Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 (τέλος)

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη και τελευταία. Η προηγούμενη, έβδομη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της, ενώ επίσης μαθαίνουν ότι υπήρξε ένας προδότης στην ομάδα των ανταρτών που έδρασε στο χωριό στην τελευταία φάση των εκκαθαρίσεων το 1949.

Σήμερα έχουμε το τέλος του διηγήματος.

 

ΠΕΝΤΕ

Το πρωί, κατά τις εννέα, αφού πήραμε όλοι μαζί το πρωινό μας, αποχαιρετήσαμε τους οικοδεσπότες μας, τους ευχαρίστησα εκ μέρους του Συλλόγου μας για τη φιλοξενία τους και υποσχέθηκα να στείλουμε σύντομα άλλο συνεργείο να ολοκληρώσει την καταγραφή των αρχείων. Με την Αναστασία πήραμε τη Ματίνα και φύγαμε. Το αυτοκίνητο της Ματίνας ήταν μικρό αλλά με δυνατή μηχανή, καινούργια λάστιχα και αξιόπιστα φρένα. Εξοικειώθηκα με την πρώτη στο χειρισμό του. Είπα στην Αναστασία να καθίσει δίπλα μου, στη θέση του συνοδηγού, αλλά εκείνη ζήτησε να καθίσει μαζί με τη Ματίνα στις πίσω θέσεις. Την έβλεπα από το καθρεφτάκι του οδηγού να την φροντίζει με αληθινή τρυφερότητα.

Η Ματίνα δεν είχε αλλάξει ούτε στάση ούτε έκφραση. Αφηνόταν στις φροντίδες μας χωρίς καμιά αντίδραση Τις κουβέντες που έκανα με την Αναστασία σα να μην τις άκουγε, αλλά όπως είχα παρατηρήσει χτες και όπως με διαβεβαίωσε ο γιατρός, η ακοή της ήταν περίφημη. Όταν σε μιαν ισόπεδη διασταύρωση με το τρένο σταθήκαμε περιμένοντας τον συρμό, παρατήρησα πως όταν άκουσε το σφύριγμά του στράφηκε αμέσως προς το μέρος από όπου ακούστηκε και όταν πέρασε μπροστά μας, τα μάτια της το παρακολούθησαν ώσπου χάθηκε.

Η Αναστασία, χωρίς να πάψει να έχει στο νου της τη Ματίνα, μιλούσε συνεχώς. Ίσως από αντίδραση στην κατάθλιψη που ένοιωσε μ΄ αυτό που έγινε, ίσως γιατί ενδόμυχα χαιρόταν που θα γύριζε στην Αθήνα και την παρέα της, κελαηδούσε ασταμάτητα. Και σε μένα έκανε καλό ν΄ακούω τη φωνή της και τα όσα έλεγε.

«Που λέτε κύριε Δημήτρη, τόσον καιρό στο Σύλλογο, δεν είχα καταλάβει πόσο σπουδαία γυναίκα είναι η Ματίνα. Στη διαδρομή που ερχόμαστε, αλλά και στο χωριό την κατάλαβα. Με περνάει τόσα χρόνια, που θα μπορούσε να ήταν όχι μάνα μου αλλά και γιαγιά μου κι όμως σε πολλά σημεία είναι πιο νέα από μένα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Αρρώστια στην Αθήνα (διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά)

Posted by sarant στο 23 Αυγούστου, 2020

Άλλη μια φορά παρουσιάσαμε στο ιστολόγιο διήγημα του Δημοσθένη Βουτυρά (1872-1958), του μεγαλύτερου διηγηματογράφου μας, αν όχι του 20ού αιώνα πάντως σίγουρα του μεσοπολέμου.

Ο Βουτυράς είναι από τους μετρημένους στα δάχτυλα συγγραφείς της εποχής του που βιοπορίστηκε από την πένα του, γι’ αυτό και έγραψε πάρα πολλά διηγήματα, πολλές εκατοντάδες, για περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ταυτόχρονα εξέδιδε και συλλογές διηγημάτων, πάνω από είκοσι βιβλία. Και δεν έζησε άνετα.

Το έργο του δεν έχει συγκεντρωθεί ακόμα. Ο φίλος Βάσιας Τσοκόπουλος έχει ξεκινήσει να τυπώνει τα Άπαντα Βουτυρά σε τόμους, αλλά η υπόθεση κόλλησε μετά τον πέμπτο τόμο (κάπου στο ένα τρίτο του συνολικού όγκου) και αφού δυο εκδοτικοί οίκοι που είχαν αναλάβει το εγχείρημα είχαν κλείσει. Άκουσα πριν απο καιρό ότι ήταν έτοιμος ο έκτος τόμος, αλλά σε τέτοιους δύσκολους καιρούς δεν είναι εύκολα τέτοια εγχειρήματα.

Ο Βουτυράς έχει λίγους αλλά φανατικούς φίλους στην εποχή μας. Κάποια διηγήματά του (π.χ. Παραρλάμα, Ο θρήνος των βοδιών) είναι πολύ γνωστά, τα περισσότερα όμως όχι. Ο εκδοτικός οίκος Φαρφουλάς, του φίλου Διαμαντή Καράβολα, πήρε τ’ όνομά του από ένα διήγημα του Βουτυρά και έχει εκδώσει και κάποια έργα του, όπως τη σατιρική-φανταστική νουβέλα Μέσα στην Κόλαση (ο Βουτυράς καλλιέργησε και τα δύο είδη).

Εγώ σκαλίζοντας παλιές εφημερίδες βρίσκω πότε-πότε δημοσιεύματα του Βουτυρά, και κοιτάζω αν είναι θησαυρισμένα (μου έχει δώσει ο Τσοκόπουλος έναν κατάλογο των διηγημάτων που εχουν συμπεριληφθεί στις παλιές συλλογές), τα δε αθησαύριστα του τα στέλνω -αν και σχεδόν όλα τα έχει ήδη βρει ο ίδιος. Στον παλιό μου ιστότοπο έβαζα συχνά διηγήματα του Βουτυρά, που τα πληκτρολογούσαν φίλοι –εδώ τα έχω συγκεντρωμένα. Κάποια στιγμή λέω να βάλω μπροστά να πληκτρολογηθεί το κατοχικό ημερολόγιο του Βουτυρά, ή μάλλον τα αποσπάσματά του που είχε δημοσιεύσει στη δεκαετία του 1950 η Αυγή.

Θα είχε ενδιαφέρον να δούμε αν το ιδιότυπο στιλ του Βουτυρά, που τόσο είχε προβληματίσει τους κριτικούς στην εποχή του -το λεγόμενο «πρόβλημα Βουτυρά»: πώς γίνεται ένας τόσο «άτεχνος» συγγραφέας να έχει τόση απήχηση στο κοινό- στέκεται καλά εκατό χρόνια μετά, στον σημερινό αναγνώστη.

Το σημερινό διήγημα δεν είναι άγνωστο, αλλά είναι επίκαιρο. Μας το προσφέρει ο φίλος μας ο Spiridione, που τον ευχαριστώ πολύ. Το διάλεξε επειδή αναφέρεται, ακριβώς, στην πανδημία της γρίπης του 1918, όπως την έζησαν στην Αθήνα τότε. Εκατό (και κάτι) χρόνια μετά, έχουμε μιαν άλλη πανδημία.

Tο διήγημα δημοσιευτηκε πρώτη φορά στο περιοδικό Ανθρωπότης, τεύχος Ζ’, Μάιος 1920 -απ’ όπου και το πήρε ο φίλος μας. Στη συνέχεια, συμπεριλήφθηκε στη συλλλογή «Η αριστοκρατική γειτονιά και άλλα διηγήματα», του 1924 καθώς και στον 5ο τόμο των Απάντων στην έκδοση του Τσοκόπουλου.

Στο κείμενο έχουν γίνει κάποιες ορθογραφικές προσαρμογές και έχει μονοτονιστεί. Επίσης έκανα μερικές αλλαγές, εντελώς δευτερεύουσες, με βάση το κείμενο που υπάρχει στα Άπαντα.

Οι Μαξιμαλιστές που αναφέρονται στην εφημερίδα είναι οι Μπολσεβίκοι -η Οκτωβριανή επανάσταση είχε μόλις γίνει.

 

Αρρώστια στην Αθήνα

Η βροχή χτυπούσε κάποτε στα παράθυρα, τα τυμπάνιζε, και ο άνεμος, η φωνή του, ακουγότανε να βουίζει, να βογκά…

Μαζεμένοι είμαστε σε μια γωνιά του μικρού δωματίου του καφενείου, και μιλούσαμε για την αρρώστια, που, από λίγες μέρες, είχε πέσει στην Αθήνα. Και μάλιστα αυτήν την ημέρα είχε γίνει θόρυβος γι’ αυτή πολύς. Τρομαχτικά πράγματα λέγανε.

Καθισμένος εγώ, κοντά στην κλειστή πόρτα, κοίταζα κάποτε, απ’ τα γυαλιά της, την άγρια νύχτα, έβλεπα κάτι δεντράκια που ήταν απ’ έξω απ’ το καφενείο, να σαλεύουν σα να δερνόντουσαν, να κλαίγανε κι αυτά για τη συμφορά, που ‘χε πέσει στην πόλη της Αθηνάς. Κι ερημιά, ερημιά στο δρόμο. Σπάνια να φανεί διαβάτης.

Και οι διηγήσεις για την αρρώστια, για τα χτυπήματα, που ‘δινε, αύξαναν, πλήθαιναν. Λέγανε για στρατιώτες που πλήθος πέθαιναν και δεν πρόφταναν να τους θάψουν, για οικογένειες που ξεκληρίστηκαν ολόκληρες σε δυο, ή τρεις μέρες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Πανδημικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 87 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 7

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη, έκτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της.

Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο. Ακολουθεί το πέμπτο και τελευταίο -σήμερα λοιπόν έχουμε την προτελευταία συνέχεια.

Η συζήτηση με τον οικοδεσπότη μας ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά εγώ ήθελα να μάθω τι απέγινε ο γιος του. Δίσταζα όμως να τον ρωτήσω. Σα να μάντεψε τις σκέψεις μου, μου είπε τη συνέχεια

«Το χωριό μας ήταν έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Τώρα, μεταξύ μας, τι τα θέλανε αυτά; Πήγαν να φτιάξουν κανονικό στρατό χωρίς να διαθέτουν αξιωματικούς. Τους έμπειρους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, οι ίδιοι τους έστειλαν να τεθούν στη διάθεση του Στρατού κι αυτοί τους εξόρισαν στη Νάξο, απ΄ όπου μια χούφτα μόνο δραπέτευσαν, με τον συνταγματάρχη Κούκουρα επικεφαλής  και κατάφεραν και βγήκαν στο βουνό. Οι άλλοι μείνανε στη Νάξο και μετά τους έστειλαν στη Μακρόνησο. Ο Βλάσης μου δεν ήταν της Σχολής Ευελπίδων, ούτε είχε κάνει αξιωματικός στον παλιό στρατό. Ήταν άλλωστε πολύ μικρός τότε. Είχε όμως πολεμήσει στον ΕΛΑΣ και με πρόταση της διοικήσεως της Μεραρχίας πήγε στη Σχολή Αξιωματικών, η οποία λειτουργούσε στο κοντινό χωριό, το Μοναστήρι, και ονομάστηκε ανθυπολοχαγός.

»Είχα την τύχη να γνωρίσω τον διοικητή της Σχολής, τον Κώστα τον Κανελλόπουλο, ένα πραγματικό παλικάρι. Ήταν υπολοχαγός του Στρατού, πολέμησε στην Αλβανία, συνέχισε με τον ΕΛΑΣ και κατόπιν με τον Δημοκρατικό Στρατό. Τέρας μορφώσεως, πολύ ζεστός άνθρωπος  και ταυτόχρονα πολύ διορατικός και οξύνους. Όπως μου είχε εκμυστηρευθεί, όταν μετά τη Βάρκιζα άρχισαν οι διωγμοί των Χιτών κατά των αριστερών είχε προτείνει στην ηγεσία της Αριστεράς στην Πελοπόννησο να οργανώσουν ένα είδος Αυτοάμυνας, όχι απέναντι της Χωροφυλακής και του Στρατού, αλλά εναντίον των παρακρατικών. Είχε προτείνει τότε να απευθύνουν τελεσίγραφο προς τους Χίτες: «Έναν δικό μας σκοτώνετε; Δύο δικούς σας θα σκοτώνουμε εμείς. Έναν πιάνετε και φυλακίζετε; Δύο θα πιάνουμε ομήρους εμείς». Δυστυχώς η τότε ηγεσία είχε αυταπάτες για ομαλές εξελίξεις και απέρριψε την εισήγησή του ως εξτρεμιστική. Αυτά έγιναν το 1946. Ύστερα τον έστειλαν στο Μπούλκες, από όπου επανήλθε με τον Γκιουζέλη και το επιτελείο του. Στην αρχή ήταν επιτελάρχης της Μεραρχίας αλλά, μετά την αποτυχία των επιθέσεων κατά της Δημητσάνας και της Ζαχάρως, ο Γκιουζέλης τον υποβίβασε, αναθέτοντας του τη Διοίκηση της Σχολής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , | 123 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 6

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη, πέμπτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της.

Σήμερα μπαίνουμε στο τέταρτο κεφάλαιο, που και αυτό θα το χωρίσω σε δυο συνέχεις. Ακολουθεί το πέμπτο και τελευταίο.

4

Την επομένη, ειδοποιημένος από τον κύριο Στάθη, ήρθε ξανά να μας δει ο γιατρός. Ήταν περίπου τριανταπέντε χρονών, τέλειωνε το αγροτικό του και έλπιζε να διοριστεί στο Κέντρο Υγείας της Βυτίνας.

«Τι να σας πω. Εγώ είμαι γενικός παθολόγος και παρόμοιο περιστατικό δεν έχω ξανασυναντήσει. Κλινικώς δεν παρουσιάζει καμία βλάβη. Είμαι δε βέβαιος πως βλέπει και ακούει περίφημα. Μόνο που δεν συμμετέχει σε τίποτα. Δέχθηκε τις εξετάσεις που της έκανα, χωρίς καμιά αντίδραση, αλλά και χωρίς καμιά δικιά της ανταπόκριση. Φοβάμαι πως αντιμετωπίζουμε περίπτωση βαριάς αντιδραστικής κατάθλιψης ή κάποια σοβαρή μορφή καταληψίας. Μήπως θα έπρεπε να την πάμε μερικές μέρες στο νοσοκομείο της Τρίπολης, να την παρακολουθήσουν νευρολόγοι ή ψυχίατροι, που δε διαθέτει το Κέντρο Υγείας;»

«Νομίζω πως είναι καλύτερα να τη μεταφέρουμε στην Αθήνα, όπου και καλύτερη περίθαλψη θα έχει και κοντά στους δικούς της θα βρίσκεται».

«Μου φαίνεται πως έχετε δίκιο. Πάντως μπορεί να ταξιδέψει και τέσσερις και πέντε ώρες, χωρίς κίνδυνο».

Το τελευταίο εικοσιτετράωρο στη Δροσοπηγή το περάσαμε με την Αναστασία εξετάζοντας τις φωτογραφίες και κάποια σχετικά μ΄ αυτές έγγραφα, που ανακαλύψαμε στο αρχείο. Για ολοκλήρωση της μελέτης του αρχείου και καταγραφής του δεν γινόταν φυσικά λόγος. Για την ώρα περιοριστήκαμε να ταχτοποιήσουμε φωτογραφίες και έγγραφα, χωρίσαμε όσα είχαν ψηφιοποιηθεί και αποθηκευθεί στο σκληρό δίσκο του φορητού υπολογιστή και στην ψηφιακή κάμερα, από όσα μέναν αθησαύριστα. Ίσως να έρχονταν αργότερα κάποιοι άλλοι από το Σύλλογο για να την συμπληρώσουν την καταγραφή.

 

Η Δροσοπηγή ήταν έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Ο Κώστας είχε βαθμό υπολοχαγού και διοικούσε μια διλοχία και ο Βλάσης ήταν ανθυπολοχαγός και υποδιοικητής. Σε ένα έγγραφο, που είχε τον χαρακτηρισμό «απόρρητο», μια παράγραφός του μου έκανε εντύπωση, όπως θα έκανε εντύπωση και σε κάποιον άλλον που τη διάβασε πριν από μένα, γιατί ήταν υπογραμμισμένη με κόκκινο μολύβι:

«Χρειάζεται ιδιαίτερη επαγρύπνηση, αναφορικά με τους επιστρατευόμενους αλλά ακόμη περισσότερη με τους εθελοντές ή τους αυτόμολους. Πληροφορίες από άλλες μονάδες αναφέρουν περιπτώσεις ατόμων, που παρουσιάστηκαν σαν εθελοντές ή αυτόμολοι, στην πραγματικότητα όμως ήταν κατάσκοποι ή πράκτορες των Μ/Φ».

Η τελευταία συντομογραφία σήμαινε βεβαίως «μοναρχοφασιστών». Αναλόγως στην άλλη πλευρά για τους αντάρτες χρησιμοποιούσαν τη συντομογραφία Κ/Σ, δηλαδή «κομμουνιστοσυμμορίται». Όπως γράφει κάποιος ιστορικός της εποχής, ο πόλεμος γινόταν με συντομογραφίες.

Ξεφύλλισα και το μικρό τεφτεράκι, όπου κατέγραφε, δίκην ημερολογίου, τις σκέψεις του ο Βλάσης. Σε ένα σημείο του διάβασα.

Μυστήριος μου φαίνεται ο καινούργιος μαχητής. Όλο ρωτά για πρόσωπα και πράματα. Όταν δεν έχει υπηρεσία, όλο κινείται. Άλλοτε τριγυρίζει στα γραφεία κι άλλοτε φέρνει γύρα το χωριό, σαν κάτι ή κάποιον να αναζητά. Ενημέρωσα τη Διοίκηση και είπα στον Ηλία και το Δημητρό να μην τον χάνουν από τα μάτια τους. Ο Κώστας όμως με διαβεβαιώνει πως πρέπει να είναι εντάξει. Τον ξέρει από την Κατοχή. Εδώ που τα λέμε, παρά τις επιφυλάξεις μου, και σε μένα δεν έχει κάνει άσκημη εντύπωση. Είναι πειθαρχικός, πρόθυμος, εύθυμος, ξέρει ένα σωρό τραγούδια του αγώνα και έχει ωραία φωνή.

Στα διαλείμματα κουβέντιαζα με τους οικοδεσπότες μας. Είχαν πάρει ενεργό μέρος στην Αντίσταση και υπέφεραν στον Εμφύλιο κατά τον οποίο φυλακίστηκε ο Στάθης και λεηλατήθηκε το σπίτι τους. Γλίτωσαν χάρη στις γνωριμίες του πεθερού του, του στρατηγού. Με κάποια έκπληξη διαπίστωσα πως και οι τρεις οικοδεσπότες μας ζούσαν σε μια κατάσταση ψευδαισθήσεων. Γι΄ αυτούς ο αγώνας, που ξεκίνησε από την Αντίσταση και συνεχίστηκε με τον Εμφύλιο, δεν έχει τελειώσει. Τον συνεχίζουν κάποιοι, μεταξύ των οποίων ο Βλάσης, που γι΄ αυτούς εξακολουθεί να ζει, κάπου στην Κούβα ή στη Λατινική Αμερική. Και αυτές τις ψευδαισθήσεις τις διατηρούσε όχι μόνο η κυρία Ουρανία, που οπωσδήποτε από χρόνια τώρα ζει αποτραβηγμένη στον κόσμο της, αλλά και η πρακτική και ρεαλίστρια Παρασκευή, ακόμα και ο κύριος Στάθης κι ας βεβαίωνε πως ήταν αθεράπευτα ορθολογιστής. Όπως μου είπε σε μια από αυτές τις συζητήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Η χαμένη ευκαιρία (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν πριν από πέντε μήνες, πριν από την καραντίνα δηλαδή, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα.

Το σημερινό διήγημα είναι πολύς καιρός που μου το έστειλε ο Τζι, αλλά είχε εξαρχής ζητήσει να δημοσιευτεί αμέσως μετά την επέτειο της αποκατάστασης της δημοκρατίας, αφού αυτό είναι το θέμα του διηγήματος -ή μάλλον, όπως λέει ο ίδιος, «Είναι κάπως τολμηρό από πολιτικής και ερωτικής πλευράς καθώς οι περιπέτειες της δημοκρατίας και η εξωσυζυγική σχέση κάποιας αφήνουν την ίδια γεύση καθώς εξελίσσονται παράλληλα».

Δίνω τον λόγο λοιπόν στον Τζι:

Η χαμένη ευκαιρία

Μόλις κτύπησε το τηλέφωνο την ξανάφερε στο νου του. Ηταν αυτή.

– Ελα τώρα. Μπορείς ;

– Ναι, ψιθύρισε άβουλα και με σκοτεινιασμένο βλέμμα. Πάλευαν μέσα του η σαρκική η επιθυμία  και τ’ απομεινάρια της ηθικής του. Μπερδεμένος, το πρώτο καλοκαίρι της θητείας του στο ναυτικό, είχε άλλα δυο μπροστά του για να ξεκαθαρίσει κάπως τα πράγματα. Και στην υπηρεσία του μπερδεμένοι ήσαντε ακόμα. Χρόνια συνηθισμένοι στο Βασιλικό το Ναυτικό πάλευαν τώρα ν’ αφομοιώσουν το Πολεμικό και την δημοκρατία που του άλλαξε το όνομα  Επρεπε όλοι να το καταλάβουν πως έφυγε η χούντα  η μετονομασία ήταν ένα καλό επιχείρημα. Πολεμικό το Ναυτικό, Πολεμική και η Αεροπορία ! Οπου τα πράγματα ήταν πιο σοβαρά χρειαζόταν και επεξηγηματική δήλωση: «Όταν λέμε ισόβια εννοούμε ισόβια» είχε δηλώσει ο «εθνάρχης» σε όσους τον κατηγορούσαν γιατί δεν έστειλε στο απόσπασμα τους πρωταίτιους της δικτατορίας όπως έλεγε η δικαστική απόφαση. Και τα εννοούσε πραγματικά, αποδείχθηκε.

Λίγα χρόνια μετά την μεταπολίτευση, θητεία στο ναυτικό. Βασική εκπαίδευση, σχολή αξιωματικών και πρώτη άδεια μετά την μετάθεση του στον Πόρο. Πήγε στο νησί, τακτοποιήθηκε σ’ ένα σπίτι και γύρισε. Μόλις που φίλησε την μάνα του, αμέσως πήγε  έναν όροφο πιο πάνω να δει τον φίλο του, μα έλειπε. Ητανε μόνο η γυναίκα του και το δίχρονο παιδί τους. Τον κράτησε με το ζόρι να πιουν ένα καφέ και τον γέμισε κατηγόριες για τον Σπύρο. Εβλεπε γυναίκα από κοντά μετά από τόσες μέρες και αισθανότανε λίγο άβολα, αλλά δεν είχε και το κουράγιο για να φύγει. Το κοριτσάκι έπαιζε σκαρφαλωμένο στην μάνα του τραβώντας της την μπλούζα και σηκώνοντάς της την φούστα, το πεινασμένο βλέμμα του ακολουθούσε τα τερτίπια της μικρής.  Κάποια στιγμή το ένα της στήθος  αποκαλύφθηκε. Χαμογέλασε και δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το μαζέψει. Σαν μαγεμένος το κοίταζε ο ναύτης. Ηταν κι όπως του άρεσε, μέτριο σε μέγεθος και σχεδόν το μισό να ανήκει στην ρόγα.  Οι τόσες μέρες απομόνωσης από τον κόσμο στο στρατόπεδο έπαιξαν τον ρόλο τους. Κάθησε δίπλα της κι άρχισε να παίζει κι’ αυτός με την  μικρή ακουμπώντας την μάνα της δήθεν τυχαία. Κάποια στιγμή τα χείλη του βρεθήκανε στο στήθος της. Αναστέναξε ελαφρά και τούπε «αργότερα, σαν κοιμηθεί η μικρή». Ωρα πολλή μετά, η μικρή εξακολουθούσε να παίζει με την μάνα της και το βυζί να είναι ακάλυπτο. Η  Πόπη φαινότανε να το διασκεδάζει, φαινομενικά δεν έδειχνε καμιά βιασύνη για τα περαιτέρω, ήτανε ήρεμη κι’ ευτυχισμένη που δεν ήταν αναγκασμένη να σκέπτεται τον άντρα της, όπως τούλεγε κοιτάζοντας τον φιλικά. Τον είχε ήδη κατηγορήσει πως πήγαινε με άλλες για να δικαιολογήσει την δική της στάση, μα δεν τον ένοιαζε. Αισθάνθηκε σαν νάτανε ένα διακοσμητικό στοιχείο στην παράσταση και σηκώθηκε να πάει να δει την μάνα του που τον περίμενε, για την ώρα ο πόθος του είχε υποχωρήσει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Ερωτικά, Μεταπολίτευση | Με ετικέτα: | 156 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη, τέταρτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Γνωρίζονται με την Αναστασία, τη νεαρή συνεργάτρια της Ματίνας, και τους γηραιούς οικοδεσπότες, τον Στάθη και την Ουρανία.

Καθώς συζητούσαμε με την Αναστασία ήρθε και ο οικοδεσπότης. Σηκώθηκα να τον χαιρετίσω. Ήταν ένας ψηλός ξερακιανός γέρος, ευθυτενής, με ζωηρό βλέμμα, που δεν πρόδιδε τα χρόνια του, γιατί υπολόγισα πως θα πλησίαζε τα ενενήντα.

«Έχω ακούσει για σας και για την προσπάθεια που κάνετε με τον Σύλλογό σας, για να διασωθεί η ιστορική μνήμη. Η καημένη η Ματίνα με ενημέρωσε πλήρως».

Κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα μου. Είχε διάθεση για κουβέντα.

«Δεν ξέρετε πόσο καλό μάς έκανε η παρουσία της Ματίνας και της Αναστασίας στο σπίτι μας. Τα τελευταία χρόνια μένουμε μονάχα οι τρεις μας η Ουρανία, η Παρασκευή κι εγώ. Τρεις κούκοι, τρεις γέροι κούκοι για την ακρίβεια. Η επίσκεψή τους μας έκανε πολύ καλό, γιατί δεν ήταν μονάχα η παρουσία νέων ανθρώπων, ήταν η ζωντάνια και η ανοιχτή καρδιά τους. Σας λέω, ξαναζωντανέψαμε. Και δεν ήταν μόνο η παρουσία τους, ήταν και το αντικείμενο της επίσκεψης τους. Εμείς όλα αυτά τα ντοκουμέντα και τις φωτογραφίες τα φυλάγαμε τόσα χρόνια τώρα ως κόρην οφθαλμού. Όχι μόνο σαν αγαπημένα ενθύμια, πιο πολύ σαν ιερά κειμήλια. Είναι βλέπετε ό,τι χειροπιαστό μας έμεινε από μιαν αξέχαστη περίοδο της ζωής μας. Κάποιοι συγχωριανοί μου φιλοδοξούν να φτιάσουν κάποτε μουσείο της εποχής εκείνης και να τα βάλουν εκεί. Γι΄ αυτό και στην τηλεφωνική επικοινωνία με τον κύριο πρόεδρο του Συλλόγου σας, του τόνισα πως δε θα ήθελα να τα αποχωριστώ, αλλά προθύμως να τα θέσω στη διάθεσή σας εδώ, επί τόπου. Έτσι, ήρθαν οι καλές αυτές κοπέλες. Και τώρα να τύχει αυτό το ακατανόητο».

Τον μονόλογό του διέκοψε η εμφάνιση της γυναίκας του. Ήταν μια αδύνατη, μάλλον μικροκαμωμένη γριούλα, που εντούτοις στο ρυτιδωμένο πρόσωπό της διασώζονταν ίχνη παλιάς ομορφιάς. Συμπέρανα πως στα νιάτα της θα πρέπει να ήταν καλλονή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 74 Σχόλια »

Κουντρασταδόροι, ένα διήγημα του Νίκου Κάσδαγλη

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2020

Αναζητούσα ένα διήγημα θαλασσινό, ναυτικό, μια και το καλοκαίρι είναι η εποχή που οι περισσότεροι βρισκόμαστε ή θέλουμε να βρεθούμε στη θάλασσα. Η εύκολη λύση είναι ο Καρκαβίτσας, αλλά είπα να διαλέξω κάτι λιγότερο γνωστό. Σκέφτηκα λοιπόν τα ναυτικά διηγήματα του Νίκου Κάσδαγλη. Ο Κάσδαγλης (1928-2009) ήταν σημαντικός συγγραφέας και μεταφραστής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, με γνωστότερο έργο του το μυθιστόρημα «Κεκαρμένοι», μια σκληρή αφήγηση με θέμα τη στρατιωτική ζωή.

Γεννήθηκε στην Κω και πολλά από τα έργα του έχουν θέμα τη θάλασσα και τους ναυτικούς. Συνδέεται κατά κάποιο τρόπο με το ιστολόγιο, αφού πέθανε στις 16.2.2009, τη μέρα που άρχισε να λειτουργεί το ιστολόγιο. Κι έτσι, ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου ήταν μια σύντομη νεκρολογία του, την επόμενη μέρα.

Σε εκείνο το άρθρο είχα δημοσιεύσει την αρχή από το διήγημα του Κάσδαγλη «Κουντρασταδόροι», που η συνέχειά του βρισκόταν στον παλιό μου ιστότοπο. Το διήγημα είναι παρμένο από τη συλλογή «Σπιλιάδες» (1952) με τέσσερα ναυτικά διηγήματα.

Δημοσιεύω λοιπόν σήμερα όλο το διήγημα. Κουντρασταδόροι είναι οι ναυτικοί που κάνουνε κουντράστα με τις βάρκες τους, που είναι το ανάλογο της κόντρας για τις μηχανές. Όπως και οι κόντρες, έτσι και τα κουντράστα είναι επικίνδυνη υπόθεση.

Το νησί δεν κατονομάζεται, αλλά νησάκι Νήμος υπάρχει δίπλα στη Σύμη.

Κουντρασταδόροι

του Νίκου Κάσδαγλη

Εμείς οι ντόπιοι το λέμε όμορφο το νησί μας και τ΄ αγαπούμε. Όσο ζούμε εδώ δε θέλουμε να φύγουμε, και σα μας σφίξει η ανάγκη – φτωχός μαθές ο τόπος – πάντα τόνε θυμούμαστε με μεράκι.

Δεν έχει άλλον τρόπο να ζήσεις, από την τέχνη τη θαλασσινή. Είμαστε ψαράδες, σφουγγαράδες, ναύτες. Όχι πως η θάλασσά μας είναι πλούσια· τα καΐκια μας παγαίνουν μακριά, στη Μπεγγάζη, για σφουγγάρι, και τα φορτηγά βγαίνουν από τη ρότα τους για να πιάσουν στο νησί.

Λιμάνια μόνο έχουμε μπόλικα. Βαθιά λιμάνια, σίγουρα σε όλους τους καιρούς, τριγυρισμένα από κοφτερούς βράχους – στο νησί δε θα βρεις μιαν ακρίτσα αμμουδιά – αποκούμπι για τους ψαράδες στα μελτέμια, που βαστούν τους πιο πολλούς μήνες του χρόνου. Δύσκολα θα πετύχεις στον καιρό τους και μια μονάχα μέρα μπουνάτσα – κι είναι άγρια. Βοηθάει και το νησί, βλέπεις. Γιομάτο απότομα βουνά και βαθιές χαράδρες, αλλού απαγκιάζει ολότελα, κι αλλού μαζεύει τη δύναμη του ανέμου και τόνε ξαπολάει σα φίδι που σφυρίζει. Μέρες μέρες ο καιρός δυναμώνει τόσο, που κλείνει στο λιμάνι όλα τα πανάδικα και τις βάρκες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θαλασσινά, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 81 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, τρίτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Αφού κάναμε κάποιες αναδρομές στο παρελθόν, σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Και αυτό το κεφάλαιο είναι μεγάλο, οπότε το χωρίζουμε σε δύο μέρη.

Την Παρασκευή το μεσημέρι, αφού έφαγα κάτι ελαφρό και πήρα μαζί μου τα σάντουιτς και το θερμός με τον καφέ, που μου ετοίμασε η Κική, πήγα στην αφετηρία των υπεραστικών  λεωφορείων Πελοποννήσου, στη λεωφόρο Κηφισού και βρήκα θέση στο λεωφορείο που έφευγε στις δύο. Η διαδρομή δεν ήταν κουραστική, μάλλον ευχάριστη, αν εξαιρέσεις την άθλια μουσική που ακουγόταν συνεχώς από το μεγάφωνο του λεωφορείου. Τα καινούργια λεωφορεία των ΚΤΕΛ είναι πολύ άνετα και οι δρόμοι, τουλάχιστον ώς την Τρίπολη, καλοφτιαγμένοι.

Σε όλη τη διαδρομή συλλογιζόμουνα τι μπορεί να έπαθε η Ματίνα. Ο γιατρός απέκλεισε το εγκεφαλικό, αλλά μπορείς να έχεις εμπιστοσύνη σ’ έναν νεαρό που κάνει το αγροτικό του; Να έπαθε ξαφνικά άνοια; Δεν ήξερα αν αυτό το παθαίνει κανείς απότομα ή είναι αποτέλεσμα βραδείας εξέλιξης. Πίστευα πως συνήθως το δεύτερο συμβαίνει. Και το μόνο που δε θα μπορούσα να φανταστώ ήταν να πάθει άνοια η Ματίνα. Θυμήθηκα τις συζητήσεις που είχαμε τα τελευταία χρόνια.

«Τι τα θες» μου είχε πει μια φορά, «δε θα μπορέσω ποτέ να συμβιβαστώ με όσα γίνονται γύρω μας. Όσο δούλευα, οι απαιτήσεις της δουλειάς και οι άλλες δραστηριότητές μου, με απορροφούσαν και δεν έδινα σημασία στα εκφυλιστικά φαινόμενα, που πάνε να κυριαρχήσουν στην κοινωνία μας. Δεν είμαι γκρινιάρα λόγω ηλικίας, σαν κάποιους συνομηλίκους μας, που επικρίνουν τη νεολαία για το φέρσιμο, το ντύσιμο ή τη φρασεολογία της. Όχι, αυτά τα καταλαβαίνω και τα αποδέχομαι. Άλλωστε στον καιρό μας κάπως ανάλογα φερνόμασταν κι εμείς. Εκείνο που με στεναχωρεί είναι η φυγοπονία και ο ευδαιμονισμός που έχουν κυριεύσει τους νέους. Φοβάμαι πως αυτό εγκυμονεί μεγάλους κινδύνους.

»Στο Σύλλογο πάλι η αναδρομή στα αρχεία και τα ντοκουμέντα εκείνης της εποχής, από τη μια με αναζωογονεί –είναι κάτι που μ’ αρέσει– κι από την άλλη με πικραίνει. Δε σου κρύβω πως ώρες ώρες σκέφτομαι “τι θες και τα ανασκαλεύεις; Καλύτερα να τα ξεχάσουμε. Ποιόν ενδιαφέρουν τώρα πια οι ήρωες και οι εξάρσεις;” Ύστερα όμως θυμάμαι τα μάτια του Κώστα, όταν με αποχαιρετούσε, θυμάμαι τη ζωντάνια και το κέφι όλων αυτών των παιδιών που χάθηκαν και λέω πως δεν είναι δυνατό, δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχάσουμε. Αν ξεχάσουμε αυτούς τους σπουδαίους ανθρώπους, θα είναι σαn να σκοτώθηκαν για δεύτερη φορά. Δεν είναι κρίμα; Γι’ αυτό κάποτε σκέφτηκα ν’ ασχοληθώ με το γράψιμο. Είναι ένα είδος φυγής. Νιώθω να πνίγομαι έτσι που ζω. Είναι κάτι που δεν το αντέχω. Και συ μου λες πως είμαι μια χαρά βολεμένη…»

Και το πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση τέτοιας θλίψης, που πάντα θα τη θυμάμαι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 142 Σχόλια »

Μνήμη Αυγουστίνου Τσιριμώκου (1954-2020)

Posted by sarant στο 28 Ιουνίου, 2020

Το ιστολόγιο θέλει να τιμήσει σήμερα τον φίλο μας Αυγουστίνο Τσιριμώκο που τόσο νωρίς έφυγε από τη ζωή την περασμένη Τρίτη.

Ο Αυγουστίνος ήταν εξαιρετικά πολυτάλαντος και άφησε τη σφραγίδα του στην πνευματική ζωή της Ρόδου, όπου κατοικούσε τις τελευταίες δεκαετίες.

Ήταν προϊστάμενος της δημοτικής βιβλιοθήκης, αλλά επίσης συμμετείχε ενεργά σε θεατρικές παραστάσεις, διαλέξεις, παρουσιάσεις βιβλίων και κάθε λογής άλλες πολιτιστικές εκδηλωσεις.

Υπάρχουν στο Διαδίκτυο πολλά βίντεο με τη συμμετοχή του (ένα πολύ πρόσφατο, του φετινού Απριλίου) που δίνουν μια μικρή ιδέα από την πολυσχιδή του δραστηριότητα.

Δεν είναι όμως μόνο τα βίντεο. Ο Αυγουστίνος ήταν συνάδελφος, θέλω να πω μεταφραστής, με δεκάδες βιβλία στο ενεργητικό του (μεταξυ άλλων), κυρίως επιστημονικής φαντασίας και φαντασίας, ένα είδος που το λάτρευε.

Αλλά έγραφε κιόλας ο Αυγουστίνος, τόσο μυθοπλασία όσο και διάφορα άρθρα, ενώ ήταν τακτικός συνεργάτης σε διάφορα περιοδικά, τελευταία στις Νησίδες και στον Λωτό, περιοδικά της Ρόδου. Τα κείμενά του διακρίνονται για την καλλιέργεια αλλά και για το χιούμορ τους. Σε παλιότερα κείμενά του, αλλά και στο Διαδίκτυο, χρησιμοποιούσε και το ψευδώνυμο Cyrus Monk – Κύρος Μοναχός.

Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε δυο διηγήματα επιστημονικής φαντασίας του Αυγουστίνου και να βρείτε και λινκ προς άλλα κείμενα.

Εφηβος στο Βαρβάκειο

Έγραψε για τον Αυγουστίνο ο φίλος μας Antonislaw, που τον ήξερε καλά:

Στην εποχή των προσωπιδοφόρων, ένας άνθρωπος χωρίς μάσκα, με άφθονη υποκριτική και καθόλου υποκρισία, με πύρινη γλώσσα και ψυχή παιδική, με καμιά προσκόλληση στην ύλη, αν και υλιστής κατά την φιλοσοφίαν και ουδόλως ιδεαλιστής, με ιδέες υψηλές, με θύραθεν παιδεία περί τα φυσικά, βιοποριζόμενος ως δημοσιογράφος, μεταφραστής και βιβλιοθηκονόμος, και με μακρά εντρύφηση στην πληροφορική, στην επιστημονική φαντασία, στα χορωδιακά, στο σκάκι και στο μπριτζ, στα γλωσσικά και τα θεατρικά, σατιριστής και ευφυολόγος,  με χειρονομίες μεγάλες, ορθόφωνος και στέντωρ, με υψηλό γλωσσικό κριτήριο, πολυτονιστής, με επικές, εμβληματικές αναγνώσεις και αφηγήσεις σε ραδιόφωνα και αναλόγια, με πύρινη γλώσσα και γλύκα παιδική, ως πύρινη γλώσσα ανελήφθη στον ουρανό της Αττικοβοιωτίας, στη Ριτσώνα στις 26-6-2020.

Εξ Αττικής ορμώμενος και εν Ρόδω ζήσας, ενδιατρίψας και τελευτήσας, από το Α στο Ρ έτη εξήντα και έξι, μετά Άννας Ξανθάκη της «Διαλεκτικής της Συνουσίας» και Αναστασίας Ζέππου της  θεολογικής επιμελείας, νυμφευθείς.

Ο Αυγουστίνος σχολίαζε από παλιά στο ιστολόγιο, αλλά τον γνωρίσαμε από κοντά, μαζί με την αγαπημένη του Αναστασία πέρυσι, όταν είχε ανεβεί στην Αθήνα και πήρε μέρος σε κάποιες συναντήσεις φίλων του ιστολογίου. Παραθέτω το τελευταίο του κείμενο, που το έγραψε τρεις μέρες πριν πεθάνει, και μαζί ένα ποίημα της Αναστασίας για τον Αυγουστίνο, που γράφτηκε ταυτόχρονα.

Λεξιπλασίες

του Αυγουστίνου Τσιριμώκου
στο Εργαστήριο δημιουργικής ανάγνωσης
και γραφής το ΚΟΧΥΛΙ
Σάββατο 20-6-2020
3 ημέρες προτού πεθάνει!

Α. Ὁρισμοὶ δοσμένων λέξεων

Δρακοκορέτσι: Τρομακτικοῦ μεγέθους κοκορέτσι ἀπὸ ἔντερα δράκου (κατὰ προτίμηση, δράκου τῆς Ρουμανίας). Ψήνεται σὲ σιγανὴ φωτιὰ γιὰ περίπου τρεῖς ὧρες, ἀλλὰ λόγῳ ἔντονης πικράδας δὲν τρώγεται.

Άγρυπνοβάτης: Αὐτὸς ποὺ περπατᾶ μὲ ἀνοιχτὰ μάτια τὴν ὥρα ποὺ ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος κοιμᾶται. Ἄν τὸν συναντήσετε, μὴν τὸν κοιμίσετε ἀπότομα, γιατὶ κινδυνεύει ἡ ζωή σας. Τὸν ὕπνον πολλοὶ ἐμίσησαν, ποὺ λέει καὶ ἡ παροιμία, ἀλλά τὸν ξύπνιο οὐδείς.

Ἀγέλληνας: Ἀγελαῖο ζῶο, παρεπιδημοῦν εἰς τὴν νότιο Βαλκανική, τοῦ ὁποίου ἡ -τρόπον τινά- προβατίσια συμπεριφορὰ ἐκδηλώνεται τουλάχιστον ἀνὰ τέσσερα ἔτη, ἐνῶ πολὺ συχνὰ ἐμφανίζεται καὶ στὰ μεσοδιαστήματα. Ἀρχηγὸς τῆς ἀγέλης ἀνακηρύσσεται ὅποιος πεῖ τὸ μεγαλύτερο καὶ πιὸ ἐξωφρενικὸ ἐξόφθαλμο ψέμμα.

Β. Δημιουργία καινούργιων λέξεων
καὶ οἱ σημασίες τους

Σεντονίζω: Ὅταν ὁ προεδρεύων μιᾶς συζήτησης, κατὰ κανόνα στρογγυλῆς τραπέζης, ἀλλὰ ἐνίοτε καὶ ἄλλων γεωμετρικῶν σχημάτων, παρεμβαίνει ὡς μὴ ὥφειλε ἀπαντώντας στοὺς προηγούμενους ὁμιλητές μὲ σχοινοτενεῖς παρατηρήσεις, τὰ γνωστὰ καὶ ὡς «σεντόνια».

Γειωδεσία (ἤ γεωδεσιά): Ἡ χάραξη ὁριστικῶν συνόρων σὲ γεωγραφικοὺς χάρτες, μὲ ἀπώτερο στόχο νὰ «δέσει» κατὰ τὸ πλεῖστον τὶς προτάσεις του μὲ τρόπο ποὺ δὲν σηκώνει ἀμφισβητήσεις. Ἀντίθετο τῆς γεώλυσης.

Ἠτοπαθής: Ὁ ἐπιμένων νὰ γράφει τὸ β΄ καὶ γ΄ ἑνικὸ τῶν ρημάτων σὲ ὑποτακτικὴ μὲ πεπαλαιωμένο ἦτα. Σὲ ἀκραῖες περιπτώσεις ἠτοπάθειας, χρησιμοποιεῖ καὶ ὑπογεγραμμένη κάτω ἀπὸ τὸ ἦτα.

Σελινιασμός: Ἡ ἀεριώδους ὑφῆς κένωση ποὺ ὀφείλεται σὲ μεγάλη κατανάλωση φασολάδας, ψαρόσουπας καὶ ἄλλων ἐδεσμάτων ἐμπλουτισμένων μὲ σέλινα.

Tην ίδια ώρα που ο Αυγουστίνος έγραφε το παραπάνω, η Αναστασία έγραψε ενα ποίημα, που θα ήθελα να το παραθέσω εδώ αλλά δεν μπόρεσα να κρατήσω τη μορφοποίηση, οπότε το ανεβάζω εδώ σε pdf.

Οι παλιότεροι όμως ήξεραν τον Αυγουστίνο από το περιοδικο Πίξελ, το ιστορικό ελληνικό περιοδικό για υπολογιστές, που έβγαινε κάθε μήνα από το 1983 ως το 1996. Ο Αυγουστίνος ανήκε στη συντακτική επιτροπή του Πίξελ από το πρώτο ως το τελευταίο τεύχος και έγραφε ταχτικά στο περιοδικό. Όλα τα τεύχη του Πίξελ υπάρχουν εδώ και μπορείτε να τα ξεφυλλίσετε. Διάλεξα σήμερα και θα διαβάσουμε πιο κάτω το διήγημα επιστημονικής φαντασίας «Φαύλος κύκλος» από το τεύχος 44 του περιοδικού (Mάιος 1988). Στο σύντομο αυτό διήγημα ο Αυγουστίνος καταπιάνεται με δύο από τα αγαπημένα θέματα της επιστημονικής φαντασίας: ταξίδια στο διάστημα και, ταυτόχρονα, ταξίδια στον χρόνο. Και οι ήρωές του πέφτουν πάνω σε ένα από τα γνωστότερα διλήμματα των χρονοταξιδιωτών: πώς, ταξιδεύοντας στο παρελθόν, θα αποφύγουν να επηρεάσουν -και να αλλάξουν- το παρόν.

Δημοσιευω επίσης ένα νεότερο διήγημά του, πάλι με θέμα επιστημονικής φαντασίας, «Στον ISS».

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Εις μνήμην, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , , | 106 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, δεύτερη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου νοσηλεύεται.

Έχουμε περάσει στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η δράση δεν προχωρεί, αλλά ο αφηγητής θυμάται συζητήσεις, στις οποίες είχε πάρει μέρος και η Ματίνα, για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τότε ήταν νωπή η κατάρρευση/ανατροπή του.

Το κεφάλαιο αυτό είναι μεγάλο κι έτσι το διαίρεσα σε δύο τμήματα, σήμερα βάζουμε το δεύτερο.

Μιαν άλλη φορά συζητούσαμε για την επανεμφάνιση του θρησκευτικού αισθήματος στις χώρες του τέως υπαρκτού σοσιαλισμού. Η Ματίνα ήταν πραγματικά εξοργισμένη αναφέροντας τις περιπτώσεις όχι μόνο συγκεκριμένων ηγετών, σαν τον Μαλένκοφ, που τελικά έγινε… ψάλτης ή σαν εκείνον τον μεθύστακα, τον Γέλτσιν, που πρότεινε την αγιοποίηση … των τελευταίων Ρωμανώφ, ή σαν τον Πούτιν που δεν αφήνει δοξολογία και λειτουργία, που να μην παραστεί ή σαν τον Αλίεφ του Αζερμπαϊτζάν που μας βγήκε ισλαμιστής, αλλά για πλήθος μεσαία στελέχη ή απλά μέλη του ΚΚΣΕ που μεταλλάχτηκαν σε πιστούς χριστιανούς

«Μα δεν καταλαβαίνεις» της είχε πει ο Μιχάλης γελώντας, «αυτοί τον μαρξισμό τον είχανε κάνει θρησκεία, οπότε είναι πολύ εύκολο από τη μια θρησκεία να περάσεις σε μιαν άλλη. Κάτι ανάλογο, προς την αντίθετη όμως κατεύθυνση, είχε γίνει και στη δεκαετία του ’20, όταν πολλοί βαθιά θρησκευόμενοι γίνανε ένθερμοι κομμουνιστές. Μια τέτοια περίπτωση μου φαίνεται πως αναφέρει ο Θεοτοκάς στην Αργώ».

«Λοιπόν, τώρα που το λες» πετάχτηκα εγώ, «θυμήθηκα πως όταν είχαμε πάει, το ’85 για τουρισμό στη Μόσχα και φυσικά περάσαμε μπροστά από τη σορό του Λένιν στο μαυσωλείο, ένιωσα πως οι περισσότεροι από αυτούς που στέκανε στην ουρά για να μπούνε στο μαυσωλείο, διακατέχονταν από αυτό το θρησκευτικό πνεύμα. Αυτοί δεν τιμούσανε τον ηγέτη μιας επανάστασης αλλά προσκυνούσαν ένα άγιο λείψανο. Αφού, οι φρουροί στην είσοδο δεν επιτρέψανε να μπει ένας τουρίστας, γιατί ήταν ατημέλητος και φορούσε σορτς, όπως κάνανε παλιά οι παπάδες μας, αν ήθελε να προσκυνήσει μια πιστή φορώντας παντελόνια ή σορτς».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , , | 119 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2020

Από την προπερασμένη Τρίτη άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου νοσηλεύεται.

Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η δράση δεν προχωρεί, αλλά ο αφηγητής θυμάται συζητήσεις, στις οποίες είχε πάρει μέρος και η Ματίνα, για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τότε ήταν νωπή η κατάρρευση/ανατροπή του.

Το κεφάλαιο αυτό είναι μεγάλο κι έτσι το διαίρεσα σε δύο τμήματα.

 

2

Αυτά γίνανε Τετάρτη και επειδή την επομένη είχαμε το «παρά-ΚΑΠΗ», όπως λέει χωρατεύοντας ο Μιχάλης τις τακτικές εβδομαδιαίες συνάξεις μας στην «Αίγλη» του Ζαππείου, αποφάσισα να φύγω την Παρασκευή. Είχα σκεφτεί να πάω με το αμάξι μου, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Κικής, που φρονεί πως είμαι πολύ μεγάλος πια, για να οδηγώ πολλές ώρες και σε άγνωστες διαδρομές. Έδωσα μια ψευτομάχη και φυσικά, τελικά υποχώρησα, για τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι το απόφθεγμα του Μιχάλη, που το έχω ενστερνιστεί: «Ο έξυπνος σύζυγος κάνει πάντα, και με απολύτως ελεύθερη βούληση, αυτό που θέλει η γυναίκα του». Ο δεύτερος είναι πως όντως με κουράζει η πολύωρη οδήγηση. Και ο τρίτος και κυριότερος, η σκέψη πως δεν ήξερα αν η Αναστασία οδηγούσε και θα μπορούσε να φέρει πίσω το αμάξι της Ματίνας, μια και η τελευταία δε θα πρέπει να ήταν σε θέση να οδηγήσει.

Στη συζήτηση που είχαμε στην «Αίγλη» οι οχτώ φίλοι, θυμηθήκαμε πολλά σχετικά με τη Ματίνα. Η εικασία του Γιάννη, πως πρόκειται για κάτι το ψυχολογικό, απορρίφθηκε γιατί όλοι συμφωνήσαμε πως είναι μια χαρά βολεμένη. Έχει δικό της σπίτι στη Νέα Σμύρνη, ένα εξοχικό από κοινού με την αδερφή της στο Δήλεσι και παίρνει καλή σύνταξη. Δεν της λείπει τίποτα κι ας μην έκανε δική της οικογένεια.

Εκείνη την ώρα συμφώνησα κι εγώ πως δεν πρέπει να είναι ψυχολογική η αιτία, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα άρχισα να έχω αμφιβολίες. Και σε μένα είχε διηγηθεί αρκετά από τη ζωή της η Ματίνα, καθώς είμαι από τους πιο παλιούς και στενούς φίλους της. Παρά τη ζωηράδα, τη ζωντάνια, την ενεργητικότητά και γενικώς την ιλαρή διάθεσή της, είχα διαγνώσει πως πίσω από την όψη αυτή κρυβόταν μια βαθιά μελαγχολία και απογοήτευση, που πάντα μου έκανε εντύπωση. Και αυτό το είχα παρατηρήσει πολύ πριν το ’89. Πολλές φορές μου έλεγε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , | 58 Σχόλια »

Από το Άνωθεν Ασύλου του Τάσσου Αγγελίδη

Posted by sarant στο 7 Ιουνίου, 2020

Θα παρουσιάσω σήμερα μερικά αφηγήματα από το βιβλίο Άνωθεν Ασύλου, του φίλου Τάσσου Αγγελίδη. Τον Τάσσο τον ξέρω από πολύ παλιά, αφού τις τελευταίες τρεις δεκαετίες βρισκόμαστε μαζί στο Λουξεμβούργο, αλλά οι ιστορίες του βιβλίου του είναι ακόμα παλιότερες, μια και αναφέρονται στα παιδικά, εφηβικά και νεανικά του χρόνια, στη Θεσσαλονίκη, καθώς και στην οικογενειακή του ιστορία.

Ο Τάσος δημοσίευε στα έντυπα των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ποιήματα και πεζά, κάποτε με το ψευδώνυμο Τάσος Κολχικός, που ήθελα να τον ρωτήσω από πού το εμπνεύστηκε και τώρα διαβάζοντας το βιβλίο το έμαθα -είναι το χωριό του, πρωην Μπαλάφτσα. Το Άνωθεν Ασύλου είναι το πρώτο του βιβλίο.

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, μέσα στην πανδημία, από τον καλό εκδοτικό οίκο Σαιξπηρικόν της Θεσσαλονίκης. Στις μόλις 80 σελίδες του έχουν χωρέσει 34 σύντομα αφηγήματα, πολλές αναμνήσεις, πολλή ζωή. Μετά τα πρώτα αφηγήματα του βιβλίου, τα επόμενα είναι οργανωμένα σε ενότητες: Μάνα, Πατέρας, Άνωθεν Ασύλου, Δεκαετίες του 60 και του 70, Μια σκηνή από τη δεκαετία του 80.

Ο τίτλος είναι κι αυτός τοπικά προσδιορισμένος και θα είναι υποθέτω οικείος στους Θεσσαλονικιούς, αφού στον χάρτη βλέπω ότι η περιοχή της Σταυρούπολης μεταξύ Λεωφ. Στρατού και Ιεραποστόλου Κοσμά λέγεται «Άνωθεν Ασύλου». Εκεί μεγάλωσε ο συγγραφέας. Βέβαια, το Άσυλο του Παιδιού βρίσκεται πολύ μακριά πιο κάτω, στην Εγνατία. Γιατί ονομάστηκε έτσι αυτή η τόσο μακρινή γειτονιά, δεν το ξέρω.

 

ΑΣΥΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη, στο Άσυλο του Παι­διού, στη συμβολή Εγνατίας και Εθνικής Αμύνης, απέναντι απ’ το «Σιντριβάνι», στα τέλη της δεκαετίας του ’50. Η μάνα μου ήρθε εκεί απ’ το χωριό, ολόκληρο ταξίδι τότε, παρόλο που στα χωριά του κάμπου μας οι γυναίκες γεννούσαν ακόμα στο σπίτι. Ο πατέρας μου περίμενε το ευτυχές γεγονός σ’ ένα παγκάκι απέναντι, ενώ κάποια στιγμή έφτασαν εκεί και ο παππούς Βαγ­γέλης κι η γιαγιά Δήμητρα για συμπαράσταση. Ο παππούς Αναστάσης δεν φάνηκε ούτε κι η γιαγιά Μαρία, βέβαια, η μητριά του πατέρα μου. Επειδή η ώρα είχε φτάσει, αλλά η γέννα καθυ­στερούσε, η μαμή την επίσπευσε, ανεβαίνοντας στην κοιλιά της μάνας μου. Το μήνυμα της γέννας δόθηκε απ’ το παράθυρο.

Η γιαγιά Μαρία είχε παραγγείλει να μην γυρίσουμε στο χω­ριό με κούρσα, να πάρουμε το λεωφορείο του ΚΤΕΛ, για να μην ξοδευτεί, καθώς έμεναν ακόμη όλοι μαζί στο πατρικό. Ο πα­τέρας μου δεν της έκανε τη χάρη. Ύστερα από λίγους μήνες θα ερχόμασταν στην πόλη.

ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΟΝ ΜΠΟΓΔΑΝΑ

Εκείνα τα χρόνια πηγαίναμε πολύ συχνά στο χωριό. Σαββατοκύριακα, γιορτές και πανηγύρια. Οι γονείς μου, νέοι ακόμη, ένοιωθαν πολύ δεμένοι με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Μάλιστα για αυτό επέλεξαν και τη Σταυρούπολη για να χτίσουν το σπίτι μας. Το χωράφι όπου έχτισαν το αυθαίρετο, με πολλή προσωπική εργασία, θυμάμαι όλα τα αδέλφια κι απ’ τις δυο μεριές και τους φίλους να σκάβουν για τα θεμέλια, ήταν κοντά στην οδό Λαγκαδά, το μεγάλο δρόμο, την άσφαλτο, που οδηγούσε στον Λαγκαδά και, λίγο μετά, στο χωριό μας, το Κολχικό, την Μπαλάφτσα για μας τους ντόπιους. Οι δυτικές συνοι­κίες δεν ήταν η καλύτερη επιλογή, το παραδέχτηκαν κι αυτοί αργότερα, αλλά επικράτησαν το συναίσθημα, η αίσθηση της εγ­γύτητας και της γρήγορης πρόσβασης.

Εγώ ακολουθούσα απρόθυμα την επιστροφή στις ρίζες των δικών μου. Θεωρούσα τον εαυτό μου «πρωτευουσιάνο», καθώς είχα γεννηθεί κιόλας στην πόλη, και οι επαφές με τους θείους και τις θείες εκεί ήταν και οδυνηρές κι επώδυνες, καθώς με αγ­κάλιαζαν σφιχτά, με φιλούσαν, με τσιμπούσαν στο μάγουλο και με χάιδευαν με τα ροζιασμένα χέρια τους και εγώ δεν ήμουν συ­νηθισμένος σε τέτοιες εκδηλώσεις αγάπης και στοργής. Το καλό μέρος ήταν ότι μου έδιναν κάποια κέρματα κι έβγαζα ένα χαρ­τζιλίκι. Τα πιο πολλά τα έδινε ο παππούς Αναστάσης και λόγω ονόματος. Εικοσάρικο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Διηγήματα, Θεσσαλονίκη | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2020

Τους αμέσως προηγούμενους μήνες δημοσίευσα στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τις δύο πρώτες νουβέλες από το βιβλίο «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω την τρίτη νουβέλα, που ο τίτλος της είναι ίδιος με τον τίτλο του βιβλίου: Ο βενετσιάνικος καθρέφτης. Θα ολοκληρωθεί, όπως λογαριάζω, σε 5-6 συνεχειες.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995 και έχει επίσης αυτοβιογραφικό χρώμα, αφού ο πατέρας μου πράγματι μετά την συνταξιοδότησή του αφιέρωνε πολύ χρόνο στην ΕΔΙΑ, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ., με πρόεδρο τον επίσης αείμνηστο Βαρδή Βαρδινογιάννη.

Το διήγημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αγωνίστριας Άννας Τεριακή-Σολωμού

 

1

Η είδηση πως η Ματίνα έπαθε κάτι σοβαρό –είπανε εγκεφαλικό ή αμνησία ή κάτι παρόμοιο– έπεσε στην παρέα μας σαν κεραυνός. Ήταν το μόνο που δεν περιμέναμε ν’ ακούσουμε, για τη Ματίνα εννοείται, γιατί πολλοί άλλοι φίλοι μας έχουν πάθει όχι μόνο εγκεφαλικά επεισόδια, αλλά πολύ χειρότερα συμβάντα και κάποιοι έχουν αποδημήσει οριστικά και αμετάκλητα. Ώρες ώρες, στις ταχτικές εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις μας, παρομοιάζω την παρέα μας με στρατιωτική μονάδα αποδεκατισμένη από τη μάχη της ζωής. Παρόντες οχτώ, απόντες έντεκα: έξι νεκροί τρεις τραυματίες (ένας κατάκοιτος, δύο με ημιπληγία) και δύο αιχμάλωτοι (σε οίκο ευγηρίας).

Η Ματίνα όμως; Αδύνατο να το χωρέσει ο νους μας. Μ’ όλο που πέρασε τα εξηνταπέντε, εξακολουθεί να έχει μια ζωτικότητα που καταπλήσσει. Πάντοτε με μυαλό  ζωντανό και πνεύμα σπινθηροβόλο. Έχει κρατήσει όλη τη φλόγα εκείνης της γενιάς, τη ζωντάνια και το κέφι της. Η «αειθαλής επονίτισσα», έτσι τη λέγαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Ο Κοκοβιός (διήγημα του Κωστή Φραγκούλη για τη μάχη της Κρήτης)

Posted by sarant στο 24 Μαΐου, 2020

Τις μέρες αυτές έχουμε την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης. Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον Κωστή Φραγκούλη, λαϊκό λογοτέχνη που έγραφε στο κρητικό ιδίωμα, με θέμα παρμένο από τη Μάχη της Κρήτης. Πρόπερσι, ο ίδιος μάς είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Ο Φραγκούλης, όπως είπα, γράφει στα κρητικά κι έτσι ο σημερινός (μη Κρητικός) αναγνώστης θα συναντήσει δυσκολίες σε κάποια σημεία. Ο φίλος μας ο Αντώνης όμως εξηγεί τις λέξεις αυτές στο γλωσσάρι που θα βρείτε στο τέλος.

Επίσης, ο Αντώνης έστειλε και μια εισαγωγή όπου δίνει πληροφορίες για τον συγγραφέα. Την παραθέτω χωρίς άλλα εισαγωγικά και στο τέλος προσθέτω ένα βίντεο αφιερωμένο στον συγγραφέα.

Εισαγωγή

Με αφορμή την επέτειο από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μάη με 1 Ιούνη 1941), που είναι κάτι σαν γιορτή των απανταχού Κρητικών και όπως σας είχα ξαναστείλει στο παρελθόν ένα διήγημα που είχα πληκτρολογήσει του ζεύγους Νίκου και Αργυρώς Κοκοβλή, πήρα πάλι το θάρρος να σας αποστείλω ένα διήγημα που βρήκα σχετικό με τη Μάχη της Κρήτης και το πληκτρολόγησα για το ιστολόγιο. Αυτή τη φορά το διήγημα λέγεται «ο Κοκοβιός» και είναι του κρητικού λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη ή Ανταίου, από το βιβλίο του: «Η κατσιφάρα- Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την κατοχή», εκδόσεις Κνωσός Αθήναι, 1974. Το διήγημα ανήκει μάλλον στο είδος της επαρχιώτικης ηθογραφίας και χρησιμοποιεί ως φόντο τη μάχη της Κρήτης. Στην ηθογραφία του αυτή ο συγγραφέας προσπαθεί να αναδείξει τη συμβολή του άμαχου πληθυσμού στη μάχη της Κρήτης, καθώς ο κύριος όγκος των Κρητών στρατιωτών δεν κατέστη δυνατόν να διαπεραιωθεί εγκαίρως και να ενισχύσει στρατιωτικά το νησί κατά τη μάχη. Έτσι πέρα από τις δυνάμεις των Άγγλων, των Αυστραλών, των Νεοζηλανδών, κάποιων μικρών τμημάτων ελληνικού στρατού και ελληνικής χωροφυλακής, έντονη παρουσία κατά τη μάχη της Κρήτης υπήρξε από Κρήτες αμάχους, ηλικιωμένους, γυναίκες, ανήλικους αλλά και νέους άντρες, που όμως είχαν κριθεί «ανίκανοι» να φέρουν όπλα, όπως και ο ήρωας του διηγήματος αυτού, ο Κοκοβιός. Μάλιστα ο ανορθόδοξος και ασύνταχτος τρόπος που πολέμησαν οι άτακτοι και εν πολλοίς απέλπιδες αυτοί μαχητές εξερέθισε ιδιαίτερα και τον ιστορικό Heinz Richter ,  ο οποίος στο βιβλίο του « η μάχη της Κρήτης» εκδόσεις Γκοβόστη, 2011, μέμφθηκε τη δράση αυτή των ατάκτων, ότι δεν τηρούσαν τους κανόνες του πολέμου και ότι ευθύνονταν για βιαιοπραγίες κατά  Γερμανών στρατιωτικών, με επακόλουθο την πολύκροτη δίκη κατά του βιβλίου και του ιστορικού, με την οποία είχε ασχοληθεί και το παρόν ιστολόγιο.

Στο συγκεκριμένο διήγημα, ο ήρωας, τη στιγμή που καταφέρνει να καταβάλει με ένα αναπάντεχο τρόπο τον επιτιθέμενο Γερμανό, παρουσιάζεται από το συγγραφέα να πηγαίνει πάνω από τον πνέοντα τα λοίσθια στρατιώτη και να τον «χτυπά με μια πρωτοφανή λύσσα, μ’ένα μίσος άγριο, με μιαν απίθανη σκληρότητα» αλλά όχι από τυφλό μίσος παρά για να κερδίσει μια θέση στην κοινωνία του χωριού του ως άντρας ισότιμος με όσους πολέμησαν στο Αλβανικό. Το διήγημα παρουσιάζει με τρόπο γλαφυρό και ευτράπελο τα παθήματα του Κοκοβιού από τους συγχωριανούς και τις γυναίκες λόγω της δυσμορφίας και της ακαταλληλότητας για να υπηρετήσει στο στρατό καθώς και τη δικαίωσή του και την αναβάπτισή του μέσα από τη συμμετοχή του στη μάχη της Κρήτης χωρίς να αποφεύγονται ίσως συναισθηματισμοί και πλατειασμοί.

Λίγα λόγια για το συγγραφέα: Ο Κωστής Φραγκούλης (1905-2005) ήταν αξιόλογος ποιητής (ποιητάρης μάλιστα, καθώς έγραψε στο τοπικό κρητικό ιδίωμα) συγγραφέας και ραδιοφωνικός σχολιαστής γεννημένος στη Λάστρο της Σητείας, και επομένως συντοπίτης του Βιτσέντζου Κορνάρου, όπως έχει επισημανθεί. Βέβαια ο ίδιος ο Φραγκούλης για αυτή τη σύγκριση είχε γράψει σε μια μαντινάδα του (ή μαντινιάδα, κατά το ιδίωμα της ανατολικής Κρήτης) : «Πολλοί μου λένε δεύτερος πως έγινα Κορνάρος, μα εκείνος ήταν στρατηγός κι εγώ απλός φαντάρος». (Από τη Λάστρο Σητείας είχε απώτερη καταγωγή και ο ποιητής Άρης Δικταίος.). Όσον αφορά την εγκύκλια εκπαίδευση, ο Κωστής Φραγκούλης είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό σχολείο, αλλά ήταν βαθιά καλλιεργημένος και διαβασμένος. Άσκησε το επάγγελμα του τυπογράφου στην Αθήνα και στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ως χαρακτήρας καταγράφεται ότι ήταν πρόσχαρος και χωρατατζής, ευαίσθητος και ερωτικός, και διατηρούσε και τιμούσε τις φιλίες του σε όλη τη διάρκεια της μακράς ζωής του.

Τα κυριότερα έργα ήταν τα δύο βιβλία του με ποιήματα -κρητικά τραγούδια τα ονόμαζε ο ίδιος- σε κρητικό δεκαπεντασύλλαβο ανομοιοκατάληκτο στίχο, «Τα δίφορα» το 1961, και «Τα δίφορα-βιβλίο δεύτερο» το 1988, για το οποίο τιμήθηκε το 1990 με το βραβείο Σωτηρίου Ματράγκα από την Ακαδημία Αθηνών ενώ νωρίτερα, το 1988, του είχε απονεμηθεί τιμητική σύνταξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Η εισηγήτρια του Υπουργείου Πολιτισμού για την απονομή της σύνταξης αυτής ήταν η Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ που είχε χαρακτηριστικά επισημάνει: «Είναι τόση η γοητεία που αποπνέει ο ρυθμός, ο γλωσσικός πλούτος και οι ζωγραφιές, που ο αναγνώστης έχει την εντύπωση ότι διαβάζει κάποιο απόσπασμα του Ερωτόκριτου.». Άλλα βιβλία που δημοσίευσε ο Κωστής Φραγκούλης είναι: Η ποιητική συλλογή «Μ’ανοιχτά φτερά», 1933, οι συλλογές διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», 1971, «Η Κατσιφάρα, χρονικά της μάχης της Κρήτης», 1974, «Οργισμένα στάχυα», 1980, «Η ρούσικη καμπάνα», 1982 και ένα μυθιστόρημα, «Το προξενιό του Πολυδώρου», 2000.Τα βιβλία του τα  στοιχειοθέτησε και τα εκτύπωσε ο ίδιος ενώ διαβάζουμε ότι διηγήματά του μεταφράστηκαν στα Γερμανικά και πολλά μετέδωσε το B.B.C.

Πηγές:

http://lexima.gr/lxm/read-521.html

http://www.ekevi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=RESOURCE&cresrc=3683&cnode=573

http://www.alkman.gr/%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%83-%CF%87%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B7%CF%83-%CE%BF-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83-%CE%BC%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CF%89%CF%83%CF%84%CE%B7/

https://anemi.lib.uoc.gr/metadata/4/4/2/metadata-1511257532-977853-10553.tkl

 

Ο Κοκοβιός

Κωστή Φραγκούλη

Από το βιβλίο «Η κατσιφάρα» Χρονικά από τη μάχη της Κρήτης και την Κατοχή

Εκδόσεις Κνωσσός Αθήναι, 1974

Το Νικολιό του Τρεχαλογιώργη δεν τό ’βρισκες αλλοιώς, αν δεν τό ’λεγες Κοκοβιό. Κι αυτό,  γιατί ‘ταν ένα κοντακιανό και αχαμνό αντράκι, με λιανά σκεβρωμένα πόδια, πλατύ στόμα βατράχου, κρεμασμένα πλαδαρά μάγουλα κι αυτιά μεγάλα, σαν δυο χναρόφυλλα, κολλημένα στη χοντρή κεφάλα του. Ίδιος κοκοβιός, τον είπε κάποιος μια μέρα και τού ‘μεινε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1940-41, Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Επετειακά, Κρήτη | Με ετικέτα: , , | 149 Σχόλια »