Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εθνοφαυλισμοί’ Category

Ο χάρτης του φαντάρου

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2017

Πριν από μερικούς μήνες είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο για τα «νεοελληνικά ακληρήματα» δηλ. τα περιπαιχτικά ή μειωτικά παρατσούκλια που έχουν βγει για τους κατοίκους διαφόρων περιοχών της Ελλάδας. Στα σχόλια του άρθρου εκείνου επισημάνθηκε, σωστά, ότι πολλά από τα παρατσούκλια αυτά διαδίδονται από τους φαντάρους που υπηρετούν στον αντίστοιχο τόπο. Κάποια ίσως και να τα έχουν επινοήσει φαντάροι.

Σήμερα δημοσιεύω ένα άρθρο που επιχειρεί να καταγράψει όλα τα ειρωνικά ονόματα που χρησιμοποιούνται από φαντάρους. Θα ήταν ιδανικό να έχω και πραγματικό χάρτη της Ελλάδας με τα ονόματα σημειωμένα, αλλά δεν διαθέτω γραφιστικές ικανότητες. Αν έχει κανείς καιρό και όρεξη….

Το άρθρο που θα διαβάσετε ήταν ενταγμένο σε ένα βιβλίο για τη γλώσσα του στρατού, που είχαμε ξεκινήσει να γράφουμε, το 2009, ένας φίλος κι εγώ, αλλά που δεν ολοκληρώθηκε, ελλείψει ενδιαφέροντος από εκδότες. Οπότε, ας αξιοποιηθεί εδώ.

Ο χάρτης του φαντάρου

Σύμφωνα με το στερεότυπο, ο φαντάρος μισεί τον τόπο όπου υπηρετεί, περίπου ανεξάρτητα από τις φυσικές του καλλονές, τον χαρακτήρα των ντόπιων ή τις ευκαιρίες διασκέδασης που προσφέρει. Όσο καλά κι αν έχει περάσει, όταν έρθει το χαρτί της μετάθεσης ή της απόλυσης (η «ροζαλία») θα αναφωνήσει θριαμβευτικά: Πουτάνα (π.χ.) Γκασμαδία, δεν έμεινε καμία!

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Αργκό, Γεωγραφία, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία, Στρατός | Με ετικέτα: , | 173 Σχόλια »

Σούρδοι και ακανέδες: νεοελληνικά ακληρήματα (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 13 Οκτώβριος, 2016

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου -για να είμαι ακριβέστερος, ενός πολύ παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε όταν το ιστολόγιο μόλις έκλεινε τρεις μήνες ζωής. Η σημερινή επανάληψη δεν γίνεται επειδή δεν προλαβαίνω να γράψω κάτι φρέσκο, αλλά επειδή, καθώς οι αναγνώστες και οι σχολιαστές του ιστολογίου έχουν αλλάξει (και πολλαπλασιαστεί) μέσα σε αυτά τα εφτάμισι χρόνια, δεν αποκλείεται ο κατάλογος που θα παρουσιάσω να εμπλουτιστεί ουσιαστικά με τα σχόλιά σας. Άλλωστε, και στην πρώτη δημοσίευση είχαν γίνει πολύ καίρια σχόλια, τα οποία ενσωματώνω στην τωρινή αναδημοσίευση, κάτι που έτσι κι αλλιώς ήθελα εδώ και καιρό να το κάνω, και μάλιστα το είχα υποσχεθεί παλιότερα.

Όταν λέω ‘ακληρήματα’, εννοώ τα τοπωνυμικά παρατσούκλια, πάντα σχεδόν χλευαστικά ή έστω σατιρικά, που λέγονται για τους καταγόμενους από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Τα «ακληρήματα» είναι τίτλος ενός βιβλίου που έχει βγει και είναι αφιερωμένο στο θέμα, αλλά επειδή δεν έχω δει το βιβλίο (μάλιστα νόμιζα πως είναι εξαντλημένο) δεν ξέρω αν ο όρος αναφέρεται ειδικά στα παρατσούκλια ή αν εννοεί γενικά τον αλληλοσατιρισμό. Θα μπορούσαμε να τα πούμε και αλληλοφαυλισμούς ή κάτι τέτοιο.

Τον όρο «ακλήρημα» μαζί με τον αντίθετό του (ευκληρήματα) τον χρησιμοποιεί και μια εργασία που έπεσε πρόσφατα στα χέρια μου, με τον τίτλο Ακληρήματα – ευκληρήματα Καρπάθου. Εννοείται ότι οι μειωτικοί χαρακτηρισμοί είναι πολύ περισσότεροι από τους επαινετικούς, διότι αν δεν ειρωνευτείς τον κοντοχωριανό σου πώς θα τονώσεις το αίσθημα της αυτοεκτίμησής σου;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 173 Σχόλια »

Τα πειράγματα (Α. Καρκαβίτσας)

Posted by sarant στο 13 Απρίλιος, 2015

Οι δεύτερες μέρες των μεγάλων γιορτάδων, του Πάσχα και των Χριστουγέννων δηλαδή, είναι από τις πιο ανθεκτικές αργίες, εκείνες που δεν μπόρεσε μήτε ο θριαμβολογών καπιταλισμός να εξαρθρώσει. Είναι αργίες και για τη μπλογκόσφαιρα, καθώς έτσι κι αλλιώς η κίνηση έχει μειωθεί. Άλλες χρονιές δεν έβαζα καθόλου άρθρο τέτοια μέρα, είτε επειδή είχα φύγει μακριά είτε γιατί δεν άντεχα να στρωθώ να γράψω έχοντας μόλις σηκωθεί απ’ το γιορταστικό τραπέζι. Πέρσι, η δεύτερη μέρα του Πάσχα έπεφτε εικοστή πρώτη Απριλίου κι έβαλα ένα κομμάτι με αναμνήσεις από κείνη τη μέρα. Για φέτος, σκεφτόμουν κάτι λογοτεχνικό, που να μην είναι ακριβώς πασχαλινό, αφού τέλειωσαν οι γιορτές, αλλά να μην είναι και τελείως άσχετο -και τελικά νομίζω πως το βρήκα.

Πριν από κάμποσες μέρες, φίλος του ιστολογίου είχε εκφράσει την επιθυμία να βάλουμε ένα διήγημα από τα Λόγια της πλώρης του Καρκαβίτσα. Πολλά θα μπορούσα να διαλέξω, τα έχω άλλωστε ανεβάσει όλα στον παλιό μου ιστότοπο, με την ωραία παλιά εικονογράφηση και σε μερικά με εξηγήσεις των ναυτικών όρων που χρησιμοποιούνται, πληκτρολογημένα τα περισσότερα από τον πολύτιμο φίλο Γιάννη Π., φιλόλογο, που έχει πλουτίσει το ελληνικό λογοτεχνικό Διαδίκτυο με δεκάδες μεγάλα κείμενα. Διάλεξα τα «Πειράγματα», παρόλο που το θέμα του δεν είναι καθαυτού ναυτικό, δεν έχει δηλαδή σύγκρουση με τη θάλασσα και με τα στοιχιά της, αφενός επειδή έχει στην πλοκή κάποια σχέση με το Πάσχα, και αφετέρου επειδή πιάνει τα πειράγματα για τους κατοίκους διάφορων τόπων, θέμα που ενδιαφέρει το ιστολόγιο -δείτε, ας πούμε, τα παλιότερα άρθρα μας για τα Ακληρήματα και για τον Υμνούμενο. Τέτοιες ιστορίες ήταν πολύ΄διαδεδομένες παλιότερα,πριν γίνουμε οι μισοί Αθηναίοι.

peiragmataΤΑ ΠΕΙΡΑΓΜΑΤΑ

Είδες τόνε, είδες τόνε; – Είδα τόνε. – Κι ίντα φορούσε; – Άσπρη βράκα, άσπρη βράκα! – Κι ακόμα δεν την έβαψε!…

Ο Πέτρος Σαντορινιός ο θερμαστής, περνώντας καταϊδρωμένος από τη μηχανή στην πλώρη, έριξε αδιάφορα τάχα τα λόγια του σε μερικούς ναύτες που έραφταν καθισμένοι κατάχαμα ένα πανί. Με τούτα θέλουν να ειπούν οι ναυτικοί πως οι Καστελοριζίτες, αφήνοντας το νησί τους για να ζητήσουνε στα ξένα τύχη, φορούν άσπρη φουφουλόβρακα και τη βάφουν μόλις καλυτερέψουν τα οικονομικά τους. Γι’ αυτό κάποιου ξενιτεμένου η γυναίκα συχνορωτά όσους γυρίζουν στην πατρίδα, όχι τόσο για την υγειά του αντρός της, όσο για την προκοπή του και κράζει μελαγχολικά, που δεν αναγνωρίζει το ποθητό χρώμα στο φόρεμά του. Οι ναύτες τώρα, στη δουλειά τους προσηλωμένοι, καθόλου δεν επρόσεξαν στο θερμαστή και τα λόγια του. Ο Στελόγιωργας όμως, που γνώριζε πατρίδα του αυτό το ξερονήσι, αν και είχε γεννηθεί στη Νάξο, πήδηξε άξαφνα σαν τον κέντησαν στον πισινό. Αυτόν ηθέλησε να πειράξει ο Σαντορινιός με τα λόγια του! Μα αυτός είχε συνήθεια να μη χαρίζεται σε κανένα. Ζεστό ήξερε να χτυπά το σίδερο. Και λυγίζοντας τη φωνή του σύμφωνα με την προφορά των γυναικών της Σαντορίνης, ανταπόδωκε αμέσως το πείραγμα.

– Και μπρε το πουλί μου… Τσ’ αν πας στο Ταϊγάνι τσ’ ερθείς με το καλό, να μου φέρεις ένα φλασκί ταμπάκο, να σε γλυκοφιλώ!…

Ο θερμαστής είχε το ένα πόδι στη σκάλα κι ετοιμαζόταν να βάλει και τ’ άλλο. Πήγαινε ν’ αλλάξει τα βρεμένα ρούχα του. Ακούοντας όμως του ναύτη τα λόγια πισωπάτησε αλαφιασμένος, σα να είδε το φίδι εμπρός του. Α! μα αυτό ήταν πάρα πολύ!… Τ’ ήθελε ν’ ανακατέψει τις γυναίκες στα πειράγματά του ο Στελόγιωργας; Ναι, αληθινά· η μάνα του έβαζε ταμπάκο κι η αδερφή του· συνήθεια του τόπου. Με τούτο όμως δε θα ειπεί πως η γυναίκα εκεί άλλαξε ολωσδιόλου· πως από τα στολίδια και τα ρούχα και τα συγύρια του σπιτιού της προτιμά ένα φλασκί ταμπάκο!… Ο θερμαστής κοίταξε κατάματα το ναύτη, να γνωρίσει αν τα είπε με κακό σκοπό τα λόγια του, να προσβάλει στ’ αληθινά. Ξέρουν όλοι μέσα στο καράβι πως αυτός δεν τις δέχετ’ εύκολα τις προσβολές. Είδε όμως το πρόσωπό του να λάμπει από ειλικρίνεια· γνώρισε στα μάτια του άδολη τη χαρά που κατόρθωσε να τον θυμώσει τόσο εύκολα. Έφτυσε δυο τρεις φορές στα πόδια του, έσκασε τα γέλια και άρχισε ν’ αναζητά στη μνήμη του τόσα άλλα ανέκδοτα που έχουν για τους Καστελοριζίτες οι ναυτικοί. Αθέλητα όμως πειράχτηκαν τα νεύρα του και το μυαλό σταμάτησε απότομα, όπως σταματά η μηανή στο βαπόρι μ’ ένα κατέβασμα της λάμας. Δε δούλευε καθόλου π’ ανάθεμά το! Διάβαιναν εμπρός του πλήθος τα πειράγματα, όμως κουλουριασμένα σαν αρμαθιά χελιών, που δε γνωρίζεις πού η ουρά τελειώνει και πούθε αρχίζει το κεφάλι. Θυμήθηκε τη χαρά του πεθερού, όταν είδε το γαμπρό του ξεβράκωτο: – «Γεια σου, καλέ γαμπρέ, που θα χορτάσεις το καημένο το κορίτσι μου!»· ξεχώρισε τη μονάκριβη συκιά που έχει το νησί και μνημονεύεται σε όλα τα προικοσύμφωνα, μα δεν είχε πρόχειρα και τα λόγια τους: Γράψε, γράψε! – Γράψε και τι να γράψω; – Γράψ’ ένα κλωνί συκιά περ πονέντε!…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Διηγήματα, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί | Με ετικέτα: , | 95 Σχόλια »

Του Γραικού το σαλτανάτι, του Βουργάρου το γινάτι

Posted by sarant στο 8 Αύγουστος, 2014

Το καλοκαίρι, το έχουμε ξαναπεί, βάζουμε πότε-πότε επαναλήψεις, άρθρα από τα πρώτα χρόνια του ιστολογίου μας, που πιθανώς οι σημερινοί αναγνώστες να μην τα έχουν διαβάσει. Και το σημερινό άρθρο επανάληψη είναι, αν και αυτή τη φορά διάλεξα να αλλάξω εντελώς τον αρχικό τίτλο, που ήταν «Όπου πατάει ο Έλληνας, χορτάρι δε φυτρώνει!» Το παλιό εκείνο άρθρο, που είχε δημοσιευτεί πριν από πέντε χρόνια και βάλε, ήταν συνεργασία του φίλου Ηλεφούφουτου. Εδώ τη μεταφέρω έχοντας προσθέσει μερικά πράγματα από τα σχόλια του αρχικού άρθρου.

Με χαρά παρουσιάζω μια ενδιαφέρουσα εργασία του αγαπητού Ηλεφούφουτου, που εστιάζεται σε μια πτυχή του ευρύτερου θέματος των εθνικών στερεοτύπων: στα στερεότυπα που υπάρχουν σε διάφορες γλώσσες και πολιτισμούς για τους Έλληνες. Έχει περισσότερο ιστορικό ενδιαφέρον, με την έννοια ότι οι παροιμίες και φράσεις τις οποίες θα δείτε πιο κάτω είναι εντελώς άγνωστες σε σημερινούς Βούλγαρους. Το βασικό στερεότυπο που υπάρχει σήμερα στα βουλγάρικα για τους έλληνες είναι «βυζαντινός» (βιζαντίετς), που χρησιμοποιείται συχνά στις εφημερίδες. Περισσότερα για τον εθνοφαυλισμό αυτόν μπορείτε να δείτε σε άρθρο των Ιών, εδώ.

Ο Ηλεφούφουτος αντλεί το υλικό του από ένα πολύτομο βουλγάρικο λεξικό, του Νάιντεν Γκέροφ, που κυκλοφόρησε πριν από έναν αιώνα και κάτι. Στο τέλος, προσθέτω κι εγώ τα δικά μου.

Το λήμμα Έλληνας από το λεξικό του Γκέροφ

Το λήμμα Έλληνας από το λεξικό του Γκέροφ

Найден Геров,  Речник на блъгарский язик с тлъкувание речити на блъгарски и руски ( = Λεξικό της βουλγάρικης γλώσσας με ερμηνείες στα Βουλγάρικα και στα Ρώσικα)  (1895–1904), 5 τόμοι + συμπλήρωμα το 1908 από τον Πάντσεφ

Παρά τον τίτλο του λεξικού, οι εξηγήσεις στα Ρωσικά είναι καθ’ όλο το λεξικό λίγες και σποραδικές.

Λίγα λόγια για τον κυριούλη:
Την πανεπιστημιακή του παιδεία την απέκτησε στη Ρωσία, μέρος όμως από τη σχολική του εκπαίδευση το έλαβε στο ελληνικό σχολείο της Φιλιππούπολης (Πλόβντιβ). Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων κατά το 19ο αι.

Το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε ήταν η προώθηση της συμμαχίας των Βουλγάρων με τη Ρωσία και η καταπολέμηση, με ιδιαίτερη εμπάθεια, της ελληνικής (φαναριώτικης) επιρροής στα μέρη του. Ιδιαίτερα ευαίσθητος ήταν στο θέμα των Βούλγαρων που “προσπαθούν να γίνουν Έλληνες”. Όλα αυτά τον έκαναν ιδιαίτερα μισητό στους Φαναριώτες που πρωταγωνίστησαν σε εκείνες τις κόντρες, πράγμα που αποδεικνύεται από τα επανειλημμένα διαβήματά τους προς τις οθωμανικές αρχές εις βάρος του, με τα οποία προσπαθούσαν να τις πείσουν (γλιτς γλιτς) ότι είναι επικίνδυνος και Ρώσος κατάσκοπος.

Μεγάλη προσπάθεια κατέβαλε μεταξύ άλλων και προκειμένου να προβάλει στους Βουλγάρους τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, ώστε να γίνουν σημεία αναφοράς της εθνικής τους συνείδησης. Ανέπτυξε ένα δικό του σύστημα γραφής για τη βουλγαρική γλώσσα, όπου το μεν αλφάβητο είναι σχεδόν ίδιο με το καθαυτού κυριλλικό η δε ορθογραφία ακολουθεί αυστηρά το ετυμολογικό κριτήριο, ώστε να αναδεικνύεται η σχέση της σύγχρονής του Βουλγαρικής με την παλιά εκκλησιαστική Σλαβική. Τελικά το σύστημά του δεν υιοθετήθηκε και ξενίζει έντονα τους σημερινούς Βουλγάρους. Το υλικό του για το λεξικό προέρχεται από τη λαϊκή γλώσσα της εποχής και αποθησαυρίζει χιλιάδες παροιμίες και δημοτικά τραγούδια. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η λαογραφία  ανθούσε κι έθαλλε στη Ρωσία την εποχή του και αποτέλεσε βάση (ίσως περισσότερο από τις αναγωγές σε κάποιο ένδοξο απώτερο γλωσσικό παρελθόν) για την ανάπτυξη του ρωσικού εθνικισμού αλλά και των εθνικισμών άλλων σλαβικών και μη εθνών της Ανατολικής Ευρώπης. Το πώς ευνόησαν όλα αυτά έμμεσα και τον δικό μας δημοτικισμό νομίζω ότι δεν έχει τονιστεί αρκετά στην ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Παροιμίες, Πατριδογνωσία, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 82 Σχόλια »

Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της παλιάς Ελλάδας (επαυξημένη επανάληψη)

Posted by sarant στο 31 Ιουλίου, 2014

Όπως έχω ξαναπεί, τώρα το καλοκαίρι το ιστολόγιο θα βάζει και επαναλήψεις, δηλαδή άρθρα που έχουν δημοσιευτεί παλιότερα (με τον όρο να έχουν περάσει τουλάχιστον τρία χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, ώστε, σύμφωνα με το κλισέ, «να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι). Επανάληψη είναι λοιπόν το σημερινό μας άρθρο, αφού είχε ξαναδημοσιευτεί πριν από τεσσεράμισι περίπου χρόνια.

Σε ένα ιστολόγιο που ειδικευόταν στο ρεμπέτικο τραγούδι, βρήκα μια ηχογράφηση του “Υμνούμενου”, που είναι ένα επιθεωρησιακό νούμερο με τον Πέτρο Κυριακό, ηχογραφημένο, όπως λένε, το 1929. Σε μια παρωδία τροπαρίου, ο Κυριακός σε ύφος ψάλτη απαριθμεί πειραχτικούς (ή και ουδέτερους) στερεότυπους χαρακτηρισμούς για τους κατοίκους 45 περιοχών της Ελλάδας και του ελληνικού εξωελλαδικού χώρου, ενώ κάθε τόσο όλοι μαζί, σαν ρεφρέν, ψέλνουν “Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον”, απ’ όπου και ο τίτλος του νούμερου. Δεν νομίζω ότι παρωδείται κάποιο συγκεκριμένο τροπάριο, αλλά το «ρεφρέν» μάλλον είναι παραφθορά των στίχων Υμνούμεν σε, ευλογούμεν σε, δοξολογούμεν σε από τη Δοξολογία της λειτουργίας.

Επειδή βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέροντα τον κατάλογο, έχω βάλει κάποια δικά μου σχόλια αλλά σας προτρέπω και σας παρακαλώ να καταθέσετε όλοι τον σχολιαστικό οβολό σας.

Μεταφέρω το γιουτουμπάκι εδώ:

Στον ιστότοπο stixoi.info βρήκα και τους στίχους, αλλά είχαν πολλά λαθάκια οπότε τα διόρθωσα, και ιδού:

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα.
-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω πρώτα να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.
-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.
-Άντ’ εβίβα λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά, εβίβα.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αθηναίος γκάγκαρος.
Περαιώτης μαουνιέρης.
Αιγενίτης κανατάς.
Ναυπλιώτης ντιστεγκές
Τριπολιτσιώτης μπεκρής.
Μανιάτης κουμπουράς.
Λειβαδίτης μπαμπακάς.
Δημητσανίτης μπαρουτάς
και Τσιριγώτης «έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Μεσολογγίτης ψαράς.
Αγρινιώτης καπνουλάς.
Χιώτης μαστιχάς.
Κρητικός επαναστάτης.
Λιδωρικιώτης γαλατάς.
Μυτιληναίος λαθρέμπορας.
Πυργιώτης ζόρικος
και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Υδραίος ψαρόμυαλος.
Βατικιώτης κρεμμυδάς.
Σαντοριναίος ελαφρόπετρα.
Τζιώτης στενόκαρδος.
Μεγαλουπολίτης λουστρατζής.
Σμυρναίος κορτάκιας.
Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος.
Βολιώτης «γεια σου κυρ-Αντρέα»
Κεφαλλονίτης βλάστημος.
Κερκυραίος κλαπαδόρας.
Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο
Όπου Χιώτης Παντελής
και Καρυστιανός Αλής.
Ηπειρώτης φούρναρης.
Συμιακός σφουγγαράς.
Ελληνοαμερικάνος μπίσνεζμεν.
Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης.
Συριανός λουκουμιτζής
και Κορίνθιος «ο Θεός να σε φυλάει».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Αϊβαλιώτης ζωέμπορας.
Σιφναίος τσουκαλάς.
Αξιώτης πηγαδάς.
Ανδριώτης λεμονάς.
Καρπαθιώτης χτίστης.
Επτανήσιος κανταδόρος
Κυπραίος κουτοπόνηρος.
Σπαρτιάτης παλικαράς
και Νεορκέζος «κούμπωσ’ το σακάκι σου».

Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα ρε λεβέντες μου.

Γενικό σχόλιο: Αν προσέξουμε λίγο τους στίχους, θα δούμε ότι υπεραντιπροσωπεύονται οι περιοχές της Παλιάς Ελλάδας, ενώ από τις νέες χώρες βρίσκει κανείς νησιά Αιγαίου και Κρήτη, Ήπειρο και Θεσσαλονίκη, αλλά πλήρη απουσία της Θράκης και της Μακεδονίας. Αντίθετα, υπάρχει αντιπροσώπευση του εξωελλαδικού ελληνισμού, Κύπρου, Μικρασίας, αλλά και Αμερικής. Όλα αυτά με κάνουν να τοποθετώ τη γέννηση του κειμένου σίγουρα πριν από το 1922 (διότι μετά δεν υπήρχαν Αϊβαλιώτες και Σμυρνιοί, οι δε Μυτιληνιοί δεν μπορούσαν πια να επιδίδονται στο λαθρεμπόριο), κατά πάσα πιθανότητα πριν από το 1912, ίσως μάλιστα στα τέλη του 19ου αιώνα (έτσι εξηγείται η αναφορά σε Κρητικό επαναστάτη, αν και αυτό μπορεί να πηγαίνει και στην πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα).

Σχόλια:

  • Ντιστεγκές είναι ο κομψευόμενος· από το γαλλ. distingué. Λέξη αρκετά συχνή πριν από εκατό χρόνια, σχεδόν ξεχασμένη σήμερα, αν εξαιρέσουμε το τραγούδι για το ευζωνάκι, όπου «ποιος ντιστενγκές, ποιος κουραμπιές μπορεί να βγει μπροστά σε μένα». Ενδεικτικό είναι ότι τη λέξη δεν την έχει κανένα λεξικό της πιάτσας από τα τρία που κοίταξα, την έχει όμως το slang.gr αλλά και (εντελώς απροσδόκητα) ο Μπαμπινιώτης!
  • Το έβαλε τη σαρδέλα και κελάηδησε σχεδόν σίγουρα είναι απόηχος μύθου· δεν είμαι βέβαιος ότι είναι σωστή μια εξήγηση που βρήκα, ότι σημαίνει πως «μπορεί να καταφέρνει και τα αδύνατα». Εγώ για μειωτικό το καταλαβαίνω.
  • Το «τι χαμπάρια μάστορα» στον Πατρινό, το ερμηνεύω ότι του μιλάς κι αυτός πέρα βρέχει.
  • Βάτικα είναι η Νεάπολη της Λακωνίας
  • Το «γεια σου κυρ Αντρέα» στον Βολιώτη αγνοώ τι εννοεί. Πάλι απόηχος μύθου πρέπει να είναι.
  • Το κλαπαδόρας–δόρος; ) για τους Κερκυραίους δεν ξέρω τι σημαίνει. Καλό πάντως δεν μοιάζει (όλη αυτή η στροφή έχει μειωτικούς χαρακτηρισμούς). Κάποιος σχολιαστής της πρώτης δημοσίευσης θυμήθηκε ότι στον Τσιφόρο «κλαπαδούρα» είναι η μπάντα της φιλαρμονικής -ίσως είναι από εκεί.
  • Το σκαλτσοβιομήχανος το λέγαμε παλιά σε μια παρέα, με τη σημασία του απατεώνα (περίπου) αλλά νόμιζα ότι ήταν πατέντα κάποιου από μας. Τελικά, όχι: λέγεται στην Πελοπόννησο με την έννοια του πολυπράγμονα και του απατεώνα.
  • Καρυστιανός Αλής. Στην Κάρυστο είχε μουσουλμάνους που έφυγαν το 1833. Υπάρχει και δημοτικό τραγούδι, θρήνος των μουσουλμάνων που φεύγουν, σε καρυστινό (ελληνικό) ιδίωμα.
  • Αγιοπετρίτης: από τον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας (Αρκαδίας). Παραδοσιακά ήταν καρβουνιάρηδες.
  • Αξιώτης είναι ο Ναξιώτης, βέβαια.
  • Οι Σιφνιοί ήταν πασίγνωστοι για τα πήλινά τους. Ο πατέρας μου μού έμαθε μια αστεία παροιμία που δεν την έχω βρει καταγραμμένη αλλού (αν και την έχει το γκουγκούλ): Όλοι φοβούνται το Θεό / κι ο Σιφονιός τον τοίχο (επειδή το μουλάρι πάει τοίχο-τοίχο και σπάει τα πήλινα)
  • Το «Κούμπωσε το σακάκι σου» το λέμε εννοώντας ότι ο άλλος είναι πονηρότατος απατεώνας. Να προσεχτεί ότι οι νιουγιορκέζοι (έλληνες) δεν θεωρούνται αφελείς σαν τ’ αμερικανάκια.

Υπάρχει και ένα ρεμπέτικο τραγούδι αντίστοιχο του Υμνούμενου: ο “Φασολάς” του Μπάτη.

Να δούμε και τους στίχους, που και πάλι τους βρήκα με λαθάκια στο Διαδίκτυο:

Ελληνας φασολάς, Ιταλός μακαρουνάς
Τούρκος καλέ πιλαφάς,καί Εγγλέζος πατατάς

Οπου Χιώτης Παντελής καί Αξιώτης Καραλής
Αθηναίος καλαμαράς, Περαιώτης λιμανάς

Μα (Αι)Γενήτης κανατάς Μεθενίτης αχλαδάς
Ποριώτης λεμονάς και Υδραίος σφουγγαράς

(μπράβο Μπάτη)

Κρανιδιώτης λαδάς Σπετσώτης ψαράς
Τσάκωνας μανταρινάς και Ναυπλιώτης ντοματάς

Μα Αργείτης πρασάς Μωραϊτης παλικαράς
Καλαματιανός γυναικάς Κουλουριώτης χορευταράς

Εδώ η πρώτη στροφή αφορά εθνικά χαρακτηριστικά ενώ οι επόμενες τοπικά χαρακτηριστικά και παρατσούκλια με εστίαση στον Αργοσαρωνικό. Ο χαρακτηρισμός του Αιγενήτη συμπίπτει με τον Υμνούμενο: καλαμαράς, αλλά στον Ναυπλιώτη, τον Υδραίο, τον Αθηναίο και τον Πειραιώτη υπάρχει διαφωνία.

Αρκετοί από τους χαρακτηρισμούς των δυο τραγουδιών αφορούν τις καλλιέργειες ή τα επαγγέλματα που συνηθίζονται σε κάθε τόπο, ενώ κάποιοι έχουν γίνει στερεότυπα, όπως ο γκάγκαρος Αθηναίος. Αυτά τα στερεότυπα, τα σατιρικά παρατσούκλια για τους καταγόμενους από κάθε τόπο, λέγονται από μερικούς «ακληρήματα» αν θέλετε έναν εντυπωσιακόν όρο, ενώ οι κακίες που λέγονται από τον έναν λαό για τον άλλον έχουν ονομαστεί «εθνοφαυλισμοί» (τον όρο τον πρότεινε ο Αμερικανός μελετητής A.A.Roback,  στα ελληνικά πρέπει να τον έχω πρωτομεταφέρει εγώ, όχι ότι ήθελε και μεγάλη φιλοσοφία). Για τα νεοελληνικά ακληρήματα είχα δημοσιεύσει ένα άρθρο τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, που κάποιαν άλλη φορά θα το ξαναπαρουσιάσω εμπλουτισμένο με τα σχόλια που κάνατε.

Posted in Επαναλήψεις, Επιθεώρηση, Ευτράπελα, Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , | 114 Σχόλια »

Τσιγγάνοι, αθίγγανοι και τσιγγούνηδες

Posted by sarant στο 29 Οκτώβριος, 2013

Τώρα που η μικρή Μαρία αποδείχτηκε τσιγγανάκι, και μάλιστα από τη Βουλγαρία, τα κανάλια έπαψαν να ολοφύρονται για το «ξανθό αγγελούδι», που δεν έχει καμιά σχέση, τάχα, με τα τσιγγανάκια. Βέβαια, το ίδιο το παιδί έχει άλλα ντράβαλα τώρα, πολύ σοβαρότερα, καθώς, όπως όλα δείχνουν, οδεύει προς κάποιο ίδρυμα, έχοντας χάσει την οικογένειά του τη θετή, χωρίς να βρει τη βιολογική –μπορεί να το ανέλαβε το Χαμόγελο του Παιδιού, αλλά το παιδί έχασε το χαμόγελό του.

Το ξανθό αγγελούδι βγήκε γυφτάκι, έγραψε σαρκαστικά κάποιος, χρησιμοποιώντας επίτηδες τη μειωτική ονομασία γύφτος που είναι καθιερωμένη για τους Ρομά, και που δεν θα μας απασχολήσει στο σημερινό άρθρο, επειδή σήμερα λογαριάζω να περιοριστώ στην ιστορία της λέξης «τσιγγάνος», που κι αυτή βέβαια έχει πάμπολλες αρνητικές συμπαραδηλώσεις, έχει όμως και θετικές, και πιστεύω ότι μπορεί να χρησιμέψει εναλλακτικά σαν ελληνικό συνώνυμο του άβολου Ρομά, που καλό είναι στον πληθυντικό, αλλά δεν έχει ούτε θηλυκό ούτε ουδέτερο, τουλάχιστον στα ελληνικά.

Βέβαια στη Ρομανί, τη γλώσσα των Ρομά, ο ενικός αριθμός είναι Ρομ στο αρσενικό και Ρομνί στο θηλυκό γένος, ενώ Ρομά είναι ο πληθυντικός (και, αν δεν κάνω λάθος, Ρομνιά ο πληθυντικός στο θηλυκό). Όμως είναι αμφίβολο αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε στα ελληνικά τους κανόνες κλίσης μιας άλλης γλώσσας, αν και όχι αδιανόητο, εφόσον έχουμε να κάνουμε με μια μειονότητα που ζει στη χώρα μας εδώ και τόσους αιώνες. Η χρήση πάντως των όρων ρομ/ρομνί/ρομά βοηθάει προσωρινά, αν και τελικά προβλέπω να καθιερωθεί το «ο/η/οι ρομά». Δεν βοηθάει βέβαια η λατινογραφή (roma), ούτε ο παρατονισμός «Ρόμα», που κύριος οίδε πού τον ψάρεψε το λεξικό Μπαμπινιώτη και τον κατέγραψε και τον χρησιμοποιεί ακόμα και στην τελευταία έκδοσή του. Σε μιαν άλλη εποχή, θα είχε ίσως καθιερωθεί ή έστω επιχειρηθεί κάποιος εξελληνισμός (Ρομαΐτες, ας πούμε).

Το άρθρο θα λεξιλογήσει, και θα σταθεί ειδικά στην ετυμολογία των τσιγγάνων -και των Ρομ. Σε ένα παλιό κείμενό του (εδώ βρίσκετε ένα καίριο απόσπασμα) ο καθηγητής Γεωργακάς είχε προτείνει ελληνική αρχή για τη λέξη Ρομ, από το Ρωμαίος/Ρωμιός, κάτι όχι παράλογο αφού οι Τσιγγάνοι πρώτα στο Βυζάντιο ήρθαν. Ωστόσο, οι περισσότεροι δέχονται ότι η λέξη Ρομ έχει ινδική/σανσκριτική ετυμολογία (παράδειγμα, αν και υπάρχουν κι άλλες εκδοχές).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Εθνοφαυλισμοί, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 138 Σχόλια »

Ολίγη από μεζεδάκια

Posted by sarant στο 3 Νοέμβριος, 2012

Τον παλιό τον καιρό, αλλά ακόμα και στα εβδομήνταζ, στα εστιατόρια έβρισκε κανείς, πέρα από την ολόκληρη μερίδα, και την «ολίγη». Η ολίγη ήταν λίγο παραπάνω από το μισό της κανονικής μερίδας, αλλά πουλιόταν στη μισή τιμή, άρα συνέφερε τον πελάτη. Κάποιος που ήθελε να δοκιμάσει και ένα δεύτερο πιάτο, έπαιρνε και «ολίγη από (π.χ.) γιουβέτσι», χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά το βαλάντιο ή το στομάχι του. Πρέπει να συνέφερε και τους εστιάτορες, αφού αύξανε την κατανάλωση. Ο λόγος που σταμάτησε να προσφέρεται η  «ολίγη» (αν σταμάτησε) πρέπει να βρίσκεται, περισσότερο, στην υποχώρηση του παραδοσιακού εστιατορίου.

Όλα αυτά δεν τα λέω επειδή ξεκίνησα διατριβή για την παραδοσιακή εστιατορία (ή εστίαση όπως το λέμε τώρα), αλλά για να δικαιολογηθώ που η σημερινή πιατέλα με τα μεζεδάκια μου είναι λειψή -και το λέω εκ των προτέρων για να μη βρεθεί κανείς και διπλώσει την ελλιπή μερίδα και πάει να τη ζυγίσει, όπως το (αληθινό) περιστατικό με τον αστυνόμο που περιγράφει ο Καρυωτάκης στην Πρέβεζα. Επίσης, τα περισσότερα από τα μεζεδάκια μας δεν θα είναι μαργαριτάρια από τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο, όπως συνήθως. Μια δικαιολογία είναι ότι χτες ο Νικοκύρης είχε γενέθλια και δεν στρώθηκε να μαγειρέψει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνοφαυλισμοί, Κοτσανολόγιο, Μεταμπλόγκειν, Μεζεδάκια | Με ετικέτα: , , , | 213 Σχόλια »

Μπακάλης είσαι και φαίνεσαι! (επανάληψη)

Posted by sarant στο 17 Αύγουστος, 2012

Και πάλι επανάληψη, θερινή περίοδος γαρ, με ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου, τώρα όμως σε αρκετά επαυξημένη έκδοση, αφού έχω ενσωματώσει τα σχόλια του αρχικού άρθρου και έχω προσθέσει και κάμποσο υλικό στο τέλος.

Η φωτογραφία από το giapraki.com

Πολλές φορές το ‘μπακάλης’ το λέμε υποτιμητικά, για κάποιον που κάνει χονδροειδείς υπολογισμούς και προχειροδουλειές και πιο συχνό ακόμα είναι το ‘μπακάλικος’ ή ‘μπακαλίστικος’ που το λέμε για έναν εμπειρικό και πρόχειρο τρόπο εργασίας· βέβαια, όταν ο τρόπος αυτός φέρνει αποτελέσματα χωρίς να χολοσκάει για τη θεωρία, μπορεί η λέξη ‘μπακάλικος’ να πάρει και ελαφρώς θετική απόχρωση. Όμως, δεν θα μιλήσω γι’ αυτή καθαυτή τη λέξη.

Θα μιλήσω για την τουρκική λέξη bakkal, από την οποία βέβαια προέρχεται και η δικιά μας ελληνική. Ο bakkal ήταν ο μπακάλης, ο παντοπώλης, αλλά στα χωριά της εποχής εκείνης συχνότατα το μπακάλικο ήταν το μοναδικό μαγαζί. Ο bakkal λοιπόν ήταν και λιγάκι πανδοχέας, και λιγάκι σαράφης, και λιγάκι τοκογλύφος.

Στα χωριά της Μικρασίας και της Αιγύπτου, αυτός ο bakkal ήταν σχεδόν πάντα Ρωμιός. Σε ταξιδιωτικούς οδηγούς Μπαίντεκερ της Αιγύπτου πριν από τον πόλεμο, βρίσκει κανείς φράσεις όπως: Στις περισσότερες πόλεις, ο έλληνας bakkal θα σας δώσει ένα απλό δωμάτιο για ύπνο. Στο βιβλίο Cairo and its environs των Lamplough και Francis διαβάζουμε (στη σελ. 91): every village contains one Greek ” bakkal ” or grocer-moneylender, παναπεί κάθε χωριό έχει και τον δικό του έλληνα μπακαλοσαράφη. Αφού το ισλαμικό δίκαιο απαγόρευε τον έντοκο δανεισμό, οι μπακάληδες αντικατέστησαν τις τράπεζες. Ό,τι έγινε και με τους Εβραίους στη Δύση και την απαγόρευση αυτή τη φορά απ’ την Kαθολική εκκλησία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνοφαυλισμοί, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , | 67 Σχόλια »

Δυο χοχλοί και τρία σάζεν

Posted by sarant στο 27 Απρίλιος, 2011

Προειδοποίηση: Ακολουθεί σεντόναρος και μάλιστα αφιερωμένος σε μεταφραστικά θέματα. 

Στο πλοίο για την Κέρκυρα διάβαζα τη «Στέπα», ένα ωραίο εκτενές διήγημα του Τσέχοφ (και νουβέλα μπορεί να το πείτε) από μιαν έκδοση που μοίραζε πέρσι το Βήμα, με τον όχι πολύ πρωτότυπο τίτλο Διηγήματα, που περιλαμβάνει συνολικά πέντε μεγάλα διηγήματα, διαλεγμένα από δύο παλιότερες συλλογές διηγημάτων του Τσέχοφ, που είχαν κυκλοφορήσει παλιότερα σε «κανονικά» βιβλία από τις εκδόσεις Ροές. (Λέγοντας «κανονικά» εννοώ τα βιβλία που πουλιούνται μέσω βιβλιοπωλείου). Δεν ξέρω ποια είναι τα διηγήματα που έμειναν απέξω στο διάλεγμα, αλλά τα πέντε που διαλέχτηκαν είναι εξαιρετικά, ένα κι ένα, ανάμεσα στ’ άλλα «Ο μαύρος καλόγερος» και «Η κυρία με το σκυλάκι». Οπότε, η συλλογή είναι εξαιρετικά συμφερτική και από τιμή και από ποιότητα, κι αν όλοι αγοράζουν μόνο τέτοια βιβλία (εφημεριδάδικες επανεκδόσεις, είτε τζάμπα είτε σε χαμηλή τιμή) γεννιέται το ερώτημα τι θα γίνουν οι κανονικοί εκδότες και πού θα βρίσκουν μετά υλικό για να εκδίδουν κοψοχρονιά τα δικά τους συμφερτικά βιβλία οι εφημεριδάδες. Αλλά πλατειάζω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνοφαυλισμοί, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , , , | 39 Σχόλια »

Όπου πατάει ο Έλληνας, χορτάρι δεν φυτρώνει!

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2009

Όπου πατάει ο Έλληνας, χορτάρι δεν φυτρώνει!

Μια συνεργασία του Ηλεφού για βουλγάρικους εθνοφαυλισμούς κατά των Ελλήνων, συμπληρωμένη από εμένα με την άλλη όψη του νομίσματος.

Με χαρά παρουσιάζω μια ενδιαφέρουσα εργασία του αγαπητού Ηλεφούφουτου, που εστιάζεται σε μια πτυχή του ευρύτερου θέματος των εθνικών στερεότυπων: στα στερεότυπα που υπάρχουν σε διάφορες γλώσσες και πολιτισμούς για τους Έλληνες. Έχει περισσότερο ιστορικό ενδιαφέρον, με την έννοια ότι οι παροιμίες και φράσεις τις οποίες θα δείτε πιο κάτω είναι εντελώς άγνωστες σε σημερινούς Βούλγαρους. Το βασικό στερεότυπο που υπάρχει σήμερα στα βουλγάρικα για τους έλληνες είναι «βυζαντινός» (βιζαντίετς), που χρησιμοποιείται συχνά στις εφημερίδες. Περισσότερα για τον εθνοφαυλισμό αυτόν μπορείτε να δείτε σε άρθρο των Ιών, εδώ.

Ο Ηλεφούφουτος αντλεί το υλικό του από ένα πολύτομο βουλγάρικο λεξικό, του Νάιντεν Γκέροφ, που κυκλοφόρησε πριν από έναν αιώνα και κάτι. Στο τέλος, προσθέτω κι εγώ τα δικά μου.

Το λήμμα Έλληνας από το λεξικό του Γκέροφ

Το λήμμα Έλληνας από το λεξικό του Γκέροφ

Найден Геров,  Речник на блъгарский язик с тлъкувание речити на блъгарски и руски ( = Λεξικό της βουλγάρικης γλώσσας με ερμηνείες στα Βουλγάρικα και στα Ρώσικα)  (1895–1904), 5 τόμοι + συμπλήρωμα το 1908 από τον Πάντσεφ

Παρά τον τίτλο του λεξικού, οι εξηγήσεις στα Ρωσικά είναι καθ’ όλο το λεξικό λίγες και σποραδικές.

Λίγα λόγια για τον κυριούλη:
Την πανεπιστημιακή του παιδεία την απέκτησε στη Ρωσία, μέρος όμως από τη σχολική του εκπαίδευση το έλαβε στο ελληνικό σχολείο της Φιλιππούπολης (Πλόβντιβ). Είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στην εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων κατά το 19ο αι.

Το πλαίσιο στο οποίο κινήθηκε ήταν η προώθηση της συμμαχίας των Βουλγάρων με τη Ρωσία και η καταπολέμηση, με ιδιαίτερη εμπάθεια, της ελληνικής (φαναριώτικης) επιρροής στα μέρη του. Ιδιαίτερα ευαίσθητος ήταν στο θέμα των Βούλγαρων που «προσπαθούν να γίνουν Έλληνες». Όλα αυτά τον έκαναν ιδιαίτερα μισητό στους Φαναριώτες που πρωταγωνίστησαν σε εκείνες τις κόντρες, πράγμα που αποδεικνύεται από τα επανειλημμένα διαβήματά τους προς τις οθωμανικές αρχές εις βάρος του, με τα οποία προσπαθούσαν να τις πείσουν (γλιτς γλιτς) ότι είναι επικίνδυνος και Ρώσος κατάσκοπος.

Μεγάλη προσπάθεια κατέβαλε μεταξύ άλλων και προκειμένου να προβάλει στους Βουλγάρους τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, ώστε να γίνουν σημεία αναφοράς της εθνικής τους συνείδησης. Ανέπτυξε ένα δικό του σύστημα γραφής για τη βουλγαρική γλώσσα, όπου το μεν αλφάβητο είναι σχεδόν ίδιο με το καθαυτού κυριλλικό η δε ορθογραφία ακολουθεί αυστηρά το ετυμολογικό κριτήριο, ώστε να αναδεικνύεται η σχέση της σύγχρονής του Βουλγαρικής με την παλιά εκκλησιαστική Σλαβική. Τελικά το σύστημά του δεν υιοθετήθηκε και ξενίζει έντονα τους σημερινούς Βουλγάρους. Το υλικό του για το λεξικό προέρχεται από τη λαϊκή γλώσσα της εποχής και αποθησαυρίζει χιλιάδες παροιμίες και δημοτικά τραγούδια. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η λαογραφία  ανθούσε κι έθαλλε στη Ρωσία την εποχή του και αποτέλεσε βάση (ίσως περισσότερο από τις αναγωγές σε κάποιο ένδοξο απώτερο γλωσσικό παρελθόν) για την ανάπτυξη του ρωσικού εθνικισμού αλλά και των εθνικισμών άλλων σλαβικών και μη εθνών της Ανατολικής Ευρώπης. Το πώς ευνόησαν όλα αυτά έμμεσα και τον δικό μας δημοτικισμό νομίζω ότι δεν έχει τονιστεί αρκετά στην ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος.

Λοιπόν, η μετάφραση:

1. Έλληνας και λύκος ένα και το αυτό/ Ο Έλληνας είναι σαν το λύκο
(Εδώ έχουμε παιχνίδι με την ηχητική ομοιότητα των δύο λέξεων: grək και vlək)
Грък като влък. (σημειωτέον ότι ο σημερινός καθιερωμένος τύπος για τη λέξη στα Βουλγάρικα είναι вълк)

2. Όπου πατά ο Έλληνας χορτάρι δε φυτρώνει
Грък дето стъпи, трева не никне.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνοφαυλισμοί, Λαογραφία, Λεξικογραφικά, Παροιμίες, Πατριδογνωσία, Συνεργασίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 74 Σχόλια »