Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Εμφύλιος’ Category

Τα έπη των Αριμασπών – 4 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 9 Αυγούστου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η τέταρτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου. Ο Χρήστος κάνει λόγο για τον Αριστέα τον Προκοννήσιο και το χαμένο έργο του Αριμάσπεια έπη.

mimis_jpeg_χχsmall“Αν έχεις δίκιο η ανεύρεση των Επών, έστω και σε αραβική μετάφραση, θα αποτελέσει φιλολογικό και ιστορικό γεγονός πρώτου μεγέθους. Έχεις μεταφράσει τίποτα κομμάτια από τα Έπη στα ελληνικά;”

“Κοίτα να δεις, εγώ τά ΄χω σχεδόν όλα μεταφράσει και τάχω φέρει εδώ, μαζί με το αραβικό πρωτότυπό τους, αλλά δεν είμαι διατεθειμένος να τα δημοσιεύσω έτσι για τη δόξα και μόνο, ούτε να τα χαρίσω του Βελή. Θέλω σημαντικά ανταλλάγματα”.

Δεν περίμενα να τ’ ακούσω αυτό από το Χρήστο και μου κακοφάνηκε.

“Εδώ πρόκειται καημένε για επιστημονική αποκάλυψη τεράστιας σημασίας και συ λογαριάζεις τα λεφτά; Άσε τον Βελή. Δημοσίεψέ τα σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό”.

“Κι αυτό θα γίνει εν καιρώ. Για την ώρα μου δίνεται η ευκαιρία να κερδίσω κάποια χρήματα. Έτερον εκάτερον. Καλή η δόξα και η επιστημονική προβολή αλλά προέχει η επιβίωση. Τι λέγαν οι παλιοί: primum vivere deinde philosophare. Ο Βελής μια φορά τα΄χει μπόλικα”.

“Τα΄χει,  μα δε δίνει ούτε τ’ αγγέλου του νερό. Δεν τους ξέρεις τώρα αυτούς τους τύπους. Κάνανε λεφτά γιατί αγαπούν τα λεφτά. Και επειδή τα αγαπούν δεν τα δίνουν. Κι αν μου επιτρέπεις μια συμβουλή, μην του δείξεις πως έχεις ανάγκη από λεφτά, γιατί θα χάσεις μέρος του κύρους σου. Εκτιμά πολύ αυτούς που είναι ή που φαίνονται υπεράνω χρημάτων”.

“Ωραία τα λες φιλόσοφε, με τη συνταξάρα σου. Τι ανάγκη τον έχεις; Ρώτα και μας όμως;”

Ακούγοντας το παρατσούκλι «φιλόσοφε» που μού΄χαν βγάλει στο Γυμνάσιο και είχα τόσα χρόνια να ξανακούσω, συγκινήθηκα. Από την άλλη μεριά όμως η συνέχεια με πείραξε. Πού το΄μαθε κι όλας τι σύνταξη παίρνω;

“Κοίτα, και τότε που είχα την ανάγκη του ποτέ δεν το ΄δειξα. Δε μ’ αρέσει να προσπέφτω στους λεφτάδες. Ο Βελής δεν είναι πλούσιος, είναι λεφτάς. Υπάρχει μεγάλη διαφορά”.

“Εν πάση περιπτώσει μπορούμε να το μεθοδεύσουμε αλλιώς. Θα του πω πως τα χαρτιά δεν τα ‘χω εγώ αλλά κάποιος φίλος που ζει στη Σοβιετική Ενωση και θα χρειαστούν χρήματα για να τα πάρουμε”.

“Άκου Χρήστο, εγώ δε θέλω ν’ανακατευτώ σε τέτοιες υποθέσεις. Πες του τα ο ίδιος. Εμένα μη μ’ ανακατεύεις. Πάντως δε θα μάθει από μένα τίποτα”.

Η κουβέντα μας συνεχίστηκε με το θέμα για το οποίο άλλωστε είχαμε συναντηθεί, με τον υπό έκδοσιν τόμο με τον προσωρινό τίτλο “Το άλας της Γης”. Σ’ αυτό βρεθήκαμε σύμφωνοι σε όλα σχεδόν τα σημεία και φτιάξαμε ένα διάγραμμα που θα το παρουσίαζα την επομένη στον Βελή. Ο Χρήστος δεν επανέφερε το θέμα στα Αριμάσπεια Επη, αλλά ήταν φανερό πως περίμενε μεγαλύτερη συμπαράσταση από μένα, που δεν τη βρήκε. Από τη μεριά μου περίμενα να δείξει μεγαλύτερη ανιδιοτέλεια και επιστημονικό πνεύμα. Χωρίσαμε με κάπως μειωμένη την αρχική μας εγκαρδιότητα.

Όταν έφυγε συζήτησα το θέμα με την Μαργαρίτα. Έχω απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση της και  μ΄ αρέσει γενικώς να συζητώ μαζί της, μέσα μου δε καμαρώνω γι΄ αυτό. Ενώ πολλά γνωστά μας ζευγάρια έχουν φτάσει από χίλιους δρόμους στο λιμάνι της σιωπής, εμείς, τόσα χρόνια παντρεμένοι, εξακολουθούμε να  κουβεντιάζουμε για όλα. Της είπα  για τις οικονομικές βλέψεις του Χρήστου και ζήτησα τη γνώμη της. Συμφώνησε μαζί μου.

“Πονηρός τύπος, μου φάνηκε ο φίλος σου, δε μοιάζει ούτε με σένα, που είσαι μέχρι βλακείας υπεράνω, αλλά ούτε και με κανέναν άλλον από όσους ξέρω από την παλιά σας παρέα”.

Δεν απάντησα. Ήμουν ακόμα συγκινημένος από τις αναμνήσεις που εισβάλανε ξαφνικά από το παρελθόν. Έμεινα πολλές ώρες βυθισμένος στις σκέψεις μου. Η Μαργαρίτα το κατάλαβε και δεν απασχολήθηκε άλλο μαζί μου.

… …

Μ΄ όλο που έχουν περάσει σχεδόν σαράντα χρόνια ο  χαμός του Τάκη μου έχει αφήσει ένα τραύμα ανεπούλωτο. Εκτός από στενοί φίλοι που ήμασταν, εκτιμούσα την ξεχωριστή προσωπικότητά του, όπως την έβλεπα να διαμορφώνεται. Τον παραδεχόμουν σε πολλά πράγματα και κατά έναν τρόπο τον θαύμαζα. Ήταν μια εκκολαπτόμενη ιδιοφυΐα. Διάβαζε πολύ, όχι μόνο λογοτεχνία αλλά και επιστημονικές μελέτες και δοκίμια. Από το “Μεγάλο Πρόβλημα” του Ελισαίου Γιαννίδη ως την “Προέλευση του κόσμου” του Λαμπεράν. Όσα βιβλία τα εύρισκε ενδιαφέροντα μου τα δάνειζε για να σχηματίσω κι εγώ άποψη, γιατί εκτιμούσε τη γνώμη μου.

Θυμήθηκα τις ατέλειωτες συζητήσεις μας με θέματα υπερβατικά όσο και ενδιαφέροντα, για τη φύση του Χρόνου, την εξέλιξη του Σύμπαντος, ή για την Αναγκαιότητα και το Τυχαίο. Σε μια φάση αυτών των συζητήσεων, ο Τάκης καταπιάστηκε να καταγράφει κάθε βράδυ σε ένα τετράδιο τα συμπεράσματά μας, μ΄ όλο που τις συζητήσεις, που κρατούσαν ώρες ολόκληρες, τις κάναμε συνήθως περπατώντας στους χωραφόδρομους ανάμεσα στη Νέα Σμύρνη και το Βουρλοπόταμο ή το Έδεμ. Οι λοιποί της παρέας, που τους απασχολούσαν πιο γήινα θέματα και κυρίως το κόλλημα σε κορίτσια, μας είχαν βγάλει “περιπατητικούς φιλόσοφους”.

… …

Ξαναθυμήθηκα εκείνη την εποχή, μεταξύ ΄45 και ΄47, όπως τη ζήσαμε σε μιαν Αθήνα απλόχωρη κι ανθρώπινη, που θα μπορούσε τότε να γίνει μια πολύ όμορφη πόλη κι όχι ο σημερινός Λεβιάθαν. Παρά τα σημάδια της επερχόμενης θύελλας ήμασταν ανυποψίαστοι και αισιόδοξοι. Δεν ξέραμε τι μας περίμενε και κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να μας προϊδεάσει έστω.

Τελικά οι μοίρες πολλών ανθρώπων κρίθηκαν τότε από διάφορες τυχαίες συγκυρίες. Ο Τάκης ας πούμε, ήταν έτοιμος να φύγει στο εξωτερικό για σπουδές. Καθυστερούσαν τα χαρτιά του και κυρίως δυσκολευόταν, όπως ήταν φυσικό, να βγάλει διαβατήριο.  Αν εκείνος ο θείος του, στο Υπουργείο Εσωτερικών, κατάφερνε να του το βγάλει μια βδομάδα πιο μπροστά, ίσως να μην έβγαινε στο βουνό αλλά να πήγαινε έξω και είμαι σίγουρος πως θα διέπρεπε. Και τώρα, ούτε πού τον θάψανε δεν ξέρουμε. Αντίθετα θυμόμουνα τον Λευτέρη που ήρθε από το νησί του με σκοπό να βγεί στο βουνό. Άργησε όμως να έρθει ο σύνδεσμος κι ο Λευτέρης, για να μη γίνεται βάρος στην οικογένεια του θείου του που τον φιλοξενούσε, έπιασε προσωρινά δουλειά σε κάποιον εργολάβο. Ο σύνδεσμος τελικά δεν ήρθε και ο Λευτέρης ρίζωσε σ’ αυτή την ευκαιριακή απασχόληση. Σήμερα χτίζει πολυκατοικίες.

… …

Ποιος να του είπε για τη σύνταξή μου; Καλή είναι, δε λέω, ευπρεπής αλλά όχι και “συνταξάρα”. Ας είναι καλά εκείνη η εθελουσία έξοδος και ο νόμος περί διαδοχικών ασφαλίσεων, που μου επέτρεψαν, καθώς είχα συγκεντρώσει τριανταπέντε χρόνια ασφάλισης, να συνταξιοδοτηθώ πενηνταέξι χρονών. Βέβαια δεν απόχτησα ποτέ νοοτροπία συνταξιούχου. Την αποστρέφομαι και τη λέξη ακόμα. Μπορώ να πω μάλιστα, πως τώρα δουλεύω πιο πολύ από τότε που ήμουν εν ενεργεία. Απλώς τώρα διαχειρίζομαι εγώ το χρόνο μου και κάνω δουλειά που μ΄ αρέσει κι αυτό το χαίρομαι ιδιαιτέρως. Κι αν εξακολουθώ να δουλεύω στην Εγκυκλοπαίδεια δεν το κάνω από ανάγκη χρημάτων. Εκτός από τη σύνταξη μου υπάρχει και ο μισθός της Μαργαρίτας. Δουλεύω γιατί δε μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου αργό κι εξάλλου η δουλειά στην Εγκυκλοπαίδεια μ΄ αρέσει. Και ενδιαφέρουσα είναι και έχει και την πλάκα της.

… …

Ο Βελής έχει αντιληφθεί πως δεν κρέμομαι από τα λεφτά του και αυτό το εκτιμά δεόντως. Ίσως γι΄ αυτό μου δίνει περισσότερα από όσα δίνει στους άλλους. Γενικά μου δείχνει μεγάλην εκτίμηση. Κληρονομιά μου κι αυτή από το δεσμό που είχε με τον πατέρα μου, ο οποίος πεθαίνοντας, μου κληροδότησε μεταξύ άλλων και αυτή την παράταιρη φιλία. Τη λέω έτσι, γιατί ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς ήταν δυνατό να συνδέονται με αληθινή φιλία δυο τόσο ανόμοιοι άνθρωποι, όπως ήταν ο πατέρας μου κι ο Βελής. Αισιόδοξος και εις το έπακρον αμελής, μεγαλόκαρδος και διαρκώς εύθυμος, πτωχαλαζών και ασυμβίβαστος, κομμουνιστής και άθεος ο ένας – δύσπιστος και προνοητικός, μικρόψυχος και γκρινιάρης, πάμπλουτος και διαρκώς προσαρμοζόμενος, συντηρητικός και δεισιδαίμων ο άλλος, τους χώριζαν από κάθε πλευρά άβυσσοι, που εντούτοις τις γεφύρωνε μια, ακατανόητη σε μένα, φιλία.

Μια μέρα, που είχαμε μείνει οι δυό μας στο γραφείο, μου πρότεινε να πάμε να φάμε για μεσημέρι. Είχα όμως να τελειώσω μια δουλειά των παιδιών και τού ΄πα το λόγο που με μπόδιζε να συμφάγω μαζί του.

“Τι τά ’θελες τα παιδιά και τρία μάλιστα», μου λέει με φανερή αποδοκιμασία. «Ανθρώποι σαν και μας δεν πρέπει να κάνουν παιδιά. Εμείς είμαστε για να δημιουργούμε και να κουμαντάρουμε. Παιδιά ας κάνουν οι άλλοι, που δεν είναι φτιαγμένοι για μεγάλα πράματα”.

… …

Γενικά είναι αντιφατική προσωπικότητα. Λεφτάς και παραδόπιστος (μεγαλοεκδότης και μεγαλοεισαγωγέας χάρτου, βλέπεις) είναι άνθρωπος με δύσκολο χαρακτήρα και με εμφάνιση που δε βελτιώνει και πολύ τα πράματα. Παραδόπιστος και σφιχτοχέρης, έχει όμως σε μερικές, έστω σπάνιες, περιπτώσεις εκρήξεις γενναιοδωρίας. Στήριγμα του καθεστώτος και προσωπικός φίλος πολλών γνωστών πολιτικών από τον Βενιζέλο (τον Ελευθέριο), τον Τσαλδάρη και το Μεταξά, ως το Στεφανόπουλο (τον Στέφανο) και τον Μαρκεζίνη, έχει εντούτοις ειλικρινείς φίλους και στην Αριστερά. Το γεγονός είναι πως δε δίνει σημασία στα πολιτικά φρονήματα των υπαλλήλων του, φτάνει να κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Από την άλλη μεριά όμως δε θέλει να εκδηλώνονται στα φόρα τα φρονήματα αυτά και μάλιστα μέσα στα γραφεία του. Το ΄77, όταν προετοίμαζε την προτελευταία έκδοση της Εγκυκλοπαίδειας, είχε πάρει σαν έκτακτο προσωπικό πολλούς φοιτητές. Στην πλειοψηφία τους ήταν Κνίτες και, όπως ήταν τότε του συρμού, κουβαλούσαν στη δουλειά απαραιτήτως το “Ριζοσπάστη”, που τον μοστράρανε πάνω στο γραφείο τους. Ο Βελής στη θέα και μόνο της εφημερίδας γινότανε θηρίο, αλλά από την άλλη δεν ήθελε να τους διώξει, γιατί και μικρό μισθό τους έδινε και πολλή δουλειά βγάζανε

“Τα βλέπεις τα κωλόπαιδα; μού ΄λεγε καμιά φορά. Επίτηδες το κάνουν. Ενώ αυτό το χρυσό κορίτσι η Μάρω, και πιο πολύ απ’ όλους δουλεύει και δεν ασχολείται με την πολιτική”.

Εγώ τη Μάρω την ήξερα πολύ καλά. Πραγματικά σπουδαίο κορίτσι, χαριτωμένο, έξυπνο και δουλευτάρικο. Δεν ήταν Κνίτισσα αλλά κανονικό μέλος του κόμματος και στέλεχος της Πανσπουδαστικής. Φυσικά αυτό δεν έκρινα σκόπιμο να το διευκρινίσω στον Βελή.

 

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , | 111 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 3 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 2 Αυγούστου, 2016

Από την προπροηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η σημερινή συνέχεια είναι η τρίτη. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, ο Νίκος, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ και αναλαμβάνει να συνεργαστεί μαζί του για την έκδοση ενός τόμου.

mimis_jpeg_χχsmallΓύρισα στο σπίτι  αληθινά αναστατωμένος από την απρόσμενη επανεμφάνιση του παλιού μου φίλου, που, χρόνια τώρα, τον είχα χαμένο. Η Μαργαρίτα από το ύφος μου κατάλαβε πως κάτι έτρεχε και με ρώτησε σχετικά. Της είπα τα καθέκαστα. Από τότε που γνωριστήκαμε την είχα μπάσει στην παρέα μου και ήξερε αρκετά καλά πολλούς φίλους μου εκείνης της εποχής, ενώ της είχα πει πολλά για τον Τάκη και τον Χρήστο, που χάθηκαν στον Εμφύλιο.

Ήρθε πράγματι τη Δευτέρα, συνεπής στο ραντεβού του κι αυτή τη φορά ήταν ο εγκάρδιος φίλος που θυμόμουνα. Αγκαλιαστήκαμε και φιληθήκαμε σταυρωτά. Τον σύστησα στην Μαργαρίτα και στα παιδιά, που τα πρόλαβε πριν ξεπορτίσουν. Η Μαργαρίτα μας κέρασε γλυκό και τσέρι και αφού κάθισε μαζί μας για λίγο, μας άφησε μόνους να τα πούμε με την ησυχία μας. Ήμασταν κι οι δύο πολύ συγκινημένοι. Καθόμουν και τον κοιτούσα πολλήν ώρα. Τον θυμόμουν ένα ψηλό, αδύνατο παλικάρι, με θεληματικό πηγούνι και κάπως παιχνιδιάρικο βλέμμα. Τώρα ήταν ένας γεροδεμένος άντρας, καλοστεκούμενος για την ηλικία μας, αν και ελαφρά κυρτωμένος, με γκρίζα μαλλιά. Διατηρούσε όμως το ίδιο παιχνιδιάρικο βλέμμα.

“Να που συμβαίνουν και νεκραναστάσεις”, έσπασε επί τέλους τη σιωπή ο Χρήστος.

Φάγαμε πολλήν ώρα ανταλλάσσοντας πληροφορίες και αναπολώντας τα παλιά, από τα γυμνασιακά μας χρόνια, ως τότε που βγήκε στο βουνό. Κατάλαβα πως τον φίλο μου τον συγκινούσε πιο πολύ η αναδρομή στα χρόνια που ζήσαμε μαζί στη Νέα Σμύρνη και σεβάστηκα αυτό το δικαιολογημένο του συναίσθημα. Μου είπε για τους γονείς του, που πέθαναν πριν από χρόνια, το μικρότερο αδερφό του, που μετανάστευσε και μου εξήγησε πως η ιδέα να διαδοθεί πως είχε σκοτωθεί ήταν δικιά του για να μην υπάρξουν συνέπειες για τον αδελφό του. Θυμηθήκαμε παλιούς φίλους και συμμαθητές, τους καθηγητές μας και την καζούρα που τους κάναμε, τύπους της γειτονιάς μας και “τ΄ ανθισμένα, ωραία κορίτσια” που στολίζανε τα όνειρά μας. Συζητώντας για τον καιρόν εκείνο ο Χρήστος ξανάγινε στα μάτια μου ο φαρσέρ και καλαμπουριτζής αρχηγός της παρέας μας, ο αναγνωρισμένος καρδιοκατακτητής και ο γραμματέας της επονίτικης ομάδας μας στο Γυμνάσιο. Εγώ όμως ήθελα να μου μιλήσει για αυτά που αγνοούσα. Τι απέγινε  όταν βγήκε στο βουνό, πώς σκοτώθηκε ο Τάκης και πώς εκείνος κατέληξε στην Τασκένδη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 114 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 2 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 26 Ιουλίου, 2016

Από την προηγούμενη εβδομάδα άρχισα να δημοσιεύω, σε συνέχειες, το μυθιστόρημα του αλησμόνητου πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Τα έπη των Αριμασπών» (2004). Η προηγούμενη, πρώτη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Όσο είμαστε στο καλοκαίρι θα δημοσιεύουμε συνέχειες κάθε Τρίτη.

Ο αφηγητής, σε μια σύσκεψη στο γραφείο του μεγαλοεκδότη Βελή, αναγνωρίζει στο πρόσωπο ενός νεοφερμένου συνεργάτη τον παλιό του φίλο Χρήστο, συναγωνιστή του από την ΕΠΟΝ.

mimis_jpeg_χχsmallΗ καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Αυτός λοιπόν ήταν! Κατάλαβα με μιας πως είχα μπροστά μου τον παλιό μου φίλο, συμμαθητή στο γυμνάσιο και συναγωνιστή στην ΕΠΟΝ, το Χρήστο το Γιαννάκα, που πίστευα πως είχε σκοτωθεί στο Γράμμο πριν από τριανταοχτώ ολόκληρα χρόνια!

……………………………………………………………………………………..…………….

Είναι μυστήριο πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της μνήμης. Μέσα σε δευτερόλεπτα γεφυρώθηκαν σαράντα σχεδόν χρόνια. Από παρά λίγο εξηντάρης έγινα ξαφνικά δεκαοχτάρης. Το παραφορτωμένο με έπιπλα, πίνακες κι αγάλματα, σαλόνι του Βελή χάθηκε κι έδωσε τη θέση του σ’ένα δωματιάκι σε κάποιο μονόροφο στην Ανω Νέα Σμύρνη. Καλοκαίρι του ΄47. Βραδάκι. Είχαμε μαζευτεί πέντε φίλοι, παλιοί συμμαθητές στο Γυμνάσιο της Νέας Σμύρνης, στο σπίτι του Τάκη, ξεθεωμένοι από την πεζοπορία που κάναμε από το Έδεμ ως εκεί. Είχαμε πάει (φυσικά πάλι με τα πόδια) για απογευματινό μπάνιο και για να κολλήσουμε σε κορίτσια. Πραγματοποιήσαμε το πρώτο, αποτύχαμε στο δεύτερο και γυρίσαμε στη γειτονιά μας εύθυμοι και ιδρωμένοι. Όπως συνήθως πειράζαμε τον Μπάμπη, αποδίδοντας του την ευθύνη που τα κορίτσια μας γύρισαν τις πλάτες. Η μάνα του Τάκη μας κέρασε βυσσινάδες και στρωθήκαμε στις πάνινες διπλωτές πολυθρόνες, κουβεντιάζοντας και περιμένοντας να πάει οχτώ η ώρα για ν’ ακούσουμε τη “Φωνή της Αλήθειας” στο ραδιόφωνο.

Τα νέα που ακούσαμε ήταν συνταρακτικά. Οι αντάρτες είχαν εισχωρήσει από το Γράμμο στα Ζαγοροχώρια και τη Μουργκάνα, ενώ κυριαρχούσαν στη Θεσσαλία και τη Ρούμελη. Άσε πια την Πελοπόννησο όπου οι κυβερνητικοί κρατούσαν μόνο τις μεγάλες πόλεις. Όλα δείχνανε πως η κατάρρευση του μοναρχοφασισμού ήταν ζήτημα μηνών.

“Κι εμείς καθόμαστε εδώ, άντε να μην πω τί κάνουμε”, ξέσπασε ο Τάκης σαν τελειώσαμε τα ενθουσιώδη σχόλια μας πάνω στις ειδήσεις που ακούσαμε.

Λίγες μέρες μετά από κείνο το βράδυ, με πρωτοβουλία του Τάκη πήγαμε στο Βασίλη, το γραμματέα της ΕΠΟΝ της γειτονιάς μας και του θέσαμε το ζήτημα. Φάνηκε κάπως αμήχανος.

“Συναγωνιστές, για την ώρα δε μπαίνει θέμα να βγούμε στο βουνό. Εμείς πρέπει να δημιουργήσουμε το Δημοκρατικό Στρατό των πόλεων. Όταν θα ‘ρθει η ώρα”, συμπλήρωσε.

Ο Αλέκος κι εγώ, αιωνίως πειθαρχικοί, συμφωνήσαμε. Πηγαίναμε εξάλλου φροντιστήριο για το Πανεπιστήμιο και δεν ήταν ξεκάθαρο πoιο ήταν το άμεσο καθήκον μας. Ήταν μια περίεργη εποχή. Παρά το αντάρτικο και τη δικαστική απαγόρευση της ΕΠΟΝ, το ΕΑΜ και το Κόμμα ήταν νόμιμα και ο “Ριζοσπάστης”, ή “Ελεύθερη Ελλάδα” και ο “Ρίζος της Δευτέρας” κυκλοφορούσαν κανονικά. Ο “Ριζοσπάστης” μάλιστα ήταν πρώτος σε κυκλοφορία από όλες τις πρωινές εφημερίδες. Οι “Δημοκρατικοί Σύλλογοι”, δημιούργημα του αντιμοναρχικού αγώνα της περασμένης χρονιάς, είχαν ακόμα τη δυνατότητα να κάνουν τεράστιες συγκεντρώσεις.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , | 90 Σχόλια »

Τα έπη των Αριμασπών – 1 (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 19 Ιουλίου, 2016

Όταν ζούσε ο πατέρας μου, ο αξέχαστος Δημήτρης Σαραντάκος, κάθε Τρίτη δημοσίευε επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης, που τις αναδημοσίευα εδώ στο ιστολόγιο. Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, τον Δεκέμβριο του 2011, άρχισα να δημοσιεύω εδώ αποσπάσματα από τα βιβλία του, αλλά κάθε δεύτερη Τρίτη, για να κρατήσουν περισσότερο.

Τις προηγούμενες εβδομάδες παρουσίασα εδώ τρεις νουβέλες από τη συλλογή «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο» και από σήμερα θα αρχίσω να δημοσιεύω σε συνέχειες το μυθιστόρημα «Τα έπη των Αριμασπών», που εκδόθηκε το 2004 από τις εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος.

Επειδή η έναρξη της δημοσίευσης γίνεται μέσα στην καλοκαιρινή περίοδο, όπου η επικαιρότητα είναι (θεωρητικά) πιο αραιή, σκέφτομαι να γίνεται η δημοσίευση κάθε Τρίτη, τουλάχιστον τις πρώτες εβδομάδες. Αλλά μπορεί να αλλάξω γνώμη στην πορεία.

Δημοσιεύω αρχικά τον πρόλογο του πατέρα μου, που κατατοπίζει τον αναγνώστη για το θέμα του βιβλίου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

mimis_jpeg_χχsmallΓια τον Αριστέα τον Προκοννήσιο, το θρύλο των Υπερβορείων και τα Έπη των Αριμασπών, πρωτοάκουσα από τον πατέρα μου, πριν από πολλά χρόνια. Αργότερα ζήτησα να μάθω περισσότερα, ανατρέχοντας σε ειδικά βιβλία, αλλά με έκπληξή μου διαπίστωσα πως η σύγχρονη ελληνική βιβλιογραφία η σχετική με τα τρία αυτά θέματα είναι εξαιρετικά φτωχή.

Κατέφυγα τότε στις πηγές, δηλαδή στους αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτο, Στράβωνα, Παυσανία, Πλίνιο, Πλούταρχο, λεξικό Σουίδα κ.ά.). και βρήκα περισσότερες, αλλά αποσπασματικές και σύντομες πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Αριστέας Καϋστροβίου Προκοννήσιος ήταν μια κάπως θολή προσωπικότητα του 7ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Προκόννησο, ιωνική αποικία στην Προποντίδα και ήταν νεώτερος από τον Ησίοδο, σύγχρονος με τον Αρχίλοχο τον Πάριο και παλαιότερος από τη Σαπφώ, τον Πεισίστρατο, τον Σόλωνα και τον Θαλή. Ήταν επικός ποιητής και του αποδίδεται μεταξύ άλλων και μία Θεογονία. Κυρίως όμως ήταν μεγάλος ταξιδευτής. Φαίνεται πως ταξίδεψε στα βάθη της Ασίας, φτάνοντας ως τη χώρα των Αριμασπών, που νεώτεροι ερευνητές τοποθετούν στη σημερινή Μογγολία. Από τα ταξίδια του αυτά γεννήθηκαν τα Αριμάσπεια Έπη, που αναφέρονται στις σχέσεις των Υπερβορείων με το Αιγαίο και συγκεκριμένα με τη Δήλο, όπου έστελναν τα δώρα τους προς τον Απόλλωνα.

Το έπος αυτό, όπως και όλα τα έργα του Αριστέα, έχει χαθεί. Διασώθηκαν μόνο από έξι στίχοι, που αναφέρει ο Τζέτζης και άλλοι τόσοι, που έχει καταγράψει ο Λογγίνος, (για την ύπαρξη του οποίου επίσης υπάρχουν αμφιβολίες). Το ήξεραν όμως καλά και το μνημονεύουν  ο Ηρόδοτος, ο Στράβων, ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσέας και το λεξικό Σουίδα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία γραμματεία, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυθιστόρημα | Με ετικέτα: , , , | 148 Σχόλια »

Γιατί η θεία μου η Μαρίνα μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο – VΙIΙ (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 17 Μαΐου, 2016

Εδώ και λίγο καιρό δημοσιεύουμε σε συνέχειες τη συλλογή διηγημάτων του πατέρα μου, του Δημήτρη Σαραντάκου, «Γιατί η θεία μου μπορεί και να πήγε στον Παράδεισο«. Έχουμε περάσει στη δεύτερη από τις τρεις νουβέλες που απαρτίζουν το βιβλίο,  που είναι και η εκτενέστερη. Σήμερα έχουμε το έβδομο κεφάλαιο της νουβέλας. Η προηγούμενη συνέχεια βρίσκεται εδώ. Η θεία Μαρίνα είναι σύζυγος πλέον του εφοριακού Κωστάκη, και έχουμε σταματήσει μόλις αρχίζει η Κατοχή. Να προειδοποιήσω ότι η νουβέλα έχει ακόμα ένα κεφάλαιο κι έναν επίλογο, που μάλλον θα τα παρουσιάσω μαζί τη μεθεπόμενη Τρίτη.

7

mimis_jpeg_χχsmallΤα πρώτα δύο χρόνια της Κατοχής πέρασαν ήσυχα. Η Μαρίνα πίστευε στην τελική νίκη των Γερμανών και προσπάθησε να δημιουργήσει κοσμικές σχέσεις μαζί τους. Ο επιφυλακτικός και διορατικότερος Κωστάκης για πρώτη φορά δεν συντάχθηκε μαζί της

— Καλοί κι άγιοι οι Γερμανοί Μαρινάκι μου, αλλά στο τέλος θα χάσουν. Για σκέψου: Αγγλία, Αμερική και Ρωσία τους πολεμάν. Αργά ή γρήγορα θα νικηθούν. Γι΄ αυτό μη μιλάς πολύ.

Απροσδόκητα η Μαρίνα τον άκουσε. Οι βεγγέρες με τους Γερμανούς αξιωματικούς σταμάτησαν, μόλο που συνέχιζαν να χαιρετιούνται εγκάρδια όταν συναντιόντουσαν στο δρόμο. Άλλωστε τον τρίτο χρόνο της Κατοχής τα πράγματα στα προάστεια της Αθήνας αγρίεψαν. Ολόκληρες γειτονιές ήταν ανεξάρτητες από τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Ακόμα και στο Νέο Ηράκλειο τα βράδια ακουγόταν όχι μόνο το χωνί, που τους γέμιζε φόβο, αλλά καμιά φορά και το ελασίτικο ντουφέκι.

Αυτό που έκανε έξω φρενών τη Μαρίνα ήταν πως ο αδερφός της ο Γιώργος, ένας υπαλληλάκος του Δήμου Νέας Ιωνίας κι η γυναίκα του μια αμόρφωτη προσφυγοπούλα, που είχε ανοίξει ψιλικατζίδικο στα σύνορα Νέας Ιωνίας και Νέου Ηράκλειου, για να συμπληρώνει τον πενιχρό μισθό του αντρός της, ήταν στο ΕΑΜ και μάλιστα στελέχη! Αν ήταν ποτέ δυνατό δυο φτωχοί κι ασήμαντοι άνθρωποι, όχι μόνο να τολμούν  να έχουν διαφορετικήν άποψη αλλά όπως φαινόταν είχαν και κάποιαν εξουσία. Αν είναι ποτέ δυνατόν!

Από αυτόν και μόνο το λόγο μίσησε ακόμα περισσότερο τους  εαμίτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Διηγήματα, Εμφύλιος, Κατοχή | Με ετικέτα: , , | 257 Σχόλια »

Πισώπλατα χτυπήματα και συντροφικά μαχαιρώματα

Posted by sarant στο 27 Νοεμβρίου, 2015

Συζητούσα με μια φίλη, που μου έλεγε ότι η κατάρριψη του ρωσικού Σουχόι από τους Τούρκους ήταν ατύχημα, χαρακτηριστική αντίδραση ανωριμότητας. Της αντέτεινα ότι κατά τη γνώμη μου ήταν προμελετημένη κίνηση, άσχετο αν θεωρώ πιθανό ότι θα αποδειχτεί μπούμεραγκ. Πιθανώς να εννοούσαμε το ίδιο, δεν ξέρω. Πάντως συμφωνήσαμε ότι η βεβήλωση του πτώματος (και όχι βεβαίως της σορού όπως έγραψαν όσοι θεωρούν ταμπού τη λέξη «πτώμα») του πιλότου από τους Τουρκομάνους αντάρτες ήταν κάτι που η Άγκυρα δεν το επιδίωξε και δεν το ήθελε -όχι ότι επηρεάζει σοβαρά τις εξελίξεις αυτή η λεπτομέρεια, αν και ίσως οι χτεσινοί βομβαρδισμοί εναντίον των ίδιων ανταρτών για αντίποινα δεν είναι άσχετοι.

Τη ρωσοτουρκική κρίση θα τη συζητήσουμε στα σχόλια, αν έχετε όρεξη, αλλά επειδή εδώ λεξιλογούμε εγώ θα σταθώ σε μια δήλωση του Ρώσου προέδρου Πούτιν, ο οποίος χαρακτήρισε «πισώπλατο χτύπημα» την ενέργεια των Τούρκων. Αν δεν κάνω λάθος, η έκφραση που χρησιμοποίησε ο Πούτιν ήταν ударом в спину, που θα πει, το λέω με επιφύλαξη, «χτύπημα στην πλάτη». Στις αγγλικές ειδήσεις, χρησιμοποιήθηκε η έκφραση stab in the back, που θα πει «μαχαιριά στην πλάτη».

Και η ελληνική έκφραση και η αγγλική είναι παγιωμένες και μεταφορικές, και θα αποτελέσουν το θέμα του σημερινού άρθρου. Υποθέτω πως και η ρωσική έκφραση είναι παγιωμένη.

Όταν λέμε «πισώπλατο χτύπημα», εννοούμε το ύπουλο, το δόλιο χτύπημα. Ο Πούτιν χρησιμοποίησε την έκφραση αυτή επειδή η Ρωσία και η Τουρκία υποτίθεται ότι μάχονταν έναν κοινό εχθρό, το Νταές (το λέμε και Ισλαμικό Κράτος, αλλά και η ονομασία αυτή ακούγεται πολύ, είναι το ακρώνυμο στα αραβικά). Και εκεί που έχεις το όπλο σου στραμμένο προς τον εχθρό, και προς τα εκεί κοιτάζεις, έρχεται από πίσω ο ύπουλος «φίλος» και σε χτυπάει -με το μαχαίρι, κατά την αγγλική έκφραση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εμφύλιος, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 139 Σχόλια »

Μνήμη Χαράλαμπου Κανόνη (1909-1948)

Posted by sarant στο 30 Μαρτίου, 2014

Στις 29 Μαρτίου 1948 βρήκε μαρτυρικό θάνατο στη Χίο ο αγωνιστής Χαράλαμπος Κανόνης, μυτιληνιός γεωπόνος, συνάδελφος και αδελφικός φίλος του παππού μου Νίκου Σαραντάκου, στέλεχος του ΕΑΜ και του ΚΚΕ. Το σημερινό άρθρο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του, μέσα από τα γραφτά του πατέρα μου, που έγραψε τη βιογραφία του, και του παππού μου,  που έγραψε ένα σπαραχτικό ποίημα, που θα δούμε πιο κάτω.

Το χρονικό «Χαράλαμπος Κανόνης. Η ζωή κι ο θάνατος ενός ανθρώπου» είναι το πρώτο μη επιστημονικό βιβλίο που έγραψε ο πατέρας μου, το 1987, αφού ταξίδεψε στη Χίο και έκανε επιτόπια έρευνα -ζούσαν ακόμη πολλοί που είχαν πάρει μέρος στα γεγονότα εκείνα. Το βιβλίο έχει εξαντληθεί, οπότε με την ευγενική φροντίδα του γκουρού του ιστολογίου το μετάτρεψα σε pdf και σας το προσφέρω για να το κατεβάσετε.

Από το βιβλίο αντιγράφω το τέλος του Κανόνη, που έρχεται αμέσως μετά από την ανακάλυψη του παράνομου τυπογραφείου στη φουντάνα του Βροντάδου, για την οποία κάναμε λόγο και στο χτεσινό άρθρο:

Εκείνες τις μέρες η Χωροφυλακή ανακρίνοντας κάποιους συλληφθέντες, έμαθε για τη μυστική κρύπτη του τυπογραφείου. Ισχυρό απόσπασμα χωροφυλάκων έφτάσε μπροστά στη δεξαμενή του Βροντάδου. Μη μπορώντας να εισχωρήσουν στο εσωτερικό της από το λαγούμι, οι χωροφύλακες γκρέμισαν τον μπροστινό τοίχο της δεξαμενής, πιάσαν τους έγκλειστους σ’ αυτήν και κατασχέσαν το τυπογραφείο.

Μετά την ανακάλυψη του τυπογραφείου, στις 25 Μαρτίου, ο Κανόνης απομένει ολομόναχος. Όλοι οι συναγωνιστές του έχουν σκοτωθεί ή πιαστεί. Δεν έχει καν πού να μείνει. Στο τελευταίο σπίτι, όπου τον φιλοξενούσαν, του έδειξαν καθαρά πως πρέπει να φύγει. Ο Κανόνης αποφασίζει να κρυφτεί στο δάσος κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Στεφάνου, όπου ήξερε πως υπήρχε απομονωμένο ένα καλύβι κάποιου βοσκού. Εκεί κατάφυγε τη νύχτα της 27 προς 28 Μαρτίου. Τη μεθεπόμενη αυτοί που τον έδιωξαν του στέλνουν μ’ ένα μικρό παιδί λίγα τρόφιμα. Το παιδί βρήκε τον Κανόνη νηστικό από δυο μέρες και πολύ λυπημένο. Πήρε τα τρόφιμα και όταν το παιδί κίνησε να φύγει του είπε:

— Έλα παιδί μου να σε φιλήσω, γιατί είσαι ο τελευταίος άνθρωπος, που με βλέπει ζωντανό. Χωρίς να το θέλεις έφερες πίσω σου τους χωροφύλακες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Άχθος Αρούρης, Βιογραφίες, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μυτιλήνη, Ποίηση | Με ετικέτα: , , | 59 Σχόλια »

Μια επίσκεψη στη Μάνη (Δημ. Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 23 Ιουλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Έχουμε ήδη μπει στο τέταρτο καλοκαίρι, του 1952, το σημερινό είναι το τρίτο απόσπασμα. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Ο πατέρας μου, θα θυμάστε, μόλις επέστρεψε από μιαν εκδρομή στην Αίγινα όπου έκανε μια γνωριμία που άλλαξε τη ζωή του.

mimis_jpeg_χχsmallΜη αντέχοντας να παραμένω άπρακτος ως την επόμενη μετάβασή μου στην Αίγινα, παρέσυρα τον ξάδερφο μου τον Μίμη σε μια εκδρομή στη Μάνη. Στα τέλη του περασμένου Μάη είχε πεθάνει ο παππούς μας. Τα τελευταία χρόνια είχε καταβληθεί πολύ από την νόσο του Πάρκινσον και μ΄ όλο που ήταν εβδομηνταεφτά χρονών, έδειχνε πολύ πιο γέρος. Κατά κάποιον τρόπο αναπαύθηκε. Πρότεινα το ταξίδι μας στο πατρογονικό μας σπίτι, σαν είδος  μνημόσυνο στη μνήμη του.  Η γιαγιά στην αρχή είχε κάποιους φόβους. Η οικογένειά μας, με εξαίρεση τον θείο τον Κώστα, ήταν χαρακτηρισμένη αριστερή και μ΄όλο που τα πράγματα είχαν πια ησυχάσει, φοβόταν μήπως κάποιος εγχώριος Χίτης μας κάνει κακό. Εμείς την καθησυχάσαμε πως δε θα δίναμε αφορμή.

Ξεκινήσαμε με την οτομοτρίς που μας πήγε ως την Τρίπολη και από κει πήραμε το λεωφορείο για τη Σπάρτη. Δε βιαζόμασταν καθόλου και αποφασίσαμε σε κάθε αναγκαστική, λόγω αλλαγής συγκοινωνιακού μέσου, στάση, να μένουμε όσο μας έπαιρνε. Έτσι, στην Τρίπολη επισκεφθήκαμε τον φίλο του θείου Μιχάλη και συνεργάτη του λεξικού του Ηλίου, τον Ιάκωβο τον Πολυκράτη, που παραθέριζε εκεί.

Ο Ιάκωβος ήταν πολύ ωραίος τύπος, μορφωμένος, πολιτισμένος και λάτρης του Βάκχου. Ήξερε όλες τις ταβέρνες  Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων και όταν ήταν να σε κατατοπίσει για να πας κάπου, τις χρησιμοποιούσε ως σημεία αναφοράς. Πρόπερσι, που πήγαμε για Κούλουμα στης κυρίας Θάλειας, στο Χαλάντρι, ο Ιάκωβος μας καθοδήγησε με τη δικιά του μέθοδο.

“Θα πάρτε το λεωφορείο και θα βγείτε στην πλατεία, στην εκκλησιά. Εκεί πιο κάτω είναι η ταβέρνα “ο Χρήστος”. Θα πάρετε το δρόμο δεξιά της ταβέρνας και σε εκατό μέτρα θα βρείτε το ουζερί “τα τρία αδέρφια”. Εκεί θα στρίψετε και λίγο πιο κάτω στο κέντρο “Το στέκι των φίλων” θα πάρετε τη μάντρα της Ριζαρείου και θα φτάσετε στο σπίτι της Θάλειας”

Πραγματικά ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του φτάσαμε χωρίς περιπλανήσεις στο εξοχικό της φίλης μας.

Και ο πατέρας του Ιάκωβου, ο Θεμιστοκλής Πολυκράτης, σπουδαίος μουσικός, που είχε συνθέσει αρκετές πολύ γνωστές καντάδες, ήταν επίσης, και μάλιστα σε κάπως υπερβολικό βαθμό, λάτρης του Βάκχου και οι φίλοι του τον έλεγαν, παραφράζοντας το όνομά του Μεθυστοκλή Πολυκράση.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , | 37 Σχόλια »

Το Ζάλογγο και οι μύθοι

Posted by sarant στο 6 Ιουνίου, 2013

Γράφω με καθυστέρηση για το θέμα, επειδή τις προηγούμενες μέρες ταξίδευα και δεν είχα ησυχία να γράψω -βέβαια βρισκόμουν στην Ήπειρο, άρα πιο κοντά στο Ζάλογγο, που απασχόλησε τόσο πολύ την επικαιρότητα αυτές τις μέρες, όταν η βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ και ιστορικός Μαρία Ρεπούση κατηγορήθηκε από δημοσιογράφους, συντηρητικούς πολιτικούς και δημάρχους της περιοχής ότι χαρακτήρισε «εθνικό μύθο» τον χορό του Ζαλόγγου. Άλλωστε, και στην ομιλία που έδωσα στα Γιάννενα, παρόλο που η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από θέματα γλώσσας, κάποια στιγμή από τους γλωσσικούς μύθους περάσαμε στους εθνικούς μύθους, δεν είναι δα και μεγάλη η απόσταση, κι έτσι έγινε κι εκεί αναφορά στο βιβλίο Ιστορίας της 6ης Δημοτικού και στα όσα είπε ή δεν είπε για τον χορό του Ζαλόγγου η κυρία Ρεπούση.

Επειδή, ευτυχώς από μια άποψη, δεν είχα ιστολόγιο την εποχή που εξελισσόταν η θλιβερή ιστορία του βιβλίου Ιστορίας, κι επειδή το θέμα επανέρχεται κατά καιρούς, ίσως δεν είναι περιττό να επαναλάβω εδώ όσα είπα στα Γιάννενα για το βιβλίο Ιστορίας «της κυρίας Ρεπούση». (Να θυμίσω ότι έχω κρίνει αρνητικά, αλλά ελπίζω με επιχειρήματα, ένα άλλο βιβλίο της, σχετικά με τα Μαρασλειακά). Κατά τη γνώμη μου, λοιπόν, το βιβλίο «της κ. Ρεπούση» είχε αρκετά καλά και μερικά αρνητικά, από τα οποία το σημαντικότερο ήταν ότι αφιέρωνε δυσανάλογα μικρή έκταση στο ιδρυτικό γεγονός του νεοελληνικού κράτους, την επανάσταση του 1821. Αν περνούσε από το χέρι μου, θα αφιέρωνα ακόμα και μια ολόκληρη σχολική χρονιά (μεγαλύτερης τάξης) στο 1821, αλλά βέβαια θα τα λέγαμε όλα: και τις λαμπρές στιγμές και τις σκοτεινές σελίδες, και τις θυσίες και τις εμφύλιες σφαγές, και την καταστροφή της Χίος αλλά και το άγος της Τριπολιτσάς. Επίσης, δέχομαι με προσοχή τη γνώμη κάποιων μάχιμων δασκάλων, ότι ενδεχομένως ήταν δυσκολοδίδακτο στην 6η δημοτικού το συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά βέβαια επειδή αυτές διατυπώθηκαν εκ των υστέρων δεν αποκλείω να είναι επηρεασμένες από τον θόρυβο που ακολούθησε. Τα περί «συνωστισμού» (η ακριβής έκφραση του βιβλίου είναι «συνωστίζονται», μια άστοχη διατύπωση που έδωσε λαβή σε πολλή δημαγωγία καθώς αποκόπηκε από τα συμφραζόμενά της) δεν τα θεωρώ σοβαρό λάθος. Θα μπορούσε ή ίσως θα έπρεπε να γίνεται λόγος για νεκρούς, αλλά σε ένα βιβλίο του δημοτικού αυτά τα πράγματα δεν διατυπώνονται τόσο απερίφραστα. Όμως, το βιβλίο αφιέρωνε πολλές σελίδες στη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε δεν μπορεί να κατηγορηθεί πως υποβάθμισε το ξερίζωμα του ελληνισμού από τη Μικρασία.

Ψεγάδια σαν κι αυτά έχουν κι άλλα σχολικά βιβλία, πολλά μάλιστα έχουν πολύ χειρότερα. Ωστόσο, σε μια συντεταγμένη πολιτεία τα διδακτικά βιβλία εγκρίνονται από τις επιτροπές που ορίζει ο νόμος, και όχι με δημοψήφισμα. Το βιβλίο «της κ. Ρεπούση» δέχτηκε ολομέτωπη την επίθεση της εθνικιστικής δεξιάς (και μερικών αριστερών, που ελπίζω να το έχουν μετανιώσει πικρά) και τελικά αποσύρθηκε, πράγμα το οποίο θεωρώ ότι αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες ιδεολογικές νίκες της ακροδεξιάς τις τελευταίες δεκαετίες. Το διδακτικό είναι ότι οι πρωτεργάτες της εθνικιστικής επίθεσης, οι καρατζαφέρηδες και οι καραμπελιάδες, δεν έδρεψαν τους καρπούς της νίκης τους. Διώχνοντας το βιβλίο «της Ρεπούση» έφεραν στο προσκήνιο τη Χρυσή Αβγή. Λογικό είναι ο δικαιωμένος εθνικιστής να προτιμήσει το γνήσιο τζην. Αλλά κοντεύω να βγω εκτός θέματος, αφού υποτίθεται ότι το άρθρο θα ασχοληθεί με τον θόρυβο που ξέσπασε ύστερα από όσα είπε η κ. Μαρία Ρεπούση για τον χορό του Ζαλόγγου.

Ή, ύστερα απ’ όσα δεν είπε. Διότι, αν έχω καταλάβει καλά (διορθώστε με αν πέφτω έξω, δεν το έχω ακούσει με τ’ αυτιά μου), η κ. Ρεπούση δεν είπε τίποτα ρητά για τον χορό του Ζαλόγγου. Έδινε συνέντευξη σε δημοσιογράφο του ραδιοφώνου του Άλφα, με θέμα το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, και στα καλά καθούμενα ο δημοσιογράφος τη ρώτησε για τον χορό του Ζαλόγγου. Εκείνη δεν απάντησε ευθέως, αλλά παρέπεμψε σε βιβλιογραφία, και συνέχισε λέγοντας ότι: Μέσα στην ιστορία και την διαδρομή κάθε λαός που χειρίζεται την ιστορία του και για συγκεκριμένους λόγους δημιουργεί διάφορους εθνικούς μύθους, οι οποίοι χρειάζονται για εθνικοπατριωτικούς λόγους. Προσεχτική διατύπωση, αφού δεν αναφέρεται ρητά ούτε στον ελληνικό λαό ούτε στο συγκεκριμένο γεγονός (ή «γεγονός») -αλλά άδικος κόπος, αφού την άλλη στιγμή βούιξε το Διαδίκτυο ότι «Η Μ. Ρεπούση χαρακτήρισε εθνικό μύθο τον χορό του Ζαλόγγου«.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Επικαιρότητα, Εθνικισμός, Εμφύλιος, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 436 Σχόλια »

Ο πεθαμός του Καταχνιά, ή πότε πεθαίνουν οι αντάρτες

Posted by sarant στο 26 Μαΐου, 2013

Ο ποιητής Γιώργος Κοτζιούλας, για τον οποίο έχω γράψει πολλές φορές στο ιστολόγιο, συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση κοντά στον Άρη Βελουχιώτη και ήταν ο ιδρυτής της Λαϊκής Σκηνής της 8ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ. Τις εμπειρίες του από το αντάρτικο τις κατέγραψε στα ανέκδοτα ημερολόγιά του, στο βιβλίο του «Όταν ήμουν με τον Άρη», καθώς και σε πολλά ποιήματα, που κάποια μπόρεσε να το εκδώσει όσο ζούσε, άλλα συμπεριλήφθηκαν στα Άπαντά του που τυπώθηκαν από τους δικούς του ανθρώπους μετά τον αδόκητο θάνατό του, ενώ πολλά άλλα δεν έχουν συμπεριληφθεί στα (κατά συνθήκη) Άπαντα επειδή δημοσιεύτηκαν σε δυσεύρετα έντυπα (π.χ. εαμικές εφημερίδες της Κατοχής και των πρώτων χρόνων μετά την απελευθέρωση) ή δεν τα βρήκε η επιτροπή που είχε αναλάβει την έκδοση των Απάντων του.

Ο Κοτζιούλας έγραψε πολλά ποιήματα-πορτρέτα των καπεταναίων που γνώρισε, αλλά σε δύο μόνο πρόσωπα έχει αφιερώσει πολλά ποιήματα: στον Άρη Βελουχιώτη, στον οποίο έχει αφιερώσει μια ολόκληρη (μικρή) συλλογή που κυκλοφόρησε λίγους μήνες μετά τον θάνατο του Άρη, και στον Καταχνιά ή Γιώργο Αναγνωστάκη, γραμματέα του ΕΑΜ Άρτας, στον οποίο αφιέρωσε μια σειρά από ποιήματα με τον γενικό τίτλο «Το συναξάρι του Καταχνιά». Προς τον Άρη, τον οποίο λάτρευε σα θεό, ο Κοτζιούλας είναι υμνητικός κι ευλαβικός. Τον Καταχνιά, που ήταν στενός φίλος του, του αρέσει να τον πειράζει καλοπροαίρετα στα ποιήματά του. Ένα από αυτά θα δούμε σήμερα, που λέγεται «Ο πεθαμός του Καταχνιά». Το ποίημα απαντάει και στο ερώτημα του τίτλου, πότε πεθαίνουν οι αντάρτες.

Ο ΠΕΘΑΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΧΝΙΑ

Του Καταχνιά το τέλος θα ’ν’ όταν με μήνες
ή χρόνια, ποιος το ξέρει, πάψουν να βροντούν
κουμπούρες στα βουνά, στους κάμπους καραμπίνες
κι οι λαομάχοι γονατίσουν, τσακιστούν.

Οι αντάρτες οι παλιοί δε θα χρειάζονται άλλο
και θα σκορπίσουν δώθε κείθε οι σταυραϊτοί,
το ντουφεκίδι αφού τελείωσε το μεγάλο
κι απλώθηκε στον κόσμο ειρήνη ζηλευτή.

Τότε κι αυτός θα ξεζωστεί τα φυσεκλίκια,
δίχως κλεφτόκαπα θα μείνει, και χωρίς
γένια θ’ αλλάξει τόσο η όψη του η αντρίκια,
που βλέποντάς την έτσι κι ο ίδιος θ’ απορείς.

Δε θα τον σκιάζονται ούτε θα τον χαιρετάνε,
χωριάτες ή απ’ αυτούς που τώρα πολεμάν,
κανένας δε θα του προσπέφτει: «καπετάνε»,
μήτε θα του μιλεί με παρακάλια: «αμάν».

Ρεμπούμπλικα φορώντας, ίσιο παντελόνι,
σ’ ένα πεζό γραφείο, σε μια άχαρη γωνιά,
μες στους πολλούς κι αυτός χαρτιά θα μουντζουρώνει
και θα’ ν’ ετούτο ο πεθαμός του Καταχνιά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εθνική αντίσταση, Εμφύλιος, Πρόσφατη ιστορία, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , , | 69 Σχόλια »

Στο Λεξικό του Ηλίου (Δημήτρης Σαραντάκος)

Posted by sarant στο 30 Απριλίου, 2013

Συνεχίζω να δημοσιεύω, κάθε δεύτερη Τρίτη, αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του πατέρα μου, του αξέχαστου Δημήτρη Σαραντάκου, ‘Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια’. Το σημερινό είναι το έκτο απόσπασμα από το “ιντερμέτζο”, δηλαδή το ενδιάμεσο κεφάλαιο που περιγράφει τα χρόνια 1945-1952. Το προηγούμενο απόσπασμα βρίσκεται εδώ. Βρισκόμαστε στα 1948, θυμίζω.

mimis_jpeg_χχsmall Το καλοκαίρι του ΄48 ο πατέρας μου έπιασε δουλειά στο εγκυκλοπαιδικό λεξικό του Ηλίου, όπου ήδη δούλευε κι ο θείος μου ο Μιχάλης, παυμένος κι αυτός από τη δουλειά του.  Τους σύστησε στον εκδότη του, χωρίς να κρύψει το αριστερό παρελθόν τους, ο παλιός τους φίλος, ο Βασίλης ο Σπανόπουλος, που είχε εξελιχθεί σε έμπειρο και ικανό δημοσιογράφο της «Καθημερινής», στην οποία έγραφε τις «Σημειώσεις ενός Αθηναίου». Από την αρχή τα πήγαν κι οι δύο  πολύ καλά με το αφεντικό της επιχείρησης κι αυτό φάνηκε σ’ όλους περίεργο, γιατί ο Πασσάς ήταν δύσκολος άνθρωπος.

Στον “Ήλιο” που στεγαζόταν στο Μέγαρο ΤΣΑΥ στην οδό Σταδίου 29, πήγαινα συχνά και αργότερα, όταν μπήκα στο Πολυτεχνείο, άρχισα να γράφω λήμματα για την Εγκυκλοπαίδεια και μικρά τεχνικά σημειώματα για το περιοδικό, εξασφαλίζοντας καλό χαρτζηλίκι. Εκεί συνάντησα ένα σωρό σπουδαίους ανθρώπους: τους παλιους δημοσιογράφους Παπαλεξάνδρου, Βέρρο και Θεοδοσόπουλο, τον Δέφνερ, χημικό, τον Χασάπη, αστρονόμο, τον Ιάκωβο Πολυκράτη, νομικό, το Βασίλη Κοχλατζή, δημοσιογράφο και μεταφραστή, τον Κώστα Λαμπρόπουλο, ζωγράφο, που είχε αναλάβει την εικονογράφηση και την επιμέλεια των χαρτών, τη Θάλεια Παπαχρίστου και τη Γαλάτεια Τουρνάϊσσεν, φιλολόγους, φίλες του θείου του Μιχάλη. Ο Βασίλης ο Κοχλατζής μιλούσε δώδεκα ξένες γλώσσες, μεταξύ των οποίων αραβικά, περσικά, εβραϊκά και … κινέζικα. Και αυτό δεν ήταν καυχησιολογίες, τις ήξερε πολύ καλά (Το 1982 εξέδωσε σε ελληνική γλώσσα «Μέθοδο της Κινεζικής άνευ διδασκάλου» που μου χάρισε με ιδιόχειρη αφιέρωση). Μια φορά, παραμονές Χριστουγέννων, χαζεύοντας στα καροτσάκια με βιβλία, που από έθιμο βγαίνανε τότε μπροστά στο Χρηματιστήριο στην οδό Σοφοκλέους, ανακάλυψα μια γερμανική γραμματική της σανσκριτικής! Την αγόρασα αντί πέντε χιλιάδων και του τη χάρισα. Έκανε σαν παιδί από τη χαρά του.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αναμνήσεις, Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Μεταπολεμικά | Με ετικέτα: , , , , | 78 Σχόλια »

Ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο πρώην φίλους μέσα στον Εμφύλιο

Posted by sarant στο 30 Δεκεμβρίου, 2012

Το άρθρο μου που ακολουθεί δημοσιεύεται στο Λεσβιακό Ημερολόγιο 2013, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αιολίδα σε επιμέλεια Παναγιώτη Σκορδά, με άρθρα για τη Λέσβο γραμμένα από συγγραφείς που κατάγονται από το νησί. Να διευκρινίσω ότι ο Κώστας Μίσσιος, ποιητής και μελετητής της λεσβιακής λογοτεχνίας, είναι θείος μου.

b131741Στο βιβλίο του «Ένας Μυριβήλης αλλιώτικος» (Εντελέχεια, Μυτιλήνη 2008), ο Κώστας Μίσσιος συγκεντρώνει εφτά άρθρα του στα οποία διηγείται «ευτράπελες πλην και πικρές» ιστορίες για τον Στράτη Μυριβήλη. Οι πιο πικρές ιστορίες του τόμου σίγουρα βρίσκονται στο ομότιτλο άρθρο, το οποίο εξιστορεί το απίστευτο πάθος με το οποίο ο Μυριβήλης συμμετείχε, τα χρόνια του εμφυλίου πολέμου, στην προπαγανδιστική διαπάλη, εξαπολύοντας δριμύτατες επιθέσεις κατά των αντιπάλων του. Σωστά παρατηρεί ο Μίσσιος ότι κι άλλοι πνευματικοί άνθρωποι υπερασπίστηκαν την ίδια πλευρά, κανείς όμως του επιπέδου του Μυριβήλη δεν έδειξε τέτοιον φανατισμό.

Αλλά αυτά τα θίγει αναλυτικά ο Μίσσιος. Εγώ θα ξεχωρίσω ένα απόσπασμα από ένα άρθρο του Μυριβήλη, που παρατίθεται στο κείμενο του Μίσσιου (σελ. 148) για να εστιαστώ σε μιαν υποσημείωση. Γράφει λοιπόν τα εξής φαρμακερά ο Μυριβήλης: «Ένας ποιητής του κόμματος από την Ήπειρο τού έβγαλε ένα τόμο με ποιήματα που τον εξυμνεί και τον θαυμάζει [τον Άρη Βελουχιώτη]. Ένας άλλος από τη Μυτιλήνη, έβγαλε άλλον τόμο, όπου λιγώνεται από τη μεγαλοπρέπεια του Δεκεμβριανού ανθρωποσφαγείου των άοπλων Αθηναίων. Ένας τρίτος αλήτης της λογοτεχνίας έγραψε τρίτο βιβλίο, ‘Το μεγάλο Δεκέμβρη’. Είναι τρελοί αυτοί οι άνθρωποι; Όχι. Είναι απλώς κομμουνιστές. Είναι διαφοροποιημένοι πρώην Έλληνες που τώρα ανήκουν στη νέα φυλή…»

Ο «αλήτης της λογοτεχνίας», μας πληροφορεί σωστά ο Μίσσιος, είναι ο Μενέλαος Λουντέμης. Ο μυτιληνιός είναι ο ποιητής Μιχάλης Καλλοναίος (στις ιδεολογικές του επιθέσεις, ο Μυριβήλης δεν έκανε τοπικιστικά χατίρια, χτυπούσε μυτιληνιούς και ξένους με τον ίδιο ζήλο). Ωστόσο, ο Μίσσιος ομολογεί ότι δεν κατάφερε να εντοπίσει τον «ποιητή του κόμματος από την Ήπειρο». Επιτρέψτε μου να φωτίσω αυτό το σημείο.

Ο ηπειρώτης ποιητής είναι σίγουρα ο Γιώργος Κοτζιούλας (1909-1956), γεννημένος στην Πλατανούσα της Ηπείρου, ποιητής και μεταφραστής, που συμμετείχε με τον ΕΛΑΣ στην Εθνική αντίσταση, οπότε και είχε δημιουργήσει τον αντάρτικο θίασο «Θέατρο του βουνού» με τον οποίο έδινε παραστάσεις στα χωριά της Πίνδου. Ο Κοτζιούλας, που πολέμησε υπό τις διαταγές του Βελουχιώτη και τον θαύμαζε απεριόριστα, εξέδωσε το 1946 μια μικρή ποιητική συλλογή, ένα δεκαεξασέλιδο, με τίτλο Ο Άρης, στην οποία υμνεί και θρηνεί τον νεκρό πια αρχηγό του.

Ως εδώ το θέμα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον· ένας εαμίτης ποιητής έβγαλε μια υμνητική συλλογή για τον Άρη Βελουχιώτη κι ένας συγγραφέας της αντίθετης παράταξης αντέδρασε επικριτικά, τι το περίεργο υπάρχει; Ωστόσο, ο Κοτζιούλας και ο Μυριβήλης δεν ήταν ξένοι. Παρά την όχι μικρή διαφορά ηλικίας (ο Μυριβήλης ήταν 19 χρόνια μεγαλύτερος), είχαν συνδεθεί με φιλία, όχι μακρόχρονη αλλά στενή. Τα όσα ακολουθούν βασίζονται σε δημοσίευση της κ. Νίκης Λυκούργου για την αλληλογραφία του Μυριβήλη με τον Κοτζιούλα καθώς και στο βιβλίο που ετοιμάζει η φίλη Αθηνά Βογιατζόγλου για τον ποιητή (όπου έχω βάλει κι εγώ λιγάκι το χέρι μου).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Εμφύλιος, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου, Σατιρικά, Φιλολογία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 104 Σχόλια »

Ο βενετσιάνικος καθρέφτης, τρεις ιστορίες χωρίς επιμύθιο

Posted by sarant στο 14 Δεκεμβρίου, 2012

ven-eksΤη Δευτέρα 17 του μήνα συμπληρώνεται ένας χρόνος που δεν έχουμε κοντά μας τον πατέρα μου, τον αξέχαστο Δημήτρη Σαραντάκο. Συνηθίζεται όταν κάποιος πεθαίνει να χαρακτηρίζουν τον θάνατό του «αδόκητο», δηλαδή απροσδόκητον, απρόσμενο, αλλά ο πατέρας μου πραγματικά έφυγε ξαφνικά, μέσα σε λίγες ώρες -και γι’ αυτό μας πήρε τόσο πολύ για να το χωνέψουμε: ακόμα πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται «θα ρωτήσω τον πατέρα μου», σίγουρος για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου ότι θα βρω την απάντηση, κι ύστερα να συνειδητοποιώ με συντριβή ότι αυτό δεν γίνεται πια.

Πάνω στο γραφείο του πατέρα μου, τη μέρα που έφυγε, υπήρχε μια εκτύπωση από τον υπολογιστή, όπου απαριθμούσε τα βιβλία που είχε έτοιμα προς έκδοση, τα άλλα τα μισοέτοιμα ή τα μόλις αρχινισμένα. Λογάριαζε μέσα σ. την επόμενη πενταετία να τελειώσει και να εκδώσει πάνω από δέκα βιβλία… Ένα από αυτά, που ήταν έτοιμο προς έκδοση, τα «Εφτά ευτυχισμένα καλοκαίρια», το δημοσιεύω στο ιστολόγιο κάθε δεύτερη βδομάδα (εδώ η τελευταία συνέχεια) και αναζητώ και εκδότη. Κάποια άλλα δεν είναι εύκολο να συμπληρωθούν, ενώ φλερτάρω με την ιδέα της ηλεκτρονικής έκδοσης για κάποια άλλα βιβλία του που επίσης είναι έτοιμα.

Σήμερα όμως είμαι πολύ χαρούμενος γιατί θα πάρω στα χέρια μου το βιβλίο που βλέπετε αριστερά, και το οποίο πρέπει να βρίσκεται ήδη στα βιβλιοπωλεία, σίγουρα στην Πρωτοπορία (και στο τούβλινο και στο ηλεκτρονικό βιβλιοπωλείο της). Πρόκειται για το βιβλίο του πατέρα μου «Ο βενετσιάνικος καθρέφτης» με υπότιτλο «Τρεις ιστορίες χωρίς επιμύθιο», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις «Γνώση». Από τις ίδιες εκδόσεις είχε κυκλοφορήσει ο πατέρας μου τρία ακόμα βιβλία, «Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους«, «Τι μας έμαθαν επιτέλους οι αρχαίοι Έλληνες» και «Σχίζοντας τις γραμμές των οριζόντων«, που είχαν αρκετή επιτυχία.

Σε αντίθεση με τα τρία προηγούμενα, ο Καθρέφτης είναι λογοτεχνικό βιβλίο, τρεις νουβέλες, που έχουν και οι τρεις, ως κοινό σημείο αναφοράς, τον εμφύλιο πόλεμο και ειδικά τον εμφύλιο στην Πελοπόννησο, αλλά δεν είναι αναμνήσεις (άλλωστε ο πατέρας μου δεν είχε συμμετοχή στον εμφύλιο) αλλά μυθοπλασία, έστω και με αφετηρία διηγήσεις ή μεταγενέστερα συμβάντα.

Όπως γράφω στο οπισθόφυλλο:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δημήτρης Σαραντάκος, Εμφύλιος, Λογοτεχνία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , | 92 Σχόλια »

Το ημερολόγιο ενός Καπαπίτη

Posted by sarant στο 6 Φεβρουαρίου, 2011

Ο Μήτσος και η Πανώρια Καρατζά, και οι δυο μεγάλοι γιοι τους, Κομνάς και Ηλίας

Τη λέξη Καπαπίτης την έχουμε ξανασυναντήσει στο ιστολόγιο: καπαπίτες, από τα αρχικά Κ. Π. (= Κέντρο Πληροφοριών) ήταν στον εμφύλιο πόλεμο, οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού που δεν συμμετείχαν σε μάχιμα σώματα, αλλά έμεναν κοντά στα χωριά τους και λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι για τη συγκέντρωση πληροφοριών, την απόκρυψη όπλων και τροφίμων, τη σύνδεση αποκομμένων τμημάτων.

Ο καλός Καπαπίτης έπρεπε να είναι έμπειρος μαχητής, να ξέρει τέλεια την περιοχή του, να αντέχει στις κακουχίες, να έχει πολυμελή οικογένεια και μεγάλο σόι για να τον βοηθούν όταν χρειαζόταν. Από την άποψη αυτή, ο Μήτσος Καραντζάς, που το ημερολόγιό του θα σας παρουσιάσω σήμερα, ήταν ασφαλώς ιδανικός γι’ αυτό το πόστο. Επιπλέον, ο Καρατζάς είχε σπάνιο λογοτεχνικό ταλέντο: πριν από τον πόλεμο, διοργάνωνε λαϊκές θεατρικές παραστάσεις στο χωριό του, την Άνω Αγόριανη (Επτάλοφος σήμερα), συνήθως με γνωστά έργα αν και είχε κι ο ίδιος γράψει ένα θεατρικό, δραματοποιώντας ένα πραγματικό περιστατικό, στο οποίο είχε πρωταγωνιστήσει.

Ο χαρισματικός αυτός άνθρωπος έδρασε στην περιοχή του Παρνασσού, Αγόριανη, Δελφούς, Αράχοβα. Με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του 1948, ο εθνικός στρατός εκκένωσε τα χωριά και κατέστρεψε τα σπίτια ώστε να τα κάνει κατά το δυνατόν μη κατοικήσιμα, οπότε οι καπαπίτες με την ομάδα τους έπρεπε να ζουν στο ύπαιθρο και να κινούνται από λημέρι σε λημέρι. Ωστόσο, ο Καραντζάς έβρισκε πάντα καιρό να καταγράφει στο ημερολόγιό του με αρκετή λεπτομέρεια τα συμβάντα της κάθε μέρας. Και επειδή φαίνεται πως ήταν άνθρωπος ήρεμος και φιλοσοφημένος, καταφέρνει πολλές φορές να κάνει τη ζωή τους να φαίνεται παραπάνω από υποφερτή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Εμφύλιος, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 51 Σχόλια »