Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εις μνήμην’ Category

Μανώλης Γλέζος (1922-2020)

Posted by sarant στο 31 Μαρτίου, 2020

Χτες το απόγευμα πολλοί Έλληνες βγήκαν στα μπαλκόνια τους για να χειροκροτήσουν, όχι επειδή τους κάλεσε κάποιος επώνυμος αλλά ύστερα από αυθόρμητο κάλεσμα από τα κοινωνικά μέσα, και οχι για να δηλώσουν τις ευχαριστίες τους ή τη συμπαράστασή τους σε όσους δίνουν από την πρώτη γραμμή τη μάχη ενάντια στην πανδημία του κορονοϊού, αλλά για να τιμήσουν έναν μεγάλο Έλληνα, έναν ακατάβλητο αγωνιστή της Αριστεράς και της πατρίδας, τον Μανώλη Γλέζο, που έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών χτες το πρωί.

Ήταν αυτός ο αποχαιρετισμός μια αυθόρμητη αντίδραση απέναντι στην τεράστια αδικία της αμείλικτης συγκυρίας -διότι η πανδημία στέρησε από δεκάδες χιλιάδες συμπολίτες μας την ευκαιρία να αποχαιρετήσουν με τη φυσική τους παρουσία τον ήρωα, σε μια πάνδημη κηδεία -όπως ήταν απολύτως βέβαιο ότι θα γινόταν αν το θλιβερότατο γεγονός του θανάτου του Μανώλη Γλέζου δεν είχε συμβεί μέσα σε καθεστώς απαγόρευσης συναθροίσεων.

Η ζωή, ως βιολογικός χρόνος, στάθηκε γενναιόδωρη με τον Μανώλη Γλέζο -να λογαριάσουμε όμως πως από τα σχεδόν 98 χρόνια της ύπαρξής του τα 16 τα πέρασε φυλακισμένος (11 χρόνια και 5 μήνες) ή εξόριστος (τεσσεράμισι χρόνια).

Kι αν η εμβληματική πράξη για την οποία και τα μικρά παιδιά ξέρουν τον Μανώλη Γλέζο ήρθε πολύ νωρίς στη ζωή του, όταν στα 19 του χρόνια μαζί με τον φίλο του Λάκη Σάντα κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την Ακρόπολη, ο Γλέζος δεν έπαψε ως το τέλος να αγωνίζεται και να προσφέρει στην υπόθεση της απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Αλλά τα βιογραφικά του στοιχεία θα τα ξέρετε ήδη ή θα τα έχετε διαβάσει σε κάποιο από τα τόσα αφιερώματα που δικαίως κατέκλυσαν τα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα μόλις μαθεύτηκε το θλιβερότατο μαντάτο του θανάτου του, οπότε δεν έχει νόημα να τα επαναλάβω εδώ. Σας παραπέμπω στην καλή νεκρολογία που δημοσιεύτηκε στην Αυγή.

Πάντως, το κατέβασμα της ναζιστικής σημαίας ήταν μια αντιστασιακή πράξη που δίκαια πήρε διεθνείς διαστάσεις και χάρισε στον Γλέζο και στον Λάκη Σάντα το αιώνιο φωτοστέφανο του ήρωα. Χάρη σε αυτή την παράτολμη ενέργεια, ο Γλέζος έγινε παγκόσμια γνωστός σαν αντιστασιακός -ο ντε Γκολ τον χαρακτήρισε «πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης» και όταν το μεταπελευθερωτικό ελληνικό κράτος φιλοδώρησε τον Μανώλη Γλέζο με δυο καταδίκες σε θάνατο ξεσηκώθηκε παγκόσμιο κίνημα αλληλεγγύης, που ματαίωσε την εκτέλεσή του.

Εξίσου ορμητικό ήταν το κίνημα διεθνούς αλληλεγγύης προς τον Γλέζο όταν καταδικάστηκε το 1959 (ναι, επί «εθνάρχη» Καραμανλή!) για κατασκοπεία. Τότε κυκλοφόρησε και το σοβιετικό γραμματόσημο που βλέπετε, στο οποίο ζητείται «Λευτεριά στον ήρωα του ελληνικού λαού Μανώλη Γλέζο».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριστερά, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Λουξεμβούργο | Με ετικέτα: , , , , , , | 192 Σχόλια »

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης

Posted by sarant στο 29 Μαρτίου, 2020

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος 47 (άνοιξη 2020) του καλού περιοδικού Μικροφιλολογικά που κυκλοφορεί δύο φορές τον χρόνο στη Λευκωσία. Ο φίλος Λευτέρης Παπαλεοντίου, που αυτόν τον καιρό επιμελείται μιαν ανθολογία σατιρικής ποίησης, είδε κάπου μια καβαφική παρωδία του παππού μου και μου ζήτησε να γράψω μια παρουσίαση του έργου του για το περιοδικό.

Τα περισσότερα ποιήματα που περιλαμβάνω στο σημερινό άρθρο είναι βέβαια γνωστά στο ιστολόγιο, αλλά δεν τα έχουμε βάλει συγκεντρωμένα. Ένας άλλος λόγος που συνηγορεί για τη σημερινή δημοσίευση στο ιστολόγιο είναι ότι μέσα στην εβδομάδα είχαμε την επέτειο του θανάτου του παππού μου (24.3.1977).

Εδώ παραθέτω την αρχική βερσιόν του άρθρου -στη δημοσιευμένη μορφή έγιναν συντομεύσεις.

Ο ποιητής Άχθος Αρούρης (Νίκος Σαραντάκος, 1903-1977)

Άχθος αρούρης είναι έκφραση ομηρική (Ιλιάδα Σ 104) και θα πει «βάρος της γης», δηλαδή άχρηστος άνθρωπος. Είναι και το ψευδώνυμο που διάλεξε ο παππούς μου, ο Νίκος Σαραντάκος, και με αυτό δημοσίευε ποιήματά του σε εφημερίδες της Μυτιλήνης και της Αθήνας προπολεμικά.

Παιδί πολυμελούς οικογένειας από τη Γέρμα της Μάνης, που αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στον Πειραιά, τελείωσε στα 15 του την δευτεροβάθμια εκπαίδευση και έπιασε δουλειά σε τράπεζες. Στρατιώτης στη Θεσσαλονίκη ήρθε σε επαφή με τις κομμουνιστικές ιδέες και τις ενστερνίστηκε. Ως τραπεζικός υπάλληλος στη Μυτιλήνη γνωρίστηκε με την ποιήτρια Ελένη Μυρογιάννη και την παντρεύτηκε.

Η Κατοχή τον βρήκε στη Μυτιλήνη στέλεχος της Αγροτικής Τράπεζας. Συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ και φυλακίστηκε από τους Γερμανούς και αργότερα από το μεταπελευθερωτικό καθεστώς για στάση, με αποτέλεσμα να απολυθεί από τη θέση του και να μετοικήσει στην Αθήνα, όπου εργάστηκε στη σύνταξη της Εγκυκλοπαίδειας του Ηλίου.

Στα πρώτα του ποιήματα και χρονογραφήματα, ο Ν.Σ. χρησιμοποιούσε διάφορα ψευδώνυμα, όπως Βριάρεως ή Ηρόστρατος. Με αυτό το τελευταίο δημοσίευσε στο αριστερό λογοτεχνικό περιοδικό Νέα Επιθεώρηση (τχ. 10, Οκτώβριος 1928) το ποίημα “Η κάσα”:

Η κάσα

Όγκος βαρής κι ασήκωτος τ’ αφέντη μας η κάσσα,
με ζηλεμένονε παρά σε στήθια σιδερένια.
Κι ανοιγοκλεί με σφυριχτήν -σα δουλευτής- ανάσα
κι ο αφέντης τής χαμογελά με σεβασμό κι ευγένεια.

Από μαντέμι δυνατό κι αστραφτερόν ατσάλι
-Το μέταλλο που φτιάνουνε της φυλακής τους κρίκους-
Σαν το καλύβι ενού φτωχού, μπορεί και πιο μεγάλη
και ξεπερνά σ’ αχορταγιά τους πεινασμένους Λύκους!

Κρύβει τ’ αργάτη τον ιδρό, το γαίμα του στρατιώτη
το μαύρο δάκρυ τ’ αρφανού, το στεναγμό της χήρας
του φαμελίτη το ψωμί, της πόρνης την αγνότη
και της γυναίκας την τιμή και την τιμή της λίρας!

Ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, ο Μίλιος Χουρμούζιος (τότε με το ψευδώνυμο Αντρέας Ζευγάς) δημοσίευσε μεν το ποίημα, αλλά επέκρινε τον ποιητή για την επιλογή του ψευδωνύμου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Εις μνήμην, Καβαφικά, Παρωδίες, Ποίηση, Σατιρικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Ο Αστερίξ μονομάχος (εις μνήμην Αλμπέρ Ουντερζό)

Posted by sarant στο 26 Μαρτίου, 2020

Ο Αλμπέρ Ουντερζό, ο σκιτσογράφος του Αστερίξ, πέθανε προχτές, λίγο πριν κλείσει τα 93 του χρόνια. Την ίδια μέρα η Γαλλία θρηνούσε δυο ακόμα πολύ σημαντικούς ανθρώπους, που πέθαναν επίσης σε μεγάλη ηλικία, από την πανδημία του κορονοϊού, τον μουσικό Μανού Ντιμπάγκο και τον μαρξιστή φιλόσοφο Λυσιέν Σεβ -αλλά ο θάνατος του Ουντερζό, που προσωπικά με άγγιξε περισσότερο, δεν συνδέεται με τον ιό, οπως ενημέρωσαν οι δικοί του άνθρωποι.

Το ιστολόγιο έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό να παρουσιάζει τις 24 περιπέτειες που συνδημιούργησαν ο Ρενέ Γκοσινί και ο Αλμπέρ Ουντερζό, αφού πιστεύω, έστω και με μια δόση υπερβολής, ότι οι 24 αυτοι τόμοι του Αστερίξ είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Η αλήθεια είναι πως ο ρυθμός της παρουσίασης έχει αραιώσει πολύ, αλλά ένιωσα ότι χρωστάω στον μεγάλο Αλμπέρ μια παρουσίαση για αποχαιρετισμό, οπότε στρώθηκα να τη γράψω.

Να πούμε δυο λόγια για τον εκλιπόντα. Ο Αλμπέρ Ουντερζό, γιος Ιταλών μεταναστών, γεννήθηκε το 1927 και γνώρισε τον Γκοσινί το 1951. Δημιούργησαν μαζί τον Ινδιάνο Ούμπα-Πα και άλλους δυο ήρωες που νομίζω πως δεν έχουν παρουσιαστεί στα ελληνικά, τους Jehan Pistolet και Luc Junior, και από το 1959, όταν άρχισαν να δουλεύουν για το περιοδικό Πιλότ, τον Αστερίξ. Στο ίδιο περιοδικό ο Ουντερζό σχεδίασε επίσης, σε συνεργασία με άλλον σεναριογράφο, την περιπέτεια Τανγκύ και Λαβερντύρ, με ηρωες πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας.

Όταν το 1977 πέθανε πολύ νέος ο Ρενέ Γκοσινί ο Ουντερζό συνέχισε να φτιάχνει άλμπουμ του Αστερίξ, οπου ανέλαβε επίσης και το σενάριο, αν και κατά τη γνώμη των περισσότερων τα άλμπουμ αυτά δεν φτάνουν στο ύψος των 24 πρώτων που οφείλονται στο δίδυμο. Το 2011 σταμάτησε να σκιτσάρει και παραχώρησε τα δικαιώματα στην Hachette, επιτρέποντας να κυκλοφορήσουν νέες περιπέτειες του Αστερίξ με άλλο δημιουργικό δίδυμο -και ήδη έχουν κυκλοφορήσει 4 τέτοια άλμπουμ της νέας περιόδου- ενώ την ίδια περίοδο είχε έρθει σε σύγκρουση με την κόρη του, που τελικά διευθετήθηκε.

Η περιπέτεια που θα παρουσιάσω σήμερα είναι η 17η από τις 24.

Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη 2015 είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου 2015 παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς, αλλά στα τέλη Αυγούστου δεν είχαμε περιπέτεια για τεχνικούς λόγους. O κύκλος συνεχίστηκε στα μέσα Οκτωβρίου με τον Αστερίξ στην Κορσική και η τελευταία δημοσίευση για το 2015 ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων με τον Αστερίξ Λεγεωνάριο. Το 2016 ξεκίνησε με την περιπέτεια Οβελίξ και σία τον Φλεβάρη, ενώ τον Απρίλιο ανέβασα το Δώρο του Καίσαρα. Τον Ιούνιο είχε πέσει πολλή δουλειά, τον Αύγουστο είχαμε το… θερινό ραστόνι (και θα ήταν ευκαιρία να βάλουμε τον Αστερίξ Ολυμπιονίκη, κρίμα), οπότε ξαναπιάσαμε το νήμα τον Οκτώβριο με την Ασπίδα της Αρβέρνης. ενώ τον Δεκέμβριο ακολούθησε το Χρυσό δρεπάνι. Πρώτη περιπέτεια του 2017, τον Φλεβάρη, ήταν το Μεγάλο ταξίδι, που συμπλήρωσε την πρώτη δωδεκάδα. Στη δεύτερη δωδεκάδα μπήκαμε τον Απρίλιο, με την περιπέτεια «Ο Αστερίξ και η Κλεοπάτρα». Μετά αραίωσαν οι ρυθμοί. Τον Αύγουστο του 2017 παρουσιάστηκε η περιπέτεια «Ο Αστερίξ και οι Γότθοι» ενώ τον Δεκέμβριο είχαμε ένα εμβόλιμο άρθρο, αφού παρουσιάσαμε την καινούργια (χωρίς Γκοσινί αλλά και χωρίς Ουντερζό) περιπέτεια «Ο Αστερίξ στην Ιταλία» που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει στα γαλλικά (ο ελληνικός τίτλος είναι δικός μου, αφού τότε δεν είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά το τεύχος). Το 2018 μία μόνο περιπέτεια παρουσιάσαμε, τον Απρίλιο, τον Αστερίξ στην Ισπανία . Μια ακόμα περιπέτεια παρουσιάσαμε τον Μάιο του 2019, τον Γύρο της Γαλατίας, ενώ τον Νοέμβριο είχαμε ένα εμβολιμο άρθρο, όπου παρουσιάσαμε μια ακόμα καινούργια περιπέτεια, της νέας περιόδου, Ο Αστερίξ και η αδρεναλίνη. Τη σημερινή περιπέτεια την έστειλε σκαναρισμένη ο φίλος Δημήτρης Ρ. ενώ έχω επίσης σκαναρισμένη, χάρη στον φίλο μας τον Χρήστο Τσατσαρώνη, την περιπέτεια Ο Αστερίξ και η χύτρα. Για τις άλλες, ελπίζω πως κάποιος θα φιλοτιμηθεί να σκανάρει τεύχη του Ψαρόπουλου που μας λείπουν (ο κατάλογος στο τέλος του άρθρου).

Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν σε αυτοτελείς τόμους στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο. Λέω «σε αυτοτελείς τόμους» διότι περιπέτειες του Αστερίξ σε συνέχειες είχαν δημοσιευτεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο περιοδικό «Αστερίξ».

Τη σημερινή περιπέτεια την ανέβασα εδώ απ’ όπου μπορείτε να τη διαβάσετε ονλάιν ή να την κατεβάσετε.

Ο Αστερίξ Μονομάχος είναι μια από τις πρώτες περιπέτειες της σειράς, συγκεκριμένα η 4η περιπέτεια από τις 24. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Pilote από τον Μάρτιο του 1962 έως τις αρχές του 1963 αλλά σε βιβλίο δεν εκδόθηκε παρά το 1964. Ο γαλλικός τίτλος είναι Astérix gladiateur.

Σύνοψη: Ο έπαρχος της Γαλατίας επισκέπτεται το στρατόπεδο του Πετιμπόνουμ και ζητάει από τον εκατόνταρχο να πιάσει έναν ανυπότακτο Γαλάτη που θέλει να τον πάρει μαζί του στη Ρώμη και να τον δώσει δώρο στον Ιούλιο Καίσαρα. Ο εκατόνταρχος προτείνει τον βάρδο, σαν πιο ακίνδυνο. Πράγματι, τον πιάνουν, βουλώνοντας με μαϊντανό τα αυτιά τους για να μην ακούν το τραγούδι του.

Οι Γαλάτες μαθαίνουν την απαγωγή του βάρδου και κάνουν επίθεση στο Πετιμπόνουμ, ξυλοφορτώνοντας τους Ρωμαίους, αλλά μαθαίνουν ότι ο έπαρχος με τον βάρδο έχουν ήδη φύγει με γαλέρα.  Αστερίξ και Οβελίξ αναλαμβάνουν να πάνε στη Ρώμη. Βρίσκουν μια φοινικική γαλέρα, ξεπερνάνε τον σκόπελο των πειρατών και φτάνουν στη Ρώμη, όπου μαθαίνουν από έναν Γαλάτη ταβερνιάρη ότι ο Καίσαρας αποφάσισε να ρίξει τον Κακοφονίξ στα λιοντάρια.

Καθώς επισκέπτονται τα λουτρά, ο Κάιους Κόμπους, ονομαστός γυμναστής μονομάχων, εντυπωσιάζεται από τη σωματοδομή και τις δυνάμεις τους και θελει να τους πάρει με το ζόρι για μονομάχους -και ξαμολάει σε όλη τη Ρώμη τους μπράβους του για να τους συλλάβουν. Ωστόσο, οι δυο φίλοι προσέρχονται με τη θέλησή τους για να καταταγούν, θέλοντας με τον τρόπο αυτό να πλησιάσουν και να απελευθερώσουν τον βάρδο. Αρνούνται όμως να γυμναστούν και μάλιστα πείθουν και όλους τους άλλους μονομάχους να παίζουν αινίγματα αντί να σφάζονται.

Έρχεται η μέρα των αγώνων. Ο Κακοφονίξ ρίχνεται στα λιοντάρια αλλά αρχίζει το τραγούδι οπότε τα θηρία φεύγουν τρέχοντας. Και αντί για αγώνες μονομάχων, ο Αστερίξ προκαλεί τον Καίσαρα να στείλει μια κοόρτη επίλεκτους για αντιπαλους των δυο Γαλατών -και βέβαια, τους κάνουν με τα κρεμμυδάκια. Το πλήθος επευφημεί και μπροστά στη λαϊκή ευχαρίστηση ο Καίσαρας κάνει τα πικρά γλυκά και αφήνει ελεύθερους τους Γαλάτες και μάλιστα τούς δίνει και τον γυμναστή των μονομάχων, στον οποίο οι Γαλάτες δίνουν ένα μάθημα. Η περιπέτεια φυσικά τελειώνει με τσιμπούσι.

Καθώς είναι μια από τις πρώτες περιπέτειες, στον Αστερίξ Μονομάχο εισάγονται αρκετά πρόσωπα αλλά και ευρήματα που θα τα ξαναδουμε και στη συνέχεια σε άλλες περιπέτειες.

Kαταρχάς, έχουμε τους Φοίνικες εμπορους που θα τους ξαναδούμε σε μια περιπέτεια της μεταγκοσινικής περιόδου, την Οδύσσεια του Αστερίξ.

Στη γαλέρα οι κωπηλάτες δεν είναι σκλάβοι αλλά… συνεταίροι που δεν διάβασαν καλά το συμβόλαιο του συνεταιρισμού πριν το υπογράψουν, όπως ενημερώνει χαμογελαστός τον Αστερίξ ο πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου. (Η Μαραντέι μεταφράζει κατά λέξη «Γενικός Διευθυντής Πρόεδρος» το γαλλικό Président – Directeur General, που αντιστοιχεί στο αγγλ. CEO).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αστερίξ, Εις μνήμην, Κόμικς, Μεταφραστικά | Με ετικέτα: , , , , , | 79 Σχόλια »

Θάνος Μικρούτσικος 1947-2019

Posted by sarant στο 29 Δεκεμβρίου, 2019

Πέθανε χτες το βράδυ ο συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος, ο σημαντικότερος ίσως συνθέτης της γενιάς του, με θητεία πολλών δεκαετιών στη μουσική, τόσο στο τραγούδι όσο και σε πιο νεωτερικές και σοβαρές φόρμες.

Τα τελευταία χρόνια πάλευε με έναν ζόρικο καρκίνο -κι αν η απώλεια ήταν αναμενόμενη αυτό δεν την κάνει λιγότερο οδυνηρή ή το κενό λιγότερο δυσαναπλήρωτο.

Εκτός από σημαντικός συνθέτης, ο Μικρούτσικος ήταν έντονα πολιτικοποιημένος, οπότε όσοι από εμάς γαλουχηθήκαμε στην κομμουνιστική αριστερά συμπορευτήκαμε μαζί του.

Το ιστολόγιο αισθάνεται την ανάγκη να αφιερώσει το σημερινό άρθρο ως μνημόσυνο στον Θάνο Μικρούτσικο.

Γεννημένος στην Πάτρα το 1947, ο Μικρούτσικος σπούδασε μαθηματικός, όπως και ο πατέρας του ο οποίος δίδασκε σε μεγάλα αθηναϊκά φροντιστήρια. Έκανε επίσης σοβαρές σπουδές μουσικής. Μαθηματικός σπούδασε και ο μικρότερος αδελφός του ο Ανδρέας, που επίσης έγραψε τραγούδια αλλά έγινε περισσότερο γνωστός από την ενασχόλησή του με την τηλεόραση.

Ο Μικρούτσικος στα νιάτα του είχε συγκρότημα ροκ με τον αδελφό του, αλλά εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1975 με τον δίσκο Πολιτικά τραγούδια, που περιείχε στη μία του πλευρά τραγούδια σε στίχους του Γερμανού αμφισβητία κομμουνιστή Βολφ Μπίρμαν (σε εξαιρετική μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ) και στην άλλη πλευρά τραγούδια σε στίχους του μεγάλου Τούρκου κομμουνιστή ποιητή Ναζίμ Χικμέτ σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου και Γ. Παπαλεονάρδου.

Την εποχή εκείνη, ο συνθέτης, ο αδελφός του, η τραγουδίστρια Μαρία Δημητριάδη, τότε σύζυγος του Ανδρέα, και άλλοι συντελεστές του δίσκου ήταν μέλη του «μαοϊκού» κόμματος ΕΚΚΕ, το οποίο γενικά είχε πολύ αξιόλογη παρέμβαση στα πολιτιστικά πράγματα, ωστόσο ο δίσκος αγαπήθηκε από όλη την αριστερή νεολαία της εποχής και τα τραγούδια του Μικρούτσικου άρχισαν να ακουγονται σε πολιτικές εκδηλώσεις και φεστιβάλ νεολαίας. Θα θυμόμαστε για πάντα το Αν η μισή μου καρδιά (που, ασεβώς κάπως, έδωσε και τον παροιμιακό στίχο «η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται»), την έξοχη ερμηνεία της Δημητριάδη στο Αυτούς τους έχω βαρεθεί, αλλά και τον ίδιο τον Μικρούτσικο να τραγουδάει τη Μπαλάντα για τους ασφαλίτες αποδίδοντας θαυμάσια το σατιρικό πνεύμα του Μπίρμαν. Όπως και άλλοι συνθέτες, ο Μικρούτσικος τραγούδησε ο ίδιος λιγοστά τραγούδια του αλλά με μοναδικό τρόπο -με αξεπέραστο, μερικά χρόνια αργότερα, το Οι Εφτά νάνοι στο s/s Cyrenia, φυσικά σε στίχους Νίκου Καββαδία.

Αλλά κάναμε άλμα. Ακόμα είμαστε στα 1976, όταν ο Μικρουτσικος κυκλοφορεί τον δεύτερο δίσκο του, την Καντάτα για τη Μακρόνησο/Σπουδή σε ποιήματα Μαγιακόφσκι. Μια πλευρά ποιήματα Ρίτσου, μία Μαγιακόφσκι μεταφρασμένος από τον Ρίτσο, μουσική πρωτοποριακή, πάντοτε η έξοχη Δημητριάδη στην ερμηνεία, λίγο πιο δυσπρόσιτος δίσκος από τον προηγούμενο. Το λόγιο στοιχείο ήταν πάντοτε έντονο στη μουσική του Μικρούτσικου, ακόμα και στα τραγούδια του.

Τρίτος σημαντικός σταθμός, το 1977, τα Τροπάρια για φονιάδες, σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου, με τη Μαρία Δημητριάδη και τον νεαρό τότε Γιώργο Μεράντζα, που τον λάτρευε όλη η ΚΝΕ. Κι ενώ η Δημητριάδη τραγουδούσε για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ σε βερολινέζικο στιλ και για τον Νίκο Πλουμπίδη, αλλά και για την Πρέβεζα και το Κιλκίς, αν ήταν να διαλέξω ένα τραγούδι από αυτόν τον θαυμάσιο δίσκο θα ξεχώριζα τη Δίκοπη ζωή με τον Μεράντζα με τα πεντάστιχα του Ελευθερίου.

Ήδη ο Μικρούτσικος έχει προσεγγίσει το ΚΚΕ και η ένταξή του στον χώρο της ορθόδοξης κομμουνιστικής αριστεράς επισφραγίζεται με τον δίσκο του 1978 Μουσική πράξη πάνω στον Μπρεχτ, που παρουσιάστηκε σε φεστιβάλ της ΚΝΕ στο Περιστέρι -και με τραγουδιστή τον Γιάννη Κούτρα. Τότε τραγουδούσαμε όλοι το Άννα μην κλαις. Ευθέως πολιτικός είναι και άλλος ένας δίσκος σχετικός με το ΚΚΕ, οι Συναυλίες 81, από κοινού με τον Χρήστο Λεοντή. Από τον δίσκο αυτό ακούμε τη μπρεχτική Μπαλάντα του έμπορα, με τον Σάκη Μπουλά.

Προσπέρασα έναν άλλο δίσκο του 1978, τα Τραγούδια της Λευτεριάς, επίσης αμιγώς πολιτικό, κομμουνιστικό ροκ που τον χαρακτήρισε ο Φ. Τρούσσας. Το τραγούδι για το κομμουνιστικό μανιφέστο σημειώνει και το στιχουργικό ντεμπούτο του Άλκη Αλκαίου.

Όμως το 1979 ο Μικρούτσικος κυκλοφόρησε τον Σταυρό του Νότου (που είχε παρουσιαστεί και νωρίτερα) με 11 μελοποιημένα ποιήματα του Νίκου Καββαδία, με τραγουδιστή κυρίως τον Γιάννη Κούτρα αλλά και τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου σε δυο πολύ χαρακτηριστικά τραγούδια. Ο Μικρούτσικος επρόκειτο να ασχοληθεί κι άλλες φορές με την ποίηση του Καββαδία, βρίσκοντας μια πλούσια φλέβα που στάθηκε σταθμός στο ελληνικό τραγούδι, έκανε δημοφιλέστατη την ήδη πολύ δημοφιλή ποίηση του πιο μελοποιημένου Έλληνα ποιητή, αλλά και έφερε τον συνθέτη σε ευρύτερο (και πιο διαφοροποιημένο πολιτικά) κοινό.

Επόμενος πολύ σημαντικός δίσκος, το 1982 το Εμπάργκο. Σημαντικός καθαυτός, αλλά και επειδή είναι η πρώτη ολοκληρωμένη δουλειά του στιχουργού Άλκη Αλκαίου, δίσκος πολυσυλλεκτικός και πρωτοποριακός, που όμως έδωσε και ένα αυθεντικό μαζικό σουξέ, την Πιρόγα (που δεν είναι καν αυτός ο τίτλος του τραγουδιού -Ερωτικό λεγόταν).

Aν ήταν να διάλεγα έναν δίσκο του Μικρούτσικου για εκείνο το παροιμιώδες ερημονήσι, μάλλον αυτόν θα διάλεγα. Από την πεντάδα των συντελεστών στην σκόπιμα αλαζονική πόζα της φωτογραφίας, τώρα πια μόνο ο Κώστας Καράλης βρίσκεται στη ζωή.

Την εποχή εκείνη ο Μικρούτσικος κήρυξε εκστρατεία κατά του λαϊκισμού στο τραγούδι -και έβγαλε το 1983 και τον δίσκο Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί, υπό τύπον αντιλαϊκιστικού μανιφέστου, καθώς και έναν δίσκο σε ποίηση Καβάφη. Μάλλον δεν είχε δίκιο σε αυτή την αντιπαράθεση αλλά δεν ακολούθησε για πολύ αυτόν τον δρόμο, αφού στη συνέχεια συνεργάστηκε με πρώτα ονόματα του τραγουδιού σε δίσκους με αρκετά ευδιάκριτη την αναζήτηση του σουξέ.

Ωστόσο, και αυτοί οι δίσκοι του (Η αγάπη είναι ζάλη, Κρατάει χρόνια αυτή η κολώνια, Συγνώμη για την άμυνα) έχουν διαμαντάκια, ενώ την ίδια εποχή έδωσε πλήθος άλλες λιγότερο εμπορικές δουλειές. Ξαναεπισκέφτηκε τον Καββαδία στις Γραμμές των οριζόντων, έδωσε το 1996 τον πολύ καλό Στου αιώνα την παράγκα με τον Μητροπάνο και το 2002 τον Άμλετ της Σελήνης με τον Θηβαίο. Εκείνη την εποχή είχε βγάλει με τους Κατσιμιχαίους έναν έξοχα παράξενο δίσκο, πιο πολύ απαγγελία αλλά και τραγούδι, σε ποίηση Φρανσουά Βιγιόν.

Ίσως αδικώ τη μετέπειτα δουλειά του επειδή έριξα τον προβολέα πιο πολύ στα πρώτα του έργα. Για μένα, αυτά τα έργα που μνημόνευσα αρκούν για να τον τοποθετήσουν πάρα πολύ ψηλά, στις πολύ πρώτες θέσεις των συνθετών, ίσως και στην πρώτη της γενιάς μετά τους δίδυμους πύργους Μίκη και Μάνο (ή Μάνο και Μίκη).

Στα 1993 ο Μικρούτσικος έγινε εξωκοινοβουλευτικός αναπλ. υπουργός πολιτισμού στην τελευταία κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και ανέλαβε υπουργός Πολιτισμού μετά τον θάνατο της Μελίνας Μερκούρη. Δεν μπορώ να αξιολογήσω το έργο του, ούτε την προσφορά του στις διάφορες θέσεις που ανέλαβε στα διοικητικά του πολιτισμού. Θα ακούσω τα τυχόν σχόλιά σας.

Τα τελευταία χρόνια, αφού παρέπλευσε τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Μικρούτσικος επέστρεψε κοντά στο ΚΚΕ, με συμμετοχή σε σημαντικές συναυλίες και αποδεχόμενος την δωδέκατη τιμητική θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του κόμματος στις εκλογές του 2019.

Κλείνω με μια προσωπική αναφορά και μια περίεργη σύμπτωση. Το φθινόπωρο του 2017 ήμουν με μια παρέα σε ένα ταβερνείο στα Πετράλωνα, και στο διπλανό μας τραπέζι ήταν ο Μικρουτσικος με μια πολυμελή παρέα. Σιγά σιγά οι δυο παρέες σχεδόν ενώθηκαν και κουβεντιάσαμε αρκετά -θυμάμαι ότι ήταν απολογητικός για την υπουργική του θητεία. Κάποια στιγμή οι καπνιστές της παρέας σηκώθηκαν να πάνε έξω, ήταν ήδη γνωστό το πρόβλημα υγείας του, αλλά εκείνος τούς προέτρεψε να καπνίσουν εκεί που κάθονταν -όπως και έγινε, αλλά μόνο για ένα τσιγάρο.

Χτες το βράδυ είχαμε κανονίσει με την ίδια παρέα να πάμε να δούμε την Ευτυχία. Ήταν η πρώτη φορά που συναντιόμουν μαζί τους από το 2017. Βγαίνοντας από το σινεμά καθίσαμε κάπου και, όπως ανοίγω το κινητό, βλέπω την είδηση για τον θάνατο του Θάνου Μικρούτσικου.

Θα τον θυμόμαστε για πάντα, αλλά τα τραγούδια του θα τα τραγουδάνε και οι επόμενες γενιές. Ελαφρύ να είναι το χώμα που θα τον σκεπάσει.

 

 

 

Posted in Εις μνήμην, Μεταπολίτευση, Μουσική, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 136 Σχόλια »

Μνήμη Δημήτρη Σαραντάκου (1929-17.12.2011): Πέντε τραγούδια

Posted by sarant στο 17 Δεκεμβρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα οχτώ χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου. Παρόλο που, όλα αυτά τα χρόνια, εξακολουθώ να τον μνημονεύω στο ιστολόγιο δημοσιεύοντας κάθε δεύτερη Τρίτη αποσπάσματα από τα βιβλία του (το ίδιο θα γίνει και μεθαύριο), σήμερα που είναι η θλιβερή επέτειος έκρινα πως του ταιριάζει ένα πιο προσωπικό μνημόσυνο.

Την αφορμή την πήρα απο ένα γράμμα που έλαβα τις προάλλες, στο οποίο ο μουσικολόγος Στέφανος Φευγαλάς μού ζήτησε κάποιες από τις ηχογραφήσεις του πατέρα μου, για ένα άρθρο που ετοίμαζε, διότι οι σύνδεσμοι που είχα σε κάποια παλιά δημοσίευση του ιστολογίου είχαν απενεργοποιηθεί.

Αυτό το πρόβλημα είναι μόνιμο στο Διαδίκτυο: οι ιστότοποι δωρεάν φιλοξενίας για αρχεία (μουσική, εικόνες, βίντεο, οτιδήποτε) ειναι βραχύβιες υπάρξεις -κάθε τόσο κλείνουν και οι σύνδεσμοι απενεργοποιούνται. Κι αλλες φορές μου είχαν ζητήσει αυτά τα αρχεία, οπότε σκέφτηκα να τα ανεβάσω στο Γιουτούμπ, που ίσως είναι πιο μακρόβιο.

Ποια αρχεία, θα ρωτήσετε. Το 2007 είχα την έμπνευση να ζητήσω απο τον πατέρα μου να ηχογραφήσουμε μερικά από τα σατιρικά αντάρτικα τραγούδια που λέγανε στη Μυτιλήνη την περίοδο 1940-45. Η ηχογράφηση έγινε εντελώς ερασιτεχνικά, μονο φωνή και στο μικροφωνάκι του υπολογιστή, αλλά αυτά ήταν τα μέσα που είχαμε. Το υλικό αυτό αρχικά το παραχώρησα στον επίσης αξέχαστο Αλλού φαν Μαρξ, που έβαλε δύο άρθρα στο ιστολόγιό του (εδώ το πρώτο) και, όταν άνοιξε το δικό μας ιστολόγιο, το παρουσίασα επίσης εδώ σε διάφορα άρθρα -όμως, με μια εξαίρεση, οι σχετικοί σύνδεσμοι δεν λειτουργούν, οπότε συγκεντρώνω σήμερα εδώ και τα πέντε τραγούδια για να υπάρχουν μαζεμένα.

Όπως είπα, τα ανέβασα στο YouTube. Για να ανεβάσεις στο Γιουτούμπ πρέπει να φτιάξεις βίντεο, κι εγώ δεν ξέρω. Οπότε πήγα σε έναν ιστότοπο κι έφτιαξα εντελώς υποτυπώδη βιντεάκια, δηλ. μονο μια εικόνα και το ηχητικό αρχείο. Τόσο μπορώ. Όποιος θελει να τα βελτιώσει, ευχαρίστως ας τα αναπαράξει. 

Σημειώνω ότι ο κ. Φευγαλάς μου έστειλε το άρθρο του, με τίτλο Τέσσερα τραγούδια για το Go Back, προς δημοσίευση σε δύο συνέχειες στην εφημερίδα Νέο Εμπρός (η πρώτη συνέχεια στο φύλλο που κυκλοφορεί, βρίσκεται εδώ, ενώ η δεύτερη συνέχεια εδώ). Έχω αντλήσει κάποια στοιχεία από το άρθρο αυτό.

Πολλά έγραψα, παρουσιάζω τώρα τα τραγούδια μαζί με τους στίχους τους -σε δύο περιπτώσεις οι στίχοι είναι του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (Άχθου Αρούρη) ενώ η μουσική είναι πάντοτε πάνω σε γνωστούς σκοπούς της εποχής.

1. Με λεν Μπενί

Τα λόγια τα έγραψε ο παππούς μου την εποχή του πολέμου στην Αλβανία πάνω στη μουσική του πασίγνωστου επιθεωρησιακού «Με λεν μπεκρή«. Φυσικά, κοροϊδεύει τον Μπενί(το Μουσολίνι).

Όπως θα προσέξετε, πολλοί στίχοι είναι κομμένοι, στο μάγκικο στιλ -που το αναβίωσε στα νεότερα χρόνια ο Άκης Πάνου. Ο Αλλού Φαν Μαρξ, για να τον μνημονέψουμε κι αυτόν σήμερα, είχε γράψει άρθρο για τα «μισόλογα τραγούδια«, όπως τα έλεγε, του Άκη Πάνου.

Στη φωτογραφία, ο πατέρας μου έφηβος.

Τα λόγια:

Με λεν Μπενί-
κι έχω φωνή
που όλη δονεί τη σφαίρα
και της Ευρώ-
μα το σταυρό
της πήρα τον αέρα.
Μεγάλες νι-
στην Αλβανί-
κι αν έπαθε ο στρατός μου,
δεν του κακιώ-
είναι μαγγιό-
κι ο πιο καλός του κόσμου.

Τους διχτάτορες κι αν πιάσουνε,
σένα δε θα σε κρεμάσουνε
Ντόρο κι αν κάνεις κι αν μας παρασταί-
τον λιονταρή και τον παλληκαρά,
είσ’ ο Μπενίτο
κι ούτε για ζήτω
δεν κάνεις τώρα φουκαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Μυτιλήνη, Πρόσφατη ιστορία, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , | 79 Σχόλια »

Η νεροποντή (Διήγημα του Γιώργου Κλείτσα, εις μνήμην)

Posted by sarant στο 20 Οκτωβρίου, 2019

Ο μαθηματικός Γιώργος Κλείτσας, άνθρωπος πανέξυπνος και πολυτάλαντος, έφυγε από τη ζωή ξαφνικά στα 62 του χρόνια προχτές. Τον είχα γνωρίσει πριν από δεκαετίες, όταν παίζαμε σκάκι ως έφηβοι -με κέρδιζε.  Ασχολήθηκε περισσότερο με άλλα πνευματικά αθλήματα, κυρίως με το τάβλι (backgammon) όπου κατέκτησε πολλούς διεθνείς τίτλους και ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα, αλλά και με το μπριτζ. Άλλωστε έγραψε και βιβλία τόσο για το τάβλι (σε συνεργασία) όσο και για το μπριτζ. Ήταν επίσης πρόεδρος της MENSA ενώ αγαπούσε και την επιστημονική φαντασία.

Το βιβλίο του για το μπριτζ, με τον πρωτότυπο τίτλο «Καινοτομία και μινιμαλισμός» (αναπτύσσει ένα σύστημα αγορών) βγήκε σε ιδιωτική έκδοση -οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι δεν διαγκωνίζονται για να εκδώσουν βιβλία μπριτζ- και το διέθετε ο ίδιος. Θέλησα να του το ζητήσω, μετά το αμέλησα -ήταν και η απόσταση στη μέση. Τελικά ένας φίλος μού έστειλε τον πρόλογο, που τον ανέβασα εδώ, διότι πιστεύω πως και ο πιο ξερός πρόλογος βιβλίου, ακόμα και ειδικού βιβλίου όπως τούτο, κάτι λέει για τον συγγραφέα.

Όμως ο Κλείτσας έγραφε και διηγήματα. Βρήκα στη σελίδα του στο Φέισμπουκ ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας, που το είχε γράψει σε ένα λογοτεχνικό εργαστήρι της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας πριν από χρόνια και το δημοσίευσε ξανά τον περασμένο μήνα. Κατά σύμπτωση, το θέμα του είναι η θνητότητα. Το δημοσιεύω λοιπόν εις μνήμην. Η σημείωση με πλάγια στο τέλος είναι του συγγραφέα.

Η κηδεία του θα γίνει τη Δευτέρα στις 11.30 στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

 

Η νεροποντή

«Always be a little improbable» Oscar Wilde

Άνοιξη, εποχή της αθωότητας και του ιλίγγου. Τα πρώτα ερωτήματα, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα διαβάσματα, οι πρώτες αμφισβητήσεις. Στη στροφή ενός δρόμου, ο ίλιγγος που φέρνει η σκέψη του κόσμου, η ξαφνική συνειδητοποίηση του παράλογου. Το μέλλον αόρατο, μακρινό. Ραδιόφωνο, γειτονιές, ελληνικές ταινίες, ελληνικά συγκροτήματα, Al Bano, Mario Jelinotti, Christophe, Adamo. Τα πρώτα πάρτυ, μπλουζ και σέικ, «Άνθρωπε αγάπα», «Έλα μια φορά», «Io di notte», «Perchè», «Melancolie in Settembre», «Cuore matto», «La donna di un amico mio». Η Φιλόκα, η Βαρβάρα, η Ντόροθυ, η Αθηνά, η Ρένα, η Σούλα, όψεις της Θεάς που σιγά-σιγά σχηματιζόταν. Κι απ’ την άλλη ξάγρυπνα βράδια, ντετερμινισμός, Καμύ και Κάφκα, Έσσε και Καλβίνο. Ξάστερος ουρανός χωρίς βροχές.

Γιατί είναι ασύμμετρος ο κόσμος; Γιατί δεν υπάρχει απλά το κενό ή ούτε καν αυτό, έστω ένα σημείο, έστω ένας κύκλος, μια σφαίρα, κάτι απόλυτα συμμετρικό τέλος πάντων; Πότε έσπασε η συμμετρία, αν ποτέ υπήρξε;
Καλοκαίρι, εποχή της ματαιοδοξίας και της ανεμελιάς. Σκάκι, μπριτζ και τάβλι. Απέραντος ο ορίζοντας του χρόνου. Πανεπιστήμιο, φοιτητικά ξενύχτια και φόρτωμα στον κόκορα. Δικαίωμα στην τεμπελιά. Επίσκεψη στο Άγιο Όρος – όχι ότι θα άλλαζε τίποτα. Στρατός, πτυχίο και γάμος. Τα σύννεφα πυκνώνουν στον ορίζοντα.

Πώς μαθαίνει κανείς; Απ’ τα βιβλία, από συζητήσεις; Οι μεγάλοι λογοτέχνες βγαίνουν απ’ τα Πανεπιστήμια; Όχι, βέβαια, απαντάει ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Θητεύουν στον ιππόδρομο και στις λέσχες και ‘χάνουν τον καιρό τους’ στα καταγώγια. Η φιλία; Κάτι ασήμαντο: οι καλύτεροι φίλοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν στην αξία της φιλίας. Ο έρωτας, αυτός μάλιστα.

Φθινόπωρο. Μαρσέλ Προυστ και ‘Αναζητώντας το χαμένο χρόνο’. Εποχή του έρωτα χωρίς ανταπόκριση – θα μπορούσαμε να πούμε σκέτα του έρωτα. Εποχή της επίπλαστης ευτυχίας, του αναλώματος, της τέλειας αδιαφορίας για τον κόσμο. Ανοίγουν οι κρουνοί και δίνουν όλες τις οδύνες που ποθούμε, όλα τα απατηλά ομοιώματα της ευτυχίας και χρήμα, πολύ χρήμα απ’ τον ουρανό. Κρυσταλλώνεται η Θεά κι έχει ένα και μοναδικό πρόσωπο, ένα και μοναδικό όνομα κι αλίμονό σου αν το παραλείψεις, αν πεις «ήτανε μια γκόμενα». Όχι, δεν θα το πεις αυτό, σ’ έβαλε να το ορκιστείς η ίδια μια νύχτα, θα πεις «ήταν η Κατερίνα». Η Κατερίνα, που ούτε τότε ούτε τώρα θυμάσαι τι χρώμα είχαν τα μάτια της.

Πιθανό είναι αυτό που συμβαίνει συνήθως. Το είπε κατά την παράδοση ο Πυθαγόρας. Πόσες θαυμάσιες εφαρμογές έχει αυτή η φαινομενική ταυτολογία! Δεν ξέρει κανείς από που ν’ αρχίσει.
Αρχή του χειμώνα, εποχή των συμπτώσεων και των θαυμάτων. Τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου δίνουν τη θέση τους σε ξαφνικές μπόρες, που μπορεί να εξελιχθούν και σε καταιγίδες. Όμως η νεροποντή που αντίκρισα ένα πρωί βγαίνοντας απ’ το σπίτι δεν έμοιαζε να δυναμώνει, ούτε και να λιγοστεύει. Είχα πάει να ρίξω ένα γράμμα στο Ταχυδρομείο και το νερό που έπεφτε στο πρόσωπο και στα μαλλιά μου και μούσκευε τα ρούχα μου δεν μ’ ενοχλούσε, αντίθετα με δρόσιζε, σχεδόν μου μιλούσε στην υδάτινη διάλεκτό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Εις μνήμην, Σκάκι, μπριτζ | Με ετικέτα: , , | 83 Σχόλια »

Η πάμπα του νίτρου, του Πάμπλο Νερούδα (εις μνήμην Αμαλίας Βασιλακάκη)

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2019

Προχτές χάσαμε την αγαπημένη μας Cronopiusa, την Αμαλία μας, που ομόρφαινε το ιστολόγιο με τις μουσικές και τις εικόνες της. Τη μνημονέψαμε στα σχόλια εκείνης της ημέρας. Σήμερα Κυριακή θα ταίριαζε να βάλω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες «Σε αυτά πιστεύω» που είχε μεταφράσει, αλλά πρακτικά δεν είναι δυνατόν. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά.

Στη μνήμη της θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κείμενο που θα της άρεσε. Πρώτα όμως, μεταφέρω δυο λόγια που έγραψαν για την Αμαλία οι συναγωνιστές της από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Αν κάποιος ήθελε να δώσει τον ορισμό του τι είναι ένας άνθρωπος που φέρνει με τη δράση του την αλλαγή στην καθημερινότητα, θα μπορούσε να αναφέρει απλώς την Αμαλία Βασιλακάκη. Η Αμαλία μάς άφησε χτες πρόωρα. Πρόλαβε όμως να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο τη ζωής με αγώνα, αλληλεγγύη, καλοσύνη και αγάπη.

Για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε η ψυχή των Πίσω Θρανίων και του Στεκιού Μεταναστών. Δίδαξε ελληνικά σε εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν τη γνωριμία τους με την ελληνική κουλτούρα μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τον κινηματογράφο. Η Αμαλία ήταν μια έξοχη εκπαιδευτικός που έβλεπε την Παιδεία σαν μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Παρούσα με συνέπεια και κέφι στα κινήματα, από τη «Μεσοποταμία» στο Μοσχάτο έως την Τσιάπας στο Μεξικό, είχε κάνει στάση ζωής τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Η Αμαλία μας δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Πέτυχε όμως να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων, να κάνει καλύτερες τις ζωές μας.

Το κείμενο του Πάμπλο Νερούδα λέγεται «Η πάμπα του νίτρου» και μιλάει για τις απέραντες εκτάσεις στην έρημο της Χιλής όπου υπάρχουν τα ορυχεία του νίτρου. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Επίμετρο στη νουβέλα Αφηγήτρια ταινιών, του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, που εκδόθηκε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Στη νουβέλα, μια φτωχή οικογένεια εργατών νίτρου δεν έχει χρήματα για να βγάλουν ολα της τα μέλη εισιτήρια για τον κινηματογράφο που είναι η μοναδική διασκέδαση στον οικισμό. Στέλνουν λοιπόν την κόρη, η οποία αφηγείται με τόσο ταλέντο και τόσο παραστατικά τις διάφορες ταινίες που τελικά αρχίζουν να την προσκαλούν και από άλλα σπίτια. Δεν λέω πιο πέρα, να πάρετε το βιβλίο.

Ο φίλος Κώστας Σπαθαράκης, ο εκδότης των Αντιπόδων, ίσως επειδή η νουβέλα είναι σύντομη, είχε την καλή ιδέα να προσθεσει το άρθρο του Νερούντα ως Επίμετρο. Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »

Περαστικός απ’ τα Μετέωρα (αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 1 Σεπτεμβρίου, 2019

Κυριακή και πρώτη του μηνός σήμερα οπότε έχουμε σύγκρουση λογοτεχνικής ύλης (διότι Κυριακή) και μηνολογίου (διότι πρώτη του μηνός). Συνήθως στη σύγκρουση αυτή υποχωρεί η λογοτεχνική ύλη, σήμερα όμως θα κάνουμε εξαίρεση και θα μεταθέσουμε το μηνολόγιο για αύριο. Ο λόγος είναι πως θέλω να τιμήσω μιαν επέτειο.

Στις 29 Αυγούστου 1956 είχαμε τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στα 47 του χρόνια, όταν η καρδιά του δεν άντεξε τους εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς του επαγγελματία γραφιά. Ο γιος του μού στέλνει ένα άγνωστο αφήγημα του Κοτζιούλα, στο οποίο ο ποιητής αφηγείται πώς έφυγε από τη χειμαζόμενη Αθήνα τον πρωτο χειμώνα της Κατοχής, τον Νοέμβρη του 1941, για να αποφύγει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο από πείνα. Η γενέθλια Πλατανούσα, αν και πάμφτωχη, μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση.

Ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το αφήγημά του το 1948 σε συνθήκες εμφυλίου. Ίσως γι’ αυτό να αναφέρει πως δεν ξαναπέρασε από την Καλαμπάκα μετά το 1941. Από τα ημερολόγιά του, που σύμφωνα με τις ενδείξεις θα εκδοθούν επιτέλους φέτος, ξέρουμε ότι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στη συντεταγμένη αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τα Γιάννενα, φυσικά μέσω Κατάρας, πέρασε και από την Καλαμπάκα. Εκτός αν εννοεί ότι τη δεύτερη φορά δεν έμεινε εκεί.

Τα μπακέτα για τα οποία γίνεται λόγος στο αφήγημα είναι πακέτα καπνό που έφερνε στον πατέρα του.

Γ. Κοτζιούλας, Περαστικός απ’ τα Μετέωρα, Μετέωρα*, τεύχ. 2 (1948) 62-64.

* Περιοδικό του ΕΜΟΤ (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων).

Θυμάμαι τον πρώτο χειμώνα της σκλαβιάς και της πείνας, το μαύρο χειμώνα του 41. Τότε μ’ έφερε η τύχη να περάσω κι εγώ για πρώτη φορά απ’ την Καλαμπάκα. Τότε ανέβηκα κι εγώ, προσκυνητής της περίστασης, στα φημισμένα Μετέωρα.

Σαν πουλιά που τα κυνηγάει ανεμική, έφευγαν οι άνθρωποι μπουλούκια απ’ τη ρημαγμένη πρωτεύουσα, που φτωχομάνα των επαρχιωτών ως τα χτες, είχε καταντήσει τώρα με τους Γερμανούς κολασμένο στρατόπεδο, κοιλάδα των δακρύων. Πουλούσαν ό,τι είχαν ο καθένας κι όσο όσο, κοιτάζοντας όπως μπορούσαν να βγάλουν την άδεια απ’ τους Ιταλούς για να πάρουν τα μάτια τους μια ώρα αρχύτερα και να ζητήσουν άσυλο στις πρώτες φωλιές τους, στις φτωχούλες πατρίδες που καρτερούσαν όλο στοργή τα κακότυχα παιδιά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Κατοχή, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Η καταπαχτή (από τα απομνημονεύματα του Τάκη Μπενά)

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2019

Πλήρης ημερών και αγώνων έφυγε τις προάλλες από τη ζωή ο σ. Τάκης Μπενάς. Γεννημένος στον Πειραιά το 1925 συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε θάνατο στον εμφύλιο, έμεινε 12 χρόνια στις φυλακές ως το 1960, οπότε δραστηριοποιήθηκε στη νεολαία ΕΔΑ και το 1964 ανέλαβε γραμματέας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Καταδικάστηκε και πάλι, αυτή τη φορά σε ισόβια από τη χούντα, και έμεινε στα Γιούρα ως τον Ιούλιο του 1974. Στη διάσπαση του 1968 τάχθηκε με το ΚΚΕ εσωτ. και στη συνέχεια με το ΚΚΕ εσ-Α.Α. Πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της εφημερίδας Εποχή και ήταν ιδρυτικό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω καλά τον Τάκη Μπενά, παρόλο που είμαστε… συναπόφοιτοι, αφού βγάλαμε κι οι δύο την Ιωνιδειο στον Πειραιά. Ήμουν άλλωστε με το ΚΚΕ τότε. Μια φορά που χρειαζόμουν κάτι λεξιλογικό για την εποχή της απελευθέρωσης του είχα τηλεφωνήσει και με βοήθησε.

Ο φίλος Βασίλης Παπαστεργίου ανέβασε στο Φέισμπουκ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τάκη Μπενά «Της Κατοχής», που κυκλοφόρησε το 1990 από το Θεμέλιο, που δείχνει από τι πέρασε εκείνη η γενιά. Μια και δεν υπάρχει στο Διαδικτυο, το ψηφιοποιώ και το παρουσιάζω σήμερα, εις μνήμην.

Θυμίζω επίσης ότι στις 2μμ έως τις 4μμ στον σταθμό Στο Κοκκινο 105.5 θα ακουστούν αποσπάσματα από μεγάλη συνέντευξη που είχε δώσει το 2012 ο Τάκης Μπενάς στον Αλέξη Βάκη και τον Αντώνη Φράγκο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Κατοχή, Κομμουνιστικό κίνημα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 80 Σχόλια »

Σπονδή στον Θάνο Αστρίτη (μια συνεργασία του Βένιου Αγγελόπουλου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2019

Σήμερα, 6 Μαΐου, είναι η επέτειος του θανάτου του δημοσιογράφου και εκδότη Στέλιου Ανεμοδουρά (1917-2000), που οι περισσότεροι τον ξέρουμε ως τον συγγραφέα του θρυλικού «Μικρού ήρωα». Ο φίλος μας ο Βένιος Αγγελόπουλος μου έστειλε το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, στο οποίο μάς θυμίζει το πρώτο εγχειρημα του Ανεμοδουρά όταν, με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, ξεκίνησε από το 1951 να γράφει τις περιπέτειες του Υπεράνθρωπου. Το άρθρο του Βένιου έχει παλιότερα δημοσιευτεί στο Red Notebook και μετά στο ιστολόγιό του.

Με την ευκαιρία, βρήκα ένα σχετικά καινούργιο ιστολογικό αφιέρωμα στον Υπεράνθρωπο, απ’ όπου πήρα και την εικόνα του εξωφύλλου του πρώτου τεύχους που βλέπετε πιο κάτω. Αν κατάλαβα καλά, μπορείτε να κατεβάσετε σκαναρισμένα και τα 48 τεύχη του περιοδικού. Εγώ τον Υπεράνθρωπο δεν τον γνώρισα, πάντως, ήμουν αγέννητος όταν βγήκε. Μόνο τον Μικρό Ήρωα.

Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

Ο Θάνος Αστρίτης, κατά κόσμον Στέλιος Ανεμοδουράς, που μας άφησε γεια πριν 19 χρόνια (6 Μαΐου 2000), είναι γνωστός κυρίως ως συγγραφέας του Μικρού Ήρωα, οι περιπέτειες του οποίου κράτησαν 16 χρόνια (πολύ περισσότερα από την ίδια την Κατοχή). Αρκετά έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τους ήρωές του, αλλά νομίζω όχι όσα θα του άξιζαν. Ας προσθέσω λοιπόν μια μικρή συμβολή από προσωπική μνήμη.

Πριν από το Γιώργο Θαλάσση κυκλοφορούσε κάθε βδομάδα ο Υπεράνθρωπος (από το 1951 – μετά ήρθαν κι άλλοι ήρωες, αλλά είχα πια μεγαλώσει). Τον διαβάζαμε στη γειτονιά, σε ένα μοναδικό αντίτυπο που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, με προσοχή – συνήθως εκτός σπιτιού: Ενώ οι άλλοι παίζαν μπάλλα, αποτραβιόσουν σε έναν ίσκιο και διάβαζες, ίσως με κάποιον άλλον πάνω απ’ τον ώμο σου ή εσύ πάνω απ’ τον ώμο του άλλου.

Ήταν λοιπόν ο Υπεράνθρωπος ένας ατρόμητος υπερασπιστής του Καλού, που γρήγορα απόχτησε παιδιά (και πολύ αργότερα εγγόνια), όλοι προικισμένοι με υπερφυσικές δυνάμεις, σίδερο το χέρι, άσσοι στη μπουνιά και ιπτάμενοι. Στην παρέα προστέθηκε κι ένας Έλληνας νέος επιστήμονας, ο Ελ Γκρέκο[1], που παντρεύτηκε την κόρη του Υπεράνθρωπου, την Αστραπή. Ως επιστήμονας είχε κάνει πολλές εφευρέσεις αλλά δύο έχουν σχέση με την ιστορία μας. Η μία είναι ένα φάρμακο που το ήπιε και τον προίκισε κι αυτόν με υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί κι αυτός να παίρνει μέρος στις μάχες. Η άλλη, ένα μπιστόλι με πολλές διαφορετικές σκανδάλες: η μία έστελνε πολικό ψύχος, η άλλη φοβερή φλόγα, η τρίτη ιονική ακτινοβολία (δεν υπήρχε η λέξη λέιζερ τότε), κτλ. Ανάλογα με τον εχθρό, πάταγε και τη σκανδάλη που θα του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά.

Οι εχθροί τώρα, δεν ήταν τίποτα φτηνιάρηδες. Ήταν κι αυτοί πανίσχυροι και βεβαίως δαιμονικοί. Απ’ όσο θυμάμαι, μετά το Σατούρ και τη κόρη του τη Σατούρνα, που άντεξαν πεντ’ έξι τεύχη, εμφανίστηκε ο διαβολικός δόκτωρ Φάουστ, επιστήμονας και κακάσχημος, με μια κόρη πανέμορφη, τη Φαούστα, διαβολική κι αυτή. Κρατάει μερικά τεύχη ο καβγάς, και καταφέρνουν οι καλοί να τον σκοτώσουν, καπούτ, πάει ο δόκτωρ, διαφεύγει η Φαούστα, προσπαθεί να εκδικηθεί στο επόμενο τεύχος (κι η Σατούρνα το ίδιο είχε κάνει όταν της είχαν σκοτώσει τον πατέρα, νορμάλ) αλλά δε φτουράει, το σκάει κι εξαφανίζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφηβική λογοτεχνία, Εις μνήμην, Περιοδικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφει για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και γι’ άλλους που έφυγαν

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε θέμα λογοτεχνικό -που σημαίνει ότι σχεδόν πάντα βάζουμε πεζά ή, σπανιότερα, ποιήματα κάποιου παλιού ποιητή, ας πούμε του αγαπημένου μου Λαπαθιώτη ή του επίσης αγαπημένου μου Κοτζιούλα. Δεν θυμάμαι να έχουμε αφιερώσει ποτέ κυριακάτικο άρθρο σε σύγχρονο ποιητή, ενώ για σύγχρονους πεζογράφους δεν είναι σπάνια τα άρθρα έστω και με απλή ασχολίαστη παράθεση κάποιου έργου τους. Κάτι λέει αυτό ή για τα δικά μου γούστα ή για τη θέση της σύγχρονης ποίησης.

Σήμερα θα κάνω μιαν εξαίρεση και θα παρουσιάσω ποιήματα από ένα σχετικά καινούργιο βιβλίο, την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή ενός από τους αξιόλογους ποιητές μας, του Δημήτρη Κοσμόπουλου, το Θέριστρον, συλλογή που κυκλοφόρησε πριν από έξι μήνες περίπου σε πολύ προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις Κέδρος. Είναι το ένατο ποιητικό βιβλίο του Κοσμόπουλου, που εδώ βλέπετε σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμά του.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, πρέπει να σχολιάσουμε και τον τίτλο της συλλογής. Τι είναι το θέριστρον; Δεν είναι λεξιπλασία, όπως ίσως θα φανταζόταν κανείς. Η λέξη υπάρχει, στην αρχαία γραμματεία. Στον πληθυντικό, τα θέριστρα είναι η αμοιβή που πληρώνει κανείς στους εργάτες που θερίζουν. Στον ενικό όμως η λέξη έχει άλλες δύο σημασίες. Αφενός σημαίνει το εργαλείο του θερισμού, το δρεπάνι, από την άλλη όμως σημαίνει επίσης ένα ελαφρό θερινό ένδυμα. Και οι δυο λέξεις μαρτυρούνται στην ίδια πηγή, στους Εβδομήκοντα και επειδή ο Κοσμόπουλος είναι ποιητής με βαθιά χριστιανική πνευματικότητα έχει σημασία η πηγή. Νομίζω πως συνειδητά διάλεξε μια λέξη με δυο σημασίες -το δρεπάνι βέβαια παραπέμπει στον θάνατο, αλλά το καλοκαίρι, η θερινή στολή, στην αέναη συνέχεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες συμβαίνει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο στα ποιητικά μας πράγματα, κι αυτό είναι η αναβίωση του παραδοσιακού, ισόμετρου στίχου. Το κίνημα αυτό ξεκίνησε, αν δεν σφάλλω, με την τριάδα Καψάλη-Λάγιου-Κοροπούλη και συνεχίστηκε από άλλους, ανάμεσά τους και νεότεροι, σαν τη φίλη μας Σοφία Κολοτούρου, ακόμα και νεότατοι, όπως ο μυστηριώδης Ααρών Μνησιβιάδης και ο εξαιρετικά ταλαντούχος Θάνος Γιαννούδης. Και εδώ ανήκει, βέβαια, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ηλικιακά πιο κοντά στην πρώτη τριάδα, αν και λιγάκι νεότερος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 66 Σχόλια »

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2019

Μεσοβδόμαδα πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης, γεννημένος στη Λιβαδειά το 1937, μορφή του κινήματος μπητ, του αντεργκράουντ και άλλων πρωτοποριακών κινημάτων.

Από έφηβος συμμετείχε στην παρέα των υπαρξιστών, στην περίφημη Παράγκα του Σίμου στην οδό Σαρρή -ο Λεωνίδας Χρηστάκης μάλιστα, διαβάζω σε άρθρο του Φώντα Τρούσσα, τον είχε ανακηρύξει υπαρχηγό του Σίμου αν και τον περιγράφει «ένα κοντό βατραχοειδές υποκείμενο». Συμμετείχε με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους στην έκδοση του περιοδικού Πάλι το 1963, με τη δικτατορία έφυγε για το εξωτερικό όπου μεταξύ άλλων σχεδίαζε εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων στο Λονδίνο (δείτε τι γράφει εδώ ο Φώντας Τρούσας, που έχει κι άλλα άρθρα του για τον Κουτρουμπούση)

Ο Κουτρουμπούσης εμφανιστηκε στα γράμματα με ένα ποίημα, στο τεύχος 10 (Μάιος-Αύγουστος 1958) του περιοδικου Αθηναϊκά Γράμματα που το έβγαζε ο Δημήτρης Βαρουτσής:

Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τι μένει;
Μένει κάτι
Κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
. . . μένει:
Μισή μποτίλια αλκοολικού παρασκευάσματος

ο ήλιος του καλού Θεού
και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το φεγγάρι
Πανσεληνο.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης κυρίως ως πεζογράφος παρουσιάστηκε. Πρώτο του βιβλίο, το 1978, το Εn αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y otros historias περίεργες, ενώ ακολούθησε το «Στο θάλαμο του Μυθογράφφ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Περιοδικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Ποιήματα για τον Στάλιν

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2019

Την Τρίτη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 66 χρόνια από τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης που σύνδεσε το όνομά του με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, με τη συντριβή του φασισμού και του ναζισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και με εγκλήματα, εκκαθαρίσεις της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και παραβιάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας και με το φαινόμενο που ονομάστηκε προσωπολατρία και που δύσκολα συμβιβάζεται με το απελευθερωτικό όραμα του κομμουνισμού.

Ο Στάλιν πέθανε πριν απο 66 χρονια, αλλά το όνομά του ακούγεται ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας, πολύ περισσότερο απ’ όσο ακουγόταν π.χ. στη δεκαετία του 1980. Αφενός ακούγεται πολύ επειδή το ΚΚΕ έχει ας πούμε αποκαταστήσει το όνομά του, έχει επανεκδώσει τα έργα του και τον τιμά μέσα από τα έντυπά του, σε αντίθεση με το ΚΚΕ της περιόδου Φλωράκη, κατά την οποια ο Ριζοσπάστης σπανιότατα εκανε λόγο για τον Στάλιν.

Κυρίως όμως ο Στάλιν και ο σταλινισμός ακούγεται σαν σκιάχτρο, από τους αντίπαλους της αριστεράς, που τον χρησιμοποιούν για να συκοφαντήσουν συλλήβδην την αριστερά για ανελεύθερη, αυταρχική και αιμοβόρα. Βέβαια, όταν όλοι οι καταπιεστές και οι απατεώνες της εποχής μας χρησιμοποιούν τον Στάλιν με τον τρόπο αυτό, κάθε τίμιος άνθρωπος αισθάνεται τον πειρασμό να συμπεράνει πως δεν θα ήταν και τόσο κακός ο σύντροφος με το μουστάκι.

Σήμερα όμως είναι Κυριακή, μέρα λογοτεχνίας. Οπότε, σκέφτομαι πως δεν θα ήταν κακή ιδέα να δούμε μερικά ποιήματα που γράφτηκαν για τον Στάλιν.

Το έναυσμα μού το έδωσε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, που έγραψε προχτές επιφυλλίδα, ακριβώς, με τίτλο «Πέθανε ή δεν πέθανε ο Στάλιν;» στην οποία αναφέρεται περιπαιχτικά στα ποιήματα που έγραψαν μεγάλοι ποιητές, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, για τον θάνατο του Στάλιν. Οπότε, σκέφτηκα να δώσω στον κύριο Τάκη την ευκαιρία να ειρωνευτεί και άλλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου για τον θάνατο του Στάλιν είναι πασίγνωστο χωρίς κανείς να το έχει διαβάσει, κυκλοφορεί σε διάφορα σημεία του Διαδικτύου, αν και απ’ όσο ξέρω ο ποιητής δεν το συμπεριέλαβε σε κάποιο βιβλίο του. Υπάρχει, για παράδειγμα, εδώ, αλλά δεν ξέρω αν είναι ολόκληρο.

Λιγότερο γνωστό είναι το ποίημα που έγραψε με την ίδια ευκαιρία ο Τάσος Λειβαδίτης. Είναι λιγότερο γνωστό επειδή ο Λειβαδίτης μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν χρήσιμος στόχος. Ο Ρίτσος ήταν στόχος, που είχε ταχθεί με το ΚΚΕ, που, αντίστροφα απ’ό,τι τώρα, ήταν το πιο ενοχλητικό κόμμα της Αριστεράς.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 8 Μαρτίου 1953. Δεν το βρήκα ολόκληρο κάπόυ, οπότε το παραθέτω σε μορφή εικόνας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 150 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »