Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εμφύλιος’ Category

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά.

3

Σταμάτησε πάλι να μιλά και βυθίστηκε σε σκέψεις. Εμείς, συνεπαρμένοι από τη διήγησή του, περιμέναμε τη συνέχεια, χωρίς να λέμε τίποτα. Κάποτε, συνέχισε:

Ο Γρηγόρης το παρατήρησε πρώτος.

«Δε σου φαίνεται πως το νερό δεν τρέχει πια στο λαγούμι;» μου λέει.

Πραγματικά εκεί που κελάρυζε τρέχοντας στο λαγούμι της μπασιάς, τώρα  έμοιαζε στάσιμο. Άναψα ένα φανάρι και πήγα πιο κοντά να δω. Το νερό όχι μόνο δεν έτρεχε πια, αλλά λίμναζε και ανεπαίσθητα η έκταση που έπιανε στην αρχή του λαγουμιού σα να μεγάλωνε.

«Ώρες είναι να χτίσανε τη μπασιά» μου λέει. «Άλλη εξήγηση δε βρίσκω».

Η διαπίστωση αυτή μας προβλημάτισε πολύ: αν πραγματικά μας πήραν είδηση και χτίσανε τη μπασιά, αργά η γρήγορα το νερό θα ανέβαινε και στον υπόγειο ναό που είχαμε εγκατασταθεί. Πόσο ψηλά θα ανέβαινε δεν μπορούσαμε για την ώρα να υπολογίσουμε. Ο Γρηγόρης έβαλε σημάδια με πετραδάκια στα όρια της λούμπας που σχηματίστηκε εκεί που ήταν πριν η αρχή του λαγουμιού και σημείωσε στο ρολόι του την ώρα. Σε πέντε ώρες είδαμε πως το νερό είχε ξεπεράσει τα σημάδια και απλωνόταν. Μας έζωσαν μαύρα φίδια.

«Πρέπει να δούμε αν αυτό το άνοιγμα εκεί πέρα, οδηγεί πουθενά, γιατί δε μας βλέπω να μένουμε άλλο εδώ» μου λέει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: | 30 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Ολοκληρώνουμε σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, έχουν καταφύγει στη σπηλιά.

Βέβαια, επειδή σήμερα έχουμε και τη γιορτή του Αγιαννιού, που γιορτάζει η μισή Ελλάδα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και τις Ιωάννες, στον Γιάννη Ιατρού και όλους τους άλλους φίλους που γιορτάζουν, με ένα παλιό άρθρο.

Σιγά σιγά οργανώσαμε τη ζωή μας μέσα στη σπηλιά. Ευτυχώς είχαμε τρόφιμα, άφθονο νερό και ζεστά ρούχα. Μονάχα φως δεν είχαμε κι αυτό στην αρχή μας κόστιζε πολύ. Ζωή τυφλοπόντικων κάναμε. Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που μόλις το διαπερνούσε το φέγγος από το ένα φανάρι και δεν τολμούσαμε να ανάψουμε τα άλλα τρία. Θα σωνότανε το πετρέλαιο κι ύστερα τι θα κάναμε;  Τα σπερματσέτα θα τέλειωναν κι αυτά πολύ γρήγορα.

«Ώρες είναι να στραβωθούμε, έτσι που ζούμε στο σκοτάδι» λέω μια μέρα του Γρηγόρη.

«Εσύ δεν έχεις ανάγκη, αφού βγαίνεις κάθε τόσο και βλέπεις ήλιο» με παρηγόρησε.

Πραγματικά, επιχείρησα άλλες τρεις κατοπτεύσεις έξω από τη σπηλιά, μόνο που στην πρώτη, όταν βγήκα, ήταν νύχτα. Βλέπεις δεν μπορούσαμε ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε το χρόνο. Αν δεν είχαμε τα ρολόγια μας θα ήταν σα να μην κυλούσε καθόλου. Αλλά κι αυτά δε μας βοηθούσαν σε τίποτα. Δείχνανε να πούμε οχτώ, αλλά αν ήταν οχτώ το πρωί ή οχτώ το βράδυ, δεν το ξέραμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Τελικά ο Γρηγόρης προσπάθησε να υπολογίσει τις μέρες που ήμασταν θαμμένοι, με βάση τη συχνότητα που μας ερχόταν η όρεξη να φάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Παρά το ότι σήμερα είναι παραμονή Χριστουγέννων, προτίμησα να μη διακόψω τη δημοσίευση, αφού και η επόμενη Τρίτη είναι εξίσου σημαδιακή και μάλιστα από τώρα καπαρωμένη αφού την άλλη Τρίτη θα δημοσιευτούν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, μπορείτε να το κάνετε τώρα!

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο της νουβέλας.

2

Έμεινε για λίγην ώρα σιωπηλός και συλλογισμένος. Εμείς, μ’ όλο που μας είχε συναρπάσει η αφήγησή του δεν λέγαμε λέξη. Περιμέναμε τη συνέχεια.

Είχαμε απομείνει απ’ όλο το τάγμα πέντε. Ο Πρεκεζές σκοτώθηκε, το ίδιο κι ο Καμαρινός, όπως μάθαμε τότε…

«Για στάσου» τον διέκοψα, «ο Καμαρινός, ο Αρίστος Καμαρινός εννοώ, γλίτωσε».

Το ξέρω πως γλίτωσε, τότε όμως είχαμε ακούσει πως σκοτώθηκε. Αργότερα μάθαμε την αλήθεια, πως έμεινε κρυμμένος δεκατρία ολόκληρα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού ενός φίλου του, μέσα στην Καλαμάτα! Σκοτώθηκαν όμως όλοι οι άλλοι ηγέτες του αντάρτικου, ο Σταθάκης, ο Κανελλόπουλος, ο Σφακιανός, ο Ρογκάκος, ο Μπασακίδης, ο Πέρδικας, όλοι. Δύο μονάχα παραδόθηκαν, ο Μπελάς και ο Κονταλώνης. Ο στρατός, αφού ξεκαθάρισε τη βόρεια Πελοπόννησο, ήρθε στα μέρη μας και αυτή τη φορά μας διέλυσε. Δεν ήταν μονάχα η τρομακτική διαφορά σε μαχητές και πολεμικό υλικό, ήταν πως δεν είχαμε πια κανένα έρεισμα στα χωριά, ακόμα και στα τελείως δικά μας.

Ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί. Δεν ήταν μαζί μας. Φοβόντουσαν να μας δώσουν την παραμικρή πληροφορία, γιατί θα τους χαρακτήριζαν «αυτοαμυνίτες» ή «καπαπίτες» και τους περίμενε ντουφέκι. Ούτε νερό μας δίνανε, μην τους πούνε «ληστοτρόφους», οπότε θα τους έστελναν εξορία.  Πίσω από το Στρατό αλωνίζανε οι χιτομάυδες. Εσείς που είχατε πάει στην Αθήνα, δεν μπορείτε να συλλάβετε αυτά που γίνονταν εδώ. Δεν πιάνανε πια αιχμαλώτους. Μόλις τους έπιαναν τους εκτελούσαν. Πολλούς αξιωματικούς μας τους λυντσάρανε ή τους έκαψαν ζωντανούς. Γέμισαν οι στύλοι και τα δέντρα με κομμένα κεφάλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 82 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 10 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του. Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου ο Ηλίας διηγείται πώς ο πατέρας του τού είχε δείξει τη σπηλιά που «μπορεί να μας φανεί χρήσιμη».

Εδώ ο Ηλίας σταμάτησε για πολλήν ώρα και το πρόσωπό του συννέφιασε. Ποιος ξέρει τι συλλογιζόταν. Κατόπιν αναστέναξε αδιόρατα και συνέχισε:

Και δεν άργησε να φανεί χρήσιμη. Όχι στην Κατοχή. Τότε τα πράγματα ήταν εύκολα. Είχαμε τον κόσμο μαζί μας, και στην ύπαιθρο, που από το καλοκαίρι του ’43 ήταν ολόκληρη ελεύθερη, κυριαρχούσαμε απόλυτα. Είχαμε εξασφαλίσει πραγματική τάξη. Όπως έλεγε ο πατέρας μου «έχανες το ζωντανό σου και δεν ανησυχούσες. Όπου να το βρίσκανε θα σου το στέλνανε, από οργάνωση σε οργάνωση, πίσω». Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί ήταν κλεισμένοι στις πόλεις και οι συνεργάτες τους είχαν λουφάξει. Τι να σου τα λέω τώρα, τα έζησες και τα ξέρεις. Αφού τον Μάρτη του ’44 έγιναν και εδώ, όπως σ’ όλη την Ελεύθερη Ελλάδα, εκλογές. Από την επαρχία μας βγήκαν δυο εθνοσύμβουλοι, βουλευτές δηλαδή στο Εθνικό Συμβούλιο, τη Βουλή των Βουνών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκαοχτώ και ψήφισα. Τότε για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες και οι νέοι πάνω από τα δεκαοχτώ. Η ελληνική πολιτεία μόλις το 1956 έδωσε και πάλι αυτό το εκλογικό δικαίωμα στις γυναίκες, που τους είχε δώσει τότε η λαϊκή εξουσία.

Τα δύσκολα άρχισαν σαν παραδώσαμε τα όπλα, ενώ οι ταγματασφαλίτες, εξοπλισμένοι από τους Άγγλους, από προδότες και διωκόμενοι που ήτανε, γίνανε εθνικόφρονες και διώκτες μας. Εγώ αυτά δεν τα έζησα από κοντά, γιατί μόλις τέλειωσα το γυμνάσιο ανέβηκα στην Αθήνα να σπουδάσω. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο στη Φιλοσοφική Σχολή και σκόπευα να γίνω αρχαιολόγος. Δεν ξέρω αν βρέθηκες στην Αθήνα εκείνον τον καιρό, ’46 με ’47 και πώς σου φάνηκε. Εμένα πάντως με μάγεψε. Και η πόλη και οι άνθρωποι. Γίνονταν τότε, πριν το νόθο δημοψήφισμα, τεράστιες συγκεντρώσεις για τη Δημοκρατία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μ’ όλο που στις βουλευτικές εκλογές κάναμε αποχή, δε θέλαμε εμφύλιο πόλεμο, θέλαμε να δουλέψουμε και να ανοικοδομήσουμε τον τόπο μας.

Όταν έφτασα στην Αθήνα ήρθα αμέσως σ’ επαφή με την Οργάνωση. Στην αρχή σύχναζα απλώς στην κεντρική λέσχη της, στην οδό Ακαδημίας 15. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια και το κέφι αυτών των παιδιών. Εμείς στον τόπο μου ήμασταν μάλλον κοιμισμένοι. Μου έκανε επίσης εντύπωση μια έκδηλα ευνοϊκή στάση όχι μόνο προς τους Σοβιετικούς αλλά και προς τους Αμερικάνους, ενώ στα μέρη μου η προτίμησή μας έκλινε αποκλειστικά προς τους Ρώσους. Στη λέσχη έμαθα ένα καινούργιο επονίτικο τραγούδι: «ΕΠΟΝ ΕΠΟΝ είσαι ο εχθρός των φασιστών», που η μελωδία του ήταν παρμένη από μια αμερικάνικη οπερέτα, καθώς και τον «Ύμνο του λόχου σπουδαστών Λόρδος Μπάυρον», το «Γεια χαρά σπουδάζουσα νέα γενιά», που η μελωδία του ήταν ένα αμερικάνικο εμβατήριο. Γενικά, μετά τους Γερμανούς, που εξακολουθούσαμε όλοι οι Έλληνες να αποστρεφόμαστε, οι τωρινοί εχθροί μας ήταν οι Άγγλοι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Οι Αμερικάνοι ήταν ακόμα πολύ μακριά.

«Κυκλοφορούσε τότε το περιοδικό μας η Νέα Γενιά, θα το θυμάσαι βέβαια. Πολύ ωραίο, με ζωντανή ύλη και πολλά ποιήματα. Θυμάμαι ακόμα ένα ποίημα που διάβασα στο περιοδικό και που μ’ άρεσε πολύ, καθώς ήμουνα τότε ερωτευμένος με μια συναγωνίστρια. Το θυμάμαι ακόμα απέξω, άκου το», μου λέει κι άρχισε να απαγγέλλει:

Σε γνώρισα αδερφοποιτή στη μάχη
της λευτεριάς, ακλόνητη κολόνα,
Σουλιώτισσα καινούργια κι Αμαζόνα
κι είπα η Ελλάδα την ψυχή σου θα ’χει.

Έτσι στο νου μου, ένα εσύ μ’ Εκείνη,
θα σου το πω το αγνό μου μυστικό,
υψώθηκες πανώριο ιδανικό
κι έδωσες φως και νόημα στην Ειρήνη.

Τώρα που το ντουφέκι έχουμ’ αφήσει
στο πρόσταγμα της μάνας λευτεριάς
και σ’ άλλο στίβο αγώνα έχουμ’ αρχίσει
στρατιώτες της δουλειάς και της χαράς.

έλα ακριβή στον ήχο της καρδιάς μας
να κάνουμε τραγούδι τη ζωή,
κι από την άγια φλόγα της γενιάς μας
σε νέα γενιά να δώσουμε πνοή.

Ακούγοντάς τον να απαγγέλλει, θυμήθηκα το ποίημα. Θυμήθηκα και το ωραίο εκείνο περιοδικό μας και την πρώτη μας νιότη και συγκινήθηκα.

 «Ωραίο ποίημα, το είχα κι εγώ διαβάσει στη Νέα Γενιά. Εσύ όμως το θυμάσαι ακόμα απέξω. Ξέρεις ποιανού ποιητή είναι;»

«Να σου πω δε θυμάμαι πια».

«Θυμάσαι όμως το ποίημα. Πρέπει να έχεις γερή μνήμη».

«Από μνήμη άλλο τίποτα. Είναι το μόνο που πάντα διέθετα σε επάρκεια. Πάντως το ποίημα αυτό, πέρα από το ρομαντισμό του, εξέφραζε και το πώς σκεφτόμασταν τότε. Να γίνουμε στρατιώτες της δουλειάς σε έργα ειρηνικά. Μόνο που δε μας άφησαν.

Από τον τόπο μου έρχονταν ανατριχιαστικές ειδήσεις. Σκοτωμοί, ξυλοδαρμοί, πυρπολήσεις σπιτιών. Τα ξέρεις τώρα, τι να στα λέω. Τις αδερφές μου, που πήγαιναν στο γυμνάσιο της Καλαμάτας και ήταν φυσικά Επονίτισσες, μια μέρα οι Μαγκανάδες τις κούρεψαν και παραλίγο να τις βιάσουν. Καταλαβαίνεις; Αυτά που κάνανε οι Γάλλοι μακί στις συνεργάτισσες των Γερμανών τα κάνανε εδώ οι συνεργάτες των Γερμανών στις κοπέλες της Αντίστασης! Έγραψα τότε στους δικούς μου να έρθουν στην Αθήνα. Είχαμε συγγενείς στον Πειραιά και θα τη βολεύαμε. Η μάνα μου με τα κορίτσια ήρθανε και έτσι γλίτωσαν, ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει το σπίτι και το χτήμα.

“Δεν τα φοβάμαι εγώ αυτά τα ψοφίμια. Υπεράσπισα τον τόπο μου όταν μας χτύπησαν οι Ιταλοί, τον υπεράσπισα σαν μας καταχτήσανε, θα τον υπερασπίσω και τώρα” μου ’γραψε».

Εμένα όπως καταλαβαίνεις με είχανε ζώσει μαύρα φίδια. Τώρα δεν ήταν όπως τότε. Τώρα θα ήταν ολομόναχος. Όλοι οι δικοί μας ή σκοτώθηκαν ή είχαν ανεβεί στην Αθήνα. Ήξερα βέβαια πως δεν είχε παραδώσει το ντουφέκι του, που το είχε φέρει μαζί του στην οπισθοχώρηση από την Αλβανία και το είχε σε όλη τη διάρκεια που πολεμούσε στον ΕΛΑΣ, αλλά τι μπορούσε να κάνει μονάχος του, μόνο αν έβγαινε πάλι στο βουνό.

Τελικά δε σώθηκε. Αυτό το έμαθα δυο μήνες μετά, όταν ένας συγχωριανός μας που ανέβηκε στην Αθήνα, μας τα είπε.Πήγαν να τον πιάσουν κάπου είκοσι ένοπλοι χίτες. Αντιστάθηκε ώσπου του τέλειωσαν οι σφαίρες και τότε τον σκότωσαν, ανατινάξανε τις στέρνες, κόψανε όλες τις ελιές, σκότωσαν όλα τα ζωντανά, κάψανε το σπίτι και στη σπασμένη πόρτα του κάρφωσαν το κομμένο κεφάλι του πατέρα μου. Όπως έλεγαν κατόπιν καμαρώνοντας «ξεκλήρισαν μια κόκκινη φωλιά στη Μάνη».

Δεν μπόρεσα ποτέ να συνέλθω από την είδηση. Τον αγαπούσα βλέπεις πολύ τον γέρο μου. Μια βδομάδα έκανα σαν τρελός. Μ’ έπιασε αληθινή μανία. Δε με χώραγε το σπίτι. Η μάνα μου κι οι αδερφάδες μου δεν ήξεραν πώς να με συνεφέρουν, οι συμφοιτητές μου τα είχαν χάσει έτσι που με βλέπανε.

Τελικά αποφάσισα να πάρω το αίμα του πίσω. Χωρίς να πω τίποτα στη μάνα μου και στις αδερφές μου, πήρα το καράβι και πήγα στην Καλαμάτα. Βρήκα κάποιους συναγωνιστές, που μ’ έφεραν σ’ επαφή με τους αντάρτες και την άνοιξη του ’47 βγήκα στο βουνό. Κατατάχτηκα στο αρχηγείο Μαίναλου με αρχηγό τον Σαρηγιάννη. Με βάλανε στην ομάδα του Πέρδικα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σπουδαίος άνθρωπος ήταν!

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιαννακούρας, το Πέρδικας ήταν ψευδώνυμό του, αλλά πολλοί τον φώναζαν και Τσαπάγεφ, από τον ήρωα μιας σοβιετικής ταινίας, από τις πρώτες που είχαν έρθει μετά την απελευθέρωση και που είχαμε προλάβει να δούμε. Απλός, αμόρφωτος χωριάτης, όμως με μυαλό μεγάλου στρατιωτικού, με κύρος μεγάλου πολιτικού και με την έμφυτη σοφία του απλού ανθρώπου. Αν καθίσω και σας διηγούμαι για τον Πέρδικα, θα ξημερωθούμε και δε θα προφτάσω να σας πω την περιπέτεια που έζησα.

Ένα μόνο θα σας πω, για να καταλάβετε γιατί τον είπα σοφό: Σε μας, στο αντάρτικο, ένα σοβαρό πρόβλημα ήταν οι ψείρες. Ανυπόφορο βάσανο, που δεν ξέραμε πώς να το αντιμετωπίσουμε. Είχαμε μάθει πως στις πόλεις τελευταία τις αντιμετώπιζαν με ένα θαυματουργό αμερικάνικο εντομοκτόνο, το ΝτιΝτιΤί, εμείς όμως πού να το βρούμε στο βουνό. Λοιπόν ο Πέρδικας βρήκε μια καταπληκτική λύση. Είχε επισημάνει κάποια δέντρα ή θάμνους όπου ανεβοκατέβαιναν συνεχώς μερμήγκια. Λοιπόν κρεμάγαμε ή ακουμπάγαμε τα ψειριασμένα ρούχα μας σ’ αυτά τα δέντρα και σε λίγο γέμιζαν με μερμήγκια που άρπαζαν τις ψείρες και τις πήγαιναν στη φωλιά τους. Σε δυο ώρες και το πιο ψειριασμένο ρούχο ήταν καθαρό από ψείρες και κόνιδες. Καταπληκτικό έ;

Σπουδαία παλικάρια ήταν και τα αδέρφια Δουμουλάκη, που τα γνώρισα, ιδίως ο Ετεοκλής, που όπως θα έμαθες, πέθανε το ’52 από την πείνα και τα τραύματά του, κλεισμένος, ποιος ξέρει πόσον καιρό, σε μια σπηλιά. Εγώ όμως ήθελα να πάω στο αρχηγείο του Ταΰγετου, κοντά στους δικούς μου. Ήξερα άλλωστε και τον Καμαρινό και τον Κονταλώνη και τον Πρεκεζέ, που ήταν μαζί με τον πατέρα μου στον ΕΛΑΣ.

Αυτό το πέτυχα στις αρχές του ’48, όταν ήρθε από την Πίνδο ο στρατηγός, ο Στέφανος Γκιουζέλης με το επιτελείο του και αναδιοργανώθηκε όλο το αντάρτικο του Μοριά. Έγινε η Τρίτη Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού και συγκροτήθηκαν δύο Ταξιαρχίες, ενώ τα παλιά αρχηγεία γίνανε Δυνάμεις Χώρου. Την άνοιξη του ’48 με στείλανε στο δεύτερο Τάγμα της 55ης Ταξιαρχίας. Τότε κυριαρχούσαμε σ’ όλο τον Μοριά, εκτός από τις πόλεις και τα κεφαλοχώρια. Είχαμε φτιάξει κανονικό κράτος, με λαϊκή αυτοδιοίκηση και λαϊκά δικαστήρια. Βγάζαμε και εφημερίδα, τον Μωριά, τυπωμένη σε κανονικό τυπογραφείο, όχι σε πολύγραφο. Λειτουργούσανε δημοτικά σχολεία σε όλα τα ελεύθερα χωριά και σε ορισμένα, όπως στα Τρόπαια και σ’ άλλα, λειτούργησε και γυμνάσιο. Μέχρι και παιδαγωγική ακαδημία δημιουργήθηκε στην Κοντοβάζαινα, για να βγάζει δασκάλους.

Γενικά στην ύπαιθρο επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός και είχαν προσχωρήσει σε μας πολλοί νέοι, εκτός του ότι πολλοί στρατιώτες που πιάσαμε αιχμαλώτους στις μάχες, ήταν παλιοί αριστεροί και αυτομολήσανε σε μας. Ο μεγάλος αριθμός των ανταρτών όμως χρειαζόταν και αξιωματικούς που εμείς δεν είχαμε. Τότε, το φθινόπωρο του ’48, ιδρύθηκε Σχολή Αξιωματικών του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοναστήρι, κοντά στη Δίβρη. Με πρόταση του Πρεκεζέ, με στείλανε εκεί. Διοικητής της Σχολής ήταν ο Κώστας ο Κανελλόπουλος. Εκπληκτικός άνθρωπος. Πολύπλευρα μορφωμένος και ταυτόχρονα άνθρωπος της δράσης, και με διοικητικά χαρίσματα. Ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και ήταν αξιωματικός στον ΕΛΑΣ. Μετά τη Βάρκιζα πέρασε από το Μπούλκες και στο Μοριά ήρθε με τον Γκιουζέλη και το άλλο επιτελείο.

Μη θαρρείς πως κάναμε μόνο μαθήματα σε αίθουσες. Τα πιο πολλά γίνονταν στις ασκήσεις και στις μάχες. Η φοίτηση ήταν τρίμηνη και μόλις αποφοίτησα με ξαναστείλανε, ανθυπολοχαγό πια, στο Τάγμα μου. Εκεί συνάντησα τον Επίτροπο του Τάγματος. Ήταν Μανιάτης, παλιός κομμουνιστής, που είχε κάνει στην Ακροναυπλία, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει, όταν τους παραδώσανε στους Γερμανούς κι αυτοί τους κλείσανε στο Χαϊδάρι. Στην αρχή, να σου πω, δε μου γέμιζε το μάτι. Έκανε σα να τα ’ξερε όλα. Ύστερα, ενώ εκείνον τον καιρό ήμασταν όλοι αισιόδοξοι, πως όπου να ’ναι θα καταρρεύσει ο μοναρχοφασισμός, αυτός ήταν συγκρατημένος. Όχι πως ήταν απαισιόδοξος ή ηττοπαθής, αλλά νά, μας προσγείωνε στην πραγματικότητα, καμιά φορά άγαρμπα.

Θυμάμαι μια συζήτηση, στην έδρα του τάγματός μας. Ήτανε αρχές Δεκεμβρίου θυμάμαι και μόλις είχα γυρίσει από τη Σχολή στο Τάγμα. Είχαμε τότε πολύ κουράγιο και μεγάλον ενθουσιασμό και σχεδιάζαμε να προχωρήσουμε σε καταλήψεις πόλεων για να διευρύνουμε την απελευθερωμένη περιοχή μας. Ο επίτροπος όμως μας προσγείωσε.

«Να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα» μας λέει. «Δεν έχουμε λύσει δυο βασικά προβλήματα: τον ανεφοδιασμό μας με πολεμικό υλικό και τις εφεδρείες. Ώς τώρα οι μοναρχοφασίστες έχουν ρίξει όλο το βάρος τους στο Γράμμο κι εδώ έχουν αφήσει τη Χωροφυλακή, τους μάυδες και κάτι μικρές μονάδες του Στρατού για να μας συγκρατούν, αλλά ώς πού θα πάει αυτό; Η κυριαρχία του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοριά διαψεύδει το κυριότερο επιχείρημά τους περί “έξωθεν επιβουλής”. Δε θα μας αφήσουν ήσυχους. Πρέπει λοιπόν από τώρα να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε κάποια μεγάλη μονάδα του μοναρχοφασιστικού στρατού. Ανεξάρτητα από το πώς θα λύσουμε το πρόβλημα του ανεφοδιασμού μας, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε μερικά σίγουρα, απρόσιτα στον εχθρό καταφύγια, για τους τραυματίες και τα εφόδιά μας».

Τότε τον πήρα παράμερα και του μίλησα για τη σπηλιά.

Είδα πως ενδιαφέρθηκε ζωηρά.

«Την άλλη βδομάδα, που θα κάνουμε μιαν επιθετική κρούση προς την Καστανιά, θα έρθεις μαζί και στο γυρισμό θα μου τη δείξεις» μου λέει.

Πράγματι, γυρνώντας από την επιχείρηση, που ήταν πολύ εύκολη και αναίμακτη, πήγαμε οι δυο μας κι ένας ακόμα έμπιστος αντάρτης, ο Αποστόλακας και τους έδειξα τη σπηλιά.Μπήκαμε μέσα και προχωρήσαμε ώς τον «υπόγειο ναό». Ο επίτροπος εντυπωσιάστηκε. Όταν γυρίσαμε στο Τάγμα το κουβέντιασε με τον Θόδωρο Πρεκεζέ, τον διοικητή μας.

«Μπορούμε να την κάνουμε νοσοκομείο για τους τραυματίες μας, βάση εφοδιασμού και εν ανάγκη κρησφύγετο» του έλεγε.

Ο Αποστόλακας όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις.

«Δεν κάνει για νοσοκομείο και για βάση ανεφοδιασμού. Και ξέδρομα είναι και εύκολα κλείνεται. Ύστερα, δεν είδατε πως από μέσα της βγαίνει νερό; Αν φράξουνε τη μπασιά της, που εύκολα χτίζεται, έτσι στενή που είναι, θα πλημμυρίσει κι όσοι βρεθούνε μέσα θα πνιγούν σαν τα ποντίκια, όπως πάθανε οι Καλλιαζιώτες».

Και μας εξήγησε πως τον καιρό της Επανάστασης, ο Μπραήμης, αφού αποκρούστηκε στη Βέργα του Αρμυρού και στον Δυρό, προσπάθησε, για τρίτη φορά, να μπει στη Μάνη, από τα ανατολικά τώρα. Τότε τα γυναικόπαιδα και οι γέροι ενός χωριού, της Κάλλιαζης, που βρισκόταν πάνω στο δρόμο του, καταφύγανε σε μια σπηλιά, όπου μέσα υπήρχε και πηγή.

Μετά τη νίλα που έπαθαν στον Πολυάραβο, οι στρατιώτες του Μπραήμη, περνώντας απέξω από τη σπηλιά άκουσαν κλάματα μωρών και κουβέντες μεγάλων. Δοκίμασαν να μπουν μέσα αλλά από τις ντουφεκιές που τους τράβηξαν οι κλεισμένοι, κατάλαβαν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.

Σοφίστηκαν τότε να κλείσουν τη μπασιά της σπηλιάς μ’ έναν βράχο που τον κύλησαν ώς εκεί και τον έχτισαν κανονικά. Κανείς δεν έμαθε τι απογίνανε τα γυναικόπαιδα της Κάλλιαζης. Φαντάστηκαν πως τα τράβηξε ο Μπραήμης στην Αραπιά. Μονάχα ύστερα από εκατό χρόνια, όταν ένας χωριάτης έβαλε φουρνέλο και ξεκόλλησε ο βράχος και μαζί με το νερό που ξεχύθηκε κύλησαν στο λόγγο ένα σωρό κόκαλα και κρανία, μαθεύτηκε η αλήθεια.

Ο επίτροπος όμως δεν παραδέχτηκε αυτόν τον κίνδυνο.

«Η σπηλιά αυτή έχει κι άλλες μπασιές, απ’ όπου θα φύγει το νερό» είπε με σιγουριά, σα να την είχε φτιάξει ο ίδιος.

«Εμένα μια φορά δε μ’ αρέσει. Σαν ποντικοπαγίδα είναι» επέμεινε ο Αποστόλακας.

Τελικά ο Πρεκεζές έδωσε τη λύση: Η σπηλιά θα χρησίμευε μόνο σαν βάση ανεφοδιασμού. Ούτε νοσοκομείο, ούτε καταφύγιο.

Έτσι σιγά σιγά, εγώ με τον Αποστόλακα και δυο άλλους αντάρτες συγχωριανούς του, κάτι πανύψηλους και πολύ χειροδύναμους Μαυρομανιάτες, κουβαλήσαμε και κρύψαμε στον  «υπόγειο ναό» μερικές κάσες με πυρομαχικά, κονσέρβες με κορνμπήφ και γάλα εβαπορέ, κουτιά με επιδέσμους και φάρμακα, κάμποσες στολές και ασπρόρουχα, έναν τενεκέ με φωτιστικό πετρέλαιο και τρία φανάρια πετρελαίου, από αυτά που τα λένε «φανούς θυέλλης». Την ύπαρξη της σπηλιάς την κρατήσαμε τελείως μυστική. Την ξέραμε μονάχα πέντε άτομα.

Ύστερα, όλα άλλαξαν απότομα και ραγδαία. Τα Χριστούγεννα του ’48 γίνανε σε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου ομαδικές συλλήψεις, όχι μόνο όσων αριστερών είχαν απομείνει άπιαστοι, αλλά και βενιζελικών και οπαδών άλλων κομμάτων. Κάπου είκοσι χιλιάδες άνθρωποι πιάστηκαν και στάλθηκαν αμέσως στο Μακρονήσι και το Τρίκερι. Μπορεί να μη μας έβλαψαν άμεσα αυτές οι συλλήψεις. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πια καμιά πρόσβαση στις πόλεις, αλλά δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα φοβίας. Μας φάνηκε πως όλα πάγωσαν. Κατόπιν, αρχές του ’49 ήρθε στο Μοριά από το Γράμμο η Ένατη Μεραρχία και άρχισε η διάλυση των τμημάτων μας. Μέσα σε πέντε μήνες όλα είχαν τελειώσει. Βλέπεις δεν είχαμε καθόλου πυρομαχικά. Όπως θα έχεις μάθει, το Γενικό Στρατηγείο μάς είχε στείλει σημαντικά εφόδια με ένα καΐκι, που ξεκινώντας από την Αλβανία, έφερε γύρα την Πελοπόννησο και άραξε στο Κυπαρίσσι, έναν απόμερο κόλπο στην Κυνουρία, κοντά στο Λεωνίδιο. Θυμάμαι πώς γιορτάσαμε αυτή την επιτυχία. Μόνο που στην επόμενη αποστολή το καΐκι το εντοπίσανε τα περιπολικά του στόλου και το βούλιαξαν λίγο πριν φτάσει στον Φωκιανό. Κι όχι μόνο χάσαμε τα πολύτιμα εφόδια, αλλά έπεσε στα χέρια τους το ημερολόγιο που κρατούσε ο καπετάνιος του, όπου τα έλεγε όλα χαρτί και καλαμάρι. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύτηκαν οι κυβερνητικοί. Το δημοσίευσαν όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες. Βρήκαν βλέπεις μιαν απόδειξη για την ενίσχυσή μας από το εξωτερικό. Άλλες δυο προσπάθειες που έγιναν από τότε, να μας στείλουν εφόδια με καΐκια, αποτύχανε. Έτσι αναγκαστικά παίρναμε όπλα και πυρομαχικά από τους αντιπάλους. Έπρεπε όμως οι επιθέσεις που κάναμε να τελειώνουν γρήγορα, πριν μας σωθούν οι σφαίρες. Για όλες τις άλλες ενέργειές μας αυτοσχεδιάζαμε. Αφού για να κόψουμε μια φορά τη σιδηροδρομική γραμμή Τρίπολης-Καλαμάτας, παλεύαμε με αξίνες και κασμάδες να ξεκολλήσουμε τις ράγες από τα ξύλα! Πού να βρεθεί δυναμίτης;

Καταλαβαίνεις λοιπόν πόσο άνισος ήταν ο αγώνας. Δεν ήταν μονάχα ο στρατός ή έστω η χωροφυλακή, που ήταν εκατονταπλάσιοι από μας. Είχαμε και το χιταριό, τους μάυδες και τους παρακρατικούς. Όχι πως αυτοί μας πολεμούσαν. Δεν κοτούσαν, τσακάλια ήταν, που όσον καιρό επικρατούσαμε εμείς στην ύπαιθρο είχαν λουφάξει στις πόλεις. Τώρα όμως έρχονταν πίσω από το στρατό, ρημάζανε τον κόσμο και δε μας άφηναν να ανασυγκροτηθούμε όταν ξεφεύγαμε διασπώντας τους κλοιούς και τις ενέδρες. Παρ’ όλα αυτά δεν το βάλαμε κάτω. Πολεμήσαμε ώς το τέλος.

(συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 69 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2019

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, έγραφε κάθε Τρίτη μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης την οποία, από τότε που άρχισα το ιστολόγιο, την αναδημοσίευα εδώ.

Μετά τον θάνατό του, άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες τα βιβλία του (ή αποσπάσματα από τα βιβλία του), όχι όμως πια κάθε Τρίτη αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη -για να κρατήσουν περισσότερο. Από σήμερα και για λίγες συνέχειες θα δημοσιεύσω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

 

ΧΘΟΝΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Στον Μιχάλη Λιαρούτσο

Την ιστορία αυτή την άκουσα το καλοκαίρι του ’75, σ’ ένα χωριό της Μάνης, γειτονικό με το δικό μου, όταν είχαμε πάει με τον ξάδερφό μου για μια σύντομη εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πως πέρασα καλά, μ’ όλο που η επίσκεψη στα πατρογονικά μου, που είχα να τα περπατήσω από παιδάκι, με συγκίνησε. Μου χάλασαν τη διάθεση οι συζητήσεις που είχα με συγγενείς, τρίτου και τετάρτου βαθμού, που αναπόφευκτα μας επισκέφτηκαν για να γνωρίσουν τα εγγόνια του «γερο-Δημήτρη», του παππού μας δηλαδή, που όπως φαίνεται υπήρξε στον καιρό του επιβλητική προσωπικότητα. Στη Μάνη εξακολουθούν να υπολογίζονται αυτές, οι κάπως απομακρυσμένες συγγένειες.

Καθώς ήταν η περίοδος αμέσως μετά την πτώση της χούντας, υπήρχε έντονη πολιτικοποίηση, ακόμα και σ’ αυτά τα απόμερα χωριά. Μόνο που εδώ η πολιτικοποίηση ήταν μονόπλευρη. Όλοι οι συνομιλητές μας, χωρίς εξαίρεση, εκτός του ότι δεν είχαν ακόμα σαφή επίγνωση της σημασίας των πολιτικών αλλαγών που έγιναν στον τελευταίο χρόνο, δεν είχαν δηλαδή χωνέψει πως δεν υπήρχε πια μοναρχία και πως η χούντα ήταν οριστικό παρελθόν, δεν έκρυβαν τη νοσταλγία τους για την επταετία και έδειχναν φανερά απογοητευμένοι με τον Καραμανλή, που τον ταύτιζαν περίπου με τους κομμουνιστές. Στη ρύμη του λόγου τους πολλοί θυμήθηκαν τα κατορθώματά τους στην περίοδο του Εμφυλίου και μας τα περιγράψανε με γλαφυρότητα, χωρίς να νιώσουν την ανάγκη να κρύψουν τίποτα και χωρίς να αντιληφθούν ή να υπολογίσουν τις αντιδράσεις μας.

Την τελευταία βραδιά την περάσαμε στο σπίτι ενός κουμπάρου μας. Η βραδιά εξελίχθηκε σε ωραία βεγγέρα και, με το θάρρος που μου έδωσε το κρασί, τους είπα την άποψή μου για τις αγριότητες των νικητών του Εμφυλίου, που μόλις είχα μάθει από πρώτο χέρι. Ουσιαστικά μίλησα σαν εκπρόσωπος, τρόπον τινά, της άλλης πλευράς, των ηττημένων κι αυτό δυσαρέστησε πολλούς και αγρίεψε κάποιους, ενώ μονάχα ένας, άγνωστός μου, καλεσμένος επίσης του κουμπάρου μας, με κοιτούσε με κάποιο αδιόρατο επιδοκιμαστικό χαμόγελο, χωρίς όμως να πάρει ούτε μια φορά το λόγο, σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας (λογομαχίας καλύτερα). Ο οικοδεσπότης μας, νιώθοντας φαίνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λογαριασμό των άλλων, με πήρε αργότερα παράμερα και  μου εξήγησε χαμηλόφωνα:

«Μη νομίζεις πως τα δικαιολογώ όλα αυτά. Ούτε όλοι οι δεξιοί είμαστε, έτσι. Αυτοί που κάνανε αυτά τα πράγματα, όπως τη σφαγή στις φυλακές στο Γύθειο, τους σκοτωμούς στη Βαμβακού και τα ξεκληρίσματα ολόκληρων αριστερών οικογενειών, σαν του Πέτρουλα και πολλών άλλων, όλοι αυτοί, καθάρματα ήταν. Να σκεφτείς πως επιχείρησαν να κάνουν τα ίδια με το Γύθειο και στις φυλακές της Σπάρτης και όταν βγήκε μπροστά να τους μποδίσει ο διοικητής της φρουράς (ταγματάρχης της Χωροφυλακής ήτανε), τον εσκοτώσανε. Αυτό όμως έσωσε τους κρατούμενους γιατί η φρουρά τούς  διασκόρπισε. Και για το σκοτωμό του Κατσαρέα δεν είναι καθαρά τα πράγματα. Ήταν μετρημένος και, για την εποχή και τις περιστάσεις, μπορούμε να πούμε πως ήτανε ανθρωπιστής, δεν ήτανε Παυλάκος να πούμε. Έχω ακούσει πως δεν τον σκότωσαν οι συμμορίτες, αλλά δικοί μας. Βλέπεις είχε γίνει πολύ δημοφιλής και κάποιος, που έχει τη Μάνη πολιτικό του φέουδο, φοβόταν πως αν κατέβαινε μετά το συμμοριτοπόλεμο στις εκλογές θα του έτρωγε την έδρα. Αυτά βέβαια σου τα λέω με κάθε επιφύλαξη και σε παρακαλώ να μην τα πεις πουθενά, ή αν τα πεις, μη με αναφέρεις».

Φεύγοντας, θα ήταν περασμένες έντεκα, ο άγνωστος εκείνος μας πρόφτασε την ώρα που μπαίναμε στο αμάξι μας.

«Αν σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις μιαν απίστευτη ιστορία, για κείνα τα χρόνια, πέρνα αύριο το πρωί από το σπίτι μου, μένω εδώ κοντά, στο Κρυονέρι. Καληνύχτα».

Μου μίλησε εγκάρδια και στον ενικό και μου είπε το όνομά του, γιατί  κατά τη διάρκεια της βραδιάς δε μας είχαν συστήσει. «Ποιος είν’ αυτός; Τόνε ξέρεις;» ρώτησα τον ξάδερφο, που διατηρούσε περισσότερους δεσμούς με τα μέρη μας.

«Πολύ λίγο. Είναι από μια παλιά αριστερή οικογένεια, που ξεκληρίστηκε. Όπως έμαθα είχε βγει στο βουνό στο δεύτερο αντάρτικο και είναι από τους λίγους που γλίτωσαν».

Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα, περάσαμε από το σπίτι του Ηλία –έτσι  λεγόταν ο άγνωστος– και  τα είπαμε. Μας διηγήθηκε δια μακρών, πώς γλίτωσε κρυμμένος επί μήνες μέσα σε μια σπηλιά στον Ταΰγετο. Η αφήγησή του κράτησε ώς το απόγεμα, γιατί η γυναίκα του, πιστή στο πνεύμα της μανιάτικης φιλοξενίας, επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι και εν συνεχεία να πιούμε τον καφέ στην απόσκια αυλή του σπιτιού τους. Γενικά μας περιποιήθηκε με την πατροπαράδοτη αρχοντιά των παλιών Μανιατών και ταυτόχρονα με μιαν αφοπλιστική εγκαρδιότητα, που μας έκανε να νιώσουμε σα να ήμασταν στο σπίτι μας.

Την αφήγηση του Ηλία τη μεταφέρω εδώ όπως τη θυμάμαι, γιατί, μολονότι πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια, εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Τη γεωλογική, κατά κάποιον τρόπο, περιγραφή της σπηλιάς, που μου έκανε, την έχω εμπλουτίσει με  ακριβέστερα δικά μου στοιχεία, γιατί πώς να το κάνουμε, αυτός, όπως με πληροφόρησε, είχε σπουδάσει φιλόλογος, ενώ εγώ έβγαλα το Πολυτεχνείο. Όλα όμως τα άλλα τα μεταφέρω όπως μου τα είπε και όπως τα θυμάμαι.

1

Το βουνό, που στα σπλάχνα του βρίσκεται η σπηλιά, είναι  ένα από τα ψηλότερα της Ελλάδας και ίσως το μακρύτερο, με την έννοια πως είναι μονοκόμματο χωρίς πολλά σπασίματα. Ορθώνεται σαν τοίχος, με κατεύθυνση από το βορρά στο νότο και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μιας χερσονήσου, που δείχνει σαν τεντωμένο δάχτυλο την Αφρική.

Το βορινό και ψηλότερο τμήμα του είναι κατάφυτο. Ελάτια στα ψηλώματα, βελανιδιές, σκίνα και πουρνάρια στις πλαγιές, ρείκια, κουμαριές και βάτοι στις κοιλάδες και στις ρεματιές, ελιές, αμπέλια και γεννήματα στις λούρες, στους ξεχερσωμένους αναβαθμούς δηλαδή. Αντίθετα το νότιο τμήμα του είναι  γυμνό και κατάξερο. Δεν υπάρχει δέντρο για να ρίξει μια σκιά σε άνθρωπο, δεν υπάρχει πηγή για να ξεδιψάσει ο περαστικός.

Η μάζα του βουνού είναι ασβεστολιθική. Ασβεστόπετρες και κάπου κάπου μάρμαρα, άσπρα και έγχρωμα. Μόνο σε μερικές μεριές βρίσκει κανείς τίκλες, δηλαδή σχιστόλιθους. Οι γεωλόγοι λένε πως το βουνό είναι μικρής ηλικίας, αλλά αυτοί μετρούν αλλιώτικα  το χρόνο, γιατί οι πτυχώσεις του φλοιού της Γης το δημιούργησαν, μαζί με τα άλλα βουνά της χώρας μας, πολύ πριν οι άνθρωποι περπατήσουν στον πλανήτη.

Στα αμέτρητα χρόνια που κύλησαν, οι βροχές κάθε χειμώνα εισχωρούσαν μέσα στη μάζα του βουνού. Το βρόχινο νερό, πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα, διέλυε τον ασβεστόλιθο και έσκαβε μέσα  στα σπλάχνα του κοιλότητες, που σιγά σιγά ενώθηκαν για ν’ αποτελέσουν είτε μεγάλους ψηλοθόλωτους θαλάμους, είτε μακρότατα φιδογυριστά λαγούμια, στοές και καταβόθρες. Έτσι δημιουργήθηκε αυτή η τεράστια σπηλιά, που πήρε το τωρινό πολύπλοκο σχήμα της πολύ πριν ξεκινήσει η περιπέτεια του ανθρώπου.

Από τότε η φύση την εμπλούτιζε συνεχώς με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αποθέσεις δηλαδή κρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου, που ξανάπαιρνε τη στερεά μορφή, χάνοντας διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Οι σταλακτίτες αυτοί αλλού σχημάτιζαν πολύχρωμα κρόσσια ή περίτεχνα παραπετάσματα και αλλού, ενωμένοι με τους αντίστοιχους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν από κάτω τους, δημιουργούσαν μεγαλοπρεπείς κίονες Την εφοδίασε ακόμη με πηγές ανήλιαγου νερού, υπόγεια ρέματα και εσωτερικές λίμνες. Σ’ ένα δυο σημεία της, λόγω της σύστασης των πετρωμάτων του βουνού η σπηλιά ήταν τελείως γυμνή και ξερή. Ούτε σταλαχτίτες, ούτε κίονες, ούτε ανήλιαγο νερό, σε ένα άλλο σημείο της πάλι μεσολαβούσε ένα βαθύ βάραθρο, ξέσκεπο από πάνω, περίκλειστο όμως από παντού αλλού.

Αν εξαιρέσουμε κάποια ανοίγματα στην οροφή ενός ή δύο θαλάμων, μια ή δυο καταβόθρες και το βάραθρο που ανέφερα, η τεράστια σπηλιά έχει μονάχα δυο μπασιές. Η μία βρίσκεται στο βάθος μιας μικρής βαθιάς χαράδρας, που με δυο λοξέματα βγάζει σε μια μεγαλύτερη κοιλάδα, ψηλά, στο βορινό μέρος του βουνού κι η άλλη στο κεντρικό του τμήμα, στην ακτή ενός κόλπου. Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως τα δυο αυτά ανοίγματα, που τα χωρίζουν πενήντα και πάνω χιλιόμετρα κακοτράχαλου βουνού, ανήκουν στην ίδια σπηλιά. Άλλωστε σπηλιές κάθε μεγέθους και μορφής αφθονούν στο βουνό. Μπορεί να φτάνουν τις εκατό. Σπηλιές που υπήρξαν μονιές και φωλιές αγριμιών, καταφύγια ανθρώπων σε δύσκολους καιρούς, ιερά πανάρχαιων λατρειών,  ακόμα και αποθήκες, στάνες και γαλάρια.

Ενώ στην ορεινή μπασιά της σπηλιάς μονάχα αλεπούδες και άλλα αγρίμια μπαινόβγαιναν, στην άλλη, την παραθαλάσσια, είχαν από τα πανάρχαια χρόνια εγκατασταθεί άνθρωποι. Και όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε άλλες δύο, μεγαλύτερες μάλιστα, σπηλιές, που βρίσκονται δίπλα της, στον ίδιο κόλπο. Αυτά τα σπήλαια είχαν κατοικηθεί για χιλιάδες χρόνια από ολόκληρες κοινότητες νεολιθικών ανθρώπων, ώς τη στιγμή που τους έδιωξε από κει κάποιος τρομακτικής έντασης σεισμός, που έφραξε τα στόμιά τους. Έτσι τα δύο αυτά σπήλαια ξεχάστηκαν και ανακαλύφθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία μετά τον πόλεμο, εξερευνήθηκαν συστηματικά σε βάθος τριών και πάνω χιλιομέτρων και αξιοποιήθηκαν τουριστικά. Το τρίτο, η έξοδος της μεγάλης σπηλιάς, δεν είχε αυτή την τύχη και μ’ όλο που υπήρξε καταφύγιο διωκόμενων από την αρχαιότητα, κανείς δεν το έχει ακόμα εξερευνήσει σε μεγάλο βάθος και κανείς δεν υποπτεύθηκε πως συνεχίζεται σε τέτοια απίστευτη απόσταση.

«Αυτή τη σπηλιά μου την έδειξε ο πατέρας μου, όταν έγινα δώδεκα χρονών» συνέχισε ο Ηλίας, όταν τέλειωσε η περιγραφή της σπηλιάς.

Ο πατέρας μου ξέρεις, ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Από τους λίγους μορφωμένους αγρότες. Μορφωμένος με τα μέτρα εκείνης της εποχής εννοείται. Το σχολαρχείο είχε βγάλει, που φαίνεται πως ήταν τότε σπουδαίο σχολειό. Ήξερε και λίγα γαλλικά και ήταν συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό γεωργικό περιοδικό.

Σ’ αντίθεση με τους άλλους αγρότες, που ζήτημα είναι αν κάνανε στα χωράφια τους πενήντα μεροκάματα το χρόνο, κυρίως καματεύοντας και κλαδεύοντας, αφήνοντας στις γυναίκες όλες τις άλλες δουλειές, ξέρεις τώρα: ξεβοτανίσματα, τσαπίσματα και τα λοιπά, ο πατέρας μου σκοτωνότανε στη δουλειά. Από το πρωί ώς το βράδυ ήταν στα χωράφια. Έτσι, ενώ άλλα χτήματα, πιο μεγάλα, δίνανε μόνο λάδι, το δικό μας έδινε απ’ όλα. Στις λούρες είχε τις ελιές, που καλοκλαδεμένες, καμάρωναν σα νυφούλες. Γύρω από το σπίτι είχε φτιάξει ολόκληρο περιβόλι, πράγμα σχεδόν άγνωστο σ’ αυτά τα ορεινά χωριά. Το νερό ούτε σήμερα είναι άφθονο στα μέρη μας, τότε ήταν ακόμα λιγότερο. Ο πατέρας μου όμως ανακάλυψε μια πηγούλα στην άκρη του λόγγου που κλείνει το χτήμα μας από το νοτιά. Τη φρόντισε, την καλλιέργησε, έκοψε δυο λεύκες που φύτρωναν δίπλα της και τραβούσαν όλο το νερό και λίγο πιο κάτω έχτισε στέρνα τσιμεντένια, που χωρούσε κοντά πενήντα κυβικά. Μια μικρότερη έφτιαξε πιο ψηλά, στο φρύδι της πλαγιάς και με ανεμόμυλο ανέβαζε το νερό από την κάτω στέρνα στην επάνω. Από αυτήν με σωλήνες το έστελνε στο περιβόλι και στο σπίτι. Ήταν, εκείνα τα χρόνια, το μοναδικό σπίτι με τρεχούμενο νερό σε όλη την περιοχή. Είχε ακόμα γουρούνια, τρεις γελάδες, καμιά δεκαριά γίδες, κότες, πάπιες, δυο μουλάρια και το σκύλο του τον Κανέλλο.

Η μάνα μου μπορεί να μη δούλευε στα χωράφια όπως όλες οι Μανιάτισσες τότε, αλλά ύφαινε στον αργαλειό, έπλεκε, έραβε τα ρούχα μας, έπηζε τυρί και μυζήθρα, έφτιαχνε σύγγληνα, έβαζε κρασί και έτσι δε μας έλειπε τίποτα. Με τον πατέρα μου είχαν παρθεί με έρωτα και όσο θυμάμαι ζούσανε αγαπημένοι. Ταίριασαν και τα δυο σόγια μας και, καθώς οι γονιοί μου ήταν άνθρωποι γλεντζέδες, στο σπίτι μας γίνονταν ταχτικά γλέντια και χαρές

Όταν δεν είχε τι να κάνει στο χτήμα, ο πατέρας μου έπαιρνε το ντουφέκι του και με τον Κανέλλο συντροφιά, πήγαιναν κυνήγι. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι, ακολουθώντας τα ίχνη μιας αλεπούς, μπήκε στη χαράδρα κι έφτασε ώς τη σπηλιά. Αυτό έγινε το 1934. Από τότε πήγε πολλές φορές και την εξερεύνησε συστηματικά και μεθοδικά, σα να ήταν σπουδασμένος σπηλαιολόγος. Είχε βάλει σημάδια για να βρίσκει αλάθευτα το δρόμο του από τη μπασιά ώς τους δυο μεγάλους θαλάμους στο εσωτερικό της, χωρίς να χάνεται στις διακλαδώσεις, που οδηγούσαν ποιος ξέρει πού.

Όταν έγινα δώδεκα χρονών, λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος, με πήρε μαζί του. Στην αρχή νόμισα πως θα πηγαίναμε κυνήγι, αλλά αυτός με πήγε να δω τη σπηλιά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι συγκλονιστική εντύπωση μου έκανε αυτή η διείσδυση στα έγκατα του βουνού. Σαν φτάσαμε στον δεύτερο θάλαμο άναψε μια μεγάλη φωτιά με φρύγανα και κλαδιά που κουβαλήσαμε μπαίνοντας. Στην κοκκινωπή λάμψη της φάνηκε σε όλη τη μεγαλοπρέπεια το εσωτερικό του, στολισμένο με σταλαχτίτες, που αλλού σχημάτιζαν κροσσωτά παραπετάσματα, αλλού κρέμονταν σαν πέτρινες μέδουσες κι αλλού δημιουργούσαν αληθινές κολόνες, καθώς είχαν συνενωθεί με τους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν ταυτόχρονα στο έδαφος από κάτω τους. Η επιφάνεια όλων αυτών των φυσικών στολιδιών ήταν σκεπασμένη με κρυστάλλους που αστραποβολούσαν, στη λάμψη της φωτιάς που είχαμε ανάψει. Ένιωθα σα να βρισκόμασταν στη μέση μιας μεγαλόπρεπης καταστόλιστης εκκλησιάς. Ο πατέρας μου βάφτισε το θάλαμο αυτόν «υπόγειο ναό». Μου έδειξε και μια πηγή στη μια πλευρά του, απ’ όπου έτρεχε κελαρύζοντας ανήλιαγο νερό.

Τι να σου πω. Μου φάνηκε πως έπαιρνα μέρος σε μια μυσταγωγία, σ’ ένα είδος μύησης, προ πάντων όταν μ’ έβαλε να ορκιστώ πως δε θα μαρτυρήσω σε κανέναν το μυστικό της σπηλιάς.

«Κάποτε μπορεί να μας φανεί χρήσιμη» μου είπε, γιατί ξέχασα να σου πω πως είχε βγάλει κακό όνομα. Είχε πρωτοστατήσει σε κάποιαν εξέγερση στην Αρεόπολη το 1928, όταν εξαγριωμένοι από τους φόρους χωριάτες κατέλαβαν το κτίριο της εφορίας και από τότε τον θεωρούσαν αριστερό, αν όχι κομμουνιστή, πράγμα πρωτάκουστο και πολύ επίφοβο, εκείνο τον καιρό, στα μέρη μας.

(Συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 16 – Επίλογος

Posted by sarant στο 12 Νοεμβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η σημερινή δέκατη έκτη συνέχεια είναι και η τελευταία, ο επίλογος του βιβλίου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ω γενναία της Ελλάδος
τέκνα, ψυχαί που επέσατε
εις τον αγώνα ανδρείως.

Ανδρέας Κάλβος

Η τελευταία πράξη της τραγωδίας γράφτηκε τέσσερις μήνες αργότερα, στο Έκτακτο Στρατοδικείο Αθηνών, ένα από τα πιο ματοβαμμένα δικαστήρια σκοπιμότητας της εποχής του Εμφυλίου Πολέμου.

Στις 29 Ιουλίου πενηνταέξι αριστεροί της Χίου δικάστηκαν «για συμμετοχή τους στην ανταρσία». Η δίκη κράτησε πολλές μέρες. Τελικά από τους κατηγορούμενους δεκατέσσερις κα-ταδικάστηκαν σε θάνατο. Είναι οι I. Τράτσης, Κ. Ζερβός, Π. Γεωργούλης, Δ. Ψιακής, I. Πλακωτάρης, Κ. Καραμανλής, Μ. Τζιώτης, παπά-Ξενάκης, Λ. Κουκούλης, Π. Ανδριώτης, (όλοι αυτοί δικάστηκαν παμψηφεί), Γ. Τσουκαλάς, Κ. Ξύδας, Μ. Βατάκης, (με ψήφους 4 προς 1) και Μ. Πανέρης, (με ψήφους 3 προς 2).

Καταδικάστηκαν επίσης δώδεκα σε ισόβια και δέκα σε πρόσκαιρα δεσμά. Ανάμεσα σ’ αυτούς κι ο ποιητής Φώτης Αγγουλές. Οι υπόλοιποι είκοσι αθωώθηκαν.

Οι μάρτυρες κατηγορίας προσπάθησαν με τις καταθέσεις τους να δημιουργήσουν την εικόνα ευρύτερης συνωμοσίας, στα πλαίσια της «έξωθεν επιβουλής». Εξετάζοντας όμως τα πραχτικά της δίκης, βλέπουμε τόσο χοντροκομμένες ανακρίβειες, που καταστρέφουν την προσπάθεια αυτή. Για παράδειγμα η συνδιάσκεψη, που έγινε στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1947, και στην οποία αποφασίστηκε η ανασυγκρότηση των οργανώσεων της αριστερός στη Χίο, για ν’ αντιμετωπίσουν την τρομοκρατία, από τους αστυνομικούς βαφτίστηκε «αχτίφ» στο οποίο αποφασίστηκε η ένοπλη «ανταρσία», «κατόπιν εντολής των παρευρεθέντων στο αχτίφ στελεχών του ΚΚΕ, Βασίλη Μπαρτζώτα, Κώστα Θέου και Γιάννη Βασάλου». Οι μάρτυρες κατηγορίας, μολονότι ειδικοί στη δίωξη του κομμουνισμού, αγνοούσαν ότι στα «αχτίφ» γίνεται μόνο ενημέρωση και ανταλλαγή γνωμών, αλλά ποτέ δεν παίρνονται αποφάσεις, που είναι αρμοδιότητα άλλων οργάνων ή σωμάτων του Κόμματος. Και σ’ άλλες τέτοιες λεπτομέρειες οι μάρτυρες είπαν ανακρίβειες. Τον Κανόνη τον βάφτισαν «Γραμματέα Περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ», πόστο που ποτέ δεν είχε. Άλλωστε η έδρα του Γραμματέα Περιοχής ήταν (και εξακολουθεί να είναι) η Μυτιλήνη και το κυριότερο, από τις αρχές του 1947 (και ως το 1974), το Γραφείο Περιοχής Αιγαίου του ΚΚΕ δε λειτουργούσε. Οι Οργανώσεις των νησιών είχαν αποκοπεί και δούλευαν ανεξάρτητα η μια από την άλλη. Όσο για τα πρόσωπα, που όπως κατάθεσαν οι μάρτυρες ήρθαν επί τούτο στη Χίο για να «οργανώσουν την ανταρσία» εξακριβωμένα ποτέ τους δεν πάτησαν το πόδι τους στο νησί. Ο Κώστας Θέος ήταν παράνομος στην Αθήνα, ο Βασίλης Μπαρτζώτας είχε ήδη βγει στο βουνό, στην ηπειρωτική Ελλάδα κι ο Γιάννης Βασάλος ποτέ του δεν έφυγε από τη Μυτιλήνη. Έμεινε και πολέμησε εκεί, πιάστηκε το Μάη του 1948, δικάστηκε και ε- κτελέστηκε το 1949. Ιδιαίτερη προσπάθεια έκαναν με τις κα-ταθέσεις τους οι μάρτυρες κατηγορίας για να ενοχοποιήσουν τον Πέτρο Ανδριώτη. Παρά το αδιαφιλονίκητο γεγονός ότι από το Νοέμβρη ήταν εξόριστος στον Αη Στράτη, εμφανίστηκε σαν πρωταγωνιστής της «ανταρσίας» την οποία καθοδηγούσε με γράμματα, που έστελνε από εκεί. Τέτοια γράμματα δεν παρουσιάστηκαν στη δίκη. Παρ’ όλα αυτά ο Ανδριώτης καταδικάστηκε παμψηφεί σε θάνατο, γιατί ήταν από τους ηγέτες του κινήματος της Μέσης Ανατολής και οι αγγλικές Μυστικές Υπηρεσίες τον είχαν προγράψει. Έτσι γίνονταν τότε οι δίκες που έστειλαν στο θάνατο χιλιάδες ανθρώπους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , | 129 Σχόλια »

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 15 – Το τέλος

Posted by sarant στο 29 Οκτωβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η σημερινή δέκατη πέμπτη συνέχεια είναι η προτελευταία -ουσιαστικά μάλιστα είναι η τελευταία, αφού θα δούμε τον βραχύβιο εμφύλιο πόλεμο στη Χίο και το μοιραίο τέλος της ζωής του Κανόνη και θα απομένει απλώς ο επίλογος του βιβλίου.

Στις 14 του Φλεβάρη 1948 δεκατέσσερις από τους συλληφθέντες εκτοπίζονται στον Αη Στράτη, ενώ οχτώ άλλοι παραπέμπονται στο έκτακτο στρατοδικείο της Αθήνας με την κατηγορία ότι περιέθαλπαν τους «συμμορίτες». Μόνο που οι «συμμορίτες» είναι άφαντοι. Τα αποσπάσματα της Χωροφυλακής, που αλωνίζουν το νησί πάνω σε φορτηγά αυτοκίνητα και τζιπ δε μπορούν να τους εντοπίσουν. Άλλωστε όλοι μαζί δεν ξεπερνούν τους πενήντα.

Έχουν συγκροτηθεί σε δυο ομάδες, του Μιχάλη Βορριά, που κινείται βόρεια της Χίου και του Γιώργου Μαυράκη, που βρίσκεται στο κέντρο του νησιού. Ο Κανόνης, που κρύβεται συνήθως στο Βροντάδο, για να είναι κοντά στο τυπογραφείο, ενώνεται συχνά με την ομάδα του Βορριά, στις εξορμήσεις της στα χωριά ανάμεσα στη Χίο και στα Καρδάμυλα.

Η ομάδα του Μαυράκη στις 29 του Φλεβάρη 1948 μπήκε στη Λαγκάδα, με σκοπό να συγκεντρώσει τους κατοίκους και να τους μιλήσει για τον αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού. Οι ένοπλοι περικύκλωσαν το σταθμό της Χωροφυλακής του χωριού και κάλεσαν τους χωροφύλακες να παραδοθούν. Στη συμπλοκή που ακολούθησε σκοτώθηκε ένας χωροφύλακας και οι ένοπλοι αφού πήραν τρόφιμα και άλλα εφόδια κινήθηκαν προς τα Βορειόχωρα.

Οι αρχές σ’ απάντηση της επίθεσης των ανταρτών στη Λαγκάδα έπιασαν πολλούς αριστερούς, που τους εκτόπισαν στον ‘Αη Στράτη. Ταυτόχρονα ο νομάρχης Σβώκος μπαίνει επικεφαλής των «επιχειρήσεων». Θέλει να αποχτήσει και στρατιωτικές περγαμηνές. Με τις δυνάμεις της Χωροφυλακής συνεκστρατεύουν και χιώτες αξιωματικοί του Στρατού, που βρίσκονται με άδεια στη Χίο και δε βρίσκουν καλύτερο τρόπο να περάσουν τις διακοπές τους από το ανθρωποκυνηγητό συμπολιτών τους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , , | 195 Σχόλια »

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 14 – Επιστροφή στη Χίο

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στη σημερινή δέκατη τέταρτη συνέχεια περνάμε στο έκτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, που έχει τίτλο Η τραγωδία και ο θάνατος στη Χίο, στο μοιραίο τέλος της ζωής του Κανόνη. Στην επόμενη συνέχεια θα έχουμε το τέλος και στη μεθεπόμενη και τελευταία τον επίλογο του βιβλίου.

Έξι

Η τραγωδία και ο θάνατος στη Χίο

Μείναμε μόνοι. Σε κάθε γωνιά
ένας τάφος. Σε κάθε τάφο
ένα όνειρο. Σε κάθε όνειρο
ένα κομμάτι απ’ την καρδιά μας.
Την αγαπούμε τούτη τη γης.

Ηλίας Σιμόπουλος

Ο Κανόνης εκτοπίστηκε στην Ικαρία τον Ιούνιο του 1947. Δεν έχει εξακριβωθεί σε ποιο ακριβώς χωριό του ορίστηκε να μείνει. Τότε ακόμα στην Ικαρία βρίσκονταν λίγοι σχετικά αριστεροί εξόριστοι, σκορπισμένοι στα χωριά της, οι οποίοι κυκλοφορούσαν με κάποια σχετική ελευθερία κινήσεων. Μετά τις ομαδικές συλλήψεις όμως σχεδόν δώδεκα χιλιάδων Aθηναίων, που έκανε στις 8 Ιουλίου 1947 ο υπουργός Δημόσιας Τάξης της κυβέρνησης Μαξίμου, Ζέρβας, η Ικαρία γέμισε με εξόριστους, που ο αριθμός τους ξεπερνούσε το συνολικό πληθυσμό του νησιού. Στην αρχή σκορπίστηκαν κι αυτοί στα χωριά, όπου οι ντόπιοι, αριστεροί κι εκείνοι στην πλειοψηφία τους, τους περιβάλλαν με στοργή και αγάπη. Αργότερα οι Αρχές για να αποσπάσουν τη μάζα των εξόριστων, αλλά και των κατοίκων του νησιού, από την επιρροή των «καθοδηγητών», δημιούργησαν «στρατόπεδο πειθαρχημένης διαβίωσης», στο οποίο έκλεισαν τα γνωστότερα σ’ αυτούς στελέχη του ΕΑΜ και του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Από τον Αύγουστο του 1947 άρχισαν συστηματικές αποδράσεις από την Ικαρία πολλών στελεχών, που παρά τον εγκλεισμό τους στο στρατόπεδο, βρίσκαν τρόπο να διαφεύγουν. Έτσι τέλη Αυγούστου δραπέτευσαν από την Ικαρία ο Μήτσος Παρτσαλίδης και άλλα εαμικά στελέχη. Το Σεπτέμβρη δραπέτευσε ο Κανόνης.

Ο Κανόνης έφτασε στη Χίο μαζί με τον Ικαριώτη αγωνιστή Πέτρο Ανδριώτη και σ’ αντίθεση με τους άλλους δραπέτες της Ικαρίας, που αμέσως φεύγαν για την ηπειρωτική Ελλάδα, αυτοί έμειναν στο νησί. Σκοπός της παραμονής του Κανόνη στη Χίο ήταν η αναδιοργάνωση των αριστερών οργανώσεων, ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη κρατική και παρακρατική τρομοκρασία. Είχε επίσης εντολή να οργανώσει στη Χίο Κέντρο Διαφυγής για τους κρατούμενους αριστερούς, που δραπέτευαν από την Ικαρία, μια που στο νησί δεν είχαν ακόμα επεκταθεί τα έκτακτα μέτρα, λειτουργούσαν οι οργανώσεις του Κομμουνιστικού Κόμματος και η απόσταση ανάμεσα στα δυο νησιά είναι μικρή.

Στον ένα χρόνο, που έλειψε από τη Χίο ο Κανόνης, η τρομοκρατία είχε ενταθεί στο νησί. Τα περισσότερα μέλη της ηγεσίας της αριστεράς βρίσκονταν στη φυλακή ή στην εξορία. Η κυκλοφορία των εαμικών εφημερίδων γινόταν όλο και πιο δύσκολα και τα γραφεία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, με τη συνεχή παρουσία στην πόρτα τους «μυστικών» της Ασφάλειας, είχαν γίνει απλησίαστα στους οπαδούς της αριστεράς.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , , | 153 Σχόλια »

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 13 – Οι διώξεις των αριστερών

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη, αλλά σήμερα την επισπεύδω διότι αύριο έχουμε πρώτη του μηνός, άρα το Μηνολόγιο. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στη σημερινή δέκατη τρίτη συνέχεια είμαστε στο πέμπτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, Οι διώξεις των αριστερών.

Το Γενάρη του 1946 φτάσαν στο νησί ορισμένοι από τους αντιφασίστες κρατούμενους των άγγλων στη Μέση Ανατολή. Μετά τη λήξη του πολέμου οι άγγλοι άρχισαν από τον Αύγουστο του 1945 να απελευθερώνουν σταδιακά τους έλληνες στρατιωτικούς, που κρατούσαν σε διάφορα στρατόπεδα αιχμαλώτων της Αφρικής. Οι «μεσανατολίτες» αυτοί, διαποπσμένοι με επαναστατικό πνεύμα και με υψηλό το ηθικό τους, φτάνοντας στα νησιά, απ’ όπου είχαν ξεκινήσει πριν τρία και τέσσερα χρόνια, εντάχθηκαν αμέσως στο εαμικό κίνημα. Ήταν μια γερή μετάγγιση αίματος στις οργανώσεις των νησιών.

Στις 17 του Γενάρη, λίγες μέρες μετά την άφιξη στη Χίο μιας ομάδας αντιφασιστών της Μέσης Ανατολής, γινόταν κάποιο γλέντι, στο οποίο οι νεοφερμένοι πρωτοστατούσαν. Μάθαιναν στους φίλους τους τα επαναστατικά τραγούδια, που είχαν γραφτεί και τονιστεί εκεί κάτω και άκουγαν απ’ αυτούς τα αντάρτικα τραγούδια του απελευθερωτικού αγώνα. Όλα αυτά εξόργισαν τις αρχές, που έστειλαν ένα απόσπασμα χωροφυλακής να διαλύσει τους «ταραξίες», πράγμα που έκανε με τη συνηθισμένη βιαιότητα. Επειδή οι νεαροί διαμαρτυρήθηκαν έντονα οι χωροφύλακες άρχισαν να πυροβολούν το πλήθος. Δυο νέοι, ο Γιάννης Πήττας κι ο Μανώλης Μαυράκης έπεσαν νεκροί. Ο τελευταίος, μόλις πριν πέντε μέρες είχε γυρίσει στον τόπο του από τη Μέση Ανατολή. Ήταν οι πρώτοι νεκροί του εμφυλίου πολέμου στη Χίο.

‘ Οπως ήταν φυσικό η πρωτοφανής και εντελώς αδικαιολόγητη αυτή εγκληματική πράξη ξεσήκωσε μεγάλη αναταραχή. Πλήθος πολίτες κινήθηκαν εξαγριωμένοι κατά των χωροφυλάκων, που περίφοβοι και πυροβολώντας στον αέρα καταφύγαν στο σταθμό τους και κλείστηκαν μέσα.

Η κηδεία των παλληκαριών έγινε την άλλη μέρα. Ήταν η μεγαλύτερη κηδεία, που γνώρισε ποτέ η Χίος. Τα φέρετρα των σκοτωμένων, σκεπασμένα με λουλούδια, τα μεταφέραν στους ώμους τους φίλοι και συναγωνιστές τους. Χορωδία έψαλλε το «πένθιμο εμβατήριο» και ο Δεσπότης Ιωακείμ με πλήθος παπάδες και διάκους ιερουργούσαν. Η πομπή διάσχισε την πόλη από την παραλία ως το νεκροταφείο του Αη Γιάννη, έξω απ’ αυτήν. Τα μαγαζιά έκλεισαν την ώρα της κηδείας και με απαίτηση του ΕΑΜ η χωροφυλακή έμεινε όλη τη μέρα κλεισμένη στους καταυλισμούς της. Λίγο πριν το νεκροταφείο η πομπή σταμάτησε, γιατί το φέρετρο με το νεκρό του Μαυράκη θα μεταφερόταν για να ταφεί στο χωριό του σκοτωμένου. Τότε ακριβώς ο Δεσπότης έβγαλε εμπνευσμένο λόγο για την εθνική συμφιλίωση και την ανάγκη να αποτραπεί ο εμφύλιος πόλεμος στο νησί. Παρά την απουσία των οργάνων της τάξεως ή ίσως και χάρη σ’ αυτή, σ’ όλη τη διάρκεια της κηδείας και μετά, κατά την αποχώρηση του πλήθους, δε σημειώθηκε το παραμικρό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 207 Σχόλια »

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 12 – Στη Χίο

Posted by sarant στο 17 Σεπτεμβρίου, 2019

Εδώ και κάμποσο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στη σημερινή δωδέκατη συνέχεια περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, Οι διώξεις των αριστερών.

Οι συλλήψεις άρχισαν στα μέσα Μαΐου του 1945. Από τους πρώτους που πιάστηκαν, ήταν ο γραμματέας του Συμ-βουλίου Περιοχής Αιγαίου της ΕΠΟΝ, Θάνος. Ήταν ένα λεπτοκαμωμένο, ξανθό παλληκάρι από την Κατερίνη, σοβαρό και λιγομίλητο για την ηλικία του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Δάμπασης. Οι μπουραντάδες βασάνισαν απάνθρωπα το Θάνο, σε σημείο που τρελλάθηκε. Ύστερ’ απ’ αυτό τον άφησαν ελεύθερο. Ήταν μια καλά υπολογισμένη ενέργεια, που αποσκοπούσε στην τρομοκράτηση του πληθυσμού και ιδιαίτερα των νέων. Η προβολή των αποτελεσμάτων, που είχε η μεταχείριση από μέρους τους ενός νέου παλληκαριού, που πριν τη σύλληψή του ήταν απόλυτα γερό, πίστευαν πως θα τρόμαζε και τον πιο θαρραλέο. Επιλέξανε το Θάνο σαν θύμα – πειραματόζωο, γιατί ήταν ξένος, χωρίς συγγενείς στο νησί, που ενδεχόμενα θα δημιουργούσαν ανεπιθύμητες αντιδράσεις. Τον Θάνο τον περιθάλψανε οι συναγωνιστές του της ΕΠΟΝ, που ειδοποιήσανε και τον πατέρα του, γιατρό στη Θεσσαλονίκη κι ήρθε και τον πήρε. Ένα μήνα αργότερα μαθεύτηκε πως ο Θάνος αυτοκτόνησε. Ήταν εικοσιπέντε χρονών.

Στις 7 Ιουνίου 1945 η Εθνοφυλακή πήγε να πιάσει τον Κανόνη στο σπίτι του, γιατί έλειπε με αναρρωτική άδεια από την Τράπεζα. Δεν τον βρήκανε. Την προηγούμενη είχαν πιάσει πολλούς εαμίτες, ανάμεσά τους και τον Σαραντάκο. Ο Κανόνης έστειλε μήνυμα στο γιο του φίλου του να πάει να τον βρει σ’ ένα σπίτι στις Καμάρες, στο συνοικισμό της πόλης πάνω από τη Λαγγάδα. Εκεί του’πε να ειδοποιήσει ορισμένα πρόσωπα, γιατί ο ίδιος θα κρυβόταν για να μη πιαστεί. Από τότε η Εθνοφυλακή έχασε τα ίχνη του.

Την απόφαση να μη σταθεί να τον πιάσουν, ο Κανόνης την πήρε γιατί η απογύμνωση των εαμικών οργανώσεων από τόσα στελέχη, που είχαν συλληφθεί μέσα σε λίγες μέρες, έκανε απαραίτητη την παρουσία του, έστω και στην παρανομία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Κατοχή, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , , | 172 Σχόλια »

Χαράλαμπος Κανόνης (Δημ. Σαραντάκος) 11 – Ο Δεκέμβρης και μετά

Posted by sarant στο 3 Σεπτεμβρίου, 2019

 

Εδώ και κάμποσο άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το βιβλίο του πατέρα μου «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή και ο θάνατος ενός Ανθρώπου», το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο του.

Ο Κανόνης ήταν Μυτιληνιός, γεωπόνος, υπάλληλος της ΑΤΕ, συνάδελφος και επιστήθιος φίλος του παππού μου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Βρήκε μαρτυρικό θάνατο τον Μάρτιο του 1948 στη Χίο, στον εμφύλιο.

Κανονικά οι δημοσιεύσεις γίνονται κάθε δεύτερη Τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Στη σημερινή ενδέκατη είμαστε στο τέταρτο κεφάλαιο του δεύτερου μέρους του βιβλίου, στην Απελευθέρωση. Στο τέλος παραθέτω πρόσθετο υλικό.

Η κρίση, που ξέσπασε στις 2 Δεκεμβρίου 1944 με την παραίτηση των εαμιτών υπουργών και η αιματηρή αντιμετώπιση της διαδήλωσης του λαού της Αθήνας στις 3, που σήμανε την αρχή των δεκεμβριανών συγκρούσεων στην πρωτεύουσα, προκάλεσαν μεγάλη αναταραχή στη Μυτιλήνη. Έγιναν τεράστιες διαδηλώσεις, με αίτημα να φύγουν οι ιερολοχίτες και η Ναυτική Διοίκηση και ειδικότερα ο διοικητής της Μίλτων Ιατρίδης, ο άλλοτε κυβερνήτης του υποβρύχιου «Παπανικολής», που καθοδηγούσε την αντιεαμική εκστρατεία στο νησί.

Τελικά οι ιερολοχίτες περιορίστηκαν στον καταυλισμό τους, ενώ οι ναύτες επιβιβάστηκαν στον «Αετό». Παρ’ όλα αυτά ο Ιατρίδης, οι παράγοντες της Δεξιάς στο νησί και οι Άγγλοι πράκτορες βυσσοδομούσαν πώς ν’ ανατρέψουν τη λαϊκή εξουσία στη Λέσβο.

Παραμονές Χριστουγέννων του 1944 κι ενώ στην Αθήνα μαίνονταν οι μάχες ανάμεσα στους Άγγλους και στον ΕΛΑΣ, φάνηκαν απροειδοποίητα έξω από το λιμάνι της Μυτιλήνης τέσσερα μεγάλα οπλιταγωγά και πέντε πολεμικά. Μαζί τους ενώθηκε και το αντιτορπιλικό «Αετός», που βγήκε ξημερώματα από το λιμάνι. Κατά τις εννιά το πρωί ένα μικρό σκάφος γεμάτο με Ινδούς στρατιώτες μπήκε στο λιμάνι και προσπάθησε να πλευρίσει μπροστά στο κτίριο της Ναυτικής Διοίκησης. Ο κόσμος, που είχε κατέβει στην αγορά για τα χριστουγεννιάτικα ψώνια, αντέδρασε αμέσως και αποφασιστικά. Συγκεντρώθηκε μεγάλο πλήθος στην προκυμαία και με τα χέρια απώθησε το σκάφος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυτιλήνη | Με ετικέτα: , , , , | 121 Σχόλια »

Οι αλγεβρικές πράξεις του Αρχέλαου Αντώναρου

Posted by sarant στο 10 Μαρτίου, 2017

Το ιστολόγιο αγαπά το χιούμορ και τις γελοιογραφίες και έχει αφιερώσει πολλά άρθρα στον αγαπημένο Μποστ. Ωστοσο, αισθάνεται ότι έχει αδικήσει άλλους γελοιογράφους κι έτσι σκέφτηκα να αρχίσω να παρουσιάζω μερικά άρθρα αφιερωμένα είτε σε μεμονωμένες γελοιογραφίες είτε σε γελοιογράφους, ανάλογα με το υλικό που θα βρίσκω.

Το σημερινό άρθρο είναι αφιερωμένο στον γελοιογράφο Αρχέλαο Αντώναρο (1921-1998), που έγινε γνωστός κυρίως υπογράφοντας με το μικρό του όνομα, Αρχέλαος. Ωστόσο, δεν θα παρουσιάσω το σύνολο του έργου του -κάτι τέτοιο θα ήταν δύσκολο να γίνει σε ένα άρθρο ιστολογίου, καθώς το έργο του είναι εκτενέστατο- αλλά μόνο μια πτυχή του, και μάλιστα ένα τμήμα μιας πτυχής.

Ο Αρχέλαος συμμετείχε ως φοιτητής στην Εθνική Αντίσταση και μετά την απελευθέρωση άρχισε να συνεργάζεται με τον Ριζοσπάστη. Ο ίδιος σε συνέντευξή του αναφέρει ότι η συνεργασία του άρχισε τον Οκτώβριο του 1944, ίσως όμως να μη θυμάται καλά διότι μόνο μετά τα μέσα Νοεμβρίου 1944 άρχισε ο Ριζοσπάστης να δημοσιεύει (λιγοστές) γελοιογραφίες. Πάντως το 1945 δημοσιεύει τακτικά πολιτικές γελοιογραφίες στην εφημερίδα με το ψευδώνυμο ΤΟΤ. Αργότερα, όταν άρχισε να εκδίδεται ο Ρίζος της Δευτέρας, είχε μια καινοτομία για τον ελληνικό τύπο: ολόκληρη η τελευταία σελίδα του ήταν αφιερωμένη σε γελοιογραφίες, οι οποίες ήταν βέβαια σχεδόν όλες πολιτικές, από μια πλειάδα γελοιογράφων, ανάμεσά τους και τον Αρχέλαο/ΤΟΤ.

Ήταν μια ιδιότυπη περίοδος, όπου είχε αρχίσει μεν ο εμφύλιος πόλεμος και στην επαρχία τα αποσπάσματα του Σούρλα και των άλλων παρακρατικών δολοφονούσαν αβέρτα, αλλά το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ήταν ακόμα νόμιμα, το ίδιο και οι εφημερίδες τους.

Στον Ρίζο της Δευτέρας, στην τελευταία, γελοιογραφική όπως είπαμε, σελίδα της εφημερίδας, ο Αρχέλαος/ΤΟΤ δημοσίευε, ανάμεσα στ’άλλα, και μια σειρά από γελοιογραφίες χωρίς λόγια που είχαν τη μορφή αριθμητικών πράξεων, με τον γενικό τίτλο «Η άλγεβρα της εβδομάδας». Θα δούμε όλες αυτές τις γελοιογραφίες -δεν είναι και πολλές διότι ύστερα από καμιά δεκαριά τεύχη ο Αρχέλαος σταμάτησε τις «αλγεβρικές» γελοιογραφίες αν και συνέχισε να δημοσιεύει «συμβατικές» πολιτικές γελοιογραφίες ως το τέλος, όταν δηλαδή τον Δεκέμβριο του 1947 απαγορεύτηκε ο Ρίζος της Δευτέρας (ο καθημερινός Ριζοσπάστης είχε κλείσει από τον Οκτώβριο).

Το πρώτο σκίτσο της σειράς δημοσιεύτηκε στο παρθενικό φύλλο του Ρίζου της Δευτέρας, στις 21.10.1946.

 

Στο αριστερό σκίτσο, η εξίσωση είναι: Τσαλδάρης + Αγγλοαμερικάνοι = Ταφόπλακα στις εθνικές διεκδικήσεις. Ο Κ. Τσαλδάρης ήταν ο «λαοπρόβλητος» πρωθυπουργός μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1946, που έγιναν με την αποχή των Εαμικών κομμάτων, ενώ οι άλλοι δύο είναι ο Έρνεστ Μπέβιν, υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, και ο Χάρι Τρούμαν, πρόεδρος των ΗΠΑ.

Δεξιά έχουμε ένα από τα «κορίτσια που’χαν πρώτα Ιταλούς».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Εφημεριδογραφικά, Εμφύλιος, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 220 Σχόλια »

Τραγούδια του σαλονιού (διήγημα του Δημήτρη Πετσετίδη)

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2017

Γεννημένος το 1940 στη Σπάρτη, ο Δημήτρης Πετσετίδης σπούδασε μαθηματικός, δημοσίευσε τα πρώτα του διηγήματα το 1977 και απο τότε καλλιεργεί το είδος, μένοντας πιστός στη μικρή φόρμα και στα συνήθως ολιγοσέλιδα διηγήματα χαμηλών τόνων.

Πιθανώς να τον ξέρετε και ως σκιτσογράφο, διότι ασχολείται και με τη γελοιογραφία. Στον ιστότοπό του υπάρχουν δείγματα της δουλειάς του και στο σκίτσο και στον γραπτό λόγο.

b176716Στη συλλογή «Εν οίκω» (2012) συγκεντρώνει δεκαπέντε διηγήματα που το καθένα εκτυλίσσεται σε ένα δωμάτιο ή περιστρέφεται γύρω από αυτό -πολλά είναι δωμάτια του πατρικού σπιτιού στη Σπάρτη, άλλα φοιτητικά στην Αθήνα, άλλα δεν προσδιορίζονται χρονικά.

Διάλεξα ένα διήγημα από την παιδική ηλικία του Πετσετίδη, από τα χρόνια του Εμφύλιου, που ίσως πουθενά δεν ήταν τόσο άγριος όσο στην Πελοπόννησο.

Το μεταφέρω από τις σελίδες 49-55 του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή -ήταν ήδη σε μονοτονικό.

Να σημειώσω ότι το διήγημα ανεβαίνει με αυτόματο πιλότο, διότι ξεκίνησα πολλά πρωί για μια μικρή εκδρομούλα. Τα λέμε το απόγευμα.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΛΟΝΙΟΥ

Ο βασιλιάς σας γάιδαρος κι ο Σκόμπι το σαμάρι, Καλαματιανή,
κι ο Σκόμπι το σαμάρι, ρούσα και ξανθή.

Καβάλησε ο Σφακιανός και πήγε στο παζάρι, Καλαματιανή,
Και πήγε στο παζάρι, ρούσα και ξανθή.

Η θεία Αγγελική μού τραγουδούσε, με χαμηλή φωνή, αλ­λά με πείσμα, χτυπώντας τη γροθιά της στην παλάμη, ξαπλωμένη στο ντιβάνι του σαλονιού. Στο σαλόνι αυτό πηγαίναμε, όταν η θεία δεν είχε δουλειά, και μου διάβαζε συλλαβίζοντας τον κόμη Μοντεχρήστο και τις προκη­ρύξεις που πέταγαν στον δρόμο κάθε βράδυ οι αντάρτες. Κι ύστερα άρχιζε να τραγουδάει προσέχοντας να μην την ακούσουν οι δικοί μου, ο πατέρας μου και η μητέρα μου. Αυτοί βρίσκονταν στο χειμωνιάτικο και άκουγαν τις ειδήσεις από ένα μικρό ραδιόφωνο που είχε αγοράσει ο πατέρας στο τελευταίο ταξίδι του στην Αθήνα. Είχε φύγει συνοδηγός με το φορτηγό του μπαρμπα-Δήμου, έλεγε πως τον ζάλιζαν τα λεωφορεία. Ήταν ένα ταξίδι 350 χιλιομέ­τρων, το οποίο διαρκούσε σχεδόν μια μέρα. Όταν γύρισε, ήρθε με το δικό του αυτοκίνητο, ένα μικρό ανατρεπόμενο φορτηγάκι, το οποίο έμελλε να γίνει ένας βασανιστής για μένα, καθώς αργότερα -δεν ξέρω πόσες φορές- με υπο­χρέωνε ο πατέρας μου να τραβάω μανιβέλα μέσα στα κρύα πρωινά εκείνα που αυτό αρνιόταν να πάρει εμπρός. Μαζί με το αυτοκίνητο έφερε και το ραδιόφωνο για να ακούει ειδήσεις και ανατολίτικα τραγούδια στα μακρά κύματα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Ένα άγνωστο ποίημα του Γ. Κοτζιούλα για τη σφαγή της Παργινόσκαλας

Posted by sarant στο 25 Σεπτεμβρίου, 2016

800px-1944_civil_war_in_preveza-_executions_in_parginoskalaΤη βδομάδα που μας πέρασε είχαμε την επέτειο ενός στυγερού εγκλήματ0ς, μιας αποτρόπαιης σφαγής, που έχει μείνει σχεδόν άγνωστη έξω από τον τόπο στον οποίο συνέβη, ίσως επειδή οι σφαγείς ήταν από την καλή μεριά, τη μεριά των νικητών του εμφυλίου. Εννοώ τη σφαγή της Παργινόσκαλας, στην Πρέβεζα, στις 21-22 Σεπτεμβρίου 1944, όπου δυνάμεις του ΕΔΕΣ εκτέλεσαν εν ψυχρώ πολλές δεκάδες ΕΑΜίτες και ΕΠΟΝίτες, που τους είχαν πιάσει αιχμάλωτους στις εμφύλιες συγκρούσεις που προηγήθηκαν μέσα στην πόλη μετά την αποχώρηση των Γερμανών.

Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη τραγικότητα στη σφαγή της Παργινόσκαλας είναι πως αρκετοί από τους εκτελεσμένους αγωνιστές, 14 ή 15 τον αριθμό, ήταν έφηβοι, ανήλικα παιδιά, μαθητές του γυμνασίου, μέλη της υποδειγματικής διμοιρίας ΕΠΟΝιτών του 24ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ. Μαζί τους βρηκε τον θάνατο και ο γυμνασιάρχης τους, ο Χρήστος Κοντός, πρόεδρος της Λαϊκής Επιτροπής (που είχε συγκροτηθεί με κοινή συμφωνία ΕΑΜ-ΕΔΕΣ), μη θέλοντας να αφήσει τους μαθητές του. Στη φετινή τελετή μνήμης στην Παργινόσκαλα, πριν από λίγες μέρες, έγιναν και τα αποκαλυπτήρια ενός νέου μνημείου που αν κατάλαβα καλά ανεγέρθηκε με πρωτοβουλία της τοπικής οργάνωσης του ΚΚΕ. Το μνημείο το ίδιο δεν είναι του γούστου μου, αλλά βέβαια δεν είναι αυτο το βασικό.

Το στίγμα για την εκτέλεση της Παργινόσκαλας πέφτει σε μεγάλο βαθμό στους ώμους ενός ανθρώπου, του Δημήτρη Γαλάνη, αξιωματικού του στρατού σύμφωνα με κάποιες πηγές, που ως επικεφαλής των δυνάμεων του ΕΔΕΣ στην πόλη διέταξε την εκτέλεση. Μεταπολεμικά, ο Γαλάνης δεν ενοχλήθηκε για το έγκλημά του αλλά δεν φαίνεται και να ωφελήθηκε από αυτό -ασχολήθηκε με επιχειρήσεις, είχε φορτηγά και τα εκμίσθωνε. Βρίσκω στη Βικιπαίδεια ότι το 1978 δήλωσε «…εγώ ήμουν εντελώς ξένος στην Πρέβεζα. Δεν ήξερα κανέναν. Διαταγές του ΕΔΕΣ εκτελούσα και των Βρετανών. Αναγνωρίζω πόσο τραγική είναι η εκτέλεση στην Παργινόσκαλα»

Δεν έχω ούτε σκοπό ούτε τις δυνατότητες να γράψω μια πλήρη μελέτη για το τραγικό αυτό επεισόδιο και ούτε θέλω να φορτώσω όλες τις ευθύνες στη μια πλευρά. Υπάρχει στο Διαδίκτυο αρκετή βιβλιογραφία για το θέμα, ας πούμε το άρθρο της Βικιπαίδειας έχει αρκετές λεπτομέρειες και σας παραπέμπω σε αυτό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθησαύριστα, Επετειακά, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 152 Σχόλια »