Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Διηγήματα’ Category

Οι Χαλασοχώρηδες (απόσπασμα)

Posted by sarant στο 7 Ιουλίου, 2019

Εκλογές σήμερα, σκέφτηκα να βάλω ένα λογοτεχνικό κείμενο με εκλογικό χρώμα, ένα μεγάλο απόσπασμα από την πασίγνωστη νουβέλα του Αλ. Παπαδιαμάντη «Οι χαλασοχώρηδες» που ακριβώς έχει θέμα της τα εκλογικά ήθη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, τότε που ψηφιζαν μόνο οι άντρες, με σφαιρίδιο σε ατομικές κάλπες.

Ο Παπαδιαμάντης δίνει στη νουβέλα του τον υπότιτλο «Μικρά μελέτη», και πράγματι εκθέτει και τις απόψεις του -με τη βοηθεια του άλτερ έγκο του, του «πτωχαλαζόνος» Λέανδρου Παπαδημούλη. Διάλεξα τα τρία τελευταία κεφάλαια (Ι’ έως ΙΒ’) της νουβέλας: Στο πρώτο από αυτά, μια παρέα από πέντε ψηφοφόρους, «μερακλήδες», προσφέρει τις ψήφους της στον πλειοδότη από τους δυο κομματάρχες του νησιού. Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Λέανδρος Παπαδημούλης εκθέτει την αιρετική άποψη ότι η αγοραπωλησία της ψήφου είναι το μικρότερο κακό. Στο τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο η πεντάδα των ψηφοφόρων, αφού βρήκε πλειοδότη, κατευθύνεται προς το εκλογικό τμήμα -αλλά ο κομματάρχης που έχασε στην πλειοδοσία σπεύδει να πιέσει την εφορευτική επιτροπή να κλείσει την ψηφοφορία πριν προλάβουν να ψηφίσουν οι πέντε. Τελικά, νικάει η δημοκρατία.

Να θυμίσω ότι για τους Χαλασοχώρηδες έχουμε δημοσιεύσει παλιότερα μελέτη του φίλου μας Μάκη Πασχαλίδη.

Το κείμενο έχει πολλές ιδιωματικες λέξεις. Όποιος έχει απορία, ας ρωτησει στα σχόλια.

Ι΄

Ήτο δειλινόν ήδη και το πολύ των επιδημούντων εκλογέων είχε ψηφίσει από πρωίας αγεληδόν. Εις τον μέγαν κήπον του κυρ-Χαράλαμπου του Νιανιού, παρά την κεντρικήν στέρναν και το μαγγανοπήγαδον, υπό τρία με συμπεπλεγμένους τους κλώνους μεγάλα δένδρα, βερικοκκιάν και συκήν και απιδέαν, είχον στρωθεί από της μεσημβρίας ο Γιαννιός ο Κάβουρας, ο Δημήτρης ο Ζάβαλος, ο μπαρμπα-Γιώργης ο Απίκραντος, ο γερο-Λευθέρης ο Κουσερής και ο Κώστας ο Αγγουροκομμένος. Καίτοι διαφόρων ηλικιών κι επαγγελμάτων, ήσαν και οι πέντε μερακλήδες και το είχαν στρώσει εκεί, ουδ’ είχαν σκοπόν να υπάγουν να ψηφοφορήσωσιν. Ήθελαν να επιβάλουν τους όρους των και εις τα δύο διαμαχόμενα μέρη. Ο κήπος ήτο ως αδέσποτος την ημέραν εκείνην, η δε γραία Νιανίτσα, η σύζυγος του ιδιοκτήτου, περιφερομένη από αυλακιάς εις αυλακιάν, μύωψ ούσα, έκοπτε κολόκυνθον αντί σικυού και μελιτζάναν αντί τομάτας. Ο κηπουρός, ο μπαρμπα-Νικόλας ο Χλώρης, από τεσσαρακονταετίας δεν είχε παύσει να καλλιεργεί τον κήπον, αλλ’ ενώ όλον τον χρόνον τα είχε καλά με τον ιδιοκτήτην, τον κυρ-Χαράλαμπον, εις τας παραμονάς πάσης εκλογής εμάλλωναν κι εγίνοντο από δυο χωριά. Εις τα πολιτικά ο κυρ-Χαράλαμπος εχώνετο έως τις μασχάλες, ο μπαρμπα-Νικόλας έως τον λαιμόν. Αλλ’ από τεσσαράκοντα ετών δεν συνέπεσε ποτέ να είναι οι δύο με το αυτό κόμμα. Περί του κυρ-Χαράλαμπου υπήρχε ένα παλαιόν δημώδες δίστιχον, το εξής·

Σκόρδα, πράσα και ρεπάνια και ακόμα κάτι τι
ο Νιανιός θα θυσιάσει για να βγάλει βουλευτή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , | 103 Σχόλια »

Εγκαταλείπεις, Καρακασιάν; (πεζογράφημα του Γιώργου Π. Ιατρού)

Posted by sarant στο 16 Ιουνίου, 2019

Το πεζογράφημα που θα παρουσιάσω σήμερα, με τον κάπως ασυνήθιστο τίτλο, περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο με τον ίδιο τίτλο· χάρη στον τίτλο πρόσεξα και το βιβλίο, το φυλλομέτρησα και τελικά το πήρα.

Ποιος είναι ο Καρακασιάν του τιτλου, δεν ήξερα ή δεν θυμόμουν. Δεν πρόσεξα την εικόνα στο εξώφυλλο και, κρίνοντας μονάχα από τον τίτλο, σκέφτηκα πως ο Καρακασιάν θα ήταν σκακιστής -οι Αρμένιοι έχουν πολύ δυνατούς σκακιστές, από τον καιρό του μεγάλου Τιγκράν Πετροσιάν, και νομίζω πως η εθνική τους ομάδα έχει κατακτήσει και Ολυμπιάδες.

Καρακάς θα πει μαύρο φρύδι στα τούρκικα (κας το φρύδι, με παχύ σίγμα, τσιγκελάκι) και έχουμε κι εμείς τέτοια επώνυμα, Καρακάσης, Καρακασίδης ας πούμε ή και Καρακάσογλου -και ίσως απ’ αυτό το τελευταίο επώνυμο να ήρθε το σκάκι στο μυαλό μου, διότι όταν ξεκινούσα να παίζω σκάκι στον Σκακιστικό Όμιλο Καλλιθέας οι αδελφοί Καρακάσογλου ήταν ισχυροί νέοι σκακιστές -ο Αλέκος Καρακάσογλου μάλιστα είχε πάρει και πρωτάθλημα Νέων το 1971. Δεν τους γνώρισα, εγώ πήγα αργότερα και έτσι κι αλλιώς ήταν αρκετά μεγαλύτεροι και πολύ δυνατοί για μένα. Είχαν και πολιτική δράση, στο ΕΚΚΕ, και όταν το 1975 έγινε το ντου του ΕΚΚΕ στην Αμερικάνικη Πρεσβεία συζητήθηκε και στον σύλλογο το συμβάν. Και μετά, για κάμποσο καιρό, όταν συζητούσαμε πάνω στη σκακιέρα, κι έλεγες, ας πούμε, «Αν παίξεις αυτό θα φέρω τον Πύργο στο θ7» και απαντούσε ο άλλος «Ε και;» η στερεότυπη ανταπάντηση ήταν «ΕΚΚΕ έλεγε κι ο Καρακάσογλου και τον πιάσανε». Γυμνασιακό αστείο, αλλά γυμνάσιο πηγαίναμε.

Πλατειάζω όμως και εντελώς ξεκάρφωτα, διότι ο Καρακασιάν δεν ήταν σκακιστής. Όπως δείχνει και η φωτογραφία στο εξώφυλλο, ήταν παλαιστής, ακριβέστερα κατσέρ. Κι ενώ θυμάμαι άλλα ονόματα παλαιστών, σαν τον Καρπόζηλο ή τον Παπαλαζάρου, τον Καρακασιάν δεν τον θυμόμουν. Βρίσκω πάντως κάποια ίχνη της παρουσίας του (δείτε το απόκομμα εφημερίδας με το πρόγραμμα, στη μέση της σελίδας).

Ο Γιώργος Ιατρού είναι μαθηματικός, γεννημένος στην Κερατέα το 1955. Έχει εκπονήσει και εκδώσει ανθολόγια και βιβλία έρευνας για την ιδιαίτερη πατρίδα του και την ευρύτερη περιοχή. Τούτο εδώ είναι το πρώτο βιβλίο μυθοπλασίας που υπογράφει και εκδόθηκε με χορηγό τον Αθαν. Μαρτίνο, κάτι που κάνει αρκετά σημαδιακή τη σύμπτωση των επωνύμων για το ιστολόγιό μας.

Τα 16 πεζογραφήματα του βιβλίου με τράβηξαν: δίνουν εικόνες της ζωής στις δεκαετίες του 60 και του 70 στην Ανατολική Αττική, από τα αθηναϊκά φροντιστήρια στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και τα αντιχουντικά σκιρτήματα, από σημαντικά γεγονότα όπως το αεροπορικό δυστύχημα στην Κερατέα το 1969 ή η εκτέλεση των 17 βοσκών από τα Λεγρενά στην Πάρνηθα από τους Γερμανούς το 1944, αλλά δεν είναι όλα τα πεζογραφήματα βιωματικά -δεν έμεινε 15 χρόνια στην ίδια τάξη ο συγγραφέας, οπως ο ήρωας του αντίστοιχου διηγήματος.

Δίστασα αρκετά πριν διαλέξω ποιο διήγημα θα παρουσίαζα -προς στιγμή έκλινα στο παπαδιαμαντικό «Μαζί του» αλλά τελικά προτίμησα το διήγημα που ανοίγει το βιβλίο και δίνει και τον τίτλο, καθώς είναι αρκετά αντιπροσωπευτικό. Ο συγγραφέας προσθέτει σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου για κάποια σημεία των διηγημάτων, που δεν τις αναπαράγω στο τέλος αλλά προσθέτω ένα λινκ προς ένα βιβλίο στο οποίο αναφέρεται.

 

Εγκαταλείπεις, Καρακασιάν;

Ο θείος μού έβαλε μπριγιόλ· «με γεια» είπε, «κουρεμπέτσι, κουρεμπέτσι θα μου λένε τώρα» σιγοψιθύρισα και βγήκα από το κουρείο φρέσκος, με τη φούντα μπροστά. Η υδροφόρα έβρεχε τον κεντρικό δρόμο στα Πάνω Καφενεία. Πέρασε ένας πλανόδιος με πέντε γαλιά και ένα καλάμι, «γαλοπούλες έχω» φώναζε, είχε και ένα ταγάρι. Έψαξα στην τσέπη, βρήκα ένα πενηνταράκι, πήγα κατευθείαν στο περίπτερο του μπάρμπα Σταύρου, πήρα καραμέλες «Τσάρλεστον». Κάποια κορίτσια έπαιζαν στο πεζοδρόμιο κουτσό, τραγούδαγαν «Αλίκη Βουγιουκλάκη, Κώστας Κακκαβάς, βγαίνω τα φυλάς». Κοίταξα το μεγάλο καφενείο απέναντι. Θα έχει παλαίστρα απόψε, σε ένα χαρτόνι με μια τρυπίτσα πάνω και ένα σπάγγο κρεμασμένο, προηγουμένως στο κουρείο το είχα δει: Τρεις αγώνες· Γιώργος Αλεξίου – Σπύρος Αρίων, Μασκοφόρος – Καρακασιάν, Καρπόζηλος – Ναθαναήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Διηγήματα, Λογοτεχνία, Σκάκι | Με ετικέτα: , , , | 137 Σχόλια »

Ο σταυρός (διήγημα του Γιάννη Παλαβού)

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2019

Πριν από λίγο καιρό διάβασ\α τη συλλογή «Το παιδί» του Γιάννη Παλαβού και μου άρεσε, οπότε θα παρουσιάσω σήμερα ένα από τα διηγήματά της.

Nα πούμε όμως δυο λόγια για το βιβλίο και τον συγγραφέα. Ο Γιάννης Παλαβός γεννήθηκε το 1980 στο Βελβεντό της Κοζάνης και είναι συγγραφέας και μεταφραστής. Είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο ένα μικροδιήγημα από την προηγούμενη συλλογή του (εδώ, στο τέλος του άρθρου) η οποία βραβεύτηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος.

Κατά τη γνώμη μου, ο Γιάννης Παλαβός εντάσσεται στο ρεύμα που θα το χαρακτήριζα «ανανεωμένη ηθογραφία», που έχει εμφανιστεί τα τελευταία 10-15 χρόνια ή, αν προτιμάτε, στον αιώνα μας.

Στο ίδιο ρεύμα μπορούμε να εντάξουμε, τον καθένα με τις ιδιαιτερότητές του, συγγραφείς όπως ο Μακριδάκης, ο Παπαμάρκος, ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και άλλοι, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό ότι τοποθετούν τη δράση των διηγημάτων τους στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και χρησιμοποιούν, στον ένα ή στον άλλο βαθμό, στοιχεία της ντοπιολαλιάς (ο Παλαβός κάπως λιγότερο).

Το σημερινό διήγημα έχει πασχαλινό θέμα, αλλά αν περιμένω μέχρι του χρόνου σχεδόν σίγουρα θα το ξεχάσω. Οπότε, χωρίς άλλη εισαγωγή, το δημοσιεύω σήμερα:

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

Οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Κάποιος είπε ότι είδε τον νεωκόρο να αγοράζει κρασί. Ήμασταν τρεις που περιμέναμε. Είχα φέρει το γκέιμ μπόι, αλλά δεν το έβγαζα.

«Δεν περνάει», είπε ο Ντιζάς.

«Θα περάσει», είπε ο Γκόγκας.

Αυτός είχε δει τον νεωκόρο. Έμεναν στην ίδια γειτονιά. Ο Γκόγκας ήρθε τελευταίος. Η καμπάνα χτύπησε μία φορά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία, Πασχαλινά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Η κάρτα (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2019

Πριν από τρεις Κυριακές είχαμε δημοσιεύσει το φανταστικό-χιουμοριστικό διήγημα «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους» του Μαρσέλ Αιμέ. Όπως είχαμε τότε αναφέρει, η φίλη που έκανε τη μετάφραση έχει επίσης μεταφράσει κι ένα ακόμα διήγημα του Αιμέ -και το παρουσιάζουμε σήμερα.

Όπως και το προηγούμενο, έτσι κι αυτό το διήγημα του Αιμέ γράφτηκε μέσα στην Κατοχή και δημοσιεύτηκε το 1943 σε βιβλίο -στην ίδια συλλογή διηγημάτων, που μπορείτε να τη βρείτε εδώ στα γαλλικά.

Το διήγημα έχει τη μορφή αποσπασμάτων από το ημερολόγιο ενός συγγραφέα. Θεσπίζεται ένας νέος νόμος βάσει του οποίου το δικαίωμα ύπαρξης χορηγείται με δελτίο και ο Αιμέ περιγράφει τα όσα γκροτέσκα ακολουθούν. Περιέργως, το διήγημα πέρασε από τη γερμανική λογοκρισία -θα θεωρήθηκε φανταστικό.

Το διηγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά παλιότερα, με τίτλο «Το δελτίο». Η φίλη που το μετέφρασε προτίμησε να ακολουθήσει το πρωτότυπο, που κάνει λόγο για carte (κάρτα, και πιο πέρα carte de temps-χρονοκάρτα), η οποία περιέχει 24 δελτία (tickets).

Στο διήγημα εμφανίζονται διάφορα υπαρκτά πρόσωπα, γνωστά στο Παρίσι και ειδικά στη Μονμάρτη στην εποχή. Ο Σελίν είναι γνωστός, τον Ζεν Πωλ τον αναφέραμε στο προηγούμενο διήγημα, ενώ στα άλλα πρόσωπα έχω βάλει λίκνους. Ο Τεντέν (Tintin) πιθανώς είναι ο Tonton, δηλαδή ο Gaston Baheux, που τον βλέπουμε στη φωτογραφία στο κέντρο, ενώ πίσω του με τα μαύρα γυαλιά είναι ο Μαρσέλ Αιμέ.

Το λουλούδι αγριολίζα είναι η pervenche.

Tο όνομα του κεντρικού ήρωα είναι Flegmon, που παραπέμπει στη διπλότυπη λόγια λέξη flegme/phlegme (φλέγμα) και στον ιατρικό όρο phlegmon (φλεγμονή).

Ο γέρος γείτονάς του λέγεται Roquenton, παραλλαγή του roquentin μειωτικού χαρακτηρισμού για γέρο που παλιμπαιδίζει. Στη Ναυτία του Σαρτρ, που κυκλοφόρησε  το 1938 και έχει επίσης ημερολογιακό χαρακτήρα, ο συγγραφέας του ημερολόγιου ονομάζεται Roquentin παρ’ ότι νέος.

 

            Η κάρτα

Αποσπάσματα από το ημερολόγιο του Ιούλιου Φλεγκμόν

10 Φεβρουαρίου. Κάτι παράλογο ψιθυρίζεται στη γειτονιά για νέα περιοριστικά μέτρα. Θα προχωρούσαν, λέει, στη θανάτωση των μη παραγωγικών καταναλωτών, γερόντων, συνταξιούχων, εισοδηματιών, άνεργων και άλλων άχρηστων στομάτων, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ένδεια και να διασφαλίσουν την καλύτερη απόδοση στο εργαζόμενο κομμάτι του πληθυσμού.

Κατά βάθος βρίσκω το μέτρο αρκετά δίκαιο. Συνάντησα λίγο αργότερα μπροστά στο σπίτι μου το γείτονά μου Ροκαντόν, τον παράφορο εβδομηντάρη, που παντρεύτηκε πέρσι μια νεαρή εικοσιτεσσάρα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Κατοχή, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 120 Σχόλια »

«Βουκουρέστι, αχ Βουκουρέστι!» (διήγημα του Γιώργου Ιωάννου)

Posted by sarant στο 19 Μαΐου, 2019

Το έχω ξαναπεί πως ο Γιώργος Ιωάννου (1927-1985) είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Τον θυμήθηκα πρόσφατα για δυο λόγους. Από τη μια, ήμουν στην αγαπημένη του Θεσσαλονίκη τις προάλλες. Κι έπειτα, σε μια λέσχη ανάγνωσης που έχουμε φτιάξει εδώ στην ξενιτειά συζητήσαμε προχτές το βιβλίο «Το δικό μας αίμα» από το οποίο προέρχεται και το διήγημα που θα διαβάσετε σήμερα.

Μια και ξαναδιάβασα το βιβλίο με αφορμή τη συζήτηση αυτή, δεν αποκλείεται σε ένα από τα επόμενα άρθρα να επιστρέψω στο Δικό μας αίμα και να το εξετάσω λεξιλογικά. Σήμερα όμως, που έχουμε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα, θα βάλω ένα διήγημα από το βιβλίο, ένα διήγημα που μου αρέσει και που ξεχωρίζει από τα άλλα του βιβλίου.

Δεν εννοώ ότι υπερέχει. Εννοώ ότι όλα τα άλλα διηγήματα του τόμου είναι πολεογραφικά, έχουν πρωταγωνιστή την πόλη της Θεσσαλονίκης, ενώ ετούτο διαφέρει αφού διηγείται ιστορίες ανθρώπων πιο πολύ και όχι της πόλης -αν και η Θεσσαλονίκη έχει κι εδώ πρωταγωνιστική θέση.

«Βουκουρέστι, αχ, Βουκουρέστι!»

Η γιαγιά μου ήταν αντίθετη στον κομμουνισμό, το ίδιο και οι φιλενάδες της. Δεν είχανε με τους κομμουνιστές, τους μπολσεβίκους, όπως έλεγαν καμιά ιδιαίτερη μανία, ούτε και πολυθέλανε το κακό τους, τους φοβόντουσαν όμως και τους κατηγορούσαν γιατί κυνηγούσανε τη θρησκεία και τις διδασκαλίες της. Και όποιος κυνηγάει τη θρησκεία, κυνηγάει τα πάντα, έλεγαν.

Μαζεύονταν, λοιπόν, για καφέ, έστω και κριθαρένιον, και ανταλλάσσανε ή ξαναλέγανε τις παμπάλαιες πληροφορίες τους. Μια ιστορία που είχε κάνει θραύση στον κύκλο τους προπολεμικά, ήταν εκείνη με τον καλόγερο. Οι άλλες ήταν σχετικές με τις ερωτικές δραστηριότητες, τις παραλυσίες και τους εκφυλισμούς στη Σοβιετία.

Ένας Ρώσος καλόγερος, αφού υπόφερε τα πάνδεινα από τους μπολσεβίκους στις εξορίες και τις φυλακές κι αφού άκουσε βρισίδι και διαφώτιση που του πήγε καπνός κι αντάρα, άρχισε να δείχνει ότι παραδέχεται σε πολλά σημεία τις αντιθρησκευτικές απόψεις των διαφωτιστών του. Κατευχαριστημένοι εκείνοι σκέφτηκαν να τον παρουσιάσουν έτσι με τα ράσα και τα γένια στο λαό, για να μιλήσει μέσα σ’ ένα κατάμεστο στάδιο εναντίον της θρησκείας. Και πραγματικά μάζεψαν τον κόσμο και ανέβασαν σ’ ένα ψηλό βάθρο τον καλόγερο, για να τον βλέπουν όλοι. Κι αυτός, αφού πρώτα περίμενε να γίνει ησυχία απόλυτη και να στραφούνε όλα τα βλέμματα επάνω του, έβγαλε ξαφνικά από τον κόρφο του έναν μεγάλο σταυρό και υψώνοντάς τον κραύγασε προς τα πλήθη· «Χριστός Ανέστη!». Έγινε τότε πανδαιμόνιο, χαλασμός κόσμου. Οι μπολσεβίκοι αυτοστιγμεί πέσαν απάνω του και τον λιανίσαν.

Η ιστορία αυτή τελείωνε πάντα με σταυροκοπήματα, πράγμα που σήμαινε πως ο καλόγερος κατατασσόταν αυτόματα από την ομήγυρη μεταξύ των αγίων μαρτύρων. Παρόλο όμως το τραγικό και όχι απίθανο τέλος της, εγώ την έβρισκα πάντοτε λιγάκι διασκεδαστική. Και πολύ θα ’θελα να μπορούσα να είχα δει από καμιά μεριά τα μούτρα των έξυπνων αυτών υπευθύνων τη στιγμή που την πάθαιναν από τον φανατικό καλόγερο.

Ύστερα, οι γριές άρχιζαν να λένε και να λένε, ψιθυριστά, για τα σεξουαλικά όργια, που κατά τις πληροφορίες τους γινόντουσαν στη Ρωσία.

–      Χορεύουν άντρες με γυναίκες γυμνοί, λέγανε σκυφτές.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο μαυροφορεμένος χορός.

–      Χορεύουν γυμνοί άντρες με άντρες, λέγανε γουργουριστά.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζε ο χηρευάμενος χορός.

–      Χορεύουν γυμνές γυναίκες με γυναίκες, σφύριζαν χαμηλόφωνα.

–      Αχ, Βουκουρέστι το κάνανε, Βουκουρέστι!, σχολίαζαν όλες μαζί και

σταυροκοπιόντουσαν, ίσως γιατί έπιαναν με τη φαντασία τους την ομήγυρή τους ολόγυμνη να χορεύει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 62 Σχόλια »

Tο πανί του Γληγόρη (εκλογικό διήγημα του Κ. Φαλτάιτς)

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2019

Μια και πλησιάζουν εκλογές, σκέφτηκα να βάλουμε ένα εκλογικό διήγημα που ανέβηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό Ιστολόγιο. Βέβαια, το κατεξοχήν εκλογικό πεζογράφημα των γραμμάτων μας είναι η νουβέλα «Χαλασοχώρηδες» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη -που όμως είναι πολύ γνωστό και το έχουμε άλλωστε αναλύσει και στο ιστολόγιο σε άρθρο του φίλου Μ. Πασχαλίδη.

Κατά σύμπτωση, ο συγγραφέας του σημερινού διηγήματος έχει ασχοληθεί αρκετά με την ανάδειξη του έργου του Παπαδιαμάντη -αν και έχει συνδέσει το όνομά του με ένα άλλο, σχετικά κοντινό στη Σκιάθο νησί. Πρόκειται για τον Κώστα Φαλτάιτς (1891-1944) γεννημένο στη Σμύρνη αλλά που έζησε πολλά χρόνια στη Σκύρο. Ο Φαλτάιτς άφησε εκτενές έργο στο μεταίχμιο μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας.

Συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες και περιοδικά, ανάμεσά τους και το Μπουκέτο όπου δημοσιεύτηκε και το παρόν διήγημα. Στο Μπουκέτο ο Φαλτάιτς έχει δημοσιεύσει και αξιόλογα πρώιμα ρεμπετολογικά άρθρα. Για να τα λέμε όλα, πάντως, σύμφωνα με ορισμενες πηγές επί Κατοχής εκτέθηκε ως δωσίλογος και για τον λόγο αυτό διαγράφτηκε από την ΕΣΗΕΑ αμέσως μετά την Απελευθέρωση.

 

ΤΟ ΠΑΝΙ ΤΟΥ ΓΛΗΓΟΡΗ
Ναυτικό Διήγημα

Μόνο η βάρκα του Γληγόρη, απ’ όλες τις ψαρόβαρκες δεν είχε πανί.
Στις παραμονές των εκλογών, είτε βουλευτικές ήσαν είτε κοινοτικές, οι υποψήφιοι, για να πάρουν την ψήφο του, του έταζαν ένα πανί. Αλλά όλοι τον εγελούσαν κι η βάρκα του έτσι έμενε πάντα ξυλάρμενη.
Ήταν λύπη να τον βλέπεις τον καημένο τον Γληγόρη να τραβά κουπί ώρες και ώρες για να φτάσει από τον ένα κάβο στον άλλο ή για να γυρίσει πίσω στο λιμανάκι, εκεί κάτω που οι άλλοι με το πανί τελείωναν γρήγορα και άνετα.
Τα χέρια του έμοιαζαν με χοντρά γέρικα ροζασμένα κλαδιά δέντρου, σκληρότατα και γεμάτα όγκους. Είχαν χάσει την ευαισθησία του κρύου και της ζέστης. Έπιανε με τα δάχτυλα τα αναμμένα κάρβουνα, χωρίς να καίγεται. Αυτό τουλάχιστον το καλό του είχε δημιουργήσει το ατέλειωτο τράβηγμα του κουπιού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εκλογές, Παπαδιαμάντης | Με ετικέτα: , , , , | 92 Σχόλια »

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους (διήγημα του Μαρσέλ Αιμέ)

Posted by sarant στο 5 Μαΐου, 2019

Τις προάλλες που συζητούσαμε στα σχόλια αν η παριζιάνικη Montmartre αποδίδεται Μονμάρτη ή Μονμάρτρη στα ελληνικά, είχαμε κάνει λόγο και για δυο διηγήματα φαντασίας του Μαρσέλ Αιμέ. Θα παρουσιάσω σήμερα το ένα από αυτά, το «Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’ τους τοίχους». Μια φίλη του ιστολογίου, που έχει ζήσει στο Παρίσι, το είχε μεταφράσει τότε, και μου το έστειλε. Παρόλο που, όπως λέει, η μετάφρασή της είναι ερασιτεχνική, νομίζω ότι διαβάζεται πολύ καλά και ελάχιστα άλλαξα καθώς τη διάβαζα. Πάντως, το πρωτότυπο είναι εδώ.

Το διήγημα δημοσιεύτηκε σε περιοδικό το 1941 και εκδόθηκε σε βιβλίο το 1943. Τα ονόματα των δρόμων που αναφέρονται είναι υπαρκτά. Έχω βάλει κάποια λινκ. Ο Μαρσέλ Αιμέ έζησε πολλά χρόνια στη Μονμάρτη, ακριβώς στη λεωφόρο Ζινό για την οποία γίνεται λόγος στο διήγημα. Μάλιστα, υπάρχει και πλατεία στο όνομά του, στην οποία μπορεί κανείς να δει ένα γλυπτό εμπνευσμένο από το διήγημα που θα διαβάσετε -φωτογραφία στο τέλος.

Η αναφορά σε «εγγλέζικη εβδομάδα» εννοεί την πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, που τότε ήταν ακόμη νεωτερισμός στη Γαλλία ενώ εφαρμοζόταν στην Αγγλία.

Περιμένω από τους ειδήμονες σε θέματα επιστημονικής φαντασίας να μας πουν αν το διήγημα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ΕΦ. Νομίζω όχι. Μάλλον χιουμοριστικό θα το πούμε ή φανταστικό διήγημα.

 

Μαρσέλ Αιμέ

Ο άνθρωπος που περνούσε μέσα απ’τους τοίχους

Ζούσε στη Μονμάρτη, στον τρίτο όροφο της οδού ντ’Ορσάπ 75Β ένας εξαιρετικός άνθρωπος με το όνομα  Ντιτιγέλ, που είχε το μοναδικό χάρισμα να περνάει χωρίς πρόβλημα ανάμεσα απ’ τους τοίχους. Φορούσε γυαλιά, είχε μικρό μαύρο υπογένειο και ήταν τριτοβάθμιος  υπάλληλος στο Υπουργείο Καταστίχων. Το χειμώνα πήγαινε στο γραφείο του με το λεωφορείο και την άνοιξη έκανε τη διαδρομή με τα  πόδια φορώντας το μελόν καπέλο του.

Ο Ντιτιγέλ μόλις είχε πατήσει τα σαραντατρία, όταν του αποκαλύφτηκε η δύναμή του. Ένα βράδυ, μια σύντομη διακοπή ρεύματος τον βρήκε στο χωλ του μικρού εργένικου διαμερίσματός του. Περπάτησε για λίγο ψηλαφητά μες στα σκοτάδια και, όταν το ρεύμα επανήλθε, βρέθηκε στο πλατύσκαλο του τρίτου ορόφου. Καθώς η πόρτα του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη από μέσα, το συμβάν τον έβαλε σε σκέψεις και, παρά τις επιταγές της λογικής του, αποφάσισε να ξαναμπεί με τον τρόπο που είχε βγει, διασχίζοντας δηλαδή τον τοίχο. Αυτή η παράξενη ικανότητα, που καθώς φαίνεται δεν ήταν μέσα στις επιδιώξεις του, δεν έπαψε να τον ανησυχεί κάπως, και την επαύριο, Σάββατο, επωφελήθηκε από την «εγγλέζικη» εβδομάδα και πήγε να βρει ένα γιατρό της γειτονιάς, για να του εκθέσει την περίπτωσή του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γαλλία, Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Παρίσι, Πεζογραφία, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Η νοσταλγία του Γιάννη (πασχαλινό διήγημα του Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 29 Απρίλιος, 2019

Δεύτερη μέρα σήμερα του Πάσχα, μέρα αργίας. Συνεχίζουμε λοιπόν στο ιστολόγιο με ανάγνωσμα λογοτεχνικό και πασχαλινό -ή μάλλον μεταπασχαλινό, όπως θα δείτε.

Χτες βάλαμε αφήγημα για τον Παπαδιαμάντη, σήμερα θα δούμε ένα διήγημα του ίδιου του Παπαδιαμάντη, αλλά διαφορετικό από τα άλλα. Το διήγημα που θα παρουσιάσω σήμερα έχει την ιδιαιτερότητα ότι προστέθηκε στο παπαδιαμαντικό κόρπους τα τελευταία χρόνια, διότι ήταν αθησαύριστο και είχα τη μεγάλη χαρά και τιμή να το ανακαλύψω τυχαία, καθώς αναδιφούσα παλαιά σώματα του περιοδικού Οικογένεια. Όλη την ιστορία της ανακάλυψης την παρουσιάζω σε παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, το 2012 (τότε δεν είχε επιβεβαιωθεί απολύτως η γνησιότητα του διηγήματος).

Αργότερα, το διήγημα κυκλοφόρησε και σε ξεχωριστό τομίδιο από τις εκδόσεις Ερατώ, και πλέον έχει προστεθεί και επίσημα στο σώμα των διηγημάτων του Παπαδιαμάντη, η 172η ψηφίδα.

Το διήγημα εκτυλίσσεται στη Σκιάθο -αυτό δηλώνεται έμμεσα, από το τοπωνύμιο Βουρλίδια, που το βρίσκουμε και σε άλλα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (πχ. στα «Συμβάντα στο μύλο») αλλά και από το πρόσωπο του ταβερνιάρη Σαραφιανού, ο οποίος επίσης εμφανίζεται σε άλλα διηγήματα (π.χ. στο «Σπιτάκι στο λιβάδι»). Ο Θωμάς Σαραφιανός ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Σε δημοσιογραφικό του άρθρο, ο Παπαδιαμάντης επαινεί το μοσχάτο κρασί που σερβίρεται στο «οινοπωλείον και παντοπωλείον Η Μουργιά του Θωμά Σαραφιανού εις την Σκίαθον».

Κατ’ εξαίρεση, το κείμενο το παραθέτω σε πολυτονικό. Ελπίζω αυτό να μην προκαλέσει πολλά προβλήματα σε όσους έχουν κινητές συσκευές -αλλά αυτοί μπορούν να το διαβάσουν και εδώ.

 

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Διηγήματα, Παπαδιαμάντης, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 82 Σχόλια »

Κρυφός καημός (διήγημα του Ανδρέα Καρκαβίτσα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2019

Σήμερα που έχουμε την επέτειο της 25ης Μαρτίου σκέφτηκα να βάλω ένα διήγημα εμπνευσμένο από το 1821, αφού χτες είχαμε το αφιέρωμα στον Πάνο Κουτρουμπούση.

Διάλεξα ένα διήγημα του Καρκαβίτσα, από τη συλλογή Παλιές αγάπες, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο. Παρουσιάζει ένα μοτίβο που το βρίσκουμε και στη δημοτική ποίηση, για την κοπέλα που ντύνεται ρούχα αντρικά και παίρνει μέρος, σαν άντρας ανάμεσα σε άλλους άντρες, σε δραστηριότητες που θεωρούνται αντρικές -στρατός, πόλεμος, τέτοια -ίσαμε την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη. Ο κινηματογράφος το θέμα αυτό το έχει εκμεταλλευτεί πάμπολλες φορές, συνήθως σε κωμωδίες, αλλά ο Καρκαβίτσας εδώ το χειρίζεται αυστηρά και σεμνά.

Η μάνα μου ήταν καλή και αγαθή, όπως όλες οι γυναίκες του καιρού της. Γλυκιά ημέρα ωστόσο δεν είδε με τον πατέρα μου γιατί ― λες κι έφταιγε η δόλια! ― έκανε όλο κορίτσια. Ξέρεις τι θα ειπεί φτω­χός και κορίτσια! Έξω απ’ αυτό ακόμη όριζαν Τούρ­κοι στα Μοριά κι ήταν καλύτερο να μην απόχταε κανείς παιδί παρά ν’ αποχτήσει θηλυκό. Κάθε νοικο­κύρης που έβλεπε να πηγαίνει το σπίτι του μπροστά θλιβότανε περισσότερο από κείνον που δεν είχε τίποτα. Για τούτο κι ο πατέρας μου δεν έπαυε κάθε τόσο να της χτυπάει, κάπως στα χωρατά, μα πάντα πικραμένα:
― Μωρέ γυναίκα· δεν κάνεις και συ ένα σερνικό!
Μια βραδιά μπήκε στο σπίτι ολόχαρος.
― Τέλειωσε, Καλομοίρα· είπε μόλις πάτησε στην πόρτα. Ό,τι παιδί κάνεις ― ήταν ετοιμόγεννη η μάνα μου ― θέλω να είναι σερνικό.
Σε λίγο γεννήθηκα εγώ. Όταν πήγαν να του πά­ρουν τα συχαρίκια, στέναξε βαθιά. ― Ο γέρο Βαρσάμης, σκέφτηκε, οχτώ ντουφέκια· ο Βασίλης πέντε· ο κουμπάρος μου ο Ανέστης τέσσερα ― και τι; ― ένα κι ένα! Εγώ τίποτα για το Γένος! Εμείς θέλουμε ανθρώπους για σπαθί κι η γυναίκα μου γεννάει για τη ρόκα!… Και με το γρόθο του έδωκε μια κι έσπασε το τραπέζι.
― Μα δεν πειράζει· είπε σε λίγο. Εγώ θα το κάμω σερνικό. Θα γένει καλύτερο από σερνικό.
Το είπε κι έγινε. Μόλις μεγάλωσα λίγο, μου φόρεσε αντρίκια και μ’ έλεγε Χρύσαντο από Χρυσή που ήταν τ’ όνομά μου. Στη μάνα μου, σε όλους έτσι έλεγε να με φωνάζουν. Από μικρή με έμαθε στ’ άρματα. Μέρα νύχτα με δασκάλευε να παίζω το σπαθί, να λυγίζω το κορμί, να ρίχνω στο σημάδι. Την καθεμερνή μ’ έπαιρνε στο χωράφι· τη γιορτή στο κυνήγι να κυνηγούμε τους λύκους και τ’ αγριογούρουνα στη Δροσελή.
― Θέλω… να περνάς το βόλι απ’ το δαχτυλίδι· μου έλεγε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Διηγήματα, Επετειακά | Με ετικέτα: , , | 150 Σχόλια »

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2019

Μεσοβδόμαδα πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης, γεννημένος στη Λιβαδειά το 1937, μορφή του κινήματος μπητ, του αντεργκράουντ και άλλων πρωτοποριακών κινημάτων.

Από έφηβος συμμετείχε στην παρέα των υπαρξιστών, στην περίφημη Παράγκα του Σίμου στην οδό Σαρρή -ο Λεωνίδας Χρηστάκης μάλιστα, διαβάζω σε άρθρο του Φώντα Τρούσσα, τον είχε ανακηρύξει υπαρχηγό του Σίμου αν και τον περιγράφει «ένα κοντό βατραχοειδές υποκείμενο». Συμμετείχε με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους στην έκδοση του περιοδικού Πάλι το 1963, με τη δικτατορία έφυγε για το εξωτερικό όπου μεταξύ άλλων σχεδίαζε εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων στο Λονδίνο (δείτε τι γράφει εδώ ο Φώντας Τρούσας, που έχει κι άλλα άρθρα του για τον Κουτρουμπούση)

Ο Κουτρουμπούσης εμφανιστηκε στα γράμματα με ένα ποίημα, στο τεύχος 10 (Μάιος-Αύγουστος 1958) του περιοδικου Αθηναϊκά Γράμματα που το έβγαζε ο Δημήτρης Βαρουτσής:

Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τι μένει;
Μένει κάτι
Κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
. . . μένει:
Μισή μποτίλια αλκοολικού παρασκευάσματος

ο ήλιος του καλού Θεού
και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το φεγγάρι
Πανσεληνο.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης κυρίως ως πεζογράφος παρουσιάστηκε. Πρώτο του βιβλίο, το 1978, το Εn αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y otros historias περίεργες, ενώ ακολούθησε το «Στο θάλαμο του Μυθογράφφ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Περιοδικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Το 24ωρο ενός μπογιατζή (διήγημα του gpointofview)

Posted by sarant στο 17 Μαρτίου, 2019

Δημοσιεύω σήμερα ένα διήγημα του φίλου μας του Τζι. Πιο σωστά, ένα ακόμα διήγημα αφού κι άλλες φορές έχουμε δημοσιεύσει δικά του κομμάτια -το τελευταίο πριν από δύο μήνες όπου θα βρειτε και λινκ προς τα προηγούμενα. Ωστόσο, ενώ συνήθως τα κείμενα του Τζι είναι μικρά, τούτο εδώ ξεπερνάει κατά πολύ το συνηθισμένο μέγεθος. Μάλιστα, ο ίδιος είχε σκοπό να το στείλει σε τρεις συνέχειες, αλλά νομίζω ότι αυτή η κατάτμηση περισσότερα προβλήματα δημιουργεί παρά λύνει. Εξάλλου είναι Κυριακή, έχουμε περισσότερο καιρό για διάβασμα -και το διήγημα, κατά τη γνώμη μου, αξίζει τον κόπο, είναι πολύ καλό.

Το 24ωρο ενός μπογιατζή

Σαν άνοιξες πρωί-πρωί τα μάτια πως είναι ώρα να ξυπνήσεις σκέφτηκες. Δεν έχει αριθμούς και παραπέντε, με διαίσθηση σηκώνεσαι το πρώτο λεωφορείο να προλάβεις. Αυτό έχει ώρα και λεπτά. Εξη και τέταρτο κάνει δρομολόγιο. Περιμένει ο κόσμος του μεροκάματου στην ουρά, οι πρώτοι, οι τυχεροί, θα πάνε καθισμένοι. Οι άλλοι όρθιοι παίρνουν μια πρώτη γεύση από την κούραση τη μέρας που θάρθει. Λίγο νερό στο πρόσωπο, τα ρούχα της δουλειάς παραμάσχαλα και μια στροφή στην κλειδαριά στην πόρτα. Παλιά συνήθεια. Τώρα τι να πάρει κανείς από το σπιτικό σου… Πιο πιθανό ν’ αφήσει ο διαρρήκτης κάνα δεκάευρο  σαν δει την συμφορά σου.

Και πάντα μόνος το πρωί. Στον γυρισμό έχεις παρέα τον Πολωνό τον Βάλντεκ μα το πρωί αυτόν τον πάει η γυναίκα του στην δουλειά με τ’ αυτοκίνητό της. Αυτή σχολάει πιο νωρίς και δεν περνάει να τον πάρει. Ετσι κρεμασμένος απ’ την χειρολαβή μισοκοιμάσαι μέχρι να φτάσει το λεωφορείο στο κέντρο. Εκεί  μισοαδειάζει, λίγοι συνεχίζουν για την άλλη συνοικία, εκεί που εσύ δουλεύεις στην οικοδομή. Μόλις θα φτάσει στο τέρμα, ένα γρήγορο περπάτημα μέχρι το γιαπί. Το προτιμάς με βροχή, έχεις άλλον ένα λόγο να τρέχεις και το γιαπί μοιάζει με καταφύγιο, άλλη μια δικαιολογία.  Μα ακόμα το λεωφορείο είναι στη στάση, το μυαλό σου μόνο τρέχει γρήγορα σήμερα, ποιος ξέρει τι θέλει να προλάβει.

Προς την καινούργια συνοικία  της διαδρομής μπαίνουν  κάποιες φάτσες, κάθε πρωί οι ίδιες που πάνε για δουλειά, ξέρεις που θα κατέβουν, κάθε μέρα τις βλέπεις την ίδια ώρα σαν τρέιλερ σπουδαίας ταινίας στο  θερινό το σινεμά. Με τον καιρό το κατάλαβες. Δεν θα παιχθεί ποτέ το έργο, είναι κράχτης. Κράχτες ίσως είναι και τα πρόσωπα  τα ίδια κάθε πρωί. Μ’ όλους αυτούς δεν μιλάς. Τι να πεις  ;  Απλά υπάρχουν μα δεν θα τους γνωρίσεις ποτέ. Κανείς τους δεν έχει ξετινάξει την χθεσινή κούραση, ούτε εσύ. Που κέφι να σου πουν μια καλημέρα !.

Καλημέρα !

Είναι σκληρή η πρώτη καλημέρα σαν μένεις μόνος. Τη λες στον εαυτό σου κι’ απάντηση δεν έχει. Οπως το βλέμμα του εργοδότη που σε στέλνει να στρωθείς στη δουλειά πρωί- πρωί. Ούτε καφέ δεν πρόλαβες να ψήσεις, θα παραγγείλεις στην οικοδομή. Πάμε δουλειά λοιπόν κι ας είναι αιώνια κουρασμένα ψυχές και σώματα. Αργησες σήμερα, το βλέπεις στο βλέμμα του, δεν χρειάζεται ρολόι. Και ο καφές απόλυση μυρίζει, στα γρήγορα τα ρούχα της δουλειάς και σκαλωσιά, στη θέση σου μα το μυαλό αλλού περιπλανιέται. Χωρίς καφέ στα ίσα σου πως θάρθεις ; Μηχανικές κινήσεις κι ονειροπόληση. Για δες το ετούτο το σπιτάκι απ’ το μπαλκόνι. Φροντιστήριο αγγλικών. Φρεσκοβαμμένο να κρύβει τη βρώμα των γηρατειών του. Σαν το ρίμελ της κυρίας Πανωραίας και τα λεπτά τακούνια κάτω απ’ τα ετοιμόρροπα τα πόδια της. Ανθρωποι και σπίτια. Να φαίνονται όπως πρέπει, ούτε ο γιακάς του εργολάβου νάτανε. Πρέπει να κοιτάξεις από πάνω να δεις τη βρώμα. Δε φαίνεται οριζόντια, κοινωνική ευθυγράμμιση, μα σαν ανέβεις στη σκαλωσιά να βάψεις, όλα στο πιάτο. Κι ο καφές να κρυώνει στο φλιτζάνι, να μη τολμάς να κατέβεις. «Πάλι τσιγάρο και καφές, τι θα γίνει με σένα ; ». Αβέβαιο το αύριο στην εργασία.
Τι λέγαμε ; α! το σπιτάκι. Με το καθηγητή. Μικρός τον έβλεπες με δέος. Γεροπαράξενος ζούσε κει μέσα με καμιά δεκαριά γάτες. Και τα βιβλία του. Δεν τάχες δει ποτέ –δεν έχει σημασία, έπρεπε να είχε πολλά βιβλία, κοτζάμ καθηγητής ήταν. Τότε τα ραδιόφωνο ήτανε σπάνια κι’ η εφημερίδα ακριβή. Τρεις φραντζόλες ψωμί έπαιρνες με τα λεφτά της, χώρια το κομμάτι για να φτάσει το ζύγι. Τώρα αρτοσκευάσματα από φούρνους «γερμανικούς» και πρατήρια. Είχε μια αύρα ο καθηγητής τις λίγες φορές πούβγαινε να ψωνίσει τα απαραίτητα. Μόνο εσύ την έβλεπες, οι άλλοι κοιτάζανε τα ασουλούπωτα ρούχα, τα ακούρευτα μαλλιά, ένας χίπης πριν την ώρα του. Κι’ οι μανάδες  «κοίτα μη καταντήσεις έτσι Νικολάκη, να διαβάζεις τα μαθήματά σου, νάσαι καλός μαθητής να πας μπροστά αλλιώς να! βλέπεις τα χάλια του, μορφωμένος άνθρωπος». Η λογική να υποτάσσεται στη μητρική αυθεντία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: | 99 Σχόλια »

Θεσσαλία (διήγημα του Κων. Νταϊφά)

Posted by sarant στο 3 Μαρτίου, 2019

Μέσα στην επόμενη βδομάδα έχουμε την επέτειο της 6ης Μαρτίου 1910, του αγροτικού ξεσηκωμού στο Κιλελέρ της Θεσσαλίας. Επετειακά, το ιστολόγιο δημοσιεύει το διήγημα «Θεσσαλία» του Κώστα Νταϊφά, παρμένο από ανθολογια διηγηματογράφων που κυκλοφόρησε το 1923 σε επιμέλεια του Αδαμαντίου Παπαδήμα. Το διήγημα το παίρνω από το Λογοτεχνικό ιστολόγιο, στο οποίο προστέθηκε πρόσφατα -ο Γιάννης συνεχίζει ακαταπόνητος να προσθέτει υλικό από παλιές ανθολογίες.

Ο Κώστας Νταϊφάς στο βιογραφικό που υπάρχει στην ανθολογία εμφανίζεται να έχει γεννηθεί το 1893, αλλά σε άλλες πηγές βρίσκουμε και άλλες χρονολογίες από 1891 έως 1895. Ήταν δημοσιογράφος, ποιητής και πεζογράφος, ενταγμένος στο κίνημα του δημοτικισμού. Δημοσίευσε ποιήματά του στον «Νουμά» καθώς και τα βιβλία «Θεσσαλία» και «Οι Άνθρωποι του βάλτου». Ίδρυσε εφημερίδα Πρόοδος στη Λάρισα και στον Βόλο ενώ το 1926 ομότιτλη εφημερίδα στην Αθήνα (με την οποία συνεργάστηκε ο Βάρναλης στις ανταποκρίσεις που έχω συγκεντρώσει στον τόμο Γράμματα από το Παρίσι). Πέθανε το 1957 ή το 1958, ούτε σε αυτό ομοφωνούν οι πηγές.

 

ΘΕΣΣΑΛΙΑ

Πολλές φορές ο Στάθης ο Χαρούλης απόρεσε, αν έτσι θα περνούσε όλη του τη ζωή, αλέτρι, χωράφι, θέρος κι αλώνι. Πολλές φορές το σκέφτηκε, μα δεν αποζήτησε να βρει λύση, ούτε σκέση της ζωής και βίου. Κι έφτανε τα σαράντα ο Στάθης ο Χαρούλης. Όμως ούτε ο πατέρας του, ούτε ο παππούς του ποτές του δώσανε αφορμή να σκεφτεί παραπέρα απ’ ό,τι έβλεπε. Η ζωή του περνούσε ίδια κάθε χρόνο· ίδια και απαράλλαχτη.
Παντρέφτηκε ο παππούς του, όπως είχε παντρεφτεί και ο πατέρας του, όπως έπρεπε να παντρεφτεί κι ο γιος του κι άλλοι γιοί. Και θα πέθαινε μια μέρα, όπως πέθανε ο παππούς του, όπως θα πεθάνει κι ο πατέρας του, κι όπως πρέπει μια μέρα να πεθάνει κι ο γιος του— γιατί έτσι: όποιος ζει θα πεθάνει.
Όλα, μα όλα, γενικά, έπρεπε να γίνουνται, ακριβώς έτσι πως γίνουνται. Όπως η ζωή, έτσι και ο θάνατος, έτσι και η δουλειά: Να δουλεύουν επί ζωής στα ίδια χωράφια, να κάθουνται στα ίδια σπίτια, να τρώνε το ίδιο ψωμί.
Μόνο προ λίγα χρόνια γίνηκε μια μεταβολή —δυο μεταβολές· μια ο σ ι δ ε ρ ό δ ρ ο μ ο ς, και μια που αλλάξανε α φ έ ν τ η. Μα και αυτά τα συνήθισαν, ή κάλλιο δεν τα πολυσυνήθισαν. Με την ίδια περιέργεια που είδανε πρώτη φορά σιδερόδρομο, τονέ βλέπουν κάθε μέρα, που σκίζει ουρλιάζοντας τον κάμπο, εφτά ώρες μακριά ‘πό το χωριό· με την ίδια αδιαφορία δεχτήκανε το νέο αφεντικό. Ούτε με τον πρώτο μιλούσαν Τούρκικα, ούτε με τούτονε ρωμαίικα.
Όλα ίδια στη ζωή τους. Μια φορά το χρόνο σπορά —μια Χριστούεννα· μια Πασκαλιά— μια θέρος.
     Κάθε καλοκαίρι αλώνισμα και θέρμες…
Όλα ίδια στη ζωή του Στάθη του Χαρούλη, όχι μονάχα αυτουνού, μα και των άλλων συχωριανώ του κι αυτό δε γινότουν μόνο στου Χαρούλη το χωριό το Δεξοχώρι μα και σ’ όλα του Κάμπου τα χωριά. Κι ήτανε φχαριστημένοι απ’ τη ζωή τους όλοι οι Δεξοχωρίτες κι οι Καμπίσιοι· γιατί δεν είχανε με τίποτα δυσαρεστηθεί· γιατί δεν νιώθαν αν ειμπόρειε να είναι διαφορετικότερα· γιατί ακόμα φαντάζονται πως όλος ο κόσμος έτσι είναι — γιατί έτσι πρέπει να ‘ναι…
Όλ’ οι Καμπίσιοι, όλ’ οι Δεξοχωρίτες και ο Στάθης ο Χαρούλης έτσι φαντάζονται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αγροτικά, Διηγήματα, Επετειακά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 107 Σχόλια »

Το Χανγκόβερο και άλλα δέκα εγκυκλοπαιδικά λήμματα του Χρήστου Τσατσαρώνη

Posted by sarant στο 24 Φεβρουαρίου, 2019

Πριν από τρεις μήνες είχαμε δημοσιεύσει δυο διηγήματα του φίλου μας Χρήστου Τσατσαρώνη. Σήμερα θα δούμε μερικά ακόμα χιουμοριστικά κείμενα του Τσατσαρώνη που έχουν τη μορφή λημμάτων από φανταστικές εγκυκλοπαίδειες. Μου αρέσει ο τρόπος που παίζει ο συγγραφέας με τη γλώσσα και βρίσκω πρωτότυπη την ιδέα του. Στα περισσότερα λήμματα γίνεται αναφορά σε κάποιο ιστορικό πρόσωπο, άλλα μπορεί να χαρακτηριστούν ασεβή, εμένα πιο πολύ μου άρεσε το πρώτο. Μακάρι να ζούσαμε στο Χανγκόβερο!

 

Το Χανγκόβερο
(λήμμα από την Ντοϊτσηπήδεια)

Το Χανγκόβερο είναι μικρή πόλη της κεντρικής – βόρειας Γερμανίας που ιδρύθηκε κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους από Κέλτες της Βρεττανίας, της Ιρλανδίας και των γύρω μικρών νήσων (Εβρίδων κ.ά.). Οι άνθρωποι εκείνοι ξέμειναν στον τόπο αυτόν μετά από αμέτρητες πολεμικές συρράξεις, εκστρατείες, μετακινήσεις πληθυσμών, ανταλλαγές αιχμαλώτων, εξανδραποδισμούς, σκλαβοπάζαρα, φυλακίσεις και δραπετεύσεις, φυγοδικίες και άλλες επώδυνες διαδικασίες. Στον πρώτο, σπάνιο για τα χρόνια που μιλάμε, ορίζοντα ειρηνικής εποχής, ένοιωσαν ότι δεν είχαν κουράγιο ούτε καν στην πατρίδα τους να επιχειρήσουν να επιστρέψουν. Ρίζωσαν λοιπόν εκεί ιδρύοντας αυτήν την – μικροσκοπική στην αρχή – πολίχνη, έκαναν οικογένειες, καλλιέργησαν τη γη, άρχισαν να εκτρέφουν ζώα και να ασκούν την όποιαν τυχόν τέχνη ήξερε ο καθένας από πριν. Μοιραία, σιγά σιγά, οι κάτοικοι άρχισαν επιμειξίες με εκπροσώπους των αυτόχθονων Γοτθικών φύλων και η πόλη όπως και ο πληθυσμός μεγάλωναν, χωρίς όμως να επηρρεασθούν κάποιες συνήθειες του λαού τους αρχαίες που κουβάλησαν εκεί από την πατρίδα τους και διατηρήθηκαν ανέπαφες. Για παράδειγμα, η πολύ ιδιαίτερη γλωσσική τους διάλεκτος, τα Γαλελικά, που ακόμα και σήμερα μιλιέται και γράφεται από –λιγοστούς είναι η αλήθεια- κατοίκους της περιοχής. Επίσης η μεγάλη τους αγάπη για τη μουσική, το χορό και το τραγούδι. Όπως και για τη συγγραφή, ανάγνωση, διήγηση και ακρόαση ιστοριών με πλήθος φανταστικών στοιχείων, μύθων κ.λ.π. Πάνω απ’ όλα όμως οι κάτοικοι του Χανγκόβερου διατήρησαν την προγονική τους αγάπη στην κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών. Παραδοσιακά, από τις απογευματινές έως τις πρώτες πρωϊνές ώρες, το αλκοόλ (τί μπύρα, τί μηλόκρασο, τί ουΐσκυ, τί τζιν) ρέει άφθονο στο Χανγκόβερο των έξω καρδιά – γλεντζέδων κατοίκων. Στη διατήρηση ειμή και στην ενίσχυση της συνήθειας αυτής πρέπει να πούμε ότι συνετέλεσε και ο απόλυτος ενστερνισμός της (άλλο που δε θέλανε δηλαδή) από τους – εξίσου γερά ποτήρια – ντόπιους. Έτσι λοιπόν κάθε βράδυ είναι μια γιορτή στο Χανγκόβερο, στο τέλος της οποίας όλοι γυρνούν πανευτυχείς, άδοντας και γελώντας, τρεκλίζοντας αλληλοϋποβασταζόμενοι στα σπίτια τους. «Μα… και πώς ξυπνάνε το πρωί να πάνε στις δουλειές τους;», θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο νηφάλιος, τακτικός, σπίτι-δουλειά / δουλειά-σπίτι και ύπνο από νωρίς, αναγνώστης. Μα εδώ ακριβώς έιναι το ζήτημα. Αυτό που κάνει τη μικρή αυτή και κατά τα άλλα άσημη πόλη, άξια να της αφιερωθεί ολόκληρο λήμμα στην έγκυρη δικτυακή, ψηφιακή μας εγκυκλοπαίδεια, τη Βίβλο των γερμανικών σπουδών και τον πνευματικό φάρο των ανά τον κόσμο Γερμανιστών, την Ντοϊτσηπήδεια. «Δηλαδή;» (αναρωτιέται ξανά ο αναγνώστης). Δηλαδή… δεν ξυπνάνε. Διότι απλά δεν μπορούν. Είναι κατάκοποι, εξουθενωμένοι, νοιώθουν εξάντληση, αδιαθεσία, τους πονάει το κεφάλι, τους ανακατώνεται το στομάχι… πάσχουν με άλλα λόγια από τις παρενέργειες της μέθης που στη γλώσσα της πατρίδος τους ονομάζονται «Χανγκόβερ», λέξη που στην περίπτωση αυτή αφορά φαινόμενο τόσο εκτεταμένο που στάθηκε ικανό να δώσει στην πόλη το όνομα της. Και τί γίνεται λοιπόν τις μέρες, τα πρωϊνά στο Χανγκόβερο; Μα –αγαπητοί αναγνώστες- όπως λένε και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί που σημειώνουν το Χανγκόβερο ως ένα αξιοπερίεργο αξιοθέατο… δε γίνεται τίποτα! Η πόλη μοιάζει έρημη, σαν όλοι οι κάτοικοι να έχουν πάει διακοπές. Ψυχή δεν κυκλοφορά στους δρόμους. Τα μαγαζιά κλειστά. Οι δημόσιες υπηρεσίες, οι τράπεζες, τα ταχυδρομεία, όλα κλειστά. Ούτε βλέπεις να κινείται κάποιο μέσο μαζικής μεταφοράς. Ο τυχόν ανυποψίαστος επισκέπτης απορεί έως και αγριεύεται. Και μετά, το μεσημεράκι, αρχίζουν να εμφανίζονται οι Χανγκόβεροι, να σκάνε μύτη όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή και να ξεκινά να ζωντανεύει η πόλη κατά τον τρόπο που συβαίνει οπουδήποτε αλλού στις, φερ΄ειπείν, 7:00 το πρωί. Κάπως βαρύθυμοι βέβαια και λιγομίλητοι είναι όλοι, όπως εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει, ωστόσο καλοπροαίρετοι, πρόθυμοι και ευγενικοί. Προοδευτικά το κλίμα βελτιώνεται, το δε βραδάκι και τη νύχτα, όπως ήδη αναφέραμε, όλη η πόλη είναι ένα ξεφάντωμα, μια γιορτή. Θα το διαπιστώσεις και συ αναγνώστη αν βρεθείς στα μέρη αυτά και αποφασίσεις (διότι αξίζει) να περάσεις έστω και ένα εικοσιτετράωρο στο Χανγκόβερο. Άλλωστε, μέρος σαν κι αυτό δεν υπάρχει στον κόσμο όλο. Εκτός, καθώς λένε κάποιοι πολυταξιδεμένοι, από ένα νησί στο ανατολικό Αιγαίο, όπου –χωρίς την άμεση σχέση με το αλκοόλ- οι ντόπιοι έχουν τα ίδια περίεργα ωράρια. Αλλά περισότερα γι αυτό θα βρεις βεβαίως αναγνώστη στην αδελφή Ελληνοπαίδεια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Χιουμοριστικά | Με ετικέτα: , , | 125 Σχόλια »

Γιώργος Ιωάννου: Η μόνη κληρονομιά. Και το Λογοτεχνικό Ιστολόγιο.

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε κάτι λογοτεχνικό κι έτσι σήμερα θα δημοσιεύσω ένα αγαπημένο διήγημα ενός αγαπημένου συγγραφέα: Το διήγημα «Η μόνη κληρονομιά» του Γιώργου Ιωάννου (1927-1985) από την ομότιτλη συλλογή, που κυκλοφόρησε το 1974.

Είναι ένα διήγημα που πάντα με συγκινεί σαν το διαβάζω. Δυστυχώς στην περίπτωση του Ιωάννου η δοξασία για τη μόνη κληρονομιά επαληθεύτηκε -έφυγε κι αυτός πριν τα εξήντα του χρόνια, όπως όλοι οι αρσενικοί στο σόι του.

Το διήγημα αυτό το είχα δημοσιεύσει το 2008 στον παλιό μου ιστότοπο. Σήμερα δημοσιεύεται και σε μια άλλη γωνιά του ελληνόφωνου Διαδικτύου, στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο.

Το Λογοτεχνικό ιστολόγιο ξεκινάει σήμερα το ταξίδι του στον κυβερνοχώρο, όμως έχει πίσω του μια μικρή ιστορία.

Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανα όταν απέκτησα κι εγώ προσωπική σελίδα στο Διαδίκτυο, τον Απρίλιο του 1998, ήταν να φτιάξω έναν κατάλογο με συνδέσμους προς τα ελληνικά λογοτεχνικά κείμενα που υπήρχαν στο Διαδίκτυο -ελάχιστα τότε.

Σιγά σιγά, ο κατάλογος πύκνωνε, τα ονόματα των λογοτεχνών πλήθαιναν, αλλά πάντοτε τα ονόματα και τα έργα που έλειπαν ήταν πολύ περισσότερα. Έτσι, άρχισα να πληκτρολογώ ή να σκανάρω ποιήματα και σύντομα πεζά που μου άρεσαν και να τα προσθέτω στον κατάλογο.

Τα χρόνια περνούσε, η συλλογή μου όλο και πλουτιζόταν, αν και κάθε τόσο κάποιοι σύνδεσμοι έπαυαν να λειτουργούν, κάποιοι ιστότοποι καταργούνταν.

Όταν απέκτησα ιστότοπο στο όνομά μου, www.sarantakos.com, με περισσότερο διαθέσιμο χώρο, άρχισα να προσθέτω περισσότερο υλικό. Κάποια στιγμή είχα την ιδέα να ζητήσω τη βοήθεια εθελοντών, που ανέλαβαν να πληκτρολογούν κείμενα που τους έστελνα σκαναρισμένα. Την πρωτοβουλία αυτή την ονόμασα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ.

Έτσι μπορέσαμε να ανεβάσουμε πολλά εκτενή πεζά λογοτεχνικά κείμενα: Παπαδιαμάντη, Βουτυρά, αρκετά μυθιστορήματα, ανθολογίες διηγημάτων. Όπως πάντοτε συμβαίνει σε ανάλογες προσπάθειες, αρκετοί ήταν εκείνοι που εκδήλωσαν προθυμία, λίγοι ήταν οι πιο ταχτικοί συνεργάτες. Οφείλω να εξάρω ιδίως τρεις, τον Σφραγιδονυχαργοκομήτη, τη Μαρία Μ. και τον Γιάννη Π. Ο Γιάννης, μάλιστα, εφαρμόζοντας κάποιες πανέξυπνες πατέντες, μπόρεσε να επιταχύνει πολύ την ψηφιοποίηση πολυτονικών κειμένων (σε μονοτονικό φυσικά).

Τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ λειτούργησαν όλο το 2008 και το πρώτο μισό του 2009. Σταμάτησαν για δύο λόγους. Ο ένας, ότι από τον Φλεβάρη του 2009 άρχισε να λειτουργεί τούτο εδώ το ιστολόγιο που απορροφούσε πλέον όλον τον ελεύθερο χρόνο μου. Ο άλλος, ότι ο ιστότοπος sarantakos.com είχε πια εξαντλήσει τον διαθέσιμο χώρο του. Έτσι, η πρωτοβουλία σταμάτησε -αν και κατά καιρούς έπαιρνα γράμματα επισκεπτών που δήλωναν πρόθυμοι να συμμετάσχουν.

Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια. Το ιστολόγιο στο μεταξύ συνέχισε να λειτουργεί ακατάπαυστα -την τελευταία πενταετία, όπως ξέρετε, δεν έχει περάσει μέρα χωρίς καινούργιο άρθρο. Στις αρχές του 2019, ο Γιάννης Π., ο παλιός καλός συνεργάτης, έριξε την ιδέα να μετατρέψουμε τα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ σε ιστολόγιο, κι έτσι να ξεπεράσουμε τα προβλήματα χωρητικότητας και ενδεχομένως να αρχίσουμε να προσθέτουμε και νέο υλικό.

Προς το παρόν έχει μεταφερθεί στο Λογοτεχνικό ιστολόγιο ο κύριος όγκος των κειμένων που υπήρχαν στα ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΑΖΙ, με εξαίρεση κάποια έργα που έτσι κι αλλιώς τα βρίσκει κανείς σε ειδικούς έγκυρους ιστότοπους όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Σε δεύτερη φάση θα μεταφερθούν επίσης άλλα λογοτεχνικά κείμενα από τον παλιό μου ιστότοπο και από το παρόν ιστολόγιο ενώ θα προστεθεί και καινούργιο υλικό -ο Γιάννης έχει κατά νου τον Βλαχογιάννη.

Η νέα μορφή επιτρέπει και σχόλια, αλλά δεν θα είναι αυτός ο βασικός χαρακτήρας του εγχειρήματος. Σκοπός είναι να μείνει ένα αποθετήριο ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων που δεν υπάρχουν αλλού στο Διαδίκτυο.

Θα υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση με το εδώ ιστολόγιο, με την έννοια ότι κάποια κείμενά του θα δημοσιεύονται και εδώ, ενώ και κάποια διηγηματα που πρωτοδημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο θα φιλοξενηθούν και εκεί. Όμως είναι δυο διαφορετικά εγχειρήματα -άλλωστε το Λογοτεχνικό ιστολόγιο είναι συλλογικό και, για αντικειμενικούς λόγους, ο Γιάννης Π. θα είναι πιο κοντά στην καθημερινή διαχείρισή του.

Μετά από αυτή την απαραίτητη παρένθεση, το διήγημα του Γιώργου Ιωάννου:

Η μόνη κληρονομιά

Τώρα που έχουν πεθάνει όλες οι γριές, γιαγιάδες και παραγιαγιάδες, τώρα βρήκαν να ξεφυτρώσουν μέσα μου ένα σωρό απορίες βαθιές για πρόσωπα και πράγματα παλιά και για πάντα σβησμένα. Όσο ζούσαν εκείνες, δεν ξέρω γιατί, σχεδόν τίποτα δεν ήθελα να ρωτήσω. Η αλήθεια είναι πως κι οι ίδιες δεν έδειχναν προθυμία να μου τα πουν. Τυχαία μόνο τις άκουγα να λένε μεταξύ τους για τους προγόνους και τα παλιά, σαν τις κυρίευε η νοσταλγία και το παράπονο για τη βασανισμένη ζωή, που τους ήταν γραμμένο να κάνουνε στα στερνά τους στην προσφυγιά. Αυτό σχεδόν με εξόργιζε. Θαρρούσα πως κατηγορούσαν πλάγια τις συνθήκες ζωής που είχαμε εξασφαλίσει. Άνοιγα τότε το στόμα μου κι εγώ κι αράδιαζα αστόχαστα διάφορα πράγματα πικρά και περιγελαστικά για τα πρωτόγονα, όπως νόμιζα, μέρη απ’ όπου είχαμε ξεριζωθεί άγρια. Εκείνες όμως διαμαρτύρονταν σφοδρά, φέρνοντας στο φως, απάνω στην αγανάκτησή τους, περιγραφές που έδειχναν μια ζωή πολύ ανώτερη, και προπαντός ευγενικότερη, απ’ αυτήν της ρωμέικιας κοινωνίας, όπου βουρλιζόμαστε ανελέητα, χωρίς ανάπαυλα, όλοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Θεσσαλονίκη, Κείμενα, Λογοτεχνία, Περιαυτομπλογκίες | Με ετικέτα: , , , | 145 Σχόλια »