Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εις μνήμην’ Category

Η νεροποντή (Διήγημα του Γιώργου Κλείτσα, εις μνήμην)

Posted by sarant στο 20 Οκτώβριος, 2019

Ο μαθηματικός Γιώργος Κλείτσας, άνθρωπος πανέξυπνος και πολυτάλαντος, έφυγε από τη ζωή ξαφνικά στα 62 του χρόνια προχτές. Τον είχα γνωρίσει πριν από δεκαετίες, όταν παίζαμε σκάκι ως έφηβοι -με κέρδιζε.  Ασχολήθηκε περισσότερο με άλλα πνευματικά αθλήματα, κυρίως με το τάβλι (backgammon) όπου κατέκτησε πολλούς διεθνείς τίτλους και ένα παγκόσμιο πρωτάθλημα, αλλά και με το μπριτζ. Άλλωστε έγραψε και βιβλία τόσο για το τάβλι (σε συνεργασία) όσο και για το μπριτζ. Ήταν επίσης πρόεδρος της MENSA ενώ αγαπούσε και την επιστημονική φαντασία.

Το βιβλίο του για το μπριτζ, με τον πρωτότυπο τίτλο «Καινοτομία και μινιμαλισμός» (αναπτύσσει ένα σύστημα αγορών) βγήκε σε ιδιωτική έκδοση -οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι δεν διαγκωνίζονται για να εκδώσουν βιβλία μπριτζ- και το διέθετε ο ίδιος. Θέλησα να του το ζητήσω, μετά το αμέλησα -ήταν και η απόσταση στη μέση. Τελικά ένας φίλος μού έστειλε τον πρόλογο, που τον ανέβασα εδώ, διότι πιστεύω πως και ο πιο ξερός πρόλογος βιβλίου, ακόμα και ειδικού βιβλίου όπως τούτο, κάτι λέει για τον συγγραφέα.

Όμως ο Κλείτσας έγραφε και διηγήματα. Βρήκα στη σελίδα του στο Φέισμπουκ ένα διήγημα επιστημονικής φαντασίας, που το είχε γράψει σε ένα λογοτεχνικό εργαστήρι της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας πριν από χρόνια και το δημοσίευσε ξανά τον περασμένο μήνα. Κατά σύμπτωση, το θέμα του είναι η θνητότητα. Το δημοσιεύω λοιπόν εις μνήμην. Η σημείωση με πλάγια στο τέλος είναι του συγγραφέα.

Η κηδεία του θα γίνει τη Δευτέρα στις 11.30 στο νεκροταφείο Ζωγράφου.

 

Η νεροποντή

«Always be a little improbable» Oscar Wilde

Άνοιξη, εποχή της αθωότητας και του ιλίγγου. Τα πρώτα ερωτήματα, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα διαβάσματα, οι πρώτες αμφισβητήσεις. Στη στροφή ενός δρόμου, ο ίλιγγος που φέρνει η σκέψη του κόσμου, η ξαφνική συνειδητοποίηση του παράλογου. Το μέλλον αόρατο, μακρινό. Ραδιόφωνο, γειτονιές, ελληνικές ταινίες, ελληνικά συγκροτήματα, Al Bano, Mario Jelinotti, Christophe, Adamo. Τα πρώτα πάρτυ, μπλουζ και σέικ, «Άνθρωπε αγάπα», «Έλα μια φορά», «Io di notte», «Perchè», «Melancolie in Settembre», «Cuore matto», «La donna di un amico mio». Η Φιλόκα, η Βαρβάρα, η Ντόροθυ, η Αθηνά, η Ρένα, η Σούλα, όψεις της Θεάς που σιγά-σιγά σχηματιζόταν. Κι απ’ την άλλη ξάγρυπνα βράδια, ντετερμινισμός, Καμύ και Κάφκα, Έσσε και Καλβίνο. Ξάστερος ουρανός χωρίς βροχές.

Γιατί είναι ασύμμετρος ο κόσμος; Γιατί δεν υπάρχει απλά το κενό ή ούτε καν αυτό, έστω ένα σημείο, έστω ένας κύκλος, μια σφαίρα, κάτι απόλυτα συμμετρικό τέλος πάντων; Πότε έσπασε η συμμετρία, αν ποτέ υπήρξε;
Καλοκαίρι, εποχή της ματαιοδοξίας και της ανεμελιάς. Σκάκι, μπριτζ και τάβλι. Απέραντος ο ορίζοντας του χρόνου. Πανεπιστήμιο, φοιτητικά ξενύχτια και φόρτωμα στον κόκορα. Δικαίωμα στην τεμπελιά. Επίσκεψη στο Άγιο Όρος – όχι ότι θα άλλαζε τίποτα. Στρατός, πτυχίο και γάμος. Τα σύννεφα πυκνώνουν στον ορίζοντα.

Πώς μαθαίνει κανείς; Απ’ τα βιβλία, από συζητήσεις; Οι μεγάλοι λογοτέχνες βγαίνουν απ’ τα Πανεπιστήμια; Όχι, βέβαια, απαντάει ο αγαπημένος μου συγγραφέας. Θητεύουν στον ιππόδρομο και στις λέσχες και ‘χάνουν τον καιρό τους’ στα καταγώγια. Η φιλία; Κάτι ασήμαντο: οι καλύτεροι φίλοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν στην αξία της φιλίας. Ο έρωτας, αυτός μάλιστα.

Φθινόπωρο. Μαρσέλ Προυστ και ‘Αναζητώντας το χαμένο χρόνο’. Εποχή του έρωτα χωρίς ανταπόκριση – θα μπορούσαμε να πούμε σκέτα του έρωτα. Εποχή της επίπλαστης ευτυχίας, του αναλώματος, της τέλειας αδιαφορίας για τον κόσμο. Ανοίγουν οι κρουνοί και δίνουν όλες τις οδύνες που ποθούμε, όλα τα απατηλά ομοιώματα της ευτυχίας και χρήμα, πολύ χρήμα απ’ τον ουρανό. Κρυσταλλώνεται η Θεά κι έχει ένα και μοναδικό πρόσωπο, ένα και μοναδικό όνομα κι αλίμονό σου αν το παραλείψεις, αν πεις «ήτανε μια γκόμενα». Όχι, δεν θα το πεις αυτό, σ’ έβαλε να το ορκιστείς η ίδια μια νύχτα, θα πεις «ήταν η Κατερίνα». Η Κατερίνα, που ούτε τότε ούτε τώρα θυμάσαι τι χρώμα είχαν τα μάτια της.

Πιθανό είναι αυτό που συμβαίνει συνήθως. Το είπε κατά την παράδοση ο Πυθαγόρας. Πόσες θαυμάσιες εφαρμογές έχει αυτή η φαινομενική ταυτολογία! Δεν ξέρει κανείς από που ν’ αρχίσει.
Αρχή του χειμώνα, εποχή των συμπτώσεων και των θαυμάτων. Τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου δίνουν τη θέση τους σε ξαφνικές μπόρες, που μπορεί να εξελιχθούν και σε καταιγίδες. Όμως η νεροποντή που αντίκρισα ένα πρωί βγαίνοντας απ’ το σπίτι δεν έμοιαζε να δυναμώνει, ούτε και να λιγοστεύει. Είχα πάει να ρίξω ένα γράμμα στο Ταχυδρομείο και το νερό που έπεφτε στο πρόσωπο και στα μαλλιά μου και μούσκευε τα ρούχα μου δεν μ’ ενοχλούσε, αντίθετα με δρόσιζε, σχεδόν μου μιλούσε στην υδάτινη διάλεκτό του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επιστημονική φαντασία, Εις μνήμην, Σκάκι, μπριτζ | Με ετικέτα: , , | 83 Σχόλια »

Η πάμπα του νίτρου, του Πάμπλο Νερούδα (εις μνήμην Αμαλίας Βασιλακάκη)

Posted by sarant στο 29 Σεπτεμβρίου, 2019

Προχτές χάσαμε την αγαπημένη μας Cronopiusa, την Αμαλία μας, που ομόρφαινε το ιστολόγιο με τις μουσικές και τις εικόνες της. Τη μνημονέψαμε στα σχόλια εκείνης της ημέρας. Σήμερα Κυριακή θα ταίριαζε να βάλω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κάρλος Φουέντες «Σε αυτά πιστεύω» που είχε μεταφράσει, αλλά πρακτικά δεν είναι δυνατόν. Επιφυλάσσομαι για άλλη φορά.

Στη μνήμη της θα δημοσιεύσω σήμερα ένα κείμενο που θα της άρεσε. Πρώτα όμως, μεταφέρω δυο λόγια που έγραψαν για την Αμαλία οι συναγωνιστές της από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα:

Αν κάποιος ήθελε να δώσει τον ορισμό του τι είναι ένας άνθρωπος που φέρνει με τη δράση του την αλλαγή στην καθημερινότητα, θα μπορούσε να αναφέρει απλώς την Αμαλία Βασιλακάκη. Η Αμαλία μάς άφησε χτες πρόωρα. Πρόλαβε όμως να αξιοποιήσει το μεγάλο δώρο τη ζωής με αγώνα, αλληλεγγύη, καλοσύνη και αγάπη.

Για δεκαπέντε χρόνια υπήρξε η ψυχή των Πίσω Θρανίων και του Στεκιού Μεταναστών. Δίδαξε ελληνικά σε εκατοντάδες μετανάστες και πρόσφυγες. Ταυτόχρονα τους έδωσε την ευκαιρία να κάνουν τη γνωριμία τους με την ελληνική κουλτούρα μέσα από το λαϊκό τραγούδι και τον κινηματογράφο. Η Αμαλία ήταν μια έξοχη εκπαιδευτικός που έβλεπε την Παιδεία σαν μέσο για να αλλάξει ο κόσμος. Παρούσα με συνέπεια και κέφι στα κινήματα, από τη «Μεσοποταμία» στο Μοσχάτο έως την Τσιάπας στο Μεξικό, είχε κάνει στάση ζωής τον αγώνα για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία.

Η Αμαλία μας δεν κατάφερε να αλλάξει τον κόσμο. Πέτυχε όμως να αλλάξει τις ζωές πολλών ανθρώπων, να κάνει καλύτερες τις ζωές μας.

Το κείμενο του Πάμπλο Νερούδα λέγεται «Η πάμπα του νίτρου» και μιλάει για τις απέραντες εκτάσεις στην έρημο της Χιλής όπου υπάρχουν τα ορυχεία του νίτρου. Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε ως Επίμετρο στη νουβέλα Αφηγήτρια ταινιών, του Ερνάν Ριβέρα Λετελιέρ, που εκδόθηκε φέτος από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Στη νουβέλα, μια φτωχή οικογένεια εργατών νίτρου δεν έχει χρήματα για να βγάλουν ολα της τα μέλη εισιτήρια για τον κινηματογράφο που είναι η μοναδική διασκέδαση στον οικισμό. Στέλνουν λοιπόν την κόρη, η οποία αφηγείται με τόσο ταλέντο και τόσο παραστατικά τις διάφορες ταινίες που τελικά αρχίζουν να την προσκαλούν και από άλλα σπίτια. Δεν λέω πιο πέρα, να πάρετε το βιβλίο.

Ο φίλος Κώστας Σπαθαράκης, ο εκδότης των Αντιπόδων, ίσως επειδή η νουβέλα είναι σύντομη, είχε την καλή ιδέα να προσθεσει το άρθρο του Νερούντα ως Επίμετρο. Του ζήτησα την άδεια να το αναδημοσιεύσω εδώ:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , , | 189 Σχόλια »

Περαστικός απ’ τα Μετέωρα (αφήγημα του Γιώργου Κοτζιούλα)

Posted by sarant στο 1 Σεπτεμβρίου, 2019

Κυριακή και πρώτη του μηνός σήμερα οπότε έχουμε σύγκρουση λογοτεχνικής ύλης (διότι Κυριακή) και μηνολογίου (διότι πρώτη του μηνός). Συνήθως στη σύγκρουση αυτή υποχωρεί η λογοτεχνική ύλη, σήμερα όμως θα κάνουμε εξαίρεση και θα μεταθέσουμε το μηνολόγιο για αύριο. Ο λόγος είναι πως θέλω να τιμήσω μιαν επέτειο.

Στις 29 Αυγούστου 1956 είχαμε τον πρόωρο θάνατο του αγαπημένου μου ποιητή Γιώργου Κοτζιούλα, στα 47 του χρόνια, όταν η καρδιά του δεν άντεξε τους εξοντωτικούς ρυθμούς δουλειάς του επαγγελματία γραφιά. Ο γιος του μού στέλνει ένα άγνωστο αφήγημα του Κοτζιούλα, στο οποίο ο ποιητής αφηγείται πώς έφυγε από τη χειμαζόμενη Αθήνα τον πρωτο χειμώνα της Κατοχής, τον Νοέμβρη του 1941, για να αποφύγει τον σχεδόν βέβαιο θάνατο από πείνα. Η γενέθλια Πλατανούσα, αν και πάμφτωχη, μπορούσε να του εξασφαλίσει την επιβίωση.

Ο Κοτζιούλας δημοσίευσε το αφήγημά του το 1948 σε συνθήκες εμφυλίου. Ίσως γι’ αυτό να αναφέρει πως δεν ξαναπέρασε από την Καλαμπάκα μετά το 1941. Από τα ημερολόγιά του, που σύμφωνα με τις ενδείξεις θα εκδοθούν επιτέλους φέτος, ξέρουμε ότι μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, στη συντεταγμένη αποχώρηση των δυνάμεων του ΕΛΑΣ από τα Γιάννενα, φυσικά μέσω Κατάρας, πέρασε και από την Καλαμπάκα. Εκτός αν εννοεί ότι τη δεύτερη φορά δεν έμεινε εκεί.

Τα μπακέτα για τα οποία γίνεται λόγος στο αφήγημα είναι πακέτα καπνό που έφερνε στον πατέρα του.

Γ. Κοτζιούλας, Περαστικός απ’ τα Μετέωρα, Μετέωρα*, τεύχ. 2 (1948) 62-64.

* Περιοδικό του ΕΜΟΤ (Εκδρομικός Μορφωτικός Όμιλος Τρικάλων).

Θυμάμαι τον πρώτο χειμώνα της σκλαβιάς και της πείνας, το μαύρο χειμώνα του 41. Τότε μ’ έφερε η τύχη να περάσω κι εγώ για πρώτη φορά απ’ την Καλαμπάκα. Τότε ανέβηκα κι εγώ, προσκυνητής της περίστασης, στα φημισμένα Μετέωρα.

Σαν πουλιά που τα κυνηγάει ανεμική, έφευγαν οι άνθρωποι μπουλούκια απ’ τη ρημαγμένη πρωτεύουσα, που φτωχομάνα των επαρχιωτών ως τα χτες, είχε καταντήσει τώρα με τους Γερμανούς κολασμένο στρατόπεδο, κοιλάδα των δακρύων. Πουλούσαν ό,τι είχαν ο καθένας κι όσο όσο, κοιτάζοντας όπως μπορούσαν να βγάλουν την άδεια απ’ τους Ιταλούς για να πάρουν τα μάτια τους μια ώρα αρχύτερα και να ζητήσουν άσυλο στις πρώτες φωλιές τους, στις φτωχούλες πατρίδες που καρτερούσαν όλο στοργή τα κακότυχα παιδιά τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Αναμνήσεις, Εις μνήμην, Κατοχή, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , | 106 Σχόλια »

Η καταπαχτή (από τα απομνημονεύματα του Τάκη Μπενά)

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2019

Πλήρης ημερών και αγώνων έφυγε τις προάλλες από τη ζωή ο σ. Τάκης Μπενάς. Γεννημένος στον Πειραιά το 1925 συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση μέσα από την ΕΠΟΝ και το ΕΑΜ, καταδικάστηκε σε θάνατο στον εμφύλιο, έμεινε 12 χρόνια στις φυλακές ως το 1960, οπότε δραστηριοποιήθηκε στη νεολαία ΕΔΑ και το 1964 ανέλαβε γραμματέας της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη. Καταδικάστηκε και πάλι, αυτή τη φορά σε ισόβια από τη χούντα, και έμεινε στα Γιούρα ως τον Ιούλιο του 1974. Στη διάσπαση του 1968 τάχθηκε με το ΚΚΕ εσωτ. και στη συνέχεια με το ΚΚΕ εσ-Α.Α. Πρωταγωνίστησε στην ίδρυση της εφημερίδας Εποχή και ήταν ιδρυτικό μέλος του ΣΥΡΙΖΑ.

Δεν είχα την τύχη να γνωρίσω καλά τον Τάκη Μπενά, παρόλο που είμαστε… συναπόφοιτοι, αφού βγάλαμε κι οι δύο την Ιωνιδειο στον Πειραιά. Ήμουν άλλωστε με το ΚΚΕ τότε. Μια φορά που χρειαζόμουν κάτι λεξιλογικό για την εποχή της απελευθέρωσης του είχα τηλεφωνήσει και με βοήθησε.

Ο φίλος Βασίλης Παπαστεργίου ανέβασε στο Φέισμπουκ ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Τάκη Μπενά «Της Κατοχής», που κυκλοφόρησε το 1990 από το Θεμέλιο, που δείχνει από τι πέρασε εκείνη η γενιά. Μια και δεν υπάρχει στο Διαδικτυο, το ψηφιοποιώ και το παρουσιάζω σήμερα, εις μνήμην.

Θυμίζω επίσης ότι στις 2μμ έως τις 4μμ στον σταθμό Στο Κοκκινο 105.5 θα ακουστούν αποσπάσματα από μεγάλη συνέντευξη που είχε δώσει το 2012 ο Τάκης Μπενάς στον Αλέξη Βάκη και τον Αντώνη Φράγκο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Κατοχή, Κομμουνιστικό κίνημα, Πειραϊκά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 80 Σχόλια »

Σπονδή στον Θάνο Αστρίτη (μια συνεργασία του Βένιου Αγγελόπουλου)

Posted by sarant στο 6 Μαΐου, 2019

Σήμερα, 6 Μαΐου, είναι η επέτειος του θανάτου του δημοσιογράφου και εκδότη Στέλιου Ανεμοδουρά (1917-2000), που οι περισσότεροι τον ξέρουμε ως τον συγγραφέα του θρυλικού «Μικρού ήρωα». Ο φίλος μας ο Βένιος Αγγελόπουλος μου έστειλε το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα, στο οποίο μάς θυμίζει το πρώτο εγχειρημα του Ανεμοδουρά όταν, με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, ξεκίνησε από το 1951 να γράφει τις περιπέτειες του Υπεράνθρωπου. Το άρθρο του Βένιου έχει παλιότερα δημοσιευτεί στο Red Notebook και μετά στο ιστολόγιό του.

Με την ευκαιρία, βρήκα ένα σχετικά καινούργιο ιστολογικό αφιέρωμα στον Υπεράνθρωπο, απ’ όπου πήρα και την εικόνα του εξωφύλλου του πρώτου τεύχους που βλέπετε πιο κάτω. Αν κατάλαβα καλά, μπορείτε να κατεβάσετε σκαναρισμένα και τα 48 τεύχη του περιοδικού. Εγώ τον Υπεράνθρωπο δεν τον γνώρισα, πάντως, ήμουν αγέννητος όταν βγήκε. Μόνο τον Μικρό Ήρωα.

Σπονδή στο Θάνο Αστρίτη

Ο Θάνος Αστρίτης, κατά κόσμον Στέλιος Ανεμοδουράς, που μας άφησε γεια πριν 19 χρόνια (6 Μαΐου 2000), είναι γνωστός κυρίως ως συγγραφέας του Μικρού Ήρωα, οι περιπέτειες του οποίου κράτησαν 16 χρόνια (πολύ περισσότερα από την ίδια την Κατοχή). Αρκετά έχουν γραφτεί γι’ αυτόν και τους ήρωές του, αλλά νομίζω όχι όσα θα του άξιζαν. Ας προσθέσω λοιπόν μια μικρή συμβολή από προσωπική μνήμη.

Πριν από το Γιώργο Θαλάσση κυκλοφορούσε κάθε βδομάδα ο Υπεράνθρωπος (από το 1951 – μετά ήρθαν κι άλλοι ήρωες, αλλά είχα πια μεγαλώσει). Τον διαβάζαμε στη γειτονιά, σε ένα μοναδικό αντίτυπο που κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι, με προσοχή – συνήθως εκτός σπιτιού: Ενώ οι άλλοι παίζαν μπάλλα, αποτραβιόσουν σε έναν ίσκιο και διάβαζες, ίσως με κάποιον άλλον πάνω απ’ τον ώμο σου ή εσύ πάνω απ’ τον ώμο του άλλου.

Ήταν λοιπόν ο Υπεράνθρωπος ένας ατρόμητος υπερασπιστής του Καλού, που γρήγορα απόχτησε παιδιά (και πολύ αργότερα εγγόνια), όλοι προικισμένοι με υπερφυσικές δυνάμεις, σίδερο το χέρι, άσσοι στη μπουνιά και ιπτάμενοι. Στην παρέα προστέθηκε κι ένας Έλληνας νέος επιστήμονας, ο Ελ Γκρέκο[1], που παντρεύτηκε την κόρη του Υπεράνθρωπου, την Αστραπή. Ως επιστήμονας είχε κάνει πολλές εφευρέσεις αλλά δύο έχουν σχέση με την ιστορία μας. Η μία είναι ένα φάρμακο που το ήπιε και τον προίκισε κι αυτόν με υπερφυσικές δυνάμεις, ώστε να μπορεί κι αυτός να παίρνει μέρος στις μάχες. Η άλλη, ένα μπιστόλι με πολλές διαφορετικές σκανδάλες: η μία έστελνε πολικό ψύχος, η άλλη φοβερή φλόγα, η τρίτη ιονική ακτινοβολία (δεν υπήρχε η λέξη λέιζερ τότε), κτλ. Ανάλογα με τον εχθρό, πάταγε και τη σκανδάλη που θα του έκανε τη μεγαλύτερη ζημιά.

Οι εχθροί τώρα, δεν ήταν τίποτα φτηνιάρηδες. Ήταν κι αυτοί πανίσχυροι και βεβαίως δαιμονικοί. Απ’ όσο θυμάμαι, μετά το Σατούρ και τη κόρη του τη Σατούρνα, που άντεξαν πεντ’ έξι τεύχη, εμφανίστηκε ο διαβολικός δόκτωρ Φάουστ, επιστήμονας και κακάσχημος, με μια κόρη πανέμορφη, τη Φαούστα, διαβολική κι αυτή. Κρατάει μερικά τεύχη ο καβγάς, και καταφέρνουν οι καλοί να τον σκοτώσουν, καπούτ, πάει ο δόκτωρ, διαφεύγει η Φαούστα, προσπαθεί να εκδικηθεί στο επόμενο τεύχος (κι η Σατούρνα το ίδιο είχε κάνει όταν της είχαν σκοτώσει τον πατέρα, νορμάλ) αλλά δε φτουράει, το σκάει κι εξαφανίζεται.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εφηβική λογοτεχνία, Εις μνήμην, Περιοδικά, Συνεργασίες | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος γράφει για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη και γι’ άλλους που έφυγαν

Posted by sarant στο 14 Απρίλιος, 2019

Τις Κυριακές βάζουμε θέμα λογοτεχνικό -που σημαίνει ότι σχεδόν πάντα βάζουμε πεζά ή, σπανιότερα, ποιήματα κάποιου παλιού ποιητή, ας πούμε του αγαπημένου μου Λαπαθιώτη ή του επίσης αγαπημένου μου Κοτζιούλα. Δεν θυμάμαι να έχουμε αφιερώσει ποτέ κυριακάτικο άρθρο σε σύγχρονο ποιητή, ενώ για σύγχρονους πεζογράφους δεν είναι σπάνια τα άρθρα έστω και με απλή ασχολίαστη παράθεση κάποιου έργου τους. Κάτι λέει αυτό ή για τα δικά μου γούστα ή για τη θέση της σύγχρονης ποίησης.

Σήμερα θα κάνω μιαν εξαίρεση και θα παρουσιάσω ποιήματα από ένα σχετικά καινούργιο βιβλίο, την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή ενός από τους αξιόλογους ποιητές μας, του Δημήτρη Κοσμόπουλου, το Θέριστρον, συλλογή που κυκλοφόρησε πριν από έξι μήνες περίπου σε πολύ προσεγμένη έκδοση από τις εκδόσεις Κέδρος. Είναι το ένατο ποιητικό βιβλίο του Κοσμόπουλου, που εδώ βλέπετε σύντομο εργοβιογραφικό σημείωμά του.

Επειδή εδώ λεξιλογούμε, πρέπει να σχολιάσουμε και τον τίτλο της συλλογής. Τι είναι το θέριστρον; Δεν είναι λεξιπλασία, όπως ίσως θα φανταζόταν κανείς. Η λέξη υπάρχει, στην αρχαία γραμματεία. Στον πληθυντικό, τα θέριστρα είναι η αμοιβή που πληρώνει κανείς στους εργάτες που θερίζουν. Στον ενικό όμως η λέξη έχει άλλες δύο σημασίες. Αφενός σημαίνει το εργαλείο του θερισμού, το δρεπάνι, από την άλλη όμως σημαίνει επίσης ένα ελαφρό θερινό ένδυμα. Και οι δυο λέξεις μαρτυρούνται στην ίδια πηγή, στους Εβδομήκοντα και επειδή ο Κοσμόπουλος είναι ποιητής με βαθιά χριστιανική πνευματικότητα έχει σημασία η πηγή. Νομίζω πως συνειδητά διάλεξε μια λέξη με δυο σημασίες -το δρεπάνι βέβαια παραπέμπει στον θάνατο, αλλά το καλοκαίρι, η θερινή στολή, στην αέναη συνέχεια.

Τις τελευταίες δεκαετίες συμβαίνει ένα αξιοπρόσεκτο φαινόμενο στα ποιητικά μας πράγματα, κι αυτό είναι η αναβίωση του παραδοσιακού, ισόμετρου στίχου. Το κίνημα αυτό ξεκίνησε, αν δεν σφάλλω, με την τριάδα Καψάλη-Λάγιου-Κοροπούλη και συνεχίστηκε από άλλους, ανάμεσά τους και νεότεροι, σαν τη φίλη μας Σοφία Κολοτούρου, ακόμα και νεότατοι, όπως ο μυστηριώδης Ααρών Μνησιβιάδης και ο εξαιρετικά ταλαντούχος Θάνος Γιαννούδης. Και εδώ ανήκει, βέβαια, ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, ηλικιακά πιο κοντά στην πρώτη τριάδα, αν και λιγάκι νεότερος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Παρουσίαση βιβλίου, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 66 Σχόλια »

Πάνος Κουτρουμπούσης (1937-2019)

Posted by sarant στο 24 Μαρτίου, 2019

Μεσοβδόμαδα πέθανε ο συγγραφέας, μεταφραστής και εικαστικός Πάνος Κουτρουμπούσης, γεννημένος στη Λιβαδειά το 1937, μορφή του κινήματος μπητ, του αντεργκράουντ και άλλων πρωτοποριακών κινημάτων.

Από έφηβος συμμετείχε στην παρέα των υπαρξιστών, στην περίφημη Παράγκα του Σίμου στην οδό Σαρρή -ο Λεωνίδας Χρηστάκης μάλιστα, διαβάζω σε άρθρο του Φώντα Τρούσσα, τον είχε ανακηρύξει υπαρχηγό του Σίμου αν και τον περιγράφει «ένα κοντό βατραχοειδές υποκείμενο». Συμμετείχε με τον Δημήτρη Πουλικάκο, τον Νάνο Βαλαωρίτη και άλλους στην έκδοση του περιοδικού Πάλι το 1963, με τη δικτατορία έφυγε για το εξωτερικό όπου μεταξύ άλλων σχεδίαζε εξώφυλλα περιοδικών και δίσκων στο Λονδίνο (δείτε τι γράφει εδώ ο Φώντας Τρούσας, που έχει κι άλλα άρθρα του για τον Κουτρουμπούση)

Ο Κουτρουμπούσης εμφανιστηκε στα γράμματα με ένα ποίημα, στο τεύχος 10 (Μάιος-Αύγουστος 1958) του περιοδικου Αθηναϊκά Γράμματα που το έβγαζε ο Δημήτρης Βαρουτσής:

Ζήτημα πρώτον

Κι όταν καούν
όλες οι γέφυρες
και δε μένει
τίποτε
τι μένει;
Μένει κάτι
Κύριε καθηγητά
που ίσως φτάνει.
Κύριε καθηγητά
. . . μένει:
Μισή μποτίλια αλκοολικού παρασκευάσματος

ο ήλιος του καλού Θεού
και η θάλασσα
άπειροι ευχάριστοι ήχοι
ένας ν αριθμός στιγμών
και το φεγγάρι
σε 1ο τέταρτο ημισέληνο
2ο τέταρτο 3ο τέταρτο
το φεγγάρι
Πανσεληνο.

Ωστόσο, στη συνέχεια ο Κουτρουμπούσης κυρίως ως πεζογράφος παρουσιάστηκε. Πρώτο του βιβλίο, το 1978, το Εn αγκαλιά de Κρισγιαούρτι y otros ταχυδράματα y otros historias περίεργες, ενώ ακολούθησε το «Στο θάλαμο του Μυθογράφφ».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εις μνήμην, Περιοδικά, Πεζογραφία | Με ετικέτα: , , , , , | 54 Σχόλια »

Ποιήματα για τον Στάλιν

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2019

Την Τρίτη που μας πέρασε συμπληρώθηκαν 66 χρόνια από τον θάνατο του Ιωσήφ Στάλιν, του ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης που σύνδεσε το όνομά του με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, με τη συντριβή του φασισμού και του ναζισμού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και με εγκλήματα, εκκαθαρίσεις της παλιάς φρουράς των μπολσεβίκων και παραβιάσεις της σοσιαλιστικής νομιμότητας και με το φαινόμενο που ονομάστηκε προσωπολατρία και που δύσκολα συμβιβάζεται με το απελευθερωτικό όραμα του κομμουνισμού.

Ο Στάλιν πέθανε πριν απο 66 χρονια, αλλά το όνομά του ακούγεται ολοένα και περισσότερο στις μέρες μας, πολύ περισσότερο απ’ όσο ακουγόταν π.χ. στη δεκαετία του 1980. Αφενός ακούγεται πολύ επειδή το ΚΚΕ έχει ας πούμε αποκαταστήσει το όνομά του, έχει επανεκδώσει τα έργα του και τον τιμά μέσα από τα έντυπά του, σε αντίθεση με το ΚΚΕ της περιόδου Φλωράκη, κατά την οποια ο Ριζοσπάστης σπανιότατα εκανε λόγο για τον Στάλιν.

Κυρίως όμως ο Στάλιν και ο σταλινισμός ακούγεται σαν σκιάχτρο, από τους αντίπαλους της αριστεράς, που τον χρησιμοποιούν για να συκοφαντήσουν συλλήβδην την αριστερά για ανελεύθερη, αυταρχική και αιμοβόρα. Βέβαια, όταν όλοι οι καταπιεστές και οι απατεώνες της εποχής μας χρησιμοποιούν τον Στάλιν με τον τρόπο αυτό, κάθε τίμιος άνθρωπος αισθάνεται τον πειρασμό να συμπεράνει πως δεν θα ήταν και τόσο κακός ο σύντροφος με το μουστάκι.

Σήμερα όμως είναι Κυριακή, μέρα λογοτεχνίας. Οπότε, σκέφτομαι πως δεν θα ήταν κακή ιδέα να δούμε μερικά ποιήματα που γράφτηκαν για τον Στάλιν.

Το έναυσμα μού το έδωσε ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, που έγραψε προχτές επιφυλλίδα, ακριβώς, με τίτλο «Πέθανε ή δεν πέθανε ο Στάλιν;» στην οποία αναφέρεται περιπαιχτικά στα ποιήματα που έγραψαν μεγάλοι ποιητές, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Πάμπλο Νερούδα και ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, για τον θάνατο του Στάλιν. Οπότε, σκέφτηκα να δώσω στον κύριο Τάκη την ευκαιρία να ειρωνευτεί και άλλα ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας.

Το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου για τον θάνατο του Στάλιν είναι πασίγνωστο χωρίς κανείς να το έχει διαβάσει, κυκλοφορεί σε διάφορα σημεία του Διαδικτύου, αν και απ’ όσο ξέρω ο ποιητής δεν το συμπεριέλαβε σε κάποιο βιβλίο του. Υπάρχει, για παράδειγμα, εδώ, αλλά δεν ξέρω αν είναι ολόκληρο.

Λιγότερο γνωστό είναι το ποίημα που έγραψε με την ίδια ευκαιρία ο Τάσος Λειβαδίτης. Είναι λιγότερο γνωστό επειδή ο Λειβαδίτης μετά τη μεταπολίτευση δεν ήταν χρήσιμος στόχος. Ο Ρίτσος ήταν στόχος, που είχε ταχθεί με το ΚΚΕ, που, αντίστροφα απ’ό,τι τώρα, ήταν το πιο ενοχλητικό κόμμα της Αριστεράς.

Το ποίημα δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 8 Μαρτίου 1953. Δεν το βρήκα ολόκληρο κάπόυ, οπότε το παραθέτω σε μορφή εικόνας:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επετειακά, ΕΣΣΔ, Εις μνήμην, Κομμουνιστικό κίνημα, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , | 150 Σχόλια »

Μνήμη καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, πέντε χρόνια από τον θάνατό του

Posted by sarant στο 24 Ιανουαρίου, 2019

Συμπληρώνονται σήμερα 5 χρόνια από τον θάνατο του καπτα-Μήτσου Σκοπελίτη, του καπετάνιου που, πάνω από μισόν αιώνα, έδινε ζωή στις Μικρές Κυκλάδες εκτελώντας τα δρομολόγια της άγονης γραμμής.

Όπως βρίσκω σε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον καπετάν Μήτσο, είχε καταγωγή από τη Σύμη και γεννήθηκε το 1926 στο Κουφονήσι, όπου βρέθηκε ο ψαράς και λαουτιέρης πατέρας του. Ο καπετάν Δημήτρης είχε στην πραγματικότητα το επίθετο Τερεζές – το Σκοπελίτης είναι παρατσούκλι. «Ο προπάππος μου Νικόλαος Τερεζές γεννήθηκε στη Σκόπελο και όταν κάποια στιγμή πήγε στη Σύμη, όλοι ρωτούσαν: «Από πού είναι αυτός;». «Από τη Σκόπελο, Σκοπελίτης» έλεγαν κι έτσι έμεινε το όνομα» έχει αφηγηθεί….

Όμως ο καπταΜήτσος ήταν και βιολιτζής, γι’ αυτό και διάλεξα τη φωτογραφία που τον δείχνει να παίζει μαζί με τον εγγονό του.

Τις προάλλες ήρθε η κουβέντα στον Σκοπελίτη, ενώ σχολιάζαμε κάτι άλλο: ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος διηγήθηκε μια πολύ όμορφη ανάμνησή του σχετική με τον Σκοπελίτη και με τις δυο του ιδιότητες, σαν σύντομο διήγημα, ενώ  αμέσως μετά ο φίλος μας ο Πέπε θυμήθηκε κι αυτός κάτι άλλο.

Κρίμα είναι τόσο ωραίες αφηγήσεις να μένουν θαμμένες στο πουργατόριο των σχολίων. Οπότε, αφού σήμερα είναι η επέτειος του θανάτου του, σκέφτηκα να κάνουμε μνημόσυνο στον καπτα-Μήτσο, με βάση τις παραπάνω αφηγήσεις και ακόμα ένα πεζογράφημα του Δημήτρη Μαρτίνου.

  • Θυμάται ο Δημήτρης Μαρτίνος:

Ὁ Σκοπελίτης

Τὸν Αὔγουστο τοῦ ᾿87 εἴχαμε πάει, ὁ ἀδελφός μου κι ἐγώ, στὸ Κουφονήσι· μὲ τὸν Ἀρχάγγελο, τὸ τρεχαντῆρι μας, ναυπηγημένο στὶς Σπέτσες τὸ 1985.
Ἡ ὑπόλοιπη παρέα εἶχε πάει μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς στὴ Νάξο κι ἀπὸ κεῖ στὸ Κουφονήσι μὲ τὸν «Σκοπελίτη», τὸ θρυλικὸ καραβάκι τῶν Μικρῶν Κυκλάδων.

Ἦταν ἡ ἐποχὴ ποὺ τὸ Κουφονήσι ἔβγαινε ἀπὸ τὴν ἀφάνεια.  Λίγα χρόνια πρίν εἶχε πάει τὸ ρεῦμα στὸ νησὶ καὶ εἶχαν ἀρχίσει νὰ χτίζονται τὰ πρῶτα ἐνοικιαζόμενα δωμάτια. Ὅμως διατηροῦσε τὴν παρθένα ὀμορφιὰ ποὺ τράβηξε τοὺς πρώτους ἐπισκέπτες, σκηνίτες καὶ γυμνιστές στὴν πλειοψηφία τους, ποὺ τὸ ἀνακάλυψαν στὰ τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿70. Στὴν ἀρχὴ οἱ ντόπιοι τοὺς εἶδαν μὲ καχυποψία, ἀντιπάθεια, ἤ καὶ ἐχθρότητα σὲ κάποιες ἀκραῖες περιπτώσεις. Σιγὰ-σιγά, ὅμως, τὰ πράγματα ἰσορρόπησαν, ἀφοῦ καὶ οἱ δυὸ πλευρές  ἔβαλαν νερὸ στὸ κρασί τους.

Τὸ σύμπλεγμα τῶν νησιῶν ἀνάμεσα στὴν Νάξο καὶ στὴν Ἀμοργό, ἡ Ἡρακλειά, ἡ Σχοινούσα, τὸ Κάτω καὶ τὸ Πάνω Κουφονήσι, μαζὶ μὲ τ᾿ ἀκατοίκητα νησιά,  τὴν Κέρο, τὸ Ἀντικέρι καὶ τὴ Δρίμα, εἶναι σὲ μικρή ἀπόσταση μεταξύ τους καὶ προσφέρονται γιὰ ἐκδρομές μὲ σκάφος καὶ γιὰ ψάρεμα· πρᾶγμα ποὺ ἐμεῖς ἀξιοποιήσαμε δεόντως.

Μιὰ μέρα, μαζί μὲ κάποιους ἀπὸ τὴν παρέα, πήγαμε ἐκδρομὴ στὴν Ἀμοργό. Ὁ καιρὸς μελτέμι, ἑξάρι γεμᾶτο· τὸν εἴχαμε  δευτερόπρυμα καὶ σὲ δυὸ ὧρες φτάσαμε στὰ Κατάπολα. Μὲ τὸ λεωφορεῖο πήγαμε στὴ Χώρα καὶ στὴ Χοζοβιώτισσα και γυρίσαμε ἀργά τὸ ἀπόγευμα. Ἐκεῖ ποὺ ἤμαστε ἀραγμένοι στὰ Κατάπολα, πλησίασε στὸ καΐκι ἕνας ἄνθρωπος γύρω στὰ ἑξῆντα, μὲ ναυτικὸ κασκέτο καὶ ὄψη θαλασσινὴ καὶ ἄρχισε νὰ τὸ χαζεύει. Σὲ λιγάκι μᾶς ρώτησε:

«Σπετσιῶτες εἴσαστε;»
«Ὄχι ἐμεῖς», τοῦ ἀπαντήσαμε, «τὸ καΐκι εἶναι σπετσιώτικο.»
«Τὸ κατάλαβα ἀπὸ τὸ σκαρί», ἀπάντησε. «Φτιάχνουν ὄμορφα τρεχαντήρια οἱ Σπετσιῶτες. Λεβέντικα, θαλασσινά. Ἔχω παραγγείλει κι ἐγὼ ἕνα στὶς Σπέτσες· στὰ ἴδια μέτρα μὲ τὸ δικό σας πάνω-κάτω. Τὸν ἄλλο μήνα θὰ εἶναι ἕτοιμο.»

Ἔριξε μιὰ τελευταία ματιὰ στὸ καΐκι, μᾶς εὐχήθηκε καλὰ ταξίδια καὶ συνέχισε τὴ βόλτα του στὸ μουράγιο.

Ξεκινήσαμε τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς περασμένα μεσάνυχτα, ἀφοῦ στείλαμε τὸν ἄμαχο πληθυσμὸ μὲ τὸ πλοῖο τῆς γραμμῆς. Τὸ μελτέμι ἦταν φρέσκο καὶ δὲν ἔκοψε τὴν νύχτα. Εἶχε ὅμως πανσέληνο καὶ βλέπαμε καλὰ τὶς θάλασσες ποὺ κουτρουβαλοῦσαν κατὰ πάνω μας σὰν ἄσπρα ἀγριεμένα βουβάλια. Βλέπεις δὲν ἔχει στεριὰ ἢ μεγάλο νησὶ βόρεια τῆς Ἀμοργοῦ γιὰ νὰ κόψει τὴν ὁρμὴ τῶν κυμάτων τοῦ βοριᾶ ποὺ ξεκινοῦν ἀπὸ τὸ Θρακικὸ, περνοῦν δυτικὰ ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη καὶ τὴ Χίο, διασχίζουν τὸ Ἰκάριο καὶ καταλήγουν στὴν Ἀμοργό. Ὄρθιοι στὴν πρύμη, ὁ ἀδελφὸς μου στὸ τιμόνι κι ἐγὼ στὸ χειριστήριο τῆς μηχανῆς, ἀρμενίζαμε κῦμα τὸ κῦμα. Ἀργὰ τὴ μηχανή, μόλις βλέπαμε καμιὰ πιὸ χοντρὴ θάλασσα, ἐλαφρὺ στρίψιμο τοῦ τιμονιοῦ γιὰ νὰ τὴν πάρουμε γλυκά, μὲ τὴ μάσκα κι ὁ Ἀρχάγγελος τὴν πέρναγε ἀνάλαφρα, σὰν ἄλογο καθαρόαιμο ποὺ πηδάει τὰ ἐμπόδια στὸ στίβο.

Λίγες μέρες ἀργότερα, τὸν Δεκαπενταύγουστο, βρεθήκαμε στὴν ταβέρνα τῆς Καλλιόπης ποὺ εἶχε βιολιά.

«Θὰ παίξει ὁ ἀδερφός μου, ὁ Μῆτσος ὁ Σκοπελίτης» μᾶς εἶχε πεῖ τὴν προηγούμενη βραδυὰ ποὺ τρώγαμε στὸ μαγαζί της.

Μὲ ἔκπληξη διαπιστώσαμε πὼς ὁ ἀδελφός της ἦταν ὁ θαλασσινὸς ποὺ θαύμαζε τὸ καΐκι μας στὰ Κατάπολα. Ἦταν αὐτὸς ποὺ εἶχε τὸ καραβάκι, τὸν «Σκοπελίτη» ποὺ ἔδινε ζωή στὰ μικρά νησιά τῆς ἄγονης γραμμῆς, τὴν Ἡρακλειά, τὴ Σχοινούσα, τὴ Δονούσα, τὸ Κουφονήσι, ὅλον τὸν χρόνο, συνδέοντάς τα μὲ τὴν Νάξο καὶ τὴν Ἀμοργό. Τὴ χρονιὰ ἐκείνη ἄφησε τὸν «Σκοπελίτη» στὸν γιό του, ἀλλὰ δὲν παράτησε τὴ θάλασσα. Παράγγειλε τὸ τρεχαντῆρι του στὶς Σπέτσες γιὰ νὰ ξανακάνει αὐτὸ ποὺ ἔκανε στὰ νιάτα του, νὰ ψαρεύει. Ὄχι πιὰ γιὰ τὸ μεροκάματο· μοναχὰ γιὰ τὸ κέφι του.

Τὸ γλέντι ξεκίνησε μὲ τραγούδια ποὺ ζητοῦσαν οἱ παρέες ποὺ χόρευαν. Στὴν καλύτερη περίπτωση τὰ κλασικὰ ναξιώτικα καὶ στὴν χειρότερη τὰ σκυλονησιώτικα ἤ κάποια λαϊκὰ σουξὲ τῆς ἐποχῆς. Τὸ «Μὲ τελείωσες» εἶχε τὴν τιμητική του.

Κάποια στιγμή ἦρθε κι ἡ σειρά μας. Πλησιάσαμε στὰ βιολιά καὶ ρωτήσαμε τὸν Σκοπελίτη ἂν ἤξερε θερμιώτικα τραγούδια.
«Ἔχω παίξει στὰ Θερμιά, ὅταν ἤμουνα νέος καὶ δούλευα σὲ μιὰ τράτα. Εἶναι πολλὰ χρόνια καὶ δὲν θυμᾶμαι τοὺς σκοπούς σας» ἀπάντησε.
«Σιφνέικα ξέρεις;»
«Ἀμέ, ξέρω· ὅμως δὲν τὰ ξέρει ὁ τραγουδιστής.»
«Δὲν πειράζει, τραγουδᾶμε ἐμεῖς.»

Ξεκίνησε νὰ παίζει σιφνέικα κι ἐμεῖς τραγουδούσαμε χορεύοντας· χωρίς μικρόφωνα φυσικά, ὅπως κάναμε στὰ γλέντια μας στὰ Θερμιά.
Στὴν ἀρχή δὲν ἀκουγόμαστε, ἀπὸ τὴ συνηθισμένη βαβούρα ποὺ γίνεται στὰ μαγαζιά. Σιγὰ-σιγὰ ὅμως ἡσύχασε ὁ κόσμος γιὰ νὰ μᾶς ἀκούσει. Οἱ πιὸ πολλοί, ἐπισκέπτες ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, δὲν ἤξεραν αὐτὸν τὸν τρόπο γλεντιοῦ καὶ τοὺς κινήσαμε τὴν περιέργεια. Τοὺς ἄρεσε κιόλας, γιατὶ μᾶς συνόδευαν μὲ ρυθμικὰ παλαμάκια. Κι ὅταν τέλειωσε ὁ χορός μας, χάλασε ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ χειροκρότημα.

Ὅταν ζυγώσαμε στὰ βιολιὰ γιὰ νὰ πληρώσουμε, ὁ καπταΜῆτσος ἦταν φανερὰ συγκινημένος:
«Ὅταν εἶδα τὸ καΐκι σας εἶπα μέσα μου «αὐτοὶ εἶναι μερακλῆδες». Τώρα ποὺ σᾶς εἶδα νὰ γλεντᾶτε λέω πὼς εἴσαστε πολὺ μερακλῆδες!»

Υ.Γ. Οἱ γραμμὲς αὐτές εἶναι κατευόδιο στὸν καπταΜῆτσο, τὸν Σκοπελίτη ποὺ σαλπάρισε γιὰ τὸ στερνό του ταξίδι, πρὶν ἀπὸ πέντε χρόνια τέτοιες μέρες.

 

  • Θυμάται ο Πέπε:

Πήγα στο Κουφονήσι περίπου 10 χρόνια μετά, το 1997. Ήμασταν μια παρέα νεαρών, που ο ένας μάς το είχε προτείνει ως εντελώς άγνωστο και ασύχναστο νησί της θρυλικής άγονης γραμμής, πρόσφοροο για να κάνουμε διακοπές σαν πρωτόπλαστοι. Η όλη περιγραφή ήταν ελκυστική, αλλά όταν μας είπε και το όνομα, «Κουφονήσι», και μάλιστα προσδιορίζοντας ότι υπάρχουν δύο, Άνω με ελάχιστους κατοίκους και Κάτω με κανέναν, αρχίσαμε να μην τον πιστεύουμε: Άσε ρε, που το λένε Κουφονήσι!

Τόσα ξέραμε. Όμως υπήρχε, και πήγαμε. Με τον Σκοπελίτη. Ο οποίος, μάλλον, τότε ήταν ήδη ο γιος Γιάννης – ο γέρος, όπως τα υπολογίζω τώρα που είδα τα βιογραφικά του, ήταν καμιά 70ριά και θα πρέπει να είχε βγει στη σύνταξη.

Το Άνω Κουφονήσι ήταν τότε στη φάση όπου μόλις είχε αρχίσει να περνάει, από εντελώς ελεύθερος παράδεισος κατασκηνωτών, στο στάδιο της κάπως οργανωμένης τουριστικής εκμετάλλευσης. Συγκεκριμένα, στο χωράφι όπου τσαντιρώσαμε, ο ιδιοκτήτης έχτιζε τουαλέτες και ντους, και όταν ολοκληρώθηκαν, στα μισά της δικής μας διαμονής, άρχισε να ζητάει κάποιο υποτυπώδες αντίτιμο για τη χρήση τους. Μέσα στα επόμενα χρόνια αυτό εξελίχτηκε σε οργανωμένο κάμπινγκ, και σύντομα το Κουφονήσι έγινε τόσο διάσημο για το γεγονός ότι είναι άγνωστο ώστε άρχισαν να συρρέουν χιλιάδες τουρίστες να δουν πώς είναι ένα νησάκι χωρίς τουρίστες, και τελικά έγινε μικρή Μύκονος, με πολυώροφα ξενοδοχεία κλπ.. Αλλά τότε δεν ήταν ακόμα έτσι.

Κάποια μέρα κανονίσαμε εκδρομή στο Κάτω Κουφονήσι. Το Κάτω Κουφονήσι ήταν ακατοίκητο, μόνο με μια ταβέρνα που είχε γεννήτρια (νομίζω ότι και τώρα έτσι είναι). Η ταβέρνα λοιπόν είχε πρόγραμμα, με λάιβ νησιώτικα. Εκείνη την εποχή δεν είχα αναπτύξει ούτε τον πιο κρυφό σπόρο του μετέπειτα ενδιαφέροντός μου για την παραδοσιακή μουσική. Αυτό που παρακολουθήσαμε μού φάνηκε φρικαλέο: δυο γέροι με βιολί και λαούτο, ξεκούρδιστοι, με έναν μίζερο ενισχυτή που γιγάντωνε το φάλτσο τους και από πάνω έτριζε κιόλας, έπαιζαν όλη την ώρα το ίδιο ακαλαίσθητο πράγμα. Ήμουν με το ένα πόδι να υποφέρω από την αθλιότητα, και με το άλλο να παρακολουθώ με κάποιο συγκαταβατικό ενδιαφέρον πώς τη βρίσκουν οι ιθαγενείς σ’ αυτή την κρυφή, άγνωστη πλευρά του πλανήτη, που βρισκόταν εντελώς στους αντίποδες της πλευράς που περιείχε ό,τι είχα γνωρίσει στη μέχρι τότε ζωή μου.

Κάποια στιγμή έπιασα ένα ρεφρέν: Το καράβι στο λιμάνι, γεια σου Σκοπελίτη Γιάννη. Ρε συ, σκέφτηκα, Σκοπελίτη δε λένε αυτόν που μας πηγαινοφέρνει; Παρακολούθησα λίγο το τραγούδι, και, όπως όλα έδειχναν, πράγματι σ’ αυτόν αναφερόταν. Ότι σ’ αυτά τα μικρά νησάκια ζουν άνθρωποι που την επαφή τους με τον υπόλοιπο κόσμο την οφείλουν στον Σκοπελίτη, αυτό το είχα καταλάβει, δεν ήμουν δα και τόσο στόκος. Ήταν ένας τοπικά σημαντικός άνθρωπος, για τον οποίο είχε βγει τοπικό δημοτικό τραγούδι! Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Μάλιστα το πιθανότερο ήταν ότι ο Σκοπελίτης, που μας είχε φέρει και περίμενε αργότερα να μας πάρει, βρισκόταν εκεί και άκουγε το τραγούδι του, όπως άλλοτε οι Κωλοκοτρωναίοι!

Έτσι είδε ένας νεαρός που έκανε τον χίπη ένα τραγούδι από το στάνταρ κυκλαδίτικο εμπορικό ρεπερτόριο, τότε γύρω στο 1995…

 

Και κλείνω με το πεζογράφημα «Καλοτάξιδο» του Δημήτρη Μαρτίνου, για το τρεχαντήρι τους Αρχάγγελος. Δημοσιεύτηκε στη συλλογή «Τα δέκα κύματα» του αδελφού του Νίκου Μαρτίνου (Αρμός 1995)

ΚΑΛΟΤΑΞΙΔΟ

-Τὸ σταυρό σου, κόπανε. Καὶ στό ‘λεγα, ποὺ νὰ σὲ πάρει καὶ νὰ σὲ σηκώσει. Εἶναι παλιότοπος, λάσπη.
Τὸ καΐκι, τὸ μισὸ στὴ θάλασσα, εἶχε σταθεῖ πάνω στὰ βάζα*, σὰ μουλάρι ποὺ στήλωσε πεισματικὰ τὰ μπροστινά του καὶ δὲν κουνοῦσε ρούπι. Ὁ μαστρο-Παντελής δάγκωνε τὸ τσιγάρο του καὶ βλαστημοῦσε. Ὁ Γιάννης, ὁ βοηθός του, κάτι μουρμούριζε ἀνάμεσα στὰ δόντια του καὶ πολεμοῦσε νὰ πατώσει τὴ σκάρα*.
Πιὸ πέρα καθισμένος σ’ ἕνα κούτσουρο, ὁ καπτα-Νικόλας ἔβραζε. Τά ‘χε μὲ τὸ μάστορα, μὲ τοὺς βοηθούς, μὲ τὴν τύχη του. Μὰ πιὸ πολὺ μὲ τὸ μεράκι του. Αὐτὸ ἔφταιγε γιὰ ὄλα. Γιατὶ τὸ καΐκι του τό ‘θελε ὄμορφο. Λεβέντικο. Θαλασσινό. Νὰ τὸ βλέπει στὸ γιαλὸ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχή του. Σὰν τὴν γυναίκα τὴν ὄμορφη ποὺ περπατεῖ καὶ βγαίνει ὀ κόσμος νὰ τὴ χαρεῖ στὴ στράτα. Κι ὄχι πὼς δὲν τά ‘ξερε. Οἱ φίλοι τοῦ τό ‘χαν πεῖ.
-Πρόσεξε τὸν Παντελή. Καλὸς μάστορας μὰ ψυχοβγάλτης. Κι ὅλο τὴν παλάμη ἀνοιχτή. Φέρε…
Πόσες φορὲς δὲ θυμήθηκε τοὺς παλιοὺς πού ‘λεγαν «πῦρ, γυνὴ καὶ καρνάγιο».
Κι ὀ Παντελής ἀλεποῦ.
-Ξέρω τὶ θές. Θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ τὸ χαίρεσαι. Ἐσένανε θὰ στὸ λαντζάρω* λιγάκι πιὸ πολὺ στὴν πλώρη ἀπὸ τοῦτο δῶ (καὶ τοῦ ‘δειχνε ἕνα πού ‘χε σκαρωμένο) καὶ στὴ πρύμη πιὸ στελλάδο*. Νὰ δεῖς πῶς θ’ ἀκούει στὸ τιμόνι. Κι ἀπὸ ἀρμένισμα; Ἄλλο πράμα. Δέν θὰ κωλώσεις ποτὲ , οὔτε σὲ θάλασσα, οὔτε σ’ ἀγέρα.
Μὰ ἡ δουλειὰ σὰν τὸν κάβουρα. Περάσανε δυὸ μῆνες, τρεῖς, ἕξι, κι ὁ Παντελής οὔτε πρόκα. Κι ὅλο φέρε. Στοὺς ἐννιὰ μῆνες ἔπιασε νὰ τὸ στήνει. Τίποτα σπουδαῖο δηλαδή. Τὰ ποδοστάματα* καὶ τὴν καρένα*. Κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ κάνει κουράγιο. Τό ‘βλεπε νὰ χτίζεται σιγὰ σιγὰ κι ή καρδιά του σκιρτοῦσε. Κι ὅλο ἀπίκου*, μὲ τὸ πινέλο καὶ τὸ μίνιο γιὰ τὸ ξερομάχημα* τάχατες. Μά πιὸ πολὺ γιὰ νὰ τὸ χαίρεται ἡ ψυχὴ του, ποὺ ἔδενε σιγὰ σιγὰ καὶ στρογγύλευε, σὰν τὸ κορίτσι τ’ ἄγουρο ποὺ γίνεται γυναίκα. Γυναίκα ὄμορφη καὶ λεβέντισσα. Κι αὐτὸς μὲ τὴ μπογιὰ νὰ τὸ χαϊδεύει ὁλάκερο. Στραβόξυλα*, σωτρόπι*, στραγαλιὲς*, τσάπες*, καμάρια*.
Κι ἔτσι πέρασε ὁ πρῶτος χρόνος. Τὸ καΐκι σκέτο κουφάρι. Κι ὀ Παντελής «φέρε».
Καὶ μπῆκε ὁ δεύτερος χρόνος. Τὸ πέτσωμα*, τὸ κουβέρτωμα*, τὰ σπιράγια*. Ἀμπάσα*, θαλασσινὰ. Κι οἱ μῆνες νὰ περνοῦν κι ὁ καπτα-Νικόλας νὰ βλαστημᾶ τὴν ὥρα καὶ τὴ στιγμὴ. Κι οἰ φίλοι νὰ τοῦ δίνουνε κουράγιο.
-Δὲ βαριέσαι, χαλάλι. Σοῦ ‘φτιαξε σκαρὶ μαγκιόρο.

…Ἀφοῦ εἴδανε κι ἀποείδανε μὲ τὶς πατέντες ποὺ πολεμοῦσε ὁ Γιάννης γιὰ νὰ πατώσει τὴ σκάρα, πήρανε τὴν ἀπόφαση. Ὄξω πάλι. Κοτσάρανε τὰ συρματόσκοινα, στερεώσανε τοὺς μακαράδες*, στὰ παλιὰ κανόνια, ποὺ ‘τανε φυτεμένα ἐκεῖ μπροστὰ, καὶ βίρα. Τὸ καΐκι τραμπαλίστηκε στὰ βάζα καὶ σιγὰ σιγὰ βρέθηκε στὴν ἀνερούσα*.
Τώρα ἡ δουλειὰ ἔγινε πιὸ σωστὰ. Ἕνα φαλάγγι* στὰ βάζα ἀπὸ πρύμα μεριὰ γιὰ νὰ μὴ ξανασκαλώσει τὸ τιμόνι στὴ σκάρα, λάσκα τὰ συρματόσκοινα κι ἀβάρα*.
Καὶ τὸ τρεχαντήρι γλίστρησε στὸ γιαλὸ κι ἔπλεε στὰ νερὰ σὰ γλάρος.

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Ἀβάρα: Σπρῶξε (ναυτικὸ πρόσταγμα, «ἄπωσον» στὴν καθαρεύουσα).
Ἀμπάσο: Χαμηλό (ἰταλ. basso).
Ἀνερούσα: Ἡ ἄκρη τοῦ γιαλοῦ, ἐκεῖ ποῦ σκάει τὸ κύμα.
Ἁπίκου: Ἀκριβῶς ἀπὸ πάνω.
Βάζα: Βάση γιὰ ἀνέλκυση καί καθέλκυση τῶν σκαφῶν.
Καμάρια: Στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ πάνω στὰ ὁποῖα στηρίζεται τὸ κατάστρωμα. Ἔχουν σχῆμα κυρτὸ.
Καρένα: Καρίνα, τρόπις
Κουβέρτωμα: Ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος (τῆς κουβέρτας στὴ ναυτικὴ διάλεκτο).
Λάντζο τρεχαντήρι (λαντζάρω): Τρεχαντήρι μὲ λιγότερο κυρτὴ πλώρη.
Μακαράς: Μηχανικὴ κατασκευὴ ποὺ χρησιμοποιεῖται, σἐ συνδυασμὸ μὲ σκοινιὰ, γιὰ τὴν ανύψωση βαρῶν, τροχαλὶα.
Ξερομάχημα: Τὸ σκάσιμο τοῦ ξύλου ἀπὸ τὸν ἥλιο.
Πέτσωμα: Ἡ κάλυψη τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους μὲ μαδέρια γιὰ τὴν κατασκευὴ τῆς γάστρας του.
Ποδόσταμο: Ποδόστημα, ἡ συνέχεια τῆς καρένας. Ὑπάρχουν δυὸ ποδοστάματα, τὸ πλωριὸ καὶ τὸ πρυμιὸ ποὺ μαζί μὲ τὴν καρένα ἀποτελοῦν τὴ ραχοκοκαλιὰ τοῦ σκάφους.
Σπιράγια: Οἱ ὑπερκατασκευὲς τοῦ σκάφους.
Στελλάδο: Σκάφος μὲ μεγάλο βύθισμα στὴν πρύμη• στρίβει πολὺ εὔκολα.
Στραβόξυλα: Νομεῖς, πλευρικὰ στοιχεῖα τοῦ σκελετοῦ τοῦ σκάφους.
Στραγαλιὲς: Χοντρὰ ἐσωτερικὰ μαδέρια καθ’ὅλο τὸ μῆκος τοῦ σκάφους συνδεδεμένα μὲ τὰ στραβόξυλα (νομεῖς) γιὰ καλὺτερο «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Σωτρόπι: Ἐσωτρόπιον, χοντρὸ μαδέρι ποὺ προσαρμόζεται ἀπὸ πάνω καὶ κατὰ μῆκος τῆς καρένας (τρόπιδος) τοῦ σκάφους. Χρησιμεύει γιὰ τὸ «δέσιμο» τοῦ σκελετοῦ.
Τσάπες: Τὰ πρῶτα μαδέρια ποὺ μπαίνουν κατὰ τὸ πέτσωμα τοῦ σκάφους (γίνεται ἀπὸ πάνω πρὸς τὰ κάτω) στὸ ὕψος τοῦ καταστρώματος.
Φαλάγγι: Κυλινδρικὸ ξύλο, ποὺ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀνέλκυση καὶ καθέλκυση σκαφῶν.

 

 

Posted in Όχι στα λεξικά, Εις μνήμην, Μουσική, Ναυτικά, νησιά | Με ετικέτα: , , , | 333 Σχόλια »

Φύσηξε βοριάς…, εις μνήμην Φάνη Κακριδή (1933-2019)

Posted by sarant στο 10 Ιανουαρίου, 2019

Με μια πολύ σημαντική απώλεια για τα γράμματά μας άνοιξε το 2019: τον θάνατο του κλασικού φιλόλογου Φάνη Κακριδή, ομότιμου καθηγητή κλασικής φιλολογίας στην Αθήνα και τα Γιάννινα.

Ο Κακριδής προερχόταν από οικογένεια φιλολόγων και πανεπιστημιακών καθώς ήταν εγγονός του καθηγητή Θεοφάνη Κακριδή και γιος του Ιωάννη Κακριδή -αλλά και της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή, που όπως είναι λιγότερο γνωστό έχει μεταφράσει και αυτή την Ιλιάδα, μετάφραση που κυκλοφορεί από τον Ζαχαρόπουλο και είναι και πολύ καλή: ο Φάνης Κακριδής μάλλον θα πρέπει να είναι ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας που οι γονείς του μετάφρασαν και οι δυο την Ιλιάδα, όχι όμως μαζί παρά σε δυο διαφορετικές εκδοχές.

Ο Κακριδής ομως είναι γνωστός και για τη συμμετοχή του στον δημόσιο στίβο με την αρθρογραφία του για θέματα εκπαίδευσης και γλώσσας. Στο ιστολόγιο έχουμε δημοσιέψει ένα άρθρο με διάλεξή του για τη διδασκαλία των αρχαίων στο Γυμνάσιο. Καθώς ήταν δεινός κλασικός φιλόλογος, έβλεπε καθαρά πόσο καταστροφική ηταν η αντιμεταρρύθμιση του 1992 που επανέφερε τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών από το πρωτότυπο στο Γυμνάσιο.

Στο ιστολόγιο έχουμε φιλοξενήσει κι άλλο ένα άρθρο του Φ. Κακριδή, περυσινό, από το περιοδικό Μικροφιλολογικά της Λευκωσίας, με το οποίο συνεργαζόμασταν και οι δυο. Στα άρθρα που έδινε στα Μικροφιλολογικά, ο Κακριδής εξέταζε κάθε φορά ένα μοτίβο όπως εμφανίζεται στην αρχαία γραμματεία και στα νεότερα χρόνια.

Για να τιμήσω τη μνήμη του, διάλεξα να αναδημοσιεύσω σήμερα ένα ακόμα άρθρο από τη σειρά των Μικροφιλολογικών, όπου εξετάζεται το μοτίβο του αέρα που σηκώνει το φουστάνι μιας κοπέλας. Ανάλαφρο θέμα, προφανώς -αλλά νομίζω πως ταιριάζει, κι ας είναι πένθιμη η συγκυρία. Βλέπετε, ο Φ. Κακριδής δεν περιφρονούσε και τα ανάλαφρα -είναι άλλωστε γνωστό ότι έχει μεταφράσει και περιπέτειες του Αστερίξ στα αρχαία ελληνικά. Μάλιστα, προς στιγμή σκέφτηκα να παρουσιάσω μια τέτοια μετάφρασή του, όμως ήθελε πολλή δουλειά κι έτσι το ανέβαλα για άλλη, πιο πρόσφορη στιγμή.

Το σύντομο άρθρο που θα διαβάσουμε δημοσιεύτηκε στο τεύχος 36 των Μικροφιλολογικών (φθινόπωρο 2014). Εγώ χάρηκα όχι μόνο το πλάτος των αναφορών, από τον Νόννο τον Πανοπολίτη ίσαμε την Κέιτ Μίντλετον, αλλά και τη θαυμάσια γλώσσα -μαζί και κάποιους τύπους που σήμερα θεωρούνται τολμηροί, όπως «δημοσιέψει», «κατάγραψαν», «περίγραψε».

 

Φύσηξε βοριάς..

… και της σήκωσε το ποδοφούστανό της
και της φάνηκε ο ποδαστράγαλός της!

Να ήξερε η χιώτισσα μικρή παπαδοπούλα πόσες νιες είχαν προηγηθεί και πόσες θα την ακολουθούσαν σε παρόμοια παθήματα, και να ήξερε ο λαϊκός τραγουδιστής πόσοι ποιητές είδαν ή φαντάστηκαν και κατάγραψαν πριν και μετά από αυτόν το ίδιο βίωμα!

Είναι χαρακτηριστικό του ανέμου να γυμνώνει, πότε τους λόφους και τις επιθυμίες, όπως στη «Μαρίνα των βράχων» του Οδυσσέα Ελύτη,1 πότε τα κόκκαλα απτη σάρκα, όπως στο Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, πότε τον χώρο και τα σχήματα /και τις ιδέες, όπως στην ποίηση του Μανώλη Γλέζου, πότε τις κολόνες του Ποσειδώνα, όπως στο «Σούνιο» του Κώστα Στεργιόπουλου· και πρόκειται πάντα για υπαλλαγή, όταν ο άνεμος παρουσιάζεται όχι να γδύνει αλλά να τον γδύνουν τα πόδια των κοριτσιών, όπως στο «Με τα δόντια» του ίδιου ποιητή, ή γυμνωμένος, όπως στις «Μέρες του φθινοπώρου» του Νίκου Κρανιδιώτη. Ιδιαίτερα αγαπητή στους ποιητές περίπτωση, όταν φυσώντας ο άνεμος αποκαλύπτει κάποιο από τα μυστικά του γυναικείου κορμιού.

Χρονολογικά, πρώτο γνωστό μας κείμενο είναι το αδέσποτο αλεξανδρινό ελεγειακό δίστιχο της Ελληνικής Ανθολογίας (5,38):

Εἴθ’ ἄνεμος γενόμην, σὺ δὲ δὴ στείχουσα παρ’ αὐγὰς
στήθεα γυμνώσαις καί με πνέοντα λάβοις.

Αγέρας να γινόμουνα, κι εσύ φωτολουσμένη
να γύμνωνες τα στήθη σου, να πάρεις την πνοή μου.

Αιώνες αργότερα, ο ίδιος λαϊκός τύπος της ανεκπλήρωτης ευχής2 απαντά και στην τρίτη στροφή από το ιδιότυπο ερωτικό ποίημα “Πόθος”, που δημοσίεψε το 1811 ο Αθανάσιος Χριστόπουλος:

Ας ήμουν αεράκης / και όλος να κινήσω
στα στήθη σου να πέσω / να σου τα αερίσω.

Στην αρχαία λογοτεχνία ανήκουν ακόμα τα Διονυσιακά του Νόννου, επικού ποιητή από την αιγυπτιακή Πανόπολη, που τον 6° μ.Χ. αιώνα, ανάμεσα σε πολλά άλλα μυθολογικά επεισόδια, περίγραψε και το θαλασσινό ταξίδι της Ευρώπης, τότε που ως ταύρος ο Δίας την άρπαξε και την οδήγησε από τη Φοινίκη στην Κρήτη. Τη φαντάστηκε καθισμένη στην πλάτη του μεταμορφωμένου θεού, να κρατιέται φοβισμένη από ένα του κέρατο…

καὶ δολόεις Βορέης γαμίῃ δεδονημένος αὔρῃ
φᾶρος ὅλον κόλπωσε δυσίμερος, ἀμφοτέρῳ δὲ   
ζῆλον ὑποκλέπτων ἐπεσύρισεν ὄμφακι μαζῷ.

Κι ο δολερός Βοριάς, από την αύρα τη γαμήλια ερεθισμένος,
το ρούχο της εκόλπωσε ο κακόγαμπρος, και με κλεμμένο πόθο
τ’ άγουρα στήθια εχάιδεψε σφυρίζοντας, κρυφά, τα διδυμάρια.

Η εικόνα της Ευρώπης να ταξιδεύει στη θάλασσα απαντά συχνά σε λογοτέχνες, και όχι μόνο σ’ αυτούς· ήταν όμως αποκλειστική έμπνευση του Νόννου ν’ αποδώσει στον Βοριά πρόθεση, και μάλιστα πονηρή.3

Πολυ κοντά στο δημοτικό της προμετωπίδας βρέθηκε ο Δημοσθένης Βουτυράς, όταν στο διήγημα «Το παιδί της βουβής» (1920) ξάγρυπνος ο Φύκος φαντάζεται πως μια κόρη με θαλασσί φόρεμα περνά· ο άνεμος της φυσά το φόρεμα καί φαίνεται ένα μεσοφοράκι άσπρο… Λιγότερο συγκρατημένος, αλλά πάλι υπαινικτικός, ο Κωνσταντίνος Σταλίδης στο «Εικόνα» μιλά για τα κορίτσια: ορθόστηθες Αφροδίτες / κόρφος αναχυτός / και … / το μισάνοιχτο πουκάμισο / ανεμίζει παντού / την κρυμμένη λαχτάρα.4 Παρόμοια ο κύπριος συνθέτης Μιχάλης Χατζηγιάννης τραγούδησε στην «Εκδρομή» (2002) τους στίχους της Ελεάνας Βραχάλη: Θα ’θελα ξανά να με θες / θα ’θελα αέρας να γίνεις / να περνάω τις νύχτες που καις / το πουκάμισό μου ν’ ανοίγεις.

Αναμφίβολα, όσα συμβαίνουν στη ζωή είναι πάντα πιο άμεσα και δραστικά. Η γνωστή σκηνή από το κινηματογραφικό Επτά χρόνια φαγούρα (Seven years itch, 1955), όπου η Marilyn Monroe πασχίζει να συγκρατήσει τη φούστα της, ξεσηκωμένη από τον ζεστό αέρα που αναδίνουν οι σχάρες του Μετρό, ανήκει ακόμα στην έντεχνη μίμηση·5 όμως το βοριαδάκι που αποκάλυψε πρόσφατα τα πριγκιπικά οπίσθια της Kate Middleton (Καθημερινή, 1.6.2014) ήταν πραγματικό.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1 Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους /Γύμνωσε την επιθυμία σου το κόκαλο… Αυτή η εικόνα θα τριγύριζε και στον νου του Κ. Στεργιόπουλου, όταν στο “Χωρίς τα πρόσωπα” έγραψε ότι Άνεμος ποντοπόρος πάνω απ’ τα κεφάλια μας / γυμνώνει τις αητοφωλιές…

2 Βλ. Φ. Κακριδής, «Ευχή ανεκπλήρωτη», Πεπραγμένα Συνεδρίου Η κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι, Δήμος Ακρωτηρίου, 2002, σσ. 131-141.

3 Μόσχος, Ευρωπ. 129, Λουκιανός, Ενάλ. διάλ. 15,2, Αχιλλ. Τάτ. 1,1,12, κ.ά.· βλ. τη σημείωση του F. Vian στην έκδοση των Διονυσιακών, Παρίσι, Belles Lettres, 1976, σ. 139.

4 «Στην Πυρκαγιά των υδάτων», Θεσσαλονίκη, Μυγδονία, 2007, 22012, σ. 41.

5 Θαυματουργή και η φούστα της χορεύτριας, όπως περιγράφεται στο “Billet à Whistler” του Stephane Mallarmé, όπου η τελευταία στροφή: … Sinon rieur que puisse l’air / de sa jupe éventer Whistler.

Φάνης I. Κακριδής

Posted in Αρχαία ελληνικά, Εις μνήμην, Εκπαίδευση, Ποίηση, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , | 221 Σχόλια »

Αποσπάσματα από το δεύτερο καλοκαίρι (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 16 Δεκέμβριος, 2018

Όπως σας έχω με πολλή χαρά ανακοινώσει, κυκλοφόρησε επιτέλους αυτές τις μέρες το βιβλίο του αείμνηστου πατέρα μου «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια«, από τις εκδόσεις Αρχείο.

Στο ιστολόγιο έχω παρουσιάσει, το 2012-13, εκτενή αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά ήθελα οπωσδήποτε να βάλω κάτι και σήμερα, για να τιμήσω και τη μνήμη του, αφού αύριο συμπληρώνονται εφτά χρόνια από τον θάνατό του.

Παρουσιάζω λοιπόν αποσπάσματα από το «δεύτερο καλοκαίρι» (το δεύτερο από τα εφτά ευτυχισμένα του βιβλίου), το καλοκαίρι του 1939. Ο πατέρας μου είναι δέκα χρονών και βρίσκεται στη Σάμο, όπου έχει μετατεθεί ο πατέρας του, ο παππούς μου δηλαδή και έχουν μετακομίσει οικογενειακώς. Εκεί δέχονται την επίσκεψη ενός αδελφού του παππού, του θείου Γιώργου, και με την ευκαιρία ο πατέρας μου διηγείται διάφορες αστείες περιπέτειες της οικογένειας και ειδικά του θείου Γιώργου.

Τον θείο αυτόν τον πρόλαβα κι εγώ -και τον έλεγα κι εγώ βεβαίως «θείο» κι ας ήταν αδελφός του παππού μου, το σημειώνω επειδή πρόσφατα είχαμε μια συζήτηση (όχι στο ιστολόγιο) για το πώς λέγεται αυτή η συγγένεια.

Εκείνο το καλοκαίρι ο πατέρας μου άφησε μουστάκι και φόρεσε μπερέ. Όχι όμως τον μπερέ των ζωγράφων και των καλλιτεχνών γενικά, σαν αυτόν που φορούσε ο κύριος Τουλ, ο διευθυντής της Τράπεζας, αλλά σαν αυτόν που φορούσαν οι ναυτικοί κι οι φορτηγατζήδες. Έτσι, απόχτησε όψη πολύ αγριωπή.

Μια μέρα ο ταχυδρόμος μάς έφερε ένα τηλεγράφημα από την Αθήνα με το οποίο ο θείος ο Γιώργος, ένας από τους αδερφούς του πατέρα μου, μας ανάγγειλε πως θα ερχόταν στο νησί για δουλειές, που θα τον κρατούσαν εδώ δυο βδομάδες. Χάρηκα πολύ σαν έμαθα πως ο θείος μου θα ’ρχόταν να μας επισκεφθεί στη νέα μας διαμονή. Τον θείο τον Γιώργο, που τα αδέρφια του τον έλεγαν Μαντράχαλο, γιατί ήταν ψηλός, ασουλούπωτος και έκανε συνεχώς ζημιές, τον αγαπούσα πολύ. Όσες φορές είχε έρθει να μας δει στο μητρικό μου νησί, μου έφερνε πάντοτε ακριβά δώρα, αλλά το κυριότερο ήταν πως ασχολιόταν μαζί μου, μου ’λεγε ιστορίες και μου μάθαινε διάφορα παιχνίδια, από εκείνα που παίζανε μικροί με τον πατέρα μου και τους θείους μου, όπως το «λουρί της μάνας», τη «μακριά γαϊδάρα» και άλλα, που διαφέρανε αρκετά από τα παιχνίδια που παίζαμε με τους φίλους μου. Με τον μπαμπά μου ήταν πολύ αγαπημένοι και ευχαριστιόμουν να τους ακούω να μιλάνε, γιατί η κουβέντα τους ήταν πάντοτε εύθυμη και γουστόζικη.

Ήρθε πράγματι και η πρώτη κουβέντα που είπε στον αδερφό του, όταν τον αντίκρισε μπαίνοντας στο γραφείο του στην Τράπεζα, ήταν:

«Φοράς μπερέ;»

Όπως του εξήγησε αργότερα, φτάνοντας στην πόλη, πήγε στη διεύθυνση που του είχανε δώσει, αλλά μπερδεύτηκε, όταν φτάνοντας κοντά στο σπίτι της Σαμαροπαΐδας, ρώτησε ένα γείτονα αν ξέρει κάποιον κύριο Σαραντάκο.

«Πώς δεν τον ξέρω, αυτόν με τον μπερέ και το μουστάκι δεν λέτε;»

«Άλλος θα ’ναι», σκέφτηκε απογοητευμένος κι αποφάσισε να τον αναζητήσει στην Τράπεζα. Έτσι, βλέποντας ασκεπή αλλά μυστακοφόρο τον αδερφό του, το πρώτο πράμα που του ’ρθε να ρωτήσει ήταν αν φορούσε μπερέ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εις μνήμην, Μάνη, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , | 172 Σχόλια »

Το κοινό, θεατρικό έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μετάφραση Ανδρέα Ριζιώτη

Posted by sarant στο 19 Αύγουστος, 2018

Σαν σήμερα, στις 19 Αυγούστου 1936, δολοφονήθηκε στην Ισπανία, λίγο μετά το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου, ο ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, στα 38 του χρόνια, επειδή ήταν ένθερμος οπαδός του Λαϊκού Μετώπου.

Ο Λόρκα είναι αγαπημένη μορφή στην Ελλάδα -θεατρικά του παίζονται, ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και μελοποιηθεί, ποιήματα και τραγούδια έχουν γραφτεί γι’ αυτόν. Το ιστολόγιο τιμά σήμερα τη μνήμη του δημοσιεύοντας το θεατρικό του έργο «Το κοινό» (El público), σε μετάφραση του Ανδρέα Ριζιώτη, που την προσφέρει η φίλη του και φίλη μας, η Cronopiusa.

Στον Ανδρέα Ριζιώτη (1924-2017) οφείλουμε την πιο πρόσφατη μετάφραση της Θείας Κωμωδίας του Δάντη.

Το ισπανικό πρωτότυπο βρίσκεται εδώ.

 

Το κοινό.  Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα μετάφραση  Ανδρέα Ριζιώτη

 

Δράμα σε πέντε σκηνές

 

Τα πρόσωπα με τη σειρά που εμφανίζονται

 

  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εις μνήμην, Θεατρικά, Ισπανία | Με ετικέτα: , , , | 79 Σχόλια »

Χρίστος Γραμματίδης (1984-2018)

Posted by sarant στο 23 Ιουνίου, 2018

Ο δικηγόρος Χρίστος Γραμματίδης, λαμπρός διανοούμενος και μια από τις πιο αξιόλογες και αξιαγάπητες παρουσίες του ελληνόφωνου διαδικτύου, πέθανε σήμερα νεότατος, στα 34 του χρονια, από επιθετικό μη-Hodgkin λέμφωμα. Το ιστολόγιο πενθεί έναν άνθρωπο που σκόρπιζε φως στο πέρασμά του και σαν ελάχιστο φόρο τιμής ανεβαζει αυτό το σύντομο, εμβολιμο άρθρο, γραμμένο βιαστικά αμέσως μόλις βρέθηκα σε υπολογιστή.

Ο Γραμματίδης ήταν πανέξυπνος, εξαιρετικά καλλιεργημένος, με πολύ χιούμορ. Ήξερε να χαίρεται τη ζωή και αφοσιωνόταν στους φίλους του, τουλάχιστον κρίνοντας από δεύτερο χερι, μια και δεν είχα την τυχη να τον γνωρίσω από κοντά -δυο φορές μονο ειχαμε συναντηθεί τυχαια στα Εξάρχεια και είχαμε αλλάξει δυο κουβέντες, ειχαμε ομως ηλεγνωριμία εδω και κάμποσα χρονια και ήταν από τους ανθρώπους που παρακολουθούσα συστηματικά τις δημοσιεύσεις τους στο Φέισμπουκ. Επειδή έκανε τόσα πολλά και έγραφε τόσο ώριμα, πολλοί σήμερα, μαθαίνοντας τον θάνατό του, δυσκολεύτηκαν να πιστέψουν πως δεν ήταν ούτε 35 χρονών.

Πρώτη φορά μου είχε στείλει μήνυμα το 2012, για να μου πει πως συγκινήθηκε που διάβασε στον παλιό μου ιστότοπο μιαν αγόρευση του παππού του, σε ενα αφιέρωμα που είχα κάνει για την καθιέρωση της δημοτικής το 1976.

Ο παππούς του, ο επίσης Χρίστος Γραμματίδης (1923-2008), ήταν βουλευτής Λαρίσης πριν και μετά τη δικτατορία, με το χαρακτηριστικό ότι ξεκίνησε με την ΕΡΕ και το 1963 πέρασε στην Ένωση Κέντρου, εκλέχτηκε μεταδικτατορικά με την ΕΚΝΔ αλλά στη συνέχεια μεταπήδησε στη Νέα Δημοκρατία -βρισκόταν ανάμεσα στους δύο χώρους. Σε μια από τις πρώτες κουβέντες μας, ο εγγονός, που θαύμαζε και αγαπουσε τον παππού του, μου είπε ότι θέλει να γράψει τα πολιτικά ανέκδοτα που είχε ακούσει απο τον παππού του αλλά δίσταζε επειδή δεν τα είχε ζήσει ο ίδιος και δεν ήξερε αν θα τον θεωρούσαν αξιόπιστο. Με το πλεονέκτημα της διαφοράς ηλικίας, τον συμβούλεψα να το κάνει το γρηγορότερο γιατί η μνήμη μάς προδίνει χωρίς να μας προειδοποιεί. Δεν ξέρω αν τα κατέγραψε.

Ο Γραμματίδης, όπως κάνουμε και πολλοί άλλοι στο Φέισμπουκ, δημοσιοποιούσε κατά καιρούς διάφορα περιστατικά της ζωής του, κι έτσι όσοι τον διαβάζαμε ξέραμε και για τα τωρινά και για τα παλιότερα -είχε, ας πούμε, αφηγηθεί σε ποιο μάθημα δεν έγραψε καλά στις Πανελλήνιες κι έτσι δεν πέρασε Αθήνα ή Θεσσαλονίκη αλλά Κομοτηνή, αλλά και για ποιο λόγο δεν μετάνιωσε τις εκεί σπουδές του. Είχε διηγηθεί πώς και γιατί εγινε μέλος της ΚΝΕ και γιατί αποχώρησε. Είχε περιγράψει τα εξαντλητικά ωράρια του μαχόμενου δικηγόρου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διαδίκτυο, Εις μνήμην, Μεταμπλόγκειν | Με ετικέτα: | 56 Σχόλια »

Εικοσιτέσσερα χρόνια χωρίς τον Μάνο Χατζιδάκι

Posted by sarant στο 15 Ιουνίου, 2018

Συμπληρώνονται σήμερα εικοσιτέσσερα χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι. Το ιστολόγιο δεν έχει ασχοληθεί με το έργο του, ίσως επειδή εμεις εδώ ασχολούμαστε κυρίως με τη γλώσσα και τη λογοτεχνία -καιρός λοιπόν να διορθώσουμε την παράλειψη αυτή και ταυτόχρονα να παρουσιάσουμε μια μάλλον άγνωστη πτυχή της ζωής του.

Βέβαια, ασχοληθήκαμε με μια πτυχή της δραστηριότητας του Μάνου Χατζιδάκι, πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι την επέτειο του θανάτου του, όταν παρουσιάσαμε τη σύγκρουσή του με τον θριαμβεύοντα αυριανισμό της δεκαετίας του 1980. Τότε, ο μεγάλος συνθέτης είχε μπει στο στόχαστρο της εφημερίδας του Ταύρου και είχε δεχτεί τόνους δύσοσμης λάσπης από την Αυριανή. Το χειρότερο όμως είναι ότι δεκάδες πολιτικοί, και όχι μόνο από την τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, είχαν συνταχθεί με την αυριανική επίθεση εναντίον του Μάνου Χατζιδάκι, ανάμεσά τους ακόμα και η Μελίνα Μερκούρη ή ο Μανώλης Γλέζος. Προς τιμήν της, η Αριστερά, και ιδίως το ΚΚΕ, συμπαραστάθηκαν στον Μάνο Χατζιδάκι. Το δισέλιδο της ντροπής, με τίτλο «Ολοι εναντίον του Χατζιδάκι» μπορείτε να το δείτε εδώ (πρώτη και δεύτερη σελίδα). Και επειδή το κασέ της εφημερίδας φαινόταν να αποδίδει στον Φώτη Κουβέλη τις φιλοαυριανιστικές δηλώσεις ενός βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, χρειάστηκε να γράψουμε και δεύτερο άρθρο.

Αλλά Χατζιδάκις σημαίνει τραγούδια. Θα βάλω ένα μόνο τραγούδι του Χατζιδάκι -περιμένω στα σχόλιά σας από ένα δικό σας. (Και χρειάζεται αυτή η ανάπαυλα από την όξυνση της πρότασης ευπιστίας).

Θα διαλέξω ένα τραγούδι από τον δίσκο Τα παράλογα (1976) σε στίχους Νίκου Γκάτσου, το Cundu luna vini, Κούντου λούνα βίνι. Ο τίτλος είναι στα βλάχικα, σημαίνει «Όταν βγαίνει το φεγγάρι».

Όταν οι κόρες μου ήταν μικρές, τις νανούριζα τραγουδώντας τους το Κούντου λούνα βίνι, με αλλαγμένους στίχους, που δεν είναι ανάγκη να τους δημοσιεύσω εδώ, και το τραγούδι αυτό, το δικό τους, το έμαθαν και το έλεγαν ώσπου μεγάλωσαν. Όταν συνειδητοποίησαν ότι ήταν κανονικό, υπαρκτό τραγούδι, κάπως απογοητεύτηκαν γιατί ως τότε νόμιζαν πως ήταν γραμμένο ειδικά γι’ αυτές.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Εις μνήμην, Παιδικά, Ποίηση, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 117 Σχόλια »