Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Ακόμα δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 13 Αύγουστος, 2017

Την περασμένη Κυριακή παρουσιάσαμε δυο ιστορίες από τα Ουράλια, του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, σε μετάφραση της φίλης μας Ranele από τα ρώσικα. Συνεχίζω και τελειώνω σήμερα με τις άλλες δύο.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω στην πρώτη από τις δύο σημερινές ιστορίες είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος.

Το πέτρινο λουλούδι

Δεν ήτανε μονάχα οι λιθοξόοι από το εργοστάσιο μαρμάρου που ήτανε ξακουστοί για την τέχνη τους. Λένε, πως την ίδια τέχνη κατείχαν και στα δικά μας τα εργοστάσια. Η μόνη διαφορά ήτανε πως οι δικοί μας δουλεύανε περισσότερο τον μαλαχίτη, επειδής ήτανε υψηλής ποιότητας πέτρα και βρισκότανε σε αφθονία στα μέρη μας. Από τούτον τον μαλαχίτη σκαλίζανε και διάφορα ταιριαστά πράματα που φορές, άκου το, απορούσες πώς τα΄χανε συλλάβει με τη φαντασία τους.

Εκείνα τα χρόνια ζούσε ένας μάστορας ονόματι Προκόπιτς. Σε τούτην την τέχνη ήτανε πρώτος. Κανείς δεν μπόραγε να του παραβγεί. Όμως είχε τα χρονάκια του.

Έτσι, λοιπόν, ο εργοστασιάρχης διέταξε τον επιστάτη να του βρει τίποτες νεαρά μαστορούλια για να τα μάθει την τέχνη του.

-Ας τους παραδώκει όλα του τα μυστικά ως και το τελευταίο του κόλπο.

Μόνο που ο Προκόπιτς, είτε ήτανε σφιχτός στο να μοιραστεί τα μυστικά της τέχνης του, είτε συνέβαινε τίποτες άλλο, τέλος πάντων δεν ξεβγήκε καθόλου καλός δάσκαλος. Ήτανε νευρικός και βίαιος. Πρώτα στόλιζε το κεφάλι του αγοριού με καρούμπαλα, πάγαινε να του ξεριζώσει και τ΄αφτιά του ύστερις το απαράταγε και έλεγε στον επιστάτη:

-Δεν μου κάμνει του λόγου του… Δεν έχει μήτε μάτι ικανό, μήτε χέρι που να πιάνει. Χαμένος κόπος.

Ως φαίνεται ο επιστάτης διατάχθηκε να ικανοποιεί την κάθε παραξενιά του γερο-μάστορα σε τούτο το ζήτημα.

-Ό, τι ειπείς, αφού δεν κάμνει ετούτος… θα σου δώκουμε άλλονε… – Και του ΄στελνε άλλο παλικαράκι.

Τα αγόρια σαν μάθανε τι γίνεται στου Προκόπιτς… από νωρίς ξεσηκώνανε θρήνο μην πέσουνε στα χέρια του. Μήτε οι πατεράδες μήτε οι μανάδες στέργανε να στείλουνε τα παιδούλια τους στα κάτεργα που δε βγάζανε πουθενά. Αρχίνησε, λοιπόν, ο καθείς όπως μπόραγε να γλιτώνει το τέκνο του. Να ειπούμε και του στραβού το δίκιο το να δουλεύεις μαλαχίτη ήτανε σκάρτη τέχνη, σκέτο φαρμάκι. Γι΄αυτό ο κοσμάκης φυλαγότανε. Ο επιστάτης όμως δεν αλησμονούσε την εντολή του εργοστασιάρχη –  συνέχισε να του στέλνει μαθητούδια. Εκείνος με τη σειρά του παίδευε το παλικαράκι και ύστερα το γύριζε πίσω στον επιστάτη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 86 Σχόλια »

Δυο ιστορίες του Πάβελ Μπαζόφ (μετάφραση της Ranele)

Posted by sarant στο 6 Αύγουστος, 2017

Η φίλη μας η Ranele, που μας είχε στείλει πριν από δυο μήνες τη μετάφραση ενός κεφαλαίου από το μυθιστόρημα Σάνκια του Ζαχάρ Πριλέπιν, μου έστειλε τέσσερις ιστορίες από τα Ουράλια του Πάβελ Πετρόβιτς Μπαζόφ, πάλι σε δική της μετάφραση. Το συνολικό κείμενο είναι πολύ μεγάλο, οπότε αποφάσισα να τις παρουσιάσω σε δύο δόσεις, δύο ιστορίες τούτη την Κυριακή και τις δύο άλλες την επόμενη. Βοηθάει σ’ αυτό το γεγονός ότι η πρώτη και η δεύτερη ιστορία συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, το ίδιο και οι δυο επόμενες.

Ο Πάβελ Μπαζόφ (1879-1950) έγραψε ιστορίες βασισμένες σε λαϊκά παραμύθια των Ουραλίων, που όμως δεν είναι απλή καταγραφή αλλά δική του λογοτεχνική δημιουργία με βάση λαογραφικό υλικό. Πάνω σε δικό του κείμενο, που θα το δούμε την επόμενη Κυριακή, είναι βασισμένο το μπαλέτο «Το πέτρινο λουλούδι» του Προκόφιεφ. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα διηγήματα αυτά σε έκδοση του 1970 που είναι εξαντλημένη. Η Ranele μού έστειλε κι ένα δικό της εκτενές σημείωμα για τη ζωή και το έργο του, αλλά επειδή ήδη το κείμενο ήταν πολύ μεγάλο αποφάσισα να μην το δημοσιεύσω.

Έκανα κάποιες αλλαγές στη μετάφραση της Ranele. Κάποιες λέξεις σημειώνονται με αστερίσκο και εξηγούνται στο τέλος. Ο μαλαχίτης, που πρωταγωνιστεί στις ιστορίες, είναι ορυκτό του χαλκού με χαρακτηριστικό πράσινο χρώμα. Στα Ουράλια υπάρχουν τα μεγαλύτερα κοιτάσματά του.

 

 

Η Κυρά του Χάλκινου Βουνού

Κάποτε δύο άντρες από το εργοστάσιό μας πάγαιναν στα λιβάδια τους να ιδούν αν έφτασε ο καιρός για κόσισμα(*).

Η νομή(*) τους βρισκότανε κάπως μακριά, κάπου πιο πέρα από το ποτάμι Σεβερούσκα.

Ήτανε γιορτή και σχόλη. Είχε δυνατό λιοπύρι και μια κουφόβραση άλλο πράμα. Και οι δυο τους δουλεύανε μες στα ορυχεία των Αλωνιών. Σπάγανε τον μαλαχίτη και τον αζουρίτη – μεταλλεύματα πλούσια σε χαλκό. Πού και πού βρίσκανε και αυτοφυή χαλκό σε κόκκους ή σε περίτεχνους κρυστάλλους, καμιά φορά τους τυχαίνανε κι άλλα πετρώματα.

Ένας από αυτούς, ο νεαρός, ήτανε ανύπαντρος, μα τα μάτια του ήδη είχανε πάρει μιαν πράσινη μαλαχιτένια απόχρωση. Ενώ ο άλλος, ο μεγαλύτερος, είχε σκεβρωθεί τελείως από τη χαμαλίκα των ορυχείων. Τα μάτια του, αλλά και τα μάγουλά του, είχαν αποχτήσει ακόμη πιο γκριζοπράσινη απόχρωση ωσάν της μούχλας. Και έβηχε σερί εκείνος ο κακομοίρης.

Μες στο δάσος ήταν σκέτη καλοσύνη. Τα πουλάκια τιτίβιζαν χαρμόσυνα, η γης ανέδιδε μια λεπτή ευωδιά. Εκεί που λες, τους έπιασε νύστα. Με τα πολλά με τα λίγα φτάσανε ίσαμε το ορυχείο του Κόκκινου Βράχου. Εκείνον τον καιρό αυτού μέσα βγάζανε μεταλλεύματα σιδήρου. Με το που ξάπλωσανε χάμω στο χορτάρι κάτω από μια σουρβιά, ευθύς τους πήρε ο ύπνος. Μόνο που ο νεαρός κάποια στιγμή πετάχτηκε απάνου σαν να του΄δωκε κανείς μια γερή σπρωξιά στα παΐδια. Κοίταξε ολόγυρα και τι να ιδεί; Ακριβώς μπροστά του απάνω σε ένα σωρό από πέτρες, σιμά στο μεγάλο βράχο καθότανε μια γυναίκα. Καθότανε αυτού με την πλάτη της γυρισμένη στο νεαρό, μα από την πλεξούδα της ήτανε ολοφάνερο πως επρόκειτο για νεαρή κοπέλα. Η πλεξούδα της ήτανε μαύρη κατράμι και δεν πήγαινε πέρα δώθε όπως στα κορίτσια μας, σάμπως ήτανε γερά κολλημένη πάνω στη ράχη της. Στο τελείωμά της είχε κορδέλες που φαντάζανε άλλοτε κόκκινες και άλλοτε πράσινες. Λάμπανε και κουδουνίζανε σαν ελάσματα χαλκού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λαογραφία, Ρωσικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 119 Σχόλια »

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2017

Ενδιαφέρων ακούγεται ο τίτλος, θα μου πείτε, αλλά κομμάτι στεγνός δεν είναι για κυριακάτικο πρωινό και δη καλοκαιρινό; Ποιος έχει όρεξη να διαβάζει δοκίμια περί λαογραφίας μέσα στη ζέστη;

Δίκιο θα είχατε, μόνο που ο τίτλος του βιβλίου που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Αντίποδες, και που θα σας παρουσιάσω σήμερα, είναι παραπλανητικός. Δεν πρόκειται για δοκίμιο, ο συγγραφέας δεν καταγράφει δοξασίες που όντως έχουν επιβιώσει στη θεσσαλική επαρχία: πρόκειται για μυθοπλασία, για σύντομα διηγήματα, που αν θέλαμε να τα κατατάξουμε σε κάποιο είδος θα τα ταξινομούσαμε στη λογοτεχνία τρόμου. Διηγήματα με υπερφυσικό στοιχείο, που όλα τους εκτυλίσσονται στη Θεσσαλία, κυρίως στην ύπαιθρο, και προσφέρουν με τον τρόπο αυτό μια μυθοπλαστική γεωγραφία της περιοχής.

Ο συγγραφέας, ο Χρυσόστομος Τσαπραΐλης, είναι νέος, γεννημένος το 1984 στη Λάρισα (αλλά μεγάλωσε στην Καρδίτσα). Είναι το πρώτο του βιβλίο. Αν συχνάζετε στο Φέισμπουκ ίσως τον είχατε ακούσει, διότι διατηρούσε τη δημοφιλή σελίδα «Παγανιστικές δοξασίες στη θεσσαλική επαρχία», όπου δημοσιεύτηκαν, σε πρώτη μορφή, τα κείμενα του βιβλίου -η σελίδα συνεχίζει άλλωστε να εμπλουτίζεται με καινούργια διηγήματα. Κάποια από τα διηγήματα πρέπει να δημοσιεύτηκαν και στον ιστότοπο Σκρα-Πανκ. Έχουμε δηλαδή πάντρεμα πανάρχαιων πραγμάτων όπως είναι οι δοξασίες για ξωτικά και βρικόλακες με υπερσύγχρονα όπως το Διαδίκτυο και τα κοινωνικά μέσα.

Ίσως επειδή πρωτοδημοσιεύτηκαν στο Διαδίκτυο, που υποτίθεται ότι δεν ευνοεί τα πολλά λόγια, τα διηγήματα είναι πολύ μικρά, ανάμεσα 400 και 700 λέξεις θα έλεγα. Θαρρώ πως κανένα δεν ξεπερνάει τις 3 σελίδες, αν εξαιρέσουμε το προοίμιο και το διήγημα Αργιθέα, που μπαίνει τελευταίο, ως είδος επίμετρο, και που είναι μεγαλούτσικο, καμιά εικοσαριά σελίδες (δεν το έχω διαβάσει ακόμα). Όλα τα άλλα κείμενα του τόμου ικανοποιούν τις προδιαγραφές έκτασης για να θεωρηθούν «μπονζάι» κατά την ορολογία του Γιάννη Πατίλη, μικροδιηγήματα δηλαδή.

Τα διηγήματα είναι οργανωμένα σε τέσσερις ενότητες: 1. Βλαχοχώρια, 2. Καραγκουνοχώρια, 3. Δρακοχώρια, 4. Οι πόλεις του κάμπου. Συνολικά τα διηγήματα είναι 47 συν το επίμετρο. Παρολο που το θέμα είναι παλιακό, αρκετές διηγήσεις εκτυλίσσονται στα χρόνια μας ή στο πολύ πρόσφατο παρελθόν. Ο συγγραφέας ελάχιστους ιδιωματισμούς χρησιμοποιεί -και τους περισσότερους τους επεξηγεί με υποσημείωση.

Μερικά διηγήματα μού άρεσαν πολύ, άλλα όχι τόσο. Είναι όμως ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν σηκώνει να το διαβάσεις μονορούφι, παρόλο που είναι λιγνό, 150 σελίδες. Επειδή είναι πολύ ζοφερό, μετά τις τρεις-τέσσερις ιστορίες γκώνεις και πρέπει να το αφήσεις -και αύριο πάλι. Και οι ιστορίες, αρχικά, μία-μία δημοσιεύτηκαν άλλωστε.

Για να πάρετε μιαν ιδέα, θα παρουσιάσω δύο από τα σύντομα διηγήματα, και πρώτα ένα που, κατ’ εξαίρεση, δεν είναι μαύρο και σκότεινο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 96 Σχόλια »

Ιστορίες από το μπάρκο (αφήγημα του Dryhammer)

Posted by sarant στο 9 Ιουλίου, 2017

Πριν από ένα μήνα είχαμε δημοσιεύσει εδώ το αφήγημα του καινούργιου φίλου μας του Dryhammer με τις εντυπώσεις του από το Μούρμανσκ, που το είχε επισκεφτεί ως ναυτικός το 1994. Προχτές ο Dryhammer μού έστειλε ένα ακόμα πεζογράφημα με «ιστορίες από το μπάρκο», που το παρουσιάζω σήμερα με πολλή χαρά, ταιριάζει άλλωστε

(Πρέπει να παραδεχτώ πως η σύμπτωση ήταν τυχερή, διότι χτες, ύστερα από διάφορα που συνέβησαν, δεν είχα ψυχική αντοχή να γράψω εκείνο που είχα κατά νου, που επίσης είχε ναυτικό θέμα, οπότε θα μέναμε χωρίς άρθρο σπάζοντας το σερί που βαστάει τριάμισι χρόνια).

Το αφήγημα έχει μερικές (λιγοστές μάλλον) ναυτικές λέξεις που μπορεί να είναι άγνωστες σε κάποιους, αλλά που δεν εμποδίζουν την κατανόηση -ας γίνουν οι ερωτήσεις στα σχόλια και θα απαντήσει ο Dryhammer.

Ιστορίες από ταξίδια

Στη μνήμη του Μάριου.

 

Άδειαζα το πλαϊνό ντουλάπι του σερβάν, μπας και καταφέρω να πετάξω τίποτα σαβούρες της μάνας μου και κάνω χώρο για να βάλω τις δικές μου, όταν έπεσα σ΄ ένα χαρτονένιο κουτί από παπούτσια.

«Καλέ, τι έχεις εδώ;» τηνε ρώτησα.

«Κάτι χαρτιά του πατέρα σου».

Μέσα είχε φωτογραφίες, κατοχικά χαρτονομίσματα και ανάμεσα στα χαρτιά και δυό φυλλάδια. Το ένα το πιο παλιό που είχε και κούμπωμα, ήταν του πάππου μου (το δεύτερο, το πρώτο είχε υποθέτω γεμίσει) έκδοσης του 1914 και το δεύτερο του πατέρα μου του 1935. Ο πατέρας μου δεν ήταν ναυτικός, ούτε περιστασιακά, αλλά το φυλλάδιο είχε μια ναυτολόγηση σε καΐκι για μερικούς μήνες. Τα χρόνια εκείνα, αγόρι στα Καρδάμυλα, μα και γιατρός να σπούδαζε, έπρεπε να ‘χει φυλλάδιο. Η ναυτολόγηση στο καΐκι ήτανε μαϊμού. Για να μπορεί να μπαρκάρει σε ποντοπόρο, έπρεπε πρώτα να ‘χει υπηρεσία σε ακτοπλοϊκό.

Τελικά, τα ‘φερε ο διάολος κι έβαλα και το δικό μου από πάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , | 110 Σχόλια »

Ο Ευριπίδης της ταφής (διήγημα του Κωστή Ανετάκη)

Posted by sarant στο 25 Ιουνίου, 2017

Παρουσιάζω σήμερα ένα διήγημα του Κωστή Ανετάκη, που δεν τον γνωρίζω «στην πραγματική ζωή», ούτε σχολιάζει συχνά στο ιστολόγιο, αλλά παρακολουθεί τα άρθρα του ιστολογίου μέσα από το Φέισμπουκ και τα σχολιάζει συχνά, όπως και τις άλλες δημοσιεύσεις μου εκεί.

Τις προάλλες ο Κωστής μού έδειξε το διήγημα, ζητώντας τη γνώμη μου για ορισμένα γλωσσικά θέματα. Επειδή μού άρεσε, κι επειδή βρήκα πως έχει κάτι σπάνιο για τα πεζογραφήματα της εποχης μας, δηλαδή χιούμορ,  έστω και μαύρο, του ζήτησα να το δημοσιεύσω στο ιστολόγιο, πράγμα που κάνω σήμερα.

Όπως θα δείτε, η δράση εκτυλίσσεται στο σήμερα ή μάλλον στο κοντινό μέλλον αφού γίνεται μια παρεμπίπτουσα αναφορά στην έξοδο της Βρετανίας από την ΕΕ. Επίσης, εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη -κι έτσι μερικές λέξεις που ανήκουν στη ‘βορειοελλαδική κοινή’ εξηγούνται από τον συγγραφέα σε υποσημειώσεις.

Ο Ευριπίδης της Ταφής

Η εποχή απαιτούσε μιαν εικόνα
του επιταχυνόμενου μορφασμού της
Έζρα Πάουντ

Ήμουν ευτυχισμένος κείνο το βράδυ. Καιρό είχα να αισθανθώ τέτοια χαρμονή, τόση ανάταση. Έσφιξα τα δόντια μην τ’ αφήσω να φανεί. Θα ’ταν αντιεπαγγελματικό, σόλοικο αναμφίβολα. Πάσκισα να πειθαρχήσω τ’ ακρόχειλα, που με θράσος ξεχαλινωμένο έπαιρναν την ανηφοριά μόλις άφηνα την προσοχή μου κομματάκι ν’ αποσπαστεί.

Ο αρκουδόκορμος άντρας με βοήθησε στο φόρτωμα. Σφάλισα τις πόρτες του βαν, έβγαλα οχτώ πενηντάρικα απ’ την τσέπη και του τα πάσαρα στα μουλωχτά. Έμπειρος, τα γράπωσε με την ίδια κίνηση που μου ’κανε χειραψία.

«Χάρηκα για τη συνεργασία, να ’χεις το νου σου αν προκύψει οτιδήποτε» χαμογέλασα όσο πιο ουδέτερα μπορούσα. Δεν είναι να δίνεις θάρρος σε τέτοια καρτάλια[1].

«Πάντα στη διάθεσή σου» έκανε κείνος με κρύα φωνή και τσέπωσε το ζεστό παραδάκι. Μου γύρισε την πλάτη και χώθηκε ξανά στην πίσω εξώπορτα του καλόγουστου μοντέρνου χτίριου. Πήγα να τονε σιχτιρίσω μέσα απ’ τα δόντια μου μα συγκρατήθηκα, μη γκαντεμιάσω τη στιγμή.

Κάθισα πίσω απ’ το τιμόνι και γύρισα το κλειδί στη μίζα. Διέσχισα τη φαρδιά αυλή ως την πύλη. Ο νυχτοφύλακας ανέβασε την μπάρα και με χαιρέτισε με μια βαριεστημένη κίνηση του χεριού. Ανταπέδωσα και πάτησα απαλά το γκάζι.

Μόλις τότε αφέθηκα να εκδηλωθώ. «Γιες, γιες, γιες, ρε γαμώτο μου» έκανα με τη γροθιά σφιγμένη στον αέρα, σαν Ελληνοαμερικανός μπασκετμπολίστας που πέτυχε τρίποντο με την κόρνα της λήξης. Γιατί κάπως έτσι ήτανε τα πράματα. Αν δεν τα είχα καταφέρει και τούτη τη φορά, δε θα ’χα άλλην ευκαιρία. Ξεφύσησα μ’ ανακούφιση.

Μόλις απομακρύνθηκα λίγο, έβαλα στο ηχοσύστημα τις ροκιές μου, ανέβασα την ένταση κι άρχισα να ταρακουνάω πάνω κάτω το κεφάλι στο ρυθμό. Χέντριξ, Μόρισον, Γκάλαχερ, Λέμι… Ο κολλητός μου, ο Παντελής, με δούλευε για τούτα μου τα γούστα: «Μουσική για γέρους ακούς, φιλαράκι, δαύτοι είναι πεθαμένοι από καιρό».

Βγήκα στον κεντρικό δρόμο του Πανοράματος κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς Εξοχή. Δεν είχα καμιά όρεξη να μπω στον Περιφερειακό για να φτάσω στη Νεάπολη, στα κεντρικά γραφεία. Μια βουνίσια αυτοκινητάδα ήταν ό,τι χρειαζόμουνα…

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: | 125 Σχόλια »

Το αυγό (διήγημα του Στάθη Κοψαχείλη)

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2017

Αυγό ή αβγό; Θα ασχοληθούμε άλλη φορά με το… φλέγον αυτό ερώτημα, σήμερα είναι Κυριακή κι έτσι έχουμε ύλη λογοτεχνική -αν λεξιλογήσουμε, θα γίνει στο περιθώριο.

Θα δούμε σήμερα ένα διήγημα από μια σχετικά πρόσφατη συλλογή διηγημάτων, το βιβλίο του Στάθη Κοψαχείλη «Η δρακοντιά» (είναι φυτό, που έχει και αρκετό λεξιλογικό ενδιαφέρον), μια συλλογή του 2015 που σχολιάστηκε πολύ από την κριτική αλλά που, ομολογώ, δεν έχω αξιωθεί να διαβάσω. Η φίλη μας η Μαρία το διάλεξε και το πληκτρολόγησε.

Η Δρακοντιά είναι η δεύτερη συλλογή του Στάθη Κοψαχείλη, ο οποίος γεννήθηκε το 1957 στο Λιτόχωρο και ζει στη Θεσσαλονίκη. Περιλαμβάνει 12 διηγήματα. Είχε προηγηθεί η συλλογή «Παραμιλητά» το 2011.

Στο τέλος του κειμένου, βάζω ένα απόσπασμα κριτικής και κάποια λίγα λεξιλογικά.

Το αυγό
Στον Δημήτρη Παπαθανασίου

Το πρωί της Δευτέρας 8 Ιουνίου του 1942 ο Αποστόλης Βαρθαλαμής, που έχει πατήσει για καλά τα εξήντα, ξύπνησε άκεφος. Ένιωθε μεγάλη αδυναμία, εξαντλημένος από την παρατεταμένη ασιτία και, παρ’ ότι έκανε ζέστη, αυτός κρύωνε. Δυο μέρες τώρα δεν έβαλε τίποτα στο στόμα του, εκτός από μερικές κληματσίδες που μάζεψε απ’ το αμπέλι του. Τις τρώει αλλά μετά υποφέρει απ’ τους πόνους, γιατί είναι στομαχικός. Λίγες μέρες πριν με πολλές προφυλάξεις περπάτησε στο κομμάτι της σιδηροδρομικής γραμμής ανάμεσα στα δυο γερμανικά φυλάκια και βρήκε μια μουχλιασμένη κουραμάνα. Την καθάρισε και μ’ αυτή πορεύτηκε άλλες τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , | 130 Σχόλια »

Για το Μανώλη μας δεν ξέρω (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 30 Απρίλιος, 2017

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που μου έστειλε πριν από καμιά δεκαπενταριά μέρες ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος, που κι άλλες φορές έχει δημοσιεύσει το ιστολόγιο διηγήματά του που περιγράφουν τη ζωή στα Θερμιά -την Κύθνο δηλαδή.

Όπως λέει στις σημειώσεις στο τέλος του άρθρου, το διήγημα είναι καθαρή μυθοπλασία, σε αντίθεση με τα προηγούμενα δικά του.

Στο τέλος του άρθρου υπάρχει και γλωσσάρι, επίσης καταρτισμένο από τον Δημήτρη, που για χάρη του έκανα τα στραβά μάτια και άφησα και το πολυτονικό που προτιμάει.

Γιὰ τὸ Μανώλη μας δὲν ξέρω

«Ὁ ἔμπο’ααας, ὁ ἔμπο’ας!» ἡ φωνὴ τοῦ Μιχαλιοῦ τοῦ ἔμπορα ἀντήχησε στὰ στενὰ σοκάκια τοῦ χωριοῦ, ταράζοντας τὴν πρωινὴ γαλήνη. Τὸ ρὸ τό ‘λεγε κανονικὰ ὅταν μιλοῦσε, μόνο στὸ διαλάλημά του τό ‘τρωγε. Αὐτὸ ἤτανε τὸ σῆμα του. Ἀκούοντάς τον οἰ γυναῖκες τῆς γειτονιᾶς ξέρανε πὼς ἔφτασε ὀ Μιχαλιὸς κι ὄχι ἄλλος πραματευτὴς. Ἔτρεχαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν κι ἅς μὴν ἤθελαν νὰ ψωνίσουν.  Γιατί, μαζὶ μὲ τὴν πραμάτεια πού ‘χε φορτωμένη στὸ γάιδαρο -βελόνες, κλωστές, πανιά, κορδόνια, λάστιχα, φακαρόλες, ρόμπες, νυχτικὰ καὶ μισοφόρια- κουβαλοῦσε καὶ τὰ νέα ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »

Ο υποψήφιος (διήγημα του Ρόδη Ρούφου)

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2017

Είχαμε προχτές την επέτειο των 50 χρόνων από την κήρυξη της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, οπότε ταιριάζει στο σημερινό λογοτεχνικό μας ραντεβού να διαβάσουμε ένα αντιδικτατορικό λογοτέχνημα, ένα διήγημα που ανήκει σε μια σημαντική αντιδικτατορική εκδοτική κίνηση.

Εννοώ τον τόμο «18 κείμενα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1970. Ακολούθησαν τα Νέα Κείμενα, τα Νέα Κείμενα 2 και το περιοδικό Συνέχεια -και η φυλάκιση της Νανάς Καλλιανέση, της εκδότριας του Κέδρου. Αλλά για τα θέματα αυτά έχουν γράψει πολλά και πολλοί που τα έζησαν από κοντά, εγώ θα παραθέσω απλώς τα ονόματα των συντελεστών του τόμου: Γιώργος Σεφέρης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νόρα Αναγνωστάκη, Αλέξανδρος Αργυρίου, Θανάσης Βαλτινός, Λίνα Κάσδαγλη, Νίκος Κάσδαγλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Τάκης Κουφόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Δ.Ν.Μαρωνίτης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Ρόδης Ρούφος, Τάκης Σινόπουλος, Καίη Τσιτσέλη, Στρατής Τσίρκας, Θ.Δ.Φραγκόπουλος, Γιώργος Χειμωνάς.

Τα 18 Κείμενα είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία και γνώρισαν αλλεπάλληλες εκδόσεις τα χρόνια της δικτατορίας. Ο παλιός εκείνος τόμος επανεκδόθηκε το 1994.

Διάλεξα να παρουσιάσω το διήγημα «Ο υποψήφιος» του Ρόδη Ρούφου (1924-1972). Ο Ρούφος παρουσιάζει έναν υφηγητή της Χημείας που δεν ασχολείται με την πολιτική, ο οποίος προκειμένου να γίνει καθηγητής πρέπει να δηλώσει υποταγή στο δικτατορικό καθεστώς της χώρας του. Ο Ρούφος δεν τοποθετεί τη δράση στην Ελλάδα, βέβαια, αλλά στη διάφανα ανύπαρκτη Βολιγουάη, φανταστική χώρα της Λατινικής Αμερικής. Ενδιαφέρον είναι ότι στον ίδιο τόμο υπάρχει κι άλλο ένα διήγημα που εκτυλίσσεται στη φανταστική Βολιγουάη, το «Ελ προκουραδόρ», του Θ.Δ.Φραγκόπουλου, επιστήθιου φίλου του Ρούφου, ενώ και ένα τρίτο διήγημα, η Αλλαξοκαιριά του Στρατή Τσίρκα, εκτυλίσσεται επίσης σε μια μη κατονομαζόμενη χώρα της Λατινικής Αμερικής που έχει ομοιότητες στα τοπωνύμια με τη Βολιγουάη. Το εύρημα πρέπει να οφείλεται στον Ρούφο ο οποίος άφησε και το μισοτελειωμένο μυθιστόρημα «Βίβα Βολιγουάη».

Η Βολιγουάη του διηγήματος έχει προφανείς ομοιότητες με την Ελλάδα της απριλιανής χούντας αλλά δεν υπάρχουν σαφείς παραλληλισμοί με τα ελληνικά πράγματα -εκτός ίσως από την αναφορά στην αυτοκτονία του καθηγητή της Φυτοπαθολογίας, που πιθανώς να είναι υπαινιγμός στην αυτοκτονία του καθηγητή της Γεωπονικής Θεόφιλου Φραγκόπουλου το 1969 -ο αυτόχειρας ήταν ξάδερφος του συγγραφέα Θ.Δ.Φραγκόπουλου, ο οποίος έγραψε και σχετικό διήγημα που το έχουμε παρουσιάσει σε παλιότερο άρθρο.

Πήρα το κείμενο από τον (ανατυπωμένο) τόμο 18 Κείμενα και το μονοτόνισα, εκσυγχρονίζοντας λίγο την ορθογραφία (σίγουρα θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια του οσιάρ). Στην τελευταία παράγραφο διορθώνω το «προτινή του κούραση» σε «πρωτινή του κούραση».

Ο Ρούφος αφιερώνει το διήγημα «Στη μνήμη του Gustavo Durán». Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα μορφή: o Nτουράν (1906-1969) ήταν Ισπανός μουσικοσυνθέτης, που συμμετείχε στον ισπανικό εμφύλιο ως στρατιωτικός με το μέρος της δημοκρατικής κυβέρνησης (τον αναφέρει ο Χεμινγουέι στο Για ποιον χτυπάει η καμπάνα) και αργότερα ακολούθησε καριέρα στα Ηνωμένα Έθνη. Ήταν αντιπρόσωπος του ΟΗΕ στην Ελλάδα και πέθανε το 1969 στην Αθήνα, βρίσκεται δε θαμμένος στο χωριό Άλωνες στο Ρέθυμνο. Αλλά αυτά αποτελούν υλικό για μελλοντικό άρθρο.

Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ

Στη μνήμη του Gustavo Durán

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74 | Με ετικέτα: , , , , , | 125 Σχόλια »

Παιδική Πασχαλιά (Αλέξ. Παπαδιαμάντης)

Posted by sarant στο 16 Απρίλιος, 2017

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα. Διάλεξα σήμερα λοιπόν ένα του Παπαδιαμάντη, όπως και πέρυσι. Είναι αρκετά τα πασχαλιάτικα του Παπαδιαμάντη έστω κι αν τα χριστουγεννιάτικα είναι περισσότερα. Παρόλο που φέτος κάνω Πάσχα μακριά από το σπίτι, το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει -με αυτόματο πιλότο.

Το κείμενο το πήρα από το papadiamantis.org, έκανα μια πρόχειρη μετατροπή σε μονοτονικό (θα έμειναν τίποτα μονοσύλλαβα) και εκσυγχρόνισα λίγο ακόμα την (ήδη εκσυγχρονισμένη) ορθογραφία. Ιδιωματικές λέξεις δεν έχει το διήγημα, θαρρώ.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Καλή Ανάσταση!

 

ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ

Τον υιόν της τον καπετάν Κομνιανόν τον επαντρολογούσεν ήδη η γρια-Κομνιανάκαινα, αν και δεν είχε χρονίσει ακόμη η νύμφη της, η μακαρίτις. Τα δύο ορφανά, μία κόρη οκταέτις και έν τετραετές παιδίον, εφόρουν μαύρα, κατάμαυρα, οπού εστενοχώρουν κιι εχλώμιαιναν τα πτωχά κάτισχνα κορμάκια των, και ήτον καημός καρδιάς να τα βλέπει τις. Ενθύμιζαν το δημώδες δίστιχον:

Βαρύτερ᾽ απ᾽ τά σίδερα είναι τα μαύρα ρούχα,
γιατί τα φόρεσα κι εγώ για μιαν αγάπη πού ᾽χα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: | 96 Σχόλια »

Το «Βουγγάρι» (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2017

Διαλεξα για σήμερα ένα μεγαλούτσικο διήγημα του αγαπημενου μου Γιώργου Ιωάννου, από τη συλλογή του «Η μόνη κληρονομιά» (1974). Βουγγάρι είναι λέξη παιδιόπλαστη για το φεγγάρι.

Το διήγημα το είχα ανεβάσει παλιότερα στον παλιό μου ιστότοπο, αξίζει πιστεύω μια δεύτερη δημοσίευση.

Μια και εδώ λεξιλογούμε, σημειώνω δυο-τρεις λέξεις που ίσως είναι άγνωστες στους νότιολλαδίτες (τις δυο πρώτες θα τις ξέρουν οι περισσότεροι):

τσούσκες : οι κόκκινες καυτερές πιπερίτσες

τσιγέρι ή τζιέρι: το συκώτι.

μπαρδάκι: το σταμνάκι του νερού· αλλά και κύπελλο με χερούλι. Η λέξη (από τουρκ. bardak) δεν είναι υποκοριστικό, δεν υπάρχει «μπαρδί».

 

«Το Βουγγάρι»

Ώσπου να μάθουμε πως οι Γερμανοί είχαν κρεμάσει τον άντρα της, κατέφθασε η ίδια απ’ τη Φλώρινα με τη μικρή στην αγκαλιά και μες στα μαύρα. Γέμισε ξαφνικά το σπίτι θρήνους και σκληρές περιγραφές. Ήταν βλάχα κι έλεγε πολλά, χωρίς να παίρνει ανάσα, όπως μιλούν όλες οι ρουμανόβλαχες. Μας είπε γενικά κι ύστερα λεπτομέρειες πώς τον έπιασαν, πώς τον πέρασαν αμέσως στρατοδικείο και πώς τον κρέμασαν στο χώρο της μεγάλης στρατώνας την άλλη μέρα πρωί πρωί μαζί με άλλους δέκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Διηγήματα | Με ετικέτα: , | 97 Σχόλια »

Το σκουλήκι (διηγημα του Βασίλη Τσιαμπούση)

Posted by sarant στο 19 Μαρτίου, 2017

Την περασμένη Κυριακή είχαμε δει ένα διήγημα του μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, ενώ πριν από έναν μήνα είχαμε παρουσιάσει ένα άλλο διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη από τη Σπάρτη. Συνεχίζω σήμερα στο ίδιο πνεύμα με έναν άλλο πεζογράφο που κατά κάποιο τρόπο είναι ταυτισμένος με μια πόλη, τον δραμινό Βασίλη Τσιαμπούση. Γεννημένος το 1953, έχει σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στο ΑΠΘ. Ζει και δουλεύει στη Δράμα.

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα περιλαμβάνεται στην πρώτη του συλλογή, Η βέσπα και άλλα επαρχιακά διηγήματα, που κυκλοφόρησε το 1990. Από τη συλλογή αυτή έχω δημοσιεύσει το ομότιτλο διήγημα στον παλιό μου ιστότοπο.

Στο διήγημα που θα δούμε σήμερα η δράση δεν εκτυλίσσεται σε επαρχιακή πόλη αλλά στη Θεσσαλονίκη των φοιτητών, και όσοι σπούδασαν εκεί μπορεί να θυμηθούν δικά τους βιώματα. Πάντως, η Πρίγκιπος Νικολάου έχει μετονομαστεί σε Σβώλου («κι οι πρίγκιπές σου τώρα γίναν σβώλοι…» έγραψε κάποιος φίλος που σπούδασε εκεί στη δεκαετία του 80).

Από γλωσσική άποψη, δεν έχουμε πολλές ιδιωματικές λέξεις. Δυο φορές γίνεται λόγος για «οικοδομή», που όταν το λέμε εμείς οι χαμουτζήδες εννοούμε κτίριο που χτίζεται, αλλά στη Θεσσαλονίκη σημαίνει και την (τελειωμένη και κατοικούμενη) πολυκατοικία. Η χαρχάλα είναι μειωτικός χαρακτηρισμός για γυναίκα, πηδιόλα ας πούμε. Νόμιζα ότι είναι βορειοελλαδίτικος ιδιωματισμός αλλά βλέπω στο σλανγκρ ότι λέγεται και στην Κρήτη και αλλού και ότι έχει ποικίλες σημασίες. Τέλος πάντων.

Το κείμενο ήταν εξαρχής σε μονοτονικό οπότε έκανα ελάχιστες επεμβάσεις στην ορθογραφία και τη στίξη.

Το σκουλήκι

Μας συντάραξε η καρτούλα. Η μπορντούρα της σύνορο χρυσό, αυτός μέσα, εμείς απ’ έξω και το αγέρωχο της ηρεμίας μας κομμάτια. «Γεωλόγος του Πανεπιστημίου της Στουτγάρδης», έγραφε. «Θα περάσω αύριο στις ε­φτά. Σας πεθύμησα».

Παρτίδες μαζί του δεν πολυγουστάραμε, από πα­λιά τον είχαμε κατατάξει στους «κατώτερους». Στο γυ­μνάσιο για να περνάει τις τάξεις «έγλειφε» τους καθη­γητές κι όλοι τον κοροϊδεύαμε «Σαλιάρα». Είχαμε μια φιλόλογο, που της κουβαλούσε απ’ το χωριό του φρέσκα αυγά, με τ’ αζημίωτο βέβαια, αφού στα Νέα και τ’ Αρχαία πάντα προβιβαζόταν απ’ τον Ιούνιο. Ως και τον οδηγό του πούλμαν στη μεγάλη εκδρομή της τελευταίας τάξης κατάντησε να τον καλοπιάνει κι ενώ όλοι τη βγά­ζαμε στρωματσάδα στα σχολεία, όπου διανυκτερεύαμε, αυτός κοιμόταν μέσα στ’ αυτοκίνητο. Εκείνη τη χρονιά όμως, προς τέρψιν πολλών, έμεινε ανεξεταστέος σε πεντέξι μαθήματα κι από τότε τον ξεχάσαμε εντελώς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Φοιτητικά | Με ετικέτα: , | 192 Σχόλια »

Το δείπνο (διήγημα του Παναγιώτη Κουσαθανά)

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2017

Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα το έχει γράψει ο Μυκονιάτης συγγραφέας Παναγιώτης Κουσαθανάς -το επώνυμο θα είναι γνωστό σε όσους πηγαίνουν συχνά στη Μύκονο αν όχι από τον ίδιο αλλά επειδή είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα στο νησί, μαζί με τον Ζουγανέλη και μερικά ακόμα. Αλλά και ο ίδιος ο Κουσαθανάς είναι δίκαια γνωστός για το έργο του, ποιητικό και πεζογραφικό -και το μη λογοτεχνικό, αφού έχει γράψει πολλά για την ιστορία του νησιού του και έχει συντάξει και ένα πολύ αξιόλογο «Χρηστικό λεξικό του ιδιώματος της Μυκόνου».

Το σύντομο αυτό διήγημα είναι το πρώτο από τη συλλογή διηγημάτων «Αναπάντεχες συναντήσεις» (εκδ. Ίνδικτος, 2011· πρώτη δημοσίευση, πρδ. Εντευκτήριο, 2007). Ο υπότιτλος της συλλογής είναι Μυθ-ιστορίες για σημαδιακά συναπαντήματα. Το είχα διαβάσει πριν από 2-3 χρόνια στο αεροπλάνο, θυμάμαι, μου άρεσε πολύ και ήθελα να το παρουσιάσω εδώ, όμως το αμέλησα -επανορθώνω τώρα.

Ίσως ξενίσει ο ιδιότυπος τρόπος στίξης του συγγραφέα: δεν χρησιμοποιεί τελείες, ούτε κόμματα, μόνο σπανίως άνω τελείες. Η αρχή των προτάσεων βέβαια δηλώνεται από το κεφαλαίο γράμμα. Επίσης, κατά το ισπανικό συνήθειο, προτάσσει το ερωτηματικό (αν και όχι ανεστραμμένο) πριν από μια ερωτηματική πρόταση. Δεν είμαι βέβαιος ότι οι καινοτομίες αυτές προσθέτουν κάτι, πάντως τις διατήρησα, όπως και την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πλην μονοτονικού. Στο τέλος του διηγήματος, έχω κι ένα βιντεάκι όπου μπορείτε να ακούσετε τον ίδιο τον συγγραφέα να διαβάζει το διήγημά του.

Ίσως χρειαστεί να πούμε δυο λόγια για μερικές λέξεις και φράσεις, με τη σειρά που εμφανίζονται.

* Το μότο του διηγήματος Cum mortuis in lingua mortua, παραπέμπει, όπως αναφέρει στο επίμετρο ο συγγραφέας, στον τίτλο αποσπάσματος από τις «Εικόνες από μια έκθεση» του Μουσόργκσκι. Σημαίνει «με τους νεκρούς σε νεκρή γλώσσα»

* οργιά είναι η ουρά

* «ν’ απολο’χάνει» θα πει υποθέτω «να κατακάτσει». Στο μυκονιάτικο λεξικό του ο Κουσαθανάς λημματογραφεί τη φράση «ν’ απολοχάνει το φαγητό» με τη σημασία «να το αφήσουμε να κρυώσει λίγο».

* «ξίγγικος στο ξίδι», πρέπει να είναι αυτό που λέμε ξίκικος, εδώ με τη σημασία λειψός, λιγοστός

* ‘ρέ’εται, δηλαδή ορέγεται.

* minaccioso e sinis­tro, απειλητικά και δυσοίωνα

 

ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ
(Συνάντηση με τον Ι.Π.Κ. α’)
Cum mortuis in lingua mortua

Εκείνος μαγείρευε κι εγώ δίπλα του τον παρακο­λουθούσα με κατάνυξη αυτή τη φορά όμως συνέβη το αντίθετο Ζωσμένος την ποδιά μου πολεμούσα στον πάγκο της κουζίνας με τα χαντζάρια και τα τηγάνια μου κι εκείνος καθισμένος σε μια καρέκλα με συμβούλευε κάνοντας πως δεν βλέπει το σκόρδο που περίμενε καθάρισμα στο τραπέζι αυτός που δεν με άφηνε να μαλάζω τα χέρια μου με μυρωδιές «—Ο σαραβάς! αλλού τόνε λένε γλανιό ή σαλούβαρδο Δεν υπάρχει καλύτερο ψάρι για τηγάνισμα και σαβόρε αλλά να ’ναι φρέσκος κι όταν λέμε φρέσκος εννοούμε φρέσκος της ώρας “η κεφαλή στο τηγάνι η οργιά στη θάλασσα” όπως λέμε αλλιώς δεν αξίζει Λαδάκι της ελιάς της ελιάς τού θεού ;άκουσες; όχι τα παλιόλαδα που πάτε κι αγοράζετε· μακριά απ ’ αυτά όλο αρρώστια και χολέρα είναι Στο σαβόρε θα βάζεις καινούργιο λάδι όχι εκείνο με τα καμένα αλεύρια απ’ το τηγάνι­σμα αυτό περίχυνέ το στα μουλιασμένα ξεροκόμματα για τις όρνιθες γιατί ’ναι κρίμα να πηγαίνει χαμένο Το ψιλοκομμένο σκορδάκι με το αλεύρι να μην τσιγαρίζεται πολύ και πικραίνει Το δεντρολίβανο πλυμένο καλά γιατί το κουτσουλούν οι σπουργίτες στην αυλή και ;πού ’σαι; να βάζεις ολόκληρο το κλαδάκι μην το μαδάς μέσα κι ύστερα τρως και φτύνεις τα ξύλα Το σαβόρε πρέπει να τ’ αφήνεις για μια μέρα στην μπάντα εκτός ψυγείου να ζυμώνονται οι γεύσεις του κι οι μυρωδιές άντε για πρώτη και τελευταία φορά δεν πειράζει που δεν θα μείνει ν’ απολο’χάνει αφού κι εγώ απρόσκλητος σου ’ρθα και ;βλέπεις; τα μάτια σου δεκατέσσερα το ξίδι από το βαρελάκι της αποθήκης να το βάνεις στο φαΐ με το σταγονόμετρο γιατί ’ναι Τούρκος!»

Έκανε μια μικρή παύση «-Σού ’χω πει το πιπεροξιδάτο κατόρθωμά μου μια φορά; Του ‘γνεψα πως όχι κι άρχισε να μου εξιστορεί το χωρατό που θυμήθηκε πάντα του άρεσε να διηγιέται τα καμώματά του στρατιωτικά κυνηγετικά αλιευτικά αγροτικά και επαγγελματικά «—…ο καημένος ο φίλος μου ο Γιακουμάκης ακόμα θα φυσά το στόμα του για να του περάσει η καήλα! αλλά ;ποιο στόμα το ’δες που πάλι το ξέχασα μπας κι έχουν χείλια οι αποθαμένοι να φυ­σούν όταν καούν και να μιλούν όταν συναντιούνται καληώρα σαν κι εμάς τώρα;» Γελάσαμε κι οι δυο με το πάθημα του Γιακουμάκη κι ύστερα συνέχισε τις συνταγές του για το δείπνο μας από εκεί όπου είχε σταματήσει «—Δεν έχει καλύτερη σαλάτα που να ται­ριάζει με το σαβόρε από τη μαρουλοσαλάτα που κόβεις τώρα» μου είπε «έτσι μπράβο! κρεμμυδάκι τρυφερό ψιλοκομμένο άνηθο λίγο αλατάκι χωρίς τσιγκουνιά το λάδι αλλά το ξίδι με φρονιμάδα “ξίγγικος στο ξίδι μπόλικος στο λάδι φρόνιμος στ’ αλάτι και λωλός στο τάραγμα” που λέγανε κι οι παλαιοί το πολύ πολύ να βάλεις καμμιά θρούμπα μέσα και δυο-τρεις κάππαρες με τα φυλλαράκια και τ’ αγγουράκια τωνε Δεν πάει να πει πως βάνομε και τα σαράντα φτύσματα μόνο και μόνο επειδή τή λέμε “σαλάτα” άλλη ιστορία αν απλώσεις μερικές πιπεράτες σαρδέλες “Λούκας” πάνω πάνω Λιγοστά μα στυλωτικά πράματα ’ρέ’εται η ψυχή και το σώμα του ανθρώπου αλλά εσείς μου ’χετε πιασμένες καινούργιες μόδες τώρα… άμα ξέρεις τι τρως το τρως με άλλη όρεξη όπως τον χορό που τον χορεύεις ασίκικα όταν γνωρίζεις τον σκοπό που σου παίζουνε» Γύρισα με τρόπο από την άλλη με­ριά και κρυφά χαμογέλασα άνοιξα το ντουλάπι πάνω από τον νεροχύτη κι έβγαλα μια κονσέρβα πικάντικες σαρδέλες τις άνοιξα τις στράγγιξα και τις άπλωσα πάνω στη σαλάτα ξέροντας πως η μόνη παραχώρηση που έκανε στις κονσέρβες ήταν σ’ αυτές ακριβώς τις πορτογαλέζικες σαρδέλες για τις οποίες τρελαινόταν· όσο ετοίμαζα τη σαλάτα εκείνος συνέχιζε τον χαβά του «—Αφερίμ! βλέπω πως δεν πήγαν χαμένα τα μαθήματα που σου ’δωσα έτσι κόβουν οι καλοί μαγείροι μαζεμένα τα δάχτυλα προς τα μέσα μη φάμε και ωμό κρεατικό μαζί! ;δεν είπαμε πως όσο πιο απλά και λίγα πράματα στη σαλάτα στο φαΐ και στη ζωή τόσο το καλύτερο;» είπε με προσποιητή σοβαρότητα Αμέσως μετά ξαφνικά κι απρόσμενα με ρώτησε «—;Πώς τα πας με τη ζωή σε μεταχειρίζεται καλά;» Είπε «μεταχειρίζεται» σαν να ’μουν σκλάβος της πράμα ή παιγνιδάκι δεν είπε «συμπεριφέρεται» όπως συνηθίζομε να λέμε βάζοντας υποτιμητικά τη ζωή στη θέση του άτακτου παιδιού που επιδέχεται σωφρονισμό διά της γνωστής δοκιμασμένης μεθόδου Διακρίνοντας τον προστατευτικό τόνο στην ερώτησή του βιάστηκα να κουνήσω το κεφάλι καταφατικά θέλοντας να του δείξω πως αρμενίζω χωρίς ιδιαίτερα μπουρίνια και φουρτούνες ωστόσο απορημένος αναρωτήθηκα από μέσα μου «—Καλά ;τί ’ναι τούτο πάλι; αυτός προσγειωμένος και χωμάτινος ξεζουμίζει με τον τρόπο του την κάθε στιγμή της ζωής κι έμαθε κι εμένα να κάνω το ίδιο χωρίς να γκρινιάζω ;πώς του’ ρθε τώρα πως μπορεί και να παραπονιέμαι;»

Έχοντας πια τελειώσει το «μάθημα» της μαγειρικής πήρε φόρα κι άρχισε να με ρωτά κι άλλες ερωτήσεις προσωπικές και μάλλον αδιάκριτες ενώ δεν ήταν του χαρακτήρα του και ποτέ άλλοτε δεν το είχε κάνει. Από την πρώτη κιόλας ερώτηση διέβλεψα μέσα του ως να ήταν τώρα πια ομοιοπαθής συνοδοιπόρος της δικής μου ζωής την άκακη φιλάλληλη μάλλον και συμφιλιωτική «πονηριά» που μόνο οι έξυπνοι άνθρωποι διαθέτουν Το σκανταλιάρικο χαμόγελό του δεν άφηνε αμφιβολία ότι γνώριζε πολύ περισσότερα για τον εαυτό μου από εμένα τον ίδιο και είχα συνεχώς την εντύπω­ση ότι παρά το ανυπόκριτο ενδιαφέρον του απαντούσα σε έναν άνθρωπο που ήξερε κιόλας τις απαντήσεις Ανακουφισμένος λες κι αυτό ήταν που μια ζωή περίμενα αποκρινόμουν με αφοπλιστική ειλικρίνεια και με μια πρωτόγνωρη για μένα τον δειλό άνεση χωρίς καθόλου να δυσανασχετώ αντιθέτως ένιωθα να φεύγει σιγά σιγά ένα βάρος από πάνω μου να με θωρακίζει μια μακροφτέρουγη προστασία και να με κατακλύζει μια ηρεμία λυσιμελής και ενώ το βλέμμα του στην αρχή της κάθε ερώτησης έδειχνε ανείπωτη ανησυχία μετά από τις απαντήσεις μου το πρόσωπό του γέμι­ζε από αγαλλίαση λάμποντας σαν ήλιος Ύστερα και άλλη παύση αυτή τη φορά μεγαλύτερη όπως εκείνες τις απειλητικές και δυσοίωνες στη Μουσική που λένε πιο πολλά από το ίδιο το μέλος («minaccioso e sinis­tro» θα σημείωνα στην παρτιτούρα αν έγραφα τώρα νότες αντίς για λέξεις) Κατάλαβα πως δεν είχε να με ρωτήσει τίποτε άλλο «—;Κρασάκι ή μπιρίτσα θα πιούμε;» του πέταξα αν και ήξερα πως του άρεσε να πίνει με το φαΐ ένα ποτηράκι ’λιαστό κρασί Απάντη­ση δεν πήρα τον ξαναρώτησα γυρνώντας να κοιτάξω στην καρέκλα όπου καθόταν Άφαντος! «—Αχ πατέρα πατέρα!» ψέλλισα «πάντα έρχεσαι γλιστράς και σαν πουλί φεύγεις! αυτή τή φορά τουλάχιστο πρόλαβα να σου πω όσα είχα στοιβαγμένα μέσα μου εγώ όμως μόνο για σένα μαγείρεψα! ;γιατί δεν μού ’πες πως οι πεθαμένοι δεν κάθονται να δειπνήσουν στην ίδια τάβλα με τους ζωντανούς;»

Εδώ ακούμε -και βλέπουμε- τον Παναγιώτη Κουσαθανά να διαβάζει «Το δείπνο»

 

Posted in Γαστρονομία, Διηγήματα, Κυκλάδες | Με ετικέτα: , | 141 Σχόλια »

Φάβα αποκριάτικα (του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2017

Καθώς βρίσκομαι εκτός έδρας αυτές τις μέρες, λογάριαζα για σήμερα να βάλω σε επανάληψη κάποιο παλιότερο άρθρο, μια βολική λύση στην οποία καταφεύγω αριά και πού, όταν δεν προφταίνω να γράψω φρέσκο άρθρο. Σαν από μηχανής θεός όμως, ο φίλος μας ο Δημήτρης ο Μαρτίνος μού έστειλε ένα αποκριάτικο αφήγημά του, μια παλιά ιστορία που συνέβη προπολεμικά στα Θερμιά, στην Κύθνο παναπεί.

Κατόπιν εορτής, θα πείτε, και θα’χετε δίκιο. Κι εγώ έτσι σκέφτηκα στην αρχή και είπα να αφήσω το διήγημα κατά μέρος και να το βάλω του χρόνου τέτοιον περίπου καιρό. Ωστόσο, άνθρωποι είμαστε -και ήταν μαθηματικά βέβαιο πως αν το ανέβαλλα για του χρόνου θα το ξεχνούσα ως τότε. Οπότε, το βάζω τώρα που ακόμα το αποκριάτικο κλίμα δεν έχει εντελώς ξεχαστεί, πολύ περισσότερο αφού μου λύνει το πρόβλημα του άρθρου που δεν είχα να ανεβάσω.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, να σημειώσουμε ότι η εναλλαγή φ και θ δεν είναι σπάνια σε διάφορα ιδιώματα. Έτσι, πέρα από το θυλάκι -> φυλάκι του διηγήματος, έχουμε το θηκάρι -> φηκάρι ή το θηλί -> φηλί (ιδίως στην έκφρ. «είναι φηλί κλειδί» δηλ. αχώριστοι σύντροφοι). Όσο για την εμμονική προσήλωση της χήρας στην απόλυτη καθαριότητα, μού θύμισε τη νοικοκυρά στο παπαδιαμαντικό «Για τα ονόματα».

Κατ’ εξαίρεση αφήνω την ορθογραφία του πρωτοτύπου, πολυτονικού συμπεριλαμβανομένου.

ΦΑΒΑ ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΑ

«Φάβα άποκριάτικα; Ποῦ ἀκούστηκε; Παλάβωσες καημένε;»

Ὅλα τά ‘χε δεῖ καὶ τά ‘χε ἀκούσει ἡ Ἁνεζιὼ*, εἴκοσι χρόνια τώρα παντρεμένη μὲ τὸν Πατέστο τὸν Τσαμπουνιάρη. Ἐτοῦτο δὲν τὸ περίμενε. Ἐκεῖνος, ἀτάραχος, ξετυλίγοντας τὸ σπάγγο ποὺ στερέωνε τὸ διπλὸ καλαμένιο αὐλὸ στὸ φυλάκι* τῆς τσαμπούνας, ἀποκρίθηκε:

«Γιατὶ, δὲν εἶν’ ἀποκριάτικο φαΐ ἡ φάβα; Τὸ λέει καὶ τὸ τραγοῦδι» κι ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ σ’ ἕνα δικό του σκοπό:

«Τὶ νά ‘χαμε, τὶ νά ‘χαμε ἕνα κουπάκι φάβα
κι ἕνα μουνάκι τρυφερὸ γιὰ νὰ μᾶς φεύγ’ ἡ καύλα».

Ἡ κουβέντα εἶχε ἀρχίσει μέρες, βδομάδες πρίν. Μόλις μπῆκε τὸ Τριώδιο. Ἀπὸ τότε ἡ Ἁνεζιὼ τὸν ἔψελνε, κάθε μέρα σχεδὸν, γιατὶ ἤξερε τὸ χούι του. Νὰ ντύνεται μούσκαρος* τὴν Τυρινὴ Κυριακὴ καὶ νὰ γελᾶ τὸ χωριὸ μὲ τὰ πονηρὰ στιχάκια ποὺ σκάρωνε καὶ τὰ καμώματά του.

«Τὸ νοῦ σου καημένε, μὴν ἀρχίσεις πάλι τὰ μασκαραλίκια σου ἀποκριάτικα γιατὶ ἔχουμε κόρες τσῆ παντρειᾶς!»

«Τί λὲς ρὲ γυναίκα; Ὁ γέρο-Νικολὸς ὁ Κακορίζικος, ποὺ δὲ μιλεῖ ἀθρώπου ὁλοχρονικῆς τοῦ χρόνου, τὴν Ἀποκριὰ βάνει τσὶ προβιές ξεβράκωτος καὶ  ξεσκεπάζεται σὲ κάθε γωνιὰ καὶ κάθε τρίστρατο» ἀπάντησ’ ὁ Πατέστος*.

«Ἐκεῖνος δὲν ἔχει κόρες ἀνύπαντρες, τσὲ πάντρεψε» τὸν ἀποστόμωσε ἡ Ἁνεζιώ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εορταστικά, Λαογραφία | Με ετικέτα: , , , | 117 Σχόλια »

Αποκριάτικη νυχτιά – διήγημα του Παπαδιαμάντη

Posted by sarant στο 26 Φεβρουαρίου, 2017

Τα Χριστούγεννα συνηθίζουμε τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, το ίδιο και το Πάσχα -αλλά σήμερα έχουμε άλλη γιορτή κι έτσι θα δούμε κάτι πιο σπάνιο, ένα αποκριάτικο διήγημα. Όχι σκιαθίτικο, παρά αθηναϊκό -από τα όχι λίγα διηγήματα του Παπαδιαμάντη που διασώζουν σκηνές της ζωής του φτωχόκοσμου της πρωτεύουσας στα τέλη του 19ου αιώνα.

Ο Σπύρος Βεργουδής είναι ολοφάνερα άλτερ εγκο του ίδιου του Παπαδιαμάντη, το δε διήγημα διαφέρει από τα περισσότερα παπαδιαμαντικά καθώς χαρακτηρίζεται από χιούμορ και ανάλαφρο ύφος, και όχι μόνο στο ιντερμέδιο με τα αλλεπάλληλα γλωσσικά μαργαριτάρια του κυρ Ζαχαρία.

Μερικά λεξιλογικά-πραγματολογικά, με τη σειρά που εμφανίζονται στο διήγημα:

  • Αγιοταφίτικο: εννοεί την εκκλησία των Αγίων Αναργύρων, μετόχι του Παναγίου Τάφου, γωνία Πρυτανείου και Ερεχθέως.
  • πρόσφωλο: το φώλι, το αυγό που βάζουν στη φωλιά της κότας για να προσελκύσουν την όρνιθα να γεννήσει κι άλλα. Εδώ βέβαια μεταφορική η χρήση, το έναυσμα.
  • έβαζε μαναφούκια: διέβαλλε, συκοφαντούσε (από το τκ. münafιk)
  • πομπιωμένη: διαπομπευμένη
  • ανειμένα κατά το φαινόμενον: χαλαρά φαινομενικώς (από το ρήμα ανίημι, απ’ όπου και η άνεση)
  • μηναρές: να σημειωθεί η στρατιωτική αργκό για την ποινή φυλάκισης ενός μηνός
  • τα πήρε πλυμένα κι άπλυτα: σήμερα θα λέγαμε «πήρε τα βρεμένα του»
  • έδωσε νάμι: έβγαλε όνομα

 

Αποκριάτικη νυχτιά

Εάν δεν ήτο επιμελής σπουδαστής ο Σπύρος ο Βεργουδής, και δεν είχε τυχόν πως να περνά τας ώρας του, κατά τας πολυημέρους διακοπάς των εορτών και της Απόκρεω, ηδύνατο να εύρει δουλειά καθήμενος εις το παράθυρον και θεώμενος και ακούων τα τελούμενα. Δεν ήτο δρόμος, ήτο αυλή, παμπάλαιος, ευρεία, ακανόνιστος, με τους τοίχους υψηλούς αλλ’ ανίσου ύψους, περιβάλλουσα μίαν των παλαιοτέρων οικιών παρά την ανέρπουσαν εσχατιάν της αρχαίας πόλεως, προς την Ακρόπολιν, υψηλά, παρά το Αγιοταφίτικον. Αι τρείς ενοικάρισσαι του ισογείου, η κυρα-Κατίγκω η Χρίσταινα, μετά της αγάμου αδελφής της Φρόσως, και η γριά-Βαγγελή η Λεμονού, μετά της κόρης της τής Γεώργαινας, και η Σταματούλα η Γεμενίτσα μετά της ψυχοκόρης της τής Μαρούσας, εμάλωναν διά το κάθε τι, συχνότατα, σχεδόν τρις της εβδομάδος. Συνήθως, η κατέχουσα το μεσαίον οίκημα, η Λεμονού, πότε εκ της παραμικράς αφορμής, πότε άνευ αφορμής ωρισμένης, τα έβαζε σήμερον με την μίαν, αύριον με την άλλην των δύο γειτονισσών της. Και τας μεν εορτάς, αντί να ευρίσκωσιν ύλην όπως κακολογώσιν άλλας έξω της αυλής διερχομένας ή ησύχως εις τας οικίας των καθημένας γυναίκας, προχειρότερον εύρισκον να τα χαλούν μεταξύ των. Εάν τυχόν η μία των τριών, η αδελφή της μιάς ή η κόρη της άλλης εστολίζετο, η άλλη έμενε πεισματωδώς με τα καθημερινά της, δια να έχει αφορμήν να κακολογεί την στολισμένην, ότι «δεν ξέρει να φορέσει το φουστάνι της», κι έλεγε: «Κοίταξέ τηνε! μου στολίστηκε σα νύφη· το χάλι της δεν το βλέπει!» Τας δε καθημερινάς, άλλοτε αι δύο, άλλοτε και αι τρείς, είχαν μπουγάδα, και όλον το πλυσταρείον, και όλος ο χώρος της αυλής, δεν τας ήρκει δια ν’ απλώσωσι τα μοσχοπλυμένα των. Συχνά η γρια-Βαγγελή η Λεμονού, αφού ωνείδιζε την εκ δεξιών και την εξ αριστερών πάροικον της, ως απρόκοφτην, ως άπραχτην, ως απασσάλωτην, αυτή πρώτη θέτουσα το «πρόσφωλο», αίφνης ειρήνευεν, εμειδία, κι’έλεγεν ότι αυτή έχει δουλειά να κάμη, ότι δεν «χαλά τη ζαχαρένια της», και ότι δεν τας συνερίζεται ν’ απαντά εις τας μομφάς των. Αλλοτε πάλιν η Σταματούλα η Γεμενίτσα έπαιρνε λόγια από τη μίαν κι έβαζε μαναφούκια εις την άλλην, και είτα εν ανέσει ενετρύφα εις τον καυγάν, ισταμένη παράμερα. Εμάλωναν διά κάθε πράγμα, δια μίαν σκάφην αναποδογυρισμένην ολίγον λοξά εις το πλυσταρείον, δι’ ολίγες σταλαματιές θερμού χυθείσας κατά γης, δι’ ολίγας δράκας στάκτης περισσότερον ή ολιγώτερον ριφθείσας εις την κόφαν. Μιά των ημερών, η γραία Βαγγελή εθύμωσεν εναντίον της Κατίγκως της Χρίσταινας, διότι αύτη εκαυχήθη ότι πληρώνεται προς είκοσι λεπτά τα υποκάμισα της κόλλας, και την ωνόμασε «τριγυρισμένην» και «πομπιωμένην», άλλοτε πάλιν η Κατίγκω εσήκωσε χείρα εναντίον της Μαρούσας, της ψυχοκόρης της Σταματούλας, καλέσασα αυτήν, δεκατετραετή μόλις, «μωρή μπασταρδού!» διότι την είδε νίπτουσαν τας χείρας πλησίον εις την κόφαν της μπουγάδας με τα ρούχα. Με αυτά επερνούσαν τας ημέρας των εις την ευρείαν αυλήν της παμπαλαίου οικίας αι τρεις αύται πτωχαί γυναίκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Διηγήματα, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , | 108 Σχόλια »