Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Ενδύματα και υποδήματα’ Category

Σκούφια, η παροιμιακή

Posted by sarant στο 28 Μαρτίου, 2019

Μπήκε πια η άνοιξη, αλλά στα βορειότερα κλίματα το κρύο ακόμα δαγκώνει τα πρωινά. Προχτές χρειάστηκε να βγω νωρίτερα απ’ το συνηθισμένο και σκέφτηκα πως βιάστηκα ν’ αποστρατεύσω το σκουφί που κουβαλάω στο σακκίδιό μου τους χειμωνιάτικους μήνες. Αυτή όμως η παράλειψη μού θύμισε πως κάτι χρωστάω.

Βλέπετε, το σημερινό άρθρο το έχω υποσχεθεί εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από τότε που έγραψα το άρθρο για τις τραγιάσκες και την ετυμολογία τους. Τις τραγιάσκες τις πετούσαν στον αέρα ζητωκραυγάζοντας οι Ρουμάνοι φοιτητές, οπότε είχα τότε γράψει: Πράγματι, τον καιρό που ο κόσμος φορούσε καπέλα ήταν πολύ συνηθισμένο όταν ζητωκραύγαζαν ή πανηγύριζαν, να πετάνε και τα καπέλα τους στον αέρα. Αυτό το βλέπουμε και στην έκφραση «πετάει τη σκούφια του για…» όταν κάποιος δείχνει πολύ ενθουσιασμό για ενα θέμα. Φαίνεται πως και το καπέλο τύπου ρεπούμπλικα πήρε από ανάλογους πανηγυρισμούς το όνομά του (στην Ιταλία, και μας ήρθε μαζί με το όνομα). Στα σχόλια έγινε λόγος και για άλλες εκφράσεις με τη σκούφια, και είπα πως χρωστάω άρθρο για τη λέξη.

Στο λεξικό θα βρούμε τρεις βασικούς τύπους της λέξης: σκούφια, σκουφί και σκούφος. Φαίνεται πως η σκούφια είναι ο παλιότερος τύπος, και ίσως γι’ αυτό εμφανίζεται και στις διάφορες παροιμίες, αλλά στη σημερινή γλώσσα εντύπωσή μου είναι πως για να αναφερθούμε κυριολεκτικά στο κάλυμμα της κεφαλής μας θα πούμε «σκουφί» κυρίως ή «σκούφος» αν είναι κάπως μεγαλύτερος ή για ειδικές χρήσεις, και πιο σπάνια θα πούμε «σκούφια». Τη σκούφια την κρατάμε για τις παροιμίες.

Η λέξη φαίνεται να ετυμολογείται από το παλιό ιταλικό scuffia, ή το βενετικό scufia, που ανάγονται στο cuffia («κάλυμμα της κεφαλής») και στο υστερολατινικό cufia, ίσως παλαιογερμανικής ετυμολογίας. Ο Μπαμπινιώτης δεν αποκλείει την επίδραση του αρχαίου σκύφος = είδος κυπέλλου αλλά δεν βλέπω σε ποιο στάδιο μπορεί να ασκήθηκε αυτή η επίδραση.

Η σκούφια μπήκε στη γλώσσα μας στα βυζαντινά χρόνια. Στον Πόλεμο της Τρωάδος, χρησιμοποιείται αντί για την περικεφαλαία:

Κονταρέαν τὸν ἔδωκεν ἐπάνω εἰς τὸ σαγόνι·
τὸ λουρίκιν τῆς σκούφιας του ἐτρύπησεν ὀλίγον.

αλλά σε επόμενα κείμενα παίρνει τη σημασία τη σημερινή.

Είπαμε ήδη ότι «πετάω τη σκούφια μου για κάτι» σημαίνει ότι δείχνω μεγάλο ενθουσιασμό για ένα θέμα. Στους Χαλασοχώρηδες, ο Παπαδιαμάντης δίνει έναν πλατυσμό (που θέλει ο φίλος Πέπε) της έκφρασης, αν και στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα μπορούμε να σκεφτούμε και την κυριολεξία:

Ὁ Θόδωρος ὁ Μοστρόπουλος, πρὸ διετίας μόλις ἀποκατασταθεὶς εἰς τὸ χωρίον, εἶχε χωθῆ ὅλος εἰς τὰ πολιτικά, κ᾽ ἐπετηδεύετο μέγαν ζῆλον καὶ φανατισμὸν ὑπὲρ τοῦ κόμματος. Ἐπέτα τὴν σκούφιαν του κατὰ γῆς, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐποδοπατοῦσε, ἐπήδα καὶ ἐχόρευεν ἀπὸ τὴν κομματικὴν ζέσιν.

Πάντως, η έκφραση λέγεται και σήμερα, που οι περισσότεροι βγαίνουμε στον δρόμο ασκεπείς -ή ξεσκούφωτοι. Συχνά, με το «για…», π.χ. πετάει τη σκούφια του για εκδρομές. Τη βρίσκω επίσης συχνά σε τίτλους αθλητικών ειδήσεων: Πετάει τη σκούφια του για να γυρίσει στην τάδε ομάδα ο τάδε προπονητής. Τον Ιούλιο του 2015 ο Ν. Φίλης του ΣΥΡΙΖΑ είχε δηλώσει ότι «δεν πετάμε τη σκούφια μας» για τη συμφωνία με τους δανειστές -τον οδυνηρό συμβιβασμό: δεν είμαστε και ενθουσιασμένοι.

Ωστόσο, δεν είναι αυτή η γνωστότερη παροιμιακή έκφραση με τη σκούφια. Νομίζω πως σαφώς πιο διαδεδομένη είναι «από πού κρατάει / βαστάει η σκούφια του», που συνήθως εκφέρεται αρνητικά: δεν ξέρω από πού κρατάει η σκούφια του: λέγεται, συνήθως με μια δόση καχυποψίας, για κάποιον του οποίου αγνοούμε πλήρως την καταγωγή και την προϊστορία. Πρέπει να είναι εξέλιξη της παλιότερης έκφρ. «από τι μαλλί βαστάει η σκούφια του» την οποία παραθέτει ο Βενιζέλος με το ερμήνευμα «επί των καθ’ όλα αγνώστων».

Γράφει, ας πούμε, ο Πικρός στα Χαμένα κορμιά: … το Τζούλιο Τζάκομο τον εραστή της, έναν Ιταλό που δεν ξέρει κανείς από πού βαστά η σκούφια του και που λέει πως είναι κόντες.  Ή, ο Καραγάτσης στον Γιούγκερμαν: Πρόβαλαν μέσα στην ξαφνιασμένη κοινωνία της Αθήνας άνθρωποι άγνωστοι, μυστήριοι, που κανείς δεν ήξερε πούθε βαστούσε η σκούφια τους, με τις τσέπες φίσκα στο χρήμα …           

Σπάνια θα δούμε να χρησιμοποιείται η έκφρ. στο πρώτο πρόσωπο και καταφατικά, δηλ. π.χ. «η σκούφια μου κρατάει από τη Μάνη». Είπαμε, είναι έκφραση που κρύβει καχυποψία για την προέλευση του λεγάμενου -όπως στα Σατιρικά Γυμνάσματα του Παλαμά:

Όχι λόγια χοντρά και λόγια κούφια·
μ’ όλους και με κανένα δεν ταιριάζουν.
Πούθε κρατεί του κάθε αχρείου η σκούφια
κράχ’ το με λόγια που να ξεσκεπάζουν·

Πάντως, η εφαρμογή που βρίσκει σε ποιες περιοχές της χώρας επιχωριάζει κάθε επώνυμο, που συχνά τη χρησιμοποιούμε εδώ, λέγεται «Από πού κρατάει η σκούφια σου»

Μια τρίτη έκφραση με τη σκούφια, που καταγράφεται στο ΛΚΝ, είναι «βγάλε τη σκούφια σου και βάρα με». Σημαίνει: μη με κατηγορείς για κάτι που το κάνεις κι εσύ.

Νόμιζα ότι η έκφραση αυτή έχει παλιώσει, αλλά βλέπω ότι γκουγκλίζεται κάμποσο και καταγράφεται και στο slang.gr, όπου θα δείτε και τις ομοιότητες και τις διαφορές της από την παρεμφερή φράση «είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα».

Από το σλανγκρ ξεσηκώνω το παράδειγμα χρήσης: Όταν ο Επίτιμος είχε πει κάποτε – ως κακέκτυπο του Αριστοτέλους – «πολιτική δεν νοείται χωρίς ηθική», η μόνη απάντηση που ήρμοζε, αρμόζει και θα αρμόζει είναι, στεντορεία τη φωνή: βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με, καραγκιόζη. [Άραγε αν μας διαβάζει κανείς σε π.χ. 20 χρόνια θα καταλάβει ποιος είναι ο Επίτιμος;]

Το μόνο που δεν λέει το σλανγκρ είναι η προέλευση της φράσης. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη εξήγηση, η έκφραση γεννήθηκε από έναν ευτράπελο μύθο. Σε κάποιο μοναστήρι, ο ηγούμενος είχε κλειστεί στο κελί του με μια γυναίκα. Ενώ όμως βγάζανε τα μάτια τους, ξέσπασε ένας καβγάς ανάμεσα σε δυο καλόγερους, που πιάστηκαν στα χέρια. Οι άλλοι καλόγεροι χτύπησαν την πόρτα του κελιού του γούμενου για να τον ειδοποιήσουν, οπότε αυτός, πάνω στη βιασύνη του έκανε λάθος, και αντί για το καλογεροσκούφι φόρεσε το βρακί της λεγάμενης. Όταν βγήκε έξω, εξοργισμένος που τον είχαν διακόψει, άρχισε να μαλώνει τους πρωταίτιους της φασαρίας και να μοιράζει επιτίμια, οπότε ένας από αυτούς του λέει «βγάλ’ τη σκούφια σου και βάρα με».

Μια τέταρτη έκφραση με τη σκούφια, πάντα στο ΛΚΝ, είναι: βάζω τη σκούφια μου στραβά, που λέγεται όταν αδιαφορούμε (επιδεικτικά) για κάτι, κυρίως επειδή έχουμε εξασφαλιστεί οικονομικά. Ωστόσο, πιο συχνά λέμε «φοράω στραβά το καπέλο μου».

Πάμε τώρα στις λιγότετρο συχνές εκφράσεις με τη σκούφια, που είναι μισοξεχασμένες.

  • παρακαλώ εγώ κι η σκούφια μου: αστεία μορφή παράκλησης, που οφείλεται στο ότι όταν παρακαλούσαν έβγαζαν συνήθως, σε ένδειξη σεβασμού, και το κάλυμμα της κεφαλής
  • πάρε τη σκούφια μου συχαρίκια: όταν μας αναγγείλουν κάτι ασήμαντο -αλλά ήδη η σημασία της λέξης «συχαρίκια» έχει αλλάξει και σημαίνει «συγχαρητήρια» και όχι την αμοιβή που δίνουμε σε όποιον μας αναγγείλει ευχάριστο νέο
  • είναι με τρύπια σκούφια: πάμπτωχος. Την έκφρ. την έχει ο Μακρυγιάννης.
  • γύρισε η σκούφια του ανάποδα: όταν κάποιος μένει εμβρόντητος από δυσάρεστη είδηση
  • τάφερε ο διάβολος και του Μανόλη η σκούφια ή: … κι η σκούφια του Μιχάλη. Ευτράπελος πλατειασμός. Υπάρχει και τραγούδι του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, Η σκούφια του Μιχάλη, όπου: Ο διάβολος την έβαλε κι η σκούφια του Μιχάλη, προτού να κλείσει μια πληγή να μου ανοίξει άλλη.
  • αγέννητο το παιδί, αγορασμένη η σκούφια -παραλλαγή του «ακόμα δεν τον είδαμε, Γιάννη τονε βγάλαμε»
  • μέτρα κεφάλια και κόψε σκούφιες, φράση που λεγόταν παλιά σε καφενεία όταν παράγγελνε κανείς καφέδες ή ρακές ή ποτό για όλη την παρέα. Ο καφετζής ρωτούσε «πόσους;» και ο παραγγέλνων και πλερώνων απαντούσε έτσι, εννοώντας «όσοι είμαστε». Η φράση δεν λέγεται πια, αφού για να παραγγείλεις σήμερα καφέ πρέπει να δώσεις λεπτομερέστατες προδιαγραφές, οπότε οι παραγγελίες εξατομικεύονται.
  • και τέλος, μια παροιμία που την έλεγε η συχωρεμένη η πεθερά μου, «Τι του λείπει του ψωριάρη; Σκούφια με μαργαριτάρι». Μάλλον την έχω εξευγενίσει, διότι η πεθερά μου την έλεγε: τι του λείπ’ του κασιδιάρη; Σκούφια με το μαργαριτάρι, έτσι με το άρθρο, όπως συνήθιζαν παλιά οι λαϊκοί άνθρωποι σε ορισμένα μέρη, π.χ. έφτιαξα αρνί με το σπανάκι. Βέβαια, του Κασιδιάρη του λείπει κι ένα ευρύχωρο, η δημοκρατία δεν εκδικείται, κελί.

Όλες αυτές οι παροιμίες για τη σκούφια, και σχεδόν καμία για το σκουφί ή τον σκούφο, αν εξαιρέσουμε το «ούφο με σκούφο», που τη θυμάμαι από τα νιάτα μου, αλλά την έχει και το slang.gr, ως επιτατικό του απλού ούφο.

Υπάρχει βέβαια και η σκουφίτσα ή το σκουφάκι που είναι στην αργκό το προφυλακτικό, κοινώς η καπότα, εξού και ο ξεσκούφωτος με αυτή τη σημασία, ενώ υπάρχει και το κλοτσοσκούφι, που λέγεται για κάποιον που όλοι τον περιφρονούν και κανείς δεν τον υπολογίζει, όπως στο τραγούδι που λέει η Βουγιουκλάκη, από την παλιά συνήθεια των παιδιών να παίζουν μπάλα με μια παλιά σκούφια που την είχαν γεμίσει με κουρέλια. Βέβαια, κλοτσοσκούφι είναι και περιφρονητική ονομασία για το ποδόσφαιρο, είτε γενικά ως άθλημα («πάλι κλοτσοσκούφι θα δούμε;») είτε ειδικά για το κακό ποδόσφαιρο («από τότε που ήρθε ο καινούργιος προπονητής, δεν παίζουμε ποδόσφαιρο, παίζουμε κλοτσοσκούφι».

Πρασινοσκούφηδες είναι οι στρατιώτες των Ειδικών Δυνάμεων, αλλά ο όρος «μαυροσκούφηδες» μπορεί να αναφέρεται είτε στους φαντάρους των τεθωρακισμένων (και «τέθωρες») από τον μαύρο μπερέ τους, είτε στους θρυλικούς έφιππους σωματοφύλακες του Άρη Βελουχιώτη στον ΕΛΑΣ, που φορούσαν ένα χαρακτηριστικό μαύρο καλπάκι. Δεν είναι πολύ γνωστό, αλλά το καλπάκι αυτό αρχικά το φορούσαν οι Λεγεωνάριοι του Διαμάντη, οι βλαχόφωνοι αυτονομιστές του Πριγκιπάτου της Πίνδου -όταν τους εξόντωσε ο ελασίτης καπετάνιος Νάκος Μπελλής πήρε λάφυρο μερικά καλπάκια που τα χάρισε στον Άρη.

Από παρατσούκλι θα προήλθε και το επώνυμο Αλογοσκούφης, όπως λεγόταν ο σήμερα σχεδόν ξεχασμένος «τσάρος της οικονομίας» επί κυβερνήσεων Κώστα Καραμανλή.

Αλλά αυτά είναι αλλουνού σκούφια. Η δική μας επισκόπηση τελειώνει εδώ!

 

 

 

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Παπαδιαμάντης, Παροιμίες, Ποίηση, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 211 Σχόλια »

Τι κι αν φορώ τραγιάσκα;

Posted by sarant στο 24 Οκτωβρίου, 2018

Τραγιάσκα δεν φοράω εγώ. Το ρητορικό ερώτημα του τίτλου το θέτει ο μεγάλος Απόστολος Χατζηχρήστος, ή ακριβέστερα ο Γιάννης Λελάκης που έγραψε τους στίχους, στο τραγούδι «Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη»:

Μην είσαι ψεύτρα δίγνωμη, μη μου μιλάς με μάσκα
γιατί κι εγώ έχω καρδιά, τι κι αν φορώ τραγιάσκα.

Αφού ο ήρωας φοράει τραγιάσκα θα πει πως είναι εργατόπαιδο, βιοπαλαιστής, φτωχός. Αν ήταν ευκατάστατος, θα φορούσε ξερωγώ ρεπούμπλικα ή και ημίψηλο σε ειδικές περιστάσεις. Αν ήταν καλλιτέχνης, πάλι, μπορεί και να φορούσε μπερέ.

Τότε που γράφτηκε το τραγούδι, ήταν σχεδόν αδιανόητο να βγει κανείς στον δρόμο με ακάλυπτο το κεφάλι -εδώ και πολύ καιρό, η κατάσταση έχει αλλάξει άρδην, και είναι μάλλον σπάνιο θέαμα να δούμε στον δρόμο κάποιον με τραγιάσκα, ή με οποιοδήποτε άλλο καπέλο εκτός από τα αθλητικά τύπου τζόκεϊ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Τραγούδια | Με ετικέτα: , , , , , , , | 247 Σχόλια »

Με και χωρίς γραβάτα

Posted by sarant στο 2 Ιουλίου, 2018

Το σημερινό άρθρο δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη Κυριακή του μήνα, στη μηνιαία στήλη μου στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής. Εδώ προσθέτω κάμποσα πράγματα που ή δεν χωρούσαν στο όριο λέξεων της εφημερίδας ή δεν προσφέρονταν για συμβατικό, χάρτινο μέσο, καθώς και την εικονογράφηση. Αν κάποια πράγματα σάς φαίνονται γνωστά, είναι επειδή έχουμε ξαναγράψει στο ιστολόγιο για τα λεξιλογικά της γραβάτας.

Κάποιος γνωστός μου έλεγε χαριτολογώντας ότι αν υπάρχει μία κατηγορία επαγγελματιών που να έχει πληγεί καίρια από την ξαφνική εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ στο προσκήνιο της πολιτικής ζωής είναι αναμφίβολα όσοι κατασκευάζουν, εισάγουν ή εμπορεύονται γραβάτες, αφού ο ενδυματολογικός κώδικας τον οποίο ακολουθεί ο πρωθυπουργός αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των στελεχών του κυβερνητικού κόμματος αποφεύγει τον λαιμοδέτη. Και επιπλέον, το παράδειγμα των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ το έχουν ακολουθήσει και στελέχη των άλλων κομμάτων, οπότε δεν είναι σπάνιο στα τηλεοπτικά παράθυρα η πλειονότητα των αρρένων συζητητών να εμφανίζονται χωρίς αυτό το κάποτε απαραίτητο συμπλήρωμα της ανδρικής αμφίεσης. Αλλά και στην ευρύτερη κοινωνία η γραβάτα έχει υποχωρήσει, εκτός βέβαια από τις αίθουσες των δικαστηρίων όπου τα ισχύοντα ήθη και έθιμα δεν επιτρέπουν στους δικηγόρους να παρίστανται αγραβάτωτοι ακόμα και με καύσωνα. Οπότε, δικαίως παραπονούνται οι γραβατοπώλες.

Ωστόσο, στην πρόσφατη ομιλία του στο Ζάππειο, ο Αλέξης Τσίπρας ανέλυσε τα πλεονεκτήματα της πρόσφατης απόφασης του Γιούρογκρουπ φορώντας μια κοκκινωπή, αν πρόσεξα καλά, γραβάτα. Το είχε άλλωστε προαναγγείλει πως με τη ρύθμιση του χρέους θα φορούσε γραβάτα, αν και δεν ήταν αυτή που του χάρισε ο Ζόραν Ζάεφ στις Πρέσπες. Για την απόφαση του Γιούρογκρουπ θα μιλήσουν άλλοι ειδικότεροι. Η στήλη όπως ξέρουμε λεξιλογεί και σήμερα θα λεξιλογήσει για τη γραβάτα που έχει πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία και ετυμολογία.

Η γραβάτα είναι λέξη εισαγόμενη, αλλά η απαρχή της δεν βρίσκεται στη Δύση, παρά στα Βαλκάνια, όσο κι αν εκ δυσμών ήρθε στα μέρη μας. Τον 17ο αιώνα, για παράδειγμα στον Τριακονταετή πόλεμο, στη Γαλλία χρησιμοποιούσαν σώματα ελαφρού ιππικού απαρτιζόμενα κυρίως από Κροάτες μισθοφόρους. Αυτοί οι Κροάτες ιππείς είχαν, ως εξάρτημα της στολής τους, έναν λαιμοδέτη, ο οποίος φαίνεται πως έκανε εντύπωση. Τους μισθοφόρους τούς έλεγαν Cravates, δηλαδή Κροάτες (που ίσως είναι δάνειο κατευθείαν από το hrvat το κροατικό, ίσως όμως μεσολάβησε και το γερμανικό διαλεκτικό Krawat), κι έτσι ονομάστηκε cravate και ο λαιμοδέτης. Για ένα διάστημα δηλαδή η γαλλική λέξη cravate δηλώνει τα κροατικά άλογα και τους κροάτες ιππείς, και μετά, περίπου από το 1650, τους λαιμοδέτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επικαιρότητα, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , , | 177 Σχόλια »

Με τις σαγιονάρες

Posted by sarant στο 10 Αυγούστου, 2017

Το καλοκαίρι φοράμε σαγιονάρες, ιδίως στην παραλία. Κανονικά, οι σαγιονάρες είναι τα πατούμενα όπως στην εικόνα, δηλαδή, όπως λέει το ΛΚΝ, «είδος πλαστικής παντόφλας που συγκρατείται από δύο λουριά σε σχήμα V, που η γωνία τους περνά από το μεγάλο δάχτυλο».

Ωστόσο, νομίζω πως οι περισσότεροι θα χαρακτηρίσουν σαγιονάρες και τα άλλα είδη «πλαστικής παντόφλας», ιδίως εκείνες τις παλιές, τις καφετιές, με τις δύο πλατιές πλαστικές λωρίδες που σχημάτιζαν Χ. Τέτοιες κατασκεύαζε έναν καιρό ο στρατός και τις έδιναν στους φαντάρους, αν και νομίζω ότι τώρα πια δεν τις φτιάχνουν οι ίδιοι.

Τις σαγιονάρες τις χρησιμοποιώ καμιά φορά στην έκφραση «φράκο με σαγιονάρες», όταν θέλω να ψέξω κάποιον που ανακατεύει λέξεις πολύ λόγιες και πολύ λαϊκές π.χ. κάποιος που έγραψε «ιδιότητες που απάδουν από χέρι τέτοιων κατηγοριών», όπου το σαφώς λόγιο ρήμα «απάδω» δεν συνδυάζεται καλά με το χαρτοπαικτικό «από χέρι» -η συγκεκριμένη πρόταση, παλιό μαργαριτάρι του γελοιογράφου Στάθη, έχει και το κουσούρι της γενικομανιας, βέβαια, διότι το απάδω δεν συντάσσεται με γενική. Τέλος πάντων, η φράση μού φαίνεται τόσο αταίριαστη όπως κάποιος που φοράει επίσημο ένδυμα, φράκο, με σαγιονάρες. Πολλοί βέβαια θεωρούν γενικά τις σαγιονάρες σαν επιτομή του κιτς, όχι όμως εγώ.

Όμως εδώ δεν ενδυματολογούμε, αλλά λεξιλογούμε. Η σαγιονάρα λοιπόν είναι μια από τις λέξεις που μπήκαν στη γλώσσα μας εξαιτίας του κινηματογράφου. Είναι κάμποσες τέτοιες λέξεις π.χ. το ζιβάγκο -ο φίλος Τιπούκειτος είχε παλιά γράψει ένα σχετικό άρθρο, αν και η σαγιονάρα αναφέρεται μόνο στα σχόλια.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ετυμολογικά, Ενδύματα και υποδήματα, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , | 191 Σχόλια »