Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Παντέρμη Κρήτη (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη)

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2021

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον λαϊκό λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Πέρυσι είχαμε διαβάσει ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Αντώνης μας είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα έχει δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη, ότι δεν περιγράφει τη Μάχη από κοντά. Αντίθετα, είναι ένα χρονικό για το πώς ζήσανε τη Μάχη της Κρήτης ή -όπως λέει ο Φραγκούλης- τον απόηχο της «Μάχης» αποκλεισμένοι στη Θήβα μια ομάδα κρητικών φαντάρων, τα απομεινάρια της 5ης Μεραρχίας Κρητών που επέστρεφε από το Αλβανικό και το Μακεδονικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα διηγήματα του Φραγκούλη όπως το προηγούμενο που είχαμε δει, το σημερινό είναι γραμμένο όχι στο κρητικό ιδίωμα αλλά στην κοινή νεοελληνική.

Όπως θα δείτε, ο Φραγκούλης υποστηρίζει ότι σκοπίμως δεν τους επέτρεψαν να διαπεραιωθούν στην Κρήτη γιατί οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ενισχυθεί καθώς ήταν το τελευταίο εναπομείναν τμήμα του ελληνικού κράτους-είχε ήδη μεταφερθεί εκεί η κυβέρνηση- και είχαν σκοπό να το προσβάλουν από αέρος και να το καταλάβουν κι αυτό. Υπάρχει και ένα νεοριζίτικο που αναφέρεται στο γεγονός της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς επειδή το νησί ήταν «ξαρμάτωτο και λείπαν τα παιδιά της» («Χίτλερ να μην το καυχηθείς«,στίχοι-μουσική εκτέλεση του λαουτιέρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) βασισμένο σε παραδοσιακή μελωδία και τραγούδι Χρήστος Κορωνιωτάκης που δισκογραφήθηκε μεταπολεμικά, στίχοι:

Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,
μα πάλι επολεμήσανε

Ο φιλος μας ο Αντώνης λέει ότι το κείμενο δεν είναι από τα δυνατότερα του Φραγκούλη καθώς βρίθει από στερεότυπες -τυποποιημένες εκφράσεις, κυρίως σχετικά με την περιγραφή των Γερμανών αλλά και της γενναιότητας των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών. Επίσης το κείμενο θυμίζει σε κάποια σημεία του και αντίστοιχους πανηγυρικούς λόγους με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο.

Βέβαια θυμίζει περιγραφές ανθρώπων που είχαν ζήσει και πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα και ίσως έχει αξία και σαν χρονικό αλλά και σαν ένα είδος λόγου και ύφος που πλέον δεν υπάρχει, που έφυγε καθώς έφυγαν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των πολεμικών εκείνων γεγονότων.

ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ

ΚΩΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ από τη συλλογή διηγημάτων «Κατσιφάρα»

Μάη έπεσε η πόλη. Μάη και η Κρήτη. Με πόλεμο η Βασιλεύουσα, με πόλεμο και το Θέμα της. Ο Μάης είναι μήνας «κάλλιστος πάντων». Στα βουνά βγαίνουν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κι οι χαράδρες αντιλαλούν λύρες, τραγούδια και γερακοκούδουνα. Οι πέρδικες πλουμίζουν τα πλάγια σύρνοντας τα πουλιά τους. Οι πετροκοτσυφοί σφυρίζουν ξένοιαστοι στα βράχια, και στις ρεματιές οι ποταμίδες έχουν μεθύσει και τραγουδούν και τις νύχτες ακόμη τον έρωτα και τη χαρά της ζωής.

Κάτω στη γης είναι στρωμένα μυριοπλούμιστα χιράμια και χαλιά για να περπατήσει πάνω τους η άνοιξη. Στον καταγάλανο ουρανό γυροφέρνουν χελιδόνια. Κι η θάλασσα κάτω μουρμουρίζει τον ασίγαστο καημό της… Όλος ο κόσμος πλέει μέσα σ’ ένα όνειρο, απαλό κολυμπά σε μια ποίηση που ομορφαίνει τη ζωή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 89 Σχόλια »

Τραγούδι σε άγνωστη γλώσσα / Τι να του πει; (δυο διηγήματα του Λεώνικου Καλαχώρα)

Posted by sarant στο 16 Μαΐου, 2021

Στο σημερινό κυριακάτικο λογοτεχνικό μας άρθρο θα δημοσιεύσω δυο διηγήματα που μου έστειλε πρόσφατα ο φίλος μας ο Λεώνικος. Και άλλες τρεις φορές έχουμε δημοσιεύσει λογοτεχνικά του κείμενα στο ιστολόγιο (εδώ το τρίτο από αυτά, που έχει και λίκνο προς τα προηγούμενα).

Στο τέλος του κειμένου, υπάρχει και ένα επιλογικό σχόλιο του Λεώνικου για τα δύο διηγήματα, αλλά μην το διαβάσετε προτού διαβάσετε τα διηγήματα!

Τραγούδι σε Άγνωστη Γλώσσα

Μόλις είχε ξεπροβοδίσει κάποιους επισκέπτες η Ίρμα, συνοδεύοντάς τους ώς το λιμάνι, κι επέστρεφε στο εξοχικό τους, που ξεχώριζε… μάλλον διέκοπτε βάναυσα την ήρεμη λοφογραμμή που είχαν χαράξει με υπομονή και σοφία οι αιώνες, και που ήξερε από παιδί. Αλλά ο άντρας της δεν είχε τέτοιες ευαισθησίες… κι έχτισε εκεί πάνω.

Προτίμησε το μονοπάτι. Της ήταν πολύ πιο ευχάριστο αν και ήταν περισσότερος δρόμος, επειδή ακολουθούσε την ακτή και ήταν απαλλαγμένο από την αισθητική αθλιότητα των αυθαιρέτων της δημοσιάς και την υποχρέωση να χαιρετάει τους άσχετους που κάνανε σουλάτσο.

Ανέβαινε αργά απολαμβάνοντας το τοπίο και το γλυκύτατο σούρουπο που έγερνε μεγαλόπρεπα προς την νύχτα, λουσμένο σ’ ένα φεγγάρι τόσο φωτεινό που έκανε σχεδόν άναστρο τον ουρανό.

Περπατούσε ανέμελα, με τη σκέψη γεμάτη πολλά, άσχετα και σχετικά, κάτι με τη φιλενάδα της μου μόλις είχε φύγει… κάτι με το αυτοκίνητο που λογάριαζαν να πάρουν, κάτι με τα παιδιά και τα σχολειά που θα ξανάρχιζαν… όταν το αφτί της έπιασε έναν ακαθόριστο ήχο, σίγουρα όμως σπάραγμα μουσικής. Τέντωσε το αφτί της… ‘Κουρελοτουρίστες,’ είπε μέσα της, έκφραση κι αυτή του άντρα της, ‘αλλά με δυο αβγά και μια κιθαρίτσα… περνάνε καλά! Ίσως και πιο καλά από μας καμιά φορά, με τις πισίνες και τα χομ-σίνεμα!’

Μετά από μερικά βήματα η μουσική ακουγόταν πιο καθαρά μαζί μ’ ένα άγνωστο κι εντελώς παράξενο τραγούδι, σχεδόν ψιθυριστά.

‘Γνωστή ιστορία… Αυτός τραγουδάει, αυτή ακούει σα μαγεμένη… θα τη μαγέψει κανα δυο, τρεις… άντε δέκα φορές ακόμα… κι έπειτα θα μαγεύει μιαν άλλη, ενώ αυτή θα μαγεύεται από έναν άλλο, ώς ότου παντρευτούν και μπει το νερό στα αυλάκι… για να μείνει η ανάμνηση και ο ανικανοποίητος πόθος· γιατί όλοι οι πόθοι ικανοποιούνται εκτός από τη μαγεία!’ ψιθύρισε και αναγέλασε καθώς θυμόταν τα δικά της.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 78 Σχόλια »

Ο διάλος να ‘μπει μέσα σου και να ‘ναι και τσαγκάρης (ένα διήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Μαΐου, 2021

Κι άλλες φορές έχουμε παρουσιάσει κείμενα του φίλου μας του Ξεροσφύρη: ταξιδιωτικά αφηγήματα από τον καιρό που έκανε στα καράβια και ειδικότερα από τα ταξίδια του στο Μούρμανσκ και στην Κίνα, μετά δυο ευτράπελες διηγήσεις του συστεγασμένες με άλλη μία του Δημήτρη Μαρτίνου, πρόπερσι ένα διήγημα πολιτικής φαντασίας και πέρυσι δυο ιστορίες της τρικυμίας και της παλίρροιας., κι ύστερα, τον Σεπτέμβρη, άλλες τρεις ιστορίες από το πρωί ως αργά το απόγευμα.

Το σημερινό διήγημα γράφτηκε κατά κάποιο τρόπο κατά παραγγελία -δική μου παραγγελία. Πριν από είκοσι περίπου μέρες, σε ένα άρθρο για την έκφραση «να μπεις στα παπούτσια του», η συζήτηση αναπόφευκτα ξεστράτισε κι έφτασε στα καλαπόδια, που τα χρησιμοποιούσαν οι παλιοί μαστόροι τότε που τα παπούτσια γίνονταν επί παραγγελία, εξατομικευμένα. Εκεί λοιπόν ο φίλος μας ο Ξεροσφύρης έκανε ένα πολύ ωραίο σύντομο σχόλιο, για τον πατέρα του, που ήταν τσαγκάρης, και για τα καλαπόδια του. «Πολύ ωραίο σχόλιο, υλικό για διήγημα!» σχολίασα κι εγώ. Ο Ξεροσφύρης στην αρχή έδειξε κάποιο δισταγμό, αλλά λίγες μέρες μετά μου έστειλε με μέιλ «το παραγγελμένο». Και αφού πέρασαν οι γιορτές, με πολλή χαρά αλλά και συγκίνηση (και καμάρι) το δημοσιεύω.

Σημειώνω ότι την έκφραση του τίτλου την ξέρω με παραλλαγή: Ο διάολος να’μπει μέσα σου και να’ναι και θηλυκός [για να γεννήσει κι άλλους]

Ο διάλος να ‘μπει μέσα σου και να ‘ναι και τσαγκάρης

«Ο διάλος νά ‘μπει μέσα σου και νά ‘ναι και τσαγκάρης» είπε ο τρίτος του λαδά που άλλο τού ‘πε κι άλλο έφερε.

«Γιατί τσαγκάρης μαστροΠαναγιώτη;»

«Για να σου κοπανά όλη μέρα με το σφυρί. Άντε μαλάκα πίσω και φέρε μου…»

 

Κι όλη μέρα από τη γωνιά ακόμα άκουγες το ντάκα ντούκα του σφυριού που έβγαινε από το τσαγκαράδικο κι όσο πλησίαζες δυνάμωνε. Ήτανε η σταθερή μουσική υπόκρουση που συνόδευε κάθε δραστηριότητα μέσα και γύρω από το μαγαζάκι. Πλησιάζοντας άκουγες κουβέντες. «Όλοι οι άεργοι κι οι ακαμάτες εδώ έρχονται» έλεγε ο μαστρο Κώστας, και μπαίνοντας από την πόρτα σου χτύπαγε η μυρωδιά της βενζινόκολλας, ανάμικτη με τσιγαρίλα και αψιά μυρωδιά από πετσί (και ολίγη ποδαρίλα) που τη γλύκαινε κάπως η τσίκνα από το σουβλάκι στα κάρβουνα του διπλανού σουβλατζήδικου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ενδύματα και υποδήματα, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , | 125 Σχόλια »

Ο επιτάφιος του καμπούρη (πασχαλινό διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 2 Μαΐου, 2021

Πολλές φορές έχουμε βάλει διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου στο ιστολόγιο. Το αμέσως προηγούμενο ήταν χριστουγεννιάτικο, οπότε -εύλογα, θα έλεγε κανείς, το σημερινό είναι πασχαλινό. Αξίζει να το διαβάσουμε όσο περιμένουμε τον οβελία.

Όπως συνήθως, ο Δημήτρης συνοδεύει το διήγημα (που το πολυτονίζει, τι να τον κάνω; να τον μαλώσω; φίλος είναι) με λεξιλογικά και πραγματολογικά σχόλια. Εδώ ενδιαφέρον έχει η ετυμολογία του ρ. μεσαρεύω και έμμεσα του τοπωνυμίου Μεσαρά. Περισσότερα δεν λέω, ο λόγος στον συγγραφέα:

Ο ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥΡΗ

Ὁ ἀέρας μοσχομύριζε λουλούδια, μελισσοκέρι καὶ λιβάνι. Λουλούδια ἀπὸ τὸν ἀνθοστόλιστο Ἐπιτάφιο κι ἀπὸ τὶς γλάστρες στὶς αὐλὲς καὶ στὰ πεζούλια τῶν σπιτιῶν. Μελισσοκέρι ἀπὸ τὰ διπλέρια, τὰ διπλᾶ, στριφτὰ κεριὰ ποὺ εἶχαν πλάσει μὲ κερὶ ἀπὸ τὰ ψέλια, τὶς πήλινες κυλινδρικὲς κυψέλες, οἱ γυναῖκες τοῦ χωριοῦ. Καὶ λιβάνι ἀπὸ τὶς νοικοκυρές, ποὺ ἔστεκαν στολισμένες μπρός  στὰ ὁλόφωτα σπίτια τους καὶ θυμιάτιζαν μὲ τὰ λιβανιστήρια ἢ ἔραιναν μὲ μῦρο τὴν πομπή.

Τὸ ἀνθρώπινο ποτάμι προχωροῦσε ἀργά στὰ στενά, στριφογυριστὰ δρομάκια τοῦ χωριοῦ. Κι ἔμοιαζε, γιὰ ὅσους τό ᾿βλεπαν ἀπὸ τὴν ἀπέναντι πλαγιά, σὰν ἕνα φίδι φωτεινὸ μὲ λέπια ποὺ λαμπύριζαν, ἔτσι ὅπως τρεμόπαιζαν τὰ κεριὰ στὴν πνοὴ τῆς νυχτερινῆς αὔρας.

Ὁ Γιάννης ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπὸ τὸν παπᾶ, μαζὶ μὲ τοὺς ψαλτᾶδες καὶ τὴ χορωδία τῶν κοριτσιῶν. Εἶχε καλὴ φωνὴ καὶ ἦταν καλοδεχούμενος. Τοὺς ἔλειπαν οἱ ἀντρικὲς φωνές, μιᾶς καὶ  οἱ πιὸ πολλοὶ νέοι ἤθελαν νὰ σηκώσουν τὸν Ἐπιτάφιο.  Ὄχι τόσο ἀπὸ θρησκευτικὴν εὐλάβεια, ὅσο γιὰ τὶς μπουνιές. Γιατὶ ἔτσι συνηθιζόταν. Νὰ δίνουν μπουνιὲς στὴν πλάτη αὐτῶν ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ κάτω του. Τὰ παιδιά, τὶς γυναῖκες καὶ τοὺς πιὸ μεγάλους ἴσα ποὺ τοὺς ἀκουμποῦσαν. Μεταξύ τους, ὅμως, οἱ νέοι τὶς ἔδιναν δυνατές, ἰδιαίτερα ὅταν εἶχαν ἀντιζηλίες.

Γιὰ νὰ τὸν σηκώσει ὁ Γιάννης οὔτε λόγος, ἔτσι καχεκτικὸς ποὺ ἦταν. Τὴν προηγούμενη χρονιὰ ζήτησε νὰ σηκώσει κι αὐτὸς λιγάκι, ἀλλὰ ὁ Γιώργης ὁ ψηλὸς τὸν ἀποπῆρε:

«Τί λές, ρὲ σύ; Θὲς νὰ μπατάρει ὁ Ἐπιτάφιος;»

Ἄσε ποὺ φέτος ὁ Γιώργης εἶχε τὸ γενικὸ πρόσταγμα. Εἶχε πάει στρατιώτης πρὶν ἀπὸ κάτι μῆνες καὶ τὰ κατάφερε νὰ γίνει λοκατζῆς. Καὶ ὑπῆρχε ἄγραφος νόμος νὰ σηκώνουν πρῶτοι ὅσοι ὑπηρετοῦν. Ἔνστολοι. Πρίν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία μαζεύτηκαν ὅλοι οἱ νέοι στὴν αὐλὴ τῆς ἐκκλησιᾶς κι ὁ Γιώργης ἔδειχνε στὸ στῆθος του τὰ διακριτικὰ τῶν ἐκπαιδεύσεων ποὺ εἶχε περάσει, περιγράφοντας τὶς ἀντίστοιχες ταλαιπωρίες. Μετὰ κανόνισε μὲ ποιὰ σειρὰ θὰ κρατήσουν τὸν Ἐπιτάφιο:

« Πρῶτα ὁ Στρατός, μετὰ οἱ μοδίστρες  καὶ οἱ κομμώτριες καὶ τελευταῖοι οἱ πολίτες!»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Γιώργη κι ἄλλους δυὸ φαντάρους, στὴν παρέα ἦταν τρεῖς ναῦτες κι ἕνας σμηνίτης. Σ᾿ αὐτοὺς τοὺς τέσσερις ἀναφερόταν ὅταν ἔλεγε γιὰ μοδίστρες καὶ κομμώτριες. Κανένας τους, ὅμως, δὲν τοῦ ζήτησε τὸ λόγο, ἄλλοι ἀπὸ φόβο κι ἄλλοι ἐπειδὴ σεβάστηκαν τὸν χῶρο καὶ τὴν περίσταση.

Ὁ Γιάννης δὲν τόλμησε νὰ μπεῖ – οὔτε κἂν τελευταῖος – στὴ σειρὰ μὲ τοὺς πολίτες. Μονάχα, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Γιώργης κοκορευόταν γιὰ τὰ λοκατζήδικα κατορθώματά του, εἶπε χαμηλόφωνα στὸ διπλανό του:

«Σὰν τὰ βατράχια, ὅμως, δὲν εἶναι».

Ὁ Γιώργης ἔκανε πὼς δὲν τ᾿ ἄκουσε. Ἦταν ἡ μοναδικὴ δοκιμασία ποὺ δὲν κατάφερε νὰ τὰ βγάλει πέρα κι αὐτὸ πλήγωνε τὸν ἐγωισμό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Πασχαλινά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 108 Σχόλια »

Το σπρεσόμπρικο (διήγημα του Αλεξαντρή Παπαδοδιαμαντάκη)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2021

Το φετινό Πάσχα το ιστολόγιο δεν τήρησε τις παραδόσεις -δεν βάλαμε κανένα λεξιλογικό/φρασεολογικό άρθρο σχετικό με την περίσταση. Όμως θα σας αποζημιώσω με ένα σπάνιο διήγημα, που το ανακάλυψε πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Πέπε σε ένα παλιό σεντούκι, στο σπίτι που νοίκιαζε στην Κρήτη.

Επειδή είναι γραμμένο μεν σε καθαρεύουσα αλλά και περιέχει στους διαλόγους πολλές ιδιωματικές λέξεις, στο τέλος υπάρχει γλωσσάρι, πάλι με φροντίδα του Πέπε, ο οποίος επίσης συμπλήρωσε ορισμένα σημεία όπου το χειρόγραφο ήταν φθαρμένο από την πολυκαιρία και την υγρασία.

Για τον συγγραφέα ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά. Εικάζεται ότι πρόκειται για ψευδώνυμο φανατικού λάτρη του Παπαδιαμάντη, φυσικά Κρητικού. Ίσως με τα σχόλιά σας βοηθήσετε να μάθουμε περισσότερα.

Ἀλεξαντρὴς Παπαδοδιαμαντάκης

ΤΟ ΣΠΡΕΣΟΜΠΡΙΚΟ

—Ὀφέτος, γρά, παράδες τὸ χάρισμα, μὰ καλά ντως εἶναι. Κι ὅσο γιὰ τσὶ καφέδες, νὰ πίνομε θέλει φραπέδες ἀποὺ τσί ‘χαμε και στὸ χωριό μας.

—Ἐδὰ* στὰ γεροντάματα, μάθε γέρο γράμματα, ἔσειε θυμοσόφως τὴν κεφαλὴν ἡ θειὰ τὸ Ἀριανθώ.

Ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἐνιαυτοῦ, ἀφοῦ δῆλα δὴ εἶχεν ἐνσκήψει ἡ διαβόητος πανδημία τοῦ ἔτους 202…, ἡ μαστίζουσα ὄχι μόνον τὴν Χώραν καὶ τὴν νῆσον ἅπασαν ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἐπάνω Ἑλλάδα καὶ —καθὼς ἔλεγαν— σύμπασαν ἐν γένει τὴν ὑφήλιον, καὶ ἐκλείσθησαν ὅλοι προληπτικῶς εἰς τὰς οἰκίας των, καὶ ἠρημώθησαν οἱ στράτες, καὶ ἀγριόχοιροι καὶ ἔλαφοι καὶ δελφῖνες καὶ παντοῖα ἄλλα θηρία ἐσεργάνιζαν ἀνενόχλητα εἰς τῆς πόλεως τὸ κέντρον, καὶ ἐκατέβασαν οἱ καταστηματάρχαι τὰ κεπέγκια, καὶ μόναι αἱ ἐκκλησίαι παρέμενον ἀσφαλεῖς καὶ ἀπυρόβλητοι, ἀλλὰ καὶ πιὸ στερνά, ἀνειμένων ἤδη ὁπωσοῦν τῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τοῦ τέηκ ἀγοαίη καὶ τοῦ κλὶκ ἰνσάιδ, οὐδεμίαν εἶχεν ἐπιχειρήσει ἐμπορικὴν συναλλαγὴν ὁ μπάρμπα Νικολῆς, εἰ μὴ μόνον ἅπαξ τὴν ἀγορὰν καινούργιου λουρακίου διὰ τὸ ῥωλόγι του τῆς χειρός, ἀπορρακωθέντος ἤδη πρὸ καιροῦ τοῦ παλαιοῦ καὶ εἰς κλωστὰς καταστάντος. Τὸ ποσὸν ἦτο εὐκαταφρόνητον, δέκα εὐρουλάκια ἐν ὅλῳ ἢ δεκαπέντε, ὅσα καὶ τὰ τετραγωνικὰ τοῦ συνοικιακοῦ καταστήματος ὅπου τὸ ἐψώνισεν· καὶ πάλιν ὁ ἔμπορος ἀρχικῶς ἠξίου νὰ τοῦ δείξῃ ὁ γέρων μουστερὴς τὸν ἐσεμέν, ἤ, ἐλλείψει τοιούτου, νὰ τὸν ἀποστείλει παραχρῆμα· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ γέροντος, καὶ ἀφοῦ, περιστρέψας τὸ βλέμμα πρῶτον εἰς τὴν πλατεῖαν τὴν σφύζουσαν ἀπὸ μασκοφόρους, ὕστερον εἰς τὸ σκοτεινὸν καὶ φτωχικὸν καὶ ἔρημον ἐσωτερικὸν τοῦ μαγαζιοῦ του, ἐννόησεν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μάταιον καὶ τὸ γελοῖον τοῦ πράγματος, ἔστερξεν ἐπὶ τέλους νὰ δεχθῇ τὸν ἀνεσέμεστον μουστερήν, ὑποτονθορίζων «ἡ γι-ἐμισή ντροπὴ δικιά σου κι ἡ γι-ἐμισὴ δικιά μου».

Ἀλλ’ εἶχε φθάσει ὁ καιρὸς νἀ μυηθῇ πλέον ἑκὼν ἄκων ὁ ἀφιλεσέμεστος μπάρμπα Νικολῆς εἰς τὰς καινοφανεῖς μεθόδους τῶν ἐσεμεστῶν ἀγορῶν. Ἐπλησίαζαν τὰ Λαμπρόσκολα, καὶ ἤδη ἀπό τινων ἑβδομάδων ἐμελέτα εἰς τὸν νοῦ του τίνι τρόπῳ θὰ κατώρθωνε νὰ πάρῃ τὰ ὀφειλόμενα πασκαλινὰ χαρίσματα εἰς τὰ δύο φιλιοτσάκια του. Ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, πιστὸς εἴς τι ἔθιμον τὸ ὁποῖον ἄδηλον ἦτο ἂν ὄντως ὑφίστατο παλαιόθεν ἢ τὸ ἐφαντάσθη ἀπατός του, συνώδευε καὶ τὶς δύο λαμπριάτικες λαμπάδες στερεοτύπως μὲ ζεῦγος ὑποδημάτων, φροντίζων ἄλλοτε ἐγκαίρως καὶ ἄλλοτε παρακαίρως νὰ πληροφορηθῇ παρὰ τῶν δύο συντέκνων εἰς ποῖον ἑκάστοτε νούμερον εἶχον αἰσίως ἀνέλθει τῶν βαπτιστηριῶν του τὰ ποδάρια. Μόνον τὰ τελευταῖα χρόνια εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάζῃ ὀλίγον νερὸ ‘ς τὸ κρασί του, ἀντικαθιστῶν τὰ ὑποδήματα ἄλλοτε μὲ ροῦχα, ἐνίοτε δὲ μὲ βιβλία, μηδέποτε τολμήσας νὰ ἀνοιχθῇ εἰς τολμηροτέρας ἐπιλογάς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Κρήτη, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , | 193 Σχόλια »

Tελευταία βόλτα (διήγημα του Μανώλη Σημαντήρα)

Posted by sarant στο 25 Απριλίου, 2021

Με χαρά και συγκίνηση παρουσιάζω σήμερα το διήγημα ενός παιδικού φίλου. Με τον Μανώλη ήμασταν συμμαθητές στην Ιωνίδειο -σε άλλα τμήματα, εκείνος ήταν του κλασικού, αλλά επειδή ήταν κοντά τα σπίτια μας κάναμε πολλή παρέα ιδίως στις τελευταίες τάξεις του (εξαταξίου) γυμνασίου. Συνεχίσαμε να κρατάμε επαφή τα επόμενα χρόνια έστω και (πολύ) πιο αραιά από τότε που έφυγα από την Ελλάδα. Τις προάλλες ο Μανώλης μού έδειξε μια συλλογή διηγημάτων που έχει στα σκαριά.

Μου άρεσαν και σκέφτηκα να διαλέξω ένα για το ιστολόγιο. Όχι εκείνο στο οποίο εμφανίζεται ένας που μου μοιάζει, αλλά ένα διήγημα από την ενότητα «Τρία ιστορικά διηγήματα», που αναφέρεται σε ένα ιστορικό γεγονός, από την Κατοχή. Σχεδόν υποχρεωτικά το διάλεξα, μια και κατοικώ στην οδό Ήβης Αθανασιάδου. Αλλά δεν το διάλεξα μόνο γι’ αυτό -μου αρέσει που βλέπει τα πράγματα από άλλη οπτική γωνία από την αναμενόμενη.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΒΟΛΤΑ

Ακολουθούσε το ίδιο πρόγραμμα εδώ και τρία χρόνια. Κατηφόριζε  με το ποδήλατό του την οδό Ευτέρπης μέχρι την παραλία  πολύ νωρίς το πρωί, φορώντας τη στολή του. Εποχούμενος  κοιτούσε τους χρωματισμούς της Ανατολής όπως καθρεφτίζονταν στη θάλασσα που  ακινητούσε. Του θύμιζε τις λίμνες.  Μετά πήγαινε στη δουλειά του.  Αργά το απόγευμα, βραδάκι πολλές φορές, επαναλάμβανε την διαδρομή:  ποδηλατούσε  κατά μήκος της ακτής για να χαλαρώσει  από την ένταση της ημέρας. Τον τελευταίο καιρό του τύχαιναν  περιπτώσεις δύσκολες. Βαριά τραυματισμένα κορμιά που απαιτούσαν ιδιαίτερη φροντίδα : πολύωρες επεμβάσεις  και   ακρωτηριασμοί.  Το νοσηλευτικό προσωπικό ήταν  λιγοστό και  δυσεύρετο. Τις  ελάχιστες διαθέσιμες  νοσοκόμες τις χρειάζονταν σε μεγαλύτερες μονάδες.  Προσπάθησε να στρατολογήσει  ντόπιες γυναίκες όμως εκείνες  εύρισκαν προφάσεις για να αρνηθούν:  “δεν ξέρω τη γλώσσα” ή  “όταν βλέπω αίμα , λιποθυμώ” .  Ο ίδιος  είχε εισηγηθεί να τις φέρουν με το ζόρι,  όμως ο Διοικητής  ήταν διστακτικός, φοβόταν για την υγεία των αντρών. “Γκόντφριντ”, του έλεγε, “μην εμπιστεύεσαι παρά μόνο τις δικές μας”.

Ας τις άφηναν στα χέρια του. Θα τις εκπαίδευε ο ίδιος. Νεαρές κοπέλες  που  αντί  να χάνουν  άσκοπα τον καιρό τους θα εργάζονταν κάτω από τις διαταγές του.

Οπως εκείνες που είχε κουβαλήσει ο Χανς στο γραφείο του τη μέρα που είχε εφημερία:  τρία κορίτσια,  17-18 χρονών, αναψοκοκκινισμένες, όλο νεύρο και φωνή. Είχαν προσπαθήσει να το σκάσουν αλλά ο Χανς που έκανε περιπολία ντυμένος με πολιτικά  τις  τσάκωσε και τις έσυρε μέσα.

Βρήκαν  προκηρύξεις στα παλτά τους .

Τις πήρε με το καλό. Προσπάθησε να τους εξηγήσει ότι δεν υπήρχαν άλλα διαθέσιμα κτίρια στην περιοχή, οι ανάγκες του πολέμου επέβαλαν την επίταξη του σχολείου τους, την μετατροπή του σε στρατιωτικό νοσοκομείο. Άλλωστε οι Αρχές δεν απαγόρευαν την διεξαγωγή των μαθημάτων, μπορούσαν να μαζευτούν σε κάποιο σπίτι ή στην Εκκλησία.

Τον κοίταζαν προκλητικά, δεν απαντούσαν στις ερωτήσεις του. Στο τέλος αγρίεψε. Τις απείλησε ότι αν τις έπιαναν ξανά θα τις οδηγούσαν κατευθείαν στην Kommandantur – και εκεί δεν υπήρχε έλεος.

Μετά τις άφησε να φύγουν.  Εκείνη που έμοιαζε επικεφαλής, την μελαχρινή, σαν να την είχε ξαναδεί .

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κατοχή, Φαληρικά | Με ετικέτα: , | 157 Σχόλια »

Η ρεβάνς (διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα)

Posted by sarant στο 18 Απριλίου, 2021

Διήγημα του Σκαριμπα δεν έχουμε βάλει ποτέ στο ιστολόγιο. Την παράλειψη αυτή τη θεραπεύουμε σήμερα χάρη στην πρωτοβουλία του φίλου μας του Κόρτο, που μας δίνει μάλιστα ένα διήγημα δυσεύρετο, τουλάχιστο σε αυτή τη μορφή που το δημοσιεύουμε. Αφορμή ήταν η αναφορά, στο ιστολόγιο, στο ρεμπέτικο τραγούδι «Γίνομαι άντρας» του Παναγιώτη Τούντα.

Ο Κόρτο έδωσε ολοκληρωμένη δουλειά, με πρόλογο δικό του, οπότε του δίνω αμέσως τον λόγο.

Το ακόλουθο διήγημα του Γιάννη Σκαρίμπα με τίτλο «η Ρεβάνς» εντοπίστηκε στον τόμο «Φιλολογική Πρωτοχρονιά 1955», ο οποίος ανήκε σε μία σειρά ετησίων λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών εκδόσεων υπό την διεύθυνση του Αρ. Ν. Μαυρίδη με έδρα την Αθήνα (Θεμιστοκλέους 11). Ο εν λόγω τόμος είναι ο 12ος της σειράς.

Κατόπιν διερευνήσεως διαπιστώθηκε ότι το εκεί δημοσιευμένο διήγημα του Σκαρίμπα αποτελεί την πρωταρχική μορφή μίας μεταγενέστερης εκδοχής του, με τίτλο «Πατς και Απαγάι», η οποία περιλαμβάνεται σήμερα στην έκδοση «Ο κύριος του Τζακ/ Πατς κι απαγάι», από τις εκδόσεις Νεφέλη (1996, Αθήνα) με σκίτσα του ίδιου του συγγραφέα και σε επιμέλεια της κ. Κατερίνας Κωστίου.

Από το πλούσιο και κατατοπιστικό σημείωμα της επιμελήτριας στην έκδοση της Νεφέλης μαθαίνουμε ότι η τελική μορφή του διηγήματος (ως «Πατς και απαγάι») δημοσιεύθηκε το 1957. Πρόκειται για μία εκδοχή πιο κατεργασμένη, με πιο συνεκτική δομή, χωρίς περιττές παρεκβάσεις και χωρίς λεπτομέρειες οι οποίες στην αρχική μορφή του διηγήματος ενδεχομένως προκαλούν απορίες. Από την κα Κωστίου μαθαίνουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Σκαρίμπας είχε αντιρρήσεις σε σχέση με την επανέκδοση αρχικών μορφών των έργων του, όταν είχε ήδη προβεί σε δημοσίευση μίας τελικής, πιο κατασταλαγμένης εκδοχής. Μάλιστα όταν το 1976 οι εκδόσεις «Κάκτος» εξέδωσαν το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» σε μία ξεπερασμένη κατά τον συγγραφέα εκδοχή του 1960 (και εφόσον είχαν μεσολαβήσει στο μεταξύ δύο νέες επεξεργασμένες εκδόσεις, το 1961 και το 1973), ο συγγραφέας οργίστηκε με τον εκδότη και απαίτησε επανόρθωση του λάθους. Ας σημειωθεί ότι το διήγημα «ο κύριος του Τζακ» αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το πρώτο μέρος του «Πατς και Απαγάι» (ή τέλος πάντων της «Ρεβάνς»). Τα δύο κείμενα γίνονται πιο κατανοητά, τόσο ως προς την πλοκή, όσο και ως προς την λογοτεχνική τους συνάφεια, όταν διαβαστούν με την σειρά –ωστόσο η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή της «Ρεβάνς» μπορεί να θεωρηθεί αυτόνομο ανάγνωσμα.

Ωστόσο χωρίς να παραβλεφθούν τα παραπάνω, με επιφύλαξη έστω, θεωρήθηκε σκόπιμο να δημοσιοποιηθεί η αρχική μορφή του διηγήματος, («η Ρεβάνς») παρά τις πιθανές ατέλειές του σε σχέση με την μεταγενέστερη εκδοχή («Πατς και Απαγάι»), διότι αποτελεί ένα σπουδαίο φιλολογικό τεκμήριο: Η εδώ παρουσιαζόμενη εκδοχή είναι πολύ εκτενέστερη από την μεταγενέστερη και συνεπώς το διήγημα, έστω και ακατέργαστο, πέραν της λογοτεχνικής του αξίας, μάς παραδίδει έναν σημαντικό πλούτο λαογραφικών και γλωσσικών στοιχείων, κυρίως όσον αφορά την μάγκικη αργκό και τις εικόνες ενός Πειραιά, στα τελειώματα μιας εποχής κατά την οποία επιζούσαν ακόμη τα στερεότυπα μοτίβα του μεσοπολεμικού υποκόσμου. Αποτελεί δηλαδή ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα επιδράσεως της λαϊκής ή λαϊκότροπης καλλιτεχνικής παραγωγής (ρεμπέτικο τραγούδι, επιθεώρηση, μάγκικα χρονογραφήματα κλπ) στην λόγια μεταπολεμική λογοτεχνία. Χαρακτηριστικό προς αυτήν την κατεύθυνση είναι και το γεγονός ότι στο διήγημα αναφέρονται δύο γνωστά λαϊκά/ ρεμπέτικα τραγούδια της επώνυμης δημιουργίας.

Οι υποσημειώσεις με αστερίσκο ανήκουν στον ίδιον τον Σκαρίμπα. Οι υποσημειώσεις με αριθμούς είναι δικές μου. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου.

Το σκίτσο που συνοδεύει το κείμενο είναι έργο του Μιχάλη Νικολινάκου και απεικονίζει τον Σκαρίμπα. Ο Μιχάλης Νικολινάκος (1923-1994) υπήρξε διάσημος ηθοποιός του θεάτρου αλλά και του κινηματογράφου, μαθητής του Δημήτρη Ροντήρη. Συγχρόνως υπήρξε ικανότατος ζωγράφος και σκιτσογράφος, συνεργάτης διαφόρων εντύπων. Ξεχωρίζουν οι καρικατούρες του και τα πορτραίτα του, ιδίως προσώπων του καλλιτεχνικού χώρου και της πολιτικής.

 

Η ΡΕΒΑΝΣ

Εκείνο τ’ απόγιεμα ήσαν όλα γλυκά κι’ όλ’ ανάκατα. Πού ήταν – τούτη- κρυμμένη η χαρά; Μα ήταν μια τρέλλα να της ξαναπαρουσιαστώ πάλι έτσ’ όμορφος –έτσι καγκελοφρύδης, σπαθάτος –σα νάχα κρυφά ξεκαρφιτσωθεί (και δραπέτεψα) από κάνα κουτί ζαχαράτων. Η μέση μου –δαχτυλένια- με χώριζε σαν καμμιά σφήκα στα δύο μου, και τα μαλλιά μου (τσουλούφι –φλου- με αφέλειες) μ’ έδειχναν σαν κοριτσίστικο αγόρι… Αμάν, αδερφάκι· το πρόσωπό μου είχε το σχήμα καρδιάς.

Ξεμπαρκάροντας, άναψα κι’ ένα –μεγκλάν- τσιγαράκι.

Στη στροφή του δρόμου –εκεί- κοντοστάθηκα, κι’ έρριξα τη ματιά μου του μάκρου. Η θάλασσα εβόα. Οι γλάροι πάνωθε βούταγαν κάθετα, ίδιες βολίδες, στα κύματα, και στο Νοτιά τα πρώτα σύννεφα ανέβαιναν πάνω απ’ τα όρη σαν χνώτα. Σκέφτηκα τον καπτα-Γκίκα, στο κόττερο: «Νοτιοανατολικά, χαμηλόν φράγμα νεφών. (Θα κατέγραφε στο «Ημερολόγιό» του σκυμμένος). Δύσις, απειλητική…»

Και ξανάειδα, το καράβι μου -αρόδο. Γύρωθέ του, ο Σαρωνικός αφρολόγαε, στις χλαλοές του λεβάντε, ενώ αυτό –φουνταριστό- σκαμπανεύενε τραβερσομένο σταβέντο.

Τράβηξα μια βαθειά ρουφηξιά και τόξεψα τον καπνό –όξω- ίσια. Απέξαπόστειλα σφυριχτό –μπρος- το σάλιο μου. Σύγχρονα και τα βιολιά του φτινοπώρου, άρχισαν το σιγανό κούρντισμά τους. Το όλον μου, εμίλειε…

Ωστόσο, δεν παραστεκόμαν καλά. Είχ’ από ψες που σαν νάχα –λες- «τσιμπηθεί» που –Θέ μου και σχώρνα με- ένοιωθα κάποια λαχτάρα έσωθέ μου. Νάταν λες μόνο η ιδέα μου; Ή μην το «ύφον» μου έμπαινε ως είδος μόλυνση εντός μου; Θού Κύριε φυλακήν και λοιπά… Το φαΐ που με τάισε, ανάδινε μια ταγκίλα απ΄ το λάδι της, και τα ρούχα της «σπίρτιζαν» γιαχνισμένο κρεμμύδι.

Κι’ εγώ –τι οίστρος!- την τύλωσα εκειχάμω, σελέμης!…Κεφτεδάκια και πατσαδάκι γιαχνί: «Βρε Σταυρούλα, βρε κύλα μου κι’ άλλο κατοσταράκι ρετσίνα»…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πεζογραφία, Ρεμπέτικα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 85 Σχόλια »

Une mèche de cheveux (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 14 Μαρτίου, 2021

Πολλές φορές έχουμε δημοσιεύσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πέρσι τον Νοέμβριο, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα, ενώ ενδιάμεσα είχαμε βάλει και δυο ποιήματά του και πριν από ενάμισι μήνα μια μη μυθοπλαστική συνεργασία για το Γαλαξίδι.

Το σημερινό διήγημα μου το έστειλε πριν από λίγες μέρες λέγοντάς μου «κορονοϊός διηγήματα κατεργάζεται» -και πάλι καλά. Ανήκει στη σειρά «κατ’ όναρ καθ’ ύπαρ» (σα να λέμε στον ύπνο και στον ξύπνιο) όπως και ένα προηγούμενο το «Ένα απόγευμα στη Θήβα«.

Για τους μη γαλλομαθείς ή/και για τους νεότερους, ο τίτλος του διηγήματος είναι και τίτλος ενός τραγουδιού του Ανταμό. Θα πει «μια τούφα απ’ τα μαλλιά» (της). Τον εξηγεί άλλωστε ο Τζι στο τέλος. Πρόσθεσα το γιουτουμπάκι. Αλλά εγώ δεν θα πω άλλα. Του δίνω τον λόγο:

Είναι κάποια τραγούδια που τα σιγοψιθυρίζω συνέχεια, ειδικά αν μου αρέσουν και τα λόγια. Κάποια στιγμή αρχίζω να πλάθω μια ιστορία μ΄αυτά, είτε στον ύπνο μου είτε στο ξύπνιο μου όταν αφαιρούμαι. Στο τέλος μπερδεύονται το όναρ με το ύπαρ και…

 

Κατ’ όναρ, καθ’ ύπαρ (2) – Une mèche de cheveux

Je sentais ma mémoire prête à tout raconter   
Mais je connaissais l’histoire, j’ai préféré rêver… 

(ψυλιάστηκα πως το μνημονικό μου είναι έτοιμο ν΄αρχίσει το παραμύθι, μα γνωρίζω το στόρυ, προτιμώ να ονειρευτώ)

– Είσαι ο πρώτος και ο μόνος που αφήνω να χαϊδεύει τα μαλλιά μου, του είπε μ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, αποτέλεσμα της σύγκρουσης των παλιών συνηθειών με τα καινούργια συναισθήματα. Αυθόρμητα το μυαλό του πήγε στην γάτα του, κι αυτή δεν δεχότανε χάδια από άλλον, τόσο πιστή κι ελεύθερη μαζί. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, είχε πολλή κίνηση στην εθνική οδό για να μπορέσει να γυρίσει το κεφάλι του. Ενα χαριτωμένο προφίλ φάνηκε, τα μαλλιά της ήταν πιο πίσω. Ηταν ένα από τα ατού της τα μαλλιά αλλά όχι το μόνο, γλυκό πρόσωπο και καλοφιαγμένο κορμάκι συνόδευαν ένα μάγκικο και εντελώς ευθύ  χαρακτήρα, σπάνιο πράγμα για γυναίκα κι ακόμα πιο σπάνιο,  διαμορφωμένο στα είκοσί της.    Δεν τον πείραξε που δεν είδε τα μαλλιά της, του έφτανε η αίσθησή τους στο δεξί του χέρι καθώς τυλίγονταν στο δάκτυλό του με μια περιστροφική κίνηση και ξετυλίγονταν με την αντίθετη φορά. Ηταν ίσια, καστανόξανθα και απίστευτα βαριά.                  

 

rol

Ηξερε πως δεν του έλεγε ψέμματα. Ενα μήνα τώρα μαζί είχε δει πως τα είχε περί πολλού και είχε εκτιμήσει σωστά την φορά που ήρθε με βρεγμένα μαλλιά για να μην τον αφήσει να περιμένει στο ξαφνικό κάλεσμά του, ούτε μπορούσε να παραβλέψει την «θυσία» της όταν τον άφησε να κόψει μια τούφα δυο πόντους από τον χείμαρο που ξεχυνότανε στην πλάτη της. Φύλαξε το τρόπαιο ευλαβικά στην θήκη που σχημάτιζε το καπάκι του χρυσού ρολογιού τσέπης που είχε από τον παπού του, ένα πολύτιμο αντικείμενο γι αυτόν, μέσα σ’ ένα πολύτιμο αντικείμενο  για τους ρολογάδες και για όλο τον κόσμο… Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Τραγούδια, γαλλικά | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Η Αγγέλικα (διήγημα του Αργύρη Εφταλιώτη)

Posted by sarant στο 7 Μαρτίου, 2021

Θα δημοσιεύσω σήμερα ένα διήγημα από τις Νησιώτικες ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχει κάποια αμυδρή σχέση με την επικαιρότητα, αφού αύριο είναι η παγκόσμια μέρα της γυναίκας. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα λόγος που το διάλεξα. Θέλω συνάμα να παρουσιάσω μια καινούργια λογοτεχνική πρωτοβουλία που αξίζει να προσεχτεί.

Η ηθοποιός Κατερίνα Παπανδρέου, αντιδρώντας στον εγκλεισμό της πανδημίας, έφτιαξε τον ιστότοπο vivliofagos.com, στον οποίο ανεβάζει ηχητικά αρχεία (podcast που θα έλεγε ο κ. Μπαμπινιώτης) από λογοτεχνικά κείμενα, κυρίως διηγήματα, που τα διαβάζει η ίδια. Επικοινώνησε προ καιρού μαζί μου για ένα θέμα πνευματικών δικαιωμάτων (κάτι που δείχνει και προσοχή στη λεπτομέρεια) και επειδή μου άρεσε η πρωτοβουλία της θέλησα να την προβάλω σήμερα διαλέγοντας, ακριβώς, ένα από τα διηγήματα που ανεβασε σε ηχητικό αρχείο. Μπορείτε να ακούσετε εδώ την Αγγέλικα, όπως τη διαβάζει η Κατερίνα Παπανδρέου. (Ίσως το διήγημα να το διάλεξα κιόλας επειδή έχω σύζυγο, μητέρα και κόρη Αγγελική).

Ο Εφταλιώτης (Κλεάνθης Μιχαηλίδης στο πραγματικό του όνομα, 1849-1923) γεννήθηκε στον Μόλυβο της Μυτιλήνης και ειναι απο τους πρωτοπόρους του δημοτικισμού. Ποιήματά του και διηγήματά του έχουν αντέξει στον χρόνο και διαβάζονται ακόμα, εκατό σχεδόν χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το σημερινό διήγημα περιλαμβάνεται στον τόμο «Νησιώτικες ιστορίες», που έχει εκδοθεί από διάφορους εκδοτικούς οικους. Το εδώ κείμενο το πήρα από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, όπου υπάρχει το σύνολο αυτης της συλλογής διηγημάτων.

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχνε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τήνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα.
Σκολειό χτισμένο δεν είχαν ακόμα. Της νοικιάζουν ένα σπιτάκι, και μέσα σ’ αυτό το σπιτάκι άρχισε η Αγγέλικα να πολιτίζει του χωριού τα κορίτσια. Ως εδώ η δουλειά πήγαινε καλά. Τα κορίτσια μάθαιναν, πως το ψωμί δεν τρώγεται μέσα στο βιβλίο αν δε γίνει άρτος, και σαν τέλειωναν τα μαθήματα άρχιζε τ’ αργόχειρο. Και το βράδυ, σαν πηγαίνανε στα σπίτια τους, άλλη έδειχτε στον πατέρα της μπιμπίλες, άλλη παντούφλες, κι άλλη κεντημένες καπνοσακούλες. Κι ο πατέρας τα ‘βλεπε αυτά και καμάρωνε που τέλος πάντων είδαν ανθρωπισμό τα κορίτσια.

Η δουλειά όμως δεν σταμάτησε ως εδώ. Οι μεγάλες οι κοπέλες, που δεν μπορούσαν πια να πάνε στο σκολειό, δεν έπρεπε να μείνουν κι αυτές πίσω. Πώς να βγουν οι μικρότερες αδερφάδες πιο άξιες και πιο χαριτωμένες στον κόσμο! Ρίχτουνται λοιπόν της Αγγέλικας κι ησυχία δεν της αφήνουν. Νυχτέρι δεν γίνουνταν, που να μην την έχουνε στη μέση να λέει ιστορίες, να ξηγά συνήθειες της χώρας, να τραγουδάει τραγούδια της χώρας, να κόβει και να ράβει, κι αυτές να λησμονούν κάθε χωριάτικο παιχνίδι, τραγούδι και παραμύθι, και να κάθουνται σα μαγεμένες ν’ ακούν την Αγγέλικα.

Είναι αλήθεια πως σαν έφευγε η δασκάλισσα στο σπιτάκι της οι χωριατοπούλες ―πώς να την ξεχάσουν την τέχνη!― της κάνανε χίλια περιγέλια της κακόμοιρης! Άλλη να μιμάται τη φωνή της, άλλη τ’ ασυνήθιστα τα λόγια της, άλλη τη μαργιόλικη της ματιά. Αθώα περιγέλια, δίχως ζούλια και δίχως κακία, έτσι να της βρουν κατιτίς να γελάσουν. Και σα σκάνανε στο γέλιο, άρχιζαν πάλι να της θαυμάζουν τα κόκκινα χείλη, τα κάτασπρα δόντια, το μικρό ποδαράκι, την περπατηξιά της, τα στολιδάκια της, τις φορεσιές της, όλη της τη χάρη και την ομορφιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Πιόνι στο ε4 (εύθυμο σκακιστικό διήγημα του Στίβεν Λίκοκ)

Posted by sarant στο 28 Φεβρουαρίου, 2021

Θέλω να βάλω σήμερα κάτι εύθυμο για το καθιερωμένο κυριακάτικο λογοτεχνικό μας ανάγνωσμα -ίσως για αντίδοτο στον ζόφο που κυριαρχεί. Συμπτωματικά, πριν από μερικές μέρες πρόσεξα σε ένα ράφι της βιβλιοθήκης μου ένα βιβλίο που δεν έτυχε ποτέ να το διαβάσω παρόλο που βρίσκεται εκεί εδώ και πολλά πολλά χρόνια.

Το βιβλίο λέγεται «Ιστορίες της σκακιέρας» και, όπως θα περιμένατε από τον τίτλο του, είναι μια ανθολογία σκακιστικών διηγημάτων -να το πω αλλιώς, διηγημάτων με θέμα το σκάκι. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1988 και είναι εξαντλημένο στον εκδότη, όπως βλέπω. Η μετάφραση έγινε από τη Γλύκα Μαγκλιβέρα.

Δεν έχω διαβάσει τα υπόλοιπα διηγήματα, αν και πολλά ονόματα συγγραφέων είναι γνωστά. Έτυχε και το άνοιξα σε αυτό που θα παρουσιάσω σήμερα, το διάβασα, αλλά το υπόλοιπο βιβλίο το άφησα για να τελειώσω πρώτα το βιβλίο που διαβάζω τώρα.

Ο Στίβεν Λίκοκ (1869-1944) ήταν Καναδός χιουμορίστας, που διηγήματά του έβρισκα πολλά σε ανθολογίες διηγημάτων των δεκαετιών 1950-60. Είχε ανάλαφρο χιούμορ, όπως θα δείτε και στο σημερινό διήγημα, που μου άρεσε η ατμόσφαιρά του.

Έχω κάποιες ενστάσεις για τη μετάφραση -ας πούμε, στην αρχή αρχή το «βολεύοντας τον εαυτό του» εγώ θα το έβαζα κάπως σαν «ενώ βολευόταν…». Αλλά δεν με εμπόδισαν να απολαύσω το διήγημα, ανάλαφρο και εύθυμο, οπως μακάρι να ήταν και η επικαιρότητά μας.

Πιόνι στο ε4

Stephen Leacock

«Δεν υπάρχει πιο άμεση φυγή από τα βάσανα της ζωής από μια παρτίδα σκάκι».

Φράνσις Μπέικον με αυγά

«Πιόνι στο ε4», είπα καθώς καθόμουν στο τραπέζι με το σκάκι.

«Ώστε πιόνι στο ε4, ε;» είπε ο Λέδερμπι, βολεύοντας τον εαυτό του στο παλιό, δρύινο τραπέζι, με τους αγκώνες του στο μεγάλο περιθώριό του, με συμπεριφορά βετεράνου παίκτη. «Πιόνι στο ε4», επανέλαβε. «Αχά, για να δούμε!»

Είναι η πρώτη και αρχαιότερη κίνηση στο σκάκι, αλλά από τον τρόπο που το είπε ο Λέδερμπι, θα νόμιζε κανείς ότι ήταν χτεσινή. Οι σκακιστές έτσι είναι… «Πιόνι στο ε4», επανέλαβε. «Δεν σε πειράζει να το σκεφτώ λίγο, ε;»

«Όχι, όχι», είπα, «καθόλου. Παίξε όσο αργά θέλεις. Κι εγώ θέλω να κοιτάξω λίγο αυτή την πανέμορφη αίθουσα».

Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στο Μακρύ Δωμάτιο της Σκακιστικής Λέσχης — και καθόμουν μαγεμένος από τη γοητεία και την ησυχία του επενδυμένου με ξύλο δωματίου -με το μαλακό του φως, τον μπλε καπνό του ταμπάκου να φτάνει στο ταβάνι, τις φωτιές να καίνε, τα αραιοβαλμένα τραπέζια, τους παίκτες με τα κεφάλια σκυμμένα, χωρίς να προσέχουν την είσοδο και την παρουσία μας… Όλα ήσυχα, εκτός από κάποια ψιθυριστή συζήτηση εδώ κι εκεί, που υψωνόταν για να σβήσει γρήγορα.

«Πιόνι στο ε4», επανέλαβε ο Λέδερμπι. «Για να δω!».

Ήταν η πρώτη μου επίσκεψη στην Σκακιστική Λέσχη. Ποτέ δεν είχα μάθει πού ήταν ακριβώς, μόνο ότι ήταν κάπου στο κέν­τρο της πόλης, μέσα στην καρδιά της, ανάμεσα στα μεγάλα κτίρια. Ούτε τον ίδιο τον Λέδερμπι ήξερα τόσο καλά, αν κι είχα καταλάβει ότι ήταν σκακιστής. Του φαινόταν. Είχε το μακρύ, ακίνητο πρόσωπο, τα ακίνητα μάτια, το χρώμα της «κλεισούρας», που κάνει ένα σκακιστή να ξεχωρίζει οπουδήποτε.

Εντελώς φυσικά, όταν ο Λέδερμπι άκουσε ότι έπαιζα σκάκι, με κάλεσε να περάσω κανένα βράδυ από τη Λέσχη. «Δεν ήξερα ότι έπαιζες σκάκι», είπε. «Δεν έχεις την εμφάνιση σκακιστή -συγνώμη, δεν ήθελα να σε προσβάλω».

Έτσι βρεθήκαμε στο τραπέζι. Η Σκακιστική Λέσχη, όπως ανακάλυψα, ήταν στην πόλη, ακριβώς δίπλα στο Ξενοδοχείο Νιου Κομέρσιαλ. Μάλιστα, συναντηθήκαμε στη ροτόντα του ξενοδοχείου… μια παράξενη αντίθεση: ο θόρυβος, τα φώτα, ο κόσμος, οι φωνές των ξενοδοχειακών υπαλλήλων κι αυτό το άγνωστο καταφύγιο ηρεμίας και ησυχίας, κάπου από πάνω και δίπλα του.

Δεν έχω μεγάλη ικανότητα προσανατολισμού κι έτσι δεν μπορώ να πω πώς ακριβώς πας στη Λέσχη — ανεβαίνεις μερικά πατώματα με το ασανσέρ, περπατάς σ’ ένα διάδρομο (εδώ νομί­ζω περνάς έξω από το κτίριο) κι ύστερα ανεβαίνεις μια μικρή, παράξενη σκαλίτσα, ύστερα άλλη μια και ξαφνικά φτάνεις σε μια μικρή πόρτα, κάπως σαν γωνιακή σε δωμάτιο, και να ’σαι μέσα στο Μακρύ Δωμάτιο…

«Πιόνι στο ε5», είπε ο Λέδερμπι, αποφασίζοντας επιτέλους, και κούνησε το πιόνι μπροστά. «Για μια στιγμή σκέφτηκα να ανοίξω από την πλευρά της βασίλισσας, αλλά καλύτερα όχι».

Όλοι οι σκακιστές σκέφτονται να ανοίξουν από την πλευρά της βασίλισσας, αλλά ποτέ δεν το κάνουν. Η ζωή τελειώνει πο­λύ νωρίς.

«Ίππος στο ζ3», είπα.

«Ίππος στο ζ3. Αχά!» αναφώνησε ο Λέδερμπι. «Αχά!» Κι έπεσε σε βαθιά μελέτη… Είναι η δεύτερη αρχαιότερη κίνηση στο σκάκι, γεννήθηκε πριν τρεις χιλιάδες χρόνια, στην Περσέπολη, αλλά για ένα σκακιστή ήταν ακόμα στην πρώτη της νιότη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Σκάκι, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , | 140 Σχόλια »

Τα σαράντα του καρεκλά (διήγημα του Αλέξανδρου Υδάτη)

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2021

Ο φίλος μας ο Κώστας μού έστειλε ένα διήγημα γραμμένο από έναν φίλο του και συμπολίτη του (με την παλιά έννοια της λέξης), του Αλέξανδρου Υδάτη. Ο Υδάτης (είναι ψευδώνυμο βέβαια) κατοικεί στους Αμπελοκήπους Θεσσαλονίκης αλλά πρέπει, όπως και ο Κώστας, να έχει καταγωγή από τη Θεσσαλία -ή τουλάχιστον το διήγημα εκεί εκτυλίσσεται, σε ένα κεφαλοχώρι του νομού Λαρίσης.

Θα μπορούσαμε ίσως να προσδιορίσουμε ακριβέστερα τον τόπο, από την αναφορά στο «πλατάνι του Καραγάτση» που υπάρχει στο διήγημα, αν θεωρήσουμε ότι εννοείται το πλατάνι στην πλατεία της Ραψάνης με την προτομή του Μ. Καραγάτση. Ταιριάζει και το πολύ καλό κρασί του χωριού. Αλλά το όνομα της εκκλησίας είναι άλλο. Τέλος πάντων, πρόκειται για λεπτομέρεια. Στάθηκα στη λεπτομέρει αυτή, επειδή ο Κώστας μου είπε πως το διήγημα έχει κάποια πραγματικά στοιχεία, ανάμεσά τους και στην επιλογή του τόπου.

 

ΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΕΚΛΑ

Περασμένα μεσάνυχτα, τι μεσάνυχτα – σκέφτηκε με κόπο – ποιος ξέρει τι ώρα είναι… δυο, τρεις ώρες πριν το ξημέρωμα… ο τραχανάς άχνιζε μπροστά του… κάποιος του γέμισε το ποτήρι με άλικο κόκκινο μπρούσκο κρασί… του ‘ρθε μιαν αηδία στη σκέψη να πιει κι άλλο… καλύτερα να ‘τρωγε τον ζεστό τραχανά… μπορεί να έστρωνε το στομάχι του, που ‘ταν σαν τσαρούχι. Λένε ο τραχανάς είναι σαν τον πατσά… άμα έχεις πιεί πολύ κι ανακατεύεσαι απ’ τη ζαλάδα, ο πατσάς είναι ό,τι πρέπει να σε στρώσει… έτσι κι ο τραχανάς. Η ζαλάδα κι η θολούρα στο κεφάλι του… πολλή ζαλάδα – πολλή θολούρα… έμοιαζε σαν να τον είχε πλακώσει το βαρύ μαύρο σύννεφο. Σαν εκείνο το ίδιο που χάζευε αρκετές ώρες νωρίτερα, βλέποντας απέναντι την κορυφή του Κίσσαβου… το βαρύ μαύρο σύννεφο είχε κάτσει ακίνητο σαν σομπρέρο πάνω στην κορυφή. Σαν εξωγήινο διαστημόπλοιο… ρε μπας και ήταν;

Έβαλε στο στόμα την πρώτη κουταλιά. Κι ένιωσε τον ζεστό καλοβουτυρωμένο τραχανά να κατεβαίνει στο ταραγμένο στομάχι, θερμαίνοντας καταπραϋντικά τον οισοφάγο και τα στήθια του. Σήκωσε το κεφάλι, έψαξε με το βλέμμα τριγύρω κι είδε απέναντι στην πόρτα της κουζίνας την Σούλα. Να στέκεται αμήχανη. Σκέφτηκε να την ευχαριστήσει και να της παινέψει, όχι μονάχα την ιδέα της, να τους έχει ετοιμάσει τον τραχανά με την επιστροφή τους, αλλά και το πόσο νόστιμο τον είχε φτιάξει. Όμως η Σούλα, έστεκε φανερά αγχωμένη, στεναχωρεμένη και μισοκλαμένη, με τα μεγάλα μάτια της γιομάτα αχρείαστη απόγνωση. Έχοντας φράξει με την παλάμη το στόμα της, κοίταγε τον άντρα της τον Νικόλα με απελπισία. Ολάκερη ήταν μεταμορφωμένη σ’ ένα αναπάντητο γιατί. Νευρίασε που την είδε έτσι. Στο θολωμένο του μυαλό δεν ήξευρε τι έπρεπε ν’ αποφασίσει. Να της δώσει συγχαρητήρια για τον θεραπευτικό τραχανά ή να της εξηγήσει ότι όλη η στάση της απόψε ήταν και παραήταν ανώφελα υπερβολική;.

Κοίταξε τους τριγύρω συνδαιτημόνες στο μεγάλο τραπέζι. Είχαν πέσει σιωπηλοί πάνω στα πιάτα τους. Μονάχα ο Δημητρός δεν έτρωγε και κάπνιζε σκυθρωπός, εξουθενωμένος απ’ το πιοτί. Οι δυο οργανοπαίχτες, το ούτι και το κλαρίνο – αλήθεια πώς είπαμε πως τους λένε…- έμοιαζαν πιο στέρεοι. Αριστερά στον καναπέ, πίσω απ’ τον ατάραχο Νικόλα είδε την Ελένη τη γυναίκα του. Καθιστή κι αμίλητη να τον παρατηρεί με τα χείλη νευρικά σφιγμένα. Είχε φορέσει το δωρικό ύφος του εισαγγελέα υπηρεσίας, που μαζεύει, υπομονετικά, στοιχεία, για να σε στείλει μια και καλή στο απόσπασμα.

—    Σούλα! Κατόρθωσε πνιχτά να φωνάξει.

—    Ναι, γιε μ’; απάντησε καλοσυνάτα, ξαφνιασμένη η νύφη του.

—    Ωραίος τραχανάς! της δήλωσε ικανοποιημένος… — και ό,τι πρέπει για τέτοια ώρα και τέτοιο στομάχι.

—    …και για τέτοια μυαλά! Πέταξε πικρόχολα, μη χάνοντας την ευκαιρία η οιονεί εισαγγελέας συμβία του.

Τότε ακριβώς και πριν προλάβει ν’ απαντήσει ακούστηκε κάποιος να χτυπά την οξώπορτα πίσω του.

—    Μη χειρότερα, ακούστηκε η φωνή του Νικόλα ξαφνιασμένη. —Ποιος είναι τέτοια ώρα; και συνέχισε προσπαθώντας να εγερθεί: —Εμπρός! Περάστε!

Η πόρτα άνοιξε, μιας και το κλειδί ήταν πάντα πάνω στην κλειδαριά. Όμως δεν γύρισε να ει, αδιαφορώντας. Αυτό του ’λειπε! Να παραταθεί κι άλλο τ’ αποψινό ξενύχτι! Συνέχισε να τρώει τον τραχανά, με σκοπό να βιαστεί να ξαπλώσει και να κοιμηθεί. Που τόσο πολύ το ’χε ανάγκη. Άλλωστε η πόρτα του δωματίου του ήταν δυο βήματα ακριβώς δίπλα κι εύκολα και χωρίς κόπο θα την έπεφτε για ύπνο.

Οι νιοφερμένοι επισκέπτες ήταν τρείς νεαροί. Δυο απ’ αυτούς ήταν χωροφύλακες. Φόραγαν τις στολές υπηρεσίας με τα πιστόλια να κρέμονται επιδεικτικά στις ζώνες. Ο τρίτος ήταν με πολιτικά και μάλλον ήταν ο επικεφαλής τους. Ένας φαλακρός νεαρός με κατάμαυρο παχύ μουστάκι. Μάλιστα ήταν κουστουμαρισμένος στην πένα. Τι περίεργο! Τέλειωσε το πιάτο του καθώς γίνονταν οι συστάσεις. Από ευγένεια, κάθισε και περίμενε για λίγο, πριν δραπετεύσει στο δωμάτιο. Ο φιλόξενος Νικόλας τους έβαλε να κάτσουν στο μεγάλο τραπέζι, δίνοντας εντολή στη Σούλα να φτιάξει κι άλλο τραχανά. Γιόμισε τα ποτήρια τους με κρασί απ’ τη νταμιτζάνα με το ψάθινο πλεκτό περίβλημα και τα σήκωσαν όλοι προς υγείαν όλων. Έφερε το ποτήρι μέχρι τα χείλη αλλά δεν δοκίμασε να πιεί. Επειδή ήταν βέβαιος πως αν έπινε άλλο ένα ποτήρι, τα μαλλιά της κεφαλής του κινδύνευαν ν’ αρπάξουν φωτιά! Να λαμπαδιάσουν, καθώς το αλκοόλ που εξατμίζονταν από πάνω του παραήταν αρκετό. Έτσι, σηκώθηκε με κόπο, καληνύχτισε την ομήγυρη και μπήκε στο δωμάτιο τρεκλίζοντας ανακουφισμένος κι ασφαλής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 175 Σχόλια »

Χριστούγεννα του Είκοσι (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 27 Δεκεμβρίου, 2020

Ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού έστειλε τις προάλλες ένα φρέσκο διήγημά του, χριστουγεννιάτικο. Με χαρά το δημοσιεύω σήμερα, τελευταία Κυριακή της χρονιάς, και βρίσκω μάλιστα πως ταιριάζει πολύ με το παπαδιαμαντικό που βάλαμε προχτες, ανήμερα Χριστούγεννα -όχι μόνο επειδή κάποιες λέξεις είναι ίδιες, αλλά διότι ο Δημήτρης ενσωματώνει στοιχεία από διηγήματα του Παπαδιαμάντη στην πλοκή του δικού του. Όμως δεν θα πω περισσότερα, μόνο θα σας προτρέψω να το διαβάσετε και να το χαρείτε.

Όπως συνηθίζει, ο Μήτσος συνοδεύει το διήγημά του με Γλωσσάρι, οπότε με απαλλάσσει από όλη τη δουλειά. Καλή ανάγνωση λοιπόν και μην ξεχνάτε την ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς!

 

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΙ

Ὁ «Ἀνεμπόδιστος», ἡ μπρατσέρα1 τοῦ καπετὰν Λευτέρη τοῦ Πιπεριᾶ, ἀρμένιζε μεσομπούγαζα2 ἐκείνη τὴ νύχτα. Κόντευαν Χριστούγεννα – προπαραμονὴ – κι ὁ καιρὸς ξύδι. Καραβοριάς. Χιονιὰς ντὲ ντίο3. Στὸ πέλαγο οὔτε πουλὶ πετάμενο. Ὅσοι δὲν πρόλαβαν νὰ φτάσουν στὸν προορισμό τους εἶχαν ποδίσει4 ὅπου μπόρεσαν.

Κι ὁ «Ἀνεμπόδιστος» εἶχε μείνει ποδισμένος δυὸ μερόνυχτα σ᾿ ἕναν κόρφον ἀνοιχτό, πού ᾿βλεπε νοτιοδυτικά. Ὁ κόρφος ἦταν προφυλαγμένος ἀπὸ τὰ κύματα τοῦ Βοριᾶ, ὅμως ἡ στεριὰ ἔβγαζε πολὺν ἀέρα. Εἶχαν φουντάρει καὶ τὶς δυὸ ἄγκυρες μὲ ὅλη τους τὴν καδένα5  γιὰ νὰ κρατηθοῦν. Ὅταν ἐρχόταν ἡ κατεβασιά ἀπὸ τὸ βουνό, οἱ καδένες τεζάριζαν, τὸ καΐκι τριζοβολοῦσε καὶ νόμιζες πὼς θὰ ξεκολλήσει ἡ πλώρη ἀπὸ τὸ ζόρισμα.

Δίπλα, φουνταρισμένο μὲ τὶς δυό του ἄγκυρες κι αὐτό, τὸ μπρίκι τοῦ καπετὰν Φαράση. Ὁ Πιπεριᾶς τὸν ἤξερε ἀπὸ παλιά, ὅταν ἀκόμα ἦταν ναυτόπουλο ἀμούστακο. Κοντά του ἔμαθε τὰ πρῶτα μυστικὰ τῆς θάλασσας καὶ σήμερα ἤτανε κι ὁ ἴδιος καπετάνιος· καὶ μὲ μπρατσέρα  δικιά του. Τί κι ἂν δίπλα στὸ μπρίκι ἡ μπρατσέρα του ἔμοιαζε μὲ βάρκα· αὐτὸν δὲν τὸν ἔνοιαζε. Νέος ἦταν, στὰ μισὰ χρόνια τοῦ καπετὰν Φαράση, καὶ εἶχε πολὺν καιρὸ μπροστά του γιὰ νὰ φτιάξει κι αὐτὸς μπρίκι ἢ καὶ βαπόρι ἀκόμα.

Ἀπὸ τὴν πρώτη μέρα ποὺ ποδίσανε, μόλις σιγουράρισε τὸ καΐκι, ὁ Πιπεριᾶς πῆρε τὴ φελούκα μὲ δυὸ ναῦτες ἀπὸ τὸ πλήρωμα καὶ πῆγε νὰ χαιρετίσει τὸν καπετὰν Φαράση. Εἶδαν κι ἔπαθαν νὰ φτάσουν τραβῶντας τέσσερα κουπιά, ἀπὸ ἕνα οἱ δυὸ ναῦτες, καθισμένοι στὸν πάγκο μὲ πρόσωπο κατὰ τὴν πρύμη καὶ δυὸ ὁ Πιπεριᾶς, ὄρθιος μὲ πρόσωπο στὴν πλώρη.

Ὁ καπετὰν Φαράσης τοὺς καλοδέχτηκε καὶ τοὺς κέρασε οὖζο καὶ μεζὲ νηστίσιμο· ἐλιές, βρεχτοκούκια καὶ παξιμάδι. Ἦταν θρῆσκος καὶ τὶς κρατοῦσε τὶς νηστεῖες. Ὁ Πιπεριᾶς ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κόρφο του καὶ τοῦ ᾿δωσε μιὰ κούτα καπνὸ καὶ ἕνα πάκο τσιγαρόχαρτο. Λαθραῖα, ἀπὸ τὸ κοντραμπάντο6 ποὺ ἔκανε περιστασιακά, ὅποτε δὲν εἶχε ναῦλο. Ὁ καπετάνιος δέχτηκε τὸ δῶρο, ἀλλὰ βρῆκε εὐκαιρία νὰ τὸν ἀρχίσει στὶς ὁρμήνιες.

«Μὲ τὸ κοντραμπάντο κανένας δὲν πρόκοψε. Παίζεις κορώνα-γράμματα ὁλάκερη περιουσία. Γιατὶ μιὰ περιουσία ἀξίζει ἡ μπρατσέρα σου, δὲν εἶναι καμιὰ ψαρόβαρκα. Ἄσε τὴ φυλακή, ἢ καὶ τὴ ζωή σου τὴν ἴδια».

Μετὰ εἶπαν γιὰ τὸν καιρό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ναυτικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Στο Χριστό στο κάστρο (χριστουγεννιάτικο διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2020

Χριστούγεννα σήμερα και το ιστολόγιο συνηθίζει τις χρονιάρες αυτές μέρες να δημοσιεύει διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή έστω παπαδιαμαντικού ύφους και κλίματος -κάτι που το έμαθα από τα παιδικά μου χρόνια όταν ο παππούς έπαιρνε έναν από τους τόμους της έκδοσης του Βαλέτα και μάς διάβαζε κάτι.

Σήμερα θα τηρήσουμε την παράδοση με ένα από τα πιο χαρακτηριστικά χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ο λόγος που δεν το είχα δημοσιεύσει ως τώρα είναι το μέγεθός του, αλλά φέτος που ο γιορτασμός γίνεται με περιορισμούς ίσως περισσεύει χρόνος για ανάγνωση. Εννοώ το διήγημα Στο Χριστό στο Κάστρο, που γράφτηκε τον Δεκέμβριο του 1891 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εστία της α’ εξαμηνίας του 1892 (το οποίο υποθέτω πως θα κυκλοφορούσε ήδη τις τελευταίες μέρες του 1891).

Θυμίζω ότι «το Κάστρο» είναι η παλιά ερειπωμένη χώρα της Σκιάθου, στην οποία αναφερθήκαμε πρόσφατα με την ευκαιρία του διηγήματος «Τα κρούσματα«.

Στο διήγημα αυτό έχουμε αναφερθεί κάποιες φορές με αφορμή τις παρανοήσεις της εκκλησιαστικής γλώσσας από τον ψάλτη, τον κυρ Αλεξανδρή, και τα πειράγματα του παπά Φραγκούλη.

Παίρνω το κείμενο από τον παπαδιαμαντικό ιστότοπο papadiamantis.net, δηλαδή από τον δεύτερο τόμο της κριτικής έκδοσης του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου. Στο τελος εξηγώ κάποιες λέξεις.

(Μια έκτακτη είδηση για τους σκακιστες: Σήμερα, από τις 4 έως τις 5 το απόγευμα, από τον Ρ/Σ/ «105,5 Στο Κόκκινο», έκτακτη σκακιστική εκπομπή με προσκεκλημένο τον Χρήστο Κόκκορη, τρεις φορές πρωταθλητή Ελλάδας, ο οποίος θα αναφερθεί στις αναμετρήσεις με τους μεγάλους μετρ εκείνης της εποχής, ανάμεσά τους και τον Σοβιετικό παγκόσμιο πρωταθλητή Μποτβίνικ και θα μιλήσει για την τιμωρία του με ισόβιο αποκλεισμό από τη Χούντα).

Καλά Χριστούγεννα σε όλους!

ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΑΣΤΡΟ

― Τὸ Γιάννη τὸ Νυφιώτη καὶ τὸν Ἀργύρη τῆς Μυλωνοῦς, τοὺς ἔκλεισε τὸ χιόνι ἀπάν᾽ στὸ Κάστρο, τ᾽μ πέρα πάντα, στὸ Στοιβωτὸ τὸν ἀνήφορο· τ᾽ ἀκούσατε;

Οὕτως ὡμίλησεν ὁ παπα-Φραγκούλης ὁ Σακελλάριος, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν εὐχαριστίαν τοῦ ἐξ ὀσπρίων κ᾽ ἐλαιῶν οἰκογενειακοῦ δείπνου, τὴν ἑσπέραν τῆς 23 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 186… Παρόντες ἦσαν, πλὴν τῆς παπαδιᾶς, τῶν δύο ἀγάμων θυγατέρων καὶ τοῦ δωδεκαετοῦς υἱοῦ, ὁ γείτονας ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός, πεντηκοντούτης, οἰκογενειάρχης, ἀναβὰς διὰ νὰ εἴπῃ μίαν καλησπέραν καὶ νὰ πίῃ μίαν ρακιά, κατὰ τὸ σύνηθες, εἰς τὸ παπαδόσπιτο· κ᾽ ἡ θειὰ τὸ Μαλαμὼ ἡ Καναλάκαινα, μεμακρυσμένη συγγενής, ἐλθοῦσα διὰ νὰ φέρῃ τὴν προσφοράν της, χήρα ἑξηκοντοῦτις, εὐλαβής, πρόθυμος νὰ τρέχῃ εἰς ὅλας τὰς λειτουργίας καὶ νὰ ὑπηρετῇ δωρεὰν εἰς τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἐξωκκλήσια.

― Τ᾽ ἀκούσαμε κ᾽ ἡμεῖς, παπά, ἀπήντησεν ὁ γείτονας ὁ Πανάγος· ἔτσ᾽ εἴπανε.

― Τί, εἴπανε; Εἶναι σίγουρο, σᾶς λέω, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Φραγκούλης. Οἱ βλοημένοι, δὲ θὰ βάλουν ποτὲ γνώση. Ἐπῆγαν μὲ τέτοιον καιρὸ νὰ κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν᾽ ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη τὰ κατσάβραχα, στὸ Στοιβωτό, ἐκεῖ ποὺ δὲν μπορεῖ γίδι νὰ πατήσῃ. Καλὰ νὰ τὰ παθαίνουν!

― Μυαλὸ δὲν ἔχουν, αὐτὸς οὑ κόσμους, θὰ πῶ*, εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ. Τώρα οἱ ἀθρῶποι γινῆκαν ἀπόκοτοι.

― Νὰ εἴχανε τάχα τίποτα κ᾽μπάνια μαζί τς; εἶπεν ἡ παπαδιά.

― Ποιὸς τοὺ ξέρ᾽; εἶπεν ἡ θειὰ τὸ Μαλαμώ.

― Θὰ εἴχανε, θὰ εἴχανε κουμπάνια*, ὑπέλαβεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀλλιῶς δὲ γένεται. Πήγανε μὲ τὰ ζεμπίλια τους γεμᾶτα. Καὶ τουφέκι θὰ εἶχαν, καὶ θηλειὲς σταίνουν γιὰ τὰ κοτσύφια. Εἶχαν πάρει κι ἁλάτι μπόλικο μαζί τους, γιὰ νὰ τ᾽ ἁλατίσουν γιὰ τὰ Χριστούγεννα.

― Τώρα Χριστούγεννα θὰ κάμουν ἀπάν᾽ στὸ Στοιβωτὸ τάχα; εἶπε μετ᾽ οἴκτου ἡ παπαδιά.

― Νὰ μποροῦσε κανεὶς νὰ τοὺς ἔφερνε βοήθεια; ἐψιθύρισεν ὁ ἱερεύς, ὅστις ἐφαίνετο κάτι μελετῶν μέσα του.

Ἦτον ἕως πενηνταπέντε ἐτῶν ὁ ἱερεύς, μεσαιπόλιος*, ὑψηλός, ἀκμαῖος καὶ μὲ ἀγαθωτάτην φυσιογνωμίαν. Εἰς τὴν νεότητά του ὑπῆρξε ναυτικός, κ᾽ ἐφαίνετο διατηρῶν ἀκόμη λανθανούσας δυνάμεις, ἦτο δὲ τολμηρὸς καὶ ἀκάματος.

― Τί βοήθεια νὰ τοὺς κάμουνε; εἶπεν ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός. Ἀπ᾽ τὴ στεριὰ ὁ τόπος δὲν πατιέται. Ἔρριξε, ἔρριξε χιόνι κι ἀκόμα ρίχνει. Χρόνια εἶχε νὰ κάμῃ τέτοια βαρυχειμωνιά. Ὁ Ἅις Θανάσης ἔγιν᾽ ἕνα μὲ τὰ Καμπιά. Ἡ Μυγδαλιὰ δὲν ξεχωρίζει ἀπ᾽ τοῦ Κουρούπη.

Ὁ Πανάγος ὠνόμαζε τέσσαρας ἀπεχούσας ἀλλήλων κορυφὰς τῆς νήσου. Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐπανέλαβεν ἐρωτηματικῶς:

― Κι ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, μαστρο-Πανάγο;

― Ἀπ᾽ τὴ θάλασσα, παπά, τὰ ἴδια καὶ χειρότερα. Γραιολεβάντες δυνατός, φουρτούνα, κιαμέτ*. Ὅλο καὶ φρεσκάρει. Ξίδι μοναχό. Ποῦ μπορεῖς νὰ ξεμυτίσῃς ὄξ᾽ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι, κατὰ τ᾽ Ἀσπρόνησο!

― Ἀπὸ Σοφρὰν τὸ ξέρω, Πανάγο, μὰ ἀπὸ Σταβέτ;

Ὁ ἱερεὺς ἐπρόφερεν οὕτω τοὺς ὅρους Sopra vento καὶ Sotto vento, ἤτοι τὸ ὑπερήνεμον καὶ ὑπήνεμον, ἐννοῶν εἰδικώτερον τὸ βορειανατολικὸν καὶ τὸ μεσημβρινοδυτικόν.

― Ἀπὸ Σταβέτ, παπὰ… μὰ εἶναι φόβος μήν τονε γυρίσῃ στὸ μαΐστρο.

― Μὰ… τότε πρέπει νὰ πέσουμε νὰ πεθάνουμε, εἶπεν ὡς ἐν συμπεράσματι ὁ ἱερεύς. Δὲν εἶναι λόγια αὐτά, Πανάγο.

―Ἔ! παπά μ᾽, ὁ καθένας τώρα ἔχει τὸ λογαριασμό τ᾽. Δὲν πάει ἄλλος νὰ βάλῃ τὸ κεφάλι του στὸν τρουβά, κατάλαβες, γιὰ νὰ γλυτώσ᾽ ἐσένα.

Ὁ παπα-Φραγκούλης ἐστέναξεν, ὡς νὰ ᾤκτειρε τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ μικροψυχίαν, ἧς ζῶσα ἠχὼ ἐγίνετο ὁ Πανάγος.

― Καὶ τί θὰ πάθουνε, τὸ κάτω κάτω; ἐπανέλαβεν, ὡς διὰ ν᾽ ἀναπαύσῃ τὴν συνείδησίν του ὁ μαραγκός. Νά, θὰ εἶναι χωμένοι σὲ καμμιὰ σπηλιά, τσακμάκι θά ᾽χουν μαζί τους, ξύλα μπόλικα. Μακάρι νὰ μοῦ ᾽χε κ᾽ ἐμὲ ἡ Πανάγαινα ἀπόψε στὴν παραστιά μου τὴ φωτιὰ ποὺ θέν᾽ ἔχουν αὐτοί. Γιὰ μιὰ βδομάδα, πάντα* θὰ εἴχανε κουμπάνια, καὶ δὲν εἶναι παραπάν᾽ ἀπὸ πέντε μέρες ποὺ ἀγρίεψε ὁ χειμώνας.

― Νὰ πήγαινε τώρα κανένας νὰ λειτουργήσῃ τὸ Χριστό, στὸ Κάστρο, ἐπανέλαβεν ὁ ἱερεύς, θὰ εἶχε διπλὸ μισθό, ποὺ θὰ τοὺς ἔφερνε κι αὐτοὺς βοήθεια. Πέρσι ποὺ ἦταν ἐλαφρότερος ὁ χειμώνας, δὲν πήγαμε… Φέτος ποὺ εἶναι βαρὺς…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 116 Σχόλια »

Οι ελιές του Δημήτρη Κολλάτου

Posted by sarant στο 13 Δεκεμβρίου, 2020

Στο σημερινό λογοτεχνικό μας θέμα θα παρουσιάσω το διήγημα του Δημήτρη Κολλάτου «Οι ελιές». Πολλοί θα έχετε δει ή θα έχετε ακούσει την ομώνυμη ταινία μικρού μήκους του Κολλάτου που φυσικά είναι στηριγμένη στο διήγημα, και που βραβεύτηκε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης του 1964. Αν όμως απέσπασε τον έπαινο των κριτικών, προκάλεσε τεράστια αντίδραση από σωματεία Κρητικών που θεωρούσαν πως η ταινία δυσφημεί την Κρήτη και τους Κρητικούς. Αποτέλεσμα ήταν να απαγορευτεί η προβολή της -διαβάζω ότι έμεινε απαγορευμένη 18 χρόνια.

Ο Δημήτρης Κολλάτος (1937) είναι σε πολλούς γνωστός για την ικανότητά του να προκαλεί και να κάνει θόρυβο, έχει όμως πολύ ταλέντο. Δεν είμαι αμερόληπτος, διότι τον έχω γνωρίσει πολύ καλά στην Αίγινα και τον εκτιμώ πολύ ως καλλιτέχνη όσο κι αν διαφωνώ απόλυτα με πολλές πολιτικές απόψεις του, ιδίως τις τελευταίες. Αλλά δεν θα συζητήσουμε σήμερα τον Κολλάτο γενικώς. Το διήγημα του θα διαβάσουμε.

Το διήγημα περιλαμβανεται στην πρώτη συλλογή διηγημάτων που έχει επίσης τίτλο «Οι ελιές» και που κυκλοφόρησε αρχικά το 1964, αλλά εγώ το παίρνω από μια επανέκδοση εικονογραφημένη, του 2006 στον Καστανιώτη, που μου την έχει χαρίσει ο Κολλάτος. Από εκεί και η ζωγραφιά του Γιαννη Μιγάδη που συνοδεύει το συγκεκριμένο διήγημα.

Oι ελιές

Της έκανε νόημα να χύσει και άλλο κρασί. Ήτανε εδώ και δυο ώρες κλεισμένοι στο μεγά­λο δωμάτιο και τρώγανε και πίνανε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Κρήτη, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »