Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εκκλησία’ Category

Η συμφωνία με την εκκλησία

Posted by sarant στο 8 Νοέμβριος, 2018

Το προχτεσινό κοινό ανακοινωθέν Πολιτείας-Εκκλησίας, όπως χαρακτηρίστηκε, αιφνιδίασε πολλούς μια και δεν ήταν κάτι αναμενόμενο και δεν έχει σχέση με τη συνταγματική αναθεώρηση που επίσης ανακοινώθηκε πριν από μερικές μέρες. Αιφνιδίασε, όπως φαίνεται, και ικανή μερίδα της ιεραρχίας της εκκλησίας, αφού ακούστηκαν από διάφορους ιεράρχες δριμείες επικρίσεις κατά του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, που τον έκαναν μάλιστα να αναδιπλωθεί και να διευκρινίσει ότι δεν υπήρξε συμφωνία αλλά «εκδηλώθηκε πρόθεση να συμφωνήσουμε». Πάντως, και στην ανακοίνωση της Ιεράς συνόδου δηλώνεται η «πρόθεση προκειμένου Εκκλησία και Πολιτεία να καταλήξουν σε μία ιστορική συμφωνία που θα πάρει μορφή νομοθετικής ρύθμισης».

Στο ιστολόγιο συνήθως λεξιλογούμε, αλλά το σημερινό άρθρο θα αποτελέσει εξαίρεση, παρόλο που η εκκλησία έχει πολύ ενδιαφέρον και από λεξιλογική άποψη. Ωστόσο, για λόγους τεχνικούς, ας πούμε, προτιμώ να αναβάλω για αργότερα τη λεξιλογική ανάλυση κι έτσι σήμερα θα περιοριστώ σε έναν πρώτο σχολιασμό της διαφαινόμενης συμφωνίας -περιμένοντας να ακούσω και τα δικά σας σχόλια.

Το σύνθημα του χωρισμού της εκκλησίας από το κράτος είναι βασικό παλαιό αίτημα των αριστερών κομμάτων αλλά και εντάσσεται σε έναν στοιχειώδη αστικό εκσυγχρονισμό. Ωστόσο, από τη μεταπολίτευση μέχρι σήμερα καμιά κυβέρνηση δεν επιχείρησε να προχωρήσει προς την κατευθυνση του χωρισμού, αν και ασφαλώς πάρθηκαν αναγκαια εκσυγχρονιστικά μέτρα όπως η καθιέρωση του πολιτικού γάμου το 1982 ή η απαλοιφή της μνείας του θρησκεύματος από τις ταυτότητες, από την κυβέρνηση Σημίτη το 2001. Να σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο διάστημα πάρθηκαν και μέτρα προς την αντίθετη κατεύθυνση: για παράδειγμα, η ίδια κυβέρνηση Σημίτη το 2004 κατάργησε το 35% που εισέπραττε το κράτος από τα έσοδα των ναών, ως μερικό αντιστάθμισμα για τη μισθοδοσία των κληρικών, κι έτσι από τότε η μισθοδοσία των κληρικών βαραίνει αποκλειστικά τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αναφέρθηκα στη μισθοδοσία του κλήρου διότι είναι ένα από τα βασικά ζητήματα που μνημονεύονται κάθε φορά που γίνεται λόγος για χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος. Το προχτεσινό σχέδιο συμφωνίας αναγνωρίζει ότι το δημόσιο έχει αναλάβει τη μισθοδοσία του κλήρου ως αντιστάθμισμα «με την ευρεία έννοια» της εκκλησιαστικής περιουσίας που απέκτησε στο παρελθόν. Επιπλέον, προβλέπει ότι οι ιερείς παύουν στο εξής να θεωρούνται δημόσιοι υπάλληλοι αλλά η μισθοδοσία τους θα εξασφαλίζεται από επιδότηση ισόποση με το σημερινό κονδύλιο του προϋπολογισμού, που θα την καταβάλλει το κράτος σε ειδικό ταμείο της εκκλησίας.

Με μια πρώτη ματιά, αυτό μοιάζει σαν να μην αλλάζει καθόλου την υφιστάμενη κατάσταση -και έδωσε λαβή για έξυπνα σχόλια, όπως τη μίμηση της προφητείας του Παΐσιου, ότι «οι ιερείς δεν θα είναι πλέον δημόσιοι υπάλληλοι αλλά θα πληρώνονται σαν να είναι», ενώ κάποιοι θυμήθηκαν τη χαρυκλυνική ατάκα «μένουν οι βάσεις που φεύγουν». (Πάντως αυτό είναι το μοντέλο που ισχύει στη Γερμανία, όπου το κράτος επίσης επιδοτεί τις εκκλησίες για τη μισθοδοσία των ιερέων).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γαλλία, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Κρήτη | Με ετικέτα: , , , , , , | 210 Σχόλια »

Φτάνει πια, άγιε Καλαβρύτων!

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2018

Το ιστολόγιο έχει ασχοληθεί κι άλλες φορές με τον μητροπολίτη Καλαβρύτων Αμβρόσιο Λενή, ιεροκήρυκα και αξιωματικό της Χωροφυλακής επί δικτατορίας και θαυμαστή του δολοφόνου πραξικοπηματία Ντερτιλή. Για παράδειγμα, το 2010 είχαμε επικρίνει το αισχρό ισλαμοφοβικό ψέμα που είχε δημοσιεύσει στο προσωπικό του ιστολόγιο ο αγ. Καλαβρύτων, ότι τάχα η Χαμάς διοργάνωνε μαζικούς γάμους ενήλικων ανδρών με οχτάχρονα κοριτσάκια (στην πραγματικότητα ήταν παρανυφάκια), ενώ άλλες φορές έχουμε επισημάνει γλωσσικά μαργαριτάρια του Αμβροσίου.

Από πάντοτε ήταν συντηρητικότατος, εκφραστής ενός σκληρού ακροδεξιού, ξενοφοβικού λόγου ο Αμβρόσιος, όμως η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία χρόνια, επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, έχει ξεσπαθώσει, αφού έχει εξαπολύσει δριμύτατες επιθέσεις τόσο σε πολιτικά πρόσωπα όσο και σε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες. Μάλιστα, με αφορμή τα ομοφοβικά του κηρύγματα τού ασκήθηκε και δίωξη με τον αντιρατσιστικό νόμο, μια κίνηση αμφίβολης σκοπιμότητας κατά τη γνώμη μου -δεν έτυχε να ασχοληθούμε τότε με το θέμα, οπότε ας την εκφράσω τώρα.

Με τις προχτεσινές όμως φονικές πυρκαγιές στην Αττική, ο Αμβρόσιος ξεπέρασε κατά πολύ και τον χειρότερο ως τώρα εαυτό του. Σε εκτενές και ελαφρώς παραληρηματικό άρθρο στο ιστολόγιό του υποστηρίζει πως οι πυρκαγιές ήταν αποτέλεσμα της «οργής του πανοικτίρμονος Θεού» (κάποιοι θεωρούν οξύμωρη αυτή τη φράση) για την απομάκρυνση των Νεοελλήνων από τον δρόμο του Θεού, αποστασία όπως τη λέει που εκδηλώνεται με γεγονότα όπως (διατηρώ την ορθογραφία και στίξη του αγ. Καλαβρύτων):

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αττική, Επικαιρότητα, Εκκλησία | Με ετικέτα: , | 199 Σχόλια »

Επί ξύλου κρεμάμενοι και πάλι

Posted by sarant στο 5 Απρίλιος, 2018

Το ιστολόγιο συνεχίζει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα με μια ακόμα επανάληψη (είπαμε, έχω πάει μια μικρή βόλτα). Μια και σήμερα είναι Μεγάλη Πέμπτη, δημοσιεύω ένα άρθρο σχετικό με τη σημερινή μέρα, που είχε δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Η γλώσσα μας έχει πάρει πολλά στοιχεία από την εκκλησιαστική φρασεολογία: τύπους και λέξεις αρχαϊκές, φράσεις παροιμιώδεις και έννοιες μεταφορικές, που μπήκαν στη γλώσσα τους προηγούμενους αιώνες όταν η συμμετοχή στις τελετές της εκκλησίας ήταν σχεδόν υποχρεωτική, πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις μέρες μας. Πολλές από τις φράσεις αυτές, μάλιστα, επειδή δεν ήταν η σημασία τους κατανοητή, παρερμηνεύτηκαν και τελικά απέκτησαν νέα σημασία’ για παράδειγμα, το «εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» του δοξαστικού τροπαρίου της Ανάστασης έδωσε την κοινότατη παροιμιώδη φράση «περνάει ζωή χαρισάμενη» που την είχαμε συζητήσει παλιότερα. Μιαν άλλη φράση που έχει μεγαλοβδομαδιάτικη προέλευση θα δούμε σημερα.

Για κάποιον που έχει μείνει φτωχός, μόνος και αβοήθητος, λέμε ότι έμεινε «επί ξύλου κρεμάμενος». Η φράση προέρχεται από τον ύμνο της Μεγάλης Πέμπτης «Επί ξύλου, βλέπουσα, κρεμάμενον, Χριστέ, (…) η σέ ασπόρως τεκούσα εβόα πικρώς». Ξύλο βέβαια είναι ο σταυρός, και στην εδραίωση της φράσης συνέβαλε και ο πασίγνωστός ύμνος «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας».

Ασφαλώς η εικόνα του εσταυρωμένου Ιησού, βασανισμένου, σχεδόν γυμνού, εγκαταλειμμένου, έρχεται στο νου πολλών όταν χρησιμοποιούν την έκφραση.

Ο «κρεμάμενος επί ξύλου» δεν βρίσκεται απλώς σε έσχατη πενία· επιπλέον, είναι αβοήθητος, χωρίς υποστήριξη υλική και ηθική, χωρίς ανθρώπους να τον συντρέξουν· σε πολλές περιπτώσεις, η φράση χρησιμοποιείται για κάποιον που έμεινε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη (την εποχή που κάτι τέτοιο ήταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας όπως πάει να γίνει τώρα). Φαντάζομαι ότι και το ρήμα «κρέμομαι» προσθέτει στην επισφάλεια της θέσης.

Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα χρήσης της.

… ποιος της παραστάθηκε, ούτε αδερφός, σαν έφτασε από τη Γερμανία χήρα επί ξύλου κρεμάμενη, κρατώντας ένα βαλιτσάκι κουρέλια και το πεντάρφανο ανίψι της;
Αλ. Κοτζιάς, Ο γενναίος Τηλέμαχος

Σαν βγήκε από το νοσοκομείο, ήταν επί ξύλου κρεμάμενη, δίχως δραχμή στην μπάντα ή συγγενή να τη βοηθήσει.
Καραγάτσης, Το Δέκα

  Σαν το πήγα, ο Θανάσης βρισκόταν σε κακά χάλια, άρρωστος πολύ. Κουτσομαγείρευε. Δύσκολα φαγητά, τηγανητά και τέτοια, δεν μπορούσε να κάνει. Και ούτε και σε καμιά ασφάλιση ήταν -από ξύλου κρεμάμενος.
Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά. Προσέξτε την παραλλαγή, «από ξύλου».

Και μια άλλη παραλλαγή:

Μα έτυχε η αρρώστια της. Τόσον καιρό στο κρεβάτι, με γιατρούς, με γιατρικά, μ’ άφηκε ’πι ξύλου. Ίδε άνθρωπος!
Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα

Η απόλυτη πενία, η έλλειψη συμπαράστασης και εξασφάλισης είναι οι κοινοί τόποι.

Μια πιο παλιά ανεύρεση:

Εγώ τώρα, είμαι επί ξύλου κρεμάμενος, κατάχρεος, απένταρος, ελεεινός, εκλογήν θα κοιτάξω;
Η. Καπετανάκης, Ο γενικός γραμματεύς

Αυτή η τελευταία είναι από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά αυτές οι εκκλησιαστικής προέλευσης φράσεις είναι πολύ παλιότερες. Δεν έχω κάνει εξαντλητική έρευνα στα σώματα κειμένων, πάντως τη βρίσκω σε επιστολή των Σουλιωτών προς τον εγγλέζο αρμοστή της Επτανήσου, γραμμένη μετά τη συνθηκολόγηση:

Ημείς, εξοχώτατε, εν όσω χρόνω διετρίψαμεν εις την πατρίδα μας, τα σκληρά περιστατικά δεν μας εσυγχώρησαν να χορτάσομεν ούτε την ποθηνήν μας πατρίδα, ούτε μικρόν τι εισόδημα ν’ απολαύσομεν από τα υποστατικά μας, αλλά καθώς επήγαμεν, το δη λεγόμενον, επί ξύλου κρεμάμενοι, ούτω και αναχωρήσαμεν εκείθεν.

Η προσθήκη «το δη λεγόμενον» δηλώνει σαφώς ότι η φράση ήταν παροιμιακή ήδη τότε -πιθανώς και από πολύ παλιότερα.

Πάντως, η φράση είναι πολύ ζωντανή και σήμερα, σε αντίθεση με άλλες εκκλησιαστικές που έχουν πάρει να ξεχνιούνται. Πριν από μερικά χρόνια, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης, που του αρέσουν οι λογοπαικτικοί τίτλοι (αν και το παρακάνει -τα διηγήματά του στέκονται έτσι κι αλλιώς μια χαρά) διάλεξε να δώσει σε ένα βιβλίο του ακριβώς τον τίτλο «Επί ψύλλου κρεμάμενος». Όπως είπε πρόσφατα σε μια εκδήλωση που έτυχε να παρακολουθήσω, κάπου άκουσε να το λένε έτσι, δεν το έπλασε ο ίδιος το λογοπαίγνιο. Πάντως στο συγκεκριμένο διήγημα που έδωσε τον τίτλο σε όλη τη συλλογή, ο ψύλλος παίζει κάποιο ρόλο.

Η φράση χρησιμοποιείται και στις εφημερίδες. Για παράδειγμα, όταν ο Γιάννης Αλαφούζος αποφάσισε να αφήσει τον Παναθηναϊκό στην τύχη του, δίνοντας ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς τα κάνει μούσκεμα η ιδιωτική πρωτοβουλία, ο σχετικός τίτλος σε μια εφημερίδα ήταν «Επί ξύλου κρεμάμενος».

Με το πολυετές μεγαλοβδόμαδο που έχει σκεπάσει την πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια, πολλοί, πάρα πολλοί βρέθηκαν, συχνά από τη μια μέρα στην άλλη, επί ξύλου κρεμάμενοι. Φτωχοί ναι, αλλά μόνοι και αβοήθητοι γιατί;

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Λογοτεχνία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Ποιος έγινε άρατος;

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2018

Από σήμερα το ιστολόγιο μπαίνει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα, και ταυτόχρονα σε κλίμα επαναλήψεων. Θα πάω μια μικρή εκδρομή, οπότε το σημερινό και το αυριανό άρθρο θα είναι επαναλήψεις και μάλιστα από την ίδια χρονιά, από άρθρα που είχαν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Μια και είναι μεγαλοβδόμαδο, λοιπόν, θα δούμε μια λαϊκή λέξη που έχει γεννηθεί από την εκκλησιαστική γλώσσα και ειδικότερα από τις πασχαλινές λειτουργίες, όσο κι αν η προέλευσή της δεν είναι καθόλου φανερή. Είναι μια λέξη που την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αλλά που είχα να πω λίγο περισσότερα γι’ αυτήν (αφού στο βιβλίο έβαλα όριο τις 200 λέξεις για κάθε λήμμα του). Βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή λέξη, και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό χρησιμοποιείται ακόμα -και περιμένω να μου πείτε εσείς αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Πρόκειται για τη λέξη άρατος, που είναι εύχρηστη ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη φράση «έγινε άρατος», που σημαίνει «εξαφανίστηκε, έγινε άφαντος, τράπηκε σε φυγή», και η οποία ακόμα ακούγεται στην Πελοπόννησο, την Αιτωλοακαρνανία, την Ήπειρο και τη Θάσο (αν ακούγεται κι αλλού θα μου το πείτε). Από τον άρατο έχει προκύψει και ρήμα αρατίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ’ Αλή Πασιά», και αρατίζομαι = το βάζω στα πόδια, εξαφανίζομαι τρέχοντας, π.χ. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι (Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου).

Η φράση έχει γεννηθεί από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο, που γίνεται μετά την Ανάσταση. Μεταφέρω περιγραφή από ένα ζακυθινό ιστολόγιο: Μετά το «Χριστός Ανέστη» όταν οι ιερείς γυρίσουν στην εκκλησία, γίνεται το εξής: πριν έμπει ο παπάς στην εκκλησία, γίνεται το έθιμο του «Άρατε πύλας». Η πόρτα της εκκλησίας είναι κλειστή κι ο παπάς κρατώντας υψωμένη τη λαμπάδα της Ανάστασης, λέει με δυνατή φωνή: «άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης». Ο κρυμμένος από μέσα νεωκόρος, υποκρινόμενος τον Σατανά ρωτάει: «τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης»; Και ο παπάς απαντά: «Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των Δυνάμεων» κλπ Κι αμέσως δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, την ανοίγει και περνά με τους πιστούς, προβάλλοντας την Αναστάσιμη λαμπάδα. Ο νεωκόρος πρέπει αμέσως να εξαφανιστεί και να μην τον δει κανείς εκείνη τη στιγμή. Αν συμβεί το αντίθετο, νομίζουν ότι θα γίνει κάποιο κακό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εκκλησία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Η τάτσα στο ράσο τους (αναδημοσίευση)

Posted by sarant στο 3 Απρίλιος, 2018

Αναδημοσιεύω σήμερα ένα πρόσφατο άρθρο του Σταύρου Χριστοδούλου στον Φιλελεύθερο της Κύπρου με θέμα την αυτοκτονία της 29χρονης Ελένης Φραντζή ή μάλλον τον τρόπο που η εκκλησία της Κύπρου αντιμετώπισε τον ιερωμένο που καταδικάστηκε για τη σεξουαλική κακοποίησή της όταν ήταν μικρό παιδί.

Να θυμίσω τα γεγονότα. Επειδή η μητέρα της έκανε χρήση ναρκωτικών, οι κυπριακές αρμόδιες υπηρεσίες έδωσαν την τετράχρονη τότε Ελένη σε ανάδοχη οικογένεια. Ο θετός της πατέρας ήταν ιερέας σε χωριό. Όπως αποδείχτηκε αργότερα στο δικαστήριο, ο ιερέας άρχισε να κακοποιεί σεξουαλικά τη μικρή Ελένη, έχοντας μάλιστα ως συνεργό την πρεσβυτέρα, τη σύζυγό του.

Φτάνοντας σε ηλικία 10 ετών, η Ελένη βρήκε το θάρρος να καταγγείλει την κακοποίησή της στις κρατικές υπηρεσίες, αλλά δεν την πίστεψαν. Όταν ενηλικιώθηκε, κινησε και πάλι τις διαδικασίες και τελικά ο ιερέας καταδικάστηκε τελεσίδικα το 2013 σε διετή φυλάκιση για «άσεμνη επίθεση κατά ανηλίκου». Με την αποφυλάκισή του στάλθηκε σε μοναστήρι της περιοχής οπου πρόσφατα φωτογραφήθηκε περιτριγυρισμενος από δεκάδες ανήλικα παιδιά. Στην πρεσβυτέρα δεν ασκήθηκε αρχικά δίωξη.

Η Ελένη Φραντζή αυτοκτόνησε στα τέλη Μαρτίου.

Σε ένα επίπεδο έχουμε τις μικρές κοινωνίες που κουκουλώνουν τα σκάνδαλα και όπου κάλλιο είναι η μάνα του φονιά παρά του σκοτωμένου -κι έτσι σύσσωμο το χωριό συμπαρασταθηκε στον κατηγορούμενο (και καταδικασμένο) ιερέα. Φυσικά και η κυπριακή εκκλησία δεν θέλησε να τιμωρήσει παραδειγματικά τον ιερέα -ανάλογα παραδείγματα εχουμε δει και σε άλλες εκκλησίες, ας πούμε την καθολική. Δεν είναι αντιφατικό πάντως το γεγονός ότι ο επίσκοπος Ταμασού και τον ιερέα φαίνεται να προστάτεψε αλλά και το θύμα του να στήριξε.

Παραθέτω το άρθρο του Φιλελεύθερου και, επειδή εδώ λεξιλογούμε, στο τελος σχολιάζω δυο λέξεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Αναδημοσιεύσεις, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Κύπρος | Με ετικέτα: , , | 252 Σχόλια »

Τα φρασεολογικά της Μεγαλοβδομάδας

Posted by sarant στο 29 Απρίλιος, 2016

Και το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη ανάλογων άρθρων που έχουν δημοσιευτεί προηγούμενες χρονιές, με κάποια αναδιάταξη, προσθήκες και επικαιροποίηση του υλικού. Μια αρκετά συντομευμένη μορφή του άρθρου, θα δημοσιευτεί στο πασχαλινό φύλλο της Αυγής, το οποίο θα κυκλοφορήσει αύριο. Συνήθως, τα άρθρα αυτά τα δημοσιεύω στο ιστολόγιο μετά τη δημοσίευση στην εφημερίδα, αλλά σήμερα, εξαιτίας του ειδικού περιεχομένου θα κάνω μιαν εξαίρεση.

Μια και το φέρνει φέτος η σύμπτωση να γράψω στο πασχαλιάτικο φύλλο, σκέφτηκα, μέρα που είναι, να μην παρακολουθήσω την πολιτική επικαιρότητα, αλλά να μείνω στο κλίμα των ημερών. Το 2010 που είχε συμβεί κάτι ανάλογο, είχα εξετάσει τις λέξεις του Πάσχα, οπότε για να μην επαναλαμβάνομαι είπα σήμερα να φρασεολογήσω, δηλαδή να δούμε μερικές φράσεις που μπήκαν στη φρασεολογία μας από τις λειτουργίες της Μεγάλης Εβδομάδας.

Όπως γράφει στο άρθρο του «Οι ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδας και η επίδρασή τους στη νεοελληνική γλώσσα» ο Δημ. Λουκάτος:

Τα δώδεκα Ευαγγέλια και τα τροπάρια που ψάλλονται τη Μ. Εβδομάδα στην εκκλησία, έδωκαν στο λαό μας πολύ υλικό να πλουτίσει το λεξικό του. Είναι γνωστό πως ο κόσμος θέλει συχνά να λογιωτατίζει με αρχαϊκότερα ρητά, είτε για να στολίσει τις κουβέντες του, είτε για να τούς δώσει μεγαλύτερο κύρος. Και δανείζεται τότε λέξεις ή φράσεις ολόκληρες από κείμενα γνωστά, που έχουν πάρει κάποια επίσημη θέση στη συνείδησή του και που τα θεωρεί, χωρίς αμφιβολία, σοφά.

Ο λαός μας, ιδίως στα χρόνια της σκλαβιάς του, έζησε πολύ μέσα στο περιβάλλον της εκκλησίας και του εντυπώθηκε βαθιά κάθε τι που του διηγήθηκαν τα βιβλία της, τα Ευαγγέλια κι οι Υμνωδίες. Η φρασεολογία τους, πλαισιωμένη από θρησκόληπτο μυστικισμό, έπαιρνε την αίγλη μιας ανώτερης γλώσσας, θεόπνευστης και σοφής. Έτσι, ο λαός μεταχειριζόταν στις συζητήσεις του φράσεις και λέξεις εκκλησιαστικές, που του έκαναν ρητορικότερη την ομιλία, έστω κι αν δεν καταλάβαινε πολλές φορές τη σημασία τους. Τις χρησιμοποίησε στην αρχή σα για να παίξει ή να δείξει κάποια εγκυκλοπαιδική κατάρτιση στους άλλους. Μα σιγά-σιγά, οι ξένες αυτές έννοιες αφομοιώθηκαν κι έγιναν μέλη οργανικά της νεοελληνικής γλώσσας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Πασχαλινά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 302 Σχόλια »

Ο άγιος Οικουτούτος

Posted by sarant στο 7 Αύγουστος, 2015

Το σημερινό μας άρθρο είναι μικρότερο απ’ό,τι συνήθως, αλλά το καλοκαίρι τα μεγάλα κατεβατά μένουν αδιάβαστα. Επίσης, μπορεί να με κατηγορήσετε ότι λουφάρω, διότι θα σας παραθέσω ένα απόσπασμα από βιβλίο, το οποίο μάλιστα ούτε καν το πληκτρολόγησα, παρά το αντέγραψα από αλλού, και συγκεκριμένα από τον τοίχο μιας ομάδας στο Φέισμπουκ.

Βλέπετε, όταν το διάβασα μου άρεσε πάρα πολύ και το αντέγραψα για να το ανεβάσω κάποτε, επειδή τα κείμενα του Φέισμπουκ δεν γκουγκλίζονται και δεν είναι προσιτά σε όσους δεν είναι μέλη της συγκεκριμένης ομάδας.

Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Αρβανίτικο λεξικό» του Κωνσταντίνου Τσοπάνη, και έχει ως αντικείμενο μερικές παρεξηγήσεις που έκαναν οι αρβανίτες παπάδες που θα ήξεραν νέα ελληνικά αλλά δεν μπορούσαν να καταλάβουν τη γλώσσα της εκκλησίας.

Τέτοιες παρερμηνείες βέβαια έκαναν και κάνουν και οι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής. Είναι γνωστή η εύθυμη ιστορία με τις κυρούλες που ακούγοντας την ευαγγελική περικοπή και λαβών [ο Ιησούς] άρτον ευχαριστήσας έκλασεν… αναφώνησαν, κάνοντας τον σταυρό τους, Μόσκος το πορδάκι σου, Χριστέ μου! Αλλά και η έκφραση «περνάει ζωή χαρισάμενη» από παρερμηνεία του «και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» προέρχεται, και οι παρεξηγήσεις είναι αμέτρητες και θα συνεχίζονται στον αιώνα τον άπαντα μια και δεν φαίνεται πιθανό να στέρξει η εκκλησία να μεταφράσει τα ιερά κείμενα στα ελληνικά, αφού είναι γραμμένα στα ελληνικά -όπως και σε άλλα, έτσι και σ’ αυτό θα μάθουμε να ζούμε με το κόκαλο στο λαιμό, αφού ούτε να το καταπιούμε μπορούμε ούτε να το βγάλουμε.

Αλλά πλατειάζω. Οι αρβανίτες της ιστορίας ίσως θα είχαν έναν λόγο παραπάνω να ζητήσουν τα ιερά κείμενα στη γλώσσα τους, αλλά βέβαια η επίσημη Ελλάδα δεν δεχόταν με μεγάλη ευχαρίστηση την ύπαρξη άλλων γλωσσών στον ελλαδικό χώρο. Δίνω τον λόγο στον Κ. Τσοπάνη:

Οι Αρβανίτες των Μεσογείων, καθώς και το Αρβανίτικο στοιχείο της Ελλάδος εν γένει, τελούσε για αιώνες ακατήχητο θρησκευτικώς και ανίδεο εκκλησιαστικώς. Και για να εξηγούμαστε, δεν εννοούμε πως δεν θρήσκευε, αφού είχε βαθειά θρησκευτικότητα, αλλά πως δεν γνώριζε κατ’ ουσίαν το τι πίστευε αφού υπήρχε το βασικό εμπόδιο που ήταν η γλώσσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικά ευτράπελα, Εκκλησία | Με ετικέτα: , | 121 Σχόλια »

Με τιμές αρχηγού κράτους και τώρα;

Posted by sarant στο 9 Απρίλιος, 2015

Μεγάλη βδομάδα έχουμε αλλά ακόμα δεν έχουμε ανεβάσει κάποιο άρθρο στο κλίμα των ημερών, ας πούμε για τις εκφράσεις που έχουν γεννηθεί μέσα από τις μεγαλοβδομαδιάτικες λειτουργίες, ίσως επειδή το θέμα αυτό το έχουμε ήδη καλύψει τα προηγούμενα χρόνια -για παράδειγμα, σήμερα που είναι Μεγάλη Πέμπτη θα μπορούσα να ανεβάσω κάτι για την έκφραση «επί ξύλου κρεμάμενος», αλλά το άρθρο αυτό το έχω ήδη παρουσιάσει πριν από τρία χρόνια. Τέλος πάντων, ίσως αύριο βάλω κάποιο λεξιλογικό του Πάσχα, αν βρω κάτι.

Για σήμερα λέω να επαναλάβω (επικαιροποιημένο) ένα παλιότερο άρθρο, κατά σύμπτωση κι αυτό γραμμένο πριν από τρία χρόνια, σχετικά με τη μεταφορά του λεγόμενου Αγίου Φωτός από τα Γεροσόλυμα στην Αθήνα με στρατιωτικό αεροσκάφος και την υποδοχή του με τιμές αρχηγού (χρεοκοπημένου) κράτους. Το άρθρο είναι θαρρώ επίκαιρο αφού για πρώτη φορά έχουμε κυβέρνηση με κορμό ένα αριστερό κόμμα που δεν είχε την παραδοσιακή πελατειακή σχέση με την εκκλησία όπως τα παλαιά κόμματα.

Εδώ και μερικά χρόνια, κάθε Μέγα Σάββατο γίνεται στη χώρα μας μια πολυδάπανη θρησκευτική τελετή που τείνει να εξελιχθεί σε σύγχρονη παράδοση: πρόκειται για τη μεταφορά του Αγίου Φωτός από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα, με κρατικό αεροσκάφος και με συνοδεία επισήμων, και στη συνέχεια τη μεταφορά του ίδιου αυτού φωτός, με άλλα αεροπλάνα, σε όλους τους ναούς της χώρας προκειμένου να ανάψουν οι πιστοί τις λαμπάδες τους το βράδυ με την Ανάσταση. Όλα τα προηγούμενα κρισιακά χρόνια, παρόλο που η χώρα μας μαστιζόταν από πρωτοφανή οικονομική κρίση, παρόλο που μισθοί και συντάξεις είχαν υποστεί γερό τσεκούρωμα, παρόλο που το ίδιο το κράτος είχε περικόψει αγρίως τις δαπάνες του (αν και όχι προς όλους), το Άγιο Φως το υποδεχόμασταν με τιμές αρχηγού κράτους. Χρεοκοπημένου κράτους, βέβαια, αλλά εμείς οι Έλληνες είμαστε κιμπάρηδες, δεν λυπόμαστε έξοδα για τέτοια θέματα, δεν θα δεχτούμε να μην έρθει με κρατικό αεροπλάνο το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα, και μάλιστα με τη συνοδεία τόσων και τόσων επισήμων, διότι φαίνεται πως δεν θα φωτιστούμε καλά αν δεν ταξιδέψουν βουλευτές και άλλοι επίσημοι στα Ιεροσόλυμα να συνοδέψουν το Φως, όπως πέρυσι ο υφυπουργός Εξωτερικών κ. Γεροντόπουλος, ενώ παλιότερα διάφοροι βουλευτές όλων σχεδόν των κομμάτων (η αριστερά, προς τιμή της, δεν συμμετείχε).

Η αριστερά, ξαναλέω, δεν συμμετείχε στο κλιμάκιο μεταφοράς του Αγίου Φωτός, αλλά φέτος, που είναι στην κυβέρνηση, θα διακόψει άραγε την νεοπαγή παράδοση; Ή, έστω, θα διαφοροποιήσει σε κάτι τη φετινή τελετή; Δεν ξέρω την απάντηση -αν και μεθαύριο θα ξέρουμε- πάντως όλα δείχνουν ότι το Άγιο Φως θα μεταφερθεί και φέτος, πρώτη φορά Αριστερά, με δαπάνες μας. Και κακώς.

Όταν μιλάμε για το λεγόμενο Άγιο Φως, υπάρχουν δυο ζητήματα που πρέπει να τα ξεχωρίσουμε. Το ένα αφορά το Άγιο Φως καθαυτό, αν δηλαδή ανάβει με θαυματουργό τρόπο ή αν υπάρχει στη μέση κάποιο τέχνασμα· και το άλλο, αν είναι θεμιτό να έρχεται με δαπάνες του κράτους το Άγιο Φως (ανεξάρτητα αν ανάβει με θαύμα ή με τέχνασμα) στην Ελλάδα, ειδικά όταν η χώρα βρίσκεται χρεωμένη ως το λαιμό.

Για το πρώτο θέμα, δεν θέλω να πω πολλά, έχουν χυθεί τόνοι μελάνης, υπάρχει ένας συγγραφέας ονόματι Καλόπουλος που έχει ασχοληθεί με το θέμα (είναι εναντίον του θαύματος), υπάρχουν πολλοί που επιχειρηματολογούν υπέρ του θαύματος· όμως είναι θέμα πίστης και σε τέτοια πράγματα η λογική δεν χωράει. Να σημειώσω πάντως ότι τα θαύματα, αν υπάρχουν, γίνονται με μεγάλη φειδώ, όχι κάθε χρόνο λες και είναι εμποροπανήγυρη· ούτε εξηγείται πώς άρχισε το θαύμα τον ένατο αιώνα και όχι νωρίτερα. Αντίθετα, όπως λέει και ο Κοραής (βλ. παρακάτω), υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες με παρόμοια μαγικά φώτα σε ειδωλολατρικούς ναούς. Και τέλος πάντων, είτε γίνεται το θαύμα είτε όχι, είναι θέμα που δεν μας αφορά και πολύ, κυρίως τους αγιοταφίτες αφορά και τους επισκέπτες του ναού, καθώς και όσους δραστηριοποιούνται στον τομέα του θρησκευτικού τουρισμού.

Πάντως, υπάρχουν πολλοί πιστοί Χριστιανοί που βλέπουν με κάποια αμηχανία ή και θυμηδία αυτό το νεοπαγές έθιμο της μεταφοράς του Άγιου Φωτός, ενώ κάποιοι διακρίνουν σ’ αυτό ειδωλολατρικές αποχρώσεις. Οφείλω πάντως να σημειώσω ότι (απ’ όσο ξέρω) το πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, παρόλο που περιφρουρεί με ζήλο τα πρωτεία του Πατριάρχη (μέχρι και ξύλο παίζουν οι ελληνορθόδοξοι καλόγεροι με τους αρμενίους), αποφεύγει να μιλήσει για θαύμα.

Πάμε τώρα στο δεύτερο θέμα, εκεί που μας πέφτει λόγος σε όλους: είναι θεμιτό να έρχεται το Φως από τα Ιεροσόλυμα με τιμές αρχηγού κράτους και να το πληρώνουμε από τον κρατικό προϋπολογισμό;

Καταρχάς, όλους τους προηγούμενους αιώνες που οι αεροπορικές συγκοινωνίες ήταν άγνωστες, ανασταίναν οι Χριστιανοί μια χαρά χωρίς άγιο Φως -θα ήταν ύβρις να πούμε ότι ο γιορτασμός των παππούδων μας ήταν λειψός και ο δικός μας ανώτερος επειδή το φως μας είναι αγιασμένο.

Έπειτα, ακόμα και μετά την εμφάνιση και την καθιέρωση συχνών αεροπορικών συγκοινωνιών, πέρασαν πολλά χρόνια ίσαμε να αρχίσει η αεροπορική μεταφορά του Φωτός από τα Ιεροσόλυμα στην Αθήνα. Σύμφωνα με τη Βικιπαίδεια, αλλά και με όσα θυμάμαι, το έθιμο ξεκίνησε το 1988, και αρχικώς ήταν προσφορά του κ. Ιάκωβου Οικονομίδη που είχε το ταξιδιωτικό γραφείο Z Tours, ο οποίος, είτε από αγνή πίστη είτε για διαφήμιση, κάλυπτε τα έξοδα της μεταφοράς του Φωτός από τα Ιεροσόλυμα. Αυτό συνεχίστηκε για κάμποσα χρόνια, αλλά από το 2002 (επί πρωθυπουργίας του εκσυγχρονιστή Σημίτη, που κάποιοι τον θεωρούσαν εχθρό της θρησκείας!) η ιδιωτική πρωτοβουλία έπαψε να ενδιαφέρεται και έσπευσε πρόθυμο το κράτος να καλύψει το κενό.

Αν όμως στα χρόνια της ολυμπιακής πασοκικής απλοχεριάς ήταν ίσως αναμενόμενο να πληρώνει ο φορολογούμενος το έθιμο του Φωτός, άλλωστε οι εργολάβοι και οι αεριτζήδες ενθυλάκωσαν εκατονταπλάσια ποσά και μόνο κάτι συριζαίοι διαφωνούσαν με το εθνικό όραμα, σήμερα το βρίσκω εξωφρενική σπατάλη, σε ένα κράτος που δυσκολεύεται να αντεπεξέλθει σε στοιχειώδεις ανάγκες του. Στο κάτω κάτω, η Εκκλησία της Ελλάδος, που δεν έχει υποστεί ούτε έκτακτη φορολόγηση των περισσότερων ακινήτων της, ούτε καλλικρατικού τύπου συγχωνεύσεις των μητροπόλεών της, θα μπορούσε πιστεύω να καλύψει τα έξοδα ενός εθίμου που τις δικές της τελετές εξυπηρετεί και που είναι άδικο να τα επωμιστούν όχι μόνο οι εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι αλλά και όλοι οι χριστιανοί (και δεν αποκλείεται να είναι πλειοψηφία) που δεν θεωρούν ότι η τελετή αυτή προσθέτει κάτι στην κατάνυξη των ημερών και ότι θα μπορούσε να λείπει -άλλωστε, ο Παπαδιαμάντης, όπως και όλοι οι πιστοί χριστιανοί όλων των προηγούμενων αιώνων στην Ελλάδα, γιόρταζαν το Πάσχα χωρίς το Άγιο φως, πολύ πιο κοντά στο νόημα του χριστιανισμού απ’ ό,τι οι χρυσοκάνθαροι της πρώτης δεκαετίας του αιώνα μας.

Επίσης, αν υποτεθεί ότι η συνέχιση της τελετής είναι μια παραχώρηση προς τον ελάσσονα κυβερνητικό εταίρο, έχω να παρατηρήσω ότι ως τώρα ο ελάσσων εταίρος αφήνει πολύ εμφανή τη σφραγίδα του, έστω και κυρίως σε θεάματα και ότι επιβάλλεται, και όχι μόνο για λόγους στοιχειώδους ισορροπίας, να υπάρξουν και «συμβολικές» χειρονομίες που να φέρουν τη σφραγίδα του μείζονος εταίρου.

Είπα πάρα πολλά και ώρα είναι να σταματήσω για να ακούσω και τις δικές σας απόψεις. Όμως, σαν μια προσφορά του ιστολογίου στον προβληματισμό, θα σας παρουσιάσω ένα απόσπασμα από μια μελέτη που έγραψε το 1826 ο Αδαμάντιος Κοραής για το θέμα αυτό· η μελέτη έχει τη μορφή διαλόγου ανάμεσα σε δύο πιστούς Χριστιανούς, τον Φώτιο, που πιστεύει στο θαυματουργικό Άγιο Φως, και στον Καλλίμαχο, που δεν πιστεύει και ο οποίος, με τα επιχειρήματά του, πείθει, όχι με μεγάλη δυσκολία, τον Φώτιο. Ο τίτλος είναι «Διάλογος περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός» και βρίσκεται στον τρίτο τόμο των Ατάκτων του Κοραή. Μπορείτε να τον διαβάσετε ολόκληρον εδώ (με κάποια λαθάκια πάντως) ή, στο πρωτότυπο, στα google books· εγώ βάζω μόνο ένα μικρό απόσπασμα από την αρχή (είναι και πολύ εκτεταμένος).

Μπορείτε επίσης να διαβάσετε το άρθρο περί Αγίου Φωτός που είχε δημοσιευτεί στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια περί το 1930 -θα τολμούσε άραγε σήμερα να μιλήσει κανείς για «μία από τας ασχημοτέρας επιδείξεις της θρησκοληψίας όχλου βαρβάρου» ή για τον «θεοκαπηλικό χαρακτήρα» της τελετής;

Διάλογος περί του εν Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός

Τα πρόσωπα του διαλόγου

Φώτιος, Καλλίμαχος

 

Φ. Σ’ ερώτησα και άλλοτε, και δεν ηθέλησες ποτέ να μου φανερώσεις καθαρά την γνώμην σου.

Κ. Περί τίνος;

Φ. Περί του εις την Ιερουσαλήμ θαυματουργουμένου αγίου φωτός.

Κ. Άγιον φως άλλον δεν γνωρίζω παρά το «Φως εκ φωτός, θεόν αληθινόν εκ θεού αληθινού» ως το μαρτυρεί το Σύμβολον της πίστεως.

Φ. Ουδ’ εγώ αμφιβάλλω περί τούτου. Αλλ’ εις τούτου του Φωτός τον τάφον, αν πιστεύσομεν τους αγιοταφίτας, και τους επιστρέφοντας από την Ιερουσαλήμ προσκυνητάς, φαίνεται κατέτος άλλο φως υλικόν, εκ του οποίου ανάπτουν οι προσκυνηταί τας λαμπάδας των.

Κ. Τρόπους και μέσα να φωτίζωσι το σκότος ευρήκασιν οι άνθρωποι πολλά, και η πρόοδος της φυσικής επιστήμης τούς εδίδαξε πλειότερα. Εις τα φωτισμένα της Ευρώπης έθνη σήμερον, το πλέον ασθενές παιδάριον, η πλέον χυδαία γυνή, ανάπτουν φως, εις ροπήν οφθαλμού, με τα γνωστά φωσφορικά πυρεία (briquets phosphoriques).

Φ. Τα γνωρίζω.

Κ. Με κανένα τρόπον παρόμοιον πιθανόν ότι ανάπτει τις πρώτον επάνω του αγίου τάφου την λαμπάδα του, κι έπειτ’ απ’ αυτήν οι λοιποί τας ιδικάς των.

Φ. Όχι με τούτους τους γνωστούς τρόπους, αλλ’ εξ ουρανού, λέγουν, καταβαίνει το Φως.

Κ. Εξ ουρανού ψευδοκαταίβατα φώτα, μας εφύλαξεν η ιστορία πολλά. Ενθυμάσαι βέβαια, τι λέγει ο Παυσανίας περί των ναών της Λυδίας, όπου οι ιερείς άναπταν τα ξύλα διά τας θυσίας με πυρ αόρατον.[1] Τοιούτον τι εγίνετο εις την Εγνατίαν, πόλιν ιταλικήν[2]. Τοιούτον εις την Μακεδονίαν εις το ιερόν του Διονύσου[3]. Τοιούτον ακόμη εις την νήσον Τήνον[4] και εις όχι ολίγας άλλας πόλεις της Ασίας και της Ευρώπης. Ταύτα ήσαν τα προ Χριστού. Αν θέλεις νεότερα, ανάγνωσε τον Ζώσιμον, συγγραφέα της πέμπτης μετά Χριστόν εκατονταετηρίδος.

Φ. Τον ανέγνωσα· αλλά δεν ενθυμούμαι τι λέγει.

Κ. Ιστορεί με μεγάλην ευλάβειαν (ως εθνικός) το φαινόμενον κατά την εορτήν της Αφροδίτης εις τον αέρα φως, ποτέ μεν σφαιροειδές, ποτέ δε εις σχήμα λαμπάδος, και τον άπειρον χρυσόν και άργυρον, όσον εθησαύριζαν οι Ιερείς δι’ αυτό[5].

Φ. Πού και πότε;

Κ. Σε είπα, κατά την πέμπτην εκατονταετηρίδα. Ο δε τόπος ήτον εις την Συρίαν, εις αυτό της Αφροδίτης το ιερόν, πλησίον της Ηλιουπόλεως[6]. Εις την εορτήν ταύτης της θεάς εθαυματουργείτο το θαύμα.

Φ. Αλλ’ εκείνα ήσαν μηχανουργήματα λαοπλάνων ιερέων εθνικών. Εγώ λαλώ περί χριστιανών.

Κ. Με λέγεις λοιπόν θαύμα εθνικόν ενεργούμενον από χριστιανούς, ήγουν πράγμα αδύνατον.

Φ. Δεν πιστεύεις λοιπόν τα θαύματα!

Κ. Δεν ηπίστησα ποτέ εις τα αληθινά θαύματα· αλλά βλέπεις ότι έγιναν πολλάκις, και ενδεχόμενον να γίνονται ακόμη, από μη Χριστιανούς, και ψευδοθαύματα. Τι παράδοξον, αν ευρέθησαν και μεταξύ Χριστιανών τοιούτοι θαυματουργοί.

Φ. Με βάλλεις εις δεινήν απορίαν.

(…)

Φ. Να μη πιστεύσω λοιπόν όσα λέγουν περί του αγίου φωτός;

Κ. Όχι, επειδή ουδ’ ο Χρυσόστομος το επίστευεν, ή μάλλον ουδέ το εγνώριζε· διότι, αν εις τον καιρόν του εθαυματουργείτο το άγιον φως, πώς ήτο δυνατόν να λέγει ότι δεν εγίνοντο πλέον θαύματα;

Φ. Λέγεις λοιπόν λαοπλάνους τους αγιοταφίτας.

Κ. Άπαγε! φίλε· ουδ’ εσέ συμβουλεύω να δώσεις εις αυτούς τόσον αισχρόν επίθετον. (…)

 

Φ. Διατί λοιπόν το υποφέρουν; διατί δεν καταλύουν τοιούτον θαυματούργημα;

Κ. Επιθυμούν, μην αμφιβάλλεις, την κατάλυσίν του, αλλ’ είναι τάχα εις την εξουσίαν των;

Φ. Δεν είναι εις την εξουσίαν των! Από τίνος λοιπόν εξουσίαν κρέμεται;

Κ. Του καιρού, της εξαπλώσεως των φώτων εις τον κοινόν λαόν. Δεν έπλασαν αυτοί το θαύμα· το ευρήκασι απ’ άλλους προ πολλού πλασμένον, και δεν τολμούν να το σαλεύσωσι.

Φ. Τίνα φοβούνται;

Κ. Αυτούς τους Άραβας ληστάς, οι οποίοι συμμερίζονται με τους αγιοταφίτας τα κέρδη του θαύματος· αυτούς (το πλέον αξιοθρήνητον) τους κατέτος τρέχοντας μωρούς προσκυνητάς του θαύματος. Ή νομίζεις εύκολον μετά μακράν και πολυχρόνιον πλάνην, να φανερώσεις εις τους πλανημένους, ότι εθαυματούργεις διά να τους πλανάς;

Η συνέχεια επί του πεντεφίου.

Επαναλαμβάνω όμως, ότι το βασικό δεν είναι αν το φως ανάβει με θαύμα ή με τον τρόπο που χρησιμοποίησε ο Βάρναλης ένα Πάσχα που ήταν σχολάρχης στην Αργαλαστή και το βάλανε στον φάκελό του (δηλ. με αναπτήρα). Το βασικό είναι να σταματήσουμε να το φέρνουμε με τιμές αρχηγού κράτους και με πολυέξοδες τελετές. Ή, επιτέλους, να καλύψει τα έξοδα η ελληνική εκκλησία -αν και κάποιοι αυτό θα το έβρισκαν ακόμα μεγαλύτερο θαύμα από την αφή του φωτός!


[1] Παυσαν. V, 27

[2] Plin.II, 107. Horat. Satyr. I, 5, &99.

[3] Αριστοτέλ. Περί θαυμαστ. ακουσμ. κεφ. 133.

[4] Αυτόθι, κεφ. 193.

[5] Ο Ζώσιμος (Ιστορ. Ι, 58) λέγει ότι το θαύμα εγένετο έως εις τον καιρόν του· «Μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων». Το Ιερόν της Αφροδίτης ταύτης, επονομαζομένης Αφακίτιδος, κατεσκάφη από τον Μέγαν Κωνσταντίνον, κατά την τετάρτην εκατονταετηρίδα.

[6] Η Ηλιούπολις είναι η σήμερον ονομαζομένη Βαλβέκα (Balbek).

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Εκκλησία, Θρησκεία | Με ετικέτα: , , , | 177 Σχόλια »

Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης: Η πείνα, το ΕΑΜ και οι δυο δεσπότες της Λέσβου

Posted by sarant στο 10 Φεβρουαρίου, 2015

Εδώ και κάμποσο καιρό έχω αρχίσει να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, “Ο άγνωστος ποιητής Άχθος Αρούρης” (εκδ. Ερατώ, 1995, εξαντλημένο), που είναι μια βιογραφία του παππού μου, του Νίκου Σαραντάκου (1903-1977), ο οποίος είχε το ψευδώνυμο Άχθος Αρούρης (που είναι ομηρική έκφραση και σημαίνει ‘βάρος της γης’). Η σημερινή συνέχεια είναι η τριακοστή πέμπτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε πάντοτε στη Μυτιλήνη, στην Κατοχή και η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη από το όγδοο κεφάλαιο του βιβλίου, που επιγράφεται «Στην Αντίσταση».

Σε σχέση με τον επίσκοπο Μυτιλήνης, το Γκιγκίλας δεν είναι παρατσούκλι αλλά μάλλον δεύτερο επώνυμο, όπως φαίνεται και εδώ. Ο παππούς μου είχε γράψει και μια παρωδία για τον Γκιγκίλα, που την παρενέβαλα στην αφήγηση του πατέρα μου, μέσα σε αγκύλες.

Να επισημάνω επίσης ότι παρεμπιπτόντως στην αφήγηση γίνεται λόγος για ένα όχι πολύ γνωστό επεισόδιο της ελληνικής ιστορίας, τη σύντομη απελευθέρωση της Σάμου, της Λέρου και άλλων νησιών του Αιγαίου, για ένα δίμηνο περίπου, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943.

mimis_jpeg_χχsmallΗ πρώτη φροντίδα της Οργάνωσης ήταν να αντιμετωπίσει την πείνα, που στον πρώτο χειμώνα της Κατοχής είχε προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους. Με δική της πρωτοβουλία μέσα στο ’42 δημιουργήθηκαν συσσίτια για τα παιδιά του σχολείου, καταναλωτικοί συνεταιρισμοί για τους δημοσίους υπαλλήλους και επιτροπές επισιτισμού, οι οποίες με διαβήματα στο νομάρχη και στις γερμανικές αρχές πάσχιζαν να συγκεντρώσουν και να μοιράσουν στον κόσμο τρόφιμα.

Για όλες αυτές τις ενέργειες η Οργάνωση του ΕΑΜ δημιουργούσε επιτροπές στις οποίες φρόντιζε εκτός από τους οργανωμένους εαμίτες να συμμετέχουν και γνωστοί παράγοντες της λεσβιακής κοινωνίας, πρόσωπα υπεράνω υποψίας για την Ασφάλεια και την Γκεστάπο. Πολύ βοήθησαν την Οργάνωση ορισμένοι κληρικοί, όπως ο αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Δέδες, αλλά κυρίως ο μητροπολίτης Μηθύμνης Διονύσιος και οι παπάδες του δυτικού τμήματος του νησιού. Αυτό ήταν φυσικό, γιατί οι δύο επίσκοποι του νησιού ο Μηθύμνης Διονύσιος και ο Μυτιλήνης Ιάκωβος ακολούθησαν κατά την Κατοχή διαμετρικά αντίθετη στάση, που εν πολλοίς υπαγορεύτηκε από το χαρακτήρα και την κοσμοθεωρία των δύο ανδρών.

Ο Διονύσιος υπήρξε πάντα το πρότυπο του ασκητικού ποιμενάρ­χη, που πάνω απ’ όλα έβαζε την αγάπη και τη συμπαράσταση προς το πλήρωμα της εκκλησίας. Ισχνός και μικρόσωμος, μορφή που λες κι ερχόταν από τον αρχαίο αναχωρητισμό, ζούσε λιτά και ταπεινά, όχι στο οίκημα της Μητρόπολης, αλλά σ’ ένα μικρό σπιτάκι στην Καλλονή, κρατώντας για τον εαυτό του κλάσμα μόνο του μισθού του. Κατά την Κατοχή ξεπέρασε τον εαυτό του στην προσπάθεια να ανακουφί­σει το πάσχον ποίμνιό του. Ολόκληρος ο μισθός του αλλά και χρήμα­τα που συγκέντρωνε από πλούσιους ενορίτες, καθώς και τρόφιμα και ρουχισμός πήγαιναν στα συσσίτια που είχε ο ίδιος οργανώσει. Ο λαός της δυτικής Λέσβου τον λάτρευε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Αναμνήσεις, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Εκκλησία, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , | 91 Σχόλια »

Ποιος είναι ο κυριούλης δίπλα στον Αλέξη;

Posted by sarant στο 18 Σεπτεμβρίου, 2014

imag0113

Από τον ιστότοπο του Γιάννη Ιωάννου, http://yannis-ioannou.com/

Στις 11 ώρα Ελλάδος σήμερα το πρωί, δηλαδή ίσως και καθώς θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές, θα γίνει η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Βατικανό και η συνάντηση του ηγέτη της ριζοσπαστικής Αριστεράς με τον πάπα Φραγκίσκο. Η είδηση ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικά μόλις χτες, αλλά φυσικά πρόλαβε να σχολιαστεί ποικιλότροπα από τη μπλογκόσφαιρα.

Η γελοιογραφία αριστερά, του θαυμάσιου Γιάννη Ιωάννου, εικονογραφεί το ανέκδοτο που σκέφτηκαν πολλοί ακούγοντας την αναγγελία της επίσκεψης -στη βερσιόν που το ξέρω εγώ, είναι ένας τύπος με πολλές γνωριμίες που λέγεται Μπιτζίδης και που καταφέρνει να συναντάει διαδοχικά ολοένα και σημαντικότερα πρόσωπα, προκαλώντας κατάπληξη στους φίλους του, μέχρι που βγαίνει στο μπαλκόνι πλάι στον ποντίφικα -και κάποιος από τους πιστούς ρωτάει τον άσπονδο φίλο «Ποιος είναι αυτός ο γεράκος δίπλα στον Μπιτζίδη;» (Το ανέκδοτο το είδα να επαναλαμβάνεται και με Πιτσίλη αντί για Μπιτζίδη, αλλά θα συμφωνήσετε πιστεύω ότι η δική μου εκδοχή είναι πολύ ανώτερη, εκτός αν κανείς διακατέχεται από στείρο αντιμπιτζιδισμό).

Στα σοβαρά τώρα, κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μια μεγαλοφυή πολιτική κίνηση,  που δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και ο ηγέτης του έχουν αναδειχθεί σε σημείο αναφοράς σε ολόκληρη την Ευρώπη (θυμηθείτε πόσο δύσκολες ήταν οι θύρες της Ευρώπης μέχρι πρόσφατα). Εντύπωση προκαλεί επίσης ότι ο Πάπας, που έχει και την ιδιότητα του αρχηγού κράτους,  συνήθως δεν δέχεται επικεφαλής κομμάτων της αντιπολίτευσης αλλά αρχηγούς κρατών. Βέβαια, ο Αλέξης Τσίπρας έχει και την ιδιότητα του υποψηφίου του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς για την προεδρία της Κομισιόν, και έτσι είναι ο ντε φάκτο εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής Αριστεράς, οπότε είναι πολύ ταιριαστό να συζητήσει με τον Πάπα Φραγκίσκο για «ανεργία, ειρήνη και μετανάστευση«.

Στο δεκαοχτάμηνο που βρίσκεται στον θρόνο του Βατικανού, ο 78χρονος Χόρχε Μπεργκόλιο έχει χαρακτηριστεί Πάπας των φτωχών, και αυτό όχι μόνο επειδή εσκεμμένα διάλεξε το όνομα Φραγκίσκος ως υπαινιγμό στον Φραγκίσκο της Ασίζης. Σε εγκυκλίους του έχει χαρακτηρίσει «νέα τυραννία» τον ανεξέλεγκτο καπιταλισμό και έχει επιτεθεί στην ειδωλολατρία του χρήματος, με αποτέλεσμα να χαρακτηριστεί μαρξιστής από ακροδεξιούς σχολιαστές.  Αλλά και σε θέματα τρέχουσας πολιτικής ο Πάπας έχει προβάλει την ατζέντα της ιταλικής αριστεράς, όπως για παράδειγμα πρόσφατα όταν επέκρινε τις περικοπές θέσεων εργασίας σε ιταλικά εργοστάσια. Μαρξιστής βέβαια δεν είναι: έχει αποκαλέσει λαθεμένη τη μαρξιστική ιδεολογία (αν και έχει γνωρίσει καλούς μαρξιστές) και έχει υποστηρίξει ότι οι κομμουνιστές «σφετερίστηκαν τη σημαία του χριστιανισμού» που είναι το ενδιαφέρον για τους φτωχούς. Ωστόσο, η διαφορά του Φραγκίσκου από τους άμεσους προκατόχους του είναι εντυπωσιακή και γι’ αυτό άλλωστε ο νέος ποντίφικας έχει απήχηση παγκοσμίως και όχι μόνο στους ρωμαιοκαθολικούς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Γελοιογραφίες, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Πολιτική | Με ετικέτα: , , , , , | 180 Σχόλια »

Το Αγιονόρος, η εκκλησία και ο Βάρναλης

Posted by sarant στο 20 Αύγουστος, 2014

Ίσως επειδή ήταν Αύγουστος (που δεν υπάρχουν ειδήσεις), για την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Αγιονόρος γράφτηκαν και συνεχίζουν να γράφονται πάρα πολλά σχόλια και άρθρα, τόσο καλοπροαίρετα όσο και, τα περισσότερα, κακοπροαίρετα. Δεν έγραψα κάτι στο ιστολόγιο, επειδή βρισκόμουν σε κίνηση, αν και πρόχειρα είπα δυο πράγματα στο Φέισμπουκ.

Πολλοί ειρωνεύτηκαν την φράση του Τσίπρα, ότι «οι Αγιορείτες ενσαρκώνουν το σύνθημα των Ζαπατίστας “Ολα για όλους, τίποτε για μας”». Παραδέχομαι ότι δίνει τροφή για ωραία λογοπαίγνια και έξυπνες ατάκες, αλλά νομίζω ότι ήταν μια πολύ έξυπνη δήλωση, αφού συνδυάζει τη φιλοφρόνηση, που είναι απαραίτητη σε τέτοιες περιστάσεις, με την ξεκάθαρη δήλωση της αριστερής τοποθέτησης και της εξεγερτικής διάθεσης του επισκέπτη: ερχόμαστε στο Αγιονόρος, υπονόησε ο επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ, όχι φορώντας τις κουδούνες και τους σταυρούς στο λαιμό, όπως άλλοι πολιτικοί και αξιωματούχοι, αλλά με τους δικούς μας όρους, και προσπαθούμε να βρ0ύμε τα κοινά σημεία ώστε να υπάρξει συζήτηση -απαραίτητη ανάμεσα στην αθωνική πολιτεία και στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης που μπορεί αύριο να είναι πρωθυπουργός.

Συνολικά η επίσκεψη ήταν κατά τη γνώμη μου μια εύστοχη πολιτική κίνηση, αφού αποτελεί μιαν αποστομωτική απάντηση σε όσους ιεράρχες (και δεν ήταν λίγοι) καλούν από άμβωνος το κοινό τους να μην ψηφίσουν τον άθεο ΣΥΡΙΖΑ. Η μόνη άστοχη δήλωση, κατά τη γνώμη μου πάντα, ήταν η εναρκτήρια φιλοφρόνηση του Αλέξη Τσίπρα, ότι (όπως είπε κάποιος) «όποιος δεν έχει έρθει στο Αγιονόρος αδικεί τον εαυτό του» κι εμείς αποδεχτήκαμε την πρόσκληση για να μην είμαστε αδικημένοι. Ολοφάνερα ατυχής δήλωση, αφού ο μισός (και κάτι παραπάνω) ελληνικός λαός έχει εξορισμού αποκλειστεί από την πρόσβαση στο Αγιονόρος, όπου ως γνωστόν ισχύει το άβατο, ένα καθεστώς που δύσκολα συμβιβάζεται με οποιαδήποτε έννοια ισονομίας και ισότητας των φύλων. Δεν λέω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προωθήσει συνταγματική αναθεώρηση που να καταργεί το αυτοδιοίκητο του Αγίου Όρους, από όπου πηγάζει και το άβατο (αν δεν κάνω λάθος), ασφαλώς οι προτεραιότητες είναι άλλες, αλλά καλό είναι να έχουμε κατά νου ότι το καθεστώς του αβάτου αποτελεί ανωμαλία. Μπορεί να διαιωνιστεί, αλλά ως ανωμαλία.

Διασκεδαστικό ήταν από την άλλη να βλέπεις φιλοκυβερνητικούς δημοσιολόγους να σκίζουν τα ιμάτιά τους πλειοδοτώντας σε αντικληρικαλισμό, στα σχόλιά τους για την επίσκεψη Τσίπρα, ενώ έχουν αφήσει ασχολίαστη την εκ δεξιών και εκ κεντροαριστερών θρησκευτική καπηλεία. Αλλά αυτά δεν με ενδιαφέρουν. Από την άλλη, και εξ αριστερών έγιναν επικριτικά σχόλια για την επίσκεψη, πολλά από αυτά άστοχα. Διάβασα, ας πούμε, σε ανάλυση επιφανούς στελέχους του ΣΥΡΙΖΑ, ότι τώρα, με την κρίση, έχουν μετριαστεί οι ελπίδες των πιστών για θρησκευτική συνδρομή -ενώ ολοφάνερα το αντίθετο συμβαίνει.

Σε μια συζήτηση που έγινε χτες στο Φέισμπουκ, φίλη ανέφερε κάποιους που επιχειρούν να βγάλουν χριστιανό ορθόδοξο τον Βάρναλη, με αφορμή ένα άρθρο του Ανδρ. Παναγόπουλου, στο οποίο επικρίνονται οι επικριτές της επίσκεψης Τσίπρα. Επειδή ο ποιητής με ενδιαφέρει, και επειδή πρόσφατα είχα άρθρο για το θέμα, θέλω να αφιερώσω το υπόλοιπο άρθρο στον Βάρναλη και στην εκκλησία και τη θρησκεία. Ο αρθρογράφος επικρίνει τους επαναστάτες του φραπέ, που αγνοούν ότι κομμουνιστές ποιητές όπως ο Βάρναλης ή ο Ρίτσος έγραψαν αριστουργήματα για την Παναγία και τον Χριστό.

Φοβάμαι ότι ο Βάρναλης δεν είναι το καλύτερο παράδειγμα που θα μπορούσε να σκεφτεί ο αρθρογράφος. Πολύ περισσότερο θα ταίριαζε ένας άλλος αγαπημένος μου ποιητής, αν και λιγότερο διάσημος, ο Γιώργος Κοτζιούλας, ο οποίος πράγματι ήταν και κομμουνιστής και χριστιανός, και επιπλέον είχε επισκεφτεί το Αγιονόρος (το οδοιπορικό του συμπεριλαμβάνεται στον τομο Πικρή ζωή, που εκδόθηκε πρόσφατα). Ο Βάρναλης ήταν άθεος και κυνηγήθηκε από την εκκλησία για τις πεποιθήσεις του.

Φυσικά, δεν αρνούμαι (πολύ περισσότερο αφού αφιέρωσα σχετικό άρθρο!) ότι ο Βάρναλης έγραψε δυο αριστουργηματικά ποιήματα για την Παναγία, τους Πόνους της Παναγιάς και τη Μάνα του Χριστού. Όποιος όμως διαβάσει αυτά τα δυο αριστουργήματα βλέπει ότι αυτό που προβάλλεται δεν είναι η χριστιανική Θεοτόκος, αλλά η πολύ ανθρώπινη μάνα που αγωνιά για τον μονάκριβο γιο της. Η Παναγία είναι η αφορμή. Είναι όμως αλήθεια, και το επισήμανα και στο προηγούμενο άρθρο, ότι στα ποιήματα αυτά ο Βάρναλης δείχνει ότι ξέρει καλά την εκκλήσιαστική υμνογραφία.

Για να ολοκληρώσουμε όμως την εικόνα, καλό είναι να δούμε πώς υποδέχτηκε η Εκκλησία την ποίηση του Βάρναλη, και ειδικά το Φως που καίει, το έργο στο οποίο περιλαμβάνεται και ένα από τα δύο παραπάνω ποιήματα (Η μάνα του Χριστού). Παίρνω υλικό από ένα παλιότερο άρθρο μου.

Λοιπόν, την πρωτοχρονιά του 1930, μέσα σε συνθήκες παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, δημοσιεύτηκε στις εφημερίδες εκτενέστατη εγκύκλιος της ιεραρχίας της Ελλάδος «προς τον λαόν», στην οποία καταδικαζόταν «το κύμα της ασεβείας και αθεΐας». Η εγκύκλιος αυτή ήταν καρπός της τελευταίας ιεράς συνόδου και διανεμήθηκε στις μητροπόλεις με τη σύσταση να γνωστοποιηθεί όσο το δυνατόν ευρύτερα. Ολόκληρο το κείμενο το έχω ανεβάσει εδώ,  αλλά θα απομονώσω χαρακτηριστικά αποσπάσματα.

Χαλεποί όντως καιροί ενέσκηψαν κατά της κατά Ανατολάς ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας και ιδία κατά της εν τω ελευθέρω ελληνικώ κράτει τοιαύτης καί «λύκοι βαρείς, μη φειδόμενοι του ποι­μνίου» [Πράξεις Αποστόλων 20.29] κατά των λογικών του Χρι­στού προβάτων επέπεσον, διαρπάζοντες, διασκορπίζοντες και ασπλάγχνως κατασπαράττοντες αύτα. …  Ούτοι, ως συνάγεται εκ των εντύπων αυτών δημοσιευμάτων, αρνούμενοι την ύπαρξιν προσωπικού θεού, θεού εν Τριάδι, κατά την διδασκαλίαν της αγίας ημών πίστεως, θεόν αποκαλούσι την ασυνείδητον δύναμιν, την εκδηλουμένην εν τη ζωή των όντων. Δι’ ό και παραδέχονται Θεόν δυαδικόν «ο Θεός, μας λέγουσιν, είναι άντρας και γυναίκα, θνητός και αθάνατος, κοπριά και πνεύμα: Γεννάει, γονι­μοποιεί καί σκοτώνει, έρωτας μαζί και θάνατος· και πάλι ξαναγεν­νάει και σκοτώνει». (Εισηγητική έκθεσις μητροπολίτου Σύρου σελίς 8 ) [το απόσπασμα είναι από την Ασκητική του Καζαντζάκη]. Ταύτα λέγουσι και γράφουσιν ασεβώς. Άμεσοι δε συνέπειαι της τοιαύτης διδασκαλίας είναι: Η κατάργησις της προσευχής, των εορτών και του εκκλησιασμού της μαθητιώσης νεολαίας· ο συναγελασμός ενηλίκων εν τοις σχολείοις των αρρένων μετά των θηλέων, το μαλλιοτράβηγμα των μαθητριών και διδασκάλων, η θεωρία περί γονιμοποιήσεως των ρεγγών, η παροχή πρώτων βοηθειών επί δή­θεν λιποθύμων νεανίδων χαμαί επί ταπήτων εξηπλωμένων, και η εν γένει εξώθησις τών ελληνοπαίδων εις πάσαν ακολασίαν δι’ έπί τούτο συγγραφών, οίαι ιδίως αι του Βάρναλη, εν αις εξυμνείται ο ελεύθερος έρως και ο λεσβιασμός· ο σαρ­κικός έρως επί πλέον συνιστάται υπό τούτων και ως βάσις της ηθικής τελειοποιήσεως του μαθητού.

(…)

Ο ασεβέστατος κομμουνιστής Βάρναλης, εκ των δρώντων προ­σώπων του «Εκπαιδευτικού Ομίλου», θέτει εις το στόμα του θεαν­θρώπου εν μονολογία τα εξής: «Δεν είπα πως είμαι Θεός. Μα δεν ξεύρω και αν είμαι. Αφ’ ότου έ­γινα άνθρωπος ξέχασα από πού ήρθα. Και η σκέψις μου όντας ανθρώπινη είναι περιορισμένη. Κάτι αόριστον αναδεύεται μέσα μου. Ό­ταν ξαναναστηθώ θα ξανάβρω ίσως την θεότητά μου» [το απόσπασμα είναι από το «Φως που καίει» του Βάρναλη]

(…)

Τας ανατρεπτικάς ταύτας του θρησκευτικού, ηθικού και κοινωνικού ημών καθεστώτος θεωρίας διαδίδοντες διά τερατώδους γλωσ­σικού εξαμβλώματος, ένθεν μεν επιδιώκουσι την βαθυτέραν εμφύτευσιν των βλασφήμων αυτών δι­δασκαλιών εν ταις απλοϊκαίς του Ελληνικού λαού ψυχαίς, ετέρωθεν δε την απομακρυνσιν αυτού από της ευλήπτου και ευγενούς του Ιερού Ευαγγελίου γλώσ­σης (…)

(…)

Τοιουτοτρόπως δε καταδείκνυνται oι πλείστοι του εκπαιδευτικού τούτου ομίλου ως oι φανατικοί και συστηματικοί απόστολοι του κομ­μουνισμού, το οποίον [sic] ο ιδρυτής αυτού, ο Εβραίος Μαρξ, ορίζει ως κατάργησιν της θρησκείας, της ηθικής, της οικογενείας, των συνό­ρων, τουτ’ έστι της πατρίδος, ως πάλην των τάξεων, δικτατορίαν του προλεταριάτου και δήμευσιν της ιδιοκτησίας».

Κατά φυσικήν λοιπόν ακολουθίαν αν ο λεγόμενος ούτος εκπαιδευτικός όμιλος εξακολουθήση τον διασυρμόν της αγίας ημών πί­στεως, τον σφαγιασμόν της χριστιανικής ηθικής, τον εξευτελισμόν του εσταυρωμένου Σωτήρος και του τιμίου Σταυρού προ των παιδι­κών ομμάτων και διά των παιδι­κών χειρών, αν εξακολουθήση η δηλητηρίασις των ελληνοπαίδων διά της εν τοις σχολείοις διδασκα­λίας επί τη βάσει των εθνοκτόνων και ψυχοφθόρων εμπνεύσεων Γλη­νού, ων βρίθουσι το περιοδικόν «Αναγέννηση», η Ιστορία Χωραφά, «Ο Αέρας» του Τζαμασφύρα, τα Νεολληνικά Κοντοπούλου, «Ο Ήλιος» του Παπαμιχαήλ, «Η Ιχνογραφία» του Ρούμπου, τα άρ­θρα και δημοσιεύματα της Έλλης Λαμπρίδου, τα έργα του Βάρναλη και άλλων συνεργατών αυτών, εντός ολίγου δεν θα έχη η Εκκλη­σία πιστά τέκνα, oι πατέρες υιούς, αι μητέρες θυγατέρας, οι στρατη­γοί στρατιώτας, η πολιτεία τιμί­ους υπαλλήλους και η Ελλάς ορθοδόξους αληθείς «Έλληνας».

Στην πανταχούσα των 62 ιεραρχών (τόσοι την υπέγραφαν) ο Βάρναλης απάντησε με ένα διάσημο ποίημά του, που εδώ το παραθέτω στην αρχική του μορφή:

ΜΠΟΝΑΜΑΣ

Σαράντα σβέρκοι βοδινοί με λαδωμένες μπούκλες
σκεμπέδες σταβροθόλωτοι και βρώμιες ποδαρούκλες
ξετσίπωτοι ακαμάτηδες, τσιμπούρια και κορέοι
ντυμένοι στα μαλάματα κι επίσημοι κι ωραίοι.

Εξήντα λύκοι με προβιά (γι’ αυτούς βαράν καμπάνες)
φάγανε γουρουνόπουλα, στραγγίσαν νταμιτζάνες!
Κι απέ ρεβάμενοι βαθιά ξαπλώσανε στα τζάκια,
κι αβάσταγες ενιώσανε φαγούρες στα μπατζάκια.

Την προσευκή τους κάνανε τα πράματα ν’ αλλάξουν
να ξεπροβάλουν οι κυράδες του Δεκαημέρου
χωρίς καπίστρι και λουρί, πολλές μαζί… (φυλάξου
τα πισινά του μουλαριού τα μπρος του καλογέρου!)

Κι ο Σατανάς τούς άκουσε που πιο καλά τους ξέρει
κι έστειλε τον καθηγητή της ηθικής ξεφτέρι…

Όξω οι φτωχοί φωνάζανε: «Πεινάμε τέτοιες μέρες”
γερόντοι και γερόντισσες, παιδάκια και μητέρες.
Κι οι των επίγειων αγαθών σφιχτοί νοικοκυρέοι
ανοίξαν το παράθυρο κι είπανε: «Φταιν οι αθέοι».

ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ Ο… ΘΕΟΕΜΒΑΙΚΤΗΣ
(Διά το γνήσιον Κ. ΒΑΡΝΑΛΗΣ)

Στην έκδοση των Απάντων του (που μόνο «άπαντα» δεν είναι), ο Βάρναλης παρέλειψε τους έξι στίχους που έχω γράψει με πλάγια, και άλλαξε τον τίτλο σε «Πρωτοχρονιάτικο» (και, παρεμπιπτόντως, αν ξέρετε ποιος είναι ο καθηγητής της Ηθικής, θα με ενδιέφερε πολύ).

Είχε βέβαια προηγηθεί το ελληνικό κράτος, το οποίο παρέπεμψε το 1925 τον (καθηγητή της Μέσης εκπαίδευσης) Βάρναλη στο εκπαιδευτικό συμβούλιο, και το εκπαιδευτικό συμβούλιο, απαρτιζόμενο μάλιστα από επιφανείς Φιλελεύθερους, κάλεσε τον Βάρναλη σε απολογία διότι «συγγράψας, εκδώσας και κυκλοφορήσας υπό το ψευδώνυμον Δήμος Τανάλιας τα βιβλία ‘Το φως που καίει’ και ‘Ο λαός των μουνούχων’ επεχείρησε να διαδώση δι’ αυτών ιδέας ανατρεπτικάς των εννοιών της πατρίδος, του Κράτους, της κοινωνίας, εξευτελιστικάς δε της θρησκείας, υποπεσών ούτω εις παράβασιν των καθηκόντων αυτού, και ως πολίτου και ως έλληνος διδασκάλου, τοσούτον βαρείαν, ώστε να αποβαίνη η τοιαύτη πράξις του ασυμβίβαστος προς την εκπλήρωσιν των προς την πολιτείαν καθηκόντων αυτού». [Κάποια μέρα ίσως παρουσιάσω ολόκληρο αυτό το κείμενο] Πρώτο θύμα των Μαρασλειακών, ο Βάρναλης τιμωρήθηκε λίγο αργότερα με εξάμηνη παύση και μετά απολύθηκε.

Αυτά, για να έχουμε ολοκληρωμένη την εικόνα.

Τέλος, ο Ανδρ. Παναγόπουλος, στο άρθρο που προαναφέραμε, επικαλείται ως απάντηση στους εξ αριστερών επικριτές της επίσκεψης Τσίπρα, την επίσκεψη του Χαρίλαου Φλωράκη στο Αγιονόρος. Ασφαλώς έχει τη σημασία της η επίσκεψη αυτή, αλλά δεν συγκρίνεται, αν πάρουμε υπόψη ότι ο Φλωράκης το 1995 που επισκέφτηκε τον Άθω μαζί με τον Τίτο Βανδή, παππού του αρθρογράφου, είχε πια αποχωρήσει από την μάχιμη πολιτική. Πιο ταιριαστό αντιπαράδειγμα θα ήταν ίσως η αρθρογραφία του Ν. Ζαχαριάδη στην περίοδο 1945-47. Ο Ζαχαριάδης δεν επισκέφτηκε βέβαια το Αγιονόρος αλλά στην αρθρογραφία του δεν είναι καθόλου αδιάφορος για τις εξελίξεις στο Πατριαρχείο, ενώ έγραψε συγκεκριμένα (Ριζοσπάστης 9.9.1945):

Εδώ θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία και η Χριστιανική θρησκεία γενικότερα, όπως την εκφράζει η Εκκλησία αυτή, παίξαν όχι μόνο στη Ρωσία μα και στα Βαλκάνια έναν προοδευτικό ρόλο τόσο σαν παράγοντας που διευκόλυνε και επιτάχυνε την εθνική διαμόρφωση, συσπείρωση και ανάπτυξη, παρέχοντάς της ενιαία ιδεολογικά πλαίσια, όσο σαν στοιχείο που στα χρόνια του εξανδραποδισμού και της σκλαβιάς κάτω από την οθωμανική τυραννία συνέτεινε σημαντικά και ουσιαστικά στον εθνικοαπελευθερωτικό τότε αγώνα, παρά και ενάντια στην αντίδραση και προδοσία που έκαναν σημαντικοί και σημαίνοντες παράγοντες και κορυφές της Ορθοδοξίας ιδιαίτερα στο Φανάρι. Είναι αναρίθμητα τα παραδείγματα που δείχνουν ότι Ταγοί και απλοί στρατευόμενοι της εκκλησιαστικής ιεραρχίας πάλεψαν και με το ντουφέκι στο χέρι στο πλευρό του Λαού και ότι μοναστήρια και μοναστήρια είχαν μεταβληθεί σε μπαρουταποθήκες και λαϊκά φρούρια.

Θα μπορούσε ο Τσίπρας να αναφέρει αυτό το απόσπασμα -αλλά τότε θα τον έβγαζαν ζαχαριαδικό. Οπότε καλύτερα οι Ζαπατίστες.

 

Posted in Βάρναλης, Επικαιρότητα, Εκκλησία, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 269 Σχόλια »

Ζωή χαρισάμενη και άλλες εκφράσεις από τη Μεγαλοβδομάδα

Posted by sarant στο 17 Απρίλιος, 2014

Μια και βρισκόμαστε καταμεσίς στη Μεγάλη Εβδομάδα, ταιριάζει να ασχοληθούμε με την επίδραση της εκκλησιαστικής γλώσσας στη φρασεολογία μας. Αν κοιτάξετε μια συλλογή ιδιωματικών ή παγιωμένων εκφράσεων (π.χ. το βιβλίο μου Λόγια του αέρα, για να κάνω και ρεκλάμα), θα δείτε ότι είναι πάρα πολλές οι λαϊκές εκφράσεις που προέρχονται από την εκκλησιαστική γλώσσα, πράγμα που οφείλεται στο ότι επί αιώνες όλος ο πληθυσμός εκκλησιαζόταν ταχτικά και οπωσδήποτε μέσα στη Μεγαλοβδομάδα. Όπως γράφει ο μεγάλος λαογράφος Δημ. Λουκάτος, στο άρθρο του «Οι ακολουθίες της Μεγ. Εβδομάδας και η επίδρασή τους στη νεοελληνική γλώσσα», από το οποίο αντλώ αρκετά στοιχεία του άρθρου μου:

Τα δώδεκα Ευαγγέλια και τα τροπάρια που ψάλλονται τη Μ. Εβδομάδα στην εκκλησία, έδωκαν στο λαό μας πολύ υλικό να πλουτίσει το λεξικό του. Είναι γνωστό πως ο κόσμος θέλει συχνά να λογιωτατίζει με αρχαϊκότερα ρητά, είτε για να στολίσει τις κουβέντες του, είτε για να τούς δώσει μεγαλύτερο κύρος. Και δανείζεται τότε λέξεις ή φράσεις ολόκληρες από κείμενα γνωστά, που έχουν πάρει κάποια επίσημη θέση στη συνείδησή του και που τα θεωρεί, χωρίς αμφιβολία, σοφά.

Ο λαός μας, ιδίως στα χρόνια της σκλαβιάς του, έζησε πολύ μέσα στο περιβάλλον της εκκλησίας και του εντυπώθηκε βαθιά κάθε τι που του διηγήθηκαν τα βιβλία της, τα Ευαγγέλια κι οι Υμνωδίες. Η φρασεολογία τους, πλαισιωμένη από θρησκόληπτο μυστικισμό, έπαιρνε την αίγλη μιας ανώτερης γλώσσας, θεόπνευστης και σοφής. Έτσι, ο λαός μεταχειριζόταν στις συζητήσεις του φράσεις και λέξεις εκκλησιαστικές, που του έκαναν ρητορικότερη την ομιλία, έστω κι αν δεν καταλάβαινε πολλές φορές τη σημασία τους. Τις χρησιμοποίησε στην αρχή σα για να παίξει ή να δείξει κάποια εγκυκλοπαιδική κατάρτιση στους άλλους. Μα σιγά-σιγά, οι ξένες αυτές έννοιες αφομοιώθηκαν κι έγιναν μέλη οργανικά της νεοελληνικής γλώσσας.

Παράδειγμα τέτοιας έκφρασης που δημιουργήθηκε από παρανόηση είναι η έκφραση «ζει/περνάει ζωή χαρισάμενη». Γεννήθηκε από το δοξαστικό της Ανάστασης, ένα από τα γνωστότερα εκκλησιαστικά τροπάρια, που το ξέρω ακόμα κι εγώ: Χριστός Ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος. Χάρισε ζωή σ’ αυτούς που βρίσκονται στα μνήματα. Χαρισάμενος, μετοχή του χαρίζομαι, που τότε σήμαινε «χαρίζω», αλλά σήμερα επιβιώνει με τη σημασία «μεροληπτώ υπέρ κάποιου, δείχνω εύνοια, υποχωρώ», όπως όταν λέμε π.χ. ότι κάποιος πέρασε χαριστικά τις εξετάσεις.

Όπως εξηγεί ο Δ. Λουκάτος: Χαριτωμένες, όσο και αστείες, είναι μερικές παρεξηγήσεις που έκανε ο λαός σε ορισμένες φράσεις. Δεν κατάλαβε σε πολλές την έννοιά τους, και ή τις παραμόρφωσε ή τις μεταχειρίστηκε με άλλη έννοια. (…) Ανάλογη παρεξήγηση έγινε και στη φράση «ζωή χαρισάμενη», που είναι παρμένη από το Χριστός Ανέστη. Ο λαός πρόσεξε το «ζωή» και τις δυο πρώτες συλλαβές τού «χαρισάμενος» και βιάστηκε να δώσει την εξήγηση: ζωή γεμάτη χαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εκκλησία, Πασχαλινά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 124 Σχόλια »

Ιερά μακροβούτια σε βρόμικα νερά

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2013

Στην ορολογία του ιστολογίου, μακροβούτια είναι τα εξεζητημένα υπερβατά σχήματα. Θυμίζω ότι «υπερβατό σχήμα» λέγεται το σχήμα λόγου κατά το οποίο μια λέξη απομακρύνεται από μια άλλη, με την οποία βρίσκεται σε στενή λεκτική ή συντακτική σχέση, εξαιτίας της παρεμβολής μίας ή περισσότερων λέξεων, π.χ. «Mε τη δική σου ήρθα στον κόσμο τη λατρεία» αντί «Mε τη δική σου λατρεία ήρθα στον κόσμο» (παράδειγμα παρμένο από το ΛΚΝ, όπως και ο ορισμός). Το σχήμα αυτό είναι πολύ συχνό στα αρχαία ελληνικά και από εκεί το έχει κληρονομήσει και η καθαρεύουσα. Συχνά το υπερβατό συνδυάζεται με μετοχή, π.χ. «η εκδιδόμενη στο Λονδίνο εφημερίδα δημοσίευσε…» (ή, πολύ χειρότερα, «η εις το Λονδίνο εκδιδόμενη εφημερίδα»), αντί για την αναλυτικότερη σύνταξη: «η εφημερίδα, που εκδίδεται στο Λονδίνο, δημοσίευσε…». Στα νέα ελληνικά, το υπερβατό δεν κάθεται καλά. Αναγνωρίζω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όχι πολλές, μπορεί να κάνει πιο σφιχτή τη φράση, ενώ σε μικρές δόσεις μπορεί να λειτουργήσει ποιητικά, αλλά συνήθως μπερδεύει τον αναγνώστη -και στις ακραίες περιπτώσεις μπερδεύει και τον συντάκτη που το χρησιμοποιεί. Παράδειγμα τέτοιου υπερβατού που είχα αναφέρει παλιότερα, από μια κακή μετάφραση παρμένο: να χρησιμοποιήσει την πριν από μερικούς μήνες από εκτοπισμένους Εβραίους κατασχεμένη και εξασφαλισμένη ιδιοκτησία για ανταλλαγή με τρόφιμα με ντόπιους εμπόρους. Το κομμάτι που είναι με μαύρα στοιχεία είναι το υπερβατό, που εδώ φτάνει τις 10 λέξεις. Σε πιο στρωτή γλώσσα (αν και γενικά η μετάφραση έχει πρόβλημα): να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία, που είχε κατασχεθεί από εκτοπισμένους Εβραίους και εξασφαλιστεί πριν από μερικούς μήνες, για ανταλλαγή με τρόφιμα με ντόπιους εμπόρους.

Το υπερβατό λοιπόν το λέω μακροβούτι επειδή ο συντάκτης βυθίζεται στη μιαν άκρη και βγαίνει στην επιφάνεια, ύστερα από πολλήν ώρα, στην άλλη άκρη. Πάντως, δεν είναι οι 10 λέξεις το ρεκόρ του μακροβουτιού, αφού πριν από κάμποσα χρόνια είχε εντοπιστεί υπερβατό σχήμα 40 λέξεων, στο οποίο και απένειμα χρυσό μετάλλιο στο μακροβούτι.

Όμως, τίποτα δεν αντέχει αιώνια. Το ρεκόρ των 40 λέξεων ήρθε να το κονιορτοποιήσει το προχτεσινό θηριώδες μακροβούτι ενός αγίου, του επισκόπου Πειραιώς κ. Σεραφείμ. Ο άγιος Πειραιώς, εξοργισμένος από την πρόταση νόμου και την τροπολογία για επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και σε ομόφυλα ζευγάρια, εξέδωσε μια μακροσκελέστατη ανακοίνωση. Τόσο πολλά λέει, που ακόμα και φιλικοί προς την εκκλησία ιστότοποι δεν άντεξαν να τη δημοσιεύσουν όλη, παρά περικόψανε το μεγαλύτερο τμήμα της. (Αν πάντως θέλετε να τη δείτε ολόκληρη, κι αν το στομάχι σας αντέχει τα ρητορικά σχήματα του αγίου Πειραιώς και τα αλεξανδρινά σκουληκάκια, μπορείτε να πάτε στον ιστότοπο της Μητρόπολης Πειραιώς). Μεταφέρω, χωρίς σκουληκάκια, την πρώτη παράγραφο της ανακοίνωσης, εκεί που σημειώνεται το κολοσσιαίο μακροβούτι. Τα πλάγια δικά μου:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικαιώματα, Εκκλησία, Κοτσανολόγιο, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , | 110 Σχόλια »

Για το κρυφό σχολειό (που λειτουργούσε ολοφάνερα)

Posted by sarant στο 25 Μαρτίου, 2013

Θα κλείσω τις φετινές επετειακές αναρτήσεις για την 25η Μαρτίου αναδημοσιεύοντας ένα παλιό άρθρο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, για τον μύθο του Κρυφού Σχολειού, έναν μύθο ο οποίος έχει βέβαια καταρριφθεί προ πολλού, αλλά εξακολουθεί να αναπαράγεται, είτε με την άποψη που προβάλλουν διάφοροι  ότι την ιστορία δεν την μαθαίνουμε από τους ιστορικούς αλλά από τη συλλογική συνείδηση ή από τη γιαγιά μας, είτε με αναθεωρητικές ιστοριογραφικές απόπειρες από χρυσαβγίτες ή καραμπελιάδες. Σε σχέση με αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι το «επάρατο» βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού («της κ. Ρεπούση») δεν αναφέρει τίποτα για το Κρυφό σχολειό, ούτε για να επιβεβαιώσει τον μύθο ούτε για να τον διαψεύσει, πράγμα που αποτελούσε μια οπισθοχώρηση σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο βιβλίο Ιστορίας (δεν θυμάμαι τους συγγραφείς), το οποίο ρητά ανέφερε ότι πρόκειται για μύθο. Tο ισχύον διδακτικό βιβλίο της 6ης Δημοτικού, αυτό που αντικατέστησε το «της Ρεπούση», επιλέγει μια μεσοβέζικη διατύπωση, που μάλλον διαιωνίζει τον μύθο (διότι, αν είναι ακριβής η αναφορά που βρήκα, γράφει ότι το Κρυφό Σχολειό αποτελεί «αποτύπωση στην εθνική συλλογική μνήμη» των δύσκολων συνθηκών για την παιδεία τα πρώτα μετά την Άλωση χρόνια, και παραθέτει τον γνωστό πίνακα του Γύζη και το ποίημα του Πολέμη).

Όταν λέμε ότι το Κρυφό Σχολειό είναι μύθος, δεν αποκλείεται σε τοπικό επίπεδο και για μικρές περιόδους αναστάτωσης (πόλεμοι, εξεγέρσεις) να υπήρξαν προσωρινοί περιορισμοί και απαγορεύσεις, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν μαρτυρείται γενικευμένη και μακρόχρονη απαγόρευση εκπαίδευσης. Το εντυπωσιακό μάλιστα είναι ότι τα υποτιθέμενα κρυφά σχολειά άρχισαν να αυξάνονται τις τελευταίες δεκαετίες, όταν, όπως γράφει ο Γιάννης Χάρης, το κάθε ανήλιαγο κελί και η κάθε σπηλιά μετατρέπεται, για τουριστικούς λόγους, σε δήθεν κρυφό σχολειό, κι έτσι τα 10 κρυφά σχολειά της δεκαετίας του 1960 έχουν αισίως ξεπεράσει τα 100 στις μέρες μας!

Φυσικά, το άρθρο του πατέρα μου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα «Το φιστίκι» και μετά στον παλιό μου ιστότοπο, δεν κομίζει κάτι το νέο στην ιστορική έρευνα, ανακεφαλαιώνει όμως με ακρίβεια, πιστεύω, την ανασκευή του μύθου του Κρυφού Σχολειού. Στο τέλος τού (σύντομου, έτσι κι αλλιώς) άρθρου προσθέτω όσα γράφει για το θέμα η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ (ΠΟΥ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣΕ ΟΛΟΦΑΝΕΡΑ)

Ένα παραμύθι, που μας συνόδεψε από τα πρώτα μαθητικά μας χρόνια ήταν το παραμύθι για το «κρυφό σχολειό». Για το

φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σκολειό
να μαθαίνω γράμματα

και τα λοιπά, που υποτίθεται πως λέγανε τα παιδάκια πηγαίνοντας νύχτα και κρυφά στην Εκκλησιά για να μάθουν γράμματα.

Στην πραγματικότητα όλη η φιλολογία περί κρυφού σχολειού είναι παραμύθι. Κανένας έγκυρος ιστορικός, ούτε ο Παπαρρηγόπουλος, που αφιερώνει στην εποχή της τουρκοκρατίας τους δύο από τους εννέα τόμους της «Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους», ούτε ο Σάθας, εις την «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, ούτε και η νεώτερη δεκατετράτομη «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών, κάνουν οποιαδήποτε μνεία περί κρυφού σχολειού. Στο τελευταίο μάλιστα σύγγραμμα και συγκεκριμένα στον 10ο τόμο και στη σελίδα 366, οι συντάκτες του σχετικού κεφαλαίου Γ. Ζώρας και Α. Αγγέλου (καθηγητές πανεπιστημίου αμφότεροι), είναι κατηγορηματικοί: «Κρυφό σχολειό δεν υπήρξε, πρόκειται για μύθο», υποστηρίζουν. Το ίδιο είχε πει από τον 19ο ήδη αιώνα ο Μ. Γεδεών και κατά τον 20ον ο Γιάννης Βλαχογιάννης: «Δεν υπάρχει καμία ιστορική μαρτυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολειού», βεβαιώνει.

Πώς όμως δημιουργήθηκε ο σχετικός μύθος; Κατά τη γνώμη μου οι αιτίες που τον γέννησαν είναι  δύο. Η πρώτη είναι να καταδειχτεί η βαρβαρότητα και ο φωτοσβεστικός ρόλος των Τούρκων κατακτητών και ο δεύτερος να αναδειχτεί ο ρόλος της Εκκλησίας στην πνευματική αναγέννηση του έθνους. Και στις δύο υπάρχει πυρήνας ιστορικής αλήθειας. Λίγες δεκαετίες μετά την Άλωση της Πόλης εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που θα εκδηλωθεί ολοκάθαρα στα επόμενα διακόσια χρόνια. Οι Οθωμανοί παίρνοντας την Πόλη, αναμφισβήτητα κέρδισαν πολλά (λαμπρή και ιστορική πρωτεύουσα, ενοποίηση των ασιατικών και ευρωπαϊκών εδαφών τους κλπ.) έχασαν όμως το σπουδαιότερο: την πολιτιστική παράδοση, που έστω και κουτσουρεμένη επιβίωνε ακόμα στην ετοιμοθάνατη Κωνσταντινούπολη. Απόχτησαν ένα χρυσό κλουβί, χωρίς όμως το καλλικέλαδο πουλί που βρισκόταν μέσα και που πέταξε στη Δύση.

Ως τότε, σε μίμηση και σε αντιπαράθεση με τη φθίνουσα Ρωμανία, η αναπτυσσόμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε αξιόλογες επιδόσεις στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρόδρομος της Αναγέννησης (και στην Ελλάδα, αλλά και στη Δύση) ο Γεώργιος Γεμιστός – Πλήθων σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αδριανούπολης, που τα χρόνια εκείνα, επί Μουράτ, ήταν η πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Άλωση οι νικητές Οθωμανοί υιοθέτησαν όλα σχεδόν τα ελαττώματα των προκατόχων τους, αλλά τους ξέφυγαν τα προτερήματά τους και κυρίως την έφεση για παιδεία και πολιτισμό.

Τον πρώτον αιώνα μετά το πάρσιμο της Πόλης, οι υπόδουλοι Χριστιανοί, που αποτελούσαν το Ρουμ Μιλέτ (το γένος των Ρωμαίων), πέρασαν από ένα στάδιο πνευματικού και εκπαιδευτικού μουδιάσματος. Οι μεγάλοι δάσκαλοι είχαν φύγει στη Δύση. Καινούργια σχολεία δεν ιδρύθηκαν. Ο αναλφαβητισμός του χριστιανικού πληθυσμού αυξήθηκε κατακόρυφα. Η Εκκλησία όμως, για να λειτουργήσει, είχε ανάγκη από ιερείς, που έπρεπε να ξέρουν στοιχειωδώς να διαβάζουν τα ιερά βιβλία. Έτσι λειτούργησαν μέσα στους ναούς εκκλησιαστικά σχολεία που κατάρτιζαν στοιχειωδώς τους μέλλοντες κληρικούς. Ανεξάρτητα όμως από αυτά τα εκκλησιαστικά φροντιστήρια, σε ορισμένες πόλεις με πρώτη την Αδριανούπολη, εξακολούθησαν να υπάρχουν και να λειτουργούνε σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης. Φυσικά η ποιότητα της εκπαίδευσης αυτής ήταν πολύ χαμηλή και  οι περισσότεροι μαθητές μάθαιναν μόνο να διαβάζουν και να γράφουν. Ιδιαίτερα σχολικά κτίρια ήταν σπάνια ή μικρής χωρητικότητας. Πολύ συχνά οι μαθητές μαζεύονταν στο νάρθηκα των εκκλησιών. Δεν υπήρχαν επίσης διδακτικά βιβλία. Για τη στοιχειώδη εκπαίδευση χρησιμοποιούσαν εκκλησιαστικά βοηθήματα: την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι ή τη Σύνοψη. Ίσως εδώ να βρίσκεται ο ιστορικός πυρήνας του μύθου για το κρυφό σχολειό.

Το ουσιαστικό βήμα προόδου στην εκπαίδευση άρχισε να γίνεται από τα μέσα του επόμενου (16ου) αιώνα. Με κέντρα τη Χίο, που λίγες δεκαετίες πριν ήταν γενοβέζικη κτίση, τη Λέσβο, την Αδριανούπολη και την Κωνσταντινούπολη ιδρύονται πολλά σχολεία, όπου διδάσκουν αξιόλογοι δάσκαλοι. Οι τελευταίοι προέρχονται συνήθως από την βενετοκρατούμενη ακόμη Κρήτη ή τα Επτάνησα και έχουν σπουδάσει σε πανεπιστήμια της Ιταλίας. Σύμφωνα με μαρτυρία  της εποχής το 1586, στην Αθήνα, που ήταν μια μικρή επαρχιακή πόλη, λειτουργούσαν πολλά σχολεία

Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 17ου αιώνα στην εμφάνιση μεγάλων Σχολών, όπως η Σχολή των Κυδωνιών, η Σχολή των Αγράφων, η Ζωσιμαία Σχολή στα Γιάννενα, η Αθωνιάς Σχολή  και άλλες  σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, χώρια το Πατριαρχικό Σχολείο που λειτουργούσε στην Πόλη από τον 16ο αιώνα. Πολλές από τις σχολές αυτές ήταν πανεπιστημιακού επιπέδου και βέβαια η ύπαρξη και η λειτουργία τους προϋπέθεταν πως υπήρχαν στοιχειώδη και μέσα σχολεία, από τα οποία προέρχονταν οι μαθητές τους. Πρέπει εδώ να τονιστεί πως σε όλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας οι οθωμανικές αρχές δεν έκλεισαν κανένα χριστιανικό σχολείο, ούτε απέρριψαν αίτημα χριστιανικών κοινοτήτων να ανοίξουν σχολείο.

Είναι λοιπόν λογικό πως εκεί που λειτουργούσαν φανερά και ανεμπόδιστα κανονικά σχολεία όλων των βαθμίδων η ύπαρξη «κρυφού σχολειού» περίττευε.

 Και όσα γράφει για το θέμα η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (τόμος 10, σελ. 366-7) σε μεταγραφή δική μου (με σημερινή ορθογραφία, χωρίς σκουληκάκια και πιθανώς με κάποια λαθάκια από το οσιάρισμα).

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΙΣ ΥΠΟΔΟΥΛΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΧΩΡΕΣ

H «κάκωσις» του Γένους, καθώς εύστοχα θα χαρακτηρίσει ο Ευγένιος Βούλγαρις την κατάσταση του Ελληνισμού αμέ­σως μετά την Άλωση, δεν αποτελεί απλώς τυπικό χρονικό ό­ριο, για την απαρχή της μελέτης της εκπαιδεύσεως. Η παιδεία δηλαδή του έθνους δεν ήταν με κανένα τρόπο δυνατό να συνεχισθεί αδιατάρακτη, όσο και αν δεχόμαστε πως οι επιπτώσεις μιας πολιτικής μεταβολής δεν είναι άμεσες ή αμέσως εμφανείς στον πνευματικό χώρο. Μπορεί η γενικότερη πνευματική ζωή να φαίνεται πως συνεχίζεται ομαλά· στην πραγματικότητα πρόκειται για επιβιώσεις που η εμβέλειά τους είναι μικρή, όπως θα δούμε παρακάτω.

Στην περίοδο αυτή των επιβιώσεων, για να καλυφθεί το κενό ώς την εποχή που αρχίζει η ανανέωση της νεοελληνικής παι­δείας, στα τέλη περίπου του 16ου αι., τοποθετήθηκε ο μύθος για το Κρυφό Σχολειό. Ότι πρόκειται για μύθο αποδεικνύεται βασικά από το γεγονός ότι δεν υπάρχει «καμιά ιστορική μαρ­τυρία που να βεβαιώνει την ύπαρξη κρυφού σχολείου», όπως υποστήριξε ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Το ίδιο υποστήριξε και ο Μανουήλ Γεδεών πιο κατηγορηματικά: «Μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνων εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζύρην ή Αγιάνην εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν ή οικοδομήν, τουθ’ όπερ ηδύνατο να συμβεί κατόπιν καταγγελίας Χριστιανού τίνος, απεριτμήτου Τούρκου, καθώς ωνόμαζον αυτούς».

Αν το Κρυφό Σχολειό είχε γίνει για κάποια περίοδο πρα­γματικότητα, σε περιορισμένη έστω έκταση, δεν συνέτρεχε κα­νένας λόγος η σχετική μαρτυρία ή μαρτυρίες να μείνουν σκό­πιμα στην αφάνεια. Θα έπρεπε, αντίθετα, ένα τέτοιο τεκμήριο ζωτικότητος της φυλής και της εθνικής συνειδήσεως —σύμφωνα με την ερμηνεία που θα του δώσουν κατά κανόνα οι μεταγενέ­στεροι— να εξαρθεί με κάθε τρόπο. Αφού λοιπόν η απλή λο­γική μάς οδηγεί να αποκλείσουμε παρόμοιο ενδεχόμενο, ε­κείνο που απομένει να δεχθούμε είναι ότι πιθανόν να βρισκό­μαστε σε μια εξαιρετική — μοναδική ίσως — συμπτωματική εξαφάνιση κάθε σχετικής γραπτής μαρτυρίας. Την έσχατη όμως αυτή υπόθεση έρχεται να αναιρέσει μια άλλη αδιαφιλονίκητη λογική παρατήρηση: Για ποιο λόγο ο Τούρκος να ενοχληθεί από την ύπαρξη σχολείων; Τί είναι εκείνο που θα μπορούσε να τον ανησυχήσει από την ενασχόληση ενός μικρού σχετικά μέρους του πληθυσμού με τα γράμματα; Ασφαλώς η περιορι­σμένη έκταση που μπορούσε να έχει την εποχή εκείνη η καλ­λιέργεια των γραμμάτων δεν θα πρέπει να είχε ως ενδεχόμενο την παραμέληση της καλλιέργειας της γης. Άλλωστε τα γράμ­ματα ήταν απαραίτητα για ένα μόνο μέρος του πληθυσμού, για όσους δηλαδή ασχολούνταν με το εμπόριο, με το οποίο δεν ασχολείτο συστηματικά ο δυνάστης, ή για όσους είχαν σχέση με τον κλήρο. Πρέπει λοιπόν να θεωρηθεί ως φυσικός ο συλλογισμός που διατυπώνεται από τον Μ. Γεδεών, ότι δη­λαδή «η τουρκική κυβέρνησις, ανεχομένη την Χριστιανικήν θρησκείαν, εγίνωσκεν, ότι εις τους ναούς αναγινώσκουσι και ψάλλουσιν οι παπάδες και οι ψάλται, και ότι τα αναγινωσκόμενα και ψαλλόμενα, έπρεπε να διδαχθώσιν εγκαίρως· και συνε­πώς ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν».

Εκείνο συνεπώς που απομένει ως απάντηση είναι ότι οι Τούρκοι ανησυχούσαν μήπως η παιδεία γίνει κάποια στιγμή δημιουργός φωτισμού και στη συνέχεια αφετηρία, ώστε να καλλιεργηθεί η εθνική συνείδηση. Δεν υπάρχει όμως ούτε σκιά υπόνοιας ότι θα ήταν δυνατόν ο Ασιάτης Τούρκος του 15ου αι. να οδηγηθεί σε μια παρόμοια σκέψη. Για να αναχθούμε λοι­πόν στην εποχή όπου γεννήθηκε ο μύθος, πρέπει να μεταφερθούμε στα χρόνια όπου η αλληλουχία παιδεία – εθνική αποκα­τάσταση είχαν γίνει κοινή συνείδηση σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι δυνατή η παρθενογένεση του θέματος είτε από παρε­ξήγηση είτε από σκοπιμότητα. Αυτή ή εποχή είναι ο Αγώνας, κατά τον οποίο παρουσιάζεται σε μια πρωτογενή μορφή ο μύ­θος. Η εθνική σκοπιμότητα παίζει εδώ τον πρώτο ρόλο· η συνέχεια είναι εύκολη. Από τη στιγμή όπου το γενικό αυτό κλίμα δημιουργεί την κατάλληλη προϋπόθεση, ώστε να προ­κύψουν από ανάλογες ψυχολογικές προϋποθέσεις όμοιες μαρ­τυρίες — πράγμα που βεβαιώνει την παρθενογένεση του μύ­θου —, να προστεθούν άλλα συγγενή στοιχεία, καθώς το γνω­στό τραγουδάκι για  το  φεγγαράκι, ή φαντασιώσεις ιστορικών της παιδείας οι οποίοι, αδιαφορώντας για την αληθοφάνεια των πραγμάτων, ηδύνονται από ειδυλλιακές αναπαραστάσεις, καθώς η περίπτωση του Γ. Χασιώτη, να επιστεγασθούν τέλος τα στοιχεία αυτά με την υποβολή της τέχνης του λόγου, κα­θώς το ποίημα του Πολέμη, ή των είκαστικών τεχνών, καθώς ο πασίγνωστος πίνακας του Γύζη, η χιονοστιβάδα πια έχει δημιουργηθεί και είναι εύκολο να παρασύρει και τους ευφάντα­στους καλοπροαίρετους ιστορικούς της εθνικής σκοπιμότητος.

Posted in 1821, Δημήτρης Σαραντάκος, Επετειακά, Εκπαίδευση, Εκκλησία, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 560 Σχόλια »