Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εμφύλιος’ Category

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 (τέλος)

Posted by sarant στο 2 Σεπτεμβρίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη και τελευταία. Η προηγούμενη, έβδομη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της, ενώ επίσης μαθαίνουν ότι υπήρξε ένας προδότης στην ομάδα των ανταρτών που έδρασε στο χωριό στην τελευταία φάση των εκκαθαρίσεων το 1949.

Σήμερα έχουμε το τέλος του διηγήματος.

 

ΠΕΝΤΕ

Το πρωί, κατά τις εννέα, αφού πήραμε όλοι μαζί το πρωινό μας, αποχαιρετήσαμε τους οικοδεσπότες μας, τους ευχαρίστησα εκ μέρους του Συλλόγου μας για τη φιλοξενία τους και υποσχέθηκα να στείλουμε σύντομα άλλο συνεργείο να ολοκληρώσει την καταγραφή των αρχείων. Με την Αναστασία πήραμε τη Ματίνα και φύγαμε. Το αυτοκίνητο της Ματίνας ήταν μικρό αλλά με δυνατή μηχανή, καινούργια λάστιχα και αξιόπιστα φρένα. Εξοικειώθηκα με την πρώτη στο χειρισμό του. Είπα στην Αναστασία να καθίσει δίπλα μου, στη θέση του συνοδηγού, αλλά εκείνη ζήτησε να καθίσει μαζί με τη Ματίνα στις πίσω θέσεις. Την έβλεπα από το καθρεφτάκι του οδηγού να την φροντίζει με αληθινή τρυφερότητα.

Η Ματίνα δεν είχε αλλάξει ούτε στάση ούτε έκφραση. Αφηνόταν στις φροντίδες μας χωρίς καμιά αντίδραση Τις κουβέντες που έκανα με την Αναστασία σα να μην τις άκουγε, αλλά όπως είχα παρατηρήσει χτες και όπως με διαβεβαίωσε ο γιατρός, η ακοή της ήταν περίφημη. Όταν σε μιαν ισόπεδη διασταύρωση με το τρένο σταθήκαμε περιμένοντας τον συρμό, παρατήρησα πως όταν άκουσε το σφύριγμά του στράφηκε αμέσως προς το μέρος από όπου ακούστηκε και όταν πέρασε μπροστά μας, τα μάτια της το παρακολούθησαν ώσπου χάθηκε.

Η Αναστασία, χωρίς να πάψει να έχει στο νου της τη Ματίνα, μιλούσε συνεχώς. Ίσως από αντίδραση στην κατάθλιψη που ένοιωσε μ΄ αυτό που έγινε, ίσως γιατί ενδόμυχα χαιρόταν που θα γύριζε στην Αθήνα και την παρέα της, κελαηδούσε ασταμάτητα. Και σε μένα έκανε καλό ν΄ακούω τη φωνή της και τα όσα έλεγε.

«Που λέτε κύριε Δημήτρη, τόσον καιρό στο Σύλλογο, δεν είχα καταλάβει πόσο σπουδαία γυναίκα είναι η Ματίνα. Στη διαδρομή που ερχόμαστε, αλλά και στο χωριό την κατάλαβα. Με περνάει τόσα χρόνια, που θα μπορούσε να ήταν όχι μάνα μου αλλά και γιαγιά μου κι όμως σε πολλά σημεία είναι πιο νέα από μένα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 98 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 7

Posted by sarant στο 18 Αυγούστου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη, έκτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της.

Σήμερα ολοκληρώνουμε το τέταρτο κεφάλαιο. Ακολουθεί το πέμπτο και τελευταίο -σήμερα λοιπόν έχουμε την προτελευταία συνέχεια.

Η συζήτηση με τον οικοδεσπότη μας ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά εγώ ήθελα να μάθω τι απέγινε ο γιος του. Δίσταζα όμως να τον ρωτήσω. Σα να μάντεψε τις σκέψεις μου, μου είπε τη συνέχεια

«Το χωριό μας ήταν έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Τώρα, μεταξύ μας, τι τα θέλανε αυτά; Πήγαν να φτιάξουν κανονικό στρατό χωρίς να διαθέτουν αξιωματικούς. Τους έμπειρους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ, οι ίδιοι τους έστειλαν να τεθούν στη διάθεση του Στρατού κι αυτοί τους εξόρισαν στη Νάξο, απ΄ όπου μια χούφτα μόνο δραπέτευσαν, με τον συνταγματάρχη Κούκουρα επικεφαλής  και κατάφεραν και βγήκαν στο βουνό. Οι άλλοι μείνανε στη Νάξο και μετά τους έστειλαν στη Μακρόνησο. Ο Βλάσης μου δεν ήταν της Σχολής Ευελπίδων, ούτε είχε κάνει αξιωματικός στον παλιό στρατό. Ήταν άλλωστε πολύ μικρός τότε. Είχε όμως πολεμήσει στον ΕΛΑΣ και με πρόταση της διοικήσεως της Μεραρχίας πήγε στη Σχολή Αξιωματικών, η οποία λειτουργούσε στο κοντινό χωριό, το Μοναστήρι, και ονομάστηκε ανθυπολοχαγός.

»Είχα την τύχη να γνωρίσω τον διοικητή της Σχολής, τον Κώστα τον Κανελλόπουλο, ένα πραγματικό παλικάρι. Ήταν υπολοχαγός του Στρατού, πολέμησε στην Αλβανία, συνέχισε με τον ΕΛΑΣ και κατόπιν με τον Δημοκρατικό Στρατό. Τέρας μορφώσεως, πολύ ζεστός άνθρωπος  και ταυτόχρονα πολύ διορατικός και οξύνους. Όπως μου είχε εκμυστηρευθεί, όταν μετά τη Βάρκιζα άρχισαν οι διωγμοί των Χιτών κατά των αριστερών είχε προτείνει στην ηγεσία της Αριστεράς στην Πελοπόννησο να οργανώσουν ένα είδος Αυτοάμυνας, όχι απέναντι της Χωροφυλακής και του Στρατού, αλλά εναντίον των παρακρατικών. Είχε προτείνει τότε να απευθύνουν τελεσίγραφο προς τους Χίτες: «Έναν δικό μας σκοτώνετε; Δύο δικούς σας θα σκοτώνουμε εμείς. Έναν πιάνετε και φυλακίζετε; Δύο θα πιάνουμε ομήρους εμείς». Δυστυχώς η τότε ηγεσία είχε αυταπάτες για ομαλές εξελίξεις και απέρριψε την εισήγησή του ως εξτρεμιστική. Αυτά έγιναν το 1946. Ύστερα τον έστειλαν στο Μπούλκες, από όπου επανήλθε με τον Γκιουζέλη και το επιτελείο του. Στην αρχή ήταν επιτελάρχης της Μεραρχίας αλλά, μετά την αποτυχία των επιθέσεων κατά της Δημητσάνας και της Ζαχάρως, ο Γκιουζέλης τον υποβίβασε, αναθέτοντας του τη Διοίκηση της Σχολής.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , , , | 123 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 6

Posted by sarant στο 4 Αυγούστου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη, πέμπτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό. Mαθαίνουν ότι η Ματίνα έπαθε σοκ ενώ κοίταζε παλιές φωτογραφίες ανταρτών από το αρχείο των οικοδεσποτών της.

Σήμερα μπαίνουμε στο τέταρτο κεφάλαιο, που και αυτό θα το χωρίσω σε δυο συνέχεις. Ακολουθεί το πέμπτο και τελευταίο.

4

Την επομένη, ειδοποιημένος από τον κύριο Στάθη, ήρθε ξανά να μας δει ο γιατρός. Ήταν περίπου τριανταπέντε χρονών, τέλειωνε το αγροτικό του και έλπιζε να διοριστεί στο Κέντρο Υγείας της Βυτίνας.

«Τι να σας πω. Εγώ είμαι γενικός παθολόγος και παρόμοιο περιστατικό δεν έχω ξανασυναντήσει. Κλινικώς δεν παρουσιάζει καμία βλάβη. Είμαι δε βέβαιος πως βλέπει και ακούει περίφημα. Μόνο που δεν συμμετέχει σε τίποτα. Δέχθηκε τις εξετάσεις που της έκανα, χωρίς καμιά αντίδραση, αλλά και χωρίς καμιά δικιά της ανταπόκριση. Φοβάμαι πως αντιμετωπίζουμε περίπτωση βαριάς αντιδραστικής κατάθλιψης ή κάποια σοβαρή μορφή καταληψίας. Μήπως θα έπρεπε να την πάμε μερικές μέρες στο νοσοκομείο της Τρίπολης, να την παρακολουθήσουν νευρολόγοι ή ψυχίατροι, που δε διαθέτει το Κέντρο Υγείας;»

«Νομίζω πως είναι καλύτερα να τη μεταφέρουμε στην Αθήνα, όπου και καλύτερη περίθαλψη θα έχει και κοντά στους δικούς της θα βρίσκεται».

«Μου φαίνεται πως έχετε δίκιο. Πάντως μπορεί να ταξιδέψει και τέσσερις και πέντε ώρες, χωρίς κίνδυνο».

Το τελευταίο εικοσιτετράωρο στη Δροσοπηγή το περάσαμε με την Αναστασία εξετάζοντας τις φωτογραφίες και κάποια σχετικά μ΄ αυτές έγγραφα, που ανακαλύψαμε στο αρχείο. Για ολοκλήρωση της μελέτης του αρχείου και καταγραφής του δεν γινόταν φυσικά λόγος. Για την ώρα περιοριστήκαμε να ταχτοποιήσουμε φωτογραφίες και έγγραφα, χωρίσαμε όσα είχαν ψηφιοποιηθεί και αποθηκευθεί στο σκληρό δίσκο του φορητού υπολογιστή και στην ψηφιακή κάμερα, από όσα μέναν αθησαύριστα. Ίσως να έρχονταν αργότερα κάποιοι άλλοι από το Σύλλογο για να την συμπληρώσουν την καταγραφή.

 

Η Δροσοπηγή ήταν έδρα τάγματος της 54ης Ταξιαρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Ο Κώστας είχε βαθμό υπολοχαγού και διοικούσε μια διλοχία και ο Βλάσης ήταν ανθυπολοχαγός και υποδιοικητής. Σε ένα έγγραφο, που είχε τον χαρακτηρισμό «απόρρητο», μια παράγραφός του μου έκανε εντύπωση, όπως θα έκανε εντύπωση και σε κάποιον άλλον που τη διάβασε πριν από μένα, γιατί ήταν υπογραμμισμένη με κόκκινο μολύβι:

«Χρειάζεται ιδιαίτερη επαγρύπνηση, αναφορικά με τους επιστρατευόμενους αλλά ακόμη περισσότερη με τους εθελοντές ή τους αυτόμολους. Πληροφορίες από άλλες μονάδες αναφέρουν περιπτώσεις ατόμων, που παρουσιάστηκαν σαν εθελοντές ή αυτόμολοι, στην πραγματικότητα όμως ήταν κατάσκοποι ή πράκτορες των Μ/Φ».

Η τελευταία συντομογραφία σήμαινε βεβαίως «μοναρχοφασιστών». Αναλόγως στην άλλη πλευρά για τους αντάρτες χρησιμοποιούσαν τη συντομογραφία Κ/Σ, δηλαδή «κομμουνιστοσυμμορίται». Όπως γράφει κάποιος ιστορικός της εποχής, ο πόλεμος γινόταν με συντομογραφίες.

Ξεφύλλισα και το μικρό τεφτεράκι, όπου κατέγραφε, δίκην ημερολογίου, τις σκέψεις του ο Βλάσης. Σε ένα σημείο του διάβασα.

Μυστήριος μου φαίνεται ο καινούργιος μαχητής. Όλο ρωτά για πρόσωπα και πράματα. Όταν δεν έχει υπηρεσία, όλο κινείται. Άλλοτε τριγυρίζει στα γραφεία κι άλλοτε φέρνει γύρα το χωριό, σαν κάτι ή κάποιον να αναζητά. Ενημέρωσα τη Διοίκηση και είπα στον Ηλία και το Δημητρό να μην τον χάνουν από τα μάτια τους. Ο Κώστας όμως με διαβεβαιώνει πως πρέπει να είναι εντάξει. Τον ξέρει από την Κατοχή. Εδώ που τα λέμε, παρά τις επιφυλάξεις μου, και σε μένα δεν έχει κάνει άσκημη εντύπωση. Είναι πειθαρχικός, πρόθυμος, εύθυμος, ξέρει ένα σωρό τραγούδια του αγώνα και έχει ωραία φωνή.

Στα διαλείμματα κουβέντιαζα με τους οικοδεσπότες μας. Είχαν πάρει ενεργό μέρος στην Αντίσταση και υπέφεραν στον Εμφύλιο κατά τον οποίο φυλακίστηκε ο Στάθης και λεηλατήθηκε το σπίτι τους. Γλίτωσαν χάρη στις γνωριμίες του πεθερού του, του στρατηγού. Με κάποια έκπληξη διαπίστωσα πως και οι τρεις οικοδεσπότες μας ζούσαν σε μια κατάσταση ψευδαισθήσεων. Γι΄ αυτούς ο αγώνας, που ξεκίνησε από την Αντίσταση και συνεχίστηκε με τον Εμφύλιο, δεν έχει τελειώσει. Τον συνεχίζουν κάποιοι, μεταξύ των οποίων ο Βλάσης, που γι΄ αυτούς εξακολουθεί να ζει, κάπου στην Κούβα ή στη Λατινική Αμερική. Και αυτές τις ψευδαισθήσεις τις διατηρούσε όχι μόνο η κυρία Ουρανία, που οπωσδήποτε από χρόνια τώρα ζει αποτραβηγμένη στον κόσμο της, αλλά και η πρακτική και ρεαλίστρια Παρασκευή, ακόμα και ο κύριος Στάθης κι ας βεβαίωνε πως ήταν αθεράπευτα ορθολογιστής. Όπως μου είπε σε μια από αυτές τις συζητήσεις:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 111 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2020

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη, τέταρτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου βρίσκεται -είχε πάει για να μαζέψει αρχειακό υλικό.

Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο όπου ο αφηγητής επισκέπτεται την Αρκαδία και το σπίτι όπου φιλοξενείται η άρρωστη Ματίνα. Γνωρίζονται με την Αναστασία, τη νεαρή συνεργάτρια της Ματίνας, και τους γηραιούς οικοδεσπότες, τον Στάθη και την Ουρανία.

Καθώς συζητούσαμε με την Αναστασία ήρθε και ο οικοδεσπότης. Σηκώθηκα να τον χαιρετίσω. Ήταν ένας ψηλός ξερακιανός γέρος, ευθυτενής, με ζωηρό βλέμμα, που δεν πρόδιδε τα χρόνια του, γιατί υπολόγισα πως θα πλησίαζε τα ενενήντα.

«Έχω ακούσει για σας και για την προσπάθεια που κάνετε με τον Σύλλογό σας, για να διασωθεί η ιστορική μνήμη. Η καημένη η Ματίνα με ενημέρωσε πλήρως».

Κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα μου. Είχε διάθεση για κουβέντα.

«Δεν ξέρετε πόσο καλό μάς έκανε η παρουσία της Ματίνας και της Αναστασίας στο σπίτι μας. Τα τελευταία χρόνια μένουμε μονάχα οι τρεις μας η Ουρανία, η Παρασκευή κι εγώ. Τρεις κούκοι, τρεις γέροι κούκοι για την ακρίβεια. Η επίσκεψή τους μας έκανε πολύ καλό, γιατί δεν ήταν μονάχα η παρουσία νέων ανθρώπων, ήταν η ζωντάνια και η ανοιχτή καρδιά τους. Σας λέω, ξαναζωντανέψαμε. Και δεν ήταν μόνο η παρουσία τους, ήταν και το αντικείμενο της επίσκεψης τους. Εμείς όλα αυτά τα ντοκουμέντα και τις φωτογραφίες τα φυλάγαμε τόσα χρόνια τώρα ως κόρην οφθαλμού. Όχι μόνο σαν αγαπημένα ενθύμια, πιο πολύ σαν ιερά κειμήλια. Είναι βλέπετε ό,τι χειροπιαστό μας έμεινε από μιαν αξέχαστη περίοδο της ζωής μας. Κάποιοι συγχωριανοί μου φιλοδοξούν να φτιάσουν κάποτε μουσείο της εποχής εκείνης και να τα βάλουν εκεί. Γι΄ αυτό και στην τηλεφωνική επικοινωνία με τον κύριο πρόεδρο του Συλλόγου σας, του τόνισα πως δε θα ήθελα να τα αποχωριστώ, αλλά προθύμως να τα θέσω στη διάθεσή σας εδώ, επί τόπου. Έτσι, ήρθαν οι καλές αυτές κοπέλες. Και τώρα να τύχει αυτό το ακατανόητο».

Τον μονόλογό του διέκοψε η εμφάνιση της γυναίκας του. Ήταν μια αδύνατη, μάλλον μικροκαμωμένη γριούλα, που εντούτοις στο ρυτιδωμένο πρόσωπό της διασώζονταν ίχνη παλιάς ομορφιάς. Συμπέρανα πως στα νιάτα της θα πρέπει να ήταν καλλονή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 74 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 9 Ιουνίου, 2020

Από την προπερασμένη Τρίτη άρχισα να δημοσιεύω στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τη νουβέλα «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» από το ομότιτλο βιβλίο του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια είναι εδώ.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995. Tα μέλη ενός συλλόγου αντιστασιακών μαθαίνουν ότι η Ματίνα, δραστήριο μέλος του συλλόγου, έχει πάθει κάτι σοβαρό. Ο αφηγητής αναλαμβάνει να την επισκεφτεί στην Αρκαδία όπου νοσηλεύεται.

Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο, όπου η δράση δεν προχωρεί, αλλά ο αφηγητής θυμάται συζητήσεις, στις οποίες είχε πάρει μέρος και η Ματίνα, για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, που τότε ήταν νωπή η κατάρρευση/ανατροπή του.

Το κεφάλαιο αυτό είναι μεγάλο κι έτσι το διαίρεσα σε δύο τμήματα.

 

2

Αυτά γίνανε Τετάρτη και επειδή την επομένη είχαμε το «παρά-ΚΑΠΗ», όπως λέει χωρατεύοντας ο Μιχάλης τις τακτικές εβδομαδιαίες συνάξεις μας στην «Αίγλη» του Ζαππείου, αποφάσισα να φύγω την Παρασκευή. Είχα σκεφτεί να πάω με το αμάξι μου, παρά τις έντονες αντιρρήσεις της Κικής, που φρονεί πως είμαι πολύ μεγάλος πια, για να οδηγώ πολλές ώρες και σε άγνωστες διαδρομές. Έδωσα μια ψευτομάχη και φυσικά, τελικά υποχώρησα, για τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι το απόφθεγμα του Μιχάλη, που το έχω ενστερνιστεί: «Ο έξυπνος σύζυγος κάνει πάντα, και με απολύτως ελεύθερη βούληση, αυτό που θέλει η γυναίκα του». Ο δεύτερος είναι πως όντως με κουράζει η πολύωρη οδήγηση. Και ο τρίτος και κυριότερος, η σκέψη πως δεν ήξερα αν η Αναστασία οδηγούσε και θα μπορούσε να φέρει πίσω το αμάξι της Ματίνας, μια και η τελευταία δε θα πρέπει να ήταν σε θέση να οδηγήσει.

Στη συζήτηση που είχαμε στην «Αίγλη» οι οχτώ φίλοι, θυμηθήκαμε πολλά σχετικά με τη Ματίνα. Η εικασία του Γιάννη, πως πρόκειται για κάτι το ψυχολογικό, απορρίφθηκε γιατί όλοι συμφωνήσαμε πως είναι μια χαρά βολεμένη. Έχει δικό της σπίτι στη Νέα Σμύρνη, ένα εξοχικό από κοινού με την αδερφή της στο Δήλεσι και παίρνει καλή σύνταξη. Δεν της λείπει τίποτα κι ας μην έκανε δική της οικογένεια.

Εκείνη την ώρα συμφώνησα κι εγώ πως δεν πρέπει να είναι ψυχολογική η αιτία, αλλά όταν το ξανασκέφτηκα άρχισα να έχω αμφιβολίες. Και σε μένα είχε διηγηθεί αρκετά από τη ζωή της η Ματίνα, καθώς είμαι από τους πιο παλιούς και στενούς φίλους της. Παρά τη ζωηράδα, τη ζωντάνια, την ενεργητικότητά και γενικώς την ιλαρή διάθεσή της, είχα διαγνώσει πως πίσω από την όψη αυτή κρυβόταν μια βαθιά μελαγχολία και απογοήτευση, που πάντα μου έκανε εντύπωση. Και αυτό το είχα παρατηρήσει πολύ πριν το ’89. Πολλές φορές μου έλεγε:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κομμουνιστικό κίνημα | Με ετικέτα: , | 58 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου)

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2020

Τους αμέσως προηγούμενους μήνες δημοσίευσα στο ιστολόγιο, όπως πάντα κάθε δεύτερη Τρίτη και σε συνέχειες, τις δύο πρώτες νουβέλες από το βιβλίο «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Σήμερα αρχίζω να δημοσιεύω την τρίτη νουβέλα, που ο τίτλος της είναι ίδιος με τον τίτλο του βιβλίου: Ο βενετσιάνικος καθρέφτης. Θα ολοκληρωθεί, όπως λογαριάζω, σε 5-6 συνεχειες.

Όπως αναφέρει ο πατέρας μου στον πρόλογο του βιβλίου, η δράση εκτυλίσσεται το 1995 και έχει επίσης αυτοβιογραφικό χρώμα, αφού ο πατέρας μου πράγματι μετά την συνταξιοδότησή του αφιέρωνε πολύ χρόνο στην ΕΔΙΑ, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, της οποίας ήταν ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ., με πρόεδρο τον επίσης αείμνηστο Βαρδή Βαρδινογιάννη.

Το διήγημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αγωνίστριας Άννας Τεριακή-Σολωμού

 

1

Η είδηση πως η Ματίνα έπαθε κάτι σοβαρό –είπανε εγκεφαλικό ή αμνησία ή κάτι παρόμοιο– έπεσε στην παρέα μας σαν κεραυνός. Ήταν το μόνο που δεν περιμέναμε ν’ ακούσουμε, για τη Ματίνα εννοείται, γιατί πολλοί άλλοι φίλοι μας έχουν πάθει όχι μόνο εγκεφαλικά επεισόδια, αλλά πολύ χειρότερα συμβάντα και κάποιοι έχουν αποδημήσει οριστικά και αμετάκλητα. Ώρες ώρες, στις ταχτικές εβδομαδιαίες συγκεντρώσεις μας, παρομοιάζω την παρέα μας με στρατιωτική μονάδα αποδεκατισμένη από τη μάχη της ζωής. Παρόντες οχτώ, απόντες έντεκα: έξι νεκροί τρεις τραυματίες (ένας κατάκοιτος, δύο με ημιπληγία) και δύο αιχμάλωτοι (σε οίκο ευγηρίας).

Η Ματίνα όμως; Αδύνατο να το χωρέσει ο νους μας. Μ’ όλο που πέρασε τα εξηνταπέντε, εξακολουθεί να έχει μια ζωτικότητα που καταπλήσσει. Πάντοτε με μυαλό  ζωντανό και πνεύμα σπινθηροβόλο. Έχει κρατήσει όλη τη φλόγα εκείνης της γενιάς, τη ζωντάνια και το κέφι της. Η «αειθαλής επονίτισσα», έτσι τη λέγαμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , , | 96 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 8 και τέλος

Posted by sarant στο 4 Μαρτίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη και τελευταία, ο επίλογος ας πούμε της ιστορίας -αφού ο αφηγητής, ο Ηλίας, έχει βρει νεκρό τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, που μαζί περιπλανιούνταν μέσα στη σπηλιά στη Λακωνία. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ.

4

Ο Ηλίας σταμάτησε να μιλά για αρκετήν ώρα, φορτισμένος καθώς ήταν από τις αναμνήσεις του.

«Τελικά πώς γλίτωσες;» τον ρώτησα.

— Εδώ υπεισέρχεται ο παράγων τύχη. Ώσπου να σκοτεινιάσει έμεινα κρυμμένος πίσω από το τείχος της εισόδου, που με έκρυβε κυρίως από τα σπίτια του χωριού. Φυσικά αν ερχόταν κανένας κοντά θα μ’ έβρισκε αμέσως. Καθρεφτίζοντας το πρόσωπό μου στο νερό, σε μια στιγμή που ήταν τελείως γαλήνιο, τρόμαξα. Σαν τον Άγιο Ονούφριο ήμουνα, αποσκελετωμένος,  με μακριά γενειάδα και άφθονα μαλλιά. Τότε είδα κάπου πενήντα μέτρα πιο πέρα, πάνω στο βράχο που ορθωνόταν δεξιά μου, ένα ξωκκλήσι. Μόλις νύχτωσε για καλά, το επισκέφθηκα. Η πόρτα του δεν ήταν κλειδωμένη κι αυτό στην αρχή μ’ έβαλε σε υποψίες. Σε πολλά εκκλησάκια είχαν παγιδευτεί καταδιωκόμενοι, που καταφεύγαν σ’ αυτά για να προστατευτούν από το κρύο και τη βροχή. Οι χίτες, οι μάυδες και ο στρατός εκεί ψάχνανε πρώτα. Άσε που στις μεγάλες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ’49, με διαταγή του Τσακαλώτου ανατινάξανε ένα σωρό ξωκκλήσια, για να μη βρίσκουν στέγη οι αντάρτες. Γι’ αυτό κοιμόμασταν μέσα σε πουρνάρια. Είχε βγει τότε η παροιμία: «Κάλλιο να σε φυλάει η πουρναριά, παρά να σε φυλάει η Παναγιά».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , | 53 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημ. Σαραντάκου) – 7

Posted by sarant στο 18 Φεβρουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έβδομη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, περιπλανιώνται μέσα στη σπηλιά και βρίσκουν τον πυθμένα του αρχαίου Καιάδα.

Μείναμε κάμποσο στο νέο στέκι μας, αλλά τα τρόφιμά μας είχαν λιγοστέψει πολύ. Μας έμεναν δέκα κονσέρβες κρέας, πέντε γάλα και ένα σακούλι γαλέτες. Μόνο νερό είχαμε άφθονο. Τέλειωσαν και οι λάμες της ξυριστικής μηχανής και αναγκαστικά πάψαμε να ξυριζόμαστε. Κάποτε αποφασίσαμε να συνεχίσουμε. Η πορεία μας στη φάση αυτή, ήταν πραγματικός εφιάλτης. Δε βρήκαμε πουθενά κανένα φωτεινό άνοιγμα. Στο τέλος σώθηκε το πετρέλαιο και περπατούσαμε στα τυφλά, ανάβοντας μόνο σε αραιά διαστήματα ένα κερί. Από τα σπερματσέτα μας είχανε μείνει τρία και τα σπίρτα ήταν λιγοστά. Πραγματικά, τότε ένιωσα πως τα ψωμιά μας σώθηκαν, πως θα μέναμε για πάντα θαμμένοι στα έγκατα της γης. Ούτε μπορώ να υπολογίσω πόσα μερόνυχτα περπατούσαμε στα σκοτάδια, όταν φτάσαμε πάλι σε μια λίμνη. Στο φέγγος του κεριού κατάλαβα πως ήταν πολύ μεγάλη. Πολύ μεγαλύτερη από τις άλλες δύο που είχαμε βρει στο δρόμο μας.

«Νερό βρε Ηλία» άκουσα το Γρηγόρη να ψιθυρίζει. Καθώς το παγούρι μου είχε αδειάσει έσκυψα και το γέμισα από το νερό της λίμνης. Παραξενεμένος τον είδα να το φτύνει αμέσως

«Θάλασσα» μου λέει.

Δοκίμασα κι εγώ και είδα πως το νερό ήταν αλμυρό! Πού βρέθηκε θάλασσα τόσο βαθιά μέσα στο βουνό; Ή μήπως δεν ήμασταν τόσο βαθιά; Πήρα κουράγιο.

«Γρηγόρη» του λέω, «μου φαίνεται πως γλιτώσαμε. Φτάσαμε στη θάλασσα. Ξεκουράσου εδώ και θα προχωρήσω να δω πού είναι η έξοδος».

«Μην αργήσεις Ηλία, μη μ’ αφήσεις μονάχο» μου λέει, τόσο παρακλητικά, που τόνε λυπήθηκα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , | 73 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 6

Posted by sarant στο 4 Φεβρουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η έκτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Bρισκόμαστε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά και ο Ηλίας εξερευνώντας την κάτι βρίσκει…

Πραγματικά σε μισή ώρα έφτασα σε ένα είδος θολωτό μπαλκόνι, όπου τέλειωνε ο διάδρομος.

Θαμπώθηκα πάλι από το φως της μέρας, μια που πάνω μου ήταν ο ανοιχτός ουρανός και από το χρώμα του κατάλαβα ότι σουρούπωνε. Πλήθος νυχτερίδες διασχίζανε τον αέρα μπροστά μου, ενώ ψηλότερα, κοράκια κι άλλα πουλιά φτεροκοπούσαν πάνω από τα βράχια για να κουρνιάσουν, όπως κάνουν όλα τα πουλιά πριν πέσει το σκοτάδι. Παρατηρούσα αχόρταγα γύρω μου, γιατί τόσες μέρες στο σκοτάδι είχα χάσει την αίσθηση του χώρου και τη χαρά να βλέπεις μακριά. Ήταν σα να βρισκόμουν στο θεωρείο ενός πέτρινου θεάτρου. Κάτω μου απλωνόταν μια σχεδόν επίπεδη έκταση, σαν να ήταν η πλατεία αυτού του θεάτρου, που την έκλειναν ολόγυρα πανύψηλοι κάθετοι βράχοι. Επιτέλους, σκέφτηκα, να λοιπόν που βγήκα έξω από τη σπηλιά.

Τρεις ώρες αργότερα έδινα αναφορά στον Γρηγόρη. Χάρηκε πολύ, που βρήκα μιαν έξοδο και ανακουφισμένοι, φάγαμε και  πέσαμε να κοιμηθούμε, για να πάρουμε δυνάμεις. Την επαύριο μας περίμεναν πάλι  μεταφορές και πολλά πηγαινέλα.

Όπως είχαμε καθιερώσει προχώρησα κουβαλώντας όσα μπορούσα να σηκώσω και τα απόθεσα στο «θεωρείο». Ο Γρηγόρης μόνο μια φορά έκανε τη διαδρομή, κουβαλώντας όσα μπορούσε να σηκώσει. Εγώ χρειάστηκε να την κάνω άλλες δυο φορές. Συνολικά η μεταφορά μας έφαγε εννιά ώρες και έτσι περιοριστήκαμε να φάμε για βράδυ και να κοιμηθούμε, για πρώτη φορά κάτω από έναστρο ουρανό. Για λόγους ασφαλείας δεν ανάψαμε φανάρια, αλλά είχαμε πια συνηθίσει να βλέπουμε στα σκοτεινά και μας βοηθούσε η λαμπρή αστροφεγγιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: , , | 92 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 5

Posted by sarant στο 21 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η πέμπτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο τρίτο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, βρίσκονται πάντοτε κρυμμένοι μέσα στη σπηλιά.

3

Σταμάτησε πάλι να μιλά και βυθίστηκε σε σκέψεις. Εμείς, συνεπαρμένοι από τη διήγησή του, περιμέναμε τη συνέχεια, χωρίς να λέμε τίποτα. Κάποτε, συνέχισε:

Ο Γρηγόρης το παρατήρησε πρώτος.

«Δε σου φαίνεται πως το νερό δεν τρέχει πια στο λαγούμι;» μου λέει.

Πραγματικά εκεί που κελάρυζε τρέχοντας στο λαγούμι της μπασιάς, τώρα  έμοιαζε στάσιμο. Άναψα ένα φανάρι και πήγα πιο κοντά να δω. Το νερό όχι μόνο δεν έτρεχε πια, αλλά λίμναζε και ανεπαίσθητα η έκταση που έπιανε στην αρχή του λαγουμιού σα να μεγάλωνε.

«Ώρες είναι να χτίσανε τη μπασιά» μου λέει. «Άλλη εξήγηση δε βρίσκω».

Η διαπίστωση αυτή μας προβλημάτισε πολύ: αν πραγματικά μας πήραν είδηση και χτίσανε τη μπασιά, αργά η γρήγορα το νερό θα ανέβαινε και στον υπόγειο ναό που είχαμε εγκατασταθεί. Πόσο ψηλά θα ανέβαινε δεν μπορούσαμε για την ώρα να υπολογίσουμε. Ο Γρηγόρης έβαλε σημάδια με πετραδάκια στα όρια της λούμπας που σχηματίστηκε εκεί που ήταν πριν η αρχή του λαγουμιού και σημείωσε στο ρολόι του την ώρα. Σε πέντε ώρες είδαμε πως το νερό είχε ξεπεράσει τα σημάδια και απλωνόταν. Μας έζωσαν μαύρα φίδια.

«Πρέπει να δούμε αν αυτό το άνοιγμα εκεί πέρα, οδηγεί πουθενά, γιατί δε μας βλέπω να μένουμε άλλο εδώ» μου λέει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος | Με ετικέτα: | 47 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 4

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2020

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Ολοκληρώνουμε σήμερα το δεύτερο κεφάλαιο. Ο αφηγητής, ο Ηλίας, μαζί με τον επίτροπο, τον Γρηγόρη, έχουν καταφύγει στη σπηλιά.

Βέβαια, επειδή σήμερα έχουμε και τη γιορτή του Αγιαννιού, που γιορτάζει η μισή Ελλάδα, το ιστολόγιο εύχεται χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και τις Ιωάννες, στον Γιάννη Ιατρού και όλους τους άλλους φίλους που γιορτάζουν, με ένα παλιό άρθρο.

Σιγά σιγά οργανώσαμε τη ζωή μας μέσα στη σπηλιά. Ευτυχώς είχαμε τρόφιμα, άφθονο νερό και ζεστά ρούχα. Μονάχα φως δεν είχαμε κι αυτό στην αρχή μας κόστιζε πολύ. Ζωή τυφλοπόντικων κάναμε. Το σκοτάδι ήταν τόσο πηχτό που μόλις το διαπερνούσε το φέγγος από το ένα φανάρι και δεν τολμούσαμε να ανάψουμε τα άλλα τρία. Θα σωνότανε το πετρέλαιο κι ύστερα τι θα κάναμε;  Τα σπερματσέτα θα τέλειωναν κι αυτά πολύ γρήγορα.

«Ώρες είναι να στραβωθούμε, έτσι που ζούμε στο σκοτάδι» λέω μια μέρα του Γρηγόρη.

«Εσύ δεν έχεις ανάγκη, αφού βγαίνεις κάθε τόσο και βλέπεις ήλιο» με παρηγόρησε.

Πραγματικά, επιχείρησα άλλες τρεις κατοπτεύσεις έξω από τη σπηλιά, μόνο που στην πρώτη, όταν βγήκα, ήταν νύχτα. Βλέπεις δεν μπορούσαμε ούτε κατά προσέγγιση να υπολογίσουμε το χρόνο. Αν δεν είχαμε τα ρολόγια μας θα ήταν σα να μην κυλούσε καθόλου. Αλλά κι αυτά δε μας βοηθούσαν σε τίποτα. Δείχνανε να πούμε οχτώ, αλλά αν ήταν οχτώ το πρωί ή οχτώ το βράδυ, δεν το ξέραμε. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο οδυνηρό είναι το αίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει. Τελικά ο Γρηγόρης προσπάθησε να υπολογίσει τις μέρες που ήμασταν θαμμένοι, με βάση τη συχνότητα που μας ερχόταν η όρεξη να φάμε.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 80 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 3

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω σε συνέχειες το διήγημα «Χθόνια Οδύσσεια» του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου,  το πρώτο διήγημα από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Η νουβέλα αυτή έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Παρά το ότι σήμερα είναι παραμονή Χριστουγέννων, προτίμησα να μη διακόψω τη δημοσίευση, αφού και η επόμενη Τρίτη είναι εξίσου σημαδιακή και μάλιστα από τώρα καπαρωμένη αφού την άλλη Τρίτη θα δημοσιευτούν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ακόμα ψηφίσει, μπορείτε να το κάνετε τώρα!

Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Σήμερα περνάμε στο δεύτερο κεφάλαιο της νουβέλας.

2

Έμεινε για λίγην ώρα σιωπηλός και συλλογισμένος. Εμείς, μ’ όλο που μας είχε συναρπάσει η αφήγησή του δεν λέγαμε λέξη. Περιμέναμε τη συνέχεια.

Είχαμε απομείνει απ’ όλο το τάγμα πέντε. Ο Πρεκεζές σκοτώθηκε, το ίδιο κι ο Καμαρινός, όπως μάθαμε τότε…

«Για στάσου» τον διέκοψα, «ο Καμαρινός, ο Αρίστος Καμαρινός εννοώ, γλίτωσε».

Το ξέρω πως γλίτωσε, τότε όμως είχαμε ακούσει πως σκοτώθηκε. Αργότερα μάθαμε την αλήθεια, πως έμεινε κρυμμένος δεκατρία ολόκληρα χρόνια στο υπόγειο του σπιτιού ενός φίλου του, μέσα στην Καλαμάτα! Σκοτώθηκαν όμως όλοι οι άλλοι ηγέτες του αντάρτικου, ο Σταθάκης, ο Κανελλόπουλος, ο Σφακιανός, ο Ρογκάκος, ο Μπασακίδης, ο Πέρδικας, όλοι. Δύο μονάχα παραδόθηκαν, ο Μπελάς και ο Κονταλώνης. Ο στρατός, αφού ξεκαθάρισε τη βόρεια Πελοπόννησο, ήρθε στα μέρη μας και αυτή τη φορά μας διέλυσε. Δεν ήταν μονάχα η τρομακτική διαφορά σε μαχητές και πολεμικό υλικό, ήταν πως δεν είχαμε πια κανένα έρεισμα στα χωριά, ακόμα και στα τελείως δικά μας.

Ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί. Δεν ήταν μαζί μας. Φοβόντουσαν να μας δώσουν την παραμικρή πληροφορία, γιατί θα τους χαρακτήριζαν «αυτοαμυνίτες» ή «καπαπίτες» και τους περίμενε ντουφέκι. Ούτε νερό μας δίνανε, μην τους πούνε «ληστοτρόφους», οπότε θα τους έστελναν εξορία.  Πίσω από το Στρατό αλωνίζανε οι χιτομάυδες. Εσείς που είχατε πάει στην Αθήνα, δεν μπορείτε να συλλάβετε αυτά που γίνονταν εδώ. Δεν πιάνανε πια αιχμαλώτους. Μόλις τους έπιαναν τους εκτελούσαν. Πολλούς αξιωματικούς μας τους λυντσάρανε ή τους έκαψαν ζωντανούς. Γέμισαν οι στύλοι και τα δέντρα με κομμένα κεφάλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , | 82 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 2

Posted by sarant στο 10 Δεκεμβρίου, 2019

Για λίγες συνέχειες, κάθε δεύτερη Τρίτη δημοσιεύω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του. Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

Η σημερινή συνέχεια είναι η δεύτερη. Η προηγούμενη βρίσκεται εδώ. Είχαμε σταματήσει στο σημείο όπου ο Ηλίας διηγείται πώς ο πατέρας του τού είχε δείξει τη σπηλιά που «μπορεί να μας φανεί χρήσιμη».

Εδώ ο Ηλίας σταμάτησε για πολλήν ώρα και το πρόσωπό του συννέφιασε. Ποιος ξέρει τι συλλογιζόταν. Κατόπιν αναστέναξε αδιόρατα και συνέχισε:

Και δεν άργησε να φανεί χρήσιμη. Όχι στην Κατοχή. Τότε τα πράγματα ήταν εύκολα. Είχαμε τον κόσμο μαζί μας, και στην ύπαιθρο, που από το καλοκαίρι του ’43 ήταν ολόκληρη ελεύθερη, κυριαρχούσαμε απόλυτα. Είχαμε εξασφαλίσει πραγματική τάξη. Όπως έλεγε ο πατέρας μου «έχανες το ζωντανό σου και δεν ανησυχούσες. Όπου να το βρίσκανε θα σου το στέλνανε, από οργάνωση σε οργάνωση, πίσω». Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί ήταν κλεισμένοι στις πόλεις και οι συνεργάτες τους είχαν λουφάξει. Τι να σου τα λέω τώρα, τα έζησες και τα ξέρεις. Αφού τον Μάρτη του ’44 έγιναν και εδώ, όπως σ’ όλη την Ελεύθερη Ελλάδα, εκλογές. Από την επαρχία μας βγήκαν δυο εθνοσύμβουλοι, βουλευτές δηλαδή στο Εθνικό Συμβούλιο, τη Βουλή των Βουνών. Μόλις είχα κλείσει τα δεκαοχτώ και ψήφισα. Τότε για πρώτη φορά ψήφισαν οι γυναίκες και οι νέοι πάνω από τα δεκαοχτώ. Η ελληνική πολιτεία μόλις το 1956 έδωσε και πάλι αυτό το εκλογικό δικαίωμα στις γυναίκες, που τους είχε δώσει τότε η λαϊκή εξουσία.

Τα δύσκολα άρχισαν σαν παραδώσαμε τα όπλα, ενώ οι ταγματασφαλίτες, εξοπλισμένοι από τους Άγγλους, από προδότες και διωκόμενοι που ήτανε, γίνανε εθνικόφρονες και διώκτες μας. Εγώ αυτά δεν τα έζησα από κοντά, γιατί μόλις τέλειωσα το γυμνάσιο ανέβηκα στην Αθήνα να σπουδάσω. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο στη Φιλοσοφική Σχολή και σκόπευα να γίνω αρχαιολόγος. Δεν ξέρω αν βρέθηκες στην Αθήνα εκείνον τον καιρό, ’46 με ’47 και πώς σου φάνηκε. Εμένα πάντως με μάγεψε. Και η πόλη και οι άνθρωποι. Γίνονταν τότε, πριν το νόθο δημοψήφισμα, τεράστιες συγκεντρώσεις για τη Δημοκρατία στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Μ’ όλο που στις βουλευτικές εκλογές κάναμε αποχή, δε θέλαμε εμφύλιο πόλεμο, θέλαμε να δουλέψουμε και να ανοικοδομήσουμε τον τόπο μας.

Όταν έφτασα στην Αθήνα ήρθα αμέσως σ’ επαφή με την Οργάνωση. Στην αρχή σύχναζα απλώς στην κεντρική λέσχη της, στην οδό Ακαδημίας 15. Μου έκανε εντύπωση η ζωντάνια και το κέφι αυτών των παιδιών. Εμείς στον τόπο μου ήμασταν μάλλον κοιμισμένοι. Μου έκανε επίσης εντύπωση μια έκδηλα ευνοϊκή στάση όχι μόνο προς τους Σοβιετικούς αλλά και προς τους Αμερικάνους, ενώ στα μέρη μου η προτίμησή μας έκλινε αποκλειστικά προς τους Ρώσους. Στη λέσχη έμαθα ένα καινούργιο επονίτικο τραγούδι: «ΕΠΟΝ ΕΠΟΝ είσαι ο εχθρός των φασιστών», που η μελωδία του ήταν παρμένη από μια αμερικάνικη οπερέτα, καθώς και τον «Ύμνο του λόχου σπουδαστών Λόρδος Μπάυρον», το «Γεια χαρά σπουδάζουσα νέα γενιά», που η μελωδία του ήταν ένα αμερικάνικο εμβατήριο. Γενικά, μετά τους Γερμανούς, που εξακολουθούσαμε όλοι οι Έλληνες να αποστρεφόμαστε, οι τωρινοί εχθροί μας ήταν οι Άγγλοι. Αυτό ήταν ξεκάθαρο. Οι Αμερικάνοι ήταν ακόμα πολύ μακριά.

«Κυκλοφορούσε τότε το περιοδικό μας η Νέα Γενιά, θα το θυμάσαι βέβαια. Πολύ ωραίο, με ζωντανή ύλη και πολλά ποιήματα. Θυμάμαι ακόμα ένα ποίημα που διάβασα στο περιοδικό και που μ’ άρεσε πολύ, καθώς ήμουνα τότε ερωτευμένος με μια συναγωνίστρια. Το θυμάμαι ακόμα απέξω, άκου το», μου λέει κι άρχισε να απαγγέλλει:

Σε γνώρισα αδερφοποιτή στη μάχη
της λευτεριάς, ακλόνητη κολόνα,
Σουλιώτισσα καινούργια κι Αμαζόνα
κι είπα η Ελλάδα την ψυχή σου θα ’χει.

Έτσι στο νου μου, ένα εσύ μ’ Εκείνη,
θα σου το πω το αγνό μου μυστικό,
υψώθηκες πανώριο ιδανικό
κι έδωσες φως και νόημα στην Ειρήνη.

Τώρα που το ντουφέκι έχουμ’ αφήσει
στο πρόσταγμα της μάνας λευτεριάς
και σ’ άλλο στίβο αγώνα έχουμ’ αρχίσει
στρατιώτες της δουλειάς και της χαράς.

έλα ακριβή στον ήχο της καρδιάς μας
να κάνουμε τραγούδι τη ζωή,
κι από την άγια φλόγα της γενιάς μας
σε νέα γενιά να δώσουμε πνοή.

Ακούγοντάς τον να απαγγέλλει, θυμήθηκα το ποίημα. Θυμήθηκα και το ωραίο εκείνο περιοδικό μας και την πρώτη μας νιότη και συγκινήθηκα.

 «Ωραίο ποίημα, το είχα κι εγώ διαβάσει στη Νέα Γενιά. Εσύ όμως το θυμάσαι ακόμα απέξω. Ξέρεις ποιανού ποιητή είναι;»

«Να σου πω δε θυμάμαι πια».

«Θυμάσαι όμως το ποίημα. Πρέπει να έχεις γερή μνήμη».

«Από μνήμη άλλο τίποτα. Είναι το μόνο που πάντα διέθετα σε επάρκεια. Πάντως το ποίημα αυτό, πέρα από το ρομαντισμό του, εξέφραζε και το πώς σκεφτόμασταν τότε. Να γίνουμε στρατιώτες της δουλειάς σε έργα ειρηνικά. Μόνο που δε μας άφησαν.

Από τον τόπο μου έρχονταν ανατριχιαστικές ειδήσεις. Σκοτωμοί, ξυλοδαρμοί, πυρπολήσεις σπιτιών. Τα ξέρεις τώρα, τι να στα λέω. Τις αδερφές μου, που πήγαιναν στο γυμνάσιο της Καλαμάτας και ήταν φυσικά Επονίτισσες, μια μέρα οι Μαγκανάδες τις κούρεψαν και παραλίγο να τις βιάσουν. Καταλαβαίνεις; Αυτά που κάνανε οι Γάλλοι μακί στις συνεργάτισσες των Γερμανών τα κάνανε εδώ οι συνεργάτες των Γερμανών στις κοπέλες της Αντίστασης! Έγραψα τότε στους δικούς μου να έρθουν στην Αθήνα. Είχαμε συγγενείς στον Πειραιά και θα τη βολεύαμε. Η μάνα μου με τα κορίτσια ήρθανε και έτσι γλίτωσαν, ο πατέρας μου όμως δεν ήθελε ν’ αφήσει το σπίτι και το χτήμα.

“Δεν τα φοβάμαι εγώ αυτά τα ψοφίμια. Υπεράσπισα τον τόπο μου όταν μας χτύπησαν οι Ιταλοί, τον υπεράσπισα σαν μας καταχτήσανε, θα τον υπερασπίσω και τώρα” μου ’γραψε».

Εμένα όπως καταλαβαίνεις με είχανε ζώσει μαύρα φίδια. Τώρα δεν ήταν όπως τότε. Τώρα θα ήταν ολομόναχος. Όλοι οι δικοί μας ή σκοτώθηκαν ή είχαν ανεβεί στην Αθήνα. Ήξερα βέβαια πως δεν είχε παραδώσει το ντουφέκι του, που το είχε φέρει μαζί του στην οπισθοχώρηση από την Αλβανία και το είχε σε όλη τη διάρκεια που πολεμούσε στον ΕΛΑΣ, αλλά τι μπορούσε να κάνει μονάχος του, μόνο αν έβγαινε πάλι στο βουνό.

Τελικά δε σώθηκε. Αυτό το έμαθα δυο μήνες μετά, όταν ένας συγχωριανός μας που ανέβηκε στην Αθήνα, μας τα είπε.Πήγαν να τον πιάσουν κάπου είκοσι ένοπλοι χίτες. Αντιστάθηκε ώσπου του τέλειωσαν οι σφαίρες και τότε τον σκότωσαν, ανατινάξανε τις στέρνες, κόψανε όλες τις ελιές, σκότωσαν όλα τα ζωντανά, κάψανε το σπίτι και στη σπασμένη πόρτα του κάρφωσαν το κομμένο κεφάλι του πατέρα μου. Όπως έλεγαν κατόπιν καμαρώνοντας «ξεκλήρισαν μια κόκκινη φωλιά στη Μάνη».

Δεν μπόρεσα ποτέ να συνέλθω από την είδηση. Τον αγαπούσα βλέπεις πολύ τον γέρο μου. Μια βδομάδα έκανα σαν τρελός. Μ’ έπιασε αληθινή μανία. Δε με χώραγε το σπίτι. Η μάνα μου κι οι αδερφάδες μου δεν ήξεραν πώς να με συνεφέρουν, οι συμφοιτητές μου τα είχαν χάσει έτσι που με βλέπανε.

Τελικά αποφάσισα να πάρω το αίμα του πίσω. Χωρίς να πω τίποτα στη μάνα μου και στις αδερφές μου, πήρα το καράβι και πήγα στην Καλαμάτα. Βρήκα κάποιους συναγωνιστές, που μ’ έφεραν σ’ επαφή με τους αντάρτες και την άνοιξη του ’47 βγήκα στο βουνό. Κατατάχτηκα στο αρχηγείο Μαίναλου με αρχηγό τον Σαρηγιάννη. Με βάλανε στην ομάδα του Πέρδικα. Δεν μπορείτε να φανταστείτε τι σπουδαίος άνθρωπος ήταν!

Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιαννακούρας, το Πέρδικας ήταν ψευδώνυμό του, αλλά πολλοί τον φώναζαν και Τσαπάγεφ, από τον ήρωα μιας σοβιετικής ταινίας, από τις πρώτες που είχαν έρθει μετά την απελευθέρωση και που είχαμε προλάβει να δούμε. Απλός, αμόρφωτος χωριάτης, όμως με μυαλό μεγάλου στρατιωτικού, με κύρος μεγάλου πολιτικού και με την έμφυτη σοφία του απλού ανθρώπου. Αν καθίσω και σας διηγούμαι για τον Πέρδικα, θα ξημερωθούμε και δε θα προφτάσω να σας πω την περιπέτεια που έζησα.

Ένα μόνο θα σας πω, για να καταλάβετε γιατί τον είπα σοφό: Σε μας, στο αντάρτικο, ένα σοβαρό πρόβλημα ήταν οι ψείρες. Ανυπόφορο βάσανο, που δεν ξέραμε πώς να το αντιμετωπίσουμε. Είχαμε μάθει πως στις πόλεις τελευταία τις αντιμετώπιζαν με ένα θαυματουργό αμερικάνικο εντομοκτόνο, το ΝτιΝτιΤί, εμείς όμως πού να το βρούμε στο βουνό. Λοιπόν ο Πέρδικας βρήκε μια καταπληκτική λύση. Είχε επισημάνει κάποια δέντρα ή θάμνους όπου ανεβοκατέβαιναν συνεχώς μερμήγκια. Λοιπόν κρεμάγαμε ή ακουμπάγαμε τα ψειριασμένα ρούχα μας σ’ αυτά τα δέντρα και σε λίγο γέμιζαν με μερμήγκια που άρπαζαν τις ψείρες και τις πήγαιναν στη φωλιά τους. Σε δυο ώρες και το πιο ψειριασμένο ρούχο ήταν καθαρό από ψείρες και κόνιδες. Καταπληκτικό έ;

Σπουδαία παλικάρια ήταν και τα αδέρφια Δουμουλάκη, που τα γνώρισα, ιδίως ο Ετεοκλής, που όπως θα έμαθες, πέθανε το ’52 από την πείνα και τα τραύματά του, κλεισμένος, ποιος ξέρει πόσον καιρό, σε μια σπηλιά. Εγώ όμως ήθελα να πάω στο αρχηγείο του Ταΰγετου, κοντά στους δικούς μου. Ήξερα άλλωστε και τον Καμαρινό και τον Κονταλώνη και τον Πρεκεζέ, που ήταν μαζί με τον πατέρα μου στον ΕΛΑΣ.

Αυτό το πέτυχα στις αρχές του ’48, όταν ήρθε από την Πίνδο ο στρατηγός, ο Στέφανος Γκιουζέλης με το επιτελείο του και αναδιοργανώθηκε όλο το αντάρτικο του Μοριά. Έγινε η Τρίτη Μεραρχία του Δημοκρατικού Στρατού και συγκροτήθηκαν δύο Ταξιαρχίες, ενώ τα παλιά αρχηγεία γίνανε Δυνάμεις Χώρου. Την άνοιξη του ’48 με στείλανε στο δεύτερο Τάγμα της 55ης Ταξιαρχίας. Τότε κυριαρχούσαμε σ’ όλο τον Μοριά, εκτός από τις πόλεις και τα κεφαλοχώρια. Είχαμε φτιάξει κανονικό κράτος, με λαϊκή αυτοδιοίκηση και λαϊκά δικαστήρια. Βγάζαμε και εφημερίδα, τον Μωριά, τυπωμένη σε κανονικό τυπογραφείο, όχι σε πολύγραφο. Λειτουργούσανε δημοτικά σχολεία σε όλα τα ελεύθερα χωριά και σε ορισμένα, όπως στα Τρόπαια και σ’ άλλα, λειτούργησε και γυμνάσιο. Μέχρι και παιδαγωγική ακαδημία δημιουργήθηκε στην Κοντοβάζαινα, για να βγάζει δασκάλους.

Γενικά στην ύπαιθρο επικρατούσε μεγάλος ενθουσιασμός και είχαν προσχωρήσει σε μας πολλοί νέοι, εκτός του ότι πολλοί στρατιώτες που πιάσαμε αιχμαλώτους στις μάχες, ήταν παλιοί αριστεροί και αυτομολήσανε σε μας. Ο μεγάλος αριθμός των ανταρτών όμως χρειαζόταν και αξιωματικούς που εμείς δεν είχαμε. Τότε, το φθινόπωρο του ’48, ιδρύθηκε Σχολή Αξιωματικών του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοναστήρι, κοντά στη Δίβρη. Με πρόταση του Πρεκεζέ, με στείλανε εκεί. Διοικητής της Σχολής ήταν ο Κώστας ο Κανελλόπουλος. Εκπληκτικός άνθρωπος. Πολύπλευρα μορφωμένος και ταυτόχρονα άνθρωπος της δράσης, και με διοικητικά χαρίσματα. Ήταν αξιωματικός του αστικού στρατού, είχε πολεμήσει στην Αλβανία και ήταν αξιωματικός στον ΕΛΑΣ. Μετά τη Βάρκιζα πέρασε από το Μπούλκες και στο Μοριά ήρθε με τον Γκιουζέλη και το άλλο επιτελείο.

Μη θαρρείς πως κάναμε μόνο μαθήματα σε αίθουσες. Τα πιο πολλά γίνονταν στις ασκήσεις και στις μάχες. Η φοίτηση ήταν τρίμηνη και μόλις αποφοίτησα με ξαναστείλανε, ανθυπολοχαγό πια, στο Τάγμα μου. Εκεί συνάντησα τον Επίτροπο του Τάγματος. Ήταν Μανιάτης, παλιός κομμουνιστής, που είχε κάνει στην Ακροναυπλία, αλλά κατάφερε να δραπετεύσει, όταν τους παραδώσανε στους Γερμανούς κι αυτοί τους κλείσανε στο Χαϊδάρι. Στην αρχή, να σου πω, δε μου γέμιζε το μάτι. Έκανε σα να τα ’ξερε όλα. Ύστερα, ενώ εκείνον τον καιρό ήμασταν όλοι αισιόδοξοι, πως όπου να ’ναι θα καταρρεύσει ο μοναρχοφασισμός, αυτός ήταν συγκρατημένος. Όχι πως ήταν απαισιόδοξος ή ηττοπαθής, αλλά νά, μας προσγείωνε στην πραγματικότητα, καμιά φορά άγαρμπα.

Θυμάμαι μια συζήτηση, στην έδρα του τάγματός μας. Ήτανε αρχές Δεκεμβρίου θυμάμαι και μόλις είχα γυρίσει από τη Σχολή στο Τάγμα. Είχαμε τότε πολύ κουράγιο και μεγάλον ενθουσιασμό και σχεδιάζαμε να προχωρήσουμε σε καταλήψεις πόλεων για να διευρύνουμε την απελευθερωμένη περιοχή μας. Ο επίτροπος όμως μας προσγείωσε.

«Να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα» μας λέει. «Δεν έχουμε λύσει δυο βασικά προβλήματα: τον ανεφοδιασμό μας με πολεμικό υλικό και τις εφεδρείες. Ώς τώρα οι μοναρχοφασίστες έχουν ρίξει όλο το βάρος τους στο Γράμμο κι εδώ έχουν αφήσει τη Χωροφυλακή, τους μάυδες και κάτι μικρές μονάδες του Στρατού για να μας συγκρατούν, αλλά ώς πού θα πάει αυτό; Η κυριαρχία του Δημοκρατικού Στρατού στο Μοριά διαψεύδει το κυριότερο επιχείρημά τους περί “έξωθεν επιβουλής”. Δε θα μας αφήσουν ήσυχους. Πρέπει λοιπόν από τώρα να είμαστε έτοιμοι για το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε κάποια μεγάλη μονάδα του μοναρχοφασιστικού στρατού. Ανεξάρτητα από το πώς θα λύσουμε το πρόβλημα του ανεφοδιασμού μας, θα πρέπει να εξασφαλίσουμε μερικά σίγουρα, απρόσιτα στον εχθρό καταφύγια, για τους τραυματίες και τα εφόδιά μας».

Τότε τον πήρα παράμερα και του μίλησα για τη σπηλιά.

Είδα πως ενδιαφέρθηκε ζωηρά.

«Την άλλη βδομάδα, που θα κάνουμε μιαν επιθετική κρούση προς την Καστανιά, θα έρθεις μαζί και στο γυρισμό θα μου τη δείξεις» μου λέει.

Πράγματι, γυρνώντας από την επιχείρηση, που ήταν πολύ εύκολη και αναίμακτη, πήγαμε οι δυο μας κι ένας ακόμα έμπιστος αντάρτης, ο Αποστόλακας και τους έδειξα τη σπηλιά.Μπήκαμε μέσα και προχωρήσαμε ώς τον «υπόγειο ναό». Ο επίτροπος εντυπωσιάστηκε. Όταν γυρίσαμε στο Τάγμα το κουβέντιασε με τον Θόδωρο Πρεκεζέ, τον διοικητή μας.

«Μπορούμε να την κάνουμε νοσοκομείο για τους τραυματίες μας, βάση εφοδιασμού και εν ανάγκη κρησφύγετο» του έλεγε.

Ο Αποστόλακας όμως είχε σοβαρές αντιρρήσεις.

«Δεν κάνει για νοσοκομείο και για βάση ανεφοδιασμού. Και ξέδρομα είναι και εύκολα κλείνεται. Ύστερα, δεν είδατε πως από μέσα της βγαίνει νερό; Αν φράξουνε τη μπασιά της, που εύκολα χτίζεται, έτσι στενή που είναι, θα πλημμυρίσει κι όσοι βρεθούνε μέσα θα πνιγούν σαν τα ποντίκια, όπως πάθανε οι Καλλιαζιώτες».

Και μας εξήγησε πως τον καιρό της Επανάστασης, ο Μπραήμης, αφού αποκρούστηκε στη Βέργα του Αρμυρού και στον Δυρό, προσπάθησε, για τρίτη φορά, να μπει στη Μάνη, από τα ανατολικά τώρα. Τότε τα γυναικόπαιδα και οι γέροι ενός χωριού, της Κάλλιαζης, που βρισκόταν πάνω στο δρόμο του, καταφύγανε σε μια σπηλιά, όπου μέσα υπήρχε και πηγή.

Μετά τη νίλα που έπαθαν στον Πολυάραβο, οι στρατιώτες του Μπραήμη, περνώντας απέξω από τη σπηλιά άκουσαν κλάματα μωρών και κουβέντες μεγάλων. Δοκίμασαν να μπουν μέσα αλλά από τις ντουφεκιές που τους τράβηξαν οι κλεισμένοι, κατάλαβαν πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο.

Σοφίστηκαν τότε να κλείσουν τη μπασιά της σπηλιάς μ’ έναν βράχο που τον κύλησαν ώς εκεί και τον έχτισαν κανονικά. Κανείς δεν έμαθε τι απογίνανε τα γυναικόπαιδα της Κάλλιαζης. Φαντάστηκαν πως τα τράβηξε ο Μπραήμης στην Αραπιά. Μονάχα ύστερα από εκατό χρόνια, όταν ένας χωριάτης έβαλε φουρνέλο και ξεκόλλησε ο βράχος και μαζί με το νερό που ξεχύθηκε κύλησαν στο λόγγο ένα σωρό κόκαλα και κρανία, μαθεύτηκε η αλήθεια.

Ο επίτροπος όμως δεν παραδέχτηκε αυτόν τον κίνδυνο.

«Η σπηλιά αυτή έχει κι άλλες μπασιές, απ’ όπου θα φύγει το νερό» είπε με σιγουριά, σα να την είχε φτιάξει ο ίδιος.

«Εμένα μια φορά δε μ’ αρέσει. Σαν ποντικοπαγίδα είναι» επέμεινε ο Αποστόλακας.

Τελικά ο Πρεκεζές έδωσε τη λύση: Η σπηλιά θα χρησίμευε μόνο σαν βάση ανεφοδιασμού. Ούτε νοσοκομείο, ούτε καταφύγιο.

Έτσι σιγά σιγά, εγώ με τον Αποστόλακα και δυο άλλους αντάρτες συγχωριανούς του, κάτι πανύψηλους και πολύ χειροδύναμους Μαυρομανιάτες, κουβαλήσαμε και κρύψαμε στον  «υπόγειο ναό» μερικές κάσες με πυρομαχικά, κονσέρβες με κορνμπήφ και γάλα εβαπορέ, κουτιά με επιδέσμους και φάρμακα, κάμποσες στολές και ασπρόρουχα, έναν τενεκέ με φωτιστικό πετρέλαιο και τρία φανάρια πετρελαίου, από αυτά που τα λένε «φανούς θυέλλης». Την ύπαρξη της σπηλιάς την κρατήσαμε τελείως μυστική. Την ξέραμε μονάχα πέντε άτομα.

Ύστερα, όλα άλλαξαν απότομα και ραγδαία. Τα Χριστούγεννα του ’48 γίνανε σε όλες τις πόλεις της Πελοποννήσου ομαδικές συλλήψεις, όχι μόνο όσων αριστερών είχαν απομείνει άπιαστοι, αλλά και βενιζελικών και οπαδών άλλων κομμάτων. Κάπου είκοσι χιλιάδες άνθρωποι πιάστηκαν και στάλθηκαν αμέσως στο Μακρονήσι και το Τρίκερι. Μπορεί να μη μας έβλαψαν άμεσα αυτές οι συλλήψεις. Έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πια καμιά πρόσβαση στις πόλεις, αλλά δημιούργησαν ένα γενικό κλίμα φοβίας. Μας φάνηκε πως όλα πάγωσαν. Κατόπιν, αρχές του ’49 ήρθε στο Μοριά από το Γράμμο η Ένατη Μεραρχία και άρχισε η διάλυση των τμημάτων μας. Μέσα σε πέντε μήνες όλα είχαν τελειώσει. Βλέπεις δεν είχαμε καθόλου πυρομαχικά. Όπως θα έχεις μάθει, το Γενικό Στρατηγείο μάς είχε στείλει σημαντικά εφόδια με ένα καΐκι, που ξεκινώντας από την Αλβανία, έφερε γύρα την Πελοπόννησο και άραξε στο Κυπαρίσσι, έναν απόμερο κόλπο στην Κυνουρία, κοντά στο Λεωνίδιο. Θυμάμαι πώς γιορτάσαμε αυτή την επιτυχία. Μόνο που στην επόμενη αποστολή το καΐκι το εντοπίσανε τα περιπολικά του στόλου και το βούλιαξαν λίγο πριν φτάσει στον Φωκιανό. Κι όχι μόνο χάσαμε τα πολύτιμα εφόδια, αλλά έπεσε στα χέρια τους το ημερολόγιο που κρατούσε ο καπετάνιος του, όπου τα έλεγε όλα χαρτί και καλαμάρι. Το γεγονός αυτό το εκμεταλλεύτηκαν οι κυβερνητικοί. Το δημοσίευσαν όλες οι αθηναϊκές εφημερίδες. Βρήκαν βλέπεις μιαν απόδειξη για την ενίσχυσή μας από το εξωτερικό. Άλλες δυο προσπάθειες που έγιναν από τότε, να μας στείλουν εφόδια με καΐκια, αποτύχανε. Έτσι αναγκαστικά παίρναμε όπλα και πυρομαχικά από τους αντιπάλους. Έπρεπε όμως οι επιθέσεις που κάναμε να τελειώνουν γρήγορα, πριν μας σωθούν οι σφαίρες. Για όλες τις άλλες ενέργειές μας αυτοσχεδιάζαμε. Αφού για να κόψουμε μια φορά τη σιδηροδρομική γραμμή Τρίπολης-Καλαμάτας, παλεύαμε με αξίνες και κασμάδες να ξεκολλήσουμε τις ράγες από τα ξύλα! Πού να βρεθεί δυναμίτης;

Καταλαβαίνεις λοιπόν πόσο άνισος ήταν ο αγώνας. Δεν ήταν μονάχα ο στρατός ή έστω η χωροφυλακή, που ήταν εκατονταπλάσιοι από μας. Είχαμε και το χιταριό, τους μάυδες και τους παρακρατικούς. Όχι πως αυτοί μας πολεμούσαν. Δεν κοτούσαν, τσακάλια ήταν, που όσον καιρό επικρατούσαμε εμείς στην ύπαιθρο είχαν λουφάξει στις πόλεις. Τώρα όμως έρχονταν πίσω από το στρατό, ρημάζανε τον κόσμο και δε μας άφηναν να ανασυγκροτηθούμε όταν ξεφεύγαμε διασπώντας τους κλοιούς και τις ενέδρες. Παρ’ όλα αυτά δεν το βάλαμε κάτω. Πολεμήσαμε ώς το τέλος.

(συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη, Πελοπόννησος | Με ετικέτα: , , | 69 Σχόλια »

Χθόνια Οδύσσεια (διήγημα του Δημήτρη Σαραντάκου) – 1

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2019

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, έγραφε κάθε Τρίτη μια επιφυλλίδα στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης την οποία, από τότε που άρχισα το ιστολόγιο, την αναδημοσίευα εδώ.

Μετά τον θάνατό του, άρχισα να δημοσιεύω σε συνέχειες τα βιβλία του (ή αποσπάσματα από τα βιβλία του), όχι όμως πια κάθε Τρίτη αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη -για να κρατήσουν περισσότερο. Από σήμερα και για λίγες συνέχειες θα δημοσιεύσω το διήγημά του «Χθόνια Οδύσσεια», το πρώτο από το βιβλίο του «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης», που το είχε έτοιμο όταν αδόκητα έφυγε από τη ζωή πριν από οχτώ χρόνια και που το εκδώσαμε λίγο πριν κλείσει χρόνος από τον θάνατό του.

Πρόκειται για τρεις νουβέλες με θέματα από τον εμφύλιο πόλεμο στην Πελοπόννησο.

Η πρώτη νουβέλα έχει την ιδιαιτερότητα ότι ο αφηγητής -ο πατέρας μου- μεταφέρει την αφήγηση ενός άλλου, οπότε στο βιβλίο οι δυο αφηγήσεις, που αλληλοπλέκονται, τυπώθηκαν με διαφορετική γραμματοσειρά. Εδώ βάζω με πλάγια τα λόγια του πατέρα μου ή τους διαλόγους του με τον Ηλία, τον άλλον αφηγητή, και με ίσια γράμματα την καθαυτό αφήγηση του Ηλία.

 

ΧΘΟΝΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Στον Μιχάλη Λιαρούτσο

Την ιστορία αυτή την άκουσα το καλοκαίρι του ’75, σ’ ένα χωριό της Μάνης, γειτονικό με το δικό μου, όταν είχαμε πάει με τον ξάδερφό μου για μια σύντομη εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πως πέρασα καλά, μ’ όλο που η επίσκεψη στα πατρογονικά μου, που είχα να τα περπατήσω από παιδάκι, με συγκίνησε. Μου χάλασαν τη διάθεση οι συζητήσεις που είχα με συγγενείς, τρίτου και τετάρτου βαθμού, που αναπόφευκτα μας επισκέφτηκαν για να γνωρίσουν τα εγγόνια του «γερο-Δημήτρη», του παππού μας δηλαδή, που όπως φαίνεται υπήρξε στον καιρό του επιβλητική προσωπικότητα. Στη Μάνη εξακολουθούν να υπολογίζονται αυτές, οι κάπως απομακρυσμένες συγγένειες.

Καθώς ήταν η περίοδος αμέσως μετά την πτώση της χούντας, υπήρχε έντονη πολιτικοποίηση, ακόμα και σ’ αυτά τα απόμερα χωριά. Μόνο που εδώ η πολιτικοποίηση ήταν μονόπλευρη. Όλοι οι συνομιλητές μας, χωρίς εξαίρεση, εκτός του ότι δεν είχαν ακόμα σαφή επίγνωση της σημασίας των πολιτικών αλλαγών που έγιναν στον τελευταίο χρόνο, δεν είχαν δηλαδή χωνέψει πως δεν υπήρχε πια μοναρχία και πως η χούντα ήταν οριστικό παρελθόν, δεν έκρυβαν τη νοσταλγία τους για την επταετία και έδειχναν φανερά απογοητευμένοι με τον Καραμανλή, που τον ταύτιζαν περίπου με τους κομμουνιστές. Στη ρύμη του λόγου τους πολλοί θυμήθηκαν τα κατορθώματά τους στην περίοδο του Εμφυλίου και μας τα περιγράψανε με γλαφυρότητα, χωρίς να νιώσουν την ανάγκη να κρύψουν τίποτα και χωρίς να αντιληφθούν ή να υπολογίσουν τις αντιδράσεις μας.

Την τελευταία βραδιά την περάσαμε στο σπίτι ενός κουμπάρου μας. Η βραδιά εξελίχθηκε σε ωραία βεγγέρα και, με το θάρρος που μου έδωσε το κρασί, τους είπα την άποψή μου για τις αγριότητες των νικητών του Εμφυλίου, που μόλις είχα μάθει από πρώτο χέρι. Ουσιαστικά μίλησα σαν εκπρόσωπος, τρόπον τινά, της άλλης πλευράς, των ηττημένων κι αυτό δυσαρέστησε πολλούς και αγρίεψε κάποιους, ενώ μονάχα ένας, άγνωστός μου, καλεσμένος επίσης του κουμπάρου μας, με κοιτούσε με κάποιο αδιόρατο επιδοκιμαστικό χαμόγελο, χωρίς όμως να πάρει ούτε μια φορά το λόγο, σε όλη τη διάρκεια της κουβέντας (λογομαχίας καλύτερα). Ο οικοδεσπότης μας, νιώθοντας φαίνεται την ανάγκη να απολογηθεί για λογαριασμό των άλλων, με πήρε αργότερα παράμερα και  μου εξήγησε χαμηλόφωνα:

«Μη νομίζεις πως τα δικαιολογώ όλα αυτά. Ούτε όλοι οι δεξιοί είμαστε, έτσι. Αυτοί που κάνανε αυτά τα πράγματα, όπως τη σφαγή στις φυλακές στο Γύθειο, τους σκοτωμούς στη Βαμβακού και τα ξεκληρίσματα ολόκληρων αριστερών οικογενειών, σαν του Πέτρουλα και πολλών άλλων, όλοι αυτοί, καθάρματα ήταν. Να σκεφτείς πως επιχείρησαν να κάνουν τα ίδια με το Γύθειο και στις φυλακές της Σπάρτης και όταν βγήκε μπροστά να τους μποδίσει ο διοικητής της φρουράς (ταγματάρχης της Χωροφυλακής ήτανε), τον εσκοτώσανε. Αυτό όμως έσωσε τους κρατούμενους γιατί η φρουρά τούς  διασκόρπισε. Και για το σκοτωμό του Κατσαρέα δεν είναι καθαρά τα πράγματα. Ήταν μετρημένος και, για την εποχή και τις περιστάσεις, μπορούμε να πούμε πως ήτανε ανθρωπιστής, δεν ήτανε Παυλάκος να πούμε. Έχω ακούσει πως δεν τον σκότωσαν οι συμμορίτες, αλλά δικοί μας. Βλέπεις είχε γίνει πολύ δημοφιλής και κάποιος, που έχει τη Μάνη πολιτικό του φέουδο, φοβόταν πως αν κατέβαινε μετά το συμμοριτοπόλεμο στις εκλογές θα του έτρωγε την έδρα. Αυτά βέβαια σου τα λέω με κάθε επιφύλαξη και σε παρακαλώ να μην τα πεις πουθενά, ή αν τα πεις, μη με αναφέρεις».

Φεύγοντας, θα ήταν περασμένες έντεκα, ο άγνωστος εκείνος μας πρόφτασε την ώρα που μπαίναμε στο αμάξι μας.

«Αν σ’ ενδιαφέρει ν’ ακούσεις μιαν απίστευτη ιστορία, για κείνα τα χρόνια, πέρνα αύριο το πρωί από το σπίτι μου, μένω εδώ κοντά, στο Κρυονέρι. Καληνύχτα».

Μου μίλησε εγκάρδια και στον ενικό και μου είπε το όνομά του, γιατί  κατά τη διάρκεια της βραδιάς δε μας είχαν συστήσει. «Ποιος είν’ αυτός; Τόνε ξέρεις;» ρώτησα τον ξάδερφο, που διατηρούσε περισσότερους δεσμούς με τα μέρη μας.

«Πολύ λίγο. Είναι από μια παλιά αριστερή οικογένεια, που ξεκληρίστηκε. Όπως έμαθα είχε βγει στο βουνό στο δεύτερο αντάρτικο και είναι από τους λίγους που γλίτωσαν».

Την άλλη μέρα, κατά τις δέκα, περάσαμε από το σπίτι του Ηλία –έτσι  λεγόταν ο άγνωστος– και  τα είπαμε. Μας διηγήθηκε δια μακρών, πώς γλίτωσε κρυμμένος επί μήνες μέσα σε μια σπηλιά στον Ταΰγετο. Η αφήγησή του κράτησε ώς το απόγεμα, γιατί η γυναίκα του, πιστή στο πνεύμα της μανιάτικης φιλοξενίας, επέμεινε να μας κάνει το τραπέζι και εν συνεχεία να πιούμε τον καφέ στην απόσκια αυλή του σπιτιού τους. Γενικά μας περιποιήθηκε με την πατροπαράδοτη αρχοντιά των παλιών Μανιατών και ταυτόχρονα με μιαν αφοπλιστική εγκαρδιότητα, που μας έκανε να νιώσουμε σα να ήμασταν στο σπίτι μας.

Την αφήγηση του Ηλία τη μεταφέρω εδώ όπως τη θυμάμαι, γιατί, μολονότι πέρασαν από τότε τριάντα χρόνια, εντυπώθηκε βαθιά στο μυαλό μου. Τη γεωλογική, κατά κάποιον τρόπο, περιγραφή της σπηλιάς, που μου έκανε, την έχω εμπλουτίσει με  ακριβέστερα δικά μου στοιχεία, γιατί πώς να το κάνουμε, αυτός, όπως με πληροφόρησε, είχε σπουδάσει φιλόλογος, ενώ εγώ έβγαλα το Πολυτεχνείο. Όλα όμως τα άλλα τα μεταφέρω όπως μου τα είπε και όπως τα θυμάμαι.

1

Το βουνό, που στα σπλάχνα του βρίσκεται η σπηλιά, είναι  ένα από τα ψηλότερα της Ελλάδας και ίσως το μακρύτερο, με την έννοια πως είναι μονοκόμματο χωρίς πολλά σπασίματα. Ορθώνεται σαν τοίχος, με κατεύθυνση από το βορρά στο νότο και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά μιας χερσονήσου, που δείχνει σαν τεντωμένο δάχτυλο την Αφρική.

Το βορινό και ψηλότερο τμήμα του είναι κατάφυτο. Ελάτια στα ψηλώματα, βελανιδιές, σκίνα και πουρνάρια στις πλαγιές, ρείκια, κουμαριές και βάτοι στις κοιλάδες και στις ρεματιές, ελιές, αμπέλια και γεννήματα στις λούρες, στους ξεχερσωμένους αναβαθμούς δηλαδή. Αντίθετα το νότιο τμήμα του είναι  γυμνό και κατάξερο. Δεν υπάρχει δέντρο για να ρίξει μια σκιά σε άνθρωπο, δεν υπάρχει πηγή για να ξεδιψάσει ο περαστικός.

Η μάζα του βουνού είναι ασβεστολιθική. Ασβεστόπετρες και κάπου κάπου μάρμαρα, άσπρα και έγχρωμα. Μόνο σε μερικές μεριές βρίσκει κανείς τίκλες, δηλαδή σχιστόλιθους. Οι γεωλόγοι λένε πως το βουνό είναι μικρής ηλικίας, αλλά αυτοί μετρούν αλλιώτικα  το χρόνο, γιατί οι πτυχώσεις του φλοιού της Γης το δημιούργησαν, μαζί με τα άλλα βουνά της χώρας μας, πολύ πριν οι άνθρωποι περπατήσουν στον πλανήτη.

Στα αμέτρητα χρόνια που κύλησαν, οι βροχές κάθε χειμώνα εισχωρούσαν μέσα στη μάζα του βουνού. Το βρόχινο νερό, πλούσιο σε διοξείδιο του άνθρακα, διέλυε τον ασβεστόλιθο και έσκαβε μέσα  στα σπλάχνα του κοιλότητες, που σιγά σιγά ενώθηκαν για ν’ αποτελέσουν είτε μεγάλους ψηλοθόλωτους θαλάμους, είτε μακρότατα φιδογυριστά λαγούμια, στοές και καταβόθρες. Έτσι δημιουργήθηκε αυτή η τεράστια σπηλιά, που πήρε το τωρινό πολύπλοκο σχήμα της πολύ πριν ξεκινήσει η περιπέτεια του ανθρώπου.

Από τότε η φύση την εμπλούτιζε συνεχώς με σταλακτίτες και σταλαγμίτες, αποθέσεις δηλαδή κρυσταλλικού ανθρακικού ασβεστίου, που ξανάπαιρνε τη στερεά μορφή, χάνοντας διοξείδιο του άνθρακα και νερό. Οι σταλακτίτες αυτοί αλλού σχημάτιζαν πολύχρωμα κρόσσια ή περίτεχνα παραπετάσματα και αλλού, ενωμένοι με τους αντίστοιχους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν από κάτω τους, δημιουργούσαν μεγαλοπρεπείς κίονες Την εφοδίασε ακόμη με πηγές ανήλιαγου νερού, υπόγεια ρέματα και εσωτερικές λίμνες. Σ’ ένα δυο σημεία της, λόγω της σύστασης των πετρωμάτων του βουνού η σπηλιά ήταν τελείως γυμνή και ξερή. Ούτε σταλαχτίτες, ούτε κίονες, ούτε ανήλιαγο νερό, σε ένα άλλο σημείο της πάλι μεσολαβούσε ένα βαθύ βάραθρο, ξέσκεπο από πάνω, περίκλειστο όμως από παντού αλλού.

Αν εξαιρέσουμε κάποια ανοίγματα στην οροφή ενός ή δύο θαλάμων, μια ή δυο καταβόθρες και το βάραθρο που ανέφερα, η τεράστια σπηλιά έχει μονάχα δυο μπασιές. Η μία βρίσκεται στο βάθος μιας μικρής βαθιάς χαράδρας, που με δυο λοξέματα βγάζει σε μια μεγαλύτερη κοιλάδα, ψηλά, στο βορινό μέρος του βουνού κι η άλλη στο κεντρικό του τμήμα, στην ακτή ενός κόλπου. Κανείς δε θα μπορούσε να φανταστεί πως τα δυο αυτά ανοίγματα, που τα χωρίζουν πενήντα και πάνω χιλιόμετρα κακοτράχαλου βουνού, ανήκουν στην ίδια σπηλιά. Άλλωστε σπηλιές κάθε μεγέθους και μορφής αφθονούν στο βουνό. Μπορεί να φτάνουν τις εκατό. Σπηλιές που υπήρξαν μονιές και φωλιές αγριμιών, καταφύγια ανθρώπων σε δύσκολους καιρούς, ιερά πανάρχαιων λατρειών,  ακόμα και αποθήκες, στάνες και γαλάρια.

Ενώ στην ορεινή μπασιά της σπηλιάς μονάχα αλεπούδες και άλλα αγρίμια μπαινόβγαιναν, στην άλλη, την παραθαλάσσια, είχαν από τα πανάρχαια χρόνια εγκατασταθεί άνθρωποι. Και όχι μόνο σ’ αυτήν αλλά και σε άλλες δύο, μεγαλύτερες μάλιστα, σπηλιές, που βρίσκονται δίπλα της, στον ίδιο κόλπο. Αυτά τα σπήλαια είχαν κατοικηθεί για χιλιάδες χρόνια από ολόκληρες κοινότητες νεολιθικών ανθρώπων, ώς τη στιγμή που τους έδιωξε από κει κάποιος τρομακτικής έντασης σεισμός, που έφραξε τα στόμιά τους. Έτσι τα δύο αυτά σπήλαια ξεχάστηκαν και ανακαλύφθηκαν ξανά, εντελώς τυχαία μετά τον πόλεμο, εξερευνήθηκαν συστηματικά σε βάθος τριών και πάνω χιλιομέτρων και αξιοποιήθηκαν τουριστικά. Το τρίτο, η έξοδος της μεγάλης σπηλιάς, δεν είχε αυτή την τύχη και μ’ όλο που υπήρξε καταφύγιο διωκόμενων από την αρχαιότητα, κανείς δεν το έχει ακόμα εξερευνήσει σε μεγάλο βάθος και κανείς δεν υποπτεύθηκε πως συνεχίζεται σε τέτοια απίστευτη απόσταση.

«Αυτή τη σπηλιά μου την έδειξε ο πατέρας μου, όταν έγινα δώδεκα χρονών» συνέχισε ο Ηλίας, όταν τέλειωσε η περιγραφή της σπηλιάς.

Ο πατέρας μου ξέρεις, ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Από τους λίγους μορφωμένους αγρότες. Μορφωμένος με τα μέτρα εκείνης της εποχής εννοείται. Το σχολαρχείο είχε βγάλει, που φαίνεται πως ήταν τότε σπουδαίο σχολειό. Ήξερε και λίγα γαλλικά και ήταν συνδρομητής σ’ ένα γαλλικό γεωργικό περιοδικό.

Σ’ αντίθεση με τους άλλους αγρότες, που ζήτημα είναι αν κάνανε στα χωράφια τους πενήντα μεροκάματα το χρόνο, κυρίως καματεύοντας και κλαδεύοντας, αφήνοντας στις γυναίκες όλες τις άλλες δουλειές, ξέρεις τώρα: ξεβοτανίσματα, τσαπίσματα και τα λοιπά, ο πατέρας μου σκοτωνότανε στη δουλειά. Από το πρωί ώς το βράδυ ήταν στα χωράφια. Έτσι, ενώ άλλα χτήματα, πιο μεγάλα, δίνανε μόνο λάδι, το δικό μας έδινε απ’ όλα. Στις λούρες είχε τις ελιές, που καλοκλαδεμένες, καμάρωναν σα νυφούλες. Γύρω από το σπίτι είχε φτιάξει ολόκληρο περιβόλι, πράγμα σχεδόν άγνωστο σ’ αυτά τα ορεινά χωριά. Το νερό ούτε σήμερα είναι άφθονο στα μέρη μας, τότε ήταν ακόμα λιγότερο. Ο πατέρας μου όμως ανακάλυψε μια πηγούλα στην άκρη του λόγγου που κλείνει το χτήμα μας από το νοτιά. Τη φρόντισε, την καλλιέργησε, έκοψε δυο λεύκες που φύτρωναν δίπλα της και τραβούσαν όλο το νερό και λίγο πιο κάτω έχτισε στέρνα τσιμεντένια, που χωρούσε κοντά πενήντα κυβικά. Μια μικρότερη έφτιαξε πιο ψηλά, στο φρύδι της πλαγιάς και με ανεμόμυλο ανέβαζε το νερό από την κάτω στέρνα στην επάνω. Από αυτήν με σωλήνες το έστελνε στο περιβόλι και στο σπίτι. Ήταν, εκείνα τα χρόνια, το μοναδικό σπίτι με τρεχούμενο νερό σε όλη την περιοχή. Είχε ακόμα γουρούνια, τρεις γελάδες, καμιά δεκαριά γίδες, κότες, πάπιες, δυο μουλάρια και το σκύλο του τον Κανέλλο.

Η μάνα μου μπορεί να μη δούλευε στα χωράφια όπως όλες οι Μανιάτισσες τότε, αλλά ύφαινε στον αργαλειό, έπλεκε, έραβε τα ρούχα μας, έπηζε τυρί και μυζήθρα, έφτιαχνε σύγγληνα, έβαζε κρασί και έτσι δε μας έλειπε τίποτα. Με τον πατέρα μου είχαν παρθεί με έρωτα και όσο θυμάμαι ζούσανε αγαπημένοι. Ταίριασαν και τα δυο σόγια μας και, καθώς οι γονιοί μου ήταν άνθρωποι γλεντζέδες, στο σπίτι μας γίνονταν ταχτικά γλέντια και χαρές

Όταν δεν είχε τι να κάνει στο χτήμα, ο πατέρας μου έπαιρνε το ντουφέκι του και με τον Κανέλλο συντροφιά, πήγαιναν κυνήγι. Σ’ ένα τέτοιο κυνήγι, ακολουθώντας τα ίχνη μιας αλεπούς, μπήκε στη χαράδρα κι έφτασε ώς τη σπηλιά. Αυτό έγινε το 1934. Από τότε πήγε πολλές φορές και την εξερεύνησε συστηματικά και μεθοδικά, σα να ήταν σπουδασμένος σπηλαιολόγος. Είχε βάλει σημάδια για να βρίσκει αλάθευτα το δρόμο του από τη μπασιά ώς τους δυο μεγάλους θαλάμους στο εσωτερικό της, χωρίς να χάνεται στις διακλαδώσεις, που οδηγούσαν ποιος ξέρει πού.

Όταν έγινα δώδεκα χρονών, λίγο πριν αρχίσει ο πόλεμος, με πήρε μαζί του. Στην αρχή νόμισα πως θα πηγαίναμε κυνήγι, αλλά αυτός με πήγε να δω τη σπηλιά. Δεν μπορείς να φανταστείς τι συγκλονιστική εντύπωση μου έκανε αυτή η διείσδυση στα έγκατα του βουνού. Σαν φτάσαμε στον δεύτερο θάλαμο άναψε μια μεγάλη φωτιά με φρύγανα και κλαδιά που κουβαλήσαμε μπαίνοντας. Στην κοκκινωπή λάμψη της φάνηκε σε όλη τη μεγαλοπρέπεια το εσωτερικό του, στολισμένο με σταλαχτίτες, που αλλού σχημάτιζαν κροσσωτά παραπετάσματα, αλλού κρέμονταν σαν πέτρινες μέδουσες κι αλλού δημιουργούσαν αληθινές κολόνες, καθώς είχαν συνενωθεί με τους σταλαγμίτες που σχηματίζονταν ταυτόχρονα στο έδαφος από κάτω τους. Η επιφάνεια όλων αυτών των φυσικών στολιδιών ήταν σκεπασμένη με κρυστάλλους που αστραποβολούσαν, στη λάμψη της φωτιάς που είχαμε ανάψει. Ένιωθα σα να βρισκόμασταν στη μέση μιας μεγαλόπρεπης καταστόλιστης εκκλησιάς. Ο πατέρας μου βάφτισε το θάλαμο αυτόν «υπόγειο ναό». Μου έδειξε και μια πηγή στη μια πλευρά του, απ’ όπου έτρεχε κελαρύζοντας ανήλιαγο νερό.

Τι να σου πω. Μου φάνηκε πως έπαιρνα μέρος σε μια μυσταγωγία, σ’ ένα είδος μύησης, προ πάντων όταν μ’ έβαλε να ορκιστώ πως δε θα μαρτυρήσω σε κανέναν το μυστικό της σπηλιάς.

«Κάποτε μπορεί να μας φανεί χρήσιμη» μου είπε, γιατί ξέχασα να σου πω πως είχε βγάλει κακό όνομα. Είχε πρωτοστατήσει σε κάποιαν εξέγερση στην Αρεόπολη το 1928, όταν εξαγριωμένοι από τους φόρους χωριάτες κατέλαβαν το κτίριο της εφορίας και από τότε τον θεωρούσαν αριστερό, αν όχι κομμουνιστή, πράγμα πρωτάκουστο και πολύ επίφοβο, εκείνο τον καιρό, στα μέρη μας.

(Συνεχίζεται)

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Μάνη | Με ετικέτα: , , | 87 Σχόλια »