Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Δαμασκηνά δαμάσκηνα, κορόμηλα, μπουρνέλες

Posted by sarant στο 29 Ιουνίου, 2022

Επανάληψη θα βάλουμε σήμερα, ένα ακόμα από τα άρθρα της σειράς των οπωρικών. Είπα όμως να αλλάξω τον τίτλο του άρθρου για να γίνει πιο φανερό ποιο φρούτο (ή, ποια φρούτα) εννοούμε. Έτσι κι αλλιώς, έχουν περάσει εφτά χρόνια από το προηγούμενο εκείνο άρθρο, οπότε κάποιοι δεν θα το θυμάστε.

Μια από τις πιο παλιές πόλεις του μεσογειακού χώρου που κατοικούνται συνεχώς από την αρχαιότητα ως τα σήμερα, είναι κι η Δαμασκός, η πρωτεύουσα της Συρίας. Δαμασκός στα ελληνικά, Ντιμάσκ αλ-Σαμ στα αραβικά, Damas στα γαλλικά, πόλη που κάποτε ήταν ζηλευτή για τα πλούτη της και είχε δώσει τ’ όνομά της σε ένα σωρό περιζήτητα προϊόντα της, όπως είναι το δαμάσκο ύφασμα, πολύχρωμο μεταξωτό με αργυρά και χρυσά νήματα (damask στα αγγλικά), το δαμασκηνό ατσάλι, που διακρινόταν για την σκληρότητα και την αντοχή του ή το δαμασκί σπαθί, φτιαγμένο από δαμασκηνό ατσάλι αλλά και με ένθετα χρυσά ή αργυρά σχέδια.

Το σπαθί αυτό, που το λέγαν διμισκί ή ντιμισκί, ήταν περιζήτητο αν και βεβαια έπρεπε να ξέρεις να το κουμαντάρεις -όπως περηφανεύεται κάπου ο Μακρυγιάννης «τα σπαθιά των τα ντιμισκιά τα πήραν αυτείνοι οι ολίγοι με τις μαχαιρούλες».

Αλλά εδώ δεν κάνουμε ιστορία, ούτε γεωγραφία· ταξιδεύουμε στον κόσμο των οπωρικών, και το άρθρο αυτό είναι αφιερωμένο στο φρούτο από τη Δαμασκό, το δαμάσκηνο.

Είναι όμως ένα φρούτο το δαμάσκηνο ή μια οικογένεια; Τι γίνεται με τα κορόμηλα; Με τις μπουρνέλες ή βανίλιες; Πρόκειται για ποικιλίες που προέρχονται από πολύ συγγενικά δέντρα· εδώ θα τα εξετάσουμε όλα μαζί: και τα μοβ ελλειψοειδή μεσαίου μεγέθους  (τα δαμάσκηνα), και τα μικρά στρογγυλά πράσινα ή κόκκινα ή κίτρινα (τα κορόμηλα), και τα μεγάλα στρογγυλά μοβ ή κίτρινα (μπουρνέλες ή βανίλιες), ακόμα και τους καρπούς της εικόνας, που εγώ δαμάσκηνα θα τα έλεγα, αλλά η ελληνική βικιπαίδεια τα θέλει κορόμηλα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 61 Σχόλια »

Τι εστί βερίκοκο είπαμε;

Posted by sarant στο 14 Ιουνίου, 2022

Διότι βρισκόμαστε στην εποχή του βερίκοκου -και όχι μόνο. Στο ιστολόγιο αγαπάμε τα φρούτα κι έχουμε γράψει άρθρα για όλα σχεδόν τα οπωρικά, άρθρα που συμπεριλήφθηκαν στη συνέχεια στο βιβλίο «Οπωροφόρες λέξεις» (2013). Τα άρθρα εκείνα τα αναδημοσιεύω κάθε πέντε χρόνια περίπου, για να παίρνω μιαν  ανάσα από το μαγκανοπήγαδο της καθημερινής αρθρογραφίας. Οπότε, σήμερα που έχω και ταξίδι, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, που λέει το κλισέ, για να ξαναπαρουσιάσω το άρθρο για τα βερίκοκα, που τελευταία φορά το είχα (ανα)δημοσιεύσει το 2017, περίπου τέτοιες μέρες και τότε. Το εμπλουτίζω όμως λιγάκι, να διαφέρει από την προηγούμενη δημοσίευση, να μην αισθανθείτε ότι σας ρίχνω.

Άλλα φρούτα βρίσκονται σχεδόν ολοχρονίς στην αγορά, άλλα επί μήνες, άλλα όμως μόνο για λίγες εβδομάδες. Ένα απ’ αυτά τα τελευταία είναι τα βερίκοκα· ακόμα και σήμερα που με την εκμηδένιση των αποστάσεων ο πάγκος του μανάβη γεμίζει καρπούς από μακρινά μέρη, η εποχή του βερίκοκου είναι μάλλον σύντομη, κάτι εβδομάδες τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.

Αλλά, ας δούμε τι εστί βερίκοκο. Και ξεκινάω μ’ ένα πρόχειρο κουίζ. Ποια είναι η απώτερη καταγωγή της λέξης βερίκοκο; Ελληνική, λατινική, αραβική, ινδική ή άλλη; Αν υποθέσατε καταγωγή από την Ανατολή, λυπάμαι αλλά πέσατε έξω. Το φρούτο από την Ανατολή μάς ήρθε, η λέξη που το περιγράφει όχι, τουλάχιστον όχι η λέξη «βερίκοκο». Το βερίκοκο είναι λέξη που έχει περάσει από σαράντα κύματα.

Η σημερινή του επιστημονική ονομασία, στα λατινικά, είναι Prunus armeniaca, παναπεί «αρμένικο δαμάσκηνο» αλλά δεν είναι ούτε δαμάσκηνο ούτε αρμένικο. Οι εγκυκλοπαίδειες λένε πως πατρίδα του ήταν η Κίνα, αλλά είναι γεγονός πως οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι το γνώρισαν (από τις εκστρατείες του Μεγαλέξαντρου ή από τον Λούκουλλο) σαν είδος εισαγόμενο από την Αρμενία κι έτσι τα βερίκοκα τα είπαν armeniaca, αρμενιακά. Κι επειδή το βερίκοκο ωριμάζει νωρίτερα από άλλα παρόμοια φρούτα σαν το ροδάκινο, το είπαν praecoquium, πρώιμο. Η λέξη πέρασε και στα ελληνικά και οι δυο ονομασίες συνυπήρξαν για καιρό, αρμενιακά και πραικόκια (που το γράψαν και με δύο κάπα, πραικόκκια, παρετυμολογία με το κόκκος, που βαστάει ακόμα στη γραφή βερίκοκκο· όσο για την ακόμα συχνότερη ανορθόγραφη παραλλαγή με ύψιλον, βερύκοκκο ή βερύκοκο, δεν έχει καμιά βάση). Καθώς για τους Έλληνες δεν είχε ετυμολογική διαφάνεια η λέξη «πρεκόκια», ήταν εύκολο να εμφανιστεί και τύπος «βρεκόκια». Λέει κάπου ο Διοσκουρίδης, αφού περιγράψει τα περσικά μήλα (δηλ. τα ροδάκινα):

τὰ δὲ μικρότερα, καλούμενα δὲ Ἀρμενιακά, Ῥωμαιστὶ δὲ βρεκόκκια, εὐστομώτερα τῶν προειρημένων ἐστίν.

Διαβάζοντας κανείς τους διάφορους γιατρούς συγγραφείς της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας, βλέπει να χρησιμοποιούνται για τα βερίκοκα οι εξής ονομασίες: πραικόκκια, πρεκόκια, βρεκόκια, βερεκόκια, βερικόκκια, βερίκοκκα: η αλυσίδα της εξέλιξης της λέξης διαγράφεται αρκετά καλά. Κι έτσι, από τα πραικόκκια που οι έλληνες της ελληνιστικής εποχής τα αντιλαμβάνονταν σαν λέξη λατινική, φτάσαμε στα βερίκοκκα. Η κατάσταση είναι αρκετά μπερδεμένη, πάντως, διότι τυχαίνει ακόμα και ο ίδιος συγγραφέας άλλοτε να θεωρεί τα πραικόκκια συνώνυμα των αρμενιακών και άλλοτε διαφορετικό καρπό.

Έχουμε φτάσει στο βερεκόκκιο ή βερικόκιο της ύστερης αρχαιότητας. Τη λέξη τη δανείζονται οι άραβες, ως μπαρκούκ, ή μάλλον αλ-μπαρκούκ με το άρθρο κι έχει σημασία εδώ το άρθρο, διότι έτσι περνάει η λέξη στα ισπανικά με την κατάκτηση της Ισπανίας από τους Άραβες: albaricoque, και από εκεί στα καταλάνικα abercoc, στα ιταλικά albicocca, στα γαλλικά abricot, στα αγγλικά apricot.

Το αστείο είναι ότι αφού διαδόθηκε η λέξη σχεδόν σε όλη την Ευρώπη, το barquq στις αραβικές χώρες άλλαξε σημασία και σήμερα σημαίνει «δαμάσκηνο», ενώ το βερίκοκο λέγεται μισμίς.

Να πούμε εδώ ότι ενώ η Δυτική και Βόρεια Ευρώπη έχει ονομασίες για το βερίκοκο που παράγονται από το barquq, το παλιό armeniacum επιβιώνει σε ορισμένες σλαβικές γλώσσες. Πράγματι, από το armeniacum προέκυψε το ιταλ. armellino, που σήμερα ελάχιστα λέγεται στην Ιταλία, έδωσε όμως το γερμανικό Μarille, απ’ όπου το τσέχικο merunka, το πολωνικό morela, το σερβοκροάτικο marelica και μερικά ακόμα.

Στα ελληνικά έχουμε κι άλλες ονομασίες για τα βερίκοκα. Τα λέμε «καϊσιά», που είναι τουρκικό δάνειο (kaysi). Η ρουμάνικη, η βουλγάρικη και η σερβική λέξη για τα βερίκοκα είναι επίσης δάνειο από το kaysi. Στο στρατό είχα γνωρίσει έναν Καϊσίδη κι έναν Βερικοκίδη. Θαρρώ πρόκειται για το ίδιο επίθετο, μόνο που οι πρόσφυγες πρόγονοι του δεύτερου έτυχαν σε πιο δραστήριο ληξίαρχο. Να πω πάντως ότι σε μερικά μέρη καϊσιά αποκαλούνται όχι όλα τα βερίκοκα αλλά μια ιδιαίτερη ποικιλία τους.

Επίσης, τα βερίκοκα τα λένε, π.χ. στη Θράκη, ζερντέλια ή ζαρταλούδια ή ζέρδελα (ή άλλες παραλλαγές). Όλα αυτά είναι από τα τούρκικα επίσης, zerdali, λέξη που προέρχεται από τα πέρσικα, όπου zardalu είναι το βερίκοκο, κατά λέξη, το «κίτρινο δαμάσκηνο» (zar ο κίτρινος). Από εκεί και ο γλωσσοδέτης: Ανέβηκα στην ζερδελιά, την μπερδελιά και την ζερδελομπερδελοκουκκιά, να κόψω ζέρδελα, μπέρδελα και ζερδελομπερδελόκουκκα. Στην Κύπρο τα λένε χρυσόμηλα.

Οι χώρες γύρω από τη Μεσόγειο παράγουν πολλά βερίκοκα –στη Βικιπαίδεια βρίσκω (στοιχεία 2017) πρώτη σε παραγωγή την Τουρκία, με σχεδόν το 1/4 της παγκόσμιας παραγωγής, και την Ελλάδα ενδέκατη στον κόσμο. Ο Καισάριος Δαπόντες στον Κανόνα περιεκτικό λέει πως τα καλύτερα βερίκοκα είναι της Δαμασκού, πράγμα το οποίο συμφωνεί με την τούρκικη παροιμία bundan iyisi Şam’da kayısı, που λέγεται για κάτι πολύ καλό: «το μόνο καλύτερο απ’ αυτό είναι ένα καϊσί από τη Δαμασκό». Από τη Δαμασκό βεβαίως είναι τα δαμάσκηνα, που τα έχουμε δει σε άλλο άρθρο. Πάντως, επειδή όλα τα φρούτα μπερδεύονται, στα πορτογαλικά το βερίκοκο λέγεται damasco, όπως και σε μερικές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Οι δυο μεγάλες ποικιλίες βερίκοκου στην Ελλάδα είναι οι Διαμαντοπούλου και Μπεμπέκου. Για τη δεύτερη παραδίδεται ότι την παρουσίασε πρώτος ο παραγωγός Μπεμπέκος από την Ασίνη της Αργολίδας. Συνηθίζεται το όνομα του παραγωγού να δίνεται στην ποικιλία, αλλά, όπως είχε επισημάνει στο προηγούμενο άρθρο ο αείμνηστος φίλος μας ο Γς, υπάρχουν κι άλλες ποικιλίες βερικοκιάς με πιο φαντεζί ονόματα: Λαΐς, Νεφέλη, Νηρηίς, Τύρβη, Δαναΐς, Χαρίεσσα, Νεράϊδα κλπ

Η βερικοκιά είναι καρπός εξαιρετικά συγγενικός με την αμυγδαλιά, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται. Μάλιστα, σε ορισμένες ποικιλίες η ψίχα του κουκουτσιού είναι φαγώσιμη και δεν διαφέρει πολύ από το μύγδαλο, όπως έχει αποτυπωθεί στη μανάβικη κραυγή Σαράντα το βερίκοκο – και το κουκουτσι μύγδαλο. Στο προηγούμενο άρθρο μας, ο παλιός φίλος Σπαθόλουρο είχε βρει δημοσίευση σε εφημερίδα: Το αδόμενον υπό των οπωροπωλών: Σαράντα το βερίκοκο, ρίκο-ρίκο-ρίκοκο (Εμπρός 12/9/1906).

Μια και είπαμε το ρίκο-ρίκο-ρίκοκο, ταιριάζει να βάλουμε και την Αλίκη Βουγιουκλάκη να το τραγουδάει για τον Αντρέα Μπάρκουλη, που είχε μάγουλο βερίκοκο:

Στη φρασεολογία μας, η μοναδική εμφάνιση του βερίκοκου είναι στην παροιμιακή φράση που έβαλα στον τίτλο. Παλιότερα λεγόταν σαν απειλή σε κάποιον που κοκορεύεται ή που μας περιφρονεί: Θα σου δείξω εγώ τι εστί βερίκοκο ή Θα σε μάθω τι εστί βερίκοκο! και έτσι την καταγράφει στο γύρισμα του 20ού αιώνα ο Νικόλαος Πολίτης στη συλλογή του. Σήμερα, η σημασία ίσως έχει κάπως μετατοπιστεί, μια και ο Μπαμπινιώτης πλάι στην απειλή δίνει και τη σημασία της «επισήμανσης της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος».

Το slang.gr αναφέρει ότι η φράση έχει συχνά σεξουαλικό υπονοούμενο, κάτι που δεν είναι αυθαίρετο, αφού πριν πενήντα χρόνια κιόλας, στο 10 του Καραγάτση, υπάρχει το εξής απόσπασμα, σε μια σκηνή όπου εργατοκόριτσα έχουν πιάσει κουβέντα για το σεξ: Οι πιο μικρές σώπαιναν τάχα ντροπιασμένες· με την έκφρασή τους όμως άφηναν να εννοηθεί ότι κάτι ήξεραν από βερίκοκο, κι ας προσποιούνταν την πάπια.

Περιδιαβάζοντας τα σώματα κειμένων βρίσκουμε κυρίως τη φρ. να χρησιμοποιείται ως απειλή, όχι πολύ διαφορετική από την «θα δεις/θα σου δείξω πόσα απίδια βάζει ο σάκος». Άλλωστε, οι δυο σημασίες (απειλή / επισήμανση της ιδιαίτερης δυσκολίας ενός εγχειρήματος) τέμνονται. Για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα «Νύχτες κι αυγές» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, υπάρχει κάποιος στρατηγός που ο αδελφός του, βουλευτής όντας, τις έφαγε στη Βουλή από έναν αντίπαλο βουλευτή. Οπότε ο στρατηγός στέλνει τον γιο του αντίπαλου βουλευτή στο μέτωπο λέγοντας: «Πήγαινε να μάθεις τι εστί βερίκοκο και να μάθει και ο πατέρας σου να σηκώνει μαγκούρα». Εδώ είναι και απειλή και επισήμανση της δυσκολίας.

H παλαιότερη ανεύρεση της φράσης, όπως είχε βρει το Σπαθόλουρο, είναι στον Ρωμηό του Σουρή, το 1891: Γράμμα που μας απέδειξε με γλαφυρά στοιχεία / το τι εστί βερύκοκο και τ’ είναι πειθαρχία.

Ποια είναι όμως η αρχή της φράσης «τι εστί βερίκοκο», δεν σας το είπα… διότι δεν το ξέρω. Ο Νικόλαος Πολίτης λέει ότι πιθανόν στην αρχή της φράσης να κρύβεται μύθος λησμονημένος. Η δική μου εικασία είναι ότι πιθανόν να πρωτοείπε «θα σου δείξω τι εστί βερίκοκο» ένας νοικοκύρης που έπιασε κάποιον να του κλέβει τα βερίκοκα. Αλλά αυτό είναι σκέτη εικασία. Οπότε, πρέπει να παραδεχτούμε πως δεν έχουμε ακόμα μάθει τι εστί βερίκοκο, εκτός κι αν καταφύγουμε στον κυκλικό ορισμό που υπάρχει στο γλωσσάριο του πανέξυπνου βιβλίου Ο πάγος του Ξένου Μάζαρη και του Στράτου Μπουλαλάκη: Βερίκοκο είναι αυτό που εστί!

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 94 Σχόλια »

Και πάλι για το περιφρονημένο φρούτο

Posted by sarant στο 12 Μαΐου, 2022

Θα επαναλάβω σήμερα ένα άρθρο που έχει δημοσιευτεί ξανά στο ιστολόγιο, ένα άρθρο της σειράς των φρούτων -είναι άλλωστε η εποχή του περιφρονημένου φρούτου που θα σας παρουσιάσω (ξανά) σήμερα. Ποιο φρούτο; Το βλέπετε στην εικόνα: το μούσμουλο.

Τα είδα στον μανάβη, αλλά μου τα θύμισε και μια φίλη, που με ρώτησε αν τη λέξη μούσμουλο, που λέγεται στα ιταλικά nespolo και στην Κρήτη δέσπολο, έχει αρχή ελληνική ή ιταλική -ποιος το πήρε από ποιον με άλλα λόγια. Της απάντησα σε συντομία και της σύστησα να δει το άρθρο που θα έγραφα για περισσότερα.

Κατά την προηγούμενη δημοσίευση του άρθρου, που έγινε πριν από 6 χρόνια (τέτοια εποχή, παρά δύο μέρες!) είχα πει ότι το λέω περιφρονημένο το μούσμουλο, με τα πολλά και υπερμεγέθη κουκούτσια και τη σχετικά λιγοστή, φτενή σάρκα, παρόλο που έχει φανατικούς φίλους διότι ποτέ δεν κατέκτησε τις μάζες, όσο ωραίο κι αν είναι το θέαμα της φορτωμένης με καρπούς μουσμουλιάς, προς το τέλος της άνοιξης.

Σε εκείνη τη δημοσίευση ο φίλος μας ο Δημήτρης Μαρτίνος μού θύμισε ότι και τη μουσμουλιά την είχε κοροϊδέψει ο μέγας Τσιφόρος, σε ένα του ευθυμογράφημα της σειράς Παιδιά της πιάτσας, με τίτλο «Ο μούσμουλος». Εκεί, φαντάζεται τον Θεό να λέει μια μέρα «Ρε δεν κάθουμαι να σκαρώσω ένα δέντρο κορόιδο να σπάνε πλάκα τα υπόλοιπα φυτά;». Και πράγματι δίνει διαταγή στον Γαβρίλη (τον αρχάγγελο Γαβριήλ): «Το δέντρο, μεγάλα φύλλα το θέλω, καθότι τα μεγάλα θα φορεθούν πολύ φέτος και να’χει καρπόν, τα κουκούτσα να τρώνε το ψαχνό, διότι μας είναι και χρήσιμα». Χρήσιμα, επειδή θα τα παίρνουν οι ευσεβείς να τα κάνουν κομπολόγια για τις προσευχές.

Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσετε με τον Τσιφόρο ότι είναι για κοροϊδία η μουσμουλιά. Αυτό που ξέρω, αλλά δεν ξέρω αν το ήξερε ο Τσιφόρος, είναι ότι στην πραγματικότητα οι σημερινές μουσμουλιές δεν είναι ίδιες με αυτές που ήξεραν οι προπαππούδες μας, οι οποίοι είχαν υπόψη τους μια πολύ διαφορετική ποικιλία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , | 106 Σχόλια »

Tα κόκκινα αυγά (Ροΐδης και Ξενόπουλος)

Posted by sarant στο 22 Απριλίου, 2022

Πλησιάζει το Πάσχα και δεν έχουμε ακόμα βάλει κάποιο εντελώς πασχαλινό άρθρο -αν και θα βάλουμε ανήμερα και τη Δευτέρα δυο πασχαλινά αναγνώσματα. Ο λόγος είναι ότι τα λεξιλογικά του Πάσχα (Πάσχα, αρνί, οβελίας κτλ.) τα έχουμε λίγο πολύ εξαντλήσει και πολυεπαναλάβει, το ίδιο και τα φρασεολογικά του (ζωή χαρισάμενη κτλ.) αφού τούτο εδώ είναι, αν θέλετε το πιστεύετε, το δέκατο τέταρτο ιστολογικό μας Πάσχα. 

Σήμερα θα βάλω μιαν επανάληψη λοιπόν, αλλά επαυξημένη. Ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη για τα κόκκινα αυγά, που το είχαμε δημοσιεύσει το 2013 και που απαντά χαριτολογώντας στο ερώτημα «γιατί βάφουμε κόκκινα τα αυγά», συμπληρωμένο με ένα παιδικό κείμενο του Γρηγ. Ξενόπουλου από τη Διάπλασι των Παίδων, το οποίο είχε εισφέρει ως σχόλιο μια φίλη σε εκείνο το παλιό μας άρθρο. Για να προλάβω ερωτήσεις και ενστάσεις, αναγνωρίζω κοκκινίζοντας (όπως τ’ αυγά!) ότι εδώ και 13 χρόνια χρωστάω άρθρο για την ορθογραφία της λέξης «α*γό»!

Το άρθρο του Ροΐδη το πήρα από ένα πασχαλινό τεύχος του Μπουκέτου, του 1925, αλλά μετά έκανα αντιπαραβολή με το κείμενο που υπάρχει στα πεντάτομα Άπαντα. Ο χωρισμός σε παραγράφους είναι του περιοδικού, στα Άπαντα όλο το κείμενο είναι σε μια μεγάλη παράγραφο. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, αλλά το έχω μονοτονίσει.

Ο συγγραφέας που επικαλείται ο Ροΐδης όταν λέει «κατά τον Βένφεϋν» πρέπει να είναι ο Γερμανός ανατολιστής Theodor Benfey, οπότε το «ν» είναι της αιτιατικής. Από την άλλη, διόρθωσα εδώ δύο λάθη του πρωτοτύπου, που μάλιστα υπάρχουν και στα Άπαντα: Αίλιος Λαμπρίδιος αντί Λαμπίδιος και Σευήρου αντί Σεύκρου.

Τα κόκκινα αυγά (του Εμμ. Ροΐδη)

Ζητήσας πολλάκις να μάθω διατί τρώγομεν αυγά την Λαμπρήν, και διατί μόνον τότε τα θέλομεν κόκκινα και σκληρά, όχι μόνον ημείς αλλά και όλοι από τον Πόλον μέχρι του Ισημερινού οι χριστιανοί, ηναγκάσθην επί τέλους να κατατάξω την απορίαν μου μεταξύ των αλύτων. Περί τούτου τω όντι ουδέν λέγουσιν ο νόμος και οι προφήται, ουδέ καν οι Ευαγγελισταί, αν δε ερευνήση τις δέκα σοφούς, είναι βέβαιος ότι θα λάβη παρ’ αυτών άλλας τόσας διαφόρους απαντήσεις, απαραλλάκτως ως αν τους ηρώτα ποίον είναι το ιατρικόν της φθίσεως ή το άριστον των πολιτευμάτων. Κατά τινάς μεν το ωόν είναι σύμβολον της αναστάσεως, διότι καθώς συντρίβει ο νεοσσός το κέλυφος, και αναπηδά ζων εξ αυτού, ούτω και ο Ιησούς από του μνήματος την πλάκα. Κατ’ άλλους όμως οι ταύτα διδάσκοντες είναι αγράμματοι και το χειρότερον ασεβείς, τα δε πασχαλινά ημών αυγά κατάγονται κατ’ ευθείαν γραμμήν από εκείνα τα οποία οι κακότροποι Ρωμαίοι ετοποθέτουν ζέοντα υπό την μασχάλην των χριστιανών μαρτύρων, ως γίνεται ακόμη και σήμερον, αν πιστεύσωμεν τους κακόγλωσσους, εις τα υπόγεια της ημετέρας αστυνομίας. Περί τούτων όμως ουδέν θέλουσι ν’ ακούσωσιν οι Σημειολόγοι οι επιμένοντες ότι το ωόν ήτο σύμβολον της γονίμου Ίσιδος και η καθ’ ωρισμένας εορτάς αυγοφαγία έθιμον φοινικικόν μεταδοθέν εις τους εβραίους και τους έλληνας, ως μαρτυρεί ο κρόκος αυτού, όστις κατά τον Βένφεϋν (β’ 179) είναι αυτόχρημα ο Χαλδαϊκός κορκόμ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαογραφία, Πασχαλινά, Παλιότερα άρθρα | Με ετικέτα: , , , | 93 Σχόλια »

Ο δραγουμάνος χωρίς το κομπολόι του

Posted by sarant στο 14 Απριλίου, 2022

Τις προάλλες, χάρη σε ένα σχόλιο του φίλου μας του Στάζιμπου, έγινε συζήτηση σε ένα από τα πρώτα άρθρα του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί την πρώτη-πρώτη μέρα της ζωής του, στις 16 Φεβρουαρίου του μακρινού 2009. Είπα τότε ότι το άρθρο αυτό θα άξιζε αναδημοσίευση, και συμφωνήσατε -δεν θυμόμουν ότι το είχα ήδη αναδημοσιεύσει το 2012. Βέβαια, και το 2012 δεν είναι χτες, οπότε σήμερα το ξαναδημοσιεύω, έχοντας ενσωματώσει διάφορα πράγματα από τα σχόλια των προηγούμενων δημοσιεύσεων.

Στο θαυμάσιο τραγούδι του Κηλαηδόνη, που το τραγουδάει ο Μητσιάς, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μας λέει ότι «ο δραγουμάνος του βεζίρη πίνει μαστίχα, ρίχνει τα χαρτιά, το’ να του μάτι στο Μισίρι και τ’ άλλο μάτι στην Αρβανιτιά». Όταν πιει τη μαστίχα του και ρίξει τα χαρτιά ο δραγουμάνος, σίγουρα θα βγάλει το κομπολόι του. Κι επειδή οι δραγουμάνοι, όσο και να πεις, είχανε τον τρόπο τους, οι χάντρες του κομπολογιού αυτού, φαντάζομαι, θα’ τανε από πολύτιμο υλικό. Εγώ μάλιστα λέω πως θα’ τανε από μαργαριτάρια. Κι επειδή δεν έχει διασωθεί τέτοιο κομπολόι δραγουμάνου με μαργαριταρένιες χάντρες, σκέφτηκα να φτιάξω εγώ ένα καινούργιο και να το παρουσιάσω στις σελίδες αυτές.

Αυτός ήταν ο πρόλογος που είχα βάλει στην ενότητα «Το κομπολόι του δραγουμάνου» που είχα καθιερώσει στον παλιό μου ιστότοπο για να φιλοξενώ μεταφραστικά μαργαριτάρια που ψάρευα στις εφημερίδες και σε βιβλία. Όταν άρχισα το ιστολόγιο, παραμέλησα το κομπολόι, αφού πια τα μαργαριτάρια τα παρουσιάζω εδώ, όπου έχει επικρατήσει να τα λέμε Μεζεδάκια.

Όμως στο σημερινό άρθρο θα λεξιλογήσουμε για τον δραγουμάνο, οπότε το κομπολόι το αφήνουμε για άλλη φορά.

Ποια είναι λοιπόν η ιστορία της λέξης δραγουμάνος; Η λέξη πάει πολύ πίσω, είναι πιθανότατα τρισχιλιετής, αλλά όχι ελληνική.

Στα ελληνικά είναι δάνειο από… από πού αλήθεια; Το λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφει ως κύριο τον τύπο δραγομάνος και δεύτερο τον τ. δραγουμάνος,και δίνει τη λέξη σαν δάνειο από τα ενετικά (dragomano), αραβικής αρχής, όμως το λεξικό Τριανταφυλλίδη δίνει τον τύπο δραγουμάνος ως δάνειο απευθείας από τα αραβικά. Με τον Τριανταφυλλίδη συμφωνούν και οι Καχανέ (στο Graeca et Romanica Scripta Selecta), που θεωρούν ότι το βυζαντινό δραγομάνος/δραγουμάνος, δάνειο από τα αραβικά, είναι η πηγή για το μεσαιωνικό λατινικό dragomannus απ’ όπου προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά, δηλαδή το ιταλικό dragomanno, το γαλλ. drogman ή το μεσαιωνικό αγγλικό dragman, σημερινό dragoman. Πιθανόν ο δανεισμός να έγινε από τα αραβικά της Αιγύπτου (ταργκουμάν, targumān). Την εκδοχή των Καχανέ τη δέχεται και το Μεσαιωνικό λεξικό του Κριαρά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μεταφραστικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 126 Σχόλια »

Ασθενής και οδοιπόρος, ούτε ωδιπόρος, ούτε διπόρος!

Posted by sarant στο 8 Απριλίου, 2022

Παρασκευή σήμερα, πολλοί νηστεύουν, ακόμα κι αν δεν κρατάνε τη Σαρακοστή. Οπότε, ταιριάζει να επαναλάβω ένα παλιό μου άρθρο, που όμως έχω κάμποσα χρόνια να το βάλω στο ιστολόγιο (τελευταία φορά ήταν το 2015).

Υπάρχει όμως κι άλλος λόγος που αποφάσισα την επαναδημοσίευση και όχι μόνο επειδή έχουμε Σαρακοστή. Την περασμένη Παρασκευή, ο Άδωνης Γεωργιάδης, που είχε πάει στη Θεσσαλονίκη για το προσυνέδριο του κόμματος, στάθηκε να φάει ένα πιτόγυρο και θεώρησε καλό να το ανεβάσει στο Φέισμπουκ.

Οπότε, σχολίασα κι εγώ χαριτολογώντας, ότι για κάποιον που πλασάρει ευσέβεια, είναι αμάρτημα να τρώει κρέα μέσα στη Σαρακοστή. Και πρόσθεσα: «Και μη μου πείτε «ασθενής και οδοιπόρος», διότι τώρα με τα αεροπλάνα σε μια ώρα είσαι στο σπίτι σου».

Τι ήταν να το γράψω; Μέσα στο πρώτο τρίωρο είχα ίσαμε δέκα απαντήσεις ότι «το σωστό είναι ωδιπόρος και σημαίνει την έγκυο» ή ότι «είναι μύθος το οδοιπόρος, κανονικά είναι ωδειπόρος» ή (σπανιότερα αυτό) «το σωστό είναι διπόρος και σημαίνει την έγκυο γυναίκα».

Σημειώστε ότι τα αντιρρητικά αυτά σχόλια προέρχονταν εξίσου από φίλους του Άδωνη και από αντιπάλους του -κάποιοι δηλ. μου έγραψαν «ρε αγράμματε συριζαίε, ωδειπόρος είναι το σωστό» ενώ κάποιοι άλλοι «όλα καλά και συμφωνώ μαζί σου, αλλά εγώ ξέρω ότι είναι ωδιπόρος και εννοεί την έγκυο».

Οπότε, βλέποντας πόσο μεγάλη απήχηση έχει ο μύθος, σκέφτομαι ότι δεν είναι άσκοπο να επαναλάβω αυτό το παλιό μου άρθρο. Όχι ότι τρέφω την αυταπάτη πως εγώ μόνος μου θα πάω κόντρα στο ποτάμι, αλλά κι ενας να πειστεί κακό δεν είναι.

Την παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» την ξέρουμε όλοι μας. Εδώ και μερικά χρόνια κυκλοφορεί στο Διαδίκτυο η άποψη ότι η φράση αυτή είναι παρεφθαρμένη ή χαλκευμένη, και ότι το σωστό είναι «ασθενής και διπόρος». Άλλοι έχουν προτείνει άλλες λέξεις αντί για τον οδοιπόρο: ωδιπόρος, ωδειπόρος, ωδυπόρος. Υποτίθεται πως όλες αυτές οι λέξεις (διπόρος, ωδιπόρος, ωδειπόρος κτλ.) σημαίνουν την εγκυμονούσα ή τη θηλάζουσα γυναίκα. Εγώ ισχυρίζομαι ότι όλες αυτές οι λέξεις είναι ανύπαρκτες και ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν ακόμα μύθο.

Η φήμη για την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος» προϋπήρχε, αλλά εμφανίστηκε στις στήλες των εφημερίδων πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 2006, η τότε υπουργός εξωτερικών κ. Μπακογιάννη βρισκόταν σε επίσκεψη στην Ουάσινγκτον· σε παραπολιτική στήλη εφημερίδας δημοσιεύτηκε ότι έφαγε φιλέτο σε κάποιο επίσημο γεύμα, αν και ήταν Σαρακοστή· ο σχολιογράφος πρόσθεσε τη γνωστή παροιμιώδη φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Σε επόμενο φύλλο, ο σχολιογράφος της εφημερίδας πληροφόρησε τους αναγνώστες του ότι:

Η κυρία Λυδία Ιωαννίδου-Μουζάκα, δημοτική σύμβουλος Αθηναίων και επίκουρη καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής με πληροφορεί ότι η πραγματική φράση είναι “ασθενής και διπόρος αμαρτίαν ουκ έχει”, όπου “διπόρος” είναι η θηλάζουσα γυνή. Η παραφθορά, γράφει, έχει γίνει από τους παλιούς αγωγιάτες, εμπόρους και ταξιδιώτες που ταξίδευαν ημέρες πολλές με τα καραβάνια και έψαχναν για δικαιολογίες.

Η κυρία Ιωαννίδου-Μουζάκα, αν και καθηγήτρια Ιατρικής, δεν έκρινε αναγκαίο να παραθέσει πηγές που θα τεκμηρίωναν την άποψή της. Βέβαια, η άποψη δεν είναι δική της, κυκλοφορεί εδώ και πολλά χρόνια σε καφενειακό επίπεδο. Κάποιος τη θυμάται από έναν καθηγητή του στο γυμνάσιο, άλλος την έχει ακούσει από τον λοχαγό του στο στρατό, παράλλος από το κατηχητικό. Τώρα με το Διαδίκτυο, την έχω δει σε μερικά ιστολόγια, ενώ πριν από πέντε χρόνια που είχε πρωτοδημοσιευτεό αυτό το άρθρο, ο μακαρίτης πια Γιάννης Καλαμίτσης στον Real FΜ είχε επαναλάβει, με το έμπα της Σαρακοστής, ότι, τάχαμου, το σωστό είναι διπόρος.

Εγώ έχω πολύ σοβαρές αντιρρήσεις και πιστεύω πως πρόκειται για μύθο.

Καταρχήν (ή καταρχάς αν επιμένετε πολύ), λέξη «διπόρος» δεν υπάρχει. Όταν λέμε δεν υπάρχει, εννοούμε βέβαια ότι δεν τη βρίσκουμε στα λεξικά και στα σώματα της ελληνικής γραμματείας. Λέξη «διπόρος» λοιπόν δεν υπάρχει ούτε στα σύγχρονα λεξικά (Τριανταφυλλίδη, Μπαμπινιώτη), ούτε στου Δημητράκου που περιλαμβάνει και τις αρχαίες λέξεις, ούτε στο Λίντελ Σκοτ που είναι το λεξικό της αρχαίας, ούτε στο λεξικό του Λάμπε που έχει αποδελτιώσει πατερικά κείμενα, ούτε στο TLG που έχει όλα τα σωζόμενα κείμενα της αρχαίας γραμματείας. Δεν υπάρχει, τελεία και παύλα. Διότι, αν μια λόγια λέξη δεν βρίσκεται στα λεξικά, ούτε στο σώμα της αρχαίας γραμματείας, ούτε μαρτυρείται έμμεσα από μεταγενέστερους τύπους, πώς μάθαμε την ύπαρξή της; Μας πήρε τηλέφωνο ο Ιωάννης Χρυσόστομος και μας την είπε;

Όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μπορεί να υπάρξει λέξη διπόρος, διότι στην ελληνική τα σύνθετα με το δι- ανεβάζουν τον τόνο. Αυτός που έχει δύο πτυχές είναι δίπτυχος, αυτός που έχει δύο πόδια είναι δίποδος, αυτός που έχει δύο χώρους είναι δίχωρος και ούτω καθεξής. Αυτός λοιπόν που έχει δύο πόρους είναι δίπορος, όχι διπόρος. Λέξη «δίπορος» μπορεί να υπάρξει, και υπάρχει.

Μα καλά, δεν θα μπορούσε να κατεβεί ο τόνος χάριν του μέτρου; θα ρωτήσετε. Δεν το βρίσκω τόσο πιθανό, αλλά, έτσι για χάρη της συζήτησης ας υποθέσουμε ότι ο τόνος κατέβηκε για κάποιο λόγο. Όμως, τι σημαίνει δίπορος; Η λέξη «δίπορος» εμφανίζεται μία και μοναδική φορά στο σύνολο της αρχαίας γραμματείας, στις Τρωάδες του Ευριπίδη: δίπορον κορυφάν ίσθμιον (στίχος 1097) και σημαίνει, προφανέστατα, την περιοχή που έχει δυο περάσματα. Πουθενά δεν βρήκα, παρ’ όλο που έψαξα με μεγάλη επιμέλεια, κάποιο χωρίο που να συνδέει τη λέξη δίπορος με τις θηλάζουσες γυναίκες!

Επομένως, η δήθεν σωστή φράση «ασθενής και διπόρος» είναι κατασκευασμένη εκ των υστέρων και έγινε από την επιθυμία να διορθωθεί η γνωστή σε όλους μας παροιμιώδης φράση. Και αφού η φράση είναι παροιμιώδης, ας δούμε τι λέει γι’ αυτήν ο Νικόλαος Πολίτης στο μνημειώδες έργο του. Είμαστε τυχεροί, γιατί τη φράση την έχει καταλογογραφήσει στο λήμμα ‘αμαρτία’ κι έτσι υπάρχει στο εκδομένο τμήμα του έργου του, που φτάνει έως την αρχή του γράμματος Ε, ενώ το υπόλοιπο μένει να σκονίζεται σε κάποια υπόγεια προς δόξαν του ελληνικού κράτους που δεν μπορούσε να διαθέσει για ένα έργο εθνικής σημασίας το ένα εκατοστό απ’ όσα φάγανε οι… επιχειρηματίες της ηλεκτρικής ενέργειας. Λοιπόν, ο Πολίτης (τον μεταφράζω σε νεότερα ελληνικά), αφού χαρακτηρίσει «κοινότατη» τη φράση, λέει:

Η παροιμία σημαίνει ότι επιτρέπεται να καταλύουν τη νηστεία, χωρίς να αμαρτήσουν, ο ασθενής, για θεραπεία της νόσου, και ο οδοιπόρος, λόγω της δυσχέρειας να προμηθευτεί τα αναγκαία.
Και συνεχίζει: Από την αρχαΐζουσα γλώσσα φαίνεται να είναι εκκλησιαστικό ρητό, αγνοώ όμως πόθεν ελήφθη.
Και προσθέτει: Η ορθόδοξη εκκλησία συγχωρεί την κατάλυση της νηστείας στους ασθενείς και στις λεχώνες: «Η νηστεία επενοήθη δια το σώμα ταπεινώσαι. Ει ουν το σώμα εν ταπεινώσει εστί και ασθενεία, οφείλει μεταλαβείν, καθώς βούλεται και δύναται βαστάσαι, τροφής και ποτού (Τιμόθεος Αλεξανδρείας).
Τέλος, παραθέτει μια ρώσικη παροιμία: Τον οδοιπόρο ο Θεός συγχωρεί.

Πράγματι, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» δεν είναι αυθεντικά εκκλησιαστική, δεν υπάρχει σε πατερικό ή άλλο κείμενο. Πρόκειται για μεταγενέστερη παροιμιώδη φράση, απόσταγμα λαϊκής σοφίας παρόμοιο με τη ρώσικη παροιμία που δίνει ο Πολίτης. Άλλη παροιμιώδης φράση με «διπόρο» δεν υπήρξε ποτέ. Η εξαίρεση του οδοιπόρου από την υποχρέωση της νηστείας μπορεί να μην κατοχυρώνεται από την εκκλησία, βρήκε όμως ισχυρότατη απήχηση στη ζωή, αφού μέχρι αρκετά πρόσφατα τα χερσαία ταξίδια ήταν μακρόχρονες και δύσκολες υποθέσεις. Παρεμπιπτόντως, στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας.

Πάντως, τα εκκλησιαστικά κείμενα που βρήκα για το θέμα της νηστείας εξαιρούν μόνο τους ασθενείς (εκτός ει μη δι’ ασθένειαν σωματικήν εμποδίζοιτο, λέει ο 69ος αποστολικός κανόνας) και δεν κάνουν λόγο για άλλες εξαιρέσιμες κατηγορίες. Μάλιστα, στην πρώτη ομιλία «Περί νηστείας», ο Μέγας Βασίλειος ούτε τους ασθενείς εξαιρεί από την υποχρέωση της νηστείας, την οποία θεωρεί ευεργετική για την υγεία, αφού, όπως λέει, τη διατάζουν και οι γιατροί:  Καὶ μὴν τοῖς ἀσθενοῦσιν οὐχὶ βρωμάτων ποικιλίαν, ἀλλ’ ἀσιτίαν καὶ ἔνδειαν οἶδα τοὺς ἰατροὺς ἐπιτάσσοντας. Αλλά αυτό είναι, ας πούμε, προσωπική του άποψη. Την ίδια εποχή ο Ιωάννης Χρυσόστομος έγραφε λέει ότι κανείς λογικός άνθρωπος δεν θα κατηγορήσει κάποιον που εξαιτίας σωματικής ασθένειας δεν μπορεί να νηστέψει. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω αναδιφήσει το σύνολο των εκκλησιαστικών κειμένων, κάθε άλλο. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να βρω κανένα χωρίο που να εξαιρεί ρητά τις θηλάζουσες από την υποχρέωση της νηστείας. Φαντάζομαι πως το θέμα θα ήταν ελαφρώς ταμπού για την εκκλησία και θα περνούσε στο ντούκου. Και το απόσπασμα που δίνει ο Νικόλαος Πολίτης δεν μου φαίνεται να κατονομάζει ρητά τις λεχώνες, εκτός κι αν η λοχεία θεωρείται ταπείνωση.

Αυτά για τον «διπόρο».

Επίσης, πρόσφατα (ξανα)κυκλοφόρησε στο Διαδίκτυο μια άλλη θεωρία, που δεν δέχεται τον «οδοιπόρο» αλλά υποστηρίζει ότι η τάχαμου σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Η εκδοχή αυτή αναπτύσσεται σε άρθρο του αρχιμανδρίτη Γεωργίου Χρυσοστόμου, και πρόσφατα αναδημοσιεύτηκε σε αρκετούς θρησκευτικούς ιστότοπους και ιστολόγια (π.χ. εδώ). [Στο μεταξύ, ο αρχιμανδρίτης Χρυσοστόμου έχει πλέον γίνει μητροπολίτης Κίτρους και Κατερίνης].

Σύμφωνα με τον αρθρογράφο, όσοι λένε «ασθενής και οδοιπόρος» παρανοούν την έννοια της φράσης από άγνοια της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Ο κ. αρχιμανδρίτης, που ξέρει αρχαία, μας λέει ότι η σωστή λέξη είναι «ωδιπόρος». Το δεύτερο συνθετικό είναι το πράγματι πολύ κοινό -πόρος, ενώ για το α’ συνθετικό μας λέει:

H λέξη όμως «ωδι» προέρχεται από το ρήμα «ωδίνω», που έχει αρκετές σημασίες (κυριολεκτικά): Έχω ωδίνες, κοιλοπονώ, τίκτω, γεννώ, αλλά και (μεταφορικά) επιθυμώ πάρα πολύ να φάω, κάτι όπως η εγκυμονούσα, κάνω κάτι να τρέμει, σαν την ετοιμόγεννη γυναίκα (βλ. Aντιλεξικόν ή Oνομαστικόν της Nεοελληνικής Γλώσσης, εκδ. β’, Aθήναι 1990). Πόσες φορές λοιπόν έχουμε ακούσει ότι η έγκυος γυναίκα ζητά να φάει κάτι, για να μην «ρίξει» το παιδί, να μην αποβάλλει;

Η ανύπαρκτη λέξη «ωδιπόρος» έχει τα ίδια προβλήματα με την ανύπαρκτη λέξη «διπόρος». Πρώτον, δεν υπάρχει, δεν καταγράφεται πουθενά. Σε κανένα λεξικό, σε κανένα σύγγραμμα, σε καμιά επιγραφή. Δεύτερον, δεν θα μπορούσε να υπάρξει τέτοια λέξη. Ακόμα κι αν συνθέταν οι αρχαίοι μια λέξη από το «ωδίνω» και το «πόρος», η λέξη αυτή θα ήταν «ωδινοπόρος» (προσέξτε ότι υπάρχει στα αρχαία λέξη «ωδινολύτης»).

Τα τελευταία χρόνια έχω δει επίσης να «διορθώνουν» το «ασθενής και οδοιπόρος» υποστηρίζοντας ότι το «σωστό» είναι «ωδειπόρος». Και αυτή όμως η λέξη, ο ωδειπόρος, που δεν μας εξηγούν γιατί να σημαίνει την έγκυο γυναίκα και πώς ετυμολογείται, είναι εξίσου ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει πουθενά, και κατά τη γνώμη μου δεν μπορεί να υπάρξει, αφού δεν βλέπω να είναι κανονικά σχηματισμένη.

Οπότε, τόσο τον ωδειπόρο όσο και τον ωδιπόρο πρέπει να τον στείλουμε στον κάλαθο των αχρήστων, παρέα με τον διπόρο, καθώς και με τον οιδιπόρο, τον ωδυπόρο, τον ωδοιπόρο, τον διφόρο και όλες τις άλλες παραλλαγές που σκαρφίζονται διάφοροι προσπαθώντας να αμφισβητήσουν το ολοφάνερο «οδοιπόρος».

Θα μου πείτε, γιατί να καταφύγει κανείς σε τέτοιες γλωσσικές ακροβασίες για να αμφισβητήσει μια τόσο γνωστή παροιμία; Εδώ υπάρχουν δύο εκδοχές. Η πρώτη, είναι αυτή που είχε εκθέσει ο φίλος Μπουκανιέρος σε σχόλιό του στο παλιότερο άρθρο. Δηλαδή, ότι οι λογιότατοι ενοχλούνται όταν υπάρχουν λόγιες εκφράσεις που τις χρησιμοποιεί ο πολύς λαός και τις καταλαβαίνει, διότι κάτι τέτοιο τούς δημιουργεί υπαρξιακό πρόβλημα. Οπότε, βάζουν τα δυνατά τους να ανακαλύψουν ή να κατασκευάσουν κάποιο λάθος στην κοινόχρηστη λόγια έκφραση, να την αποδείξουν σώνει και καλά λαθεμένη. Κάτι ανάλογο άλλωστε έχει γίνει πολλές φορές, π.χ. στο παν μέτρον άριστον, τους ασκούς του Αιόλου, τις καλένδες κτλ.

Πολύ οξυδερκής παρατήρηση αυτή -πιστεύω πως διατηρεί γενικά την αξία της, όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά. Ο αρχιμανδρίτης αρθρογράφος το λέει καθαρά, υπάρχει σοβαρός λόγος που η φράση «ασθενής και οδοιπόρος» ενοχλεί: Aκόμη και εάν το κείμενο εννοούσε «οδοιπόρο» και όχι «ωδιπόρο», θα δικαιολογούνταν η κατάλυση μόνον στην περίπτωση που αυτός ο (τέλος πάντων) «οδοιπόρος» ήταν κάποιος που περπάτησε επί πολλές ώρες, κατάκοπος και εξαντλημένος από τις κακουχίες του ταξιδιού. Φτάνουμε όμως στο σημείο να απαλλάσσονται από τη νηστεία και όσοι πηγαίνουν μία εκδρομή. Δεν νηστεύουν με τη δικαιολογία ότι ταξίδεψαν(η έμφαση δική του). Η εκκλησία δηλαδή δεν θέλει να επικαλούνται τη φράση κάποιοι και να «λουφάρουν», που θα λέγαμε στο στρατό, τη νηστεία. Βέβαια, η φράση «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει» είναι έκφραση λαϊκής σοφίας, όχι θρησκευτικός κανόνας.

Σπεύδω να διευκρινίσω πως το δικό μου ενδιαφέρον δεν είναι θρησκευτικό, είναι φιλολογικό. Και φιλολογικά κρίνοντας, ανακεφαλαιώνω: Λέξη διπόρος ή ωδιπόρος δεν υπάρχει, η μόνη μορφή της παροιμίας είναι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει».

Λίγα ακόμα για την πιθανή προέλευση της φράσης. Είπα πιο πάνω ότι στο Ισλάμ οι ταξιδιώτες εξαιρούνται από την υποχρέωση της νηστείας. Συγκεκριμένα, όπως μου υπέδειξε πρόσφατα φίλος του ιστολογίου, το Κοράνι, στη σούρα 2, εδάφιο 184 λέει: Όποιος από σας είναι άρρωστος ή ταξιδεύει, να νηστέψει ίσο αριθμό ημερών άλλη φορά. Αλλά αν δεν μπορείτε να υπομείνετε τη νηστεία, υπάρχει η αντιστάθμιση να δώσετε τροφή σ’ έναν φτωχό. Θα μπορούσε λοιπόν μέσα στην Τουρκοκρατία, να διαμορφώθηκε η φράση «ασθενής και οδοιπόρος…» υπό την επήρεια της ισλαμικής διδασκαλίας, αν και τίποτα δεν αποκλείει τον ανεξάρτητο σχηματισμό -υπάρχει άλλωστε και η ρώσικη παροιμία που είδαμε πιο πάνω.

Όσο για τη συγκεκριμένη διατύπωση της παροιμίας, η μεν κατάληξη «αμαρτίαν ουκ έχει» είναι συχνή σε εκκλησιαστικά συμφραζόμενα, αλλά και η συνύπαρξη ασθένειας και οδοιπορίας στην ίδια φράση απαντά σε αρκετούς βυζαντινούς. Ας πούμε, στον Ιωάννη Καντακουζηνό διαβάζουμε κάποιοι έκαναν μια επίσκεψη «και γῆρας καὶ σωματικὴν ἀσθένειαν καὶ τοὺς πρὸς τὴν ὁδοιπορίαν πόνους παριδόντες», ενώ σε επιστολή του Νικ. Μυστικού ότι «καὶ οὐ δειλιῶμεν τὸ γῆρας οὔτε τὴν ἀσθένειαν οὔτε τὴν ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ταλαιπωρίαν».

Κλείνοντας, παρακαλώ θερμά: Αν κάποιος από τους αγαπητούς αναγνώστες μπορεί να τεκμηριώσει ότι υπάρχει λέξη «διπόρος» ή «ωδιπόρος» ή «ωδειπόρος» ή κάποια παρεμφερής λέξη με τη σημασία της εγκύου ή της θηλάζουσας γυναίκας, τον παρακαλώ θερμά να με βγάλει από την πλάνη. Έως τότε όμως δικαιούμαι να θεωρώ μύθο τον διπόρο, τον ωδιπόρο και τον οιδιπόρο -και επαναλαμβάνω ότι «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτία δεν έχει».

Aλλά θα επικαλεστώ και την αυθεντία. Την παροιμία «ασθενής και οδοιπόρος» στην πατροπαράδοτα γνωστή μορφή της την υποστηρίζει και ανώτατος εκκλησιαστικός, ο μητροπολίτης Ηλείας Γερμανός, ο οποίος σε άρθρο του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής:

Μερικές φορές κάποιοι συνάνθρωποί μας, δια διαφόρους λόγους, δημιουργούν προβλήματα σε θέματα, που είναι σαφή και απλά, ώστε να προκαλείται σύγχυσις στην ζωή μας.

Έτσι τελευταίως εμφανίζονται κάποιοι θεολογικοφιλολογούντες, οι οποίοι ανεκάλυψαν τάχα ότι αυτό που λέει και κατανοεί ο λαός μας αιώνες τώρα δια την νηστείαν, ακολουθώντας την Κανονική παράδοσι των πατέρων μας, ότι δηλαδή «ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει», είναι τάχα λανθασμένον και ότι το ορθόν είναι να λέμε και να γράφωμε «ασθενής και ωδει(ι) πόρος (η διπόρος) αμαρτίαν ουκ έχει».

Και συνεχίζοντας ο σεβασμιότατος εκθέτει αναλυτικά και τεκμηριωμένα για ποιο λόγο η λαϊκή παροιμία αναφέρεται όντως στους οδοιπόρους: αφενός ότι οι λέξεις ωδειπόρος, ωδιπόρος κτλ. δεν υπάρχουν σε κανένα λεξικό, οπότε πώς τις πληροφορήθηκε ο λαός; και αφετέρου διότι η έννοια του οδοιπόρου είναι σύμφωνη και με τους ιερούς κανόνες και με την παράδοση της εκκλησίας (διαβάστε τα εδώ).

Οπότε, αν δεν πιστεύετε εμένα, πιστέψτε τον μητροπολίτη κ. Γερμανό: το σωστό είναι «Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει»!

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Γλωσσικοί μύθοι, Επαναλήψεις, Θρησκεία, Λαογραφία, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 101 Σχόλια »

Για τα συνδικάτα (απεργιακό άρθρο)

Posted by sarant στο 6 Απριλίου, 2022

Σήμερα, 6 Απριλίου, έχει κηρυχθεί γενική απεργία από τη ΓΣΕΕ, την ΑΔΕΔΥ, πολλά εργατικά κέντρα και συνδικάτα. Αίτημα ειναι η αύξηση των μισθών και η λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της πρωτοφανούς ακρίβειας, που βέβαια πρώτιστα πλήττει τα λαϊκά στρώματα και τους οικονομικά ασθενέστερους.

Λοιπόν, απεργούν εργάτες, απεργούν υπάλληλοι, κάνουν στάσεις εργασίας τα μέσα μαζικής μεταφοράς, απεργούν υγειονομικοί, καθηγητές και δάσκαλοι, θα απεργούσαν και οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας αλλά η απεργία τους κρίθηκε παράνομη και καταχρηστική -τα ιστολόγια όμως; Απεργούν τα ιστολόγια; Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αδιανόητο, ας πούμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ίσως για κάποιο πρόβλημα της μπλογκόσφαιρας, όπως είχε κάνει παλιά η ιταλική Βικιπαίδεια για να διαμαρτυρηθεί για ένα σχεδιαζόμενο μέτρο -που τελικά αποσύρθηκε. Αλλά συμμετοχή στην απεργία του «πραγματικού κόσμου»; Και με ποιο τάχα αίτημα –και σαν πίεση προς ποιον;

Επειδή δεν είναι προφανείς οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, το ιστολόγιο συνηθίζει, σε τέτοιες μέρες, να μην απεργεί αλλά να δημοσιεύει «απεργιακό άρθρο». Συνήθως, το απεργιακό αυτό άρθρο είναι αφιερωμένο, ακριβώς, στη λέξη «Απεργία» (εδώ βλέπετε την τελευταία δημοσίευση αυτού του άρθρου, πρόπερσι).

Φέτος όμως σκέφτηκα να σπάσω την παράδοση και να δημοσιεύσω, ως απεργιακό άρθρο, ένα άλλο παλιό άρθρο του ιστολογίου, που είχε δημοσιευτεί πριν από σχεδόν 13 χρόνια, αλλά τώρα το αλλάζω αρκετά -ένα λεξιλογικό άρθρο για τη λέξη «συνδικάτο». Επίκαιρο κι αυτό, αφού συνδικαλιστικές οργανώσεις κήρυξαν τη σημερινή απεργία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Εργατικό κίνημα, Εργατικά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , , | 88 Σχόλια »

Το χριστόψωμο (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2021

Μέρα που είναι, το ιστολόγιο σάς εύχεται καλά Χριστούγεννα, με υγεία και αγάπη και μακριά από κορόνες!

Έχει γίνει σχεδόν παράδοση του ιστολογίου να βάζουμε κάτι παπαδιαμαντικό τα Χριστούγεννα. Σήμερα επαναλαμβάνω μια δημοσίευση που αρχικά είχε γίνει πριν από δέκα χρόνια, μέσα στο πένθος για τον αναπάντεχο θάνατο του πατέρα μου. Αλλάζω λίγα από τον πρόλογο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ήμουν μικρός, ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οι αναμνήσεις οι παιδικές είναι βέβαια επηρεασμένες από μεταγενέστερες διηγήσεις, αλλά δυο-τρία πράγματα που θυμάμαι με θαλπωρή από τα παιδικά μου Χριστούγεννα είναι τον παππού να διαβάζει από τον μεγάλο μαυροντυμένο τόμο και τα μανταρίνια να χρυσίζουν πάνω στο τραπέζι καθώς κάναμε καντηλάκι τις φλούδες τους.

Διάλεξα να ανεβάσω σήμερα το Χριστόψωμο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα που υπάρχει μεν στο Διαδίκτυο, όπως και σχεδόν όλα τα χριστουγεννιάτικα, αλλά δεν παύει να είναι σημαδιακό: καταρχάς, είναι πικρό διήγημα, όχι χαρμόσυνο. Κι έπειτα, είναι και το πρώτο χρονολογικά διήγημα που δημοσίευσε ο Παπαδιαμάντης -ως τότε είχε δώσει μόνο εκτενή έργα, τα τρία μυθιστορήματα και τη νουβέλα Χρήστος Μηλιόνης.

Το Χριστόψωμο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 με τον υπότιτλο «Διήγημα πρωτότυπον». Επειδή είναι πρώιμο σχετικά, έχει λιγάκι πιο βαριά καθαρεύουσα από πολλά μεταγενέστερα. Ίσως γι’ αυτό, σε τούτη την αναδημοσίευση επέλεξα να παραθέσω το πολυτονισμένο κείμενο, από τον ιστότοπο papadiamantis.net.

Μια λαϊκή λέξη του διηγήματος, που ίσως να μην την ξέρετε, και δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό (αν δεν σφάλλω), είναι τα μαναφούκια. Όπως λέω στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (για να κάνω και λίγη γκρίζα διαφήμιση), τα μαναφούκια είναι ραδιουργίες, συκοφαντίες, διαβολές. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό münafık, «υποκριτής, διπρόσωπος, συκοφάντης», που είναι αραβικής αρχής (ίσως επηρεάστηκε παρετυμολογικά από τη «μάνα»). Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί πολλές φορές τα μαναφούκια στα διηγήματά του. Ωστόσο, η λέξη δεν είναι αποκλειστική της σκιαθίτικης διαλέκτου, αλλά ακούγεται και στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ακούγεται και στα πρωινάδικα της τηλεόρασης, που άλλωστε έχουν αναγάγει τα μαναφούκια σε επιστήμη.

Και για να συνεχίσω τη γκρίζα διαφήμιση, θυμίζω ότι έχετε ακόμα έξι μέρες για να ψηφίσετε τη Λέξη της χρονιάς. Αλλά πολλά είπα και δίνω τη σκυτάλη στον Παπαδιαμάντη.

Το χριστόψωμο

Διήγημα πρωτότυπον

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Κάλαντα, έστω και με μάσκα

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2021

Όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγο, από σήμερα το πρωί επανέρχεται η υποχρέωση να φοράμε μάσκα και στους εξωτερικούς χώρους -οπότε, συμπεραίνω, και οι παρέες των παιδιών που θα μας πουν τα κάλαντα θα πρέπει επίσης να μασκοφορούν, αν και αυτό δεν το ανακοίνωσε ρητα ο υπουργός Υγείας.

Έστω και με μάσκα όμως, η σημερινή παραμονή των Χριστουγέννων είναι η μέρα που λένε τα Κάλαντα, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο μας για τα λεξιλογικά και άλλα των καλάντων, που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

Πριν προχωρήσω στο άρθρο, να σας θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς, οπότε αν δεν έχετε ήδη ψηφίσει σας προτρέπω να ρίξετε τον οβ… την ψήφο σας εδώ!

Λοιπόν, μια και η μέρα το θέλει, ταιριάζει να μιλήσουμε σήμερα λιγάκι για την ιστορία όχι του εθίμου (έχουν γράψει τόσοι και τόσοι γι’ αυτό) αλλά της λέξης, της λέξης «κάλαντα».

Στην αρχή της αλυσίδας βρίσκουμε τις ρωμαϊκές νουμηνίες ή νεομηνίες, που τις έλεγαν calendae, καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae, παρόλο που το γράμμα k είχε εκπέσει τότε). Για την προέλευση της λατινικής λέξης, είχε γραφτεί παλιότερα ότι προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Ωστόσο, η φράση αυτή φαίνεται πως είναι προϊόν διπλής παρανάγνωσης, αφού οι περισσότερες πηγές την παραδίδουν ως calo Juno Covella, όπου Juno ήταν το ρωμαϊκό ισοδύναμο της Ήρας.

Το Covella μάλλον προέρχεται από το covus, παλαιότερη μορφή του cavus (“κούφιο”). Το κρίσιμο χωρίο είναι του Βάρρωνα (De lingua latina 6.27): Primi dies mensium nominati kalendae, quod his diebus calantur eius mensis nonae a pontificibus, quintanae an septimanae sint futurae, in Capitolio in curia Calabra sic dicto quinquies ‘kalo Iuno Covella’, septies dicto ‘kalo Iuno Covella’ (Οι πρώτες ημέρες του μήνα ονομάζονται Kalendae, επειδή τις ημέρες αυτές ανακοινώνονται [calantur] από τους ιερείς στην Αίθουσα των Ανακοινώσεων του Καπιτωλίνου οι Νώννες, εάν δηλαδή θα πέσουν στις πέντε ή στις επτά του μηνός, με τον ακόλουθο τρόπο: Ήρα Λειψή, σε καλώ την πέμπτη ημέρα ή Ήρα Λειψή, σε καλώ την έβδομη ημέρα). Προσέξτε και πάλι τη γραφή με k.

Ούτως ή άλλως, στην αρχή έχουμε το ρήμα calo, που είναι συγγενικό με το δικό μας το «καλώ» (και όχι δάνειο από το δικό μας όπως αφελώς γράφεται), αν και δεν έχω πρόχειρο τον Ερνού-Μεγιέ (το ετυμολογικό της λατινικής) κι έτσι κρατάω μιαν επιφύλαξη. Πάντως, από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier, το δικό μας καλεντάρι κτλ.

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, στην πρώτη του έκδοση, έδινε σαν προέλευση της λ. καλένδες τη λαθεμένη λατινική φράση (calo Juno novella). Η δεύτερη έκδοση διόρθωσε το λάθος, αλλά βέβαια δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να προμηθεύονται τις επανεκδόσεις οπότε η αρχική, λαθεμένη εκδοχή αναφέρεται συχνά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λαογραφία, Φρασεολογικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 334 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Νικο(κύρη) και πάλι!

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2021

Ή αλλιώς, Νίκος κερνάει και Νίκος πίνει ή μάλλον Νίκος ξανακερνάει και Νίκος ξαναπίνει, αφού το σημερινό άρθρο, όπως δηλώνει και το «και πάλι» του τίτλου, είναι επανάληψη ενός παλιότερου που είχε δημοσιευτεί πριν από 4 χρόνια. Λουφάρω άρθρα, θα πείτε. Ίσως, αλλά το δικαιούμαι τη μέρα της γιορτής μου, δεν βρίσκετε;

Πάντως, στο σημερινό άρθρο έχω ενσωματώσει κάμποσα από τα σχόλιά σας προ τετραετίας, ανάμεσά τους κι ένα εκτενές του φίλου μας του π2 για το όνομα Νικόλαος στην αρχαιότητα.

Οπότε, μαζί με τα χρόνια πολλά σε όσους και όσες συνεορτάζουμε σήμερα, ας δούμε τα λεξιλογικά και άλλα του Νίκου.

Σύμφωνα με μια έρευνα για τα ελληνικά ονόματα, στην ιεραρχία των αντρικών ονομάτων ο Νίκος βρίσκεται σταθερά στην πέμπτη θέση, πίσω από τους «τέσσερις μεγάλους» (πρώτο τον Γιώργο και μετά την τριάδα Δημήτρη-Κώστα-Γιάννη) και πολύ μπροστά από τους υπόλοιπους (Χρήστο, Παναγιώτη, Βασίλη και λοιπές ονομαστικές δυνάμεις).

Με τη γυναικεία εκδοχή του ονόματος τα πράγματα μπλέκουν. Η Νίκη είναι στην 37η θέση, αλλά είναι τάχα όλες οι ανευρέσεις αυθεντικές ή υποκρύπτουν κάποιαν Ανδρονίκη; Υπάρχει όμως και η Νικολέτα που είναι στην 55η θέση, ενώ πολύ πιο πίσω έρχονται η Νικολίνα και η Νικόλ. Πάντως η γυναικεία εκδοχή του ονόματος είναι αισθητά σπανιότερη απο την ανδρική, που όπως είπαμε βρίσκεται στην πέμπτη θέση.

Βρίσκεται στην πέμπτη θέση πανελλαδικά αλλά στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη έχει σαφώς μεγαλύτερη συχνότητα και πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά στην τοπική πρώτη θέση (το λέω εμπειρικά, δεν ξέρω αν έχει δημοσιευτεί σχετική μελέτη). Ο λόγος για την αυξημένη δημοτικότητα του ονόματος στα νησιά είναι φυσικά ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι θαλασσινός άγιος, ο προστάτης των ναυτικών και διάδοχος του Ποσειδώνα.

Να πούμε όμως ότι το όνομα Νικόλαος, παρόλο που έγινε δημοφιλές χάρη στον άγιο των ναυτικών, είναι προχριστιανικό, αρχαίο ελληνικό. Νίκη του λαού, άλλωστε, η ετυμολογία του είναι διάφανη. Ο αρχαιότερος Νικόλαος που έχει καταγραφεί στην αρχαία γραμματεία είναι ένας γιος του Περιάνδρου, του τυράννου της Κορίνθου, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Το όνομα φαίνεται πως συνηθιζόταν στη Σπάρτη -ανάμεσα σε άλλους, Νικόλαος λεγόταν ένα μέλος της αντιπροσωπείας που πήγε στα Σούσα επί πελοποννησιακού πολέμου για να ζητήσει ελληνοπρεπώς τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέα κατά των Αθηναίων -πήγαν οι Ανήριστος, Νικόλαος και Πρατόδαμος. Από συγγραφείς, ο Νικόλαος ο Δαμασκηνός, περιπατητικός φιλόσοφος του 1ου αι. μ.Χ. που έγραψε πολλά από τα οποία σώθηκαν ελάχιστα. Για να τον τιμήσει όμως ο βασιλιάς της Περσίας (υποθέτω), που πολύ τον αγαπούσε, ονόμασε Νικολάους τους πιο νόστιμους χουρμάδες, τουλάχιστον έτσι μας λέει ο Πλούταρχος: «ὁ γοῦν βασιλεύς, ὥς φασιν, ἀγαπήσας διαφερόντως τὸν Περιπατητικὸν φιλόσοφον Νικόλαον, γλυκὺν ὄντα τῷ ἤθει ῥαδινὸν δὲ τῷ μήκει τοῦ σώματος διάπλεων δὲ τὸ πρόσωπον ἐπιφοινίσσοντος ἐρυθήματος, τὰς μεγίστας καὶ καλλίστας τῶν φοινικοβαλάνων Νικολάους ὠνόμαζεν, καὶ μέχρι νῦν οὕτως ὀνομάζονται.»

Να πούμε ότι Νικόλεως (για την ακρίβεια Νιϙόλεως) είναι η αρχαιότερη επιγραφικά μαρτυρούμενη μνεία του ονόματος, στην Πάρο γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.

Το υποκοριστικό Νικόλας είναι συχνό και στην αρχαιότητα, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. (Αθήνα), ενώ παλαιότατο είναι και το θηλυκό Νίκολα ή Νικόλα (μεταξύ άλλων στον Σελινούντα του 6ου και στη Μήλο του 5ου αι. π.Χ.), ενώ το Νικολαΐς μαρτυρείται μόνο στα αυτοκρατορικά χρόνια.

Σε μεταγενέστερες εποχές το όνομα γράφεται συχνότατα Νεικόλαος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ονόματα, Παροιμίες, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 197 Σχόλια »

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 11 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Οι ισχυρομνήμονες παλαιοί φιλοι του ιστολογίου ίσως αναγνωρίσουν κάποια κομμάτια του σημερινού άρθρου. Πράγματι, ενώ το βουλεβάρτο είναι σήμερα λέξη της επικαιρότητας λόγω των εξαγγελιών του δημάρχου Αθηναίων, στο ιστολόγιο έχουμε ήδη βάλει ένα άρθρο με τα λεξιλογικά της λέξης αυτής, σε ανύποπτο χρόνο και με άλλη αφορμή. Οπότε, το λεξιλογικό κομμάτι είναι επανάληψη. 

Σημειώνεται ότι το άρθρο γράφτηκε πριν από τη νεροποντή που πλημμύρισε την Αττική -διαφορετικά, μπορεί σήμερα να γράφαμε για τα λεξιλογικά της γόνδολας. 

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Μεγάλη εντύπωση προκάλεσαν οι νέες ανακοινώσεις του δημάρχου Αθηναίων για το σχέδιο ανάπλασης της οδού Πανεπιστημίου. Θα φυτευτούν 86 πλάτανοι, διαβάσαμε, που θα δώσουν «την αίσθηση ενός αστικού βουλεβάρτου που θα είναι αντάξιο με τα αντίστοιχα που υπάρχουν σε πόλεις της Ευρώπης, στο Βερολίνο για παράδειγμα». Η αρχική μάλιστα ανακοίνωση του δήμου ήταν τόσο προχειρογραμμένη που αφενός επέμενε πως τα πλατάνια είναι δέντρα αειθαλή (ενώ όσοι έχουν δει ελληνικό πλάτανο ξέρουν ότι τα φύλλα του όχι μόνο πέφτουν αλλά και προκαλούν κάμποσα προβλήματα, στις πλατείες των χωριών, με την ολισθηρότητά τους) ενώ αφετέρου υποστήριζε ότι αποτελούν στοιχείο της… αστικής πανίδας ανατρέποντας όλα όσα ξέραμε για το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Φρεγάτα μου!

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2021

Η λέξη των τελευταίων ημερών είναι αναμφίβολα η φρεγάτα, αφού ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο Μακρόν ότι η Ελλάδα πρόκειται να αγοράσει τρεις (και με οψιόν τέσσερις) γαλλικές φρεγάτες τύπου Μπελαρά, μαζί με μερικές κορβέτες, έναντι ποσού που θα φτάσει τα 5 δις.

Ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται, όπως λένε. Και πράγματι, αμέσως μόλις η Γαλλία έπαθε ένα σοβαρό στραπάτσο μετά την αθέτηση της παραγγελίας των υποβρυχίων από την Αυστραλία, έσπευσε η πάντοτε πιστή φίλη Ελλάδα να καλύψει ένα μέρος από τη γαλλική χασούρα και να παραγγείλει τις φρεγάτες. Μάλιστα, ενω στην αρχή λεγόταν ότι μόνο η πρώτη φρεγάτα θα κατασκευαζόταν στη Γαλλία και οι επόμενες θα ναυπηγούνταν στην Ελλάδα ώστε να γίνει και μεταφορά τεχνογνωσίας, τελικά ο όρος αυτός μάλλον εγκαταλείφθηκε. Δεν πειράζει, το ουσιαστικό είναι που τονώθηκε η ελληνογαλλική φιλία.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σήμερα για τη φρεγάτα. Πιο σωστά, θα ξαναλεξιλογήσουμε, διότι πριν από τριάμισι χρόνια είχαμε γράψει πάλι άρθρο για τη λέξη αυτή, αφού και τότε βρισκόταν στην επικαιρότητα αυτός ο τύπος πλοίου -τότε ήταν να νοικιάσουμε δυο φρεγάτες για το καλοκαίρι, σχέδιο που τελικά ματαιώθηκε. Ζητάω συγγνώμη από τους τακτικούς αναγνώστες για την επανάληψη, αλλά το σημερινό άρθρο θα έχει πολλές διαφορές από το άρθρο του 2018.

Σύμφωνα με το Χρηστικο Λεξικό, η φρεγάτα είναι «πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους», ενώ το ΛΚΝ προσθέτει ότι είναι πλοίο «συνοδείας», άλλων πλοίων εννοείται. Ωστόσο, αυτή είναι η σημερινή σημασία της φρεγάτας. Τα λεξικά καταγράφουν επίσης, την παλαιότερη σημασία «τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο». Βλέπετε, η γλώσσα είναι πράγμα συντηρητικό και η ίδια λέξη μπορεί μέσα στους αιώνες να περιγράφει πολύ διαφορετικά πράγματα.

Tη φρεγάτα με την παλιότερη σημασία τη συναντάμε πολλές φορές στα κείμενα του 1821, φρεγάτα και φρεγάδα και φεργάδα και φεργάτα. Για τα μέτρα της εποχής, οι φρεγάτες ήταν δυνατό πολεμικό πλοίο.

Στο ξεκίνημα του αγώνα, ο ελληνικός στόλος δεν είχε καμιά φρεγάτα· οι πολλές αναφορές στα διάφορα κείμενα της εποχής αφορούν όλες είτε τουρκικά σκάφη είτε πλοία ουδέτερων δυνάμεων, γαλλικές και αγγλικές ιδίως, αλλά ακόμη και αμερικανικές φρεγάτες, π.χ. σε αναφορά από Μήλο «τα πολεμικά δεν ήσαν περισσότερα των δώδεκα, δύο δηλαδή φεργάδες, τέσσερις κορβέτες και έξ εμπρίκια» ή «μία φεργάδα γαλλική, οπού ήτον χθες εις Σμύρνην, επήγε χθες εις Σύραν».

Για να πείσουν τους Μεσολογγίτες να συνθηκολογήσουν, οι Οθωμανοί μεταχειρίστηκαν και το επιχείρημα της ποιοτικής υπεροχής τους: «…στοχάζεστε ότι θα δυνηθούν τα τόσα ολίγα και τα χειρότερα [πλοία] ν’ αντιπαραταχθούν με τα ιδικά μας ντελίνια, φρεγάτες και λοιπά καλώς οπλισμένα;»

Η αξία της φρεγάτας φαίνεται και από τα βραβεία που είχε θεσπίσει το κοινό των Υδραίων για τα πυρπολικά. Αν έκαιγαν φρεγάτα ή ντελίνι, ο κάθε συντροφοναύτης του μπουρλότου θα έπαιρνε από 300 γρόσια, ενώ 200 για κορβέτα ή άλλο τρικάταρτο και μόνο 100 για μπρίκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 141 Σχόλια »

Γιατί έχει εννιά ο μήνας;

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2021

Προφανώς ο τίτλος είναι εσκεμμένα ανακριβής -ο μήνας έχει σήμερα εννιά επειδή χτες είχε οχτώ. Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει δεν είναι «γιατί έχει 9 ο μήνας;» αλλά «γιατί λέμε ότι ο μήνας έχει 9;»

Και μάλιστα, όχι γιατί το λέμε σήμερα, που είναι στο κάτω-κάτω μια απλή διαπίστωση, αλλά γιατί παροιμιωδώς λέμε «ο μήνας έχει εννιά»;

Το θέμα βέβαια το έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, και μάλιστα μιαν άλλη 9η Σεπτεμβρίου, που είχε επιπλέον το χαρακτηριστικό πως ήταν η 9/9/09, 9 Σεπτεμβρίου του 2009, μέρα με τρία εννιάρια. Όμως σε εκείνο το άρθρο, που είχε άλλωστε λιγοστά (αλλά καλά) σχόλια, αφού το ιστολόγιο τότε δεν ήταν ακόμα πολύ γνωστό, δεν είχαμε καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Οπότε επιβάλλεται η αναδημοσίευση, δώδεκα χρόνια μετά, φυσικά με αρκετές προσθήκες και τροποποιήσεις, με την ελπίδα μήπως τώρα βγει κάτι πιο συγκεκριμένο.

Τι σημαίνει «ο μήνας έχει εννιά», το ξέρουμε όλοι. Πρόκειται για έκφραση απόλυτης αμεριμνησίας. Όπως λέω στο φρασεολογικό βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», λέγεται για κάποιον τελείως ξένοιαστο που αδιαφορεί για τα πάντα και σκέπτεται μόνο τις διασκεδάσεις και την καλοπέραση. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε σύγκριση με άλλες εκφράσεις που δείχνουν απόλυτη αδιαφορία (αγρόν ηγόρασε, πέρα βρέχει, δεν δίνει πεντάρα), η έκφρ. ο μήνας έχει εννιά είναι η πιο απενοχοποιημένη, δηλ. δεν περιέχει μομφή όπως οι άλλες για τον αδιάφορο –αλλά εδώ μπορεί να μεταφέρω κάτι που είναι απλώς προσωπική μου εντύπωση.

Δηλαδή, η έκφραση ο μήνας έχει εννιά (ή: εννιά έχει ο μήνας) δεν δείχνει απλώς απόλυτη αμεριμνησία, αλλά έχει έντονο το στοιχείο του γλεντιού –αυτός που αδιαφορεί, το γλεντάει κιόλας.

— Οι κυρίες, αν θες να ξέρεις, δε σκοτίζονται για τίποτα. Κάθονται κι εννιά έχει ο μήνας! Γ. Χασάπογλου, Οι κουραμπιέδες, σ.71

Μ’ έχεις κάνει άλλο άνθρωπο… Μ’ είχανε οι δρόμοι και οι παρέες… εννιά είχ’ ο μήνας… Για γυναίκες πεντάρα δεν έδινα. Κάθε νύχτα ήμουνα με άλλη. Καμπανέλλης, Η αυλή των θαυμάτων, σ. 134

Βέβαια, δεν αποκλείεται η αίσθηση της γλεντζέδικης αμεριμνησίας να οφείλεται στο τραγούδι «Ο μήνας έχει εννιά», το πασίγνωστο αρχοντορεμπέτικο του Μιχ. Σουγιούλ σε στίχους του Γ. Τζαβέλλα.

Μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν την γλεντήσουμε
τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε

Μες στον ψεύτικο ντουνιά
παίξτε μου διπλοπενιά
και ο μήνας έχει εννιά

Πόσο ζει ο άνθρωπος, κοίτα, παρατήρησε
μέχρι τα σαράντα του, κι ύστερα μπατίρισε

Στου διαβόλου τα ‘γραψα όλα το κατάστιχο
και γλεντώ τα νιάτα μου, πριν με πιάσει λάστιχο

Τη ζωή σου γλέντησε, πριν να ρθούν γεράματα
και σου λένε άδικα, μάθε γέρο γράμματα

Βέβαια, δεν δημιουργήθηκε η παροιμιώδης έκφραση από το τραγούδι. Η έκφραση προϋπήρχε. Από πού όμως προέκυψε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 184 Σχόλια »

Το δέλτα που μας τρομάζει

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2021

Πανδημικό ήταν το άρθρο της Παρασκευής, πανδημικά θ’ ανοίξει και η σημερινή βδομάδα, διότι το δέλτα για το οποίο σας μιλώ δεν είναι βέβαια του Νείλου ή άλλου ποταμού, είναι η παραλλαγή δέλτα του κορονοϊού.

Παλιότερα τη λέγαμε ινδική παραλλαγή, αλλά στα τέλη Μαΐου (του 2021) ο ΠΟΥ αποφάσισε όλες οι παραλλαγές του κορονοϊού, του SARS-CoV-2 για να τον γράψουμε επίσημα, να δηλώνονται όχι με τόπο προέλευσης αλλά με γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου.

Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, όλα τα κορόνια φέρ’τα. Κι έτσι η βρετανική παραλλαγή ονομάστηκε άλφα, η νοτιοαφρικανική βήτα, η βραζιλιάνικη γάμμα και η ινδική δέλτα. Έκτοτε έχουν εμφανιστεί και άλλες παραλλαγές, που έχουν ονοματιστεί έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα, γιώτα, κάππα (δηλαδή epsilon, zeta, eta, theta, iota, kappa) αλλά καμιά δεν έχει αποκτήσει τη διάδοση και την προβολή της δέλτα, της δέλτα που μας τρομάζει (ή… μας τρομάδει;).

Καθώς οι παραλλαγές προκύπτουν από μεταλλάξεις, που διαρκώς συμβαίνουν, είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα εμφανιστούν και άλλες. Δεν ξέρω τι θα γίνει αν ξεπεραστεί ο αριθμός των 24, που είναι τα γράμματα του αλφαβήτου μας, αν μετά την παραλλαγή omega θα εμφανιστεί alpha bis ή alpha alpha, υποθέτω όμως ότι κάποιος θα το έχει σκεφτεί.

Ομολογώ επίσης ότι δεν θυμάμαι, τον Μάιο-Ιούνιο που πάρθηκε η απόφαση, αν σχολιάστηκε εδώ στη χώρα μας, και πώς, η επιλογή ελληνικών γραμμάτων για τις φονικές αυτές παραλλαγές. Μάλλον θα το καμαρώσαμε. Για τους ξένους βέβαια τα ελληνικά γράμματα έχουν μιαν αίγλη κι έναν εξωτισμό -όσοι έχουν σπουδάσει (προπτυχιακά) στην Αμερική μπορεί να μας πούν πώς αισθάνονται όσοι βαφτίζουν τις αδελφότητες των φοιτητών με ελληνικά γράμματα, κι αν δείτε σε αμερικάνικο πανεπιστήμιο να γίνεται λόγος για Greek organisations μάλλον αυτές οι Phi Delta Kappa εννοούνται, όχι τίποτα σύλλογοι Ελλήνων.

Και επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν μπορεί το σημερινό άρθρο να μην αναφερθεί και στο γράμμα Δ γενικότερα. Σε αυτό θα αναδημοσιεύσουμε ένα μεγάλο τμήμα από παλιότερο άρθρο μας, του 2016 -τότε, η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε ιδρύσει το κόμμα Πλεύση Ελευθερίας, το οποίο είχε το Δ στο έμβλημά του. Και το μεν κόμμα δεν ευδοκίμησε, αλλά μας έδωσε την αφορμή να γράψουμε για το γράμμα Δ.

Λοιπόν, το Δ είναι το τέταρτο γράμμα του αλφαβήτου μας, και προέρχεται από το φοινικικό γράμμα dalet, που σημαίνει «πόρτα», το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη ενός ιδεογράμματος που σήμαινε την πόρτα. Στα σημερινά εβραϊκά, άλλωστε, η πόρτα είναι delet -και φυσικά, το γεγονός ότι οι ονομασίες των φοινικικών γραμμάτων κάτι σήμαιναν, ενώ οι αντίστοιχες ονομασίες στα ελληνικά δεν σήμαιναν τίποτα (παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ελληνοβαρεμένων να βγάλουν κάποιο κρυμμένο νόημα από το «άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα», βασανίζοντας βάναυσα γλώσσα και λογική) είναι ίσως η πιο τρανή απόδειξη για τη σημιτική προέλευση του αλφαβήτου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Επαναλήψεις, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 285 Σχόλια »