Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Η νεράιδα και το αγρίμι (διήγημα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 11 Νοέμβριος, 2018

Την Κυριακή έχουμε καθιερώσει θέμα λογοτεχνικό ή φιλολογικό, οπότε σήμερα θα δημοσιεύσω ενα διήγημα που μου έστειλε ο φίλος μας ο Λεώνικος. Θα θυμίσω ότι άλλες δύο φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του διηγήματα στο ιστολόγιο (εδώ το δεύτερο από αυτά, που έχει και λίκνο προς το πρώτο).

Η νεράιδα και το αγρίμι

Τα τραγούδια της δεν ήσαν ίσως σε όλων το στόμα, γιατί δεν ήσαν από τα πιο εύκολα, ούτε ιδιαιτέρως ‘γλεντζέδικα’ και με κάποιες επισημάνσεις που φανέρωναν βαθύτερο στοχασμό. Επομένως ήταν μάλλον δημοφιλής παρά διάσημη· χαμηλών τόνων ως προς την προσωπική της ζωή, πάντα νέα και ωραία, βρέθηκε ξαφνικά στο χωριό.

«Το έσκασα απ’ όλους και απ’ όλα! Θα ξεκουραστώ… θα χαλαρώσω κι ελπίζω να επιστρέψω πιο δυνατή!» δήλωσε σε κάποιον δημοσιογράφο που την ξετρύπωσε σχεδόν κατά τύχη.

Στο χωριό όμως με τους διακόσιους, κατοίκους, μαζί με τους περιστασιακούς, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Φυσικά όλοι έτρεξαν να τη δουν στην πλατεία, κάτω από τον πλάτανο όπου έπινε καφέ, κι εκεί αποδείχτηκε πολύ καταδεχτική· μιλούσε με όλους, χάιδευε τα παιδιά, τάιζε τα ζωντανά, και τη λάτρεψαν· αλλά μάταια της ζήτησαν να τραγουδήσει. «Άλλη φορά! Άλλη φορά!» έλεγε διαρκώς, αν κι έκανε κάποιες μικρές παραχωρήσεις μ’ ένα δυο τραγούδια, ποτέ παραπάνω, στα σπίτια που την καλούσαν για φαγητό.

Άγνωστο πώς, μάλλον η κόρη του είχε μεσολαβήσει, φιλοξενήθηκε αρχικά στο σπίτι του κοινοτάρχη, ενός απλοϊκού καλοσυνάτου ανθρωπάκου που είχε εμπορικό. Και μια μέρα την είδαν ακόμα και στο μαγαζί, να πουλάει κόσκινα, λιβάνι, λουκούμια, σαπούνι, παντούφλες και γυαλιά για λάμπες πετρελαίου.

Έτσι απομυθοποιήθηκε. Και πριν περάσει η εβδομάδα, μια κι είχε καλοκαιριάσει πια για τα καλά, ήρθαν συγγενείς κι έπρεπε να μετακομίσει.

Ο Κοτρώνης, ιδιοκτήτης του ανταγωνιστικού παντοπωλείου κι εξέχον επίσης μέλος της τοπικής κοινωνίας, την διεκδίκησε. Αλλ’ ούτε αυτός είχε δωμάτια πολλά. Φόρτωσε τις δυό του κόρες εννιά κι έντεκα χρονώ στην πεθερά του, για να την φιλοξενήσει. Αλλ’ εκείνη πήρε χαμπάρι ότι η γριά την πήρε με κακό μάτι, έβαζε πολλά με το νού της, σουρτούκω την ανέβαζε, σουρτούκω την κατέβαζε, και δεν ξημέρωσε σπίτι του ούτε μια φορά.

Μετά από μερικές προτάσεις που αποδείχτηκαν αβάσιμες, είτε γιατί τα σπίτια ήσαν σ’ ελεεινή κατάσταση είτε επειδή περίμεναν μουσαφιραίους, κάποιος μίλησε και για τις χήρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 112 Σχόλια »

Ποίηση όπως σκάκι, στη ρομποτική (διήγημα επιστημονικής φαντασίας του gpointofview)

Posted by sarant στο 4 Νοέμβριος, 2018

Πριν από λίγο καιρό, ο φίλος μας ο Τζι μου έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, που το χαρακτηρίζει «περίπου επιστημονικής φαντασίας». Και άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει κείμενα του Τζι -το τελευταίο πριν από τρεις μήνες.

Το δημοσιεύω εδώ με χαρά, μαζί με τις εικόνες που έστειλε επίσης ο Τζι. Όμως ο Τζι έστειλε και ένα γιουτουμπάκι, που όπως λέει είναι η καλύτερη εκτέλεση του τραγουδιού του Ντίλαν για να συνοδεύσει την ανάγνωση του διηγήματος:

Ποίηση όπως σκάκι, στη ρομποτική

Η πρώτη φορά που ο Ντιποετμπλού γνώρισε τον ύπνο ήταν με το μεγάλο μπλακ-άουτ στην Νέα Υόρκη. Ολοι φυσικά νόμιζαν στην αρχή πως ήταν μιά συνηθισμένη διακοπή ρεύματος, τρείς- τέσσερις ώρες το πολύ. Ετσι και ο Ντίπυ (χαϊδευτικό του ντιποετμπλού) δεν ανησύχησε, μπορούσε να κάτσει δεκαέξη ώρες σε κατάσταση αναμονής. Μετά κινήθηκε προς την πηγή της ενέργειάς του και συνδέθηκε αλλά τίποτε. Σιγά-σιγά άρχισε να πέφτει η τάση στα κυκλώματά του. Υπολειτουργούσαν τα πάντα επάνω του και ο πρωτότυπος σχεδιασμός του τον οδηγούσε σε άγνωστα πεδία αισθημάτων και γνώσεων, διαρκώς εξασθενούντων. Τελικά –αν είναι ποτέ δυνατόν- έχασε τον έλεγχό του, έπεσε σε ηλεκτρονικό κώμα. Συνδεδεμένος βέβαια, θα ξανάβρισκε τον εαυτό του με την αποκατάσταση της παροχής ηλεκτρικής ενέργειας. Οι καινούργιες εμπειρίες όμως θα είχαν καταλάβει κάποιο κομμάτι στην πανίσχυρη μνήμη του.

Ο Ντίπυ κατασκευάστηκε γιά να λύσει το μεγάλο πρόβλημα της παγκόσμιας ποίησης, ποιό είναι το αντικειμενικά καλύτερο ποίημα. Ηταν πανίσχυρος στο λογισμικό του, σαν τον Deep Blue των σκακιστών- από κει πήρε άλλωστε και τ’ όνομά του, αλλά και εφοδιασμένος με μιά πρωτότυπη ιδέα γιά την κρίση του. Η πρόσληψη ενός ποιήματος μετατρεπότανε σε τέσσερις από τις βασικές ανθρώπινες αισθήσεις, αφή, όραση, ακοή και όσφρηση. Η ποιοτική και ποσοτική μεταβολή αυτών των παραμέτρων έδινε και την αξιολόγηση του ποιήματος, εξαφανίζοντας κάθε υποκειμενικό δεδομένο. Χρειαζότανε βέβαια ενα «πρότυπο», μιά μονάδα σύγκρισης γιά το ξεκίνημα, αλλά οι σοφοί δεν είχαν πρόβλημα να επιλέξουν την Ιλιάδα σαν σημείο αναφοράς. Δεν υπήρξε καμμία σοβαρή αντίρρηση, όλοι υποκλινόντουσαν μπροστά στο κείμενο που κατέγραψε ο Ομηρος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 148 Σχόλια »

Σπαράγματα μηδέποτε συμβάντων (συνεργασία από ΣτοΔγιαλοΧτηνος)

Posted by sarant στο 21 Οκτώβριος, 2018

Το διήγημα που δημοσιεύουμε σήμερα είναι γραμμένο από τον φίλο μας ΣτοΔγιαλοΧτηνος. Αν δεν κάνω λάθος, είναι η πρώτη φορά που δημοσιεύουμε κάτι δικό του στο ιστολόγιο -πέρα από τα σχόλιά του, εννοείται, πολύτιμα όπως όλων σας.

Είναι διήγημα επιστημονικής φαντασίας, με την ευρεία έννοια του όρου, ή ίσως και με τη στενή αφού το θέμα του είναι τα ταξίδια στον χρόνο, ένα από τα βασικότερα -και ίσως το γοητευτικότερο- θέματα της ΕΦ.

Δεν την έχουμε τιμήσει την επιστημονική φαντασία όσο θα της άξιζε στο ιστολόγιο. Για να πω την αμαρτία μου, έχω σταματήσει προ πολλού να διαβάζω βιβλία του είδους, παρόλο που ως φοιτητής ήμουν φανατικός αναγνώστης, είχα μάλιστα γράψει, σε σχετικά τρυφερή ηλικία, ένα δοκίμιο στο περιοδικό Πολιτιστική με τίτλο «Τι είναι, τελικά, η επιστημονική φαντασία;» (Δεν θα αντέξω να το ξαναδιαβάσω, νομίζω). Σε κάποιο συρτάρι μπορεί να βρίσκονται και κάποιες προσπάθειες διηγημάτων ΕΦ που είχα ξεκινήσει να γράφω.

Όμως, με την ΕΦ μου συνέβη ό,τι και με τα κόμικς. Ενώ στα νιάτα μου παρακολουθουσα φανατικά και τα δύο είδη, κάποτε σταμάτησα να ενημερώνομαι, κι όταν προσπάθησα να ξαναπιάσω το νήμα στάθηκε αδύνατο -τα νεότερα δείγματα, είτε ΕΦ είτε κόμικς, με αφήνουν σχεδόν εντελώς αδιάφορο, ενώ τα παλιά εξακολουθούν να με γοητεύουν. Είναι κι αυτό ένα είδος αρτηριοσκλήρωσης, φοβάμαι.

Όμως παρασύρθηκα με τη φλυαρία μου, που ξεκίνησε από τη διαπίστωση πως η ΕΦ δεν έχει αρκετή παρουσία στο ιστολόγιο. Το σημερινό διηγημα του φιλου μας του ΣτοΔγιαλοΧτηνος ας είναι μια μικρή επανόρθωση.

ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ ΜΗΔΕΠΟΤΕ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ

…………………………………………………………………………………………………………..…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….……………ερί ου ο λόγος λαθρόβιο έντυπο ότι σε ένα πολυκαιρισμένο, σκωληκόβρωτο ισπανικό χειρόγραφο του 16ου αιώνα, που πρόσφατα ανακαλύφθηκε καταχωνιασμένο σε κάποιο κονισαλέο ράφι μιας δημοτικής βιβλιοθήκης κάπου στην Ανδαλουσία, εντοπίστηκε μια παράγραφος που αν σήμερα έκανε τους ορθολογιστές επιστήμονες να ανατριχιάσουν, την εποχή που γράφτηκε σίγουρα θα προκάλεσε την μήνι τ[…]ράς Εξέτασης κατά του συγγραφέα, αν υποθέσουμε ότι αυτός είχε το θράσος να δημοσιεύσει το πόνημά του.

Σύμφωνα με το κείμενο, μια βροχερή Τετάρτη του Απριλίου του σωτηρίου έτους 1561, ο Φρανθίσκο Μοντόγια από το Κάδιξ, διαβόητος στην πόλη του φιλάργυρος τοκογλύφος και Μυστικός Ταξιδιώτης στον Χρόνο, παραφρόνησε στα υπόγεια του κάστρου ενός Σταυροφόρου ηγεμόνα των Αγίων Τόπων – κάπου τετρακόσια χρόνια πριν γεννηθεί- πάνω σε μια κασέλα ξέχειλη χρυσά υπέρπυρα, τη στιγμή ακριβώς που νόμιζε πως είχε αγκαλιάσει την ευτυχία του.

Από την ενδελεχή μελέτη του κακοπαθ[…]ρογράφου προέκυψε ότι πιθανότατα ο άπληστος -όσο και απερίσκεπτος- Ίβηρ «υπέπεσε στο θλιβερό ατόπημα» να Ταξιδέψει για Δεύτερη Φορά στον Ίδιο Χώρο και Χρόνο, με προφανή συνέπεια να συναντηθεί με τον εαυτό του. Δυστυχώς, λόγω της κατάστασης του ευρήματος, δεν κατέστη δυνατή η άντληση περαιτ[…]τομερειών που θα φώτιζαν τις επιμέρους πλευρές της παράδοξης αυτής υπόθεσης. Μέχρι λοιπόν να προκύψει κάποιο νέο στοιχείο ας μας επιτραπεί να τοποθετήσουμε και αυτή την αφήγηση στη σφαίρα της μυθοπλασίας. Άλλωστε, το εξωφρενικό του όλου πράγματος μας οδηγεί στο μάλλον ασφαλές συμπέρασμα ότι πρόκειται για αποκυήματα της νοσηρής φαντασίας του συγγραφέα, το όνομα του οποίου παραμένει άγνωστο. Όπως άγνωστο παραμένει και το τέλος του, αν και η πιθανότ[…]κδοχή είναι ο επί της πυράς θάνατος, συνήθης εκείνα τα άγρια χρόνια τρόπος εξολόθρευσης αιρετικών και μάγ..…………………………………………………………………………………………………………………….……………………… ……………………..…………………………………………………………………………………ποψή του θα ήταν παρακινδυνευμένο να δώσουμε βάση σε ένα σχετικά πρόσφ[…]μοσίευμα κάποιου ανυπόληπτου εντύπου της Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ. Τόσο το επίπεδο της συγκεκριμένης δημοσιογραφίας, όσο και το γεγονός ότι οι – υποτιθέμενοι – αυτόπτες μάρτυρες τελούσαν υπό την επήρεια ισχ[…]ωτικών ουσιών, μας καθιστούν επιφυλακτικούς και καταφέρουν καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία του ρεπορτάζ.

Εν πάση περιπτώσει, αν πιστέψουμε το εν λόγω σκανδαλοθηρικό φύλλο, ο φέρελπις νεαρός καλιφορνέζος Ρίτσαρντ Μέϊσον, ταχύτατα ανερχόμ[…]λεχος πολυεθνικής στην δεκαετία του 1980 και Μυστικός Ταξιδιώτης στον Χρόνο με ψυχοπαθολογική εμμονή στην κατάρτιση του γενεαλογικού του δένδρου, πήδηξε ουρλιάζοντας στο κενό από το ρετιρέ ένα καλοκαιριάτικο βραδάκι, κατά την διάρκεια ενός πάρτυ στα γραφεία της Εταιρείας.

Οι αστυνομικοί που έσπευσαν στον τόπο του τραγ[…]μβάντος λίγο έλειψε να τον ακολουθήσουν στη μοιραία τροχιά του ακούγοντας τις καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων. Οι τελευταίοι, εμφανώς σε κατάσταση ισχυρότατου σοκ και στα πρόθυρα ομαδικής νευρικής κατάρρευσης, βεβαίωσαν τους εμβρόντητους εκπροσώπους του Νόμου ότι, στο φόρτε της διασκέδασης, εμφανίστηκε ξαφνικά «…..από το πουθενά» στο άνοιγμα της δίφυλλης γυάλινης πόρτας ένας δύσμορφος «…..Νεάντερταλ ή…… …..κάτι τέτοιο», ντυμένος με προβιές και κρατώντας φονικό ρόπαλο. Διέσχισε με ξυπόλητα, βαριά βήματα το δάπεδο με τα απαστράπτοντα πλακάκια, αδιαφορώντας για τον πλούσιο μπουφέ, τις εκθαμβ[…]ναίκες και την εκκωφαντική μουσική, η οποία ωστόσο βουβάθ[…]δόν αμέσως. Άναυδοι, οι κομψοί συνδαιτυμόνες τον παρακολούθησαν με μάτια γυάλινα από την κοκ[…]τευθύνεται αποφασιστικά προς τον νεαρό μάνατζερ που κατέρρεε πανικόβλητος. Αυτά που κατά τους ισχυρισμούς τους διαδραματίστηκαν στη συνέχεια, καλούμαστε να τα ανασυνθέσουμε μέσα από αυτό που ο επικεφ[…]τυνομικού κλιμακίου περιέγραψε ως «ένα γκροτέσκο κουβάρι από παρανοϊκές και αλλοπρόσαλλες ασυναρτησίες. Βρήκαμε ντόπα αρκετή για να φτιαχτεί ολόκληρο τάγμα»:

«…………….νόητο……..απίστευτο…………………σπηλαιάνθρ…………………..…….…..λησε αγγλικά, αρχιφύλακα, καταλαβαίνετε;..…ούστηκε σαν… σπασμένες πέτρες που κατρακυλ….σαν…σκουριασμένα γρανάζια….σαν μπουκωμ……ννήτρια ντίζελ αλλά….ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ……ΗΤΑΝ ΑΓΓΛ……..… ………………..…………

…………….μίσαμε πως……..…..φάρσα…………………………………………….

………..ντρας μ..………ρδιά τ……..……….θενοφόρο….ΣΑΣ ΠΑΡΑΚ……..……

……………………………………..βρομούσε…απαίσ………………………………

………………………………ριακεχαριτωμενηοκυριοςμετασουχαιρεμαριακεχαριτωμενη

οκυριοςμετασουχαιρεμαριακεχαριτωμενηοκυριοςμετασουχαιρεμαριακεχ……………

…….αγγλικά………………μόλις που καταλάβ…………………………………….

.. .……………..ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ ΟΧΙ……………………………………….

…………..θηκε μεμιάς………όπως είχε έρθ…………..μόλις ο Ρίτσ…………………

……είνη η γκριμάτσα……Θεέ μου………ή-ήταν σαν να χαμογελ..….», είπαν, όταν

σταμάτησε μπροστά του, ακούμπησε τη δασύτριχη, μυώδη χερούκλα του στον ώμο του άλλου και η βραχνή, τραχιά του φωνή γέμισε την για λίγα ακό[…]τερόλεπτα σιωπηλή σάλα με τις μετά βί[…]νωρίσιμες λέξεις:

«Ξάδερφε. Γιέ. Εγγόνι. Αίμα μου».

…………………………………………………………………………………………………………………….…………………………………………………………………………………………………….λαιπωρημένο απομεινάρι των μαύρων καιρών που σφράγισε η αποτρόπαια μορφή του Τομάς ντε Τορκεμάδα έφτασε στο τέλος της διαδρομής του ελάχιστες εβδομάδες μετά την ανάκλησή του από τη Λήθη.

Υπεύθυνος θεωρήθηκε ένας αγαθών προθέσεων αλλά -για να εκφραστούμε επιεικώς- όχι ιδιαιτέρως εύστροφος εποχιακός δημοτ[…]λληλος της επιστασίας ευπρεπισμού κτιρίων, ο οποίος – Κύριος οίδε κάτω από ποιες αδιευκρίνιστες συνθήκες, πιθανώς εκμεταλλευόμενος μια σύντομη απουσία του εντεταλμένου μελετητή – επιχείρησε κρυφά να καθαρ[…]ρόγραφο «…για να χαρεί ο κύριος Προϊστάμενος». Το μέσο το οποίο μετήλθε μάλλον δεν θα το ενέκρινε κανείς σώφρων και νηφάλιος ειδικός. Το ισχυρό καθαριστικό δαπέδου με το οποίο ο αδαής νεαρός περιέχυσε το χειρόγραφο κατέφαγε και εξαφάνισε σε χρόνο μηδέν κάθε ίχνος γραφής από την κουρελιασμ[…]χλιασμένη του επιφάνεια, μετατρέποντας τα λείψανα του αμφιλεγόμενου κειμένου σε μια μαυριδερή μουντζούρα. Το γεγονός ότι ο ανόητος νεαρός απολύθ[…]πτικές διαδικασίες, ενώ η ταπεινή βιβλιοθήκη απώλεσε δια παντός το μοναδικό σχετικά αξιόλογο απόκτημά της κρίνεται απολύτως ασήμ…..… ………….……………………………………………………………………………… ………………………………………………………………………………………….

…………………………………………………………………………………………………..……………………………..…………..νώμη του θ[…]ταιοπονούσ[…] αν ανατρέχαμε στα σωζόμ[…]ρχεία της Ιεράς Εξέ[…] για να διαπιστώσουμε ποιοι συγκεκριμ[…]θρωποι και με ποιες ακριβώς κατηγορίες οδηγήθηκαν στην πυρά στο διάστημα μεταξύ 1561 και 1600. Το τεράστ[…]λήθος των θυμ[…] των ρασοφόρων εγκλημ[…]άστημα σαράντα ετών θα μας βύθιζε σε έναν ωκεανό στοιχείων, από τον οποίο θα ήταν μάλλον απίθ[…] να ανασύρουμε κάτι απτό και ταυτοποιήσιμο· ένα όνομα…….μια ομολογία…………τα πρακτικά μιας ανάκρ…………………………… ………………………………………………………………………………………… …………………………………………………………………………………………

………………………………………………………………………………………………………………………λώνει πεπεισμένος ότι άκαρπη θα απέβαινε μια – ούτως ή άλλως άνευ ουσίας – έρευνα στους – ούτως ή άλλως μη προσβάσιμους – αχανείς […]κτρονικούς φακέλους της Πολιτειακ[…]νομίας της Καλιφ[…] τους αναφερόμενους σε […]τασχέσεις σκληρών ναρκ[…]σιών και στις σχετ[…]λλήψεις για κατοχή και χρήση τους στη διάρκεια της […]καετί[…] του ογδ…… ………………………………………………………………………………………….

……………………………………………………………………………………………………………….ρτί της […]λιφορνέζ[…]τρινοφυλλάδ[…] – της οποίας η έκδ[…] ανεστάλη για άσχετους λόγους επ’ αόριστον, λίγ[…]ήνες μετά το απίστευτο δημοσίευμα – μετά την εφήμ[…]ρουσία του στα σημεία πώλ[…] Τύπου και στα καθιστικά των λαϊκών νοικοκυριών πήρε τον δρόμο τ[…]λτοποίησ[…] και ανακύκλ[…], χρησίμευσε ως υλικό συσκευα[…] ή τύλιξε ισχνά σώμ[…]λκοολικ[…] αστέγων τον επόμ[…]ειμών[…], εξέλιξη στερούμενη οιασδήπ[…] βαρύνουσας σημασ……..……………………………………………………………………………

…………………………………………………………………………………………

……………………………………………………………………………………………………………………………………….…τε τα ανώνυμα ισπαν[…]ποκαΐδ[…], τα σκορπισμένα στ[…]σσερις ανέμ[…] πριν από τόσους αιώνες, ούτε η από χρόνια χορταριασμ[…]φόπλακα του πολυαγαπ[…] υιού και αδελφ[…]τσαρντ Τόμας Μέϊσον 196[…]-198[…] σημαίν[…]ποτα πιά……………………………………………………. …….……………………………………………………………………..……………..

………………………………………………………………………………………………..νήμπορα τα χέρ[…]οτέ δεν θα ψηλαφ[…] Αυτό που Είν………………………..

…………….ουβά τα χείλη· ξέπνοες οι λέξ[…]ροστά στο Άρρ.………………………..

……..φλά τα μάτ[…] του κάκου μετρ[…]ύκλους της Σελή………………….…………

…………………………………………………………………………………………..

………………………..ις χούφτες μας μόν[…] στάχτ[…]αι σκόν…………………….

………………………………………………………………………………..……………………………………………………………………………………………………

———————–//———————-

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 126 Σχόλια »

Δύο και μία ευτράπελες ιστορίες (συνεργασίες από Dryhammer και Δημήτρη Μαρτίνο)

Posted by sarant στο 14 Οκτώβριος, 2018

Γιατί δύο και μία και όχι τρεις  ευτράπελες ιστορίες; Διότι τις δύο τις έγραψε ο φίλος μας ο Dryhammer και την άλλη μία ο Δημήτρης Μαρτίνος, που δεν χρειάζονται βέβαια συστάσεις μια και έχουμε πολλές φορές δημοσιεύσει εδώ πεζογραφήματά τους.

Και γιατί τις δημοσιεύω και τις τρεις μαζί; Επειδή χωριστά ήταν κάπως μικρές το δέμας, και σας έχει φοβηθεί το μάτι μου -την άλλη φορά που έβαλα άρθρο κάτω των 1000 λέξεων μου είπατε ότι είναι το… teaser.

Στα πιο σοβαρά, η ιδέα να τις παρουσιάσω μαζί ήταν δική μου, και για λόγους μεγέθους και επειδή έχουν το κοινό στοιχείο πως εν μέρει οι συγγραφείς τους τις εμπνεύστηκαν από συζητήσεις εδώ στο ιστολόγιο, αν κι αυτό δεν φαίνεται στο κείμενο. Πρότεινα λοιπόν τη συγκατοίκηση και την δέχτηκαν ευχαρίστως και οι δύο, πολύ περισσότερο αφού έχουν ήδη συνεργαστεί σε κοινά λήμματα που έγραψαν στο slang.gr

Μια και έχουμε τρεις ιστορίες με δύο συγγραφείς, εφαρμόζω την πλεχτή τεχνική. Ξεκινάω με DryHammer, παρεμβάλλω Μαρτίνο και κλείνω με Dryhammer, που θα μπορούσε κανείς να το πει και σάντουιτς -τι, ξεροσφύρι θα τη βγάζαμε; (Είπαμε, το κλίμα σήμερα είναι ευτράπελο.

 

Στο χάνι (ευτράπελη διήγηση του Dryhammer)

ΣΤΟ ΧΑΝΙ

Ο Μήτρο(ς)  Κασκαβάλ(ης) πηγαινορχότανε ανήσυχος στη μεγάλη σάλα. Που και που στεκότανε μπροστά στο αναμμένο τζάκι, μούτζωνε με τόνα χέρι τη φωτιά, δήθεν για να ζεσταθεί, και με τ’ άλλο χάδευε τη χρυσή καδένα με το κλειδάκι που κρεμότανε κατάσαρκα στο λαιμό του. Η μούτζα στη φωτιά ήτανε ένα παλιό ξόρκι που του ‘μαθε η γιαγιά του για να διώχνει τα κακά μαντάτα. Και περίμενε μαντάτα ο Μήτρο(ς). Μαντάτα που τα φοβότανε.

Το Χάνι της Γραβιέρας ήτανε χτισμένο από γερή κουβαλητή νταμαρόπετρα στο διάσελο ανάμεσα Τρεμπεσίνα και Κρυσταλλοπηγή, πάνω στο «δρόμο του Βουνακιού του Κάστορα» . Ένα τετράγωνο δίπατο κτίσμα με μικρά παράθυρα, δίπλα ένας στάβλος-μάντρα κι ένα καμαράκι κουζίνα-εργαστήρι κολλητά στο μεγαλύτερο κτίριο. Αυτό το καμαράκι ήταν όλος του ο πλούτος. Δεν ήταν η μεγάλη σάλα με το τζάκι, τους πάγκους και τις προβιές στους τοίχους. Ούτε το ανώι με τα δωμάτια. Εκεί στο κουζινάκι ήταν που έφτιαχνε και έψηνε το μεζέ που τον έκανε ξακουστό στα μισά Βαλκάνια. Το γανάκι με τ’ όνομα.  Έναν τυρομεζέ που όμοιό του δεν έβρισκες σε καμιά ταβέρνα, σε καμιά λοκάντα, σε κανένα χάνι από το Ντούρες μέχρι την Πόλη. Ένα μεζέ που πολλοί προσπάθησαν να αντιγράψουν, κάποιοι κλέβοντας και κρύβοντας κομμάτια πριν φύγουν από το Χάνι, αλλά κανένας δεν τον πετύχαινε. Στην καλύτερη περίπτωση φτιάχνανε κάτι «σά γανάκι», μια αχνή σκιά του αυθεντικού. Το μυστικό του ήτανε στο τυρί που το έπηζε και το ωρίμαζε ο ίδιος από γάλατα που του φέρνανε δικοί του άνθρωποι, στα μπαχάρια και τα μυρωδικά που έριχνε μέσα την ώρα που έπρεπε και η τέχνη του στο κουρκούτι και το ψήσιμο στο τηγάνι. Τη συνταγή την είχε γραμμένη στ΄αρβανίτικα της Ιταλίας με σέρβικο αλφάβητο πάνω σε τομάρι από αγέννητο τραγί και κλεισμένη σ΄ ένα κουτί  που είχε θάψει κάτω απ΄ τον πάγκο της κουζίνας, για μην τη βρουν αλλά και να μη χαθεί άμα πεθάνει. Το κλειδάκι του κουτιού ήτανε πού ‘χε κρεμασμένο στον κόρφο του από χρυσή καδένα. Κι άξιζε αλήθεια τον κόπο και την φροντίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ευτράπελα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , | 184 Σχόλια »

Σαπφώ (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 7 Οκτώβριος, 2018

Πέρυσι είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο το διήγημα «Ο Ευριπίδης της ταφής» του θεσσαλονικιού Κωστή Ανετάκη. Πριν από λίγες μέρες, ο Ανετάκης μου έστειλε ένα καινούργιο διήγημά του που, όπως μου είπε, είναι εμπνευσμένο από την πρόσφατη τραγική δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου.

Σαπφώ

Η Σαπφώ, ο Θεός ν’ αναπαύει την ψυχούλα της, αυτή μ’ έκανε άνθρωπο. Η μάνα μου, ο κόσμος μου ολάκερος. Μοναχή μ’ ανέστησε με χίλια βάσανα· έκοβε τη μπουκιά της να με ταΐσει, φόραγε κείνη κουρέλια για να με στέλνει ευπρεπισμένο στο σκολειό, μη με προγκάνε τα καλόπαιδα. Παραδουλεύτρα σε σπίτια, μερονυχτίς, τα ’φερνε βόλτα τσίμα τσίμα.

Μα αγάπη είχε περίσσια για όλους και δεν την τσιγκουνευόταν. Σκόρπαγε διπλοπάλαμα φροντίδα, τρυφεράδα, συμπόνια, κι είχε ένα γέλιο να χαρίσει στον καθένα· μέχρι και στ’ αδέσποτα της γειτονιάς, που τρέχανε ξοπίσω της κοπάδι, σαν οσμίζονταν τη γερτή κατάκοπη φιγούρα της να στρίβει τη γωνιά. Και τη μερίδα του λέοντος, απ’ την τόση χάρη, τη φύλαγε για ελόγου μου. Τίποτα δε μου ’λειψε, κι ας μην είχα δεύτερο παντελόνι κι ας φορούσα τρία νούμερα μεγαλύτερο παπούτσι, μέχρι να μεγαλώσει το ποδάρι μου, να το γιομίσει.

Ποτέ της δεν με κακοκάρδισε, δε με μάλωσε, δε μου τις έβρεξε. Πάντα με το καλό, με τον γλυκό το λόγο, με το παραμύθι και το παράδειγμα μ’ ανάτρεφε. Μονάχα μια φορά έγινε μαζί μου αυστηρή. Γιατί υπάρχουνε μαθήματα που μόνο με τον σκληρό τρόπο μπορείς να τα πάρεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , | 176 Σχόλια »

Η Φ. και η Μύκονος… (καλοκαιρινό διήγημα από τον Πάνο με Πεζά)

Posted by sarant στο 26 Αύγουστος, 2018

Καθώς το καλοκαίρι δεν έχει ακόμα τελειώσει, ταιριά;ζει και το σημερινό μας αφήγημα να είναι καλοκαιρινό. Με μεγάλη χαρά δημοσιεύω σήμερα ένα καλοκαιρινό διήγημα για τη Μύκονο από τον φίλο μας τον Πάνο με πεζά. Με χαρά αλλά και με καμάρι επειδή βλέπω να πληθαίνουν οι φίλοι του ιστολογίου που δοκιμάζουν να γράψουν κάτι δικό τους. Ο Πάνος, όπως θα ξέρετε, είναι δεμένος με το νησί αν και παραθερίζει στη λιγότερο κοσμική πλευρά του. Έτσι, το αφήγημά του έχει πολύ βιωματικό στοιχείο.

Ο Πάνος έστειλε και σύντομες επεξηγήσεις για κάποια πραγματολογικά κυρίως στοιχεία, καθώς και τη φωτογραφία που συνοδεύει το διήγημα. Να προσθέσω, πάντως, ότι τα μυόπορα που κάπου αναφέρονται στο διήγημα, είναι θάμνος κατάλληλος για φράχτες.

Ήταν όπως και να πεις ένα περίεργο, δύσκολο καλοκαίρι… Μάλλον, για να πούμε την αλήθεια, όλη η χρονιά είχε κυλήσει δύσκολα… Ακόμα καλά-καλά δεν είχαν έρθει τα Χριστούγεννα του δεκαεφτά, κι εκείνος είχε μπει χειρουργείο, για ένα απρόσμενο κάταγμα στο πόδι… Παραμονή Χριστουγέννων ήταν, κι αντί για τραπέζι ρεβεγιόν, ξαφνικά βρέθηκε καλεσμένος στο … χειρουργικό τραπέζι του Ερυθρού Σταυρού. Ε, κι όταν τέλειωσαν αυτά, οι φυσικοθεραπείες, οι ακτινογραφίες, είχε πάει πια Μάρτης κι άρχισαν κάτι πήγαινε-έλα με τη μάνα του. Άλλο χειρουργείο, πιο ύπουλο αυτή τη φορά, αλλά τα πράγματα είχαν πάει μάλλον καλά…

Μ’ αυτά και μ’ αυτά, ούτε είχε καταλάβει πώς ήρθε το καλοκαίρι. Κι ακόμα πιο πέρα, πώς τέλειωσε ο Ιούλιος και μπήκε ο Αύγουστος. Που σημειωτέον, λες και δε φτάναν όλα, ήταν και η φωτιά στην Ανατολική Αττική που τους ξεσπίτωσε, εκεί μεσοκαλόκαιρα, να τρέχουν μια στην Πεντέλη, στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, και μια φιλοξενούμενοι πυρόπληκτοι στα ΚΑΑΥ, τις στρατιωτικές κατασκηνώσεις του Αγίου Ανδρέα… Ναι, όταν αρχές Αυγούστου ήρθε η πολυπόθητη άδεια, αρκετές από τις πολύτιμες μέρες της αναλώθηκαν εκεί,  αντί να εφαρμοστεί εξαρχής το δεδομένο καλοκαιρινό πλάνο : διακοπές στη Μύκονο… Ήταν τόσο περίεργα τα πράγματα φέτος, τόσο ανατρεπόμενα τα πράγματα και τόσο κάτω η διάθεση, που το πλάνο «Μύκονος» προς το παρόν είχε μετατεθεί…

Κάποτε, δεν ήθελε να ακούει για τη Μύκονο. Αλλά αυτά ήταν “last year”, που λέγανε και κάποιοι… Εκεί προς τη δεκαετία του ’90, που τα περιοδικά όλο για Μύκονο έγραφαν, αυτός είχε αποφασίσει να τη σβήσει από το χάρτη της Ελλάδας… «Δεν πρόκειται να πατήσω εκεί το πόδι μου ποτέ», έλεγε και ξανάλεγε, μέσα σε αυτή την απολυτότητα που τον διέκρινε όταν αποφάσιζε να πάει κόντρα σε ένα΄ ρεύμα… Αλλά κάποιοι λένε «μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μην πεις»… Το καλοκαίρι του 1999 γνώρισε τη Φ., και τον Αύγουστο της επόμενης στρογγυλής χρονιάς, το 2000, τα έφτιαξαν. Την είχε ερωτευτεί τρελά… Η Φ. ήταν από τη Μύκονο. Κι από μάνα κι από πατέρα, βέρα Μυκονιάτισσα…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, νησιά | Με ετικέτα: , | 159 Σχόλια »

Σίντυ, το δεξί πόδι της (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 12 Αύγουστος, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από λίγο καιρό ο φίλος μας ο Τζι. Θυμίζω ότι πριν από ένα εξάμηνο είχαμε δημοσιεύσει κι άλλο διήγημά του, με τίτλο Η θεια.

Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι κι αυτές του Τζι. Δεν άλλαξα την ορθογραφία του κειμένου.

Σίντυ, το δεξί πόδι της

– Σίντυ , ω Σίντυ.

Το δεξί πόδι της Σίντυ είχε μόλις αφήσει το πλακόστρωτο δάπεδο της Φωκίονος Νέγρη έχοντας διασχίσει περίπου το ένα τέταρτο του τόξου που δημιουργεί το πέλμα όταν κάνει ένα βήμα όταν ακούστηκε καθαρά, μα και πνιχτά συγχρόνως μιά αντρική κραυγή:
– Σίντυ, ω Σίντυ
Τα πόδια βέβαια δεν θεωρείται ότι ακούν αλλά αυτή η κραυγή σε κάποια περίεργη συχνότητα βγήκε, σίγουρα δεν έγινε αντιληπτή από κοινά αυτιά. Γιά το δεξί πόδι της Σίντυ ο χρόνος πάγωσε αυτόματα.

Το δεξί πόδι της Σίντυ βρέθηκε με το μεγάλο δάκτυλο σηκωμένο – πάντα συμβαίνει όταν περπατάμε – και τα υπόλοιπα καλοσχηματισμένα μικρά σε μιά γραμμή σαν τα κλωσσόπουλα μιάς πάπιας. Ηταν ένα πόδι πολύ καλοδιατηρημένο γιά την ηλικία του, τυλιγμένο στο μετάξι του καλσόν της και τοποθετημένο σ’ ένα μαλακό μοκασίνι. Το δέρμα του ήταν σε καλή κατάσταση αν εξαιρέσεις κάποιες μικρές πτυχώσεις στην καμάρα του πέλματος που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε κάλους αν η Σίντυ δεν τις πρόσεχε, αλλά η Σίντυ μιά φορά τον μήνα μέσα στο ζεστό μπάνιο της πέρναγε τα πέλματά της με θηραϊκή γη, όπως της άρεσε να λέει την ελαφρόπετρα, έτσι η αισθητική κάλυπτε και την ιατρική πλευρά του ζητήματος.

Η Σίντυ στα πενηντατόσα της θύμιζε την Μπριζιτ Μπαρντό στα σαραντατόσα της, τηρουμένων βεβαίως κάποιων αναλογιών. Ηταν σαφώς πιό μικρόσωμη και δεν είχε τόσο πλούσιο στήθος. Αλλά είχε κάτι από την κίνησή της και κυρίως από τον τρόπο που έδενε τα μαλλιά της κώτσο. Πάντοτε κάποια χρυσόξανθα λουγδάκια ξέφευγαν από τις φουρκέτες και τα τσιμπιδάκια δίνοντας ένα ατημέλητο τόνο στο γλυκό της προσωπάκι, ακριβώς όπως και στην Μπεμπέ και σε μεγάλη αντίθεση από τους άψογους, σκουρόχρωμους, στυλιζαρισμένους κώτσους των αμερικανίδων του Χόλλυγουντ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 142 Σχόλια »

Τα χρυσόψαρα του Θάνου Αθανασόπουλου

Posted by sarant στο 5 Αύγουστος, 2018

Πριν από ενάμιση μήνα είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα αστυνομικά μυθιστορήματα, στο οποίο αναρωτιόμουν αν υπάρχει κάποιο ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα στο οποίο ο κεντρικός ήρωας να έχει το κοινότατο επώνυμο Παπαδόπουλος. Όπως μας πληροφόρησε στα σχόλια ο φίλος μας ο Mitsos, στο αστυνομικό μυθιστόρημα «Οι τέσσερις εποχές του κυρίου Ανανία», της Μιράντας Βατικιώτη, πρωταγωνιστεί αστυνομικός με το κοινότερο ελληνικό ονοματεπώνυμο: Γεώργιος Παπαδόπουλος. Μάλιστα, η Μιράντα Βατικιώτη έγραψε πέρυσι και άλλο ένα μυθιστόρημα με τον ίδιο ήρωα, «Το μυστικό του βασιλιά των γερανιών». Σημείωσα να τα αναζητήσω, αλλά δεν χρειάστηκε.

Η ευχάριστη έκπληξη ήταν ότι μερικές μέρες αργότερα πήρα ηλεμήνυμα από τις εκδόσεις Πικραμένος που μου ζήτησαν τη διεύθυνσή μου για να μου στείλουν τα βιβλία. Όπερ και έγινε, και επιπλέον μέσα στο δέμα υπήρχε και ένα τρίτο βιβλίο του ίδιου εκδότη, η συλλογή διηγημάτων ή ανεκδιηγημάτων όπως τα λέει «Τα χρυσόψαρα» του Θάνου Αθανασόπουλου. Κατά σύμπτωση, στο βιβλιοφιλικό άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει πριν από τέσσερις βδομάδες -που είναι πολύς καιρός αν σκεφτούμε τι μεσολάβησε- η φίλη μας η Χρονοποιούσα και άλλος ένας φίλος είχαν συστήσει το βιβλίο του Αθανασόπουλου -από το οποίο θα παρουσιάσω σήμερα ένα δείγμα.

Τα τρία βιβλία έχουν κάτι το κοινό: το ανάλαφρο ύφος. Στα αστυνομικά, αυτό ξενίζει στην αρχή αφού έρχεται σε αντίθεση με φονικά και μάλιστα ειδεχθή, αλλά τελικά λειτουργεί. Η Μιράντα Βατικιώτη, που είναι πολύ νέα και έχει προϋπηρεσία στην παιδική λογοτεχνία, παρουσιάζει δυο γερά χτισμένες ιστορίες και έναν πολύ αξιοπρόσεκτο (παρά το κοινό ονοματεπώνυμό του!) ήρωα. Μου άρεσαν τα βιβλία της και περιμένω να διαβάσω κι άλλα δικά της έργα.

Ο Θάνος Αθανασόπουλος ζει στην Ολλανδία όπου παίζει τζαζ και διδάσκει σαξόφωνο. Έχει επίσης παρουσία στον κυβερνοχώρο -τον είχα φίλο στο Φέισμπουκ χωρίς να ξέρω ότι γράφει. Τα Χρυσόψαρα είναι το πρώτο του βιβλίο, μια συλλογή από 50 ολιγοσέλιδα «ανεκδιηγήματα» όπως τα λέει. Άφθονα λεκτικά παιχνίδια, μπόλικη αυτοϋπονόμευση και ανατροπή (ίσως το παρακάνει κάπου), μικρές ιστορίες που αναπτύσσονται κάπως σαν αυτοσχεδιασμοί (δοθέντος ότι ο συγγραφέας παίζει τζαζ, δεν το απέφυγα το κλισέ). Δεν είναι όμως όλες ανάλαφρες ούτε ρηχές, υπάρχουν αρκετές σκοτεινές ιστορίες κι άλλες που δίνουν αφορμή για σκέψη, κάποτε και επί γλωσσικών θεμάτων. Εδώ μια συνέντευξη του συγγραφέα.

Το βιβλίο δεν είναι μεγάλο -κάπου 185 σελίδες- αλλά ενώ σας συνιστώ να το διαβάσετε, δεν θα σας πρότεινα να το διαβάσετε μονορούφι, όπως θα κάνατε με μια νουβέλα της ίδιας έκτασης, αλλά σε τρεις-τέσσερις ή και περισσότερες καθισιές. Όμως αυτό ισχύει και για τις συλλογές διηγημάτων γενικώς, δεν συμφωνείτε;

Ο συγγραφέας παρουσιάζει ως εξής το βιβλίο του στο οπισθόφυλλο:

Μουσική.
Μουσικοί.
Εργάτες.
Η Λίτσα. Άλλες Λίτσες.
Μπαρ και περίπτερα.
Θερμοσίφωνες και γυψοσανίδες.
Εγκληματίες, τζογαδόροι, φαντάσματα, γοργόνες και χρυσόψαρα.
Φαντάροι και αξιωματικοί.
Γητευτές κουνουπιδιών και πωλητές λύσεων.
Καριερίστες κι αλκοολικοί.
Ένα αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα από ιστορίες που υφαίνουν σελίδα τη σελίδα τη βεβαιότητα στον αναγνώστη ότι, τελικά, δεν υπάρχει κανένα νόημα.
Μια συλλογή ανεκδιήγητων διηγημάτων.
Μια συλλογή ανεκδιηγημάτων.

Εγώ θα σας παρουσιάσω δύο ιστορίες από το βιβλίο. Μία τυπική σύντομη ιστορία, λίγο παραπάνω από μία σελίδα, με την ανατροπή στο τέλος, και το διήγημα που έδωσε και τον τίτλο στη συλλογή.

Και ξεκινάω με τη μικρή ιστορία, τον Αιχμάλωτο, λίγο παραπάνω από 300 λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , | 150 Σχόλια »

Το τζέπελι (διήγημα του Άρη Γαβριηλίδη)

Posted by sarant στο 15 Ιουλίου, 2018

Πριν από είκοσι περίπου μέρες είχαμε δημοσιεύσει ένα άρθρο για την αργκό, και από αυτό ορμώμενος ο φίλος μας ο Άρης Γαβριηλίδης μού έστειλε ένα διήγημά του γραμμένο σε αργκό, που την έμαθε » εξ απαλών ονύχων έχοντας μεγαλώσει στο Κερατσίνι, στη δεκαετία του 50″, όπως μου γράφει.

Το διήγημα γράφτηκε το 2004 και διακρίθηκε σε διαγωνισμό διηγήματος με θέμα τους Ολυμπιακούς αγώνες. Είναι μια εύθυμη ιστορία όπως την αφηγείται ο πρωταγωνιστής της, μάγκας που όμως αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της πιάτσας -στιγμές στιγμές είναι σαν να ακούς να μιλάει ο Φέρμας σε κάποια παλιά κωμωδία.

Δεν θα σας αποκαλύψω τι είναι το τζέπελι, επειδή αν σκεφτείτε τους Ολυμπιακούς του 2004 θα το μαντέψετε εύκολα. Καλού-κακού όμως ζήτησα από τον φίλο μας τον Άρη και έφτιαξε ένα γλωσσάρι, που ίσως το βρείτε περιττό, με την έννοια ότι δεν έχει και πολύ δύσκολες λέξεις, αλλά όμως σε κάποιους μπορεί να φανεί χρήσιμο, αλλά και είναι καλό να έχουμε τις λέξεις συγκεντρωμένες.

Θυμίζω ότι είμαι εκτός έδρας και δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω από κοντά τη συζήτηση στο ιστολόγιο.

 

Το τζέπελι

Κοίτα ρε μάγκα μου που όλοι οι βλάμηδες στο γκαφενέ του Γιακουμή, έχουνε, λέει, αρχαία ονόματα. Όλοι, εξόν από μένα, τον Μητσάρα, να πούμε. Έτσι μας τα ξηγούσε προχτές το βράδυ ο κυρ-Αντωνάκης, πού ’ναι άθρωπος γραμματιζούμενος, καθότι συνταξιούρχος δάσκαλος, δηλαδή. Ο Μένιος, ο σπανομαρίας, είναι, λέει, Αγαμέμνονας. Ο Δήμος ο τεμπέλης είναι, λέει, Δημοστένης. Ο Νώντας ο νταής, Παμεινώντας. Ο Φώντας ο τορπίλλας, Ξενοφώντας. Ο Μιστόκλης ο σελέμης, Θεμιστοκλής. Ο Μίλτος ο λοταρίας, Μιλτιάδης. Ο Αρίστος, το κοράκι του «Γραφείου Κοινωνικών Εκδηλώσεων», του πεθαμενατζήδικου, δηλαδή, Αριστείδης. Ακόμα κι ο Κλης ο παπατζής είναι, λέει, Ηρακλής. Όλη η αρχαία αφρόκρεμα, να πούμε. Άλλος, σου λέει, ήτανε στρατηγός, άλλος πολιτικός, άλλος ρήτορας. Κι ο Ηρακλής, λέει, έφτιαξε και τους Ολυμπιακούς αγώνες. Γι’ αυτό και μεις πήραμε, λέει, φέτος, τους Ολυμπιακούς. Και πρέπει νά ’μαστε, λέει, περήφανοι πού ’μαστε Έλληνες. Και να παγαίνουμε στα γήπεδα να βλέπουμε, λέει, κι εμείς τους αγώνες.  Όχι μόνο οι ξένοι και ξεφτιλιστούμε.

Ναι αλλά απ’ όλους αυτούς τους μόρτες μόνο εγώ, να πούμε,  παγαίνω απόψε στο γήπεδο. Οι άλλοι κάθουνται αραχτοί στο γκαφενέ και βλέπουν τους αγώνες από τη ντελεόραση. Κι εγώ, αύριο, στο γκαφενέ, θα τους πουλήσω μούρη, να πούμε. Κι ας μην έχω ’γώ αρχαίο όνομα σαν κι αυτούς.

Έχω πάρει μαζί μου, για παρέα, το Μαρικάκι. Ζωντοχήρα, με κόρη  παντρεμένη, δουλεύει καμαριέρα σε ξενοδοχείο για ζευγαράκια, Σκαραμαγκά μεριά. Ζουμπουρλούδικη και κοτσονάτη, κι ας έχει τα χρονάκια της. Αλλά κι εγώ δεν πάω πίσω. Ξηντάρισα μα δεν το βάζω κάτω. Πριν δυο βδομάδες, ήρθε νοικάρισσα στο προσφυγικό, στο Κουτσουκάρι. Μου τ’ άφησε ο μπάρμπας μου, ο Θρασύβουλας, κληρονομιά, πριν από χρόνια. Για να νοικοκυρευτώ και να μην είμαι, λέει, αχαΐρευτος. Θιός σχωρέστον. Το Μαρικάκι το κλωθογυρίζω, για κάνα νταραβέρι, να πούμε. Τώρα καθόμαστε δίπλα-δίπλα στον ηλεχτρικό που μας παγαίνει στην Καλογρέζα. ’Σιτήρια δεν έχω αλλά ο Φανούρης μου είπε, δεν πειράζει, θα βρω εκεί από ’ξω να πουλάνε.

Δεν ξέρω τι αγώνες έχει απόψε αλλά, δε βαριέσαι. Ό,τι και νά ’χει, καλά θά ’ναι.  Εγώ, να πούμε, πιο πολύ γουστάριζα να έβλεπα πάλη. Έχω κάνει, βλέπεις παλαιστής, ένα φεγγάρι, στα νιάτα μου, στη μάντρα του Χρυσοστομίδη, στα Ταμπούρια. Εκεί έμαθα και το αροπλανικό κόλπο του Καρπόζηλου. Μια δόση, να πούμε, που πάω να  κάνω το αροπλανικό στο Μπουράνη, όπως είχα πεταχτεί στον αέρα για να του κάνω κορμοψαλίδα, τραβιέται αυτός και σκάω σαν καρπούζι με το κούτελο στο καναβάτσο. Με πήρανε τα αίματα  και με τρέχαν στο νοσοκομείο του Σαπόρτα για ράμματα. Ακόμα έχω τα σημάδια, εδώ στο δοξαπατρί. Η μάνα μου, η μακαρίτισσα,  σα με είδε με τα ζουμιά έβαλε τις φωνές. Κι από τότες, να πούμε, τα παράτησα. Ύστερα γύρναγα από ’δώ κι από ’κεί. Και τσιλιαδόρος στου Αλογάκου τη μπαρμπουτιέρα έκανα, και τον αβανταδόρο για τα λαθραία στη γκαρβουνόσκαλα έκανα, και τον παπατζή στο λιμάνι έκανα, και τον κράχτη στα καμπαρέ της Τρούμπας για τα ναυτάκια του έχτου στόλου έκανα, και το νταβατζή της Χαρίκλειας της εφταβυζούς έκανα. Τότες ήτανε που με κάρφωσε, να πούμε, πισώπλατα ένας Κουλουριώτης πού ’χε βάλει στο μάτι το Χαρικλάκι. Πρόκανα και τούδωσα κι εγώ μια ξώφαλτση με τη φαλτσέτα στη μάπα και τον σημάδεψα, έτσι για να με θυμάται.

Με κάτι τέτοια τσαμπουκαλίκια μπαινόβγαινα στις φυλακές, να πούμε. Κι απ’ Αλικαρνασσό πέρασα, και από Κέρκυρα πέρασα, και από Αίγινα πέρασα. Στον Κορυδαλλό με φώναξε στο γραφείο του για να με συβουλέψει και ο διευθεντής, ο κύριος Αθανασόπουλος, να πούμε. Περαιωτάκι κι αυτός. Πάγαινε στο ίδιο γυμνάσιο, στο Πέμπτο, μαζί με το  ξαδερφάκι μου τον Αρίστο, τον σπουδαγμένο της γειτονιάς, που του μίλησε για μένα.

Τώρα που μεγάλωσα, συμμαζεύτηκα, να πούμε. Τηνε βγάζω με το νοίκι του προσφυγικού και με κάτι ψιλοδουλίτσες, έτσι για το χαρτζηλίκι. Να, σαν κι αυτή,  που μου ζήτηξε ο Παντελής ο Χοντρός. Έτσ’ είναι τ’ όνομά του, δηλαδής, γιατί αυτός είναι τσίρος. Μού ’δωσε το λοιπό ο Παντελής ένα μπακέτο μαύρη για να το παραδώσω σε κάποιονα που θα με περιμένει λέει, κάτω από τον έβδομο στύλο στο ντοίχο των εθνώνε. Δεν ξέρω τι είναι αυτό, αλλά θα το βρω στα σίγουρα, γιατί, λέει, κάνει μπαμ από μακριά. Τον άνθρωπο που θα του παραδώσω το μπακέτο δεν τονε ξέρω αλλά με ξέρει, λέει, αυτός, να πούμε. Το σύνθημα που θα μου πει είναι, λέει,  «Χριστόδουλος».

Για να κάνω φιγούρα στη γκόμενα, στο Μαρικάκι, δηλαδής, είμαι ντυμένος σένιος.  Καινούρια πατούμενα, τριζάτα, ειδική παραγγελιά στον φίλο μου τον τσαγκάρη τον Νικολή. Συνταξιούρχος τώρα πια αλλά σάχνει που και που κάνα ζευγάρι για κάνα φίλο μερακλή. Καλοκαιριανή γκρίζα κουστουμιά, σταυρωτή, και παναμαδάκι για τον ήλιο που πήρα από Ακτή Μιαούλη. Πέρασα κι απ’ τον μπαρμπέρη τον Πίπη, τον πολυλογά, τον παρλαπίπη που τον λέω, για να του κάνω πλάκα. Μού ’κανε κόντρα ξούρες και περιποίηση στο ψιλό μουστάκι μου, την ποντικοουρά που το λέει, για να με τσιγκλήσει. Δίπλα μου το Μαρικάκι με άσπρη φούστα και βυσσινί πουκάμισο, τεζαριστό στο στήθος, μοσκοβολάει σα μπαξές.

Με το μπεγλέρι στο χέρι, να πούμε, χαζεύω έξω απ’ το παρεθύρι του ηλεχτρικού. Όποτε  περνάω απ’ το Καραϊσκάκη θυμάμαι το Θρύλο που κέρδισε τη Σάντο. Ήμουνα κι εγώ, πιτσιρικάς, σ’ αυτό το ματς και είδα και το Μπελέ, να πούμε. Σε κάθε στάση, πιο πολύς κόσμος μπαίνει στο τραίνο. Παλικαράκια και κοπελίτσες οι πιο πολλοί. Κάποια φοράνε κάτι ρούχα παρδαλά. «Εθελοντές είναι» μου σφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι ένα σωρό τουρίστες άσπροι, μαύροι, κίτρινοι. Είμαστε πολλοί νομάτοι και το βαγόνι φίσκα. Κάνει και ζέστη, να πούμε. Κοντεύουμε να βγάλουμε τη μπέμπελη. Πολλοί έχουνε στο λαιμό τους μια κορδέλα που κρέμεται ένα νάυλο φακελάκι μ’ ένα κίτρινο χαρτί μέσα. «Τα εισιτήριά τους είναι» μου ξανασφυρίζει στ’ αυτί το Μαρικάκι. Κι εμένα, να πούμε, μου θυμίζει το σπάγκο, στην πρώτη δημοτικού, που η μάνα μου, θιός σχωρέστηνα, μού ’δενε από το λαιμό τη γομολάστιχα, για να μη την χάνω. Σκολειό πήγα μέχρι την τρίτη. Ύστερα σκοτώθηκε ο πατέρας μου. Έπεσε από τη σκαλωσά που δούλευε στο γιαπί και τα παράτησα. Για να ζήσουμε, πούλαγα λαχεία στους δρόμους και τις ταβέρνες.

Κι αυτό το τσογλάνι ο Τρύφωνας με ρεζίλεψε χτες βράδυ στον γκαφενέ. Βλέπαμε στη ντελεόραση ’κείνη τη γυναικάρα, να πούμε, που ’ναι κουμανταδόρα στους Ολυμπιακούς. Αδερφάκι, σπαθί σου μιλάω, μεγάλο νταλκά έχω για πάρτι της. Όλο στη ντελεόραση τη βγάζω αυτές τις μέρες. Κυνηγάω αγώνες και ειδήσεις, για να τηνε κιαλάρω. Μη μου πεις, πολύ ζόρικια γκόμενα, να πούμε! Μελανούρι, σπαθάτη κι αεράτη. Κάθε που τη μπανίζω αδειάζει το μέσα μου, να πούμε. Με παίρνει πρέφα ο Τρύφωνας που τρέχουνε τα σάλια μου και μου πετάει: «Τη γκαψουρεύεσαι, ρε μάγκα, έτσι;» και οι άλλοι γελάσανε. Με ρεζίλεψε το κωλόπαιδο σ’ όλο τον γκαφενέ! Αλλά δεν μπειράζει, χαλάλι της. Να, μια γυναίκα σαν κι αυτή να μου λάχαινε και μένα στη ζωή και τη στεφάνωνα την ίδια ώρα, να πούμε. Αλλιώτικα, καλλίτερα μπεκιάρης. Που ξέρεις; Μπορεί νά ’ναι κι αυτή απόψε στο γήπεδο και να τη δω στα ζωντανά, να πούμε.

Στην Ειρήνη το τραίνο αδειάζει. Μερμηγκιά ο κόσμος παγαίνει στο γήπεδο. Τς, τς, τς. Τι έχει γίνει εδώ, ρε μάγκα μου! Πράματα και θάματα! Κοσμοχαλασά, να πούμε! Και τι δε σάξανε. Είναι, σαν τότες, παιδί, που πήγα στο λούνα παρκ, στις Τζιτζιφιές. Να και το γήπεδο με τη σκεπή που τού  ’κανε ο Καλαντράβας. Στην άκρη, το φουγάρο βγάζει φωτιά σαν τη τζιμινιέρα της χαλυβουργικής στην Ελευσίνα, να πούμε. Κι από ψηλά, να σου και το μακρουλό μπαλόνι, το τζέπελι, να σεργιανάει με το πάσο του, πέρα δώθε.

Παγαίνω στα κουβούκλια να κόψω ’σιτήρια αλλά τζίφος! Τελέψανε, μου λένε. Έχουνε μείνει κάτι πανάκριβα. Ας τα πάρουνε οι εφοπλιστάδες, τους λέω. Κατά πως μ’ έχει ορμηνέψει ο Φανούρης, τη στήνω εκεί για ν’ αγοράσω από κάνα περαστικό.

Σε λίγο μου την πέφτει ένας ψηλέας, μαυριδερός, καμιά τριανταριά, να πούμε. «Τίκετς;» μου κάνει. «Γιές. Χάου ματς;» του κάνω με τα ψωροεγγλέζικα πού ’μαθα στο λιμάνι. «Νάϊντυ» λέει και μου δείχνει μέσα στη χούφτα του δυο ’σιτήρια. Επειδή μυρίστηκα λαδιά, τα μπανίζω από κοντά για να δω την τιμή. Εννιά και μηδέν. Είναι ’ντάξει. Ενενήντα ευρώ, δηλαδής μια τριαντάρα το κομμάτι. Παναπεί πως πρέπει να ξηλωθώ εξήντα χήνες για δυο ’σιτήρια. Δε σφάξανε. Αλλά για να μη με περάσει για καρμίρη το Μαρικάκι, είχα να παραδώσω και το πράμα, το ξανασκέφτηκα. «’Ντάξει, ρε φιλάρα, θα στα σκάσω» του κάνω. «Νόου, όχι τώρα. Μόλις  περάσουμε τον έλεγχο, ο κέϊ;». Δε σου λέω ’γώ; Βρωμάει κομπίνα η δουλειά, να πούμε. Γιατί να μη γίνει η τράμπα εδώ απ’ όξω; Τι φοβάται ο ψηλέας αφού δε γκαπελώνει τη ντιμή; Άσε που κι ο ίδιος δε μου γιομίζει το μάτι. Η φάτσα του και το εγγλέζικό του είναι, να πούμε, σα ρωμιός που το παίζει ξένος. Κάτι θέλει να μου σκαρώσει ο ποντικομούρης. Άσε να δούμε που το πάει. Γιατί όταν αυτός πάγαινε εγώ ερχόμουνα, να πούμε.

Μπροστά ο ψηλέας, πίσω ’γώ με το Μαρικάκι, δείχνει τρία ’σιτήρια στον έλεγχο και περνάμε μέσα από ένα μηχάνημα σαν άδεια πόρτα, να πούμε. Στο Μαρικάκι ψάξανε και την τζάντα. Ο ψηλέας που ’χε σπατσάρει πιο μπροστά, μας περιμένει πιο πέρα.

– Τώρα, σκάσε το παραδάκι, μου λέει στα Εγγλέζικα.

– Ρίξε φως πρώτα. Να ξαναδώ τα ’σιτήρια, του κάνω εγώ ψυλλιασμένος.

Μου τα μοστράρει πάλι. Μόνο που αυτά που μού δείχνει τώρα γράφουν’ απάνω σαράντα ευρώ! Βρε, το μούργο! Άλλαξε τα ’σιτήρια και πήγε να μου τη σκάσει. Ρε, αγοράκι, για  αμερικανάκια μας πέρασες; Ρε, σε μένα, το Μητσάρα; Ρε, δε ξέρεις πως κάτι παιδάκια σαν κι εσένα εγώ θέλω δέκα; Ρε, στη μπουτάνα πουτανιές σηκώνουνε; Μάγκα μου, δώσε βάση πως θα καθαρίσω τώρα:

– Αστυνομία, του σφυρίζω ρωμαίικα και του χώνω στη μούρη την ψεύτικια  ταυτότητα που μού ’φτιαξε, για ώρ’ ανάγκης, ο Τζίμης, τζιμάνι σε κάτι τέτοια,.

Ο ψηλέας τα χάνει. Αυτό περίμενα κι εγώ και τ’ αρπάζω τα ’σιτήρια μέσ’ απ’ τα χέρια.

– Στα χαρίζω μου ψιθυρίζει κι αυτός ρωμαίικα και πά να φύγει

– Χάσου, του κάνω, και μη σε ματαδώ.

Έτσι ’κονόμισα, να πούμε, τα δύο ’σιτήρια στο τζάμπα. Χα!

Παίρνω το Μαρικάκι αγκαζέ και ντογρού για το ντοίχο των εθνώνε. Να παραδώσω το πράμα πού ’χω στη γκωλότσεπη και να ξενοιάσω. Πριν μπούμε στο γήπεδο, έχουμε μπόλικια ώρα για να χαζέψουμε στα πέριξ.

– Ακολούθησέ μας ήσυχα-ήσυχα, σαν καλό παιδί, ακούω μια μπάσα φωνή στ’ αφτί ενώ κάποιος μου βάζει κάτω απ’ τη μύτη μια αστυνομικιά ταυτότητα. Αληθινή αυτή τη φορά.

Γυρίζω και πέφτω σ’ ένα μπασκίνα μασκαρεμένο εθελοντή. Με πιάνει σφιχτά αγκαζέ, μη και του ξεφύγω. Μου την πέφτουν από δίπλα άλλοι τρεις γιαλαντζί εθελοντήδες, πολιτσμανέοι, δηλαδής, που με κυκλώνουν. «Μάγκα μου, τώρα, την έβαψες, σκέφτηκα. Δεν μπορεί, καρφωτή πήγε. Ο ψηλέας μου την σκάρωσε τη δουλειά».

Με μπαγλαρώνουν σ’ ένα άσπρο αντίσκηνο, στα μουλωχτά, για να μη γίνει τζερτζελές και μας πάρει χαμπάρι ο άλλος κόσμος. Εκεί με κάνουν φύλλο και φτερό. Βρίσκουν απάνω μου την ψεύτικια αστυνομικιά ταυτότητα και, το χειρότερο, το μπακέτο με την μαύρη, να πούμε. Κλαύτα Χαράλαμπε. Καλά που δεν κουβάλαγα μαζί μου και το σιδερικό νά ’χουμε κι άλλα ντράβαλα. Από ’κει, με μπουζουριάζουνε σ’ ένα αμάξι και βουρ για το τμήμα Μαρουσιού. Ανακρίσεις, πέφτουν και κάτι ψιλές, να πούμε, να κι ο ’σαγγελέας. Έγινε το έλα να δεις. Στη βαβούρα, μαθαίνω πως τη ζημιά την είχε κάνει εκείνος ο πετούμενος ρουφιάνος, το ξεφτιλισμένο το τζέπελι. Από κει πάνω, λέει, μας μπάνισαν, εμένανε  και τον ψηλέα, ακούσανε κι αυτά πού ’παμε, σου λένε κάτι τρέχει, και το καρφώσανε χαρτί και καλαμάρι κάτω, στους μπάτσους, για να το ψάξουνε.

Τώρα, να πούμε, είμαι προφυλακισμένος στον Κορυδαλλό και περιμένω δίκη. Μ’ έχουν τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί. «Αντιποίηση αρχής», λέει, «πλαστογραφία», λέει, «πλαστοπροσωπία», λέει, «διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών», λέει, «εκβίαση μετά ληστείας», λέει, της μάνας τους το κέρατο, λέει. Σύνολο δέκα χρονάκια και «κατά συγχώνευση» τα πέντε τά ’χω στο νερό, ο δικηγόρος λέει.

Κάθε πρωί που ξουρίζουμαι και βλέπω τη φάτσα μου στον καθρέφτη, της ρίχνω και δέκα φάσκελα, να πούμε.

– Όρσε, μη στα χρωστάω, ρε μάπα, που μου κάνεις και τον μάγκα, τον ξύπνιο, και τον περπατημένο. Και πήγες και την πάτησες, σα σκολιαρόπαιδο από ’να αποκριάτικο μπαλόνι.

– Τι να σου κάνω, ρε μάγκα μου, μας έφαγε η τεγνολογία, βλέπεις. Δε φτουράμε πια ’μείς οι παλιομοδάτοι, να πούμε, μ’ αποκρίνεται η μουτρωμένη φάτσα μου μέσ’ απ’ τον καθρέφτη.

Κι η πλάκα είναι πως μέσ’ απ’ το φεγγίτη του κελιού μου, βλέπω μακριά, στο βάθος,  το τζέπελι, να πούμε, να κόβει βόλτες στον ουρανό. Θες να με ρουφιανεύει ακόμα; Κολλάω κι εγώ στο τζάμι μια ’φημερίδα για να μη με βλέπει.

Ρε, δε με μέλει τόσο που θα κάτσω στη στενή. Κάτι τέτοια τα μασάω, να πούμε. Ούτε για το Μαρικάκι, πού ’χασα μέσ’ απ’ τα χέρια μου πάνω στο ψηστήρι. Ούτε που δεν έκανα το κομμάτι μου στο γκαφενέ, πως πήγα εγώ στους Ολυμπιακούς κι αυτοί ούτε από ’ξω δε μπεράσανε. Ούτε πού ’χασα τη μίζα από το πράμα, να πούμε. Αυτό που με κόφτει είναι που δεν πρόλαβα να δω στο γήπεδο τη μανταμίτσα. Την κουμανταδόρισσα, που λέγαμε, ντε… Αλλά θα βάλω στο κελί μια ντελεόραση, θα τηνε βλέπω απ’ εκεί, και θα ξεχαρμανιάζω, να πούμε. Θα κάτσω και στ’ αυγά μου, όσο θά ’μαι φυλακή, και θα βγω με καλή διαγωγή στα τρία χρόνια.

Μόλις αποφυλακιστώ, θα πάω να τη βρω και θα της ξηγηθώ στα ίσα. Πως τη γουστάρω και θέλω να νταραβεριστούμε. Και πως, για πάρτι της, θα τηνε στεφανώσω, να πούμε, μη την εκθέσω κιόλας! Κορώνα στο κεφάλι θα την έχω. Ζωή και κότα θα περνάει στο τσαρδί μου. Γιατί έτσι σπαθί ξηγιέται πάντα ο Μητσάρας, να πούμε. Ντόμπρα, παστρικά κι αντρίκεια. Νομίζω;

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ
(Με τη σειρά που εμφανίζονται οι λέξεις στο κείμενο)

τζέπελι= Ζέπελιν

βλάμηδες= φίλοι

μόρτες= μάγκες

Κουτσουκάρι= Παλιά ονομασία του Κορυδαλλού, στη Νίκαια του Πειραιά

νταραβέρι= ερωτική σχέση

αροπλανικό= αεροπλανικό

μια δόση= μια φορά

κορμοψαλίδα= όρος της πάλης. Ο παλαιστής με άλμα στον αέρα αιχμαλώτιζε το κεφάλι του αντιπάλου ανάμεσα στα πόδια του.

καναβάτσο= το καραβόπανο που καλύπτει τα σανίδια του ρινγκ

νοσοκομείο του Σαπόρτα= παλιά ονομασία του νοσοκομείου Νικαίας Πειραιά

δοξαπατρί= μέτωπο

μπαρμπουτιέρα= χώρος που παίζουν μπαρμπούτι, δηλαδή ζάρια

αβανταδόρος= φίλος του παπατζή που προσποιείται τον πελάτη που «κερδίζει» για να παρασύρει θύματα.

εφταβυζού= βυζαρού

πρόκανα= πρόλαβα

τσαμπουκαλίκια= παλικαριές

σένιος= περιποιημένος

πατούμενα= παπούτσια

σάχνει= φτιάχνει

παναμαδάκι=είδος καπέλου

μπεγλέρι= κομπολόι

βγάζουμε τη μπέμπελη= σκάμε από τη ζέστη (μπέμπελη=ιλαρά)

κουμανταδόρα= αυτή που κάνει κουμάντο, που διευθύνει

σπαθί σου μιλάω= σου μιλώ εντίμως

νταλκάς=καημός

κιαλάρω= βλέπω

ζόρικια γκόμενα= ωραία γκόμενα

μπανίζω=βλέπω

παίρνει πρέφα=αντιλαμβάνομαι, καταλαβαίνω

μπεκιάρης= γεροντοπαλίκαρο

σάξανε=φτιάξανε

τελέψανε= τελειώσανε

μυρίστηκα (και ανθίστηκα) λαδιά= κατάλαβα απάτη

χήνες= τα χαρτονομίσματα των χιλίων δραχμών

καρμίρης= τσιγγούνης

τράμπα= ανταλλαγή

σπατσάρει= τελειώσει

ρίξε φως= δείξε

ψυλλιασμένος= υποψιασμένος

μοστράρει= δείχνει

μούργος= (κυρ. είδος τσοπανόσκυλου) ειρωνική βρισιά

δώσε βάση= πρόσεξε

τζιμάνι= έξυπνος και ικανός (από το g-man)

ντογρού= ολόισια

μπαγλαρώνουν= πάνε σηκωτό

τζερτζελές= φασαρία

σιδερικό=πιστόλι

ντράβαλα=φασαρίες

μπουζουριάζουνε= συλλαμβάνουν και κλείνουν στη φυλακή (μπουζού=κρυψώνα, φυλακή)

βουρ= μπρος

περπατημένο= πεπειραμένο στη ζωή

τσαρδί= σπίτι

νομίζω;= έχω άδικο; (συνηθισμένη μάγκικη έκφραση)

Posted in Όχι στα λεξικά, Αργκό, Διηγήματα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , | 76 Σχόλια »

Κολοκυθομέλτεμο (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 8 Ιουλίου, 2018

Δημοσιεύω με χαρά σήμερα ένα καινούργιο διήγημα του φίλου μας του Δημήτρη Μαρτίνου, που ταιριάζει και με την εποχή, αφού είναι θαλασσινό, αν και δεν περιγράφει τη ναυτική ή τη νησιώτικη ζωή. Θα ταίριαζε περισσότερο αν το είχα βάλει πριν από δεκαπέντε μέρες που μου το έστειλε ο Δημήτρης, είχα όμως δεσμεύσει τις επόμενες Κυριακές. Το λέω αυτό επειδή «κολοκυθομέλτεμο», παναπεί ξεθυμασμένο, είναι το μελτέμι του Ιούνη. Τον Ιούλιο δυναμώνουν.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης μου έστειλε και γλωσσάρι μαζί, οπότε εγώ λίγα πράγματα έχω να κάνω. Του δίνω λοιπόν το λόγο για την εισαγωγή:

Ἄρχισα νὰ γράφω τὸ διήγημα στὶς ἕντεκα τοῦ Ἰούνη, ἀγναντεύοντας τὸ κολοκυθομέλτεμο ἀπὸ τὸ μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ μου στὰ Θερμιά. Ὅταν τὸ τέλειωσα, μετὰ ἀπὸ δυό μέρες, τὸ μελτέμι εἶχε ξεψυχίσει.Ἔτσι εἶναι τὸ μελτέμι τῆς ἐποχῆς τοῦ κολοκυθιοῦ· χωρὶς ἔνταση, σὰν τὰ κολοκύθια· καὶ σὰν τὰ κολοκυθόγατα ποὺ γεννιοῦνται κι αὐτὰ τὸν Ἰούνη, ἀδύνατα καὶ λιγοζωισμένα.

Τὰ πρόσωπα, οἱ ἑταιρεῖες καὶ τὰ γεγονότα τῆς ἱστορίας εἶναι προϊόντα τῆς φαντασίας μου.

 

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ

κύριος Νῖκος: τὸ ἀφεντικό· διευθύνων σύμβουλος τῆς Alex Medical Greece.

Λεονάρδος: διευθυντὴς τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς  Alex Medical Greece.

Χρῆστος Ἀδαμαντιάδης: διευθυντὴς μάρκετινγκ τῆς  Alex Medical Greece.

Παῦλος Γεωργίου: διευθυντὴς στρατηγικοῦ σχεδιασμοῦ τῆς  Alex Medical Greece.

Ἴνγκε: Σουηδέζα φίλη τοῦ Λεονάρδου.

Γεράσιμος: παπποῦς τοῦ Νίκου, αἰγυπτιώτης μὲ κεφαλονίτικες ρίζες.

Γιάννης: πατέρας τοῦ Νίκου, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ· πέθανε τὸ ᾿45 στὴν Αἴγυπτο.

Ἄννα: μητέρα τοῦ Νίκου, κόρη τοῦ Γεράσιμου.

Μποῦτρος: μπατζανάκης τοῦ Γεράσιμου, Αἰγύπτιος.

 

Στὸ τέλος ὑπάρχει γλωσσάρι.

 

ΚΟΛΟΚΥΘΟΜΕΛΤΕΜΟ

Πῶς βρέθηκε στὸ φλάιμπριτζ νὰ τιμονεύει τὸ δεκαπεντάμετρο κρούιζερ ποὺ πάλευε μὲ τὸ κολοκυθομέλτεμο τοῦ Ἰούνη εἶναι μεγάλη ἱστορία. Ἂς ὄψεται, ὁ κύριος Νῖκος, τ᾿ ἀφεντικό· ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὶς ἀμερικάνικες σαπουνόπερες -ἔκαναν θραύση τὴ δεκαετία τοῦ ὀγδόντα – ἤθελε νὰ κάνει μίτινγκ μὲ τὰ στελέχη του ἐν πλῷ. Τὸ εἶχαν συζητήσει λίγες μέρες πρὶν στὸ γραφεῖο του.

«Θὰ πᾶς στὸ νησὶ γιὰ τὸ τριήμερο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» τὸν ρώτησε κι ὅταν τοῦ ἀπάντησε καταφατικά, συνέχισε «θὰ περάσω νὰ σὲ πάρω γυρίζοντας ἀπὸ τὴ Μύκονο μὲ τὸ σκάφος· θὰ εἶναι κι ὁ Χρῆστος ὁ Ἀδαμαντιάδης μαζὶ μας καὶ θὰ κάνουμε μίτινγκ γιὰ τὴν καλύτερη ὀργάνωση τοῦ τμήματός σου.»

Ὁ Λεονάρδος, εἶχε ἀναλάβει τὴ διεύθυνση τοῦ Τμήματος Ἰατρικῶν Ὀργάνων τῆς Alex Medical Greece πρὶν δεκαπέντε μῆνες, στὶς ἀρχὲς τοῦ ὀγδοντατρία καὶ ἦταν τὸ νεαρότερο στέλεχός της.

Γεννημένος στὴ Σύρα τὸ πενηνταπέντε, εἶχε τελειώσει τὸ Φυσικὸ τῆς Ἀθήνας καὶ εἶχε ἐξειδικευτεῖ στὰ Ἠλεκτρονικά. Τὸ καλοκαίρι τοῦ ἑβδομηνταοχτώ, λίγο πρίν τελειώσει τὴ σχολὴ –  χρώσταγε μερικὰ μαθήματα καὶ τὴν πτυχιακή του – γνώρισε στὸ νησὶ τὴν Ἴνγκε ἀπὸ τὴ Σουηδία. Ψηλή, ξανθιά, γαλανομάτα, μὲ κορμὶ ἀγαλματένιο, ἔγινε ἀμέσως ὁ στόχος τῶν ἀρσενικῶν τοῦ μπάρ· κι ὅλοι φάγανε τὰ μοῦτρα τους. Ὁ Λεονάρδος – στὸ σπίτι τὸν λέγανε Λινάρδο, στὸ Πανεπιστήμιο κάτι τροτσκιστές φίλοι του τὸν φώναζαν Λέον, ἐνῶ στὰ καλοκαιρινά του νταραβέρια μὲ τὶς τουρίστριες χρησιμοποιοῦσε τὸ Λεονάρντο γιὰ νὰ τονίσει τὴ δυτικὴ  καταγωγή του, ὑποδηλώνοντας ταυτόχρονα τὴν καλλιτεχνική του φύση καὶ τὴν ἀναμφισβήτητη εὐφυΐα του – ἔβαλε σὲ ἐνέργεια τὰ μεγάλα μέσα. Ἀργά, κατὰ τὶς δύο, ἔφυγε, χωρὶς νὰ τὴν πλησιάσει καθόλου, πῆγε στὸ σπίτι του, ἔβαλε στὸ σακβουαγιὰζ τὸ μπαγλαμά του κι ἕνα μπουκάλι οὖζο καὶ τράβηξε γιὰ τὴ Φραγκοσυριανή, μιὰ μερακλίδικη συριανή ψαρόβαρκα ποὺ εἶχε ὁ πατέρας του γιὰ τὰ ψαρέματά του. Τὴν πῆρε ἀπὸ τὸ ἀραξοβόλι της καὶ τὴν ἔδεσε στὸ μόλο, μπροστὰ στὸ μπάρ. Κάθησε στὴν πρύμη, πῆρε τὸ μπαγλαμαδάκι κι ἄρχισε νὰ τὸ κελαηδᾶ. Κατὰ τὶς τρεῖς, τὴν ὥρα ποὺ ἄδειαζε τὸ μπάρ, βγῆκε ἡ θεά. Πλησίασε στὴν ἄκρη τοῦ μόλου, κάθησε πάνω στὴ δέστρα καὶ τὸν ἄκουγε νὰ παίζει. Μόλις τέλειωσε τὸ σκοπό ποὺ ἔπαιζε ὁ Λεονάρδος, σηκώθηκε πῆγε στὴν πλώρη, τῆς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὴν κοίταξε στὰ μάτια κι αὐτὴ πήδηξε στὴ βάρκα χωρίς δεύτερη κουβέντα· μόνο τὰ ὀνόματά τους εἶπαν:

«Λεονάρντο».

«Ἴνγκε».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 78 Σχόλια »

Ο ήλιος επιάστηκε (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 3 Ιουνίου, 2018

Ο φίλος μας ο Antonislaw, που σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα και που έχει κάπως επετειακό χαρακτήρα μια και αναφέρεται στη Μάχη της Κρήτης, που έγινε στα τέλη Μαϊου 1941.

Το έγραψαν ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή, που είναι από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τους 8 της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Antonislaw βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί.

(Το 1979, ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή εξεδωσαν αλλη μια συλλογή διηγηματων με το ιδιο ψευδωνυμο, Στα βουνα της Κρητης και στην παρανομία (αληθινές ιστορίες)»).

Το βιβλίο Βάσανα και καημοί περιέχει 14 διηγήματα, ανάμεσά τους και το διήγημα «Ο ήλιος επιάστηκε» που αναφέρεται στη μάχη της Κρήτης (20 με 31 Μαΐου του 1941).
Σημειώνει ο Antonislaw: Το διήγημα έχει τις όποιες κοινοτοπίες των αντίστοιχων της εποχής, όμως είναι το μόνο, από όσα εγώ γνωρίζω που είναι γραμμένο από αριστερούς αγωνιστές πρώτης γραμμής. … Επίσης έχει σημεία και στιγμές εξαιρετικές, όπως το σημείο που ο παπα-Γιώργης πυροβολεί τους Γερμανούς προτάσσοντας κάθε φορά «στο όνομα του Θεού». Επισημαίνεται επίσης στο διήγημα ο αφοπλισμός των κρητικών από το Μεταξά, ένα αντιδιχτατορικό κίνημα του 1938, καθώς και η άρνηση των ντόπιων «αρχόντων» και των Εγγλέζων να δώσουν όπλα στον ντόπιο πληθυσμό, κυρίως γέροι και γυναικόπαιδα, και λίγοι φαντάροι που είχαν καταφέρει με ίδια μέσα να κατέβουν από την ήδη υπόδουλη ηπειρωτική Ελλάδα.

Το ύφος της διήγησης δεν είναι ενιαίο. Σε κάποια σημεία είναι αμιγώς κρητικό, σε άλλα φαίνεται η διάθεση των συγγραφέων να μιλήσουν στην κοινή νεοελληνική, για να απευθυνθούν σε ευρύτερο κοινό. (πχ γράφει ζα-που δεν λέγεται στην Κρήτη- αντί για οζά). Σε κάποια σημεία οι συγγραφείς μέσα σε παρένθεση παραθέτουν μετάφραση σε λέξεις που πιστεύουν ότι δε θα είναι κατανοητές στους αναγνώστες [ Γλάκα (τρέξε) ,Δεν γκατέω (δεν ξέρω), γη (ή) ].  Σε άλλες περιπτώσεις όχι, που ίσως θα χρειαζόταν («Μα κείνοι οι εγγλέζοι δε νοιώθανε».Εδώ το νοιώθω έχει την έννοια του γνωρίζω να κάνω κάτι καλά, πχ νοιώθεις να γράψεις;πράμα δε νοιώθεις!»

Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός.

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη

Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

Ο ήλιος επιάστηκε

Ο μπάρμπα Νικόλας έφερε την παλάμη πάνω απ’ τα φρύδια, στο πλατύ ρυτιδωμένο του μέτωπο και κοίταξε τον ουρανό γύρω τριγύρω. Απ’ τα χοντρά ξασπρισμένα χείλη του έφυγε μια οργισμένη βρισιά: «Ούλ’ οι διαόλοι στο μιλέτι σας, ρημάδια». Ύστερα, μετέφερε το δρεπάνι απ’ τ’ αριστερό στο δεξί χέρι έσκυψε κι’ άρχισε πάλι να θερίζει τις μαραμένες κουκιές.

Σχεδόν μια ώρα απ’ το χωριό, κάτω στον κάμπο, είναι το χωράφι τούτο του μπάρμπα Νικόλα. Πρωί πρωί, όπως κάθε μέρα όταν έχει την υγειά του, πήγε και σήμερα στη δουλειά. Μαζί του είναι και η νύφη του, μια στρογγυλοπρόσωπη και δυνατή εικοσάχρονη κοπέλα. Τριάντα μέτρα πιο πέρα κι ο παπάς. Θερίζει κι αυτός. Καθώς είναι σκυμένος του αναδεύει το αεράκι την πυκνή σαν λιονταριού χαίτη μαύρη γενειάδα του. Πού και πού στένει ίσιο το κορμί του για να ξεκατσουνιάσει η μέση του και να ξαποστάσει. Η μέρα είναι απ’ τις πιο όμορφες της άνοιξης. Ο ουρανός, καταγάλανος, χαμογελάει καλωσυνάτα στη στολισμένη φύση. Τα ολοπράσινα δέντρα και τ’ ανθισμένα χαμόκλαδα, τα πολύχρωμα μαγιάτικα λουλούδια κι’ η μυρωμένη γη, τα μεστά στάχυα και το βαθυπράσινο χορτάρι, τα πουλιά με το γλυκό τους κελάιδημα και τα ζώα με τα χαρούμενα ξεφωνητά τους, όλα τραγουδούνε στον ίδιο σκοπό την ομορφιά και τη χαρά της ζωής και τη διαιώνισή της που παίρνει μια ξεχωριστή σημασία τούτη την ευλογημένη εποχή. Μόνο ένα πλάσμα, το ανώτερο πλάσμα της φύσης, ο άνθρωπος, δεν τραγουδούσε. Δεν τραγουδούσε αυτός που έπρεπε να χαίρεται, να τραγουδά, να γελά πιο πολύ. Τη ζωή του σήμερα τη σκιάζει μια μαύρη καταχνιά: Ο Πόλεμος. Μήπως ήθελε χειρότερο; Χαμοί, χωρισμοί, πόνοι, φόβοι, καταστροφές, γδύμια και πείνα. Α, αυτός ο εφιάλτης της πείνας! Μα να, από τούτο το πανηγύρι του χρόνου που λέγεται άνοιξη, έχει κι’ ο άνθρωπος το μερτικό του. Πολλά από τα κακά που βαραίνουν τη ζωή του γίνονται τώρα πιο μικρά. Με το φευγιό του χειμώνα δεν ξαναραχνιάζει μήπως λίγο και το στόμα του; Ευλογημένη εποχή, σκέφτεται ο μπάρμπα Νικόλας. Δυο κουκιά σήμερα, λίγο σταροκρίθαρο αύριο, δυο χόρτα την άλλη μας κρατούνε στη ζωή… Την πείνα σήμερα την πολεμάς όσο νάναι. Κι’ ύστερα και τον οχτρό δεν τον έχεις στο σπίτι σου. Βέβαια πώς λευτεριά δεν είναι σαν τ’ αδέρφια σου είναι σκλαβωμένα. Όμως και το ίδιο δεν είναι. Νοιώθεις του καταχτητή την άχνα του μα δεν αντικρίζεις τη φαρμακερή ματιά του. Δεν τον έχεις στο σπίτι σου, στην αυλή σου, να σε σκοτώνει, να σ’ ατιμάζει, ν’ αρπάζει το βιος σου, ό,τι βρει. Δεν τον συναντάς κάθε μέρα, κάθε ώρα στην πορπατησιά σου. Μα κείνοι κει στην άλλη Ελλάδα τον έχουνε ένα μήνα τώρα το γερμανό καταχτητή στην πλάτη τους. Και τάχουνε κι’ όλα τ’ άλλα τα κακά του πολέμου. Στο νησί μας ναι, δεν πάτησε ακόμα το πόδι του ο τρισκατάρατος τύραννος. Μα τούτα τα ρημάδια τ’ αεροπλάνα του ανασκάφτουνε μέρα νύχτα τον τόπο, και σκορπούνε το θάνατο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , , , , | 158 Σχόλια »

Μαρξ από τους Κινέζους

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2018

Κινέζικο λέμε ή ίσως λέγαμε, ένα προϊόν, ιδίως συσκευή, χαμηλής τιμής αλλά και ευτελούς ποιότητας,  που γρήγορα χαλάει και την πετάμε. Ο όρος έχει καταγραφεί εδώ και 9-10 χρόνια στο slang.gr και σε περσινό άρθρο είχα παρατηρήσει ότι έχει αρχίσει να παλιώνει αφού μέσα σε δυο δεκαετίες η ποιότητα των κινέζικων προϊόντων αυξήθηκε κατακόρυφα. Οι εκφράσεις της αργκό έτσι κι αλλιώς ανανεώνονται με μεγάλη ταχύτητα και αυτή τη στιγμή για την ευτελή ποιότητα πολύ περισσότερο ακούγεται η έκφραση «από τα Λιντλ», αν και αυτή λέγεται συνήθως μεταφορικά, π.χ. «καθηγητής από τα Λιντλ».

Στις 5 Μαΐου, που συμπληρώθηκαν τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Καρλ Μαρξ, έγιναν στη γενέτειρά του, την πόλη Τριρ (Trier) της δυτικής Γερμανίας, τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός του.

Το χάλκινο άγαλμα, με ύψος 4 μ και 40 (πεντέμισι με τη βάση), είναι έργο του γλύπτη Wu Weishan και προσφέρθηκε δώρο στον δήμο του Τριρ από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας.

Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος ήταν μία μόνο από τις πολλές εκδηλώσεις που έγιναν στην πόλη για τα 200 χρόνια του Μαρξ. Στην εναρκτήρια εκδήλωση παρευρέθηκε και ο πρόεδρος της Κομισιον Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, γείτονας άλλωστε αφού το Τριρ απέχει σαράντα λεπτά από την πολη του Λουξεμβούργου. Στην ομιλία του θέλησε να απαλλάξει τον Μαρξ από όσα γίνανε στο όνομά του, αφού, τάχα, «πολλα από αυτά που έγραψε αναδιατυπώθηκαν στο αντίθετό τους».

Να πούμε εδώ ότι το επώνυμο Μαρξ είναι συχνό σε όλη την περιοχή. Μάλιστα, στο Λουξεμβούργο υπάρχει οδός, και μάλιστα βουλεβάρτο, Σαρλ Μαρξ, που όμως δεν ονομαστηκε έτσι προς τιμήν του Γερμανού φιλόσοφου αλλά από έναν ομοϊδεάτη του, τον κομμουνιστή γιατρό Σαρλ Μαρξ που πολεμησε με τους μακί στη Γαλλία, εγινε υπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας μετά τον πόλεμο αλλά σκοτώθηκε λίγο αργότερα σε τροχαίο.

Το άγαλμα του Καρλ Μαρξ έχει τοποθετηθεί πολύ κοντά στον εμπορικό πεζόδρομο της πόλης και στο σημαντικότερο αξιοθέατό της, τη ρωμαϊκή Πόρτα Νίγκρα (μαύρη). Τη φωτογραφία πιο πάνω την έβγαλα το περασμενο Σάββατο που πήγα να δω το άγαλμα. Είχε λαμπρό ήλιο, αρκετό κόσμο, ανάμεσά τους και Κινέζους τουρίστες που έβγαζαν σέλφες με καμάρι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Διηγήματα, Εβραϊσμός, Κομμουνιστικό κίνημα, Λουξεμβούργο, Ταξιδιωτικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 172 Σχόλια »

Ο χορός των μεταμφιεσμένων (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 27 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Τζι ή Gpointofview, που πριν από 3-4 μήνες είχαμε δημοσιεύσει ένα άλλο διήγημά του, μου έστειλε τις προάλλες ένα «αλλιώτικο» διήγημά του όπως λέει.

Όπως θα καταλάβατε ίσως από τον τίτλο, το διήγημα είναι εμπνευσμένο από την ομώνυμη όπερα του Βέρντι -στο πρωτότυπο Un ballo in maschera. Ο Τζι είναι φανατικός βερντιστής και αν δεν κάνω λάθος αυτή είναι η αγαπημένη του βερντική όπερα -κοκκινίζοντας ομολογώ πως μια-δυο φορές την έχω ακούσει και όχι προσεχτικά.

Ο Τζι έχει μεταφερει τα βασικά πρόσωπα της όπερας και την υπόθεση στην εποχή μας και στο καρναβάλι της Πάτρας αλλά εχει αλλάξει την πλοκή εντελώς, δεν πρόκειται δηλαδή για απλή μεταφορά.

Δεν ξέρω αν η οπερα του Βέρντι έχει ανεβεί εκσυγχρονισμένη, κάτι που είναι πάντως πολύ συχνό. Πριν από μερικά χρόνια είχαμε δει στη Λυρική Σκηνή τον Ριγολέτο μεταφερμένο στη φασιστική Ιταλία του μεσοπολέμου, ενώ υπάρχει και ενα γνωστό ανέβασμά του με μεταφορά στον κόσμο της νιουγιορκέζικης Μαφίας.

Η ίδια η όπερα του Βερντι πέρασε απο σαράντα κύματα. Το λιμπρέτο του Antonio Somma, που μελοποίησε ο Βέρντι, ήταν διασκευή  από λιμπρέτο του Eugène Scribe, που είχε γραφτεί για την όπερα Γουσταύος ο 3ος του Daniel Auber, εμπνευσμένο από πραγματικό περιστατικό, τη δολοφονία του βασιλιά της Σουηδίας Γουσταύου του 3ου το 1792 σε χορό μεταμφιεσμένων στη Στοκχόλμη. Για να μπορέσει να περάσει τους σκοπέλους της λογοκρισίας, που δεν ήθελε να βλέπει βασιλιάδες να δολοφονουνται επί σκηνής, ο Βέρντι μετέφερε την υπόθεση στην αποικιακή Βοστώνη και αλλαξε το όνομα του Γουσταύου σε Ρικάρντο.

Αλλά αυτά είναι απλώς εγκυκλοπαιδικά, ας δούμε τώρα το διήγημα του Τζι:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in όπερα, Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , , | 98 Σχόλια »

Ο Ξερωγός (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 20 Μαΐου, 2018

Ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού εστειλε ένα καινούργιο διήγημά του -το παρουσιάζω σημερα με χαρά, όχι μόνο επειδή το βρίσκω αξιόλογο αλλά και επειδή, όπως θα δείτε από τον πρόλογο, το έναυσμα για να γραφτεί το διήγημα δόθηκε από σχόλιο εδώ στο ιστολόγιο. Πολύ χαίρομαι.

Δεν θα πω πολλά, παραθέτω το διήγημα οπως ακριβώς μού το έστειλε ο Δημητρης. Αν ήταν άλλος θα το μονοτόνιζα, αλλά οι φίλοι έχουν προνόμια. Να πω μόνο δυο λόγια για την ορθογραφία του τίτλου. Πρόκειται βέβαια για παρατσούκλι για κάποιον που χρησιμοποιούσε συχνά τη φράση «Ξέρω γω» (κατάφαση, όχι ερώτηση). Βλέπω ότι στο slang.gr το γράφουν «Ξερωγώς«. Νομίζω πως η επιλογή του Δημήτρη είναι σωστή. Ναι μεν το παρατσούκλι προέρχεται «εκ συναρπαγής» από τη φράση «Ξέρω γω» αλλά υπερισχύει να αποτυπωθεί σωστά το «τέρμα» της λέξης και η νέα ελληνική δεν εχει τέρμα αρσενικών ουσιαστικών σε -ώς. Για τον ίδιο λόγο γράφουμε Βασίλης και όχι Βασίλεις (όπως ήθελε ο Γ. Χατζιδάκις με το επιχείρημα ότι παράγεται από το Βασίλειος).

Δίνω τον λόγο στον Δημήτρη:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ διήγημα αὐτὸ ἦταν ἔνα σχόλιο τοῦ Ἄγγελου στὸ διήγημα τοῦ Κοτζιούλα «Ναυαγοὶ στὸν Πειραιά»:

«Τραγική όμως ήταν η κατάσταση στα μικρά νησιά…σε όλη την Κατοχή…Κάτι θα έχουν να μας πουν οι εδώ νησιώτες μας…»

(σχ.28)

Ἂν καὶ τὰ πρόσωπα εἶναι δημιουργήματα τῆς φαντασίας μου, οἱ συνθῆκες ποὺ περιγράφω εἶναι ὅπως τὶς ἔχω ἀκούσει ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἔζησαν τὴν Κατοχὴ μὲ ὄλες τὶς συνέπειές της.

 

 Ὁ Ξερωγὸς

«Μόλις βγεῖς ἀπὸ τὸν κάβο κρατήσου γιαλό1, δυὸ καϊκιὲς2 ἀπὸ τὰ βράχια. Μὴ φοβᾶσαι, τὰ νερὰ εἶναι καθαρά· δὲν ἔχουνε ξέρες. Τώρα ποὺ γρεγάρησε3 μὴ φοβᾶσαι τὸν ἀέρα, τὸν κατεβάζουν οἱ στεριές· ἡ θάλασσα ὅμως εἶναι στρωτή, ταξιδεύεται. Τράβα μὲ τὴ μηχανὴ στὶς μισὲς στροφές, ἴσαμε τρία μίλια κατά τὸ βοριὰ καὶ μετὰ σημάδεψε τὸ νοτινὸ κάβο τοῦ ἀπέναντι νησιοῦ· κάνε καὶ τὸ φλόκο4 γιὰ νὰ σὲ κρατάει ἀπὸ τὸ μπότζι5. Θὰ τὸ περάσεις τὸ μπουγάζι6 ἀχολομάνιστα.»

Μὲ ὕφος ποὺ δὲ σήκωνε ἀντίλογο ὁ Γιώργης ὁ Ξερωγὸς ἐξηγοῦσε στὸν καπετάνιο τοῦ ξένου καϊκιοῦ πῶς νὰ περάσει τὸ μπουγάζι μὲ τὸ φρέσκο μελτέμι. Ρούφηξε μιὰ γουλιὰ ἀπὸ τὸν καφέ του κι ἔκλεισε τὴν κουβέντα μὲ τήν ἀγαπημένη του ἐπωδό:

«Ἄκου ποὺ σοῦ λέω! Ξέρω ᾿γώ!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κατοχή, Ναυτικά | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »