Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

54 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2021

Κλείνουν σήμερα 54 χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Πριν από 24 χρόνια τέτοια μέρα, το 1997, δηλαδή στην τριακοστή επέτειο, σε μια «ταχυδρομική λίστα» όπου συμμετείχα (κάτι ανάλογο με τα σημερινά ιστολόγια και φόρουμ) κάποιοι παλιότεροι είχαμε γράψει τις αναμνήσεις μας από τη μέρα εκείνη. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, δημοσίευσα ένα άρθρο με τρεις αφηγήσεις που είχα κρατήσει. Η δεύτερη είναι δική μου.

Φυσικά, στις δημοσιεύσεις εδώ προστέθηκαν και δικές σας αφηγήσεις στα σχόλια. Μεταφέρω πολλές από αυτές όπως είχαν εμφανιστεί στο αντίστοιχο άρθρο του 2011, κι έτσι το αρχικό άρθρο έχει τετραπλασιαστεί αφού τώρα έχει τις αναμνήσεις 17 ατόμων καθώς και μερικά λινκ στο τέλος.

Μια και από τότε έχουν προστεθεί πολλοί νέοι φίλοι στους σχολιαστές του ιστολογίου, περιμένω στα σχόλια νέες αναμνήσεις από την 21η Απριλίου 1967.

Βέβαια, καθώς τα χρόνια περνάνε, πολλοί φίλοι δεν θα μπορούν να παραθέσουν αναμνήσεις, όχι επειδή δεν θέλουν αλλά επειδή ήταν αγέννητοι ή βρέφη το 1967. Αλλά καλό είναι να θυμόμαστε την 21η Απριλίου σε μια εποχή που η επίθεση κάποιων στη «μεταπολίτευση» ξεπλένει αθέλητα ή όχι τη δικτατορία -και που Υπουργός Εσωτερικών είναι εκείνος που πήρε το δαχτυλίδι από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο για να ηγηθεί της νεολαίας ΕΠΕΝ.

1. Ήταν μέρα Παρασκευή. Ο ήλιος μία έβγαινε μία κρυβόταν. Πρωί πήγα σχολείο με τον αδερφό μου. Στο σχολείο οι δάσκαλοι μας διώξαν «Πάτε γρήγορα σπίτια σας». Τίποτε περίεργο, τω καιρώ εκείνω οι δάσκαλοι έκαναν απεργίες κάθε τρεις και λίγο (15%). Πάμε σπίτι, η μάνα μου δεν μάς άντεχε, μάς έβγαλε έξω να παίξουμε. Το σπίτι μας ήταν ένα τετράγωνο από την αστυνομία. Πολλοί χωροφύλακες περνούσαν συνέχεια με κάτι μεγάλα όπλα κάτω από τη μασχάλη. Πρώτη φορά βλέπαμε τέτοια. Μετά, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων πέρασε με οπλισμένη συνοδεία δεξιά-αριστερά και πίσω πηγαίνοντας προς τα δικαστήρια. Η μπάλα μας κύλησε προς μια ομάδα χωροφυλάκων που έκανε τσιγάρο· κανείς δεν πήγαινε να την πάρει. Κάτι βαρύ πλανιόταν στον αέρα. Ούτε που δεν είχαμε σχολείο δεν έφτιαχνε το κέφι μας. Το μεσημέρι ήρθε ο πατέρας μου. Έβαλε τις φωνές στη μάνα μου που μας άφησε να γυρνάμε έξω. Μπήκαμε μέσα και ακούγαμε εμβατήρια στο ραδιόφωνο. Άρχιζε η εφταετία.

2. Θυμάμαι τη μάνα μου να μας λέει να μη γκρινιάζουμε για το φαγητό γιατί τώρα ήρθαν δύσκολοι καιροί και θα πρέπει να συνηθίσουμε σε στερήσεις, Θυμάμαι να με δασκαλεύει, αν με ρωτήσουν τι διαβάζει ο πατέρας μου, να πω ‘Νέα’ και ‘Εστία’. Κι εγώ άκουσα «Νέα και αστεία», αλλά κανείς δεν με ρώτησε να του το πω. Μονάχα λίγους μήνες μετά, διώξανε τη μάνα μου από τη δουλειά της στο δημόσιο. Έτσι αόριστα ένα βάρος θυμάμαι, έναν φόβο, τον Γεωργαλά στο ραδιόφωνο, τους δικούς μου να μουντζώνουν, κι ύστερα κάθε 21 Απριλίου μέσα στην εφταετία, να μαζεύονται οι φίλοι του πατέρα μου, σ’ ένα ιδιότυπο πένθιμο γλέντι, να γελάνε με τα φαιδρά της χούντας και να κλαίνε με τα χάλια τα δικά μας.

3. Ήμουνα στην τετάρτη Δημοτικού. Είχαμε διάλειμμα και ξαφνικά είδαμε τον Κώστα Κ. (συμμαθητή μας) με μια ομάδα άλλα παιδιά να έρχεται φωνάζοντας «Παπανδρέου, Παπανδρέου». Το διάλειμμα δεν έλεγε να τελειώσει προς μεγάλη μας χαρά, μέχρι που μας έδιωξαν οι δάσκαλοι. Όσο για αλλαγή στη ζωή μας, συλλήψεις και τέτοια, δεν ήταν δα η πόλη μας και άντρον αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων! (Μιλάμε για την Κυπαρισσία Μεσσηνίας το 1967 -αν και δεν νομίζω να αλλάξανε πολύ τα πράγματα, δεδομένου ότι στην Κυπαρισσία ο χουντικός δήμαρχος εξελέγη επανειλημμένα και επί δημοκρατίας). Εκείνο που θυμάμαι περισσότερο ήταν οι απανωτές ανακοινώσεις από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αμαλιάδας (μοναδικό σταθμό του ΕΙΡ που πιάναμε σχετικά καλά στην Κυπαρισσία τότε) που απαγορεύανε σχεδόν τα πάντα και κατέληγαν «Καπένης Αλκιβιάδης, ταγματάρχης πεζικού». Ποτέ δεν ξανάκουσα το όνομα αυτό μετά. Ένας ασήμαντος που έγινε εξουσία; Ένα απλό όργανο; Ποιος ξέρει. Πάντως, ακόμη και στο σπίτι μου έγινε ένα μισητό όνομα, κι ας διάβαζε ο πατέρας μου την Εστία από ιδεολογία. Πιο πολύ θυμάμαι την τρομάρα μου την επόμενη χρονιά, στην επέτειο, οπότε έγινε παρέλαση και ήμουνα σημαιοφόρος (αναρωτιέμαι γιατί, αφού ήμουνα στην πέμπτη τάξη και ο σημαιοφόρος ήταν πάντα της έκτης). Έκανα τότε κατά λάθος τη μοναδική μου αντιστασιακή πράξη. Για κάποιο λόγο, όσοι είχαμε τσολιαδίστικη στολή παρελάσαμε ντυμένοι (τι σχέση είχε η 21/4 με το 1821;) Και εμένα μου έπεφτε το καλτσόν, άσπρο-άσπρο και με καλτσοδέτα με φούντα (τι φρίκη!) Είπα λοιπόν στην παραστάτρια να μου κρατήσει λίγο τη σημαία να σηκώσω το καλτσόν, δεν με πολυπρόσεξε εκείνη (θα ήταν της έκτης και θα με περιφρονούσε ως μικρότερο) και πάρ’την κάτω τη σημαία. Και στράβωσε κι ο σταυρός στην κορυφή. Σούσουρο στα πέριξ (Ο τάδε έριξε τη σημαία!) και πανικός στο σπίτι μετά («θα λένε ότι το έκανες επίτηδες!»). Τριάντα χρόνια μετά, δεν με έχει συλλάβει η ΕΣΑ ακόμη. Μάλλον τη γλίτωσα.

4. Ήμουν μαθήτρια στο Αρσάκειο της πλατείας Βάθης. Εκείνη την Παρασκευή επρόκειτο να πάμε εκδρομή με το σχολείο, ήταν η Παρασκευή πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Με την αδερφή μου φτάσαμε με τα πόδια στο σχολείο, από τον Αγ. Παντελεήμονα που μέναμε, στις 7.30 το πρωί όπως μας είχαν πει. Όμως δεν βρήκαμε κανέναν καθηγητή. Δεν είχε έρθει ούτε ο γυμνασιάρχης. Μερικά κορίτσια μόνο είχαν μαζευτεί έξω απ’ τα κάγκελα, και όλες αναρωτιόμασταν πού ήταν ο υπόλοιπος κόσμος. Μια γυναίκα που περνούσε απ’ έξω, μας είπε «Πηγαίνετε στα σπίτια σας, δεν θα γίνει εκδρομή, δεν τα μάθατε;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , | 170 Σχόλια »

Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα αγγούρια, ξανά

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2021

Δεν προλάβαινα να γράψω καινούργιο άρθρο, οπότε κατέφυγα στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης ενός παλιότερου. Πόσο παλιότερου; Πολύ. Δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από 11 χρόνια (παρά 4 μέρες), στις 16 Μαρτίου 2010 -ένα μήνα πριν από το διάγγελμα ΓΑΠ από το Καστελόριζο, παναπεί πριν από αιώνες. Οπότε, πολλοί δεν θα το έχετε διαβάσει -κι άλλοι δεν θα το θυμάστε. Μήτε εγώ το καλοθυμόμουν.

Οπότε το άρθρο ΔΕΝ είναι επίκαιρο. Δεν γράφτηκε για να συμβουλεψει την κυβέρνηση τι να κάνει μπροστά στις συνδυασμένες δυσκολίες της πανδημίας που παίρνει τα πάνω και της οικονομίας που καταβαραθρώνεται. Άλλωστε δεν έχει ανάγκη από συμβουλές η κυβέρνηση διότι έχει βρει την πανάκεια: αστυνομικοί κι άλλοι αστυνομικοί και πάλι αστυνομικοί -και ξύλο, ξύλο, ξύλο.

Ο τίτλος του άρθρου είναι βέβαια υπερβολικός. Δεν φιλοδοξώ να γράψω όλα όσα θέλετε να μάθετε για τα αγγούρια και δεν τολμούσατε ποτέ να ρωτήσετε, γιατί δεν τα ξέρω ούτε εγώ. Μερικά γλωσσικά -ετυμολογικά και φρασεολογικά θα δούμε –του αγγουριού.

Το αγγούρι είναι καρπός που εμφανίστηκε στην Ινδία. Στα αρχαία ελληνικά λεγόταν σικυός ή σίκυος, αλλά τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούσαν επίσης για τα κολοκύθια, που άλλωστε είναι φυτό της ίδιας οικογένειας· από εκεί πήρε το όνομά της και η Σικυών, το σημερινό Κιάτο (περίπου), αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν τόπος παραγωγής αγγουριών ή κολοκυθιών. Στα λατινικά λέγεται cucumis, και το επιστημονικό όνομα του αγγουριού είναι cucumis sativus. Η ελληνική λέξη πιθανώς είναι δάνειο, ίσως από κάποια ανατολίτικη γλώσσα, ενώ ο Ησύχιος έχει μια γλώσσα «κύκυον· τον σικυόν», αρκετή για να μας βάλει σε υποψίες μήπως η λατινική είναι δάνειο από την ελληνική ή και το αντίστροφο.

Εμείς όμως σήμερα, το λέμε αγγούρι. Και όχι μόνο σήμερα, αλλά αρκετά παλιά, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα· το βρίσκω στον ψευδο-Ιπποκράτη, που δεν τον χρονολογεί το TLG, αλλά περίπου τότε πρέπει να χρονολογείται: οἱ δὲ σίκυοι ἤγουν τὰ ἀγγούρια τὰ ἥμερα διουρητικά εἰσι. Έτσι που το γράφει, συμπεραίνουμε ότι τα αγγούρια ήταν, από τότε, η λαϊκή λέξη.

Κατά το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, είναι δάνειο από το αραβικό agur, που συνέπεσε φωνητικά με το μεσαιωνικό άγγουρος (= άγουρος). Στο γενικό λεξικό του Μπαμπινιώτη θα βρείτε ότι δίνεται σαν ετυμολογία η προέλευση από το άγγουρος και «κατ’ άλλη άποψη προέρχεται από το αραβικό agur». Προφανώς χρειάζεται να συντονιστούν τα δύο λεξικά. Στο ΛΚΝ, ο Πετρούνιας δίνει την αραβική ετυμολογία. Θα μπορούσε όμως να είναι και δάνειο από τα πέρσικα (angarah).

Στα γαλλικά το αγγούρι το λένε concombre, στα αγγλικά cucumber, στα ισπανικά cogombro, όλες αυτές οι λέξεις προέρχονται προφανώς από το λατινικό cucumis. Στα γερμανικά όμως το αγγούρι είναι gurke, το οποίο, θα αισθανθείτε περήφανοι αν το μάθετε, έχει ελληνική αρχή. Όμως δεν πήγε απευθείας η ελληνική λέξη στη γερμανική γλώσσα, αλλά… μέσω Πολωνίας. Δηλαδή, το βυζαντινό αγγούριν πέρασε σε ορισμένες σλάβικες γλώσσες (ogurec στα ρώσικα, okurka στα τσέχικα, ogórek στα πολωνικά) και από εκεί στα γερμανικά. Η γερμανική λέξη περνάει και στα ολλανδικά, και στα αγγλικά όπου gherkin λέγεται όχι το κανονικό αγγούρι (αυτό, είπαμε, είναι cucumber), αλλά το μικρό το αγγουράκι που το κάνουμε τουρσί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 150 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: Ο Μποστ και ο σάτυρος του Λιόπεσι

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2021

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πέρσι εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια». Το προηγούμενο, έκτο σκίτσο της σειράς το δημοσιεύσαμε πριν από δυο βδομάδες -είναι εδώ.

Το σκιτσο που θα δημοσιεύσουμε σήμερα έχει ηδη δημοσιευτεί στο ιστολόγιο, αλλά πολύ παλιά: στις αρχές Μαρτίου του 2009, όταν δηλαδή το ιστολόγιό μας δεν είχε κλείσει ούτε έναν μήνα ζωής, και γι’ αυτό ελπίζω βάσιμα ότι δεν θα το ξέρουν οι περισσότεροι από τους σημερινούς αναγνώστες. Βλέπω μάλιστα ότι είχαμε τότε μόνο 14 σχόλια με πρώτο το σχόλιο του αξέχαστου Αλλού Φαν Μαρξ που δεν βρίσκεται πια στον μάταιο τούτο κόσμο. Οπότε νομίζω ότι η αναδημοσίευση δικαιολογείται -ίσως μαλιστα και το θέμα να έχει μιαν υπόγεια επικαιρότητα.

Πρόκειται φυσικά για μια υπόθεση του αστυνομικού δελτίου που είχε κάνει αίσθηση τότε.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1961, δυο μαθήτριες του Δημοτικού επιστρέφουν από το σχολείο στο σπίτι τους, στου Ζωγράφου. Ένα πολυτελές αυτοκίνητο σταματάει δίπλα τους και ο οδηγός, ένας όμορφος νεαρός γύρω στα τριάντα, ρωτάει τα κορίτσια πού είναι η οδός Ανακρέοντος. Όταν του απαντούν, παρακαλεί τη μία τους να ανεβεί στο αυτοκίνητο και να τον οδηγήσει εκεί για να μη χάσει το δρόμο. Ανυποψίαστο, το οχτάχρονο κοριτσάκι κάθεται στη θέση του συνοδηγού αλλά ο οδηγός αναπτύσσει ταχύτητα και βγαίνει στη Μεσογείων. Η μικρή καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά και βάζει τις φωνές, τότε εκείνος τη φιμώνει με το ένα χέρι ενώ πατάει γκάζι. Περνάει τον Χολαργό, την Αγία Παρασκευή και τον Σταυρό. Λίγο πριν φτάσει στο Λιόπεσι, στρίβει σε χωματόδρομο, βιάζει το κοριτσάκι και ύστερα εξαφανίζεται.

Διαβάτες βρίσκουν το κοριτσάκι και το οδηγούν στη Χωροφυλακή και από εκεί στους γονείς της. Όπως λέει το ρεπορτάζ της εποχής, «αι αστυνομικαί αρχαί υπέθεσαν κατ’ αρχήν ότι η μικρά υπερέβαλε τα γεγονότα και ότι δια να δικαιολογήση περίπατον επ’ αυτοκινήτου μετ’ αγνώστου και ίσως μερικά αηδή φιλήματα παρ’ αυτού, έπλασε τον μύθον περί της βδελυράς επιθέσεως … Εις τούτο συνέτεινε βεβαίως και η αφέλεια της διηγήσεως της παιδίσκης περί των συμβάντων. … Η μικρά, όμως, την μεσημβρίαν χθες απεστάλη εις την ιατροδικαστικήν υπηρεσίαν και εξητάσθη από τον ιατροδικαστήν κ. Αγιουτάντην, ο οποίος διεπίστωσεν ότι ο άγνωστος κτηνάνθρωπος είχε καταστρέψει την μικράν κατά σαδιστικόν τρόπον δια να κορέση το βδελυρόν πάθος του».

Αυτό το περιστατικό, οπωσδήποτε συγκλονιστικό για την τότε Αθήνα, δίνει στον Μποστ την έμπνευση για ένα σατιρικό σκίτσο που σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτικά απρεπές:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επαναλήψεις, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 133 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και πάλι!

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2021

Μια και γιορτάζει η μισή Ελλάδα, κι επειδή ετοιμάζω ταξίδι, αναδημοσιεύω επικαιροποιημένο ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου.

Σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, η μέρα που κλείνει το γιορταστικό δωδεκάμερο, γιορταστική για τους Γιάννηδες και τις Ιωάννες αλλά ελαφρώς αποτρόπαιη για τον μαθητόκοσμο στα χρόνια μου, αφού ήταν η μέρα που ανοίγαν τα σχολεία -αν και εδώ και κάμποσα χρόνια τα σχολεία άνοιγαν στις 8 του μήνα, ενώ φέτος ο κορονιός επέβαλε να ανοίξουν στις 11 -και όχι όλα.

Να το πούμε πιο σωστά, και σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, διότι ο Άι Γιάννης ο Πρόδρομος ή Βαπτιστής, αυτόν γιορτάζουμε σήμερα, έχει πεντέξι μέρες δικές του στο εορτολόγιο -αν έχεις βαφτίσει τον γιο του Θεού, έχεις φαντάζομαι και κάποια προνόμια. Έτσι, η εκκλησία γιορτάζει επίσης τον ‘Αι Γιάννη τον Πρόδρομο και στις 24 Φεβρουαρίου, 25 Μαΐου, 24 Ιουνίου, 29 Αυγούστου και 23 Σεπτεμβρίου, αν και το eortologio.gr προφανώς αντιπαθεί τις πολλαπλές γιορτές κι έτσι αναφέρει μόνο τις 7 Ιανουαρίου. Πέρα από τον Βαπτιστή όμως έχουμε κι άλλους Ιωάννηδες που άγιασαν και που έχουν κι αυτοί τη γιορτή τους, ας πούμε ο Άι Γιάννης ο Ρώσος, που γιορτάζει στις 27 Μαΐου ή ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (ο ευαγγελιστής Ιωάννης), που γιορτάζει στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στις 13 Νοεμβρίου, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στις 4 Δεκεμβρίου, και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι.

Σχετικά μ’ αυτή την πολυεορτία των Γιάννηδων υπάρχει και μια αστεία ιστορία που έλεγε ο παππούς μου, για έναν νεοφώτιστο χριστιανό που βαφτίστηκε Ιωάννης και ύστερα οι φίλοι του απαιτούσαν να τους κάνει το τραπέζι κάθε φορά που γιόρταζε και κάποιος άγιος Ιωάννης, δηλαδή κάθε τρεις και λίγο. Σε σχέση με αυτό, πάντως, να πω ότι δεν έχω γνωρίσει κάποιον Γιάννη που να γιορτάζει άλλη μέρα και όχι στις 7 Ιανουαρίου -αν εσείς ξέρετε, πείτε το στα σχόλια.

Πριν όμως προχωρήσουμε, να πούμε ότι σήμερα, εκτός από τον Γιάννη και την Ιωάννα, γιορτάζει και ο Πρόδρομος και το όνομα αυτό, αν και πολύ λιγότερο διαδεδομένο, έχει αξιόλογη ιστορία αφού μας φτάνει μέχρι στον Μποδοσάκη, όπως έχουμε δει σε παλιότερο άρθρο.

Ο Γιάννης δεν είναι το κοινότερο ελληνικό όνομα, αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, έχει με πολύ μεγάλη διαφορά τη μεγαλύτερη παρουσία στην παροιμιολογία μας. Σύμφωνα με έρευνα για τη συχνότητα των ελληνικών ονομάτων, από τα αντρικά ελληνικα ονόματα, ο Γιώργος είναι με διαφορά το κοινότερο, ενώ ο Γιάννης έρχεται αρκετά πιο πίσω, στην τέταρτη θέση, αν και πολύ κοντά στον Κώστα και τον Δημήτρη, θα λέγαμε μέσα στα όρια του στατιστικού λάθους (οπότε είναι ίσως ασφαλέστερο να πούμε πως δεν είναι σαφές ποιο από τα τρία ονόματα, Γιάννης, Κώστας ή Δημήτρης, έχει τη δεύτερη θέση).

Κι όμως, για τον Γιώργο οι παροιμίες είναι σχετικά λιγοστές, το ίδιο και για τον Κώστα ή τον Δημήτρη, ενώ για τον Γιάννη ξεπερνούν τις πενήντα, και μάλιστα πολλές είναι πασίγνωστες.

Αυτή η απόκλιση δύσκολα εξηγείται. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η πολυεορτία (τη λέξη αυτή προ ολίγου την έφτιαξα, δεν ξέρω αν υπάρχει) των Γιάννηδων παίζει κάποιο ρόλο, ιδίως αν σκεφτούμε ότι ο Γιώργος έχει μία γιορτή, κι αυτήν κινητή, αφού συχνά την επισκιάζει το Πάσχα και την αναγκάζει να μετακινηθεί. Δεν αποκλείεται όμως παλαιότερα, τότε που διαμορφώθηκαν οι παροιμίες αυτές, δηλαδή πριν από 4-5 αιώνες, το όνομα Γιάννης να ήταν πολύ συχνότερο από σήμερα, και αυτό να εξηγεί τις πολλές παροιμίες.

Αυτό είναι σκέτη εικασία μου· το βέβαιο είναι πως ο Γιάννης (και αντίστοιχα για τις γυναίκες η Μαρία) είναι το αρχετυπικό αντρικό όνομα. Και ίσως επειδή οι Γιάννηδες, σαν πλειοψηφούντες, έγιναν στόχος των άλλων που δεν λέγονταν Γιάννηδες, γιαννάκης λέγεται ο αγαθούλης, ο άπειρος, τόσο στην πολιτική ζωή όσο και στο στρατό όπου οι νεοσύλλεκτοι λέγονται γιαννάκια, στραβόγιαννοι, γιάννηδες. Να σημειώσουμε επίσης ότι στην παλιότερη αργκό γιάννηδες λέγονταν οι λωποδύτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Λαογραφία, Ονόματα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 140 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Απεργία, λοιπόν!

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2020

Σήμερα έχει πανελλαδική απεργία, που έχει κηρυχθεί από δεκάδες εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες, σε διαμαρτυρία για το εργατικό (ή αντεργατικό) νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Τέτοιες απεργίες δεν είναι σπάνιες, αλλά η σημερινή έχει κάτι το ξεχωριστό -είναι όχι η πρώτη αλλά η μεγαλύτερη ως σήμερα απεργία της περιόδου της πανδημίας -απεργία με μάσκα, σαν να λέμε.

Βέβαια, απεργούν εργάτες, απεργούν υπάλληλοι, κάνουν στάσεις εργασίας οι υγειονομικοί, δεν κινείται ο ηλεκτρικός και το μετρό, απεργούν καθηγητές και δάσκαλοι -τα ιστολόγια όμως; Απεργούν τα ιστολόγια; Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αδιανόητο, ας πούμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ίσως για κάποιο πρόβλημα της μπλογκόσφαιρας, όπως είχε κάνει παλιά η ιταλική Βικιπαίδεια για να διαμαρτυρηθεί για ένα σχεδιαζόμενο μέτρο -που τελικά αποσύρθηκε. Αλλά συμμετοχή στην απεργία του «πραγματικού κόσμου»; Και με ποιο τάχα αίτημα –και σαν πίεση προς ποιον;

Επειδή δεν είναι προφανείς οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, το ιστολόγιο συνηθίζει, σε τέτοιες μέρες, να μην απεργεί αλλά να δημοσιεύει «απεργιακό άρθρο». Έτσι, και σήμερα, αντί να απεργήσω, θα λεξιλογήσω… για την απεργία, δηλαδή θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την ιστορία της λέξης και του πράγματος. Οι ταχτικοί αναγνώστες μπορεί να αναγνωρίσουν κάποιες από τις παραπάνω φράσεις: το άρθρο που θα διαβάσετε δεν είναι καινούργιο αλλά είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που ήδη έχω δημοσιεύσει κι άλλες φορές στο παρελθόν, πάλι σε μέρα γενικής απεργίας.

Η απεργία θέλει εργάτες· βέβαια, σε παλιότερες εποχές υπήρχαν πολλά περιστατικά οργανωμένης διαμαρτυρίας δούλων ή δουλοπαροίκων, που ασφαλώς θα περιλάμβαναν και άρνηση εργασίας, αλλά αμφιβάλλω αν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε «απεργίες». Βλέπω πάντως στη Βικιπαίδεια ότι στην αρχαία Αίγυπτο οι τεχνίτες που δούλευαν στην κατασκευή βασιλικών τάφων, στις δυτικές Θήβες της αρχαίας Αιγύπτου, διέκοψαν την εργασία τους στις 10 του μήνα Peret II (4 Νοεμβρίου), του έτους 1159 π.Χ., το 29ο έτος της βασιλείας του Φαραώ Ραμσή ΙΙΙ, διότι δεν τους είχε καταβληθεί για 18 ημέρες ο μισθός σε σιτηρά, και η διαμαρτυρία «πεινάμε» έχει καταγραφεί από τον γραφέα Amun-Nechet στον πάπυρο p1880 του αιγυπτιακού μουσείου του Τορίνου. Ωστόσο, τις απαρχές του πράγματος (των απεργιών) και των λέξεων που το περιγράφουν θα τις αναζητήσουμε στις αρχές του 19ου αιώνα.

Βέβαια, μπορεί η λέξη να υπάρχει πριν από το πράγμα, με άλλη σημασία. Πάντως, η λέξη «απεργία» δεν μαρτυρείται στα αρχαία ελληνικά –υπάρχει όμως, στον Ησύχιο, τον λεξικογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., η λέξη «απεργός», με τη σημασία «αργός». Όσο για τις σημερινές σημασίες, η λέξη «απεργία» σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφεται το 1889, ενώ το ρήμα «απεργώ» από το 1886. Όπως θα δούμε, οι πληροφορίες αυτές, αν ισχύουν και στη νεότερη έκδοση του λεξικού, που δεν την έχω πρόχειρη, είναι λαθεμένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Επαναλήψεις, Εργατικό κίνημα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »

Το άλλο χρυσάφι της γης, ξανά

Posted by sarant στο 4 Νοεμβρίου, 2020

Δεν πρόφταινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είχα ετοιμασίες για ταξίδι. Οπότε, ξαναδημοσιεύω ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου, που αρχικά είχε δημοσιευτεί πριν από εννιά χρόνια κι ένα μήνα, τότε που ήμασταν νεότεροι, ωραιότεροι και χωρίς κορόνα.

Παρόλο που πολλοί συμμετείχατε και στην τότε συζήτηση, ελπίζω να μη θυμάστε πολύ καλά το άρθρο -ενώ κάποιοι σίγουρα δεν θα το έχουν δει. Ενσωματώνω και μερικά από τα τότε σχόλια.

Οι πατατοφάγοι του Βαν Γκογκ (τμήμα)

Οι Ισπανοί κονκισταδόρες που έφτασαν στο Περού γύρω στο 1530 αναζητώντας χρυσάφι και ασήμι παρατήρησαν ότι οι Ίνκας έτρωγαν έναν περίεργο χυλό, που φτιαχνόταν από κάτι αποξηραμένους καρπούς –δοκίμασαν και άρχισαν να τρώνε και οι ίδιοι, και τελικά το έφεραν στην Ευρώπη, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι ήταν κάτι πολύ πολυτιμότερο από το χρυσάφι και το ασήμι. Ήταν η πατάτα.

Όταν σκεφτούμε πόσο δεμένη είναι η πατάτα σήμερα με το καθημερινό μας διαιτολόγιο, δυσκολευόμαστε να πιστέψουμε ότι πριν από λίγους αιώνες ήταν σχεδόν ή εντελώς άγνωστη (βέβαια το ίδιο ισχύει και με τη ντομάτα). Διότι, έστω κι αν έφτασε στην Ισπανία περί το 1550, η πατάτα άργησε πολύ να πάρει τη θέση που έχει σήμερα. Από την αρχή την αντιμετώπισαν με δυσπιστία, για διάφορους λόγους.

Καταρχάς, για κανα-δυο αιώνες κανείς δεν είχε σκεφτεί να την ξεφλουδίσει. Έπειτα, πολλοί δοκίμασαν να τη φάνε ωμή, με αποτέλεσμα να αρρωστήσουν –έτσι, διαδόθηκε ότι η πατάτα προκαλεί λέπρα. Απωθητικό ήταν και το γεγονός ότι φύτρωνε κάτω από τη γη, και έδωσε λαβή να αναπτυχθούν διάφορες δεισιδαιμονίες. Έπειτα, δεν έκανε καμιά εντύπωση έτσι όπως ήταν άοσμη και άγευστη. Την καλλιεργούσαν κυρίως για ζωοτροφή.

Το όνομα της πατάτας βγήκε από ένα μπέρδεμα. Οι Ισπανοί γνώρισαν δυο παρεμφερή φυτά στον Νέο Κόσμο: την πατάτα, στο Περού, που την είπαν papa, όπως είναι στην γλώσσα Κέτσουα, και τη γλυκοπατάτα, που την είπαν batata, λέξη των Ινδιάνων της Ισπανιόλας (το μεγάλο νησί που σήμερα είναι χωρισμένο στην Αϊτή και τη Δομινικανή Δημοκρατία). Από τη διασταύρωση των λέξεων papa και batata προέκυψε ο όρος patata, που αρχικά τον χρησιμοποιούσαν αδιακρίτως και για γλυκοπατάτες και για πατάτες, και που διαδόθηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 186 Σχόλια »

Ιστολογικά κεσάτια 2020

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2020

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, όσο κι αν φέτος τα πράγματα έχουν έρθει άνω-κάτω με την πανδημία.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρότατα ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δωδέκατος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω -και θα θυμίσω ότι τα τρία πρώτα χρόνια του ιστολογίου δεν είχαμε δεκαπενταυγουστιάτικο άρθρο.

Τα κεσάτια στον τίτλο είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Σθλάβοι στα δεσμά τους και πάλι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2020

Επειδή δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είπα να αναδημοσιεύσω ένα παλιότερο. Πολύ παλιότερο μάλιστα, από τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το θυμάστε. Από την πολύ καλή συζήτηση που είχε γίνει στην αρχική δημοσίευση μεταφέρω λίγα πράγματα, δεν βλάφτει όμως να ανατρέξετε και στα παλιά σχόλια, αν έχετε όρεξη -ο φίλος μας ο Πέπε, που το εκανε πρόπερσι είχε βρει συναρπαστική τη συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο (εδώ στην τελευταία εκδοχή του) είδαμε πώς η λέξη grec (Έλληνας) πήρε στα γαλλικά τη σημασία ‘απατεώνας, χαρτοκλέφτης’. Μας πρόσβαλε αυτό, αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Εδώ θα δούμε για μια άλλη ομάδα λαών και πώς το ελληνικό εθνωνύμιό της πήρε τη σημασία «δούλος» και πώς γέννησε, στα μεσαιωνικά ελληνικά, τη λέξη σκλάβος, που έδωσε δάνεια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Στην αρχή έχουμε τους Σλάβους, που έρχονται στη Βαλκανική περί τον 5ο αιώνα· αυτοί αυτοαποκαλούνται slovĕne (όνομα που επιβιώνει στους σημερινούς Σλοβένους). Το αρχικό σλ- είναι δυσπρόφερτο στα ελληνικά και αναπτύσσεται ένα ενδιάμεσο σύμφωνο για να διευκολύνει την προφορά. (σ: φατνιακό τριβόμενο, λ: οδοντικό προσεγγιστικό, θ: οδοντικό τριβόμενο. Δηλαδή το θ είναι φθόγγος ενδιάμεσος μεταξύ του σ και του λ: προφέρεται με τη γλώσσα στον ίδιο τόπο άρθρωσης όπως το θ, αλλά με τον ίδιο τρόπο άρθρωσης όπως το σ). Kάτι ανάλογο συμβαίνει και με πολλά σλαβικά ονόματα που τα βρίσκουμε γραμμένα σε βυζαντινά κείμενα με -σθλ, π.χ. Ιερόσθλαβος, Ραδόσθλαβος, Ρασίσθλαβος, Στανίσθλαβος κτλ.

Έτσι το εθνωνύμιο περνάει στα ελληνικά της εποχής ως Σθλαβηνός, Σκλαβηνός ή Σθλάβος, Σκλάβος· η πρώτη μαρτυρία της λέξης υπάρχει σε κείμενο του 56ου αιώνα, στον Μαλάλα (Μηνὶ μαρτίῳ ἰνδικτιῶνος ζ’ ἐπανέστησαν οἱ Οὗννοι καὶ οἱ Σκλᾶβοι τῇ Θρᾴκῃ). Οι δυο μορφές, η συντομευμένη και η εκτενέστερη, συνυπάρχουν στα κείμενα. Από το βυζαντινό σκλάβος έχουμε και το λατινικό sclavus. (Δείτε όμως πιο κάτω μια επιφύλαξη).

Οι Σλάβοι είχαν ασθενή πολιτική οργάνωση, βασισμένη χαλαρά στις οικογένειες και στα γένη· ήταν αγροτικός και ποιμενικός λαός, και έτσι αποτελούσαν εύκολη λεία για συγκροτημένους εισβολείς που με το γυμνασμένο ιππικό τους έκαναν επιδρομές και αιχμαλώτιζαν πολλούς Σλάβους που στη συνέχεια τους πουλούσαν σκλάβους. Κάποια στιγμή, γύρω στον ένατο αιώνα, το εθνωνύμιο Σκλάβος / Sclavus άρχισε να σημαίνει όχι πια «Σλάβος» αλλά «Σλάβος δούλος» και στη συνέχεια απλώς «δούλος» όχι απαραίτητα Σλάβος πλέον. Δεν έχει εξακριβωθεί σε ποια εποχή και γλώσσα πρωτοέγινε αυτή η μετάβαση· οι εντελώς αναμφίσημες εμφανίσεις μη Σλάβων σκλάβων π.χ. sclava grecha ή σαρακηνός σκλάβος είναι μεταγενέστερες. Πάντως όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι έγινε στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στη Βαλκανική χερσόνησο, εκεί που συναντιούνταν Βυζαντινοί, Άραβες και Γερμανοί.

Πράγματι, το λατινικό sclavus με την αναντίλεκτη σημασία «σκλάβος» εμφανίζεται σχετικά αργά στην Ιταλία (τέλος 11ου αιώνα) ή τη Γαλλία αλλά αρκετά νωρίτερα στη Γερμανία, από τον 10ο αιώνα. Στην αραβική Ισπανία οι Σλάβοι σκλάβοι καταφθάνουν από τον 10ο επίσης αιώνα ως λεία Σαρακηνών πειρατών ή πραμάτεια Εβραίων δουλεμπόρων. Αρχικά σακλάμπ (που είναι δάνειο από το σκλάβος, θυμηθείτε ότι οι άραβες δεν προφέρουν το σίγμα στην αρχή της λέξης μαζί με άλλο σύμφωνο) είναι το εθνωνύμιο που σημαίνει Σλάβος, στη συνέχεια σακαλίμπα είναι η λέξη που δηλώνει τους Σλάβους σκλάβους, και στη συνέχεια εφαρμόζεται σε οποιουσδήποτε ανοιχτόχρωμους σκλάβους, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην Κόρδοβα περί το 950 οι σακαλίμπα φτάνουν τις 13.000, και πολλοί απ’ αυτούς είναι ευνούχοι και εποπτεύουν τα χαρέμια, οπότε η λέξη φτάνει να σημαίνει και «ευνούχος», σημασία που επιβιώνει στο σημερινό ισπανικό ciclan «μόνορχις».

Η συνύπαρξη των σημασιών σθλάβος/σκλάβος = Σλάβος και σθλάβος/σκλάβος = σκλάβος βασανίζει τους μελετητές όχι λίγο. Λογουχάρη, όταν λέει ο Πορφυρογέννητος για την Πελοπόννησο «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος», εννοεί άραγε «εκσλαβίστηκε» ή «σκλαβώθηκε»; Πιθανότερο το πρώτο, αλλά δεν μας πολυσυμφέρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 282 Σχόλια »

Το φρούτο της εποχής, ξανά

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2020

Θ’ αναρωτηθείτε, ποιο είναι το φρούτο της εποχής, μια και ο Μαϊούνης φέρνει πολλά οπωρικά. Ή μάλλον δεν θ’ αναρωτηθείτε, επειδή βάζω τη φωτογραφία -για τις φράουλες θα μιλήσουμε σήμερα. Οι ταχτικοί θαμώνες του ιστολογίου ξέρουν άλλωστε πως το ιστολόγιο αγαπάει τα φρούτα και τη φρουτολεξιλογία. Τα σχετικά άρθρα, που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, τα επαναλαμβάνω στο ιστολόγιο κάθε 4-5 χρόνια, ανάρια για να έχουν νοστιμάδα, οπότε σήμερα βάζω το άρθρο για τις φράουλες, που η τελευταία του δημοσίευση είχε γίνει τέτοιες μέρες πριν από πέντε χρόνια.

Η φράουλα είναι από τα δημοφιλέστερα φρούτα, και όχι μόνο για νωπή κατανάλωση αλλά και ως γεύση σε παγωτά, μαρμελάδες, τσίχλες, ζελέ και συστατικό σε αρώματα, καλλυντικά και διάφορα άλλα προϊόντα, κι όμως… δεν είναι φρούτο!  Όντως, από φυτολογική άποψη, η φράουλα είναι ψευδοφρούτο: τα πραγματικά φρούτα είναι τα πολλά μικροσκοπικά «σποράκια» που βλέπουμε στην επιφάνεια της σάρκας της φράουλας, ενώ το σαρκώδες μέρος δεν είναι παρά το περίβλημα του καρπού. Μπορεί αυτό να το υποστηρίζουν οι βοτανολόγοι, ωστόσο εμείς που τις απολαμβάνουμε τις θεωρούμε φρούτα και με το παραπάνω – και μάλιστα, αν ρωτήσετε τα παιδιά, πάω στοίχημα πως η φράουλα θα πάρει μια θέση ανάμεσα στις πρώτες, με το κόκκινο χρώμα της, τη λάμψη της, το άρωμά της. Ίσως και την πρώτη, κι ας λένε οι βοτανολόγοι.

Αν εξαιρέσουμε τα εξωτικά φρούτα, οι φράουλες ήρθαν τελευταίες στα μέρη μας: στη Γεωργική και οικιακή οικονομία του, γραμμένη το 1835, ο πρωτοπόρος Γρηγόριος Παλαιολόγος σημειώνει μεν ότι η φράγουλα, που την ονομάζει επίσης χαμαίβατο, καλλιεργείται σε πολλούς κήπους των Αθηνών και πετυχαίνει σχεδόν παντού, αλλά την παρουσιάζει ανάμεσα στα σχετικώς άγνωστα φρούτα (χαρακτηριστικό είναι ότι αμέσως μετά περιγράφει το ανανάσιον, δηλαδή τον ανανά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »

Όπου Γιώργος και μάλαμα

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2020

Σήμερα γιορτάζει η μισή Ελλάδα, που λέει ο λόγος ή, τέλος πάντων, γιορτάζουν οι Γιώργηδες και οι Γεωργίες. Η γιορτή τους είναι ημικινητή, αφού συχνά πέφτει πριν από το Πάσχα, κι έτσι μετατίθεται, φέτος όμως τυχαίνει να γιορτάζεται στη μέρα της.

Μαύρη γιορτή, θα πείτε, εν μέσω πανδημίας -πώς να δεχτείς φίλους στο σπίτι τον καιρό του εγκλεισμού και της κοινωνικής αποστασιοποίησης; Ναι, δεν είναι το ίδιο, αλλά το ιστολόγιο θα προσπαθήσει να δώσει ένα ελάχιστο εορταστικό χρώμα στη μέρα, αφιερώνοντας το σημερινό άρθρο σε όσους και όσες γιορτάζουν. Βέβαια, το άρθρο δεν είναι καινούργιο, αλλά έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη του δημοσίευση, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το καλοθυμάστε. Επιπλέον, προσθέτω και αλλάζω κάποια πράγματα.

Ο Γιώργος είναι το συχνότερο ελληνικό αντρικό όνομα, με σαφή διαφορά από τα επόμενα (Δημήτρης, Κώστας και Γιάννης, πολύ κοντά το ένα στο άλλο) ενώ η Γεωργία βρίσκεται στην 5η θέση των γυναικείων. Το όνομα Γεώργιος, όπως είναι στην επίσημη μορφή του, ετυμολογείται από τον γεωργό, πιθανώς από τον Δία Γεωργό, αφού ο «Ζευς Γεωργός» λατρευόταν στην αρχαία Αθήνα. Όπως μας είχε πληροφορήσει στα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης ο φίλος μας ο Π2, το όνομα Γεώργιος δεν εμφανίζεται στην κλασική αρχαιότητα ούτε στις επιγραφές. Από τα κείμενα που έψαξα, νομίζω ότι πρώτη φορά βρίσκουμε το όνομα Γεώργιος στον Αίλιο Ηρωδιανό, τον 2ο αιώνα μΧ, όπου αναφέρει τα ονόματα Γεώργιος, Δημήτριος, Αμμώνιος σαν παραδείγματα της γραφής σε -ιος. Περίπου τότε εμφανίζεται και στις επιγραφές.

Πάντως, τη μεγάλη του διάδοση το όνομα τη γνώρισε επί χριστιανισμού, από τον άγιο Γεώργιο τον μεγαλομάρτυρα ή τροπαιοφόρο, που ήταν στρατιωτικός με μεγάλες διακρίσεις στον ρωμαϊκό στρατό, και που μαρτύρησε στον διωγμό του Διοκλητιανού το έτος 303. Ως στρατιωτικός άγιος, ο Άγιος Γεώργιος έγινε δημοφιλέστατος και τ’ όνομά του συνδέθηκε με πολλές παραδόσεις, από τις οποίες η γνωστότερη τον θέλει να φονεύει τον δράκο, άθλος που παριστάνεται σε πάρα πολλές εικόνες του (Δείτε κι εδώ μια γελοιογραφία του Μποστ, που την παρουσιάσαμε πριν από χρόνια, και η οποία εμπνέεται από αυτή την παράδοση). Ο δράκος αυτός, σύμφωνα με μια εκδοχή της παράδοσης, είχε κάνει τη φωλιά του σε μια πηγή και δεν άφηνε τους κατοίκους της πόλης να πάρουν νερό, παρά μόνο αν του έδιναν να φάει κάποιον κάτοικο της πόλης, που τον όριζαν με κληρο. Μια φορά ο κλήρος έπεσε στη βασιλοπούλα, αλλά κατά σύμπτωση έτυχε να περνάει από τα μέρη τους ο Άγιος Γεώργιος, που σκότωσε το θηρίο (αφού πρώτα του έδειξε το σήμα του σταυρού) και έσωσε τη βασιλοπούλα, και ζήσαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εθνικά, Ονόματα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 298 Σχόλια »

Λέξεις του Πάσχα, για μια ακόμα φορά

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2020

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν -και τη Μεγαλοβδομάδα αναμενόμενο είναι να λεξιλογήσουμε πασχαλινά, ακόμα και φέτος που η πανδημία μάς έκλεψε το Πάσχα.

Βέβαια, αφου το φετινό είναι το δωδέκατο Πάσχα του ιστολογίου μας (ζωή νάχουμε!) επόμενο είναι τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά της Λαμπρής να τα έχουμε συζητήσει πάνω από μία φορά -και το σημερινό άρθρο είναι πολυεπανάληψη -τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει το 2016.

Δεν πειράζει όμως. Αφού φέτος το Πάσχα όλα σχεδόν είναι αλλαγμένα, ας μείνει τούτο το άρθρο ίδιο με αλλοτινούς καιρούς (όχι εντελώς ίδιο, άλλαξα κάποια πράγματα).

Ξεκινώντας την περιήγησή μας στις πασχαλινές λέξεις, πρώτα πρώτα έχουμε το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

(Για να απαντήσω και σε μια ερώτηση που έγινε σε πρόσφατο σχόλιο, επαναλαμβάνω πως το Πάσχα είναι άκλιτο -αν θελετε να το κλίνετε, να πείτε «η Πασχαλιά» ή «η Λαμπρή»).

Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα) -στα σερβοκροάτικα λέγεται Uskrs, που υποψιάζομαι πως σημαίνει Ανάσταση. Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, κι έτσι έχουμε το γαλλικό Pâques ή το ιταλικό Pasqua, αν και στα αγγλικά έχουμε Εaster, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).

Το φετινό Πάσχα πέφτει σχεδόν στο μέσο της περιοχής ημερομηνιών του (οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου) και έχει μία βδομάδα διαφορά από το καθολικό, που μόλις προηγήθηκε. Του χρόνου θα έχουν διαφορά 4 εβδομάδων, 4 Απριλίου οι Καθολικοί και 2 Μαΐου εμείς. Όπως είχε σχολιάσει εδώ παλιά ο φίλος Βιοάννης: Το ορθόδοξο Πάσχα από το δυτικό διαφέρουν 1, 4, 5 εβδομάδες (το ορθόδοξο πάντα έπεται) ή συμπίπτουν. Ποτέ δεν διαφέρουν 2 ή 3 εβδομάδες. Η διαφορά των 4 εβδομάδων είναι σπάνια, μόνο στο 5,2% των περιπτώσεων για τα έτη 1583-2100. Από το 1583 έχουμε διαφορά στις ημερομηνίες εορτασμού, μια και εμφανίστηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Καθώς τα χρόνια θα περνούν και θα αποκλίνει το ορθόδοξο από την αστρονομική πραγματικότητα, θα εμφανιστούν και διαφορές 6 εβδομάδων (πρώτη φορά το 2437) και θα εξαφανιστεί η ταύτιση (τελευταία φορά το 2698), όπως και θα εμφανιστεί διαφορά 2 εβδομάδων (το 2725) όχι όμως διαφορά 3 εβδομάδων (έως το 4100, που το έχω ψάξει). Να πω ότι αυτά δεν τα έχω τσεκάρει προσωπικά, κι έτσι αν το 2437 δεν εμφανιστεί διαφορά έξι εβδομάδων μην μου κάνετε επικριτικά σχόλια, σας παρακαλώ. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε τότε.

Πάντως, επειδή ο τρόπος υπολογισμού του Πάσχα είναι περίπλοκος, η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο. (Περισσότερα για τις εκφράσεις αυτές εδώ, ενώ για τα κόκκινα αυγά ειδικώς έχουμε ανεβάσει το 2013 ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη).

Πέρα από τα αυγά, το Πάσχα έχουμε και τον οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα), αλλά έχει επικρατήσει πια να τη λέμε για το αρνάκι. Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Και επειδή κάποτε θα χρησιμοποιήθηκαν μικροί οβελοί από μέταλλο ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή, με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές). Να πούμε πάντως ότι και η Ιόνιος Πολιτεία το 1819 είχε θεσπίσει ως νόμισμα τον οβολό, με μικρότερο νόμισμα τον ημιώβολο -απ’ όπου και η παλιά φράση «δεν έχω μιώβολο», αλλά και τα όβολα, λαϊκή ονομασία για τα χρήματα.

Βέβαια, ο οβελίας είναι λέξη αναστημένη από τους λογίους. Η σούβλα, πάλι, είναι δάνειο λατινικό (από το subula, που σήμαινε χοντρή βελόνα ή το σουβλί των παπουτσήδων), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό. Υποκοριστικό της το σουβλάκι, που ήταν στην αρχή το καλαμάκι στο οποίο περνούσαν το κρέας (και δεν θα μπω στη διαμάχη Βορρά-Νότου για το αν είναι «λάθος» να λέμε σουβλάκι το φαγητό με τυλιχτή πίτα και γύρο, αλλά θα παρατηρήσω ότι ο όρος πιτόγυρο που δεν συνηθιζόταν στην Αθήνα όταν ήμουν νέος διαδίδεται όλο και περισσότερο).

Για το αρνάκι που σουβλίζουμε, τα είπαμε· ετυμολογικά η λέξη είναι αρχαία (αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’), όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα τις περιφρονεί. Ωστόσο, δεν είναι πανελλήνιο έθιμο το σούβλισμα: σε κάποια μέρη φουρνίζουν το «κουτάλι» (ένα χεράκι αρνιού), σε άλλα ολόκληρο κατσικάκι αλλά στον φούρνο, κάποτε σκεπασμένο με ζύμη.

Τα γαστρονομικά του Πάσχα κλείνουν με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα). Παρόμοιες λέξεις (και γλυκίσματα) υπάρχουν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι τα αρμένικα, όπου το λαμπρόψωμο λέγεται cheoreg και βάζουν μέσα και νόμισμα. Και πάλι, έχουμε τοπικές διαφορές: στην Κρήτη, πιθανώς και αλλού, λένε ή έλεγαν «κουλούρα» αυτό που οι Αθηνάιοι λένε «τσουρέκι», και αντίστροφα λένε «τσουρέκια» αυτά που εμείς θα λέγαμε κουλούρια.

Μπορεί ο Πόντιος Πιλάτος να ένιψε τας χείρας του (κάτι που έγινε παροιμιώδες, αν και δεν ξέρουμε κατά πόσον τας έπλυνε «πολύ σχολαστικά» όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο πασίγνωστο πλέον αντικορονικό μήνυμα) και να δήλωσε αθώος από του αίματος τούτου, ωστόσο δεν απέφυγε την ηθική καταδίκη. Από το όνομά του προέρχεται το ρήμα «πιλατεύω», που έχει τη σημασία «ταλαιπωρώ, βασανίζω». Στο μεσαιωνικό λεξικό του ο Κριαράς δίνει και το «πιλατήριο» με σημασία «μαρτύριο, βασανιστήριο» αλλά και «φυλακή». Βέβαια, στη σημερινή γλώσσα «πιλατεύομαι» σημαίνει «ασκούμαι κάνοντας πιλάτες». Βασανιστήριο είναι κι αυτό αλλά ετυμολογικώς δεν συνδέεται άμεσα με τον Πιλάτο

Μια άλλη μεγαλοβδομαδιάτικη λέξη που έχει περάσει από τα Ευαγγέλια στη γλώσσα μας είναι ο Γολγοθάς. Γολγοθάς είναι ο λόφος της Ιερουσαλήμ όπου σταυρώθηκε, σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς. Το όνομα παραδίδεται και στα τέσσερα Ευαγγέλια, π.χ. στον Ιωάννη: Παρέλαβον οὖν τὸν Ἰησοῦν·  καὶ βαστάζων αὑτῷ τὸν σταυρὸν ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου Τόπον, λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. ἔγραψεν δὲ καὶ τίτλον Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον, Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Όπως μάς λέει ο Ιωάννης, Γολγοθά στα εβραϊκά σημαίνει «Κρανίου τόπος». Πράγματι, στα αραμαϊκά Gulgulthā είναι το κρανίο. Στην αρχή το γένος του Γολγοθά επαμφοτερίζει στα ελληνικά, αλλά τελικά σταθεροποιήθηκε στο αρσενικό: ο Γολγοθάς. Κάποιοι λένε ότι η ονομασία «Κρανίου τόπος» οφείλεται στο ότι ο Γολγοθάς ήταν ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων», άλλοι ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι απλώς επειδή είχε σχήμα κρανίου· αυτή η δεύτερη εκδοχή ακούγεται συχνότερα. Η κάποια φωνητική ομοιότητα μεταξύ Γολγοθά και Γολιάθ γέννησε τον γλωσσικό μύθο ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι επειδή ο Δαβίδ έθαψε εκεί το κρανίο του Γολιάθ. Μύθος είναι.

Στα ελληνικά, έχει μείνει και η έκφραση «κρανίου τόπος», που τη λέμε για ένα εξαιρετικά ξερό και αφιλόξενο μέρος, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέουμε στο μυαλό μας με τον Γολγοθά και το μαρτύριο του Ιησού. Λέμε επίσης κρανίου τόπο ένα μέρος που έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή και ερήμωση· συχνά το χρησιμοποιούμε για περιπτώσεις πυρκαγιάς (π.χ. κρανίου τόπος το φοινικόδασος της Πρέβελης), αλλά και πιο μεταφορικά, π.χ. ότι η ελληνική διαφημιστική αγορά είναι κρανίου τόπος λόγω της κρίσης. Η βιβλική αναφορά μεταφράστηκε Calvariae Locus στα λατινικά, που έδωσε το αγγλικό calvary και το γαλλικό calvaire, που επίσης σημαίνουν όχι μόνο τον Γολγοθά καθαυτόν αλλά και μια μεγάλη ταλαιπωρία, δοκιμασία –έναν γολγοθά μεταφορικά.

Φυσικά και στα ελληνικά χρησιμοποιούμε το κύριο όνομα σαν ουσιαστικό, δηλ. τον Γολγοθά μεταφορικά, σαν μια σειρά από ταλαιπωρίες και βάσανα που περνάει κάποιος, μια μακρά πορεία πόνου και ταπεινώσεων – «Ο Γολγοθάς μιας ορφανής» ήταν μια παλιά ελληνική ταινία. Βέβαια, με τον γλωσσικό πληθωρισμό που επικρατεί σε ορισμένους δημοσιογραφικούς κύκλους, διαβάζεις ότι κάποια σταρ περνάει Γολγοθά και δεν ξέρεις αν χαροπαλεύει ή αν απλώς πήρε δυο κιλά που δεν μπορεί να τα χάσει (και όλα τα ενδιάμεσα στάδια), ωστόσο γενικά ο Γολγοθάς δείχνει μια επώδυνη και μακρόχρονη διαδικασία.

Ο Γολγοθάς κατέληξε στη σταύρωση. Περιέργως, τόσα χρόνια δεν έχω γράψει άρθρο για τον σταυρό, ίσως επειδή το θέμα είναι πολύ εκτενές και με πιάνει δέος. Κάποτε θα το αποφασίσω, πού θα πάει. Πάντως, να πούμε προς το παρόν ότι στα αρχαία ελληνικά η λέξη «σταυρός» δεν δηλώνει το σημερινό σχήμα αλλά είναι, απλώς, ένας πάσσαλος. Πολλή συζήτηση γίνεται επίσης και για το σχήμα του ξύλου που πάνω του θανατώθηκε ο Ιησούς, αν συνέβη κάτι τέτοιο, δηλαδή αν ήταν πάσσαλος, δύο ξύλα σε σχήμα Τ ή δύο ξύλα σε σχήμα +.

Πριν από μερικές μέρες ο κ. Χαρδαλιάς ειπε ότι «σηκώνουμε τον Γολγοθά μας», ένα συγγνωστό λαθάκι. Τον σταυρό σηκώνουμε και ανεβαίνουμε στον Γολγοθά, αλλά το μπέρδεμα είναι εύκολο. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γολγοθάς στον οποίο έχουμε μπει δεν προβλέπεται να τελειώσει μόλις βγούμε από την καραντίνα. Κάποιοι λένε ότι τότε αρχίζει. Προς το παρόν όμως ας ευχηθούμε καλές γιορτές σε όλους, όσο μας επιτρέψει ο κοροναϊκός περιορισμός.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ημερολογιακά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 275 Σχόλια »

Μένουμε σπίτι

Posted by sarant στο 9 Απριλίου, 2020

Επιστρέφουμε σήμερα σε πανδημικούς ρυθμούς.

Ανάμεσα στις λέξεις και τις φράσεις που γέννησε η πανδημία ξεχωριστή θέση έχει η φράση «Μένουμε σπίτι» καθώς είναι σύνθημα επίσημο, θεσμικό. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο πληθυσμός προτρέπεται να μένει στο σπίτι, να αποφεύγει τις περιττές μετακινήσεις.

Aυτός ο περιορισμός των μετακινήσεων, lockdown που το είπαν στα αγγλικά, ξεκίνησε από την Κίνα, τον Γενάρη, και σταδιακά επεκτάθηκε σε άλλες χώρες. Πολύς κόσμος, όσος μπορεί, δουλεύει από το σπίτι, ενώ βέβαια στο σπίτι μένουν και οι μαθητές, αφού τα σχολεία είναι κλειστά. Πολλές χώρες, κι η Ελλάδα ανάμεσά τους, έχουν θεσπίσει μέτρα ελέγχου των μετακινήσεων, με πρόστιμα, κάποτε τσουχτερά, σε όσους κριθεί ότι παραβαίνουν τις διατάξεις.

Οπότε, μένουμε σπίτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Υγεία | Με ετικέτα: , , | 340 Σχόλια »

Προτάσεις για τις πασχαλινές διακοπές σας

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2020

Πολύς κόσμος είχε κανονίσει κάποια εκδρομή για το Πάσχα και τώρα με την πανδημία του κορονοϊού και με την καραντίνα αναγκάστηκε να ματαιώσει τα σχέδιά του.

Θέλοντας να συμβάλω στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, αναδημοσιεύω ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου (προηγούμενη δημοσίευση πριν από έξι χρόνια) το οποίο ξαναδουλεμένο δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο μου «Η γλώσσα έχει κέφια» -εδώ δημοσιεύω το κείμενο από το βιβλίο, αλλά προσθέτω/επικαιροποιώ διάφορα πράγματα.

Μια λύση λοιπόν για πασχαλινές διακοπές είναι το Μπουρντάκιοϊ. Ποιο Μπουρντάκιοϊ; Η απάντηση βρίσκεται στο παλιό εκείνο άρθρο:

Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Πριν από μερικά χρόνια, συζητώντας μ’ έναν συνάδελφο, τον ρώτησα αν πήγε πουθενά τα Χριστούγεννα.

«Πήγαμε στο Μπουρντάκιοϊ», μου απάντησε.

Και μου εξήγησε πως αυτή τη φράση την έλεγε ο πατέρας του, πρόσφυγας στην καταγωγή, από τη Σινώπη, όταν ήθελε να πει, περιπαικτικά, ότι δεν πήγε ή δεν θα πάει πουθενά. Μπουρντά θα πει «εδώ» στα τούρκικα, θα το θυμάστε από το «γκελ μπουρντά» που έχει γίνει παροιμιώδες στα ελληνικά (αν και η σωστή τούρκικη φράση είναι «γκελ μπουραγιά», για να δηλωθεί κίνηση και όχι στάση, όπως το μπουρντά). Και «κιόι» (köy) είναι το χωριό, για παράδειγμα Γενίκιοϊ το Νεοχώρι ή Νιχώρι της Καλλίπολης, Κιούπκιοϊ (χωριό που φτιάχνουν κιούπια, πιθάρια) το χωριό του Καραμανλή που το είπαμε Πρώτη κτλ. Έτσι, Μπουρντάκιοϊ το «Εδωχώρι».

Το Μπουρντάκιοϊ παλιότερα το λέγαν αρκετά οι Ρωμιοί, τώρα λιγότερο. Υπάρχει και παραλλαγή, Μπουραντάκιοϊ (buradaköy), αφού το burada είναι παράλληλος τύπος του burda. Πανελλήνιο αντίστοιχο του Μπουρντάκιοϊ δεν ξέρω αν έχουμε, πάντως η γιαγιά ενός φίλου έλεγε «το Κατσεδό».

Στην Κοζάνη, από την άλλη, υπάρχει ο μαγευτικός Αρίνταγας, που είναι η φανταστική παραλία τής (απελπιστικά μεσόγειας στην πραγματικότητα) πόλης. Όταν κάποιος μας έχει εκνευρίσει με τα διάφορα μακρινά και δυσπρόσιτα χωριά που επισκέφτηκε στην τελευταία εκδρομή του, μπορούμε να τον ρωτήσουμε αν επισκέφτηκε τις Μέγλυφες ή τα Σέκλανα (Κορινθίας, μάλιστα). Ως επιτομή του μαγευτικού αιγαιοπελαγίτικου νησιού έχει μεγάλη πέραση η Ίφκινθος.

Κάτι ανάλογο με το Μπουρντάκιοϊ έχουν κι οι Γερμανοί. Μια απάντηση στην ερώτηση «πού θα κάνετε φέτος διακοπές» είναι «Auf Balkonien», που ακούγεται κάπως σαν το όνομα μιας εξωτικής χώρας, σαν να λέμε «Στην Μπαλκονία», ενώ ο φουκαράς απαντάει ότι θα μείνει στο σπίτι, στο μπαλκόνι του. Μπαλκονία έχουν και οι Ολλανδοί (Balkonia), άλλοι όμως προτιμούν την «Tuinaria» (στον κήπο τους δηλαδή, Κηπαρία). Κι αυτό θυμίζει την απάντηση που δίνουν πολλοί στην ερώτηση «πού θα πάμε;», συνήθως για βραδινή έξοδο, όπου απαντούν δίνοντας τη (γνωστή βέβαια στον συνομιλητή τους) διεύθυνσή τους, π.χ. Ελευθερίου Βενιζέλου 124…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Λογοπαίγνια, Υγεία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »