Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

«Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» (διήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2019

Το έχω ξαναπεί πως ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Τον θυμήθηκα πρόσφατα για δυο λόγους. Από τη μια, ήμουν στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη τις προάλλες. Κι έπειτα, σε μια λέσχη ανάγνωσης που έχουμε φτιάξει εδώ στην ξενιτειά συζητήσαμε προχτές το βιβλίο «Το δικό μας αίμα» από το οποίο προέρχεται και το διήγημα που θα διαβάσετε σήμερα.

Μια και ξαναδιάβασα το βιβλίο με αφορμή τη συζήτηση αυτή, δεν αποκλείεται σε ένα από τα επόμενα άρθρα να επιστρέψω στο Δικό μας αίμα και να το εξετάσω λεξιλογικά. Σήμερα όμως, που έχουμε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα, θα βάλω ένα διήγημα από το βιβλίο, ένα διήγημα που μου αρέσει και που ξεχωρίζει από τα άλλα του βιβλίου.

Δεν εννοώ ότι υπερέχει. Εννοώ ότι όλα τα άλλα διηγήματα του τόμου είναι πολεογραφικά, έχουν πρωταγωνιστή την πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ ετούτο διαφέρει αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης -αν και η Θεσσαλονίκη έχει κι εδώ πρωταγωνιστική θέση.

«Βουκουρέστι, αχ, Βουκουρέστι!»

Η γιαγιά μου ήταν αντίθετη στον κομμουνισμό, το ίδιο και οι φιλενάδες της. Δεν είχανε με τους κομμουνιστές, τους μπολσεβίκους, όπως έλεγαν καμιά ιδιαίτερη μανία, ούτε και πολυθέλανε το κακό τους, τους φοβόντουσαν όμως και τους κατηγορούσαν γιατί κυνηγούσανε τη θρησκεία και τις διδασκαλίες της. Και όποιος κυνηγάει τη θρησκεία, κυνηγάει τα πάντα, έλεγαν.

Μαζεύονταν, λοιπόν, για καφέ, έστω και κριθαρένιον, και ανταλλάσσανε ή ξαναλέγανε τις παμπάλαιες πληροφορίες τους. Μια ιστορία που είχε κάνει θραύση στον κύκλο τους προπολεμικά, ήταν εκείνη με τον καλόγερο. Οι άλλες ήταν σχετικές με τις ερωτικές δραστηριότητες, τις παραλυσίες και τους εκφυλισμούς στη Σοβιετία.

Ένας Ρώσος καλόγερος, αφού υπόφερε τα πάνδεινα από τους μπολσεβίκους στις εξορίες και τις φυλακές κι αφού άκουσε βρισίδι και διαφώτιση που του πήγε καπνός κι αντάρα, άρχισε να δείχνει ότι παραδέχεται σε πολλά σημεία τις αντιθρησκευτικές απόψεις των διαφωτιστών του. Κατευχαριστημένοι εκείνοι σκέφτηκαν να τον παρουσιάσουν έτσι με τα ράσα και τα γένια στο λαό, για να μιλήσει μέσα σ’ ένα κατάμεστο στάδιο εναντίον της θρησκείας. Και πραγματικά μάζεψαν τον κόσμο και ανέβασαν σ’ ένα ψηλό βάθρο τον καλόγερο, για να τον βλέπουν όλοι. Κι αυτός, αφού πρώτα περίμενε να γίνει ησυχία απόλυτη και να στραφούνε όλα τα βλέμματα επάνω του, έβγαλε ξαφνικά από τον κόρφο του έναν μεγάλο σταυρό και υψώνοντάς τον κραύγασε προς τα πλήθη· «Χριστός Ανέστη!». Έγινε τότε πανδαιμόνιο, χαλασμός κόσμου. Οι μπολσεβίκοι αυτοστιγμεί πέσαν απάνω του και τον λιανίσαν.

Η ιστορία αυτή τελείωνε πάντα με σταυροκοπήματα, πράγμα που σήμαινε πως ο καλόγερος κατατασσόταν αυτόματα από την ομήγυρη μεταξύ των αγίων μαρτύρων. Παρόλο όμως το τραγικό και όχι απίθανο τέλος της, εγώ την έβρισκα πάντοτε λιγάκι διασκεδαστική. Και πολύ θα ’θελα να μπορούσα να είχα δει από καμιά μεριά τα μούτρα των έξυπνων αυτών υπευθύνων τη στιγμή που την πάθαιναν από τον φανατικό καλόγερο.

Ύστερα, οι γριές άρχιζαν να λένε και να λένε, ψιθυριστά, για τα σεξουαλικά όργια, που κατά τις πληροφορίες τους γινόντουσαν στη Ρωσία.

–      Χορεύουν άντρες με γυναίκες γυμνοί, λέγανε σκυφτές.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο μαυροφορεμένος χορός.

–      Χορεύουν γυμνοί άντρες με άντρες, λέγανε γουργουριστά.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο χηρευάμενος χορός.

–      Χορεύουν γυμνές γυναίκες με γυναίκες, σφύριζαν χαμηλόφωνα.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζαν όλες μαζί και

σταυροκοπιόντουσαν, ίσως γιατί έπιαναν με τη φαντασία τους την ομήγυρή τους ολόγυμνη να χορεύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 61 Σχόλια »

Tο πανί του Γληγόρη (εκλογικό διήγημα του Κ. Φαλτάιτς)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2019

Μια και πλησιάζουν εκλογές, σκέφτηκα να βάλουμε ένα εκλογικό διήγημα που ανέβηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Βέβαια, το κατεξοχήν εκλογικό πεζογράφημα των γραμμάτων μας είναι η νουβέλα «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη -που όμως είναι πολύ γνωστό και το έχουμε άλλωστε αναλύσει και στο ιστολόγιο σε άρθρο του φίλου Μ. Πασχαλίδη.

Κατά σύμπτωση, ο συγγραφέας του σημερινού διηγήματος έχει ασχοληθεί αρκετά με την ανάδειξη του έργου του Παπαδιαμάντη -αν και έχει συνδέσει το όνομά του με ένα άλλο, σχετικά κοντινό στη Σκιάθο νησί. Πρόκειται για τον Κώστα Φαλτάιτς (1891-1944) γεννημένο στη Σμύρνη αλλά που έζησε πολλά χρόνια στη Σκύρο. Ο Φαλτάιτς άφησε εκτενές έργο στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας.

Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, ανάμεσά τους και το Μπουκέτο όπου δημοσιεύτηκε και το παρόν διήγημα. Στο Μπουκέτο ο Φαλτάιτς έχει δημοσιεύσει και αξιόλογα πρώιμα ρεμπετολογικά άρθρα. Για να τα λέμε όλα, πάντως, σύμφωνα με ορισμενες πηγές επί Κατοχής εκτέθηκε ως δωσίλογος και για τον λόγο αυτό διαγράφτηκε από την ΕΣΗΕΑ αμέσως μετά την Απελευθέρωση.

 

ΤΟ ΠΑΝΙ ΤΟΥ ΓΛΗΓΟΡΗ
Ναυτικό Διήγημα

Μόνο η βάρκα του Γληγόρη, απ’ όλες τις ψαρόβαρκες δεν είχε πανί.
Στις παραμονές των εκλογών, είτε βουλευτικές ήσαν είτε κοινοτικές, οι υποψήφιοι, για να πάρουν την ψήφο του, του έταζαν ένα πανί. Αλλά όλοι τον εγελούσαν κι η βάρκα του έτσι έμενε πάντα ξυλάρμενη.
Ήταν λύπη να τον βλέπεις τον καημένο τον Γληγόρη να τραβά κουπί ώρες και ώρες για να φτάσει από τον ένα κάβο στον άλλο ή για να γυρίσει πίσω στο λιμανάκι, εκεί κάτω που οι άλλοι με το πανί τελείωναν γρήγορα και άνετα.
Τα χέρια του έμοιαζαν με χοντρά γέρικα ροζασμένα κλαδιά δέντρου, σκληρότατα και γεμάτα όγκους. Είχαν χάσει την ευαισθησία του κρύου και της ζέστης. Έπιανε με τα δάχτυλα τα αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να καίγεται. Αυτό τουλάχιστον το καλό του είχε δημιουργήσει το ατέλειωτο τράβηγμα του κουπιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2019

Τις προάλλες που συζητούσαμε στα σχόλια αν η παριζιάνικη Montmartre αποδίδεται Μονμάρτη ή Μονμάρτρη στα ελληνικά, είχαμε κάνει λόγο και για δυο διηγήματα φαντασίας του Μαρσέλ Αιμέ. Θα παρουσιάσω σήμερα το ένα από αυτά, το «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους». Μια φίλη του ιστολογίου, που έχει ζήσει στο Παρίσι, το είχε μεταφράσει τότε, και μου το έστειλε. Παρόλο που, όπως λέει, η μετάφρασή της είναι ερασιτεχνική, νομίζω ότι διαβάζεται πολύ καλά και ελάχιστα άλλαξα καθώς τη διάβαζα. Πάντως, το πρωτότυπο είναι εδώ.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε σε περιοδικό το 1941 και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1943. Τα ονόματα των δρόμων που αναφέρονται είναι υπαρκτά. Έχω βάλει κάποια λινκ. Ο Μαρσέλ Αιμέ έζησε πολλά χρόνια στη Μονμάρτη, ακριβώς στη λεωφόρο Ζινό για την οποία γίνεται λόγος στο διήγημα. Μάλιστα, υπάρχει και πλατεία στο όνομά του, στην οποία μπορεί κανείς να δει ένα γλυπτό εμπνευσμένο από το διήγημα που θα διαβάσετε -φωτογραφία στο τέλος.

Η αναφορά σε «εγγλέζικη εβδομάδα» εννοεί την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, που τότε ήταν ακόμη νεωτερισμός στη Γαλλία ενώ εφαρμοζόταν στην Αγγλία.

Περιμένω από τους ειδήμονες σε θέματα επιστημονικής φαντασίας να μας πουν αν το διήγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΕΦ. Νομίζω όχι. Μάλλον χιουμοριστικό θα το πούμε ή φανταστικό διήγημα.

 

Μαρσέλ Αιμέ

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’τους τοίχους

Ζούσε στη Μονμάρτη, στον τρίτο όροφο της οδού ντ’Ορσάπ 75Β ένας εξαιρετικός άνθρωπος με το όνομα  Ντιτιγέλ, που είχε το μοναδικό χάρισμα να περνάει χωρίς πρόβλημα ανάμεσα απ’ τους τοίχους. Φορούσε γυαλιά, είχε μικρό μαύρο υπογένειο και ήταν τριτοβάθμιος  υπάλληλος στο Υπουργείο Καταστίχων. Το χειμώνα πήγαινε στο γραφείο του με το λεωφορείο και την άνοιξη έκανε τη διαδρομή με τα  πόδια φορώντας το μελόν καπέλο του.

Ο Ντιτιγέλ μόλις είχε πατήσει τα σαραντατρία, όταν του αποκαλύφτηκε η δύναμή του. Ένα βράδυ, μια σύντομη διακοπή ρεύματος τον βρήκε στο χωλ του μικρού εργένικου διαμερίσματός του. Περπάτησε για λίγο ψηλαφητά μες στα σκοτάδια και, όταν το ρεύμα επανήλθε, βρέθηκε στο πλατύσκαλο του τρίτου ορόφου. Καθώς η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη από μέσα, το συμβάν τον έβαλε σε σκέψεις και, παρά τις επιταγές της λογικής του, αποφάσισε να ξαναμπεί με τον τρόπο που είχε βγει, διασχίζοντας δηλαδή τον τοίχο. Αυτή η παράξενη ικανότητα, που καθώς φαίνεται δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις του, δεν έπαψε να τον ανησυχεί κάπως, και την επαύριο, Σάββατο, επωφελήθηκε από την «εγγλέζικη» εβδομάδα και πήγε να βρει ένα γιατρό της γειτονιάς, για να του εκθέσει την περίπτωσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Η νοσταλγία του Γιάννη (πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 29 Απρίλιος, 2019

Δεύτερη μέρα σήμερα του Πάσχα, μέρα αργίας. Συνεχίζουμε λοιπόν στο ιστολόγιο με ανάγνωσμα λογοτεχνικό και πασχαλινό -ή μάλλον μεταπασχαλινό, όπως θα δείτε.

Χτες βάλαμε αφήγημα για τον Παπαδιαμάντη, σήμερα θα δούμε ένα διήγημα του ίδιου του Παπαδιαμάντη, αλλά διαφορετικό από τα άλλα. Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα έχει την ιδιαιτερότητα ότι προστέθηκε στο παπαδιαμαντικό κόρπους τα τελευταία χρόνια, διότι ήταν αθησαύριστο και είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να το ανακαλύψω τυχαία, καθώς αναδιφούσα παλαιά σώματα του περιοδικού Οικογένεια. Όλη την ιστορία της ανακάλυψης την παρουσιάζω σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, το 2012 (τότε δεν είχε επιβεβαιωθεί απολύτως η γνησιότητα του διηγήματος).

Αργότερα, το διήγημα κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό τομίδιο από τις εκδόσεις Ερατώ, και πλέον έχει προστεθεί και επίσημα στο σώμα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, η 172η ψηφίδα.

Το διήγημα εκτυλίσσεται στη Σκιάθο -αυτό δηλώνεται έμμεσα, από το τοπωνύμιο Βουρλίδια, που το βρίσκουμε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πχ. στα «Συμβάντα στο μύλο») αλλά και από το πρόσωπο του ταβερνιάρη Σαραφιανού, ο οποίος επίσης εμφανίζεται σε άλλα διηγήματα (π.χ. στο «Σπιτάκι στο λιβάδι»). Ο Θωμάς Σαραφιανός ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Σε δημοσιογραφικό του άρθρο, ο Παπαδιαμάντης επαινεί το μοσχάτο κρασί που σερβίρεται στο «οινοπωλείον και παντοπωλείον Η Μουργιά του Θωμά Σαραφιανού εις την Σκίαθον».

Κατ’ εξαίρεση, το κείμενο το παραθέτω σε πολυτονικό. Ελπίζω αυτό να μην προκαλέσει πολλά προβλήματα σε όσους έχουν κινητές συσκευές -αλλά αυτοί μπορούν να το διαβάσουν και εδώ.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »

Κρυφός καημός (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2019

Σήμερα που έχουμε την επέτειο της 25ης Μαρτίου σκέφτηκα να βάλω ένα διήγημα εμπνευσμένο από το 1821, αφού χτες είχαμε το αφιέρωμα στον Πάνο Κουτρουμπούση.

Διάλεξα ένα διήγημα του Καρκαβίτσα, από τη συλλογή Παλιές αγάπες, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο. Παρουσιάζει ένα μοτίβο που το βρίσκουμε και στη δημοτική ποίηση, για την κοπέλα που ντύνεται ρούχα αντρικά και παίρνει μέρος, σαν άντρας ανάμεσα σε άλλους άντρες, σε δραστηριότητες που θεωρούνται αντρικές -στρατός, πόλεμος, τέτοια -ίσαμε την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη. Ο κινηματογράφος το θέμα αυτό το έχει εκμεταλλευτεί πάμπολλες φορές, συνήθως σε κωμωδίες, αλλά ο Καρκαβίτσας εδώ το χειρίζεται αυστηρά και σεμνά.

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί ― λες κι έφταιγε η δόλια! ― έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:
― Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!
Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
― Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις ― ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου ― θέλω να είναι σερνικό.
Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. ― Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα ― και τι; ― ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.
― Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.
Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.
― Θέλω… να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Διηγήματα, Επετειακά | Με ετικέτα: , , | 150 Σχόλια »

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2019

Μεσοβδόμαδα πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης, γεννημένος στη Λιβαδειά το 1937, μορφή του κινήματος μπητ, του αντεργκράουντ και άλλων πρωτοποριακών κινημάτων.

Από έφηβος συμμετείχε στην παρέα των υπαρξιστών, στην περίφημη Παράγκα του Σίμου στην οδό Σαρρή -ο Λεωνίδας Χρηστάκης μάλιστα, διαβάζω σε άρθρο του Φώντα Τρούσσα, τον είχε ανακηρύξει υπαρχηγό του Σίμου αν και τον περιγράφει «ένα κοντό βατραχοειδές υποκείμενο». Συμμετείχε με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους στην έκδοση του περιοδικού Πάλι το 1963, με τη δικτατορία έφυγε για το εξωτερικό όπου μεταξύ άλλων σχεδίαζε εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων στο Λονδίνο (δείτε τι γράφει εδώ ο Φώντας Τρούσας, που έχει κι άλλα άρθρα του για τον Κουτρουμπούση)

Ο Κουτρουμπούσης εμφανιστηκε στα γράμματα με ένα ποίημα, στο τεύχος 10 (Μάιος-Αύγουστος 1958) του περιοδικου Αθηναϊκά Γράμματα που το έβγαζε ο Δημήτρης Βαρουτσής:

Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τι μένει;
Μένει κάτι
Κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
. . . μένει:
Μισή μποτίλια αλκοολικού παρασκευάσματος

ο ήλιος του καλού Θεού
και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το φεγγάρι
Πανσεληνο.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης κυρίως ως πεζογράφος παρουσιάστηκε. Πρώτο του βιβλίο, το 1978, το Εn αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y otros historias περίεργες, ενώ ακολούθησε το «Στο θάλαμο του Μυθογράφφ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Περιοδικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Πιο σωστά, ένα ακόμα διήγημα αφού κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του κομμάτια -το τελευταίο πριν από δύο μήνες όπου θα βρειτε και λινκ προς τα προηγούμενα. Ωστόσο, ενώ συνήθως τα κείμενα του Τζι είναι μικρά, τούτο εδώ ξεπερνάει κατά πολύ το συνηθισμένο μέγεθος. Μάλιστα, ο ίδιος είχε σκοπό να το στείλει σε τρεις συνέχειες, αλλά νομίζω ότι αυτή η κατάτμηση περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει. Εξάλλου είναι Κυριακή, έχουμε περισσότερο καιρό για διάβασμα -και το διήγημα, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο, είναι πολύ καλό.

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Σαν άνοιξες πρωί-πρωί τα μάτια πως είναι ώρα να ξυπνήσεις σκέφτηκες. Δεν έχει αριθμούς και παραπέντε, με διαίσθηση σηκώνεσαι το πρώτο λεωφορείο να προλάβεις. Αυτό έχει ώρα και λεπτά. Εξη και τέταρτο κάνει δρομολόγιο. Περιμένει ο κόσμος του μεροκάματου στην ουρά, οι πρώτοι, οι τυχεροί, θα πάνε καθισμένοι. Οι άλλοι όρθιοι παίρνουν μια πρώτη γεύση από την κούραση τη μέρας που θάρθει. Λίγο νερό στο πρόσωπο, τα ρούχα της δουλειάς παραμάσχαλα και μια στροφή στην κλειδαριά στην πόρτα. Παλιά συνήθεια. Τώρα τι να πάρει κανείς από το σπιτικό σου… Πιο πιθανό ν’ αφήσει ο διαρρήκτης κάνα δεκάευρο  σαν δει την συμφορά σου.

Και πάντα μόνος το πρωί. Στον γυρισμό έχεις παρέα τον Πολωνό τον Βάλντεκ μα το πρωί αυτόν τον πάει η γυναίκα του στην δουλειά με τ’ αυτοκίνητό της. Αυτή σχολάει πιο νωρίς και δεν περνάει να τον πάρει. Ετσι κρεμασμένος απ’ την χειρολαβή μισοκοιμάσαι μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο κέντρο. Εκεί  μισοαδειάζει, λίγοι συνεχίζουν για την άλλη συνοικία, εκεί που εσύ δουλεύεις στην οικοδομή. Μόλις θα φτάσει στο τέρμα, ένα γρήγορο περπάτημα μέχρι το γιαπί. Το προτιμάς με βροχή, έχεις άλλον ένα λόγο να τρέχεις και το γιαπί μοιάζει με καταφύγιο, άλλη μια δικαιολογία.  Μα ακόμα το λεωφορείο είναι στη στάση, το μυαλό σου μόνο τρέχει γρήγορα σήμερα, ποιος ξέρει τι θέλει να προλάβει.

Προς την καινούργια συνοικία  της διαδρομής μπαίνουν  κάποιες φάτσες, κάθε πρωί οι ίδιες που πάνε για δουλειά, ξέρεις που θα κατέβουν, κάθε μέρα τις βλέπεις την ίδια ώρα σαν τρέιλερ σπουδαίας ταινίας στο  θερινό το σινεμά. Με τον καιρό το κατάλαβες. Δεν θα παιχθεί ποτέ το έργο, είναι κράχτης. Κράχτες ίσως είναι και τα πρόσωπα  τα ίδια κάθε πρωί. Μ’ όλους αυτούς δεν μιλάς. Τι να πεις  ;  Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ. Κανείς τους δεν έχει ξετινάξει την χθεσινή κούραση, ούτε εσύ. Που κέφι να σου πουν μια καλημέρα !.

Καλημέρα !

Είναι σκληρή η πρώτη καλημέρα σαν μένεις μόνος. Τη λες στον εαυτό σου κι’ απάντηση δεν έχει. Οπως το βλέμμα του εργοδότη που σε στέλνει να στρωθείς στη δουλειά πρωί- πρωί. Ούτε καφέ δεν πρόλαβες να ψήσεις, θα παραγγείλεις στην οικοδομή. Πάμε δουλειά λοιπόν κι ας είναι αιώνια κουρασμένα ψυχές και σώματα. Αργησες σήμερα, το βλέπεις στο βλέμμα του, δεν χρειάζεται ρολόι. Και ο καφές απόλυση μυρίζει, στα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς και σκαλωσιά, στη θέση σου μα το μυαλό αλλού περιπλανιέται. Χωρίς καφέ στα ίσα σου πως θάρθεις ; Μηχανικές κινήσεις κι ονειροπόληση. Για δες το ετούτο το σπιτάκι απ’ το μπαλκόνι. Φροντιστήριο αγγλικών. Φρεσκοβαμμένο να κρύβει τη βρώμα των γηρατειών του. Σαν το ρίμελ της κυρίας Πανωραίας και τα λεπτά τακούνια κάτω απ’ τα ετοιμόρροπα τα πόδια της. Ανθρωποι και σπίτια. Να φαίνονται όπως πρέπει, ούτε ο γιακάς του εργολάβου νάτανε. Πρέπει να κοιτάξεις από πάνω να δεις τη βρώμα. Δε φαίνεται οριζόντια, κοινωνική ευθυγράμμιση, μα σαν ανέβεις στη σκαλωσιά να βάψεις, όλα στο πιάτο. Κι ο καφές να κρυώνει στο φλιτζάνι, να μη τολμάς να κατέβεις. «Πάλι τσιγάρο και καφές, τι θα γίνει με σένα ; ». Αβέβαιο το αύριο στην εργασία.
Τι λέγαμε ; α! το σπιτάκι. Με το καθηγητή. Μικρός τον έβλεπες με δέος. Γεροπαράξενος ζούσε κει μέσα με καμιά δεκαριά γάτες. Και τα βιβλία του. Δεν τάχες δει ποτέ –δεν έχει σημασία, έπρεπε να είχε πολλά βιβλία, κοτζάμ καθηγητής ήταν. Τότε τα ραδιόφωνο ήτανε σπάνια κι’ η εφημερίδα ακριβή. Τρεις φραντζόλες ψωμί έπαιρνες με τα λεφτά της, χώρια το κομμάτι για να φτάσει το ζύγι. Τώρα αρτοσκευάσματα από φούρνους «γερμανικούς» και πρατήρια. Είχε μια αύρα ο καθηγητής τις λίγες φορές πούβγαινε να ψωνίσει τα απαραίτητα. Μόνο εσύ την έβλεπες, οι άλλοι κοιτάζανε τα ασουλούπωτα ρούχα, τα ακούρευτα μαλλιά, ένας χίπης πριν την ώρα του. Κι’ οι μανάδες  «κοίτα μη καταντήσεις έτσι Νικολάκη, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, νάσαι καλός μαθητής να πας μπροστά αλλιώς να! βλέπεις τα χάλια του, μορφωμένος άνθρωπος». Η λογική να υποτάσσεται στη μητρική αυθεντία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 99 Σχόλια »

Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2019

Μέσα στην επόμενη βδομάδα έχουμε την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1910, του αγροτικού ξεσηκωμού στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας. Επετειακά, το ιστολόγιο δημοσιεύει το διήγημα «Θεσσαλία» του Κώστα Νταϊφά, παρμένο από ανθολογια διηγηματογράφων που κυκλοφόρησε το 1923 σε επιμέλεια του Αδαμαντίου Παπαδήμα. Το διήγημα το παίρνω από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα -ο Γιάννης συνεχίζει ακαταπόνητος να προσθέτει υλικό από παλιές ανθολογίες.

Ο Κώστας Νταϊφάς στο βιογραφικό που υπάρχει στην ανθολογία εμφανίζεται να έχει γεννηθεί το 1893, αλλά σε άλλες πηγές βρίσκουμε και άλλες χρονολογίες από 1891 έως 1895. Ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και πεζογράφος, ενταγμένος στο κίνημα του δημοτικισμού. Δημοσίευσε ποιήματά του στον «Νουμά» καθώς και τα βιβλία «Θεσσαλία» και «Οι Άνθρωποι του βάλτου». Ίδρυσε εφημερίδα Πρόοδος στη Λάρισα και στον Βόλο ενώ το 1926 ομότιτλη εφημερίδα στην Αθήνα (με την οποία συνεργάστηκε ο Βάρναλης στις ανταποκρίσεις που έχω συγκεντρώσει στον τόμο Γράμματα από το Παρίσι). Πέθανε το 1957 ή το 1958, ούτε σε αυτό ομοφωνούν οι πηγές.

 

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Πολλές φορές ο Στάθης ο Χαρούλης απόρεσε, αν έτσι θα περνούσε όλη του τη ζωή, αλέτρι, χωράφι, θέρος κι αλώνι. Πολλές φορές το σκέφτηκε, μα δεν αποζήτησε να βρει λύση, ούτε σκέση της ζωής και βίου. Κι έφτανε τα σαράντα ο Στάθης ο Χαρούλης. Όμως ούτε ο πατέρας του, ούτε ο παππούς του ποτές του δώσανε αφορμή να σκεφτεί παραπέρα απ’ ό,τι έβλεπε. Η ζωή του περνούσε ίδια κάθε χρόνο· ίδια και απαράλλαχτη.
Παντρέφτηκε ο παππούς του, όπως είχε παντρεφτεί και ο πατέρας του, όπως έπρεπε να παντρεφτεί κι ο γιος του κι άλλοι γιοί. Και θα πέθαινε μια μέρα, όπως πέθανε ο παππούς του, όπως θα πεθάνει κι ο πατέρας του, κι όπως πρέπει μια μέρα να πεθάνει κι ο γιος του— γιατί έτσι: όποιος ζει θα πεθάνει.
Όλα, μα όλα, γενικά, έπρεπε να γίνουνται, ακριβώς έτσι πως γίνουνται. Όπως η ζωή, έτσι και ο θάνατος, έτσι και η δουλειά: Να δουλεύουν επί ζωής στα ίδια χωράφια, να κάθουνται στα ίδια σπίτια, να τρώνε το ίδιο ψωμί.
Μόνο προ λίγα χρόνια γίνηκε μια μεταβολή —δυο μεταβολές· μια ο σ ι δ ε ρ ό δ ρ ο μ ο ς, και μια που αλλάξανε α φ έ ν τ η. Μα και αυτά τα συνήθισαν, ή κάλλιο δεν τα πολυσυνήθισαν. Με την ίδια περιέργεια που είδανε πρώτη φορά σιδερόδρομο, τονέ βλέπουν κάθε μέρα, που σκίζει ουρλιάζοντας τον κάμπο, εφτά ώρες μακριά ‘πό το χωριό· με την ίδια αδιαφορία δεχτήκανε το νέο αφεντικό. Ούτε με τον πρώτο μιλούσαν Τούρκικα, ούτε με τούτονε ρωμαίικα.
Όλα ίδια στη ζωή τους. Μια φορά το χρόνο σπορά —μια Χριστούεννα· μια Πασκαλιά— μια θέρος.
     Κάθε καλοκαίρι αλώνισμα και θέρμες…
Όλα ίδια στη ζωή του Στάθη του Χαρούλη, όχι μονάχα αυτουνού, μα και των άλλων συχωριανώ του κι αυτό δε γινότουν μόνο στου Χαρούλη το χωριό το Δεξοχώρι μα και σ’ όλα του Κάμπου τα χωριά. Κι ήτανε φχαριστημένοι απ’ τη ζωή τους όλοι οι Δεξοχωρίτες κι οι Καμπίσιοι· γιατί δεν είχανε με τίποτα δυσαρεστηθεί· γιατί δεν νιώθαν αν ειμπόρειε να είναι διαφορετικότερα· γιατί ακόμα φαντάζονται πως όλος ο κόσμος έτσι είναι — γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι…
Όλ’ οι Καμπίσιοι, όλ’ οι Δεξοχωρίτες και ο Στάθης ο Χαρούλης έτσι φαντάζονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγροτικά, Διηγήματα, Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Το Χανγκόβερο και άλλα δέκα εγκυκλοπαιδικά λήμματα του Χρήστου Τσατσαρώνη

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από τρεις μήνες είχαμε δημοσιεύσει δυο διηγήματα του φίλου μας Χρήστου Τσατσαρώνη. Σήμερα θα δούμε μερικά ακόμα χιουμοριστικά κείμενα του Τσατσαρώνη που έχουν τη μορφή λημμάτων από φανταστικές εγκυκλοπαίδειες. Μου αρέσει ο τρόπος που παίζει ο συγγραφέας με τη γλώσσα και βρίσκω πρωτότυπη την ιδέα του. Στα περισσότερα λήμματα γίνεται αναφορά σε κάποιο ιστορικό πρόσωπο, άλλα μπορεί να χαρακτηριστούν ασεβή, εμένα πιο πολύ μου άρεσε το πρώτο. Μακάρι να ζούσαμε στο Χανγκόβερο!

 

Το Χανγκόβερο
(λήμμα από την Ντοϊτσηπήδεια)

Το Χανγκόβερο είναι μικρή πόλη της κεντρικής – βόρειας Γερμανίας που ιδρύθηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους από Κέλτες της Βρεττανίας, της Ιρλανδίας και των γύρω μικρών νήσων (Εβρίδων κ.ά.). Οι άνθρωποι εκείνοι ξέμειναν στον τόπο αυτόν μετά από αμέτρητες πολεμικές συρράξεις, εκστρατείες, μετακινήσεις πληθυσμών, ανταλλαγές αιχμαλώτων, εξανδραποδισμούς, σκλαβοπάζαρα, φυλακίσεις και δραπετεύσεις, φυγοδικίες και άλλες επώδυνες διαδικασίες. Στον πρώτο, σπάνιο για τα χρόνια που μιλάμε, ορίζοντα ειρηνικής εποχής, ένοιωσαν ότι δεν είχαν κουράγιο ούτε καν στην πατρίδα τους να επιχειρήσουν να επιστρέψουν. Ρίζωσαν λοιπόν εκεί ιδρύοντας αυτήν την – μικροσκοπική στην αρχή – πολίχνη, έκαναν οικογένειες, καλλιέργησαν τη γη, άρχισαν να εκτρέφουν ζώα και να ασκούν την όποιαν τυχόν τέχνη ήξερε ο καθένας από πριν. Μοιραία, σιγά σιγά, οι κάτοικοι άρχισαν επιμειξίες με εκπροσώπους των αυτόχθονων Γοτθικών φύλων και η πόλη όπως και ο πληθυσμός μεγάλωναν, χωρίς όμως να επηρρεασθούν κάποιες συνήθειες του λαού τους αρχαίες που κουβάλησαν εκεί από την πατρίδα τους και διατηρήθηκαν ανέπαφες. Για παράδειγμα, η πολύ ιδιαίτερη γλωσσική τους διάλεκτος, τα Γαλελικά, που ακόμα και σήμερα μιλιέται και γράφεται από –λιγοστούς είναι η αλήθεια- κατοίκους της περιοχής. Επίσης η μεγάλη τους αγάπη για τη μουσική, το χορό και το τραγούδι. Όπως και για τη συγγραφή, ανάγνωση, διήγηση και ακρόαση ιστοριών με πλήθος φανταστικών στοιχείων, μύθων κ.λ.π. Πάνω απ’ όλα όμως οι κάτοικοι του Χανγκόβερου διατήρησαν την προγονική τους αγάπη στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Παραδοσιακά, από τις απογευματινές έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες, το αλκοόλ (τί μπύρα, τί μηλόκρασο, τί ουΐσκυ, τί τζιν) ρέει άφθονο στο Χανγκόβερο των έξω καρδιά – γλεντζέδων κατοίκων. Στη διατήρηση ειμή και στην ενίσχυση της συνήθειας αυτής πρέπει να πούμε ότι συνετέλεσε και ο απόλυτος ενστερνισμός της (άλλο που δε θέλανε δηλαδή) από τους – εξίσου γερά ποτήρια – ντόπιους. Έτσι λοιπόν κάθε βράδυ είναι μια γιορτή στο Χανγκόβερο, στο τέλος της οποίας όλοι γυρνούν πανευτυχείς, άδοντας και γελώντας, τρεκλίζοντας αλληλοϋποβασταζόμενοι στα σπίτια τους. «Μα… και πώς ξυπνάνε το πρωί να πάνε στις δουλειές τους;», θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο νηφάλιος, τακτικός, σπίτι-δουλειά / δουλειά-σπίτι και ύπνο από νωρίς, αναγνώστης. Μα εδώ ακριβώς έιναι το ζήτημα. Αυτό που κάνει τη μικρή αυτή και κατά τα άλλα άσημη πόλη, άξια να της αφιερωθεί ολόκληρο λήμμα στην έγκυρη δικτυακή, ψηφιακή μας εγκυκλοπαίδεια, τη Βίβλο των γερμανικών σπουδών και τον πνευματικό φάρο των ανά τον κόσμο Γερμανιστών, την Ντοϊτσηπήδεια. «Δηλαδή;» (αναρωτιέται ξανά ο αναγνώστης). Δηλαδή… δεν ξυπνάνε. Διότι απλά δεν μπορούν. Είναι κατάκοποι, εξουθενωμένοι, νοιώθουν εξάντληση, αδιαθεσία, τους πονάει το κεφάλι, τους ανακατώνεται το στομάχι… πάσχουν με άλλα λόγια από τις παρενέργειες της μέθης που στη γλώσσα της πατρίδος τους ονομάζονται «Χανγκόβερ», λέξη που στην περίπτωση αυτή αφορά φαινόμενο τόσο εκτεταμένο που στάθηκε ικανό να δώσει στην πόλη το όνομα της. Και τί γίνεται λοιπόν τις μέρες, τα πρωϊνά στο Χανγκόβερο; Μα –αγαπητοί αναγνώστες- όπως λένε και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί που σημειώνουν το Χανγκόβερο ως ένα αξιοπερίεργο αξιοθέατο… δε γίνεται τίποτα! Η πόλη μοιάζει έρημη, σαν όλοι οι κάτοικοι να έχουν πάει διακοπές. Ψυχή δεν κυκλοφορά στους δρόμους. Τα μαγαζιά κλειστά. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι τράπεζες, τα ταχυδρομεία, όλα κλειστά. Ούτε βλέπεις να κινείται κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς. Ο τυχόν ανυποψίαστος επισκέπτης απορεί έως και αγριεύεται. Και μετά, το μεσημεράκι, αρχίζουν να εμφανίζονται οι Χανγκόβεροι, να σκάνε μύτη όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή και να ξεκινά να ζωντανεύει η πόλη κατά τον τρόπο που συβαίνει οπουδήποτε αλλού στις, φερ΄ειπείν, 7:00 το πρωί. Κάπως βαρύθυμοι βέβαια και λιγομίλητοι είναι όλοι, όπως εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει, ωστόσο καλοπροαίρετοι, πρόθυμοι και ευγενικοί. Προοδευτικά το κλίμα βελτιώνεται, το δε βραδάκι και τη νύχτα, όπως ήδη αναφέραμε, όλη η πόλη είναι ένα ξεφάντωμα, μια γιορτή. Θα το διαπιστώσεις και συ αναγνώστη αν βρεθείς στα μέρη αυτά και αποφασίσεις (διότι αξίζει) να περάσεις έστω και ένα εικοσιτετράωρο στο Χανγκόβερο. Άλλωστε, μέρος σαν κι αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο όλο. Εκτός, καθώς λένε κάποιοι πολυταξιδεμένοι, από ένα νησί στο ανατολικό Αιγαίο, όπου –χωρίς την άμεση σχέση με το αλκοόλ- οι ντόπιοι έχουν τα ίδια περίεργα ωράρια. Αλλά περισότερα γι αυτό θα βρεις βεβαίως αναγνώστη στην αδελφή Ελληνοπαίδεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , | 125 Σχόλια »

Γιώργος Ιωάννου: Η μόνη κληρονομιά. Και το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε κάτι λογοτεχνικό κι έτσι σήμερα θα δημοσιεύσω ένα αγαπημένο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα: Το διήγημα «Η μόνη κληρονομιά» του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) από την ομότιτλη συλλογή, που κυκλοφόρησε το 1974.

Είναι ένα διήγημα που πάντα με συγκινεί σαν το διαβάζω. Δυστυχώς στην περίπτωση του Ιωάννου η δοξασία για τη μόνη κληρονομιά επαληθεύτηκε -έφυγε κι αυτός πριν τα εξήντα του χρόνια, όπως όλοι οι αρσενικοί στο σόι του.

Το διήγημα αυτό το είχα δημοσιεύσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο. Σήμερα δημοσιεύεται και σε μια άλλη γωνιά του ελληνόφωνου Διαδικτύου, στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο.

Το Λογοτεχνικό ιστολόγιο ξεκινάει σήμερα το ταξίδι του στον κυβερνοχώρο, όμως έχει πίσω του μια μικρή ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν απέκτησα κι εγώ προσωπική σελίδα στο Διαδίκτυο, τον Απρίλιο του 1998, ήταν να φτιάξω έναν κατάλογο με συνδέσμους προς τα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που υπήρχαν στο Διαδίκτυο -ελάχιστα τότε.

Σιγά σιγά, ο κατάλογος πύκνωνε, τα ονόματα των λογοτεχνών πλήθαιναν, αλλά πάντοτε τα ονόματα και τα έργα που έλειπαν ήταν πολύ περισσότερα. Έτσι, άρχισα να πληκτρολογώ ή να σκανάρω ποιήματα και σύντομα πεζά που μου άρεσαν και να τα προσθέτω στον κατάλογο.

Τα χρόνια περνούσε, η συλλογή μου όλο και πλουτιζόταν, αν και κάθε τόσο κάποιοι σύνδεσμοι έπαυαν να λειτουργούν, κάποιοι ιστότοποι καταργούνταν.

Όταν απέκτησα ιστότοπο στο όνομά μου, www.sarantakos.com, με περισσότερο διαθέσιμο χώρο, άρχισα να προσθέτω περισσότερο υλικό. Κάποια στιγμή είχα την ιδέα να ζητήσω τη βοήθεια εθελοντών, που ανέλαβαν να πληκτρολογούν κείμενα που τους έστελνα σκαναρισμένα. Την πρωτοβουλία αυτή την ονόμασα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ.

Έτσι μπορέσαμε να ανεβάσουμε πολλά εκτενή πεζά λογοτεχνικά κείμενα: Παπαδιαμάντη, Βουτυρά, αρκετά μυθιστορήματα, ανθολογίες διηγημάτων. Όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες προσπάθειες, αρκετοί ήταν εκείνοι που εκδήλωσαν προθυμία, λίγοι ήταν οι πιο ταχτικοί συνεργάτες. Οφείλω να εξάρω ιδίως τρεις, τον Σφραγιδονυχαργοκομήτη, τη Μαρία Μ. και τον Γιάννη Π. Ο Γιάννης, μάλιστα, εφαρμόζοντας κάποιες πανέξυπνες πατέντες, μπόρεσε να επιταχύνει πολύ την ψηφιοποίηση πολυτονικών κειμένων (σε μονοτονικό φυσικά).

Τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ λειτούργησαν όλο το 2008 και το πρώτο μισό του 2009. Σταμάτησαν για δύο λόγους. Ο ένας, ότι από τον Φλεβάρη του 2009 άρχισε να λειτουργεί τούτο εδώ το ιστολόγιο που απορροφούσε πλέον όλον τον ελεύθερο χρόνο μου. Ο άλλος, ότι ο ιστότοπος sarantakos.com είχε πια εξαντλήσει τον διαθέσιμο χώρο του. Έτσι, η πρωτοβουλία σταμάτησε -αν και κατά καιρούς έπαιρνα γράμματα επισκεπτών που δήλωναν πρόθυμοι να συμμετάσχουν.

Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια. Το ιστολόγιο στο μεταξύ συνέχισε να λειτουργεί ακατάπαυστα -την τελευταία πενταετία, όπως ξέρετε, δεν έχει περάσει μέρα χωρίς καινούργιο άρθρο. Στις αρχές του 2019, ο Γιάννης Π., ο παλιός καλός συνεργάτης, έριξε την ιδέα να μετατρέψουμε τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ σε ιστολόγιο, κι έτσι να ξεπεράσουμε τα προβλήματα χωρητικότητας και ενδεχομένως να αρχίσουμε να προσθέτουμε και νέο υλικό.

Προς το παρόν έχει μεταφερθεί στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο ο κύριος όγκος των κειμένων που υπήρχαν στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ, με εξαίρεση κάποια έργα που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκει κανείς σε ειδικούς έγκυρους ιστότοπους όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Σε δεύτερη φάση θα μεταφερθούν επίσης άλλα λογοτεχνικά κείμενα από τον παλιό μου ιστότοπο και από το παρόν ιστολόγιο ενώ θα προστεθεί και καινούργιο υλικό -ο Γιάννης έχει κατά νου τον Βλαχογιάννη.

Η νέα μορφή επιτρέπει και σχόλια, αλλά δεν θα είναι αυτός ο βασικός χαρακτήρας του εγχειρήματος. Σκοπός είναι να μείνει ένα αποθετήριο ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων που δεν υπάρχουν αλλού στο Διαδίκτυο.

Θα υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση με το εδώ ιστολόγιο, με την έννοια ότι κάποια κείμενά του θα δημοσιεύονται και εδώ, ενώ και κάποια διηγηματα που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο θα φιλοξενηθούν και εκεί. Όμως είναι δυο διαφορετικά εγχειρήματα -άλλωστε το Λογοτεχνικό ιστολόγιο είναι συλλογικό και, για αντικειμενικούς λόγους, ο Γιάννης Π. θα είναι πιο κοντά στην καθημερινή διαχείρισή του.

Μετά από αυτή την απαραίτητη παρένθεση, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου:

Η μόνη κληρονομιά

Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κείμενα, Λογοτεχνία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 145 Σχόλια »

Αλογίσιο όνομα και Ο εγκληματίας -δυο διηγήματα του Τσέχοφ

Posted by sarant στο 3 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό είχα αναφερθεί στην παράσταση του Γιώργου Κιμούλη με τον Θείο Βάνια του Τσέχοφ. Τέσσερα από τα θεατρικά έργα του Τσέχοφ θεωρούνται αριστουργήματα και παίζονται συχνότατα (Θείος Βάνιας, Βυσσινόκηπος, Ο Γλάρος και Τρεις αδελφές) αλλά ίσως σημαντικότερη προσφορά στην παγκόσμια λογοτεχνία αποτελούν τα διηγήματα και οι νουβέλες του.

Το έργο του Τσέχοφ είναι και ποσοτικά εντυπωσιακό, ιδίως αν σκεφτούμε πως πέθανε πολύ νέος (γεννήθηκε το 1860 και πέθανε από φυματίωση το 1904) ενώ παράλληλα σπούδασε γιατρός και άσκησε την ιατρική πολλά χρόνια.

Ο Τσέχοφ γεννήθηκε στο Ταγκανρόγκ ή Ταϊγάνι που το λέμε εμείς, αφού σε αυτό το λιμάνι της Αζοφικής θάλασσας υπήρχε από παλιά ακμαία ελληνική παροικία -εκεί έζησε για ένα διάστημα και ο Βαρβάκης. Ο νεαρός Τσέχοφ φοίτησε σε ελληνικό σχολείο και σε κάποιο διήγημά του, που θα το ανεβάσω κάποτε, διηγείται τον τρόμο ενός μαθητή για τα αρχαία ελληνικά: ασφαλώς βιωματικό, αφού έχασε μια χρονιά επειδή απορρίφθηκε στα αρχαία ελληνικά! Ο Τσέχοφ έμεινε στη γενέθλια πόλη έως το 1879 και δεν αποκλείεται να διασταυρώθηκε κάποια στιγμή με τους δημοφιλέστερους Έλληνες ποιητές του καιρού τους, τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Γ. Σουρή, που συνέπεσε να βρίσκονται τότε στο Ταϊγάνι, ο πρώτος ως πρόξενος και ο δεύτερος μαθητευόμενος σε έναν πλούσιο συγγενή του. Μετά, εγκαταστάθηκε στη Μόσχα όπου σπούδασε, ενώ παράλληλα συντηρούσε την κατεστραμμένη οικονομικά οικογένειά του γράφοντας διηγήματα και άλλα σύντομα πεζά που τα πουλούσε σε εφημερίδες και περιοδικά.

Συλλογές με διηγήματα του Τσέχοφ κυκλοφορούν πολλές στα ελληνικά, αλλά επειδή τα διηγήματα είναι πάρα πολλά είναι δύσκολο να τα βρει κανείς όλα και συγκεντρωμένα. Τα δύο διηγήματα που θα παρουσιάσω σήμερα προέρχονται από μια συλλογή με τίτλο «Η κυρία με το σκυλάκι και άλλα διηγήματα», που κυκλοφόρησε το 1990 από τη Σύγχρονη Εποχή σε μετάφραση Νίκου Παπανδρέου.

Να κάνω και μιαν αναφορά στον αξιόλογο αυτό διανοούμενο και αγωνιστή. Ο Νίκος Παπανδρέου γεννήθηκε το 1922 στον Βόλο, πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση, τον έστειλαν στρατιώτη στη Μακρόνησο, και στη συνέχεια πέρασε στον Δημοκρατικό Στρατό και από εκεί στην πολιτική προσφυγιά. Επαναπατρίστηκε το 1974 και δημοσίευσε μυθιστορήματα και διηγήματά του ενώ επίσης έκανε πολλές μεταφράσεις από τα ρωσικά για τη Σύγχρονη Εποχή. Πέθανε το 1998. Εδώ ένα βιογραφικό του και εδώ η εργογραφία του, που οσον αφορά τις μεταφράσεις δεν είναι πλήρης, αφού δεν περιλαμβάνει τις παλαιότερες από το 1985.

Ο Νίκος Παπανδρέου ήταν εκείνος που έκρινε θετικά και εισηγήθηκε να εκδοθεί η πρώτη μου συλλογή διηγημάτων «Μετά την αποψίλωση» «Για μια πορεία» το 1984. Στη συνέχεια συνεργάστηκα με τη Σύγχρονη Εποχή ως μεταφραστής και από άλλες απόψεις και γνώρισα καλά τον Νίκο Παπανδρέου, που μου έδωσε αρκετές χρήσιμες συμβουλές.

Από τη συλλογή αυτή διάλεξα δυο διηγήματα που θα τα παρουσιάσω στη συνέχεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 124 Σχόλια »

Ο Τάσης Βασκαντήρας (διήγημα του Δημήτρη Κανελλόπουλου)

Posted by sarant στο 20 Ιανουαρίου, 2019

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα από τη συλλογή διηγημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου «Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες«, που κυκλοφόρησε τον Απρίλη που μας πέρασε από τις εκδόσεις Κίχλη.

Πρόκειται για την πρώτη συλλογή διηγημάτων του Κανελλόπουλου, που ως τώρα έχει τυπώσει ποιητικές συλλογές ενώ επίσης διευθυνει το λογοτεχνικό περιοδικό Οροπέδιο με το οποίο έχω συνεργαστεί μια φορά με ένα άρθρο για τον Ρώμο Φιλύρα (που αποσπάσματά του δημοσίευσα κι εδώ).

Τη συλλογή δεν την είχα αντιληφθεί όταν κυκλοφόρησε, αλλά μου τη σύστησε στις γιορτές η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου, που ως νεοελληνίστρια έχει πολύ καλή εποπτεία της λογοτεχνικής παραγωγής. Η Βογιατζόγλου θεωρεί ότι το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι χαρακτηριστικό δείγμα της «νέας ηθογραφίας», όπως θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ένα νέο ρεύμα στην πεζογραφία μας, των τελευταίων δεκαετιών, που ανανεώνει το είδος της ηθογραφίας και που πατάει γερά στην ύπαιθρο -την οποία όμως επισκέπτεται διαφορετικά.

Εννοούμε εδώ τον Μακριδάκη, τον Παπαμάρκο με το Γκιακ, πιο παλιά τον Σωτήρη Δημητρίου, και πολλούς ακόμα. Ένα χαρακτηριστικό του νεοηθογραφικού ρεύματος, που ενδιαφέρει και το ιστολόγιο, είναι ότι χρησιμοποιεί λέξεις της ντοπιολαλιάς -που βέβαια δυσκολεύουν το νεότερο κοινό, καθώς οι βίαιες κοινωνικές ανακατατάξεις των περασμένων δεκαετιών έχουν ξεκόψει τους κατοίκους των μεγάλων αστικών κέντρων από λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσαν ακόμα κι οι πατεράδες τους. Φυσικά, κανείς απ΄όσους υποκριτικά ή καλοπροαίρετα θρηνούν για την υποτιθέμενη λεξιπενία των νέων δεν αναφέρεται στον χαμένο λαϊκό λεξιλογικό πλούτο -και οι δημοσιογράφοι τους οποίους εξαπέλυε ο Μπαμπινιώτης στα σταυροδρόμια για να χώνουν το μαρκούτσι τους στα μούτρα των ανυποψίαστων διαβατών ρωτώντας τους αν ξέρουν τη δείνα ή την τάδε λέξη, ποτέ δεν ρωτούσαν λέξεις λαϊκές, μόνο σκονισμένα «ασκαρδαμυκτί». Αλλά πλατειάζω.

Το βιβλίο του Κανελλόπουλου είναι μικρό -δέκα διηγήματα όλο κι όλο- και όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται στην Ηλεία, τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα. Και μάλιστα, υποψιάζομαι, αλλά δεν κάθισα να το ψάξω, όχι σε όλη την Ηλεία παρά σε ένα μόνο της κομμάτι γύρω από τη Νεμούτα, την ιδιαίτερη πατρίδα του, ίσως τη λεγόμενη ορεινή Ολυμπία. Βρήκα εξαιρετική δύναμη στην αφήγηση του Κανελλόπουλου, αισθάνθηκα γνήσια συγκίνηση διαβάζοντάς το, σίγουρα μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση απ’ οποιοδήποτε άλλο ελληνικό λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα τον τελευταίο χρόνο.

Κι αν ο τόπος είναι η Ηλεία, ο χρόνος είναι ο εικοστός αιώνας, κυρίως από τον μεσοπόλεμο ίσαμε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά με κάποιες αναφορές ίσαμε τη δεκαετία του 1980, ιδίως όταν ένοχα μυστικά φανερώνονται ύστερα από πολλές δεκαετίες. Έχει και φονικά το βιβλίο, έχει και αυτοκτονίες, έχει και κάποιες (καθόλου καθοριστικές όμως) αναφορές στον Εμφύλιο, κυρίως όμως έχει τη δύναμη της δωρικής γραφής του Κανελλόπουλου.

Χαρακτηριστικό της νέας ηθογραφίας όπως είπα είναι η χρήση στοιχείων της ντοπιολαλιάς. Ο Κανελλόπουλος στο τέλος του βιβλίου παραθέτει γλωσσάρι, με τις λέξεις που κρίνει ότι χρειάζονται εξήγηση, με κάπου 110 λήμματα. Από το γλωσσάρι αυτό αντιγράφω εδώ και παραθέτω στο τέλος όσες λέξεις εμφανίζονται στο συγκεκριμένο διήγημα.

Μονοτονίζω αν και μπορεί να μου ξέφυγε κάτι στο οσιάρ.

Ο Τάσης Βασκαντήρας

Στον Ηλία Λ. Παπαμόσχο

Ο Τάσης Βασκαντήρας είχε κάνα δυο χρόνια που άφησε το δασκαλίκι κι έπιασε τα έμπόρια. Έκανε τον τρελό κι έφυγε από την υπηρεσία. Κατάφερε να πάρει και σύνταξη. Γύρισε στο χωριό κι ανέλαβε το εμπορικό του πατέρα του, γιατί τ’ άλλα αδέρφια του, εκτός του Βασίλα, του μικρού που είχε βγάλει το σχολαρχείο, δεν κατέχαν τα γράμματα. Κάτι μήνες μετά που γύρισε, παντρεύτηκε τη Μάρθα του Μουστοβασίλη. Ήταν Αύγουστος του ’27. Κατόπιν, έβαλε τ’ αδέρφια του στη σειρά. Κάνανε εμπόριο χοντρικό και λιανικό.

Το μονό μήνα το καραβάνι —τ’ αδέρφια του μαζί με τους παραγιούς, γύρω στους δεκαπέντε νοματαίους— θα πούλαγε χοντρικά και λιανικά. Υφάσματα για το σπίτι: οργάντζες, μουσελίνες, τραπεζομάντιλα, πετσέτες, κι ακόμη λασέ, μεταξωτά, παραδοσιακά, λευκαδίτικα, βυζαντινά, σουφλιώτικα και ινδικά, εργόχειρα και λινά λευκά είδη, είδη προικός, ριχτάρια, παπλώματα, κουρτίνες. Αλλά και υφάσματα για ρούχα — όλων των ειδών και των κομποδεμάτων: κασμίρια εγγλέζικα, τσελβόλια και τσίτια. Κι οι βαντάκες ήσαν γιομάτες χάντρες, κουβαρίστρες, κλωστές ντεμισέ και βελόνες, ψαλίδια και ψαλιδάκια, κι ό,τι άλλο τράβαγε η ψυχή της νοικοκυράς.

Τόν άλλο μήνα, το ζυγό, θα εισπράττανε. Στην είσπραξη θα πήγαινε ο καθένας μόνος του, με δυο τρία ζώα το πολύ, μ’ εμπορεύματα για τις γυναίκες, ψιλολοΐδια. Μπορεί να ’παιρνε μαζί κι έναν παραγιό. Κανόνισε λοιπόν ο Τάσης να γίνεται ή πούληση ως έξης: ο Νικάκης θα εισέπραττε από τις Ράχες κι απάνω μέχρι τη Βέρβιτσα, όπως λέγανε τότε τα Τρόπαια, ο Ηρακλής θα ’πιανε την Πέρα Μεριά, το Νεμουτιάνικο μέχρι την Πετράδα και τ’ Άσπρα Σπίτια, κι ο Θοδωράκης την Κάτω Μεριά — Νιχώρι, Τρανή Λάκκα, Ντελαλή, Μπέλεσι, και στο γυρισμό τα χωριά της Ηραίας. Άφησε απέξω τον μικρότερο, γιατί τον ήθελε κοντά του. Ο ίδιος θα κράταγε το κουμάντο — τους παράδες και τις παραγγελίες. Και τις επαφές με τους μεγαλέμπορους στον Πύργο και στην Πάτρα. Είχε και δυο αδερφές. Τη Λούλα, που την πάντρεψε με τον Τσιόγκα στον Ξερόκαμπο, και την Ντίνα, που την έστειλε στην Αμέρικα να παντρευτεί ένα φίλο του από του Σπάθαρη.

Μένανε όλοι μαζί στο σπίτι, στο πάνω πάτωμα. Κάτω είχανε το μαγαζί, τα εμπόρια. Απάνω, στη μια μεριά ήταν ο όντάς. Εκεί τρώγανε τα μεσημέρια και στις γιορτές, σαν βρίσκονταν όλοι μαζεμένοι στο χωριό. Στην άλλη μεριά, τους έβαλε ο Τάσης και το χωρίσανε με τις μισάντρες. Δεν ήτανε σωστό να κοιμούνται οι παντρεμένοι με τους ανύπαντρους. Τότε άρχισαν τα προβλήματα. Η γυναίκα του, η Μάρθα, βρήκε το δωμάτιο μικρό. Πέρναγε καλύτερα στου πατέρα της, έλεγε.

Βούλωσ’ το, της απαντούσε ο Τάσης. Βούλωσ’ το, και θα σε φάει το μαύρο φίδι. Δε θέλω έχτρες με τ’ αδέρφια μου.

Αυτή τίποτα. Όλο μουρμούριζε στα σιγανά.

Από μέρες ο Τάσης είχε πιάσει έναν καβγά με το Νικάκη. Ήτανε μαλακός με τους πελάτες, του ’χανε πάρει τον αέρα. Του ’λεγε να μη δανείζει, να μην ξανοίγεται στην πίστωση. Τίποτα ο Νικάκης. Όλο δικαιολογίες. Ύστερα, έλειπε κι ένα πεντακοσάρικο από τις εισπράξεις που ’φερε τον περασμένο μήνα. Έγραφε στο τεφτέρι: τέσσερις χιλιάδες εφτακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Στον πάγκο όμως άφησε τέσσερις χιλιάδες διακόσιες πενήντα δύο δραχμές και σαράντα λεπτά. Ο Νικάκης έλεγε ότι είχε κάνει λάθος κι έγραψε παραπάνω παράδες στο τεφτέρι, ο Τάσης όμως είδε το λογαριασμό περασμένον στο χαρτί, μα η υπογραφή στο πλάι ήταν δυσανάγνωστη. Τον έπιανε με το καλό, το γύριζε στη φοβέρα, δεν έλεγε να ομολογήσει ο Νικάκης.

 

Ο λόγος ήταν μια κρυφή αγάπη. Αγάπαγε ο Νικάκης. Αγάπαγε τη Δεσπω του Μουσουρούλια, αλλά δεν τολμούσε να το πει. Η οργή του Τάση θα ’πεφτε σαν κεραυνός. Δεν ταίριαζε να πάρει γυναίκα από φτωχόσογο. Κόρη καλατζή ήτανε ή Δέσπω. Με τα γανώματα πιάνονταν και τ’ αδέρφια της. Δύσκολα πράματα, δουλειές για ενα κομμάτι ψωμί, κι αυτό όχι πάντα. Και δε φτάνει που ήταν φτωχιά, είχε κι άρρωστο το μεγάλο της αδερφό, τον Αναγνώστη — χτικιό, λέγανε. Αυτός ήταν φίλος γκαρδιακός του Νικάκη, τον αγαπουσε πιο πολύ κι από τ’ αδέρφια του. Ήσαν φίλοι από μικρά παιδιά. Ύστερα τόν βάρεσε η αρρώστια.

Ήτανε φθινόπωρο προχωρημένο. Απο τη θάλασσα ερχόντουσαν κάτι μολυβένια σύννεφα γεμάτα νερό. Φόρτωνε ο καιρός κατά το Παναχαϊκό και ξεσπούσε δυνατή βροχή. Κάθε μέρα έβρεχε, είχε λασπώσει ο τόπος όλος. Η υγρασία ανυπόφορη, είχε βαλθεί να σακατέψει τα κόκαλα των ανθρώπων. Έριχνε πολύ νερό. Καλό για τους σποράδες, που σε λίγο θ’ αρχίζανε τη σπορά. Η βροχή σταμάτησε τη δουλειά -ήτανε να φύγει ο Νικάκης καταπάνω, για τα χωριά γύρω απ’ τα Τρόπαια, να εισπράξει απ’ τους εμπόρους και να πουλήσει τίποτα ψιλολόγια. Κόντευαν Χριστούγεννα· είχαν ανάγκη τα μετρητά, ν’ αγοράσουν εμπορεύματα.

Ήταν ο καιρός, ήτανε κι ο Τάσης που κάθε μέρα τον βασάνιζε με το πεντακοσάρικο. Τ’ Άι-Δημητριού την άλλη μέρα, ο Νικάκης σηκώθηκε νωρίς. Όλη νύχτα δεν είχε κλείσει μάτι. Αχάραγα έβαλε φωνή κι έκανε εγερτήριο. Πεταχτήκανε απ’ τα στρώματα οι παραγιοί, μαζί κι ο Βασίλας, κι άρχισαν να φορτώνουν τα ζώα. Ήθελε να φύγει πριν σηκωθεί ο Τάσης, μα δεν τα κατάφερε. Ο Τάσης σηκωνότανε πάντα χαράματα, κι είδε από το μπαλκόνι τις ετοιμασίες.

Κατέβηκε και ρώτησε το Νικάκη:

– Θα φύγεις;

– Ναί, Τάση μου.

– Μη θες να πάρεις και τον μικρό κοντά;

– Όχι, Τάση μου, θα το κάνω το κουμάντο, αποκρίθηκε ο Νικάκης κοιτάζοντάς τον στα μάτια.

Τον αγαπούσε πολύ και τον σεβότανε το μεγάλο του αδερφό.

– Να, λέω, επειδής είναι φορτωμένος ο καιρός.

– Κράτα το παιδί εδώ, να κάνει καμιά δουλειά. Θα πάω μονάχος μου εγώ.

– Καλά, κοίτα να μαζέψεις τίποτα, έχω να πάω στον Πύργο να φέρω εμπόρευμα για τις γιορτές. Μετρητά, ακούς; Μη φερεις πάλι γουρούνια και κοτερά. Δεν έχουμε πού να τα πουλήσουμε.

– Εντάξει, Τάση μου. Μετρητά, μετρητά.

– Έλα να σου ειπώ, είπε ο Τάσης τραβώντας τον παράμερα, κάτω από τη μουριά, να μην ακούνε οι γυναίκες και οι παραγιοί.

Το Νικάκη τον ζώσανε τα φίδια.

– Το πεντακοσάρικο κάπου το ’δωκες, το δάνεισες.

– Μα…, έκανε ο Νικάκης.

– Άσε τα μα και μου. Είμαστε μεγάλη φαμελιά, Νικάκη, τα ’χουμε ανάγκη τα λεφτά.

– Να το ’βρω από την Πατσουριά, Τάση μου. Σου λέω, δεν το ’δωκα, είπε ξαναμμένος ο Νικάκης.

– Μην ορκίζεσαι σε μένα, ρε, τον άντίκοψε ο Τάσης. Ή θα γενείτε αθρώποι ή παίρνω τη φαμελιά μου και φέγω. Θα φέρεις το πεντακοσάρικο τώρα που θα γυρίσεις και τέρμα!

Το μάτι του Τάση γυάλιζε.

Αφού τελειώσανε το φόρτωμα, ρίξανε πάνω από τις κασέλες και τις βαντάκες κάτι σαΐσματα από σπάρτο, που δεν τα πέρναγε η βροχή να καταστρέψει το εμπόρευμα. Τα δεσανε προσεχτικά, και κατόπιν ο Νικάκης έκανε το σταυρό του και κίνησε με τα φορτωμένα ζώα, δύο άλογα κι ένα μουλάρι.

– Καλή πούληση, Νικάκη, να δώκει ο Θεός να φέρεις παράδες, έλεγαν οι παραγιοί.

Οι γυναίκες με τα μικρά —η Μάρθα είχε δυο κι η Θεώνη του Θοδωράκη νεογέννητο, το Θανάση— κάνανε το σταυρό τους και σταυρώνανε το Νικάκη. Όμως η Μάρθα, φουρκισμένη, έβγαλε το φαρμάκι από μέσα της:|

– Τι να φέρει, παιδάκι μου; Ευτούνος μονάχα πεσκέσια στους χαραμοφάηδες ξέρει να δίνει…

 

Πήρε τη δημοσιά και στου Κουρσέση το ρέμα έκοψε αριστερά μέσα το& λόγγο· άρχισε να κατεβαίνει το φαρδύ μονοπάτι, κατά το Τουμπίτσι. Ακολουθούσε πάντα τόν ίδιο δρόμο. Του άρεσε μέσα στά πλατάνια ν’ ακούει τα πουλιά να κελαηδάνε και τα νερά να κελαρύζουν. Ηρέμησε, αν και τα μάτια του ήσαν υγρά ακόμη από το κλάμα.

Τη διαδρομή την ήξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετά το Τουμπίτσι πήρε το περικοπό κατά του Σπάθαρη. Ειχε μεγάλη ανηφόρά μέχρι ν’ ανέβει στην πλαγιά του Γκούτζιου και να φτάσει στο χωριό. Πέρασε κι απ’ του Ντελαλή. Ερημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τα είχαν πνίξει τ’ αλίσβατα και οι αντράκλες. Στάθηκε στο χωράφι του μπάρμπα του του αγαπημένου, του Γιώρη του Πουλή, που πέθανε τριάντα τριών χρονών, να ιδεί τις ελιές που ’χανε οι πρωτοξαδέρφες του, τα κορίτσια του συχωρεμένου. Γιομάτες ήτανε οι ευλογημένες. Θα το μηνύσω της Νικολιάς με τον Ηρακλή, σα γυρίσω, σκέφτηκε. Λίγο παραπάνω έκοψε αριστερά και το πήρε μονορούφι. Βάρεσε τ’ άλογο να κάνει γρήγορα, μην τόνε πιάσει ή βροχή· είχε μπροστά του μια ώρα δρόμο.

Έκεΐ στή στροφή, Γκορτσιά το λέγανε το μέρος, το μονοπάτι στένευε κι έπαιρνε κλίση απότομη. Το δάσος αγρίευε. Πλατάνια αιωνόβια και οξιές και σφεντάμια γιομάτα δροσιές, σφιχταγκαλιασμένα, δεν άφηναν το φως να περάσει ίσαμε κάτω τη χαράδρα. Δυσκόλευε η κατάβαση για τα φορτωμένα ζώα. Έβαλε πρώτα τον Τσίλη και μετά τη μούλα. Ο ίδιος πήγαινε τελευταίος, καβάλα στον Καρρά, άλογο συνετό και μυαλωμένο — είχε περάσει μαζί του αυτά τα γκρεμνά πολλές φορές, κάθε εποχή του χρόνου.

Κάτω έχασκε το ρέμα, βουερό και σκοτεινό. Αυτό ήταν το μέρος που το έλεγαν Πατσουριά. Πολλοί είχανε πνιγεί εκεί, περνώντας αμέριμνοι τη στενή του κοίτη σαν έπιανε ξαφνική βροχή. Τέτοιο ήταν το δέος, που, όταν ορκίζονταν οι άντρες, έλεγαν: «Να το ’βρω από την Πατσουριά». Κι όταν ήθελαν να καταραστούν οι γυναίκες, έλεγαν κι αυτές: «Να που να το ’βρεις από την Πατσουριά».

Καθώς κατέβαινε το σκοτεινό βάραθρο, ένας φόβος φώλιασε στα σωθικά του. Καλόπιανε τα ζώα, τους έλεγε γλυκόλογα, μην ιδούνε ή άκούσουνε τίποτα και προγκήξουνε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχε γλιτωμό. Θα γινόταν ένα με τα εμπορεύματα και τα ζώα μέσα στον γκρεμό.

– Άιντε, Τσίλη μου, έλα καλώς τονε. Ήσυχα, πουλάκια μου, κι εγώ θα σας φιλέψω λουκουμάκια σα γυρίσουμε πίσω στο κονάκι…

Όταν κατέβηκε στο ρέμα και λίγο πριν φτάσει ο Τσίλης στην κοίτη, τον κράτησε. Ξεπέζεψε απ’ τον Καρρά και, πατώντας με προσοχή στην άκρια του μονοπατιού, έλυσε τον Τσίλη και του ’δωσε μια με το χέρι στο καπούλι. Σαν άνθρωπος το ζώο μπήκε στο χείμαρρο καί, με δυνατό βήμα, σηκώνοντας τα μπροστινά του πόδια, πέρασε μέσα από τα ορμητικά νερά κι άρχισε να σκαρφαλώνει το ανηφορικό μονοπάτι. Έπιασε σιγανή βροχή και το φως λιγόστεψε. Άστραψε, βρόντηξε και η βροχή δυνάμωσε. Ο Νικάκης φοβήθηκε κι εκανε το σταυρό του. Παναγία μου βόηθα…

Κράτησε τή μούλα που αλαφιαστηκε. Επρεπε να κάνει γρήγορα, γιατί το ρέμα θα κατέβαζε πολύ νερό. Έδεσε τή μούλα πίσω από τον Καρρά, και βάρεσε τ’ άλογο απαλά με την τριχιά στην κοιλιά.

– Έλα, Καρρά μου, έλα, λεβέντη μου, είπε και σφύριξε ένα σκοπό που άρεσε του αλόγου.

Εκείνο ρίχτηκε με δύναμη στο νερό. Από κοντά κι η μούλα. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να κολλήσει άπέναντι. Άνθρωπος και άλογο γύρισαν πίσω. Ο Νικάκης ξεφόρτωσε βιαστικά τις βαντάκες και τις άφησε από τη μεριά πού.κατέβηκε.

Η αγωνία του μεγάλωνε όσο περνούσε η ώρα. Ο Καρράς πάτησε στην άκρη και μισανέβηκε. Η μούλα όμως δεν τα κατάφερνε και τον τράβαγε πίσω. Η βροχή δυνάμωνε. Είχε πέσει σκοτάδι, ίσα που ’βλεπε. Μια ησυχία θανάτου είχε απλωθεί στη χαράδρα. Κι ο Νικάκης όλο βάραγε το άλογο με την τριχιά στα καπούλια, να κάνει γρήγορα -δεν ήθελε πολύ για να κατεβάσει το ρέμα.

Μόλις φτάσανε τα ζώα στή ρίζα του γκρεμού και καβαλήσανε καταπάνω στή ράχη, εγινε χαλασμός. Ο Νικάκης είχε γυρίσει να πάρει τις βαντάκες στην πλάτη, μα δεν πρόλαβε. Μια βουή συντάραξε το βαθύ ρέμα και μια φουσκωμένη, κατακόκκινη θάλασσα, θολή, γιομάτη κούτσουρα και πέτρες, ήρθε από πάνω με ορμή, από τή μιά μεριά στην άλλη.

Είχαν ανοίξει οι ούρανοί κι άστραφτε ασταμάτητα. Χοντροί κορμοί δέντρων χτυπούσαν με μεγάλη ταχύτητα στις κορφές των πλατανιών, που τα είχαν καλύψει το νερο κι η λάσπη. Ο Νικάκης, αλαφιασμένος, δεν προλάβαινε ν’ ακολουθήσει τα ζώα. Προσπάθησε να γυρίσει στην πίσω μεριά, μα τον άρπαξε το θολό νερό. Τότε έβγαλε μια κραυγή:

– Τάσηηη!…

Μετά, τα σκέπασε ολα, για πολλή ώρα, η τρομερή βουή.

 

Τα ζώα, σαστισμένα, σαν να νιώθανε τη συμφορά που ξεσπούσε μέσα στο φαράγγι, έβαλαν ολη τους τη δύναμη κι ανέβηκαν την απόκρημνη πλαγιά. Πάλευαν ν’ απομακρυνθούν όσο γίνεται περισσότερο. Όταν έφτασαν πάνω στή ράχη, εκεί που το λένε «στου Τούρκου τ’ Ανάθεμα », η βροχή έκοψε. Σταθήκανε μουσκεμένα το ένα πλάι στο άλλο και φρουμιζαν. Τα σαΐσματα ήσαν δεμένα καλά και τα εμπορεύματα δε βράχηκαν καθόλου. Μόνο ο Καρράς ήταν ανήσυχος — κοίταζε συνέχεια κατά το ρέμα. Τώρα τ’ αφεντικό του ταξίδευε κατά τόν Λάδωνα και τον Ρουφιά· ίσως και στην Αγουλινίτσα. Κι από κεΐ, για τις βραγιές του Παραδείσου… Σε λίγο ξαστέρωσε. Ακουγόταν μόνο η βουή του νερού, κι ένα τετιντί που κελαηδούσε το μονότονο τραγούδι του:

Τετιντί, τετιντί
τ’ άλογό μου δεν μπορεί,
δώσ’ του βρώμη και ταή…

Δυο μέρες μετά, θα ’ταν μεσημεράκι, ώρα ανάπαυσης, ακούστηκαν ζώα να σταλιάζουνε κάτω απ’ την κρεβάτα των Βασκαντηραίων. Ο Βασίλας βγήκε ξυπόλυτος στο μπαλκόνι. Είδε τα ζώα να στέκονται και φώναξε:

– Νικάκη, γύρισες;

Απάντηση δεν πήρε. Άρχισε να φωνάζει: «Νικάκη, Νικάκη!». Μόλις κατέβηκε στο υπόστεγο και ειδε τα ζώα μες στη λάσπη κατάλαβε. Εν τω μεταξύ, σηκωθήκανε κι οι άλλοι. Όλοι κατάλαβαν τι είχε συμβεϊ.

– Το ’βρε από την Πατσουριά, είπε η Θεώνη.

Γύρω ξέσπασε βουβός θρήνος. Μονάχα η Μάρθα στάθηκε ψύχραιμη.

Το Νικάκη τον βρήκαν δέκα μέρες μετά, λίγο πριν το Μπέλεσι. Έφτασε ένα τηλεγράφημα στο χωριό από τή Διοίκηση Χωροφυλακής Πύργου. Πήγαν στο Μπέλεσι ο Τάσης με τον Ηρακλή και το Θοδωράκη. Είχανε βάλει τον πνιγμένο μέσα σε κάτι λινάτσες και τον είχανε σε μια καλύβα πλάι στο κοιμητήρι. Μύριζε. Από τα ξεσκισμένα ρούχα που τους δείξανε καταλάβανε ότι ήταν ο αδερφός τους. Πρόσωπο δεν υπήρχε. Τον πήρανε βουβοί, γυρίσανε στο χωριό και τον θάψανε.

 

Μέχρι τα σαράντα του συχωρεμένου ο Τάσης δεν έκλεινε μάτι όλη νύχτα. Μόλις έκανε να τον πάρει ο ύπνος, πεταγόταν και κοίταζε γύρω του με αγωνία, σαν να ’ψάχνε κάποιον.

-Τι έχεις, άντρα; τον ρωτούσε η Μάρθα.

– Τίποτες, της έλεγε αύυός και γύριζε το άλλο πλευρό.

Το βράδυ πριν τα σαράντα, κοιμήθηκε έναν ύπνο ήσυχο, βαθύ. Πλάι του η Μάρθα ξενύχτησε απορημένη. Δεν το πίστευε ότι ηρέμησε ο άντρας της. Όλο τον καιρό μετά το χαμό του Νικάκη δεν έβγαλε μιλιά από το στόμα της, ούτε για το πεντακοσάρικο ούτε για τ’ άδέρφια του. Τον κρυφοκοίταζε που κοιμόταν. Επιτέλους ησύχασε, σκεφτόταν.

Την άλλη μέρα, πήγανε ολοι μαζί στην εκκλησιά. Με τις κοφίνες γιομάτες ψωμιά, με τα σπυριά φτιαγμένα από τις γυναίκες την προηγουμένη. Μόλις σχόλασε η εκκλησιά, ο Τάσης, πρώτη φορά μετά το θάνατο του αδερφού του, πηγε στο καφενείο. Ήταν ήρεμος, σαν να μην είχε περάσει τέτοια στεναχώρια. Φόραγε ρεπούμπλικα και το πένθος στο μπράτσο. Φρεσκοξυρισμένος, σωστός άρχοντας, έκατσε έξω από την πόρτα. Είχε λιακάδα, μαζεύτηκε κόσμος πολύς. Λίγο πιο πέρα καθόταν ο μοίραρχος με το δάσκαλο. Μετά ήρθε κι ο παπάς στην παρέα τους.

Έπινε τον καφέ του και φαινόταν βυθισμένος σέ σκέψεις. Κοίταγε πέρα κατά του Παλούμπα κι έκανε τάχα μου πως δεν έδινε σημασία σε κανέναν. Κάποια στιγμή ήρθε στον καφενέ ο Αναγνώστης ο Μουσουρούλιας. Έπιασε μιάν άκρια και παράγγειλε καφέ. Δεν τον είχε δει τον Τάση. Έκατσε απέναντί του, από την άλλη μεριά, κατά το ρέμα. Ο Τάσης έκανε πως δεν τον είδε, τον παρακολουθούσε όμως με την άκρη του ματιού του. Μόλις αραίωσε ο κόσμος, πήγε στο τραπέζι του.

– Μουσουρούλια, είπε, πάω απέναντι στο μαγαζί μου. Έλα που σε θέλω να σου ειπώ, κι έφυγε.

Ο Αναγνώστης σηκώθηκε και πηγε στου Βασκαντήρα, στην πίσω μεριά που έβλεπε κατά τον Κάμπο. Η μεγάλη πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε μέσα. Ο Τάσης στεκόταν πλάι σέ κάτι σακιά, έβαζε πράματα σε μια λινάτσα. Μόλις τον είδε, είπε:

– Άκου, Αναγνώστη, εγώ δεν κάνω παρέα με τους πεθαμένους. Ο αδερφός μου έφυγε. Μόνος του διάλεξε να κατεβεί στην Αλησμόνα. Δεν ήταν η ώρα για ταξίδι, δεν τ’ αποφασίσαμε μαζί. Κι εγώ τον πόνο μου τον έσβησα. Θέλω να ζήσω. Σαράντα μέρες τον έβλεπα κάθε βράδυ στον ύπνο μου και τον ρώταγα για το πεντακοσάρικο. Δεν εμίλαγέ. Εχτές το βράδυ, όμως, γονάτισε. Ήρθε και κάτσαμε απόξω, στην πεζούλα. «Συχώρα με, Τάση», είπε. Μου μολόγησε ότι αγάπαγε την αδερφή σου, κι εσένα κι ούλη τη φαμελιά σου. Εγώ δέν τον έκοψα. Ήξερα θα μου ’λεγε και για το πεντακοσάρικο.

«Να πας στον Αναγνώστη να το πάρεις», είπε, «είναι καλός άνθρωπος και θα σ’ το δώκει».

«Θα του το ειπώ», είπα, «κι όσο μπορώ θα τους βοηθάω να ζήσουνε…». Ο άδερφός μου έκλαψε και μου ’πε «ξαλάφρωσα τώρα». Το κλάμα στ’ όνειρο είναι καλό, λένε οι γυναίκες. Πάρε αυτό το σακί, σου ’βαλα λίγα πραματάκια να ’χετε. Κι όποτε μπορείς, να μου φέρεις το πεντακοσάρικο.

 

Ο Αναγνώστης έχασε τη λαλιά του. Μετά από λίγο είπε:

– Ποτές δεν ελογάριασα να μη σ’ το δώκω πίσω, Τάση μου. Έχουμε λίγο λάδι φέτο. Μόλις πουλήσω, θα σ’ το φέρω.

– Δεν είπα δε θα το ’φερνες. Το ξέρω, είσαι τίμιος. Αλλά εγώ είμαι έμπορος, δεν μπόραγα να το κάνω ζάφτι, θέλω να ξέρω τί έχω στην τσέπη μου. Πάρε τα πράματα και σύρε στή φαμελιά σου. Και μόλις πουλήσεις το λάδι, φέρε μου πίσω τα λεφτά. Εγώ, όσο ζω κι όσο μπορώ, μια φορά το μήνα θα σου δίνω από το περίσσεμά μου.

Ο Αναγνώστης, συγκινημένος, σηκώθηκε, πήρε το σακί κι έφυγε. Ύστερα, ο Τάσης σαμάρωσε τον Καρρά και τράβηξε πέρα στα Σιωματάκια. Εκεί, στου Γυφτάκου, μπήκε στο χωράφι τοϋ μπάρμπα του, του Γιώρη του Πουλή· πηγε στην κάτω μεριά, που έβλεπε την Ντοάνα κι απέναντί τη Νεμούτα. Εκεί ήτανε μια αριά, έκατσε από κάτω σε μια πέτρα κι έκλαψε ίσαμε το βράδυ.

Λεξιλόγιο

Αλησμόνα: κοιμητήρι, Κάτω Κόσμος
αλίσβατα: βάτα
αριά: είδος βελανιδιάς
βαντάκες: μικρά ντουλάπια με λίγα ράφια στο εσωτερικό τους, στα οποία τοποθετούσαν είδη ραπτικής, όπως βελόνες, κουβαρίστρες, δαχτυλήθρες κτλ.
κοτερά: τα πουλερικά
λασέ: δαντελένιος διάκοσμος
μισάντρα: ξύλινο χώρισμα ανάμεσα στα δωμάτια
περικοπό: σύντομο μονοπάτι
σαΐσματα: χοντρές κουβέρτες από σπάρτο ή κατσικίσιο μαλλί
τετιντί: μικρό και όμορφο ωδικό πουλί

 

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ντοπιολαλιές, Παρουσίαση βιβλίου, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , , , , | 263 Σχόλια »

Ο Βράκχος (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματά του, το τελευταίο λίγο πριν από τις γιορτές. Εκεί θα βρείτε και λινκ προς τα υπόλοιπα.

(Να σας πω με την ευκαιρία ότι την πρωτοχρονιά ο Αγιοστάζιμπος μού έκανε ένα θαυμάσιο δώρο, δηλαδή επικαιροποίησε τον κατάλογο με τα Περιεχόμενα του ιστολογίου κι έτσι μπορώ να βρίσκω και τα 3647 άρθρα που έχουμε δημοσιεύσει μέχρι τις 1.1.2019. Έτσι βλέπω ότι τούτο εδώ είναι το πέμπτο διήγημα του Τζι που δημοσιεύουμε).

Στο συνοδευτικό ηλεμήνυμα, ο Τζι λέει: Σου στέλνω κι ένα διήγημα με όσα άκουσα από τον πατέρα μου για το 40-60 και με αληθινά γεγονότα που έζησα και γνώρισα από το 60-99. Θεωρώ πως υπάρχει μια κάποια αντιστοιχία του Βράκχου με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια αυτά αλλά εγώ σε παραλληλισμούς παραείμαι εύκολος !

Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι και αυτή του Τζι.

Ο Βράκχος

Όταν ο Φαέθων Σκίπερης απέκτησε υιόν, στα τέλη του 1939, άρχισε να κάθεται περισσότερες ώρες το απόγευμα στο καφενείο προσπαθώντας να αυξήσει το πενιχρό εισόδημα του δημόσιου υπάλληλου με τα εκ της χαρτοπαιξίας κέρδη. Όχι τίποτε σοβαροί τζόγοι, κάτι καπίκια από κούπες και πρέφα ίσα-ίσα να βγαίνουν τα τσιγάρα του και η σοκολάτα μαζί με τον πασσατέμπο για την γυναίκα του που τον περίμενε σπίτι κρατώντας συντροφιά στη μάνα του. Τότε ο Φαέθων έπρεπε να βγάζει κάτι περισσότερο για το γαλατάκι του μωρού και τα κατάφερνε, δόξα τω θεώ, λες και τον είχε φιλήσει ο Απόλλωνας και τούχε μεταδώσει την μαντική την τέχνη. Μόνο που έτσι αργούσε περισσότερο τα βράδια και δεν είχε καιρό να συζητήσει με την γυναίκα του για τα βαφτίσια και το όνομα του γιου τους. Τις Κυριακές υποδεχότανε τους συγγενείς του, το Μαρούσι που έμενε τότε εθεωρείτο εξοχή. Ηταν σαν έθιμο να  τους τραπεζώνει, η γυναίκα του ήταν καλή μαγείρισσα και τα έξοδα, συν ένα μικρό κέρδος, βγαίνανε από την χαρτοπαιξία που ακολουθούσε, έτσι ήταν όλοι ικανοποιημένοι. Τις ελάχιστες φορές που ο Φαέθων έχανε, οι καλοταϊσμένοι συγγενείς δεν καταδέχονταν να του πάρουν λεφτά.

Με το που κηρύχθηκε ο πόλεμος τον Οκτώβρη του 40 ο Φαέθων βρέθηκε στο μέτωπο, βοηθητικός – αν και υγιέστατος – στην τοπογραφική υπηρεσία του στρατού μαζί με  κάποιον Ερμή, μακρινό συγγενή του, αληθινά βοηθητικός αυτός λόγω κάποιου προβλήματος στο χέρι. Με την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε με τα πόδια μαζί του από την Ηπειρο μέχρι τη Θήβα. Ο Ερμής ήταν που ήξερε τον δρόμο, αλλά έτυχε να έχει κάποιους συγγενείς στη Θήβα κι’ έκατσε να τους δει και να ξεκουραστεί οπότε ο Φαέθων συνέχισε μόνος του. Όταν έφτασε στην Αθήνα, πέρασε από την μάνα του Ερμή και την πληροφόρησε ότι ο γιος της σκοτώθηκε στο μέτωπο. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τόκανε, ήταν η πρώτη πράξη που ικανοποίησε κάτι περίεργες εσωτερικές παρορμήσεις που είχε αποκτήσει. Εν συνεχεία ασχολήθηκε με  τον γιο του. Πολλές φορές δεν είχαν τι να δώσουν να φάει στο μωρό- η κατοχή στην Αθήνα έφερε πραγματική πείνα – και το μόνο που είχαν ήταν κρασί, τα βαρέλια του Φαέθοντα στο υπόγειο  είχανε κάτι τόνους απόθεμα, δεν εύρισκαν όμως τρόφιμα για τράμπα. Ο Φαέθων σκεπτότανε πως ο γιος του ήτανε σκληρός σαν βράχος και έπινε σαν …βάκχος. Απεφάσισε να τον βαπτίσει Βράκχο αγνοώντας μάλλον ότι ένας γιος του Απόλλωνα στην μυθολογία λεγότανε Βράγχος. Ο Βράκχος μεγαλώνοντας έγινε ένα πολύ όμορφο αλλά και πολύ σκληρό στον χαρακτήρα αγόρι, με αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Σαν μαθητής ενδιαφερόταν περισσότερο για τα κορίτσια παρά για τα μαθήματα του αλλά κατάφερνε να περνάει τις τάξεις και να μεγαλώνει την λίστα των επιτυχιών του- οι κακές γλώσσες μιλάνε για κορίτσια που αργότερα έγιναν πολύ διάσημες γυναίκες. Όταν τελείωσε γυμνάσιο και στρατό ο πατέρας του φρόντισε να τον πάρει μαζί του στο υπουργείο σαν δόκιμο υπάλληλο. Εκεί ο καταφερτζής Φαέθοντας είχε καταφέρει να μη χάσει προαγωγή και ήταν βαθμολογικά ανώτερος από τον Ερμή παρ’ ότι ο τελευταίος είχε κάνει ανώτερες σπουδές και ο Φαέθων μόνο γυμνάσιο. Ο Βράκχος τσίνισε πραγματικά. Εγκατέλειψε την πατρική οικία και την δουλειά εκθέτοντας τον πατέρα του στους ανώτερούς του που είχαν εισηγηθεί τον διορισμό του και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της ζωντοχήρας ερωμένης του. Ο Φαέθων αγνοούσε ότι η ερωμένη του γιου του τον είχε προσλάβει στην δημόσια υπηρεσία που διοικούσε στον Πειραιά. Ο Βράκχος περνούσε από εκεί δυο φορές το μήνα, την πρώτη και την δεκάτη έκτη για να εισπράξει τα μισθά του. Τις άλλες μέρες σηκωνότανε κατά τις δώδεκα – εργαζότανε πυρετωδώς το βράδυ – και πήγαινε για χαρτάκι και καφέ στο καφενείο. Τα πήγαινε αρκετά καλά στα χαρτιά- όχι σαν τον Φαέθοντα βέβαια- αλλά τα κατάφερνε άριστα με τις γυναίκες. Αν η προϊσταμένη του δημοσίου δεν του σιδέρωνε καλά το πουκάμισο, για τιμωρία, δεν την πήγαινε βόλτα το απόγευμα με το αμάξι που του είχε αγοράσει και έβγαινε στο σεργιάνι για κορίτσια  Το βράδι έκανε αποχή. Την επόμενη μέρα όλα τα ρούχα του ήταν στη τρίχα.  Ηταν μια καλή εποχή για τον Βράκχο και θα μπορούσε νάχε κάνει σερμαγιά αν δεν έμπλεκε με τζόκεϋς, προπονητές και άλογα. Πάντως το αυτοκίνητο και τα γκομενάκια που χτύπαγε μ’ αυτό, δεν τόχασε.
Όλα ξεκίνησαν με τον Ερμή που στις αρχές της δεκαετίας του 50 με μια μίζα κέρδισε στον ιππόδρομο περίπου τους μισθούς μιας διετίας. Αντί για καλυβάκι στο οικόπεδό του φύτρωσε διώροφο, με το νοίκι του ενός ορόφου να αβγαταίνει το βιός της οικογενείας του. Ο Φαέθων ζήλεψε κι’ άρχισε τις επισκέψεις στο Δέλτα αλλά εκεί ούτε ο Απόλλων  με τη μαντική του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει. Ο μετρημένος Φαέθων απεσύρθη ταχέως του αθλήματος και επανέκαμψε στις κούπες του και στο κουμκάν. Ο Βράκχος παρακολουθούσε πάντοτε τις δραστηριότητες του πατέρα του και σαν άνθρωπος του τζόγου είχε ενημερωθεί περί το ιπποδρομιακόν παίγνιον. Τυχαία, γύρω στο 65 γνωρίστηκε με ένα προπονητή ο οποίος είχε στη κατοχή του ένα εγκαταλελειμένο αραβικό άλογο. Φορολογικοί λόγοι δεν του επέτρεπαν να εμφανισθεί σαν ιδιοκτήτης και πρότεινε στον Βράκχο να αγοράσει αυτός το μισό και να κάνουνε μαζί την αρπαχτή με το σχέδιό του. Το άλογο ήτανε ξεχασμένο από όλους αφού δυο χρόνια δεν είχε βγει να γκαλοπάρει μέρα στο στίβο, το γύμναζε μόνο νύχτα οπότε δεν ξεχωρίζανε οι δημοσιογράφοι τα άλογα. Τα άλογα βλέπουν στο σκοτάδι και το καβάλαγε πάντοτε ο χειρότερος αναβάτης του Δέλτα – δεν είχε κερδίσει ποτέ ως τότε – με το μεγαλύτερο όμως προσόν : δεν έλεγε ούτε στη μάνα του ποια άλογα είχε γυμνάσει και πως τα πήγαν στις προπονήσεις. Σκέτος τάφος.
Η περίπτωση φάνηκε ενδιαφέρουσα στον Βράκχο μια που είχε και δική του άποψη για την εχεμύθεια του τζόκεϋ, ήταν περίπτωση. Εψησε την προϊσταμένη για το σχετικό κεφάλαιο και άρχισε να συχνάζει στις ιπποδρομίες. Οταν ο προπονητής έκρινε ότι το άλογο ήταν έτοιμο να κερδίσει, το έγραψε στις κούρσες και το ανέθεσε στον αναβάτη που το γύμναζε. Ηταν η τέλεια παραπλάνηση των φιλίππων. Ο ιπποδρομιακός τύπος ανέφερε μόνο τις ψεύτικες ημερήσιες δοκιμές του αλόγου που φυσικά δεν ήταν ελκυστικές και όλοι θεωρούσαν φυσιολογική την ανάθεση του σε τζόκεϋ χαμηλών δυνατοτήτων, ήταν κάτι που συνηθίζεται σε άλογα που δεν έχουν καμία τύχη να κερδίσουν. Ο Βράκχος σαν ιδιοκτήτης ήταν στο πάντοκ για ν’ακούσει τις τελευταίες οδηγίες στον τζόκεϋ :
«Θα ακολουθείς στην αρχή με τα τελευταία άλογα στο κάγκελο και από τη μέση της διαδρομής θα διπλαρώσεις το επτά, το μεγάλο φαβορί. Πρόσεξε να μη πέσεις έξω στη τελευταία στροφή. Θα είσαι μαζί με το επτά μέχρι τα τελευταία εκατό μέτρα και τότε μόνο μίλα του λίγο, ίσα-ίσα να κερδίσεις, δεν θέλω νίκη με μεγάλη διαφορά, να πληρωθούμε καλά και την επόμενη φορά. Τα άλλα άλογα μη τα φοβάσαι, δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί μας. Αϊντε, καλότυχος και θα σε δω στις φωτογραφίες». Ο Βράκχος βγήκε από το πάντοκ και έπαιξε επιδεικτικά λίγα λεφτά στο επτά ώστε να παραπλανήσει και τον τελευταίο άπιστο. Βοηθούσε και η εμφάνιση του αλόγου – ήταν κοντό – αλλά και του τζόκεϋ που ήταν ψηλός για τη δουλειά του. Ο Βράκχος κοίταζε ικανοποιημένος το θέαμα, άλογο και αναβάτης ήταν σαν τον Πάντσο του Θερβάντες πάνω στον γάϊδαρό του, δύσκολα θα στοιχημάτιζε πάνω του μη μεμυημένος παίκτης. Μετά, όταν τα άλογα έπαιρναν τις θέσεις τους στο μηχάνημα της εκκίνησης έκανε σήμα στα  δυο έφηβα ξαδερφάκια του να ποντάρουν χοντρά στο άλογό του. Υπολόγιζε με νίκη να πάρουν σχεδόν όλα τα χρήματα που πονταρίστηκαν, πολύ δύσκολα κάποιος άσχετος θα έβαζε λεφτά στο άλογό τους.
 Όλα πήγαιναν ρολόϊ, κανείς δεν τους είχε πάρει χαμπάρι και το άλογό του στα μισά της κούρσας βρίσκοντας κάποιο κενό στο κάγκελο προωθήθηκε από την εσωτερική δίπλα στο επτά. Όταν πήρανε τη στροφή το επτά πετάχτηκε στην απώτατη εξωτερική, έξω από το οπτικό πεδίου του τζόκεϋ ενώ τα άλλα άλογα υποχωρούσαν. Ο τζόκεϋ φοβήθηκε μην κερδίσει με διαφορά κι’ άρχισε να πιάνει το άλογό του. Μάταια φώναζε ο προπονητής του «Σπρώξε, σπρώξε», που να ακουστεί μέσα στις τόσες φωνές, αυτός έβλεπε όλο τον στίβο και κατάλαβε ότι κινδυνεύει από το επτά. Όταν ο τζόκεϋ με το άλογο του Βράκχου έφτασε στο τέρμα, σηκώθηκε να πανηγυρίσει τη πρώτη νίκη της ζωής του, στρέφοντας όμως το κεφάλι του δεξιά προς την κερκίδα είδε το επτά να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με αυτόν. Πάγωσε αλλά τα χειρότερα ήρθαν με την εμφάνιση του φώτο φίνις. Νικητής το επτά. Ο Βράκχος διατήρησε την ψυχραιμία του αλλά ήξερε ότι το πουλάκι είχε πετάξει. Το άλογο πλέον το δείξανε, το έμαθε όλος ο κόσμος, αλλά δεν κονομήσανε, από δω και πέρα θα παλεύανε να πάρουν πίσω τα έξοδά τους.
Για κάποιο διάστημα ο Βράκχος ξημεροβραδιαζότανε στους σταύλους παρέα με προπονητές, τζόκεϋς, σταυλίτες και γκομενάκια. Πολλές ωραίες μυρουδιές  βγαίνανε από εκεί, μερικές απαραίτητες να βοηθήσουν τους τζόκεϋς να διατηρήσουν χαμηλά το βάρος τους και μαζευότουσαν πολλά κοριτσάκια που κάνανε κρα για ένα «σίγουρο» και λίγη σκόνη άσπρη. Ο Βράκχος ήταν εκτός συναγωνισμού στα κορίτσια με αντιπάλους τους χοντρούς προπονητές, τους άξεστους σταυλίτες και τους αποστεωμένους τζόκεϋς αλλά το ταμείον έγραφε μείον και η προϊσταμένη κρύωνε σιγά-σιγά. Την λύση έδωσε η χούντα, η προϊσταμένη πήρε μετάθεση και ο Βράκχος δεν πήρε χαμπάρι. Όταν πήγε να πάρει τον μισθό του απολύθηκε σαν αδικαιολογήτως μονίμως απών. Κανένας «συνάδελφος» δεν ήξερε την ύπαρξή του ώστε να τον ειδοποιήσει. Μετακόμισε στο Μαρούσι, στο πατρικό του και την έβγαζε στο καφενείο σαν χαρτοπαίκτης. Την καλή πελατεία την είχε όμως ο πατέρας του που είχε βγει πια στη σύνταξη. Ο Βράκχος έστρεψε το ενδιαφέρον του σε μια πολύ όμορφη πιτσιρίκα, είχε ακούσει ότι ήταν και προικού. Στις βόλτες με το αμάξι του συνέβη το μοιραίον και προ του εξώγαμου αρραβωνιάστηκε. Τότε, την ημέρα των αρραβώνων του γνώρισε την μικρή της αδελφή, ακόμα πιο όμορφη και της τάρριξε μπροστά στα μάτια της  εγκύου μνηστής του. Είναι θαύμα πως δεν απέβαλε η κακομοίρα. Πάντως ούτε οι γενναίες επιχορηγήσεις του πεθερού, ούτε η γέννηση του παιδιού του μετά τον γάμο του, ούτε οι αδελφικές τύψεις της μικρής απέτρεψαν το αναπόφευκτο. Μια μέρα η γυναίκα του άφησε την μικρή της αδελφή να της φυλάει το παιδί και γύρισε λίγο νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζε. Βρήκε το παιδί να κλαίει και την αδελφή της γυμνομπλεγμένη με τον Βράκχο. Το διαζύγιο ήταν εκ των ουκ άνευ.
Ο Φαέθων χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει βρέθηκε αριστίνδην δημοτικός σύμβουλος. Δεν ήταν ακριβώς χουντικός, ήταν αυτό που λέμε παντός καιρού. Με τα νέα του καθήκοντα αραίωσε τις επισκέψεις στο καφενείο αφήνοντας ζωτικό χώρο στον Βράκχο. Τα κουτσοβόλευε με τις κούπες και κυνηγούσε την καλή στις γυναίκες. Το 72 ένα βράδυ στους Αμπελόκηπους , του έκανε ωτοστόπ μια κοπελιά που πήγαινε Κηφισσιά. Πάντοτε ευγενικός  με τις γυναίκες ο Βράκχος προσφέρθηκε να κάνει τα παραπάνω χιλιόμετρα αποβλέποντας και στα περαιτέρω. Όμως το ίδιο ευγενικά η κοπελιά αρνήθηκε και ο Βράκχος σήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν ήταν πιεστικός με τις γυναίκες, είχε την αρχοντιά του. Γυρίζοντας περασμένα μεσάνυχτα στο Μαρούσι έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών. Τον πήγανε στο τμήμα και του πήρανε κατάθεση. Επιμένανε ιδιαίτερα αν ήξερε την κοπελιά που είχε πάρει ωτοστόπ. Μια πατρική παρέμβαση απλούστευσε τις διαδικασίες γράφτηκε όμως στο βιβλίο συμβάντων. Η κοπελιά ήταν μέλος αντιστασιακής οργάνωσης και ψάχνανε για τους συνεργούς της.
Λίγο μετά πέτυχε την «καλή» του. Μια μεσόκοπη, καλοβαλμένη γυναίκα που σκοπό της ζωής της είχε να μένει κλεισμένη στο σπίτι και να πλένει και να μαγειρεύει για τον αντρούλη της. Καμάρωνε να τον βλέπει να φεύγει απ’ το σπίτι κουστουμαρισμένο στην τρίχα και ποτέ μα ποτέ δεν τον ρώτησε που πάει ή τι ώρα θα γυρίσει. Αυτή τη γυναίκα ο Βράκχος την αγάπησε πραγματικά και της τόδειχνε τις απειροελάχιστες ώρες που ήτανε μαζί της.
Τα επόμενα χρόνια ο Βράκχος ξεκοκάλιζε μια  αναπάντεχη κληρονομιά από το πουθενά, κυριολεκτικά. Κάποιος μακρινός συγγενής της μάνας του, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους τα κακάρωσε στην μακρινή Ουρουγουάη αφήνοντας κληρονόμους τη μάνα του και τις δυο ανύπαντρες αδελφές της. Καμία φυσικά δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσει μέχρι εκεί και εύκολα συμφώνησαν να παραιτηθούν υπέρ αυτού αν αναλάμβανε να τις γηροκομήσει. Βάστηξε τον λόγο του μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους, εξ άλλου ήταν και η αγαπημένη ασχολία της  συζύγου του.
Και ήρθε η μεταπολίτευση με τη Νέα Δημοκρατία της και μετά το ΠΑΣΟΚ με τα ζιβάγκο του και ο Φαέθων κατάφερε να είναι στον αφρό και στις δυο καταστάσεις.
Ιδιαίτερα όμως με τους νόμους για τους αντιστασιακούς κάτι ανθίστηκε και ζήτησε ένα αντίγραφο συμβάντων από το αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου. Μη έχοντας όπως όλοι οι ηλικιωμένοι δουλειά να κάνει ασχολήθηκε με τις υποθέσεις του γιου του και κατάφερε μ’ αυτό το χαρτί να τον βγάλει αντιστασιακό. Ο Βράκχος επανήλθε θριαμβευτικά στην υπηρεσία της κάποτε ερωμένης του λαμβάνοντας κάποια αποζημίωση και αναδρομικά όλες τις προαγωγές ! Σαν εντελώς άσχετος με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, αλλά σε υψηλά κλιμάκια πλέον, ασχολήθηκε με το νεότερο ηλικιακά θηλυκό προσωπικό της υπηρεσίας του ασκώντας την λεγόμενη γοητεία των γκρίζων κροτάφων τα λίγα χρόνια που του έμεναν μέχρι την συνταξιοδότησή του.
Ο Φαέθων πέθανε λίγο μετά από τον θάνατο του αγαπημένου του προτύπου, του «εθνάρχη». Θεωρούσε ότι είχε πολλά κοινά μαζί του και προσδιόριζε  σαν τα πιο φανερά την αγάπη για τα τραγούδια του Σώτου Παναγόπουλου και για τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν μπορεί θα υπήρχαν και άλλα κρυφά.
Ο Βράκχος λίγο μετά τον θάνατο του δικού του προτύπου, του Ανδρέα, χάθηκε από προσώπου γης. Πάντως, σε αντίθεση με τον πατέρα του, ποτέ ο ίδιος δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα κοινά στοιχεία που είχε με το πρότυπό του.
Κάποιες κακές γλώσσες λένε πως το έσκασε στο εξωτερικό με κάποια μεσόκοπη, ψηλή, αλλοδαπή γυναίκα στο πρότυπο της Δήμητρας αλλά κανείς δεν ξέρει. Ούτε η γυναίκα του απαντάει όταν την ρωτάνε σχετικά, περιμένει καρτερικά σαν Πηνελόπη την επιστροφή του με το καλό.
Η κόρη που απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα, δεν τον γνώρισε ποτέ.

 

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 127 Σχόλια »

Τα κάλαντα (διήγημα του Στρατή Τσίρκα)

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2018

Πριν  από 100-120 χρόνια το χριστουγεννιάτικο και το πρωτοχρονιάτικο διήγημα, όπως και το πασχαλινό, ήταν θεσμός των εφημερίδων μας, που καμάρωναν να κυκλοφορούν έχοντας στο πρωτοσέλιδό τους ένα καινούργιο διήγημα με την υπογραφή του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη, του Νιρβάνα, του Ξενόπουλου ή του Βουτυρά. Ο θεσμός διατηρήθηκε έστω και σε φθίνουσα μορφή τα μεταπολεμικά χρόνια αλλά σταδιακά ατόνησε, ενώ ταυτόχρονα οι σελίδες των εφημερίδων μίκρυναν, αναγκάζοντας το διήγημα να κρυφτεί από την πρώτη στις μέσα σελίδες.

Στον αιώνα μας υπήρξαν προσπάθειες  αναβίωσης του εθίμου, έστω και σποραδικές. Στο χτεσινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών, που κυκλοφορεί για όλο το Σαββατοκύριακο, δημοσιεύεται ένα καινούργιο πρωτοχρονιάτικο διήγημα της Μάρως Δούκα -ή ίσως μεταδιήγημα αφού είναι ένα διήγημα για ένα διήγημα. Ταυτόχρονα, η εφημερίδα κυκλοφορεί με προσφορά (προαιρετική) ένα βιβλίο με τον τίτλο Γιορτινές ιστορίες, που περιέχει χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα.

Αν και τυπωμένη σε φτηνό χαρτί, η έκδοση δεν είναι ευτελής. Όχι μόνο η επιλογή είναι καλή, αν και με παλιότερους μόνο συγγραφείς, αλλά και η επιμέλεια, από τον φίλο Δημήτρη Ποσάντζη, είναι πολύ καλή: για παράδειγμα, υπάρχουν βιβλιογραφικά στοιχεία για τις πρώτες δημοσιεύσεις των διηγημάτων. Πιθανόν η έκδοση να στηρίζεται σε παλιότερο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη.

Από αυτό το τομίδιο, διαλέγω να παρουσιάσω σήμερα το διήγημα του Στρατή Τσίρκα «Τα κάλαντα». Όπως βλέπω, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κήρυξ του Καΐρου στις 31 Δεκεμβρίου 1938, με το ψευδώνυμο Π. Καράλης. Βέβαια, και το «Στρατής Τσίρκας» ψευδώνυμο είναι αφού ο λογοτέχνης γεννήθηκε το 1911 ως Γιάννης Χατζηαντρέας. Στις νεανικές του προσπάθειες υπέγραφε είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με σειρά από ψευδώνυμα, ενώ το ψευδώνυμο Στρατής Τσίρκας το χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1937 και λίγο αργότερα το υιοθέτησε αποκλειστικά για όλα του τα έργα.

Τον πινακα του Λύτρα τον έβαλα επειδή μου αρέσει πολύ και επειδή έχει και ταμπούρλο. Διότι το μεγάλο το ζήτημα ηταν το ταμπούρλο.

Τα κάλαντα (Στρατής Τσίρκας, 1938)

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο. Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ‘να γρόσι.

Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο.

«Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα», μου είπε.

Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα, κείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.

Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τ’ αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.

«Tο ταμπούρλο το έχουμε!» του φώναξα. «Bγαίνουμε απόψε;»

O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά το «Tη Yπερμάχω» ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο, όπου εκείνος έψαλλε, από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: τα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνοι θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εφημεριδογραφικά, Εορταστικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »