Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Μαρία (αφορεσμένο διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη)

Posted by sarant στο 16 Ιανουαρίου, 2022

Θα αναδημοσιεύσω σήμερα, αν και όχι πια επίκαιρο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα, που δημοσιεύτηκε στις 20 Δεκεμβρίου στον ιστότοπο in.gr. Από εκεί είναι και η εικόνα που κοσμεί το άρθρο.

Ποιος ο λόγος, θα αναρωτηθείτε, να βάζουμε κατόπιν εορτής ένα κείμενο που, κατά πάσα πιθανότητα, γράφτηκε για να διαβαστεί εκείνες τις μέρες. Πέρα από το ότι ακόμα κι επικαιρικό να είναι ένα διήγημα δεν χάνει την αξία του αν διαβαστεί άλλη στιγμή, υπάρχει λόγος για την αναδημοσίευση: το διήγημα του Χωμενίδη κέρδισε την αμφίβολη δόξα να αποτελέσει αιτία αφορισμού του συγγραφέα του, ο οποίος έτσι συναντάει τον Ανδρέα Λασκαράτο, που κι αυτός είχε αφοριστεί πριν από 166 χρόνια, αφορισμός ο οποίος άρθηκε πολλά χρόνια αργότερα, έναν χρονο πριν πεθάνει πλήρης ημερών ο μεγάλος σατιρικός.

(Για να προλάβω ενστάσεις: αν δεν κάνω λάθος, και διορθώστε με, ο Εμμανουήλ Ροΐδης δεν έχει αφοριστεί ο ίδιος, αλλά μόνο το έργο του Πάπισσα Ιωάννα, ενώ ο Νικ. Καζαντζάκης δέχτηκε μεν απειλές για αφορισμό, αλλά δεν αφορίστηκε απ’ όσο ξέρω).

Βέβαια, σε αντίθεση με τον Λασκαράτο, ο αφορισμός του Χωμενίδη μάλλον δεν είναι έγκυρος, αφού δεν έγινε από την Ιερά Σύνοδο, όπως επιβάλλουν οι κανόνες, αλλά από έναν ιερωμένο μόνο, από τον διαβόητο Αμβρόσιο, πρώην μητροπολίτη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας, που επανειλημμένα έχει απασχολήσει την κοινή γνώμη (και το ιστολόγιο) με τις ξενοφοβικές, ρατσιστικές, ομοφοβικές, ισλαμοφοβικές και ακροδεξιές απόψεις του.

Ο Αμβρόσιος λοιπόν την περασμένη Κυριακή αφόρισε τον Χρήστο Χωμενίδη, για το διήγημα που θα διαβάσετε, και τον Ηλία Μόσιαλο, για το πασίγνωστο πλέον μιμίδιο με τον κρίνο (για το οποίο γράψαμε στο ιστολόγιο). Όπως διαβάζω στην ηλεφημερίδα Πελοπόννησος, ο Αμβρόσιος είπε από άμβωνος:

Όθεν, οφειλετικώς προνοούμενοι του πνευματικού συμφέροντος σύμπαντος του Ορθοδόξου Πληρώματος,
έγνωμεν καταδικάσαι τον ασεβέστατον και βλάσφημον τούτον άνδρα, τον Χρήστον Χωμενίδην, αφορίσαι δε και εκκόψαι τούτον του Σώματος της Μητρός ημών Εκκλησίας.

Το κείμενο του αφορισμού, όσο μπορούμε να το καταλάβουμε στη γλώσσα που είναι γραμμένο, προκαλεί ανατριχίλα (διόρθωσα μερικά λαθάκια αλλά θα μου ξέφυγαν κάποια άλλα).

Αφωρισμένος είη παρά της Παναγίας, Ομοουσίου, Ζωοποιού και αδιαιρέτου Τριάδος, του ενός τη φύσει Θεού και Κυρίου Παντοκράτορος, ως και παρά της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της και Τρυπητής επονομαζομένης. Κατηραμένος, ασυγχώρητος, και μετά θάνατον άλυτος και τυμπανιαίος έστω. Κληρονομήσαι την λέπραν του Γιεζή και την αγχόνην του προδότου Ιούδα. Σχισθείσα η γη και καταπίοι αυτόν ως τον Δαθάν και Αβειρών. Τα υπάρχοντα αυτού έστωσαν εις διαρπαγήν. Συνεκλειπέτωσαν εκ της οικίας αυτού, ως εκλείπει καπνός από προσώπου πυρός. Εν γενεά μιά εξαλειφθείη το όνομα αυτού. Άγγελος Σατάν προπορευέσθω έμπροσθεν αυτού. Γένοιτο κατάβρωμα των σκωλήκων, στένων και τρέμων επί της γης ως ο Κάιν. Πρόσωπον Θεού ου μη ίδη. Είη υπόδικος τω αιωνίω αναθέματι και υπέκκαυμα της ατελευτήτου κολάσεως, έχοιεν δε και τας αράς απάντων των Οικουμενικών Συνόδων και λοιπών αγίων Πατέρων.

Ει δε τις των Ορθοδόξων χριστιανών συγχρωτίζεται και συνεργεί αυτώ, και ούτος έσται κατάκριτος από της Εκκλησίας. Ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη ἡμίν το αυτό φρονείν, εν αλλήλοις, κατά Χριστόν Ιησούν, ίνα ομοθυμαδόν και εν ενί στόματι δοξάζωμεν τον Θεόν και Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (Ρωμ. 1,5), Ου η χάρις και το άπειρον έλεος είη μετά πάντων υμών. Αμήν!

Ξαναλέω ότι ο αφορισμός δεν είναι έγκυρος, οπότε μπορείτε άφοβα να συγχρωτίζεστε με τον κ. Χωμενίδη, όσοι είστε γνωστοί ή φίλοι του, δεν θα φάτε αποκλεισμό από την εκκλησία (εκτός, ίσως, αν πάτε στα Καλάβρυτα). Άλλωστε ο κ. Αμβρόσιος πέρυσι είχε αφορίσει τον πρωθυπουργό Κ. Μητσοτάκη και την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως αλλά και τον τότε υφυπουργό Νίκο Χαρδαλιά, καταλαβαίνουμε δηλαδή ότι δεν πρόκειται για σοβαρό πρόσωπο -επικίνδυνος είναι, σοβαρός όχι. Όπως καταδικάζουμε τους φανατικούς μουφτηδες που βγάζουν φετφάδες για την εκτέλεση του ενός ή του άλλου βλάσφημου, πρέπει να καταδικάσουμε και τον αγιατολάχ των Καλαβρύτων και να εκφράσουμε αλληλεγγύη στον συγγραφέα. (Όπως ξέρετε, με τον κ. Χωμενίδη έχουμε επανειλημμένα συγκρουστεί για διάφορα θέματα -αλλά έτερον εκάτερον).

Με βάση τα παραπάνω, ο τίτλος που έβαλα, όπου χαρακτηρίζω το διήγημα «αφορεσμένο» ελέγχεται ως ανακριβής, αφού ο αφορισμός αφορούσε τον συγγραφέα. Ωστόσο, τον ίδιο όρο (εντάξει, «αφορισμένο» έγραψε) χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο Χρ.Χωμ. σε ανάρτησή του, που τη βλέπετε εδώ, οπότε νομίζω πως μπορώ να τον μιμηθώ. Μπορείτε επίσης εδώ να δείτε μια σύντομη εμφάνιση του συγγραφέα σε δελτίο ειδησεων όπου σχολιάζει τον αφορισμό του.

Δημοσιεύω λοιπόν το επίμαχο διήγημα, όπως δημοσιεύτηκε στο in.gr, διορθώνω όμως δυο-τρία ορθογραφικά (πιλοφόρι, σισίτιο, θράσσος, Κεντηρίων κτλ.). Ένα πράγμα δεν ξέρω και θα ήθελα να το διευκρινίσει όποιος ξέρει: αν το διήγημα γράφτηκε τώρα, ειδικά για το in.gr, ή αν ήταν ήδη γραμμένο και δημοσιευμένο σε βιβλίο και από εκεί το αναδημοσίευσαν. Μάλλον το πρώτο, αλλά δεν είμαι βέβαιος.

ΜΑΡΙΑ

Η εντολή ήταν αυστηρή. Μας την έδωσαν στην πατρίδα, όταν πήραμε τη μετάθεση. Μας την επανέλαβε ο διοικητής των δυνάμεών μας μόλις φτάσαμε σε αυτή την πνιγηρή από τη ζέστη και τη σκόνη χώρα. «Δεν θα γαμπρίζετε με ντόπιες! Στην καλύτερη θα σας κολλήσουν αρρώστιες. Στη χειρότερη θα σας υποκλέψουν στρατιωτικά μυστικά και θα σας εκτελέσουμε για εσχάτη προδοσία, αν δεν σας σφάξουν εκείνες γυμνούς στο κρεβάτι. Εχιδνες είναι! Μας μισούν! Ηλίθιοι, ε ηλίθιοι!». Μαλάκωσε έπειτα ο στρατηγός, σκούπισε με ένα καρό μαντήλι το ιδρωμένο πρόσωπό του, σχεδόν χαμογέλασε. «Για τη δουλειά σας περιμένουν τα δικά μας κορίτσια. Πεντακάθαρα και τριπλοτσεκαρισμένα. Προοοο-σχή! Ανάπαυση!».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ελευθερία του λόγου, Θρησκεία, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 180 Σχόλια »

Χρονιάρες μέρες (διήγημα του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή)

Posted by sarant στο 6 Ιανουαρίου, 2022

Ο φίλος μας ο Antonislaw πληκτρολόγησε και μού έστειλε το διήγημα που θα διαβάσουμε σήμερα, ένα διήγημα πρωτοχρονιάτικο, που εξαιτίας της συρροής ειδικών άρθρων (μηνολόγιο, πρωτοχρονιάτικο άρθρο κτλ) δεν ήταν εφικτό να δημοσιευτεί την Κυριακή που μας πέρασε. Αφού σήμερα είναι αργία, η τελευταία του χριστουγεννιάτικου δωδεκάμερου, δεν ειναι αταίριαστο να το βάλουμε σήμερα το διήγημα -προτιμότερο παρά να το κρατήσω για του χρόνου και να το ξεχάσω.

Θυμίζω ότι ο Αντώνης είχε και πριν από καιρό στειλει ενα άλλο διήγημα των ίδιων συγγραφέων, από το οποίο μεταφέρω εδώ, δυστυχώς επικαιροποιημένη, τη σύντομη παρουσίασή τους.

Ο Νίκος και η Αργυρώ Κοκοβλή ήταν από τα πιο εμβληματικά πρόσωπα της αντίστασης στην Κρήτη στη γερμανική Κατοχή. Στη συνέχεια πήραν μέρος στον εμφύλιο και έμειναν στην παρανομία καθοδηγώντας τις παράνομες οργανώσεις του ΚΚΕ και ζωντας κυρίως σε σπηλιές μέχρι το 1962, όταν με χίλιες αντιξοότητες κατόρθωσαν να διαφύγουν με την αποδεκατισμένη ομάδα τους μέσω Ιταλίας στην ΕΣΣΔ και στην Τασκένδη. (Δύο από τα οχτώ μέλη της ομάδας αρνήθηκαν να αφήσουν την Κρήτη. Ήταν οι θρυλικοί Μπλαζάκης και Τζομπανάκης, που τελικά κατέβηκαν από τα βουνά το 1975).

Η σοσιαλιστική οικοδόμηση, οπως την ειδαν από πρώτο χέρι στην Τασκένδη, δεν ήταν αυτό που προσδοκούσαν. Στη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 τάχθηκαν με το ΚΚΕ Εσωτερικού οπότε πέρασαν από αρκετές δυσκολιες και τελικά επαναπατρίστηκαν το 1976. Συνέχισαν στον χώρο της ανανεωτικής αριστεράς, στο ΚΚΕ εσωτ., στην ΑΚΟΑ και στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Νίκος Κοκοβλής (1920-2012) πέθανε το 2012, στα 92 του χρόνια (εδώ μια βιογραφία του). Η Αργυρώ Πολυχρονάκη-Κοκοβλή (1927-2019) έφυγε από τη ζωή στην ίδια ηλικία, τον Μάρτιο του 2019. Εδώ η είδηση του θανάτου της σε χανιώτικον ιστότοπο, μαζί με το προηγούμενο διήγημα που είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο, αν και χωρις αναφορά πηγής. Από εκεί παίρνω και τη φωτογραφία των συγγραφέων).

Για όλα αυτά μπορειτε να δείτε το εξαιρετικό ντοκυμαντέρ του Σταύρου Ψυλλάκη, που βασίστηκε στο βιβλίο τους «Άλλος δρόμος δεν υπήρχε», εκδόσεις Πολύτυπο, που σας το συνιστώ κι αυτο να το διαβάσετε, αν το βρείτε (αλλού φέρεται εξαντλημένο, αλλού ότι κυκλοφορεί). Οι ίδιοι έγραψαν και το «ΕΣΣΔ, προσδοκίες και πραγματικότητα προσφύγων», εκδόσεις Κουλτούρα.

Ο φίλος μας ο Αντώνης βρήκε σε διαδικτυακό παλαιοβλιοπωλείο ένα βιβλίο με διηγήματα του ζεύγους Κοκοβλή, που όμως το υπογράφουν με ψευδώνυμο, Νίκος και Αργυρώ Μαδαρίτη, με τίτλο «Βάσανα και Καημοί» που εκδόθηκε το 1965 από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις (τον εκδοτικό οίκο του ΚΚΕ στην προσφυγιά). Το βιβλίο αυτό δεν (πρεπει να) έχει επανεκδοθεί. Από το βιβλίο αυτό προέρχεται και το σημερινό διήγημα, το οποίο είναι βέβαια γραμμένο με στερεότυπα, αλλά με διαφορετικό ίσως τρόπο δεν είναι εκτός τόπου και χρόνου ούτε σήμερα.

(Το κείμενο μονοτονίστηκε και έγινε κάποιος ορθογραφικός εκσυγχρονισμός)

Νίκου και Αργυρώς Μαδαρίτη (Νίκος και Αργυρώ Κοκοβλή)

Από το βιβλίο «Βάσανα και καημοί (Διηγήματα)»

1965 Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, (Βουκουρέστι)

Τυπώθηκε το Δεκέμβρη του 1965 σε 2000 αντίτυπα/Τυπογ. Φύλλα 10 1/2/Σχήμα Βιβλίου 16/54 X 84

«Χρονιάρες μέρες»

Ήτανε πολύ πρωί. Έδεσε χαμηλά τη μαύρη παλιά μαντήλα της κι ετοιμάστηκε να βγει. Κείνη τη στιγμή το μικρό της κοριτσάκι πετάχτηκε απ’ το ξυλοκρέβατο πού’ταν στη γωνιά της μοναδικής, κρύας παλιοκάμαρας και την έπιασε απ’ το φουστάνι. Ύστερα σηκώθηκε και το δεύτερο και το τρίτο της παιδί. Όλα κορίτσια. Τα κοίταξε κι η καρδιά της ράγισε. Αχ πόσο θά΄θελε νά’ φευγε χωρίς να τη δουν!… Τα ρουφηγμένα μαγουλάκια τους ήταν σαν κέρινα και τα ματάκια τους απέραντα μεγάλα σε σχέση με τ΄ ασθενικά προσωπάκια τους. Είχανε κάτι ποδαράκια σαν ολόιδια καλαμάκια και τα κορμάκια τους λες και κρέας καθόλου πάνω τους δεν είχανε. Όσο κι αν ήθελες να σκεφτείς υπερβολικά δεν τά’ κανες πάνω από δυο ως πέντε χρονών. Κι όμως το πιο μεγάλο ξεπερνούσε τα οχτώ.

Ρουφούσαν ακατάπαυστα τις παχιές μυξίτσες τους και κοιτάζοντας σαν ένοχα τη μάνα τους μουρμούριζαν παραπονιάρικα τις «απαιτήσεις» τους. Είναι αλήθεια, ποτέ τους δεν ζητούσαν τίποτα. Καταλάβαιναν τις δυσκολίες. Μα τώρα, μέρες πού’ρχονταν η στέρηση γινόταν πιο χτυπητή. Και μέσα τους ξυπνούσε δυνατή η λαχτάρα για κάτι.

Το μεσαίο έσκυβε μια το κεφάλι και κοίταζε τα ξυπόλητα ποδαράκια του και μια το σήκωνε δειλά δειλά κατά τη μάνα του. Τέλος αποτόλμησε:

– Τα παπουτσάκια μαμά!…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κομμουνιστικό κίνημα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 132 Σχόλια »

Το χριστόψωμο (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2021

Μέρα που είναι, το ιστολόγιο σάς εύχεται καλά Χριστούγεννα, με υγεία και αγάπη και μακριά από κορόνες!

Έχει γίνει σχεδόν παράδοση του ιστολογίου να βάζουμε κάτι παπαδιαμαντικό τα Χριστούγεννα. Σήμερα επαναλαμβάνω μια δημοσίευση που αρχικά είχε γίνει πριν από δέκα χρόνια, μέσα στο πένθος για τον αναπάντεχο θάνατο του πατέρα μου. Αλλάζω λίγα από τον πρόλογο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ήμουν μικρός, ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οι αναμνήσεις οι παιδικές είναι βέβαια επηρεασμένες από μεταγενέστερες διηγήσεις, αλλά δυο-τρία πράγματα που θυμάμαι με θαλπωρή από τα παιδικά μου Χριστούγεννα είναι τον παππού να διαβάζει από τον μεγάλο μαυροντυμένο τόμο και τα μανταρίνια να χρυσίζουν πάνω στο τραπέζι καθώς κάναμε καντηλάκι τις φλούδες τους.

Διάλεξα να ανεβάσω σήμερα το Χριστόψωμο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα που υπάρχει μεν στο Διαδίκτυο, όπως και σχεδόν όλα τα χριστουγεννιάτικα, αλλά δεν παύει να είναι σημαδιακό: καταρχάς, είναι πικρό διήγημα, όχι χαρμόσυνο. Κι έπειτα, είναι και το πρώτο χρονολογικά διήγημα που δημοσίευσε ο Παπαδιαμάντης -ως τότε είχε δώσει μόνο εκτενή έργα, τα τρία μυθιστορήματα και τη νουβέλα Χρήστος Μηλιόνης.

Το Χριστόψωμο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 με τον υπότιτλο «Διήγημα πρωτότυπον». Επειδή είναι πρώιμο σχετικά, έχει λιγάκι πιο βαριά καθαρεύουσα από πολλά μεταγενέστερα. Ίσως γι’ αυτό, σε τούτη την αναδημοσίευση επέλεξα να παραθέσω το πολυτονισμένο κείμενο, από τον ιστότοπο papadiamantis.net.

Μια λαϊκή λέξη του διηγήματος, που ίσως να μην την ξέρετε, και δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό (αν δεν σφάλλω), είναι τα μαναφούκια. Όπως λέω στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (για να κάνω και λίγη γκρίζα διαφήμιση), τα μαναφούκια είναι ραδιουργίες, συκοφαντίες, διαβολές. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό münafık, «υποκριτής, διπρόσωπος, συκοφάντης», που είναι αραβικής αρχής (ίσως επηρεάστηκε παρετυμολογικά από τη «μάνα»). Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί πολλές φορές τα μαναφούκια στα διηγήματά του. Ωστόσο, η λέξη δεν είναι αποκλειστική της σκιαθίτικης διαλέκτου, αλλά ακούγεται και στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ακούγεται και στα πρωινάδικα της τηλεόρασης, που άλλωστε έχουν αναγάγει τα μαναφούκια σε επιστήμη.

Και για να συνεχίσω τη γκρίζα διαφήμιση, θυμίζω ότι έχετε ακόμα έξι μέρες για να ψηφίσετε τη Λέξη της χρονιάς. Αλλά πολλά είπα και δίνω τη σκυτάλη στον Παπαδιαμάντη.

Το χριστόψωμο

Διήγημα πρωτότυπον

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Μονόλογος της πέτρας / Η ζωή δεν παίζεται δεύτερη φορά (δυο διηγήματα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 5 Δεκεμβρίου, 2021

Στο σημερινό κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα δημοσιεύσω δυο διηγήματα που μου έστειλε πρόσφατα ο φίλος μας ο Λεώνικος. Και άλλες τέσσερις φορές έχουμε δημοσιεύσει λογοτεχνικά του κείμενα στο ιστολόγιο (εδώ το τέταρτο από αυτά, και πάλι με δύο διηγήματα, που έχει και λίκνο προς τα προηγούμενα).

Μονολογούν οι πέτρες; Και τι λένε; Θα το διαβάσουμε αμέσως πριν περάσουμε στο δεύτερο διήγημα, για έναν εφηβικό έρωτα.

Μονόλογος της Πέτρας

Ουφ… νά ’μαι κι εδώ! Άκουσα πως το λένε μουσείο! Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο μέρος. Δεν είδα πώς είναι απ’ έξω γιατί με φέρανε σε κουτί· άλλοι όμως που δεν χωράνε σε κουτιά και τους φέρανε με γερανούς, λένε πως είναι σωστό παλάτι! Και μετά από τόσα χτυπήματα και γδαρσίματα, τόσες οπλές στο τομάρι μου και τόσα καλέμια στη σάρκα μου… αυτό δεν το περίμενα ομολογώ· να βρεθώ μέσα σε βιτρίνα, πάνω σε βάθρο, έστω και μικρό, τι απόμεινε από μένα άλλωστε… μ’ έναν πολύ διακριτικό προβολέα στραμμένο πάνω μου και μια ταμπελίτσα μπροστά μου. Δεν μπορώ να τη διαβάσω, αλλά ξέρω τι λέει, γιατί πολλοί, αφού με κοιτάξουν, τη διαβάζουν φωναχτά και με ξανακοιτάνε. Άλλοτε πάλι με δείχνουν τα παιδιά και λένε σχεδόν τραγουδιστά: Κοίτα μαμααά! Πέτρωμα ηφαιστειακοοό, τετρακοσίων εκατομμυρίων ετωωών!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 184 Σχόλια »

Άι Γιώργης, διήγημα του Δημήτρη Χατζή

Posted by sarant στο 14 Νοεμβρίου, 2021

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα που πολλοί θα το έχετε διαβάσει, μια και ανήκει στα κλασικά της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πρόκειται για το «Άι Γιώργης», του Δημήτρη Χατζή (1913-1981), από τη συλλογή του «Ανυπεράσπιστοι» (1966).

Το βιβλίο αυτό, μαζί με την προηγούμενη συλλογή διηγημάτων του Χατζή, «Το τέλος της μικρής μας πόλης» (1953, τελική μορφή 1963) ασφαλώς αξίζει μια περίοπτη θέση στον κανόνα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

Οι Ανυπεράσπιστοι κυκλοφορούν από τον εκδοτικό οίκο Το Ροδακιό.

Για τον Χατζή δεν νομίζω ότι υπάρχει ανάγκη να πούμε πολλά -πάντως υπάρχει το άρθρο της Βικιπαίδειας για τα εργοβιογραφικά στοιχεία.

To διήγημα αυτό του Χατζή παρουσιάστηκε σε σκηνική ανάγνωση το 2019 στο ΚΠΙΣΝ. Μπορείτε να ακούσετε τον Μανώλη Μαυροματάκη και την Ηρώ Μπέζου να το ερμηνεύουν, εδώ.

Το κείμενο το πήρα από τον παλιό ιστότοπο της mathisis.com και ομολογώ ότι δεν έχω ελέγξει την ακρίβεια της πληκτρολόγησης, οπότε μπορεί να υπάρχουν λαθάκια.

Περισσότερα εισαγωγικά δεν χρειάζονται, ούτε υπάρχει ανάγκη για εξήγηση κάποιων λέξεων. Ωστόσο, θα με ενδιέφερε να μου λέγατε στα σχόλια αν έχετε διαβάσει παλιότερα το διήγημα ή αν το διαβάσατε πρώτη φορά σήμερα.

Άι Γιώργης

Εργοδηγός είπε πως ήτανε ο νέος νοικάρης στο δωμάτιο τ’ αντικρυνό από τα δυο τα δικά τους. Ένας παίδαρος.

«Και τι ‘ναι αυτό, εργοδηγός;» ρώτησε η Κατερίνα.

Ο Σταμάτης βάλθηκε να το εξηγήσει με λόγια τόσο πολλά που φάνηκε πως κι αυτός δεν τόξερε. Κόψανε την κουβέντα και σκέφτηκε να ρωτήσει με τρόπο την άλλη μέρα στο μαγαζί του. Ρώτησε, τόμαθε και το βράδυ μπορούσε πια να της το πει με λιγότερα λόγια.

«Ξέρεις όμως», είπε η Κατερίνα. «‘Ηρθε σήμερα η Κυρά-Μαρία και μου λέει να τον αφήνουμε να περνάει από μας και να πάει, λέει, στην κουζίνα μας.»

«Στην κουζίνα τη δική μας;»

«Μόνο το βράδυ. Θέλει, λέει, να ζεσταίνει λίγο νερό.»

«Και τι το θέλει το νερό και να το ζεσταίνει;»

«Για τα πόδια του λέει. Ξέρεις, δεν έχει γκάζι σ’ αυτό το δωμάτιο που του νοίκιασε και νερό δεν έχει, απ’ το μπάνιο παίρνουνε.»

«Και να το ζεσταίνει εδώ;»

«Για τα πόδια του.»

«Και κάθε βράδυ να περνάει από δω; Δεν είναι μπελάς;»

«Να μη τα χαλάσουμε, λέω, μ’ αυτήν, την κυρά-Μαρία, την ξέρεις…»

«Να μην τα χαλάσουμε, ναι. Μα δε σε πειράζει εσένα που θα περνάει;»

Η Κατερίνα σήκωσε τις πλάτες -πού να το ξέρει από τώρα που αν πειράζει;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 128 Σχόλια »

Γήσμπα (αφήγημα του Νώντα Τσίγκα)

Posted by sarant στο 7 Νοεμβρίου, 2021

Στο κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα αναδημοσιεύσω ένα σύντομο αφήγημα του Νώντα Τσίγκα, που το πήρα από το 2ο τεύχος του περιοδικού Αντίθετα ρεύματα. Θυμίζω ότι από το πρώτο τεύχος του ίδιου περιοδικού είχα παρουσιάσει εδώ, πριν από 3-4 μήνες, ένα πεζογράφημα του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου.

Το περιοδικό εκδίδεται στη Χαλκίδα, αλλά ο συγγραφέας ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου ασκεί την ιατρική και έχει αξιόλογη λογοτεχνική παρουσία. Καιρό ήθελα να βάλω κάτι δικό του.

Διάλεξα τη Γήσμπα επειδή έχει και γλωσσικό ενδιαφέρον. Θα το υποψιαστήκατε ίσως ότι η Γήσμπα του Τσίγκα έχει κάποια σχέση με τη ρωσική ίσμπα, την καλύβα των χωρικών.

Την ίσμπα την ξέρουμε κυρίως από τα ρωσικά μυθιστορήματα, αλλά η λέξη έχει περάσει και σε βορειοελλαδίτικα ιδιώματα, όπου σημαίνει υπόγειο, υπόγεια κρύπτη, αλλά και ειδικότερα, στους καπνοπαραγωγικούς τόπους, το υπόγειο όπου κρεμούσαν τον καπνό για να μαλακώσει. Την είχαμε αναφέρει άλλωστε σε ένα κείμενο του Πίτερ Μάκριτζ που είχε φιλοξενήσει πριν από εφτά χρόνια το ιστολόγιο, όπου ένα τυπογραφικό λάθος στον Μοσκώβ Σελήμ του Βιζυηνού είχε δώσει τον ανύπαρκτο τύπο «ιόμπα».

Στα σχόλια εκείνου του παλιού άρθρου, ο φίλος μας ο Σπιριντιόνε είχε αναφέρει και τον τύπο «γίσμπα», που καταγράφεται στην Κοζάνη και στη Χαλκιδική, πάντοτε με τη σημασία «υπόγειο, χαμοκέλα». Είναι εύκολο να αναπτυχθεί το αρχικό γ-, για να αποφευχθεί η χασμωδία της εκφοράς «η ίσμπα».

Ο Τσίγκας επίσης χρησιμοποιεί τον τύπο «γίσμπα», με γιώτα, στο άρθρο του -το ήτα του τίτλου, γήσμπα, εξηγείται στο τέλος του σύντομου αφηγήματός του. Αλλά βέβαια, το ότι είναι σύντομο (κάτω από 500 λέξεις, μπονζάι που θα το έλεγε ο Γιάννης Πατίλης) δεν το κάνει λιγότερο αξιοδιάβαστο. 

Καθώς ο Τσίγκας πέρασε παιδικά χρόνια στο Βογατσικό της Καστοριάς, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η γίσμπα/ γήσμπα λεγόταν και σε εκείνα τα μέρη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 212 Σχόλια »

Προς Ουρανούπολιν (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 3 Οκτωβρίου, 2021

Τον Φεβρουάριο είχαμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το διήγημα Τα σαράντα του καρεκλά, του Αλέξανδρου Υδάτη, που μας είχε γενικά αρέσει πολύ. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης, όπως και ο φίλος μας ο Κώστας, και άλλωστε μέσω του Κώστα πλησίασε το ιστολόγιό μας. Πριν από καιρό, ο συγγραφέας μού έστειλε τρία άλλα διηγήματά του για να διαλέξω και να δημοσιεύσω κάποιο εδώ.

Το ένα από αυτά ήταν ουσιαστικά νουβέλα, σχεδόν 12.000 λέξεις, με θέμα από τον Εμφύλιο. Δείλιασα όμως, όχι για το θέμα (μάλιστα, η πραγμάτευσή του ήταν ενδιαφέρουσα) αλλά για την έκταση -σε συνέχειες; αυτοτελές; Ήμουν δίβουλος, και τελικά αποφάσισα να το αφήσω για κάποια αργία, και προς το παρόν να παρουσιάσω ένα από τα δύο μικρότερα διηγήματα, που έχουν πιο ματζόβολο μέγεθος.

Προς Ουρανούπολιν λοιπόν, Χαλκιδική όπως θα καταλάβατε. Στο δρόμο.

Το διήγημα έχει κάποιες διακειμενικές αναφορές που είμαι βέβαιος ότι θα τις αναγνωρίσετε. Επειδή ο συγγραφέας έχει ιδιότυπη στίξη, μεταφέρω το κείμενό του κοπιπαστάδα, χωρίς να διορθώνω όπως κάνω συνήθως. Εντύπωσή μου είναι πάντως ότι ο Έλιοτ το γράφει cruellest, αλλά νομιζω ότι και οι δυο ορθογραφίες είναι δεκτές στα αγγλικά. Έτσι κι αλλιώς, ο Απρίλης στα ελληνικά είναι σκληρός.

 

Πρός Ουρανούπολιν

 

 

— » Αpril is the cruelest month»,

— » o Mάιος είναι ο μήνας των ερώτων και της πολιτικής»,

— » Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε»,

— » μέρα Μαγιού μου μίσεψες»… φράσεις – στίχοι απο αγαπημένα του ποιήματα κάμανε κατοχή του μυαλού του, όπως συχνά του συμβαίνει, σε τυχαίες στιγμές.

— » Μα Απρίλιος είναι τούτος ή Μάιος;» συλλογίστηκε οδηγώντας με 140, μόνος στον αυτοκινητόδρομο προς Χαλκιδική. «Μπερδεύτηκαν οι εποχές μπερδεύτηκαν κι οι μήνες. «Pollution» η αιτία, που λέει κι η {φωτοδότρα} δύση, τρύπα όζοντος, Greenpeace… Παράξενο είναι νά ‘χεις δεκαοχτώ – είκοσι βαθμούς θερμοκρασία, τεσσεράμισυ τα ξημερώματα 25 Απριλίου… ή μήπως είναι Μαϊου;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

Πρώτο νούμερο το καλό (διήγημα του Άγγελου Αρόρα)

Posted by sarant στο 26 Σεπτεμβρίου, 2021

Το σημερινό διήγημα μού το έστειλε ο φίλος του ιστολογίου Άγγελος Αρόρα, που μας παρακολουθεί εδώ και 3-4 χρόνια και έχει σχολιάσει ελάχιστες φορές χρησιμοποιώντας ένα ψευδώνυμο αντλημένο από τον Μπόρχες. Είναι, όπως θα καταλάβατε μάλλον από τον τίτλο, διήγημα εμπνευσμένο από τα χρόνια του στρατού -στο τρίγωνο Καστελόριζο, Ρω, Στρογγύλη όπως λέει ο φίλος μας.

Μια και έχω κι εγώ γράψει διηγήματα για την εποχή που ήμουν φαντάρος, είχα έναν παραπάνω λόγο για να με ενδιαφέρει το διήγημα του Άγγελου. Το πρώτο νούμερο στη σκοπιά ήταν καλό και στα χρόνια μου.

Βέβαια, στη δική μου εποχή δεν υπήρχαν «επόπια» (δηλαδή ΕΠΟΠ, οι οπλίτες πενταετούς θητείας) -όσο για την έκφραση «φάγαμε μπιφτέκι» δεν την είχαμε μεν, αλλά τυχαίνει να την έχω μάθει. Λέγεται (ή λεγόταν, τέλος πάντων) για τον σκοπό που αργεί να έρθει ο επόμενος σκοπός, που θα τον αλλάξει.

Πρώτο νούμερο το καλό

Σ’ αυτό το μπουρδέλο δεν παλιώνεις ποτέ. Ποτέ. Δέκα ΕΣΣΟ να περάσουν κι ακόμη θα είσαι νέος. Στα μάτια τους ένα στραβάδι, κεφάλι γυμνό κουρεμένο κοντό, άσχημο, που θα εξέχουν τ’ αυτιά του και δεν θα χωρούν κάτω απ’ το τζόκεϊ. Δεν παλιώνεις ποτέ. Τα πόδια σου βγάζουν κάλους κι όλη η πατούσα έχει πάρει χρώμα λευκοκόκκινο απ’ το κάψιμο της αρβύλας. Κάθε βήμα σου κι ένα βάσανο. Όταν είσαι τυχερός δεν σε χτυπάνε στο γόνατο, όταν είσαι τυχερός φοράς ήδη τις κάλτσες και πηδάς από το κρεβάτι να τις βάλεις γρήγορα, να τις δέσεις καλά, μην βγεις συναγερμό τελευταίος και φάτε καμπάνα ή περιμετρικό. Η εξάρτυση κρέμεται στο δεξί σίδερο του κρεβατιού. Το κράνος σαν κατσαρόλα μεσαίου μεγέθους καπακώνει το μι-εβδομηνταένα. Και γρήγορες κινήσεις, ακούς, γρήγορες κινήσεις, κλειδιά στο χιτώνιο, όπλο και γραμμή έξω, παράταξη. Μηχανικές κινήσεις, όλα θα πάνε καλά, τις κάνεις μήνες τώρα. Το ποίημα το θυμάσαι. Προσοχή δυνατή. Στρατιώτης Πεζικού (όνομα), τυφεκιοφόρος, σε περίπτωση συναγερμού παραλαμβάνω…Θα το θυμηθείς, θα το πεις χωρίς να κομπλάρεις, δεν είσαι μαλάκας εσύ σαν τους άλλους να βγαίνουν αναφορά και να τραυλίζουν.

“Δυνατά με φωνή ακούτε; Το Σαββατοκύριακο ο Διοικητής έρχεται στο γραφείο του κανονικά κι ακούει, κι αν θέλετε να πάρετε καμιά άδεια, δυνατά, και σαββατοκύριακα γιατί η θέση του στρατοπέδου βλέπετε, δυνατά– μετά το εμβατήριο που είναι το αγαπημένο του”. Του κάθε της εχθρού ο σκληρός τιμωρός. Θα φανούν γενναία τα ηρωικά μας νιάτα και φέτος.

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Διηγήματα, Στρατός | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Η δασκαλομάνα (σχολικό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2021

Ανοίγουν αύριο τα σχολεία, παρά τις αμφιβολίες και τις δυσκολίες της πανδημίας και παρά τις κτιριακές και άλλες ελλείψεις. Αν αφιερώναμε ένα άρθρο στο θέμα, θα εστιάζαμε μάλλον στο δεύτερο σκέλος της παραπάνω πρότασης, αλλά σήμερα που είναι Κυριακή, και το ιστολόγιο δημοσιεύει ύλη λογοτεχνική, θα εστιαστούμε στο πρώτο σκέλος: ανοίγουν τα σχολεία, και θα βάλουμε ένα διήγημα με θέμα σχολικό, ένα από τα κλασικά του Παπαδιαμάντη, που έχει και αυτοβιογραφικά στοιχεία.

Η δασκαλομάνα λοιπόν, όπως αποκαλούσαν τον δάσκαλο του χωριού επειδή ήταν μεγαλόσωμος και πληθωρικός. Το διήγημα μάς το διάβαζε, όταν ήμασταν μικρά, ο παππούς μου, και από τότε θυμάμαι τα σπαρταριστά αποσπάσματα με τις παρανοήσεις των παιδιών, και ιδίως την απορία του μαθητή γιατί το βιβλίο της Γεωγραφίας λέει ότι τα Επτάνησα είναι επτά ενώ στο μέτρημα έβγαιναν δέκα, καθώς για ορισμένα νησιά αναφέρονταν δυο ονομασίες. (Κι επειδή το βιβλίο λέει ότι τα Επτάνησα ήταν βρετανικό προτεκτοράτο, Ιόνιος Πολιτεία, αυτό σημαίνει πως είναι γραμμένο πριν από το 1864 -είπαμε, έχει βιωματικά στοιχεία το διήγημα).

Όταν το διάβασα μεγαλύτερος το διήγημα, στάθηκα περισσότερο στην εξήγηση που έδωσαν τα μέλη της Εφορευτικής Επιτροπής (που προσλάμβανε και τον δάσκαλο, άλλωστε) σχετικά με την αποστολή του σχολείου. Δεν είναι για να μαθαίνει γράμματα στα παιδιά, αλλά για να αφήνουν κάπου οι γονείς τα παιδιά τους. Και κάτι άλλο που με γοητεύει στο διήγημα, είναι η γλώσσα των διαλόγων, γνήσια σκιαθίτικη.

Το διήγημα το παραθέτω με την ορθογραφία του πρωτοτύπου (περίπου) αλλά μονοτονισμένο. Ωστόσο, η μεταγραφή, που είχε γίνει στον παλιό μου ιστότοπο, έχει πολλά λαθάκια -αυτός που το πληκτρολόγησε, ασυναίσθητα προσάρμοζε στη σημερινή γλώσσα. Μερικά τα διόρθωσα, άλλα θα μου ξέφυγαν. Προς στιγμή σκέφτηκα να παραθέσω την πολυτονισμένη μορφή του διηγήματος, όπως υπάρχει στο papadiamantis.net, επειδή όμως και αυτή έχει τουλάχιστον δύο τυπογραφικά λάθη, προτίμησα να ανεβάσω τη μονοτονισμένη, μήπως και διορθωθεί, και την πάρει διορθωμένη η Βικιθήκη, που τώρα έχει την αδιόρθωτη μονοτονισμένη.

Η ΔΑΣΚΑΛΟΜΑΝΝΑ
Παλαιαί σημειώσεις

Ακούστε εμέ να σας πω! Να μην ανοίγετε χαρτί!…Να μην ακούτε το δάσκαλο!…Να μη φοβάστε τσ πατεράδες σας!…Να δέρνετε τσ μαννάδες σας!..

Ούτως ηγόρευε προς θορυβώδη όμιλον δεκαετών και δωδεκαετών παιδίων, αναβάς επί του τελευταίου θρανίου, του απωτάτου από της δασκαλοκαθέδρας, ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, είς των μεγαλυτέρων μαθητών. Εφοίτα από επταετίας και ήτο ήδη δεκαπενταετής, αλλά μόλις είχε μάθει να διαβάζει συλλαβιστά. Ενθυμούμενος τα παλαιά εκείνα χρόνια, δεν έπαυε να οικτείρει την παρούσαν κατάστασιν του σχολείου, όπου όλα τα παιδιά ήσαν μικρά, όλο σμαρίδα, όλο αθερίνα. Πρώτα ήσαν όλο μεγάλοι. «Πού να ήσαστε σεις τον καιρό που ήτον ο άλλος ο δάσκαλος που πέθανε, ο Φλάσκος, Φλάσκο – μπιμπίνος, ο κιτρινιάρης!». Και σείων την κεφαλήν, διηγείτο προς τους μικρούς μαθητάς, οίτινες τον ήκουον εκπέμποντες μεγάλα επιφωνήματα θαυμασμού, πώς ο Τζώρτζης ο Σγούρας, δεκαοκτώ χρόνων, υψηλός, με ανωρθωμένα σγουρά μαλλιά, τα οποία δεν ηδύνατο να διευθετήσει το κτένιον, έδειρε μίαν φοράν τον άλλον διδάσκαλον, «το Φλάσκο, Φλάσκο – μπιμπίνο, τον κιτρινιάρη», πολιορκήσας αυτόν όπισθεν της δασκαλοκαθέδρας, και κατενεγκών τρεις σφιγκτούς γρόνθους κατά του στέρνου του, διότι ο διδάσκαλος ηπείλησε να τον κλείσει εις το κάτωθεν της δασκαλοκαθέδρας σωφρονιστήριον, όπου έβοσκον βλατούδες και ψαλίδες πολυποδαρούσες και όχι ολίγοι ποντικοί. Πώς ο διδάσκαλος είχε συγκαλέσει την επιτροπήν και απήτει την αποβολήν του Τζώρτζη, αλλ’ η επιτροπή αντέτεινε, μη θέλουσα να δυσαρεστήσει τους οικείους τού μεγαλοσώμου και φριξότριχος μαθητού. Πώς παραδόξως, δηλ. λίαν ευλόγως, ο Τζώρτζης ευρέθη σύμφωνος με τον διδάσκαλον εις το κεφάλαιον τούτο, καθόσον, αφού επί δεκαετίαν είχε φοιτήσει εις το σχολείον, και μόλις είχε μάθει να συλλαβίζει (μόνον ότι συνέχεε κάποτε το η με το π και το ζ με το ξ), ησθάνετο νυν ακατάσχετον πόθον να διαρρήξει  τ’ αφόρητα εκείνα δεσμά και να εμβαρκάρει με το καράβι του θείου του! Ίσως μάλιστα δι’ αυτό το έκαμεν, έδειρε τον διδάσκαλον επίτηδες διά να τον αποβάλουν. Και τότε η επιτροπή έπεισε τους οικείους του να τον αποσύρωσιν ευσχήμως.

Τοιαύτα τινά πορίσματα της αλληλοδιδακτικής μεθόδου υπέβαλλε συχνά εις την μελέτην των συμμαθητών του ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης. Την ημέραν δ’ εκείνην είχεν αναβεί επί του θρανίου και απήγγελλε διδαχήν την οποίαν ο διδάσκαλος, κύπτων επί της τραπέζης του, πνιγομένων των λέξεων εν μέσω του θορύβου, δεν ήκουεν, ουδ’ έβλεπε καν τον υψηλόν μαθητήν όστις προς την δασκαλοκαθέδραν βλέπων (ο διδάσκαλος εκάθητο ενώπιον τραπέζης κάτω της δασκαλοκαθέδρας), επροφυλάσσετο, και ήτο έτοιμος να πηδήσει κάτω του θρανίου, αν ο διδάσκαλος έστρεφε το βλέμμα προς τα εδώ.

Ταύτα συνέβαινον καθ’ όν χρόνον ο διδάσκαλος, μεγαλόσωμος με ηρακλείους ώμους και βραχίονας, επικαλούμενος συνήθως η «Δασκαλομάννα», προ μικρού είχεν εισέλθει εις το σχολείον, και σχετική ησυχία επεκράτει μεθ’ υποκώφου βοής, ομοία με την φουσκοθαλασσιάν. Αλλά προ ημισείας ώρας, εάν τις διήρχετο εις απόστασιν διακοσίων βημάτων έξωθεν του σχολείου, θα ενόμιζεν ότι ήτο θηριοτροφείον ειδικόν δια θώας της ερήμου, και δι’ άλλα ανήσυχα αγρίμια. Τα παιδία εχόρευαν, επήδων, εσκίρτων, εφώναζαν, διεπληκτίζοντο, εγέλων, έκλαιον. Ήτο θέρος και καύσων πνιγηρός. Παμμιγής βοή ανήρχετο διά των οκτώ ανοικτών μεγάλων παραθύρων, εχόντων όλα σχεδόν τα υαλία σπασμένα και τα πλείστα παραθυρόφυλλα φαγωμένα, τους στροφείς εσκωριασμένους. Τα θρανία χωλά, κινούμενα, χορεύοντα, εφαίνοντο ως σχεδίαι πλέουσαι εντός του κύματος των παιδικών κεφαλών. Η διδασκαλική έδρα, υψηλή, με τα φατνώματα σαπρά, κεχηνότα, ωμοίαζε με βάρκαν ξουριασμένην μακράν του λιμένος υπό του ανέμου. Ο πρωτόσχολος, γυμνόπους, ελαφρά και μετά προφυλάξεως πατών, διά να μη βυθισθεί και εμπέσει παρ’ αξίαν εις το πειθαρχείον, πότε γελών και πότε σοβαρευόμενος, προσεπάθει να επιβάλει σιωπήν. Αλλά την σφυρίκτραν, το έτερον σύμβολον του αξιώματός του, την είχε κλέψει ο Γιαννιός ο Βρυκολακάκης, και δι’ αυτής εξέβαλλε μανιώδεις συριγμούς, παρωδών τον απόντα διδάσκαλον. Έμεινε μόνον εις τον πρωτόσχολον η βέργα, το κυριώτερον όπλον του, αλλά και ταύτην την εξουδετέρωσεν ο Γιωργός ο Χατζηδημήτρης, ο Στρατής ο Καραθύμιος και άλλοι τολμηροί παίδες, ανοίξαντες κρυφίως την θύραν του σωφρονιστηρίου, όπου ήξευραν, ότι είχεν ταμιευμένην ο διδάσκαλος την δέσμην του, και αρπάσαντες πολλές βέργες, τας οποίας εμοίρασαν εις τους συμμαθητάς των, κρατήσαντες τας λιγυρωτέρας και τσουχτερωτέρας δι εαυτούς˙ τότε ήρχισε μάχη και άλλοι μαθηταί απέσπασαν τους δείκτας από του τοίχου, άλλοι κατεβίβασαν τους τηλεγράφους από της καθέτου σανίδος των θρανίων και κυνηγούμενοι έτυπτον αλλήλους.

Τέλος εισήλθεν ο διδάσκαλος με το τσιγάρον εις το στόμα, και ο πρωτόσχολος έκραξεν, εις προσοχήν! Ο διδάσκαλος ήτο μεγαλόσωμος, υψίκορμος, εύσαρκος, αλλά ταχύς κι ευκίνητος. Ήρχετο από την αρραβωνιαστικήν του, όπου τρις ή τετράκις της ημέρας, παραιτών το Σχολείον εις την τύχην του, απήρχετο εις επίσκεψιν. Άλλοτε το Σχολείον είχε και βοηθόν, αλλά τελευταίον το δημοτικόν συμβούλιον δεν εψήφισεν ή ο νομάρχης δεν ενέκρινε το κονδύλιον χάριν οικονομίας.

Ο διδάσκαλος, καπνίζων το τσιγάρον του, εσήμανε τον κώδωνα κι εζήτησε να εξετάσει μίαν των ανωτέρων κλάσεων. Προσήλθον έξ ή επτά παιδία και τα ηρώτησε:

– Την εμάθετε την ιερά ιστορία ;

Τα παιδία, αντί ν’ απαντήσωσιν, έκυψαν εις το βιβλίον των, και προσεπάθουν να κλέψωσι τίποτε εκ του προχείρου. Μόνον την στιγμήν εκείνη ενόησαν ότι δεν είχαν μελετήσει τίποτε εκ της Αριστουρίας, καθώς την ωνόμαζαν.

Το πρώτον παιδίον, το οποίον ηθέλησε να εξετάσει ο διδάσκαλος, εκράτει Γεωγραφίαν αντί Ιεράς Ιστορίας.

– Πού είναι η Ιερά Ιστορία σου ;

– Δάσκαλε, εψέλλισε το παιδίον, κάμνον το σχήμα, με τον δάκτυλον εις το ωτίον, την έχασα την Αρ-ιστορία μου.

– Αμελή! Κακοήθη! Άτακτε! ωρμάθιασεν ο διδάσκαλος, κι εκοκκίνισε δι’ ελαφρού ραπίσματος την παρειάν του μαθητού. Άλλοτε εκτύπα πολύ γερώτερα, έσπαζε μάλιστα βέργες εις την ράχιν των παιδίων. Αλλ’ αφότου ηρραβωνίσθη, δεν του ήρεσκε πλέον να κτυπά.

Μετέβη εις τον δεύτερον.

– «Τις έκτισε τον κόσμον;»

Το παιδίον απήντησεν:

– «Ο Θεός έκτισε τον κόσμον εις έξ ημέρας με μόνον τον λόγον αυτού».

– Πολύ ωραία! είπεν ο διδάσκαλος· και αποταθείς προς τον τρίτον:

– «Τις ήτον ο πρώτος άνθρωπος;»

– «Ο πρώτος άνθρωπος ήτον ο Αδάμ», απήντησε το παιδίον.

– Καλά, είπεν ο διδάσκαλος. Και είτα ηρώτησε τον τέταρτον:

– «Τις και πόθεν τον έκτισεν;»

Ο τέταρτος απεκρίθη:

– «Διά τας αμαρτίας του Αδάμ κατεστάθησαν όλοι οι άνθρωποι αμαρτωλοί και θνητοί».

– Πολύ καλά, μπράβο! είπεν ο διδάσκαλος, όστις την στιγμήν εκείνην ακριβώς είχε τον νουν του εις την αρραβωνιαστικήν του.

Είτα επανέλαβε:

– Τώρα ας μεταβώμεν εις την Γεωγραφίαν.

Οι επτά μαθηταί έρριψαν εις το βάθος του φύλακός των, όν είχον ανηρτημένον υπό την αριστερήν μασχάλην, τας Ιεράς Ιστορίας των, κι εξήγαγον τας Γεωγραφίας. Ήνοιξαν τα βιβλιάρια και ήρχισαν να ψιθυρίζωσιν αναγινώσκοντες με τα χείλη, ώστε απετελείτο μεν μία βοή, αλλ’ ουδεμία λέξις διεκρίνετο. Ο μεγαλύτερος την ηλικίαν, όστις ήτο και ο ερμηνευτής της κλάσεως, μεταβάς προς τον τοίχον εξεκρέμασε τον χάρτην, και κομίσας τόν απέθηκεν επί της μικράς τραπέζης, προ της οποίας ηρέσκετο να κάθηται ο διδάσκαλος, δυσκόλως αποφασίζων να πατήσει με τα μακρά και πλατύτατα υποδήματά του επί των σεσαθρωμένων σανίδων της υψηλής δασκαλοκαθέδρας.

Ο διδάσκαλος ήναψε δεύτερον τσιγάρον, και ήρχισε να εξετάζει εις την Γεωγραφίαν.

– «Εκ πόσων νήσων αποτελείται η Επτάνησος;»

Ο πρώτος των μαθητών απήντησεν:

– «Η Επτάνησος ή Ιόνιος Πολιτεία αποτελείται εξ επτά νήσων».

– Πολύ καλά, είπεν ο διδάσκαλος.

Είτα στραφείς προς τον δεύτερον μαθητήν:

– «Εις ποίαν εξουσίαν υπόκειται η Επτάνησος;»

Ο δεύτερος απεκρίθη απνευστί.

– «Η Επτάνησος υπόκειται πολιτικώς εις την προστασίαν της Μεγάλης Βρεττανίας και διοικείται δι’ αρμοστού εδρεύοντος εν Κερκύρα, όπου εδρεύει και η Ιόνιος Βουλή, υφίσταται δε και αξία λόγου Ακαδημία.

– Εύγε, πολύ ωραία! επεδοκίμασεν ο διδάσκαλος.

Αποταθείς δε προς τον τρίτον μαθητήν, απήγγειλεν:

– «Ειπέ μοι τα ονόματα των επτά νήσων, εξ ων η Επτάνησος αποτελείται».

Ο τρίτος μαθητής απήντησεν απνευστί και ομαλή τη φωνή, χωρίς να υπεμφαίνει στίξιν ή παρένθεσιν.

– «Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα, Παξοί, Ιθάκη, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος, και Κύθηρα, Τσερίγον».

– Πολύ καλά, επένευσε και πάλιν ο διδάσκαλος. Αύριον να μελετήσετε από δω ως εκεί. (Κι εχάραξε με τον όνυχά του επί του βιβλίου). Ιεράν Ιστορίαν να κάμετε επανάληψιν το ίδιο, και τρεις αράδες παρακάτω, προσέθηκεν ιδών ότι ελησμόνησε ν’ αλλάξει το μάθημα εις την Ιεράν Ιστορίαν. Πηγαίνετε τώρα!

Έν των παιδίων είχεν υψώσει τον δάκτυλον, εις σημείον ότι κάτι ήθελε να ειπεί.

– Τι θέλεις εσύ; ηρώτησεν ανυπομόνως ο διδάσκαλος.

– Δάσκαλε, είπε, φέρον την χείρα εις το ούς το παιδίον, γιατί ενώ το χαρτί μας μέσα λέει ότι η Επτάνησος αποτελείται από επτά νήσους, ύστερα βγαίνουν δέκα στο μέτρημα ;

– Τάς εμέτρησες εσύ ;

– Τές εμέτρησα, να!

Και ήρχισε να μετρεί επί των δακτύλων του, « Κέρκυρα, Κορφοί, Λευκάς, Αγία Μαύρα» κτλ.

Οι άλλοι συμμαθηταί του εγέλων εν χορώ διά την πολυπραγμοσύνην του. Το βέβαιον είναι ότι ουδέποτε είχαν υποπτευθεί ότι είχον οιανδήποτε έννοιαν αι λέξεις, όσαι ήσαν τυπωμέναι εντός των βιβλίων των. Ως δια να «μην τους χαλάσει την καρδιά», επειδή εγέλων, ο διδάσκαλος έσπευσε ν’ απαντήσει:

– Αυτά θα τα μάθετε όταν…

Ίσως ήθελε να είπει «όταν θα πάτε στο ελληνικό Σχολείο». Αλλά διεκόπη. Την στιγμή εκείνην επέσυρε την προσοχήν του ο θόρυβος, όν είχε προκαλέσει ο Γιαννιός  ο Βρυκολακάκης εις το τελευταίον θρανίον. Ο διδάσκαλος ηγέρθη, εσφύριξε δυνατά με την σφυρίκτραν του, εκτύπησε με την βέργαν επί του πρώτου χωλού θρανίου, έρριψεν το τσιγάρον του. Εκοίταξε το ωρολόγιόν του, είδεν, ότι ήτο ενδεκάτη παρά τέταρτον, και διέταξε τον πρωτόσχολον να σημάνει την κατ’ ενορίας κατάταξιν, όπως ψαλεί το σύνηθες άσμα της εξόδου και παύσει το πρωϊνόν μάθημα.

* * *

Ό, τι καθίστα τον διδάσκαλον δυστυχή, ήτο ο περιορισμός τον οποίον είχεν επιβάλει εις τον εαυτόν του, αφ’ ότου ηρραβωνίσθη, να φορεί κατά το θέρος το σακκάκι του. Εστενοχωρείτο απιστεύτως και υπέφερε φοβερά από τον καύσωνα. Κατά τα προλαβόντα θέρη, όχι μόνον οίκοι, ένθα εκάπνιζε το μακρόν του τσιμπούκι, αλλά και εις την οδόν, όπου ενεφανίζετο με το τσιγάρον εις το στόμα, και εις το καφενείον, όπου εκάπνιζε δύο ή τρείς ναργιλέδες την ημέραν, παντού επαρουσιάζετο με τα μανίκια του υποκαμίσου λευκά, με μακρόν γελέκο μισοκουμβωμένον, αναδεικνύον ανέτως τον πελώριον και εμπροσθοκλινή κορμόν του. Έκάπνιζεν ένα ναργιλέ το πρωί, είτα μόλις άφηνεν από την χείρα το μαρκούτσι, και πάραυτα ήναπτε το τσιγάρον, κοιτάζων άμα το ωρολόγιόν του και εγειρόμενος ίνα απέλθει. Είτα έλεγεν : «Ας πιω κι ένα ρώμι». Έπινε και δύο ρώμια και είτα μετέβαινεν εις το σχολείον, όπου έμενε πάντοτε «με τα μανίκια».  Εις τας εξετάσεις, περί τα τέλη Ιουλίου ή περί τας αρχάς Αυγούστου, επαρουσιάζετο ενώπιον της αξιοτίμου επιτροπής «με τα μανίκια». Κατά τας περυσινάς εξετάσεις, ο δήμαρχος μόλις τον είχε πείσει, μετά πολλάς νουθεσίας και επιπλήξεις, να φορέσει το σακκάκι του˙ το εφόρεσεν αλλά αφού πρώτον απέβαλε το γελέκον.

Εφέτος οι μαθηταί, μετά τον αρραβώνα του διδασκάλου, εύρον μεν πλείονα άνεσιν και ακολασίαν εν τω σχολείω, αλλ’ υπέφεραν στερηθέντες άλλων προσφιλών ψυχαγωγιών. Καθ’ όλον το έαρ, ο διδάσκαλος τυρβάζων περί την αρραβωνιαστικήν του, δεν τους ωδήγησεν ούτε δις να παίξωσιν εις τα λιβάδια, ούτε τρις καθ’ όλον το θέρος να κολυμβήσωσιν εις την Αμμουδιάν. Μεγάλη χαρά και αγαλλίασις ήτο άλλοτε ανά τα ημικύκλια, ότε διεδίδετο από κλάσεως εις κλάσιν, ως σύνθημα, η μαγική λέξις «Θα μας πάει ο δάσκαλος να παίξουμε! Θα μας πάει ο δάσκαλος να κολυμβήσουμε!». Ο γλυκύς ούτος ψίθυρος αντικαθίστα πάσαν ανάγνωσιν και πάντα επίπονον συλλαβισμόν.

Εξήρχοντο ανά δύο κρατούμενοι, μετά φαιδρού συνεχούς βόμβου, και μετέβαινον εις την χλοεράν πεδιάδα παρά την εσχατιάν της πολίχνης. Εκεί διανεμόμενοι εις δεκαπέντε ή είκοσιν ομάδας, έπαιζον επί μίαν ώραν, περί την δύσιν του ηλίου, το σκλαβάκι και άλλας παιδιάς. Εν τω μεταξύ ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, με την βέργαν κρεμασμένην όπισθεν του σκέλους, με την σφυρίκτραν ανηρτημένην επί του στέρνου, περιήρχετο από κήπου εις κήπον, από σικυώνος εις άμπελον, καλησπερίζων τους ασχολουμένους εις το πότισμα των φυτών ιδιοκτήτας, λαμβάνων πληροφορίας και δίδων συμβουλάς. Είτα επανήρχετο εις το κοπάδι του, εσφύριζεν οξύ σφύριγμα και εν τω άμα έπαυον αι παιδιαί, και οι μαθηταί απεπέμποντο κατά συνοικίας. Τούτο συνέβαινε μέχρι του Μαΐου μηνός. Κατά δε Ιούνιον μετέβαινον εις το κολύμβημα. Οι μικροί παίδες εγυμνούντο και επέβαινον εις το κύμα. Η Αμμουδιά ήτο αβαθής εις απόστασιν είκοσι μέτρων από της παραλίας. Οι μικροί μαθηταί επροχώρουν εκατόν πενήντα και πλέον βήματα πριν φθάσωσιν εις την μέσην. Άμα έφθανον έως εκεί, εστρέφοντο προς την γην και, επιστομιζόμενοι εις το κύμα, εμάνθανον πρακτικώς να κολυμβώσιν, θίγοντες με τον αριστερόν πόδα την άμμον, προς την παραλίαν βαίνοντες. Ο διδάσκαλος εξηπλούτο επί τινος όχθου παρά την οδόν, ακουμβών την ράχιν επί βράχου, με τα λευκά του πλατέα μανίκια, κι εκάπνιζε το βραχύ τσιμπουκάκι του, το οποίον είχεν εις την τσέπην δια τας εξοχικάς εκδρομάς. Εφορολόγει εις βερύκοκκα, απίδια και πρώιμα μοσχάτα σταφύλια τας φιλοτίμους οικοκυράς, τας επιστρεφούσας με τα κομψά και εύπλεκτα καλαθάκια των εκ του αγρού ή της αμπέλου. Είτα εσφύριζε, και οι μικροί κολυμβηταί, οίτινες έκαμναν θαυμασίας προόδους, απέβαινον αναγκαστικώς εις την ξηράν, δυσφορούντες επί τη αποτόμω διακοπή του τόσον μαλακού και ξυπνητού ονείρου των.

* * *

Φεύ! μετά έν έτος ακόμη, ο διδάσκαλος ήτο πάλιν με τα μανίκια του υποκαμίσου, αλλά μανίκια παρέχοντα την εντύπωσιν καμιζόλας ή γιακέτας, τόσον βαθύχροα βαμμένα, τόσον μαύρα ήσαν. Ο διδάσκαλος είχεν απογοητευθεί διπλήν απογοήτευσιν, την εκ του θαλάμου και την εκ του θανάτου. Εισήρχετο κατηφής αλλά και μετ’ εγκαρτερήσεως εις το σχολείον, αφού εσήμαινεν επί μακρόν με βραχνήν φωνήν ο σπασμένος κώδων, ο ανηρτημένος από δύο ορθίων ξύλων έξω της θύρας, τον οποίον φαγωμένον ήδη όντα από την σκωρίαν, όταν αφηρέθη από παλαιόν ερημοκκλήσιον, οι μαθηταί είχον σπάσει διά της υπερβολικής και παρακαίρου χρήσεως, ή διά χαλίκων ριπτομένων εξωδίκως – εν ώρα σχολής των μαθημάτων. Ήρχιζε την καθημερινήν ασχολίαν του σοβαρός και αυστηρός. Επρόσεχε συντόνως όταν εξήταζε, και είτα ανέπτυσσεν αντί να σημειώνει απλώς το παρακάτω. Εζήτει εις το έργον του βάλσαμον κατά της διπλής πληγής, της εκ του στεφανώματος και εκ της χηρείας. Είχεν υποβάλει συντόνους αναφοράς εις τον δήμαρχον, όστις, πείσας και το συμβούλιον να ψηφίσει τα έξοδα, απεφάσισε τέλος να διατάξει την επισκευήν της διαρρεούσης στέγης, των φαγωμένων παραθυροφύλλων, της σαπράς δασκαλοκαθέδρας και του πατώματος. Ολίγα τινά χωλά θρανία τα εκάρφωσε με τας χείρας του ο διδάσκαλος, άλλα πέντε ή έξ αντικατέστησαν οι ξυλουργοί. Είχε διατάξει να καθαρίσωσι το υπό την δασκαλοκαθέδραν σωφρονιστήριον, εκεί όπου έβοσκαν εν πάση ανέσει πολυάριθμοι ψαλίδες, βλατούδες και ποντικοί. Είχε κάμει νέαν και πλουσίαν προμήθειαν από δεσμίδας βεργών, και είχεν αρχίσει «να τες βρέχει» πάλιν γερά, καθώς άλλοτε. Είχεν απαιτήσει από την Εφορευτικήν Επιτροπήν την αποβολήν ως «ανεπιδέκτου μαθήσεως» του Γιαννιού του Βρυκολακάκη, του Στρατή του Χατζηδημήτρη, και δύο ή τριών άλλων, αλλ’ εις τούτο εύρε την επιτροπήν αντιπράττουσαν.

«Το σκολειό (κατά την θεωρίαν, την οποίαν ανέπτυσσε μεν έν των μελών της επιτροπής, ησπάζοντο δε οι πλείστοι των γονέων), το σκολειό, ας υποθέσουμε, δεν έγινε για να μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα, δηλαδή. Έγινε για να μαζώνουνται οι κλήρες, τα παλιόπαιδα, τα διαβολόπουλα. Πώς μπορεί, το λοιπόν, ένας γονιός να τα έχει μπελά απ’ το πρωί ως το βράδυ; Και πού συφτάνεται ένας φτωχός να τα θρέψει; Μπορεί να τα χορταίνει κομμάτια; Μήπως χορταίνουν, οι διαόλοι, ποτέ ; Και είναι ικανή μια χήρα γυναίκα να τρέχει από γιαλό σε γιαλό, από βράχο σε βράχο, για να τα συμμαζώνει; Γιατί πληρώνεται ο δάσκαλος : Για να έχει το βάρος αυτό, να είναι οι γονιοί ήσυχοι. Όταν είναι συμμαζωμένα εκεί-δά, μες στο σκολειό, γλυτώνει ο γονιός και καμπόσα κομμάτια παραδείγματος χάριν. Ας τρώνε τα θρανία, που είναι ξύλινα, ας τρώνε τους πίνακας και τα χαρτιά τους, τους τοίχους και το πάτωμα, για να είναι οι νοικοκυραίοι ησυχώτεροι για τες αχλαδιές των, τες βερυκοκκιές των, τες συκιές και τ’ αμπέλια των. Η κάθεμιά πανδρεμένη, το λοιπόν, πρέπει να έχει μέρος για να ξεφορτώνεται την κλήρα της, που οι πλιότεροι άνδρες λείπουν χρόνο-χρονικής, η καθεμιά χήρα πρέπει να έχει μέρος για να ρίχνει το στρίγλικό της, τ’ αρφανό της. Η καθεμιά αρχόντισσα να έχει μέρος για να βάζει τον πάπο της, το χήνο της, κι η καθεμιά φτωχή, το θάρρος της και την απαντοχή της. Αυτά, δάσκαλε».  Ο διδάσκαλος δεν είχεν όρεξιν ν’ αντείπει εις ταύτα, αλλ’ απλώς αφωσιώθη εις το έργον, ως να εζήτει παρηγορίαν διά το πενθος του. Την τετάρτην ημέραν μετά την κηδείαν της ατυχούς, ότε αύτη αρρωστήσασα αιφνιδίως απέθανε τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον γάμον, εισήλθε, πρώτην φοράν από του δυστυχήματος, εις το σχολείον, στυγνός και σιωπηλός. Μετά την συνήθη δέησιν, ο πρωτόσχολος διέταξεν εκ νέου εις προσοχήν! Τα παιδία παρετάχθησαν με τα νώτα προς τον τοίχον, κατά μήκος των τεσσάρων τοίχων του σχολείου. Ο διδάσκαλος, με τας χείρας οπίσω, κρατών την βέργαν του, ήρχισε την επιθεώρησιν. Τα παιδία, άνιπτα τα πλείστα, όπως ήσαν συνηθισμένα, έπτυον εις τα παλάμας των, ύγραινον κι έτριβον τας χείρας με τον σίελον, διά να φανώσι νιμμένα. Αλλ’ ο χηρευμένος διδάσκαλος έκυπτεν, έβλεπε καλώς, και όπου ανεκάλυπτε την πρόχειρον διά σιέλου νίψιν, επέσκηπτεν οργίλως με την βέργαν του κι έσπαζε τας σιελωμένας χείρας. Κατά το τέλος της επιθεωρήσεως απηύθυνε σύντομον νουθεσίαν, προλέγων, ότι, όποιον ανακαλύψει εις το εξής άνιπτον θα τον αφήσει νηστικόν τρείς ημέρας και τρείς νύκτας εις το σωφρονιστήριον, να τον φάγουν οι βλατούδες. Εφυλάττετο καλώς, μη εκφέρει ως απειλήν την αποβολήν, όπως θα έπραττε ξένος μη γνωρίζων τα ήθη του τόπου, διότι εγνώριζε κάλλιστα, ότι οι μικροί διάβολοι εγέλων με την απειλήν ταύτην, ήν ενόμιζον ως ευτυχίαν και ελευθερίαν. Επίσης τους είπεν ότι «όσοι έχουν παπούτσια, να τα φορούν εις το εξής, όταν θα πηγαίνουν εις το σχολείον».

* * *

Τοιαύτα τινά παιδαγωγικά, και όχι καθ’ ολοκληρίαν αψυχολόγητα, εδίδασκεν ο πτωχός διδάσκαλος εις τους μικρούς μαθητάς του. Την ημέραν  εκείνην το πρωινόν μάθημα παρετάθη έως την δωδεκάτην ακριβώς. Οι παίδες ησθάνθησαν τον ζυγόν, και από της δεκάτης ώρας επείνων ήδη φοβερά, όσοι δεν είχαν προβλέψει το πρωί να κλέψωσι τεμάχιον άρτου από της πατρικής οικίας. Το πράγμα ήτο επικίνδυνον άλλως, διότι ο διδάσκαλος ήτο ικανός, όπως και άλλοτε, πριν συνάψει τον τόσον ατυχή αρραβώνα, έπραττε, να ψάξει εις τες τσέπες των μαθητών, και να ρίψει τα τεμάχια του άρτου εις τάς όρνιθας, τας βοσκούσας κατ’ αγέλας εις το προαύλιον.

Τέλος εσήμανε μεσημβρία. Ο πρωτόσχολος εσύριξε, και οι μαθηταί ανά δύο εκ των χειρών κρατούμενοι ήρχισαν να ψάλλωσι το :

Παύει πλέον η μελέτη κι ο καιρός της προσευχής …

Λεξιλόγιο

Ξουριασμένη είναι η βάρκα που το κύμα την έχει παρασύρει έξω από το λιμάνι (από το εξορίζω)

Βλατούδες είναι οι κατσαρίδες

Posted in Διηγήματα, Εκπαίδευση, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 129 Σχόλια »

Η καθαρόγλωσση (διήγημα του Θεόδ. Μοσχονά)

Posted by sarant στο 29 Αυγούστου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα κάτι το αξιοπερίεργο. Eδώ που κάνω τα μπάνια μου, έχω μια παλιά βιβλιοθήκη του παππού μου, με εξίσου παλιά βιβλία. Και καθώς σκάλιζα τις προάλλες, έπιασα ένα βιβλιαράκι με διηγήματα που δεν το είχα προσέξει άλλη φορά, τα Σκίτσα της φτωχολογιάς, κάποιου Θ.Δ.Μοσχονά.

Όπως βλέπετε, έχει εκδοθεί το 1924 στην Αλεξάνδρεια, από τις εκδόσεις Γράμματα του Στ. Πάργα που τόσο σημαντική επιρροή άσκησαν στα πνευματικά μας πράγματα στις αρχές του αιώνα και στον μεσοπόλεμο.

Τα εφτά διηγήματα του βιβλίου δεν είναι διηγήματα κοινωνικής καταγγελίας, όπως ίσως θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από το εξώφυλλο, του Μίμη Παπαδημητρίου, ή από τον τίτλο, αλλά μάλλον νατουραλιστικές περιγραφές.

Επίσης, δεν υπάρχουν σαφείς νύξεις για τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσονται τα διηγήματα. Θα σκεφτόταν κανείς την Αίγυπτο, όπου εκδόθηκε το βιβλίο, αλλά δεν είδα καμιάν αναφορά στον πολυεθνικό χαρακτήρα του τόπου ούτε καν στα κλιματολογικά του στοιχεία, μόνο σε ένα διήγημα ο συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι το «μαγερειό» του τίτλου δεν είναι «κανένα γκριλ-ρουμ».

Ο Θεόδωρος Μοσχονάς, ο συγγραφέας, ήταν Λεριός και βρίσκουμε στη βιβλιογραφία του έργα για την ιστορία του νησιού. Στα «έργα του ιδίου» που προτάσσονται στο βιβλιαράκι που κρατάω στα χέρια μου, βρίσκω το «Κόκκινο Πάσχα», αλλά μην πάει το μυαλό σας σε κομμουνιστικά. Το βιβλίο «περιγράφει την τραγωδία των Δώδεκα Νησιών» δηλ. την προσάρτησή τους από την Ιταλία. Μαθαίνουμε πάντως ότι ήταν γραμματέας του προξενείου στο Μάντσεστερ και αργότερα εγκατέλειψε την Αγγλία και έζησε στην Αίγυπτο. Τον βρισκω, σε επόμενα χρόνια, να αναφέρεται ως Υπομνηματογράφος & Βιβλιοφύλαξ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας.

Το διήγημα περιγράφει μια παράξενη γυναίκα που μένει σε μια σοφίτα στη φτωχογειτονιά και καταδυναστεύει τη γειτονιά με τη γλώσσα της. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί δημοτική, διανθισμένη όμως με πολλά καθαρευουσιάνικα στοιχεία, που τα επιστρατεύει και για να προσδώσει ειρωνεία. Το διήγημα έχει κάποιο γλωσσικό ενδιαφέρον, μεταξύ άλλων και στους διαλόγους με την Κυπραία. Ο τίτλος, Η καθαρόγλωσση, επίσης έχει ενδιαφέρον -χρησιμοποιείται μάλλον ειρωνικά, για το ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα της ηρωίδας αλλά και τις βρισιές της.

Δεν είμαι βέβαιος ότι η λογοτεχνική αξία του διηγήματος θα δικαιολογούσε να το ανασύρουμε από τη λήθη, σχεδόν 100 χρόνια μετά από τότε που εκδόθηκε -αλλά, όπως είπα το διήγημα είναι αξιοπερίεργο μάλλον παρά αξιόλογο. Για να διατηρήσω μάλιστα το εξωτικό κλίμα, δεν άλλαξα καθόλου την ορθογραφία, εκτός από το μονοτονικό. Άφησα όλα τα άλλα όπως είναι, παρόλο που κάποιες γραφές μπορεί να είναι απλώς ορθογραφικά λάθη και όχι επιλογές του συγγραφέα. Επιλογή του συγγραφέα πρέπει να είναι και η αποφυγή του τελικού ν πριν από π, κ, τ (π.χ. τη τραγιάσκα, το πατέρα), και φυσικά δεν οφείλεται σε δημοτικισμό.

Δεν εξηγώ τις πολλές δύσκολες λέξεις, που πολλές δεν τις ξέρω κιόλας. Στα σχόλια ίσως.

Πολλά είπα, ιδού η Καθαρόγλωσση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 118 Σχόλια »

Η Λορεντάνα (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν φέτος τον Μάρτη, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και το προηγούμενο του Μαρτίου αλλά και το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Όπως και άλλα διηγήματα του Τζι, έτσι κι αυτό αναφέρεται σε ένα γνωστό τραγούδι, στο Αντρέα του Φαμπρίτσιο ντ’ Αντρέ. Στο τέλος υπάρχουν το γιουτουμπάκι και τα λόγια του τραγουδιού (στα ιταλικά βεβαίως). Ο λόγος στον Τζι:

Κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ (3)  Η Λορεντάνα
                                                          Andrea aveva un amore, riccioli neri    Ο Αντρέας είχε μια αγάπη, μαύρα τσουλούφια
Andrea aveva un dolore, riccioli neri    ο Αντρέας είχε  μια θλίψη, μαύρα τσουλούφια

– Δεν θέλω να πεθάνω από ευτυχία, μ’ αρέσει η θλίψη που βγάζει η τσαπατσουλιά σου, την προτιμώ από την παγωμάρα που αναδύεται στα τακτοποιημένα ντουλάπια.

Κοίταξε τα μαλλιά της που κατρακύλαγαν στους ώμους της σε κυματιστές  μπούκλες, ποτέ δεν χρειάσθηκαν κτένισμα.

– Riccioli neri, θυμήθηκε ένα τραγούδι του Φαμπρίτσιο Ντε Αντρέ.

– Τι είπες ;

– Τίποτα, κάτι δικό μου…

Κάτι τον έπνιγε, άνοιξε το παράθυρο. Βαριά γκρίζα συννεφιά απ’ έξω, λες και χύμηξε μέσα να καλύψει το κενό. Η Λορεντάνα θορυβήθηκε. Κούνησε το κεφάλι της σαν νάθελε να την διώξει. Τα μαλλιά της ακολούθησαν την κίνηση, κάποια τσουλούφια πέσανε στο πρόσωπό της, τα απομάκρυνε με τα χέρια της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια | Με ετικέτα: , | 88 Σχόλια »

Μνήμη Μάριου Χάκκα (μια συνεργασία του Χρήστου Γιαννακού)

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2021

Συμπληρώνονται αύριο 49 χρόνια από τον πρόωρο θάνατο του Μάριου Χάκκα, στις 5 Ιουλίου 1972 -αν ζούσε ακόμα θα ήταν ένας θαλερός ενενηντάχρονος, αλλά τον γκρέμισε ο καρκίνος στα 41 του χρόνια. Το ιστολόγιο μάλλον έχει παραμελήσει τον Χάκκα -ένα μόνο διήγημά του έχουμε αναδημοσιεύσει, το Ένας αγνοημένος φιλέλληνας. Του χρόνου ελπίζω να έχουμε επανορθώσει.

Ο φίλος μας ο Χρήστος Γιαννακός μου έστειλε δυο κείμενα για τον Χάκκα, που τα δημοσιεύω σήμερα. Το ένα είναι ένα μικροδιήγημα του ίδιου, εις μνήμην Μάριου Χάκκα, με τίτλο «Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία» (δηλαδή ακριβώς στα μέρη του Χάκκα). Το άλλο είναι ένα άρθρο του, δημοσιευμένο το 2012 στο περιοδικό Μανδραγόρας, αλλά σε επικαιροποιημένη έκδοση τώρα, στο οποίο ο Γιαννακός παρουσιάζει εναν φάκελο με γραφτά του Χάκκα, που βρέθηκε στο αρχείο του ποιητή Θανάση Κωσταβάρα. Ανάμεσα σε αυτά, ανέκδοτα ποιήματα του Χάκκα, ένα αφήγημά του και μια επιστολή σταλμένη από το νοσοκομείο.

Πρώτα το μικροδιήγημα του Χρήστου Γιαννακού:

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία

Φορμίωνος και Φιλολάου γωνία εμφανιζόταν κάποτε ένας νέος, που νόμιζε πως ρύθμιζε την κυκλοφορία. Μαυρομάλλης, μουστακαλής και λιπόσαρκος είχε χαρακτηριστικά κοινά και ύψος μεσαίο. Φορούσε καθαρά, καθημερινά ρούχα –επομένως οι όποιοι δικοί του, κατά πάσα πιθανότητα, είχαν επίγνωση της κατάστασης. Οι κινήσεις του θύμιζαν τροχονόμο. Τα χέρια του ακολουθούσαν τις αναλαμπές «Γρηγόρη»-«Σταμάτη», για να επιτρέψει, δήθεν, το πέρασμα των πεζών, αφού πρώτα είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα.

Καμαρωτός, με ύφος ανάλογο της περίστασης, έπιανε «δουλειά» για ποικίλα χρονικά διαστήματα, πρωί, μεσημέρι και βράδυ. Στεκόταν στην άκρη και δεν ενοχλούσε κανένα. Κατά παρέκκλιση, συγχρόνως με τα συλλογικά, έδινε και κατ’ ιδίαν σήματα: έκλεινε διακριτικά το μάτι σε καμιά ομορφούλα, που περίμενε πριν τη διάβαση για να περάσει το δρόμο.

Με τον καιρό απέκτησε, εύλογα, χρονικό αυτοματισμό· δεν χρειαζόταν πια να συμβουλεύεται τα φανάρια για τις υποδείξεις του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Ποίηση, Συνεργασίες, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 53 Σχόλια »

Οι άφαντοι Σιαμέζοι (αστυνομικό διήγημα του Ντάσιελ Χάμετ)

Posted by sarant στο 20 Ιουνίου, 2021

Την περασμένη Κυριακή παρουσίασα εδώ ένα παλιό μου κείμενο, που το είχα γράψει πριν από 30+ χρόνια, όταν είχα μεταφράσει το Γεράκι της Μάλτας, του Ντάσιελ Χάμετ, για τη Σύγχρονη Εποχή. Από τη συζήτηση μού άνοιξε η όρεξη κι έτσι έπιασα ένα διήγημα του Χάμετ, που το έχω σε μια συλλογή του 1950, αλλά που αρχικά γράφτηκε το 1926 και δημοσιεύτηκε στο λαϊκό (pulp) περιοδικό Black Mask.

Το μετέφρασα λοιπόν και το παρουσιάζω σήμερα. Η μετάφραση είναι λιγάκι πρίμα βίστα, οπότε ας θεωρηθεί under construction, αλλά θα αναφερθώ σε καναδυό σημεία. Το διήγημα έχει μια περίεργη ομοιότητα με την υπόθεση που απασχολεί αυτές τις μέρες την κοινή γνώμη -και εδώ έχουμε κάποιους μυστηριώδεις ξένους να διαπράττουν ληστεία- οπότε διάλεξα να το παρουσιάσω σήμερα κι ας μην έχω χτενίσει τη μετάφραση όσο θα ήθελα.

Το διήγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά δεν έχω δει αυτή την παλιά μετάφραση, που πρέπει να έγινε το 1988-9, τότε που μόλις είχα φύγει για έξω. Ο ελληνικός τίτλος ήταν, νομίζω, «Ο έρπων Σιαμαίος», με τον οποίο διαφωνώ σε όλες τις λέξεις. Ο αγγλικός, το βλέπετε, The Creeping Siamese.

Καταρχάς, δεν μου αρέσει ο Σιαμαίος, διότι στα ελληνικά σιαμαίοι είναι οι δίδυμοι που γεννιούνται με τα σώματά τους ενωμένα. Εδώ έχουμε κάποιον ή κάποιους από το Σιάμ, άρα θα πούμε Σιαμέζος/Σιαμέζοι (και όχι Ταϊλανδός που θα λέγαμε σήμερα). Έπειτα, χρειάζεται πληθυντικός -αφού οι Σιαμέζοι είναι πολλοί.

Και τέλος γιατί «έρπων»; Εννοώ, αρχικά, γιατί τόση καθαρεύουσα. Θα προτιμούσα «σερνάμενος». Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι ο Χάμετ χρησιμοποιεί διαφορετικά τη λέξη. Δεν θέλω να σποϊλάρω, αλλά στο διήγημα δεν υπάρχει κανείς που να έρπει ή να σέρνεται ή να σκύβει. Η φράση creeping Siamese εμφανίζεται μόνο μια φορά στο τέλος, τη λέει ο αστυνομικός προς τον Ρίχτερ. Οπότε, σκέφτηκα ότι εδώ χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του elusive γι αυτό και διάλεξα «άφαντος» αν και μπορώ να αλλάξω γνώμη αν με πείσετε. Στα ισπανικά, ο τίτλος έχει μεταφραστεί Los siameses escurridizos, που είναι περίπου ίδιος με τον δικό μου. (Η γαλλική μετάφραση, Rats de Siam, είναι πιο ελεύθερη).

Το διήγημα είναι χαρακτηριστικό της σκληροτράχηλης σχολής που εισηγήθηκε ο Χάμετ και δείχνει με αρκετή πειστικότητα τον τρόπο δουλειάς του ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Κοντινένταλ Οπ, του ανώνυμου ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Πρακτορείου, που πρωταγωνιστεί σε πολλά έργα του Χάμετ. Η δράση διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο και στην έκδοση του 1950 υπάρχει στο οπισθόφυλλο και χάρτης της πόλης που δείχνει πού βρίσκονται τα γραφεία του Ηπειρωτικού και το σπίτι του Ρίχτερ, όπως και άλλα σημεία που σχετίζονται με τα άλλα διηγήματα της συλλογής (ανάμεσά τους και ένα ανύπαρκτο βαλκανικό κράτος, η Στεφανία, που θα το βρούμε στη νουβέλα This King Business, που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά  με τον ελαφρώς παραπλανητικό τίτλο Αχ, αυτές οι βασιλικές μπίζνες).

Παραθέτω λοιπόν την (αχτένιστη, το ξαναλέω) μετάφραση που έκανα στους Σιαμέζους του Χάμετ και στο τέλος αναφέρω ένα ακόμα μεταφραστικό.

Οι άφαντοι Σιαμέζοι

Στεκόμουν στο γκισέ του ταμείου στα κεντρικά γραφεία του Ηπειρωτικού Πρακτορείου Ντετέκτιβ στο Σαν Φρανσίσκο και παρακολουθούσα τον Πόρτερ που έλεγχε τον λογαριασμό των εξόδων μου, όταν μπήκε μέσα εκείνος. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με σκληρή έκφραση στο οστεώδες πρόσωπό του. Το γκρίζο κουστούμι του κρεμόταν σακουλιασμένο από τους πλατιούς ώμους του. Στο φως του σούρουπου που έμπαινε από τα μισοκατεβασμενα στόρια, το δέρμα του είχε το χρώμα που έχουν τα καινούργια καφέ παπούτσια.

Άνοιξε απότομα την πόρτα και μετά έμεινε διστακτικός στην είσοδο, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή, γυρίζοντας το πόμολο μπροστά και πίσω με το κοκαλιάρικο χέρι του. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε αναποφάσιστο. Ήταν άσκημο και βλοσυρό και είχε την έκφραση κάποιου που θυμήθηκε κάτι δυσάρεστο.

Ο Τόμι Χάουντ, ο φακιδιάρης και πλακουτσομύτης νεαρός κλητήρας μας, σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγε ως τη διαχωριστική γρίλια.

«Τι θέλ…» άρχισε να λέει ο Τόμι και τινάχτηκε προς τα πίσω.

Ο άντρας είχε αφήσει το πόμολο. Σταύρωσε τα μακριά χέρια του μπροστά στο στήθος του, πιάνοντας με κάθε παλάμη έναν ώμο. Το στόμα του άνοιξε διάπλατα, σ’ ένα χασμουρητό που κάθε άλλο παρά χαλάρωση έδειχνε. Έκλεισε το στόμα με θόρυβο. Ανασήκωσε τα χείλια φανερώνοντας σφιγμένα κίτρινα δόντια.

«Γαμώτο!» μούγκρισε, όλο αηδία και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Πήδηξα πάνω από το χώρισμα, πέρασα πάνω από το σώμα του και βγήκα στον διάδρομο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστυνομική λογοτεχνία, Διηγήματα, Ηνωμένες Πολιτείες, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , | 88 Σχόλια »

Παντέρμη Κρήτη (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη)

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2021

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον λαϊκό λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Πέρυσι είχαμε διαβάσει ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Αντώνης μας είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα έχει δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη, ότι δεν περιγράφει τη Μάχη από κοντά. Αντίθετα, είναι ένα χρονικό για το πώς ζήσανε τη Μάχη της Κρήτης ή -όπως λέει ο Φραγκούλης- τον απόηχο της «Μάχης» αποκλεισμένοι στη Θήβα μια ομάδα κρητικών φαντάρων, τα απομεινάρια της 5ης Μεραρχίας Κρητών που επέστρεφε από το Αλβανικό και το Μακεδονικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα διηγήματα του Φραγκούλη όπως το προηγούμενο που είχαμε δει, το σημερινό είναι γραμμένο όχι στο κρητικό ιδίωμα αλλά στην κοινή νεοελληνική.

Όπως θα δείτε, ο Φραγκούλης υποστηρίζει ότι σκοπίμως δεν τους επέτρεψαν να διαπεραιωθούν στην Κρήτη γιατί οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ενισχυθεί καθώς ήταν το τελευταίο εναπομείναν τμήμα του ελληνικού κράτους-είχε ήδη μεταφερθεί εκεί η κυβέρνηση- και είχαν σκοπό να το προσβάλουν από αέρος και να το καταλάβουν κι αυτό. Υπάρχει και ένα νεοριζίτικο που αναφέρεται στο γεγονός της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς επειδή το νησί ήταν «ξαρμάτωτο και λείπαν τα παιδιά της» («Χίτλερ να μην το καυχηθείς«,στίχοι-μουσική εκτέλεση του λαουτιέρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) βασισμένο σε παραδοσιακή μελωδία και τραγούδι Χρήστος Κορωνιωτάκης που δισκογραφήθηκε μεταπολεμικά, στίχοι:

Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,
μα πάλι επολεμήσανε

Ο φιλος μας ο Αντώνης λέει ότι το κείμενο δεν είναι από τα δυνατότερα του Φραγκούλη καθώς βρίθει από στερεότυπες -τυποποιημένες εκφράσεις, κυρίως σχετικά με την περιγραφή των Γερμανών αλλά και της γενναιότητας των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών. Επίσης το κείμενο θυμίζει σε κάποια σημεία του και αντίστοιχους πανηγυρικούς λόγους με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο.

Βέβαια θυμίζει περιγραφές ανθρώπων που είχαν ζήσει και πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα και ίσως έχει αξία και σαν χρονικό αλλά και σαν ένα είδος λόγου και ύφος που πλέον δεν υπάρχει, που έφυγε καθώς έφυγαν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των πολεμικών εκείνων γεγονότων.

ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ

ΚΩΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ από τη συλλογή διηγημάτων «Κατσιφάρα»

Μάη έπεσε η πόλη. Μάη και η Κρήτη. Με πόλεμο η Βασιλεύουσα, με πόλεμο και το Θέμα της. Ο Μάης είναι μήνας «κάλλιστος πάντων». Στα βουνά βγαίνουν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κι οι χαράδρες αντιλαλούν λύρες, τραγούδια και γερακοκούδουνα. Οι πέρδικες πλουμίζουν τα πλάγια σύρνοντας τα πουλιά τους. Οι πετροκοτσυφοί σφυρίζουν ξένοιαστοι στα βράχια, και στις ρεματιές οι ποταμίδες έχουν μεθύσει και τραγουδούν και τις νύχτες ακόμη τον έρωτα και τη χαρά της ζωής.

Κάτω στη γης είναι στρωμένα μυριοπλούμιστα χιράμια και χαλιά για να περπατήσει πάνω τους η άνοιξη. Στον καταγάλανο ουρανό γυροφέρνουν χελιδόνια. Κι η θάλασσα κάτω μουρμουρίζει τον ασίγαστο καημό της… Όλος ο κόσμος πλέει μέσα σ’ ένα όνειρο, απαλό κολυμπά σε μια ποίηση που ομορφαίνει τη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 89 Σχόλια »