Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Η ιστορία με το κριάρι (του Μαρκ Τουέιν)

Posted by sarant στο 15 Απρίλιος, 2018

Το σαββατοκύριακο προμηνυόταν ζοφερό κι έτσι διάλεξα για το κυριακάτικο ανάγνωσμά μας κάτι χιουμοριστικό, που να μας κάνει να ξεσκάσουμε από τα σύννεφα της πολεμικής σύγκρουσης και την αγωνία για τον Βασίλη Δημάκη. Τελικά, το δεύτερο θέμα φαίνεται πως διευθετήθηκε τουλάχιστον προς το παρόν, ενώ στο πρώτο αποφύγαμε τα πολύ χειρότερα -ωστόσο δεν άλλαξα την επιλογή μου, το γέλιο χρειάζεται.

Θα παρουσιάσω ένα χιουμοριστικό διήγημα του Μαρκ Τουέιν (1835-1910), του πατέρα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Για τον Τουέιν δεν χρειάζονται συστάσεις, στη γενιά μου όλοι είχαν διαβάσει είτε σε πλήρη μορφή είτε σε διασκευή τον Τομ Σόγιερ ή τον Χοκ Φιν, αλλά ο Τουέιν έγραψε πολύ περισσότερα και επίσης αξιόλογα, ενώ και η βιογραφία του έχει ενδιαφέρον, με την αγάπη του για την τεχνολογία και τις εφευρέσεις, τους αγώνες του για τα ανθρώπινα δικαιώματα (ιδίως την κατάργηση της δουλείας) και την αντιμπεριαλιστική στάση του στα τελευταία κυρίως χρόνια της ζωής του. Αλλά αυτά τα ξέρετε -αν και θα ενδιέφερε να δούμε αν οι νεότεροι τον έχουν επίσης διαβάσει.

Οπότε, ας μείνουμε στο συγκεκριμένο διήγημα. Το έγραψε το 1872 (κατά σύμπτωση, η φωτογραφία που βρήκα στην αγγλική Βικιπαίδεια είναι από εκείνα τα χρόνια) και περιλαμβάνεται στη συλλογή Roughin it. Εγώ το πήρα από τη δίτομη έκδοση «Μαρκ Τουαίην – Διηγήματα Α’+Β'» που ειναι επιλογή από τα Άπαντά του, σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Θα μπορούσα να διαλέξω ένα πιο συμβατικό χιουμοριστικό, όπως το «Η κυρία Μακ Γουίλιαμς και οι κεραυνοί», που άρεσε πολύ στον παππού μου, αλλά τελικά προτίμησα το Κριάρι -άλλη φορά βάζουμε τους κεραυνούς.

Τον Μαρκ Τουέιν, που τότε τον λέγαμε Τουέν, τον είχα μάθει απο τον παππού μου -τα καλοκαίρια που πήγαινα μαζί τους στο Τολό πηγαίναμε στη Δανειστική Βιβλιοθήκη του Ναυπλίου και δανειζόμασταν βιβλία, κι εκεί είχα διαβάσει τον Τομ Σόγιερ και τον Χοκ Φιν, καθώς και κάμποσα διηγήματα. Τη δίτομη έκδοση των Γραμμάτων, που έχει εξαντληθεί πια και δεν έχει ξανακυκλοφορήσει, την είχα αγαπήσει πολύ τότε που βγήκε, το 1979 -υπάρχει ακόμα γραμμένη με μολύβι η τιμή, 140 δρχ. ο τόμος.

Το πρωτότυπο το βρίσκετε εδώ. Το διήγημα έχει πολλά αμερικάνικα κύρια ονόματα, που έχουν μεταγραφεί με τις συμβάσεις της εποχής, δηλαδή χωρίς απλογράφηση, π.χ. Τζέηκοπς αντί Τζέικοπς που θα λέγαμε σήμερα. Τα άφησα όπως ήταν, μάλλον από φυγοπονία. Άφησα και το «Ιλλινόις» διότι έτσι το λέγαμε τότε, δεν είχε πάρει το κουτάλι μας νερό να μορφωθούμε και να μάθουμε ότι το λένε Ιλινόι.

Η ιστορία με το κριάρι

Εκείνο τον καιρό τα παιδιά μου ’λεγαν πότε πότε ότι έπρεπε να παρακαλέσω κάποιον Τζιμ Μακ Μπλέην να μου διηγηθεί τη συναρπαστική ιστορία με το κριάρι του παππού του – αλλά πάντα πρόσθεταν ότι δεν έπρεπε ν’ αναφέρω το θέμα αν ο Τζιμ δεν ήταν μεθυσμένος εκείνη την ώρα -όχι πολύ δηλαδή, απλώς όσο χρειάζεται για να ’ρθει στο κέφι και να νιώθει άνετα. Μου το ’λεγαν συνέχεια, μέχρι που άρχισε να με τρώει η περιέργεια. Έγινα η σκιά του Μπλέην. Αλλά μάταια, γιατί τα  παιδιά όλο και κάποια αντίρρηση είχαν για την κατάστασή του. Συχνά μέθαγε αρκετά, ποτέ όμως ικανοποιητικά. Ποτέ δεν είχα ξαναπαρακολουθήσει άνθρωπο με τόσο αμείωτο ενδιαφέρον, με τέτοια ανήσυχη αγωνία. Ποτέ δεν είχα λαχταρήσει τόσο να δω έναν άνθρωπο να γίνεται σκνίπα. Επιτέ­λους, ένα βράδι, έτρεξα βιαστικά στην καλύβα του, γιατί είχα μάθει ότι αυτή τη φορά η κατάστασή του ήταν τέτοια, που ακόμα κι οι πιο σχολαστικοί την έβρισκαν άψογη -ήταν ήρεμα, γαλήνια, συμμετρικά με­θυσμένος- ούτε ένας λόξιγκας δεν έσπαγε τη φωνή του, ούτε ένα σύννεφο στο μυαλό του δε σκοτείνιαζε τη μνήμη του. Μπαίνοντας τον είδα να κάθεται πάνω σ’ ένα άδειο βαρέλι από μπαρούτι, μ’ ένα πήλινο τσιμπούκι στο ένα χέρι και το άλλο σηκωμένο για να επι­βάλει την ησυχία. Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο, ολο­στρόγγυλο και πολύ σοβαρό. Ο λαιμός του ήταν γυ­μνός και τα  μαλλιά του ανάκατα. Στην εμφάνιση και την αμφίεση ήταν ένας αντιπροσωπευτικός τύπος χρυσοθήρα τής εποχής. Πάνω στο τραπέζι ήταν στημένο ένα κερί και στο θαμπό του φως ξεχώρισα «τα παιδιά» καθισμένα εδώ κι εκεί σε ράντζα, κιβώτια, βαρέλια από μπαρούτι κλπ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, ΗΠΑ, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , | 89 Σχόλια »

Άρατε πύλας (διήγημα του Αλέξανδρου Μωραϊτίδη)

Posted by sarant στο 8 Απρίλιος, 2018

Το έχουμε καθιερώσει, τα τελευταία χρόνια, να βάζουμε ανήμερα της Λαμπρής ένα πασχαλινό διήγημα, συχνά του Παπαδιαμάντη, διότι το ιστολόγιο έχει γούστα συντηρητικά. Φέτος, επιμένω με Σκιάθο αλλά διαλέγω τον άλλο Αλέξανδρο, τον εξάδελφο του Παπαδιαμάντη, τον Μωραϊτίδη.

Το διήγημα είναι και κατά κάποιο τρόπο (ιστολογικώς) επίκαιρο, αφού πριν από τέσσερις μέρες δημοσιεύσαμε άρθρο που αναφέρεται στο ίδιο θρησκευτικό δρώμενο που περιγράφει και ο Μωραϊτίδης στο διήγημα.

Το κείμενο υπάρχει στο Διαδίκτυο, εγώ το πήρα από το sansimera.gr όπου ήταν ήδη μονοτονισμένο. Έκανα αντιπαραβολή με την έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου και διόρθωσα κάμποσες αβλεψίες. Δεν εκσυγχρονίζω την ορθογραφία (που πάντως την έχει εκσυγχρονίσει κάπως ο Ν.Δ.Τ., π.χ. είνε σε είναι, έγεινε σε έγινε κτλ.) παρά μόνο το «κ'» σε «κι».

Η καθαρεύουσα του Μωραϊτίδη είναι πιο βαριά (και με πολυ λιγότερες ιδιωματικές ανάσες) από του Παπαδιαμάντη. Σημειώνω με αστερίσκο μερικές λέξεις που τις εξηγώ στο τέλος.

Θυμίζω και άλλα πασχαλινά αναγνώσματα που έχουμε δημοσιεύσει:

Παπαδιαμάντης, Παιδική Πασχαλιά

Παπαδιαμάντης, Ο αλιβάνιστος

Κώστας Βάρναλης, Το Πάσχα του Παπαδιαμάντη

Παπαδιαμάντης, Χωρίς στεφάνι

Εμμ. Ροΐδης, Τα κόκκινα αβγά

Ν. Λαπαθιώτης, Η θυσία

Και βέβαια, το ιστολόγιο εύχεται σε όλες και όλους Χριστός Ανέστη!

«Άρατε πύλας…»

Ποτέ δεν θα το λησμονήσω! Και μόνον η ανάμνησίς του με γοητεύει και τώρα ακόμη. Τι εύμορφον Πάσχα! Νομίζω ότι έκτοτε δεν είδα πλέον τοιούτο φαιδρόν, τοιούτο μελωδικόν κι ευώδες Πάσχα. Όλα εγελούσαν ως μικρά αθώα παιδία, όλα εμοσχοβολούσαν εις την μικράν εκείνην νήσον, όλα ήσαν λαμπροφορεμένα· τα περισσότερα παιδία είχαν φορέσει καινουργή τριζοκοπούντα υποδήματα, κι έκαμνον κρότον και κρότον επάνω εις τις πλάκες της Εκκλησίας. Τι εύμορφον Πάσχα! Την ψαλμωδίαν του, μοι φαίνεται, δεν την ήκουσα πλέον. Ίσως συνετέλεσε και η έκτακτος δροσερά άνοιξις του έτους εκείνου του αλησμονήτου. Τα αηδόνια είχαν έλθει τόσον εγγύς εις την κωμόπολιν, ώστε μερικά αφόβως εισέδυσαν και εις το πυκνόν του ναΐσκου κηπάριον και συνώδευον και εκείνα με την μαγευτικήν μελωδίαν των το γλυκύλαλον «Χριστός Ανέστη». Το καέν θυμίαμα, υπάρχουν στιγμαί, που νομίζω πως το αισθάνομαι ακόμη κατά τινα μυστικήν όλως απάτην. Έλεγαν πως ήτο θυμίαμα από την Αγίαν Άνναν, Σκήτην του Άθωνος, γνωστήν διά την αρετήν των ερημιτών αυτής. Αλλ’ ίσως και τα πάμπολλα τριαντάφυλλα του κηπαρίου της Εκκλησίας προσέφερον και αυτά εν αναλογία το άρωμά των το μεθυστικόν. Και ήσαν τόσα πολλά το έτος εκείνο!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , | 143 Σχόλια »

Οι εικονοκλάστες (μια «απόκρυφη ιστορία» του Κάρελ Τσάπεκ)

Posted by sarant στο 25 Φεβρουαρίου, 2018

Θα σας παρουσιάσω σήμερα ένα διήγημα του Τσέχου συγγραφέα Κάρελ Τσάπεκ (1890-1938), που το πήρα από το βιβλίο του «Απόκρυφες ιστορίες», ένα βιβλίο που το αγόρασα τότε που κυκλοφόρησε, πριν από 30 χρόνια περίπου, και που μου αρέσει να το φυλλομετράω ξανά και ξανά και να διαβάζω ένα-δυο διηγήματα, και που βλέπω ότι βρίσκεται ακόμα σε κυκλοφορία.

Περιέργως, δεν έχω παρουσιάσει τόσα χρονια κανένα απο τα διηγήματα αυτά του Τσάπεκ στο ιστολόγιο -που είναι «απόκρυφες ιστορίες», δηλαδή φανταστικά στιγμιότυπα από την παγκόσμια ιστορία που θα μπορούσαν να έχουν συμβεί, αλλά χωρίς αξιώσεις ιστοριογραφίας ή εναλλακτικής ιστορίας, παρά σατιρικές βινιέτες πάνω σ’ έναν γνωστό από την ιστορία καμβά.

Ήρωες των ιστοριών είναι πρόσωπα πασίγνωστα από την ιστορία και τη λογοτεχνία: ο Θερσίτης, ο Μεγαλέξανδρος, ο Πιλάτος, ο Λάζαρος, ο Αττίλας, ο Ναπολέων, ο Άμλετ, αλλά και άγνωστοι όπως ένας φούρναρης τον καιρό που ο Ιησούς έμπαινε στα Ιεροσόλυμα (να θυμηθώ να παρουσιάσω την έξοχη αυτή βινιέτα την Κυριακή των Βαΐων!) ή όπως οι πρωταγωνιστές της σημερινής «απόκρυφης ιστορίας» που διαδραματίζεται στο Βυζάντιο την εποχή της εικονομαχίας.

Δεν πρόκειται για ιστορικό διήγημα και δεν έχει ιστορική ακρίβεια -για παράδειγμα, δεν υπήρχε «κρητική σχολή» στη βυζαντινή ζωγραφική τον 8ο αιώνα, όμως είναι εύστοχη η επιλογή του Τσάπεκ να κάνει κρητικό, δηλαδή κάπως εξωτικό, τον νεωτεριστή αγιογραφο Παπαναστασίου.

Να θυμισω ότι στον Τσάπεκ, συγγραφέα επιπέδου Νόμπελ, χρωστάει η ανθρωπότητα τη λέξη «ρομπότ». Συστήνω να διαβάσετε, αν τη βρείτε, τη σατιρική δυστοπία του «Ο πόλεμος με τις σαλαμάνδρες».

Η μετάφραση είναι του Κώστα Κουντούρη.

ΟΙ ΕΙΚΟΝΟΚΛΑΣΤΕΣ

Κάποιος Προκόπιος, πασίγνωστος ως ικανός τεχνοκριτικός και μανιώδης συλλέκτης βυζαντινών έργων τέχνης, είχε πάει να επισκεφθεί τον Νικηφόρο, ηγού­μενο του μοναστηριού του Αγίου Συμεών. Ο Προκό­πιος ήταν φανερά ταραγμένος καθώς περίμενε να δει τον γέροντα και έκοβε βόλτες στο προαύλιο του μονα­στηριού. Όμορφες κολόνες έχουν εδώ πέρα, σκεφτό­ταν, πρέπει να είναι αναμφισβήτητα του 5ου αιώνα. Ο Νικηφόρος είναι ο μόνος που μπορεί να μάς βοηθήσει. Έχει μεγάλη επιρροή στην Αυλή και ήταν κάποτε αγιογράφος κι ο ίδιος. Και ο γέρος δεν ήταν κακός ως αγιογράφος. Θυμάμαι πως παλιά έφτιαχνε σχέδια για τα κεντήματα της Αυτοκράτειρας κι επίσης τής ζω­γράφιζε εικόνες. Γι’ αυτό και τον κάνανε ηγούμενο όταν τα χέρια του παραμορφώθηκαν απ’ τους ρευματι­σμούς και δεν μπορούσε να κρατήσει το πινέλο. Και λένε πως ο λόγος του εξακολουθεί να έχει βάρος στην Αυλή. Αχ, Θεέ μου, τι όμορφο κιονόκρανο! Ναι, ο Νι­κηφόρος θα μας βοηθήσει. Ευτυχώς που τον σκεφτήκαμε.

«Καλώς ήρθες, Προκόπιε», ακούστηκε μια σιγανή φωνή πίσω του.

Ο Προκόπιος γύρισε απότομα. Πίσω του στεκόταν ένας ρυτιδωμένος ευγενικός γεράκος με τα χέρια του χωμένα στα μανίκια του. «Όμορφο κιονόκρανο, ε;» είπε. «Αρχαίο, απ’ τη Νάξο.»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Διηγήματα, Ιστορία, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , | 381 Σχόλια »

Η θεια (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 11 Φεβρουαρίου, 2018

Τις Κυριακές συνήθως δημοσιεύω στο ιστολόγιο κάτι λογοτεχνικό. Μερικές φορές έχω βάλει και λογοτεχνικά κείμενα δικά μου ή φίλων του ιστολογίου, που σχολιάζουν εδώ ταχτικά, ας πούμε του φίλου μας του Δημήτρη του Μαρτίνου ή του Λεώνικου ή παλιότερα του Ορεσίβιου, αν δεν ξεχνάω και κανέναν.

Ο φίλος μας ο gpointofview, κοινώς Τζι, γράφει διηγήματα και ποιήματα, που τα δημοσιεύει στα ιστολόγιά του (Διηγηματοποίηση και Ποιηματοποίηση). Μου έστειλε για σήμερα ένα δικό του αδημοσίευτο διήγημα, που το δημοσιευω με χαρά, αφού έτσι διορθώνεται η έλλειψη, να μην έχουμε τόσα χρόνια φιλοξενήσει κάτι δικό του. Είναι μάλλον σύντομο, αλλά δεν είναι όλοι φλύαροι σαν εμένα.

Το διήγημα λέγεται «Η θεια», μια λέξη που ο φίλος μας ο Τζι την τονίζει: η θειά. Κανονικά όμως στο μονοτονικό δεν θέλει τόνο, διότι αν βάλεις τόνο τότε θα το προφέρεις δισύλλαβο θει-ά (δείτε τη διαφορά ανάμεσα στο «ποιον είδες» και «το ποιόν του είναι ελεεινό»).

Τη φωτογραφία την πήρα από το ιστολόγιο του Τζι.

Η θεια

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , | 167 Σχόλια »

Το πουκάμισο (διήγημα του Σέρμπο Ιβάνοφσκι)

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2018

Μια και η γειτονικη χώρα χωρίς όνομα βρίσκεται στην επικαιρότητα και μάλιστα σήμερα γίνεται στη Θεσσαλονίκη συλλαλητήριο που εχει στόχο να τορπιλίσει την πιθανότητα συμφωνίας σε σύνθετη ονομασία, λες και δεν μάθαμε τιποτα από τα καζάντια μας με τα συλλαλητήρια του 1992, είπα να βάλω ένα διήγημα γραμμένο σε μια γλώσσα ανύπαρκτη. Ευχαριστώ τον φίλο Γιώργο Μάντζιο που το έθεσε υπόψη μου.

Πρόκειται για το «Πουκάμισο» του Σέρμπο Ιβάνοφσκι (1928) και είναι παρμένο από το βιβλίο του Κώστα Βαλέτα «Ανθολογία διηγήματος της Γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αίμος υποθέτω στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η μετάφραση από την ανύπαρκτη γλώσσα στα ελληνικά είναι του Μίτο Αργιρόφσκι.

ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

— Ήμασταν τρεις, μικρέ, είπε αυτός.

Γι’ αυτόν όλοι ήσαν μικροί. Ακόμα κι εγώ, παρόλο που αυτός ήταν δυο πιθαμές πιο κοντός από μένα.

—Ήμασταν τρεις, μικρέ, επανέλαβε αυτός. Το πρωί όταν πεινούσαμε ή όταν θέλαμε να τραβήξουμε την προσοχή της Λίλας, της υπηρέτριας του νοικοκύρη, με γυμνές γροθιές σπάζαμε τα κεραμίδια. Δεν το πιστεύεις; Αχ, από δέκα έσπαζα με το δεξί. Απλούστατα τα έκοβα στα δυο. Αυτή πάλι γελούσε χαρούμενα, η μικρή. Χτυπούσε παλαμάκια από χαρά. Οπωσδήποτε καταλάβαινε γιατί τα σπάζαμε. Να το πει του νοικοκύρη; Όχι! Κι αυτή χαίρονταν απ’ το σπάσιμο, μικρέ.

Αλλά ξέρεις. Το πολύ το Κύριε ελέησον, το βαριέται κι’ ο παπάς. Το βαρεθήκαμε κι αυτό το σπάσιμο. Την βαρεθήκαμε κι αυτήν και την θεωρούσαμε σαν ξένη. Μπορεί, επειδή έγινε μια συνηθισμένη αγαπητικιά. Όχι, κανένας από μας δεν ήταν ο τυχερός. Βρήκε αυτή τον αγροφύλακα και μετά την απόλυσαν Το παράκαναν, κατάλαβες; Μείναμε μονάχοι μας. Με κείνη την αιώνια μονοτονία. Όλα είχαν μελετηθεί και είχαν γίνει. Μα η σεζόν συνέχιζε. Νά, όπως και τώρα: φεύγει ο Σεπτέμβρης, μα η κάθε μέρα και καλύτερη από την προηγούμενη, λες κι έρχεται μόνο για κεραμίδια. Εκείνες τις πρώτες μέρες μιλούσαμε όλο για τα σπίτια μας. Πάντοτε τον Σεπτέμβρη για το σπίτι γίνεται λόγος. Κατόπι κι αυτές οι συζητήσεις τελειώσανε. Δεν είχαμε πια για τι να κουβεντιάσουμε. Απόμειναν μονάχα τα δώρα που δεν τα είχαμε αγορασμένα. Γι’ αυτό και πηγαίναμε στην πόλη. Κάθε μέρα αγοράς όλο και κάποιος θα πήγαινε. Αγοράζαμε παπούτσια ή παντελόνια για τον χειμώνα. Αγόραζε κανένας και φουστάνι για τις γυναίκες. Όταν γυρίζεις από την ξενιτιά πρέπει κάτι να φέρεις στο σπίτι. Βέβαια, αυτή ήταν η ζωή μας, μικρέ. Και τα κεραμίδια, φυσικά, αυτό εννοείται. Ήταν ο αιώνιος ακόλουθός μας, αν και πάντοτε προσπαθούσαμε να τα ξεχάσουμε. Όπως και τώρα, γέλασε αυτός πονηρά. Και μέσα σ’ αυτή τη μονοτονία ήρθε κι’ αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επικαιρότητα | Με ετικέτα: , , | 305 Σχόλια »

Χριστούγεννα διαρκείας (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2017

Χριστούγεννα σήμερα, η μέρα επιβάλλει διήγημα χριστουγεννιάτικο. Και επειδή Παπαδιαμάντη βάλαμε χτες, σήμερα θα βάλουμε έναν άλλον αγαπημένο του ιστολογίου -ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Κώστα Βάρναλη, ουσιαστικά αθησαύριστο.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή τέτοια μέρα πριν από 64 χρόνια, στις 25.12.1953. Ο Βάρναλης διηγείται ένα επεισόδιο από τους βαλκανικούς πολέμους, από τα μετόπισθεν όμως, από ένα φυλάκιο στη Λήμνο.

Το διήγημα θα μπορούσε να είναι αυτοβιογραφικό. Πράγματι, ο Βάρναλης είχε υπηρετήσει στη Λήμνο στους βαλκανικούς πολέμους, όπου επιστρατεύτηκε αργά, το καλοκαίρι του 1913 μέχρι να απολυθεί τον Μάρτιο του 1914 οπότε ξαναγύρισε στη θέση του σχολάρχη στα Μέγαρα. Επιστρατεύτηκε ξανά τον Σεπτέμβριο του 1915 έως τον Ιούνιο του 1916, νομίζω και πάλι στη Λήμνο -αλλά τα περιστατικά του διηγήματος μάς οδηγουν να τοποθετήσουμε το γεγονός στα Χριστούγεννα του 1913, όταν η απελευθέρωση του νησιού ήταν νωπή και οι εκκλήσεις του λοχία προς τους κτηνοτρόφους του χωριού θα είχαν περισσότερη ισχύ.

Στα Φιλολογικά του Απομνημονεύματα (δημοσιεύτηκαν αρχικά σε εφημερίδα το 1935) ο Βάρναλης αφιερώνει πολλές σελίδες στο κεφ. Πώς ενθυμούμαι τους πολέμους 1912-1913, και αναφέρεται στην προσφορά τροφίμων από τους ντόπιους χωρίς όμως να τη συνδέει με τα Χριστούγεννα. Περισσότερα δεν μπορώ να πω διοτι το βιβλίο δεν το έχω προχειρο (Η φίλη μας η Μαρία προθυμοποιήθηκε να πληκτρολογήσει αποσπάσματα από τις σχετικές σελιδες (170-192 του βιβλίου) αλλά δεν θέλησα να την κουράσω χρονιάρες μέρες.

Το διήγημα δεν έχει εκδοθεί απ’ όσο ξέρω σε βιβλίο. Το χαρακτήρισα «ουσιαστικά αθησαύριστο» διότι ναι μεν δημοσιεύτηκε πρόπερσι σε κάποιον ιστότοπο, αλλά με άφθονα λάθη, άλλα εσκεμμένα και άλλα όχι. Πράγματι, ο συντάκτης προειδοποιεί ότι «(Στο διήγημα υπάρχουν κάποιες σκόπιμες αλλαγές λέξεων και λάθη για την αποτροπή των αντιδεοντολογικών αναδημοσιεύσεων και αναπαραγωγής)» και όντως έχει πχ αλλάξει τους 30 άνδρες σε 35 και τον Πρέκα σε Γκέκα, αλλά το κείμενό του περιέχει επίσης δεκάδες αβλεψίες σε σύγκριση με το δημοσιευμένο πρωτότυπο. Όλα σχεδόν τα «ήτανε» του Βάρναλη έχουν γίνει «ήταν», το «έχετε δίκιο» το έκανε «έχετε δίκαιο», το «ανάλαβε» το έκανε «ανέλαβε», το «διάταξε» –> «διέταξε» και το «ν’ αρτυθούνε» –> «ν’ αμπωθούνε» (!) Τέτοιο γλωσσικό σιδέρωμα με κάνει να χαρακτηρίζω «ουσιαστικά αθησαύριστο» το διήγημα.

Σημειώνω πως το σκίτσο που συνοδεύει το άρθρο (και την πρώτη δημοσίευση) είναι του γνωστού ζωγράφου Μίνου Αργυράκη (1920-1998) ο οποίος επί πολλά χρόνια συνεργαζόταν με την εφημερίδα.

Μονοτονίζω φυσικά και εκσυγχρονίζω (ελάχιστα) την ορθογραφία.

Μαλιχέρια είναι το όπλο Μάνλιχερ, πολύ διαδεδομένο στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Ο Βάρναλης χρησιμοποιεί τη λέξη και στο ποίημα του «Στην εξορία«.

Τα χάβαρα είναι είδος φαγώσιμου στρειδιού. Ο ζάβαλης είναι ο κακομοίρης, ο καημένος.

Ο κεχαγιάς ήταν αξιωματούχος του οθωμανικού κράτους, είδος διαχειριστή, και έχει διατηρηθεί στη νέα ελληνική με τη μεταφορική σημασία του ανθρώπου που θέλει να ελέγχει τα πάντα -λέμε, ας πούμε, «δεν σ’ εβαλα κεχαγιά στο κεφάλιι μου». Ωστόσο, στη Λήμνο κεχαγιάδες λέγονταν οι παλιοί παραδοσιακοί κτηνοτρόφοι με τα μεγάλα κοπάδια, και ο Βάρναλης εξηγεί την πρώτη φορά που αναφέρει τη λέξη αυτήν την ειδική σημασία της.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

– Γρήγορα Λιβάνιε, φώναξε ο λοχίας του αποσπάσματος με τη βαριά του φωνή και με ύφος Ναπολέοντος.

Ο λοχίας μας ήτανε καλή καρδιά μα το ‘χε φυσικό του να μιλάει πάντα θυμωμένα και να τρελαίνεται για ελληνικούρες.

Λιβάνιος ήτανε ο υποδεκανέας του αποσπάσματος – ενός φυλακίου δηλαδή από 30 άνδρες, που είχε σταλεί να φυλάει την είσοδο του κόρφου του Μούδρου στον πόλεμο του 1912-13.

– Και συ δάσκαλε!

Δάσκαλος ήταν η άλλη προσωπικότητα του αποσπάσματος, γενικός γραμματεύς του λοχία.

– Και συ, Ψαλτίδη, και συ, Πρέκα, και συ, Βλάχο – και συ Βαγγέλη… Όλοι… Πάρτε και τα όπλα σας.

– Και τις ψείρες μας; μουρμούρισε ο Βαγγέλης.

– Σιωπή! Βρυχήθηκε ο λοχίας… Εμπρός, μαρς.

***

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Βαλκανικοί πόλεμοι, Διηγήματα, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 91 Σχόλια »

Της Κοκκώνας το σπίτι (διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 24 Δεκέμβριος, 2017

Κυριακή σήμερα, άρα λογοτεχνία. Παραμονή Χριστουγέννων, που τα παιδιά γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και λένε τα κάλαντα. Τις μέρες των Χριστουγέννων το ιστολόγιο συνηθίζει να βάζει Παπαδιαμάντη, μια παράδοση που την κληρονόμησα από την παιδική μου ηλικία, όταν μας τον διάβαζε ο παππούς στο γιορτινό τραπέζι.

Ο συνδυασμός των παραπάνω στοιχείων βοήθησε στην επιλογή του σημερινού άρθρου: θα παρουσιάσω ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη σχετικό όχι απλώς με τα Χριστούγεννα, αλλ’ ειδικά με τα Κάλαντα.

Φυσικά είναι γνωστό διήγημα, το είχα ανεβάσει το 2007-8 στον παλιό μου ιστότοπο, και το μεταφέρω από εδώ.

Έχω κάνει μερικό εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας, πέρα από το μονοτονικό. Διατήρησα την παλιά ορθογραφία στη λ. Κοκκώνα, που σήμερα τη γράφουμε «κοκόνα». Κοκόνα λέμε ( ; ) μια κυρία αρχοντικής καταγωγής ή γυναίκα μαθημένη στην άνεση και στην πολυτέλεια, ενώ είναι και χαϊδευτική προσφώνηση, όμως εδώ εννοεί μια Ρωμιά από την Πόλη, που για χάρη της άρχισε να χτίζεται το σπίτι στη Σκιάθο -πράγματι, η λέξη χρησιμοποιόταν κατεξοχήν για τις Ρωμιές της Πόλης.

Δεν βρίσκω δύσκολες λέξεις στο διήγημα αλλά αν κάτι σας φαίνεται άγνωστο ή δυσνόητο ρωτήστε. Υπάρχουν αρκετά σημεία άξια γλωσσικού σχολιασμού, ακόμα και στην πρώτη προταση, όπου ο δρόμος χαρακτηρίζεται «περαστικός» (δηλαδή πολυσύχναστος), μια σημασία που την καταγράφει το ΛΚΝ με την ένδειξη «παρωχημένη» αλλά όχι ο Μπαμπινιώτης.

ΤΗΣ ΚΟΚΚΩΝΑΣ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.

Αμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Ένας παράσιτος (διήγημα του Γ. Δροσίνη)

Posted by sarant στο 10 Δεκέμβριος, 2017

Σαν χτες, 9 Δεκεμβρίου, γεννήθηκε το 1859 ο λογοτέχνης Γεώργιος Δροσίνης, που ασχολήθηκε πρώτα με την ποίηση αλλά και με την πεζογραφία και τη δημοσιογραφία και με όλα σχεδόν τα είδη του έντεχνου λόγου, αλλά και πέρασε απο νωρίς και από την απέναντι μεριά αφού διετέλεσε διευθυντής ή εκδότης πολλών και σημαντικών εφημερίδων και περιοδικών, κατέλαβε διάφορες δημόσιες θέσεις και τιμήθηκε όσο λίγοι στον καιρό του, ανάμεσα στ’ άλλα ως ιδρυτικό μέλος της Ακαδημίας, μέχρι που πέθανε πλήρης ημερών στην Κηφισιά το 1951.

Τα απομνημονεύματα του Δροσίνη, με τίτλο Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, δημοσιεύτηκαν στο Ελεύθερο Βήμα το 1939 σε συνέχειες. Δεν είναι πλήρη απομνημονεύματα, ούτε ακολουθούν χρονολογική σειρά, περισσότερο φωτίζει ο Δροσίνης τη μια ή την άλλη περίοδο της ζωής του ή περιγράφει σημαντικούς ανθρώπους που γνώρισε. Έχουν εκδοθεί σε δύο τόμους, νομίζω μαζί και με αδημοσίευτο υλικό, σε επιμέλεια του καθηγητή Γιάννη Παπακώστα.

Από τις αναμνήσεις αυτές είχα δημοσιέψει παλιότερα ένα απόσπασμα σχετικά με τα μαθητικά χρόνια στο Βαρβάκειο -στη δεκαετία του 1870. Τώρα δημοσιεύω ένα κεφάλαιο, που μπορεί να σταθεί σαν αυτοτελές αφήγημα, γι’ αυτό και καταχρηστικά ίσως το αποκάλεσα «διήγημα» στον τίτλο.

Ο Δροσίνης περιγράφει τις περιπέτειες του Βασιλάκη, ενός υπάλληλου με λιγοστά προσόντα που παύεται όταν διορίζεται στη θέση του κάποιος με ισχυρότερο μέσο και για να εξασφαλίσει τον πολυπόθητο επαναδιορισμό έρχεται να ζήσει ένα διάστημα στην Αθήνα φιλοξενούμενος και τρώγοντας πότε στο ένα σπίτι και πότε στο άλλο. Κι ενώ είναι αστείες οι περιγραφές, δεν μπορώ να μη σκεφτώ ότι ο Δροσίνης κάνει χιούμορ εκ του ασφαλούς, αρχοντόπουλο εξαρχής όπως ήταν.

Το αφήγημα πάντως έχει ενδιαφέρον σαν μια εικόνα της ζωής στην Αθήνα πριν από σχεδόν εκατόν πενήντα χρόνια, ενώ θα σημειώσω και δυο λέξεις που έχουν ενδιαφέρον. Ο Βασιλάκης όταν απολύεται γυρίζει στο νησί του παυσανίας. Πρόκειται για λογοπαίγνιο με την παύση -μια λέξη πολύ συχνή την εποχή ως το 1911, που δεν ήμασταν σοβιετία και ο καθένας πολιτευτής μπορούσε να ζητήσει την παύση ενός υπαλληλου για να βάλει στη θέση του έναν δικό του, ανεξαρτήτως προσόντων. Επίσης, κάποια στιγμή ξυρίζουν για καψόνι τον Βασιλάκη και του αφήνουν μόνο υπογένειο. Αυτό ο Δροσίνης το λέει μους (από γαλλ mouche) και βεβαίως από εκεί προέρχεται το μούσι (περισσότερα σε παλιότερο άρθρο). Κάνοντας τα πικρά γλυκά, ο Βασιλάκης καμαρώνει «Είμαι ο Ναπολέων ο τρίτος» διότι τέτοιο γενάκι είχε λανσάρει ο Ναπολέων ο 3ος της Γαλλίας -που ηττήθηκε από τον Μπίσμαρκ στον πόλεμο του 1870.

Μονοτονίζω και προσαρμόζω, ίσως όμως έχει μείνει καμιά ορθογραφία του Δροσίνη όπως και κάμποσα ψεγάδια από το οσιάρ.

Ένας παράσιτος

Τον επρωτογνώρισα στα παιδικά χρόνια μου ταμειακόν υπάλληλο στην Ύδρα. Και τον εθυμούμουν, σαν έναν αστείον τύπο, που εξεχώριζεν εκεί με τους τρόπους του. Επιτηδεύουνταν ευγένεια στον χαιρετισμό των κυριών, με υποκλίσεις και λόγια, διαλεγμένα από το τυπικό της «Καλής Συμπεριφοράς»:

– Ταπεινότατος θεράπων σας, σεβαστή δέσποινα.

– Υποκλινέστατος της ευγενείας σας, κυρία μου.

– Εις τας υμετέρας διαταγάς, δεσποσύνη.

Ήτον κοντός, αλλά καλοδεμένος και δυνατός στα χέρια. Ένα κεφάλι ολοστρόγγυλο κοντοκουρεμένο. Γένια ψαλιδι­σμένα και μεγάλο μουστάκι, αρειμάνια στριμμένο. Πίσω από τα γυαλιά, που φορούσε πάντα, δυο μάτια μικρά κουτοπό­νηρα εθαμπόφεγγαν, σαν ψαριού όχι πολύ φρέσκου. Βλεφα­ρίδες σχεδόν δεν είχε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αναμνήσεις, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , , , , | 74 Σχόλια »

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar» (διήγημα του Αντώνη Σουρούνη)

Posted by sarant στο 26 Νοέμβριος, 2017

Ο συγγραφέας Αντώνης Σουρούνης πέθανε πέρυσι, στις αρχές Οκτωβρίου. Είχα τότε δημοσιεύσει ένα διήγημά του, από τη συλλογή «Τα τύμπανα της κοιλιάς και του πολέμου». Το διήγημα εκείνο ήταν, ας πούμε, ναυτικό. Πιο αντιπροσωπευτικό, τουλάχιστον της πρώτης περιόδου, που έκανε γνωστό τον Σουρούνη, θα ήταν ένα διήγημα για τη ζωή των μεταναστών στη Γερμανία, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχα πρόχειρη τη συλλογή του «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης».

Τις προάλλες ξαναβρήκα το βιβλίο που έψαχνα κι έτσι σήμερα παρουσιάζω το διήγημα που τον μακροσκελή τίτλο του βλέπετε παραπάνω. Το διήγημα είναι μονόλογος, όσα αφηγείται ο μετανάστης εργάτης Σπύρος Χουρσούτογλου στον συγγραφέα ένα βράδυ σε ένα μπαρ, προφανώς κάπου στην περιοχή της Κολωνίας.

Προειδοποιώ ότι στο διήγημα αυτό (όπως και σε όλα τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης») ο Σουρούνης χρησιμοποιεί μάγκικο, αγοραίο σχεδόν λεξιλόγιο, ακατάλληλο δι’ ανηλίκους, αλλά νομίζω πως το κάνει με μαστοριά και ειλικρίνεια. Σωστά κατά τη γνώμη μου είχε γράψει τότε κάποιος κριτικός στην Αυγή «Μια χαρά τα καταφέρνει ο μάγκικος κυνισμός να εκφράσει συγκλονιστικά συναισθήματα», ενώ μού έχει εντυπωθεί και η φράση του Σπύρου Τσακνιά «Κλείνοντας το μικρό βιβλιαράκι απορείς πώς μπόρεσε να χωρέσει μέσα του τόσος καημός ξενιτειάς».

Το διήγημα είναι το τελευταίο του βιβλίου. Είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό Διαγώνιος το 1979 και μάλιστα υπάρχει και ονλάιν, αλλά όχι σε html. Μονοτονίζω.

Οι Νίππες που αναφέρονται στο βιβλίο είναι περιοχή της Κολωνίας (Nippes).

Με τον Σπύρο Χουρσούτογλου στο «Salonica Bar»

Λοιπόν, άκου πώς έχει η όλη ιστορία, για να μου πεις, αν έκανα καλά ή όχι. Ήταν δυο τρία χρόνια προτού έρθεις εσύ, είχαμε φτάσει ένα τσελιγκάτο κοπά­δι Βορειοελλαδίτες. Μας μέτρησαν από κάτω, μας φόρ­τωσαν, μας ξεφόρτωσαν, μας βρήκαν σωστούς και μας κουβάλησαν μέσα στη νύχτα ο διάολος ήξερε πού. Την άλλη μέρα μάθαμε πως βρισκόμασταν τριάντα χιλιόμε­τρα έξω από το Ντούσελντορφ. Σκέτο Νταχάου, αδερ­φέ μου… Πήγα να τρελαθώ. Ερχόταν νύχτα το πούλ­μαν, μας πήγαινε στη φάμπρικα, απόγεμα μας γύριζε πίσω ψόφιους. Νταχάου, σου λέω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γερμανία, Διηγήματα, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , | 122 Σχόλια »

Το Νοέμβρη, λοιπόν (επετειακή επανάληψη)

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2017

Από βδομάδα θα έχουμε τον γιορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πριν από 44 χρόνια. Το ιστολόγιο συνηθίζει αυτές τις μέρες να δημοσιεύει κάτι επετειακό, αλλά φέτος, λόγω ταξιδιού και άλλων περισπασμών δεν ετοίμασα κάτι -κι έτσι, καταφεύγω σε επανάληψη ενός διηγήματος που είχα βάλει στην 40ή επέτειο πριν από τέσσερα χρόνια.

Το χειρότερο είναι πως θα ευλογήσω τα γένια μου, αφού θα σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Δεν πήρα βέβαια μέρος στην εξέγερση (βέβαια; όχι και τόσο αφού θεωρητικά θα μπορούσα έστω και δεκατετράχρονος μαθητής και αφού άλλοι έχουν πάρει μέρος στην ίδια ηλικία ή και μικρότερη). Το διήγημα περιγράφει τον γιορτασμό της επετείου τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Καθώς ζω στο εξωτερικό εδώ και πολλά πολλά χρόνια, βρίσκομαι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο στις αρχές του Νοέμβρη, αλλά ποτέ στις 17 του μηνός κι έτσι δεν έχω μπορέσει να πάρω μέρος σε πρόσφατες εκδηλώσεις.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Η υπ’ αριθ. 095 ημίονος (διήγημα του Κίμωνα Λώλου)

Posted by sarant στο 22 Οκτώβριος, 2017

Μια και το άλλο σαββατοκύριακο έχουμε την 28η Οκτωβρίου, δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα που έχει θέμα τον πόλεμο της Αλβανίας, ένα διήγημα που το είχα ανεβάσει πριν από οχτώ χρόνια στον παλιό μου ιστότοπο, σε εκείνη τη σύντομη περίοδο που πρόσθετα ταυτόχρονα ύλη και στον ιστότοπο και στο ιστολόγιο (τελικά, όπως το’χα προβλέψει, ετούτο έφαγε εκείνο).

Το διήγημα το έγραψε ο Κίμων Λώλος. Γεννήθηκε το 1916 στη Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε στην Έδεσσα, πρέπει να πολέμησε στην Αλβανία, τελείωσε Νομική και το 1950 έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε και πέθανε το 1998. Έγραψε και στα αγγλικά και στα ελληνικά. Τον είχα ανακαλύψει μέσα από περιοδικά της δεκαετίας του 1940 και έχω βάλει κάμποσα διηγήματά του στον παλιό μου ιστότοπο. Κοκκινίζοντας, ομολογώ πως δεν έχω κρατήσει σημείωση από πού πήρα το συγκεκριμένο διήγημα -υπάρχει πιθανότητα να το είχε σε βιβλίο ο συνεργάτης που το πληκτρολόγησε, ο Γιάννης Π. από τη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα και δεν έχει και μεγάλη σημασία, μόνο που δεν μπορώ να ξανακάνω αντιπαραβολή μήπως έχει ξεφύγει κανένα λαθάκι στην πληκτρολόγηση.

Στο τέλος τέλος του διηγήματος, υπάρχουν δυο λέξεις που μπορεί να σας δυσκολέψουν, μάλιστα στην ίδια φράση: το ζαρίφικο κεφάλι της με τα νοητικά αυτιά. Ζαρίφικος (τούρκικο δάνειο, αραβικής υποθέτω αρχής) είναι ο κομψός. Τα νοητικά αυτιά είναι αυτά που νογάνε, που καταλαβαίνουν. Να θυμίσω την παλιά λαϊκή λέξη «νοητάκι», που λέγεται για το έξυπνο εξημερωμένο ζώο (και ιδίως για το άλογο, και στα παραμύθια για το άλογο με υπερφυσικές δυνάμεις).

Για να τελειώσω, εντύπωση κάνει η φράση «για νιοστή φορά», που εγώ τουλάχιστον την έχω συνδέσει με νεότερες εποχές. Κρίμα που δεν ξέρουμε πότε γράφτηκε το διήγημα (βρείτε κάτι κι εσείς!) να δούμε αν είναι η παλαιότερη λογοτεχνική ανεύρεση του όρου. Προσθήκη: Το διήγημα δημοσιευτηκε πρώτα στα αγγλικά το 1963 και μετά στα ελληνικά -σε μετάφραση του συγγραφέα- το 1967 στη Νέα Εστία. Οπότε, δεν ξενιζει και τόσο πολύ η έκφραση «για νιοστή φορά».

 

Η ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 095 ΗΜΙΟΝΟΣ

Οι Ιταλοί σπάσαν τα σύνορα στις πέντε το πρωί. Οι Έλληνες κινητοποίησαν όποιον και οτιδήποτε μπορούσε να πολεμήσει, να βαδίσει, να κουβαλήσει, να εφοδιάσει. Κι οι Ιταλοί σπρώχτηκαν πίσω στην Αλβανία. Κι ο πόλεμος κατακάθισε. Κι ήταν τρεις βδομάδες πριν από τις βροχές.

Η «υπ’ αριθ. Ε.Σ. 095 ημίονος» στρατολογήθηκε καθώς βοσκούσε κοντά στο λιοτρίβι του Κορωπιού. Ο πεταλωτής του συντάγματος ετοίμασε τους σιδερένιους μαρκαδόρους. Ο υποψήφιος ημιονηγός κουβάριασε το καπίστρι της γύρω στο χέρι του. Ο δεκανέας σήκωσε και κουλούριασε το μπροστινό δεξί της πόδι. Μα όταν ο μαρκαδόρος — Ε.Σ.— απόθεσε το καυτερό του φίλημα στο αριστερό νύχι της κι ένα λιγνό κορδόνι καπνού ανέβηκε, εκείνη έδωσε γενναίο ταρακούνημα στους δυο που την κρατούσαν, τόσο, που ο δεκανέας αναγκάστηκε ν’ αμολήσει το ποδάρι της. Κι ο πεταλωτής πισωτραβήχτηκε.

Ο μουλαράς έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει το καπίστρι. Μα κείνη κλωτσούσε του ψήλου, πηδούσε και σβουριζόταν σα μαινάδα. Κι ο μουλαράς ξαμόλησε το καπίστρι και φύσηξε να δροσίσει τη σκοινογδαρμένη παλάμη του καθώς την έβλεπε να ποδοβολεί πέρα, λεύτερη κι όμορφη στην αγριάδα της. Εκείνη σταμάτησε μόνο σαν έφτασε στο ασημοσταχτί δασάκι με τα λιόδενδρα.

Ο ταγματάρχης, που ήταν υπεύθυνος για την επίταξη για λογαριασμό του συντάγματος, νεύριασε:

– Να… το κεφάλι σου, είπε με κλειδωμένα δόντια.

– Παρακαλώ, κύριε ταγματάρχα, μη με βρίζετε, διαμαρτυρήθηκε ο μουλαράς γιατροπορεύοντας την απαλάμη του.

– Α άμε… σου. Άντε να την πιάσεις.

– Κύριε ταγματάρχα, είπα μη…

Χαστούκι του ’ρθε του μουλαρά και για μια στιγμή θάρρεψαν πως θ’ αντιπλήρωνε. Μα κράτησε την ψυχραιμία του και μοναχά έφτυσε καταγής, λοξά, με σημασία. Και τώρα το ’ξεραν πως δε θα πήγαινε να πιάσει το ζώο ακόμη κι αν ο ταγματάρχης τραβούσε πιστόλι. Αποτραβήχτηκε μ’ αξιοπρέπεια. Κι ο ταγματάρχης μετάνιωσε, κι είχε θυμό για το που έδειχνε μετάνοια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 110 Σχόλια »

Φύλλα του Οχτώβρη (διήγημα του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 15 Οκτώβριος, 2017

Το σημερινό λογοτεχνικό μας κομμάτι γεννήθηκε από και για το ιστολόγιο. Τις προάλλες, που είχαμε το καθιερωμένο μηνολόγιο, ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος έγραψε ένα πολύ ωραίο σχόλιο για τον Οχτώβρη στο νησί. Άλλοι φίλοι τον ενθάρρυναν να γράψει κάτι εκτενέστερο -και αυτό ακριβώς έκανε ο Δημήτρης και το διαβάζετε εσείς σήμερα.

Ο Δημήτρης έστειλε και πρόλογο, γλωσσάρι καθώς και επίμετρο με σκίτσα. Οπότε η δική μου δουλειά είναι πολύ λιγότερη. Του δίνω τον λόγο:

Ἀφορμὴ γιὰ τὸ σημερινὸ ἀφήγημα ἦταν ἕνα σχόλιο ποὺ ἔγραψα στὸ «Μηνολόγιον Ὀκτωβρίου». Ἀκολουθώντας τὴν προτροπὴ τοῦ Σταύρου (ΣΠ,#37) καὶ μὲ τὴν ἐνθάρρυνση τοῦ Μιχάλη Νικολάου (#44) ἔγραψα τὸ ἀφήγημα ποὺ ἀκολουθεῖ, μὲ πρόλογο τὸ σχόλιο ποὺ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμή του. Τὰ μοτίβα εἶναι γνωστὰ σὲ ὅλους ὅσοι ἔχετε διαβάσει τὰ προηγούμενα γραφτὰ μου, ποὺ φιλοξένησε ἐδῶ ὁ Νικοκύρης. Ζητῶ ἐκ προοιμίου συγγνώμη γιὰ τὰ κακότεχνα σκίτσα ποὺ συνοδεύουν τὶς παραπομπές, ἀλλὰ τὰ θεώρησα ἀναγκαῖα γιὰ νὰ γίνει κατανοητὸς ὁ παραλληλισμὸς ἀνάμεσα στὶς πλῶρες τῶν καϊκιῶν καὶ στὶς μύτες τῶν ἀνθρώπων.

 

ΦΥΛΛΑ ΤΟΥ ΟΧΤΩΒΡΗ

Ἔχει τὴ γλύκα του ὁ Ὀχτώβρης. Ἰδιαίτερα ὅταν εἶσαι κοντὰ στὴ φύση. Δὲν ἔχω πολλὲς εἰκόνες ἀπὸ τὸ βουνό· νησιώτης γάρ. Μοναχὰ κάτι τριήμερα-τετραήμερα στὸ Πήλιο καὶ στὴν ὀρεινὴν Ἀρκαδία. Λίγες εἰκόνες, ποὺ δὲν ξεχνιοῦνται ὅμως. Οἱ πιὸ πολλὲς ἀπὸ τὰ Θερμιά. Μπονάτσες ποὺ δὲν τὶς βρίσκεις τὸ καλοκαίρι· καὶ προπαντὸς ἡρεμία σὲ στεριὰ καὶ θάλασσα. Λείπουν οἱ «ἄγριοι» τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ ἔρχονται «κουρδισμένοι» ἀπὸ τοὺς ρυθμοὺς τῆς πόλης. Ἀλλάζει καὶ τὸ φῶς· γλυκαίνει κι αὐτό. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἀμείλικτο φῶς τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ κάνει τὸ πέτρινο τοπίο κοφτερό. Τώρα εἶναι σὰν νὰ στρογγυλεύουν, νὰ γλυκαίνουν οἱ ἄκρες. Κι οἱ βροχὲς ἔχουν τὴ γλύκα τους κι αὐτὲς. Νὰ βλέπεις τὴν κουρτίνα τῆς βροχῆς πάνω στὴ θάλασσα νὰ ζυγώνει. Τὰ πρῶτα σαλιγκάρια· καὶ τὸ πρῶτο μαριδάκι τῆς τράτας νὰ σπαρταράει ζωντανὸ στὴ φούχτα σου καθὼς τὸ βγάζεις ἀπ᾿ τὸ τελάρο…

Ἔχω πολλὲς φθινοπωρινὲς εἰκόνες στὸ μυαλό μου· ἀπὸ τὸ βάθος τῆς μνήμης τῶν παιδικῶν μου χρόνων μέχρι πρόσφατα. Θὰ τὶς ἀφηγηθῶ ἔτσι ὅπως μοῦ ᾿ρχονται στὸ μυαλό· ἀνάκατες, σκόρπιες, σὰν τὰ πεσμένα φύλλα τοῦ Ὀχτώβρη.

….

Πρωινὴ καλάδα στὰ Ζεστά, τὰ δίδυμα αὐλάκια ἔξω ἀπὸ τὸν πανέμορφον ἀμμουδερὸ λαιμὸ τῆς Κολώνας. Ἡ τράτα νὰ πέφτει στὸ νερὸ ἀξημέρωτα· μὲ τὸ πρῶτο φῶς νὰ τραβᾶμε. Ὄχι ἐμεῖς, τὸ βίντζι1 τά ᾿κανε ὅλα. Ἐμεῖς παίρναμε τὰ μπόσικα ὅπως ξετυλίγονταν ἀπ᾿ τὸ βίντζι. Μόνο τὸ σάκκο2 παίρναμε πάνω στὸ καΐκι μὲ τὰ χέρια· καὶ ξεχωρίζαμε τὰ ψάρια στὰ τελάρα. Χώρια τὸ μαριδάκι, χώρια ἡ γόπα, χώρια τὰ διάφορα. Στὸ μπουγέλο3 βάζαμε τὸ μεζὲ τοῦ πληρώματος· μπαρμπουνάκια, καλαμαράκια, σουπιὲς κι ὅποιαν ἄλλη νοστιμιὰ τοῦ τηγανιοῦ ἔβγαζ᾿ ὁ σάκκος.

Ὁ Μανώλας4 μὲ τὸ Δημήτρη, τὸ γιό του, τὴν κάνανε ἄνετα τὴ δουλειά. Ἐμεῖς οἱ ὑπόλοιποι, ἀπομεινάρια τῆς παλιᾶς νεανικῆς παρέας, τῆς «κουσέρβας»5, ἤμαστε γιὰ τὸ μπούγιο. Ἕλα ὅμως ποὺ τ᾿ ἄρεσε τοῦ Μανώλα ἡ παρέα μας. Μᾶς ἔβλεπε νὰ βγαίνουμε ἀπὸ τὸ βαπόρι, Παρασκευὴ βράδυ ἤ Σάββατο πρωί, βιαστικοί, γιὰ τὸ Σαββατοκύριακο. Ποῦ οἱ παλιὲς, καλὲς ἐποχὲς τοῦ φοιτηταριοῦ μὲ τὸ καλοκαιρινὸ ἀραλίκι, δυὸ μῆνες καὶ βάλε. Τώρα, ποὺ μπήκαμε στὸ μαγγανοπήγαδο τῆς δουλειᾶς, δυὸ-τρεῖς βδομάδες μὲ τὸ ζόρι. Γι᾿ αὐτὸ αὐγατίζαμε τὶς διακοπὲς μὲ τὰ Σαββατοκύριακα.

«Ρὲ σεῖς πάλι ἐδῶ εἴσαστε;» μᾶς ψευτομάλωνε, «ὥσπου νὰ σκιάξει6 ὁ κῶλος σας, μπρόβαλε7 ἡ μούρη σας! Ὅλα σας τὰ λεφτά στὰ εἰσιτήρια τὰ τρῶτε!»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , , | 115 Σχόλια »

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας (Ηλία Ιλφ και Ευγενίου Πετρόφ)

Posted by sarant στο 1 Οκτώβριος, 2017

Μια και σε λίγες μέρες έχουμε τα εκατόχρονα της Οκτωβριανής επανάστασης, είπα σήμερα να βάλω κάτι σοβιετικό. Είχα δει τις προάλλες σε έναν ιστότοπο φιλικό προς τη μνήμη της ΕΣΣΔ μια αναδρομή στη σοβιετική σάτιρα, που μου φάνηκε να υστερεί, αφού δεν ανέφερε τις δυο κορυφές της σοβιετικής προπολεμικής σάτιρας, τον Ηλία Ιλφ και τον Ευγένιο Πετρόφ -ουσιαστικά μία κορυφή, αφού οι δυο αυτοί δαιμόνιοι χιουμορίστες έγραφαν πάντοτε μαζί.

«Πώς γράφετε μαζί;» τους ρωτούσαν συχνά οι δημοσιογράφοι. «Όπως οι αδελφοί Γκονκούρ», απαντούσαν εκείνοι. «Ο ένας κυνηγούσε τους εκδότες να κλείσει καινούργιο συμβόλαιο και ο άλλος έμενε σπίτι προσέχοντας μην μπει κανένας ανταγωνιστής και κλέψει τα χειρόγραφα».

Ο Ιλφ και ο Πετρόφ έδωσαν τους δίδυμους ήλιους της σοβιετικής σάτιρας, τα εξαιρετικά μυθιστορήματα «Οι δώδεκα καρέκλες» και «Το χρυσό μοσχάρι». Στο πρώτο, λίγα χρόνια μετά την επανάσταση, ο αριστοκράτης Βορομπιάνινοφ αναζητά έναν θησαυρό που είναι κρυμμένος σε μία από τις δώδεκα καρέκλες της πάμπλουτης θείας του. Συνεταιρίζεται με τον γοητευτικό απατεώνα Οστάπ Μπέντερ, και αφού διατρέξουν τη μισή Σοβιετική Ένωση βρίσκουν -ή δεν βρίσκουν- τον θησαυρό. Στο «Χρυσό μοσχάρι» ο Οστάπ είναι αρχηγός μιας μικρής σπείρας απατεώνων που αναζητούν έναν σοβιετικό εκατομμυριούχο -και πάλι, τον βρίσκουν αλλά… Η συνέχεια επί της οθόνης, θα έλεγα, αφού κάποτε θα παρουσιάσω τα κλασικά αυτά έργα.

Και τα δυο ονόματα είναι ψευδώνυμα, ο Ιλφ λεγόταν Φάινζιλμπεργκ, ο Πετρόφ: Κατάγιεφ -αδελφός του είναι ο γνωστός συγγραφέας Βαλεντίν Κατάγιεφ. Γεννημένοι κι οι δυο στην Οδησσό, στο Χρυσό Μοσχάρι την αποκαλούν Τσερνομόρετς αν θυμάμαι καλά, κι έχουν κι έναν Έλληνα, τον Βαλιάδη, στην παρέα των γέρων με τα πικέ γιλέκα. Ο Ιλφ πέθανε από φυματίωση το 1937, τον Πετρόφ τον ρίξαν οι Γερμανοί το 1942, όταν, πολεμικός ανταποκριτής, επέστρεφε αεροπορικώς από την πολιορκημένη Σεβαστούπολη.

Τα δυο τους μυθιστορήματα γνώρισαν αξεπέραστη αποδοχή από το αναγνωστικό κοινό και πλούτισαν τη ρωσική γλώσσα με κάμποσες παροιμιώδεις εκφράσεις.

Σε κάποιαν ανθολογία χιούμορ της δεκαετίας του 60 που είχαμε στο σπίτι όταν ήμουν έφηβος, υπήρχε και το διήγημα «Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας» του Ιλφ και του Πετρόφ. Το βιβλίο αυτό δεν ξέρω πού έχει καταλήξει, πάντως τώρα δεν το έχω. Ομως το συγκεκριμένο διήγημα είναι αρκετά γνωστό, και στο απέραντο Διαδίκτυο μπόρεσα να βρω όχι μία, αλλά δύο αγγλικές μεταφράσεις του, οπότε κάθισα και το μετέφρασα ξανά.

Το (όχι και τόσο, εδώ που τα λέμε) περίεργο ήταν ότι οι δυο μεταφράσεις είχαν αρκετές διαφορές. Στηρίχτηκα περισσότερο στη μία, αλλά σε δυο -τρία σημεία κράτησα εκφράσεις της παλιάς ελληνικής μετάφρασης όπως τις θυμόμουν επειδή μ’ άρεσαν περισσότερο. Κράτησα επίσης τον τίτλο της παλιάς ελληνικής μετάφρασης, αφού οι αγγλικές μεταφράσεις έχουν τον σχοινοτενή τίτλο «Πώς γράφτηκε ο σοβιετικός Ροβινσώνας Κρούσος».

Τέλος πάντων, από δεύτερο χέρι όλο και κάτι θα χάθηκε στο πάρε-δώσε, ελπίζω όμως να σας αρέσει το διήγημα, που πιστεύω ότι δεν προδίδει το χιούμορ των συγγραφέων. Σημειώνω πως το διήγημα είναι γραμμένο το 1933.

Ένας σοβιετικός Ροβινσώνας

Η συντακτική επιτροπή του δεκαπενθήμερου εικονογραφημένου περιοδικού Ο κόσμος της περιπέτειας παραπονιόταν για έλλειψη λογοτεχνικής ύλης. Έλειπαν τα λογοτεχνήματα που θα τραβούσαν και θα διατηρούσαν την προσοχή των νεαρών αναγνωστών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, ΕΣΣΔ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , | 130 Σχόλια »

Η μεταμόρφωση του Σάτυρου (πεζό του Κωστή Παλαμά)

Posted by sarant στο 24 Σεπτεμβρίου, 2017

Θα παρουσιάσω σήμερα ένα πεζό ενός μεγάλου ποιητή, του Κωστή Παλαμά -ενός ποιητή που, ίσως άδικα, δεν διαβάζεται πολύ στις μέρες μας ενώ στον καιρό του κυριάρχησε στην ελληνική ποιητική και πνευματική ζωή επί δεκαετίες.

Σε αυτό το πεζό του Παλαμά έφτασα τυχαία: διάβαζα ένα παλιό χρονογράφημα του Βάρναλη, κατοχικό, με θέμα απαισιόδοξο, τις αυτοκτονίες. Μιλώντας από την οπτική γωνία του θανατόφιλου, ο Βάρναλης γράφει:

Ξέρετε τι απάντησε ο Σάτυρος στο Σύλλα, άμα τον ρώτησε: ποιο είναι το καλύτερο πράμα στον κόσμο;

―Το καλύτερο, απάντησε ο τραγοπόδης θεός, είναι να μη γεννηθείς. Αλλ’ άμα έχεις γεννηθεί, το καλύτερο είναι «ως τάχιστα θανείν»…

Τους Βίους του Πλουτάρχου τους έχω διαβάσει… μισούς. Έχω διαβάσει τους Έλληνες, αλλά από τους Ρωμαίους μόνο τον Κικέρωνα και τον Καίσαρα, οπότε το επεισόδιο αυτό δεν το ήξερα. Έψαξα στον βίο του Σύλλα και πράγματι βρήκα το επεισόδιο, αλλά κάπως διαφορετικά διηγημένο.

Λέει, στο κεφάλαιο 27:

Σύλλας δὲ διὰ Θετταλίας καὶ Μακεδονίας καταβὰς ἐπὶ θάλατταν παρεσκευάζετο χιλίαις ναυσὶ καὶ διακοσίαις ἀπὸ Δυρραχίου διαβάλλειν εἰς Βρεντέσιον. ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος. ἐνταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον, οἷον οἱ πλάσται καὶ γραφεῖς εἰκάζουσιν, ἀχθέντα δὲ ὡς Σύλλαν ἐρωτᾶσθαι δι’ ἑρμηνέων πολλῶν ὅστις
εἴη· φθεγξαμένου δὲ μόλις οὐδὲν συνετῶς, ἀλλὰ τραχεῖάν τινα καὶ μάλιστα μεμιγμένην ἵππου τε χρεμετισμῷ καὶ τράγου μηκασμῷ φωνὴν ἀφέντος, ἐκπλαγέντα τὸν Σύλλαν ἀποδιοπομπήσασθαι.

Το ρεζουμέ:

Καθώς επέστρεφε ο Σύλλας από την Ελλάδα για την Ιταλία, περνώντας από την Απολλωνία, στη σημερινή Αλβανία, σε ένα ειδυλλιακό μέρος οι στρατιώτες του έπιασαν έναν Σάτυρο που κοιμόταν. Ήταν ακριβώς όπως τον παρασταίνουν οι γλύπτες κι οι ζωγράφοι. Τον οδήγησαν στον Σύλλα, κι αυτός έφερε διερμηνείς που τον ρώτησαν σε διάφορες γλώσσες. Εκείνος όμως δεν μπορούσε να μιλήσει ανθρωπινά, παρά έβγαζε μια τραχιά φωνή μισό χλιμίντρισμα και μισό βέλασμα σαν του τράγου. Φοβήθηκε ο Σύλλας και τον έδιωξε.

Ο Πλούταρχος λοιπόν μας διηγείται μεν τη συνάντηση του Σύλλα με τον Σάτυρο, αλλά δεν δίνει τη συνομιλία -και πώς να τη δώσει, αφού ο Σάτυρος δεν μιλούσε ανθρωπινά. Από πού λοιπόν βρήκε ο Βάρναλης τη στιχομυθία;

Γκουγκλίζοντας βρήκα το πεζογράφημα του Παλαμά που θα σας παρουσιάσω σήμερα, το οποίο μεταπλάθει λογοτεχνικά τη διήγηση του Πλουτάρχου -που μάλιστα την προτάσσει ως μότο στην αρχή. Ο Παλαμάς φαντάζεται δύο συναντήσεις του Σύλλα με τον Σάτυρο, μία στον πηγαιμό των Ρωμαίων, που εκτυλίσσεται όπως περίπου την περιγράφει ο Πλούταρχος, και μια στην επιστροφή, όπου ο Σάτυρος έχει περάσει μια περιπέτεια που τον έκανε σοφότερο -και μιλάει.

Το πεζογράφημα δημοσιεύτηκε το 1900 στο δεκαπενθήμερο περιοδικό «Το Περιοδικόν μας» (τόμος Β’, σελ. 20), που το εξέδιδε ο Γεράσιμος Βώκος (για τον οποίο έχω γράψει εδώ, ξεχνώντας να αναφέρω αυτο το περιοδικό). Με το «Περιοδικόν μας» συνεργάζονταν οι περισσότεροι κορυφαίοι λογοτέχνες της εποχής, αλλά παρά την ενδιαφέρουσα ύλη του το περιοδικό μετά βίας έφτασε τα πρώτα του γενέθλια. Δέκα χρόνια αργότερα ο Βώκος, που ήταν και ζωγράφος, έβγαλε το εικαστικά πολύ προχωρημένο περιοδικό «Καλλιτέχνης», που αποδείχτηκε κάπως μακροβιότερο. Ύστερα πήρε των ομματιών του για το Παρίσι, όπου πέθανε.

Αγγάρεψα τον φίλο μας τον Σκύλο να μας πληκτρολογήσει το πεζό του Παλαμά, μονοτονικό βέβαια, έκανα και ορθογραφικόν εκσυγχρονισμό, και το παρουσιάζω εδώ. Στο τέλος, κάνω ένα σύντομο σχόλιο.

ΑΠΟΛΟΓΟΙ

ΥΠΟ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΣΑΤΥΡΟΥ

ἡ δὲ Ἀπολλωνία πλησίον ἐστί, καὶ
πρὸς αὐτῇ τὸ Νύμφαιον, ἱερὸς τόπος ἐκ
χλοερᾶς νάπης καὶ λειμώνων ἀναδιδοὺς
πυρὸς πηγὰς σποράδας ἐνδελεχῶς ῥέοντος.
Ενταῦθά φασι κοιμώμενον ἁλῶναι σάτυρον,

Π λ ο υ τ ά ρ χ ο υ (Βίος Σύλλα)

Στην Απολλωνία γεννήθηκα. Εκεί πρωτοχάραξεν η ζωή μου η άγρια και η ακαμάτρα, και η λάγνα και η δολοπλόκα μου ζωή και η άθεη.

Όλες οι πηγές μού καθαροζωγράφιζαν, κι οι αντίλαλοι όλοι μού βροντοφώναζαν την ασκήμια.

Σ΄έναν τόπο σύλογγο, στο Νεραϊδόσπηλο, πρωτοξέσπασεν η ορμή μου. Την πρώτη νύφην ιερή που απάντησα, χύθηκα για να την αγκαλιάσω ακόλαστα· και ήταν η νύφη Φαέθουσα· και ήταν αδελφή μου η Φαέθουσα. Και ήμουν ο καταραμένος όλων και ο σιχαμερός. Και πρώτ’ απ’ όλους με μίσησαν τα θεία τα γονικά μου. Και οι θεοί όπου με τύχαιναν, ύψωναν τη φτέρνα τους για να με συντρίψουν. Και των βουνών οι ξωτικές και των νερών μ’ έτρεμαν εμένα· και καμιά λαχτάρα πόθου, μήτε δίψα γνωριμιάς, δεν παράδερνε μέσα στον τρόμο τους. Κι έφευγε ο κόσμος, μόλεμα, και τον ίσκιο μου.

Αλίμονό σου, άνθρωπε, που θα περνούσεν απάνου σου το φύσημά μου! Μιαν αγριμιού κακού ψυχή σου πύρωνε το είναι σου. Και τρισαλιά σου, Αμαδρυάδα, που, θέλοντας μη θέλοντας, θα σ’ έσφιγγεν η καταδασωμένη μου αγκαλιά! Η παρθενιά της η ισόθεη, μπαίγνιο των χεριών μου ξεδιάντροπο, σέρνονταν ύστερα ξεσκίδι ανάμεσ’ από τα πόδια μου, πόδια ενός τράγου! Ω τα φιλιά μου τ’ αμολόγητα μέσ’ από το καμίνι το στόμα μου!

Και ήμουν ο στουμπομύτης κι ο τραγοκέρατος με τα μεγάλα του ζωντόβολου τ’ αυτιά· και ο δειλιασμένος ήμουνα που τρόμαζα· και ήμουν ο οκνός με τη γοργάδα του ανέμου· και ήμουν ο πανάσχημος με την ουρά και με τη σκέψη της μαϊμούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Βάρναλης, Διηγήματα | Με ετικέτα: , , , , | 80 Σχόλια »