, που συμμετείχε στον ισπανικό εμφύλιο ως στρατιωτικός με το μέρος της δημοκρατικής κυβέρνησης (τον αναφέρει ο Χεμινγουέι στο Για ποιον χτυπάει η καμπάνα) και αργότερα ακολούθησε καριέρα στα Ηνωμένα Έθνη. Ήταν αντιπρόσωπος του ΟΗΕ στην Ελλάδα και πέθανε το 1969 στην Αθήνα, βρίσκεται δε θαμμένος στο χωριό Άλωνες στο Ρέθυμνο. Αλλά αυτά αποτελούν υλικό για μελλοντικό άρθρο.

Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ

Στη μνήμη του Gustavo Durán

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74 | Με ετικέτα: , , , , , | 125 Σχόλια »

Παιδική Πασχαλιά (Αλέξ. Παπαδιαμάντης)

Posted by sarant στο 16 Απρίλιος, 2017

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα. Διάλεξα σήμερα λοιπόν ένα του Παπαδιαμάντη, όπως και πέρυσι. Είναι αρκετά τα πασχαλιάτικα του Παπαδιαμάντη έστω κι αν τα χριστουγεννιάτικα είναι περισσότερα. Παρόλο που φέτος κάνω Πάσχα μακριά από το σπίτι, το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει -με αυτόματο πιλότο.

Το κείμενο το πήρα από το papadiamantis.org, έκανα μια πρόχειρη μετατροπή σε μονοτονικό (θα έμειναν τίποτα μονοσύλλαβα) και εκσυγχρόνισα λίγο ακόμα την (ήδη εκσυγχρονισμένη) ορθογραφία. Ιδιωματικές λέξεις δεν έχει το διήγημα, θαρρώ.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Καλή Ανάσταση!

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τον υιόν της τον καπετάν Κομνιανόν τον επαντρολογούσεν ήδη η γρια-Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις. Τα δύο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, οπού εστενοχώρουν κιι εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καημός καρδιάς να τα βλέπει τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ απ᾽ τά σίδερα είναι τα μαύρα ρούχα,
γιατί τα φόρεσα κι εγώ για μιαν αγάπη πού ᾽χα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: | 96 Σχόλια »

Το «Βουγγάρι» (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2017

Διαλεξα για σήμερα ένα μεγαλούτσικο διήγημα του αγαπημενου μου Γιώργου Ιωάννου, από τη συλλογή του «Η μόνη κληρονομιά» (1974). Βουγγάρι είναι λέξη παιδιόπλαστη για το φεγγάρι.

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιότερα στον παλιό μου ιστότοπο, αξίζει πιστεύω μια δεύτερη δημοσίευση.

Μια και εδώ λεξιλογούμε, σημειώνω δυο-τρεις λέξεις που ίσως είναι άγνωστες στους νότιολλαδίτες (τις δυο πρώτες θα τις ξέρουν οι περισσότεροι):

τσούσκες : οι κόκκινες καυτερές πιπερίτσες

τσιγέρι ή τζιέρι: το συκώτι.

μπαρδάκι: το σταμνάκι του νερού· αλλά και κύπελλο με χερούλι. Η λέξη (από τουρκ. bardak) δεν είναι υποκοριστικό, δεν υπάρχει «μπαρδί».

 

«Το Βουγγάρι»

Ώσπου να μάθουμε πως οι Γερμανοί είχαν κρεμάσει τον άντρα της, κατέφθασε η ίδια απ’ τη Φλώρινα με τη μικρή στην αγκαλιά και μες στα μαύρα. Γέμισε ξαφνικά το σπίτι θρήνους και σκληρές περιγραφές. Ήταν βλάχα κι έλεγε πολλά, χωρίς να παίρνει ανάσα, όπως μιλούν όλες οι ρουμανόβλαχες. Μας είπε γενικά κι ύστερα λεπτομέρειες πώς τον έπιασαν, πώς τον πέρασαν αμέσως στρατοδικείο και πώς τον κρέμασαν στο χώρο της μεγάλης στρατώνας την άλλη μέρα πρωί πρωί μαζί με άλλους δέκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »

Το δείπνο (διήγημα του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2017

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα το έχει γράψει ο Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς -το επώνυμο θα είναι γνωστό σε όσους πηγαίνουν συχνά στη Μύκονο αν όχι από τον ίδιο αλλά επειδή είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα στο νησί, μαζί με τον Ζουγανέλη και μερικά ακόμα. Αλλά και ο ίδιος ο Κουσαθανάς είναι δίκαια γνωστός για το έργο του, ποιητικό και πεζογραφικό -και το μη λογοτεχνικό, αφού έχει γράψει πολλά για την ιστορία του νησιού του και έχει συντάξει και ένα πολύ αξιόλογο «Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου».

Το σύντομο αυτό διήγημα είναι το πρώτο από τη συλλογή διηγημάτων «Αναπάντεχες συναντήσεις» (εκδ. Ίνδικτος, 2011· πρώτη δημοσίευση, πρδ. Εντευκτήριο, 2007). Ο υπότιτλος της συλλογής είναι Μυθ-ιστορίες για σημαδιακά συναπαντήματα. Το είχα διαβάσει πριν από 2-3 χρόνια στο αεροπλάνο, θυμάμαι, μου άρεσε πολύ και ήθελα να το παρουσιάσω εδώ, όμως το αμέλησα -επανορθώνω τώρα.

Ίσως ξενίσει ο ιδιότυπος τρόπος στίξης του συγγραφέα: δεν χρησιμοποιεί τελείες, ούτε κόμματα, μόνο σπανίως άνω τελείες. Η αρχή των προτάσεων βέβαια δηλώνεται από το κεφαλαίο γράμμα. Επίσης, κατά το ισπανικό συνήθειο, προτάσσει το ερωτηματικό (αν και όχι ανεστραμμένο) πριν από μια ερωτηματική πρόταση. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι καινοτομίες αυτές προσθέτουν κάτι, πάντως τις διατήρησα, όπως και την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού. Στο τέλος του διηγήματος, έχω κι ένα βιντεάκι όπου μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει το διήγημά του.

Ίσως χρειαστεί να πούμε δυο λόγια για μερικές λέξεις και φράσεις, με τη σειρά που εμφανίζονται.

* Το μότο του διηγήματος Cum mortuis in lingua mortua, παραπέμπει, όπως αναφέρει στο επίμετρο ο συγγραφέας, στον τίτλο αποσπάσματος από τις «Εικόνες από μια έκθεση» του Μουσόργκσκι. Σημαίνει «με τους νεκρούς σε νεκρή γλώσσα»

* οργιά είναι η ουρά

* «ν’ απολο’χάνει» θα πει υποθέτω «να κατακάτσει». Στο μυκονιάτικο λεξικό του ο Κουσαθανάς λημματογραφεί τη φράση «ν’ απολοχάνει το φαγητό» με τη σημασία «να το αφήσουμε να κρυώσει λίγο».

* «ξίγγικος στο ξίδι», πρέπει να είναι αυτό που λέμε ξίκικος, εδώ με τη σημασία λειψός, λιγοστός

* ‘ρέ’εται, δηλαδή ορέγεται.

* minaccioso e sinis­tro, απειλητικά και δυσοίωνα

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
(Συνάντηση με τον Ι.Π.Κ. α’)
Cum mortuis in lingua mortua

Εκείνος μαγείρευε κι εγώ δίπλα του τον παρακο­λουθούσα με κατάνυξη αυτή τη φορά όμως συνέβη το αντίθετο Ζωσμένος την ποδιά μου πολεμούσα στον πάγκο της κουζίνας με τα χαντζάρια και τα τηγάνια μου κι εκείνος καθισμένος σε μια καρέκλα με συμβούλευε κάνοντας πως δεν βλέπει το σκόρδο που περίμενε καθάρισμα στο τραπέζι αυτός που δεν με άφηνε να μαλάζω τα χέρια μου με μυρωδιές «—Ο σαραβάς! αλλού τόνε λένε γλανιό ή σαλούβαρδο Δεν υπάρχει καλύτερο ψάρι για τηγάνισμα και σαβόρε αλλά να ’ναι φρέσκος κι όταν λέμε φρέσκος εννοούμε φρέσκος της ώρας “η κεφαλή στο τηγάνι η οργιά στη θάλασσα” όπως λέμε αλλιώς δεν αξίζει Λαδάκι της ελιάς της ελιάς τού θεού ;άκουσες; όχι τα παλιόλαδα που πάτε κι αγοράζετε· μακριά απ ’ αυτά όλο αρρώστια και χολέρα είναι Στο σαβόρε θα βάζεις καινούργιο λάδι όχι εκείνο με τα καμένα αλεύρια απ’ το τηγάνι­σμα αυτό περίχυνέ το στα μουλιασμένα ξεροκόμματα για τις όρνιθες γιατί ’ναι κρίμα να πηγαίνει χαμένο Το ψιλοκομμένο σκορδάκι με το αλεύρι να μην τσιγαρίζεται πολύ και πικραίνει Το δεντρολίβανο πλυμένο καλά γιατί το κουτσουλούν οι σπουργίτες στην αυλή και ;πού ’σαι; να βάζεις ολόκληρο το κλαδάκι μην το μαδάς μέσα κι ύστερα τρως και φτύνεις τα ξύλα Το σαβόρε πρέπει να τ’ αφήνεις για μια μέρα στην μπάντα εκτός ψυγείου να ζυμώνονται οι γεύσεις του κι οι μυρωδιές άντε για πρώτη και τελευταία φορά δεν πειράζει που δεν θα μείνει ν’ απολο’χάνει αφού κι εγώ απρόσκλητος σου ’ρθα και ;βλέπεις; τα μάτια σου δεκατέσσερα το ξίδι από το βαρελάκι της αποθήκης να το βάνεις στο φαΐ με το σταγονόμετρο γιατί ’ναι Τούρκος!»

Έκανε μια μικρή παύση «-Σού ’χω πει το πιπεροξιδάτο κατόρθωμά μου μια φορά; Του ‘γνεψα πως όχι κι άρχισε να μου εξιστορεί το χωρατό που θυμήθηκε πάντα του άρεσε να διηγιέται τα καμώματά του στρατιωτικά κυνηγετικά αλιευτικά αγροτικά και επαγγελματικά «—…ο καημένος ο φίλος μου ο Γιακουμάκης ακόμα θα φυσά το στόμα του για να του περάσει η καήλα! αλλά ;ποιο στόμα το ’δες που πάλι το ξέχασα μπας κι έχουν χείλια οι αποθαμένοι να φυ­σούν όταν καούν και να μιλούν όταν συναντιούνται καληώρα σαν κι εμάς τώρα;» Γελάσαμε κι οι δυο με το πάθημα του Γιακουμάκη κι ύστερα συνέχισε τις συνταγές του για το δείπνο μας από εκεί όπου είχε σταματήσει «—Δεν έχει καλύτερη σαλάτα που να ται­ριάζει με το σαβόρε από τη μαρουλοσαλάτα που κόβεις τώρα» μου είπε «έτσι μπράβο! κρεμμυδάκι τρυφερό ψιλοκομμένο άνηθο λίγο αλατάκι χωρίς τσιγκουνιά το λάδι αλλά το ξίδι με φρονιμάδα “ξίγγικος στο ξίδι μπόλικος στο λάδι φρόνιμος στ’ αλάτι και λωλός στο τάραγμα” που λέγανε κι οι παλαιοί το πολύ πολύ να βάλεις καμμιά θρούμπα μέσα και δυο-τρεις κάππαρες με τα φυλλαράκια και τ’ αγγουράκια τωνε Δεν πάει να πει πως βάνομε και τα σαράντα φτύσματα μόνο και μόνο επειδή τή λέμε “σαλάτα” άλλη ιστορία αν απλώσεις μερικές πιπεράτες σαρδέλες “Λούκας” πάνω πάνω Λιγοστά μα στυλωτικά πράματα ’ρέ’εται η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου αλλά εσείς μου ’χετε πιασμένες καινούργιες μόδες τώρα… άμα ξέρεις τι τρως το τρως με άλλη όρεξη όπως τον χορό που τον χορεύεις ασίκικα όταν γνωρίζεις τον σκοπό που σου παίζουνε» Γύρισα με τρόπο από την άλλη με­ριά και κρυφά χαμογέλασα άνοιξα το ντουλάπι πάνω από τον νεροχύτη κι έβγαλα μια κονσέρβα πικάντικες σαρδέλες τις άνοιξα τις στράγγιξα και τις άπλωσα πάνω στη σαλάτα ξέροντας πως η μόνη παραχώρηση που έκανε στις κονσέρβες ήταν σ’ αυτές ακριβώς τις πορτογαλέζικες σαρδέλες για τις οποίες τρελαινόταν· όσο ετοίμαζα τη σαλάτα εκείνος συνέχιζε τον χαβά του «—Αφερίμ! βλέπω πως δεν πήγαν χαμένα τα μαθήματα που σου ’δωσα έτσι κόβουν οι καλοί μαγείροι μαζεμένα τα δάχτυλα προς τα μέσα μη φάμε και ωμό κρεατικό μαζί! ;δεν είπαμε πως όσο πιο απλά και λίγα πράματα στη σαλάτα στο φαΐ και στη ζωή τόσο το καλύτερο;» είπε με προσποιητή σοβαρότητα Αμέσως μετά ξαφνικά κι απρόσμενα με ρώτησε «—;Πώς τα πας με τη ζωή σε μεταχειρίζεται καλά;» Είπε «μεταχειρίζεται» σαν να ’μουν σκλάβος της πράμα ή παιγνιδάκι δεν είπε «συμπεριφέρεται» όπως συνηθίζομε να λέμε βάζοντας υποτιμητικά τη ζωή στη θέση του άτακτου παιδιού που επιδέχεται σωφρονισμό διά της γνωστής δοκιμασμένης μεθόδου Διακρίνοντας τον προστατευτικό τόνο στην ερώτησή του βιάστηκα να κουνήσω το κεφάλι καταφατικά θέλοντας να του δείξω πως αρμενίζω χωρίς ιδιαίτερα μπουρίνια και φουρτούνες ωστόσο απορημένος αναρωτήθηκα από μέσα μου «—Καλά ;τί ’ναι τούτο πάλι; αυτός προσγειωμένος και χωμάτινος ξεζουμίζει με τον τρόπο του την κάθε στιγμή της ζωής κι έμαθε κι εμένα να κάνω το ίδιο χωρίς να γκρινιάζω ;πώς του’ ρθε τώρα πως μπορεί και να παραπονιέμαι;»

Έχοντας πια τελειώσει το «μάθημα» της μαγειρικής πήρε φόρα κι άρχισε να με ρωτά κι άλλες ερωτήσεις προσωπικές και μάλλον αδιάκριτες ενώ δεν ήταν του χαρακτήρα του και ποτέ άλλοτε δεν το είχε κάνει. Από την πρώτη κιόλας ερώτηση διέβλεψα μέσα του ως να ήταν τώρα πια ομοιοπαθής συνοδοιπόρος της δικής μου ζωής την άκακη φιλάλληλη μάλλον και συμφιλιωτική «πονηριά» που μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι διαθέτουν Το σκανταλιάρικο χαμόγελό του δεν άφηνε αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ περισσότερα για τον εαυτό μου από εμένα τον ίδιο και είχα συνεχώς την εντύπω­ση ότι παρά το ανυπόκριτο ενδιαφέρον του απαντούσα σε έναν άνθρωπο που ήξερε κιόλας τις απαντήσεις Ανακουφισμένος λες κι αυτό ήταν που μια ζωή περίμενα αποκρινόμουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια πρωτόγνωρη για μένα τον δειλό άνεση χωρίς καθόλου να δυσανασχετώ αντιθέτως ένιωθα να φεύγει σιγά σιγά ένα βάρος από πάνω μου να με θωρακίζει μια μακροφτέρουγη προστασία και να με κατακλύζει μια ηρεμία λυσιμελής και ενώ το βλέμμα του στην αρχή της κάθε ερώτησης έδειχνε ανείπωτη ανησυχία μετά από τις απαντήσεις μου το πρόσωπό του γέμι­ζε από αγαλλίαση λάμποντας σαν ήλιος Ύστερα και άλλη παύση αυτή τη φορά μεγαλύτερη όπως εκείνες τις απειλητικές και δυσοίωνες στη Μουσική που λένε πιο πολλά από το ίδιο το μέλος («minaccioso e sinis­tro» θα σημείωνα στην παρτιτούρα αν έγραφα τώρα νότες αντίς για λέξεις) Κατάλαβα πως δεν είχε να με ρωτήσει τίποτε άλλο «—;Κρασάκι ή μπιρίτσα θα πιούμε;» του πέταξα αν και ήξερα πως του άρεσε να πίνει με το φαΐ ένα ποτηράκι ’λιαστό κρασί Απάντη­ση δεν πήρα τον ξαναρώτησα γυρνώντας να κοιτάξω στην καρέκλα όπου καθόταν Άφαντος! «—Αχ πατέρα πατέρα!» ψέλλισα «πάντα έρχεσαι γλιστράς και σαν πουλί φεύγεις! αυτή τή φορά τουλάχιστο πρόλαβα να σου πω όσα είχα στοιβαγμένα μέσα μου εγώ όμως μόνο για σένα μαγείρεψα! ;γιατί δεν μού ’πες πως οι πεθαμένοι δεν κάθονται να δειπνήσουν στην ίδια τάβλα με τους ζωντανούς;»

Εδώ ακούμε -και βλέπουμε- τον Παναγιώτη Κουσαθανά να διαβάζει «Το δείπνο»

 

Posted in Γαστρονομία, Διηγήματα, Κυκλάδες | Με ετικέτα: , | 141 Σχόλια »

Φάβα αποκριάτικα (του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2017

Καθώς βρίσκομαι εκτός έδρας αυτές τις μέρες, λογάριαζα για σήμερα να βάλω σε επανάληψη κάποιο παλιότερο άρθρο, μια βολική λύση στην οποία καταφεύγω αριά και πού, όταν δεν προφταίνω να γράψω φρέσκο άρθρο. Σαν από μηχανής θεός όμως, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού έστειλε ένα αποκριάτικο αφήγημά του, μια παλιά ιστορία που συνέβη προπολεμικά στα Θερμιά, στην Κύθνο παναπεί.

Κατόπιν εορτής, θα πείτε, και θα’χετε δίκιο. Κι εγώ έτσι σκέφτηκα στην αρχή και είπα να αφήσω το διήγημα κατά μέρος και να το βάλω του χρόνου τέτοιον περίπου καιρό. Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε -και ήταν μαθηματικά βέβαιο πως αν το ανέβαλλα για του χρόνου θα το ξεχνούσα ως τότε. Οπότε, το βάζω τώρα που ακόμα το αποκριάτικο κλίμα δεν έχει εντελώς ξεχαστεί, πολύ περισσότερο αφού μου λύνει το πρόβλημα του άρθρου που δεν είχα να ανεβάσω.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσουμε ότι η εναλλαγή φ και θ δεν είναι σπάνια σε διάφορα ιδιώματα. Έτσι, πέρα από το θυλάκι -> φυλάκι του διηγήματος, έχουμε το θηκάρι -> φηκάρι ή το θηλί -> φηλί (ιδίως στην έκφρ. «είναι φηλί κλειδί» δηλ. αχώριστοι σύντροφοι). Όσο για την εμμονική προσήλωση της χήρας στην απόλυτη καθαριότητα, μού θύμισε τη νοικοκυρά στο παπαδιαμαντικό «Για τα ονόματα».

Κατ’ εξαίρεση αφήνω την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πολυτονικού συμπεριλαμβανομένου.

ΦΑΒΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ

«Φάβα άποκριάτικα; Ποῦ ἀκούστηκε; Παλάβωσες καημένε;»

Ὅλα τά ‘χε δεῖ καὶ τά ‘χε ἀκούσει ἡ Ἁνεζιὼ*, εἴκοσι χρόνια τώρα παντρεμένη μὲ τὸν Πατέστο τὸν Τσαμπουνιάρη. Ἐτοῦτο δὲν τὸ περίμενε. Ἐκεῖνος, ἀτάραχος, ξετυλίγοντας τὸ σπάγγο ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι* τῆς τσαμπούνας, ἀποκρίθηκε:

«Γιατὶ, δὲν εἶν’ ἀποκριάτικο φαΐ ἡ φάβα; Τὸ λέει καὶ τὸ τραγοῦδι» κι ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ σ’ ἕνα δικό του σκοπό:

«Τὶ νά ‘χαμε, τὶ νά ‘χαμε ἕνα κουπάκι φάβα
κι ἕνα μουνάκι τρυφερὸ γιὰ νὰ μᾶς φεύγ’ ἡ καύλα».

Ἡ κουβέντα εἶχε ἀρχίσει μέρες, βδομάδες πρίν. Μόλις μπῆκε τὸ Τριώδιο. Ἀπὸ τότε ἡ Ἁνεζιὼ τὸν ἔψελνε, κάθε μέρα σχεδὸν, γιατὶ ἤξερε τὸ χούι του. Νὰ ντύνεται μούσκαρος* τὴν Τυρινὴ Κυριακὴ καὶ νὰ γελᾶ τὸ χωριὸ μὲ τὰ πονηρὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε καὶ τὰ καμώματά του.

«Τὸ νοῦ σου καημένε, μὴν ἀρχίσεις πάλι τὰ μασκαραλίκια σου ἀποκριάτικα γιατὶ ἔχουμε κόρες τσῆ παντρειᾶς!»

«Τί λὲς ρὲ γυναίκα; Ὁ γέρο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, ποὺ δὲ μιλεῖ ἀθρώπου ὁλοχρονικῆς τοῦ χρόνου, τὴν Ἀποκριὰ βάνει τσὶ προβιές ξεβράκωτος καὶ  ξεσκεπάζεται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ κάθε τρίστρατο» ἀπάντησ’ ὁ Πατέστος*.

«Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κόρες ἀνύπαντρες, τσὲ πάντρεψε» τὸν ἀποστόμωσε ἡ Ἁνεζιώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Τραγούδια του σαλονιού (διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη)

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2017

Γεννημένος το 1940 στη Σπάρτη, ο Δημήτρης Πετσετίδης σπούδασε μαθηματικός, δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα το 1977 και απο τότε καλλιεργεί το είδος, μένοντας πιστός στη μικρή φόρμα και στα συνήθως ολιγοσέλιδα διηγήματα χαμηλών τόνων.

Πιθανώς να τον ξέρετε και ως σκιτσογράφο, διότι ασχολείται και με τη γελοιογραφία. Στον ιστότοπό του υπάρχουν δείγματα της δουλειάς του και στο σκίτσο και στον γραπτό λόγο.

b176716Στη συλλογή «Εν οίκω» (2012) συγκεντρώνει δεκαπέντε διηγήματα που το καθένα εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ή περιστρέφεται γύρω από αυτό -πολλά είναι δωμάτια του πατρικού σπιτιού στη Σπάρτη, άλλα φοιτητικά στην Αθήνα, άλλα δεν προσδιορίζονται χρονικά.

Διάλεξα ένα διήγημα από την παιδική ηλικία του Πετσετίδη, από τα χρόνια του Εμφύλιου, που ίσως πουθενά δεν ήταν τόσο άγριος όσο στην Πελοπόννησο.

Το μεταφέρω από τις σελίδες 49-55 του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή -ήταν ήδη σε μονοτονικό.

Να σημειώσω ότι το διήγημα ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, διότι ξεκίνησα πολλά πρωί για μια μικρή εκδρομούλα. Τα λέμε το απόγευμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΛΟΝΙΟΥ

Ο βασιλιάς σας γάιδαρος κι ο Σκόμπι το σαμάρι, Καλαματιανή,
κι ο Σκόμπι το σαμάρι, ρούσα και ξανθή.

Καβάλησε ο Σφακιανός και πήγε στο παζάρι, Καλαματιανή,
Και πήγε στο παζάρι, ρούσα και ξανθή.

Η θεία Αγγελική μού τραγουδούσε, με χαμηλή φωνή, αλ­λά με πείσμα, χτυπώντας τη γροθιά της στην παλάμη, ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού. Στο σαλόνι αυτό πηγαίναμε, όταν η θεία δεν είχε δουλειά, και μου διάβαζε συλλαβίζοντας τον κόμη Μοντεχρήστο και τις προκη­ρύξεις που πέταγαν στον δρόμο κάθε βράδυ οι αντάρτες. Κι ύστερα άρχιζε να τραγουδάει προσέχοντας να μην την ακούσουν οι δικοί μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Αυτοί βρίσκονταν στο χειμωνιάτικο και άκουγαν τις ειδήσεις από ένα μικρό ραδιόφωνο που είχε αγοράσει ο πατέρας στο τελευταίο ταξίδι του στην Αθήνα. Είχε φύγει συνοδηγός με το φορτηγό του μπαρμπα-Δήμου, έλεγε πως τον ζάλιζαν τα λεωφορεία. Ήταν ένα ταξίδι 350 χιλιομέ­τρων, το οποίο διαρκούσε σχεδόν μια μέρα. Όταν γύρισε, ήρθε με το δικό του αυτοκίνητο, ένα μικρό ανατρεπόμενο φορτηγάκι, το οποίο έμελλε να γίνει ένας βασανιστής για μένα, καθώς αργότερα -δεν ξέρω πόσες φορές- με υπο­χρέωνε ο πατέρας μου να τραβάω μανιβέλα μέσα στα κρύα πρωινά εκείνα που αυτό αρνιόταν να πάρει εμπρός. Μαζί με το αυτοκίνητο έφερε και το ραδιόφωνο για να ακούει ειδήσεις και ανατολίτικα τραγούδια στα μακρά κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Φώτα ολόφωτα (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2017

Αργία σήμερα, αλλά και αρχή της τρομολαγνικά διαφημισμένης κακοκαιρίας, ταιριάζει λοιπόν να βάλουμε ένα διήγημα, και μάλιστα με θέμα μια κακοκαιρία που έτυχε μια τέτοια μέρα: τα «Φώτα ολόφωτα» του Παπαδιαμάντη.

Μια βάρκα κινδυνεύει να ναυαγήσει ενώ η γυναίκα του βαρκάρη βασανίζεται με τις ωδίνες μιας δύσκολης γέννας. Ο Παπαδιαμάντης περιγράφει τη σκηνή από τη σκοπιά της μητέρας του βαρκάρη, της Πλανταρούς. Σε κάποια σημεία, η ειρωνεία σφάζει: «φιλόστοργος, ως πάσα πενθερά ήτις δεν επιθυμεί τον θάνατον της νύμφης της, όταν αύτη είναι πρωτάρα, πριν βεβαιωθεί ότι θα επιζήσει το παιδίον, δια να ασφαλισθεί η κληρονομία της προικός» (αν η μητέρα πέθαινε πάνω στη γέννα μαζί με το παιδί, η προίκα θα επέστρεφε στην πατρική της οικογένεια -αν όμως το παιδί επιζούσε θα την κρατούσε ο πατέρας του παιδιού).

Για να λεξιλογήσουμε λίγο, στο τέλος του διηγήματος ο Παπαδιαμάντης βάζει ένα μωρό παιδί να ζητάει «βρυν», που είναι κλείσιμο ματιού στις Νεφέλες του Αριστοφάνη (όπως λέει και ο Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλος, εξαριστοφανίζει το ‘μπρου’ του νηπίου).

Επίσης, σε κάποιο σημείο διαβάζουμε πως το νεογέννητο είχε «βλέμμα τεθηπός», που ακούγεται λίγο σαν σπασμένα περσικά. Πρόκειται για το ουδέτερο της μετοχής παρακειμένου (τεθηπώς) του ρήματος ‘τέθηπα’, ενός ρήματος που δεν έχει ενεστώτα (διότι ο παρακείμενος έχει ενεστωτική σημασία). Τεθηπός θα πει κατάπληκτο, είναι λέξη που την έχει ξαναχρησιμοποιήσει ο Παπαδιαμάντης.

Το διήγημα πρωτοδημοσιεύτηκε τέτοια μέρα [ημερολογιακά] πριν από 123 χρόνια, δηλαδή στις 6 Ιανουαρίου 1894 στην Ακρόπολι. Αν έχετε περιέργεια, εδώ είναι η πρώτη δημοσίευση. Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου, μονοτόνισα και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία.

 

ΦΩΤΑ-ΟΛΟΦΩΤΑ

Εκινδύνευε να βυθισθεί εις το κύμα η μικρή βάρκα του Κωνσταντή του Πλαντάρη, πλέουσα ανάμεσα εις βουνά κυμάτων, έκαστον των οποίων ήρκει δια να ανατρέψει πολλά και δυνατά σκάφη και να μη αποκάμει, και εις αβύσσους, εκάστη των οποίων θα ήτο ικανή να καταπίει εκατόν καράβια και να μη χορτάσει. Ολίγον ακόμη και θα κατεποντίζετο. Άγριος εφύσα βορράς, οργώνων βαθέως τα κύματα, και η μικρά φελούκα, δια να μην αρμενίζει κατεπάν’ τον αέρα, είχε μαϊνάρει το πανί της, και είχε μείνει ξυλάρμενη και ωρτσάριζε κι εδοκίμαζε να κάμει βόλτες. Του κάκου. Μετ’ολίγον η θάλασσα επήρε τον ελεεινόν φελλόν εις την εξουσίαν της, και ο άνεμος τον έσυρεν εδώ κι εκεί, και ο Κωνσταντής ο Πλαντάρης εξέμαθεν εις την στιγμήν όσας βλασφημίας ήξευρε και ησχολείτο να κάμει την προσευχήν του, ενώ ο μικρός σύντροφός του, ο ναύτης Τσότσος, νέος δεκαεπτά χρόνων, εγδύνετο και ητοιμάζετο να πέσει εις την θάλασσαν, ελπίζων να σωθεί κολυμβών, και ο μόνος επιβάτης των, ο ζωέμπορος Πραματής, έκλαιε και εύρισκεν ότι δεν ήξιζε τον κόπον ν’αρμενίσει τις τόσην θάλασσαν δια να πνιγεί, αφού η γη ήτο ικανή να σκεπάσει με το χώμα της τόσους και τόσους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 276 Σχόλια »

Γουτού γουπατού (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2016

papadiamantis_05Χριστούγεννα σήμερα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά σε όλους τους φίλους και επισκέπτες. Μέρα γιορτής, μου αρέσει να συνεχίζω μια παλιά συνήθεια, από τότε που ο παππούς μου στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι ή την παραμονή έπαιρνε έναν μαυροντυμένο τόμο από τους πέντε του Βαλέτα και διάβαζε ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη.  Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού όπως διάβαζε, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οπότε, καθιέρωσα κι εγώ στις γιορτές να βάζω ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα.

Στα πρώτα Χριστούγεννα του ιστολογίου είχα ανεβάσει  «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη», ένα διήγημα σε παπαδιαμαντικό ύφος του Βάρναλη, το 2010 ένα άλλο παπαδιαμαντικό του Τάσου Βουρνά, το 2011 το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ το 2012 έσπασε η παράδοση και έβαλα τα Κάλαντα του Λαπαθιώτη. To 2013 επανήλθα στην πεπατημένη, με ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, τον «Αμερικάνο», το ίδιο και πρόπερσι, που έβαλα τα «Χριστούγεννα του τεμπέλη«. Πέρυσι παρουσίασα το γνωστότερο ίσως χριστουγεννιάτικο διήγημα του κυρ Αλέξαντρου, τη Σταχομαζώχτρα.

Το φετινό διήγημα παρεκκλίνει κατά μερικές μοίρες από την πεπατημένη, αφού το διήγημα που θα διαβάσετε δεν είναι αυστηρά χριστουγεννιάτικο, είναι πρωτοχρονιάτικο. Θα θεωρήσουμε όμως ενιαίο σύνολο το εορταστικό δωδεκάμερο.

Φυσικά, ξέρω ότι πρόκειται για ένα διήγημα αρκετά γνωστό, που έχει ανθολογηθεί επανειλημμένα, οπότε αρκετοί θα το έχετε διαβάσει, και επειδή έχει θέμα πρωτότυπο εικάζω ότι θα το θυμάστε. Ωστόσο, τα Χριστούγεννα είναι γιορτή που την περνάμε με τους οικείους μας, και τούτο θαρρώ ισχύει και για τα διαβάσματά μας, οπότε αν ξαναδιαβάσουμε την ιστορία του Μανώλη του Ταπόη μπορεί να βρούμε κάτι που το είχαμε προσπεράσει πρωτύτερα.

Το «Γουτού Γουπατού» δημοσιεύτηκε πρώτη φορά την πρωτοχρονιά του 1899 στην Ακρόπολι -είπαμε, είναι διήγημα πρωτοχρονιάτικο. Πήρα το κείμενο απο την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και εκσυγχρόνισα λίγο περισσότερο την ορθογραφία. Στο τέλος έχω βάλει μερικά λεξιλογικά.

Να σημειωθεί ότι το διήγημα έχει δώσει το όνομα σε παιδικό σταθμό, ενώ μπορείτε επίσης να το ακούσετε από τον Αντώνη Μουλά.

ΓΟΥΤΟΥ ΓΟΥΠΑΤΟΥ

Τον επετροβολούσαν οι μάγκες της αγοράς, τον εχλεύαζον τα κορίτσια της γειτονιάς, τον εφοβούντο τα νήπια  και τα βρέφη. Τον έλεγαν κοινώς «ο Ταπόης» ή «ο Μανώλης το Ταπόι».

— Ο Ταπόης! Να, ο Ταπόης έρχεται…

Φόβος και τρόμος εκολλούσε τα άκακα βρέφη εις το άκουσμα του ονόματος τούτου. Η νεολαία του χωρίου, οι θαμώνες των μαγαζιών και των καφενείων, δεν έπαυαν ποτέ να τον  πειράζουν.

— Είσ’ ένα χταπόδι, καημένε Μανωλιό· είσαι χταπόδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Οργή Θεού! (Διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 4 Δεκέμβριος, 2016

Το ιστολόγιο έχει αναφερθεί μερικές φορές, παρεμπιπτόντως, στον Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), αλλά δεν έχει παρουσιάσει ποτέ διήγημά του -παράλειψη που διορθώνω σήμερα. Και είναι παράλειψη επειδή ο Βουτυράς είναι ο μεγαλύτερος διηγηματογράφος μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

bout2Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Μεσοπόλεμος, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , | 109 Σχόλια »

Καβγάς (πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη)

Posted by sarant στο 27 Νοέμβριος, 2016

Τις προάλλες,  ο φίλος μας ο Αφώτιστος Φιλέλλην έκανε λόγο, σε κάποιο σχόλιο, για τον Μιχαήλ Μητσάκη (1868-1916), μιαν από τις παραγνωρισμένες μορφές της λογοτεχνίας μας -και μού θύμισε ότι στο ιστολόγιο δεν έχω βάλει καθόλου κείμενα του Μητσάκη, αν και είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο.

Οπότε, παρακάλεσα τον φίλο μας τον Σκύλο να μου πληκτρολογήσει ένα μικρό αθηναϊκό αφήγημα του Μητσάκη, με τον τίτλο Καβγάς, που το παρουσιάζω σήμερα.

Ο Μητσάκης, όπως θα δείτε, περιγράφει με τέχνη και οξυδέρκεια έναν καβγά κουτσαβάκηδων, πιθανότατα στην πλατεία Κουμουνδούρου, στα τέλη του 19ου αιώνα. Η γλώσσα είναι βαριά καθαρεύουσα, αλλά οι διάλογοι δίνονται στο μάγκικο ιδίωμα της εποχής.

Το αφήγημα δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό Αττικόν Μουσείον στο τεύχος 9 του 1890 (Σεπτέμβριος 1890). Εγώ το πήρα από τον τόμο «Μιχαήλ Μητσάκης. Πεζογραφήματα» του εκδ. οίκου Νεφέλη, αλλά κοίταξα και το πρωτότυπο, το οποίο στη μαγική εποχή μας υπάρχει ονλάιν, κι έτσι διορθώνω το «λαμβάνων ούτω στάσεις παλαιστών» που υπήρχε στην έκδοση της Νεφέλης (σελ. 140-141) σε «λαμβάνουν ούτω στάσεις παλαιστών». Διορθώνω επίσης ένα πολύ σοβαρότερο λάθος που είχε η έκδοση της Νεφέλης, στη σελ. 143, όπου το «αναγκαζόμεν’ ίσως να ενθυμηθούν και άκοντες» το έχει κάνει «και ανήκοντες» και δεν βγαίνει νόημα.

Εκσυγχρόνισα λιγάκι την ορθογραφία -δηλαδή στην υποτακτική αν και όχι στο πρώτο πληθυντικό της- πιο πολύ από κεκτημένη ταχύτητα. Εννοείται ότι μονοτονίζω, όχι μόνο από πεποίθηση αλλά και από ανάγκη -ποιος να πληκτρολογήσει σε πολυτονικό, χώρια που τα σκουληκάκια δεν διαβάζονται στις ταμπλέτες. Βέβαια, σε μια βαριά καθαρεύουσα όπως του Μητσάκη τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης του πολυτονικού είναι ισχυρότερα -και ακόμα περισσότερο της υπογεγραμμένης σε κάποιες δοτικές. Αλλά είναι και τεχνικοί οι λόγοι, όπως είπα.

Δεν είναι όμως η έλλειψη της υπογεγραμμένης το βασικό πρόβλημα για την κατανόηση από τον σημερινό αναγνώστη, αλλά η βαριά καθαρεύουσα. Λογαριάζω να το συζητήσουμε και με ευκαιρία ένα άρθρο του Ζουμπουλάκη για τον Παπαδιαμάντη, αλλά όλο και περισσότερο πιστεύω ότι δεν πρέπει να αποκλείουμε την ιδέα της μετάφρασης των αξιόλογων κειμένων που είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα του 19ου αιώνα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Καθαρεύουσα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , | 173 Σχόλια »