Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Ο Βράκχος (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματά του, το τελευταίο λίγο πριν από τις γιορτές. Εκεί θα βρείτε και λινκ προς τα υπόλοιπα.

(Να σας πω με την ευκαιρία ότι την πρωτοχρονιά ο Αγιοστάζιμπος μού έκανε ένα θαυμάσιο δώρο, δηλαδή επικαιροποίησε τον κατάλογο με τα Περιεχόμενα του ιστολογίου κι έτσι μπορώ να βρίσκω και τα 3647 άρθρα που έχουμε δημοσιεύσει μέχρι τις 1.1.2019. Έτσι βλέπω ότι τούτο εδώ είναι το πέμπτο διήγημα του Τζι που δημοσιεύουμε).

Στο συνοδευτικό ηλεμήνυμα, ο Τζι λέει: Σου στέλνω κι ένα διήγημα με όσα άκουσα από τον πατέρα μου για το 40-60 και με αληθινά γεγονότα που έζησα και γνώρισα από το 60-99. Θεωρώ πως υπάρχει μια κάποια αντιστοιχία του Βράκχου με την πορεία της ελληνικής κοινωνίας στα χρόνια αυτά αλλά εγώ σε παραλληλισμούς παραείμαι εύκολος !

Η φωτογραφία που συνοδεύει το άρθρο είναι και αυτή του Τζι.

Ο Βράκχος

Όταν ο Φαέθων Σκίπερης απέκτησε υιόν, στα τέλη του 1939, άρχισε να κάθεται περισσότερες ώρες το απόγευμα στο καφενείο προσπαθώντας να αυξήσει το πενιχρό εισόδημα του δημόσιου υπάλληλου με τα εκ της χαρτοπαιξίας κέρδη. Όχι τίποτε σοβαροί τζόγοι, κάτι καπίκια από κούπες και πρέφα ίσα-ίσα να βγαίνουν τα τσιγάρα του και η σοκολάτα μαζί με τον πασσατέμπο για την γυναίκα του που τον περίμενε σπίτι κρατώντας συντροφιά στη μάνα του. Τότε ο Φαέθων έπρεπε να βγάζει κάτι περισσότερο για το γαλατάκι του μωρού και τα κατάφερνε, δόξα τω θεώ, λες και τον είχε φιλήσει ο Απόλλωνας και τούχε μεταδώσει την μαντική την τέχνη. Μόνο που έτσι αργούσε περισσότερο τα βράδια και δεν είχε καιρό να συζητήσει με την γυναίκα του για τα βαφτίσια και το όνομα του γιου τους. Τις Κυριακές υποδεχότανε τους συγγενείς του, το Μαρούσι που έμενε τότε εθεωρείτο εξοχή. Ηταν σαν έθιμο να  τους τραπεζώνει, η γυναίκα του ήταν καλή μαγείρισσα και τα έξοδα, συν ένα μικρό κέρδος, βγαίνανε από την χαρτοπαιξία που ακολουθούσε, έτσι ήταν όλοι ικανοποιημένοι. Τις ελάχιστες φορές που ο Φαέθων έχανε, οι καλοταϊσμένοι συγγενείς δεν καταδέχονταν να του πάρουν λεφτά.

Με το που κηρύχθηκε ο πόλεμος τον Οκτώβρη του 40 ο Φαέθων βρέθηκε στο μέτωπο, βοηθητικός – αν και υγιέστατος – στην τοπογραφική υπηρεσία του στρατού μαζί με  κάποιον Ερμή, μακρινό συγγενή του, αληθινά βοηθητικός αυτός λόγω κάποιου προβλήματος στο χέρι. Με την κατάρρευση του μετώπου επέστρεψε με τα πόδια μαζί του από την Ηπειρο μέχρι τη Θήβα. Ο Ερμής ήταν που ήξερε τον δρόμο, αλλά έτυχε να έχει κάποιους συγγενείς στη Θήβα κι’ έκατσε να τους δει και να ξεκουραστεί οπότε ο Φαέθων συνέχισε μόνος του. Όταν έφτασε στην Αθήνα, πέρασε από την μάνα του Ερμή και την πληροφόρησε ότι ο γιος της σκοτώθηκε στο μέτωπο. Ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τόκανε, ήταν η πρώτη πράξη που ικανοποίησε κάτι περίεργες εσωτερικές παρορμήσεις που είχε αποκτήσει. Εν συνεχεία ασχολήθηκε με  τον γιο του. Πολλές φορές δεν είχαν τι να δώσουν να φάει στο μωρό- η κατοχή στην Αθήνα έφερε πραγματική πείνα – και το μόνο που είχαν ήταν κρασί, τα βαρέλια του Φαέθοντα στο υπόγειο  είχανε κάτι τόνους απόθεμα, δεν εύρισκαν όμως τρόφιμα για τράμπα. Ο Φαέθων σκεπτότανε πως ο γιος του ήτανε σκληρός σαν βράχος και έπινε σαν …βάκχος. Απεφάσισε να τον βαπτίσει Βράκχο αγνοώντας μάλλον ότι ένας γιος του Απόλλωνα στην μυθολογία λεγότανε Βράγχος. Ο Βράκχος μεγαλώνοντας έγινε ένα πολύ όμορφο αλλά και πολύ σκληρό στον χαρακτήρα αγόρι, με αριστοκρατικά χαρακτηριστικά. Σαν μαθητής ενδιαφερόταν περισσότερο για τα κορίτσια παρά για τα μαθήματα του αλλά κατάφερνε να περνάει τις τάξεις και να μεγαλώνει την λίστα των επιτυχιών του- οι κακές γλώσσες μιλάνε για κορίτσια που αργότερα έγιναν πολύ διάσημες γυναίκες. Όταν τελείωσε γυμνάσιο και στρατό ο πατέρας του φρόντισε να τον πάρει μαζί του στο υπουργείο σαν δόκιμο υπάλληλο. Εκεί ο καταφερτζής Φαέθοντας είχε καταφέρει να μη χάσει προαγωγή και ήταν βαθμολογικά ανώτερος από τον Ερμή παρ’ ότι ο τελευταίος είχε κάνει ανώτερες σπουδές και ο Φαέθων μόνο γυμνάσιο. Ο Βράκχος τσίνισε πραγματικά. Εγκατέλειψε την πατρική οικία και την δουλειά εκθέτοντας τον πατέρα του στους ανώτερούς του που είχαν εισηγηθεί τον διορισμό του και εγκαταστάθηκε στο σπίτι της ζωντοχήρας ερωμένης του. Ο Φαέθων αγνοούσε ότι η ερωμένη του γιου του τον είχε προσλάβει στην δημόσια υπηρεσία που διοικούσε στον Πειραιά. Ο Βράκχος περνούσε από εκεί δυο φορές το μήνα, την πρώτη και την δεκάτη έκτη για να εισπράξει τα μισθά του. Τις άλλες μέρες σηκωνότανε κατά τις δώδεκα – εργαζότανε πυρετωδώς το βράδυ – και πήγαινε για χαρτάκι και καφέ στο καφενείο. Τα πήγαινε αρκετά καλά στα χαρτιά- όχι σαν τον Φαέθοντα βέβαια- αλλά τα κατάφερνε άριστα με τις γυναίκες. Αν η προϊσταμένη του δημοσίου δεν του σιδέρωνε καλά το πουκάμισο, για τιμωρία, δεν την πήγαινε βόλτα το απόγευμα με το αμάξι που του είχε αγοράσει και έβγαινε στο σεργιάνι για κορίτσια  Το βράδι έκανε αποχή. Την επόμενη μέρα όλα τα ρούχα του ήταν στη τρίχα.  Ηταν μια καλή εποχή για τον Βράκχο και θα μπορούσε νάχε κάνει σερμαγιά αν δεν έμπλεκε με τζόκεϋς, προπονητές και άλογα. Πάντως το αυτοκίνητο και τα γκομενάκια που χτύπαγε μ’ αυτό, δεν τόχασε.
Όλα ξεκίνησαν με τον Ερμή που στις αρχές της δεκαετίας του 50 με μια μίζα κέρδισε στον ιππόδρομο περίπου τους μισθούς μιας διετίας. Αντί για καλυβάκι στο οικόπεδό του φύτρωσε διώροφο, με το νοίκι του ενός ορόφου να αβγαταίνει το βιός της οικογενείας του. Ο Φαέθων ζήλεψε κι’ άρχισε τις επισκέψεις στο Δέλτα αλλά εκεί ούτε ο Απόλλων  με τη μαντική του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει. Ο μετρημένος Φαέθων απεσύρθη ταχέως του αθλήματος και επανέκαμψε στις κούπες του και στο κουμκάν. Ο Βράκχος παρακολουθούσε πάντοτε τις δραστηριότητες του πατέρα του και σαν άνθρωπος του τζόγου είχε ενημερωθεί περί το ιπποδρομιακόν παίγνιον. Τυχαία, γύρω στο 65 γνωρίστηκε με ένα προπονητή ο οποίος είχε στη κατοχή του ένα εγκαταλελειμένο αραβικό άλογο. Φορολογικοί λόγοι δεν του επέτρεπαν να εμφανισθεί σαν ιδιοκτήτης και πρότεινε στον Βράκχο να αγοράσει αυτός το μισό και να κάνουνε μαζί την αρπαχτή με το σχέδιό του. Το άλογο ήτανε ξεχασμένο από όλους αφού δυο χρόνια δεν είχε βγει να γκαλοπάρει μέρα στο στίβο, το γύμναζε μόνο νύχτα οπότε δεν ξεχωρίζανε οι δημοσιογράφοι τα άλογα. Τα άλογα βλέπουν στο σκοτάδι και το καβάλαγε πάντοτε ο χειρότερος αναβάτης του Δέλτα – δεν είχε κερδίσει ποτέ ως τότε – με το μεγαλύτερο όμως προσόν : δεν έλεγε ούτε στη μάνα του ποια άλογα είχε γυμνάσει και πως τα πήγαν στις προπονήσεις. Σκέτος τάφος.
Η περίπτωση φάνηκε ενδιαφέρουσα στον Βράκχο μια που είχε και δική του άποψη για την εχεμύθεια του τζόκεϋ, ήταν περίπτωση. Εψησε την προϊσταμένη για το σχετικό κεφάλαιο και άρχισε να συχνάζει στις ιπποδρομίες. Οταν ο προπονητής έκρινε ότι το άλογο ήταν έτοιμο να κερδίσει, το έγραψε στις κούρσες και το ανέθεσε στον αναβάτη που το γύμναζε. Ηταν η τέλεια παραπλάνηση των φιλίππων. Ο ιπποδρομιακός τύπος ανέφερε μόνο τις ψεύτικες ημερήσιες δοκιμές του αλόγου που φυσικά δεν ήταν ελκυστικές και όλοι θεωρούσαν φυσιολογική την ανάθεση του σε τζόκεϋ χαμηλών δυνατοτήτων, ήταν κάτι που συνηθίζεται σε άλογα που δεν έχουν καμία τύχη να κερδίσουν. Ο Βράκχος σαν ιδιοκτήτης ήταν στο πάντοκ για ν’ακούσει τις τελευταίες οδηγίες στον τζόκεϋ :
«Θα ακολουθείς στην αρχή με τα τελευταία άλογα στο κάγκελο και από τη μέση της διαδρομής θα διπλαρώσεις το επτά, το μεγάλο φαβορί. Πρόσεξε να μη πέσεις έξω στη τελευταία στροφή. Θα είσαι μαζί με το επτά μέχρι τα τελευταία εκατό μέτρα και τότε μόνο μίλα του λίγο, ίσα-ίσα να κερδίσεις, δεν θέλω νίκη με μεγάλη διαφορά, να πληρωθούμε καλά και την επόμενη φορά. Τα άλλα άλογα μη τα φοβάσαι, δεν μπορούν να τα βάλουν μαζί μας. Αϊντε, καλότυχος και θα σε δω στις φωτογραφίες». Ο Βράκχος βγήκε από το πάντοκ και έπαιξε επιδεικτικά λίγα λεφτά στο επτά ώστε να παραπλανήσει και τον τελευταίο άπιστο. Βοηθούσε και η εμφάνιση του αλόγου – ήταν κοντό – αλλά και του τζόκεϋ που ήταν ψηλός για τη δουλειά του. Ο Βράκχος κοίταζε ικανοποιημένος το θέαμα, άλογο και αναβάτης ήταν σαν τον Πάντσο του Θερβάντες πάνω στον γάϊδαρό του, δύσκολα θα στοιχημάτιζε πάνω του μη μεμυημένος παίκτης. Μετά, όταν τα άλογα έπαιρναν τις θέσεις τους στο μηχάνημα της εκκίνησης έκανε σήμα στα  δυο έφηβα ξαδερφάκια του να ποντάρουν χοντρά στο άλογό του. Υπολόγιζε με νίκη να πάρουν σχεδόν όλα τα χρήματα που πονταρίστηκαν, πολύ δύσκολα κάποιος άσχετος θα έβαζε λεφτά στο άλογό τους.
 Όλα πήγαιναν ρολόϊ, κανείς δεν τους είχε πάρει χαμπάρι και το άλογό του στα μισά της κούρσας βρίσκοντας κάποιο κενό στο κάγκελο προωθήθηκε από την εσωτερική δίπλα στο επτά. Όταν πήρανε τη στροφή το επτά πετάχτηκε στην απώτατη εξωτερική, έξω από το οπτικό πεδίου του τζόκεϋ ενώ τα άλλα άλογα υποχωρούσαν. Ο τζόκεϋ φοβήθηκε μην κερδίσει με διαφορά κι’ άρχισε να πιάνει το άλογό του. Μάταια φώναζε ο προπονητής του «Σπρώξε, σπρώξε», που να ακουστεί μέσα στις τόσες φωνές, αυτός έβλεπε όλο τον στίβο και κατάλαβε ότι κινδυνεύει από το επτά. Όταν ο τζόκεϋ με το άλογο του Βράκχου έφτασε στο τέρμα, σηκώθηκε να πανηγυρίσει τη πρώτη νίκη της ζωής του, στρέφοντας όμως το κεφάλι του δεξιά προς την κερκίδα είδε το επτά να βρίσκεται στο ίδιο ύψος με αυτόν. Πάγωσε αλλά τα χειρότερα ήρθαν με την εμφάνιση του φώτο φίνις. Νικητής το επτά. Ο Βράκχος διατήρησε την ψυχραιμία του αλλά ήξερε ότι το πουλάκι είχε πετάξει. Το άλογο πλέον το δείξανε, το έμαθε όλος ο κόσμος, αλλά δεν κονομήσανε, από δω και πέρα θα παλεύανε να πάρουν πίσω τα έξοδά τους.
Για κάποιο διάστημα ο Βράκχος ξημεροβραδιαζότανε στους σταύλους παρέα με προπονητές, τζόκεϋς, σταυλίτες και γκομενάκια. Πολλές ωραίες μυρουδιές  βγαίνανε από εκεί, μερικές απαραίτητες να βοηθήσουν τους τζόκεϋς να διατηρήσουν χαμηλά το βάρος τους και μαζευότουσαν πολλά κοριτσάκια που κάνανε κρα για ένα «σίγουρο» και λίγη σκόνη άσπρη. Ο Βράκχος ήταν εκτός συναγωνισμού στα κορίτσια με αντιπάλους τους χοντρούς προπονητές, τους άξεστους σταυλίτες και τους αποστεωμένους τζόκεϋς αλλά το ταμείον έγραφε μείον και η προϊσταμένη κρύωνε σιγά-σιγά. Την λύση έδωσε η χούντα, η προϊσταμένη πήρε μετάθεση και ο Βράκχος δεν πήρε χαμπάρι. Όταν πήγε να πάρει τον μισθό του απολύθηκε σαν αδικαιολογήτως μονίμως απών. Κανένας «συνάδελφος» δεν ήξερε την ύπαρξή του ώστε να τον ειδοποιήσει. Μετακόμισε στο Μαρούσι, στο πατρικό του και την έβγαζε στο καφενείο σαν χαρτοπαίκτης. Την καλή πελατεία την είχε όμως ο πατέρας του που είχε βγει πια στη σύνταξη. Ο Βράκχος έστρεψε το ενδιαφέρον του σε μια πολύ όμορφη πιτσιρίκα, είχε ακούσει ότι ήταν και προικού. Στις βόλτες με το αμάξι του συνέβη το μοιραίον και προ του εξώγαμου αρραβωνιάστηκε. Τότε, την ημέρα των αρραβώνων του γνώρισε την μικρή της αδελφή, ακόμα πιο όμορφη και της τάρριξε μπροστά στα μάτια της  εγκύου μνηστής του. Είναι θαύμα πως δεν απέβαλε η κακομοίρα. Πάντως ούτε οι γενναίες επιχορηγήσεις του πεθερού, ούτε η γέννηση του παιδιού του μετά τον γάμο του, ούτε οι αδελφικές τύψεις της μικρής απέτρεψαν το αναπόφευκτο. Μια μέρα η γυναίκα του άφησε την μικρή της αδελφή να της φυλάει το παιδί και γύρισε λίγο νωρίτερα απ’ ότι υπολόγιζε. Βρήκε το παιδί να κλαίει και την αδελφή της γυμνομπλεγμένη με τον Βράκχο. Το διαζύγιο ήταν εκ των ουκ άνευ.
Ο Φαέθων χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει βρέθηκε αριστίνδην δημοτικός σύμβουλος. Δεν ήταν ακριβώς χουντικός, ήταν αυτό που λέμε παντός καιρού. Με τα νέα του καθήκοντα αραίωσε τις επισκέψεις στο καφενείο αφήνοντας ζωτικό χώρο στον Βράκχο. Τα κουτσοβόλευε με τις κούπες και κυνηγούσε την καλή στις γυναίκες. Το 72 ένα βράδυ στους Αμπελόκηπους , του έκανε ωτοστόπ μια κοπελιά που πήγαινε Κηφισσιά. Πάντοτε ευγενικός  με τις γυναίκες ο Βράκχος προσφέρθηκε να κάνει τα παραπάνω χιλιόμετρα αποβλέποντας και στα περαιτέρω. Όμως το ίδιο ευγενικά η κοπελιά αρνήθηκε και ο Βράκχος σήκωσε τους ώμους. Ποτέ δεν ήταν πιεστικός με τις γυναίκες, είχε την αρχοντιά του. Γυρίζοντας περασμένα μεσάνυχτα στο Μαρούσι έπεσε σε μπλόκο αστυνομικών. Τον πήγανε στο τμήμα και του πήρανε κατάθεση. Επιμένανε ιδιαίτερα αν ήξερε την κοπελιά που είχε πάρει ωτοστόπ. Μια πατρική παρέμβαση απλούστευσε τις διαδικασίες γράφτηκε όμως στο βιβλίο συμβάντων. Η κοπελιά ήταν μέλος αντιστασιακής οργάνωσης και ψάχνανε για τους συνεργούς της.
Λίγο μετά πέτυχε την «καλή» του. Μια μεσόκοπη, καλοβαλμένη γυναίκα που σκοπό της ζωής της είχε να μένει κλεισμένη στο σπίτι και να πλένει και να μαγειρεύει για τον αντρούλη της. Καμάρωνε να τον βλέπει να φεύγει απ’ το σπίτι κουστουμαρισμένο στην τρίχα και ποτέ μα ποτέ δεν τον ρώτησε που πάει ή τι ώρα θα γυρίσει. Αυτή τη γυναίκα ο Βράκχος την αγάπησε πραγματικά και της τόδειχνε τις απειροελάχιστες ώρες που ήτανε μαζί της.
Τα επόμενα χρόνια ο Βράκχος ξεκοκάλιζε μια  αναπάντεχη κληρονομιά από το πουθενά, κυριολεκτικά. Κάποιος μακρινός συγγενής της μάνας του, ξεχασμένος από θεούς και ανθρώπους τα κακάρωσε στην μακρινή Ουρουγουάη αφήνοντας κληρονόμους τη μάνα του και τις δυο ανύπαντρες αδελφές της. Καμία φυσικά δεν ήταν σε θέση να ταξιδεύσει μέχρι εκεί και εύκολα συμφώνησαν να παραιτηθούν υπέρ αυτού αν αναλάμβανε να τις γηροκομήσει. Βάστηξε τον λόγο του μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους, εξ άλλου ήταν και η αγαπημένη ασχολία της  συζύγου του.
Και ήρθε η μεταπολίτευση με τη Νέα Δημοκρατία της και μετά το ΠΑΣΟΚ με τα ζιβάγκο του και ο Φαέθων κατάφερε να είναι στον αφρό και στις δυο καταστάσεις.
Ιδιαίτερα όμως με τους νόμους για τους αντιστασιακούς κάτι ανθίστηκε και ζήτησε ένα αντίγραφο συμβάντων από το αστυνομικό τμήμα Αμαρουσίου. Μη έχοντας όπως όλοι οι ηλικιωμένοι δουλειά να κάνει ασχολήθηκε με τις υποθέσεις του γιου του και κατάφερε μ’ αυτό το χαρτί να τον βγάλει αντιστασιακό. Ο Βράκχος επανήλθε θριαμβευτικά στην υπηρεσία της κάποτε ερωμένης του λαμβάνοντας κάποια αποζημίωση και αναδρομικά όλες τις προαγωγές ! Σαν εντελώς άσχετος με το αντικείμενο της υπηρεσίας του, αλλά σε υψηλά κλιμάκια πλέον, ασχολήθηκε με το νεότερο ηλικιακά θηλυκό προσωπικό της υπηρεσίας του ασκώντας την λεγόμενη γοητεία των γκρίζων κροτάφων τα λίγα χρόνια που του έμεναν μέχρι την συνταξιοδότησή του.
Ο Φαέθων πέθανε λίγο μετά από τον θάνατο του αγαπημένου του προτύπου, του «εθνάρχη». Θεωρούσε ότι είχε πολλά κοινά μαζί του και προσδιόριζε  σαν τα πιο φανερά την αγάπη για τα τραγούδια του Σώτου Παναγόπουλου και για τον Παναθηναϊκό, αλλά δεν μπορεί θα υπήρχαν και άλλα κρυφά.
Ο Βράκχος λίγο μετά τον θάνατο του δικού του προτύπου, του Ανδρέα, χάθηκε από προσώπου γης. Πάντως, σε αντίθεση με τον πατέρα του, ποτέ ο ίδιος δεν προσδιόρισε ποια ήταν τα κοινά στοιχεία που είχε με το πρότυπό του.
Κάποιες κακές γλώσσες λένε πως το έσκασε στο εξωτερικό με κάποια μεσόκοπη, ψηλή, αλλοδαπή γυναίκα στο πρότυπο της Δήμητρας αλλά κανείς δεν ξέρει. Ούτε η γυναίκα του απαντάει όταν την ρωτάνε σχετικά, περιμένει καρτερικά σαν Πηνελόπη την επιστροφή του με το καλό.
Η κόρη που απέκτησε με την πρώτη του γυναίκα, δεν τον γνώρισε ποτέ.

 

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 127 Σχόλια »

Τα κάλαντα (διήγημα του Στρατή Τσίρκα)

Posted by sarant στο 30 Δεκέμβριος, 2018

Πριν  από 100-120 χρόνια το χριστουγεννιάτικο και το πρωτοχρονιάτικο διήγημα, όπως και το πασχαλινό, ήταν θεσμός των εφημερίδων μας, που καμάρωναν να κυκλοφορούν έχοντας στο πρωτοσέλιδό τους ένα καινούργιο διήγημα με την υπογραφή του Παπαδιαμάντη, του Μωραϊτίδη, του Νιρβάνα, του Ξενόπουλου ή του Βουτυρά. Ο θεσμός διατηρήθηκε έστω και σε φθίνουσα μορφή τα μεταπολεμικά χρόνια αλλά σταδιακά ατόνησε, ενώ ταυτόχρονα οι σελίδες των εφημερίδων μίκρυναν, αναγκάζοντας το διήγημα να κρυφτεί από την πρώτη στις μέσα σελίδες.

Στον αιώνα μας υπήρξαν προσπάθειες  αναβίωσης του εθίμου, έστω και σποραδικές. Στο χτεσινό φύλλο της Εφημερίδας των Συντακτών, που κυκλοφορεί για όλο το Σαββατοκύριακο, δημοσιεύεται ένα καινούργιο πρωτοχρονιάτικο διήγημα της Μάρως Δούκα -ή ίσως μεταδιήγημα αφού είναι ένα διήγημα για ένα διήγημα. Ταυτόχρονα, η εφημερίδα κυκλοφορεί με προσφορά (προαιρετική) ένα βιβλίο με τον τίτλο Γιορτινές ιστορίες, που περιέχει χριστουγεννιάτικα και πρωτοχρονιάτικα διηγήματα.

Αν και τυπωμένη σε φτηνό χαρτί, η έκδοση δεν είναι ευτελής. Όχι μόνο η επιλογή είναι καλή, αν και με παλιότερους μόνο συγγραφείς, αλλά και η επιμέλεια, από τον φίλο Δημήτρη Ποσάντζη, είναι πολύ καλή: για παράδειγμα, υπάρχουν βιβλιογραφικά στοιχεία για τις πρώτες δημοσιεύσεις των διηγημάτων. Πιθανόν η έκδοση να στηρίζεται σε παλιότερο βιβλίο των εκδόσεων Καστανιώτη.

Από αυτό το τομίδιο, διαλέγω να παρουσιάσω σήμερα το διήγημα του Στρατή Τσίρκα «Τα κάλαντα». Όπως βλέπω, πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Κήρυξ του Καΐρου στις 31 Δεκεμβρίου 1938, με το ψευδώνυμο Π. Καράλης. Βέβαια, και το «Στρατής Τσίρκας» ψευδώνυμο είναι αφού ο λογοτέχνης γεννήθηκε το 1911 ως Γιάννης Χατζηαντρέας. Στις νεανικές του προσπάθειες υπέγραφε είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με σειρά από ψευδώνυμα, ενώ το ψευδώνυμο Στρατής Τσίρκας το χρησιμοποίησε πρώτη φορά το 1937 και λίγο αργότερα το υιοθέτησε αποκλειστικά για όλα του τα έργα.

Τον πινακα του Λύτρα τον έβαλα επειδή μου αρέσει πολύ και επειδή έχει και ταμπούρλο. Διότι το μεγάλο το ζήτημα ηταν το ταμπούρλο.

Τα κάλαντα (Στρατής Τσίρκας, 1938)

Το μεγάλο το ζήτημα, καταλαβαίνεις, ήταν το ταμπούρλο. Aν είχες ταμπούρλο, η δουλειά ήταν τελειωμένη. Σύντροφο έβρισκες αμέσως και το φανάρι δεν κόστιζε παραπάνω από ‘να γρόσι.

Eκείνη τη χρονιά ο πατέρας έκανε ένα μεγάλο έξοδο. Tο μεσημέρι της παραμονής της Πρωτοχρονιάς μου έφερε ένα ταμπούρλο! Mικρούτσικο, βέβαια, και τενεκεδένιο.

«Έτσι δεν θα το σπάσεις εύκολα», μου είπε.

Mα εγώ κατάλαβα πως ήταν από οικονομία. Tα πέτσινα ταμπούρλα, κείνα τα πρώτα χρόνια μετά τον πόλεμο, κόστιζαν έναν κόσμο λεφτά.

Πήγα και βρήκα αμέσως το φίλο μου το Mιχάλη. Ήταν το παλικάρι της γειτονιάς κι ο καλύτερος σύντροφος για τα κάλαντα. Συχνά τύχαινε να μας ριχτούν τ’ αραπάκια στις γειτονιές και να μας σκίσουν το φανάρι ή να σπάσουν το ταμπούρλο. O Mιχάλης ήταν πολύτιμος.

«Tο ταμπούρλο το έχουμε!» του φώναξα. «Bγαίνουμε απόψε;»

O Mιχάλης δέχτηκε αμέσως. Eίπε, όμως, πως έπρεπε να πάρουμε μαζί μας και τον αδερφό του, τον Δημήτρη. Ήταν καλλίφωνος, λέει, και θα βοηθούσε πολύ στη δουλειά. H αλήθεια είναι πως ο Δημήτρης τραγουδούσε σαν άγγελος. Σου ‘φτανε να τον ακούσεις να ψάλλει μια φορά το «Tη Yπερμάχω» ή να διαβάζει τον «Aπόστολο» για να προτιμήσεις αμέσως τον Άγιο Kωνσταντίνο, όπου εκείνος έψαλλε, από τον Aϊ Nικόλα. Mα η πρόταση του Mιχάλη είχε κάποια υστεροβουλία: τα λεφτά που θα κερδίζαμε θα μοιράζονταν στα τρία. Eκείνοι θα έπαιρναν τα πιο πολλά κι εγώ, μ΄ όλο το ταμπούρλο μου, τα πιο λίγα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εφημεριδογραφικά, Εορταστικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »

Χριστούγεννα στον ύπνον μου (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 23 Δεκέμβριος, 2018

Προπαραμονή σήμερα, οπότε το διήγημα που θα βάλουμε θα είναι χριστουγεννιάτικο. Συνηθίζουμε στο ιστολόγιο αυτές τις μέρες τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, όμως ένας φίλος μού ζήτησε, αν γίνεται, να βάλουμε ένα διήγημα του άλλου Αλέξανδρου της Σκιάθου και των γραμμάτων μας, του Μωραϊτίδη, που είναι άλλωστε ξάδερφος του Παπαδιαμάντη. Διάλεξα λοιπόν ένα διήγημα του Μωραϊτίδη, που έχει μιαν ιδιομορφία: ότι ανάμεσα στα πρόσωπα εμφανίζεται και ο ίδιος ο Παπαδιαμάντης. Το διήγημα υπάρχει στο Project Gutenberg αλλά έκανα αντιβολή με την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου (εκδόσεις Στιγμή) και εντόπισα αρκετές διαφορές.

Η πρώτη δημοσίευση έγινε στην Ακρόπολι στις 25 Δεκεμβρίου 1898 -πριν από 120 χρόνια! Το διήγημα ξεκινάει ως αθηναϊκό, αφού οι δυο εξάδελφοι, ο Μωραϊτίδης που αφηγείται και ο Παπαδιαμάντης, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα παρέα με τον φίλο τους τον ιεροψάλτη του Νεκροταφείου, αλλά στο τέλος μετατρέπεται σε σκιαθίτικο, αφού ο αφηγητής περιγράφει ένα όνειρο που είδε.

Ορισμένα σημεία του διηγήματος, όπως η αντίθεση μεταξυ παραδοσιακών και νεωτεριστών σχετικά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων, μού είναι εντελώς ξένα κι έτσι δεν θα επιχειρήσω να τα εξιχνιάσω. Υπάρχει και κάποιο αθηναιογραφικό ενδιαφέρον στις περιγραφές -ας πούμε, η «εκκλησία του αγίου Δανιήλ» με τους εργάτες των ελαιοτριβείων είναι σχεδόν σίγουρα στον Βοτανικό.

Στο τέλος σχολιάζω πεντέξι λέξεις -αφήνοντας και μιαν απορία. Πάντως, αν και δεν θέλω να σας επηρεάσω, εμένα ο Παπαδιαμάντης με συγκινεί περισσότερο.

Χριστούγεννα στον ύπνον μου

Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;

Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν, την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος». Οι πολυέλαιοι κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς  — Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — Ήχοι καθ’ εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. — Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ. — Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!

Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν’ ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού μου ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του παραθύρου. Το άστρον της Ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο Αστέρας, έφεγγε, καταυγάζων τον ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. — Εγεννήθη ο Χριστός! Ηκροαζόμην. Ούτε κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε χιονίσει προ δύο ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. Πώς λάμπει ο Αστέρας, το άστρον της Ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη ότι είδον και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα βασιλικά στέμματα, με τα σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 80 Σχόλια »

Η κόνις η Αφρικανίς (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 9 Δεκέμβριος, 2018

Τις προαλλες, ο φίλος μας ο Τζι μου έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα. Και άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει κείμενα του Τζι -το τελευταίο πριν από ένα μήνα, όπου και λινκ προς τα παλιότερα. Επειδή όπου να’ναι θα μπούμε σε εορταστικό κλίμα, οπότε δεν θα ταίριαζε το διήγημα, φοβήθηκα να το αναβάλω για του χρόνου, μην το ξεχασω, και αποφάσισα να το δημοσιεύσω τώρα, πριν τις γιορτές.

H φωτογραφία, όπως και η έμμετρη εισαγωγή εις ύφος Μποστ είναι επίσης του Τζι. Κάποιες μικρές αλλαγές στη γραμματοσειρά δεν ξέρω για ποιο λόγο εμφανίστηκαν, μην τους δίνετε σημασία.

Δεν χρειάζονται άλλα εισαγωγικά, δίνω τον λόγο στον Τζι:

Η κόνις η Αφρικανίς

Νοτιάς στο άστυ το κλεινόν
με σύννεφα προβάλει
και σκόνη από την Αφρική
λεν’ πως θα φέρει πάλι

Και είν’ η σκόνη άριστον
λίπασμα των αγρών
και ορφνοκόκκινος λεκές
των επιφανειών.

Κι ενώ στα σπίτια, στις σκεπές
κανένας δεν τη βλέπει
απ’ το παρμπριζ την όραση
δύσκολα επιτρέπει

Από κοντά διακρίνεται
σε ρούχα απλωμένα
που πρέπει να ξαναπλυθούν,
να είναι καθαρισμένα 

Κακό μεγάλο νόμισε
της Αφρικής την σκόνη
καθένας που την κρίση του
εύκολα διαμορφώνει

Κι όμως όπου εκάθησε
η κόνις η Αφρικανίς
τίποτε το αξιόλογο
δεν έπαθε κανείς 

Ηταν στη δεκαετία του 70  όταν για πρώτη φορά πρόσεξε το φαινόμενο : τα πάντα καλυμένα από μια καφεκόκκινη σκόνη που μας ήρθε -λέει-  από την Αφρική λόγω μετεωρολογικών συνθηκών που επέτρεψαν την μεταφορά της. Διάβασε την σχετική ανακοίνωση :

 Ενα υψηλό βαρομετρικό σύστημα πάνω από τη ΒΔ Αφρική και τη δυτική Μεσόγειο ανύψωσε σκόνη στην ανώτερη ατμόσφαιρα και με νοτιοδυτικούς ανέμους τη μετέφερε προς την ανατολική Μεσόγειο.

Λόγω της περιοχής προέλευσης, η σκόνη είναι ερυθρά. Τα σωματίδια της σκόνης περιέχουν, σε μεγάλο ποσοστό,  πυρίτιο, άργιλο και σίδηρο. Στην περίπτωση μεταφοράς της σκόνης με την παρουσία νεφών και επακόλουθης βροχόπτωσης, τα σωματίδια της σκόνης διαλύονται στις υδροσταγόνες και έτσι επιτυγχάνεται «κατάπτωσή» τους στο έδαφος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμφανίζονται ερυθρωπές λασποβροχές. Τα σωματίδια της αφρικανικής σκόνης, όταν φθάνουν στην Ελλάδα, είναι τα μικρότερα και ελαφρύτερα, διότι τα μεγαλύτερα, ως βαρύτερα, καθιζάνουν καθ’ οδόν. 

Τα συστατικά της σκόνης που περιέχουν σίδηρο θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά, αφενός μεν διότι συμβάλλουν στην ανάλογη λίπανση των εδαφών και στην ανάπτυξη των φυτών, αφετέρου δε έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν έναν από του κύριους παράγοντες εμπλουτισμού της θάλασσας σε σίδηρο που απαιτείται για την ανάπτυξη φυτοπλαγκτόν.


Ολα τα συνηθίζει ο άνθρωπος, σήμερα μια νέγρα είναι οικεία εικόνα στο πανεπιστήμιο, το 70 όμως οι νέγρες φοιτήτριες ήταν μετρημένες στα δάκτυλα ενός χεριού. Η Κόννι ξεχώριζε στην κυριολεξία σαν την μύγα μέσα στο γάλα. Σίγουρα δεν θα περνούσε απαρατήρητη ούτε στην πατρίδα της, η ομορφιά της ήταν παραπάνω από το συνηθισμένο. Την έβλεπε μια φορά την εβδομάδα -κάθε Τετάρτη- που συνέπιπταν οι ώρες των μαθημάτων τους στο κτίριο της Νομικής, μαγνήτιζε το βλέμμα πολλών καθώς περίμενε έξω από την αίθουσα την έναρξη του μαθήματος. Υστερα ο καθένας έμπαινε στην τάξη του κι αυτός την ξέχναγε απορροφημένος  στο μάθημα  κι έφευγε γρήγορα για το σπίτι ενώ αυτή πάντα είχε κάποιες φίλες, λευκές, να συζητάει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 195 Σχόλια »

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου – Rio de Janeiro blues (δυο ιστορίες του Χρήστου Τσατσαρώνη)

Posted by sarant στο 25 Νοέμβριος, 2018

Θα παρουσιάσω σήμερα δυο διηγήματα του φίλου μας Χρήστου Τσατσαρώνη, που μου τα έστειλε για να τα δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, να τα αναδημοσιεύσω πιο σωστά αφού έχουν δημοσιευτεί παλιότερα στο ιστολόγιο του συγγραφέα. Ο Χρήστος σχολιάζει και στο ιστολόγιο, αν και όχι τόσο συχνά, οπότε το όνομά του θα είναι γνωστό στους ταχτικούς αναγνώστες, όχι όμως και το έργο του.

Τα διηγήματά του ο Χρ. Τσατσαρώνης τα αποκαλεί «Ιστορίες μακρόχρονης και δυσβάστακτης θλίψης» (badsadstories είναι η διεύθυνση του ιστολογίου του) αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν αξίζουν την προσοχή μας. Και στα δύο διηγήματα προτάσσεται μια σύντομη εισαγωγική παράγραφος του συγγραφέα με πλάγιους χαρακτήρες.

Η (αληθινή) ιστορία του Πέτρου και του λύκου

Διότι, μόνον εγώ αγαπητοί αναγνώστες, όπως και σε άλλα κείμενα θα έχετε διαπιστώσει, μόνον εγώ ξέρω – μα και έχω το θάρρος να σας λέω – την αλήθεια! Ιδού:

Όταν ο Πέτρος μπήκε στην εφηβεία, το συμβούλιο του χωριού (μιας αυτοδιαχειριζόμενης κοινότητας – κολλεκτίβας), αποφάσισε να του αναθέσει πιο υπεύθυνα καθήκοντα στις κοινές εργασίες. Και συγκεκριμένα, να βοσκά τα πρόβατα στο βουνό. Ο Πέτρος ήταν ένα έξυπνο, εργατικό και φιλότιμο παιδί. Είχε όμως ένα φοβερό ελάττωμα. Ήτανε ψεύτης φοβερός, τερατολόγος, παραμυθάς. Τους είχε φλομώσει στο ψέμμα όλους. Κι ήτανε και καλός ο μπαγάσας. Όλοι την πατάγανε και τον πιστεύαν. Είπανε «Άσε, θα μεγαλώσει και θα του περάσει. Άσε, με τη δουλειά θα του περάσει».

Μα πού; Από την πρώτη μέρα, εκεί που βόσκαγε τα πρόβατα, μπήκε ο διάβολος μέσα του, πήγε μέχρι την άκρη του γκρεμού, έκανε τα χέρια του χωνί και βάλθηκε να φωνάζει προς τα κάτω, στον κάμπο, στο χωριό:

«Λύκος! Λύκος!»

Τρελλάθηκαν οι χωρικοί. Αρπάξαν τα μπαστούνια, αρπάξαν τα τουφέκια. Τρέξανε πάνω στο βουνό. Μα όταν φτάσανε πουθενά λύκος. Τα προβατάκια βοσκούσαν ήσυχα κι ο Πέτρος κυλιόταν κάτω από τα γέλια. Του κάνανε σοβαρή παρατήρηση και φύγαν θυμωμένοι.

Την άλλη μέρα, πάλι τα ίδια. Φώναξε ο Πέτρος με φωνή σπαρακτική:

«Λύκος! Αλήθεια μωρέ τούτη τη φορά σας λέω, λύκος, λύκος, λύκος!»

Θέλοντας και μη οι χωρικοί, αρπάξαν τις μαγκούρες, αρπάξανε τα δίκαννα, τρέξανε πάνω. Πάλι τα ίδια. Λύκος πουθενά κι ο Πέτρος ξελιγωμένος από τα γέλια. Ο πρόεδρος τοις κοινοτικής συνέλευσης, βράζοντας από θυμό, του έκανε δριμεία παρατήρηση και του δήλωσε ξεκάθαρα πως θά ‘χε μία μόνο, τελευταία ευκαιρία. Με ένα ακόμα λάθος θα τον διώχναν από το χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , | 92 Σχόλια »

Η νεράιδα και το αγρίμι (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 11 Νοέμβριος, 2018

Την Κυριακή έχουμε καθιερώσει θέμα λογοτεχνικό ή φιλολογικό, οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ενα διήγημα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Λεώνικος. Θα θυμίσω ότι άλλες δύο φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του διηγήματα στο ιστολόγιο (εδώ το δεύτερο από αυτά, που έχει και λίκνο προς το πρώτο).

Η νεράιδα και το αγρίμι

Τα τραγούδια της δεν ήσαν ίσως σε όλων το στόμα, γιατί δεν ήσαν από τα πιο εύκολα, ούτε ιδιαιτέρως ‘γλεντζέδικα’ και με κάποιες επισημάνσεις που φανέρωναν βαθύτερο στοχασμό. Επομένως ήταν μάλλον δημοφιλής παρά διάσημη· χαμηλών τόνων ως προς την προσωπική της ζωή, πάντα νέα και ωραία, βρέθηκε ξαφνικά στο χωριό.

«Το έσκασα απ’ όλους και απ’ όλα! Θα ξεκουραστώ… θα χαλαρώσω κι ελπίζω να επιστρέψω πιο δυνατή!» δήλωσε σε κάποιον δημοσιογράφο που την ξετρύπωσε σχεδόν κατά τύχη.

Στο χωριό όμως με τους διακόσιους, κατοίκους, μαζί με τους περιστασιακούς, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Φυσικά όλοι έτρεξαν να τη δουν στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο όπου έπινε καφέ, κι εκεί αποδείχτηκε πολύ καταδεχτική· μιλούσε με όλους, χάιδευε τα παιδιά, τάιζε τα ζωντανά, και τη λάτρεψαν· αλλά μάταια της ζήτησαν να τραγουδήσει. «Άλλη φορά! Άλλη φορά!» έλεγε διαρκώς, αν κι έκανε κάποιες μικρές παραχωρήσεις μ’ ένα δυο τραγούδια, ποτέ παραπάνω, στα σπίτια που την καλούσαν για φαγητό.

Άγνωστο πώς, μάλλον η κόρη του είχε μεσολαβήσει, φιλοξενήθηκε αρχικά στο σπίτι του κοινοτάρχη, ενός απλοϊκού καλοσυνάτου ανθρωπάκου που είχε εμπορικό. Και μια μέρα την είδαν ακόμα και στο μαγαζί, να πουλάει κόσκινα, λιβάνι, λουκούμια, σαπούνι, παντούφλες και γυαλιά για λάμπες πετρελαίου.

Έτσι απομυθοποιήθηκε. Και πριν περάσει η εβδομάδα, μια κι είχε καλοκαιριάσει πια για τα καλά, ήρθαν συγγενείς κι έπρεπε να μετακομίσει.

Ο Κοτρώνης, ιδιοκτήτης του ανταγωνιστικού παντοπωλείου κι εξέχον επίσης μέλος της τοπικής κοινωνίας, την διεκδίκησε. Αλλ’ ούτε αυτός είχε δωμάτια πολλά. Φόρτωσε τις δυό του κόρες εννιά κι έντεκα χρονώ στην πεθερά του, για να την φιλοξενήσει. Αλλ’ εκείνη πήρε χαμπάρι ότι η γριά την πήρε με κακό μάτι, έβαζε πολλά με το νού της, σουρτούκω την ανέβαζε, σουρτούκω την κατέβαζε, και δεν ξημέρωσε σπίτι του ούτε μια φορά.

Μετά από μερικές προτάσεις που αποδείχτηκαν αβάσιμες, είτε γιατί τα σπίτια ήσαν σ’ ελεεινή κατάσταση είτε επειδή περίμεναν μουσαφιραίους, κάποιος μίλησε και για τις χήρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 114 Σχόλια »

Ποίηση όπως σκάκι, στη ρομποτική (διήγημα επιστημονικής φαντασίας του gpointofview)

Posted by sarant στο 4 Νοέμβριος, 2018

Πριν από λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Τζι μου έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, που το χαρακτηρίζει «περίπου επιστημονικής φαντασίας». Και άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει κείμενα του Τζι -το τελευταίο πριν από τρεις μήνες.

Το δημοσιεύω εδώ με χαρά, μαζί με τις εικόνες που έστειλε επίσης ο Τζι. Όμως ο Τζι έστειλε και ένα γιουτουμπάκι, που όπως λέει είναι η καλύτερη εκτέλεση του τραγουδιού του Ντίλαν για να συνοδεύσει την ανάγνωση του διηγήματος:

Ποίηση όπως σκάκι, στη ρομποτική

Η πρώτη φορά που ο Ντιποετμπλού γνώρισε τον ύπνο ήταν με το μεγάλο μπλακ-άουτ στην Νέα Υόρκη. Ολοι φυσικά νόμιζαν στην αρχή πως ήταν μιά συνηθισμένη διακοπή ρεύματος, τρείς- τέσσερις ώρες το πολύ. Ετσι και ο Ντίπυ (χαϊδευτικό του ντιποετμπλού) δεν ανησύχησε, μπορούσε να κάτσει δεκαέξη ώρες σε κατάσταση αναμονής. Μετά κινήθηκε προς την πηγή της ενέργειάς του και συνδέθηκε αλλά τίποτε. Σιγά-σιγά άρχισε να πέφτει η τάση στα κυκλώματά του. Υπολειτουργούσαν τα πάντα επάνω του και ο πρωτότυπος σχεδιασμός του τον οδηγούσε σε άγνωστα πεδία αισθημάτων και γνώσεων, διαρκώς εξασθενούντων. Τελικά –αν είναι ποτέ δυνατόν- έχασε τον έλεγχό του, έπεσε σε ηλεκτρονικό κώμα. Συνδεδεμένος βέβαια, θα ξανάβρισκε τον εαυτό του με την αποκατάσταση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι καινούργιες εμπειρίες όμως θα είχαν καταλάβει κάποιο κομμάτι στην πανίσχυρη μνήμη του.

Ο Ντίπυ κατασκευάστηκε γιά να λύσει το μεγάλο πρόβλημα της παγκόσμιας ποίησης, ποιό είναι το αντικειμενικά καλύτερο ποίημα. Ηταν πανίσχυρος στο λογισμικό του, σαν τον Deep Blue των σκακιστών- από κει πήρε άλλωστε και τ’ όνομά του, αλλά και εφοδιασμένος με μιά πρωτότυπη ιδέα γιά την κρίση του. Η πρόσληψη ενός ποιήματος μετατρεπότανε σε τέσσερις από τις βασικές ανθρώπινες αισθήσεις, αφή, όραση, ακοή και όσφρηση. Η ποιοτική και ποσοτική μεταβολή αυτών των παραμέτρων έδινε και την αξιολόγηση του ποιήματος, εξαφανίζοντας κάθε υποκειμενικό δεδομένο. Χρειαζότανε βέβαια ενα «πρότυπο», μιά μονάδα σύγκρισης γιά το ξεκίνημα, αλλά οι σοφοί δεν είχαν πρόβλημα να επιλέξουν την Ιλιάδα σαν σημείο αναφοράς. Δεν υπήρξε καμμία σοβαρή αντίρρηση, όλοι υποκλινόντουσαν μπροστά στο κείμενο που κατέγραψε ο Ομηρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Σπαράγματα μηδέποτε συμβάντων (συνεργασία από ΣτοΔγιαλοΧτηνος)

Posted by sarant στο 21 Οκτώβριος, 2018

Το διήγημα που δημοσιεύουμε σήμερα είναι γραμμένο από τον φίλο μας ΣτοΔγιαλοΧτηνος. Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύουμε κάτι δικό του στο ιστολόγιο -πέρα από τα σχόλιά του, εννοείται, πολύτιμα όπως όλων σας.

Είναι διήγημα επιστημονικής φαντασίας, με την ευρεία έννοια του όρου, ή ίσως και με τη στενή αφού το θέμα του είναι τα ταξίδια στον χρόνο, ένα από τα βασικότερα -και ίσως το γοητευτικότερο- θέματα της ΕΦ.

Δεν την έχουμε τιμήσει την επιστημονική φαντασία όσο θα της άξιζε στο ιστολόγιο. Για να πω την αμαρτία μου, έχω σταματήσει προ πολλού να διαβάζω βιβλία του είδους, παρόλο που ως φοιτητής ήμουν φανατικός αναγνώστης, είχα μάλιστα γράψει, σε σχετικά τρυφερή ηλικία, ένα δοκίμιο στο περιοδικό Πολιτιστική με τίτλο «Τι είναι, τελικά, η επιστημονική φαντασία;» (Δεν θα αντέξω να το ξαναδιαβάσω, νομίζω). Σε κάποιο συρτάρι μπορεί να βρίσκονται και κάποιες προσπάθειες διηγημάτων ΕΦ που είχα ξεκινήσει να γράφω.

Όμως, με την ΕΦ μου συνέβη ό,τι και με τα κόμικς. Ενώ στα νιάτα μου παρακολουθουσα φανατικά και τα δύο είδη, κάποτε σταμάτησα να ενημερώνομαι, κι όταν προσπάθησα να ξαναπιάσω το νήμα στάθηκε αδύνατο -τα νεότερα δείγματα, είτε ΕΦ είτε κόμικς, με αφήνουν σχεδόν εντελώς αδιάφορο, ενώ τα παλιά εξακολουθούν να με γοητεύουν. Είναι κι αυτό ένα είδος αρτηριοσκλήρωσης, φοβάμαι.

Όμως παρασύρθηκα με τη φλυαρία μου, που ξεκίνησε από τη διαπίστωση πως η ΕΦ δεν έχει αρκετή παρουσία στο ιστολόγιο. Το σημερινό διηγημα του φιλου μας του ΣτοΔγιαλοΧτηνος ας είναι μια μικρή επανόρθωση.

ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΜΗΔΕΠΟΤΕ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

…………………………………………………………………………………………………………..…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….……………ερί ου ο λόγος λαθρόβιο έντυπο ότι σε ένα πολυκαιρισμένο, σκωληκόβρωτο ισπανικό χειρόγραφο του 16ου αιώνα, που πρόσφατα ανακαλύφθηκε καταχωνιασμένο σε κάποιο κονισαλέο ράφι μιας δημοτικής βιβλιοθήκης κάπου στην Ανδαλουσία, εντοπίστηκε μια παράγραφος που αν σήμερα έκανε τους ορθολογιστές επιστήμονες να ανατριχιάσουν, την εποχή που γράφτηκε σίγουρα θα προκάλεσε την μήνι τ[…]ράς Εξέτασης κατά του συγγραφέα, αν υποθέσουμε ότι αυτός είχε το θράσος να δημοσιεύσει το πόνημά του.

Σύμφωνα με το κείμενο, μια βροχερή Τετάρτη του Απριλίου του σωτηρίου έτους 1561, ο Φρανθίσκο Μοντόγια από το Κάδιξ, διαβόητος στην πόλη του φιλάργυρος τοκογλύφος και Μυστικός Ταξιδιώτης στον Χρόνο, παραφρόνησε στα υπόγεια του κάστρου ενός Σταυροφόρου ηγεμόνα των Αγίων Τόπων – κάπου τετρακόσια χρόνια πριν γεννηθεί- πάνω σε μια κασέλα ξέχειλη χρυσά υπέρπυρα, τη στιγμή ακριβώς που νόμιζε πως είχε αγκαλιάσει την ευτυχία του.

Από την ενδελεχή μελέτη του κακοπαθ[…]ρογράφου προέκυψε ότι πιθανότατα ο άπληστος -όσο και απερίσκεπτος- Ίβηρ «υπέπεσε στο θλιβερό ατόπημα» να Ταξιδέψει για Δεύτερη Φορά στον Ίδιο Χώρο και Χρόνο, με προφανή συνέπεια να συναντηθεί με τον εαυτό του. Δυστυχώς, λόγω της κατάστασης του ευρήματος, δεν κατέστη δυνατή η άντληση περαιτ[…]τομερειών που θα φώτιζαν τις επιμέρους πλευρές της παράδοξης αυτής υπόθεσης. Μέχρι λοιπόν να προκύψει κάποιο νέο στοιχείο ας μας επιτραπεί να τοποθετήσουμε και αυτή την αφήγηση στη σφαίρα της μυθοπλασίας. Άλλωστε, το εξωφρενικό του όλου πράγματος μας οδηγεί στο μάλλον ασφαλές συμπέρασμα ότι πρόκειται για αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας του συγγραφέα, το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο. Όπως άγνωστο παραμένει και το τέλος του, αν και η πιθανότ[…]κδοχή είναι ο επί της πυράς θάνατος, συνήθης εκείνα τα άγρια χρόνια τρόπος εξολόθρευσης αιρετικών και μάγ..…………………………………………………………………………………………………………………….……………………… ……………………..…………………………………………………………………………………ποψή του θα ήταν παρακινδυνευμένο να δώσουμε βάση σε ένα σχετικά πρόσφ[…]μοσίευμα κάποιου ανυπόληπτου εντύπου της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ. Τόσο το επίπεδο της συγκεκριμένης δημοσιογραφίας, όσο και το γεγονός ότι οι – υποτιθέμενοι – αυτόπτες μάρτυρες τελούσαν υπό την επήρεια ισχ[…]ωτικών ουσιών, μας καθιστούν επιφυλακτικούς και καταφέρουν καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία του ρεπορτάζ.

Εν πάση περιπτώσει, αν πιστέψουμε το εν λόγω σκανδαλοθηρικό φύλλο, ο φέρελπις νεαρός καλιφορνέζος Ρίτσαρντ Μέϊσον, ταχύτατα ανερχόμ[…]λεχος πολυεθνικής στην δεκαετία του 1980 και Μυστικός Ταξιδιώτης στον Χρόνο με ψυχοπαθολογική εμμονή στην κατάρτιση του γενεαλογικού του δένδρου, πήδηξε ουρλιάζοντας στο κενό από το ρετιρέ ένα καλοκαιριάτικο βραδάκι, κατά την διάρκεια ενός πάρτυ στα γραφεία της Εταιρείας.

Οι αστυνομικοί που έσπευσαν στον τόπο του τραγ[…]μβάντος λίγο έλειψε να τον ακολουθήσουν στη μοιραία τροχιά του ακούγοντας τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων. Οι τελευταίοι, εμφανώς σε κατάσταση ισχυρότατου σοκ και στα πρόθυρα ομαδικής νευρικής κατάρρευσης, βεβαίωσαν τους εμβρόντητους εκπροσώπους του Νόμου ότι, στο φόρτε της διασκέδασης, εμφανίστηκε ξαφνικά «…..από το πουθενά» στο άνοιγμα της δίφυλλης γυάλινης πόρτας ένας δύσμορφος «…..Νεάντερταλ ή…… …..κάτι τέτοιο», ντυμένος με προβιές και κρατώντας φονικό ρόπαλο. Διέσχισε με ξυπόλητα, βαριά βήματα το δάπεδο με τα απαστράπτοντα πλακάκια, αδιαφορώντας για τον πλούσιο μπουφέ, τις εκθαμβ[…]ναίκες και την εκκωφαντική μουσική, η οποία ωστόσο βουβάθ[…]δόν αμέσως. Άναυδοι, οι κομψοί συνδαιτυμόνες τον παρακολούθησαν με μάτια γυάλινα από την κοκ[…]τευθύνεται αποφασιστικά προς τον νεαρό μάνατζερ που κατέρρεε πανικόβλητος. Αυτά που κατά τους ισχυρισμούς τους διαδραματίστηκαν στη συνέχεια, καλούμαστε να τα ανασυνθέσουμε μέσα από αυτό που ο επικεφ[…]τυνομικού κλιμακίου περιέγραψε ως «ένα γκροτέσκο κουβάρι από παρανοϊκές και αλλοπρόσαλλες ασυναρτησίες. Βρήκαμε ντόπα αρκετή για να φτιαχτεί ολόκληρο τάγμα»:

«…………….νόητο……..απίστευτο…………………σπηλαιάνθρ…………………..…….…..λησε αγγλικά, αρχιφύλακα, καταλαβαίνετε;..…ούστηκε σαν… σπασμένες πέτρες που κατρακυλ….σαν…σκουριασμένα γρανάζια….σαν μπουκωμ……ννήτρια ντίζελ αλλά….ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ……ΗΤΑΝ ΑΓΓΛ……..… ………………..…………

…………….μίσαμε πως……..…..φάρσα…………………………………………….

………..ντρας μ..………ρδιά τ……..……….θενοφόρο….ΣΑΣ ΠΑΡΑΚ……..……

……………………………………..βρομούσε…απαίσ………………………………

………………………………ριακεχαριτωμενηοκυριοςμετασουχαιρεμαριακεχαριτωμενη

οκυριοςμετασουχαιρεμαριακεχαριτωμενηοκυριοςμετασουχαιρεμαριακεχ……………

…….αγγλικά………………μόλις που καταλάβ…………………………………….

.. .……………..ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ……………………………………….

…………..θηκε μεμιάς………όπως είχε έρθ…………..μόλις ο Ρίτσ…………………

……είνη η γκριμάτσα……Θεέ μου………ή-ήταν σαν να χαμογελ..….», είπαν, όταν

σταμάτησε μπροστά του, ακούμπησε τη δασύτριχη, μυώδη χερούκλα του στον ώμο του άλλου και η βραχνή, τραχιά του φωνή γέμισε την για λίγα ακό[…]τερόλεπτα σιωπηλή σάλα με τις μετά βί[…]νωρίσιμες λέξεις:

«Ξάδερφε. Γιέ. Εγγόνι. Αίμα μου».

…………………………………………………………………………………………………………………….…………………………………………………………………………………………………….λαιπωρημένο απομεινάρι των μαύρων καιρών που σφράγισε η αποτρόπαια μορφή του Τομάς ντε Τορκεμάδα έφτασε στο τέλος της διαδρομής του ελάχιστες εβδομάδες μετά την ανάκλησή του από τη Λήθη.

Υπεύθυνος θεωρήθηκε ένας αγαθών προθέσεων αλλά -για να εκφραστούμε επιεικώς- όχι ιδιαιτέρως εύστροφος εποχιακός δημοτ[…]λληλος της επιστασίας ευπρεπισμού κτιρίων, ο οποίος – Κύριος οίδε κάτω από ποιες αδιευκρίνιστες συνθήκες, πιθανώς εκμεταλλευόμενος μια σύντομη απουσία του εντεταλμένου μελετητή – επιχείρησε κρυφά να καθαρ[…]ρόγραφο «…για να χαρεί ο κύριος Προϊστάμενος». Το μέσο το οποίο μετήλθε μάλλον δεν θα το ενέκρινε κανείς σώφρων και νηφάλιος ειδικός. Το ισχυρό καθαριστικό δαπέδου με το οποίο ο αδαής νεαρός περιέχυσε το χειρόγραφο κατέφαγε και εξαφάνισε σε χρόνο μηδέν κάθε ίχνος γραφής από την κουρελιασμ[…]χλιασμένη του επιφάνεια, μετατρέποντας τα λείψανα του αμφιλεγόμενου κειμένου σε μια μαυριδερή μουντζούρα. Το γεγονός ότι ο ανόητος νεαρός απολύθ[…]πτικές διαδικασίες, ενώ η ταπεινή βιβλιοθήκη απώλεσε δια παντός το μοναδικό σχετικά αξιόλογο απόκτημά της κρίνεται απολύτως ασήμ…..… ………….……………………………………………………………………………… ………………………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………..……………………………..…………..νώμη του θ[…]ταιοπονούσ[…] αν ανατρέχαμε στα σωζόμ[…]ρχεία της Ιεράς Εξέ[…] για να διαπιστώσουμε ποιοι συγκεκριμ[…]θρωποι και με ποιες ακριβώς κατηγορίες οδηγήθηκαν στην πυρά στο διάστημα μεταξύ 1561 και 1600. Το τεράστ[…]λήθος των θυμ[…] των ρασοφόρων εγκλημ[…]άστημα σαράντα ετών θα μας βύθιζε σε έναν ωκεανό στοιχείων, από τον οποίο θα ήταν μάλλον απίθ[…] να ανασύρουμε κάτι απτό και ταυτοποιήσιμο· ένα όνομα…….μια ομολογία…………τα πρακτικά μιας ανάκρ…………………………… ………………………………………………………………………………………… …………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………λώνει πεπεισμένος ότι άκαρπη θα απέβαινε μια – ούτως ή άλλως άνευ ουσίας – έρευνα στους – ούτως ή άλλως μη προσβάσιμους – αχανείς […]κτρονικούς φακέλους της Πολιτειακ[…]νομίας της Καλιφ[…] τους αναφερόμενους σε […]τασχέσεις σκληρών ναρκ[…]σιών και στις σχετ[…]λλήψεις για κατοχή και χρήση τους στη διάρκεια της […]καετί[…] του ογδ…… ………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………….ρτί της […]λιφορνέζ[…]τρινοφυλλάδ[…] – της οποίας η έκδ[…] ανεστάλη για άσχετους λόγους επ’ αόριστον, λίγ[…]ήνες μετά το απίστευτο δημοσίευμα – μετά την εφήμ[…]ρουσία του στα σημεία πώλ[…] Τύπου και στα καθιστικά των λαϊκών νοικοκυριών πήρε τον δρόμο τ[…]λτοποίησ[…] και ανακύκλ[…], χρησίμευσε ως υλικό συσκευα[…] ή τύλιξε ισχνά σώμ[…]λκοολικ[…] αστέγων τον επόμ[…]ειμών[…], εξέλιξη στερούμενη οιασδήπ[…] βαρύνουσας σημασ……..……………………………………………………………………………

…………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………………………….…τε τα ανώνυμα ισπαν[…]ποκαΐδ[…], τα σκορπισμένα στ[…]σσερις ανέμ[…] πριν από τόσους αιώνες, ούτε η από χρόνια χορταριασμ[…]φόπλακα του πολυαγαπ[…] υιού και αδελφ[…]τσαρντ Τόμας Μέϊσον 196[…]-198[…] σημαίν[…]ποτα πιά……………………………………………………. …….……………………………………………………………………..……………..

………………………………………………………………………………………………..νήμπορα τα χέρ[…]οτέ δεν θα ψηλαφ[…] Αυτό που Είν………………………..

…………….ουβά τα χείλη· ξέπνοες οι λέξ[…]ροστά στο Άρρ.………………………..

……..φλά τα μάτ[…] του κάκου μετρ[…]ύκλους της Σελή………………….…………

…………………………………………………………………………………………..

………………………..ις χούφτες μας μόν[…] στάχτ[…]αι σκόν…………………….

………………………………………………………………………………..……………………………………………………………………………………………………

———————–//———————-

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2018

Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

Σαπφώ (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 7 Οκτώβριος, 2018

Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα «Ο Ευριπίδης της ταφής» του θεσσαλονικιού Κωστή Ανετάκη. Πριν από λίγες μέρες, ο Ανετάκης μου έστειλε ένα καινούργιο διήγημά του που, όπως μου είπε, είναι εμπνευσμένο από την πρόσφατη τραγική δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

Σαπφώ

Η Σαπφώ, ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχούλα της, αυτή μ’ έκανε άνθρωπο. Η μάνα μου, ο κόσμος μου ολάκερος. Μοναχή μ’ ανέστησε με χίλια βάσανα· έκοβε τη μπουκιά της να με ταΐσει, φόραγε κείνη κουρέλια για να με στέλνει ευπρεπισμένο στο σκολειό, μη με προγκάνε τα καλόπαιδα. Παραδουλεύτρα σε σπίτια, μερονυχτίς, τα ’φερνε βόλτα τσίμα τσίμα.

Μα αγάπη είχε περίσσια για όλους και δεν την τσιγκουνευόταν. Σκόρπαγε διπλοπάλαμα φροντίδα, τρυφεράδα, συμπόνια, κι είχε ένα γέλιο να χαρίσει στον καθένα· μέχρι και στ’ αδέσποτα της γειτονιάς, που τρέχανε ξοπίσω της κοπάδι, σαν οσμίζονταν τη γερτή κατάκοπη φιγούρα της να στρίβει τη γωνιά. Και τη μερίδα του λέοντος, απ’ την τόση χάρη, τη φύλαγε για ελόγου μου. Τίποτα δε μου ’λειψε, κι ας μην είχα δεύτερο παντελόνι κι ας φορούσα τρία νούμερα μεγαλύτερο παπούτσι, μέχρι να μεγαλώσει το ποδάρι μου, να το γιομίσει.

Ποτέ της δεν με κακοκάρδισε, δε με μάλωσε, δε μου τις έβρεξε. Πάντα με το καλό, με τον γλυκό το λόγο, με το παραμύθι και το παράδειγμα μ’ ανάτρεφε. Μονάχα μια φορά έγινε μαζί μου αυστηρή. Γιατί υπάρχουνε μαθήματα που μόνο με τον σκληρό τρόπο μπορείς να τα πάρεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , | 176 Σχόλια »

Η Φ. και η Μύκονος… (καλοκαιρινό διήγημα από τον Πάνο με Πεζά)

Posted by sarant στο 26 Αύγουστος, 2018

Καθώς το καλοκαίρι δεν έχει ακόμα τελειώσει, ταιριά;ζει και το σημερινό μας αφήγημα να είναι καλοκαιρινό. Με μεγάλη χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα καλοκαιρινό διήγημα για τη Μύκονο από τον φίλο μας τον Πάνο με πεζά. Με χαρά αλλά και με καμάρι επειδή βλέπω να πληθαίνουν οι φίλοι του ιστολογίου που δοκιμάζουν να γράψουν κάτι δικό τους. Ο Πάνος, όπως θα ξέρετε, είναι δεμένος με το νησί αν και παραθερίζει στη λιγότερο κοσμική πλευρά του. Έτσι, το αφήγημά του έχει πολύ βιωματικό στοιχείο.

Ο Πάνος έστειλε και σύντομες επεξηγήσεις για κάποια πραγματολογικά κυρίως στοιχεία, καθώς και τη φωτογραφία που συνοδεύει το διήγημα. Να προσθέσω, πάντως, ότι τα μυόπορα που κάπου αναφέρονται στο διήγημα, είναι θάμνος κατάλληλος για φράχτες.

Ήταν όπως και να πεις ένα περίεργο, δύσκολο καλοκαίρι… Μάλλον, για να πούμε την αλήθεια, όλη η χρονιά είχε κυλήσει δύσκολα… Ακόμα καλά-καλά δεν είχαν έρθει τα Χριστούγεννα του δεκαεφτά, κι εκείνος είχε μπει χειρουργείο, για ένα απρόσμενο κάταγμα στο πόδι… Παραμονή Χριστουγέννων ήταν, κι αντί για τραπέζι ρεβεγιόν, ξαφνικά βρέθηκε καλεσμένος στο … χειρουργικό τραπέζι του Ερυθρού Σταυρού. Ε, κι όταν τέλειωσαν αυτά, οι φυσικοθεραπείες, οι ακτινογραφίες, είχε πάει πια Μάρτης κι άρχισαν κάτι πήγαινε-έλα με τη μάνα του. Άλλο χειρουργείο, πιο ύπουλο αυτή τη φορά, αλλά τα πράγματα είχαν πάει μάλλον καλά…

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ούτε είχε καταλάβει πώς ήρθε το καλοκαίρι. Κι ακόμα πιο πέρα, πώς τέλειωσε ο Ιούλιος και μπήκε ο Αύγουστος. Που σημειωτέον, λες και δε φτάναν όλα, ήταν και η φωτιά στην Ανατολική Αττική που τους ξεσπίτωσε, εκεί μεσοκαλόκαιρα, να τρέχουν μια στην Πεντέλη, στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, και μια φιλοξενούμενοι πυρόπληκτοι στα ΚΑΑΥ, τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα… Ναι, όταν αρχές Αυγούστου ήρθε η πολυπόθητη άδεια, αρκετές από τις πολύτιμες μέρες της αναλώθηκαν εκεί,  αντί να εφαρμοστεί εξαρχής το δεδομένο καλοκαιρινό πλάνο : διακοπές στη Μύκονο… Ήταν τόσο περίεργα τα πράγματα φέτος, τόσο ανατρεπόμενα τα πράγματα και τόσο κάτω η διάθεση, που το πλάνο «Μύκονος» προς το παρόν είχε μετατεθεί…

Κάποτε, δεν ήθελε να ακούει για τη Μύκονο. Αλλά αυτά ήταν “last year”, που λέγανε και κάποιοι… Εκεί προς τη δεκαετία του ’90, που τα περιοδικά όλο για Μύκονο έγραφαν, αυτός είχε αποφασίσει να τη σβήσει από το χάρτη της Ελλάδας… «Δεν πρόκειται να πατήσω εκεί το πόδι μου ποτέ», έλεγε και ξανάλεγε, μέσα σε αυτή την απολυτότητα που τον διέκρινε όταν αποφάσιζε να πάει κόντρα σε ένα΄ ρεύμα… Αλλά κάποιοι λένε «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις»… Το καλοκαίρι του 1999 γνώρισε τη Φ., και τον Αύγουστο της επόμενης στρογγυλής χρονιάς, το 2000, τα έφτιαξαν. Την είχε ερωτευτεί τρελά… Η Φ. ήταν από τη Μύκονο. Κι από μάνα κι από πατέρα, βέρα Μυκονιάτισσα…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, νησιά | Με ετικέτα: , | 159 Σχόλια »

Σίντυ, το δεξί πόδι της (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από λίγο καιρό ο φίλος μας ο Τζι. Θυμίζω ότι πριν από ένα εξάμηνο είχαμε δημοσιεύσει κι άλλο διήγημά του, με τίτλο Η θεια.

Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι κι αυτές του Τζι. Δεν άλλαξα την ορθογραφία του κειμένου.

Σίντυ, το δεξί πόδι της

– Σίντυ , ω Σίντυ.

Το δεξί πόδι της Σίντυ είχε μόλις αφήσει το πλακόστρωτο δάπεδο της Φωκίονος Νέγρη έχοντας διασχίσει περίπου το ένα τέταρτο του τόξου που δημιουργεί το πέλμα όταν κάνει ένα βήμα όταν ακούστηκε καθαρά, μα και πνιχτά συγχρόνως μιά αντρική κραυγή:
– Σίντυ, ω Σίντυ
Τα πόδια βέβαια δεν θεωρείται ότι ακούν αλλά αυτή η κραυγή σε κάποια περίεργη συχνότητα βγήκε, σίγουρα δεν έγινε αντιληπτή από κοινά αυτιά. Γιά το δεξί πόδι της Σίντυ ο χρόνος πάγωσε αυτόματα.

Το δεξί πόδι της Σίντυ βρέθηκε με το μεγάλο δάκτυλο σηκωμένο – πάντα συμβαίνει όταν περπατάμε – και τα υπόλοιπα καλοσχηματισμένα μικρά σε μιά γραμμή σαν τα κλωσσόπουλα μιάς πάπιας. Ηταν ένα πόδι πολύ καλοδιατηρημένο γιά την ηλικία του, τυλιγμένο στο μετάξι του καλσόν της και τοποθετημένο σ’ ένα μαλακό μοκασίνι. Το δέρμα του ήταν σε καλή κατάσταση αν εξαιρέσεις κάποιες μικρές πτυχώσεις στην καμάρα του πέλματος που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κάλους αν η Σίντυ δεν τις πρόσεχε, αλλά η Σίντυ μιά φορά τον μήνα μέσα στο ζεστό μπάνιο της πέρναγε τα πέλματά της με θηραϊκή γη, όπως της άρεσε να λέει την ελαφρόπετρα, έτσι η αισθητική κάλυπτε και την ιατρική πλευρά του ζητήματος.

Η Σίντυ στα πενηντατόσα της θύμιζε την Μπριζιτ Μπαρντό στα σαραντατόσα της, τηρουμένων βεβαίως κάποιων αναλογιών. Ηταν σαφώς πιό μικρόσωμη και δεν είχε τόσο πλούσιο στήθος. Αλλά είχε κάτι από την κίνησή της και κυρίως από τον τρόπο που έδενε τα μαλλιά της κώτσο. Πάντοτε κάποια χρυσόξανθα λουγδάκια ξέφευγαν από τις φουρκέτες και τα τσιμπιδάκια δίνοντας ένα ατημέλητο τόνο στο γλυκό της προσωπάκι, ακριβώς όπως και στην Μπεμπέ και σε μεγάλη αντίθεση από τους άψογους, σκουρόχρωμους, στυλιζαρισμένους κώτσους των αμερικανίδων του Χόλλυγουντ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 142 Σχόλια »

Τα χρυσόψαρα του Θάνου Αθανασόπουλου

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2018

Πριν από ενάμιση μήνα είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, στο οποίο αναρωτιόμουν αν υπάρχει κάποιο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα στο οποίο ο κεντρικός ήρωας να έχει το κοινότατο επώνυμο Παπαδόπουλος. Όπως μας πληροφόρησε στα σχόλια ο φίλος μας ο Mitsos, στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία», της Μιράντας Βατικιώτη, πρωταγωνιστεί αστυνομικός με το κοινότερο ελληνικό ονοματεπώνυμο: Γεώργιος Παπαδόπουλος. Μάλιστα, η Μιράντα Βατικιώτη έγραψε πέρυσι και άλλο ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο ήρωα, «Το μυστικό του βασιλιά των γερανιών». Σημείωσα να τα αναζητήσω, αλλά δεν χρειάστηκε.

Η ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι μερικές μέρες αργότερα πήρα ηλεμήνυμα από τις εκδόσεις Πικραμένος που μου ζήτησαν τη διεύθυνσή μου για να μου στείλουν τα βιβλία. Όπερ και έγινε, και επιπλέον μέσα στο δέμα υπήρχε και ένα τρίτο βιβλίο του ίδιου εκδότη, η συλλογή διηγημάτων ή ανεκδιηγημάτων όπως τα λέει «Τα χρυσόψαρα» του Θάνου Αθανασόπουλου. Κατά σύμπτωση, στο βιβλιοφιλικό άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει πριν από τέσσερις βδομάδες -που είναι πολύς καιρός αν σκεφτούμε τι μεσολάβησε- η φίλη μας η Χρονοποιούσα και άλλος ένας φίλος είχαν συστήσει το βιβλίο του Αθανασόπουλου -από το οποίο θα παρουσιάσω σήμερα ένα δείγμα.

Τα τρία βιβλία έχουν κάτι το κοινό: το ανάλαφρο ύφος. Στα αστυνομικά, αυτό ξενίζει στην αρχή αφού έρχεται σε αντίθεση με φονικά και μάλιστα ειδεχθή, αλλά τελικά λειτουργεί. Η Μιράντα Βατικιώτη, που είναι πολύ νέα και έχει προϋπηρεσία στην παιδική λογοτεχνία, παρουσιάζει δυο γερά χτισμένες ιστορίες και έναν πολύ αξιοπρόσεκτο (παρά το κοινό ονοματεπώνυμό του!) ήρωα. Μου άρεσαν τα βιβλία της και περιμένω να διαβάσω κι άλλα δικά της έργα.

Ο Θάνος Αθανασόπουλος ζει στην Ολλανδία όπου παίζει τζαζ και διδάσκει σαξόφωνο. Έχει επίσης παρουσία στον κυβερνοχώρο -τον είχα φίλο στο Φέισμπουκ χωρίς να ξέρω ότι γράφει. Τα Χρυσόψαρα είναι το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από 50 ολιγοσέλιδα «ανεκδιηγήματα» όπως τα λέει. Άφθονα λεκτικά παιχνίδια, μπόλικη αυτοϋπονόμευση και ανατροπή (ίσως το παρακάνει κάπου), μικρές ιστορίες που αναπτύσσονται κάπως σαν αυτοσχεδιασμοί (δοθέντος ότι ο συγγραφέας παίζει τζαζ, δεν το απέφυγα το κλισέ). Δεν είναι όμως όλες ανάλαφρες ούτε ρηχές, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές ιστορίες κι άλλες που δίνουν αφορμή για σκέψη, κάποτε και επί γλωσσικών θεμάτων. Εδώ μια συνέντευξη του συγγραφέα.

Το βιβλίο δεν είναι μεγάλο -κάπου 185 σελίδες- αλλά ενώ σας συνιστώ να το διαβάσετε, δεν θα σας πρότεινα να το διαβάσετε μονορούφι, όπως θα κάνατε με μια νουβέλα της ίδιας έκτασης, αλλά σε τρεις-τέσσερις ή και περισσότερες καθισιές. Όμως αυτό ισχύει και για τις συλλογές διηγημάτων γενικώς, δεν συμφωνείτε;

Ο συγγραφέας παρουσιάζει ως εξής το βιβλίο του στο οπισθόφυλλο:

Μουσική.
Μουσικοί.
Εργάτες.
Η Λίτσα. Άλλες Λίτσες.
Μπαρ και περίπτερα.
Θερμοσίφωνες και γυψοσανίδες.
Εγκληματίες, τζογαδόροι, φαντάσματα, γοργόνες και χρυσόψαρα.
Φαντάροι και αξιωματικοί.
Γητευτές κουνουπιδιών και πωλητές λύσεων.
Καριερίστες κι αλκοολικοί.
Ένα αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα από ιστορίες που υφαίνουν σελίδα τη σελίδα τη βεβαιότητα στον αναγνώστη ότι, τελικά, δεν υπάρχει κανένα νόημα.
Μια συλλογή ανεκδιήγητων διηγημάτων.
Μια συλλογή ανεκδιηγημάτων.

Εγώ θα σας παρουσιάσω δύο ιστορίες από το βιβλίο. Μία τυπική σύντομη ιστορία, λίγο παραπάνω από μία σελίδα, με την ανατροπή στο τέλος, και το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή.

Και ξεκινάω με τη μικρή ιστορία, τον Αιχμάλωτο, λίγο παραπάνω από 300 λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 150 Σχόλια »