Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Ένα απόγευμα στην Θήβα (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από δυο μήνες, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Το σημερινό το χαρακτήρισε ο ίδιος «ένα περίεργο διήγημα». Ο πρόλογος δικός του:

Θεωρώ τον Χατζηδάκι αξιόλογο ποιητή, μια πλευρά του που επισκιάζεται από το τεράστιο μουσικό ταλέντο του. Και φυσικά σ’ ένα από τα κορυφαία δημιουργήματά του, τον κυρ Αντώνη, όπου ήταν δικοί του και οι στίχοι, εμφανίζεται και η οξυδέρκειά του: αν και νέος τότε (το 61) αναφέρεται στην τάση που έχουν οι άνθρωποι όταν περνάν τα χρόνια, να μπερδεύουν την πραγματικότητα με τα όνειρα. Κάπως έτσι, ένα αγαπημένο μου τραγούδι των Waterboys ήρθε αρκετές φορές στις ονειροπολήσεις μου σαν ταινία.

Θα πάω στην συναυλία τους στις 21 Νοέμβρη, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων όμως, στην Θήβα δεν έχω πάει ποτέ, μόνο με το ΚΤΕΛ έχω περάσει πριν 40 χρόνια. Προτιμώ να μην μεταφράσω τους στίχους για να μη χαθεί η αυθεντικότητα.

Ενα απόγευμα στην Θήβα. (κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ )

Τα όνειρά σου να τα λες
αν θες να ξαλαφρώνεις
γιατί όσο μέσα τα κρατάς
τόσο θα βαλαντώνεις  (gpointofview)

Depart from me that moment ( Bob Dylan ), σκέφτηκε αλλά δεν το είπε. Γραπωμένη από το μπράτσο του, αγκαζέ, πιο σφιχτά κι από χταπόδι ακολουθούσε τα βήματά του. Ιδια με το χταπόδι που στην κολπάδα τυλίγεται στο δόλωμα κι ανεβαίνει από τον πάτο στον αφρό, μέχρι να το αποχιάσει ο χταποδολόγος. Αλλά τούτη όχι μόνο δεν ήταν χταπόδι να την αποχιάσεις, αλλά δεν τρωγότανε με τίποτε. Δεν το ήξερε όμως σίγουρα τότε, απλά το ψυλλιαζότανε, γι’ αυτό δεν μίλησε. Ηταν το πρώτο τους ραντεβού.

She tried to hold me
She didn’t know
Love is letting go
She said ‘I’m looking for perfection’
As she strode in my direction
She cast her mantle round me,
Said ‘I’m completed since you found me’
She executed her enchantment
Secreted me in her encampment
With diversions and pretences
She dismantled my defences

Το ουζερί στην Θήβα ήταν θλιβερό, μόνο τηγανητοί μεζέδες, άδεια καθίσματα και βρώμικοι τοίχοι. Κι η ίδια η πόλη, κολημένη στις αρβανίτικες εμμονές της έμοιαζε με απομεινάρι του προηγούμενου αιώνα. Η εθνική οδός Αθηνών – Λαμίας με την πρόσβαση μέσω Ορχομενού από το Κάστρο και ο περιφερειακός έβγαλαν την πόλη από την διαδρομή προς την Λειβαδιά, αφήνοντας την στην λησμονιά και την εγκατάλειψη. Μόνο τα ΚΤΕΛ της γραμμής περνάγανε από μέσα. Πιο πολύ θυμότανε ο κόσμος το Κριεκούκι – Ερυθρές το είπανε οι ελληνοποιητές των ονομασιών της υπαίθρου – για το καλής ποιότητας άλευρο, παρά τον Κάδμο Θηβών που βολόδερνε έκτοτε στα ερασιτεχνικά πρωταθλήματα. Αμα ο δρόμος δεν περνάει μέσα απ’ την πόλη, χαιρετίσματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Η νεροποντή (Διήγημα του Γιώργου Κλείτσα, εις μνήμην)

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2019

Ο μαθηματικός Γιώργος Κλείτσας, άνθρωπος πανέξυπνος και πολυτάλαντος, έφυγε από τη ζωή ξαφνικά στα 62 του χρόνια προχτές. Τον είχα γνωρίσει πριν από δεκαετίες, όταν παίζαμε σκάκι ως έφηβοι -με κέρδιζε.  Ασχολήθηκε περισσότερο με άλλα πνευματικά αθλήματα, κυρίως με το τάβλι (backgammon) όπου κατέκτησε πολλούς διεθνείς τίτλους και ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα, αλλά και με το μπριτζ. Άλλωστε έγραψε και βιβλία τόσο για το τάβλι (σε συνεργασία) όσο και για το μπριτζ. Ήταν επίσης πρόεδρος της MENSA ενώ αγαπούσε και την επιστημονική φαντασία.

Το βιβλίο του για το μπριτζ, με τον πρωτότυπο τίτλο «Καινοτομία και μινιμαλισμός» (αναπτύσσει ένα σύστημα αγορών) βγήκε σε ιδιωτική έκδοση -οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι δεν διαγκωνίζονται για να εκδώσουν βιβλία μπριτζ- και το διέθετε ο ίδιος. Θέλησα να του το ζητήσω, μετά το αμέλησα -ήταν και η απόσταση στη μέση. Τελικά ένας φίλος μού έστειλε τον πρόλογο, που τον ανέβασα εδώ, διότι πιστεύω πως και ο πιο ξερός πρόλογος βιβλίου, ακόμα και ειδικού βιβλίου όπως τούτο, κάτι λέει για τον συγγραφέα.

Όμως ο Κλείτσας έγραφε και διηγήματα. Βρήκα στη σελίδα του στο Φέισμπουκ ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας, που το είχε γράψει σε ένα λογοτεχνικό εργαστήρι της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας πριν από χρόνια και το δημοσίευσε ξανά τον περασμένο μήνα. Κατά σύμπτωση, το θέμα του είναι η θνητότητα. Το δημοσιεύω λοιπόν εις μνήμην. Η σημείωση με πλάγια στο τέλος είναι του συγγραφέα.

Η κηδεία του θα γίνει τη Δευτέρα στις 11.30 στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

 

Η νεροποντή

«Always be a little improbable» Oscar Wilde

Άνοιξη, εποχή της αθωότητας και του ιλίγγου. Τα πρώτα ερωτήματα, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα διαβάσματα, οι πρώτες αμφισβητήσεις. Στη στροφή ενός δρόμου, ο ίλιγγος που φέρνει η σκέψη του κόσμου, η ξαφνική συνειδητοποίηση του παράλογου. Το μέλλον αόρατο, μακρινό. Ραδιόφωνο, γειτονιές, ελληνικές ταινίες, ελληνικά συγκροτήματα, Al Bano, Mario Jelinotti, Christophe, Adamo. Τα πρώτα πάρτυ, μπλουζ και σέικ, «Άνθρωπε αγάπα», «Έλα μια φορά», «Io di notte», «Perchè», «Melancolie in Settembre», «Cuore matto», «La donna di un amico mio». Η Φιλόκα, η Βαρβάρα, η Ντόροθυ, η Αθηνά, η Ρένα, η Σούλα, όψεις της Θεάς που σιγά-σιγά σχηματιζόταν. Κι απ’ την άλλη ξάγρυπνα βράδια, ντετερμινισμός, Καμύ και Κάφκα, Έσσε και Καλβίνο. Ξάστερος ουρανός χωρίς βροχές.

Γιατί είναι ασύμμετρος ο κόσμος; Γιατί δεν υπάρχει απλά το κενό ή ούτε καν αυτό, έστω ένα σημείο, έστω ένας κύκλος, μια σφαίρα, κάτι απόλυτα συμμετρικό τέλος πάντων; Πότε έσπασε η συμμετρία, αν ποτέ υπήρξε;
Καλοκαίρι, εποχή της ματαιοδοξίας και της ανεμελιάς. Σκάκι, μπριτζ και τάβλι. Απέραντος ο ορίζοντας του χρόνου. Πανεπιστήμιο, φοιτητικά ξενύχτια και φόρτωμα στον κόκορα. Δικαίωμα στην τεμπελιά. Επίσκεψη στο Άγιο Όρος – όχι ότι θα άλλαζε τίποτα. Στρατός, πτυχίο και γάμος. Τα σύννεφα πυκνώνουν στον ορίζοντα.

Πώς μαθαίνει κανείς; Απ’ τα βιβλία, από συζητήσεις; Οι μεγάλοι λογοτέχνες βγαίνουν απ’ τα Πανεπιστήμια; Όχι, βέβαια, απαντάει ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Θητεύουν στον ιππόδρομο και στις λέσχες και ‘χάνουν τον καιρό τους’ στα καταγώγια. Η φιλία; Κάτι ασήμαντο: οι καλύτεροι φίλοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν στην αξία της φιλίας. Ο έρωτας, αυτός μάλιστα.

Φθινόπωρο. Μαρσέλ Προυστ και ‘Αναζητώντας το χαμένο χρόνο’. Εποχή του έρωτα χωρίς ανταπόκριση – θα μπορούσαμε να πούμε σκέτα του έρωτα. Εποχή της επίπλαστης ευτυχίας, του αναλώματος, της τέλειας αδιαφορίας για τον κόσμο. Ανοίγουν οι κρουνοί και δίνουν όλες τις οδύνες που ποθούμε, όλα τα απατηλά ομοιώματα της ευτυχίας και χρήμα, πολύ χρήμα απ’ τον ουρανό. Κρυσταλλώνεται η Θεά κι έχει ένα και μοναδικό πρόσωπο, ένα και μοναδικό όνομα κι αλίμονό σου αν το παραλείψεις, αν πεις «ήτανε μια γκόμενα». Όχι, δεν θα το πεις αυτό, σ’ έβαλε να το ορκιστείς η ίδια μια νύχτα, θα πεις «ήταν η Κατερίνα». Η Κατερίνα, που ούτε τότε ούτε τώρα θυμάσαι τι χρώμα είχαν τα μάτια της.

Πιθανό είναι αυτό που συμβαίνει συνήθως. Το είπε κατά την παράδοση ο Πυθαγόρας. Πόσες θαυμάσιες εφαρμογές έχει αυτή η φαινομενική ταυτολογία! Δεν ξέρει κανείς από που ν’ αρχίσει.
Αρχή του χειμώνα, εποχή των συμπτώσεων και των θαυμάτων. Τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου δίνουν τη θέση τους σε ξαφνικές μπόρες, που μπορεί να εξελιχθούν και σε καταιγίδες. Όμως η νεροποντή που αντίκρισα ένα πρωί βγαίνοντας απ’ το σπίτι δεν έμοιαζε να δυναμώνει, ούτε και να λιγοστεύει. Είχα πάει να ρίξω ένα γράμμα στο Ταχυδρομείο και το νερό που έπεφτε στο πρόσωπο και στα μαλλιά μου και μούσκευε τα ρούχα μου δεν μ’ ενοχλούσε, αντίθετα με δρόσιζε, σχεδόν μου μιλούσε στην υδάτινη διάλεκτό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Εις μνήμην, Σκάκι, μπριτζ | Με ετικέτα: , , | 83 Σχόλια »

Το πέναλτι (διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2019

Ανακοινώθηκαν προχτές τα Νόμπελ Λογοτεχνίας, οπότε σήμερα, που έχουμε θέμα λογοτεχνικό, θα έπρεπε κανονικά να βάλουμε κάτι σχετικό. Ωστόσο, παρόλο που, κατά μοναδική ως τώρα εξαίρεση, φέτος απονεμήθηκαν δύο βραβεία (διότι πέρυσι δεν είχε γίνει απονομή), δεν είμαι σε θέση να βάλω ένα κείμενο είτε του Πέτερ Χάντκε είτε της Όλγας Τοκάρτσουκ -η δεύτερη δεν νομίζω καν να έχει μεταφραστεί στη γλώσσα μας, αλλά ούτε και του Χάντκε έχω πρόχειρο κάποιο λογοτεχνικό κείμενο.

Συνειρμικά όμως, το σημερινό ελληνικό διήγημα έχει κάποια σχέση με τα Νόμπελ. Το γνωστότερο, έστω και ως τίτλος, βιβλίο του Πέτερ Χάντκε είναι «Η αγωνία του τερματοφύλακα πριν από το πέναλτι». Και το σημερινό διήγημα όχι μόνο έχει τίτλο «Το πέναλτι» αλλά και εστιάζεται, ακριβώς, στην αγωνία και στο ηθικό δίλημμα ενός τερματοφύλακα πριν απο το χτύπημα ενός πέναλτι.

Κι άλλη μια φορά έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο διήγημα του Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει στη Δράμα.

Το πέναλτι

Στον Κώστα Τρ.

Τον τρίτο χρόνο στο Στρασβούργο, όταν πια οι σπουδές μας είχαν μπει σε ρέγουλα και κάπως είχαμε χορτάσει τα πάρε δώσε με διάφορες κοπέλες -άλλες όμορφες, άλλες συμπαθητικές κι άλλες ανάξιες λόγου, κοπέλες με τις οποίες ξαπλώναμε χωρίς επιλογή, χωρίς κριτήρια, σαν τους πρωτάρηδες κυνηγούς που τουφεκάν στον κάμπο ό,τι πετά μπροστά τους, κι αυτό όχι μόνο επειδή είχαμε επηρεαστεί από τη σεξουαλική ελευθερία στη Γαλλία αλλά κι εξαιτίας της στέρησης που κουβαλούσαμε απ’ τα εφηβικά μας χρόνια, τα οποία τα είχαμε περάσει στις επαρχιακές μας πόλεις με χίλιες δυο απαγορεύσεις και ελάχιστα επιτρέπεται- έρχεται ένα μεσημέρι ο Γιάννης, συγκάτοικος, συμφοιτητής μου και μετέπειτα κουμπάρος μου, και μου λέει: «Υπάρχει μια ομάδα που θα παίξει στη Δ’ Ερασιτεχνική, στο τοπικό πρωτάθλημα, και ψάχνει νέους ποδοσφαιριστές. Έχουν γήπεδο με χόρτο, αποδυτήρια με ζεστό νερό, μετά τις προπονήσεις μοιράζουν στους ποδοσφαιριστές τσάι με κανέλα… τι λες, πάμε;». Η πρότασή του μ’ ενθουσίασε, γιατί και οι δύο λατρεύαμε την μπάλα και, όσο ήμασταν στην Ελλάδα, παίζαμε εκείνος σε μια ερασιτεχνική ομάδα της Κομοτηνής κι εγώ τερματοφύλακας στους έφηβους της Δόξας Δράμας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Διηγήματα, Λογοτεχνία, ελληνοτουρκικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 115 Σχόλια »

Ο Τάραχος (διήγημα του Κώστα Μάκιστου)

Posted by sarant στο 6 Οκτώβριος, 2019

Πριν από τρεις εβδομάδες, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα Το μπουρίνι του μυτιληνιού λογοτέχνη Κώστα Μάκιστου. Ο φίλος Άρης Γαβριηλίδης, που το είχε πληκτρολογήσει, μας προσφέρει σήμερα ένα ακόμα διήγημα του Μάκιστου από την ίδια συλλογή, και μάλιστα το διήγημα που έδωσε τον τίτλο στη συλλογή, «Ο Τάραχος».

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου.

Περισσότερα δεν θα γράψω, αφού ο φίλος μας ο Άρης εχει και δικό του πρόλογο:

Ύστερα από την πρόσφατη δημοσίευση του διηγήματος του Κώστα Μάκιστου «Το μπουρίνι», όπως είχα υποσχεθεί, δακτυλογράφησα και το άλλο του διήγημα, «Ο τάραχος», από την ομότιτλη συλλογή του διηγημάτων που κυκλοφόρησε το 1957 σε 1000 αντίτυπα, σε ιδιωτική έκδοση. Είχε περάσει από το σπίτι μας, στον Πειραιά, το 1958, όταν ήμουν δέκα χρονών, αλλά λείπαμε, και το άφησε σε μια γειτόνισσα να μας το δώσει, με αφιέρωση στον πατέρα μου: «Στον αγαπητό μου Νίκο Γαβριλέλλη με αγάπη ο θείος του Κώστας Μάκιστος».

Αυτό ήταν το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ποτέ. Μολονότι η ηλικία μου δεν μου επέτρεπε να το καταλαβαίνω πλήρως, με μάγεψαν η γλώσσα, η ατμόσφαιρα και η θεματολογία του. Ίσως αυτό να ήταν το μπόλι για να γράψω, πολύ αργότερα μεταξύ άλλων τα δικά μου διηγήματα.

Ακολουθεί το διήγημα. Μετά το τέλος του, πρόσθεσα ορισμένα σχόλια που ίσως φανούν ενδιαφέροντα.

 

Ο Τάραχος

(του Κώστα Μάκιστου)

Τον καλόγερο, το Γρηγόρη, σαν τον έβλεπες, έλεγες πως είναι αρκούδα. Το κεφάλι του αναμαλλιασμένο, τουφωτό· μαλλιά, γένια, μουστάκια μπερδεμένα στο ίδιο κουβάρι· πηχτές και μεγαλότριχες κι οι φρυδάρες, τριχωτά και τα χουνιά των αφτιών, κι απ’ όλη τούτη τη δασωμένη τόπα να ξεχωρίζει μονάχα η χοντρή μύτη και τα φουσκωτά μικρά μάτια. Ήταν κι η κορμάρα του χοντροδεμένη – ασουλούπωτη κι η περπατησιά του.

Σαν πέθανε ο γέρο-Μπάρλας, είπαν πως έπρεπε να γράψουν στο γιο του το Γιώργη, μα κανένας δεν ήξερε πού βρίσκεται. Ήρθε μονάχος του την Άνοιξη κι ήταν καλόγερος. Πήγε, χωρίς να περάσει από το χωριό, ίσια στη δασωμένη ντερεδιά, στο πατρικό του ρουμάνι, κι εκεί έκαμε τη μονιά του. Μερεμέτισε την καλύβα του πατέρα του, συγύρισε τα σύνεργα, την αξίνα, το φτυάρι, το τσεκούρι, και βάλθηκε στη δουλειά. Ξαναφανέρωσε την παλιά νερομάνα κι έκαμε σιμά της περιβολάκι. Ξεχέρσωσε την πλατωσιά, παράμερα στην καλύβα, για καμίνι, και εκεί στοίβαζε τα ξύλα, τα κούτσουρα, τα κλαδιά, τις ρίζες. Κει κοντά έχτισε κι ένα μικρό φούρνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Εκκλησία, Μυτιλήνη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Πετούν και μας ψεκάζουν (διήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 22 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, και πιο πρόσφατα δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου.

Σήμερα παρουσιάζω ένα δικό του διήγημα, πολιτικής φαντασίας θα το έλεγα. Βέβαια, το παιγνιώδες ύφος παραμένει, όπως και τα εξαιρετικά λογοπαίγνια, από την αρχή ως το τέλος. Eγώ έβαλα μόνο τη φωτογραφία του δρόνου.

Πετούν και μας ψεκάζουν

«Δις-κλαίει-μηρόν» :  Αντενδείκνυται για τους μισούς αναγνώστες, αλλά επειδή δεν τους ξέρω όλους τους, δεκτό και το βρίσιμο αν θίχτηκαν κάποιοι, μια και το ‘κάνω χιούμορ’ είναι ανεπαρκής δικαιολογία.

Ήταν εννιά και τέταρτο το πρωί όταν ο Μάριος άνοιξε την πόρτα του και βγήκε στην ταράτσα. Ήταν λιακάδα αλλά με κάποια ψύχρα εκεί πάνω. Από τις σκάλες κατέβηκε στον πέμπτο, πήρε το ασανσέρ για το ισόγειο και βγήκε στο δρόμο. Ότι που άρχιζε η πρωινή κίνηση στην πολυκατοικία. Θεωρούσε εξυπνάδα του να μένει σε πολυκατοικία γραφείων. Δεν ενοχλούσε, δεν τον ενοχλούσαν κι ήταν και σχεδόν στο κέντρο. Ο δρόμος είχε ακόμα σκιά. Εκεί έβλεπαν τον ήλιο μετά τις 11. Κατηφόρισε. Στον δεύτερο του απέναντι, η κυρία Ελισάβετ κοσκίνιζε στο μπαλκόνι την άμμο από ένα κουτί της γάτας. Σήκωσε κεφάλι και χέρι και την καλημέρισε για να του επιστρέψει μια μισόξινη «..λημέρα». Από τότε που έμαθε πως τη βάφτισε «γατομμυριούχα» για τις έξη γάτες της, του μιλούσε μόνο υποχρεωτικά κι εκείνος χαιρόταν που στραβομουτσούνιαζε όποτε την χαιρετούσε.  Δυο γωνιές παρακάτω σταμάτησε, πήρε δυό καφέδες και τράβηξε για το εστιατόριο παρακάτω να πιεί πρωινό καφέ με το Μάκη πού ξεκινούσε εκείνη την ώρα τις προετοιμασίες  για τα μεσημεριανά και κάποια βραδινά. Πέρασε μπροστά από το «Άρτος, Γαλακτοκομικά, …, …, Καπνός-Τσιγάρα» κι ο Γιάκωβος ο Θρακιώτης στο ταμείο έκανε πως δεν τον κοίταξε από τη τζαμόπορτα που πήρε καφέ απ’ αλλού. Εκείνος ένιωσε το βλέμμα στο σβέρκο του έτσι όπως ένιωνε και το δήθεν αδιάφορο βλέμμα των μπάτσων. «Πρέπει να ’ναι ρουφιάνος» σκέφτηκε για πολλοστή φορά, αλλά δεν έδωσε σημασία και προχώρησε.

 

Στην πόρτα του «Εστιατόριον – Ταβέρνα   Ό,τι φάμε κι ό,τι πιούμε» κοντοστάθηκε. Το σκουτεράκι του Μάκη έλειπε αλλά η πόρτα άνοιξε. Προχώρησε μέσα, ακούμπησε τους καφέδες στο πάσο κι έκατσε.

«Πού ‘ναι ρε το μηχανάκι σου; Στο κλέψανε;»

«Καλημέρα, είπαμε!»

Ο Μάκης, διπίθαμος και αεικίνητος, πήρε τον καφέ του μέσα και συνέχισε τα κοψίματα.

«Όχι ρε, μου το ‘ριξε προχτές το βράδυ ο αέρας και μου ‘σπασε τον καθρέφτη, ένα φλάς και λίγο από  πλαστικά και το πήγα να το σουλουπώσουν. Όποτε φυσάει πιο δυνατά μου το ρίχνει, αλλά τούτη ήταν καλή.»

«Η αβάσταχτη ελαφρότητά του είναι. Πάρε κάνα πιο μεγάλο να κρατιέται.»

«Το ξέρω, αλλά έλα που είναι βολικό και χώνεται. Το πρωί για μέσα στην αγορά είναι τέλειο. Μέχρι μέσα στα μαγαζιά μπαίνω.»

Από τη μισάνοιχτη πόρτα άκουσαν τις φωνές του Γιάκωβου.

«Με ποιόν τά βαλε πάλι ο παλαβός;» ρώτησε ο Μάκης από την κουζίνα.

«Δεν έχει σημασία, φτάνει κάτι να ‘χει για να τρώγεται και να φωνάζει.»

«Είναι κι αδελφόθεος ή μου φαίνεται;»

«Έ;»

«Είναι θεούσος με τους σταυρούς και τα εικονίσματα, αλλά είναι και μια κουτσομπόλα… Άπαπα! Μη σε πιάσει στο στόμα του! Σαν κάτι κακές αδερφές! Μόνο να κατηγοράει, όποιον και να ‘ναι. Ά ναι! Και να κάνει και αποκαλύψεις! Ξέρει εκείνος!  Χειρότερα κι από κάποιους του σιναφιού σου που βγαίνουν στην τηλεόραση. Εγώ σου λέω πως το ψιλοπάει…»

«Ούτε ξέρω κι ούτε με νοιάζει τι κάνει στο κρεβάτι του. Μαγκούφης είναι, ποιόνε να ‘χει να τσακώνεται… θα νιώθει και τίποτας που ξέπεσε στο general store, και πρέπει να βρίσκει κάποιο τρόπο να τους μειώσει όλους για να φανεί σπουδαίος. Κακογερνάει και, κάνει και χάλια καφέ…»

«Ποιος τον γαμεί αυτόνα. Πολύ ασχοληθήκαμε! Για δες εδώ τι γίνεται!» κι έγνεψε από το πάσο που είχε βγει, προς το δρόμο.

Μια ζουμερή γειτόνισσα περνούσε έξω από τη τζαμαρία.

«Ξαπλώσου στο ταψί, ξαπλώσου στο ταψί…» τραγούδησε φωναχτά ο μάγειρας.

«Πού θα βρεις ταψί να με χωρέσει ρε μπασμένο;» τον αντιπείραξε γελώντας εκείνη.

«Μπασμένο, μπασμένο αλλά το κοντοσούβλι ξέρεις από πού βγήκε;»

«Ξέρω πού μπήκε! Πάω να πληρώσω τη δόση του δάνειου» σοβάρεψε εκείνη και τάχυνε το βήμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοπαίγνια, Συνεργασίες | Με ετικέτα: | 134 Σχόλια »

Το μπουρίνι (διήγημα του Κώστα Μάκιστου)

Posted by sarant στο 15 Σεπτεμβρίου, 2019

Τις προάλλες, πιο σωστά ανήμερα του Δεκαπενταύγουστου, είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα «Το σύγνεφο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα, όπου περιγράφεται η αγωνία των σταφιδοπαραγωγών όταν μια καλοκαιρινή μπόρα απειλεί την απλωμένη σταφίδα και μαζί τους κόπους όλης της χρονιάς.

Ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης ανέφερε ένα διήγημα του Κώστα Μάκιστου με παρόμοιο θέμα, και είχε την καλοσύνη να το πληκτρολογήσει για το ιστολόγιο.

Ο Κώστας Μάκιστος (1895-1984) ήταν Μυτιληνιός λογοτέχνης -από την Αγία Παρασκευή, το κεντρικό κεφαλοχώρι του νησιού. Παπαχαραλάμπους το πραγματικό του επώνυμο. Τον είχα γνωρίσει γιατί ήταν γείτονάς μας και είχε φιλικές σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά μου. Επιπλέον, μας έδινε γερό μποναμά όταν του λέγαμε τα κάλαντα τα Χριστούγεννα (ήταν βέβαια μαζί κι ο εγγονός του ο Πάνος -Πάνο, έχω χάσει το τηλέφωνό σου, αν διαβάζεις άφησε σχόλιο).

Δεν θα πω περισσότερα εγώ, διότι ο φίλος μας ο Άρης έχει κι αυτός τον δικό του πρόλογο. Του δίνω λοιπόν τον λόγο αφού πρώτα πω ότι το σκίτσο του συγγραφέα το βρήκα στον ιστότοπο του ΕΚΕΒΙ. Πρέπει να είναι φτιαγμένο από τον Αντώνη Πρωτοπάτση.

Αγαπητέ Νίκο, ανήμερα της Παναγίας είχες δημοσιεύσει το ωραίο διήγημα «Το σύγνεφο» του Καρκαβίτσα, με την καλοκαιριάτικη μπόρα που κατέστρεψε την απλωμένη σταφίδα.

Εδώ έχω ένα εξ ίσου, κατά την άποψή μου, ωραίο διήγημα του Κώστα Μάκιστου, που πληκτρολόγησα, όπως μου ζήτησες. Είναι από την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του «Ο τάραχος», όπου πραγματεύεται το ίδιο θέμα, μόνο που αντί σταφίδας εδώ έχουμε στάρι.

Ο Κώστας Μάκιστος, (Κώστας Παπαχαραλάμπους-Ματζάρης, Λέσβος, Αγία Παρασκευή 1895-1984), διδάσκαλος στο επάγγελμα, άφησε σημαντικό συγγραφικό έργο. Μακρινός θείος μου, (το γένος Ματζάρη ήταν η εκ πατρός γιαγιά μου). Κι ο παππούς ήταν Αγιο-Παρασκευώτης, Αριστείδης Γαβριλέλλης, του οποίου φέρω υπερηφάνως το όνομα, ελαφρώς μεταλλαγμένο στην κατάληξη. Οπότε, λόγω καταγωγής έχω ιδιαίτερη αγάπη για την λεσβιακή λογοτεχνία. Περισσότερα για τον Μάκιστο εδώ.

Ο Μάκιστος στο διήγημα αυτό, που έχει ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον, δεν αρκείται στο να περιγράψει παραστατικά μια φυσική καταστροφή αλλά δίνει προεκτάσεις κοινωνικές: πόλεμος, φτώχια, ξενιτιά, γηρατειά. Σημαντική η σκηνή που ο γιος βάζει την νιόπαντρη γυναίκα του να ορκιστεί στις θημωνιές ότι δεν θα πικράνει τον πατέρα του…

Το πρωτότυπο κείμενο είναι, φυσικά, σε πολυτονικό. Ο σύνδεσμο και, προ φωνήεντος, είναι παντού γραμμένος κ’ που τον μετέγραψα σε κι, ενώ έκανα ελάχιστες ακόμη ορθογραφικές παρεμβάσεις.  

 

Μπουρίνι

(Κώστα Μάκιστου)

-Άντε δα,  γέρο! Τούτη μονάχα τη φορά και θα σε σχολιάσω πια…

Οι γέροι ήταν δυο. Ο άνθρωπος και το ζο. Περασμένα τα εβδομήντα πέντε του ο άνθρωπος. Στο κεφάλι, φόραγε πλατύγυρο ψαθί.  Από κείνα τα φτηνά, ξοχάρικα,  για τον ήλιο του καλοκαιριού, καπέλα. Το πολυχρονίτικο ψαθί στραβοχείλιαζε, η κουκούλα του ήταν σκισμένη και νότιζε από τον ιδρώτα.  Κάτω από τον ψαθόγυρο, ξεχώριζαν τα δασά, μεγαλότριχα φρύδια να μπερδεύονται με τις τούφες τ’ άσπρα μαλλιά που πέφτανε στο κούτελο.  Κάτω από κείνα τα φρύδια, δύο μάτια γαλανά, ήμερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 102 Σχόλια »

Η αλήθεια για την Εύα (εύθυμο διήγημα του gpoint)

Posted by sarant στο 8 Σεπτεμβρίου, 2019

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτιο, και εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα. Το σημερινό διήγημα, σύντομο όπως τα περισσότερα του Τζι, ο ίδιος το χαρακτήρισε «τσιφορικό», κάτι που μου θύμισε πως και τη δική μου πρώτη συλλογή διηγημάτων («Για μια πορεία») την είχε χαρακτηρίσει «με τσιφορικό ύφος» ο άνθρωπος του εκδότη που την είχε διαβάσει. Αλλά νομίζω πως και η Μυθολογία του Αύγουστου Κορτώ τσιφορική μπορεί να χαρακτηριστεί, αν κρίνω από αποσπάσματα που έχω δει. Δεν είναι πάντως υποτιμητικός ο χαρακτηρισμός, κάθε άλλο.

Ο Τζι βάζει και… δυσκλαίμηρον στο διήγημά του: Οι κάπως φανατικοί με τα θρησκευτικά το διαβάζουν υπ’ ευθύνη τους. Είπε και ελάλησε, οπότε αμαρτίαν ουκ έχει.

Η αλήθεια για την Εύα

Ολοι μας ξέρουμε για τον Αδάμ και την Ευα, τον όφι, το μήλο και την αμαρτία για την οποία κατηγορούμε την Εύα που μας έβγαλε από τον παράδεισο. Βολική εξήγηση για τους φαλλοκράτες, μόλις ήρθε στα πράγματα η πατριαρχική κοινωνία, βόηθησε λίγο και ο εγγενής χαρακτήρας τη γυναίκας, κάνανε την εξήγηση θρησκεία και καθαρίσανε.
Εγιναν όμως έτσι τα πράματα ;
Κατ’ αρχήν στη Γένεση δεν αναφέρεται πουθενά ο παράδεισος, λογικό γιατί παράδεισος είναι η Φυση και από την Φύση έγινε ο θεός και ο άνθρωπος. Ο θεός κι ο άνθρωπος -η γυναίκα δηλαδή- είχαν τότε το χάρισμα της γένεσης, πρώτα φύεται κάτι από την Φύση κι ύστερα γεννά, καρπίζει, βέβαια ο θεός ήταν ένα σκαλοπάτι πιο πάνω σαν πιο μυαλωμένος.
Ας δούμε και μια άλλη άποψη :

Γεν. 1,1             Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν.
Γεν. 1,2             ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος, καὶ σκότος ἐπάνω τῆς ἀβύσσου, καὶ πνεῦμα Θεοῦ ἐπεφέρετο ἐπάνω τοῦ ὕδατος.
Γεν. 1,3             καὶ εἶπεν ὁ Θεός· γενηθήτω φῶς· καὶ ἐγένετο φῶς.
Γεν. 1,4             καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς, ὅτι καλόν· καὶ διεχώρισεν ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον τοῦ φωτὸς καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ σκότους.
Γεν. 1,5             καὶ ἐκάλεσεν ὁ Θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ τὸ σκότος ἐκάλεσε νύκτα. καὶ ἐγένετο ἑσπέρα καὶ ἐγένετο πρωΐ, ἡμέρα μία.

Εδώ μας τα χαλάει λιγουλάκι μια που νύχτα δεν υπάρχει παρά μόνο στη γη κατά την περιστροφή της, άρα πρώτα ήταν το φως  και μετά ήρθε το σκοτάδι κι ας λέει ό,τι θέλει το 1.2 της Γένεσης. Το μη αξιόπιστο εδώ μας πονηρεύει και για την περίπτωση της Εύας.

Στον Παράδεισο λοιπόν ο θεός είχε πάρει την αποκλειστικότητα στις κατασκευές βουνών και λαγκαδιών ενώ ο Αδάμ με την Εύα φοράγανε τα φύλλα συκής τους, είχανε στήσει το σπιτικό τους και την περνάγανε ζάχαρη. Εκανε καμιά βολτίτσα ο Αδάμ, μάζευε τα φρούτα της ημέρας, έπλενε τα πιάτα το Ευάκι, μοιραζότουσαν τις οικιακές δουλειές σκούπισμα, ξεσκόνισμα και το βράδι τηλεόραση αγκαλιά και απονήρευτα. Ετυχε όμως ένα βράδυ να δούνε κάτι τσόντες, φιάχτηκε ο Αδάμ, περίεργη η Εύα -τι είναι αυτό που μεγαλώνει ;- είπανε να το δοκιμάσουνε κι όπως τα μέτρησε εκείνος ο μάντης ο Τειρεσίας, να μια χαρά ο Αδάμ, εννιά φορές χαρά μεγαλύτερη η Εύα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βίβλος, Διηγήματα, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 105 Σχόλια »

Το σύγνεφο (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 15 Αύγουστος, 2019

Μέρα γιορτής σημερα, αργία. Ταιριάζει να βάλουμε, εκτάκτως και μεσοβδόμαδα, κάτι λογοτεχνικό. Διάλεξα λοιπόν όχι κάτι σχετικό με τη θρησκευτική γιορτή αλλά κάτι σχετικό με την εποχή, τον Αύγουστο, και μάλιστα ένα διήγημα που έτυχε να το αναφέρουμε προχτές, στο άρθρο για τη σταφίδα.

Θα διαβάσουμε λοιπόν σήμερα το διήγημα «Το σύγνεφο», του Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), του τρίτου μεγάλου διηγηματογράφου στο γύρισμα του 20ού αιώνα μετά τον Παπαδιαμάντη και τον Βιζυηνό. Ο Καρκαβίτσας φέρνει στο μυαλό μας τα Λόγια της πλώρης, που κι εδώ τα έχουμε παρουσιάσει, αλλά το σημερινό διήγημα είναι από τα νεανικά του, γραμμένο το 1887, πριν ο συγγραφέας απορρίψει την καθαρεύουσα (για την οποία έγραψε αργότερα: «Της ρίχνεις χρυσάφι και σου βγάζει κάρβουνο· της ρίχνεις φωτιά και σου βγάζει στάχτη· της ρίχνεις αίμα και σου βγάζει λαχανόζουμο.»). Έτσι, η αφήγηση είναι σε απλή καθαρεύουσα ενώ στους διαλόγους έχουμε δημοτική.

Ο Καρκαβίτσας γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Λεχαινά, οπότε τις χαρές και τις αγωνίες του σταφιδοκαλλιεργητή τις γνώρισε εξ απαλών ονύχων και από πρώτο χέρι.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Διηγήματα του γυλιού». Το πήρα, εκσυγχρονισμένο στην ορθογραφία, από το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο, όπου έχει δημοσιευτεί ολόκληρη η συλλογή, καθώς και πολλά άλλα έργα του Καρκαβίτσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 112 Σχόλια »

Τα φραγκόσυκα (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 11 Αύγουστος, 2019

Πριν απο δυο Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει ένα καλοκαιρινό διήγημα του Στέφανου Δάφνη, οπότε είναι κάπως ασυνήθιστο να βάζουμε δεύτερο δικό του διηγημα τόσο σύντομα -και μάλιστα, με κάθε άλλο παρά καλοκαιρινό θέμα. Ωστόσο, θυμίζει σε μένα τις καλοκαιρινές διακοπές των παιδικών μου χρόνων, που τις περνούσα κοντά στο Ναύπλιο, τον τόπο όπου εκτυλίσσεται το σημερινό διήγημα, με τον παππού μου να μαζεύει πάντοτε φραγκόσυκα, πιο επιδέξια απ’ό,τι στο διήγημα.

Το σημερινό πεζό αρχικά είχε δημοσιευτεί στο Μπουκέτο το 1934 και το παρουσίασε πρόσφατα ο φίλος Γιάννης Π. στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947), όπως είπαμε την προηγούμενη φορά, κατά κόσμον Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, ήταν γεννημένος στο Ναύπλιο.

Ξέρω μια φοβερή ιστορία για φραγκόσυκα. Θα τη διηγηθώ με όλη της τη φρίκη, όπως έγινε σε κείνο τον τόπο, που έζησα τα μικρά μου χρόνια: στο Ανάπλι, το ιστορικό και τραγουδισμένο, την πόλη της δόξας και των αιμάτων.

Η δυσμική πλευρά του Παλαμηδιού είναι απότομη, σαν κομμένη με το μαχαίρι, και αντικρίζει τη θάλασσα, τον Αργολικό Κόρφο. Σκύβοντας κανείς από πάνω, βλέπει κάτω ένα βάραθρο, που το αντισκόβουν εδώ και κει βράχια σουβλερά, λίγες φραγκοσυκιές, τούφες ρίγανη… Φίδια φωλιάζουν εδώ μέσα και κιρκινέζια. Τα πρώτα σέρνουνται ανάμεσα στ’ αγκάθια, τα δεύτερα ξεπετούν, ξανθές σαΐτες, στον αέρα, επάνω από τα μπεντένια του Κάστρου. Αν ρίξεις πέτρα, και δε σταθεί σε κανένα χαμόκλαδο, η πέτρα κυλάει κρατώντας και πάει μπλουμ στη θάλασσα της Αρβανιτιάς. Ψηλά, στο φρύδι του φοβερού αυτού γκρεμού, είναι ένα στενό μονοπάτι, μια ποριά. Στον καιρό του Πολέμου, λέει ο ντόπιος θρύλος, οι χριστιανοί είχαν στήσει εδώ ένα μηχάνημα καταχθόνιο, μια σανίδα με σούστα, να μοιάζει τάχα σα γεφυράκι. Κι άμα γιουργήσανε και πήραν το Κάστρο, κι οι Αρβανίτες φεύγανε κυνηγημένοι κατά την Καραθώνα, περνώντας από τη στενή τούτη ποριά, πατούσανε στη σανίδα, που πατ! τους τίναζε στο γκρεμό. Από τότες, όλη ετούτη η μεριά λέγεται «Αρβανιτιά».

Όμως η Φύση πασκίζει όλα ναν τα ομορφαίνει: Έτσι και δω, την άνοιξη, φυτρώνουν αγριοβιολέτες, ζαμπάκια, που ευωδιάζουν τον αέρα. Οι φραγκοσυκιές βγάζουν καινούρια φύλλα, στολισμένα, γύρω με μεγάλα κίτρινα λουλούδια, σαν κύπελλα, που με τον καιρό, με τις κάψες του καλοκαιριού, γουρμάζουν, και κει κατά το Σεπτέμβρη λαμποκοπούν. Τα βλέπει κανείς χρυσοκόκκινα, να κρέμονται πάνω από το βάραθρο, απλησίαστα, και γύρω τους να πετούν κρώζοντας τα πουλιά, που αυτά μονάχα χαίρονται τη γλυκιά τους σάρκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , , , | 108 Σχόλια »

Η Τζένη παραθερίζει (διήγημα του Στέφανου Δάφνη)

Posted by sarant στο 28 Ιουλίου, 2019

Στην καρδιά του καλοκαιριού βρισκόμαστε, οπότε σκέφτηκα να δημοσιεύσω σήμερα, που είναι Κυριακή και βάζουμε λογοτεχνική ύλη, ένα καλοκαιρινο διήγημα, ανάλαφρο, δροσερό και παλιομοδίτικο.

Συγγραφέας είναι ο Στέφανος Δάφνης (1882-1947) λογοτέχνης από το Ναύπλιο με σημαντική παρουσία στα γράμματα προπολεμικά. Λεγόταν κανονικά Θρασύβουλος Ζωιόπουλος, αλλά υιοθέτησε λογοτεχνικό ψευδώνυμο και μάλιστα εκείνου του τύπου που ήταν πολύ της μόδας στον μεσοπόλεμο: όνομα και επώνυμο σχηματίζουν μια φράση, με το επώνυμο να είναι θηλυκό ουσιαστικό σε γενική πτώση.

Το «Στέφανος Δάφνης» είναι από τα πιο πετυχημένα παραδείγματα, ενώ πολύ καλό είναι και το Άγγελος Δόξας (Νικ. Δρακουλίδης) καθώς και, διατί να το κρύψομεν, το Άχθος Αρούρης του παππού μου. Μάλιστα, στην περίπτωση του Στ. Δάφνη το ψευδώνυμο το χρησιμοποίησε και η σύζυγός του, η Αιμιλία Δάφνη (Αιμιλία Κούρτελη) που είχε επίσης παρουσία στα γράμματα. Δεν θυμάμαι άλλες περιπτώσεις ζευγαριού με ψευδώνυμο, αν και θα υπάρχουν.

Το διήγημα που θα διαβάσετε δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Μπουκέτο το 1934. Περιγράφει ένα εφηβικό ειδύλλιο σε μια «ηλεκτροφωτισμένη λουτρόπολη» -τότε που ακόμα ήταν καινοτομία ο ηλεκτροφωτισμός στην επαρχία· ένα ειδύλλιο ανάμεσα σε μια έφηβη παραθερίστρια, από πλούσια οικογένεια της Αθήνας, και έναν ντόπιο νεαρό, αγωγιάτη. Το μοτίβο της αρχόντισσας και του αλήτη έχει χρησιμοποιηθεί πάρα πολλές φορές σε λογοτεχνία και κινηματογράφο. Μια ιδιαίτερη πινελιά του διηγήματος, που μας ενδιαφέρει διότι είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο, είναι ότι εκτυλίσσεται σε αρβανιτοχώρι και ο νεαρός μιλάει (και) αρβανίτικα -ακούγονται και επεξηγούνται μερικές λέξεις.

Ευχαριστώ τον φίλο Γιάννη Π. για την πληκτρολόγηση και την όλη επιμέλεια.

Η ΤΖΕΝΗ ΠΑΡΑΘΕΡΙΖΕΙ

Κείνο το καλοκαίρι, στην ηλεκτροφώτιστη λουτρόπολη, η μικρούλα Τζένη έφερνε την ομορφιά των δεκάξι της χρόνων, την πρώιμη κοκεταρία της, τ’ ασημένιο της γέλιο. Έφερε όμως και τη δασκάλα της, που ήταν, όπως όλες οι Εγγλέζες μίσσες, ψηλή, ξεραγκιανή και σεμνότυφη σαν ξουρισμένος πάστορας. Λουτρά θα έκαναν μόνο η μαμά της, η κυρία Χατζηγιάννη και η θεία της―άλλη γεροντοκόρη αυτή― που είχαν πιαστεί από την τανάλια της αρθρίτιδας. Η Τζένη και η μις Γουότσον θα έκαναν μόνο εκδρομές στα γύρω, θα ψάρευαν σπάρους με το καλαμίδι και θα διάβαζαν τους τόμους του «Τιτ-Μπιτς» και άλλων περιοδικών, που τους φύλαγαν από τον περασμένο χειμώνα.

Η οικογένεια Χατζηγιάννη επήρε τα καλύτερα δωμάτια του ξενοδοχείου, στο πρώτο πάτωμα, με τη βεράντα ανοιχτή στη θάλασσα. Εκεί η Τζένη, ξαπλωμένη σε μια σεζ-λογκ, άκουγε τη δασκάλα της να διαβάζει και να εξηγεί την ατέλειωτη «Ιστορία της Αγγλίας». Τη στιγμή που ήταν έτοιμη να χασμουρηθεί, άκουσε μια φωνή από κάτω, από το δρόμο:

― Αγωγιάτη θέλετε, κυρίες;… Έχουμε ζα καλά, βασταγερά… ξέρουμε όλα τα κατατόπια…

Η Τζένη σηκώθηκε κι ήρθε στη ράμπα. Κείνος που μιλούσε ήταν ένας νέος χωριάτης, έφηβος ακόμη, ντυμένος με τη ντρίλινη φορεσιά του τόπου. Έστεκε ταπεινά, κρατώντας με το ‘να χέρι το κασκέτο του και με τ’ άλλο το σκοινί ενός γαϊδάρου. Κοιτάζοντας επάνω, περίμενε την απάντηση. Ήταν όμορφο αγόρι, μελαχρινό, με μάτια σα μαύρα κεράσια και μαλλιά σγουρά… Στο μυαλό της Τζένης άστραψε μια ιδέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Καλοκαιρινά, Λογοτεχνία, Μεσοπόλεμος, Ψευδώνυμα | Με ετικέτα: , , , , , | 117 Σχόλια »

Οι Χαλασοχώρηδες (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2019

Εκλογές σήμερα, σκέφτηκα να βάλω ένα λογοτεχνικό κείμενο με εκλογικό χρώμα, ένα μεγάλο απόσπασμα από την πασίγνωστη νουβέλα του Αλ. Παπαδιαμάντη «Οι χαλασοχώρηδες» που ακριβώς έχει θέμα της τα εκλογικά ήθη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, τότε που ψηφιζαν μόνο οι άντρες, με σφαιρίδιο σε ατομικές κάλπες.

Ο Παπαδιαμάντης δίνει στη νουβέλα του τον υπότιτλο «Μικρά μελέτη», και πράγματι εκθέτει και τις απόψεις του -με τη βοηθεια του άλτερ έγκο του, του «πτωχαλαζόνος» Λέανδρου Παπαδημούλη. Διάλεξα τα τρία τελευταία κεφάλαια (Ι’ έως ΙΒ’) της νουβέλας: Στο πρώτο από αυτά, μια παρέα από πέντε ψηφοφόρους, «μερακλήδες», προσφέρει τις ψήφους της στον πλειοδότη από τους δυο κομματάρχες του νησιού. Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Λέανδρος Παπαδημούλης εκθέτει την αιρετική άποψη ότι η αγοραπωλησία της ψήφου είναι το μικρότερο κακό. Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο η πεντάδα των ψηφοφόρων, αφού βρήκε πλειοδότη, κατευθύνεται προς το εκλογικό τμήμα -αλλά ο κομματάρχης που έχασε στην πλειοδοσία σπεύδει να πιέσει την εφορευτική επιτροπή να κλείσει την ψηφοφορία πριν προλάβουν να ψηφίσουν οι πέντε. Τελικά, νικάει η δημοκρατία.

Να θυμίσω ότι για τους Χαλασοχώρηδες έχουμε δημοσιεύσει παλιότερα μελέτη του φίλου μας Μάκη Πασχαλίδη.

Το κείμενο έχει πολλές ιδιωματικες λέξεις. Όποιος έχει απορία, ας ρωτησει στα σχόλια.

Ι΄

Ήτο δειλινόν ήδη και το πολύ των επιδημούντων εκλογέων είχε ψηφίσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερικοκκιάν και συκήν και απιδέαν, είχον στρωθεί από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κι επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ’ είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακιάς εις αυλακιάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλώρης, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργεί τον κήπον, αλλ’ ενώ όλον τον χρόνον τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κι εγίνοντο από δυο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχώνετο έως τις μασχάλες, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ’ από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είναι οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε ένα παλαιόν δημώδες δίστιχον, το εξής·

Σκόρδα, πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι
ο Νιανιός θα θυσιάσει για να βγάλει βουλευτή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Εγκαταλείπεις, Καρακασιάν; (πεζογράφημα του Γιώργου Π. Ιατρού)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2019

Το πεζογράφημα που θα παρουσιάσω σήμερα, με τον κάπως ασυνήθιστο τίτλο, περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο· χάρη στον τίτλο πρόσεξα και το βιβλίο, το φυλλομέτρησα και τελικά το πήρα.

Ποιος είναι ο Καρακασιάν του τιτλου, δεν ήξερα ή δεν θυμόμουν. Δεν πρόσεξα την εικόνα στο εξώφυλλο και, κρίνοντας μονάχα από τον τίτλο, σκέφτηκα πως ο Καρακασιάν θα ήταν σκακιστής -οι Αρμένιοι έχουν πολύ δυνατούς σκακιστές, από τον καιρό του μεγάλου Τιγκράν Πετροσιάν, και νομίζω πως η εθνική τους ομάδα έχει κατακτήσει και Ολυμπιάδες.

Καρακάς θα πει μαύρο φρύδι στα τούρκικα (κας το φρύδι, με παχύ σίγμα, τσιγκελάκι) και έχουμε κι εμείς τέτοια επώνυμα, Καρακάσης, Καρακασίδης ας πούμε ή και Καρακάσογλου -και ίσως απ’ αυτό το τελευταίο επώνυμο να ήρθε το σκάκι στο μυαλό μου, διότι όταν ξεκινούσα να παίζω σκάκι στον Σκακιστικό Όμιλο Καλλιθέας οι αδελφοί Καρακάσογλου ήταν ισχυροί νέοι σκακιστές -ο Αλέκος Καρακάσογλου μάλιστα είχε πάρει και πρωτάθλημα Νέων το 1971. Δεν τους γνώρισα, εγώ πήγα αργότερα και έτσι κι αλλιώς ήταν αρκετά μεγαλύτεροι και πολύ δυνατοί για μένα. Είχαν και πολιτική δράση, στο ΕΚΚΕ, και όταν το 1975 έγινε το ντου του ΕΚΚΕ στην Αμερικάνικη Πρεσβεία συζητήθηκε και στον σύλλογο το συμβάν. Και μετά, για κάμποσο καιρό, όταν συζητούσαμε πάνω στη σκακιέρα, κι έλεγες, ας πούμε, «Αν παίξεις αυτό θα φέρω τον Πύργο στο θ7» και απαντούσε ο άλλος «Ε και;» η στερεότυπη ανταπάντηση ήταν «ΕΚΚΕ έλεγε κι ο Καρακάσογλου και τον πιάσανε». Γυμνασιακό αστείο, αλλά γυμνάσιο πηγαίναμε.

Πλατειάζω όμως και εντελώς ξεκάρφωτα, διότι ο Καρακασιάν δεν ήταν σκακιστής. Όπως δείχνει και η φωτογραφία στο εξώφυλλο, ήταν παλαιστής, ακριβέστερα κατσέρ. Κι ενώ θυμάμαι άλλα ονόματα παλαιστών, σαν τον Καρπόζηλο ή τον Παπαλαζάρου, τον Καρακασιάν δεν τον θυμόμουν. Βρίσκω πάντως κάποια ίχνη της παρουσίας του (δείτε το απόκομμα εφημερίδας με το πρόγραμμα, στη μέση της σελίδας).

Ο Γιώργος Ιατρού είναι μαθηματικός, γεννημένος στην Κερατέα το 1955. Έχει εκπονήσει και εκδώσει ανθολόγια και βιβλία έρευνας για την ιδιαίτερη πατρίδα του και την ευρύτερη περιοχή. Τούτο εδώ είναι το πρώτο βιβλίο μυθοπλασίας που υπογράφει και εκδόθηκε με χορηγό τον Αθαν. Μαρτίνο, κάτι που κάνει αρκετά σημαδιακή τη σύμπτωση των επωνύμων για το ιστολόγιό μας.

Τα 16 πεζογραφήματα του βιβλίου με τράβηξαν: δίνουν εικόνες της ζωής στις δεκαετίες του 60 και του 70 στην Ανατολική Αττική, από τα αθηναϊκά φροντιστήρια στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και τα αντιχουντικά σκιρτήματα, από σημαντικά γεγονότα όπως το αεροπορικό δυστύχημα στην Κερατέα το 1969 ή η εκτέλεση των 17 βοσκών από τα Λεγρενά στην Πάρνηθα από τους Γερμανούς το 1944, αλλά δεν είναι όλα τα πεζογραφήματα βιωματικά -δεν έμεινε 15 χρόνια στην ίδια τάξη ο συγγραφέας, οπως ο ήρωας του αντίστοιχου διηγήματος.

Δίστασα αρκετά πριν διαλέξω ποιο διήγημα θα παρουσίαζα -προς στιγμή έκλινα στο παπαδιαμαντικό «Μαζί του» αλλά τελικά προτίμησα το διήγημα που ανοίγει το βιβλίο και δίνει και τον τίτλο, καθώς είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό. Ο συγγραφέας προσθέτει σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου για κάποια σημεία των διηγημάτων, που δεν τις αναπαράγω στο τέλος αλλά προσθέτω ένα λινκ προς ένα βιβλίο στο οποίο αναφέρεται.

 

Εγκαταλείπεις, Καρακασιάν;

Ο θείος μού έβαλε μπριγιόλ· «με γεια» είπε, «κουρεμπέτσι, κουρεμπέτσι θα μου λένε τώρα» σιγοψιθύρισα και βγήκα από το κουρείο φρέσκος, με τη φούντα μπροστά. Η υδροφόρα έβρεχε τον κεντρικό δρόμο στα Πάνω Καφενεία. Πέρασε ένας πλανόδιος με πέντε γαλιά και ένα καλάμι, «γαλοπούλες έχω» φώναζε, είχε και ένα ταγάρι. Έψαξα στην τσέπη, βρήκα ένα πενηνταράκι, πήγα κατευθείαν στο περίπτερο του μπάρμπα Σταύρου, πήρα καραμέλες «Τσάρλεστον». Κάποια κορίτσια έπαιζαν στο πεζοδρόμιο κουτσό, τραγούδαγαν «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κώστας Κακκαβάς, βγαίνω τα φυλάς». Κοίταξα το μεγάλο καφενείο απέναντι. Θα έχει παλαίστρα απόψε, σε ένα χαρτόνι με μια τρυπίτσα πάνω και ένα σπάγγο κρεμασμένο, προηγουμένως στο κουρείο το είχα δει: Τρεις αγώνες· Γιώργος Αλεξίου – Σπύρος Αρίων, Μασκοφόρος – Καρακασιάν, Καρπόζηλος – Ναθαναήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , | 140 Σχόλια »

Ο σταυρός (διήγημα του Γιάννη Παλαβού)

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό διάβασ\α τη συλλογή «Το παιδί» του Γιάννη Παλαβού και μου άρεσε, οπότε θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα διηγήματά της.

Nα πούμε όμως δυο λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό της Κοζάνης και είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα μικροδιήγημα από την προηγούμενη συλλογή του (εδώ, στο τέλος του άρθρου) η οποία βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.

Κατά τη γνώμη μου, ο Γιάννης Παλαβός εντάσσεται στο ρεύμα που θα το χαρακτήριζα «ανανεωμένη ηθογραφία», που έχει εμφανιστεί τα τελευταία 10-15 χρόνια ή, αν προτιμάτε, στον αιώνα μας.

Στο ίδιο ρεύμα μπορούμε να εντάξουμε, τον καθένα με τις ιδιαιτερότητές του, συγγραφείς όπως ο Μακριδάκης, ο Παπαμάρκος, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και άλλοι, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι τοποθετούν τη δράση των διηγημάτων τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και χρησιμοποιούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ντοπιολαλιάς (ο Παλαβός κάπως λιγότερο).

Το σημερινό διήγημα έχει πασχαλινό θέμα, αλλά αν περιμένω μέχρι του χρόνου σχεδόν σίγουρα θα το ξεχάσω. Οπότε, χωρίς άλλη εισαγωγή, το δημοσιεύω σήμερα:

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Κάποιος είπε ότι είδε τον νεωκόρο να αγοράζει κρασί. Ήμασταν τρεις που περιμέναμε. Είχα φέρει το γκέιμ μπόι, αλλά δεν το έβγαζα.

«Δεν περνάει», είπε ο Ντιζάς.

«Θα περάσει», είπε ο Γκόγκας.

Αυτός είχε δει τον νεωκόρο. Έμεναν στην ίδια γειτονιά. Ο Γκόγκας ήρθε τελευταίος. Η καμπάνα χτύπησε μία φορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Η κάρτα (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2019

Πριν από τρεις Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει το φανταστικό-χιουμοριστικό διήγημα «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους» του Μαρσέλ Αιμέ. Όπως είχαμε τότε αναφέρει, η φίλη που έκανε τη μετάφραση έχει επίσης μεταφράσει κι ένα ακόμα διήγημα του Αιμέ -και το παρουσιάζουμε σήμερα.

Όπως και το προηγούμενο, έτσι κι αυτό το διήγημα του Αιμέ γράφτηκε μέσα στην Κατοχή και δημοσιεύτηκε το 1943 σε βιβλίο -στην ίδια συλλογή διηγημάτων, που μπορείτε να τη βρείτε εδώ στα γαλλικά.

Το διήγημα έχει τη μορφή αποσπασμάτων από το ημερολόγιο ενός συγγραφέα. Θεσπίζεται ένας νέος νόμος βάσει του οποίου το δικαίωμα ύπαρξης χορηγείται με δελτίο και ο Αιμέ περιγράφει τα όσα γκροτέσκα ακολουθούν. Περιέργως, το διήγημα πέρασε από τη γερμανική λογοκρισία -θα θεωρήθηκε φανταστικό.

Το διηγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά παλιότερα, με τίτλο «Το δελτίο». Η φίλη που το μετέφρασε προτίμησε να ακολουθήσει το πρωτότυπο, που κάνει λόγο για carte (κάρτα, και πιο πέρα carte de temps-χρονοκάρτα), η οποία περιέχει 24 δελτία (tickets).

Στο διήγημα εμφανίζονται διάφορα υπαρκτά πρόσωπα, γνωστά στο Παρίσι και ειδικά στη Μονμάρτη στην εποχή. Ο Σελίν είναι γνωστός, τον Ζεν Πωλ τον αναφέραμε στο προηγούμενο διήγημα, ενώ στα άλλα πρόσωπα έχω βάλει λίκνους. Ο Τεντέν (Tintin) πιθανώς είναι ο Tonton, δηλαδή ο Gaston Baheux, που τον βλέπουμε στη φωτογραφία στο κέντρο, ενώ πίσω του με τα μαύρα γυαλιά είναι ο Μαρσέλ Αιμέ.

Το λουλούδι αγριολίζα είναι η pervenche.

Tο όνομα του κεντρικού ήρωα είναι Flegmon, που παραπέμπει στη διπλότυπη λόγια λέξη flegme/phlegme (φλέγμα) και στον ιατρικό όρο phlegmon (φλεγμονή).

Ο γέρος γείτονάς του λέγεται Roquenton, παραλλαγή του roquentin μειωτικού χαρακτηρισμού για γέρο που παλιμπαιδίζει. Στη Ναυτία του Σαρτρ, που κυκλοφόρησε  το 1938 και έχει επίσης ημερολογιακό χαρακτήρα, ο συγγραφέας του ημερολόγιου ονομάζεται Roquentin παρ’ ότι νέος.

 

            Η κάρτα

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Ιούλιου Φλεγκμόν

10 Φεβρουαρίου. Κάτι παράλογο ψιθυρίζεται στη γειτονιά για νέα περιοριστικά μέτρα. Θα προχωρούσαν, λέει, στη θανάτωση των μη παραγωγικών καταναλωτών, γερόντων, συνταξιούχων, εισοδηματιών, άνεργων και άλλων άχρηστων στομάτων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ένδεια και να διασφαλίσουν την καλύτερη απόδοση στο εργαζόμενο κομμάτι του πληθυσμού.

Κατά βάθος βρίσκω το μέτρο αρκετά δίκαιο. Συνάντησα λίγο αργότερα μπροστά στο σπίτι μου το γείτονά μου Ροκαντόν, τον παράφορο εβδομηντάρη, που παντρεύτηκε πέρσι μια νεαρή εικοσιτεσσάρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Κατοχή, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »