Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Χρόνια σου πολλά, Κατερίνα!

Posted by sarant στο 25 Νοεμβρίου, 2022

Ταξίδευα χτες και δεν είχα καιρό για άρθρο, οπότε εκμεταλλεύομαι το ημερολόγιο για μιαν επανάληψη. Τι εννοώ; Σήμερα είναι της Αγίας Αικατερίνης, γιορτάζουν λοιπόν οι Κατερίνες, οπότε βρίσκω ευκαιρία για να κάνω ένα δώρο, ένα άρθρο δηλαδή αφιερωμένο στο όνομά τους, που έχει και ιδιαίτερο γλωσσικό ενδιαφέρον. Βέβαια, πρόκειται για άρθρο που έχει ήδη δημοσιευτεί, δυο φορές μάλιστα, την τελευταία πριν από 5 χρόνια, αλλά με κάποιες αλλαγές, ανάμεσα στ’ άλλα ενσωματώνοντας πράγματα που είχατε πει στα σχόλια του προηγούμενου άρθρου (τα σχόλια που, πρέπει να πω, μελαγχόλησα διαβάζοντάς τα καθώς πολλά προέρχονταν από φίλους που έχουν αφήσει τον μάταιο τούτο κόσμο).

Η Κατερίνα είναι ένα από τα δημοφιλέστερα γυναικεία ονόματα. Από μια σχετική μελέτη για τα ελληνικά ονόματα, προκύπτει ότι η Κατερίνα είναι το τρίτο συχνότερο γυναικείο όνομα. Φυσικά, το πρώτο συχνότερο όνομα είναι η Μαρία, τουλάχιστον προς το παρόν, γιατί αν κρίνω από τις συμμαθήτριες των παιδιών μου μπορεί σε πενήντα χρόνια να έχει γινει συχνότερο το Φαίδρα ή το Νεφέλη (εντάξει, υπερβάλλω). Όσο για το δεύτερο συχνότερο γυναικείο όνομα, είπα προς στιγμή να το βάλω σε κουίζ, αλλά τελικά είπα να το πάρει το ποτάμι, είναι η Ελένη.

Το επίσημο όνομα είναι, βέβαια, Αικατερίνη, αλλά δεν έχω ακούσει πολλές να τις φωνάζουν έτσι -ήδη και η Κατερίνα έχει τέσσερις συλλαβές, πράγμα που κάτι θειάδες μου στην Αίγινα το θεωρούσαν άτοπο, θυμάμαι, πριν από πολλά χρόνια όμως. Υπήρχε βέβαια η Μεγάλη Αικατερίνη, η τσαρίνα της Ρωσίας, αλλά οι αυτοκράτειρες επιτρέπεται να είναι πεντασύλλαβες (Γιεκατερίνα στα ρώσικα). Έτσι, παρόλο που το Κατερίνα στέκεται και μόνο του μια χαρά και είναι συχνότατο, έχει όμως και άφθονα χαϊδευτικά -παλιότερων εποχών κυρίως, διότι στις νεότερες γενιές υπάρχει γενικά μια αντιπάθεια στα χαϊδευτικά.

Πάντως, υπάρχει, έστω και σπανιότατο, αντρικό όνομα Αικατερίνης, ή τουλάχιστον έτσι είχατε πει στα σχόλια του προηγούμενου άρθρου. Αν κάποιος έχει περισσότερη εξοικείωση με τα εκκλησιαστικά, ας επιβεβαιώσει.

Να πούμε όμως πρώτα την ετυμολογία του ονόματος, η οποία είναι μάλλον περίπλοκη. Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι στην αρχή βρίσκεται το γυναικείο (αμάρτυρο) όνομα *Εκατερίνα/Εκατερίνη, θηλυκό του Εκατερός/Εκάτερος που προέρχεται από την αντωνυμία εκάτερος = ο καθένας από τους δυο. Λίγο περίεργο φαίνεται να προήλθε κύριο όνομα από αντωνυμία, αυτή όμως είναι η πειστικότερη εκδοχή. Δεν φαίνεται πιθανή η πρόελευση από την Εκάτη, ενώ για το όνομα Εκατερός υπάρχουν στέρεες ελληνιστικές μαρτυρίες. Πάντως, το λεξικό Μπαμπινιώτη, που δέχεται την προέλευση αυτή, δίνει μτγν. όνομα ΑικατερίνΗ, ενώ στις πρωτογενείς πηγές εγώ βρίσκω αρχικό τύπο ΑικατερίνΑ -η Αικατερίνη θα μπορούσε να έχει προέλθει από τη γενική: η Αικατερίνα-της Αικατερίνης, απ’ όπου θα μεταπλάστηκε νέα ονομαστική. Άλλωστε, στην εικονογραφία και στα απολυτίκια επικρατεί ο τύπος «Αικατερίνα». (Δυστυχώς, το πρόσφατο Λεξικό Κυρίων Ονομάτων του Μπαμπινιώτη δεν το έχω πρόχειρο, οπότε δεν ξέρω αν λέει κάτι καινούργιο).

Πάντως, από πολύ νωρίς υπήρξε παρετυμολογική σύνδεση με τη λέξη καθαρός, και αυτός είναι ο λόγος του th που εμφανίζεται στην αγγλική και τη γαλλική μορφή του ονόματος (Catherine). Η αγία Αικατερίνη, σύμφωνα με τη δυτική παράδοση (γιορτάζει επίσης στις 25 Νοεμβρίου), ήταν Αλεξανδρινή, εξαιρετικά μορφωμένη και επειδή κατατρόπωσε στη θεολογική συζήτηση πενήντα εθνικούς σοφούς, ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος διάταξε να πεθάνει με μαρτύρια. Ωστόσο, οι πρώτες διηγήσεις για τον βίο της εμφανίζονται πολλούς αιώνες μετά, και για το λόγο αυτό η Καθολική Εκκλησία την αφαίρεσε το 1969 από τον κατάλογο των αγίων, λόγω της έλλειψης στοιχείων για την ύπαρξή της. Όμως, φαίνεται ότι οι πιέσεις από τις απανταχού του κόσμου Κατερίνες (σε διάφορες βέβαια παραλλαγές ανά τον κόσμο) ήταν μεγάλες κι έτσι την επανέφερε, κατά παραχώρηση, το 2002. Υποστηρίζεται επίσης ότι η Αικατερίνη μπορεί να είναι το χριστιανικό αντίστοιχο της Υπατίας, δηλαδή πλασμένη από τους Χριστιανούς πάνω στο πατρόν της Υπατίας αλλά με το χριστιανικό θρήσκευμα. Πάντως, το όνομά της φέρει η Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisement

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ονόματα | Με ετικέτα: , , , , , , | 97 Σχόλια »

Ο αντίκτυπος του νου, του Παπαδιαμάντη, και το πογκρόμ της Κέρκυρας το 1891

Posted by sarant στο 13 Νοεμβρίου, 2022

Είχα σκοπό να ετοιμάσω κάτι για σήμερα, αλλά δεν προλάβαινα. Κι έτσι καταφεύγω σε μιαν επαναληψη παλιότερου άρθρου, που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από 13 χρόνια παρά κάτι μέρες. Νομίζω πως αξίζει την αναδημοσίευση.

Το διήγημα «Ο αντίκτυπος του νου» θεωρείται το τελευταίο διήγημα που έγραψε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το μισό διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Χαραυγή» της Μυτιλήνης (που ακόμα βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία) στις 15 Δεκεμβρίου 1910. Ο Παπαδιαμάντης αρρώστησε και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1911 χωρίς να έχει στείλει στο περιοδικό το άλλο μισό. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Κ. Φαλτάιτς επισκέφθηκε τη Σκιάθο, βρήκε τις αδελφές του Παπαδιαμάντη και μαζί με άλλα χαρτιά που του έδωσαν ήταν και το χειρόγραφο με τη συνέχεια του διηγήματος, που όμως μένει ανολοκλήρωτο, λείπει το τέλος. Το διήγημα έτσι συμπληρωμένο ολοκληρωμένο δημοσιεύτηκε το 1929 στο Ημερολόγιο του Μπουκέτου. Δεν θα παραθέσω ολόκληρο το διήγημα, που έτσι κι αλλιώς έχει περίπλοκη ιστορία, διότι φαίνεται ότι ο Παπαδιαμάντης έκανε τροποποιήσεις στο χειρόγραφό του μετά την αποστολή του πρώτου μέρους στη Χαραυγή. Μπορείτε όμως να το διαβάσετε στον ιστότοπο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών. Εδώ θα παραθέσω εκτενή αποσπάσματα.

 Στο διήγημά του «Ο αντίκτυπος του νου», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρουσιάζει μια παρέα φτωχογλεντζέδων που κάνουν «σπονδάς εις τον Βάκχον» «εις του Καρμάνη το μπακάλικον». Οι πιο αχώριστοι της παρέας είναι τρεις, ο σιτσιλιάνος Αντώνιος Αλμπέργος από την Κατάνια, ο Σαββατίνος Λευί ή Σάλβος, εβραίος από την Κέρκυρα, και ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, «ένας από τους δικούς μας» και ολοφάνερο άλτερ έγκο του Παπαδιαμάντη. «Τρεις άνθρωποι, τρεις φυλαί, τρία θρησκεύματα, ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γιουβέτσια, τα οποία παρήγγελλον εις τον γειτονικόν φούρνον, με μακαρόνια πολύ χονδρά, ραβδωτά, τα οποία τινές ονομάζουσι, δεν ηξεύρω διατί, σέλινα». Στην παρέα προστίθεται κι ένας γέρος ιταλοκερκυραίος, ο μπαρμπα-Νιόνιος ο Πούπης, ο οποίος σιγά-σιγά πιάνει μεγάλες φιλίες με τον Σάλβο τον εβραίο.

Μαζύ έτρωγαν, μαζύ έπιναν, μέ τον Σάλβον. Ποτέ δεν τα είχαν τόσον καλά… Αίφνης ένα πρωί, κατά Μάρτιον μήνα, ενώ επλησίαζε το Πάσχα, έρχεται από την Κέρκυραν είδησις, και την ανέγραφον όλ’ αι εφημερίδες, ότι οι εκεί Εβραίοι ήρπασαν μικράν κορασίδα χριστιανήν, και τήν έσφαξαν· της έπιαν το αίμα!…

Άμα ήκουσεν ο μπάρμπα Πούπης την εΐδησιν, ότι εις την πατρίδα του (όπου είχε τριάντα χρόνους να πατήση) συνέβη αυτό το πράγμα, έγεινεν αμέσως πυρ και μανία εναντίον των Εβραίων. Ω! να είχεν ένα Εβραίον νά τον πνίξη!…

Κατά συγκυρίαν, εκείνην την στιγμήν, εισήρχετο εις το καπηλείον ο Σάλβος… Ιδού είς Εβραίος! Και Εβραίος μάλιστα εκ Κερκύρας, εκεί­θεν όπου οι ομόθρησκοί του έπραξαν το ανοσιούργημα…

Ο μπαρμπα-Πούπης εγείρεται, σφίγγει τας πυγμάς απειλητικώς, πάλ­λει ταύτας άνω και κάτω κυκλοτερώς, ως προς πυγμαχίαν, και εφορμά κατά του Σάλβου.

— Μωρέ σκυλί!

Και μπούπ! η μία πυγμή κατέπεσεν εις τον ώμον του Εβραίου. Ο Σάλβος δεν επρόλαβε να είπει: «Τι έχεις; τι έπαθες;» μόνον είπεν ώχ! και ωπισθοχώρησεν. Η δευτέρα πυγμή του Πούπη θα εύρισκε παρ’ ολίγον το στέρνον, αλλά κατέπεσεν εις το κενόν. Ο Καρμάνης, ο κάπηλος, ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, όστις έτυχε να είν’ εκεί, και δύο άλλοι, πα­ρενέβησαν, και απεμάκρυναν τον Σάλβον, έξω του καπηλείου. Ο μπάρμπα Πούπης ήθελε να τον κυνηγήση εις τον δρόμον, αλλά μετά κόπου τον εκράτησαν.  Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Εβραϊσμός, Λογοτεχνία, Πρόσφατη ιστορία, Παπαδιαμάντης, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , , | 111 Σχόλια »

Η μέγκλα δεν είναι made in England

Posted by sarant στο 21 Οκτωβρίου, 2022

Χτες το πρωί άκουγα στο Κόκκινο την αγαπητή μου Ευγενία Λουπάκη, και σε κάποιο σημείο ανέφερε τη λέξη «μέγκλα», οπότε  σχολίασε, εν παρόδω, απευθυνόμενη στον Χρυσόστομο Λουκά, τον συμπαρουσιαστή της: «Ξέρεις, προέρχεται από το made in England, από τα αγγλικά κασμίρια, που ήταν πρώτης ποιότητας» (ή κάτι τέτοιο).

Η άποψη αυτή κυκλοφορεί ευρέως, τη δέχεται άλλωστε, αν και με επιφύλαξη («ίσως») το ΛΚΝ. Όμως, νομίζω πως δεν ευσταθεί. Φυσικά έχουμε άρθρο στο ιστολόγιο για το θέμα, και μάλιστα πριν από 11 χρόνια, αλλά το παλιό εκείνο άρθρο χρειάζεται ξαναγράψιμο, μεταξύ άλλων για να ενσωματωθούν πολλά πολύτιμα σχόλιά σας. Οπότε γράφω το σημερινό -και όσοι ήταν μαζί μας από τον Μάρτιο του 2011 να με συγχωρήσουν για την επανάληψη, που πιο σωστά είναι ανακαίνιση.

Η λέξη μέγκλα λέγεται για κάτι το πολύ καλό, εκλεκτής ποιότητας. Ανήκει βέβαια στο μάγκικο λεξιλόγιο, αλλά είναι αρκετά διαδεδομένη, τόσο ώστε να λημματογραφείται στα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας. Χρησιμοποιείται σήμερα ως χαρακτηριστικό ενός εκλεκτού πράγματος: Αγόρασα ένα κουστουμάκι μέγκλα! αλλά και επιρρηματικά: Περάσαμε μέγκλα στο πάρτι. 

Η προέλευση της μέγκλας από το made in England απορρίπτεται καταρχάς για φωνητικούς λόγους. Η συναρπαγή αυτή κρίνεται απίθανη, διότι παραλείπονται συλλαβές χωρίς να πληρούνται οι απλολογικοί όροι.

Όμως εναντίον της αγγλικής προέλευσης συνηγορούν και χρονολογικές παράμετροι. Ένας γενικός εμπειρικός κανόνας είναι ότι λέξεις του 19ου αιώνα ή και των αρχών του 20ού δεν είναι πολύ πιθανό να έρχονται απευθείας από τα αγγλικά  στα ελληνικά (χωρίς μεσολάβηση γαλλικών ή ιταλικών ως ενδιάμεσων) εκτός αν ανήκουν στο ναυτικό λεξιλόγιο. Η λέξη «μέγκλα» είναι βέβαια του λαϊκού λεξιλογίου, οπότε οι καταγραφές σπανίζουν, πάντως, όπως θα δούμε, έχει ανευρέσεις από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, ενώ άλλες λέξεις της ίδιας οικογένειας από τον 19ο αιώνα, οπότε η αγγλική προέλευση γίνεται απίθανη.

Το λεξικό του Μπαμπινιώτη (και όμοια το ΜΗΛΝΕΓ) υποστηρίζει, βάσιμα πιστεύω, ότι η μέγκλα = κάτι το εκλεκτό ανάγεται στην ποντιακή λέξη μέγκλα = πέος, που πέρασε μέσω της αργκό ως κάτι εύσημο. Η ποντιακή λέξη με τη σειρά της ανάγεται στο δημώδες λατινικό mencla, και αυτό στο λατιν. mentula, ίδιας σημασίας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αργκό, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πόντιοι | Με ετικέτα: , , , , | 140 Σχόλια »

Ο θεϊκός καρπός ξανά

Posted by sarant στο 20 Σεπτεμβρίου, 2022

Έχω ταξίδια αυτές τις μέρες, οπότε καταφεύγω στις επαναλήψεις, διότι, όπως λέγαμε τις προάλλες, πώς αλλιώς θα καταφέρω να κρατήσω αδιάσπαστο το σερί της καθημερινής δημοσίευσης;

Θα επαναλάβω λοιπόν ένα άρθρο για το σταφύλι, που είχε δημοσιευτεί το 2016, πριν από έξι χρόνια δηλαδή. Να σημειώσω ότι στο ιστολόγιο έχουμε επίσης δημοσιεύσει άρθρο για τη σταφίδα, καθώς και για τα φρασεολογικά του αμπελιού.

Λοιπόν, το σταφύλι είναι καρπός πανάρχαιος και πολύτιμος. Βρίσκεται μαζί μας από τη Νεολιθική εποχή. Ολόκληρο βιβλίο θα μπορούσαμε να γράψουμε· για να μην πάρει μεγάλη έκταση το άρθρο δεν θα επεκταθούμε καθόλου στο κρασί (για το οποίο ακόμα δεν έχουμε βάλει άρθρο, και βεβαίως γι’ αυτό μπορεί να γραφτεί επίσης άλλο βιβλίο!) και θα κάνουμε την σχεδόν ιερόσυλη επιλογή να αντιμετωπίσουμε τα σταφύλια σαν ένα φρούτο όπως όλα τα άλλα, ενώ δεν είναι.

Οι αρχαιολόγοι μάς λένε ότι οι άνθρωποι για πολλούς αιώνες κατανάλωναν σταφύλια, αρχικώς άγρια και μετά καλλιεργημένα, χωρίς να έχουν μάθει να φτιάχνουν κρασί. Οι αρχαίοι συνήθως θεωρούσαν ότι ο Διόνυσος εισήγαγε την άμπελο στην Ελλάδα και τούς έμαθε την τέχνη της οινοποιίας και προς τιμή του τελούσαν τα Διονύσια σε πολλές περιοχές. Στον Όμηρο η αμπελουργία ακμάζει, όπως μαρτυρούν επίθετα σαν το «πολυστάφυλος» και το «αμπελόεσσα» για μέρη κατάφυτα από αμπέλια. Αν και όχι από την αρχή, κάποια διαφοροποίηση των ποικιλιών σε επιτραπέζια σταφύλια και σταφύλια προς οινοποίηση υπήρχε ήδη από την αρχαιότητα. Τα νωπά σταφύλια οι αρχαίοι τα διατηρούσαν περισσότερο χρόνο μέσα σε κρασί. Φυσικά, τα ξέραιναν κιόλας –αλλά στη σταφίδα έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο.

Οι αρχαίοι έλεγαν άμπελο το φυτό, ενώ για τον καρπό είχαν δυο λέξεις, βότρυς και σταφυλή. Η λέξη βότρυς, που θεωρείται προελληνικό δάνειο, σπάνια χρησιμοποιείται πια, και όταν χρησιμοποιείται σημαίνει το τσαμπί· αλλά η σταφυλή, μέσω του ελληνιστικού υποκοριστικού σταφύλιον έδωσε το δικό μας σταφύλι. Παρομοίως η άμπελος έδωσε το αμπέλι, αλλά αμπέλι σε μας είναι τόσο το μεμονωμένο φυτό, το κλήμα, όσο και, συχνότερα, η έκταση η φυτεμένη με τέτοια φυτά. Η λέξη κλήμα, πάλι, είναι επίσης αρχαία, αλλά στην αρχαιότητα σήμαινε τα κλαδιά του φυτού, που σήμερα τα λέμε κληματσίδες ή κληματόβεργες. Τη διάκριση τη βλέπουμε παραστατικά στο γνωστό ευαγγελικό χωρίο «εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα» (Ιωάν. 15:5) δηλαδή ο Χριστός είναι το δέντρο και οι μαθητές τα κλαδιά. Το κλήμα προέρχεται από το ρ. κλω, σπάζω, απ’ όπου και το κλάσμα και η άλλη δύσοσμη λέξη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Παροιμίες, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 131 Σχόλια »

Είκοσι χρόνια άκαπνος

Posted by sarant στο 22 Αυγούστου, 2022

Σήμερα έχω επέτειο και ήδη το μαρτύρησα από τον τίτλο: συμπληρώνονται σήμερα 20 χρόνια που δεν καπνίζω. Στρογγυλή επέτειος, λέω λοιπόν να της αφιερώσω το σημερινό άρθρο -το οποίο κατα μεγάλο μέρος επαναλαμβάνει προηγούμενα άρθρα που είχα αφιερώσει στην προσωπική αυτή επέτειο το 2012 και το 2016.

Κάπνιζα από τις τελευταίες τάξεις του (εξαταξίου) γυμνασίου, μάλλον από την Ε’ τάξη, δηλαδή περίπου από το 1976. Πρώτα Καρέλια, μετά Άσο φίλτρο, έπειτα Ελλάς σπέσιαλ με το ωραίο πακέτο -αλλά δεν τα έβρισκα εύκολα- ώσπου τελικά κατέληξα στον Άσο σκέτο, πολλά χρόνια.

Όταν έφυγα για το Λουξεμβούργο, είχα πάρει μαζί μου μια ποσότητα, αλλά σύντομα εξαντλήθηκε, οπότε βρήκα μια ντόπια μάρκα, τη μοναδική που έβγαζε και άφιλτρα, σε ροζ πακέτο, Μέριλαντ το όνομα. Επειδή τα εδώ πακέτα είχαν 25 τσιγάρα αντί για 20 των ελληνικών, ασυναίσθητα συνέχιζα να καπνίζω «το ίδιο», δηλαδή λίγο παραπάνω από ένα πακέτο, ενώ βέβαια κάπνιζα περισσότερο -σαν τον γιωταχή που δεν καταλαβαίνει την αύξηση της τιμής της βενζίνης επειδή εκείνος βάζει σταθερά ένα πενηντάρικο.

Ωστόσο, δεν ξέχασα τον Άσο, διότι το κάπνισμα, σε μένα, είχε οικολογικούς περιορισμούς: δεν άντεχα τα ελληνικά τσιγάρα στην Εσπερία και τα ξένα τσιγάρα στην Ελλάδα -και είχα φτιάξει τη θεωρία ότι είναι προσαρμοσμένα για την υγρασία του τόπου άρα ακατάλληλα για μέρη με διαφορετική υγρασία. (Παρόμοια οικολογική ευαισθησία έχω και στα ποτά: δεν μου αρέσει το ούζο έξω ή το κονιάκ στην Ελλάδα, αν και το τσίπουρο περνάει τα σύνορα).

Με τον καιρό είχα φτάσει να καπνίζω περισσότερο, καμιά σαρανταριά τσιγάρα. Ήθελα να το κόψω, δεν το αποφάσιζα όμως. Πρέπει όμως να πω ότι προσαρμοζόμουν χωρίς να δυσανασχετώ σε περιορισμούς: αν απαγορευόταν να καπνίσω, δεν κάπνιζα και δεν αισθανόμουν φοβερό πρόβλημα. Επίσης, από τότε που γεννήθηκαν τα παιδιά, για να καπνίσω έβγαινα έξω ή στο μπαλκόνι.

Πριν από 20 χρόνια τέτοιες μέρες βρισκόμουν στην Ελλάδα με άδεια, και μια αρρώστια των παιδιών μάς είχε κάνει να ματαιώσουμε τις διακοπές που σχεδιάζαμε. Ήμουν εκνευρισμένος και με κάτι άλλες μικροαναποδιές, που τις έχω ξεχάσει, κι έτσι κάπνιζα περισσότερο. Το απόγευμα γυρίζαμε σπίτι από κάτι ψώνια, κι είχα στο νου μου να πάρω τσιγάρα από τη γωνία, αλλά μετά το ξέχασα -και όταν είδα πως έχω απομείνει με δυο τσιγάρα στο πακέτο, από τον εκνευρισμό μου το πέταξα. Το βράδυ εκείνο δεν βγήκαμε -ήταν τα παιδιά άρρωστα- και δεν βγήκα κι εγώ, ούτε για το περίπτερο.

Έτσι, την άλλη μέρα το πρωί είχα συμπληρώσει 16 ώρες ατσίγαρος -κάτι που ελάχιστες φορές μου είχε συμβεί στη ζωή μου ως τότε. Είπα λοιπόν να μην αγοράσω τσιγάρα, να δω πού θα πάει. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα μεγάλη επιθυμία, κι από την άλλη  μου άρεσε η ασυνήθιστη κατάσταση, να μην έχω τσιγάρο στο χέρι ή πακέτο στην τσέπη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Κάπνισμα, Καθημερινότητα, Προσωπικά, Σκάκι | Με ετικέτα: , | 88 Σχόλια »

Ιστολογικά κεσάτια 2022

Posted by sarant στο 12 Αυγούστου, 2022

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, και η τάση αυτή ισχύει και φέτος.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ξανακοιταγμένο και ελαφρώς τροποποιημένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δέκατος τέταρτος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω.

Στη φωτογραφία, που είναι παρμένη το 2009 ή νωρίτερα από την οδόν Αιόλου, βλέπουμε δυο μαγαζάτορες που, επειδή έχουν κεσάτια, παίζουν τάβλι.

Τα κεσάτια βέβαια είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Τρεις πραματευτάδες Χιώτες παρουσιαστήκανε στον Όθωνα το Βασιλέα.
     Αφού είπανε το ’να και τ’ άλλο, […] ο Βασιλέας, που μόνη γλώσσα του είχε να μιλεί τις ελληνικούρες που είχε πρωτομάθει από τον Φίλιππο Ιωάννου […], γυρίζει στον έναν από τους τρεις Χιώτες μ’ εκείνο το συνηθισμένο σοβαρό του και ρωτάει:
     ― Πώς προχωρεί το εμπόριον;
     ― Κεσάτια, Μεγαλειότατε! λέει ο Χιώτης.
     Ο Όθωνας απορεί· πρώτη φορά ακούει αυτή τη λέξη. Κοιτάζει αυτόν που μίλησε στα μάτια και ξαναρωτάει:
     ― Τι σημαίνει η λέξις κεσάτια;
     Ο Χιώτης απορεί κι αυτός, μα ο άλλος Χιώτης, πιο έξυπνος, πετιέται κι απαντάει:
     ― Δεν έχει νταραβέρι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας, με την ίδια πάντα σοβαρότη του, γυρίζει και σ’ αυτόν:
     ― Και η λέξις νταραβέρι, τι σημαίνει;
     Μα ώσπου ν’ απαντήσει ο δεύτερος, ο τρίτος Χιώτης δεν αργεί και λέει:
     ― Αλισιβερίσι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας δεν έκαμε άλλο ρώτημα. Και φύγαν οι τρεις φίλοι χαρούμενοι που φωτίσανε το Βασιλέα.

Προσθέτω ότι η πρώτη εμφάνιση της λέξης στη γραμματεία μας φαίνεται να είναι στον πάπα-Συναδινό, τον 17ο αιώνα, ο οποίος μας λέει ότι ύστερα από μια νομισματική μεταρρύθμιση που αποφάσισε ο βεζιρης Μουσταφά πασάς «και έτζι εγίνην μεγάλο κεσάτι εις τα πάντα εις όλον τον κόσμον και μεγάλην στενοχωρίαν είχαν πάντες άνθρωποι και εζημιώθηκαν όλοι τους, μικροί τε και μεγάλοι».

Κεσάτια λοιπόν αυτή την περίοδο στα ιστολόγια και με αυτή την ευκαιρία είχαμε θυμηθεί ένα αστείο κειμενάκι που κυκλοφορεί εδώ και καιρό στο Διαδίκτυο, με τις απαντήσεις που υποτίθεται ότι δίνουν διάφοροι επαγγελματίες που έχουν κεσάτια. Στο κείμενο αυτό πρόσθεσα μερικές νέες απαντήσεις που είχαν προταθεί όταν αναρτήθηκε το ίδιο κείμενο στο φόρουμ Λεξιλογία, και μερικές από αυτές που προτείνατε με σχόλιά σας τις προηγούμενες φορές που το συζητήσαμε εδώ, οπότε τώρα παρουσιάζω τον συμπληρωμένο και επικαιροποιημένο κατάλογο. Συμπληρώσεις γίνονται ευχαρίστως δεκτές στα σχόλια.

Ωστόσο, ενώ έχω εμπλουτίσει τον κατάλογο, ενσωματώνοντας και κάποιες απαντήσεις που αφορούσαν την πανδημική πραγματικότητα, δεν έχω προσθέσει απαντήσεις σχετικές με την τρέχουσα επικαιρότητα. Αλλά μπορώ να το κάνω εδώ, στον πρόλογο, για να αναδείξω και αυτή την πτυχή.

Ωτακουστής νόμιμης επισύνδεσης στην ΕΥΠ: Ούτε φωνή ούτε ακρόαση!

«Επαγγελματικές» απαντήσεις στην ερώτηση «Πώς πάει η δουλειά;»

Φούρναρης: ψίχουλα
Μανάβης: κολοκύθια
Αγρότης: ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι
Ανθοπώλης: μαρασμός
Υφασματέμπορος: πανί με πανί
Ψαράς: ούτε λέπι
Φαρμακοποιός: με το σταγονόμετρο
Ηλεκτρολόγος: δεν βλέπω φως
Υδραυλικός: μούφα η δουλειά
Mηχανικός αυτοκινήτων: στο ρελαντί
Έμπορος χαλιών: χάλια
Κομμωτής: τρίχες
Ψιλικατζής: ψιλοπράματα
Νεκροθάφτης: ψόφια πράματα
Ο απέναντι νεκροθάφτης: μεγάλη νέκρα
Οφθαλμίατρος : θολά τα βλέπω…
Μακιγιέρ : χλομά τα πράγματα..
Ορθοπ*δικός : κούτσα-κούτσα…
Βοθρατζής: σκ**
Ο απέναντι βοθρατζής: Χέσε μέσα
Δύτης: πιάσαμε πάτο
Υποδηματοπώλης: άνθρωπος δεν πατάει
Πιλότος: Χαμηλές πτήσεις
Χρηματιστής: Λίμιτ ντάουν
Μάγειρας: βράσε όρυζα
Οδική βοήθεια: μείναμε
Γραφείο συνοικεσίων: ξεμείναμε
Γεωπόνος: χαιρέτα μου τον πλάτανο
Θεατρώνης: Χ… θέατρο
Ηθοποιός: δράμα
Μετεωρολόγος: Βαρομετρικό χαμηλό
Ποδοσφαιριστής: Χάσαμε τη μπάλα
Συγγραφέας: Ούτε λέξη!
Παπάς: Πάμε κατά διαόλου
Εργοστασιάρχης: πάγωσε η τσιμινιέρα
Κηπουρός: δεν κουνιέται φύλλο
Κλειδαράς: λουκέτο θα βάλουμε
Μαθηματικός: μηδέν εις το πηλίκο
Έμπορος λευκών ειδών: μαυρίλα
Αστρονόμος: μαύρη τρύπα
Εφοπλιστής: βουλιάξαμε!
Χρωματοπώλης: τη βάψαμε
Ελαιοχρωματιστής: μαυρίλα
Κηπουρός: Ξεραΐλα
Χαρτοπαίκτης: Ταπί και ψύχραιμος
Άλλος χαρτοπαίχτης: Μείναμε στον άσο!
Ποκαδόρος: Ανέπαφος!
Οπτικός: Σκούρα τα πράγματα
Ζαχαροπλάστης: πίκρα
Αρωματοπώλης: βρώμα η δουλειά…
Καρεκλοποιός: Δεν έχει κάτσει τίποτα
Εταιρεία απεντομώσεων: βαράμε μύγες
Σκακιστής: Νούλα
Σκακιστής (επαγγελματίας):Zugzwang
Συλλέκτης νομισμάτων: πενταροδεκάρες
Σεναριογράφος : Δεν έχω ιδέα
Συντηρητής έργων τέχνης: τα ξύνουμε
Κουφωματάς: κατεβάσαμε ρολά
Βοτανοσυλλέκτης: βάλ’του ρίγανη!
Βουλκανιζατέρ: μείναμε από λάστιχο!
Άλλο βουλκανιζατέρ: Φούιτ
Εστιατόριο: Πείνα!
Οινοποιός: καλά κρασιά!
Αμπελουργός: έπεσε περονόσπορος!
Ψάλτης: άλαλα τα χείλη!
Εκφωνητής: δεν έχω λόγια
Λοιμωξιολόγος: φλάταρε η καμπύλη
Υπεύθυνος κέντρου εμβολιασμού: ούτε τσίμπημα!
Ηλεκτρολόγος: μπλακάουτ
Μουσικός: παύση διαρκείας
Webmaster: 404
Στρατιωτικός: ούτε με σφαίρες
Πωλητής εμφιαλωμένου νερού: στερέψαμε!

 

και βέβαια….

Υπεύθυνος ιστολογίου: Ουδέν σχόλιον!

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , , , | 89 Σχόλια »

Από πότε λέμε «γεια σου»; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 21 Ιουλίου, 2022

Επειδή έχω ταξίδι αυτές τις μέρες, καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης, μάλιστα της διπλοεπανάληψης, αφού το σημερινό άρθρο είχε αρχικά δημοσιευτεί στο ιστολόγιο τη δεύτερη μέρα της ζωής του, οπότε δεν το είχαν δει και πολλοί, κι έτσι το ξαναδημοσίευσα τον Ιούλιο του 2012. Ήδη, από εκείνη τη δεύτερη δημοσίευση έχουν περάσει 10 χρόνια -πώς περνάνε! Αρκετοί σχολιαστές έχουν μείνει οι ίδιοι, κάποιοι έχουν σταματήσει να γράφουν, όμως έχουν προστεθεί άλλοι πολλοί -οπότε, σκέφτομαι, δεν είναι άσκοπη η σημερινή επανάληψη, αφού το θέμα έχει, θαρρώ, μεγάλο ενδιαφέρον γλωσσικό. Έχω κάνει μερικές αλλαγές από την προηγούμενη δημοσίευση και μια ουσιαστική προσθήκη στο τέλος.

Ο χαιρετισμός «γεια» ή «γεια σου» ή «γεια χαρά» είναι ο πιο συνηθισμένος στα ελληνικά και τον χρησιμοποιούμε πολλές φορές κάθε μέρα όταν συναντάμε γνωστούς μας ή όταν τους αποχαιρετάμε.

Το «γεια» προέρχεται από το αρχαίο «υγεία» μέσω του μεσαιωνικού «υγειά». Και οι ξένοι που επισκέπτονται την Ελλάδα μαθαίνουν αμέσως το Yassou, και θα σας έχει τύχει, όταν γνωρίζεστε με ξένους εκτός Ελλάδος να σας πουν το Yassou ως φιλοφρόνηση ή για να δείξουν ότι ξέρουν και μια ελληνική λέξη.

Όχι τυχαία, σε έναν διαγωνισμό της Γιουροβίζιον πριν από μερικά χρόνια (το 2007), η ελληνική συμμετοχή, στην επιδίωξη ενός διεθνώς αναγνωρίσιμου τίτλου, ήταν το τραγούδι «Γεια σου Μαρία» ή μάλλον Yassou Maria, που πήρε την 7η θέση στον διαγωνισμό.

Θα λέγαμε λοιπόν ότι έχουμε ταυτισθεί με το «Γεια σου» -από πότε όμως υπάρχει η έκφραση στη γλώσσα μας; Από πότε λέμε «γεια σου»; Στο μεσαιωνικό λεξικό του Δουκαγγίου (Du Cange) που εκδόθηκε το 1688, καταγράφεται το «γειάσου» και ερμηνεύεται, σωστά, με τα αρχαιοπρεπή «χαίρε, έρρωσο, υγίαινε». Ωστόσο, πριν από μερικά χρόνια βρέθηκε μια πολύ πρωιμότερη εμφάνιση της έκφρασης.

Ο φλωρεντινός διδακτικός ποιητής Fazio degli Uberti (1305- μετά το 1367) μπορεί να μην είναι γνωστός παρά σε ελάχιστους, αλλά αξίζει την προσοχή μας από σπόντα. Ήταν γόνος παλιάς φλωρεντινής οικογένειας (του κλάδου των Γιβελίνων) που μνημονεύεται στην Κόλαση του Δάντη, και η οποία είχε εξοριστεί για πολιτικούς λόγους από τη γενέθλια πόλη. Έτσι, ο ποιητής γεννήθηκε στην Πίζα και έζησε σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας επιδιώκοντας πάντα να επιστρέψει στη Φλωρεντία. Μάταια, αφού πέθανε στη Βερόνα.

Το έργο της ζωής του ήταν ένα μεγάλο διδακτικό ποίημα, Il Dittamondo (που είναι εξιταλισμός του λατινικού Dicta Mundi και σημαίνει κάτι σαν «Αφηγήσεις για την οικουμένη»), σαφώς επηρεασμένο από τον Δάντη. Το δούλευε είκοσι χρόνια χωρίς να το τελειώσει και σ’ αυτό αφηγείται τις περιπλανήσεις του σε όλα τα μέρη του γνωστού τότε κόσμου.

Στο τρίτο βιβλίο και στο 23ο κεφάλαιο υπάρχει το απόσπασμα που μας ενδιαφέρει. Γιατί μας ενδιαφέρει; Διότι μας διασώζει, σε προφορικό λόγο, φράσεις ελληνικές που δεν έχουν καταγραφεί σε ελληνικά κείμενα παρά πολύ αργότερα -ας όψεται η διγλωσσία που ταλανίζει τον τόπο από τους ελληνιστικούς χρόνους και μετά.

Έτσι, στο ποίημα αυτό, που ξεκίνησε να γράφεται το 1346, βρίσκουμε τις ελληνικότατες φράσεις Γεια σουΚαλώς ήρθεςΞεύρεις φραγκικά; Είμαι Ρωμαίος και ξεύρω γλώσσεςΠαρακαλώ σε φίλε μουΜετά χαράς, φυσικά γραμμένες στο λατινικό αλφάβητο, αφού το ποίημα είναι γραμμένο στα ιταλικά.

Το απόσπασμα του ποιήματος που μας ενδιαφέρει είναι:

E giunto a lui, de la bocca m’uscio
Jiá su” e fu greco il saluto,
perché l’abito suo greco scoprio. 30
Ed ello, come accorto e proveduto,
Calós írtes allora mi rispose,
allegro piú che non l’avea veduto.
Cosí parlato insieme molte cose,
ípeto: xéuris franchicá? Ed esso: 35
Ime roméos e xéuro plus glose.
E io: Paracaló se, fíle mu; apresso
mílise franchicá ancor gli dissi.
Metá charás, fu sua risposta adesso.

Πρόχειρη μετάφραση:

Φτάνοντας κοντά του, από το στόμα μου βγήκε
ένα «Γεια σου», που είναι ελληνικός χαιρετισμός,
γιατί τα ρούχα του φανέρωναν τον Έλληνα.
Κι εκείνος, σαν να ήταν προετοιμασμένος,
«Καλώς ήρθες», μου απαντάει τώρα
πιο χαρωπός απ’ όσο πριν τον είδα.
Κι  έτσι κουβεντιάσαμε πολλά και διάφορα
και του είπα: «Ξεύρεις φραγκικά;» Κι εκείνος:
«Είμαι Ρωμαίος και ξεύρω πολλές γλώσσες».
Κι εγώ μετά: «Παρακαλώ σε φίλε μου,
μίλησέ μου φραγκικά», του είπα.
«Μετά χαράς», απάντησε αμέσως.

Και λίγους στίχους πιο κάτω, όταν τον ρωτάει πού πηγαίνει, ο Ρωμιός τού απαντάει χρησιμοποιώντας μια ακόμα ελληνική λέξη:

“Qui presso a una chora, dove il re Pirro anticamente stava”, δηλαδή «Εδώ κοντά σε μια χώρα όπου παλιά ήταν ο βασιλιάς ο Πύρρος».

Στο υπόλοιπο έργο, απ’ όσο κοίταξα, δεν υπάρχουν άλλες ελληνικές λέξεις -αλλά και πάλι, νομίζω πως η ανακάλυψη είναι εντυπωσιακή. Ώστε πριν από 676 χρόνια, οι άνθρωποι που ζούσαν σ’ αυτό τον τόπο χρησιμοποιούσαν φράσεις πολύ όμοιες με τις σημερινές!

Να προσέξουμε κάτι, ότι από το μέτρο του δεύτερου στίχου τεκμαίρεται πως στην εποχή του ποιήματος το «Γειάσου» το πρόφερναν τρισύλλαβο, είτε «Γει-ά-σου» είτε «Υ-γειά-σου».

Για να μη βλογάω τα γένια μου: το εύρημα δεν είναι δικό μου. Ο γλωσσολόγος Νίκος Νικολάου το βρήκε, ο Nick Nicholas δηλαδή, που σχολιάζει και εδώ κατά καιρούς, ο ελληνοαυστραλός μάγος του TLG και μεταφραστής (μαζί με τον Γιώργο Μπαλόγλου) της Παιδιοφράστου διηγήσεως των τετραπόδων ζώων στα αγγλικά. Μου το είχε στείλει σε ανύποπτο χρόνο, που λένε, πριν από καμιά εικοσαετία, σε κάποια αλλαγή υπολογιστή έχασα το ηλεμήνυμα αλλά τελικά ξαναβρήκα το κείμενο χάρη στο γκουγκλ που βλέπει τα πάντα. Ο Νίκολας είχε γράψει κι αυτός κάτι για το ποίημα αυτό, στο ιστολόγιό του.

Πάντως, θα συμφωνήσετε ότι είναι αρκετά εντυπωσιακό εύρημα! Αν πάλι το μικρό απόσπασμα από το Dittamondo σάς άνοιξε την όρεξη και θέλετε να γνωρίσετε και το υπόλοιπο ποίημα, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ, αν ξέρετε ιταλικά, φοβάμαι όμως πως δεν θα το βρείτε τρομερά συναρπαστικό.

Στην προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, ο φίλος Νότης Τουφεξής είχε παραθέσει αποσπάσματα από ένα άλλο έργο, κατά 150 χρόνια μεταγενέστερο. Πρόκειται για το ταξιδιωτικό κείμενο του Γερμανού ιππότη Άρνολντ φον Χαρφ, ο οποίος το 1496 με 1499 πήγε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους και πέρασε, το 1497, από τη Ρόδο. Ο Χαρφ παραθετει το ελληνικό αλφάβητο και έχει και έναν σύντομο κατάλογο με λέξεις και φράσεις με την αντιστοιχία τους στα γερμανικά της εποχής,

Το βιβλίο του Χαρφ το βρίσκετε εδώ, κι αν πάτε στη σελίδα 75 θα δείτε τον κατάλογο που αρχίζει με τα βασικά: ψωμί, κρασί, νερό, κρέας:

ipschomij broyt

kressij wijn

nero wasser

kreyas vleysch

Ο Χαρφ μεταγράφει κάπως ιδιότροπα τα ελληνικά, και φαίνεται να έχει κάνει ένα λάθος, αφού μετά τα «κυρά» και «κόρη» έχει το more που σημαίνει «νεαρός» ενώ προφανώς καταγράφει την προσφώνηση «μωρέ».

Προσέξτε ότι ανάμεσα στις φράσεις πρώτης ανάγκης που σημειώνει είναι και kyratza gamysso sena ego, kyrasche nazis gymati meto sena [κυρά μου, να ζεις, άσε με να κοιμηθώ με τα σένα], kyrasche egome panda dycosso [είμαι πάντα δικός σου].

Τις απαντήσεις που του έδωσαν δεν τις έχει, πάντως.

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Πατριδογνωσία | Με ετικέτα: , , , , , , | 155 Σχόλια »

Δαμασκηνά δαμάσκηνα, κορόμηλα, μπουρνέλες

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2022

Επανάληψη θα βάλουμε σήμερα, ένα ακόμα από τα άρθρα της σειράς των οπωρικών. Είπα όμως να αλλάξω τον τίτλο του άρθρου για να γίνει πιο φανερό ποιο φρούτο (ή, ποια φρούτα) εννοούμε. Έτσι κι αλλιώς, έχουν περάσει εφτά χρόνια από το προηγούμενο εκείνο άρθρο, οπότε κάποιοι δεν θα το θυμάστε.

Μια από τις πιο παλιές πόλεις του μεσογειακού χώρου που κατοικούνται συνεχώς από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι κι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας. Δαμασκός στα ελληνικά, Ντιμάσκ αλ-Σαμ στα αραβικά, Damas στα γαλλικά, πόλη που κάποτε ήταν ζηλευτή για τα πλούτη της και είχε δώσει τ’ όνομά της σε ένα σωρό περιζήτητα προϊόντα της, όπως είναι το δαμάσκο ύφασμα, πολύχρωμο μεταξωτό με αργυρά και χρυσά νήματα (damask στα αγγλικά), το δαμασκηνό ατσάλι, που διακρινόταν για την σκληρότητα και την αντοχή του ή το δαμασκί σπαθί, φτιαγμένο από δαμασκηνό ατσάλι αλλά και με ένθετα χρυσά ή αργυρά σχέδια.

Το σπαθί αυτό, που το λέγαν διμισκί ή ντιμισκί, ήταν περιζήτητο αν και βεβαια έπρεπε να ξέρεις να το κουμαντάρεις -όπως περηφανεύεται κάπου ο Μακρυγιάννης «τα σπαθιά των τα ντιμισκιά τα πήραν αυτείνοι οι ολίγοι με τις μαχαιρούλες».

Αλλά εδώ δεν κάνουμε ιστορία, ούτε γεωγραφία· ταξιδεύουμε στον κόσμο των οπωρικών, και το άρθρο αυτό είναι αφιερωμένο στο φρούτο από τη Δαμασκό, το δαμάσκηνο.

Είναι όμως ένα φρούτο το δαμάσκηνο ή μια οικογένεια; Τι γίνεται με τα κορόμηλα; Με τις μπουρνέλες ή βανίλιες; Πρόκειται για ποικιλίες που προέρχονται από πολύ συγγενικά δέντρα· εδώ θα τα εξετάσουμε όλα μαζί: και τα μοβ ελλειψοειδή μεσαίου μεγέθους  (τα δαμάσκηνα), και τα μικρά στρογγυλά πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα (τα κορόμηλα), και τα μεγάλα στρογγυλά μοβ ή κίτρινα (μπουρνέλες ή βανίλιες), ακόμα και τους καρπούς της εικόνας, που εγώ δαμάσκηνα θα τα έλεγα, αλλά η ελληνική βικιπαίδεια τα θέλει κορόμηλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 68 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο είπαμε;

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2022

Διότι βρισκόμαστε στην εποχή του βερίκοκου -και όχι μόνο. Στο ιστολόγιο αγαπάμε τα φρούτα κι έχουμε γράψει άρθρα για όλα σχεδόν τα οπωρικά, άρθρα που συμπεριλήφθηκαν στη συνέχεια στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Τα άρθρα εκείνα τα αναδημοσιεύω κάθε πέντε χρόνια περίπου, για να παίρνω μιαν  ανάσα από το μαγκανοπήγαδο της καθημερινής αρθρογραφίας. Οπότε, σήμερα που έχω και ταξίδι, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, που λέει το κλισέ, για να ξαναπαρουσιάσω το άρθρο για τα βερίκοκα, που τελευταία φορά το είχα (ανα)δημοσιεύσει το 2017, περίπου τέτοιες μέρες και τότε. Το εμπλουτίζω όμως λιγάκι, να διαφέρει από την προηγούμενη δημοσίευση, να μην αισθανθείτε ότι σας ρίχνω.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Η σημερινή του επιστημονική ονομασία, στα λατινικά, είναι Prunus armeniaca, παναπεί «αρμένικο δαμάσκηνο» αλλά δεν είναι ούτε δαμάσκηνο ούτε αρμένικο. Οι εγκυκλοπαίδειες λένε πως πατρίδα του ήταν η Κίνα, αλλά είναι γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι το γνώρισαν (από τις εκστρατείες του Μεγαλέξαντρου ή από τον Λούκουλλο) σαν είδος εισαγόμενο από την Αρμενία κι έτσι τα βερίκοκα τα είπαν armeniaca, αρμενιακά. Κι επειδή το βερίκοκο ωριμάζει νωρίτερα από άλλα παρόμοια φρούτα σαν το ροδάκινο, το είπαν praecoquium, πρώιμο. Η λέξη πέρασε και στα ελληνικά και οι δυο ονομασίες συνυπήρξαν για καιρό, αρμενιακά και πραικόκια (που το γράψαν και με δύο κάπα, πραικόκκια, παρετυμολογία με το κόκκος, που βαστάει ακόμα στη γραφή βερίκοκκο· όσο για την ακόμα συχνότερη ανορθόγραφη παραλλαγή με ύψιλον, βερύκοκκο ή βερύκοκο, δεν έχει καμιά βάση). Καθώς για τους Έλληνες δεν είχε ετυμολογική διαφάνεια η λέξη «πρεκόκια», ήταν εύκολο να εμφανιστεί και τύπος «βρεκόκια». Λέει κάπου ο Διοσκουρίδης, αφού περιγράψει τα περσικά μήλα (δηλ. τα ροδάκινα):

τὰ δὲ μικρότερα, καλούμενα δὲ Ἀρμενιακά, Ῥωμαιστὶ δὲ βρεκόκκια, εὐστομώτερα τῶν προειρημένων ἐστίν.

Διαβάζοντας κανείς τους διάφορους γιατρούς συγγραφείς της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας, βλέπει να χρησιμοποιούνται για τα βερίκοκα οι εξής ονομασίες: πραικόκκια, πρεκόκια, βρεκόκια, βερεκόκια, βερικόκκια, βερίκοκκα: η αλυσίδα της εξέλιξης της λέξης διαγράφεται αρκετά καλά. Κι έτσι, από τα πραικόκκια που οι έλληνες της ελληνιστικής εποχής τα αντιλαμβάνονταν σαν λέξη λατινική, φτάσαμε στα βερίκοκκα. Η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη, πάντως, διότι τυχαίνει ακόμα και ο ίδιος συγγραφέας άλλοτε να θεωρεί τα πραικόκκια συνώνυμα των αρμενιακών και άλλοτε διαφορετικό καρπό.

Έχουμε φτάσει στο βερεκόκκιο ή βερικόκιο της ύστερης αρχαιότητας. Τη λέξη τη δανείζονται οι άραβες, ως μπαρκούκ, ή μάλλον αλ-μπαρκούκ με το άρθρο κι έχει σημασία εδώ το άρθρο, διότι έτσι περνάει η λέξη στα ισπανικά με την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Άραβες: albaricoque, και από εκεί στα καταλάνικα abercoc, στα ιταλικά albicocca, στα γαλλικά abricot, στα αγγλικά apricot.

Το αστείο είναι ότι αφού διαδόθηκε η λέξη σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, το barquq στις αραβικές χώρες άλλαξε σημασία και σήμερα σημαίνει «δαμάσκηνο», ενώ το βερίκοκο λέγεται μισμίς.

Να πούμε εδώ ότι ενώ η Δυτική και Βόρεια Ευρώπη έχει ονομασίες για το βερίκοκο που παράγονται από το barquq, το παλιό armeniacum επιβιώνει σε ορισμένες σλαβικές γλώσσες. Πράγματι, από το armeniacum προέκυψε το ιταλ. armellino, που σήμερα ελάχιστα λέγεται στην Ιταλία, έδωσε όμως το γερμανικό Μarille, απ’ όπου το τσέχικο merunka, το πολωνικό morela, το σερβοκροάτικο marelica και μερικά ακόμα.

Στα ελληνικά έχουμε κι άλλες ονομασίες για τα βερίκοκα. Τα λέμε «καϊσιά», που είναι τουρκικό δάνειο (kaysi). Η ρουμάνικη, η βουλγάρικη και η σερβική λέξη για τα βερίκοκα είναι επίσης δάνειο από το kaysi. Στο στρατό είχα γνωρίσει έναν Καϊσίδη κι έναν Βερικοκίδη. Θαρρώ πρόκειται για το ίδιο επίθετο, μόνο που οι πρόσφυγες πρόγονοι του δεύτερου έτυχαν σε πιο δραστήριο ληξίαρχο. Να πω πάντως ότι σε μερικά μέρη καϊσιά αποκαλούνται όχι όλα τα βερίκοκα αλλά μια ιδιαίτερη ποικιλία τους.

Επίσης, τα βερίκοκα τα λένε, π.χ. στη Θράκη, ζερντέλια ή ζαρταλούδια ή ζέρδελα (ή άλλες παραλλαγές). Όλα αυτά είναι από τα τούρκικα επίσης, zerdali, λέξη που προέρχεται από τα πέρσικα, όπου zardalu είναι το βερίκοκο, κατά λέξη, το «κίτρινο δαμάσκηνο» (zar ο κίτρινος). Από εκεί και ο γλωσσοδέτης: Ανέβηκα στην ζερδελιά, την μπερδελιά και την ζερδελομπερδελοκουκκιά, να κόψω ζέρδελα, μπέρδελα και ζερδελομπερδελόκουκκα. Στην Κύπρο τα λένε χρυσόμηλα.

Οι χώρες γύρω από τη Μεσόγειο παράγουν πολλά βερίκοκα –στη Βικιπαίδεια βρίσκω (στοιχεία 2017) πρώτη σε παραγωγή την Τουρκία, με σχεδόν το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής, και την Ελλάδα ενδέκατη στον κόσμο. Ο Καισάριος Δαπόντες στον Κανόνα περιεκτικό λέει πως τα καλύτερα βερίκοκα είναι της Δαμασκού, πράγμα το οποίο συμφωνεί με την τούρκικη παροιμία bundan iyisi Şam’da kayısı, που λέγεται για κάτι πολύ καλό: «το μόνο καλύτερο απ’ αυτό είναι ένα καϊσί από τη Δαμασκό». Από τη Δαμασκό βεβαίως είναι τα δαμάσκηνα, που τα έχουμε δει σε άλλο άρθρο. Πάντως, επειδή όλα τα φρούτα μπερδεύονται, στα πορτογαλικά το βερίκοκο λέγεται damasco, όπως και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι δυο μεγάλες ποικιλίες βερίκοκου στην Ελλάδα είναι οι Διαμαντοπούλου και Μπεμπέκου. Για τη δεύτερη παραδίδεται ότι την παρουσίασε πρώτος ο παραγωγός Μπεμπέκος από την Ασίνη της Αργολίδας. Συνηθίζεται το όνομα του παραγωγού να δίνεται στην ποικιλία, αλλά, όπως είχε επισημάνει στο προηγούμενο άρθρο ο αείμνηστος φίλος μας ο Γς, υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες βερικοκιάς με πιο φαντεζί ονόματα: Λαΐς, Νεφέλη, Νηρηίς, Τύρβη, Δαναΐς, Χαρίεσσα, Νεράϊδα κλπ

Η βερικοκιά είναι καρπός εξαιρετικά συγγενικός με την αμυγδαλιά, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται. Μάλιστα, σε ορισμένες ποικιλίες η ψίχα του κουκουτσιού είναι φαγώσιμη και δεν διαφέρει πολύ από το μύγδαλο, όπως έχει αποτυπωθεί στη μανάβικη κραυγή Σαράντα το βερίκοκο – και το κουκουτσι μύγδαλο. Στο προηγούμενο άρθρο μας, ο παλιός φίλος Σπαθόλουρο είχε βρει δημοσίευση σε εφημερίδα: Το αδόμενον υπό των οπωροπωλών: Σαράντα το βερίκοκο, ρίκο-ρίκο-ρίκοκο (Εμπρός 12/9/1906).

Μια και είπαμε το ρίκο-ρίκο-ρίκοκο, ταιριάζει να βάλουμε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη να το τραγουδάει για τον Αντρέα Μπάρκουλη, που είχε μάγουλο βερίκοκο:

Στη φρασεολογία μας, η μοναδική εμφάνιση του βερίκοκου είναι στην παροιμιακή φράση που έβαλα στον τίτλο. Παλιότερα λεγόταν σαν απειλή σε κάποιον που κοκορεύεται ή που μας περιφρονεί: Θα σου δείξω εγώ τι εστί βερίκοκο ή Θα σε μάθω τι εστί βερίκοκο! και έτσι την καταγράφει στο γύρισμα του 20ού αιώνα ο Νικόλαος Πολίτης στη συλλογή του. Σήμερα, η σημασία ίσως έχει κάπως μετατοπιστεί, μια και ο Μπαμπινιώτης πλάι στην απειλή δίνει και τη σημασία της «επισήμανσης της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος».

Το slang.gr αναφέρει ότι η φράση έχει συχνά σεξουαλικό υπονοούμενο, κάτι που δεν είναι αυθαίρετο, αφού πριν πενήντα χρόνια κιόλας, στο 10 του Καραγάτση, υπάρχει το εξής απόσπασμα, σε μια σκηνή όπου εργατοκόριτσα έχουν πιάσει κουβέντα για το σεξ: Οι πιο μικρές σώπαιναν τάχα ντροπιασμένες· με την έκφρασή τους όμως άφηναν να εννοηθεί ότι κάτι ήξεραν από βερίκοκο, κι ας προσποιούνταν την πάπια.

Περιδιαβάζοντας τα σώματα κειμένων βρίσκουμε κυρίως τη φρ. να χρησιμοποιείται ως απειλή, όχι πολύ διαφορετική από την «θα δεις/θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει ο σάκος». Άλλωστε, οι δυο σημασίες (απειλή / επισήμανση της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος) τέμνονται. Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα «Νύχτες κι αυγές» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, υπάρχει κάποιος στρατηγός που ο αδελφός του, βουλευτής όντας, τις έφαγε στη Βουλή από έναν αντίπαλο βουλευτή. Οπότε ο στρατηγός στέλνει τον γιο του αντίπαλου βουλευτή στο μέτωπο λέγοντας: «Πήγαινε να μάθεις τι εστί βερίκοκο και να μάθει και ο πατέρας σου να σηκώνει μαγκούρα». Εδώ είναι και απειλή και επισήμανση της δυσκολίας.

H παλαιότερη ανεύρεση της φράσης, όπως είχε βρει το Σπαθόλουρο, είναι στον Ρωμηό του Σουρή, το 1891: Γράμμα που μας απέδειξε με γλαφυρά στοιχεία / το τι εστί βερύκοκο και τ’ είναι πειθαρχία.

Ποια είναι όμως η αρχή της φράσης «τι εστί βερίκοκο», δεν σας το είπα… διότι δεν το ξέρω. Ο Νικόλαος Πολίτης λέει ότι πιθανόν στην αρχή της φράσης να κρύβεται μύθος λησμονημένος. Η δική μου εικασία είναι ότι πιθανόν να πρωτοείπε «θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο» ένας νοικοκύρης που έπιασε κάποιον να του κλέβει τα βερίκοκα. Αλλά αυτό είναι σκέτη εικασία. Οπότε, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν έχουμε ακόμα μάθει τι εστί βερίκοκο, εκτός κι αν καταφύγουμε στον κυκλικό ορισμό που υπάρχει στο γλωσσάριο του πανέξυπνου βιβλίου Ο πάγος του Ξένου Μάζαρη και του Στράτου Μπουλαλάκη: Βερίκοκο είναι αυτό που εστί!

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Και πάλι για το περιφρονημένο φρούτο

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2022

Θα επαναλάβω σήμερα ένα άρθρο που έχει δημοσιευτεί ξανά στο ιστολόγιο, ένα άρθρο της σειράς των φρούτων -είναι άλλωστε η εποχή του περιφρονημένου φρούτου που θα σας παρουσιάσω (ξανά) σήμερα. Ποιο φρούτο; Το βλέπετε στην εικόνα: το μούσμουλο.

Τα είδα στον μανάβη, αλλά μου τα θύμισε και μια φίλη, που με ρώτησε αν τη λέξη μούσμουλο, που λέγεται στα ιταλικά nespolo και στην Κρήτη δέσπολο, έχει αρχή ελληνική ή ιταλική -ποιος το πήρε από ποιον με άλλα λόγια. Της απάντησα σε συντομία και της σύστησα να δει το άρθρο που θα έγραφα για περισσότερα.

Κατά την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, που έγινε πριν από 6 χρόνια (τέτοια εποχή, παρά δύο μέρες!) είχα πει ότι το λέω περιφρονημένο το μούσμουλο, με τα πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και τη σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα, παρόλο που έχει φανατικούς φίλους διότι ποτέ δεν κατέκτησε τις μάζες, όσο ωραίο κι αν είναι το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης.

Σε εκείνη τη δημοσίευση ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού θύμισε ότι και τη μουσμουλιά την είχε κοροϊδέψει ο μέγας Τσιφόρος, σε ένα του ευθυμογράφημα της σειράς Παιδιά της πιάτσας, με τίτλο «Ο μούσμουλος». Εκεί, φαντάζεται τον Θεό να λέει μια μέρα «Ρε δεν κάθουμαι να σκαρώσω ένα δέντρο κορόιδο να σπάνε πλάκα τα υπόλοιπα φυτά;». Και πράγματι δίνει διαταγή στον Γαβρίλη (τον αρχάγγελο Γαβριήλ): «Το δέντρο, μεγάλα φύλλα το θέλω, καθότι τα μεγάλα θα φορεθούν πολύ φέτος και να’χει καρπόν, τα κουκούτσα να τρώνε το ψαχνό, διότι μας είναι και χρήσιμα». Χρήσιμα, επειδή θα τα παίρνουν οι ευσεβείς να τα κάνουν κομπολόγια για τις προσευχές.

Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσετε με τον Τσιφόρο ότι είναι για κοροϊδία η μουσμουλιά. Αυτό που ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν το ήξερε ο Τσιφόρος, είναι ότι στην πραγματικότητα οι σημερινές μουσμουλιές δεν είναι ίδιες με αυτές που ήξεραν οι προπαππούδες μας, οι οποίοι είχαν υπόψη τους μια πολύ διαφορετική ποικιλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 106 Σχόλια »

Tα κόκκινα αυγά (Ροΐδης και Ξενόπουλος)

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2022

Πλησιάζει το Πάσχα και δεν έχουμε ακόμα βάλει κάποιο εντελώς πασχαλινό άρθρο -αν και θα βάλουμε ανήμερα και τη Δευτέρα δυο πασχαλινά αναγνώσματα. Ο λόγος είναι ότι τα λεξιλογικά του Πάσχα (Πάσχα, αρνί, οβελίας κτλ.) τα έχουμε λίγο πολύ εξαντλήσει και πολυεπαναλάβει, το ίδιο και τα φρασεολογικά του (ζωή χαρισάμενη κτλ.) αφού τούτο εδώ είναι, αν θέλετε το πιστεύετε, το δέκατο τέταρτο ιστολογικό μας Πάσχα. 

Σήμερα θα βάλω μιαν επανάληψη λοιπόν, αλλά επαυξημένη. Ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη για τα κόκκινα αυγά, που το είχαμε δημοσιεύσει το 2013 και που απαντά χαριτολογώντας στο ερώτημα «γιατί βάφουμε κόκκινα τα αυγά», συμπληρωμένο με ένα παιδικό κείμενο του Γρηγ. Ξενόπουλου από τη Διάπλασι των Παίδων, το οποίο είχε εισφέρει ως σχόλιο μια φίλη σε εκείνο το παλιό μας άρθρο. Για να προλάβω ερωτήσεις και ενστάσεις, αναγνωρίζω κοκκινίζοντας (όπως τ’ αυγά!) ότι εδώ και 13 χρόνια χρωστάω άρθρο για την ορθογραφία της λέξης «α*γό»!

Το άρθρο του Ροΐδη το πήρα από ένα πασχαλινό τεύχος του Μπουκέτου, του 1925, αλλά μετά έκανα αντιπαραβολή με το κείμενο που υπάρχει στα πεντάτομα Άπαντα. Ο χωρισμός σε παραγράφους είναι του περιοδικού, στα Άπαντα όλο το κείμενο είναι σε μια μεγάλη παράγραφο. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά το έχω μονοτονίσει.

Ο συγγραφέας που επικαλείται ο Ροΐδης όταν λέει «κατά τον Βένφεϋν» πρέπει να είναι ο Γερμανός ανατολιστής Theodor Benfey, οπότε το «ν» είναι της αιτιατικής. Από την άλλη, διόρθωσα εδώ δύο λάθη του πρωτοτύπου, που μάλιστα υπάρχουν και στα Άπαντα: Αίλιος Λαμπρίδιος αντί Λαμπίδιος και Σευήρου αντί Σεύκρου.

Τα κόκκινα αυγά (του Εμμ. Ροΐδη)

Ζητήσας πολλάκις να μάθω διατί τρώγομεν αυγά την Λαμπρήν, και διατί μόνον τότε τα θέλομεν κόκκινα και σκληρά, όχι μόνον ημείς αλλά και όλοι από τον Πόλον μέχρι του Ισημερινού οι χριστιανοί, ηναγκάσθην επί τέλους να κατατάξω την απορίαν μου μεταξύ των αλύτων. Περί τούτου τω όντι ουδέν λέγουσιν ο νόμος και οι προφήται, ουδέ καν οι Ευαγγελισταί, αν δε ερευνήση τις δέκα σοφούς, είναι βέβαιος ότι θα λάβη παρ’ αυτών άλλας τόσας διαφόρους απαντήσεις, απαραλλάκτως ως αν τους ηρώτα ποίον είναι το ιατρικόν της φθίσεως ή το άριστον των πολιτευμάτων. Κατά τινάς μεν το ωόν είναι σύμβολον της αναστάσεως, διότι καθώς συντρίβει ο νεοσσός το κέλυφος, και αναπηδά ζων εξ αυτού, ούτω και ο Ιησούς από του μνήματος την πλάκα. Κατ’ άλλους όμως οι ταύτα διδάσκοντες είναι αγράμματοι και το χειρότερον ασεβείς, τα δε πασχαλινά ημών αυγά κατάγονται κατ’ ευθείαν γραμμήν από εκείνα τα οποία οι κακότροποι Ρωμαίοι ετοποθέτουν ζέοντα υπό την μασχάλην των χριστιανών μαρτύρων, ως γίνεται ακόμη και σήμερον, αν πιστεύσωμεν τους κακόγλωσσους, εις τα υπόγεια της ημετέρας αστυνομίας. Περί τούτων όμως ουδέν θέλουσι ν’ ακούσωσιν οι Σημειολόγοι οι επιμένοντες ότι το ωόν ήτο σύμβολον της γονίμου Ίσιδος και η καθ’ ωρισμένας εορτάς αυγοφαγία έθιμον φοινικικόν μεταδοθέν εις τους εβραίους και τους έλληνας, ως μαρτυρεί ο κρόκος αυτού, όστις κατά τον Βένφεϋν (β’ 179) είναι αυτόχρημα ο Χαλδαϊκός κορκόμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαογραφία, Πασχαλινά, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Ο δραγουμάνος χωρίς το κομπολόι του

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2022

Τις προάλλες, χάρη σε ένα σχόλιο του φίλου μας του Στάζιμπου, έγινε συζήτηση σε ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί την πρώτη-πρώτη μέρα της ζωής του, στις 16 Φεβρουαρίου του μακρινού 2009. Είπα τότε ότι το άρθρο αυτό θα άξιζε αναδημοσίευση, και συμφωνήσατε -δεν θυμόμουν ότι το είχα ήδη αναδημοσιεύσει το 2012. Βέβαια, και το 2012 δεν είναι χτες, οπότε σήμερα το ξαναδημοσιεύω, έχοντας ενσωματώσει διάφορα πράγματα από τα σχόλια των προηγούμενων δημοσιεύσεων.

Στο θαυμάσιο τραγούδι του Κηλαηδόνη, που το τραγουδάει ο Μητσιάς, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας λέει ότι «ο δραγουμάνος του βεζίρη πίνει μαστίχα, ρίχνει τα χαρτιά, το’ να του μάτι στο Μισίρι και τ’ άλλο μάτι στην Αρβανιτιά». Όταν πιει τη μαστίχα του και ρίξει τα χαρτιά ο δραγουμάνος, σίγουρα θα βγάλει το κομπολόι του. Κι επειδή οι δραγουμάνοι, όσο και να πεις, είχανε τον τρόπο τους, οι χάντρες του κομπολογιού αυτού, φαντάζομαι, θα’ τανε από πολύτιμο υλικό. Εγώ μάλιστα λέω πως θα’ τανε από μαργαριτάρια. Κι επειδή δεν έχει διασωθεί τέτοιο κομπολόι δραγουμάνου με μαργαριταρένιες χάντρες, σκέφτηκα να φτιάξω εγώ ένα καινούργιο και να το παρουσιάσω στις σελίδες αυτές.

Αυτός ήταν ο πρόλογος που είχα βάλει στην ενότητα «Το κομπολόι του δραγουμάνου» που είχα καθιερώσει στον παλιό μου ιστότοπο για να φιλοξενώ μεταφραστικά μαργαριτάρια που ψάρευα στις εφημερίδες και σε βιβλία. Όταν άρχισα το ιστολόγιο, παραμέλησα το κομπολόι, αφού πια τα μαργαριτάρια τα παρουσιάζω εδώ, όπου έχει επικρατήσει να τα λέμε Μεζεδάκια.

Όμως στο σημερινό άρθρο θα λεξιλογήσουμε για τον δραγουμάνο, οπότε το κομπολόι το αφήνουμε για άλλη φορά.

Ποια είναι λοιπόν η ιστορία της λέξης δραγουμάνος; Η λέξη πάει πολύ πίσω, είναι πιθανότατα τρισχιλιετής, αλλά όχι ελληνική.

Στα ελληνικά είναι δάνειο από… από πού αλήθεια; Το λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφει ως κύριο τον τύπο δραγομάνος και δεύτερο τον τ. δραγουμάνος,και δίνει τη λέξη σαν δάνειο από τα ενετικά (dragomano), αραβικής αρχής, όμως το λεξικό Τριανταφυλλίδη δίνει τον τύπο δραγουμάνος ως δάνειο απευθείας από τα αραβικά. Με τον Τριανταφυλλίδη συμφωνούν και οι Καχανέ (στο Graeca et Romanica Scripta Selecta), που θεωρούν ότι το βυζαντινό δραγομάνος/δραγουμάνος, δάνειο από τα αραβικά, είναι η πηγή για το μεσαιωνικό λατινικό dragomannus απ’ όπου προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά, δηλαδή το ιταλικό dragomanno, το γαλλ. drogman ή το μεσαιωνικό αγγλικό dragman, σημερινό dragoman. Πιθανόν ο δανεισμός να έγινε από τα αραβικά της Αιγύπτου (ταργκουμάν, targumān). Την εκδοχή των Καχανέ τη δέχεται και το Μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 126 Σχόλια »

Ασθενής και οδοιπόρος, ούτε ωδιπόρος, ούτε διπόρος!

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2022

Παρασκευή σήμερα, πολλοί νηστεύουν, ακόμα κι αν δεν κρατάνε τη Σαρακοστή. Οπότε, ταιριάζει να επαναλάβω ένα παλιό μου άρθρο, που όμως έχω κάμποσα χρόνια να το βάλω στο ιστολόγιο (τελευταία φορά ήταν το 2015).

Υπάρχει όμως κι άλλος λόγος που αποφάσισα την επαναδημοσίευση και όχι μόνο επειδή έχουμε Σαρακοστή. Την περασμένη Παρασκευή, ο Άδωνης Γεωργιάδης, που είχε πάει στη Θεσσαλονίκη για το προσυνέδριο του κόμματος, στάθηκε να φάει ένα πιτόγυρο και θεώρησε καλό να το ανεβάσει στο Φέισμπουκ.

Οπότε, σχολίασα κι εγώ χαριτολογώντας, ότι για κάποιον που πλασάρει ευσέβεια, είναι αμάρτημα να τρώει κρέα μέσα στη Σαρακοστή. Και πρόσθεσα: «Και μη μου πείτε «ασθενής και οδοιπόρος», διότι τώρα με τα αεροπλάνα σε μια ώρα είσαι στο σπίτι σου».

Τι ήταν να το γράψω; Μέσα στο πρώτο τρίωρο είχα ίσαμε δέκα απαντήσεις ότι «το σωστό είναι ωδιπόρος και σημαίνει την έγκυο» ή ότι «είναι μύθος το οδοιπόρος, κανονικά είναι ωδειπόρος» ή (σπανιότερα αυτό) «το σωστό είναι διπόρος και σημαίνει την έγκυο γυναίκα».

Σημειώστε ότι τα αντιρρητικά αυτά σχόλια προέρχονταν εξίσου από φίλους του Άδωνη και από αντιπάλους του -κάποιοι δηλ. μου έγραψαν «ρε αγράμματε συριζαίε, ωδειπόρος είναι το σωστό» ενώ κάποιοι άλλοι «όλα καλά και συμφωνώ μαζί σου, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι ωδιπόρος και εννοεί την έγκυο».

Οπότε, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση έχει ο μύθος, σκέφτομαι ότι δεν είναι άσκοπο να επαναλάβω αυτό το παλιό μου άρθρο. Όχι ότι τρέφω την αυταπάτη πως εγώ μόνος μου θα πάω κόντρα στο ποτάμι, αλλά κι ενας να πειστεί κακό δεν είναι.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδειπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος, ωδειπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2006, η τότε υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Σε επόμενο φύλλο, ο σχολιογράφος της εφημερίδας πληροφόρησε τους αναγνώστες του ότι:

Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι “ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”, όπου “διπόρος” είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

Η κυρία Ιωαννίδου-Μουζάκα, αν και καθηγήτρια Ιατρικής, δεν έκρινε αναγκαίο να παραθέσει πηγές που θα τεκμηρίωναν την άποψή της. Βέβαια, η άποψη δεν είναι δική της, κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια σε καφενειακό επίπεδο. Κάποιος τη θυμάται από έναν καθηγητή του στο γυμνάσιο, άλλος την έχει ακούσει από τον λοχαγό του στο στρατό, παράλλος από το κατηχητικό. Τώρα με το Διαδίκτυο, την έχω δει σε μερικά ιστολόγια, ενώ πριν από πέντε χρόνια που είχε πρωτοδημοσιευτεό αυτό το άρθρο, ο μακαρίτης πια Γιάννης Καλαμίτσης στον Real FΜ είχε επαναλάβει, με το έμπα της Σαρακοστής, ότι, τάχαμου, το σωστό είναι διπόρος.

Εγώ έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις και πιστεύω πως πρόκειται για μύθο.

Καταρχήν (ή καταρχάς αν επιμένετε πολύ), λέξη «διπόρος» δεν υπάρχει. Όταν λέμε δεν υπάρχει, εννοούμε βέβαια ότι δεν τη βρίσκουμε στα λεξικά και στα σώματα της ελληνικής γραμματείας. Λέξη «διπόρος» λοιπόν δεν υπάρχει ούτε στα σύγχρονα λεξικά (Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη), ούτε στου Δημητράκου που περιλαμβάνει και τις αρχαίες λέξεις, ούτε στο Λίντελ Σκοτ που είναι το λεξικό της αρχαίας, ούτε στο λεξικό του Λάμπε που έχει αποδελτιώσει πατερικά κείμενα, ούτε στο TLG που έχει όλα τα σωζόμενα κείμενα της αρχαίας γραμματείας. Δεν υπάρχει, τελεία και παύλα. Διότι, αν μια λόγια λέξη δεν βρίσκεται στα λεξικά, ούτε στο σώμα της αρχαίας γραμματείας, ούτε μαρτυρείται έμμεσα από μεταγενέστερους τύπους, πώς μάθαμε την ύπαρξή της; Μας πήρε τηλέφωνο ο Ιωάννης Χρυσόστομος και μας την είπε;

Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει λέξη διπόρος, διότι στην ελληνική τα σύνθετα με το δι- ανεβάζουν τον τόνο. Αυτός που έχει δύο πτυχές είναι δίπτυχος, αυτός που έχει δύο πόδια είναι δίποδος, αυτός που έχει δύο χώρους είναι δίχωρος και ούτω καθεξής. Αυτός λοιπόν που έχει δύο πόρους είναι δίπορος, όχι διπόρος. Λέξη «δίπορος» μπορεί να υπάρξει, και υπάρχει.

Μα καλά, δεν θα μπορούσε να κατεβεί ο τόνος χάριν του μέτρου; θα ρωτήσετε. Δεν το βρίσκω τόσο πιθανό, αλλά, έτσι για χάρη της συζήτησης ας υποθέσουμε ότι ο τόνος κατέβηκε για κάποιο λόγο. Όμως, τι σημαίνει δίπορος; Η λέξη «δίπορος» εμφανίζεται μία και μοναδική φορά στο σύνολο της αρχαίας γραμματείας, στις Τρωάδες του Ευριπίδη: δίπορον κορυφάν ίσθμιον (στίχος 1097) και σημαίνει, προφανέστατα, την περιοχή που έχει δυο περάσματα. Πουθενά δεν βρήκα, παρ’ όλο που έψαξα με μεγάλη επιμέλεια, κάποιο χωρίο που να συνδέει τη λέξη δίπορος με τις θηλάζουσες γυναίκες!

Επομένως, η δήθεν σωστή φράση «ασθενής και διπόρος» είναι κατασκευασμένη εκ των υστέρων και έγινε από την επιθυμία να διορθωθεί η γνωστή σε όλους μας παροιμιώδης φράση. Και αφού η φράση είναι παροιμιώδης, ας δούμε τι λέει γι’ αυτήν ο Νικόλαος Πολίτης στο μνημειώδες έργο του. Είμαστε τυχεροί, γιατί τη φράση την έχει καταλογογραφήσει στο λήμμα ‘αμαρτία’ κι έτσι υπάρχει στο εκδομένο τμήμα του έργου του, που φτάνει έως την αρχή του γράμματος Ε, ενώ το υπόλοιπο μένει να σκονίζεται σε κάποια υπόγεια προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν μπορούσε να διαθέσει για ένα έργο εθνικής σημασίας το ένα εκατοστό απ’ όσα φάγανε οι… επιχειρηματίες της ηλεκτρικής ενέργειας. Λοιπόν, ο Πολίτης (τον μεταφράζω σε νεότερα ελληνικά), αφού χαρακτηρίσει «κοινότατη» τη φράση, λέει:

Η παροιμία σημαίνει ότι επιτρέπεται να καταλύουν τη νηστεία, χωρίς να αμαρτήσουν, ο ασθενής, για θεραπεία της νόσου, και ο οδοιπόρος, λόγω της δυσχέρειας να προμηθευτεί τα αναγκαία.
Και συνεχίζει: Από την αρχαΐζουσα γλώσσα φαίνεται να είναι εκκλησιαστικό ρητό, αγνοώ όμως πόθεν ελήφθη.
Και προσθέτει: Η ορθόδοξη εκκλησία συγχωρεί την κατάλυση της νηστείας στους ασθενείς και στις λεχώνες: «Η νηστεία επενοήθη δια το σώμα ταπεινώσαι. Ει ουν το σώμα εν ταπεινώσει εστί και ασθενεία, οφείλει μεταλαβείν, καθώς βούλεται και δύναται βαστάσαι, τροφής και ποτού (Τιμόθεος Αλεξανδρείας).
Τέλος, παραθέτει μια ρώσικη παροιμία: Τον οδοιπόρο ο Θεός συγχωρεί.

Πράγματι, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» δεν είναι αυθεντικά εκκλησιαστική, δεν υπάρχει σε πατερικό ή άλλο κείμενο. Πρόκειται για μεταγενέστερη παροιμιώδη φράση, απόσταγμα λαϊκής σοφίας παρόμοιο με τη ρώσικη παροιμία που δίνει ο Πολίτης. Άλλη παροιμιώδης φράση με «διπόρο» δεν υπήρξε ποτέ. Η εξαίρεση του οδοιπόρου από την υποχρέωση της νηστείας μπορεί να μην κατοχυρώνεται από την εκκλησία, βρήκε όμως ισχυρότατη απήχηση στη ζωή, αφού μέχρι αρκετά πρόσφατα τα χερσαία ταξίδια ήταν μακρόχρονες και δύσκολες υποθέσεις. Παρεμπιπτόντως, στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας.

Πάντως, τα εκκλησιαστικά κείμενα που βρήκα για το θέμα της νηστείας εξαιρούν μόνο τους ασθενείς (εκτός ει μη δι’ ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο, λέει ο 69ος αποστολικός κανόνας) και δεν κάνουν λόγο για άλλες εξαιρέσιμες κατηγορίες. Μάλιστα, στην πρώτη ομιλία «Περί νηστείας», ο Μέγας Βασίλειος ούτε τους ασθενείς εξαιρεί από την υποχρέωση της νηστείας, την οποία θεωρεί ευεργετική για την υγεία, αφού, όπως λέει, τη διατάζουν και οι γιατροί:  Καὶ μὴν τοῖς ἀσθενοῦσιν οὐχὶ βρωμάτων ποικιλίαν, ἀλλ’ ἀσιτίαν καὶ ἔνδειαν οἶδα τοὺς ἰατροὺς ἐπιτάσσοντας. Αλλά αυτό είναι, ας πούμε, προσωπική του άποψη. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης Χρυσόστομος έγραφε λέει ότι κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα κατηγορήσει κάποιον που εξαιτίας σωματικής ασθένειας δεν μπορεί να νηστέψει. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω αναδιφήσει το σύνολο των εκκλησιαστικών κειμένων, κάθε άλλο. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να βρω κανένα χωρίο που να εξαιρεί ρητά τις θηλάζουσες από την υποχρέωση της νηστείας. Φαντάζομαι πως το θέμα θα ήταν ελαφρώς ταμπού για την εκκλησία και θα περνούσε στο ντούκου. Και το απόσπασμα που δίνει ο Νικόλαος Πολίτης δεν μου φαίνεται να κατονομάζει ρητά τις λεχώνες, εκτός κι αν η λοχεία θεωρείται ταπείνωση.

Αυτά για τον «διπόρο».

Επίσης, πρόσφατα (ξανα)κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο μια άλλη θεωρία, που δεν δέχεται τον «οδοιπόρο» αλλά υποστηρίζει ότι η τάχαμου σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Η εκδοχή αυτή αναπτύσσεται σε άρθρο του αρχιμανδρίτη Γεωργίου Χρυσοστόμου, και πρόσφατα αναδημοσιεύτηκε σε αρκετούς θρησκευτικούς ιστότοπους και ιστολόγια (π.χ. εδώ). [Στο μεταξύ, ο αρχιμανδρίτης Χρυσοστόμου έχει πλέον γίνει μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης].

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, όσοι λένε «ασθενής και οδοιπόρος» παρανοούν την έννοια της φράσης από άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ο κ. αρχιμανδρίτης, που ξέρει αρχαία, μας λέει ότι η σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Το δεύτερο συνθετικό είναι το πράγματι πολύ κοινό -πόρος, ενώ για το α’ συνθετικό μας λέει:

H λέξη όμως «ωδι» προέρχεται από το ρήμα «ωδίνω», που έχει αρκετές σημασίες (κυριολεκτικά): Έχω ωδίνες, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ, αλλά και (μεταφορικά) επιθυμώ πάρα πολύ να φάω, κάτι όπως η εγκυμονούσα, κάνω κάτι να τρέμει, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Aντιλεξικόν ή Oνομαστικόν της Nεοελληνικής Γλώσσης, εκδ. β’, Aθήναι 1990). Πόσες φορές λοιπόν έχουμε ακούσει ότι η έγκυος γυναίκα ζητά να φάει κάτι, για να μην «ρίξει» το παιδί, να μην αποβάλλει;

Η ανύπαρκτη λέξη «ωδιπόρος» έχει τα ίδια προβλήματα με την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος». Πρώτον, δεν υπάρχει, δεν καταγράφεται πουθενά. Σε κανένα λεξικό, σε κανένα σύγγραμμα, σε καμιά επιγραφή. Δεύτερον, δεν θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια λέξη. Ακόμα κι αν συνθέταν οι αρχαίοι μια λέξη από το «ωδίνω» και το «πόρος», η λέξη αυτή θα ήταν «ωδινοπόρος» (προσέξτε ότι υπάρχει στα αρχαία λέξη «ωδινολύτης»).

Τα τελευταία χρόνια έχω δει επίσης να «διορθώνουν» το «ασθενής και οδοιπόρος» υποστηρίζοντας ότι το «σωστό» είναι «ωδειπόρος». Και αυτή όμως η λέξη, ο ωδειπόρος, που δεν μας εξηγούν γιατί να σημαίνει την έγκυο γυναίκα και πώς ετυμολογείται, είναι εξίσου ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει πουθενά, και κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να υπάρξει, αφού δεν βλέπω να είναι κανονικά σχηματισμένη.

Οπότε, τόσο τον ωδειπόρο όσο και τον ωδιπόρο πρέπει να τον στείλουμε στον κάλαθο των αχρήστων, παρέα με τον διπόρο, καθώς και με τον οιδιπόρο, τον ωδυπόρο, τον ωδοιπόρο, τον διφόρο και όλες τις άλλες παραλλαγές που σκαρφίζονται διάφοροι προσπαθώντας να αμφισβητήσουν το ολοφάνερο «οδοιπόρος».

Θα μου πείτε, γιατί να καταφύγει κανείς σε τέτοιες γλωσσικές ακροβασίες για να αμφισβητήσει μια τόσο γνωστή παροιμία; Εδώ υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, είναι αυτή που είχε εκθέσει ο φίλος Μπουκανιέρος σε σχόλιό του στο παλιότερο άρθρο. Δηλαδή, ότι οι λογιότατοι ενοχλούνται όταν υπάρχουν λόγιες εκφράσεις που τις χρησιμοποιεί ο πολύς λαός και τις καταλαβαίνει, διότι κάτι τέτοιο τούς δημιουργεί υπαρξιακό πρόβλημα. Οπότε, βάζουν τα δυνατά τους να ανακαλύψουν ή να κατασκευάσουν κάποιο λάθος στην κοινόχρηστη λόγια έκφραση, να την αποδείξουν σώνει και καλά λαθεμένη. Κάτι ανάλογο άλλωστε έχει γίνει πολλές φορές, π.χ. στο παν μέτρον άριστον, τους ασκούς του Αιόλου, τις καλένδες κτλ.

Πολύ οξυδερκής παρατήρηση αυτή -πιστεύω πως διατηρεί γενικά την αξία της, όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά. Ο αρχιμανδρίτης αρθρογράφος το λέει καθαρά, υπάρχει σοβαρός λόγος που η φράση «ασθενής και οδοιπόρος» ενοχλεί: Aκόμη και εάν το κείμενο εννοούσε «οδοιπόρο» και όχι «ωδιπόρο», θα δικαιολογούνταν η κατάλυση μόνον στην περίπτωση που αυτός ο (τέλος πάντων) «οδοιπόρος» ήταν κάποιος που περπάτησε επί πολλές ώρες, κατάκοπος και εξαντλημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού. Φτάνουμε όμως στο σημείο να απαλλάσσονται από τη νηστεία και όσοι πηγαίνουν μία εκδρομή. Δεν νηστεύουν με τη δικαιολογία ότι ταξίδεψαν(η έμφαση δική του). Η εκκλησία δηλαδή δεν θέλει να επικαλούνται τη φράση κάποιοι και να «λουφάρουν», που θα λέγαμε στο στρατό, τη νηστεία. Βέβαια, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» είναι έκφραση λαϊκής σοφίας, όχι θρησκευτικός κανόνας.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το δικό μου ενδιαφέρον δεν είναι θρησκευτικό, είναι φιλολογικό. Και φιλολογικά κρίνοντας, ανακεφαλαιώνω: Λέξη διπόρος ή ωδιπόρος δεν υπάρχει, η μόνη μορφή της παροιμίας είναι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Λίγα ακόμα για την πιθανή προέλευση της φράσης. Είπα πιο πάνω ότι στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας. Συγκεκριμένα, όπως μου υπέδειξε πρόσφατα φίλος του ιστολογίου, το Κοράνι, στη σούρα 2, εδάφιο 184 λέει: Όποιος από σας είναι άρρωστος ή ταξιδεύει, να νηστέψει ίσο αριθμό ημερών άλλη φορά. Αλλά αν δεν μπορείτε να υπομείνετε τη νηστεία, υπάρχει η αντιστάθμιση να δώσετε τροφή σ’ έναν φτωχό. Θα μπορούσε λοιπόν μέσα στην Τουρκοκρατία, να διαμορφώθηκε η φράση «ασθενής και οδοιπόρος…» υπό την επήρεια της ισλαμικής διδασκαλίας, αν και τίποτα δεν αποκλείει τον ανεξάρτητο σχηματισμό -υπάρχει άλλωστε και η ρώσικη παροιμία που είδαμε πιο πάνω.

Όσο για τη συγκεκριμένη διατύπωση της παροιμίας, η μεν κατάληξη «αμαρτίαν ουκ έχει» είναι συχνή σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα, αλλά και η συνύπαρξη ασθένειας και οδοιπορίας στην ίδια φράση απαντά σε αρκετούς βυζαντινούς. Ας πούμε, στον Ιωάννη Καντακουζηνό διαβάζουμε κάποιοι έκαναν μια επίσκεψη «και γῆρας καὶ σωματικὴν ἀσθένειαν καὶ τοὺς πρὸς τὴν ὁδοιπορίαν πόνους παριδόντες», ενώ σε επιστολή του Νικ. Μυστικού ότι «καὶ οὐ δειλιῶμεν τὸ γῆρας οὔτε τὴν ἀσθένειαν οὔτε τὴν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ταλαιπωρίαν».

Κλείνοντας, παρακαλώ θερμά: Αν κάποιος από τους αγαπητούς αναγνώστες μπορεί να τεκμηριώσει ότι υπάρχει λέξη «διπόρος» ή «ωδιπόρος» ή «ωδειπόρος» ή κάποια παρεμφερής λέξη με τη σημασία της εγκύου ή της θηλάζουσας γυναίκας, τον παρακαλώ θερμά να με βγάλει από την πλάνη. Έως τότε όμως δικαιούμαι να θεωρώ μύθο τον διπόρο, τον ωδιπόρο και τον οιδιπόρο -και επαναλαμβάνω ότι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία δεν έχει».

Aλλά θα επικαλεστώ και την αυθεντία. Την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος» στην πατροπαράδοτα γνωστή μορφή της την υποστηρίζει και ανώτατος εκκλησιαστικός, ο μητροπολίτης Ηλείας Γερμανός, ο οποίος σε άρθρο του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Μερικές φορές κάποιοι συνάνθρωποί μας, δια διαφόρους λόγους, δημιουργούν προβλήματα σε θέματα, που είναι σαφή και απλά, ώστε να προκαλείται σύγχυσις στην ζωή μας.

Έτσι τελευταίως εμφανίζονται κάποιοι θεολογικοφιλολογούντες, οι οποίοι ανεκάλυψαν τάχα ότι αυτό που λέει και κατανοεί ο λαός μας αιώνες τώρα δια την νηστείαν, ακολουθώντας την Κανονική παράδοσι των πατέρων μας, ότι δηλαδή «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», είναι τάχα λανθασμένον και ότι το ορθόν είναι να λέμε και να γράφωμε «ασθενής και ωδει(ι) πόρος (η διπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει».

Και συνεχίζοντας ο σεβασμιότατος εκθέτει αναλυτικά και τεκμηριωμένα για ποιο λόγο η λαϊκή παροιμία αναφέρεται όντως στους οδοιπόρους: αφενός ότι οι λέξεις ωδειπόρος, ωδιπόρος κτλ. δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό, οπότε πώς τις πληροφορήθηκε ο λαός; και αφετέρου διότι η έννοια του οδοιπόρου είναι σύμφωνη και με τους ιερούς κανόνες και με την παράδοση της εκκλησίας (διαβάστε τα εδώ).

Οπότε, αν δεν πιστεύετε εμένα, πιστέψτε τον μητροπολίτη κ. Γερμανό: το σωστό είναι «Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει»!

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Για τα συνδικάτα (απεργιακό άρθρο)

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2022

Σήμερα, 6 Απριλίου, έχει κηρυχθεί γενική απεργία από τη ΓΣΕΕ, την ΑΔΕΔΥ, πολλά εργατικά κέντρα και συνδικάτα. Αίτημα ειναι η αύξηση των μισθών και η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς ακρίβειας, που βέβαια πρώτιστα πλήττει τα λαϊκά στρώματα και τους οικονομικά ασθενέστερους.

Λοιπόν, απεργούν εργάτες, απεργούν υπάλληλοι, κάνουν στάσεις εργασίας τα μέσα μαζικής μεταφοράς, απεργούν υγειονομικοί, καθηγητές και δάσκαλοι, θα απεργούσαν και οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας αλλά η απεργία τους κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική -τα ιστολόγια όμως; Απεργούν τα ιστολόγια; Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αδιανόητο, ας πούμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ίσως για κάποιο πρόβλημα της μπλογκόσφαιρας, όπως είχε κάνει παλιά η ιταλική Βικιπαίδεια για να διαμαρτυρηθεί για ένα σχεδιαζόμενο μέτρο -που τελικά αποσύρθηκε. Αλλά συμμετοχή στην απεργία του «πραγματικού κόσμου»; Και με ποιο τάχα αίτημα –και σαν πίεση προς ποιον;

Επειδή δεν είναι προφανείς οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, το ιστολόγιο συνηθίζει, σε τέτοιες μέρες, να μην απεργεί αλλά να δημοσιεύει «απεργιακό άρθρο». Συνήθως, το απεργιακό αυτό άρθρο είναι αφιερωμένο, ακριβώς, στη λέξη «Απεργία» (εδώ βλέπετε την τελευταία δημοσίευση αυτού του άρθρου, πρόπερσι).

Φέτος όμως σκέφτηκα να σπάσω την παράδοση και να δημοσιεύσω, ως απεργιακό άρθρο, ένα άλλο παλιό άρθρο του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί πριν από σχεδόν 13 χρόνια, αλλά τώρα το αλλάζω αρκετά -ένα λεξιλογικό άρθρο για τη λέξη «συνδικάτο». Επίκαιρο κι αυτό, αφού συνδικαλιστικές οργανώσεις κήρυξαν τη σημερινή απεργία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Εργατικό κίνημα, Εργατικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 88 Σχόλια »