Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Δικτατορία 1967-74’ Category

55 χρόνια μετά (η μαρτυρία του Αθεόφοβου)

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2022

Κλείνουν σήμερα 55 χρόνια από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Οι παλιότεροι από εμάς ζήσαμε την αποφράδα αυτή μέρα, κάποιοι μικρά παιδιά, άλλοι έφηβοι ή νέοι. Οι νεότεροι την ξέρουν από τον απόηχό της και από τις διηγήσεις των γονιών τους. Στο ιστολόγιο συνηθίζουμε να δημοσιεύουμε, πότε πότε, ένα άρθρο με μαρτυρίες και αναμνήσεις φίλων σχολιαστών από τη μέρα εκείνη –τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει πέρυσι.

Σήμερα, που η επέτειος είναι κάπως στρογγυλή, θα δημοσιεύσω και πάλι μια μαρτυρία. Πιο σωστά θα την αναδημοσιεύσω, αφού έχει ήδη δημοσιευτεί, από τον φίλο μας τον Αθεόφοβο, στο προσωπικό του ιστολόγιο, το 2009. (Ο φίλος μας ο Αθεόφοβος έχει δικό του πολύ αξιόλογο ιστολόγιο, όπως και ο Δύτης άλλωστε. Μάλιστα το δικό του είναι και αρχαιότερο. Απλώς δεν δημοσιεύει καθημερινά).

Οπότε, μεταφερω εδώ την προσωπική μαρτυρία, οπως το λέει, του Αθεόφοβου, που δεν εστιάζεται αποκλειστικά στην ημέρα της 21ης Απριλίου αλλά αναφέρει και τις αμέσως προηγούμενες όπως και κάποιες συνέπειες, συνοδεύεται δε από άρθρα εφημερίδων της εποχής.

Εγώ δεν θα πω περισσότερα, μόνο θα σταθώ σε ένα σημείο της αφήγησης, όπου ο Αθεόφοβος λέει ότι το βράδυ της 19.4.67, μετά τη συναυλία της ΕΦΕΕ, συζητώντας με φίλους του, τούς ανέλυσε λεπτομερώς για ποιον λόγο δεν θα γινόταν δικτατορία. Σύμφωνα με μια ευρύτατα διαδεδομένη άποψη, το πρωτοσέλιδο της Αυγής στις 21.4.67, που είχε τυπωθεί αλλά δεν έφτασε ποτέ στα περίπτερα, είχε κύριο άρθρο ή πρωτοσέλιδο τίτλο ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ (ή κάτι ανάλογο). Η ερώτησή μου είναι αν έχει κάποιος δει αυτό το πρωτοσέλιδο ή αν υπάρχει μαρτυρία κάποιου που να το έχει δει.

Και πριν προχωρήσω, μια άσχετη με το άρθρο αγγελία: Ζητούνται εθελοντές, δύο κατά προτίμηση αλλά κάνει και ένας, για να πληκτρολογήσουν ένα πασχαλινό ανάγνωσμα, ένα γαλλικό διήγημα (σε καθαρευουσιάνικη μετάφραση) με ελληνική υπόθεση, που θέλω να το ανεβάσω εδώ τη Δευτέρα του Πάσχα. Είχε δημοσιευτεί σε εφημερίδα το… 1908, οπότε θα πρέπει να πληκτρολογήσουν, οι δυο που θα το αναλάβουν (ή και ο ένας) δυο μεγάααλες στήλες παλιάς εφημερίδας. Αν υπάρχουν εθελοντές, ας το δηλώσουν στα σχόλια, θα τηρηθεί σειρά προτεραιότητας. Θέλω να έχω το κείμενο ει δυνατόν ως το Σάββατο το βραδάκι. 

Και μετά την υστερόβουλη παρένθεση, ο λόγος στον Αθεόφοβο για την προσωπική του μαρτυρία. 

Απρίλιος 1967 – Μια προσωπική μαρτυρία

Η εβδομάδα πριν την δικτατορία είναι από αυτές που έχουν χαραχτεί έντονα στην μνήμη μου.
Στις 17-4-1967 όλη η νεολαία της Αθήνας βρισκόταν μαζεμένη στο γήπεδο του Παναθηναϊκού για να βρεθεί στην πρώτη μεγάλη συναυλία που θα γινόταν στην Ελλάδα με ένα συγκρότημα ήδη επαναστατικό από τότε, τους Ρόλλινγκ Στόουνς!
Ήδη η φήμη τους για επεισοδιακές συναυλίες είχε δημιουργήσει ένα μύθο που τον επιβεβαίωναν τα πρόσφατα επεισόδια που δημοσίευαν οι εφημερίδες.

Ελευθερία 14-4-1967

Μπαίνοντας λοιπόν στο κατάμεστο γήπεδο το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση, στα παρθένα μέχρι τότε από τέτοιες διοργανώσεις μάτια μας, ήταν τα τεραστίων διαστάσεων μεγάφωνα ,σαν δίφυλλες ντουλάπες, τοποθετημένα γύρω γύρω στο γήπεδο προς τις κερκίδες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , , | 106 Σχόλια »

Τότε που οι κοπέλες φορούσανε φουστάνια – 2 (μυθιστόρημα του Δημήτρη Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 2 Φεβρουαρίου, 2022

Εδώ και 15 μέρες άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, εκτός απροόπτου. Κανονικά η σημερινή δεύτερη συνέχεια ήταν να δημοσιευτεί χτες, αλλά την εκτόπισε το Μηνολόγιο. Οπότε σήμερα έχουμε τη δεύτερη συνέχεια, το δεύτερο μισό από το πρώτο κεφάλαιο. Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας, και όπως θα δούμε σήμερα συγκεκριμένα το 1973. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας.

Το καφενείο είχε την πρόσοψή του στον κεντρικό δρόμο της πόλης και αγνάντευε από μακριά τη θάλασσα, ενώ το πίσω μέρος του έβλεπε σε έναν εσωτερικό, παράλληλο, δρόμο. Καθώς το έδαφος ανηφόριζε λιγάκι, ανάμεσα στους δύο δρόμους υπήρχε κάποια μικρή υψομετρική διαφορά, με αποτέλεσμα τα καφενείο να έχει δύο επίπεδα. Το μπροστινό, χαμηλότερο και μεγαλύτερο, ήταν το κυρίως καφενείο. Είχε δυο μεγάλους καθρέφτες στους τοίχους, αναπαυτικούς καναπέδες από κάτω τους και μια μεγάλη μαντεμένια σόμπα στο κέντρο. Μολονότι οι ιδιοκτήτες (τρία αδέρφια, εγγονοί και κληρονόμοι του ιδρυτή) ήταν δημοκράτες, είχαν παλαιότερα κρεμάσει σε περίοπτη θέση, με υπόδειξη της Ασφάλειας εννοείται, τα έγχρωμα πορτραίτα των βασιλέων, τα οποία όμως, μετά το οπερετικό πραξικόπημα του Κοκού, πάλι με υπόδειξη της Ασφάλειας, τα είχαν αντικαταστήσει με το πουλί της Χούντας. Το πίσω, μικρότερο και ελαφρώς υπερυψωμένο, τμήμα, είχε δυο μπιλιάρδα, τρία φλιπεράκια και ήταν ο χώρος της νεολαίας.

Μπαίνοντας είδε αμέσως τον Τάκη τον Παπαθανασόπουλο, και τον Βάσο τον Αργυριάδη, που πίνανε τον καφέ τους στο καθιερωμένο τους τραπεζάκι, δεξιά μόλις έμπαινες.

«Πώς τα περνάτε;» τους λέει, απαντώντας στον χαιρετισμό τους

«Τα συνηθισμένα. Η καθημερινή κραιπάλη» του λέει ο Βάσος, δείχνοντας με το χέρι του το περιβάλλον.

«Ο Αντρέας πώς και δεν είναι μαζί σας;» ρώτησε καθώς επισήμανε την απουσία του τρίτου τακτικού μέλους της παρέας

«Παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα» του λέει ο Τάκης, χαμογελώντας με νόημα.

Κατάλαβε. Ο εν λόγω Αντρέας ήταν επίσης εκπαιδευτικός, αλλά λόγω φρονημάτων δεν είχε διοριστεί στη Δημόσια Εκπαίδευση. Δούλευε στο μεγαλύτερο φροντιστήριο της πόλης και οι αποδοχές του ξεπερνούσαν κατά πολύ τον μισθό που θα έπαιρνε στο Δημόσιο. Ήταν κι αυτός ανύπαντρος, αλλά σε αντίθεση με τον Δήμο και τη μετρημένη, ρεγουλαρισμένη, ζωή του, είχε τη φήμη γυναικά και ρέμπελου και οι σοβαροφανείς, συντηρητικοί συμπολίτες τους, που δεν τον έπαιρναν στα σοβαρά, τον έλεγαν «ανερμάτιστο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Δικτατορία 1967-74, Λογοτεχνία, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 105 Σχόλια »

Όλη νύχτα εδώ (η μαρτυρία του Κώστα Βοσταντζόγλου)

Posted by sarant στο 17 Νοεμβρίου, 2021

Σήμερα έχουμε 17 του Νοέμβρη, 48 χρόνια από τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει τις μέρες αυτές κείμενα σχετικά με «το Πολυτεχνείο», είτε λογοτεχνικά είτε μαρτυρίες. Για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια είχαμε δημοσιεύσει τη μαρτυρία του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της σχολής Χημικών Μηχανικών και είχε άμεση συμμετοχή.

Πέρυσι και πρόπερσι αναδημοσιεύσαμε μαρτυρίες από το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και φιλοδοθεί ν’ αποτελέσει, όπως λέει ο υπότιτλος, Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει 80 μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξέγερση (εδώ μπορείτε να δείτε τα ονόματά τους) ενώ προτάσσεται εκτενής εισαγωγή του Χανδρινού.

Από το βιβλίο του Χανδρινού έχουμε δημοσιεύσει πρόπερσι τη μαρτυρία του Γιώργου Σορολοπίδη και πέρυσι τη μαρτυρία της Ιωάννας Καρυστιάνη.

Φέτος θα αναδημοσιεύσουμε μιαν ακόμα μαρτυρία από το ίδιο βιβλίο: του αείμνηστου φίλου Κώστα Βοσταντζόγλου, γιου του μεγάλου Μποστ, που έφυγε από τη ζωή φέτος τον Φλεβάρη (δείτε σχετικό άρθρο). Ταιριάζει νομίζω να θυμηθούμε έναν ωραίο αγωνιστή, μέρα που είναι.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΣΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ

1949, Αθήνα, γραφίστας, σπουδαστής Σχολής Δοξιάδη Αγιοι Ανάργυροι, 26 Νοεμβρίου 2014 (01:07:13]

Εκείνη την εποχή ήμουνα φαντάρος. 382 ΠΑΥΠ. Προκεχωρημένη Αποθήκη Υλικού Πολέμου. Στρατόπεδο ανεπιθυμήτων. Μεταξύ Κοζάνης και Φλώρινας, κοντά στο Αμύνταιο. Στο Δρέπανο Κοζάνης, εκεί είναι και μια σειρά [από άλλα] στρατόπεδα της 1ης Στρατιάς. Η ΠΑΥΠ ήτανε «ειδικό» στρατόπεδο, μας αλλάζαν τα φώτα. Τέλος πά­ντων, είχα πάρει άδεια. Κατέβηκα Αθήνα, γιατί γιόρταζα (είχα τα γε­νέθλιά μου στις 16), κι είχα φροντίσει να πάρω την τελευταία μου άδεια πριν απολυθώ τον Γενάρη, ώστε να είμαι εδώ στη γιορτή μου. Ήρθα στις 15 από την Κοζάνη. Ήδη ήτανε κλεισμένοι οι φοιτητές στο Πο­λυτεχνείο. Στις 16 συναντήθηκα με έναν συγκολυμβητή, πήγαμε από το κολυμβητήριο στο Ζάππειο και μετά έριξα την ιδέα να περάσουμε να δούμε τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Την ώρα που φτάναμε, ήτανε μαζεμένος κόσμος και φώναζε συνθήματα και τα λοιπά. Και μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Πολύς κόσμος. Το αδιαχώρητο, τουλά­χιστον μπροστά. Αλλά κατέβαινε και συνέχεια κόσμος από τη Σόλωνος, από τη Σταδίου, από την Πανεπιστημίου, μπουλούκια… Κατά τις 19:30 με 20:00 περίπου, πέσανε τα πρώτα δακρυγόνα. Κι άρχισε ο κό­σμος να φεύγει αλλόφρων δεξιά αριστερά. Εκεί χώρισα με τον Πέ­τρο τον Πομόνη, εγώ έμεινα, αυτός έφυγε. Αστυνομία δεν φαινόταν καθόλου, δεν ξέραμε καν από πού πέφτανε τα δακρυγόνα. Οι φοιτη­τές από μέσα μάς λέγανε: «Μη φεύγετε», οι περισσότεροι λακίσανε – εντάξει, λογικό είναι. Όσο πέρναγε η ώρα, πέφτανε ακόμα περισσό­τερα δακρυγόνα κι αρχίσανε πια και πέφτανε και σφαίρες. Δεν ξέ­ραμε πάλι ούτε από πού, ούτε ποιος έριχνε, ούτε τίποτα. Απλώς εί­δαμε κάποιους τραυματίες. Κάποιος με σφαίρα στο πόδι, άλλος με σφαίρα στο χέρι. Αυτοί κοιτάξανε να αδειάσουνε το χώρο μπροστά απ’ το Πολυτεχνείο – οι μπάτσοι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία, Πολυτεχνείο 1973 | Με ετικέτα: , , , , , , | 151 Σχόλια »

54 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2021

Κλείνουν σήμερα 54 χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Πριν από 24 χρόνια τέτοια μέρα, το 1997, δηλαδή στην τριακοστή επέτειο, σε μια «ταχυδρομική λίστα» όπου συμμετείχα (κάτι ανάλογο με τα σημερινά ιστολόγια και φόρουμ) κάποιοι παλιότεροι είχαμε γράψει τις αναμνήσεις μας από τη μέρα εκείνη. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, δημοσίευσα ένα άρθρο με τρεις αφηγήσεις που είχα κρατήσει. Η δεύτερη είναι δική μου.

Φυσικά, στις δημοσιεύσεις εδώ προστέθηκαν και δικές σας αφηγήσεις στα σχόλια. Μεταφέρω πολλές από αυτές όπως είχαν εμφανιστεί στο αντίστοιχο άρθρο του 2011, κι έτσι το αρχικό άρθρο έχει τετραπλασιαστεί αφού τώρα έχει τις αναμνήσεις 17 ατόμων καθώς και μερικά λινκ στο τέλος.

Μια και από τότε έχουν προστεθεί πολλοί νέοι φίλοι στους σχολιαστές του ιστολογίου, περιμένω στα σχόλια νέες αναμνήσεις από την 21η Απριλίου 1967.

Βέβαια, καθώς τα χρόνια περνάνε, πολλοί φίλοι δεν θα μπορούν να παραθέσουν αναμνήσεις, όχι επειδή δεν θέλουν αλλά επειδή ήταν αγέννητοι ή βρέφη το 1967. Αλλά καλό είναι να θυμόμαστε την 21η Απριλίου σε μια εποχή που η επίθεση κάποιων στη «μεταπολίτευση» ξεπλένει αθέλητα ή όχι τη δικτατορία -και που Υπουργός Εσωτερικών είναι εκείνος που πήρε το δαχτυλίδι από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο για να ηγηθεί της νεολαίας ΕΠΕΝ.

1. Ήταν μέρα Παρασκευή. Ο ήλιος μία έβγαινε μία κρυβόταν. Πρωί πήγα σχολείο με τον αδερφό μου. Στο σχολείο οι δάσκαλοι μας διώξαν «Πάτε γρήγορα σπίτια σας». Τίποτε περίεργο, τω καιρώ εκείνω οι δάσκαλοι έκαναν απεργίες κάθε τρεις και λίγο (15%). Πάμε σπίτι, η μάνα μου δεν μάς άντεχε, μάς έβγαλε έξω να παίξουμε. Το σπίτι μας ήταν ένα τετράγωνο από την αστυνομία. Πολλοί χωροφύλακες περνούσαν συνέχεια με κάτι μεγάλα όπλα κάτω από τη μασχάλη. Πρώτη φορά βλέπαμε τέτοια. Μετά, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων πέρασε με οπλισμένη συνοδεία δεξιά-αριστερά και πίσω πηγαίνοντας προς τα δικαστήρια. Η μπάλα μας κύλησε προς μια ομάδα χωροφυλάκων που έκανε τσιγάρο· κανείς δεν πήγαινε να την πάρει. Κάτι βαρύ πλανιόταν στον αέρα. Ούτε που δεν είχαμε σχολείο δεν έφτιαχνε το κέφι μας. Το μεσημέρι ήρθε ο πατέρας μου. Έβαλε τις φωνές στη μάνα μου που μας άφησε να γυρνάμε έξω. Μπήκαμε μέσα και ακούγαμε εμβατήρια στο ραδιόφωνο. Άρχιζε η εφταετία.

2. Θυμάμαι τη μάνα μου να μας λέει να μη γκρινιάζουμε για το φαγητό γιατί τώρα ήρθαν δύσκολοι καιροί και θα πρέπει να συνηθίσουμε σε στερήσεις, Θυμάμαι να με δασκαλεύει, αν με ρωτήσουν τι διαβάζει ο πατέρας μου, να πω ‘Νέα’ και ‘Εστία’. Κι εγώ άκουσα «Νέα και αστεία», αλλά κανείς δεν με ρώτησε να του το πω. Μονάχα λίγους μήνες μετά, διώξανε τη μάνα μου από τη δουλειά της στο δημόσιο. Έτσι αόριστα ένα βάρος θυμάμαι, έναν φόβο, τον Γεωργαλά στο ραδιόφωνο, τους δικούς μου να μουντζώνουν, κι ύστερα κάθε 21 Απριλίου μέσα στην εφταετία, να μαζεύονται οι φίλοι του πατέρα μου, σ’ ένα ιδιότυπο πένθιμο γλέντι, να γελάνε με τα φαιδρά της χούντας και να κλαίνε με τα χάλια τα δικά μας.

3. Ήμουνα στην τετάρτη Δημοτικού. Είχαμε διάλειμμα και ξαφνικά είδαμε τον Κώστα Κ. (συμμαθητή μας) με μια ομάδα άλλα παιδιά να έρχεται φωνάζοντας «Παπανδρέου, Παπανδρέου». Το διάλειμμα δεν έλεγε να τελειώσει προς μεγάλη μας χαρά, μέχρι που μας έδιωξαν οι δάσκαλοι. Όσο για αλλαγή στη ζωή μας, συλλήψεις και τέτοια, δεν ήταν δα η πόλη μας και άντρον αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων! (Μιλάμε για την Κυπαρισσία Μεσσηνίας το 1967 -αν και δεν νομίζω να αλλάξανε πολύ τα πράγματα, δεδομένου ότι στην Κυπαρισσία ο χουντικός δήμαρχος εξελέγη επανειλημμένα και επί δημοκρατίας). Εκείνο που θυμάμαι περισσότερο ήταν οι απανωτές ανακοινώσεις από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αμαλιάδας (μοναδικό σταθμό του ΕΙΡ που πιάναμε σχετικά καλά στην Κυπαρισσία τότε) που απαγορεύανε σχεδόν τα πάντα και κατέληγαν «Καπένης Αλκιβιάδης, ταγματάρχης πεζικού». Ποτέ δεν ξανάκουσα το όνομα αυτό μετά. Ένας ασήμαντος που έγινε εξουσία; Ένα απλό όργανο; Ποιος ξέρει. Πάντως, ακόμη και στο σπίτι μου έγινε ένα μισητό όνομα, κι ας διάβαζε ο πατέρας μου την Εστία από ιδεολογία. Πιο πολύ θυμάμαι την τρομάρα μου την επόμενη χρονιά, στην επέτειο, οπότε έγινε παρέλαση και ήμουνα σημαιοφόρος (αναρωτιέμαι γιατί, αφού ήμουνα στην πέμπτη τάξη και ο σημαιοφόρος ήταν πάντα της έκτης). Έκανα τότε κατά λάθος τη μοναδική μου αντιστασιακή πράξη. Για κάποιο λόγο, όσοι είχαμε τσολιαδίστικη στολή παρελάσαμε ντυμένοι (τι σχέση είχε η 21/4 με το 1821;) Και εμένα μου έπεφτε το καλτσόν, άσπρο-άσπρο και με καλτσοδέτα με φούντα (τι φρίκη!) Είπα λοιπόν στην παραστάτρια να μου κρατήσει λίγο τη σημαία να σηκώσω το καλτσόν, δεν με πολυπρόσεξε εκείνη (θα ήταν της έκτης και θα με περιφρονούσε ως μικρότερο) και πάρ’την κάτω τη σημαία. Και στράβωσε κι ο σταυρός στην κορυφή. Σούσουρο στα πέριξ (Ο τάδε έριξε τη σημαία!) και πανικός στο σπίτι μετά («θα λένε ότι το έκανες επίτηδες!»). Τριάντα χρόνια μετά, δεν με έχει συλλάβει η ΕΣΑ ακόμη. Μάλλον τη γλίτωσα.

4. Ήμουν μαθήτρια στο Αρσάκειο της πλατείας Βάθης. Εκείνη την Παρασκευή επρόκειτο να πάμε εκδρομή με το σχολείο, ήταν η Παρασκευή πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Με την αδερφή μου φτάσαμε με τα πόδια στο σχολείο, από τον Αγ. Παντελεήμονα που μέναμε, στις 7.30 το πρωί όπως μας είχαν πει. Όμως δεν βρήκαμε κανέναν καθηγητή. Δεν είχε έρθει ούτε ο γυμνασιάρχης. Μερικά κορίτσια μόνο είχαν μαζευτεί έξω απ’ τα κάγκελα, και όλες αναρωτιόμασταν πού ήταν ο υπόλοιπος κόσμος. Μια γυναίκα που περνούσε απ’ έξω, μας είπε «Πηγαίνετε στα σπίτια σας, δεν θα γίνει εκδρομή, δεν τα μάθατε;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , | 170 Σχόλια »

Όλη νύχτα εδώ (η μαρτυρία της Ιωάννας Καρυστιάνη)

Posted by sarant στο 15 Νοεμβρίου, 2020

Μεθαύριο έχουμε 17 του Νοέμβρη, 47 χρόνια από τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει τις μέρες αυτές κείμενα σχετικά με «το Πολυτεχνείο», είτε λογοτεχνικά είτε μαρτυρίες. Για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια είχαμε δημοσιεύσει τη μαρτυρία του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της σχολής Χημικών Μηχανικών και είχε άμεση συμμετοχή.

Σήμερα θα βάλουμε μια μαρτυρία που περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πέρυσι, που το είχα αξιοποιήσει και για το περυσινό επετειακό άρθρο. Πρόκειται για το «Όλη νύχτα εδώ», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και φιλοδοθεί ν’ αποτελέσει, όπως λέει ο υπότιτλος, Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Περιλαμβάνει 80 μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξέγερση (εδώ μπορείτε να δείτε τα ονόματά τους) ενώ προτάσσεται εκτενής εισαγωγή του Χανδρινού.

Ομολογώ πως δεν μου ήταν εύκολο να διαλέξω ποια μαρτυρία να δημοσιεύσω. Κάποια από τα πρόσωπα που καταθέτουν τη μαρτυρία τους είναι γνωστοί μου, κάποιοι φίλοι, ένας είναι και συγγενής· πέρυσι είχα διαλέξει ένα λιγότερο γνωστό πρόσωπο, τον Γιώργο Σορολοπίδη (που είναι πάντως αρκετά γνωστός στους παροικούντες την εκδοτική Ιερουσαλήμ αφού είναι διευθυντικό στέλεχος των εκδόσεων Καστανιώτη). Φέτος μένω κατά κάποιο τρόπο στον ίδιο χώρο αφού συνεχίζω με τη συγγραφέα Ιωάννα Καρυστιάνη.

Ο Χανδρινός πριν από κάθε μαρτυρία προτάσσει σύντομα στοιχεία για το πρόσωπο που τη δίνει και για το πότε πάρθηκε η μαρτυρία.

ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΗ

1952, Χανιά Κρήτης, φοιτήτρια Νομικής, Αντι-ΕΦΕΕ/ΚΝΕ
Ιλίσια, 5 Οκτωβρίου 2019
[02:13:09]

Ήμασταν παρθενικοί. Ακόμα και οι λιγοστοί που μπορεί να είχαν δια­βάσει πολύ -και δεν ήμουν απ’ αυτούς- και να είχαν μελετήσει την ιστορία την πρόσφατη, του δικού μας του Εμφυλίου, των Μπολσεβί­κων ή του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, ήταν παρθενικοί… Άλλο να διαβάζεις κι άλλο να δρας. Πολύ ψημένοι ήμασταν μόνο στο ρομαντισμό. Στο ρομαντισμό και στην ονειροπόληση. Μπορεί η δια­τύπωση που βάζω να είναι σημερινή, αλλά εγώ φανταζόμουν έναν κόσμο με ποιητική οικονομία, ποιητική πολιτική και ποιητική δικαιο­σύνη. Αυτό επιθυμούσα. Σε οριακές στιγμές και οριακές εμπειρίες, τα συναισθήματα και το μυαλό δουλεύουνε ταυτόχρονα, πάρα πολύ έντονα, και κάνουνε περίεργους σπινθήρες και πολύ περίεργες εκρή­ξεις. Μπορεί αργότερα να σου φαίνεται ότι έχουν στοιχεία παραλό­γου, ότι είναι φαιδρά. Όταν όμως το ’χεις νιώσει εκείνη τη στιγμή, δεν είναι φαιδρό. Σου δίνει νόημα. Νοηματοδοτεί τις στιγμές και την ύπαρξή σου όλη. Τα συναισθήματα καμιά φορά τα φιλοτεχνείς. Τα ανακαλείς για να τα «περιποιηθείς». Να τα στρώσεις. Να φτιάξεις τη δική σου συμμετοχή σε αυτά. Όταν τα ζεις, είναι τελείως διαφορετι­κό. Και είναι ανεπίστρεπτο. Δεν μπορείς να τα ανακαλέσεις. Διότι έ­χουν μεσολαβήσει χρόνια. Ξέρεις τις εξελίξεις, ξέρεις τι έγινε μεταπο­λιτευτικά, ξέρεις την ύβρι του πραξικοπήματος στην Κύπρο, ξέρεις ότι υπήρχαν πολλοί νεκροί. Και τότε το ζούσαμε, αλλά δεν ξέραμε τίποτα. Δεν ξέραμε καν αν ο νεκρός που βλέπαμε στο φορείο ήταν ο σύντροφός μας ή ο συγκάτοικός μας, που τον είχαμε χάσει μέσα στο πλήθος στο Πολυτεχνείο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία, Πολυτεχνείο 1973 | Με ετικέτα: , , , , , | 332 Σχόλια »

Ο μπαρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας (διήγημα του Gpointofview)

Posted by sarant στο 8 Νοεμβρίου, 2020

Κι άλλες φορές έχουμε φιλοξενήσει στο ιστολόγιο διηγήματα του φίλου μας του Τζι. Το τελευταίο ήταν μέσα στο καλοκαίρι, κι εκεί θα βρείτε λινκ προς τα προηγούμενα, ενώ πιο πρόσφατα βάλαμε και δυο ποιήματά του.

Το σημερινό διήγημα ο Τζι το χαρακτηρίζει «ελαφρώς αντιχουντικό» και διευκρινίζει πως η αφήγηση στηρίζεται, κατά μεγάλο μέρος, σε πραγματικά γεγονότα. Το διήγημα δεν είναι πολύ μεγάλο, αλλά ξέρετε τι λέει ο Οβελίξ για τους Ρωμαίους και για τα στρείδια.

Ο μπάρμπα-Θύμιος τα χρόνια της χούντας

Η  βαρκούλα, με τους δυο νεαρούς μέσα, γυρίζοντας από το κοντινό ψάρεμα, μέσα στον όρμο του λιμανιού, ήρθε κι έδεσε δίπλα στην καμπινάτη βάρκα. Ο γέρος που ήταν μέσα ρώτησε κλασσικά :
– Είχε τίποτε ;
Ο ένας νεαρός έδειξε στον μπάρμπα- Θύμιο ένα λυθρινάκι ίσαμε το δάκτυλό του :
– Να τέτοια ψάρια είχε…
– Τι να σου κάνει κι ετούτο το πεδίον, απάντησε ο γέρος, ψαρεύεται συνεχώς, δεν αφήνουν τα ψάρια να μεγαλώσουν. Παλαιόθεν είχε καλά ψάρια, μέχρι και αστακούς έπιανα. 
– Αστακούς ;

– Ναι, ερυθροφαίους με κυανάς παρειάς !

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74 | Με ετικέτα: , , | 136 Σχόλια »

Γιάννης Πουλόπουλος (1941-2020)

Posted by sarant στο 25 Αυγούστου, 2020

Φεύγουν ένας-ένας εκείνοι που σημάδεψαν την εφηβεία και τα νιάτα μας.

Χτες μάθαμε τη θλιβερότατη είδηση του θανάτου του Γιάννη Πουλόπουλου, του τραγουδιστή που, ίσως περισσότερο από κάθε άλλον συνδέθηκε με το Νέο Κύμα και που πρωταγωνίστησε στη χρυσή δεκαπενταετία του ελληνικού τραγουδιού.

Ο Πουλόπουλος γεννήθηκε στην Καρδαμύλη, και έζησε παιδικά και νεανικά χρόνια στο Περιστέρι. Έχασε μικρός τη μητέρα του. Από τα δεκάξι του χρόνια έπαιζε τερματοφύλακας στον Άγιο Ιερόθεο ενώ δούλευε οικοδόμος και πήγαινε σε τεχνική σχολή για να γίνει ηλεκτρολόγος. Εχοντας εμπιστοσύνη στη φωνή του, πήγαινε σε ακροάσεις της Κολούμπια και γύρω στο 1962 μπήκε στο στούντιο αν και τελικά οι ηχογραφησεις δεν κυκλοφόρησαν σε δίσκο. Σε μια νέα ακροόαση που έκανε η Κολούμπια για να ξεσκαρτάρει τον κατάλογο των αρχάριων τραγουδιστών της τον πρόσεξε ο Μίκης Θεοδωράκης και του έδωσε τρία τραγούδια στο θεατρικό έργο «Η γειτονιά των αγγέλων» το 1963 («Στρώσε το στρώμα σου για δυο», «Δόξα τω Θεώ» και «Το ψωμί είναι στο τραπέζι»), που ήταν και οι πρώτες του δισκογραφήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εις μνήμην, Ραμόνια, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , | 171 Σχόλια »

Όλη νύχτα εδώ (η μαρτυρία του Γιώργου Σορολοπίδη)

Posted by sarant στο 17 Νοεμβρίου, 2019

17 του Νοέμβρη σήμερα, 46 χρόνια από τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει τις μέρες αυτές κείμενα σχετικά με «το Πολυτεχνείο», είτε λογοτεχνικά είτε μαρτυρίες. Για παράδειγμα, πρόπερσι είχαμε δημοσιεύσει τη μαρτυρία του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της σχολής Χημικών Μηχανικών και είχε άμεση συμμετοχή.

Σήμερα θα βάλω μιαν ακόμα μαρτυρία, που περιλαμβάνεται σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πολύ πρόσφατα. Πρόκειται για το «Όλη νύχτα εδώ», που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και φιλοδοθεί ν’ αποτελέσει, όπως λέει ο υπότιτλος, Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Περιλαμβάνει 80 μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξέγερση (εδώ μπορείτε να δείτε τα ονόματά τους) ενώ προτάσσεται εκτενής εισαγωγή του Χανδρινού.

Ομολογώ πως δεν μου ήταν εύκολο να διαλέξω ποια μαρτυρία να δημοσιεύσω. Κάποια από τα πρόσωπα που καταθέτουν τη μαρτυρία τους είναι γνωστοί μου, κάποιοι φίλοι, ένας είναι και συγγενής’ αποφάσισα να αποφύγω όσους γνωρίζω προσωπικά καθώς και όσους έχουν σήμερα πρωταγωνιστικό πολιτικό ή άλλο ρόλο στη δημόσια ζωή -για να μην εκτραπεί η συζήτηση στο παρόν.

Διάλεξα τη μαρτυρία ενός λιγότερο γνωστού προσώπου, του Γιώργου Σορολοπίδη, που είναι πάντως αρκετά γνωστός στους παροικούντες την εκδοτική Ιερουσαλήμ αφού είναι διευθυντικό στέλεχος των εκδόσεων Καστανιώτη. Τη μαρτυρία αυτή τη διάλεξα επειδή μάς δίνει μια εικόνα από το φοιτητικό-αντιδικτατορικό κίνημα στη Βιομηχανική Πειραιώς (τώρα ΠαΠει), μια ανώτατη σχολή που, λόγω της απόστασης από το κέντρο της Αθήνας (όπου βρίσκονταν τότε όλες οι ανώτατες σχολές) δεν βρέθηκε στον προβολέα της επικαιρότητας.

Ο Χανδρινός πριν από κάθε μαρτυρία προτάσσει σύντομα στοιχεία για το πρόσωπο που τη δίνει και για το πότε πάρθηκε η μαρτυρία.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΟΡΟΛΟΠΙΔΗΣ

1953, Αθήνα, φοιτητής Ανωτάκης Βιομηχανικής, Αντι-ΕΦΕΕ/ΚΝΕ
Αθήνα, 29 Οκτωβρίου 2018 [01:17:11]

Πριν φτάσουμε στην πρώτη μέρα, θέλω να σου πω μερικές πληροφορίες για μας της Βιομηχανικής. Θα καταλάβεις το «γιατί». Εκεί στον Πειραιά ήμασταν αποκομμένοι από το επίκεντρο των γεγονότων, από το τρίγωνο ΑΣΟΕΕ-Πολυτεχνείο-Νομική και από τους τοπικούς φοιτητικούς συλλόγους, που όλοι τους είχαν τα γραφεία τους στο κέντρο της Αθήνας. Η σχολή απείχε εκατό μέτρα περίπου από το κτίριο της Ασφάλειας Πειραιά. Κατά συνέπεια, η παρακολούθησή μας ήταν πολύ πιο εύκολη και πιο στενή. Με το που εμφανιζόμασταν στη σχολή, γινόμασταν αμέσως αντιληπτοί από τους ασφαλίτες που έκαναν συνεχείς βάρδιες πρωί-απόγευμα. Κυκλοφορούσαν στους διαδρόμους και στους ορόφους, άνοιγαν τις πόρτες των αιθουσών, όπου γίνονταν μαθήματα, και κοιτούσαν μην είναι κάποιος από εμάς, ή άραζαν στο ένα από τα δύο καφενεία που ήταν απέναντι από την είσοδο, πιάνοντας πάντα τα τραπεζάκια που ήταν κοντά στις τζαμαρίες. Μόλις έβλεπαν κάποιον ή κάποια από εμάς, μας παρακολουθούσαν προκλητικά. Αρκετές φορές μάς στρίμωχναν σε κάποιον διάδρομο και μας απειλούσαν, μας έλεγαν να φύγουμε, άλλοτε μας έριχναν μουλωχτές ή μας τραβολογούσαν για λίγες ώρες στην Ασφάλεια για «εξακρίβωση» στοιχείων. Έτσι, όποτε ήταν να κατέβουμε στη σχολή για να προετοιμάσουμε και να προπαγανδίσουμε μια συνέλευση, να μπούμε στις αίθουσες για να μιλήσουμε ή να κολλήσουμε μια ανακοίνωση, παίρναμε μέτρα παραπλάνησης, ώστε να τους καθυστερήσουμε. Και η αποχώρησή μας ήταν πάντα δύσκολη γιατί πολλές φορές μάς σταματούσαν αρκετά μέτρα μακριά από τη σχολή, σε κάποιον από τους γύρω δρόμους. Λόγω λοιπόν της «γεωγραφικής» απομόνωσης της σχολής, δεν σκεφτήκαμε ποτέ να κάνουμε κατάληψη. Από την άλλη, η γεωγραφική απομόνωση, σε συνδυασμό με την αυξημένη επικινδυνότητα, συνέβαλε στο να διαμορφώσουμε εμείς της Αντι- ΕΦΕΕ μια πιο πειθαρχημένη σχέση μεταξύ μας, αλλά και με τα άλλα παιδιά που ανήκαν σε άλλες αντιδικτατορικές οργανώσεις μια ενότητα στην πράξη, χωρίς οι αντιπαραθέσεις μας να γίνουν ποτέ ιδιαίτερα οξείες. Ακόμα και μετά την Μεταπολίτευση […].

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία, Πολυτεχνείο 1973 | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 166 Σχόλια »

Σαρανταπέντε χρόνια μετά…

Posted by sarant στο 16 Νοεμβρίου, 2018

Για την αυριανή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αναδημοσιεύω, με λιγοστές τροποποιήσεις, ένα άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει πριν από έξι χρόνια τέτοιες μέρες. Η επανάληψη δεν είναι ίσως άσκοπη.

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες σαράντα πέντε χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, σε μια Ελλάδα που εδώ και οχτώ χρόνια βρισκεται σε κρίση, όπως βαθιά κρίση βίωνε και το 1973 το δικτατορικό καθεστώς, κρίση την οποία είχε προσπαθήσει να εκτονώσει και να αποφύγει με την προσπάθεια ελεγχόμενης επιστροφής σε μια μορφή κοινοβουλευτικής ζωής, με την ανακήρυξη προεδρικής δημοκρατίας και την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Σπ. Μαρκεζίνη, μια προσπάθεια που ματαιώθηκε με τη φοιτητική εξέγερση και την αιματηρή καταστολή που ακολούθησε -μια βδομάδα μετά, η ομάδα Ιωαννίδη ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και έβαλε τέρμα στα πειράματα εκδημοκρατισμού.

Η κρίση που περνάμε σήμερα έχει, αναμενόμενα ίσως, θέσει υπό αμφισβήτηση και την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Βέβαια, η βασική θέση της αμφισβήτησης, δηλαδή ότι η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» εξαργύρωσε τη συμμετοχή της στον αντιδικτατορικόν αγώνα με την αναρρίχηση σε πολιτειακά αξιώματα, δεν είναι καινούργια, ακούγεται εδώ και πολλά χρόνια, απλώς τώρα ακούγεται περισσότερο.

Πιστεύω πως η θέση αυτή, που την ακούει κανείς και από καλοπροαίρετους ανθρώπους, είναι μακριά από την αλήθεια. Δεν θα αρνηθώ ότι πολλοί πρωταγωνιστές του φοιτητικού αντιδικτατορικού αγώνα κατέλαβαν υπουργικά αξιώματα ή βουλευτικές και κρατικές θέσεις, αλλά αυτοί ήταν η εξαίρεση μάλλον παρά ο κανόνας. Αν εξετάσουμε τον κατάλογο των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης του Πολυτεχνείου, θα δούμε ότι από τα 33 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της μόνο 6-7 κατέλαβαν τέτοιες θέσεις και αξιώματα σε όλα αυτά τα χρόνια, ποσοστό που το βρίσκω μικρό. Θα έλεγα μάλιστα ότι, σε σύγκριση με άλλα αντιστασιακά και αντικαθεστωτικά κινήματα, οι φοιτητές του αντιδικτατορικού αγώνα κατέλαβαν μάλλον λιγοστές θέσεις και οπωσδήποτε όχι κορυφαίες -μέχρι στιγμής, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει υπάρξει Πρόεδρος ή πρωθυπουργός ή έστω αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης που να βγήκε από το φοιτητικό κίνημα του 1973, ενώ υπήρξε από τις (εντελώς ξεχασμένες) φοιτητικές απεργίες του 1907 (ο Γεώργιος Παπανδρέου) ή από τις μαθητικές κινητοποιήσεις των αρχών του 1990 (ο Αλέξης Τσίπρας), για να μην πάμε στον Χάβελ, τον Βαλέσα, ή στους εκατοντάδες γκωλικούς στη Γαλλία μετά το 1945. Αυτό βέβαια έχει να κάνει και με το ότι η δικτατορία κατέρρευσε και δεν ανατράπηκε, και ότι τη διαδέχτηκε ένα καθεστώς στο οποίο κυριαρχούσε ένα κόμμα που στεκόταν αμήχανο και δύσπιστο απέναντι στον μαχητικό αντιδικτατορικό αγώνα, στον οποίο ελάχιστα στελέχη του είχαν πάρει ενεργό μέρος.

Στο κάτω-κάτω, δεν είναι άτοπο, αφύσικο ή κατακριτέο αν, από μια ομάδα εικοσάχρονων που ασχολούνται έντονα με τους πολιτικούς αγώνες κάποιοι φτάσουν, τριάντα χρόνια μετά, σε υψηλά αξιώματα. Για όσους δεν ανήκουν στην άρχουσα τάξη, ώστε να κληρονομούν τη βουλευτική έδρα από τον πατέρα τους ή να την εξασφαλίζουν αβρόχοις ποσί από τον κομματικοκρατικό μηχανισμό μόλις τελειώσουν το Κολέγιο και το Χάρβαρντ, η συμμετοχή στα κοινωνικά κινήματα είναι ο συνήθης τρόπος ενασχόλησης με την πολιτική, αλλά φαίνεται θεωρούμε αφύσικο να αναδεικνύεται κανείς χωρίς να χρησιμοποιεί τον πατροπαράδοτο τρόπο των γόνων της άρχουσας τάξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Τρεις μαρτυρίες για την 21η Απριλίου 1967

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2018

Μια και χτες ηταν η θλιβερή επέτειος της δικτατορίας του 1967, αποφάσισα να ανεβάσω σήμερα τρεις σχετικά σύντομες μαρτυρίες παρμένες από ένα περυσινό βιβλίο, το βιβλίο Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση του Στέλιου Κούλογλου (Εστία, 2017).

Στο βιβλίο αυτό, που εχει την επιστημονική επιμέλεια και επίμετρο του Δημ. Σωτηρόπουλου, ο Στέλιος Κούλογλου συγκεντρώνει 69 μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη δικτατορία που τις οργανώνει σε 10 κεφάλαια. Ενδιαφέρον έχει ότι πέρα από τις μαρτυρίες αντιστασιακών υπάρχουν επισης και κείμενα ανθρώπων που υπηρέτησαν το καθεστώς.

Μια και χτες είχαμε την επέτειο της κήρυξης της δικτατορίας, διάλεξα τρεις μαρτυρίες που περιγράφουν και οι τρεις (και) την πρώτη μέρα της δικτατορίας και τις αμέσως επομενες. Μάλιστα, οι δύο πρώτες μαρτυρίες δένουν η μια με την άλλη, αφού τοσο η Άννα Σολωμού όσο και ο Αντώνης Καρκαγιάννης βρέθηκαν πρώτα στον Ιππόδρομο και μετά στη Γυάρο. Η τρίτη μαρτυρία, του Γιάγκου Σκουλά (1940-2016) περιγράφει το σχετικά άγνωστο κίνημα του Ηρακλείου Κρήτης -όπου ο εξεγερμένος λαος μάταια περίμενε έναν πολιτικό να μπει μπροστά. Ο Αντώνης Καρκαγιάννης (1932-2010) ήταν στέλεχος του ΚΚΕ με πολύχρονες φυλακίσεις στη δεκαετία του 50 και του 60, ενώ μετά τη μεταπολίτευση ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και έγινε διευθυντής της Καθημερινής. Για την Άννα Τεριακή-Σολωμού (1929-2009) δείτε εδώ.

Μια και στις δύο πρώτες μαρτυρίες γίνεται αναφορά στον δολοφονημενο Παναγιώτη Ελή, ας βάλουμε ένα βιογραφικό του βασανισμένου αυτού αγωνιστή για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμα άρθρο στη Βικιπαίδεια (αν και υπάρχουν αρκετά άρθρα στο Διαδίκτυο).

Ο Παναγιώτης Ελής (1922-1967) γεννήθηκε στο Κόσμιο Ροδόπης και κατά την Κατοχή οργανώθηκε στην Αντίσταση κατά των Βουλγάρων κατακτητών. Συλλαμβάνεται και στέλνεται όμηρος στη Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943, μεταφέρεται με άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας σε καταναγκαστικά έργα απ’ όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση. Στο τέλος του 1946, ως στρατιώτης, από το Μεσολόγγι μεταφέρθηκε λόγω πολιτικών φρονημάτων στη Μακρόνησο, όπου θα υποστεί τρομερά βασανιστήρια για να υπογράψει δήλωση μετανοίας ενώ αργότερα εξορίστηκε και στον Άι Στράτη. (Εδω μια μαρτυρία της αδελφής του).

 

Άννα Σολωμού

Όταν σε πιάνουν, πού αφήνεις τα παιδιά;

Την ημέρα της 21ης Απριλίου ήρθαν να με πιάσουν από την Ασφάλεια, όπως πιάσανε και χιλιάδες κόσμο εκείνη την ημέρα. Ώσπου να διαφύγει και ο άνδρας μου, δεν άνοιξα αμέσως την πόρτα. Τη σπάσανε, μπήκανε και με πήγανε στο αστυνομικό τμήμα. Εγώ είχα δύο παιδιά. Το μικρότερο ήταν τεσσάρων χρονών. Το πήρα μαζί μου, γιατί δεν είχα πού να το αφήσω. Είχα κι ένα κορίτσι μεγαλύτερο, που έμεινε στη μητέρα μου. Ορφάνεψε κι αυτό, γιατί κυνηγούσαν και τον άνδρα μου και η μητέρα μου ήταν ανάπηρη.

Τους κρατούμενους της Αθήνας τούς είχαν στον Ιππόδρομο. Μας κράτησαν στον Ιππόδρομο τρεις ή τέσσερις ημέρες. Εκεί σκοτώσανε και τον Ελή. Βασανίσα­νε και τον Ηλία τον Ηλιού. Εγώ το παιδάκι το είχα συνεχώς κοντά μου.

Μετά, μια νύκτα, σκοτεινή μάλιστα ήτανε, πολύ σκοτεινή, μπήκε μέσα ένας στρατιωτικός και μας είπε: «Θα ετοιμάσετε τα πράγματά σας», και αμέσως πήγα­με στα καμιόνια. Εγώ κρατώντας το παιδί αγκαλιά, με βοηθήσανε και οι συγκρατούμενές μου, για να ανέβουμε πάνω στα καμιόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Μαρτυρίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απριλίου, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 137 Σχόλια »

Λειψή Μεγαλοβδομάδα (μαρτυρία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 17 Νοεμβρίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 44 χρόνια από τις 17 Νοεμβρίου 1973, τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο.

Το ιστολόγιο παρουσιάζει με συγκίνηση ένα αφήγημα του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου για τις μέρες εκείνες. Πιο σωστά, μια μαρτυρία -μια και ο Δημήτρης συμμετείχε στην εξέγερση, όντας τότε τεταρτοετής φοιτητής στη σχολή Χημικών Μηχανικών.

Δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα, δινω τον λόγο στον Δημήτρη και χαίρομαι που οι συζητήσεις στο ιστολόγιο ενδέχεται να τον παρακίνησαν να γράψει -διότι το αφήγημα γράφτηκε πριν από λίγες μέρες.

Εἶχα σκεφτεῖ κι ἄλλες φορὲς νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο, ἀλλὰ δὲν τ᾿ ἀποφάσιζα. Ἄλλωστε ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ κι ἀπὸ πολλούς. Παλιότερα, τέτοιες μέρες, οἱ ἐφημερίδες γέμιζαν μὲ ἀφιερώματα, φωτογραφίες, ἀφηγήσεις τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ πολιτικὲς ἀναλύσεις τῶν γεγονότων. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν -οἱ ἀναλυτές- τὴν μετέπειτα πολιτική τους πορεία. Χώρια οἱ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς καὶ οἱ ταινίες ποὺ γυρίστηκαν.

Συνήθως τὰ ἐπετειακὰ γράφονται σὲ κάποια «στρογγυλὴ» χρονικὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸ γεγονός· δεκάχρονα, εἰκοσάχρονα, εἰκοσιπεντάχρονα καὶ τὰ σχετικά. Αὐτὴ τὴ δικαιολογία ἔβρισκα κι ἐγώ, τὶς λίγες φορὲς ποὺ  σκεφτόμουν σοβαρὰ νὰ γράψω κάτι, καὶ τ᾿ ἄφηνα γιὰ κάποιαν ἄλλη, «στρογγυλὴν» ἐπέτειο καὶ πάντα τὸ ξεχνοῦσα.

Φέτος ὅμως τ᾿ ἀποφάσισα, κι ἂς μὴν εἶναι εἶναι «στρογγυλὴ» ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τότε· ἐξ ἄλλου, τὰ σαραντατέσσερα εἶναι «ἕνα καντάρι1  χρόνια» πού ᾿λεγε κι ὁ πατέρας μου.

Μὴν περιμένετε τίποτα περισπούδαστες πολιτικοκοινωνικὲς ἀναλύσεις, οὔτε περιγραφές ἡρωικῶν πράξεων. Μιὰ προσωπικὴ ματιὰ στὰ γεγονότα θὰ δώσω· αὐτὰ ποὺ ἔτυχε νὰ ζήσω, ὅσο πιὸ ἀληθινὰ μπορῶ.   

14-15/11/2017

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ ΛΕΙΨΗ

Ἐκεῖνες οἱ μέρες τοῦ Νοέμβρη ἔχουν καταγραφεῖ στὸ μυαλό μου σὰν μιὰ Μεγαλοβδομάδα· μιὰ Μεγαλοβδομάδα λειψή, χωρὶς Βάγια καὶ χωρὶς Ἀνάσταση. Δὲν ξέρω ἂν φταῖνε γι᾿ αὐτὸ οἱ Πασχαλιάτικες παιδικές μου μνῆμες ἀπ᾿ τὸ χωριό -τὸ σπίτι μας ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ ζούσαμε ὅλες τὶς ὧρες τῆς Μεγαλοβδομάδας μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς μυρωδιές της- μαζὶ μὲ τὸν γλυκὸ καιρὸ ἐκείνου τοῦ Νοέμβρη πού ᾿μοιαζε ἀνοιξιάτικος. Μεγάλη πάντως ἦταν· τοὐλάχιστον γιὰ μένα καὶ γι᾿ ἄλλους πολλούς ποὺ βρεθήκαμε ἐκεῖ καὶ τὰ ζήσαμε ἀπὸ πρῶτο χέρι.

ΤΕΤΑΡΤΗ

Ἡ δική μας Μεγαλοβδομάδα ξεκίνησε τὴν Τετάρτη, στὶς δεκατέσσερις τοῦ Νοέμβρη. Ἀπὸ τὸ πρωὶ εἴχαμε γενικὲς συνελεύσεις σὲ ὅλες τὶς σχολὲς τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν προκύρηξη φοιτητικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκλογὴ ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Χούντα ἔκανε τὴν ἀπόπειρα τῆς δῆθεν φιλελευθεροποίησης μὲ τὴν κυβέρνηση τοῦ Μαρκεζίνη. Ἐκεῖνες τὶς μέρες, μάλιστα, εἶχαν πάρει προσωρινὸ ἀπολυτήριο ἀπ᾿ τὸ στρατὸ οἱ συνδικαλιστὲς φοιτητές· αὐτοὶ ποὺ πῆγαν φαντάροι τὸν προηγούμενο χειμώνα, ἐπειδὴ τοὺς ἔκοψαν τὴν ἀναβολή. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, τελειώνοντας οἱ γενικὲς συνελεύσεις, εἴχαμε βγεῖ καὶ κουβεντιάζαμε μπουλούκια-μπουλούκια στὴν αὐλή· μερικοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ φεύγουν, ὅταν, ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Πατησίων, μπουκάρισε μιὰ μεγάλη ὁμάδα φοιτητῶν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο. Αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν συνελεύσεις, ἐπειδὴ βρῆκαν κλειστὲς τὶς πόρτες τῶν σχολῶν τους καὶ ἦρθαν στὸ Πολυτεχνεῖο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 157 Σχόλια »

Το Νοέμβρη, λοιπόν (επετειακή επανάληψη)

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2017

Από βδομάδα θα έχουμε τον γιορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πριν από 44 χρόνια. Το ιστολόγιο συνηθίζει αυτές τις μέρες να δημοσιεύει κάτι επετειακό, αλλά φέτος, λόγω ταξιδιού και άλλων περισπασμών δεν ετοίμασα κάτι -κι έτσι, καταφεύγω σε επανάληψη ενός διηγήματος που είχα βάλει στην 40ή επέτειο πριν από τέσσερα χρόνια.

Το χειρότερο είναι πως θα ευλογήσω τα γένια μου, αφού θα σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Δεν πήρα βέβαια μέρος στην εξέγερση (βέβαια; όχι και τόσο αφού θεωρητικά θα μπορούσα έστω και δεκατετράχρονος μαθητής και αφού άλλοι έχουν πάρει μέρος στην ίδια ηλικία ή και μικρότερη). Το διήγημα περιγράφει τον γιορτασμό της επετείου τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Καθώς ζω στο εξωτερικό εδώ και πολλά πολλά χρόνια, βρίσκομαι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο στις αρχές του Νοέμβρη, αλλά ποτέ στις 17 του μηνός κι έτσι δεν έχω μπορέσει να πάρω μέρος σε πρόσφατες εκδηλώσεις.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Για τον Γιάννη Καλατζή δυο λόγια

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2017

Όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του πριν από μερικές μέρες είχα γράψει το άρθρο της επόμενης ημέρας και δεν προλάβαινα να το αλλάξω, τις επόμενες μέρες τα άρθρα υπαγορεύονταν από το ημερολόγιο, μόλις σήμερα λοιπόν βρίσκω ευκαιρία να γράψω δυο λόγια για τον Γιάννη Καλατζή, που νιώθω ότι του τα χρωστάω, μια και ομόρφηνε την εφηβεία μου, τη δική μου και των ανθρώπων της γενιάς μου.

Ο Καλατζής μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι για σχετικά μικρό διάστημα, που ταυτίζεται σχεδόν με τα χρόνια της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1974 ας πούμε. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε για μερικά χρόνια με μικρότερη απήχηση αλλά σταμάτησε νωρίς, περί το 1980, τη δισκογραφία και δεν επανεμφανίστηκε αργότερα, όπως έκαναν άλλοι νεοκυματικοί και λαϊκοί της σειράς του.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και, όπως διαβάσαμε τώρα, το πρώτο του συγκρότημα ήταν το Τρίο Μορένο. Καριέρα λαϊκού τραγουδιστή έκανε όταν κατέβηκε στην Αθήνα, όπου πρώτα συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μητσάκη, που τόσο απλόχερα ανάδειχνε νέους. Το πρώτο τραγούδι που τον έκανε γνωστό ήταν το 1967 το «Πού’σαι καημένε Περικλή«, ακριβώς του Μητσάκη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, που τον καθιερωσε, ήταν το 1968 τα Χρυσά κλειδιά, των Δερβενιώτη-Βίρβου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εις μνήμην, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »