Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Δικτατορία 1967-74’ Category

Τρεις μαρτυρίες για την 21η Απριλίου 1967

Posted by sarant στο 22 Απρίλιος, 2018

Μια και χτες ηταν η θλιβερή επέτειος της δικτατορίας του 1967, αποφάσισα να ανεβάσω σήμερα τρεις σχετικά σύντομες μαρτυρίες παρμένες από ένα περυσινό βιβλίο, το βιβλίο Μαρτυρίες από τη δικτατορία και την αντίσταση του Στέλιου Κούλογλου (Εστία, 2017).

Στο βιβλίο αυτό, που εχει την επιστημονική επιμέλεια και επίμετρο του Δημ. Σωτηρόπουλου, ο Στέλιος Κούλογλου συγκεντρώνει 69 μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν τη δικτατορία που τις οργανώνει σε 10 κεφάλαια. Ενδιαφέρον έχει ότι πέρα από τις μαρτυρίες αντιστασιακών υπάρχουν επισης και κείμενα ανθρώπων που υπηρέτησαν το καθεστώς.

Μια και χτες είχαμε την επέτειο της κήρυξης της δικτατορίας, διάλεξα τρεις μαρτυρίες που περιγράφουν και οι τρεις (και) την πρώτη μέρα της δικτατορίας και τις αμέσως επομενες. Μάλιστα, οι δύο πρώτες μαρτυρίες δένουν η μια με την άλλη, αφού τοσο η Άννα Σολωμού όσο και ο Αντώνης Καρκαγιάννης βρέθηκαν πρώτα στον Ιππόδρομο και μετά στη Γυάρο. Η τρίτη μαρτυρία, του Γιάγκου Σκουλά (1940-2016) περιγράφει το σχετικά άγνωστο κίνημα του Ηρακλείου Κρήτης -όπου ο εξεγερμένος λαος μάταια περίμενε έναν πολιτικό να μπει μπροστά. Ο Αντώνης Καρκαγιάννης (1932-2010) ήταν στέλεχος του ΚΚΕ με πολύχρονες φυλακίσεις στη δεκαετία του 50 και του 60, ενώ μετά τη μεταπολίτευση ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και έγινε διευθυντής της Καθημερινής. Για την Άννα Τεριακή-Σολωμού (1929-2009) δείτε εδώ.

Μια και στις δύο πρώτες μαρτυρίες γίνεται αναφορά στον δολοφονημενο Παναγιώτη Ελή, ας βάλουμε ένα βιογραφικό του βασανισμένου αυτού αγωνιστή για τον οποίο δεν υπάρχει ακόμα άρθρο στη Βικιπαίδεια (αν και υπάρχουν αρκετά άρθρα στο Διαδίκτυο).

Ο Παναγιώτης Ελής (1922-1967) γεννήθηκε στο Κόσμιο Ροδόπης και κατά την Κατοχή οργανώθηκε στην Αντίσταση κατά των Βουλγάρων κατακτητών. Συλλαμβάνεται και στέλνεται όμηρος στη Βουλγαρία. Στις αρχές του 1943, μεταφέρεται με άλλους ομήρους στο Κουμάνοβο της Σερβίας σε καταναγκαστικά έργα απ’ όπου επέστρεψε μετά την απελευθέρωση. Στο τέλος του 1946, ως στρατιώτης, από το Μεσολόγγι μεταφέρθηκε λόγω πολιτικών φρονημάτων στη Μακρόνησο, όπου θα υποστεί τρομερά βασανιστήρια για να υπογράψει δήλωση μετανοίας ενώ αργότερα εξορίστηκε και στον Άι Στράτη. (Εδω μια μαρτυρία της αδελφής του).

 

Άννα Σολωμού

Όταν σε πιάνουν, πού αφήνεις τα παιδιά;

Την ημέρα της 21ης Απριλίου ήρθαν να με πιάσουν από την Ασφάλεια, όπως πιάσανε και χιλιάδες κόσμο εκείνη την ημέρα. Ώσπου να διαφύγει και ο άνδρας μου, δεν άνοιξα αμέσως την πόρτα. Τη σπάσανε, μπήκανε και με πήγανε στο αστυνομικό τμήμα. Εγώ είχα δύο παιδιά. Το μικρότερο ήταν τεσσάρων χρονών. Το πήρα μαζί μου, γιατί δεν είχα πού να το αφήσω. Είχα κι ένα κορίτσι μεγαλύτερο, που έμεινε στη μητέρα μου. Ορφάνεψε κι αυτό, γιατί κυνηγούσαν και τον άνδρα μου και η μητέρα μου ήταν ανάπηρη.

Τους κρατούμενους της Αθήνας τούς είχαν στον Ιππόδρομο. Μας κράτησαν στον Ιππόδρομο τρεις ή τέσσερις ημέρες. Εκεί σκοτώσανε και τον Ελή. Βασανίσα­νε και τον Ηλία τον Ηλιού. Εγώ το παιδάκι το είχα συνεχώς κοντά μου.

Μετά, μια νύκτα, σκοτεινή μάλιστα ήτανε, πολύ σκοτεινή, μπήκε μέσα ένας στρατιωτικός και μας είπε: «Θα ετοιμάσετε τα πράγματά σας», και αμέσως πήγα­με στα καμιόνια. Εγώ κρατώντας το παιδί αγκαλιά, με βοηθήσανε και οι συγκρατούμενές μου, για να ανέβουμε πάνω στα καμιόνια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Δικτατορία 1967-74, Μαρτυρίες, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 94 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απρίλιος, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Λειψή Μεγαλοβδομάδα (μαρτυρία του Δημήτρη Μαρτίνου)

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 44 χρόνια από τις 17 Νοεμβρίου 1973, τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο.

Το ιστολόγιο παρουσιάζει με συγκίνηση ένα αφήγημα του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου για τις μέρες εκείνες. Πιο σωστά, μια μαρτυρία -μια και ο Δημήτρης συμμετείχε στην εξέγερση, όντας τότε τεταρτοετής φοιτητής στη σχολή Χημικών Μηχανικών.

Δεν είναι ανάγκη να πω περισσότερα, δινω τον λόγο στον Δημήτρη και χαίρομαι που οι συζητήσεις στο ιστολόγιο ενδέχεται να τον παρακίνησαν να γράψει -διότι το αφήγημα γράφτηκε πριν από λίγες μέρες.

Εἶχα σκεφτεῖ κι ἄλλες φορὲς νὰ γράψω κάτι γιὰ τὸ Πολυτεχνεῖο, ἀλλὰ δὲν τ᾿ ἀποφάσιζα. Ἄλλωστε ἔχουν γραφτεῖ πολλὰ κι ἀπὸ πολλούς. Παλιότερα, τέτοιες μέρες, οἱ ἐφημερίδες γέμιζαν μὲ ἀφιερώματα, φωτογραφίες, ἀφηγήσεις τῶν πρωταγωνιστῶν καὶ πολιτικὲς ἀναλύσεις τῶν γεγονότων. Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς γιὰ νὰ δικαιολογήσουν -οἱ ἀναλυτές- τὴν μετέπειτα πολιτική τους πορεία. Χώρια οἱ τηλεοπτικὲς ἐκπομπὲς καὶ οἱ ταινίες ποὺ γυρίστηκαν.

Συνήθως τὰ ἐπετειακὰ γράφονται σὲ κάποια «στρογγυλὴ» χρονικὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὸ γεγονός· δεκάχρονα, εἰκοσάχρονα, εἰκοσιπεντάχρονα καὶ τὰ σχετικά. Αὐτὴ τὴ δικαιολογία ἔβρισκα κι ἐγώ, τὶς λίγες φορὲς ποὺ  σκεφτόμουν σοβαρὰ νὰ γράψω κάτι, καὶ τ᾿ ἄφηνα γιὰ κάποιαν ἄλλη, «στρογγυλὴν» ἐπέτειο καὶ πάντα τὸ ξεχνοῦσα.

Φέτος ὅμως τ᾿ ἀποφάσισα, κι ἂς μὴν εἶναι εἶναι «στρογγυλὴ» ἡ χρονικὴ ἀπόσταση ἀπὸ τότε· ἐξ ἄλλου, τὰ σαραντατέσσερα εἶναι «ἕνα καντάρι1  χρόνια» πού ᾿λεγε κι ὁ πατέρας μου.

Μὴν περιμένετε τίποτα περισπούδαστες πολιτικοκοινωνικὲς ἀναλύσεις, οὔτε περιγραφές ἡρωικῶν πράξεων. Μιὰ προσωπικὴ ματιὰ στὰ γεγονότα θὰ δώσω· αὐτὰ ποὺ ἔτυχε νὰ ζήσω, ὅσο πιὸ ἀληθινὰ μπορῶ.   

14-15/11/2017

ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ ΛΕΙΨΗ

Ἐκεῖνες οἱ μέρες τοῦ Νοέμβρη ἔχουν καταγραφεῖ στὸ μυαλό μου σὰν μιὰ Μεγαλοβδομάδα· μιὰ Μεγαλοβδομάδα λειψή, χωρὶς Βάγια καὶ χωρὶς Ἀνάσταση. Δὲν ξέρω ἂν φταῖνε γι᾿ αὐτὸ οἱ Πασχαλιάτικες παιδικές μου μνῆμες ἀπ᾿ τὸ χωριό -τὸ σπίτι μας ἦταν ἀπέναντι ἀπὸ τὴν ἐκκλησιὰ καὶ ζούσαμε ὅλες τὶς ὧρες τῆς Μεγαλοβδομάδας μὲ τὶς ψαλμωδίες καὶ τὶς μυρωδιές της- μαζὶ μὲ τὸν γλυκὸ καιρὸ ἐκείνου τοῦ Νοέμβρη πού ᾿μοιαζε ἀνοιξιάτικος. Μεγάλη πάντως ἦταν· τοὐλάχιστον γιὰ μένα καὶ γι᾿ ἄλλους πολλούς ποὺ βρεθήκαμε ἐκεῖ καὶ τὰ ζήσαμε ἀπὸ πρῶτο χέρι.

ΤΕΤΑΡΤΗ

Ἡ δική μας Μεγαλοβδομάδα ξεκίνησε τὴν Τετάρτη, στὶς δεκατέσσερις τοῦ Νοέμβρη. Ἀπὸ τὸ πρωὶ εἴχαμε γενικὲς συνελεύσεις σὲ ὅλες τὶς σχολὲς τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν προκύρηξη φοιτητικῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκλογὴ ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ Χούντα ἔκανε τὴν ἀπόπειρα τῆς δῆθεν φιλελευθεροποίησης μὲ τὴν κυβέρνηση τοῦ Μαρκεζίνη. Ἐκεῖνες τὶς μέρες, μάλιστα, εἶχαν πάρει προσωρινὸ ἀπολυτήριο ἀπ᾿ τὸ στρατὸ οἱ συνδικαλιστὲς φοιτητές· αὐτοὶ ποὺ πῆγαν φαντάροι τὸν προηγούμενο χειμώνα, ἐπειδὴ τοὺς ἔκοψαν τὴν ἀναβολή. Νωρὶς τὸ ἀπόγευμα, τελειώνοντας οἱ γενικὲς συνελεύσεις, εἴχαμε βγεῖ καὶ κουβεντιάζαμε μπουλούκια-μπουλούκια στὴν αὐλή· μερικοὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ φεύγουν, ὅταν, ἀπὸ τὴν εἴσοδο τῆς Πατησίων, μπουκάρισε μιὰ μεγάλη ὁμάδα φοιτητῶν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιο. Αὐτοὶ δὲν μπόρεσαν νὰ κάνουν συνελεύσεις, ἐπειδὴ βρῆκαν κλειστὲς τὶς πόρτες τῶν σχολῶν τους καὶ ἦρθαν στὸ Πολυτεχνεῖο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , | 153 Σχόλια »

Το Νοέμβρη, λοιπόν (επετειακή επανάληψη)

Posted by sarant στο 12 Νοέμβριος, 2017

Από βδομάδα θα έχουμε τον γιορτασμό της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, πριν από 44 χρόνια. Το ιστολόγιο συνηθίζει αυτές τις μέρες να δημοσιεύει κάτι επετειακό, αλλά φέτος, λόγω ταξιδιού και άλλων περισπασμών δεν ετοίμασα κάτι -κι έτσι, καταφεύγω σε επανάληψη ενός διηγήματος που είχα βάλει στην 40ή επέτειο πριν από τέσσερα χρόνια.

Το χειρότερο είναι πως θα ευλογήσω τα γένια μου, αφού θα σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Δεν πήρα βέβαια μέρος στην εξέγερση (βέβαια; όχι και τόσο αφού θεωρητικά θα μπορούσα έστω και δεκατετράχρονος μαθητής και αφού άλλοι έχουν πάρει μέρος στην ίδια ηλικία ή και μικρότερη). Το διήγημα περιγράφει τον γιορτασμό της επετείου τα πρώτα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Καθώς ζω στο εξωτερικό εδώ και πολλά πολλά χρόνια, βρίσκομαι στην Ελλάδα σχεδόν κάθε χρόνο στις αρχές του Νοέμβρη, αλλά ποτέ στις 17 του μηνός κι έτσι δεν έχω μπορέσει να πάρω μέρος σε πρόσφατες εκδηλώσεις.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Για τον Γιάννη Καλατζή δυο λόγια

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2017

Όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του πριν από μερικές μέρες είχα γράψει το άρθρο της επόμενης ημέρας και δεν προλάβαινα να το αλλάξω, τις επόμενες μέρες τα άρθρα υπαγορεύονταν από το ημερολόγιο, μόλις σήμερα λοιπόν βρίσκω ευκαιρία να γράψω δυο λόγια για τον Γιάννη Καλατζή, που νιώθω ότι του τα χρωστάω, μια και ομόρφηνε την εφηβεία μου, τη δική μου και των ανθρώπων της γενιάς μου.

Ο Καλατζής μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι για σχετικά μικρό διάστημα, που ταυτίζεται σχεδόν με τα χρόνια της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1974 ας πούμε. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε για μερικά χρόνια με μικρότερη απήχηση αλλά σταμάτησε νωρίς, περί το 1980, τη δισκογραφία και δεν επανεμφανίστηκε αργότερα, όπως έκαναν άλλοι νεοκυματικοί και λαϊκοί της σειράς του.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και, όπως διαβάσαμε τώρα, το πρώτο του συγκρότημα ήταν το Τρίο Μορένο. Καριέρα λαϊκού τραγουδιστή έκανε όταν κατέβηκε στην Αθήνα, όπου πρώτα συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μητσάκη, που τόσο απλόχερα ανάδειχνε νέους. Το πρώτο τραγούδι που τον έκανε γνωστό ήταν το 1967 το «Πού’σαι καημένε Περικλή«, ακριβώς του Μητσάκη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, που τον καθιερωσε, ήταν το 1968 τα Χρυσά κλειδιά, των Δερβενιώτη-Βίρβου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εις μνήμην, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »

Ο υποψήφιος (διήγημα του Ρόδη Ρούφου)

Posted by sarant στο 23 Απρίλιος, 2017

Είχαμε προχτές την επέτειο των 50 χρόνων από την κήρυξη της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967, οπότε ταιριάζει στο σημερινό λογοτεχνικό μας ραντεβού να διαβάσουμε ένα αντιδικτατορικό λογοτέχνημα, ένα διήγημα που ανήκει σε μια σημαντική αντιδικτατορική εκδοτική κίνηση.

Εννοώ τον τόμο «18 κείμενα», που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1970. Ακολούθησαν τα Νέα Κείμενα, τα Νέα Κείμενα 2 και το περιοδικό Συνέχεια -και η φυλάκιση της Νανάς Καλλιανέση, της εκδότριας του Κέδρου. Αλλά για τα θέματα αυτά έχουν γράψει πολλά και πολλοί που τα έζησαν από κοντά, εγώ θα παραθέσω απλώς τα ονόματα των συντελεστών του τόμου: Γιώργος Σεφέρης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νόρα Αναγνωστάκη, Αλέξανδρος Αργυρίου, Θανάσης Βαλτινός, Λίνα Κάσδαγλη, Νίκος Κάσδαγλης, Αλέξανδρος Κοτζιάς, Τάκης Κουφόπουλος, Μένης Κουμανταρέας, Δ.Ν.Μαρωνίτης, Σπύρος Πλασκοβίτης, Ρόδης Ρούφος, Τάκης Σινόπουλος, Καίη Τσιτσέλη, Στρατής Τσίρκας, Θ.Δ.Φραγκόπουλος, Γιώργος Χειμωνάς.

Τα 18 Κείμενα είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία και γνώρισαν αλλεπάλληλες εκδόσεις τα χρόνια της δικτατορίας. Ο παλιός εκείνος τόμος επανεκδόθηκε το 1994.

Διάλεξα να παρουσιάσω το διήγημα «Ο υποψήφιος» του Ρόδη Ρούφου (1924-1972). Ο Ρούφος παρουσιάζει έναν υφηγητή της Χημείας που δεν ασχολείται με την πολιτική, ο οποίος προκειμένου να γίνει καθηγητής πρέπει να δηλώσει υποταγή στο δικτατορικό καθεστώς της χώρας του. Ο Ρούφος δεν τοποθετεί τη δράση στην Ελλάδα, βέβαια, αλλά στη διάφανα ανύπαρκτη Βολιγουάη, φανταστική χώρα της Λατινικής Αμερικής. Ενδιαφέρον είναι ότι στον ίδιο τόμο υπάρχει κι άλλο ένα διήγημα που εκτυλίσσεται στη φανταστική Βολιγουάη, το «Ελ προκουραδόρ», του Θ.Δ.Φραγκόπουλου, επιστήθιου φίλου του Ρούφου, ενώ και ένα τρίτο διήγημα, η Αλλαξοκαιριά του Στρατή Τσίρκα, εκτυλίσσεται επίσης σε μια μη κατονομαζόμενη χώρα της Λατινικής Αμερικής που έχει ομοιότητες στα τοπωνύμια με τη Βολιγουάη. Το εύρημα πρέπει να οφείλεται στον Ρούφο ο οποίος άφησε και το μισοτελειωμένο μυθιστόρημα «Βίβα Βολιγουάη».

Η Βολιγουάη του διηγήματος έχει προφανείς ομοιότητες με την Ελλάδα της απριλιανής χούντας αλλά δεν υπάρχουν σαφείς παραλληλισμοί με τα ελληνικά πράγματα -εκτός ίσως από την αναφορά στην αυτοκτονία του καθηγητή της Φυτοπαθολογίας, που πιθανώς να είναι υπαινιγμός στην αυτοκτονία του καθηγητή της Γεωπονικής Θεόφιλου Φραγκόπουλου το 1969 -ο αυτόχειρας ήταν ξάδερφος του συγγραφέα Θ.Δ.Φραγκόπουλου, ο οποίος έγραψε και σχετικό διήγημα που το έχουμε παρουσιάσει σε παλιότερο άρθρο.

Πήρα το κείμενο από τον (ανατυπωμένο) τόμο 18 Κείμενα και το μονοτόνισα, εκσυγχρονίζοντας λίγο την ορθογραφία (σίγουρα θα μου έχουν ξεφύγει λαθάκια του οσιάρ). Στην τελευταία παράγραφο διορθώνω το «προτινή του κούραση» σε «πρωτινή του κούραση».

Ο Ρούφος αφιερώνει το διήγημα «Στη μνήμη του Gustavo Durán». Πρόκειται για μια πολύ ενδιαφέρουσα μορφή: o Nτουράν (1906-1969) ήταν Ισπανός μουσικοσυνθέτης, που συμμετείχε στον ισπανικό εμφύλιο ως στρατιωτικός με το μέρος της δημοκρατικής κυβέρνησης (τον αναφέρει ο Χεμινγουέι στο Για ποιον χτυπάει η καμπάνα) και αργότερα ακολούθησε καριέρα στα Ηνωμένα Έθνη. Ήταν αντιπρόσωπος του ΟΗΕ στην Ελλάδα και πέθανε το 1969 στην Αθήνα, βρίσκεται δε θαμμένος στο χωριό Άλωνες στο Ρέθυμνο. Αλλά αυτά αποτελούν υλικό για μελλοντικό άρθρο.

Ο ΥΠΟΨΗΦΙΟΣ

Στη μνήμη του Gustavo Durán

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74 | Με ετικέτα: , , , , , | 125 Σχόλια »

21 Απριλίου, πενήντα χρόνια μετά

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2017

Κλείνουν σήμερα πενήντα χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συζητήσει παλιότερα τις αναμνήσεις μας από εκείνη τη μέρα, ενώ άλλες φορές δημοσίευσα αναμνήσεις άλλων. Την Κυριακή θα δούμε ένα αντιδικτατορικό λογοτεχνικό κείμενο, αλλά σήμερα προτίμησα μια μαρτυρία. Θα δημοσιεύσω ένα αρκετά εκτενές απόσπασμα από τη μαρτυρία του Παναγιώτη Κανελλάκη, που κρατήθηκε και βασανίστηκε πολύ καιρό στα κρατητήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ το 1973. Το κείμενο το πήρα από το βιβλίο που διανεμήθηκε το περασμένο Σάββατο μαζί με την «Εφημερίδα των Συντακτών».

Ο Παναγιώτης Κανελλάκης (1942-2009), δικηγόρος, ήταν πρόεδρος της Ελληνοευρωπαϊκής Κίνησης Νέων (ΕΚΙΝ). Συνελήφθη πρώτη φορά τον Μάιο του 1972 και μια δεύτερη τον Μάρτιο του 1973, οπότε και βασανίστηκε άγρια.

Γαλλική μετάφραση των αποσπασμάτων.

1 Μαρτίου 1973, Πέμπτη

Όργανα της Ασφάλειας Αθηνών με συλλαμβάνουν στο σπίτι μου στις 7 η ώρα το πρωί και με οδηγούν στο ΕΑΤ/ΕΣΑ, πίσω από την αμερικάνικη πρεσβεία.

Χωρίς πολλές διατυπώσεις, μου παίρνουν όσα αντικείμενα έχω πάνω μου, ρολόι, ζώνη, λεφτά, και με κλείνουν στο κελί No 5. Είναι ένα δωμάτιο υπερβολικά μεγάλο, κάπου 8×5 και 4 μέτρα ύψος. Μοναδικό έπιπλο ένα κρεβάτι στη μέση.

Μένω μόνος. Ησυχία.

Σε μισή ώρα περίπου ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα ο «Τσέλιγκας» (Γιάννης Αγγελής). Φοράει πολιτικά κι όπως έμαθα αργότερα είναι δεκανέας κληρωτός. Με κοιτάζει στα μάτια και προσπαθεί να πάρει ύφος άγριο. Πλησιάζει και μου δίνει μια μπουνιά στον ώμο. Του λέω «πρόσεχε, μπορεί να μη με προο­ρίζουν για ξύλο και να βρεις τον μπελά σου». Φεύγει χωρίς να απαντήσει. Σε δέκα λεπτά γυρίζει. Μαζί του είναι άλλοι δύο, ο Μιχάλης ο Πέτρου και ένας ακόμη, επαρχιώτης, άξεστος και μάλλον διανοητικά καθυστερημένος. Αρχίζει το ξύλο. Κρατάει περίπου μισή ώρα. Συγχρόνως βρίζουν και απειλούν. Προσπα­θούν με όσα λένε να αγριεύουν.

Μ’ αφήνουν πάλι μόνο. Ψάχνομαι. Δεν μου ’χουν αφήσει κα­νένα εμφανές σημάδι, ούτε αισθάνομαι κάποιον ιδιαίτερο πόνο. Είμαι ευχαριστημένος με τον εαυτό μου. Μία φορά μόνο έπε­σα κάτω γονατιστός και αμέσως σηκώθηκα. Ο πόνος δεν ήταν αβάσταχτος. Δεν έκλαψα ούτε φώναξα δυνατά. Κατά κάποιον παράξενο τρόπο χαίρομαι που γνώρισα την εμπειρία του ξύλου.

Σε λίγο με μεταφέρουν στο κελί No 3. Στον δρόμο μού ρί­χνουν μερικές κλοτσιές. Το κελί είναι μικρό.

Κατά to μεσημέρι μπαίνουν στο κελί μου τρεις. Ο ένας είναι ο Μ. Πέτρου. Αρχίζει πάλι το ξύλο. Αυτή τη φορά πόνεσα.

Για μεσημεριανό φαγητό μου δίνουν σούπα από κοτόπουλο. Ακούω σπαρακτικές κραυγές από το κελί No 4. Πρέπει να ‘ναι κάποιος πολύ νέος. Αρχίζω να φοβάμαι. Κοιμάμαι για λίγο. Με ξυπνάει ένας καινούργιος εσατζής. Με χτυπάει με μπουνιές και χαστούκια. Επεμβαίνει ο Πέτρου: «Μην τον χαϊδεύεις, θα δει μετά τι τον περιμένει». Φεύγουν. Χτυπάω την πόρτα και φωνά­ζω ότι είμαι άρρωστος, ότι έχω ανάγκη να με δει γιατρός. Καμία απάντηση.

Για βραδινό φαγητό έχει σπανακόρυζο κι ένα αυγό. Το σώμα μου αρχίζει να με πονάει. Έχω πονοκέφαλο και κρυώνω. Πέ­φτω να κοιμηθώ με τα ρούχα. Κατά τις 11 ανοίγει η πόρτα. Με σηκώνουν απ’ το κρεβάτι και μου το παίρνουν. Μου δίνουν μία καρέκλα, ένα κομοδίνο και γραφική ύλη. Ο λοχαγός Τσάλας μου λέει: «Γράψε ό,τι ξέρεις πως μας ενδιαφέρει».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δικτατορία 1967-74, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , | 167 Σχόλια »

Υπέρ δικτατορίας (Μποστ)

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2016

Συμπληρώνονται σήμερα 49 χρόνια από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967. Η στρογγυλή επέτειος θα είναι του χρόνου, μισός αιώνας, αλλά και φέτος, όπως κάναμε και προηγούμενες χρονιές, θα αφιερώσουμε το άρθρο στο γεγονός που σημάδεψε τη νεότερη ελληνική ιστορία.

Κάποια επετειακά άρθρα τα αφιερώσαμε στο πώς βιώσαμε την 21η Απριλίου εμείς, που τη ζήσαμε τότε παιδιά, ή έστω νέοι -παράδειγμα, το αντίστοιχο άρθρο του 2011. Αυτό μπορεί να γίνει και στο σημερινό άρθρο, μπορείτε δηλαδή να αναφέρετε στα σχόλιά σας τι θυμάστε από εκείνη τη μέρα -ιδίως αν δεν είχατε σχολιάσει πριν απο πέντε χρόνια.

Ωστόσο, το σημερινό άρθρο το συνδυάζω με μιαν είδηση ευχάριστη για τους φιλέρευνους και τους κυβερνοπόντικες, που τέτοιους έχουμε πολλούς στο ιστολόγιο. Το Πάντειο Πανεπιστήμιο ανακοίνωσε ότι έχει ψηφιοποιήσει (σχεδόν) το σύνολο των τευχών του περιοδικού ΑΝΤΙ. Το περιοδικό ΑΝΤΙ κυκλοφόρησε μέσα στη δικτατορία, τον Μάιο του 1972. Το πρώτο τεύχος ήταν ιδιαίτερα τολμηρό για την εποχή, αφού ανάμεσα στ’ άλλα περιείχε μελέτη του Μίκη Θεοδωράκη, άρθρο του Γεωργίου-Αλέξανδρου Μαγκάκη για τη δημοκρατία, ευθυμογράφημα του Μποστ με τίτλο «Υπέρ Δικτατορίας» κ.ά. Δεύτερο τεύχος ετοιμάστηκε αλλά δεν πρόλαβε να βγει διότι η Χούντα έδρασε σε δύο επίπεδα: αφενός με την προσπάθεια να διασπάσει το επιτελείο του περιοδικού και, όταν αυτό δεν έπιασε, με τη σύλληψη του εκδότη του περιοδικού, του Χρήστο Παπουτσάκη, ο οποίος δοκίμασε και τα βασανιστήρια του καθεστώτος.

Το περιοδικό ξανακυκλοφόρησε στις 7 Σεπτεμβρίου 1974, ενάμιση μόλις μήνα μετά την κατάρρευση της χούντας, πάλι με τεύχος αριθ. 1, και για να τιμήσει το πρώτο ηρωικό εκείνο τεύχος στο εξώφυλλο είχε την ένδειξη «Περίοδος Β΄». Σταμάτησε την έκδοσή του το 2008 και είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια είχε μπει σε φάση παρακμής.

Τα σκαναρισμένα τεύχη του ΑΝΤΙ από το Πάντειο βρίσκονται εδώ. Είναι σχεδόν όλα, από τα δύο τεύχη αριθ. 1 έως το τεύχος 919 (το 2008) -πρέπει να λείπουν καμιά εικοσαριά τεύχη. Ο Νίκος ο Λίγγρης στη Λεξιλογία είχε την καταπληκτική έμπνευση να βάλει τα τεύχη στη σειρά, από εδώ και πέρα.

Το πρώτο τεύχος του ΑΝΤΙ του 1972 το βρίσκετε εδώ. Από το τεύχος αυτό αποσπώ και δημοσιεύω πιο κάτω το ευθυμογράφημα «Υπέρ δικτατορίας» που δημοσίευσε ο Μποστ στο σημαδιακό εκείνο τεύχος, με τη γνωστή του άγνοια κινδύνου. Το είχα ανεβάσει σε μορφή εικόνας στον παλιό μου ιστότοπο σε ανύποπτο χρόνο, αλλά τώρα το δημοσιεύω σε κείμενο -κρατώντας βέβαια την ορθογραφία του Μποστ, αν και δεν αποκλείω να μου έχουν ξεφύγει μερικά λαθάκια, δηλαδή σωστά.

Δεν επιχείρησα να ξεδιαλύνω και να επεξηγήσω τους πάμπολλους υπαινιγμούς και τις μπηχτές του κειμένου για την επικαιρότητα της εποχής και τη χούντα. Όποιος εντοπίσει κάτι, το λέει στα σχόλια. Να προσέξουμε επίσης ότι ο Μποστ έχει και μια αλφαβητική εμμονή: επιμένει ότι οι δικτάτορες έχουν ονόματα που αρχίζουν από τα τελευταία γράμματα του αλφαβήτου, από το Μ και μετά. Το 1973, όταν με τη χαλάρωση της λογοκρισίας ξανάρχισε να δημοσιεύει σκίτσα στον Ταχυδρόμο, εξειδίκευσε αυτή την ιδέα εστιάζοντας εύγλωττα στο γράμμα Π (ο Παπαντόκ, ο Πινοσέτ, ο Πάγκαλος και ο Περόν απέδειξαν το γράμμα Π πως είναι τυχερόν). Κάποτε θα τα δημοσιεύσουμε κι αυτά τα σκίτσα.

Προς το παρόν, όμως, ας δούμε το Υπέρ Δικτατορίας.

dik

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Ευτράπελα, Μποστ, Περιοδικά | Με ετικέτα: , , , | 208 Σχόλια »

Σαράντα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2014

Πριν από σαράντα χρόνια τέτοια μέρα παραθέριζα με τον παππού και τη γιαγιά. Ένας φίλος, που ήτανε καναδυό χρόνια μεγαλύτερος, τάραξε την απογευματινή ησυχία καθώς βγήκε στο δρόμο και φώναζε θριαμβευτικά «Πολιτική κυβέρνηση! Καραμανλής! Έρχεται από το Παρίσι!», γύρευε βρες που το είχε μάθει. Οι μεγάλοι μαζεύτηκαν στο ραδιόφωνο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου, προσπαθώντας να μάθουν κάτι περισσότερο από ντόπιους και ξένους σταθμούς, και για πρώτη φορά ο Α., που ήταν ο αρχιχουντικός της περιοχής, έμεινε σε απόσταση, σε μια γωνία, επιφυλακτικός -αντίθετα, πριν καναδυό μέρες, ενώ ακούγαμε τις ειδήσεις από την εισβολή στην Κύπρο, μόλις άρχισε να λέει ο εκφωνητής την ανακοίνωση του ΑΚΕΛ, ο Α. είχε απλώσει τη χερούκλα του κι είχε κλείσει το ραδιόφωνο με ύφος που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.

Τις προηγούμενες μέρες το χωριό είχε αναστατωθεί με την επιστράτευση, καθώς έφυγαν οι ντόπιοι άντρες. Ο αστείος του χωριού, θυμάμαι, φώναζε «Θα φάω σαράντα», αλλά οι περισσότεροι δεν είχαν κέφια, ενώ μια κοπέλα που κάναμε παρέα έβαλε τα κλάματα ανησυχώντας για τον πατέρα της, που τον παίρνανε -παναπεί ήτανε κάτω από σαράντα χρονώ, σε αντίθεση με τον δικό μου, ας πούμε.

Καναδυό μέρες αργότερα ήρθαν οι γονείς μου και με πήραν στην Αθήνα, λίγο νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Τις επόμενες μέρες διάβαζα μανιωδώς και συζητούσα με φίλους. Νομιμοποιήθηκε το ΚΚΕ και βγήκαν οι αριστερές εφημερίδες. Όταν άρχισε το σχολείο ήμουν έτοιμος να γραφτώ σε οργάνωση, αλλά το ανάβαλα γιατί είχα πρόβλημα στην εκλογή. Μετά έγιναν εκλογές και μια βδομάδα αργότερα στην πορεία για το Πολυτεχνείο κάποιοι φώναζαν «Λαέ ντροπή σου για την εκλογή σου» και οι άλλοι τούς έλεγας «Σσσςς» να μην το λένε.

BHMA240774

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 123 Σχόλια »

47 χρόνια μετά: Salonica mi fé, disfecemi Atena

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2014

Σήμερα δεν είναι μόνο αργία, Δευτέρα του Πάσχα, είναι και σημαδιακή μέρα, αφού κλείνουν 47 χρόνια από την κήρυξη της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967. Πριν από τρία και πριν από πέντε χρόνια είχα ανεβάσει ένα άρθρο με αναμνήσεις από τη μέρα εκείνη (δικές μου και άλλων ιντερνετικών φίλων) και σας είχα καλέσει να προσθέσετε τις δικές σας, ενώ πέρυσι, αν και όχι ακριβώς τη μέρα της επετείου, είχα ανεβάσει το αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου «Ο Πρόεδρος Ταμέλης«. Για σήμερα, που είναι μέρα χαμηλής ιστολογικής κίνησης και γενικότερης ραστώνης, σκέφτηκα να ανεβάσω ένα χρονικό που δημοσιεύτηκε προχτές στις Αναγνώσεις της πασχαλινής Αυγής. Το υπογράφει ο συγγραφέας Αλέξης Ζήρας, που περιστασιακά σχολιάζει και στο ιστολόγιό μας.

Ο τίτλος του χρονικού (Η Σαλονίκη μ’ έκανε, η Αθήνα με ξέκανε) παραπέμπει σ’ έναν διάσημο στίχο από το Καθαρτήριο του Δάντη (Siena mi fé, disfecemi Maremma), που τον παραθέτει και στα Είδωλα ο Ροΐδης σαν παράδειγμα της δύναμης της δημοτικής, λέγοντας ότι δεν είναι δυνατό να αποδοθεί ο διάσημος στίχος με άλλο ρήμα από το ξεκάμνω). Κατά σύμπτωση, ο Ζήρας αναφέρεται και στο διήγημα «Ο Πρόεδρος Ταμέλης» του Ιωάννου.

 

21 Απριλίου 1967: Salonica mi fé, disfece mi Atena – του Αλέξη Ζήρα

Έχοντας ολοκληρώσει με χίλια βάσανα τη στρατιωτική μου θητεία, μόλις δυο μήνες πριν από τον Απρίλιο του ’67, υπηρετώντας πρόσθετα και ποινές, πήρα την απόφαση να έρθω και πάλι στη Θεσσαλονίκη και να ξαναπιάσω την κομμένη από το ’65 γραμμή των σπουδών μου. Δεν φανταζόμουν όμως ότι θα έπεφτα στην πιο ακατάλληλη εποχή για κάτι τέτοιο! Όσοι έζησαν τη βαθμιαία κλιμάκωση της έντασης που υπήρχε στη δημόσια ζωή από τις εκλογές του 1963 και έπειτα, εκείνοι μόνο καταλαβαίνουν τι περίπου εννοώ. Οι ιστορικές αναπαραστάσεις, οι γραπτές μαρτυρίες, τα μυθιστορήματα (ιδίως αυτά) δεν μπορούν να αποδώσουν ούτε στο ελάχιστο την έκρυθμη κατάσταση που σιγά σιγά ανέβαζε το πολιτικό θερμόμετρο και σχημάτιζε στην καθημερινότητα των μεγάλων πόλεων της χώρας, ιδιαίτερα εκείνων που φιλοξενούσαν φοιτητικές κοινότητες, το μόνιμο συναίσθημα μιας επικείμενης ρήξης. Αλλά και μιας απροσδιόριστης διακινδύνευσης. Αρχές Φεβρουαρίου του ’67 που βρέθηκα και πάλι στην πόλη, έτσι όπως ένιωθα σαν κρατούμενος που μόλις βγήκε από το δεσμωτήριο και χαιρόταν την ελευθερία του, είναι αλήθεια ότι αφέθηκα να με σπρώξουν χωρίς πολλές πολλές αντιστάσεις οι ίδιες οι συνθήκες στην εδώ και μήνες αναστατωμένη ζωή του Πανεπιστημίου. Όσο πλησίαζαν οι εκλογές του ’67 τόσο και αγρίευαν τα πράγματα˙ καθημερινές συγκεντρώσεις και σχεδόν καθημερινό ξύλο με τους χωροφύλακες στην ακόμα αδιαμόρφωτη Πλατεία του Χημείου, κυνηγητό στις γύρω Σχολές αλλά και μέσα στα αμφιθέατρα, καθώς ούτε άσυλο υπήρχε πια ούτε τίποτε μετά την απόφαση της πρυτανείας Χρήστου. Θυμάμαι, σε μια από αυτές που την είχαμε σχεδιάσει αποβραδίς με ιδιαίτερη προσοχή, έτσι ώστε άλλοτε να μαζευόμαστε σε κάποιο σημείο και άλλοτε σε κάποιο άλλο, καθυστέρησα πολύ να ακολουθήσω τους υπόλοιπους και όταν τους ξαναβρήκα είχαν ήδη κλειστεί όλοι τους στη Φυσικομαθηματική, αφήνοντάς με απ’ έξω. Μ’ έπιασε πανικός! Δεν ήξερα τι να κάνω! Και καθώς γύρισα το κεφάλι μου προς τα κάτω, προς τη μεριά του Συντριβανιού, είδα με δέος να έρχονται τρέχοντας προς τα εκεί όπου στεκόμουν, βγαίνοντας από το κτήριο της Παλιάς Φιλοσοφικής, κάμποσους ένστολους χωροφύλακες και μερικούς με τα πολιτικά, κρατώντας «σε θέση μάχης» τους εκτοξευτήρες των δακρυγόνων.
Ήμουν σε μια όντως κωμικοτραγική κατάσταση, «μεταξύ δύο πυρών». Είχαν πια αρχίσει να γίνονται οι πρώτες ρίψεις όταν βγήκε από μια πλαϊνή πόρτα ένας φοιτητής, φωνάζοντάς μου δυνατά για να ακουστεί πάνω από τη φασαρία: «Από ’δω συνάδελφε, φύγε απ’ εκεί, θα σε σκοτώσουν!» Πρόλαβα με την ψυχή στο στόμα και τρύπωσα μέσα, ενώ για λίγο, όσο είμαστε κλεισμένοι εκεί, είχα την παράδοξη για τη στιγμή εκείνη αίσθηση -για να μην πω την ψευδαίσθηση- ότι όλο το κτήριο βυθιζόταν σαν πλοίο μέσα στο θολό προπέτασμα των καπνογόνων.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δικτατορία 1967-74, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 69 Σχόλια »

Πριν από 50 χρόνια: Γεώργιος Παπανδρέου και Ηλίας Ηλιού μέσα από το πενάκι του Μποστ

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2014

Ο Μποστ αρέσει στο ιστολόγιο και, ελπίζω, σε αρκετούς αναγνώστες και φίλους. Εδώ και λίγο καιρό ανεβάζω, πότε-πότε, σκίτσα του Μποστ που σχολιάζουν σημαντικά γεγονότα που συνέβηκαν πριν από 50 χρόνια. Το προηγούμενο σκίτσο αυτής της σειράς, που σχολίαζε τον θάνατο του βασιλιά Παύλου το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από ένα μήνα περίπου, οπότε καιρός είναι να προχωρήσουμε στην επόμενη συνέχεια σε αυτό το μάθημα πρόσφατης ιστορίας.

Βρισκόμαστε στις αρχές Απριλίου 1964. Το πολιτικό γεγονός των ημερών ήταν η παρουσίαση των προγραμματικών δηλώσεων της νέας κυβέρνησης Παπανδρέου στη Βουλή, που είχε μόλις ολοκληρωθεί. Μια και η κυβέρνηση διέθετε άνετη πλειοψηφία, δεν δυσκολεύτηκε να πάρει ψήφο εμπιστοσύνης. Η αξιωματική αντιπολίτευση, η ΕΡΕ, αποχώρησε λίγο πριν από την ψηφοφορία «με ασήμαντον πρόσχημα», όπως έγραψε ο φιλοκυβερνητικός τύπος της εποχής -επειδή ο Λουκής Ακρίτας, αγορεύοντας στη Βουλή, δεν δέχτηκε διακοπή από τον αρχηγό της ΕΡΕ, τον Π. Κανελλόπουλο. Μαζί με την ΕΡΕ αποχώρησαν και οι σύμμαχοί της, το μικρό Κόμμα των Προοδευτικών του Σπ. Μαρκεζίνη.

Η αριστερή ΕΔΑ όχι μόνο δεν αποχώρησε, αλλά ούτε καν καταψήφισε τις προγραμματικές δηλώσεις, επιλέγοντας να ψηφίσει λευκό, πάντοτε στη γραμμή της κριτικής στήριξης που ακολουθούσε απέναντι στην κυβέρνηση Παπανδρέου. (Να θυμίσουμε άλλωστε ότι στις εκλογές της 16.2.64 η ΕΔΑ δεν παρουσίασε υποψήφιους σε αρκετές ‘άγονες’ περιφέρειες, δηλ. εκεί που δεν είχε ελπίδα να εκλέξει βουλευτή, διευρύνοντας έτσι την εκλογική νίκη της Ένωσης Κέντρου). Αυτή την ιδιότυπη στάση απέναντι στη νέα κυβέρνηση απηχεί και το σκίτσο του Μποστ, που έχει βυζαντινό ύφος για λόγους που θα γίνουν αμέσως κατανοητοί:

mpostbyzant

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βυζάντιο, Γελοιογραφίες, Δικτατορία 1967-74, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , | 44 Σχόλια »

Το Νοέμβρη, λοιπόν

Posted by sarant στο 17 Νοέμβριος, 2013

Σήμερα κλείνουν σαράντα χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου και προς στιγμή σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω το περυσινό άρθρο, έστω επικαιροποιημένο. Επειδή όμως είναι Κυριακή, που βάζουμε λογοτεχνική και φιλολογική ύλη, αποφάσισα να βάλω ένα σχετικό λογοτέχνημα. Και τελικά κατέληξα να ευλογήσω τα γένια μου, αφού αποφάσισα να σας παρουσιάσω ένα δικό μου διήγημα, που περιλαμβάνεται στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων (Για μια πορεία, 1984) και που το είχα ανεβάσει στον παλιό μου ιστότοπο μαζί με άλλα λογοτεχνικά έργα για το Πολυτεχνείο. Η εικόνα είναι παρμένη από μια άλλη αναδημοσίευση του διηγήματος στον ιστότοπο της Bibliothèque.

Το Νοέμβρη, λοιπόν

polyt-620x889Από τότε που το τανκς εκείνο το Νοέμβρη γκρέμισε την κεντρική πύλη τού Πολυτεχνείου, της οδού Πατησίων, η είσοδος αυτή δεν χρησιμοποιείται· εκείνη η συγκεκριμένη καγκελόπορτα, βέβαια, ρημαγμένη απ’ τις ερπύστριες, ωστόσο όχι ολότελα ξεχαρβαλωμένη, φυλάγεται κάπου σαν κειμήλιο του αγώνα και μοναχά στους γιορτασμούς εκτίθεται στο κοινό προσκύνημα. Αλλά και η τωρινή η πόρτα σπανιότατα ανοίγει, κι αυτό σ’ ανάλογες περιστάσεις, κατά τις επετείους δηλαδή. Μόνο τα παραπόρτια της άνοιγαν συχνά-πυκνά, αλλά κι αυτά τώρα κλειστά τα κρατούν, θαρρώ· έτσι όλος ο κόσμος, καθημερνώς, από τις πύλες των οδών Στουρνάρα και Τοσίτσα μπαινοβγαίνει, αλλά καθώς αυτή η τελευταία τα απογέματα κλείνει νωρίς, οι πιο πολλοί απ’ τη Στουρνάρα εξυπηρετούνται. Μπροστά στην πόρτα αυτή κόσμος μαζεύεται όχι μόνο τα πρωινά, αλλά ολημέρα, γιατί έχει καθιερωθεί από τους φοιτητές σαν μέρος για να δίνουν ραντεβού· κι έτσι, σε ώρες καίριες, σημαδιακές εξόδου, οχτώ-οχτώμιση ας πούμε, ή κι αργότερα, πλήθος θα βρεις εκεί να περιμένει, είτε πολλούς μαζί να κουβεντιάζουν μεγαλόφωνα, είτε μοναχικούς στημένους να μέμφονται το έτερον ήμισυ κοιτώντας κάθε λίγο το ρολόι τους, και δεν είναι σπάνιο δυο ή τρεις ξεχωριστές παρέες που ’χουνε δώσει εκεί τα ραντεβού τους να ενωθούν, κι όλοι μαζί να πάνε στο σινεμά ή στην ταβέρνα ή όπου αλλού. Συνήθως κάποιος αργοπορεί περισσότερον του δέοντος, οπότε οι σύντροφοί του φεύγουν αφήνοντας του μήνυμα, «Γιάννη θα ’μαστε εκεί κι εκεί», γραμμένο πάνω σε μια απ’ τις αφίσες — κατά προτίμηση να έχει άσπρο φόντο — που θα σκεπάζουν τις κολώνες εκατέρωθεν της πόρτας· γιατί οι αφίσες διακοσμούν ολοχρονίς τους εξωτερικούς τοίχους τού «ιδρύματος», ιδίως δε τις δυο πλευρές τού τετρα­γώνου, από την Πατησίων και τη Στουρνάρα, που και πιο πολυσύχναστες είναι, και άφθονο ωφέλιμο χώρο προσφέρουν στον αφισοκολλητή· βλέπεις, απ’ τη μεριά τής Μπουμπουλίνας το κτίριο έχει κάγκελα όπου ως γνωστόν είναι αδύνατο να κολληθεί επιτυχώς χαρτί, ενώ η Τοσίτσα είναι δρόμος ιδιόμορ­φος, στα εκεί παγκάκια και παρτέρια την αράζουν τουρίστες, υπερήλικες και ζευγαράκια ερωτευμένα που η πείρα απέδειξε πως σπάνια προσέχουν τη φωνή των τοίχων· έχει κι αυτή όμως το μερίδιό της. Στους τοίχους άλλωστε, εκτός από αφίσες, βρίσκεις και συνθήματα· άλλα είναι γραμμένα σε χαρτί και κολλημένα, οπότε λέγονται χαρτοπανώ, και άλλα έχουν κατευθείαν φιλοτε­χνηθεί — με σπρέι και σπανιότερα μπογιά — απάνω στο γυμνό τοίχο· γράφουνε και με μαρκαδόρο, συνήθως ευφυολογήματα, αλλά αυτά δεν είναι ορατά παρά μονάχα εκ του πλησίον και δεν μπαίνουν στο λογαριασμό. Παλιότερα, όλη αυτή η δραστηριό­τητα δεν άρεσε καθόλου στη Σύγκλητο του ιδρύματος και σε τακτά χρονικά διαστήματα πλάκωνε συρφετός ολόκληρος κλη­τήρες, επιστάτες, θυρωροί, που αρματωμένοι με μάνικες και βούρτσες, με σπάτουλες και άλλα αιχμηρά αντικείμενα απογύ­μνωναν τους τοίχους μ’ αξιοπρόσεχτη επιμονή και υπομονή και έσβηναν, σκεπάζοντάς τα με μπεζ μπογιά, όσα συνθήματα ήσαν γραμμένα· παράλληλα, σε περίοπτα κι απρόσιτα σημεία, ψηλά-ψηλά, χέρι ανθρώπου να μη μπορεί να τα ζυγώσει, κάρφωσαν πινακίδες όμορφες μεταλλικές, που μας προέτρεπαν να σεβα­στούμε το μνημείο· του κάκου βέβαια, γιατί εμείς οι ασεβείς διαρκώς κολλάγαμε, παρόλο που μας λέγαν ακαλαίσθητους. Και για να πούμε του στραβού το δίκιο, ακόμα και από αισθητικής πλευράς, συνήθως ήταν όμορφο το κτίριο ντυμένο ολόγυρα λογιώ-λογιώ πολύχρωμες αφίσες να σχηματίζουν διάφορα περίεργα κολλάζ όπως τυχαία βρίσκονταν η μια δίπλα και πάνω από την άλλη –και οπωσδήποτε, πολύ πιο όμορφο ήτανε τότε, παρά μετά από κάθε «επιχείρηση αρετής» του αφισοκτόνου αποσπάσματος, άθλιο θέαμα πεδίου μάχης οι τοίχοι, γεμάτοι ξέφτια θλιβερά χαρτιού, με τόπους-τόπους γκρίζα ή μπεζ μπαλώματα και από κάτω να αχνοφαίνονται τα ρωμαλέα κόκκινα γράμματα των συνθημάτων αλλά είπαμε –σύστημα λερναίας ύδρας, Παρασκευή απόγεμα τα καθαρίζανε, Δευτέρα βράδι είχαν πάλι ξεφυτρώσει και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρι που πάψαν ν’ ασχολούνται με την αισθητική και την καθαριότητα οι συγκλητικοί μας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , | 86 Σχόλια »

Ο Πρόεδρος Ταμέλης (Γιώργος Ιωάννου)

Posted by sarant στο 28 Απρίλιος, 2013

Το σημερινό διήγημα του αγαπημένου μου Γιώργου Ιωάννου, που περιγράφει το πώς έζησε ο ίδιος αλλά και οι Θεσσαλονικιοί γενικά τη μέρα του πραξικοπήματος στις 21 Απριλίου 1967 είχα σκοπό να το ανεβάσω την περασμένη εβδομάδα, που είχαμε την αποφράδα επέτειο, αλλά για τεχνικούς, που λέμε, λόγους, δηλαδή επειδή δεν είχα φροντίσει να το βρω, τελικά έβαλα ένα άλλο διήγημα, τον Αγνοημένο φιλέλληνα του Μάριου Χάκκα. Στο μεταξύ, χάρη στη βοήθεια της αγαπητής φίλης Έφης το διήγημα του Ιωάννου βρέθηκε, και πληκτρολογήθηκε χάρη στη φίλη Μαριλένα, οπότε το ανεβάζω σήμερα. Έτσι κι αλλιώς η επικαιρότητα διατηρείται κατά κάποιο τρόπο, αφού η 21.4.1967 ήταν Παρασκευή του Λαζάρου, σαν προχτές δηλαδή -και την Κυριακή των Βαΐων ήταν προγραμματισμένη η συγκέντρωση του Γ. Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη.

Ομολογώ ότι δεν μπόρεσα να ξεδιαλύνω μερικές αναφορές του Ιωάννου, π.χ. στον Βλαχοδήμο (μια καλή φίλη με πληροφορεί ότι ήταν κατάστημα με δερμάτινα είδη, άρα από κει θα αγόρασε ο «μπουρτζόβλαχος» τα γάντια του ίσως ήταν κάποιος ανώτερος αξιωματικός της αστυνομίας) ή για τον «γιο της συφιλιδικής», ούτε ξέρω ποιον εννοεί ότι αργότερα λύγισε και έκανε μεγάλο κακό στη Δημοκρατική Άμυνα. Ωστόσο, το φύλλο της Μακεδονίας της 21ης Απριλίου, αυτό που αγόρασε ο Ιωάννου πριν πάρει χαμπάρι ότι έχει γίνει πραξικόπημα, υπάρχει ονλάιν. Αν δείτε το πρωτοσέλιδο, που καλά το θυμάται ο Ιωάννου, ίσως προσέξετε ότι μερικοί τίτλοι είναι γραμμένοι με «τονισμό κουκκίδας» δηλ. έχουν μια κουκκίδα αντί για πνεύματα ή τόνους. Αυτό το είχε ξεκινήσει η Μακεδονία από το 1964.

Ο Πρόεδρος Ταμέλης είναι περίπτωση ραμονιού, αλλά αν δεν ξέρετε τι σημαίνει ραμόνι καλύτερα να διαβάσετε πρώτα το διήγημα για να μη σας χαλάσει το σασπένς. Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή «Εφήβων και μη», και εδώ παρουσιάζεται με μετατροπή σε μονοτονικό αλλά διατήρηση της (έτσι κι αλλιώς σύγχρονης) ορθογραφίας του πρωτοτύπου.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΑΜΕΛΗΣ

Στις 21 Απριλίου 1967 το πρωί στη Θεσσαλονίκη ήταν ήλιος και ωραίος καιρός. Όμως δεν ξέραμε ακόμα τι μας γινότανε, ώστε να ψάλλουμε τον παλιό μας ύμνο «Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;». Κι έτσι αποδίδαμε τον καλό καιρό στην εποχή του και στο ότι – άλλη λογική αυτή– σε εννιά μέρες ήτανε Πάσχα. Αυτή η μέρα, δηλαδή η Παρασκευή, κι ακόμα μία, το Σάββατο των Βαΐων, απόμνεισκε για τα σχολεία. Μετά κλείνανε για τις διακοπές και για δεκαπέντε μέρες ησυχάζαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Πρόσφατη ιστορία, Ραμόνια | Με ετικέτα: , , , , | 43 Σχόλια »

Ένας αγνοημένος φιλέλληνας σε μια σημαδιακή μέρα

Posted by sarant στο 21 Απρίλιος, 2013

Μέρα που είναι, 46 χρόνια από τη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, σκέφτηκα να βάλω ένα διήγημα σχετικό με την πρώτη μέρα της δικτατορίας. Είχα κατά νου ένα αφήγημα του Γιώργου Ιωάννου, δεν θυμάμαι τον τίτλο, όπου εμφανίζεται ο μυστηριώδης «Πρόεδρος Ταμέλης» που υποτίθεται πως υπέγραφε τα πρώτα διαγγέλματα της χούντας (στην πραγματικότητα, ο εκφωνητής έλεγε στο τέλος: Ο Πρόεδρος, Τα μέλη). Αργά όμως συνειδητοποίησα ότι δεν το έχω, οπότε το αφήνω για μιαν άλλη χρονιά. Την πρώτη μέρα της χούντας την περιγράφει και το Ψαράκι της γυάλας, του Μάριου Χάκκα, που όμως είναι πασίγνωστο, αφού έχει μπει και στα κείμενα λογοτεχνίας του Λυκείου, για τον ημιπαροπλισμένο αριστερό που περιφέρεται με μια φραντζόλα στο χέρι (παραλλακτική αξία) στην πόλη, μάταια αναζητώντας ενδείξεις εξέγερσης των άλλων, ώσπου τελικά γυρίζει σπίτι δικαιολογούμενος ότι πρέπει να αλλάξει νερό στο ψαράκι που έχει στη γυάλα. Το διήγημα υπάρχει εδώ, αλλά όπως είπα είναι πασίγνωστο, οπότε σκέφτηκα ένα άλλο του Χάκκα, που όμως δεν αναφέρεται στην εποχή της χούντας αλλά πιο πριν, στην καραμανλική οχταετία, και σε έναν αγνοημένο φιλέλληνα.

Πριν όμως βάλω το διήγημα, μέρα που είναι, θέλω να αναφερθώ σε ένα αδιανόητο, ή έτσι θα έπρεπε να είναι, περιστατικό. Στο χτεσινό φύλλο του Εθνικού Κήρυκα, της μεγαλύτερης ομογενειακής εφημερίδας των ΗΠΑ, που κοντεύει να κλείσει έναν αιώνα ζωής, στην 11η σελίδα δημοσιεύτηκε μια κατάπτυστη «διαφημιστική καταχώρηση», μια φωτοσοπιά που εμφανίζει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο στο μπαλκόνι μιας κατάμεστης από λαό πλατείας να χαιρετάει τα πλήθη, λες και τόλμησε ποτέ ο δικτάτορας να κάνει ελεύθερες συγκεντρώσεις. Υπάρχει και κείμενο, που τιτλοφορείται «Ζήτω η 21η Απριλίου 1967, ενώ διαγώνια στη φωτογραφία, σαν μαύρο περιβραχιόνιο, εμφανίζεται η λέξη «δικαιώθηκε». Όλη η σελίδα, εδώ. Βέβαια, σε δημοσκόπηση της Ελευθεροτυπίας, το 30% όσων ρωτήθηκαν απαντούν ότι επί Χούντας τα πράγματα ήταν καλύτερα.

Μάριος Χάκκας – Ένας αγνοημένος φιλέλληνας
(Από τη συλλογή Τυφεκιοφόρος του εχθρού, με μετατροπή σε μονοτονικό και υποτυπώδη εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας).

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής, ήταν ένας απλός ταγματάρχης. Περιοδεύοντας από τάγμα σε τάγμα, τον παραστέκανε δυο νεαροί λοχαγοί, πλαισιωμένοι κι αυτοί, δεξιά από τον κάθε φορά αλφαδύο αξιωματικό της μονάδας, αριστερά από το βοηθό υπαξιωματικό του ίδιου γραφείου. Και οι πέντε μαζί αποτελούσαν την επιτροπή ηθικής αγωγής, ένα ανώτερο δικαστήριο ψυχών, πενταμελές εφετείο με κατασταλαγμένες απόψεις, τελεσίδικες σκέψεις για το τι είναι εθνικώς επιζήμιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Δικτατορία 1967-74, Επετειακά, Λογοτεχνία | Με ετικέτα: , , , | 123 Σχόλια »