Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εις μνήμην’ Category

Ποιήματα για τον Στάλιν

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2019

Την Τρίτη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 66 χρόνια από τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης που σύνδεσε το όνομά του με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, με τη συντριβή του φασισμού και του ναζισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και με εγκλήματα, εκκαθαρίσεις της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και παραβιάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας και με το φαινόμενο που ονομάστηκε προσωπολατρία και που δύσκολα συμβιβάζεται με το απελευθερωτικό όραμα του κομμουνισμού.

Ο Στάλιν πέθανε πριν απο 66 χρονια, αλλά το όνομά του ακούγεται ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας, πολύ περισσότερο απ’ όσο ακουγόταν π.χ. στη δεκαετία του 1980. Αφενός ακούγεται πολύ επειδή το ΚΚΕ έχει ας πούμε αποκαταστήσει το όνομά του, έχει επανεκδώσει τα έργα του και τον τιμά μέσα από τα έντυπά του, σε αντίθεση με το ΚΚΕ της περιόδου Φλωράκη, κατά την οποια ο Ριζοσπάστης σπανιότατα εκανε λόγο για τον Στάλιν.

Κυρίως όμως ο Στάλιν και ο σταλινισμός ακούγεται σαν σκιάχτρο, από τους αντίπαλους της αριστεράς, που τον χρησιμοποιούν για να συκοφαντήσουν συλλήβδην την αριστερά για ανελεύθερη, αυταρχική και αιμοβόρα. Βέβαια, όταν όλοι οι καταπιεστές και οι απατεώνες της εποχής μας χρησιμοποιούν τον Στάλιν με τον τρόπο αυτό, κάθε τίμιος άνθρωπος αισθάνεται τον πειρασμό να συμπεράνει πως δεν θα ήταν και τόσο κακός ο σύντροφος με το μουστάκι.

Σήμερα όμως είναι Κυριακή, μέρα λογοτεχνίας. Οπότε, σκέφτομαι πως δεν θα ήταν κακή ιδέα να δούμε μερικά ποιήματα που γράφτηκαν για τον Στάλιν.

Το έναυσμα μού το έδωσε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, που έγραψε προχτές επιφυλλίδα, ακριβώς, με τίτλο «Πέθανε ή δεν πέθανε ο Στάλιν;» στην οποία αναφέρεται περιπαιχτικά στα ποιήματα που έγραψαν μεγάλοι ποιητές, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, για τον θάνατο του Στάλιν. Οπότε, σκέφτηκα να δώσω στον κύριο Τάκη την ευκαιρία να ειρωνευτεί και άλλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου για τον θάνατο του Στάλιν είναι πασίγνωστο χωρίς κανείς να το έχει διαβάσει, κυκλοφορεί σε διάφορα σημεία του Διαδικτύου, αν και απ’ όσο ξέρω ο ποιητής δεν το συμπεριέλαβε σε κάποιο βιβλίο του. Υπάρχει, για παράδειγμα, εδώ, αλλά δεν ξέρω αν είναι ολόκληρο.

Λιγότερο γνωστό είναι το ποίημα που έγραψε με την ίδια ευκαιρία ο Τάσος Λειβαδίτης. Είναι λιγότερο γνωστό επειδή ο Λειβαδίτης μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν χρήσιμος στόχος. Ο Ρίτσος ήταν στόχος, που είχε ταχθεί με το ΚΚΕ, που, αντίστροφα απ’ό,τι τώρα, ήταν το πιο ενοχλητικό κόμμα της Αριστεράς.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 8 Μαρτίου 1953. Δεν το βρήκα ολόκληρο κάπόυ, οπότε το παραθέτω σε μορφή εικόνας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 150 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »

Φύσηξε βοριάς…, εις μνήμην Φάνη Κακριδή (1933-2019)

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2019

Με μια πολύ σημαντική απώλεια για τα γράμματά μας άνοιξε το 2019: τον θάνατο του κλασικού φιλόλογου Φάνη Κακριδή, ομότιμου καθηγητή κλασικής φιλολογίας στην Αθήνα και τα Γιάννινα.

Ο Κακριδής προερχόταν από οικογένεια φιλολόγων και πανεπιστημιακών καθώς ήταν εγγονός του καθηγητή Θεοφάνη Κακριδή και γιος του Ιωάννη Κακριδή -αλλά και της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή, που όπως είναι λιγότερο γνωστό έχει μεταφράσει και αυτή την Ιλιάδα, μετάφραση που κυκλοφορεί από τον Ζαχαρόπουλο και είναι και πολύ καλή: ο Φάνης Κακριδής μάλλον θα πρέπει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι γονείς του μετάφρασαν και οι δυο την Ιλιάδα, όχι όμως μαζί παρά σε δυο διαφορετικές εκδοχές.

Ο Κακριδής ομως είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στον δημόσιο στίβο με την αρθρογραφία του για θέματα εκπαίδευσης και γλώσσας. Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει ένα άρθρο με διάλεξή του για τη διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο. Καθώς ήταν δεινός κλασικός φιλόλογος, έβλεπε καθαρά πόσο καταστροφική ηταν η αντιμεταρρύθμιση του 1992 που επανέφερε τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.

Στο ιστολόγιο έχουμε φιλοξενήσει κι άλλο ένα άρθρο του Φ. Κακριδή, περυσινό, από το περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργαζόμασταν και οι δυο. Στα άρθρα που έδινε στα Μικροφιλολογικά, ο Κακριδής εξέταζε κάθε φορά ένα μοτίβο όπως εμφανίζεται στην αρχαία γραμματεία και στα νεότερα χρόνια.

Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα να αναδημοσιεύσω σήμερα ένα ακόμα άρθρο από τη σειρά των Μικροφιλολογικών, όπου εξετάζεται το μοτίβο του αέρα που σηκώνει το φουστάνι μιας κοπέλας. Ανάλαφρο θέμα, προφανώς -αλλά νομίζω πως ταιριάζει, κι ας είναι πένθιμη η συγκυρία. Βλέπετε, ο Φ. Κακριδής δεν περιφρονούσε και τα ανάλαφρα -είναι άλλωστε γνωστό ότι έχει μεταφράσει και περιπέτειες του Αστερίξ στα αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, προς στιγμή σκέφτηκα να παρουσιάσω μια τέτοια μετάφρασή του, όμως ήθελε πολλή δουλειά κι έτσι το ανέβαλα για άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή.

Το σύντομο άρθρο που θα διαβάσουμε δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 των Μικροφιλολογικών (φθινόπωρο 2014). Εγώ χάρηκα όχι μόνο το πλάτος των αναφορών, από τον Νόννο τον Πανοπολίτη ίσαμε την Κέιτ Μίντλετον, αλλά και τη θαυμάσια γλώσσα -μαζί και κάποιους τύπους που σήμερα θεωρούνται τολμηροί, όπως «δημοσιέψει», «κατάγραψαν», «περίγραψε».

 

Φύσηξε βοριάς..

… και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της!

Να ήξερε η χιώτισσα μικρή παπαδοπούλα πόσες νιες είχαν προηγηθεί και πόσες θα την ακολουθούσαν σε παρόμοια παθήματα, και να ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής πόσοι ποιητές είδαν ή φαντάστηκαν και κατάγραψαν πριν και μετά από αυτόν το ίδιο βίωμα!

Είναι χαρακτηριστικό του ανέμου να γυμνώνει, πότε τους λόφους και τις επιθυμίες, όπως στη «Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη,1 πότε τα κόκκαλα απτη σάρκα, όπως στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, πότε τον χώρο και τα σχήματα /και τις ιδέες, όπως στην ποίηση του Μανώλη Γλέζου, πότε τις κολόνες του Ποσειδώνα, όπως στο «Σούνιο» του Κώστα Στεργιόπουλου· και πρόκειται πάντα για υπαλλαγή, όταν ο άνεμος παρουσιάζεται όχι να γδύνει αλλά να τον γδύνουν τα πόδια των κοριτσιών, όπως στο «Με τα δόντια» του ίδιου ποιητή, ή γυμνωμένος, όπως στις «Μέρες του φθινοπώρου» του Νίκου Κρανιδιώτη. Ιδιαίτερα αγαπητή στους ποιητές περίπτωση, όταν φυσώντας ο άνεμος αποκαλύπτει κάποιο από τα μυστικά του γυναικείου κορμιού.

Χρονολογικά, πρώτο γνωστό μας κείμενο είναι το αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο της Ελληνικής Ανθολογίας (5,38):

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην, σὺ δὲ δὴ στείχουσα παρ’ αὐγὰς
στήθεα γυμνώσαις καί με πνέοντα λάβοις.

Αγέρας να γινόμουνα, κι εσύ φωτολουσμένη
να γύμνωνες τα στήθη σου, να πάρεις την πνοή μου.

Αιώνες αργότερα, ο ίδιος λαϊκός τύπος της ανεκπλήρωτης ευχής2 απαντά και στην τρίτη στροφή από το ιδιότυπο ερωτικό ποίημα “Πόθος”, που δημοσίεψε το 1811 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος:

Ας ήμουν αεράκης / και όλος να κινήσω
στα στήθη σου να πέσω / να σου τα αερίσω.

Στην αρχαία λογοτεχνία ανήκουν ακόμα τα Διονυσιακά του Νόννου, επικού ποιητή από την αιγυπτιακή Πανόπολη, που τον 6° μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα σε πολλά άλλα μυθολογικά επεισόδια, περίγραψε και το θαλασσινό ταξίδι της Ευρώπης, τότε που ως ταύρος ο Δίας την άρπαξε και την οδήγησε από τη Φοινίκη στην Κρήτη. Τη φαντάστηκε καθισμένη στην πλάτη του μεταμορφωμένου θεού, να κρατιέται φοβισμένη από ένα του κέρατο…

καὶ δολόεις Βορέης γαμίῃ δεδονημένος αὔρῃ
φᾶρος ὅλον κόλπωσε δυσίμερος, ἀμφοτέρῳ δὲ   
ζῆλον ὑποκλέπτων ἐπεσύρισεν ὄμφακι μαζῷ.

Κι ο δολερός Βοριάς, από την αύρα τη γαμήλια ερεθισμένος,
το ρούχο της εκόλπωσε ο κακόγαμπρος, και με κλεμμένο πόθο
τ’ άγουρα στήθια εχάιδεψε σφυρίζοντας, κρυφά, τα διδυμάρια.

Η εικόνα της Ευρώπης να ταξιδεύει στη θάλασσα απαντά συχνά σε λογοτέχνες, και όχι μόνο σ’ αυτούς· ήταν όμως αποκλειστική έμπνευση του Νόννου ν’ αποδώσει στον Βοριά πρόθεση, και μάλιστα πονηρή.3

Πολυ κοντά στο δημοτικό της προμετωπίδας βρέθηκε ο Δημοσθένης Βουτυράς, όταν στο διήγημα «Το παιδί της βουβής» (1920) ξάγρυπνος ο Φύκος φαντάζεται πως μια κόρη με θαλασσί φόρεμα περνά· ο άνεμος της φυσά το φόρεμα καί φαίνεται ένα μεσοφοράκι άσπρο… Λιγότερο συγκρατημένος, αλλά πάλι υπαινικτικός, ο Κωνσταντίνος Σταλίδης στο «Εικόνα» μιλά για τα κορίτσια: ορθόστηθες Αφροδίτες / κόρφος αναχυτός / και … / το μισάνοιχτο πουκάμισο / ανεμίζει παντού / την κρυμμένη λαχτάρα.4 Παρόμοια ο κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγούδησε στην «Εκδρομή» (2002) τους στίχους της Ελεάνας Βραχάλη: Θα ’θελα ξανά να με θες / θα ’θελα αέρας να γίνεις / να περνάω τις νύχτες που καις / το πουκάμισό μου ν’ ανοίγεις.

Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν στη ζωή είναι πάντα πιο άμεσα και δραστικά. Η γνωστή σκηνή από το κινηματογραφικό Επτά χρόνια φαγούρα (Seven years itch, 1955), όπου η Marilyn Monroe πασχίζει να συγκρατήσει τη φούστα της, ξεσηκωμένη από τον ζεστό αέρα που αναδίνουν οι σχάρες του Μετρό, ανήκει ακόμα στην έντεχνη μίμηση·5 όμως το βοριαδάκι που αποκάλυψε πρόσφατα τα πριγκιπικά οπίσθια της Kate Middleton (Καθημερινή, 1.6.2014) ήταν πραγματικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους /Γύμνωσε την επιθυμία σου το κόκαλο… Αυτή η εικόνα θα τριγύριζε και στον νου του Κ. Στεργιόπουλου, όταν στο “Χωρίς τα πρόσωπα” έγραψε ότι Άνεμος ποντοπόρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας / γυμνώνει τις αητοφωλιές…

2 Βλ. Φ. Κακριδής, «Ευχή ανεκπλήρωτη», Πεπραγμένα Συνεδρίου Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου, 2002, σσ. 131-141.

3 Μόσχος, Ευρωπ. 129, Λουκιανός, Ενάλ. διάλ. 15,2, Αχιλλ. Τάτ. 1,1,12, κ.ά.· βλ. τη σημείωση του F. Vian στην έκδοση των Διονυσιακών, Παρίσι, Belles Lettres, 1976, σ. 139.

4 «Στην Πυρκαγιά των υδάτων», Θεσσαλονίκη, Μυγδονία, 2007, 22012, σ. 41.

5 Θαυματουργή και η φούστα της χορεύτριας, όπως περιγράφεται στο “Billet à Whistler” του Stephane Mallarmé, όπου η τελευταία στροφή: … Sinon rieur que puisse l’air / de sa jupe éventer Whistler.

Φάνης I. Κακριδής

Posted in Αρχαία ελληνικά, Εις μνήμην, Εκπαίδευση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 221 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Το κοινό, θεατρικό έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Ανδρέα Ριζιώτη

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2018

Σαν σήμερα, στις 19 Αυγούστου 1936, δολοφονήθηκε στην Ισπανία, λίγο μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, στα 38 του χρόνια, επειδή ήταν ένθερμος οπαδός του Λαϊκού Μετώπου.

Ο Λόρκα είναι αγαπημένη μορφή στην Ελλάδα -θεατρικά του παίζονται, ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και μελοποιηθεί, ποιήματα και τραγούδια έχουν γραφτεί γι’ αυτόν. Το ιστολόγιο τιμά σήμερα τη μνήμη του δημοσιεύοντας το θεατρικό του έργο «Το κοινό» (El público), σε μετάφραση του Ανδρέα Ριζιώτη, που την προσφέρει η φίλη του και φίλη μας, η Cronopiusa.

Στον Ανδρέα Ριζιώτη (1924-2017) οφείλουμε την πιο πρόσφατη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη.

Το ισπανικό πρωτότυπο βρίσκεται εδώ.

 

Το κοινό.  Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα μετάφραση  Ανδρέα Ριζιώτη

 

Δράμα σε πέντε σκηνές

 

Τα πρόσωπα με τη σειρά που εμφανίζονται

 

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Θεατρικά, Ισπανία | Με ετικέτα: , , , | 79 Σχόλια »

Χρίστος Γραμματίδης (1984-2018)

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2018

Ο δικηγόρος Χρίστος Γραμματίδης, λαμπρός διανοούμενος και μια από τις πιο αξιόλογες και αξιαγάπητες παρουσίες του ελληνόφωνου διαδικτύου, πέθανε σήμερα νεότατος, στα 34 του χρονια, από επιθετικό μη-Hodgkin λέμφωμα. Το ιστολόγιο πενθεί έναν άνθρωπο που σκόρπιζε φως στο πέρασμά του και σαν ελάχιστο φόρο τιμής ανεβαζει αυτό το σύντομο, εμβολιμο άρθρο, γραμμένο βιαστικά αμέσως μόλις βρέθηκα σε υπολογιστή.

Ο Γραμματίδης ήταν πανέξυπνος, εξαιρετικά καλλιεργημένος, με πολύ χιούμορ. Ήξερε να χαίρεται τη ζωή και αφοσιωνόταν στους φίλους του, τουλάχιστον κρίνοντας από δεύτερο χερι, μια και δεν είχα την τυχη να τον γνωρίσω από κοντά -δυο φορές μονο ειχαμε συναντηθεί τυχαια στα Εξάρχεια και είχαμε αλλάξει δυο κουβέντες, ειχαμε ομως ηλεγνωριμία εδω και κάμποσα χρονια και ήταν από τους ανθρώπους που παρακολουθούσα συστηματικά τις δημοσιεύσεις τους στο Φέισμπουκ. Επειδή έκανε τόσα πολλά και έγραφε τόσο ώριμα, πολλοί σήμερα, μαθαίνοντας τον θάνατό του, δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν πως δεν ήταν ούτε 35 χρονών.

Πρώτη φορά μου είχε στείλει μήνυμα το 2012, για να μου πει πως συγκινήθηκε που διάβασε στον παλιό μου ιστότοπο μιαν αγόρευση του παππού του, σε ενα αφιέρωμα που είχα κάνει για την καθιέρωση της δημοτικής το 1976.

Ο παππούς του, ο επίσης Χρίστος Γραμματίδης (1923-2008), ήταν βουλευτής Λαρίσης πριν και μετά τη δικτατορία, με το χαρακτηριστικό ότι ξεκίνησε με την ΕΡΕ και το 1963 πέρασε στην Ένωση Κέντρου, εκλέχτηκε μεταδικτατορικά με την ΕΚΝΔ αλλά στη συνέχεια μεταπήδησε στη Νέα Δημοκρατία -βρισκόταν ανάμεσα στους δύο χώρους. Σε μια από τις πρώτες κουβέντες μας, ο εγγονός, που θαύμαζε και αγαπουσε τον παππού του, μου είπε ότι θέλει να γράψει τα πολιτικά ανέκδοτα που είχε ακούσει απο τον παππού του αλλά δίσταζε επειδή δεν τα είχε ζήσει ο ίδιος και δεν ήξερε αν θα τον θεωρούσαν αξιόπιστο. Με το πλεονέκτημα της διαφοράς ηλικίας, τον συμβούλεψα να το κάνει το γρηγορότερο γιατί η μνήμη μάς προδίνει χωρίς να μας προειδοποιεί. Δεν ξέρω αν τα κατέγραψε.

Ο Γραμματίδης, όπως κάνουμε και πολλοί άλλοι στο Φέισμπουκ, δημοσιοποιούσε κατά καιρούς διάφορα περιστατικά της ζωής του, κι έτσι όσοι τον διαβάζαμε ξέραμε και για τα τωρινά και για τα παλιότερα -είχε, ας πούμε, αφηγηθεί σε ποιο μάθημα δεν έγραψε καλά στις Πανελλήνιες κι έτσι δεν πέρασε Αθήνα ή Θεσσαλονίκη αλλά Κομοτηνή, αλλά και για ποιο λόγο δεν μετάνιωσε τις εκεί σπουδές του. Είχε διηγηθεί πώς και γιατί εγινε μέλος της ΚΝΕ και γιατί αποχώρησε. Είχε περιγράψει τα εξαντλητικά ωράρια του μαχόμενου δικηγόρου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Εις μνήμην, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: | 56 Σχόλια »

Εικοσιτέσσερα χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2018

Συμπληρώνονται σήμερα εικοσιτέσσερα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι. Το ιστολόγιο δεν έχει ασχοληθεί με το έργο του, ίσως επειδή εμεις εδώ ασχολούμαστε κυρίως με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία -καιρός λοιπόν να διορθώσουμε την παράλειψη αυτή και ταυτόχρονα να παρουσιάσουμε μια μάλλον άγνωστη πτυχή της ζωής του.

Βέβαια, ασχοληθήκαμε με μια πτυχή της δραστηριότητας του Μάνου Χατζιδάκι, πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι την επέτειο του θανάτου του, όταν παρουσιάσαμε τη σύγκρουσή του με τον θριαμβεύοντα αυριανισμό της δεκαετίας του 1980. Τότε, ο μεγάλος συνθέτης είχε μπει στο στόχαστρο της εφημερίδας του Ταύρου και είχε δεχτεί τόνους δύσοσμης λάσπης από την Αυριανή. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεκάδες πολιτικοί, και όχι μόνο από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, είχαν συνταχθεί με την αυριανική επίθεση εναντίον του Μάνου Χατζιδάκι, ανάμεσά τους ακόμα και η Μελίνα Μερκούρη ή ο Μανώλης Γλέζος. Προς τιμήν της, η Αριστερά, και ιδίως το ΚΚΕ, συμπαραστάθηκαν στον Μάνο Χατζιδάκι. Το δισέλιδο της ντροπής, με τίτλο «Ολοι εναντίον του Χατζιδάκι» μπορείτε να το δείτε εδώ (πρώτη και δεύτερη σελίδα). Και επειδή το κασέ της εφημερίδας φαινόταν να αποδίδει στον Φώτη Κουβέλη τις φιλοαυριανιστικές δηλώσεις ενός βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, χρειάστηκε να γράψουμε και δεύτερο άρθρο.

Αλλά Χατζιδάκις σημαίνει τραγούδια. Θα βάλω ένα μόνο τραγούδι του Χατζιδάκι -περιμένω στα σχόλιά σας από ένα δικό σας. (Και χρειάζεται αυτή η ανάπαυλα από την όξυνση της πρότασης ευπιστίας).

Θα διαλέξω ένα τραγούδι από τον δίσκο Τα παράλογα (1976) σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το Cundu luna vini, Κούντου λούνα βίνι. Ο τίτλος είναι στα βλάχικα, σημαίνει «Όταν βγαίνει το φεγγάρι».

Όταν οι κόρες μου ήταν μικρές, τις νανούριζα τραγουδώντας τους το Κούντου λούνα βίνι, με αλλαγμένους στίχους, που δεν είναι ανάγκη να τους δημοσιεύσω εδώ, και το τραγούδι αυτό, το δικό τους, το έμαθαν και το έλεγαν ώσπου μεγάλωσαν. Όταν συνειδητοποίησαν ότι ήταν κανονικό, υπαρκτό τραγούδι, κάπως απογοητεύτηκαν γιατί ως τότε νόμιζαν πως ήταν γραμμένο ειδικά γι’ αυτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Παιδικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 117 Σχόλια »

Χάρρυ Κλυνν, κατά κόσμον Βασίλης Τριανταφυλλίδης (1940-2018)

Posted by sarant στο 22 Μαΐου, 2018

Η θλιβερή είδηση του θανάτου του αγαπημένου Χάρρυ Κλυνν μαθεύτηκε χτες το μεσημέρι -τον μνημονέψατε βέβαια στα σχόλιά σας στο άρθρο της ημέρας, απο τα οποία αντλώ κάποιο υλικό εδώ, αλλά το ιστολόγιο αισθάνεται ότι χρωστάει ένα καθώς πρέπει μνημόσυνο στον κωμικό που συντρόφεψε τόσες γενιές και που εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο το πνεύμα της δεκαετίας του 80, αφού η χρυσή εποχή του είναι από λίγο πριν έως λίγο μετά τη δεκαετία αυτή, από το 1978 έως το 1992 ας πούμε -αν και με την οριοθέτηση αυτή ίσως τον αδικώ.

Ο Βασίλης Τριανταφυλλίδης γεννήθηκε στην Καλαμαριά το 1940 από φτωχή οικογένεια. Από πολύ νέος έδειξε ταλέντο μίμου και σε ηλικία 10 ετών, όπως αποκάλυψε αργότερα σε μια συνέντευξη που αξίζει να τη δείτε (εδώ, στο 2.04) πήρε το ψευδώνυμό του, όταν μιμήθηκε στην αυλή του δημοτικού σχολείου τα ξιφομαχικά κατορθώματα του Έρολ Φλυν -για κάποιο λογο, στις επευφημίες των συμμαθητών του, το «Φλυν» παραλλάχτηκε σε «Κλυν». Χάρη στον Γιώργο Οικονομίδη, κατέβηκε στην Αθήνα για σπουδές σε δραματική σχολή ενώ παράλληλα εμφανιζόταν σε αναψυκτήρια και κοσμικά κέντρα. Εικοσάχρονος πρωταγωνίστησε στην κωμική ταινία μικρού μήκους «Σύγχυσις«, ήδη με το ψευδώνυμό του, όπου ήδη δείχνει ότι ξέρει να δημιουργεί έναν τύπο. Οι περισσότεροι θα τον θυμούνται σε χαρακτηριστικούς δεύτερους ρόλους στις ταινίες Γάμος αλά ελληνικά και 201 Καναρίνια, και οι δυο του 1964.

Τότε έφυγε για την Αμερική, όπου έζησε και δούλεψε μια δεκαετία. Όπως γράφει ο φίλος Φώντας Τρούσσας, «καλλιτεχνικά ανδρώθηκε στην Αμερική, στα underground μαγαζιά της Νέας Υόρκης, του Σικάγου και του Μόντρεαλ, πέφτοντας μέσα στην ακμή της πάντα πολιτικά ανορθόδοξης stand-up comedy (στο καθοριστικό διάστημα για τα πάντα-όλα, από τα late sixties μέχρι και τα early seventies).
Οι βασικές του επιρροές δεν ήταν οι δικοί μας κωμικοί του ’50 και του ’60 (φυσικά), αλλά ο Lenny Bruce (που πιθανώς να τον είδε και ζωντανό), ο George Carlin και κυρίως και πάνω απ’ όλους ο μαύρος κωμικός και πολιτικο-κοινωνικός ακτιβιστής Dick Gregory. Από τον Gregory πήρε ο Χάρρυ Κλυνν το δούναι και λαβείν του μονολόγου, την επικοινωνία με το κοινό δηλαδή, και τον τρόπο μέσω του οποίου θα επιτυγχανόταν η λεκτική κορύφωση, που θα πυροδοτούσε και τη γενικότερη έκρηξη (του ακροατηρίου)«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Εις μνήμην, Θεατρικά, Κινηματογράφος, Ογδόνταζ, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 199 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου: Επίλογος στα Εφτά καλοκαίρια

Posted by sarant στο 17 Δεκέμβριος, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα έξι χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Παρόλο που, όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθώ να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του (το ίδιο θα γίνει και μεθαύριο), σήμερα που είναι η θλιβερή επέτειος έκρινα πως του ταιριάζει ένα πιο προσωπικό μνημόσυνο, κι έτσι διάλεξα ένα κείμενό του που έχει σαφώς προσωπικό χαρακτήρα: τον επίλογο από το αυτοβιογραφικό του αφήγημα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια».

Από το αφήγημα αυτό είχα δημοσιεύσει εκτενή αποσπάσματα το 2012 και το 2013 (τα βρίσκετε εδώ), αλλά όχι ολόκληρο το (ανέκδοτο) κείμενο. Έτσι, ο σημερινός επίλογος είναι αδημοσίευτος. Γράφτηκε το 2011, λίγους μήνες πριν από τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα μου και έχει έντονο το στοιχείο του απολογισμού. (Ένα απόσπασμα του κειμένου είχε δημοσιεύσει πρόπερσι η αδελφή μου στο ιστολόγιό της μαζί με φωτογραφίες).

– ΤΑ ΣΤΕΡΝΑ –

Έχουν συμπληρωθεί τριανταπέντε ολόκληρα χρόνια από τότε που ξεκίνησα να γράφω το κείμενο που διαβάσατε (όσοι είχατε την υπομονή να φτάσετε ως το σημείο αυτό) και μολονότι ολοκλήρωσα την καταγραφή και των εφτά ευτυχισμένων καλοκαιριών, που από την αρχή είχα χαρακτηρίσει έτσι, δεν αποφάσιζα να το εκδώσω κι ας πέρασαν κιόλας εικοσιπέντε από το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι που κατέγραψα.

Αυτό δεν σημαίνει πως τα χρόνια που κύλησαν από τότε ως σήμερα ήταν δυστυχισμένα. Κάθε άλλο. Μολονότι τυπικά είμαι συνταξιούχος, καθόλου δεν αποτραβήχτηκα από την ενεργό ζωή και δράση. Ούτε και η Κική άλλωστε. Μπορώ να πω μάλιστα, πως στην εικοσιπενταετία που ακολούθησε το τελευταίο ευτυχισμένο καλοκαίρι [1985], έχουμε πολύ περισσότερες δραστηριότητες, μόνο που αυτές δεν έχουν υποχρεωτικό χαρακτήρα, ούτε αποβλέπουν σε οικονομικό όφελος και αυτό μας χαρίζει ένα μοναδικό αίσθημα ελευθερίας. Τι μεγαλύτερο κέρδος θα μπορούσαμε να φανταστούμε;

Όπως προαναφέρω, μπορώ να πω πως, προσωπικά, δεν τα πήγα άσκημα. Ίσως γιατί η αφετηρία της ζωής μου ήταν καλή. Είχα την τύχη να έχω καλούς γονείς, που μου εξασφάλισαν ευτυχισμένη παιδική ζωή, όπως και καλούς δασκάλους και καλούς φίλους, που συντέλεσαν πολύ στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μου. Αλλά και μεγαλώνοντας, η καλοτυχία μου συνεχίστηκε. Θεωρώ εξαιρετική τύχη μου, το ότι πήρα μέρος στην Εθνική Αντίσταση και οργανώθηκα στην ΕΠΟΝ, όχι μόνο γιατί εκεί συνάντησα εξαιρετικούς ανθρώπους, αλλά κυρίως γιατί ενστερνίστηκα ιδανικά και οράματα, με ανεκτίμητη αξία και διαχρονική ισχύ.

Η καλοτυχία μου πιστεύω πως ολοκληρώθηκε όταν συνάντησα τη γυναίκα μου, με την οποία έχουμε μοιραστεί τα τελευταία πενηνταεννιά χρόνια, μονιασμένα και δημιουργικά. Δεν αποχτήσαμε ποτέ μας πολλά λεφτά, αλλά αυτό ποτέ δεν μας απασχόλησε. Αποχτήσαμε όμως, μεγαλώσαμε και σπουδάσαμε τρία παιδιά, που τα βοηθήσαμε να γίνουν υπεύθυνοι άνθρωποι και για τα οποία καμαρώνουμε. Χτίσαμε δύο σπίτια, φυτέψαμε κάπου τριακόσια δέντρα, και γράψαμε, εκείνη μεν τρεις συλλογές ποιημάτων και καμιά εκατοντάδα επιστημονικών εργασιών, εγώ δε ένδεκα βιβλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Απολογισμοί, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: | 59 Σχόλια »

Καψαλισμένα μεζεδάκια

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2017

Όχι επειδή τα άφησα στον φούρνο περισσότερη ώρα απ’ όσο έπρεπε, αλλά επειδή τη βδομάδα που μας πέρασε, που υποτίθεται πως δεν υπάρχουν ειδήσεις, είχαμε τις σοβαρότερες δασικές πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού, ιδίως επειδή χτύπησαν και την Αττική όπου, καλώς ή κακώς, χτυπάει η καρδιά της χώρας.

Αλλά παρά τον τίτλο που έβαλα, τα μεζεδάκια δεν αφορούν τις πυρκαγιές -άλλωστε τη μισή βδομάδα έλειπα σε ταξίδι και δεν παρακολουθούσα πολύ τα μέσα ενημέρωσης. Ευτυχώς στείλατε εσείς αρκετό υλικό κι έτσι η πιατέλα γέμισε.

Και ξεκινάμε.

Ξεκινάμε με ένα μεζεδάκι ανεπίκαιρο, που το ψάρεψε φίλος ηθοποιός σε βιβλίο, και συγκεκριμένα στους Μικροαστούς του Γκόρκι, από τις εκδόσεις Κοροντζή, έκδοση περί το 2005.

Όπως βλέπετε, στις σκηνικές οδηγίες αναφέρεται και ένα «παλλαϊκό εκκρεμές σε θήκη». Οι σοβιετικοί είχαν συγκροτήσει, την εποχή του Μπρέζνιεφ, παλλαϊκό κράτος, παλλαϊκό εκκρεμές όμως δεν είχαν, και άλλωστε το έργο του Γκόρκι αναφέρεται στην προσοβιετική εποχή.

Πρόκειται για αστείο τυπογραφικό λάθος, είτε από το διάβασμα των χειρογράφων είτε από τον διορθωτή. Προφανώς η μεταφράστρια είχε γράψει «παλαιικό» ή «παλιακό» και κάποιος άλλος συντελεστής της έκδοσης το διάβασε λάθος.

* Φίλος που παίζει παιχνίδια, στέλνει κριτική από παιχνιδοϊστότοπο, με τη φράση: «Εκεί όμως που ενδεχομένως πέσουν σαγόνια, είναι η 4Κ εκδοχή του παιχνιδιού που θα φέρει τον οπτικά προσδιοριζόμενο τεχνολογικό – φουτουριστικό οργασμό σε ταντρικά μάξιμα».

Αναρωτιέται ο φίλος, τι να είναι τα μάξιμα κι αν είναι μεγαλύτερα από τα δικά μας μέγιστα.

Μεγαλύτερα δεν είναι, λέω, αλλά είναι ταντρικά.

* Τη βδομάδα που μας πέρασε δεν κυκλοφόρησαν τα Νέα και το Βήμα, μια απουσία που αναγγέλθηκε πως θα είναι προσωρινή και απαραίτητη πριν περάσουν οι εφημερίδες του τέως ΔΟΛ και ΔΟΨ στον νέο ιδιοκτήτη, αφού πρώτα όσοι δημοσιογράφοι τις κράτησαν όρθιες απλήρωτοι επί μήνες κλήθηκαν να υπογράψουν τα χαρτιά της απόλυσής τους.

Ίσως συμβολικά, το τελευταίο φύλλο της παλαιάς περιόδου των Νέων, με το αχαρακτήριστο εξώφυλλο για τους «αθεόφοβους» που κυβερνούν (δεν με ενοχλεί η κριτική αλλά η ακροδεξιά οπτική) περιλάμβανε κι ένα κωμικό μαργαριτάρι.

Σε άρθρο για μια ορειβατική περιπέτεια, διαβάζουμε ότι:

Η εξοντωτική επιχείρηση ανάβασης στο Μαύρο Βουνό (Mont Blanc) κρύβει απολαύσεις αλλά και δυσκολίες

Δυσκολίες κρύβει και η εξοντωτική επιχείρηση μετάφρασης των τοπωνυμίων. Το γαλλικό blanc (λευκός) μοιάζει με το αγγλ. black, κι έτσι ο συντάκτης κατάφερε να κάνει το άσπρο μαύρο -και το Λευκό Όρος των Άλπεων να το μετατρέψει σε Μαύρο Βουνό! Κρίμα που δεν συνέχισε να μεταφράζει και τα υπόλοιπα τοπωνύμια κι έτσι π.χ. το καταφύγιο Tête Rousse, στη λεζάντα της φωτογραφίας, το άφησε έτσι αντί να το πει, ας πούμε, «Κεφάλι του Ρώσου» 🙂

Όσο για το Μαύρο Βουνό, ας αποφανθεί η ληξιαρχική υπηρεσία του ιστολογίου αν πρέπει να εγγραφεί στη Νομανσλάνδη ή στην Απωνία.

* Μεταφραστικά μαργαριτάρια σε άρθρο του newsit για τη βασίλισσα Ελισάβετ και το ενδεχόμενο να αφήσει την αντιβασιλεία στον πρίγκιπα Κάρολο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Μαργαριτάρια, Μεταφραστικά, Μεζεδάκια, Νομανσλάνδη | Με ετικέτα: , , , , | 192 Σχόλια »

Δυο λόγια για την Αρλέτα

Posted by sarant στο 9 Αύγουστος, 2017

Η θλιβερή είδηση του θανάτου της έγινε γνωστή χτες το απόγευμα και παρόλο που ήδη τη μνημονεύσαμε στα σχόλια του χτεσινού άρθρου, βρίσκω πως της αξίζει να της αφιερώσουμε ειδικό άρθρο -αν μη τι άλλο σημάδεψε τα νιάτα μας.

Μιλάω βέβαια για την Αρλέτα, που έφυγε από τη ζωή χτες. Την Αρλέτα της ανεξάντλητης τρυφερότητας, το κορίτσι με την κιθάρα που καλύτερα από κάθε άλλον ενσάρκωσε το νέο κύμα και που συνέχισε να εκπροσωπεί τον κόσμο των μπουάτ μέχρι πολύ πρόσφατα.

Η Αρλέτα γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα όπου έζησε διαρκώς, ανάμεσα σε Εξάρχεια και Κυψέλη (στο δίπατο σπίτι της στην οδό Δεληγιάννη έμεινε ο Γιώργος Ιωάννου οταν κατέβηκε στην Αθήνα). Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και ποτέ δεν άφησε εντελώς τη ζωγραφική. Ωστόσο, όπως διηγείται η ίδια, όταν ήταν πρωτοετής την άκουσε να τραγουδάει σε μια εκδρομή ο Γιώργος Παπαστεφάνου και την πήγε στον Πατσιφά, που τότε ξεκινούσε στη ΛΥΡΑ και καθώς δεν είχε τη δυνατότητα να προσελκύσει καθιερωμένους καλλιτέχνες αναζητούσε νέες φωνές και με πρωτοστάτη τον Γιάννη Σπανό προωθούσε το κίνημα που έμεινε γνωστό ως «νέο κύμα».

Ακριβώς σε μουσική Γιαννη Σπανού και στίχους Γιώργου Παπαστεφάνου ήταν το πρώτο τραγούδι που έκανε γνωστή την Αρλέτα, το Μια φορά θυμάμαι

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γιουτουμπάκια, Εις μνήμην, Ονόματα, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 186 Σχόλια »

Για τον Γιάννη Καλατζή δυο λόγια

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2017

Όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου του πριν από μερικές μέρες είχα γράψει το άρθρο της επόμενης ημέρας και δεν προλάβαινα να το αλλάξω, τις επόμενες μέρες τα άρθρα υπαγορεύονταν από το ημερολόγιο, μόλις σήμερα λοιπόν βρίσκω ευκαιρία να γράψω δυο λόγια για τον Γιάννη Καλατζή, που νιώθω ότι του τα χρωστάω, μια και ομόρφηνε την εφηβεία μου, τη δική μου και των ανθρώπων της γενιάς μου.

Ο Καλατζής μεσουράνησε στο ελληνικό τραγούδι για σχετικά μικρό διάστημα, που ταυτίζεται σχεδόν με τα χρόνια της δικτατορίας, από το 1968 ως το 1974 ας πούμε. Μετά τη μεταπολίτευση συνέχισε για μερικά χρόνια με μικρότερη απήχηση αλλά σταμάτησε νωρίς, περί το 1980, τη δισκογραφία και δεν επανεμφανίστηκε αργότερα, όπως έκαναν άλλοι νεοκυματικοί και λαϊκοί της σειράς του.

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και, όπως διαβάσαμε τώρα, το πρώτο του συγκρότημα ήταν το Τρίο Μορένο. Καριέρα λαϊκού τραγουδιστή έκανε όταν κατέβηκε στην Αθήνα, όπου πρώτα συνεργάστηκε με τον Γιώργο Μητσάκη, που τόσο απλόχερα ανάδειχνε νέους. Το πρώτο τραγούδι που τον έκανε γνωστό ήταν το 1967 το «Πού’σαι καημένε Περικλή«, ακριβώς του Μητσάκη.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία του, που τον καθιερωσε, ήταν το 1968 τα Χρυσά κλειδιά, των Δερβενιώτη-Βίρβου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Είναι αρρώστια τα τραγούδια, Εις μνήμην, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , | 177 Σχόλια »

Κωνσταντίνος Μητσοτάκης (1918-2017)

Posted by sarant στο 31 Μαΐου, 2017

Παρόλο που χαριτολογώντας λέγαμε ότι «θα μας θάψει όλους», ο επίτιμος αρχηγός της ΝΔ Κωνσταντίνος Μητσοτάκης επλήρωσε κι αυτός προχτές το κοινό χρέος, όπως ευφημιστικά έλεγε το παλιό κλισέ -εύλογα λοιπόν του αφιερώνεται το σημερινό άρθρο. Για τη ζωή και τη σταδιοδρομία του εκλιπόντος έχουν ήδη γραφτεί πάρα πολλά, οπότε εμείς εδώ θα εστιαστούμε σε πτυχές που έχουν να κάνουν με το χιούμορ και τη γλώσσα.

Παρόλο που τα βιογραφικά στοιχεία του Κ. Μητσοτάκη είναι γενικώς γνωστά, διάλεξα να παραθέσω το μεγαλύτερο μέρος από ένα συνοπτικό βιογραφικό του γραμμένο από τον συγγραφέα Γιώργο Αλεξάτο, από σαφώς αριστερή οπτική:

Από αστική οικογένεια πολιτικών της Κρήτης, με συγγενικούς δεσμούς με τον Ελευθέριο Βενιζέλο (ο οποίος φρόντισε με κληροδότημα για τις σπουδές του), ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης υπήρξε τυπικός εκπρόσωπος των συμφερόντων της τάξης του.

Στον δημόσιο βίο εμφανίστηκε σε νεαρή ηλικία, ως ηγετικό στέλεχος της Εθνικής Οργάνωσης Κρήτης, συμμετέχοντας στην Αντίσταση κατά των γερμανών κατακτητών, σε συνεργασία με το ΕΑΜ. Έχοντας συλληφθεί από τους Γερμανούς, απελευθερώθηκε με μυστική αγγλογερμανική συμφωνία, με την ταυτόχρονη απελευθέρωση αιχμαλώτων γερμανών αξιωματικών, χάρη στη δεδομένη αγγλοφιλία του και την κοινωνική του θέση.

Βουλευτής του Κόμματος των Φιλελευθέρων από το 1946, υπουργός στις κεντρώες κυβερνήσεις στα 1951-52, είχε τη φήμη του σταθερού αλλά μετριοπαθούς αντικομμουνιστή. Η εικόνα της μετριοπάθειας ενισχύθηκε ιδιαίτερα το 1955, όταν στη Βουλή υπερασπίστηκε τον Νίκο Καζαντζάκη από τις επιθέσεις της Εκκλησίας και της Δεξιάς, όπως και το 1962, όταν, με δημόσια δήλωσή του, τάχθηκε υπέρ της νομιμοποίησης του ΚΚΕ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Εις μνήμην, Εκλογές, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 458 Σχόλια »

Μνήμη Άχθου Αρούρη (1903-24.3.1977)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2017

Συμπληρώνονται σήμερα 40 χρόνια από τον θάνατο του παππού μου, του Νίκου Δ. Σαραντάκου. Δεν είναι άγνωστος στο ιστολόγιο: έχω παρουσιάσει πολλά ποιήματά του και, κυρίως, πριν από 2-3 χρόνια δημοσίευσα σε συνέχειες το βιβλίο που έγραψε για τον παππού μου ο πατέρας μου, το «Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης». Θέλω λοιπόν να κάνω σήμερα ένα μνημόσυνο στον Άχθο Αρούρη.

Αν είστε νεοφερμένοι στο ιστολόγιο, Άχθος Αρούρης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο που είχε ο παππούς μου προπολεμικά στη Μυτιλήνη. Η έκφραση «άχθος αρούρης» είναι ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», παναπεί άχρηστος άνθρωπος. Να σημειώσουμε ωστόσο ότι ενώ στον Όμηρο η λέξη «άχθος» είναι βεβαίως ουδέτερο ουσιαστικό, ο παππούς το χρησιμοποιούσε σαν αρσενικό όνομα, άρα κλίνεται «Ο Άχθος, του Άχθου, τον Άχθο, ω Άχτε» -κάποτε και «ο Άχτος», από ειρωνικό υπερδημοτικισμό.

Από τον παππού μου επηρεάστηκα πολύ και πήρα πολλά πέρα από όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο (και αριθμό φορολογικού μητρώου, και είχα τραβήγματα με την εφορία, αλλά χαλάλι). Μερικές φορές, στο παρελθόν, δανείστηκα και το ψευδώνυμό του, αλλά το μετάνιωσα. Ο παππούς με αυτό το έξοχο ψευδώνυμο δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά. Συλλογή τυπωμένη δεν αξιώθηκε να δει, ετοίμαζε μία όταν τον βρήκε ο καρκίνος και μας τον πήρε. Την τύπωσαν οι δικοί μου μεταθανατίως κι έχει ποιήματα «Της Κατοχής και του Στρατόπεδου.»

Το προοίμιο του βιβλίου αυτού είναι το ποίημά του «Η προσευχή του ταπεινού», που παίρνει ίσως έμπνευση από το ομότιτλο ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου αλλά δεν το παρωδεί καθόλου.

Η προσευχή του ταπεινού

Ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα ελεός σου
έτσι που εύσπλαχνα ελεείς κάθε πιστό σου.
Δεν είμαι τάχατες κι εγώ εικόνα και ομοίωση
του πάνσεπτου προσώπου σου με την κατάσπρη γενειάδα
και με το δίκιο μου, υποθέτω, σου ζητώ
μια κάποια λογικήν αποζημίωση
έτσι που στάθηκα πιστός μες στων δακρύων την κοιλάδα.

Ουράνιες δε ζητώ χαρές, αλλά στον κόσμο τον απτό
ζητώ να βρουν οι κόποι μου δικαίωση.
Τι να την κάνω τη διαβεβαίωση
μιανής ανέφελης ζωής στου Παραδείσου τη χλιδή,
αφού τη σήμερον πεινώ και χαραμίζω τη ζωή μου
σε μιας ανέκφραστης μιζέριας το μαράζι.

Θεούλη μου σε βεβαιώ δεν με πειράζει
την κουρασμένη αν πάρει ο διάβολος ψυχή μου
αρκεί το μαύρο μάτι μου χαρούμενο να δει
δυο τρεις αυγούλες ροδαλές, ήλιο και φως αληθινό
και τη χαρά να τη χαρεί κάτω απ’ τον γήινο ουρανό.
Τα περισσά εκ του πονηρού εστίν, καθώς το λες.

(Μυτιλήνη, 1936. Περιλαμβάνεται σαν πρόλογος στη συλλογή Της Κατοχής και του Στρατόπεδου)

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Κατοχή, Μυτιλήνη, Παρωδίες, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 131 Σχόλια »