Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Η λαθρομετανάστευσις εις τον λιμένα Πειραιώς ξανά

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2018

Ταξίδευα χτες οπότε δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο κι έτσι καταφεύγω στη δοκιμασμένη λυση της αναδημοσίευσης ενός παλιότερου. Διάλεξα μάλιστα ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε εδώ ακριβώς σαν σήμερα αλλά πριν από εννιά χρόνια, τότε που το ιστολόγιο μετρούσε λίγους μηνες ζωής μόνο.

Αν συγκρίνετε με το αρχικό άρθρο, θα δείτε ότι έχω προσθέσει κάποια πράγματα στην αρχή-αρχή του άρθρου, επειδή προσφατα το θέμα αυτό συζητηθηκε σε μια γλωσσική ομαδα στο Φέισμπουκ.

Ρωτησε κάποιος φίλος την ομήγυρη:

Τι γνώμη έχετε για τη λέξη λαθρομετανάστης; Την θεωρείτε ουδέτερη; Όπως για παράδειγμα τη λέξη λαθρεπιβάτης; Ή για εσάς έχει υποτιμητικό περιεχόμενο;

Απάντησα ότι προσωπικά τη λέξη τη θεωρώ φορτισμένη, όχι ουδέτερη -μεταξύ άλλων εξαιτίας της χρήσης της σε ξενοφοβικά κηρύγματα. Μια φίλη συμπλήρωσε ότι όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη σε πολιτικό κόντεξτ πρέπει να είναι προετοιμασμένος για αντιδράσεις και σίγουρα δεν δικαιούται να διαμαρτυρηθεί αν τον κατατάξουν ακριβώς επειδή τη χρησιμοποίησε.

Πιο επιστημονικά τα λέει ο Ηλεδικηγόρος, σε παλιότερο άρθρο του, στο οποιο επισημαίνει ότι ούτε στον ποινικό κώδικα ουτε στις ποινικές διατάξεις του νόμου που διέπει τη μετανάστευση (Ν.3386/2005, «Για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια») δεν απαντά ο ορος «λαθρομεταναστης» ή «λαθρομετανάστευση» παρά μονο σε μια διάταξη διοικητικού δικαίου του εν λόγω νόμου (άρθρο 76). Και συμπεραίνει:

Έτσι, η χρήση του όρου «λαθρομετανάστες» στο δημόσιο λόγο, θεωρώ ότι προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των προσώπων, στα οποία αναφέρεται. Γιατί τους αποδίδει αυτομάτως την ιδιότητα του παρανόμου, χωρίς να προβλέπεται τέτοια ιδιότητα και, πολύ περισσότερο, χωρίς βέβαια να υπάρχει σχετική δικαστική απόφαση που να κηρύσσει τα πρόσωπα ένοχα. Έτσι πρόκειται τελικά για έναν όρο όχι μόνο τεχνικά ασαφή, αλλά, ανάλογα και με το πλαίσιο της χρήσης του, μπορεί να αποτελέσει και προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, ως μια περίπτωση εξύβρισης.

Για τον ίδιο άλλωστε λόγο και διεθνώς ο αντίστοιχος όρος illegal immigrant αποφευγεται π.χ. στα επίσημα κείμενα της ΕΕ.

Αλλά ας δούμε την ιστορία του όρου «λαθρομετανάστης» -και απο εδώ αρχίζει το παλιότερο άρθρο που αναδημοσιεύω.

Οι λέξεις «λαθρομετανάστης, λαθρομετανάστευση» μπήκαν στην επικαιρότητα και στα λεξικά στη δεκαετία του 1990. Σε παλιότερα λεξικά δεν φαίνεται να υπάρχουν: για παράδειγμα, δεν τις έχει το 15τομο λεξικό του Δημητράκου (1938) ούτε το μεταπολεμικό του Σταματάκου. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη, που πρέπει να κυκλοφόρησε το 1993 δεν περιλαμβάνει τέτοιο λήμμα. Αντίθετα, το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, που κυκλοφορούν και τα δύο το 1998, έχουν το λήμμα.

Ωστόσο, σε σώματα κειμένων βρίσκουμε από παλιότερα αναφορές σε λαθρομετανάστες και στη λαθρομετανάστευση. Κάνοντας, για παράδειγμα, αναζήτηση στο σώμα της εφημερίδας Τα Νέα, βρίσκουμε σποραδικές αναφορές σε ασιάτες μετανάστες από το 1975, καθώς και τους πρώτους «κινδυνολογικούς» τίτλους (π.χ. Κίνδυνοι επιδημιών από λαθρομετανάστες; Νέα 2.9.1978, σ. 5). Αυτές πρέπει να είναι και οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης «λαθρομετανάστης» για περιπτώσεις μετανάστευσης προς την Ελλάδα. Νωρίτερα, αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουμε κάμποσες αναφορές σε «λαθρομετανάστες» εβραίους που μετέβαιναν στην Παλαιστίνη την περίοδο αμέσως πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μάνη, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , | 164 Σχόλια »

Μουντιαλόφσκι

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2018

Μπήκαμε πια στην τελική ευθεία για το φετινό Μουντιάλ, καιρός λοιπον να βάλει το ιστολόγιο ένα μουντιαλικό άρθρο, για να εκφραστούν νομίμως τα φίλαθλα αισθήματα του φιλοθεάμονος κοινού.

Το Μουντιάλ του 2018 είναι το τρίτο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώνεται όσο υπάρχει το ιστολόγιο και είχαμε και στο παρελθόν ασχοληθεί, με περισσότερα από ένα άρθρα μαλιστα, πολύ περισσότερο που το 2010 και το 2014 είχαμε και ελληνική συμμετοχή. Μοιραία, θα επαναλάβω σήμερα υλικό από ένα άρθρο που είχα βάλει και το 2010 και το 2014, φυσικά με τις απαραίτητες προσαρμογές. Γκάλοπ για το Μουντιάλ δεν θα κάνω τώρα, ίσως όμως βάλω ένα πριν αρχίσει η φάση των 16. Πρέπει πάντως να ομολογήσω ότι τον τελευταίο καιρό δεν παρακολουθώ και πολύ ποδόσφαιρο και μάλιστα τώρα συνειδητοποιησα ότι για τη μέρα του τελικού (που γίνεται και νωρίς, στις 6 το απόγευμα) έχω κανονίσει εκδρομή.

Το φετινό Μουντιάλ γίνεται στη Ρωσία, πρώτη φορά σε χώρα του πρωην υπαρκτού σοσιαλισμού -που, όσο υπήρξε, πρόφτασε να φιλοξενήσει μόνο την Ολυμπιάδα του 1980. Ο επίσημος τίτλος της διοργανωσης είναι 2018 FIFA World Cup και σε κάποιες ραδιοφωνικές διαφημισεις για κληρώσεις με βραβείο εισιτηρια για κάποιο παιχνιδι της διοργάνωσης άκουσα να χρησιμοποιείται αυτό το άκρως δυσκολοπρόφερτο μακρινάρι (το «2018» στα ελληνικά, το υπολοιπο αγγλιστί).

Ο ρώσικος τίτλος είναι Чемпиона́т ми́ра по футбо́лу 2018, και αναγνωρίζετε την πρώτη λέξη, τσεμπιόνατ, εδώ (που μοιαζει με γαλλικό δάνειο, αλλά μάλλον είναι αγγλικό, από το champion) και την τελευταία, φουτμπόλ. Η δεύτερη λέξη, μιρ, ειναι ο κόσμος -και η ειρήνη, мир: μιρ μίρου που το λέγαμε παλιότερα θα πει «ειρήνη στον κόσμο». Οι Ρώσοι, δηλαδή, μιλούν για παγκόσμιο πρωτάθλημα, όπως και οι Γερμανοί (Fußball-Weltmeisterschaft) ενώ στις περισσότερες άλλες γλώσσες μιλάνε για Κύπελλο. Παρεμπιπτόντως, στα τούρκικα η επίσημη ονομασία του παγκοσμίου κυπέλλου θυμίζει εκείνα τα ανέκδοτα με τις ψευτοτουρκικές λέξεις, αφού είναι ΦΙΦΑ Ντουνιά Κουπασί (ντουνιάς ο κόσμος, κούπα το κύπελλο, βέβαια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 257 Σχόλια »

Αποφράδες ημέρες και κερκόπορτες ξανά

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2018

Κανονικά, το άρθρο αυτό, που είχε αρχικά δημοσιευτεί το 2012, θα έπρεπε να αναδημοσιευτεί χτες, που ήταν η επέτειος της Άλωσης της Πολης. Η αιτία για την αναδημοσίευση δεν είναι ότι έχουν περάσει έξι χρόνια και το παλιό άρθρο θα έχει ξεχαστεί, είναι περισσότερο ότι κάποια λινκ που είχαν δοθεί σε σχόλια του παλιού άρθρου δεν λειτουργούν πια. Αυτό το διαπίστωσα τυχαία χτες το πρωί, και ο φίλος Γρηγόρης, που τα είχε αρχικά ανεβάσει, προθυμοποιήθηκε να τα μεταφέρει αλλού και μάλιστα να προσθέσει και κάποιες άλλες πηγές -κι έτσι τις παραθέτω όλα μαζί στο τέλος του άρθρου. Και αποφάσισα να το δημοσιεύσω σήμερα το άρθρο κι ας είναι πάρωρο, παρά να περιμένω ένα χρόνο.

Χτες είχαμε Τρίτη 29 Μαΐου, επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης πριν από 565 χρόνια, αποφράδα ημέρα σύμφωνα με τα κλισέ, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε σύντομα με άξονα δυο λέξεις σχετικές με την ημέρα, που τις βλέπετε στον τίτλο.

Λέμε ότι η 29η Μαΐου 1453 είναι αποφράδα ημέρα (ή αποφράς ημέρα στην καθαρεύουσα), επειδή τη μέρα εκείνη έπεσε η Πόλη. Αποφράδα λέγεται η μέρα η καταραμένη, που συνδέεται με κάποιο τραγικό γεγονός που σημάδεψε την ιστορία ενός λαού ή τη ζωή ενός ανθρώπου, λέγεται και η μέρα η γρουσούζικη, η δυσοίωνη: η Τρίτη έτσι κι αλλιώς θεωρείται ημέρα αποφράδα, πολύ περισσότερο σήμερα που συμπίπτει με την επέτειο της άλωσης.

(Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Τρίτη εγινε γρουσούζικη επειδή η 29.5.1453 ήταν Τρίτη, αλλά αυτό δεν ισχύει, ήταν γρουσούζικη από παλιότερα).

Η λέξη αποφράς είναι αρχαία, από το στερητικό από και το ρ. φράζω (μιλώ, απ’ όπου και φράση κτλ.), είναι δηλαδή η μέρα εκείνη για την οποία δεν κάνει να μιλάει κανείς· συχνά στα αρχαία τη βρίσκουμε σε πληθυντικό, αποφράδες ημέραι, οι μη καθαρές, οι απαγορευμένες. Και όπως το εξηγεί έμμετρα ο βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης:

Ἡ ἀποφρὰς ἡ μισητὴ ἥνπερ μισεῖ τις φράσαι.
Ἦσαν καὶ ἀποφράδες δε τοῖς παλαιοῖς ἡμέραι,
ἐν αἷς τισὶ συνέβησαν θλίψεις καὶ περιστάσεις·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 271 Σχόλια »

Κωνσταντίνου και Ελένης λοιπόν

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2018

Εδώ στην Εσπερία σήμερα είναι αργία και όπως έγραψα προχτές έχω πάει μια μικρή εκδρομή. Στην Ελλάδα, πάλι, δεν είναι αργία (αν και ήταν πολύ παλιότερα) ωστόσο γιορτάζει η μισή Ελλάδα κατά το κοινώς λεγόμενο: Κωνσταντίνου και Ελένης, λίγες θα είναι οι οικογένειες που δεν θα έχουν κάποιον ή κάποια που να γιορτάζει (εγώ έχω την αδερφή μου, χώρια θείους και ξαδέρφια). Οπότε, αφού άρθρο δεν προλαβαίνω να γράψω, επαναλαμβάνω ένα εορταστικο παλιότερο που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει πριν από τρια χρόνια και παρακαλώ τους ισχυρομνήμονες να με συγχωρησουν για την επανάληψη (αν γιορτάζουν, δεν δικαιούνται να παραπονεθούν όμως).

Λοιπόν, σήμερα έχουμε μεγάλη γιορτή, μιαν από τις σπουδαιότερες στο εορτολόγιό μας. Αν πιστέψουμε τον πίνακα συχνοτήτων των ελληνικών ονομάτων του Χάρη Φουνταλή, βρίσκουμε τον Κωνσταντίνο στην τρίτη θέση, πολύ κοντά στον δεύτερο Δημήτρη και στον τέταρτο Γιάννη -πρωτος μακράν είναι ο Γιώργος-  και την Ελένη επίσης δεύτερη στα γυναικεία πίσω από την αναμφισβήτητη πρωταθλήτρια Μαρία. Δεν ξέρω αν η κατάταξη αυτή είναι απόλυτα σωστή, αλλά δίνει μια ιδέα της σχετικής συχνότητας των ονομάτων και της εορτολογικής σπουδαιότητας της μέρας. Και μην ξεχνάμε ότι και η Κωνσταντίνα είναι αρκετά διαδεδομένο όνομα, 14ο στον γυναικείο κατάλογο -ο Έλενος βέβαια είναι σπανιότατος (αν είναι το αρσενικό της Ελένης) κι έτσι κι αλλιώς γιορτάζει τον Νοέμβριο, όπως κι ο Λένος. Οπότε, σπουδαία γιορτή η σημερινή και να πω και χρόνια πολλά στην αδερφή μου τη Λένα και στον θείο και τον ξάδερφό μου τον Κώστα, αν διαβάζουν, και σε όλους τους άλλους εορτάζοντες φίλους του ιστολογίου, είτε φανερούς είτε ψευδώνυμους. Όμως θα προειδοποιήσω ότι είναι αδύνατο να εξαντλήσω όλες τις πτυχές των δυο ονομάτων, θα κορφολογήσω μερικές και θα αφήσω ενδεχομένως σε σας τη συμπλήρωση.

Ο λόγος που τα δυο ονόματα γιορτάζουν μαζί, είναι βέβαια ότι η αγία Ελένη ήταν η μητέρα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, που έπαιξαν κι οι δυο τον καθοριστικό ρόλο που ξέρουμε στην επικράτηση του χριστιανισμού, γι’ αυτό άλλωστε και η εκκλησία τούς θεωρεί ισαπόστολους, παραβλέποντας, καλώς ή κακώς δεν θα σταθούμε, ότι ο αυτοκράτορας δολοφόνησε τον γιο του και (με εντολή της μητέρας του) τη σύζυγό του. Και στις καλύτερες οικογένειες άλλωστε συμβαίνουν τέτοια μικροκαβγαδάκια.

Αν όμως το όνομα του Κωνσταντίνου έγινε διάσημο από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, της Ελένης ήταν ήδη ξακουστό από την πανέμορφη βασίλισσα της Σπάρτης και της Τροίας.

Διότι, παρόλο που εορτολογικά συμπίπτουν, ετυμολογικά τα δυο ονόματα διαφέρουν: το όνομα Ελένη είναι αρχαίο ελληνικό, το Κωνσταντίνος λατινικό. Η Ελένη έχει άγνωστη ετυμολογία και ήδη από την αρχαιότητα είχαν διατυπωθεί παρετυμολογικές εξηγήσεις και συσχετίσεις, π.χ. με τη σελήνη, ενώ ο Κωνσταντίνος προέρχεται από το λατινικό επίθετο constans (σταθερός), δηλαδή ετυμολογικά ο Κώστας είναι ένα είδος εξευρωπαϊσμένου Στάθη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λαπαθιώτης, Ονόματα, Σατιρικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απρίλιος, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Επί ξύλου κρεμάμενοι και πάλι

Posted by sarant στο 5 Απρίλιος, 2018

Το ιστολόγιο συνεχίζει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα με μια ακόμα επανάληψη (είπαμε, έχω πάει μια μικρή βόλτα). Μια και σήμερα είναι Μεγάλη Πέμπτη, δημοσιεύω ένα άρθρο σχετικό με τη σημερινή μέρα, που είχε δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Η γλώσσα μας έχει πάρει πολλά στοιχεία από την εκκλησιαστική φρασεολογία: τύπους και λέξεις αρχαϊκές, φράσεις παροιμιώδεις και έννοιες μεταφορικές, που μπήκαν στη γλώσσα τους προηγούμενους αιώνες όταν η συμμετοχή στις τελετές της εκκλησίας ήταν σχεδόν υποχρεωτική, πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις μέρες μας. Πολλές από τις φράσεις αυτές, μάλιστα, επειδή δεν ήταν η σημασία τους κατανοητή, παρερμηνεύτηκαν και τελικά απέκτησαν νέα σημασία’ για παράδειγμα, το «εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» του δοξαστικού τροπαρίου της Ανάστασης έδωσε την κοινότατη παροιμιώδη φράση «περνάει ζωή χαρισάμενη» που την είχαμε συζητήσει παλιότερα. Μιαν άλλη φράση που έχει μεγαλοβδομαδιάτικη προέλευση θα δούμε σημερα.

Για κάποιον που έχει μείνει φτωχός, μόνος και αβοήθητος, λέμε ότι έμεινε «επί ξύλου κρεμάμενος». Η φράση προέρχεται από τον ύμνο της Μεγάλης Πέμπτης «Επί ξύλου, βλέπουσα, κρεμάμενον, Χριστέ, (…) η σέ ασπόρως τεκούσα εβόα πικρώς». Ξύλο βέβαια είναι ο σταυρός, και στην εδραίωση της φράσης συνέβαλε και ο πασίγνωστός ύμνος «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας».

Ασφαλώς η εικόνα του εσταυρωμένου Ιησού, βασανισμένου, σχεδόν γυμνού, εγκαταλειμμένου, έρχεται στο νου πολλών όταν χρησιμοποιούν την έκφραση.

Ο «κρεμάμενος επί ξύλου» δεν βρίσκεται απλώς σε έσχατη πενία· επιπλέον, είναι αβοήθητος, χωρίς υποστήριξη υλική και ηθική, χωρίς ανθρώπους να τον συντρέξουν· σε πολλές περιπτώσεις, η φράση χρησιμοποιείται για κάποιον που έμεινε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη (την εποχή που κάτι τέτοιο ήταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας όπως πάει να γίνει τώρα). Φαντάζομαι ότι και το ρήμα «κρέμομαι» προσθέτει στην επισφάλεια της θέσης.

Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα χρήσης της.

… ποιος της παραστάθηκε, ούτε αδερφός, σαν έφτασε από τη Γερμανία χήρα επί ξύλου κρεμάμενη, κρατώντας ένα βαλιτσάκι κουρέλια και το πεντάρφανο ανίψι της;
Αλ. Κοτζιάς, Ο γενναίος Τηλέμαχος

Σαν βγήκε από το νοσοκομείο, ήταν επί ξύλου κρεμάμενη, δίχως δραχμή στην μπάντα ή συγγενή να τη βοηθήσει.
Καραγάτσης, Το Δέκα

  Σαν το πήγα, ο Θανάσης βρισκόταν σε κακά χάλια, άρρωστος πολύ. Κουτσομαγείρευε. Δύσκολα φαγητά, τηγανητά και τέτοια, δεν μπορούσε να κάνει. Και ούτε και σε καμιά ασφάλιση ήταν -από ξύλου κρεμάμενος.
Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά. Προσέξτε την παραλλαγή, «από ξύλου».

Και μια άλλη παραλλαγή:

Μα έτυχε η αρρώστια της. Τόσον καιρό στο κρεβάτι, με γιατρούς, με γιατρικά, μ’ άφηκε ’πι ξύλου. Ίδε άνθρωπος!
Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα

Η απόλυτη πενία, η έλλειψη συμπαράστασης και εξασφάλισης είναι οι κοινοί τόποι.

Μια πιο παλιά ανεύρεση:

Εγώ τώρα, είμαι επί ξύλου κρεμάμενος, κατάχρεος, απένταρος, ελεεινός, εκλογήν θα κοιτάξω;
Η. Καπετανάκης, Ο γενικός γραμματεύς

Αυτή η τελευταία είναι από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά αυτές οι εκκλησιαστικής προέλευσης φράσεις είναι πολύ παλιότερες. Δεν έχω κάνει εξαντλητική έρευνα στα σώματα κειμένων, πάντως τη βρίσκω σε επιστολή των Σουλιωτών προς τον εγγλέζο αρμοστή της Επτανήσου, γραμμένη μετά τη συνθηκολόγηση:

Ημείς, εξοχώτατε, εν όσω χρόνω διετρίψαμεν εις την πατρίδα μας, τα σκληρά περιστατικά δεν μας εσυγχώρησαν να χορτάσομεν ούτε την ποθηνήν μας πατρίδα, ούτε μικρόν τι εισόδημα ν’ απολαύσομεν από τα υποστατικά μας, αλλά καθώς επήγαμεν, το δη λεγόμενον, επί ξύλου κρεμάμενοι, ούτω και αναχωρήσαμεν εκείθεν.

Η προσθήκη «το δη λεγόμενον» δηλώνει σαφώς ότι η φράση ήταν παροιμιακή ήδη τότε -πιθανώς και από πολύ παλιότερα.

Πάντως, η φράση είναι πολύ ζωντανή και σήμερα, σε αντίθεση με άλλες εκκλησιαστικές που έχουν πάρει να ξεχνιούνται. Πριν από μερικά χρόνια, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης, που του αρέσουν οι λογοπαικτικοί τίτλοι (αν και το παρακάνει -τα διηγήματά του στέκονται έτσι κι αλλιώς μια χαρά) διάλεξε να δώσει σε ένα βιβλίο του ακριβώς τον τίτλο «Επί ψύλλου κρεμάμενος». Όπως είπε πρόσφατα σε μια εκδήλωση που έτυχε να παρακολουθήσω, κάπου άκουσε να το λένε έτσι, δεν το έπλασε ο ίδιος το λογοπαίγνιο. Πάντως στο συγκεκριμένο διήγημα που έδωσε τον τίτλο σε όλη τη συλλογή, ο ψύλλος παίζει κάποιο ρόλο.

Η φράση χρησιμοποιείται και στις εφημερίδες. Για παράδειγμα, όταν ο Γιάννης Αλαφούζος αποφάσισε να αφήσει τον Παναθηναϊκό στην τύχη του, δίνοντας ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς τα κάνει μούσκεμα η ιδιωτική πρωτοβουλία, ο σχετικός τίτλος σε μια εφημερίδα ήταν «Επί ξύλου κρεμάμενος».

Με το πολυετές μεγαλοβδόμαδο που έχει σκεπάσει την πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια, πολλοί, πάρα πολλοί βρέθηκαν, συχνά από τη μια μέρα στην άλλη, επί ξύλου κρεμάμενοι. Φτωχοί ναι, αλλά μόνοι και αβοήθητοι γιατί;

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Λογοτεχνία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Ποιος έγινε άρατος;

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2018

Από σήμερα το ιστολόγιο μπαίνει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα, και ταυτόχρονα σε κλίμα επαναλήψεων. Θα πάω μια μικρή εκδρομή, οπότε το σημερινό και το αυριανό άρθρο θα είναι επαναλήψεις και μάλιστα από την ίδια χρονιά, από άρθρα που είχαν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Μια και είναι μεγαλοβδόμαδο, λοιπόν, θα δούμε μια λαϊκή λέξη που έχει γεννηθεί από την εκκλησιαστική γλώσσα και ειδικότερα από τις πασχαλινές λειτουργίες, όσο κι αν η προέλευσή της δεν είναι καθόλου φανερή. Είναι μια λέξη που την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αλλά που είχα να πω λίγο περισσότερα γι’ αυτήν (αφού στο βιβλίο έβαλα όριο τις 200 λέξεις για κάθε λήμμα του). Βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή λέξη, και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό χρησιμοποιείται ακόμα -και περιμένω να μου πείτε εσείς αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Πρόκειται για τη λέξη άρατος, που είναι εύχρηστη ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη φράση «έγινε άρατος», που σημαίνει «εξαφανίστηκε, έγινε άφαντος, τράπηκε σε φυγή», και η οποία ακόμα ακούγεται στην Πελοπόννησο, την Αιτωλοακαρνανία, την Ήπειρο και τη Θάσο (αν ακούγεται κι αλλού θα μου το πείτε). Από τον άρατο έχει προκύψει και ρήμα αρατίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ’ Αλή Πασιά», και αρατίζομαι = το βάζω στα πόδια, εξαφανίζομαι τρέχοντας, π.χ. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι (Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου).

Η φράση έχει γεννηθεί από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο, που γίνεται μετά την Ανάσταση. Μεταφέρω περιγραφή από ένα ζακυθινό ιστολόγιο: Μετά το «Χριστός Ανέστη» όταν οι ιερείς γυρίσουν στην εκκλησία, γίνεται το εξής: πριν έμπει ο παπάς στην εκκλησία, γίνεται το έθιμο του «Άρατε πύλας». Η πόρτα της εκκλησίας είναι κλειστή κι ο παπάς κρατώντας υψωμένη τη λαμπάδα της Ανάστασης, λέει με δυνατή φωνή: «άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης». Ο κρυμμένος από μέσα νεωκόρος, υποκρινόμενος τον Σατανά ρωτάει: «τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης»; Και ο παπάς απαντά: «Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των Δυνάμεων» κλπ Κι αμέσως δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, την ανοίγει και περνά με τους πιστούς, προβάλλοντας την Αναστάσιμη λαμπάδα. Ο νεωκόρος πρέπει αμέσως να εξαφανιστεί και να μην τον δει κανείς εκείνη τη στιγμή. Αν συμβεί το αντίθετο, νομίζουν ότι θα γίνει κάποιο κακό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εκκλησία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Μόνο μια μέρα το χρόνο μάς λένε ψέματα;

Posted by sarant στο 2 Απρίλιος, 2018

Πρωταπριλιάτικο άρθρο στις 2 Απριλίου είναι σαφώς ανεπίκαιρο, αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Το άρθρο που παρουσιάζω σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη μέρα του μηνός αλλά και πρωτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική στήλη που διατηρώ στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής και αφού δημοσιεύτηκε την Πρωταπριλια εξετάζει το έθιμο και τα λεξιλογικά του ψέματος -όχι εξαντλητικά, αφού το θέμα είναι τεράστιο: μπορείτε να το συμπληρώσετε στα σχόλια.

Για να πω την αλήθεια, και το 2012 είχαμε την Πρωταπριλιά να πέφτει Κυριακή οπότε και τότε το άρθρο μου στα Ενθέματα είχε επίσης άρωμα πρωταπριλιάτικο -και αρκετά κοινά στοιχεία με το σημερινό, όμως εκείνο εστίαζε στα λεξιλογικά της φάρσας.

Για τουτην εδώ την αναδημοσίευση, αποφάσισα να ενσωματώσω στο φετινό άρθρο κάμποσα στοιχεία από το άρθρο του 2012, εκείνα που αναφέρονται στη φάρσα, ώστε, συμφωνα με το κλισέ, να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι 🙂

Το σημερινό άρθρο έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και η πρώτη Κυριακή τούτου του μήνα, του Απρίλη, είναι ταυτόχρονα και η πρώτη μέρα του· είναι δηλαδή πρωταπριλιά, η μέρα η παραδοσιακά αφιερωμένη στην (καλοπροαίρετη συνήθως) φάρσα και στην προσπάθειά μας να κάνουμε τους φίλους μας να πιστέψουν το ψέμα που θα τους σερβίρουμε. Οπότε, η στήλη αφιερώνεται στο έθιμο.

Παρά το γεγονός ότι το πρωταπριλιάτικο ψέμα είναι έθιμο διεθνές, μια και πολλοί λαοί συνηθίζουν να κάνουν φάρσες την πρώτη μέρα του Απρίλη, δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τις απαρχές του. Μια εκδοχή που υποστηρίζεται από πολλούς είναι ότι το έθιμο γεννήθηκε στη Γαλλία, όταν από το 1564 και μετά ορίστηκε πρώτη μέρα του χρόνου η 1η Ιανουαρίου, ενώ ως τότε το έτος άρχιζε από την 1η Απριλίου. Υποτίθεται ότι τα πρώτα χρόνια πολλοί εξακολούθησαν να γιορτάζουν την πρωτοχρονιά την 1η Απριλίου, οπότε οι άλλοι, για να τους κοροϊδέψουν, τους έστελναν ψάρια (συνηθισμένο δώρο σε σαρακοστιανές μέρες), που όμως για την περίσταση ήταν ψεύτικα, τα οποία ονομάστηκαν, στα γαλλικά, poisson d’Avril, όπως λέγονται οι πρωταπριλιάτικες φάρσες. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις πως το έθιμο είναι παλαιότερο από τον 16ο αιώνα, κι έτσι προς το παρόν η πρωταπριλιά αντιστέκεται στην επεξήγηση, όπως αρμόζει στη μέρα την αφιερωμένη στο ψέμα και στη φάρσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Η μέρα της λαγάνας ξανά

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχω πάει μια μικρή εκδρομή, θα επαναλάβω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο για τη σημερινή μέρα, που το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια. Έχω προσθέσει πάντως κάμποσα πράγματα.

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία, αφού η λέξη «φλαούνα» απαντά και στα νησιά του Αιγαίου, πχ την Τήνο, όπου δεν υπάρχει αγγλική επιρροή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 170 Σχόλια »

Ποιος πάει στο μάτι του κυκλώνα;

Posted by sarant στο 31 Ιανουαρίου, 2018

Μου παραπονέθηκε ένας φίλος από το Φέισμπουκ ότι σε μια συζήτηση που είχε τις προάλλες με την παρέα του, χρησιμοποίησε την έκφραση «βρίσκεται στο μάτι του κυκλώνα» και κάποιος «εξυπνάκιας» (όπως τον χαρακτήρισε) τον επιτίμησε, διότι, λέει, είναι λάθος να θεωρείς κακό το να βρίσκεσαι στο μάτι του κυκλώνα, διότι, λέει ο εξυπνάκιας, στο μάτι του κυκλώνα επικρατεί απόλυτη γαλήνη. Είναι έτσι; με ρώτησε ο φίλος μου.

Τυχαίνει να έχω γράψει άρθρο για το θέμα αυτό στο ιστολόγιο -οπότε αρκέστηκα να του στείλω το λινκ. Είδα όμως ότι το άρθρο αυτό είναι μάλλον παλιό -δημοσιεύτηκε περίπου τέτοιες μέρες πριν από οχτώ ολόκληρα χρόνια, οπότε σκέφτηκα πως οι περισσότεροι δεν θα το έχετε δει κι έτσι αποφάσισα να το φρεσκάρω και να το δημοσιεύσω ξανά. Προσθέτω διάφορα, αλλά διατηρώ την παραπομπή σε ένα παλιό κείμενο που είχε δώσει αφορμή για την πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο.

Σε πρόσφατο [δηλ. του 2010] άρθρο της στο protagon.gr, η Αναστασία Λαμπρία ομολογεί ότι μόλις και μετά βίας συγκρατιέται όταν ακούει να λένε «στο μάτι του κυκλώνα«. Ας την ακούσουμε:

Κρατιέμαι, κρατιέμαι καιρό τώρα και πνίγω την frauΤασσώ Καββαδία που κρύβω (όχι πολύ βαθιά) μέσα μου. Κρατιέμαι να μην εκτοξεύσω λεξικά, να μην σπάσω τηλεοράσεις, να μην ξεκοιλιάσω ραδιόφωνα. Αλλά σήμερα που είδα και τον πρωθυπουργό [δηλ. τον Γ. Παπανδρέου] στη Βουλή και το άκουσα και από στόματός του, εξανέστην και δεν αντέχω, θα το ρίξω το κήρυγμα με τη διχαλωτή μου γλωσσίτσα. (Προς αποφυγήν παρερμηνειών πρέπει να πω ότι τα γραπτά του πρωθυπουργού δεν έχουν ελληνικούρες και λάθη. Τα γραπτά επαναλαμβάνω, αυτά που διάβαζε από βήματος).

Λοιπόν ας ανέβουν όλα τα παιδάκια στον πίνακα, ας αφήσουν τα δημοσιογραφικά γραφεία, τα μικρόφωνα, ραδιοφωνικά και τηλεοπτικά, τα έδρανα του Κοινοβουλίου κλπ κλπ κι ας θυμηθούν αν όχι τα Ελληνικά (θαρρώ της Δ΄Δημοτικού), που θεωρούν ότι κατέχουν και ότι τους είναι περιττή κάθε περαιτέρω ενασχόληση, τότε τη Φυσική (της ίδιας τάξης):

Το μάτι του κυκλώνα, είναι το κέντρο της διατάραξης του κυκλώνα, η περιοχή όπου επικρατεί νηνεμία. Επαναλαμβάνω νη-νε-μί-α. Δηλαδή; δηλαδή ακριβώς το ανάποδο από αυτό που θέλετε να πείτε. Είναι πράγματι αξιομνημόνευτο πώς καταφέρνουμε να λέμε και μάλιστα με δραματικότητα και έμφαση, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έχουμε πρόθεση να πούμε.

Νηνεμία; τι είναι πάλι τούτο;

Η Α. Λαμπρία δεν είναι η μόνη που έχει μάθει να θεωρεί μαργαριτάρι την έκφραση αυτή. Πρώτος διδάξας, νομίζω, δηλαδή πρώτος που έβγαλε τον φετφά ότι και καλά είναι λάθος να λέμε «στο μάτι του κυκλώνα» είναι ο δημοσιογράφος κ. Γιάννης Τζαννετάκος, ο οποίος το 1996 έβγαλε ένα βιβλίο «Λόγος ελληνικός στη δημοσιογραφία», το οποίο έχει μέσα ένα σωρό μαργαριτάρια και ιδιόρρυθμες απόψεις αλλά περιέργως πολλοί το έχουν ενστερνιστεί (ή χάψει) σαν να ήταν Ευαγγέλιο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαθολογία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 185 Σχόλια »

Και πάλι για το παραμύθι με την ΠΓΔΜ και την ένταξη της Μεγάλης Βρετανίας

Posted by sarant στο 15 Ιανουαρίου, 2018

Το ζήτημα του ονόματος της γειτονικής χώρας που έχει την προσωρινή ονομασία πΓΔΜ βρίσκεται εδώ και αρκετόν καιρό στην επικαιρότητα, αφού όλα δείχνουν ότι οδεύουμε προς μια συμφωνία έτσι ώστε να κλείσει αυτή η εικοσιπεντάχρονη εκκρεμότητα.

Όπως είναι φυσικό, αναζωπυρώθηκαν και οι συζητήσεις σχετικά με το αν είναι σκόπιμο και επιθυμητό να υπάρξει ένας συμβιβασμός για το όνομα ή αν πρέπει η Ελλάδα να εξακολουθήσει να μη δέχεται οποιοδήποτε όνομα περιέχει τον όρο Μακεδονία ή παράγωγά του. Αλλά και  συλλαλητήριο έχει αναγγελθεί, για την Κυριακή που μας έρχεται, με αίτημα να αποτραπεί η σύνθετη ονομασία (της γειτονικής χώρας, θυμίζω) που θα περιλαμβάνει τον όρο Μακεδονία.

Κοντά σ’ αυτά, ξεφύτρωσαν και πολιτικοί που προτείνουν ονόματα για τη γειτονική χώρα, Δακία ο κ. Μάρδας και Μοισία η κ. Καϊλή, χωρίς να αντιλαμβάνονται πόσο ανόητο είναι αυτό, πέρα από προσβλητικό για τη γειτονική χώρα. Ίσως ακόμα χειρότερη να είναι η τοποθέτηση του πρωην πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή (αν ακριβολογεί το σχετικό ρεπορτάζ) ότι «δεν υφίσταται μακεδονικό έθνος» -αν από τους μετριοπαθείς της ΝΔ ακούς τόσο ακραίες τοποθετήσεις, δεν θα είναι περίεργο αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης τελικά διαπράξει πολιτική πατροκτονία.

Προσωπικά, πιστεύω ότι το όνομα δεν είναι σημαντικό θέμα και η Ελλάδα όχι απλώς δεν κινδυνεύει, αλλά εχει συμφέρον να διατηρηθεί η κρατική υπόσταση της γειτονικής χώρας, να σταθεροποιηθεί ως κράτος ενταγμένο σε διεθνείς οργανισμούς και να ευημερήσει. Ασφαλώς η πολιτική της αρχαιοποίησης που ακολουθούσε η προηγούμενη εθνικιστική κυβέρνηση Γκρούεφσκι δεν έδινε εχέγγυα καλής γειτονίας αλλά η απειλή από την πΓΔΜ ή όπως ονομαστεί είναι πρακτικά ανύπαρκτη και πάντως πολλές τάξεις μεγέθους μικρότερη από την απειλή από τον ανατολικό μας γείτονα, με τον οποίο δεν έχουμε καμιά αντιδικία για το όνομά του.

Κατά τη γνώμη μου λοιπόν, και παιρνοντας υπόψη και την πειρα από την προηγούμενη 25ετία, μια σύνθετη ονομασία σαν κι αυτές που έχουν προταθεί (Νέα, Άνω ή Βόρεια) Μακεδονία ειναι λύση ικανοποιητική -προσωπικά θα είμαι πολύ ευχαριστημένος με οποιαδήποτε από αυτές τις ονομασίες αν και κάποιοι θεωρούν ότι η μία ή η άλλη αφήνουν περιθώρια αλυτρωτικών διεκδικήσεων. Το όνομα Νέα Μακεδονία είχε προταθεί στο περίφημο «πακέτο Πινέιρο» το 1992, που ήταν μια συνολική λύση που απορρίφθηκε από τη χώρα μας ύστερα από την προδοσία του υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά και την ανεύθυνη στάση του Ανδρέα Παπανδρέου. Το είχαν απορρίψει και οι γείτονες, αλλά είναι μάλλον βέβαιο ότι αν το είχε δεχτεί η Ελλάδα θα το δέχονταν μάλλον και εκείνοι, χώρια που δεν θα είχαμε σπαταλήσει τόσο πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο.

Εγώ δεν έχω να πω περισσότερα και περιμένω τα σχόλιά σας, αλλά κρίνω σκόπιμο να δημοσιέψω ξανά ένα παλιότερο άρθρο μου (του 2009!) στο οποίο ανασκευάζω έναν μύθο σχετικό με τη διαμάχη για το όνομα, ο οποίος υποστηρίζει ότι τάχα η Μεγάλη Βρετανία υποχρεώθηκε να αλλάξει το όνομά της σε Ηνωμένο Βασίλειο  προκειμένου να ενταχθεί στην (τότε) ΕΟΚ, επειδή ο Ντε Γκολ έβαζε βέτο στην ένταξή της με το όνομα «Μεγάλη Βρετανία» λόγω της ύπαρξης της γαλλικής περιφέρειας Βρετάνης (Bretagne).

Ο λόγος που το ξαναδημοσιεύω είναι ότι τη βδομάδα που μας πέρασε, σε δύο διαφορετικές συζητήσεις σε κοινωνικά μέσα, άκουσα να αναφέρεται ο μύθος αυτός, αλλά επίσης για να ανανεώσω κάποιους συνδέσμους του παλιού αρθρου που δεν λειτουργούσαν και, γενικά, για να το επικαιροποιήσω.

Με την ευκαιρία, επειδή κι αυτός ο μύθος ακούστηκε, θυμίζω κι ένα άλλο παλιό άρθρο του ιστολογίου, για την ονομασία Βαρντάρσκα Μπανοβίνα.

«Το παραμύθι για την ένταξη της Μεγάλης Βρετανίας»

Ένας επίμονος μύθος που κυκλοφορεί στο ελληνικό Διαδίκτυο αλλά και σε παραδοσιακά μίντια, είναι ότι, δήθεν, η Μεγάλη Βρετανία αναγκάστηκε να αλλάξει όνομα σε Ηνωμένο Βασίλειο προκειμένου να ενταχθεί στην ΕΟΚ, ύστερα από την επιμονή των Γάλλων.

Πέρα από διαδικτυακές αναφορές, ο μύθος περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η ελληνικότητα της Μακεδονίας» του Σαράντου Καργάκου (εδώ οι σχετικές σελίδες, 219-220, όπου αναφέρεται ότι οι Γάλλοι προέβαλλαν αντίσταση στη χρήση του όρου Μεγάλη Βρεττανία με το επιχείρημα ότι το όνομα αυτό μπορεί να δώσει λαβή για διεκδικήσεις της Βρεττανίας επί της δικής τους Βρεττάνης. Έτσι, όταν η Μεγάλη Βρεττανία έθεσε υποψηφιότητα για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Γαλλία προέβαλε veto και έτσι η χώρα του Μπάυρον μπήκε με την ονομασία Ηνωμένο Βασίλειο! Το βιβλίο του Καργάκου εκδόθηκε το 2006.

Τον ίδιο μύθο τον πλάσαρε το 2008 στους δημοσιογράφους ο Καρατζαφέρης ύστερα από συνάντησή του με την Ντόρα Μπακογιάννη: Ο Ντε Γκωλ από τη δική του την πλευρά επέβαλε στην αυτοκρατορία της Μ. Βρετανίας να μπει στην Ευρώπη με το όνομα Ηνωμένο Βασίλειο, επειδή είχε και αυτός τη Γαλλική Βρετάνη. Επίσης, ο Αντώνης Σαμαράς έχει αναφέρει τον ίδιο μύθο σε συνέντευξή του στους Φακέλου του Αλ. Παπαχελά το 2002 που προβλήθηκε ξανά σε νέα εκπομπή του ίδιου δημοσιογράφου στις 11 Μαρτίου 2008 (το απόσπασμα εδώ, στο 9.15): Ο ντε Γκωλ δεν άφησε την κραταιά Αγγλία να μπει στην Ευρωπαϊκη Ένωση με την ονομασία Μεγάλη Βρετανία διότι η Γαλλία είχε περιοχή Βρετάνη, και μπήκε η Αγγλία με την ονομασία Ηνωμένο Βασίλειο, όπως παραμένει και σήμερα. Υποτίθεται ότι αυτά τα είπε ο Αντ. Σαμαράς όταν ήταν υπουργός Εξωτερικών το 1992-3 στον Ιταλό ομόλογό του σε κάποια συνεδρίαση του Συμβουλίου Υπουργών. Επομένως, η παλαιότερη αναφορά του μύθου ανήκει στον Αντ. Σαμαρά.

Εννοείται ότι ούτε ο Καργάκος ούτε ο Σαμαράς ή ο Καρατζαφέρης κυριεύτηκαν από ξαφνικό καημό για την ιστορία των γαλλοβρετανικών σχέσεων· όπως και τα παπαγαλάκια που πλασάρουν το μύθο, σκοπός τους είναι παρέμβουν στην πολιτική συζήτηση για το όνομα της γειτονικής χώρας, ενισχύοντας τις θέσεις των αδιάλλακτων ενάντια σε μια σύνθετη ονομασία που θα μπορούσε να λύσει το πρόβλημα.

Ο μύθος είναι εντελώς ανυπόστατος και θα επιχειρήσω να το αποδείξω. Βέβαια, δεν είμαι ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος που ανασκευάζει τον μύθο αυτόν· έχουν γράψει προηγουμένως κι άλλοι πολλοί και καλοί, όπως π.χ. πολλοί ιστολόγοι (πρόχειρα: το jungle report, όπου και ηχητικό απόσπασμα από τον Καρατζαφέρη ή ο Dimitris Doctor ή ο Ακίνδυνος) ή, από τα έντυπα, ο Πάσχος Μανδραβέλης στην Καθημερινή (δεν έχω το λινκ) και ασφαλώς ξεχνάω αρκετούς άλλους). Επειδή όμως τα παπαγαλάκια που πλασάρουν το μύθο πάσχουν από εθνικιστική κουφαμάρα, καλό είναι να τα λέμε και να τα ξαναλέμε, δυνατά και καθαρά.

Λοιπόν, ο μύθος θέλει τη Μεγάλη Βρετανία να αλλάζει όνομα και να μπαίνει στην ΕΕ ως Ηνωμένο Βασίλειο ύστερα από αντιδράσεις της Γαλλίας η οποία φοβόταν πως το όνομα Μεγάλη Βρετανία θα έδινε λαβές για διεκδίκηση της γαλλικής Βρετάνης.

Ο μύθος αυτός είναι μια αρμαθιά από ψέματα, με έναν μόνο μικρούτσικο κόκκο αλήθειας: ο κόκκος αυτός αλήθειας είναι ότι πράγματι ο ντε Γκωλ πρόβαλε αντιρρήσεις στην ένταξη της Μεγάλης Βρετανίας (όχι στην ΕΕ που δεν υπήρχε τότε, αλλά) στην ΕΟΚ· και αυτές οι αντιρρήσεις, πράγματι, σε συνδυασμό ωστόσο με την αντίθεση των Εργατικών και μεγάλου τμήματος της βρετανικής κοινής γνώμης στην ένταξη, στάθηκαν υπεύθυνες για τη μεγάλη καθυστέρηση της βρετανικής ένταξης –θυμίζουμε πως οι σχετικές συζητήσεις άρχισαν στα μέσα της δεκαετίας του 1960 αλλά η ένταξη τελικά δεν έγινε παρά το 1973, ύστερα από τη μεταστροφή των Εργατικών και όταν πλέον ο ντε Γκωλ είχε φύγει από τον μάταιο τούτο κόσμο.

Κατά τα άλλα, ο μύθος περιέχει πολλά και μεγάλα ψέματα. Να τα πάρουμε με τη σειρά.

1)      Δεν είναι αλήθεια πως η αντίθεση του ντε Γκωλ στη βρετανική ένταξη είχε αιτία της την ονομασία της Βρετανίας· ο ντε Γκωλ ανησυχούσε για τις επιπτώσεις της ένταξης της Μ. Βρετανίας στην κοινή αγροτική πολιτική της ΕΟΚ, ενώ φοβόταν επίσης ότι με όχημα τη Βρετανία θα αυξανόταν η αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη. Κάποιοι θα έλεγαν πως οι φόβοι αυτοί δεν ήταν αβάσιμοι.

2)      Δεν είναι αλήθεια ότι η Μ. Βρετανία υιοθέτησε το όνομα «Ηνωμένο Βασίλειο» για να μπει στην ΕΟΚ. Το όνομα «Ηνωμένο Βασίλειο» (United Kingdom) το είχε από πολύ παλιότερα. Το 1707, με την ένωση του Βασιλείου της Αγγλίας (που περιλάμβανε και την Ουαλία) και του Βασιλείου της Σκωτίας δημιουργήθηκε το Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας. Το 1800, το Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας ενώθηκε με το Βασίλειο της Ιρλανδίας και δημιουργήθηκε το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας (United Kingdom of Great Britain and Ireland). Όπως μπορείτε να δείτε και στην Βικιπαίδεια, αυτή ήταν η επίσημη ονομασία του κράτους από το 1801 έως το 1927. Τότε, σε αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ιρλανδίας, η ονομασία άλλαξε ελαφρά σε Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας (United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland). Φυσικά, ένα τέτοιο μακρινάρι δεν βολεύει στην καθημερινή χρήση, κι έτσι έξω από τη διπλωματική σφαίρα χρησιμοποιήθηκαν συντετμημένες μορφές, όπως United Kingdom – Ηνωμένο Βασίλειο, Great Britain – Μεγάλη Βρετανία ή, εντελώς ανεπίσημα από τον πολύ κόσμο, Αγγλία.

3)      Δεν είναι αλήθεια ότι η Μεγάλη Βρετανία μπήκε στην ΕΟΚ (μετέπειτα ΕΕ) ως Ηνωμένο Βασίλειο. Είναι πονηρή διαστρέβλωση. Η Μεγάλη Βρετανία μπήκε στην ΕΕ με το επίσημο όνομά της, που είναι Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας. Στην καθημερινή κοινοτική χρήση, βέβαια, χρησιμοποιείται η σύντμηση United Kingdom/ Ηνωμένο Βασίλειο ή, ακόμα πιο οικονομικά, το ακρώνυμο UK. Κάτι τέτοιο είναι συνηθισμένη πρακτική. Ένα άλλο παράδειγμα: το επίσημο όνομα με το οποίο έχει μπει στην ΕΕ η Ολλανδία είναι «Βασίλειο των Κάτω Χωρών». Στην καθημερινή κοινοτική χρήση, χρησιμοποιείται ο συντετμημένος όρος «Κάτω Χώρες». Και βέβαια ο πολύς κόσμος στην Ελλάδα λέει Ολλανδία και είναι μεγάλη κουτοπονηριά να μπερδεύουν κάποιοι επιτήδειοι τη φραστική οικονομία της καθημερινής χρήσης με την επίσημη διπλωματική ορολογία.

Για να καταρρίψουμε μια και καλή τον καρατζαφέρειας ποιότητας μύθο, αρκεί να παραπέμψουμε στα επίσημα κοινοτικά έγγραφα. Λοιπόν, εδώ, στο τεύχος 73, σειρά L της Επίσημης Εφημερίδας της ΕΕ του 1972, μπορείτε να βρείτε όλη τη σειρά εγγράφων σχετικά με την προσχώρηση της Δανίας, της Ιρλανδίας και της Μεγάλης Βρετανίας στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, όπου φαίνεται ολοκάθαρα πως ο επίσημος τίτλος με τον οποίο έγινε η ένταξη περιείχε σαφώς τον όρο «Μεγάλη Βρετανία» και τα παράγωγά του: DOCUMENTS CONCERNING THE ACCESSION TO THE EUROPEAN COMMUNITIES OF THE KINGDOM OF DENMARK, IRELAND, THE KINGDOM OF NORWAY AND THE UNITED KINGDOM OF GREAT BRITAIN AND NORTHERN IRELAND. (Παρένθεση: θα προσέξατε ότι η συνθήκη προσχώρησης αναφέρει και τη Νορβηγία, αλλά ο νορβηγικός λαός είχε άλλη γνώμη και στο δημοψήφισμα που ακολούθησε απέρριψε την ένταξη, κάτι που άλλωστε επανέλαβε και το 1994).

Το λέει καθαρά, πιο καθαρά και πιο επίσημα δεν γίνεται· αλλά βέβαια οι Σαμαροκαρατζαφέρηδες πιάνονται από το γεγονός ότι σε άλλες ιστοσελίδες της ΕΕ χρησιμοποιείται η καθημερινή, τρέχουσα ονομασία Ηνωμένο Βασίλειο.

4)      Για να προλάβω σαμαροκαρατζαφέρικες ενστάσεις. Η επίσημη ονομασία (Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας) δεν χρησιμοποιήθηκε μία και μόνη φορά, στη συνθήκη προσχώρησης του 1972, αλλά χρησιμοποιείται κάθε φορά που υπογράφονται συνθήκες, επίσημες συμφωνίες και άλλα έγγραφα που απαιτούν διπλωματική επισημότητα και ακρίβεια. Ένα τυχαίο, από τα χιλιάδες παραδείγματα: παραθέτω εδώ το ελληνικό κείμενο συμφωνίας συνεργασίας ανάμεσα στην ΕΕ και στη Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου, όπου χρησιμοποιείται το επίσημο όνομα του Ηνωμένου Βασιλείου, δηλ. Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, όπως και για την Ελλάδα χρησιμοποιείται το επίσημο όνομα, Ελληνική Δημοκρατία. Αλλά και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της ΕΕ, όποτε είναι διάδικος το Ηνωμένο Βασίλειο, χρησιμοποιείται η πλήρης επίσημη ονομασία του, όπως σε μια πρόσφατη τυχαία απόφαση εδώ (στη δεξιά στήλη της σελίδας).

5)   Θα ρωτήσει όμως κανείς: εντάξει, καταλάβαμε ποιο είναι το επίσημο όνομα. Όμως, γιατί να μην χρησιμοποιείται, στα τρέχοντα έγγραφα της ΕΕ, η σύντομη μορφή Great Britain αντί για την United Kingdom; Μα, δεν είναι το ίδιο. Το Great Britain/Μεγάλη Βρετανία σημαίνει: Αγγλία, Ουαλία, Σκοτία. Το United Kingdom σημαίνει Αγγλία, Ουαλία, Σκοτία και Βόρεια Ιρλανδία. Όχι μόνο είναι ανακριβής η αναφορά σε Μεγάλη Βρετανία αλλά και θίγει τα συμφέροντα της χώρας, αφού αφήνει απέξω μια περιφέρεια του κράτους –και μάλιστα μια περιφέρεια με ισχυρότατο χωριστικό κίνημα. Ωστόσο, και σε κοινοτικά κείμενα, όταν γίνεται αναφορά ειδικώς στη Μεγάλη Βρετανία και όχι στη Βόρεια Ιρλανδία, τότε χρησιμοποιείται θαυμάσια ο όρος Great Britain, όπως σε αυτό το ανακοινωθέν στο οποίο γίνεται λόγος για τον αφθώδη πυρετό στη Μεγάλη Βρετανία (αλλά όχι στη Β. Ιρλανδία) όπου βέβαια γίνεται αναφορά στα μέτρα που πήραν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου (του κράτους, που περιλαμβάνει και τη Βόρεια Ιρλανδία).

Νομίζω πως κατέρριψα τον μύθο του Καρατζαφέρη ή του Σαμαρά. Ωστόσο, δεν θα αρνηθώ ότι υπάρχει ένα ιστορικό παράδειγμα κατά το οποίο ένα ανεξάρτητο κράτος αναγκάστηκε να αποποιηθεί το όνομα που επιθυμούσε. Πρόκειται για την Αυστρία όταν, μετά την ήττα της Αυστροουγγαρίας στον πρώτο πόλεμο και τη διάλυσή της, δεν επιτράπηκε (βάσει συνθήκης) στο νεοσύστατο αυστριακό κράτος  να ονομαστεί «Γερμανική Αυστρία». Ούτε αρνούμαι, εγώ προσωπικά, τη δυνατότητα να πεισθεί η πΓΔΜ να υιοθετήσει μια σύνθετη ονομασία που θα διευκολύνει την καλή γειτονία με την Ελλάδα. Άλλο αυτό κι άλλο τα ψέματα με τα οποία μας έχουν φλομώσει οι εθνικιστές στο εσωτερικό, ψέματα τα οποία άλλωστε καθόλου δεν διευκολύνουν την προσπάθεια συνεννόησης με τη γειτονική χώρα.

Αλλά μια και πιάσαμε τις κοινοτικές ονομασίες, να θυμίσω μια άλλη περίπτωση από δυο γειτονικές χώρες της ΕΕ, που επίσης αφορά τη χρήση ονομασιών. Ιδρυτικό μέλος της ΕΕ είναι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, που είναι ανεξάρτητο κράτος, και το οποίο συνορεύει με το Βέλγιο, επίσης ιδρυτικό μέλος της ΕΕ, που είναι αρκετά μεγαλύτερο σε έκταση και πληθυσμό. Η επαρχία του Βελγίου με την οποία συνορεύει το Λουξεμβούργο λέγεται επαρχία Λουξεμβούργου. Αυτή η επαρχία Λουξεμβούργου, με πρωτεύουσα την Αρλόν, είναι αρκετά μεγαλύτερη σε έκταση από το κράτος Λουξεμβούργο (αν και έχουν περίπου ίσο πληθυσμό, γιατί η βελγική επαρχία Λουξεμβούργου έχει πολλά δάση και είναι αραιοκατοικημένη).

Τα εδάφη της επαρχίας Λουξεμβούργου πριν από το 1839 ανήκαν στο μεγάλο δουκάτο του Λουξεμβούργου, από το οποίο αποσπάστηκαν όταν φτιάχτηκε το Βέλγιο ως κράτος. Ο πληθυσμός τους είναι γαλλόφωνος αν και κοντά στα σύνορα με το κράτος του Λουξεμβούργου αρκετοί κάτοικοι μιλάνε λουξεμβουργιανά. Φυσικά, θα μου πείτε ότι παρά τις αναλογίες αυτές, οι συνθήκες που επικρατούν εκεί απέχουν έτη φωτός από τις δικές μας και θα συμφωνήσω. Ωστόσο, δεν άρχισα εγώ πρώτος: οι σαμαροκαρατζαφέρηδες επικαλέστηκαν τη διαστρεβλωμένη κοινοτική πραγματικότητα –κι εγώ παρέθεσα την αληθινή.

Posted in Επαναλήψεις, Ευρωπαϊκή Ένωση, Μύθοι, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , , | 250 Σχόλια »

Τσιφτέδες για τσίφτηδες ξανά

Posted by sarant στο 29 Δεκέμβριος, 2017

Δεν είχα έμπνευση για φρέσκο άρθρο χτες -με είχε κυριέψει η διάθεση της εορταστικής χαλάρωσης, ας πούμε. Κι έτσι καταφεύγω για μιαν ακόμα φορά στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης παλιότερου άρθρου και παρουσιάζω ξανά ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τέτοιες μέρες πριν από έξι χρόνια, για την ακρίβεια πριν από έξι χρόνια παρά μία μέρα.

Τέτοιες μέρες, αλλά όχι με θέμα εορταστικό. Λέξεις αναζητά και συσχετίζει το σημερινό μας άρθρο. Αλλά πριν προχωρήσω να σας θυμίσω ότι αν δεν έχετε ψηφίσει για τη Λέξη της χρονιάς 2017 πρέπει να βιαστείτε. Μιάμιση μέρα έμεινε, μετά θα είναι πολύ αργά.

Τις προάλλες είχα πάει σ’ έναν φίλο και του χάρισα το βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται. Ο φίλος μου, που είναι Κρητικός, άρχισε να το φυλλομετράει, και σε μια στιγμή μου λέει «ναι, αλλά εδώ για τον τσιφτέ έχεις λάθος».

Δαγκώθηκα, διότι ο τσιφτές (το κυνηγετικό όπλο) είναι λέξη (και) της κρητικής διαλέκτου και οι ντόπιοι μπορεί να ξέρουν κάτι που μου ξέφυγε, και τον ρώτησα πού είναι το λάθος -μου λέει «δεν γράφεις ότι προέρχεται από το αγγλικό Chieftain, το όνομα της εταιρείας που έφτιαχνε αυτά τα όπλα!» Ανάσανα ανακουφισμένος, αλλά ο φίλος μου συνέχισε, «όπως η μέγκλα που είναι από το made in England».

Πράγματι, ίδια περίπτωση είναι, αλλά όχι όπως το εννοούσε: ούτε η μέγκλα προέρχεται από το made in England, αν και θα έχετε ακούσει ότι έτσι είναι, ούτε ο τσιφτές από την Chieftain, παρόλο που υπάρχει πράγματι εταιρεία με το όνομα αυτό που φτιάχνει τανκς και άλλα σύνεργα σκοτωμού. Πάντως, όπως μου είπε, η θεωρία δεν ήταν δική του, αλλά ακούγεται ευρύτερα.

Εκ πρώτης όψεως δεν είναι παράλογη η θεωρία· άλλωστε, υπάρχουν ανάλογα προηγούμενα. Ο γκρας, το παλιό όπλο των προπαππούδων μας, ονομάστηκε έτσι από το όνομα του εφευρέτη του, του Γάλλου Gras, αν και για το θρυλικό καριοφίλι, που θεωρούσαμε για πολύν καιρό ότι ονομάστηκε έτσι από τη μανιφατούρα Carlo e figli, Κάρολος και υιοί, που έφτιαχνε τέτοια όπλα, η νεότερη έρευνα έδειξε ότι το όνομα δεν προέρχεται από τον κατασκευαστή του. Κάποια στιγμή θα γράψουμε άρθρο για τα ουσιαστικά που έχουν προκύψει από εμπορικές ονομασίες -από τη ρομβία και την πομόνα ως το σελοτέιπ και τα πάμπερς.

Όμως για τον τσιφτέ δεν ισχύει κάτι τέτοιο, δεν έχει προέλθει από εμπορική ονομασία. Αφενός, η λέξη είναι παλιά, τη βρίσκουμε σε τραγούδια του 19ου αιώνα, ίσως και παλιότερα, οπότε κατά πάσα πιθανότητα δεν υπήρχε η εταιρεία Chieftain τότε, ούτε ήταν τόσο εύκολος ο δανεισμός από τα αγγλικά. (Κατά εμπειρικό κανόνα: Λέξη που εμφανίζεται σε κείμενο του 19ου αιώνα και δεν είναι ναυτική δεν είναι δάνειο από τα αγγλικά).

Αφετέρου, και αυτό είναι το πιο βασικό, η ετυμολογία του τσιφτέ είναι γνωστή: προέρχεται από το τουρκικό çift, που σημαίνει «ζευγάρι» ή «διπλός», επειδή αρχικά ο τσιφτές ήταν όπλο δίκαννο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Κρήτη, Κύπρος, Παρετυμολογία | Με ετικέτα: , , , , | 133 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα για φέτος;

Posted by sarant στο 21 Δεκέμβριος, 2017

Επειδή το ζήτησε ο φίλος μου ο Πάτροκλος, αναδημοσιεύω ένα άρθρο του 2014 που αναφέρεται στο αιώνιο δίλημμα των χριστουγεννιάτικων γιορτών.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο για ξεκάρφωμα), είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”  Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά ξεθωριάζουν και παύουν να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός | Με ετικέτα: , , , , , | 139 Σχόλια »

Αλαμπουρνέζικα, είπαμε

Posted by sarant στο 29 Νοέμβριος, 2017

Επειδή χτες μου συνέβη ένα τυχαίο ατύχημα, που έλεγε και ο Ντάριο Φο, δεν πρόλαβα να γράψω φρέσκο άρθρο, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο, που είχε αρχικά δημοσιευτεί πριν από εφτά χρόνια  (και κάτι μέρες) στο ιστολόγιο, Νοέμβριο του 2010, εποχή πολύ μακρινή.

Διάλεξα για αναδημοσίευση το συγκεκριμένο άρθρο όχι μόνο επειδή είναι παλιό και άρα θα έχει ξεχαστει, αλλά και επειδή το ξαναγράφω σε μεγαλο βαθμό, καταλήγοντας σε εν μέρει διαφορετικά συμπεράσματα.

Το τι σημαίνει αλαμπουρνέζικα, το ξέρουμε. Η λέξη χρησιμοποιείται σκωπτικά για κάτι που λέγεται ή γράφεται σε ακαταλαβίστικη ή ασυνάρτητη γλώσσα, γενικότερα για κάτι ασυνάρτητο ή ακατανόητο. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος σε ένα αρκετά γνωστό δοκίμιό του έχει χαρακτηρίσει «αλαμπουρνέζικα» τη «γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων«.

Η λέξη πήρε καινούργια ώθηση με τον ερχομό των υπολογιστών, αφού ένα από τα βασικά προβλήματα με τις ελληνικές γραμματοσειρές ήταν στο παρελθόν (και ίσως είναι ακόμα) ότι αν δεν είχες δώσει τη σωστή κωδικοσελίδα έβλεπες στην οθόνη αλαμπουρνέζικα (αν και αυτά εγώ τα έλεγα καραγκιοζάκια). Με την πάροδο του χρόνου τα προβλήματα γραμματοσειράς στους υπολογιστές έχουν μειωθεί πολύ αλλά «αλαμπουρνέζικα» εξακολουθούν να εμφανίζονται σε κινητές συσκευές, υποτίτλους κτλ.

Αν η σημασία της λέξης είναι καθαρή, για την ετυμολογία της δεν υπάρχει βεβαιότητα.

Το (γενικό) λεξικό Μπαμπινιώτη, τουλάχιστον στις τρεις πρώτες εκδόσεις του, αφού αναφέρει ότι είναι αβέβαιο ετύμου, παραθέτει τρεις εξηγήσεις που έχουν προταθεί, από τις οποίες τις δυο τις βρίσκω εντελώς απίθανες. (Πιθανόν στην 4η έκδοση που δεν την έχω να έχει αλλάξει εν μέρει άποψη).

Πρώτη θεωρία, ότι προέρχεται από την (ακατάληπτη) γλώσσα της φυλής Μπουρνού του Σουδάν (!), τα μπουρνέζικα (!!). Αλα + Μπουρνέζικα, ίσον αλαμπουρνέζικα. Αυτή η κατ’ εμε εξωφρενική ετυμολογία έχει προταθεί από τον Φαίδωνα Κουκουλέ. Η φυλή Μπορνού είναι υπαρκτή, είχε μαλιστα συγκροτήσει αυτοκρατορία στην κεντρική Αφρική, πριν από πολλούς αιώνες αλλά δεν υπάρχει καμιά απολύτως μαρτυρία για σχέσεις ή επαφές με τη χώρα μας που θα μπορούσαν να κάνουν παροιμιώδη τη γλώσσα τους.

Δεύτερη θεωρία, που είναι αρκετά διαδεδομένη, ότι προέρχεται από το αλιβορνέζικα, που σημαίνει, λέει, θαυμαστά πράγματα που εισάγονταν από το Λιβόρνο, την ιταλική πόλη. Κι αυτό το βρίσκω απίθανο, παρόλο που υπήρχε στο Λιβόρνο ακμαία ελληνική παροικία και υπήρχαν επαφές. Αλλά δεν θα έπρεπε να έχει αποτυπωθεί κάπου αυτή η μαζικη εισαγωγή «αλιβορνέζικων» αγαθών;

Τρίτη εξήγηση: από το ιταλ. alla burla, «στα αστεία, στην πλάκα», και την κατάληξη -έζικα που χρησιμοποιείται για γλώσσες.

Παρεμφερή εξήγηση δίνει το ΛΚΝ (ετυμολογική επιμέλεια Πετρούνια), που θεωρεί αρχή της λ. αλαμπουρνέζικα τη φράση alla burlesca, «με παιχνιδιάρικο ύφος». Την ίδια εξήγηση δέχεται και το Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας.

Το Ετυμολογικό Λεξικό του Μπαμπινιώτη, επίσης, θεωρεί πιθανή την προέλευση από το alla burla + -έζικα  και αναφέρει ότι «δεν είναι πιθανή» η πρόταση για προέλευση από το Λιβόρνο.

Πράγματι, είναι αρκετά πιθανό η αρχή της ελληνικής λέξης να βρίσκεται είτε στο alla burla είτε στο alla burlesca. Είτε από τη μια είτε από την άλλη αρχή καταλήγουμε σε ένα «αλαμπουρλέζικα», που εύκολα δίνει με ανομοίωση «αλαμπουρνέζικα». Η απόσταση από την πλάκα και το αστείο ως την ασυναρτησία και την ακαταληψία δεν είναι μεγάλη.

Για να κάνουμε βέβαια σωστή ετυμολογική διερεύνηση, πρέπει να ξερουμε πότε περίπου μπήκε η λέξη στη γλώσσα μας. Όπως έχω ξαναπεί, τα γλωσσικά ληξιαρχεία στη χώρα μας δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, ιδίως για λαϊκές λέξεις. Ωστόσο βρίσκουμε τα «αλαμπουρνέζικα» σε ένα λεξικό των μέσων του 19ου αιώνα, το «Λεξικόν ελληνικόν και γαλλικόν» του Σκαρλάτου Βυζάντιου (1846), ο οποίος τη λέξη baragouinage την αποδίδει «διάλεκτος (ομιλία) σολοικοβάρβαρος και ακατανόητος, κοινώς αλαμπουρνέζικα».

Το δυστύχημα όμως είναι ότι πολύς κόσμος ελκύεται από τις εντυπωσιακές ιστορίες. Έτσι, η προέλευση από το εξωτικό Σουδάν ή έστω από το Λιβόρνο έχει γοητεύσει πολλούς κι έτσι θα τη βρείτε σε πολλές ιστοσελίδες όπως στο Βικιλεξικό, που αναφέρει με βεβαιότητα την προέλευση από το Σουδάν. Kοτζαμάν Σουδάν ακούγεται πιο μεγαλόπρεπο από μια μπερδεμένη ιταλική φράση.

Στην πρώτη έκδοση αυτού του άρθρου, είχα παρουσιάσει και μιαν ακόμα εξήγηση, που την έβρισκα πειστική -αλλά τώρα έχω αλλάξει γνώμη. Ας την αναφέρω όμως.

Ξεφυλλίζοντας παλιά περιοδικά, έπεσα τυχαία τις προάλλες σε μια σειρά από άρθρα του Νικ. Ποριώτη στο εξαιρετικό περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Φωτιάδη, που έβγαινε από το 1935 έως την Κατοχή. Ο Ποριώτης ήταν πολύ γερός λόγιος, δημοτικιστής, μεταφραστής αρχαίων αλλά και όπερας,  θεατρικός συγγραφέας. Έκανε και κάμποσα χρόνια στο ναυτικό και ήξερε καλά τη ναυτική γλώσσα. Τα σημειώματα αυτά που σας λέω τα γράφει πια στα 65 του και είναι πολλές φορές απολαυστικά, πάντα με γλωσσικό ενδιαφέρον. Λοιπόν, ο Ποριώτης λέει ότι υπήρχε στην Ιταλία τον 16ο αιώνα ένας σατιρικός ποιητής, ο Φραντσέσκο Μπέρνι, που πέθανε πριν κλείσει τα σαράντα του, στη Φλωρεντία, φαρμακωμένος από έναν καρδινάλιο επειδή αρνήθηκε να φαρμακώσει έναν άλλο καρδινάλιο (ή τουλάχιστο έτσι λένε).

Ο Μπέρνι έγραφε σάτιρες και ήταν ονομαστός για τα πνευματώδη λογοπαίγνιά του, λέει ο Ποριώτης, σε σημείο που το ύφος του να ονομαστεί bernesco, και πλάι στην έκφραση alla burlesca να φτιαχτεί, κατ΄ αναλογία, alla bernesca, με το ύφος του Μπέρνι δηλαδή. Η έκφραση αυτή υπάρχει και σήμερα στα ιταλικά, όπως μπορείτε να δείτε με ένα γκούγκλισμα. Περισσότερα για τον Μπέρνι έχει η Βικιπαίδεια.

Οπότε, λέει ο Ποριώτης, από το «αλά μπουρλέσκα» και από το «αλά μπερνέσκα», με συμφυρμό, προέκυψαν και τα δικά μας αλαμπουρνέζικα.

Την εξήγηση του Ποριώτη την είχα βρει πειστική διότι η φράση alla bernesca ήταν υπαρκτή και συχνή στα ιταλικά, ενώ υπήρχαν και πολλοί ποιητές που ακολουθούσαν τη μανιέρα του Μπέρνι.

Τώρα ομως που ξαναβλέπω όσα είχα γράψει, δεν πείθομαι τόσο πολύ -βρίσκω ότι πρόκειται για περιττή περιπλοκή. Η τροπή του λ σε ν (αλαμπουρλέσκα –> αλαμπουρνέζικα) δεν είναι δύσκολη. Κι έτσι, παρά την μεγάλη εκτίμηση που τρέφω στον Ν. Ποριώτη, πιστεύω πως μπορούμε να μείνουμε στο alla burla / alla burlesca σαν εξήγηση για τα αλαμπουρνέζικα.

Posted in Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 111 Σχόλια »