Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Το χριστόψωμο (διήγημα του Αλ. Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2021

Μέρα που είναι, το ιστολόγιο σάς εύχεται καλά Χριστούγεννα, με υγεία και αγάπη και μακριά από κορόνες!

Έχει γίνει σχεδόν παράδοση του ιστολογίου να βάζουμε κάτι παπαδιαμαντικό τα Χριστούγεννα. Σήμερα επαναλαμβάνω μια δημοσίευση που αρχικά είχε γίνει πριν από δέκα χρόνια, μέσα στο πένθος για τον αναπάντεχο θάνατο του πατέρα μου. Αλλάζω λίγα από τον πρόλογο.

Την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν ήμουν μικρός, ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του παππού, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε. Οι αναμνήσεις οι παιδικές είναι βέβαια επηρεασμένες από μεταγενέστερες διηγήσεις, αλλά δυο-τρία πράγματα που θυμάμαι με θαλπωρή από τα παιδικά μου Χριστούγεννα είναι τον παππού να διαβάζει από τον μεγάλο μαυροντυμένο τόμο και τα μανταρίνια να χρυσίζουν πάνω στο τραπέζι καθώς κάναμε καντηλάκι τις φλούδες τους.

Διάλεξα να ανεβάσω σήμερα το Χριστόψωμο, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα που υπάρχει μεν στο Διαδίκτυο, όπως και σχεδόν όλα τα χριστουγεννιάτικα, αλλά δεν παύει να είναι σημαδιακό: καταρχάς, είναι πικρό διήγημα, όχι χαρμόσυνο. Κι έπειτα, είναι και το πρώτο χρονολογικά διήγημα που δημοσίευσε ο Παπαδιαμάντης -ως τότε είχε δώσει μόνο εκτενή έργα, τα τρία μυθιστορήματα και τη νουβέλα Χρήστος Μηλιόνης.

Το Χριστόψωμο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εφημερίς» στις 26 Δεκεμβρίου 1887 με τον υπότιτλο «Διήγημα πρωτότυπον». Επειδή είναι πρώιμο σχετικά, έχει λιγάκι πιο βαριά καθαρεύουσα από πολλά μεταγενέστερα. Ίσως γι’ αυτό, σε τούτη την αναδημοσίευση επέλεξα να παραθέσω το πολυτονισμένο κείμενο, από τον ιστότοπο papadiamantis.net.

Μια λαϊκή λέξη του διηγήματος, που ίσως να μην την ξέρετε, και δεν θα τη βρείτε σε κανένα λεξικό (αν δεν σφάλλω), είναι τα μαναφούκια. Όπως λέω στο βιβλίο μου Λέξεις που χάνονται (για να κάνω και λίγη γκρίζα διαφήμιση), τα μαναφούκια είναι ραδιουργίες, συκοφαντίες, διαβολές. Η λέξη προέρχεται από το τουρκικό münafık, «υποκριτής, διπρόσωπος, συκοφάντης», που είναι αραβικής αρχής (ίσως επηρεάστηκε παρετυμολογικά από τη «μάνα»). Βάζω μαναφούκια σημαίνει «διαβάλλω, συκοφαντώ κάποιον». Ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί πολλές φορές τα μαναφούκια στα διηγήματά του. Ωστόσο, η λέξη δεν είναι αποκλειστική της σκιαθίτικης διαλέκτου, αλλά ακούγεται και στη Θεσσαλία και τη Μακεδονία. Ακούγεται και στα πρωινάδικα της τηλεόρασης, που άλλωστε έχουν αναγάγει τα μαναφούκια σε επιστήμη.

Και για να συνεχίσω τη γκρίζα διαφήμιση, θυμίζω ότι έχετε ακόμα έξι μέρες για να ψηφίσετε τη Λέξη της χρονιάς. Αλλά πολλά είπα και δίνω τη σκυτάλη στον Παπαδιαμάντη.

Το χριστόψωμο

Διήγημα πρωτότυπον

Μεταξὺ τῶν πολλῶν δημωδῶν τύπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἔχωσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσιν οἱ μέλλοντες διηγηματογράφοι μας, διαπρεπῆ κατέχει θέσιν ἡ κακὴ πενθερά, ὡς καὶ ἡ κακὴ μητρυιά. Περὶ μητρυιᾶς ἄλλοτε θὰ ἀποπειραθῶ νὰ διαλάβω τινὰ πρὸς ἐποικοδόμησιν τῶν ἀναγνωστῶν μου. Περὶ μιᾶς κακῆς πενθερᾶς σήμερον ὁ λόγος.

Εἰς τί ἔπταιεν ἡ ἀτυχὴς νέα Διαλεχτή, οὕτως ὠνομάζετο, θυγάτηρ τοῦ Κασσανδρέως μπαρμπα-Μανώλη, μεταναστεύσαντος κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπανάστασιν εἰς μίαν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, εἰς τί ἔπταιεν ἂν ἦτο στεῖρα καὶ ἄτεκνος; Εἶχε νυμφευθῆ πρὸ ἑπταετίας, ἔκτοτε δὶς μετέβη εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ, πεντάκις τῆς ἔδωκαν νὰ πίῃ διάφορα τελεσιουργὰ βότανα, εἰς μάτην, ἡ γῆ ἔμενεν ἄγονος. Δύο ἢ τρεῖς γύφτισσαι τῆς ἔδωκαν νὰ φορέσῃ περίαπτα θαυματουργὰ περὶ τὰς μασχάλας, εἰποῦσαι αὐτῇ ὅτι τοῦτο ἦτο τὸ μόνον μέσον, ὅπως γεννήσῃ, καὶ μάλιστα υἱόν. Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. Τὰ πάντα μάταια.

Ἐπὶ τέλους μὲ τὴν ἀπελπισίαν ἦλθε καὶ ἡ ἀνάπαυσις τῆς συνειδήσεως, καὶ δὲν ἐνόμιζεν ἑαυτὴν ἔνοχον. Τὸ αὐτὸ ὅμως δὲν ἐφρόνει καὶ ἡ γραῖα Καντάκαινα, ἡ πενθερά της, ἥτις ἐπέρριπτεν εἰς τὴν νύμφην αὐτῆς τὸ σφάλμα τῆς μὴ ἀποκτήσεως ἐγγόνου διὰ τὸ γῆράς της.

Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ σύζυγος τῆς Διαλεχτῆς ἦτο τὸ μόνον τέκνον τῆς γραίας ταύτης, καὶ οὗτος δὲ συνεμερίζετο τὴν πρόληψιν τῆς μητρός του ἐναντίον τῆς συμβίας αὐτοῦ. Ἂν δὲν τῷ ἐγέννα ἡ σύζυγός του, ἡ γενεὰ ἐχάνετο. Περίεργον δὲ ὅτι πᾶς Ἕλλην τῆς ἐποχῆς μας ἱερώτατον θεωρεῖ χρέος καὶ ὑπερτάτην ἀνάγκην τὴν διαιώνισιν τοῦ γένους του.

Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια*, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτοῦ. Καὶ δὲν ἔλεγε μόνα τὰ ἐλάττώματά της, ἀλλὰ τὰ αὐγάτιζε· δὲν ἦτο μόνον «μαρμάρα», τουτέστι στεῖρα, ἡ νύμφη της, τοῦτο δὲν ἤρκει, ἀλλ᾽ ἦτο ἄπαστρη*, ἀπασσάλωτη*, ξετσίπωτη, κτλ. Ὅλα τὰ εἶχεν, «ἡ ποίσα, ἡ δείξα, ἡ ἄκληρη».

Ὁ καπετὰν Καντάκης, σφλομωμένος, θαλασσοπνιγμένος, τὰ ἤκουεν ὅλα αὐτά, ἡ φαντασία του ἐφούσκωνεν, ἐξερχόμενος εἶτα συνήντα τοὺς συναδέλφους του ναυτικούς, ἤρχιζαν τὰ καλῶς ὥρισες, καλῶς σᾶς ηὗρα, ἔπινεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ρώμια, καὶ μὲ τριπλῆν σκοτοδίνην, τὴν ἐκ τῆς θαλάσσης, τὴν ἐκ τῆς γυναικείας διαβολῆς καὶ τὴν ἐκ τῶν ποτῶν, εἰσήρχετο οἴκαδε καὶ βάρβαροι σκηναὶ συνέβαινον τότε μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του.

Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα μέχρι τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους 186… Ὁ καπετὰν Καντάκης πρὸ πέντε ἡμερῶν εἶχε πλεύσει μὲ τὴν βρατσέραν του εἰς τὴν ἀπέναντι νῆσον μὲ φορτίον ἀμνῶν καὶ ἐρίφων, καὶ ἤλπιζεν ὅτι θὰ ἑώρταζε τὰ Χριστούγεννα εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἀλλὰ τὸν λογαριασμὸν τὸν ἔκαμνεν ἄνευ τοῦ ξενοδόχου, δηλ. ἄνευ τοῦ Βορρᾶ, ὅστις ἐφύσησεν αἰφνιδίως ἄγριος, καὶ ἔκλεισεν ὅλα τὰ πλοῖα εἰς τοὺς ὅρμους ὅπου εὑρέθησαν. Εἴπομεν ὅμως ὅτι ὁ καπετὰν Καντάκης ἦτο τολμηρὸς περὶ τὴν ἀκτοπλοΐαν.

Περὶ τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, ὁ ἄνεμος ἐμετριάσθη ὀλίγον, ἀλλ᾽ οὐχ ἧττον ἐξηκολούθει νὰ πνέῃ. Τὸ μεσονύκτιον πάλιν ἐδυνάμωσε.

Τινὲς ναυτικοὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ἐστοιχημάτιζον ὅτι, ἀφοῦ κατέπεσεν ὁ Βορρᾶς, ὁ καπετὰν Καντάκης θὰ ἔφθανε περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ἡ σύζυγός του ὅμως δὲν ἦτο ἐκεῖ νὰ τοὺς ἀκούσῃ καὶ δὲν τὸν ἐπερίμενεν.

Αὕτη ἐδέχθη μόνον περὶ τὴν ἑσπέραν τὴν ἐπίσκεψιν τῆς πενθερᾶς της, ἀσυνήθως φιλόφρονος καὶ μειδιώσης, ἥτις τῇ εὐχήθη τὸ ἀπαραίτητον «καλὸ δέξιμο» καὶ διὰ χιλιοστὴν φορὰν τὸ στερεότυπον «μ᾽ ἕναν καλὸ γυιό».

Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ τῇ προσέφερε καὶ ἓν χριστόψωμο.

―  Τὸ ζύμωσα μοναχή μου, εἶπεν ἡ θεια-Καντάκαινα, μὲ γειὰ νὰ τὸ φᾷς.

―  Θὰ τὸ φυλάξω ὣς τὰ Φῶτα, διὰ ν᾽ ἁγιασθῇ, παρετήρησεν ἡ νύμφη.

―Ὄχι, ὄχι, εἶπε μετ᾽ ἀλλοκότου σπουδῆς ἡ γραῖα, τὸ δικό της φυλάει ἡ καθεμιὰ νοικοκυρὰ διὰ τὰ Φῶτα, τὸ πεσκέσι τρώγεται.

―  Καλά, ἀπήντησεν ἠρέμα ἡ Διαλεχτή, τοῦ λόγου σου ξέρεις καλύτερα.

Ἡ Διαλεχτὴ ἦτο ἀγαθωτάτης ψυχῆς νέα, οὐδέποτε ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ἢ νὰ ὑποπτεύσῃ κακόν τι.

―  Πῶς τό ᾽παθε ἡ πεθερά μου καὶ μοῦ ἔφερε χριστόψωμο, εἶπε μόνον καθ᾽ ἑαυτήν, καὶ ἀφοῦ ἀπῆλθεν ἡ γραῖα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της καὶ ἐκοιμήθη μετά τινος δεκαετοῦς παιδίσκης γειτονοπούλας, ἥτις τῇ ἔκαμνε συντροφίαν ὁσάκις ἔλειπεν ὁ σύζυγός της.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐκοιμήθη πολὺ ἐνωρίς, διότι σκοπὸν εἶχε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐκκλησίαν περὶ τὸ μεσονύκτιον. Ὁ ναὸς δὲ τοῦ ἁγ. Νικολάου μόλις ἀπεῖχε πεντήκοντα βήματα ἀπὸ τῆς οἰκίας της.

Περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσήμαναν παρατεταμένως οἱ κώδωνες. Ἡ Διαλεχτὴ ἠγέρθη, ἐνεδύθη καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Ἡ παρακοιμωμένη αὐτῇ κόρη ἦτο συμπεφωνημένον, ὅτι μόνον μέχρις οὗ σημάνῃ ὁ ὄρθρος θὰ ἔμενε μετ᾽ αὐτῆς, ὅθεν ἀφυπνίσασα αὐτὴν τὴν ὡδήγησε πλησίον τῶν ἀδελφῶν της. Αἱ δύο οἰκίαι ἐχωρίζοντο διὰ τοίχου κοινοῦ.

Ἡ Διαλεχτὴ ἀνῆλθεν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ναοῦ, ἀλλὰ μόλις παρῆλθεν ἡμίσεια ὥρα καὶ γυνή τις πτωχὴ καὶ χωλὴ δυστυχής, ἥτις ὑπηρέτει ὡς νεωκόρος τῆς ἐκκλησίας, ἐλθοῦσα τῇ λέγει εἰς τὸ οὖς:

―  Δῶσέ μου τὸ κλειδί, ἦλθε ὁ ἄντρας σου.

―Ὁ ἄντρας μου! ἀνεφώνησεν ἡ Διαλεχτὴ ἔκπληκτος.

Καὶ ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸ κλειδὶ ἔσπευσε νὰ καταβῇ ἡ ἰδία.

Ἐλθοῦσα εἰς τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας βλέπει τὸν σύζυγόν της κατάβρεκτον, ἀποστάζοντα ὕδωρ καὶ ἀφρόν.

―  Εἶμαι μισοπνιγμένος, εἶπε μορμυρίζων οὗτος, ἀλλὰ δὲν εἶναι τίποτε. Ἀντὶ νὰ τὸ ρίξωμε ἔξω, τὸ καθίσαμε στὰ ρηχά.

―  Πέσατε ἔξω; ἀνέκραξεν ἡ Διαλεχτή.

―Ὄχι, δὲν εἶναι, σοῦ λέγω, τίποτε. Ἡ βρατσέρα εἶναι σίγουρη, μὲ δύο ἄγκουρες ἀραγμένη, καὶ καθισμένη.

―  Θέλεις ν᾽ ἀνάψω φωτιά;

― Ἄναψε, καὶ δῶσέ μου ν᾽ ἀλλάξω.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ κιβωτίου ἐνδύματα διὰ τὸν σύζυγόν της καὶ ἤναψε πῦρ.

―  Θέλεις κανένα ζεστό;

―  Δὲν μ᾽ ὠφελεῖ ἐμένα τὸ ζεστό, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Κρασὶ νὰ βγάλῃς.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξήγαγεν ἐκ τοῦ βαρελίου οἶνον.

―  Πῶς δὲν ἐφρόντισες νὰ μαγειρεύσῃς τίποτε; εἶπε γογγύζων ὁ ναυτικός.

―  Δὲν σ᾽ ἐπερίμενα ἀπόψε, ἀπήντησε μετὰ ταπεινότητος ἡ Διαλεχτή. Κρέας ἐπῆρα. Θέλεις νὰ σοῦ ψήσω πριζόλα;

―  Βάλε στὰ κάρβουνα, καὶ πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου, εἶπεν ὁ καπετὰν Καντάκης. Θὰ ἔλθω κ᾽ ἐγὼ σὲ λίγο.

Ἡ Διαλεχτὴ ἔθεσε τὸ κρέας ἐπὶ τῆς ἀνθρακιᾶς, ἥτις ἐσχηματίσθη ἤδη, καὶ ἡτοιμάζετο νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ συζύγου της, ἥτις ἦτο καὶ ἰδική της ἐπιθυμία, διότι ἤθελε νὰ κοινωνήσῃ. Σημειωτέον ὅτι τὴν φράσιν «πήγαινε σὺ στὴν ἐκκλησιά σου» ἔβαψεν ὁ Καντάκης διὰ στρυφνῆς χροιᾶς.

―Ἡ μάννα μου δὲν θὰ τό ᾽μαθε βέβαια ὅτι ἦλθα, παρετήρησεν αὖθις ὁ Καντάκης.

―Ἐκείνη εἶναι στὴν ἐνορία της, ἀπήντησεν ἡ Διαλεχτή. Θέλεις νὰ τῆς παραγγείλω;

―  Παράγγειλέ της νὰ ἔλθῃ τὸ πρωί.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐξῆλθεν. Ὁ Καντάκης τὴν ἀνεκάλεσεν αἴφνης.

―  Μὰ τώρα εἶναι τρόπος νὰ πᾷς ἐσὺ στὴν ἐκκλησιά, καὶ νὰ μὲ ἀφήσῃς μόνον;

―  Νὰ μεταλάβω κ᾽ ἔρχομαι, ἀπήντησεν ἡ γυνή.

Ὁ Καντάκης δὲν ἐτόλμησε ν᾽ ἀντείπῃ τι, διότι ἡ ἀπάντησις θὰ ἦτο βλασφημία. Οὐχ ἧττον ὅμως τὴν βλασφημίαν ἐνδιαθέτως τὴν ἐπρόφερεν.

Ἡ Διαλεχτὴ ἐφρόντισε νὰ στείλῃ ἀγγελιοφόρον πρὸς τὴν πενθεράν της ἕνα δωδεκαετῆ παῖδα τῆς αὐτῆς ἐκείνης γειτονικῆς οἰκογενείας, ἧς ἡ θυγάτηρ ἐκοιμήθη ἀφ᾽ ἑσπέρας πλησίον της, καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν.

Ὁ Καντάκης, ὅστις ἐπείνα τρομερά, ἤρχισε νὰ καταβροχθίζῃ τὴν πριζόλαν. Καθήμενος ὀκλαδὸν παρὰ τὴν ἑστίαν, ἐβαρύνετο νὰ σηκωθῇ καὶ ἀνοίξῃ τὸ ἑρμάρι διὰ νὰ λάβῃ ἄρτον, ἀλλ᾽ ἀριστερόθεν αὐτοῦ ὑπεράνω τῆς ἑστίας ἐπὶ μικροῦ σανιδώματος εὑρίσκετο τὸ χριστόψωμον ἐκεῖνο, τὸ δῶρον τῆς μητρός του πρὸς τὴν νύμφην αὐτῆς. Τὸ ἔφθασε καὶ τὸ ἔφαγεν ὁλόκληρον σχεδὸν μετὰ τοῦ ὀπτοῦ κρέατος.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Περὶ τὴν αὐγήν, ἡ Διαλεχτὴ ἐπέστρεψεν ἐκ τοῦ ναοῦ, ἀλλ᾽ εὗρε τὴν πενθεράν της περιβάλλουσαν διὰ τῆς ὠλένης τὸ μέτωπον τοῦ υἱοῦ αὐτῆς καὶ γοερῶς θρηνοῦσαν.

Ἐλθοῦσα αὕτη πρὸ ὀλίγων στιγμῶν τὸν εὗρε κοκκαλωμένον καὶ ἄπνουν. Ἐπάρασα τοὺς ὀφθαλμούς, παρετήρησε τὴν ἀπουσίαν τοῦ χριστοψώμου ἀπὸ τοῦ σανιδώματος τῆς ἑστίας, καὶ ἀμέσως ἐνόησε τὰ πάντα.

Ὁ Καντάκης ἔφαγε τὸ φαρμακωμένο χριστόψωμον, τὸ ὁποῖον ἡ γραῖα στρίγλα εἶχε παρασκευάσει διὰ τὴν νύμφην της.

Ἰατροὶ ἐπιστήμονες δὲν ὑπῆρχον ἐν τῇ μικρᾷ νήσῳ· οὐδεμία νεκροψία ἐνεργήθη. Ἐνομίσθη ὅτι ὁ θάνατος προῆλθεν ἐκ παγώματος συνεπείᾳ τοῦ ναυαγίου. Μόνη ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤξευρε τὸ αἴτιον τοῦ θανάτου.

Σημειωτέον ὅτι ἡ γραῖα συναισθανθεῖσα καὶ αὐτὴ τὸ ἔγκλημά της, δὲν ἐμέμφθη τὴν νύμφην της, ἀλλὰ τοὐναντίον τὴν ὑπερήσπισε κατὰ τῆς κακολογίας ἄλλων. Ἐὰν ἔζησε καὶ ἄλλα κατόπιν Χριστούγεννα, ἡ ἄστοργος πενθερὰ καὶ ἀκουσία παιδοκτόνος, δὲν θὰ ἦτο βεβαίως πολὺ εὐτυχὴς εἰς τὸ γῆράς της.

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , | 66 Σχόλια »

Κάλαντα, έστω και με μάσκα

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2021

Όπως ανακοινώθηκε πριν από λίγο, από σήμερα το πρωί επανέρχεται η υποχρέωση να φοράμε μάσκα και στους εξωτερικούς χώρους -οπότε, συμπεραίνω, και οι παρέες των παιδιών που θα μας πουν τα κάλαντα θα πρέπει επίσης να μασκοφορούν, αν και αυτό δεν το ανακοίνωσε ρητα ο υπουργός Υγείας.

Έστω και με μάσκα όμως, η σημερινή παραμονή των Χριστουγέννων είναι η μέρα που λένε τα Κάλαντα, οπότε θα επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο μας για τα λεξιλογικά και άλλα των καλάντων, που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

Πριν προχωρήσω στο άρθρο, να σας θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της χρονιάς, οπότε αν δεν έχετε ήδη ψηφίσει σας προτρέπω να ρίξετε τον οβ… την ψήφο σας εδώ!

Λοιπόν, μια και η μέρα το θέλει, ταιριάζει να μιλήσουμε σήμερα λιγάκι για την ιστορία όχι του εθίμου (έχουν γράψει τόσοι και τόσοι γι’ αυτό) αλλά της λέξης, της λέξης «κάλαντα».

Στην αρχή της αλυσίδας βρίσκουμε τις ρωμαϊκές νουμηνίες ή νεομηνίες, που τις έλεγαν calendae, καλένδες (υπάρχει και γραφή με k, kalendae, παρόλο που το γράμμα k είχε εκπέσει τότε). Για την προέλευση της λατινικής λέξης, είχε γραφτεί παλιότερα ότι προέρχεται από τη λατινική φράση calo luna novella, δηλαδή «ανακηρύσσω τη νέα σελήνη», με την οποία ο αρχιερέας του Καπιτωλίου ανάγγελλε τη νεομηνία. Ωστόσο, η φράση αυτή φαίνεται πως είναι προϊόν διπλής παρανάγνωσης, αφού οι περισσότερες πηγές την παραδίδουν ως calo Juno Covella, όπου Juno ήταν το ρωμαϊκό ισοδύναμο της Ήρας.

Το Covella μάλλον προέρχεται από το covus, παλαιότερη μορφή του cavus (“κούφιο”). Το κρίσιμο χωρίο είναι του Βάρρωνα (De lingua latina 6.27): Primi dies mensium nominati kalendae, quod his diebus calantur eius mensis nonae a pontificibus, quintanae an septimanae sint futurae, in Capitolio in curia Calabra sic dicto quinquies ‘kalo Iuno Covella’, septies dicto ‘kalo Iuno Covella’ (Οι πρώτες ημέρες του μήνα ονομάζονται Kalendae, επειδή τις ημέρες αυτές ανακοινώνονται [calantur] από τους ιερείς στην Αίθουσα των Ανακοινώσεων του Καπιτωλίνου οι Νώννες, εάν δηλαδή θα πέσουν στις πέντε ή στις επτά του μηνός, με τον ακόλουθο τρόπο: Ήρα Λειψή, σε καλώ την πέμπτη ημέρα ή Ήρα Λειψή, σε καλώ την έβδομη ημέρα). Προσέξτε και πάλι τη γραφή με k.

Ούτως ή άλλως, στην αρχή έχουμε το ρήμα calo, που είναι συγγενικό με το δικό μας το «καλώ» (και όχι δάνειο από το δικό μας όπως αφελώς γράφεται), αν και δεν έχω πρόχειρο τον Ερνού-Μεγιέ (το ετυμολογικό της λατινικής) κι έτσι κρατάω μιαν επιφύλαξη. Πάντως, από το calo προέκυψαν οι calendae και από εκεί και τα σημερινά calendar, calendrier, το δικό μας καλεντάρι κτλ.

Το ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη, στην πρώτη του έκδοση, έδινε σαν προέλευση της λ. καλένδες τη λαθεμένη λατινική φράση (calo Juno novella). Η δεύτερη έκδοση διόρθωσε το λάθος, αλλά βέβαια δεν έχουν όλοι την ευχέρεια να προμηθεύονται τις επανεκδόσεις οπότε η αρχική, λαθεμένη εκδοχή αναφέρεται συχνά.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Ιστορίες λέξεων, Λαθολογία, Λαογραφία, Φρασεολογικά, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , | 334 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στον Νικο(κύρη) και πάλι!

Posted by sarant στο 6 Δεκεμβρίου, 2021

Ή αλλιώς, Νίκος κερνάει και Νίκος πίνει ή μάλλον Νίκος ξανακερνάει και Νίκος ξαναπίνει, αφού το σημερινό άρθρο, όπως δηλώνει και το «και πάλι» του τίτλου, είναι επανάληψη ενός παλιότερου που είχε δημοσιευτεί πριν από 4 χρόνια. Λουφάρω άρθρα, θα πείτε. Ίσως, αλλά το δικαιούμαι τη μέρα της γιορτής μου, δεν βρίσκετε;

Πάντως, στο σημερινό άρθρο έχω ενσωματώσει κάμποσα από τα σχόλιά σας προ τετραετίας, ανάμεσά τους κι ένα εκτενές του φίλου μας του π2 για το όνομα Νικόλαος στην αρχαιότητα.

Οπότε, μαζί με τα χρόνια πολλά σε όσους και όσες συνεορτάζουμε σήμερα, ας δούμε τα λεξιλογικά και άλλα του Νίκου.

Σύμφωνα με μια έρευνα για τα ελληνικά ονόματα, στην ιεραρχία των αντρικών ονομάτων ο Νίκος βρίσκεται σταθερά στην πέμπτη θέση, πίσω από τους «τέσσερις μεγάλους» (πρώτο τον Γιώργο και μετά την τριάδα Δημήτρη-Κώστα-Γιάννη) και πολύ μπροστά από τους υπόλοιπους (Χρήστο, Παναγιώτη, Βασίλη και λοιπές ονομαστικές δυνάμεις).

Με τη γυναικεία εκδοχή του ονόματος τα πράγματα μπλέκουν. Η Νίκη είναι στην 37η θέση, αλλά είναι τάχα όλες οι ανευρέσεις αυθεντικές ή υποκρύπτουν κάποιαν Ανδρονίκη; Υπάρχει όμως και η Νικολέτα που είναι στην 55η θέση, ενώ πολύ πιο πίσω έρχονται η Νικολίνα και η Νικόλ. Πάντως η γυναικεία εκδοχή του ονόματος είναι αισθητά σπανιότερη απο την ανδρική, που όπως είπαμε βρίσκεται στην πέμπτη θέση.

Βρίσκεται στην πέμπτη θέση πανελλαδικά αλλά στα Δωδεκάνησα και στην Κρήτη έχει σαφώς μεγαλύτερη συχνότητα και πρέπει να βρίσκεται πολύ κοντά στην τοπική πρώτη θέση (το λέω εμπειρικά, δεν ξέρω αν έχει δημοσιευτεί σχετική μελέτη). Ο λόγος για την αυξημένη δημοτικότητα του ονόματος στα νησιά είναι φυσικά ότι ο Άγιος Νικόλαος είναι θαλασσινός άγιος, ο προστάτης των ναυτικών και διάδοχος του Ποσειδώνα.

Να πούμε όμως ότι το όνομα Νικόλαος, παρόλο που έγινε δημοφιλές χάρη στον άγιο των ναυτικών, είναι προχριστιανικό, αρχαίο ελληνικό. Νίκη του λαού, άλλωστε, η ετυμολογία του είναι διάφανη. Ο αρχαιότερος Νικόλαος που έχει καταγραφεί στην αρχαία γραμματεία είναι ένας γιος του Περιάνδρου, του τυράννου της Κορίνθου, στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Το όνομα φαίνεται πως συνηθιζόταν στη Σπάρτη -ανάμεσα σε άλλους, Νικόλαος λεγόταν ένα μέλος της αντιπροσωπείας που πήγε στα Σούσα επί πελοποννησιακού πολέμου για να ζητήσει ελληνοπρεπώς τη βοήθεια του Μεγάλου Βασιλέα κατά των Αθηναίων -πήγαν οι Ανήριστος, Νικόλαος και Πρατόδαμος. Από συγγραφείς, ο Νικόλαος ο Δαμασκηνός, περιπατητικός φιλόσοφος του 1ου αι. μ.Χ. που έγραψε πολλά από τα οποία σώθηκαν ελάχιστα. Για να τον τιμήσει όμως ο βασιλιάς της Περσίας (υποθέτω), που πολύ τον αγαπούσε, ονόμασε Νικολάους τους πιο νόστιμους χουρμάδες, τουλάχιστον έτσι μας λέει ο Πλούταρχος: «ὁ γοῦν βασιλεύς, ὥς φασιν, ἀγαπήσας διαφερόντως τὸν Περιπατητικὸν φιλόσοφον Νικόλαον, γλυκὺν ὄντα τῷ ἤθει ῥαδινὸν δὲ τῷ μήκει τοῦ σώματος διάπλεων δὲ τὸ πρόσωπον ἐπιφοινίσσοντος ἐρυθήματος, τὰς μεγίστας καὶ καλλίστας τῶν φοινικοβαλάνων Νικολάους ὠνόμαζεν, καὶ μέχρι νῦν οὕτως ὀνομάζονται.»

Να πούμε ότι Νικόλεως (για την ακρίβεια Νιϙόλεως) είναι η αρχαιότερη επιγραφικά μαρτυρούμενη μνεία του ονόματος, στην Πάρο γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ.

Το υποκοριστικό Νικόλας είναι συχνό και στην αρχαιότητα, ήδη από τον 6ο αι. π.Χ. (Αθήνα), ενώ παλαιότατο είναι και το θηλυκό Νίκολα ή Νικόλα (μεταξύ άλλων στον Σελινούντα του 6ου και στη Μήλο του 5ου αι. π.Χ.), ενώ το Νικολαΐς μαρτυρείται μόνο στα αυτοκρατορικά χρόνια.

Σε μεταγενέστερες εποχές το όνομα γράφεται συχνότατα Νεικόλαος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ονόματα, Παροιμίες, Τραγούδια, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 197 Σχόλια »

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Posted by sarant στο 15 Οκτωβρίου, 2021

Το άρθρο που θα διαβάσετε σήμερα δημοσιεύτηκε χτες στο ηλεπεριοδικό 2020magΌπως έχω ήδη γράψει, στο ηλεπεριοδικό αυτό δημοσιεύω άρθρα με Λέξεις της επικαιρότητας -σαν εκείνα που δημοσίευα κάθε μήνα στα Ενθέματα της Αυγής. Εδώ μπορείτε να βρείτε όλα μου αυτά τα άρθρα, 11 ως τώρα. Η εικονογράφηση είναι του περιοδικού.

Οι ισχυρομνήμονες παλαιοί φιλοι του ιστολογίου ίσως αναγνωρίσουν κάποια κομμάτια του σημερινού άρθρου. Πράγματι, ενώ το βουλεβάρτο είναι σήμερα λέξη της επικαιρότητας λόγω των εξαγγελιών του δημάρχου Αθηναίων, στο ιστολόγιο έχουμε ήδη βάλει ένα άρθρο με τα λεξιλογικά της λέξης αυτής, σε ανύποπτο χρόνο και με άλλη αφορμή. Οπότε, το λεξιλογικό κομμάτι είναι επανάληψη. 

Σημειώνεται ότι το άρθρο γράφτηκε πριν από τη νεροποντή που πλημμύρισε την Αττική -διαφορετικά, μπορεί σήμερα να γράφαμε για τα λεξιλογικά της γόνδολας. 

Στο βουλεβάρτο του κ. Μπακογιάννη

Μεγάλη εντύπωση προκάλεσαν οι νέες ανακοινώσεις του δημάρχου Αθηναίων για το σχέδιο ανάπλασης της οδού Πανεπιστημίου. Θα φυτευτούν 86 πλάτανοι, διαβάσαμε, που θα δώσουν «την αίσθηση ενός αστικού βουλεβάρτου που θα είναι αντάξιο με τα αντίστοιχα που υπάρχουν σε πόλεις της Ευρώπης, στο Βερολίνο για παράδειγμα». Η αρχική μάλιστα ανακοίνωση του δήμου ήταν τόσο προχειρογραμμένη που αφενός επέμενε πως τα πλατάνια είναι δέντρα αειθαλή (ενώ όσοι έχουν δει ελληνικό πλάτανο ξέρουν ότι τα φύλλα του όχι μόνο πέφτουν αλλά και προκαλούν κάμποσα προβλήματα, στις πλατείες των χωριών, με την ολισθηρότητά τους) ενώ αφετέρου υποστήριζε ότι αποτελούν στοιχείο της… αστικής πανίδας ανατρέποντας όλα όσα ξέραμε για το φυτικό και το ζωικό βασίλειο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αθηναιογραφία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Ποίηση | Με ετικέτα: , , , , | 113 Σχόλια »

Φρεγάτα μου!

Posted by sarant στο 30 Σεπτεμβρίου, 2021

Η λέξη των τελευταίων ημερών είναι αναμφίβολα η φρεγάτα, αφού ανακοινώθηκε από τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο Μακρόν ότι η Ελλάδα πρόκειται να αγοράσει τρεις (και με οψιόν τέσσερις) γαλλικές φρεγάτες τύπου Μπελαρά, μαζί με μερικές κορβέτες, έναντι ποσού που θα φτάσει τα 5 δις.

Ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται, όπως λένε. Και πράγματι, αμέσως μόλις η Γαλλία έπαθε ένα σοβαρό στραπάτσο μετά την αθέτηση της παραγγελίας των υποβρυχίων από την Αυστραλία, έσπευσε η πάντοτε πιστή φίλη Ελλάδα να καλύψει ένα μέρος από τη γαλλική χασούρα και να παραγγείλει τις φρεγάτες. Μάλιστα, ενω στην αρχή λεγόταν ότι μόνο η πρώτη φρεγάτα θα κατασκευαζόταν στη Γαλλία και οι επόμενες θα ναυπηγούνταν στην Ελλάδα ώστε να γίνει και μεταφορά τεχνογνωσίας, τελικά ο όρος αυτός μάλλον εγκαταλείφθηκε. Δεν πειράζει, το ουσιαστικό είναι που τονώθηκε η ελληνογαλλική φιλία.

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε σήμερα για τη φρεγάτα. Πιο σωστά, θα ξαναλεξιλογήσουμε, διότι πριν από τριάμισι χρόνια είχαμε γράψει πάλι άρθρο για τη λέξη αυτή, αφού και τότε βρισκόταν στην επικαιρότητα αυτός ο τύπος πλοίου -τότε ήταν να νοικιάσουμε δυο φρεγάτες για το καλοκαίρι, σχέδιο που τελικά ματαιώθηκε. Ζητάω συγγνώμη από τους τακτικούς αναγνώστες για την επανάληψη, αλλά το σημερινό άρθρο θα έχει πολλές διαφορές από το άρθρο του 2018.

Σύμφωνα με το Χρηστικο Λεξικό, η φρεγάτα είναι «πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους», ενώ το ΛΚΝ προσθέτει ότι είναι πλοίο «συνοδείας», άλλων πλοίων εννοείται. Ωστόσο, αυτή είναι η σημερινή σημασία της φρεγάτας. Τα λεξικά καταγράφουν επίσης, την παλαιότερη σημασία «τρικάταρτο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο». Βλέπετε, η γλώσσα είναι πράγμα συντηρητικό και η ίδια λέξη μπορεί μέσα στους αιώνες να περιγράφει πολύ διαφορετικά πράγματα.

Tη φρεγάτα με την παλιότερη σημασία τη συναντάμε πολλές φορές στα κείμενα του 1821, φρεγάτα και φρεγάδα και φεργάδα και φεργάτα. Για τα μέτρα της εποχής, οι φρεγάτες ήταν δυνατό πολεμικό πλοίο.

Στο ξεκίνημα του αγώνα, ο ελληνικός στόλος δεν είχε καμιά φρεγάτα· οι πολλές αναφορές στα διάφορα κείμενα της εποχής αφορούν όλες είτε τουρκικά σκάφη είτε πλοία ουδέτερων δυνάμεων, γαλλικές και αγγλικές ιδίως, αλλά ακόμη και αμερικανικές φρεγάτες, π.χ. σε αναφορά από Μήλο «τα πολεμικά δεν ήσαν περισσότερα των δώδεκα, δύο δηλαδή φεργάδες, τέσσερις κορβέτες και έξ εμπρίκια» ή «μία φεργάδα γαλλική, οπού ήτον χθες εις Σμύρνην, επήγε χθες εις Σύραν».

Για να πείσουν τους Μεσολογγίτες να συνθηκολογήσουν, οι Οθωμανοί μεταχειρίστηκαν και το επιχείρημα της ποιοτικής υπεροχής τους: «…στοχάζεστε ότι θα δυνηθούν τα τόσα ολίγα και τα χειρότερα [πλοία] ν’ αντιπαραταχθούν με τα ιδικά μας ντελίνια, φρεγάτες και λοιπά καλώς οπλισμένα;»

Η αξία της φρεγάτας φαίνεται και από τα βραβεία που είχε θεσπίσει το κοινό των Υδραίων για τα πυρπολικά. Αν έκαιγαν φρεγάτα ή ντελίνι, ο κάθε συντροφοναύτης του μπουρλότου θα έπαιρνε από 300 γρόσια, ενώ 200 για κορβέτα ή άλλο τρικάταρτο και μόνο 100 για μπρίκι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in 1821, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Κινηματογράφος | Με ετικέτα: , , , , , , , , , , | 141 Σχόλια »

Γιατί έχει εννιά ο μήνας;

Posted by sarant στο 9 Σεπτεμβρίου, 2021

Προφανώς ο τίτλος είναι εσκεμμένα ανακριβής -ο μήνας έχει σήμερα εννιά επειδή χτες είχε οχτώ. Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει δεν είναι «γιατί έχει 9 ο μήνας;» αλλά «γιατί λέμε ότι ο μήνας έχει 9;»

Και μάλιστα, όχι γιατί το λέμε σήμερα, που είναι στο κάτω-κάτω μια απλή διαπίστωση, αλλά γιατί παροιμιωδώς λέμε «ο μήνας έχει εννιά»;

Το θέμα βέβαια το έχουμε συζητήσει στο ιστολόγιο, και μάλιστα μιαν άλλη 9η Σεπτεμβρίου, που είχε επιπλέον το χαρακτηριστικό πως ήταν η 9/9/09, 9 Σεπτεμβρίου του 2009, μέρα με τρία εννιάρια. Όμως σε εκείνο το άρθρο, που είχε άλλωστε λιγοστά (αλλά καλά) σχόλια, αφού το ιστολόγιο τότε δεν ήταν ακόμα πολύ γνωστό, δεν είχαμε καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα. Οπότε επιβάλλεται η αναδημοσίευση, δώδεκα χρόνια μετά, φυσικά με αρκετές προσθήκες και τροποποιήσεις, με την ελπίδα μήπως τώρα βγει κάτι πιο συγκεκριμένο.

Τι σημαίνει «ο μήνας έχει εννιά», το ξέρουμε όλοι. Πρόκειται για έκφραση απόλυτης αμεριμνησίας. Όπως λέω στο φρασεολογικό βιβλίο μου «Λόγια του αέρα», λέγεται για κάποιον τελείως ξένοιαστο που αδιαφορεί για τα πάντα και σκέπτεται μόνο τις διασκεδάσεις και την καλοπέραση. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε σύγκριση με άλλες εκφράσεις που δείχνουν απόλυτη αδιαφορία (αγρόν ηγόρασε, πέρα βρέχει, δεν δίνει πεντάρα), η έκφρ. ο μήνας έχει εννιά είναι η πιο απενοχοποιημένη, δηλ. δεν περιέχει μομφή όπως οι άλλες για τον αδιάφορο –αλλά εδώ μπορεί να μεταφέρω κάτι που είναι απλώς προσωπική μου εντύπωση.

Δηλαδή, η έκφραση ο μήνας έχει εννιά (ή: εννιά έχει ο μήνας) δεν δείχνει απλώς απόλυτη αμεριμνησία, αλλά έχει έντονο το στοιχείο του γλεντιού –αυτός που αδιαφορεί, το γλεντάει κιόλας.

— Οι κυρίες, αν θες να ξέρεις, δε σκοτίζονται για τίποτα. Κάθονται κι εννιά έχει ο μήνας! Γ. Χασάπογλου, Οι κουραμπιέδες, σ.71

Μ’ έχεις κάνει άλλο άνθρωπο… Μ’ είχανε οι δρόμοι και οι παρέες… εννιά είχ’ ο μήνας… Για γυναίκες πεντάρα δεν έδινα. Κάθε νύχτα ήμουνα με άλλη. Καμπανέλλης, Η αυλή των θαυμάτων, σ. 134

Βέβαια, δεν αποκλείεται η αίσθηση της γλεντζέδικης αμεριμνησίας να οφείλεται στο τραγούδι «Ο μήνας έχει εννιά», το πασίγνωστο αρχοντορεμπέτικο του Μιχ. Σουγιούλ σε στίχους του Γ. Τζαβέλλα.

Μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν την γλεντήσουμε
τι θα καταλάβουμε, τι θα καζαντίσουμε

Μες στον ψεύτικο ντουνιά
παίξτε μου διπλοπενιά
και ο μήνας έχει εννιά

Πόσο ζει ο άνθρωπος, κοίτα, παρατήρησε
μέχρι τα σαράντα του, κι ύστερα μπατίρισε

Στου διαβόλου τα ‘γραψα όλα το κατάστιχο
και γλεντώ τα νιάτα μου, πριν με πιάσει λάστιχο

Τη ζωή σου γλέντησε, πριν να ρθούν γεράματα
και σου λένε άδικα, μάθε γέρο γράμματα

Βέβαια, δεν δημιουργήθηκε η παροιμιώδης έκφραση από το τραγούδι. Η έκφραση προϋπήρχε. Από πού όμως προέκυψε;

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αριθμοί, Γιατί (δεν) το λέμε έτσι, Επαναλήψεις, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 184 Σχόλια »

Το δέλτα που μας τρομάζει

Posted by sarant στο 30 Αυγούστου, 2021

Πανδημικό ήταν το άρθρο της Παρασκευής, πανδημικά θ’ ανοίξει και η σημερινή βδομάδα, διότι το δέλτα για το οποίο σας μιλώ δεν είναι βέβαια του Νείλου ή άλλου ποταμού, είναι η παραλλαγή δέλτα του κορονοϊού.

Παλιότερα τη λέγαμε ινδική παραλλαγή, αλλά στα τέλη Μαΐου (του 2021) ο ΠΟΥ αποφάσισε όλες οι παραλλαγές του κορονοϊού, του SARS-CoV-2 για να τον γράψουμε επίσημα, να δηλώνονται όχι με τόπο προέλευσης αλλά με γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου.

Άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα, όλα τα κορόνια φέρ’τα. Κι έτσι η βρετανική παραλλαγή ονομάστηκε άλφα, η νοτιοαφρικανική βήτα, η βραζιλιάνικη γάμμα και η ινδική δέλτα. Έκτοτε έχουν εμφανιστεί και άλλες παραλλαγές, που έχουν ονοματιστεί έψιλον, ζήτα, ήτα, θήτα, γιώτα, κάππα (δηλαδή epsilon, zeta, eta, theta, iota, kappa) αλλά καμιά δεν έχει αποκτήσει τη διάδοση και την προβολή της δέλτα, της δέλτα που μας τρομάζει (ή… μας τρομάδει;).

Καθώς οι παραλλαγές προκύπτουν από μεταλλάξεις, που διαρκώς συμβαίνουν, είναι μαθηματικά βέβαιο πως θα εμφανιστούν και άλλες. Δεν ξέρω τι θα γίνει αν ξεπεραστεί ο αριθμός των 24, που είναι τα γράμματα του αλφαβήτου μας, αν μετά την παραλλαγή omega θα εμφανιστεί alpha bis ή alpha alpha, υποθέτω όμως ότι κάποιος θα το έχει σκεφτεί.

Ομολογώ επίσης ότι δεν θυμάμαι, τον Μάιο-Ιούνιο που πάρθηκε η απόφαση, αν σχολιάστηκε εδώ στη χώρα μας, και πώς, η επιλογή ελληνικών γραμμάτων για τις φονικές αυτές παραλλαγές. Μάλλον θα το καμαρώσαμε. Για τους ξένους βέβαια τα ελληνικά γράμματα έχουν μιαν αίγλη κι έναν εξωτισμό -όσοι έχουν σπουδάσει (προπτυχιακά) στην Αμερική μπορεί να μας πούν πώς αισθάνονται όσοι βαφτίζουν τις αδελφότητες των φοιτητών με ελληνικά γράμματα, κι αν δείτε σε αμερικάνικο πανεπιστήμιο να γίνεται λόγος για Greek organisations μάλλον αυτές οι Phi Delta Kappa εννοούνται, όχι τίποτα σύλλογοι Ελλήνων.

Και επειδή εμείς εδώ λεξιλογούμε, δεν μπορεί το σημερινό άρθρο να μην αναφερθεί και στο γράμμα Δ γενικότερα. Σε αυτό θα αναδημοσιεύσουμε ένα μεγάλο τμήμα από παλιότερο άρθρο μας, του 2016 -τότε, η Ζωή Κωνσταντοπούλου είχε ιδρύσει το κόμμα Πλεύση Ελευθερίας, το οποίο είχε το Δ στο έμβλημά του. Και το μεν κόμμα δεν ευδοκίμησε, αλλά μας έδωσε την αφορμή να γράψουμε για το γράμμα Δ.

Λοιπόν, το Δ είναι το τέταρτο γράμμα του αλφαβήτου μας, και προέρχεται από το φοινικικό γράμμα dalet, που σημαίνει «πόρτα», το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη ενός ιδεογράμματος που σήμαινε την πόρτα. Στα σημερινά εβραϊκά, άλλωστε, η πόρτα είναι delet -και φυσικά, το γεγονός ότι οι ονομασίες των φοινικικών γραμμάτων κάτι σήμαιναν, ενώ οι αντίστοιχες ονομασίες στα ελληνικά δεν σήμαιναν τίποτα (παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ελληνοβαρεμένων να βγάλουν κάποιο κρυμμένο νόημα από το «άλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα», βασανίζοντας βάναυσα γλώσσα και λογική) είναι ίσως η πιο τρανή απόδειξη για τη σημιτική προέλευση του αλφαβήτου.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αλφάβητο, Επαναλήψεις, Πανδημικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 285 Σχόλια »

Ιστολογικά κεσάτια 2021

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2021

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, και η τάση αυτή ισχύει και φέτος.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρότατα ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δέκατος τρίτος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω.

Στη φωτογραφία, που είναι παρμένη το 2009 ή νωρίτερα από την οδόν Αιόλου, βλέπουμε δυο μαγαζάτορες που, επειδή έχουν κεσάτια, παίζουν τάβλι.

Τα κεσάτια βέβαια είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Τρεις πραματευτάδες Χιώτες παρουσιαστήκανε στον Όθωνα το Βασιλέα.
     Αφού είπανε το ’να και τ’ άλλο, […] ο Βασιλέας, που μόνη γλώσσα του είχε να μιλεί τις ελληνικούρες που είχε πρωτομάθει από τον Φίλιππο Ιωάννου […], γυρίζει στον έναν από τους τρεις Χιώτες μ’ εκείνο το συνηθισμένο σοβαρό του και ρωτάει:
     ― Πώς προχωρεί το εμπόριον;
     ― Κεσάτια, Μεγαλειότατε! λέει ο Χιώτης.
     Ο Όθωνας απορεί· πρώτη φορά ακούει αυτή τη λέξη. Κοιτάζει αυτόν που μίλησε στα μάτια και ξαναρωτάει:
     ― Τι σημαίνει η λέξις κεσάτια;
     Ο Χιώτης απορεί κι αυτός, μα ο άλλος Χιώτης, πιο έξυπνος, πετιέται κι απαντάει:
     ― Δεν έχει νταραβέρι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας, με την ίδια πάντα σοβαρότη του, γυρίζει και σ’ αυτόν:
     ― Και η λέξις νταραβέρι, τι σημαίνει;
     Μα ώσπου ν’ απαντήσει ο δεύτερος, ο τρίτος Χιώτης δεν αργεί και λέει:
     ― Αλισιβερίσι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας δεν έκαμε άλλο ρώτημα. Και φύγαν οι τρεις φίλοι χαρούμενοι που φωτίσανε το Βασιλέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , , | 115 Σχόλια »

54 χρόνια μετά

Posted by sarant στο 21 Απριλίου, 2021

Κλείνουν σήμερα 54 χρόνια από τη θλιβερή μέρα της 21ης Απριλίου 1967. Πριν από 24 χρόνια τέτοια μέρα, το 1997, δηλαδή στην τριακοστή επέτειο, σε μια «ταχυδρομική λίστα» όπου συμμετείχα (κάτι ανάλογο με τα σημερινά ιστολόγια και φόρουμ) κάποιοι παλιότεροι είχαμε γράψει τις αναμνήσεις μας από τη μέρα εκείνη. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, δημοσίευσα ένα άρθρο με τρεις αφηγήσεις που είχα κρατήσει. Η δεύτερη είναι δική μου.

Φυσικά, στις δημοσιεύσεις εδώ προστέθηκαν και δικές σας αφηγήσεις στα σχόλια. Μεταφέρω πολλές από αυτές όπως είχαν εμφανιστεί στο αντίστοιχο άρθρο του 2011, κι έτσι το αρχικό άρθρο έχει τετραπλασιαστεί αφού τώρα έχει τις αναμνήσεις 17 ατόμων καθώς και μερικά λινκ στο τέλος.

Μια και από τότε έχουν προστεθεί πολλοί νέοι φίλοι στους σχολιαστές του ιστολογίου, περιμένω στα σχόλια νέες αναμνήσεις από την 21η Απριλίου 1967.

Βέβαια, καθώς τα χρόνια περνάνε, πολλοί φίλοι δεν θα μπορούν να παραθέσουν αναμνήσεις, όχι επειδή δεν θέλουν αλλά επειδή ήταν αγέννητοι ή βρέφη το 1967. Αλλά καλό είναι να θυμόμαστε την 21η Απριλίου σε μια εποχή που η επίθεση κάποιων στη «μεταπολίτευση» ξεπλένει αθέλητα ή όχι τη δικτατορία -και που Υπουργός Εσωτερικών είναι εκείνος που πήρε το δαχτυλίδι από τον δικτάτορα Παπαδόπουλο για να ηγηθεί της νεολαίας ΕΠΕΝ.

1. Ήταν μέρα Παρασκευή. Ο ήλιος μία έβγαινε μία κρυβόταν. Πρωί πήγα σχολείο με τον αδερφό μου. Στο σχολείο οι δάσκαλοι μας διώξαν «Πάτε γρήγορα σπίτια σας». Τίποτε περίεργο, τω καιρώ εκείνω οι δάσκαλοι έκαναν απεργίες κάθε τρεις και λίγο (15%). Πάμε σπίτι, η μάνα μου δεν μάς άντεχε, μάς έβγαλε έξω να παίξουμε. Το σπίτι μας ήταν ένα τετράγωνο από την αστυνομία. Πολλοί χωροφύλακες περνούσαν συνέχεια με κάτι μεγάλα όπλα κάτω από τη μασχάλη. Πρώτη φορά βλέπαμε τέτοια. Μετά, μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων πέρασε με οπλισμένη συνοδεία δεξιά-αριστερά και πίσω πηγαίνοντας προς τα δικαστήρια. Η μπάλα μας κύλησε προς μια ομάδα χωροφυλάκων που έκανε τσιγάρο· κανείς δεν πήγαινε να την πάρει. Κάτι βαρύ πλανιόταν στον αέρα. Ούτε που δεν είχαμε σχολείο δεν έφτιαχνε το κέφι μας. Το μεσημέρι ήρθε ο πατέρας μου. Έβαλε τις φωνές στη μάνα μου που μας άφησε να γυρνάμε έξω. Μπήκαμε μέσα και ακούγαμε εμβατήρια στο ραδιόφωνο. Άρχιζε η εφταετία.

2. Θυμάμαι τη μάνα μου να μας λέει να μη γκρινιάζουμε για το φαγητό γιατί τώρα ήρθαν δύσκολοι καιροί και θα πρέπει να συνηθίσουμε σε στερήσεις, Θυμάμαι να με δασκαλεύει, αν με ρωτήσουν τι διαβάζει ο πατέρας μου, να πω ‘Νέα’ και ‘Εστία’. Κι εγώ άκουσα «Νέα και αστεία», αλλά κανείς δεν με ρώτησε να του το πω. Μονάχα λίγους μήνες μετά, διώξανε τη μάνα μου από τη δουλειά της στο δημόσιο. Έτσι αόριστα ένα βάρος θυμάμαι, έναν φόβο, τον Γεωργαλά στο ραδιόφωνο, τους δικούς μου να μουντζώνουν, κι ύστερα κάθε 21 Απριλίου μέσα στην εφταετία, να μαζεύονται οι φίλοι του πατέρα μου, σ’ ένα ιδιότυπο πένθιμο γλέντι, να γελάνε με τα φαιδρά της χούντας και να κλαίνε με τα χάλια τα δικά μας.

3. Ήμουνα στην τετάρτη Δημοτικού. Είχαμε διάλειμμα και ξαφνικά είδαμε τον Κώστα Κ. (συμμαθητή μας) με μια ομάδα άλλα παιδιά να έρχεται φωνάζοντας «Παπανδρέου, Παπανδρέου». Το διάλειμμα δεν έλεγε να τελειώσει προς μεγάλη μας χαρά, μέχρι που μας έδιωξαν οι δάσκαλοι. Όσο για αλλαγή στη ζωή μας, συλλήψεις και τέτοια, δεν ήταν δα η πόλη μας και άντρον αριστερών και προοδευτικών δυνάμεων! (Μιλάμε για την Κυπαρισσία Μεσσηνίας το 1967 -αν και δεν νομίζω να αλλάξανε πολύ τα πράγματα, δεδομένου ότι στην Κυπαρισσία ο χουντικός δήμαρχος εξελέγη επανειλημμένα και επί δημοκρατίας). Εκείνο που θυμάμαι περισσότερο ήταν οι απανωτές ανακοινώσεις από τον ραδιοφωνικό σταθμό Αμαλιάδας (μοναδικό σταθμό του ΕΙΡ που πιάναμε σχετικά καλά στην Κυπαρισσία τότε) που απαγορεύανε σχεδόν τα πάντα και κατέληγαν «Καπένης Αλκιβιάδης, ταγματάρχης πεζικού». Ποτέ δεν ξανάκουσα το όνομα αυτό μετά. Ένας ασήμαντος που έγινε εξουσία; Ένα απλό όργανο; Ποιος ξέρει. Πάντως, ακόμη και στο σπίτι μου έγινε ένα μισητό όνομα, κι ας διάβαζε ο πατέρας μου την Εστία από ιδεολογία. Πιο πολύ θυμάμαι την τρομάρα μου την επόμενη χρονιά, στην επέτειο, οπότε έγινε παρέλαση και ήμουνα σημαιοφόρος (αναρωτιέμαι γιατί, αφού ήμουνα στην πέμπτη τάξη και ο σημαιοφόρος ήταν πάντα της έκτης). Έκανα τότε κατά λάθος τη μοναδική μου αντιστασιακή πράξη. Για κάποιο λόγο, όσοι είχαμε τσολιαδίστικη στολή παρελάσαμε ντυμένοι (τι σχέση είχε η 21/4 με το 1821;) Και εμένα μου έπεφτε το καλτσόν, άσπρο-άσπρο και με καλτσοδέτα με φούντα (τι φρίκη!) Είπα λοιπόν στην παραστάτρια να μου κρατήσει λίγο τη σημαία να σηκώσω το καλτσόν, δεν με πολυπρόσεξε εκείνη (θα ήταν της έκτης και θα με περιφρονούσε ως μικρότερο) και πάρ’την κάτω τη σημαία. Και στράβωσε κι ο σταυρός στην κορυφή. Σούσουρο στα πέριξ (Ο τάδε έριξε τη σημαία!) και πανικός στο σπίτι μετά («θα λένε ότι το έκανες επίτηδες!»). Τριάντα χρόνια μετά, δεν με έχει συλλάβει η ΕΣΑ ακόμη. Μάλλον τη γλίτωσα.

4. Ήμουν μαθήτρια στο Αρσάκειο της πλατείας Βάθης. Εκείνη την Παρασκευή επρόκειτο να πάμε εκδρομή με το σχολείο, ήταν η Παρασκευή πριν τη Μεγάλη Εβδομάδα. Με την αδερφή μου φτάσαμε με τα πόδια στο σχολείο, από τον Αγ. Παντελεήμονα που μέναμε, στις 7.30 το πρωί όπως μας είχαν πει. Όμως δεν βρήκαμε κανέναν καθηγητή. Δεν είχε έρθει ούτε ο γυμνασιάρχης. Μερικά κορίτσια μόνο είχαν μαζευτεί έξω απ’ τα κάγκελα, και όλες αναρωτιόμασταν πού ήταν ο υπόλοιπος κόσμος. Μια γυναίκα που περνούσε απ’ έξω, μας είπε «Πηγαίνετε στα σπίτια σας, δεν θα γίνει εκδρομή, δεν τα μάθατε;»

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Μαρτυρίες, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , | 170 Σχόλια »

Όλα όσα θέλατε να μάθετε για τα αγγούρια, ξανά

Posted by sarant στο 12 Μαρτίου, 2021

Δεν προλάβαινα να γράψω καινούργιο άρθρο, οπότε κατέφυγα στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης ενός παλιότερου. Πόσο παλιότερου; Πολύ. Δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από 11 χρόνια (παρά 4 μέρες), στις 16 Μαρτίου 2010 -ένα μήνα πριν από το διάγγελμα ΓΑΠ από το Καστελόριζο, παναπεί πριν από αιώνες. Οπότε, πολλοί δεν θα το έχετε διαβάσει -κι άλλοι δεν θα το θυμάστε. Μήτε εγώ το καλοθυμόμουν.

Οπότε το άρθρο ΔΕΝ είναι επίκαιρο. Δεν γράφτηκε για να συμβουλεψει την κυβέρνηση τι να κάνει μπροστά στις συνδυασμένες δυσκολίες της πανδημίας που παίρνει τα πάνω και της οικονομίας που καταβαραθρώνεται. Άλλωστε δεν έχει ανάγκη από συμβουλές η κυβέρνηση διότι έχει βρει την πανάκεια: αστυνομικοί κι άλλοι αστυνομικοί και πάλι αστυνομικοί -και ξύλο, ξύλο, ξύλο.

Ο τίτλος του άρθρου είναι βέβαια υπερβολικός. Δεν φιλοδοξώ να γράψω όλα όσα θέλετε να μάθετε για τα αγγούρια και δεν τολμούσατε ποτέ να ρωτήσετε, γιατί δεν τα ξέρω ούτε εγώ. Μερικά γλωσσικά -ετυμολογικά και φρασεολογικά θα δούμε –του αγγουριού.

Το αγγούρι είναι καρπός που εμφανίστηκε στην Ινδία. Στα αρχαία ελληνικά λεγόταν σικυός ή σίκυος, αλλά τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούσαν επίσης για τα κολοκύθια, που άλλωστε είναι φυτό της ίδιας οικογένειας· από εκεί πήρε το όνομά της και η Σικυών, το σημερινό Κιάτο (περίπου), αλλά δεν ξέρουμε αν ήταν τόπος παραγωγής αγγουριών ή κολοκυθιών. Στα λατινικά λέγεται cucumis, και το επιστημονικό όνομα του αγγουριού είναι cucumis sativus. Η ελληνική λέξη πιθανώς είναι δάνειο, ίσως από κάποια ανατολίτικη γλώσσα, ενώ ο Ησύχιος έχει μια γλώσσα «κύκυον· τον σικυόν», αρκετή για να μας βάλει σε υποψίες μήπως η λατινική είναι δάνειο από την ελληνική ή και το αντίστροφο.

Εμείς όμως σήμερα, το λέμε αγγούρι. Και όχι μόνο σήμερα, αλλά αρκετά παλιά, ήδη από την ύστερη αρχαιότητα· το βρίσκω στον ψευδο-Ιπποκράτη, που δεν τον χρονολογεί το TLG, αλλά περίπου τότε πρέπει να χρονολογείται: οἱ δὲ σίκυοι ἤγουν τὰ ἀγγούρια τὰ ἥμερα διουρητικά εἰσι. Έτσι που το γράφει, συμπεραίνουμε ότι τα αγγούρια ήταν, από τότε, η λαϊκή λέξη.

Κατά το ετυμολογικό του Μπαμπινιώτη, είναι δάνειο από το αραβικό agur, που συνέπεσε φωνητικά με το μεσαιωνικό άγγουρος (= άγουρος). Στο γενικό λεξικό του Μπαμπινιώτη θα βρείτε ότι δίνεται σαν ετυμολογία η προέλευση από το άγγουρος και «κατ’ άλλη άποψη προέρχεται από το αραβικό agur». Προφανώς χρειάζεται να συντονιστούν τα δύο λεξικά. Στο ΛΚΝ, ο Πετρούνιας δίνει την αραβική ετυμολογία. Θα μπορούσε όμως να είναι και δάνειο από τα πέρσικα (angarah).

Στα γαλλικά το αγγούρι το λένε concombre, στα αγγλικά cucumber, στα ισπανικά cogombro, όλες αυτές οι λέξεις προέρχονται προφανώς από το λατινικό cucumis. Στα γερμανικά όμως το αγγούρι είναι gurke, το οποίο, θα αισθανθείτε περήφανοι αν το μάθετε, έχει ελληνική αρχή. Όμως δεν πήγε απευθείας η ελληνική λέξη στη γερμανική γλώσσα, αλλά… μέσω Πολωνίας. Δηλαδή, το βυζαντινό αγγούριν πέρασε σε ορισμένες σλάβικες γλώσσες (ogurec στα ρώσικα, okurka στα τσέχικα, ogórek στα πολωνικά) και από εκεί στα γερμανικά. Η γερμανική λέξη περνάει και στα ολλανδικά, και στα αγγλικά όπου gherkin λέγεται όχι το κανονικό αγγούρι (αυτό, είπαμε, είναι cucumber), αλλά το μικρό το αγγουράκι που το κάνουμε τουρσί.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Μποστάνι των λέξεων, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 150 Σχόλια »

Πριν από 60 χρόνια: Ο Μποστ και ο σάτυρος του Λιόπεσι

Posted by sarant στο 5 Μαρτίου, 2021

Tο ιστολόγιο αγαπάει τον Μποστ και του έχει αφιερώσει αμέτρητα άρθρα, σε πολλά από τα οποία θυμόμαστε (οι παλιότεροι) ή γνωρίζουμε (οι νεότεροι) γεγονότα της πρόσφατης ιστορίας μέσα απο γελοιογραφίες του Μποστ. Στην αρχή, τα άρθρα αυτά είχαν γενικό τίτλο «Πριν από 50 χρόνια…», μετά «Πριν από 55 χρόνια…», αλλά τα χρόνια περνάνε και το ιστολόγιο συνεχίζει να εκπέμπει, οπότε πέρσι εγκαινιάσαμε μια νέα χρονολόγηση, τη σειρά «Πριν από 60 χρόνια». Το προηγούμενο, έκτο σκίτσο της σειράς το δημοσιεύσαμε πριν από δυο βδομάδες -είναι εδώ.

Το σκιτσο που θα δημοσιεύσουμε σήμερα έχει ηδη δημοσιευτεί στο ιστολόγιο, αλλά πολύ παλιά: στις αρχές Μαρτίου του 2009, όταν δηλαδή το ιστολόγιό μας δεν είχε κλείσει ούτε έναν μήνα ζωής, και γι’ αυτό ελπίζω βάσιμα ότι δεν θα το ξέρουν οι περισσότεροι από τους σημερινούς αναγνώστες. Βλέπω μάλιστα ότι είχαμε τότε μόνο 14 σχόλια με πρώτο το σχόλιο του αξέχαστου Αλλού Φαν Μαρξ που δεν βρίσκεται πια στον μάταιο τούτο κόσμο. Οπότε νομίζω ότι η αναδημοσίευση δικαιολογείται -ίσως μαλιστα και το θέμα να έχει μιαν υπόγεια επικαιρότητα.

Πρόκειται φυσικά για μια υπόθεση του αστυνομικού δελτίου που είχε κάνει αίσθηση τότε.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1961, δυο μαθήτριες του Δημοτικού επιστρέφουν από το σχολείο στο σπίτι τους, στου Ζωγράφου. Ένα πολυτελές αυτοκίνητο σταματάει δίπλα τους και ο οδηγός, ένας όμορφος νεαρός γύρω στα τριάντα, ρωτάει τα κορίτσια πού είναι η οδός Ανακρέοντος. Όταν του απαντούν, παρακαλεί τη μία τους να ανεβεί στο αυτοκίνητο και να τον οδηγήσει εκεί για να μη χάσει το δρόμο. Ανυποψίαστο, το οχτάχρονο κοριτσάκι κάθεται στη θέση του συνοδηγού αλλά ο οδηγός αναπτύσσει ταχύτητα και βγαίνει στη Μεσογείων. Η μικρή καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά και βάζει τις φωνές, τότε εκείνος τη φιμώνει με το ένα χέρι ενώ πατάει γκάζι. Περνάει τον Χολαργό, την Αγία Παρασκευή και τον Σταυρό. Λίγο πριν φτάσει στο Λιόπεσι, στρίβει σε χωματόδρομο, βιάζει το κοριτσάκι και ύστερα εξαφανίζεται.

Διαβάτες βρίσκουν το κοριτσάκι και το οδηγούν στη Χωροφυλακή και από εκεί στους γονείς της. Όπως λέει το ρεπορτάζ της εποχής, «αι αστυνομικαί αρχαί υπέθεσαν κατ’ αρχήν ότι η μικρά υπερέβαλε τα γεγονότα και ότι δια να δικαιολογήση περίπατον επ’ αυτοκινήτου μετ’ αγνώστου και ίσως μερικά αηδή φιλήματα παρ’ αυτού, έπλασε τον μύθον περί της βδελυράς επιθέσεως … Εις τούτο συνέτεινε βεβαίως και η αφέλεια της διηγήσεως της παιδίσκης περί των συμβάντων. … Η μικρά, όμως, την μεσημβρίαν χθες απεστάλη εις την ιατροδικαστικήν υπηρεσίαν και εξητάσθη από τον ιατροδικαστήν κ. Αγιουτάντην, ο οποίος διεπίστωσεν ότι ο άγνωστος κτηνάνθρωπος είχε καταστρέψει την μικράν κατά σαδιστικόν τρόπον δια να κορέση το βδελυρόν πάθος του».

Αυτό το περιστατικό, οπωσδήποτε συγκλονιστικό για την τότε Αθήνα, δίνει στον Μποστ την έμπνευση για ένα σατιρικό σκίτσο που σήμερα θα μπορούσε να θεωρηθεί πολιτικά απρεπές:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Επαναλήψεις, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , | 133 Σχόλια »

Χρόνια πολλά στους Γιάννηδες και πάλι!

Posted by sarant στο 7 Ιανουαρίου, 2021

Μια και γιορτάζει η μισή Ελλάδα, κι επειδή ετοιμάζω ταξίδι, αναδημοσιεύω επικαιροποιημένο ένα παλιότερο άρθρο του ιστολογίου.

Σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, η μέρα που κλείνει το γιορταστικό δωδεκάμερο, γιορταστική για τους Γιάννηδες και τις Ιωάννες αλλά ελαφρώς αποτρόπαιη για τον μαθητόκοσμο στα χρόνια μου, αφού ήταν η μέρα που ανοίγαν τα σχολεία -αν και εδώ και κάμποσα χρόνια τα σχολεία άνοιγαν στις 8 του μήνα, ενώ φέτος ο κορονιός επέβαλε να ανοίξουν στις 11 -και όχι όλα.

Να το πούμε πιο σωστά, και σήμερα είναι τ’ Αγιαννιού, διότι ο Άι Γιάννης ο Πρόδρομος ή Βαπτιστής, αυτόν γιορτάζουμε σήμερα, έχει πεντέξι μέρες δικές του στο εορτολόγιο -αν έχεις βαφτίσει τον γιο του Θεού, έχεις φαντάζομαι και κάποια προνόμια. Έτσι, η εκκλησία γιορτάζει επίσης τον ‘Αι Γιάννη τον Πρόδρομο και στις 24 Φεβρουαρίου, 25 Μαΐου, 24 Ιουνίου, 29 Αυγούστου και 23 Σεπτεμβρίου, αν και το eortologio.gr προφανώς αντιπαθεί τις πολλαπλές γιορτές κι έτσι αναφέρει μόνο τις 7 Ιανουαρίου. Πέρα από τον Βαπτιστή όμως έχουμε κι άλλους Ιωάννηδες που άγιασαν και που έχουν κι αυτοί τη γιορτή τους, ας πούμε ο Άι Γιάννης ο Ρώσος, που γιορτάζει στις 27 Μαΐου ή ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος (ο ευαγγελιστής Ιωάννης), που γιορτάζει στις 8 Μαΐου και στις 26 Σεπτεμβρίου, ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος στις 13 Νοεμβρίου, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στις 4 Δεκεμβρίου, και σίγουρα θα υπάρχουν κι άλλοι.

Σχετικά μ’ αυτή την πολυεορτία των Γιάννηδων υπάρχει και μια αστεία ιστορία που έλεγε ο παππούς μου, για έναν νεοφώτιστο χριστιανό που βαφτίστηκε Ιωάννης και ύστερα οι φίλοι του απαιτούσαν να τους κάνει το τραπέζι κάθε φορά που γιόρταζε και κάποιος άγιος Ιωάννης, δηλαδή κάθε τρεις και λίγο. Σε σχέση με αυτό, πάντως, να πω ότι δεν έχω γνωρίσει κάποιον Γιάννη που να γιορτάζει άλλη μέρα και όχι στις 7 Ιανουαρίου -αν εσείς ξέρετε, πείτε το στα σχόλια.

Πριν όμως προχωρήσουμε, να πούμε ότι σήμερα, εκτός από τον Γιάννη και την Ιωάννα, γιορτάζει και ο Πρόδρομος και το όνομα αυτό, αν και πολύ λιγότερο διαδεδομένο, έχει αξιόλογη ιστορία αφού μας φτάνει μέχρι στον Μποδοσάκη, όπως έχουμε δει σε παλιότερο άρθρο.

Ο Γιάννης δεν είναι το κοινότερο ελληνικό όνομα, αλλά, όπως θα δούμε παρακάτω, έχει με πολύ μεγάλη διαφορά τη μεγαλύτερη παρουσία στην παροιμιολογία μας. Σύμφωνα με έρευνα για τη συχνότητα των ελληνικών ονομάτων, από τα αντρικά ελληνικα ονόματα, ο Γιώργος είναι με διαφορά το κοινότερο, ενώ ο Γιάννης έρχεται αρκετά πιο πίσω, στην τέταρτη θέση, αν και πολύ κοντά στον Κώστα και τον Δημήτρη, θα λέγαμε μέσα στα όρια του στατιστικού λάθους (οπότε είναι ίσως ασφαλέστερο να πούμε πως δεν είναι σαφές ποιο από τα τρία ονόματα, Γιάννης, Κώστας ή Δημήτρης, έχει τη δεύτερη θέση).

Κι όμως, για τον Γιώργο οι παροιμίες είναι σχετικά λιγοστές, το ίδιο και για τον Κώστα ή τον Δημήτρη, ενώ για τον Γιάννη ξεπερνούν τις πενήντα, και μάλιστα πολλές είναι πασίγνωστες.

Αυτή η απόκλιση δύσκολα εξηγείται. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι η πολυεορτία (τη λέξη αυτή προ ολίγου την έφτιαξα, δεν ξέρω αν υπάρχει) των Γιάννηδων παίζει κάποιο ρόλο, ιδίως αν σκεφτούμε ότι ο Γιώργος έχει μία γιορτή, κι αυτήν κινητή, αφού συχνά την επισκιάζει το Πάσχα και την αναγκάζει να μετακινηθεί. Δεν αποκλείεται όμως παλαιότερα, τότε που διαμορφώθηκαν οι παροιμίες αυτές, δηλαδή πριν από 4-5 αιώνες, το όνομα Γιάννης να ήταν πολύ συχνότερο από σήμερα, και αυτό να εξηγεί τις πολλές παροιμίες.

Αυτό είναι σκέτη εικασία μου· το βέβαιο είναι πως ο Γιάννης (και αντίστοιχα για τις γυναίκες η Μαρία) είναι το αρχετυπικό αντρικό όνομα. Και ίσως επειδή οι Γιάννηδες, σαν πλειοψηφούντες, έγιναν στόχος των άλλων που δεν λέγονταν Γιάννηδες, γιαννάκης λέγεται ο αγαθούλης, ο άπειρος, τόσο στην πολιτική ζωή όσο και στο στρατό όπου οι νεοσύλλεκτοι λέγονται γιαννάκια, στραβόγιαννοι, γιάννηδες. Να σημειώσουμε επίσης ότι στην παλιότερη αργκό γιάννηδες λέγονταν οι λωποδύτες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Λαογραφία, Ονόματα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , | 140 Σχόλια »

Κουραμπιέδες ή μελομακάρονα λοιπόν;

Posted by sarant στο 24 Δεκεμβρίου, 2020

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, επαναλαμβάνω ένα εορταστικό άρθρο που το δημοσιεύω στο ιστολόγιο σε τακτά χρονικά διαστήματα τέτοιες μέρες (τελευταία χρονιά το 2017). Ομολογώ πως επειδη φέτος η χρονιά είναι ιδιαίτερη, σκέφτηκα να καινοτομήσω στον τίτλο και να γράψω «κορονοκουραμπιέδες ή κορονομελομακάρονα;» αλλά δεν μου άρεσε να βλέπω το στίγμα της κορόνας δυο φορές, οπότε το διόρθωσα -κι ας χάνει η ΥΤΧ μας (υπερτρισχιλιετής, να ξέρετε) δυο λέξεις έτσι.

Επίσης, να θυμίσω ότι συνεχίζεται η ψηφοφορία για τη Λέξη της Χρονιάς. Αν δεν έχετε ψηφίσει, γιατί δεν το κάνετε τώρα και μετά να διαβάσετε απερίσπαστοι το άρθρο; Ψηφίζετε στην ειδική μας σελίδα.

Ένα από τα μεγάλα διλήμματα της ζωής, πλάι στο Αθήνα ή Θεσσαλονίκη,  Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Βουγιουκλάκη ή Καρέζη, Μπητλς ή Ρόλινγκ Στόουνς, Πελέ ή Μαραντόνα, Βίσση ή Βανδή (έβαλα κι ένα νεότερο, αλλά κι αυτό έχει πια παλιώσει) είναι και το “κουραμπιέδες ή μελομακάρονα;”

Μάλιστα, ενώ κάποια από τα διλήμματα αυτά έχουν πια ξεθωριάσει και έχουν πάψει να αφορούν τις νεότερες γενιές, οι κουραμπιέδες και τα μελομακάρονα διατηρούν αμείωτη την οξύτητα του διλήμματος. Ομολογώ ότι η δική μου προτίμηση πηγαίνει πιο πολύ στα μελομακάρονα, ή φοινίκια που τα έλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά μου η Αιγενήτισσα -από την άλλη, σε αντίθεση με άλλα διλήμματα εδώ γίνονται δεκτές και συναινετικές λύσεις, το συναμφότερον, και τα δυο τα τρώμε εξίσου.

Σαν χριστουγεννιάτικο έθιμο, ο κουραμπιές και το μελομακάρονο είναι πολλά χρόνια μαζί μας -περισσότερα από το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Για να κάνω μια παρένθεση, καθώς σκάλιζα κάτι παλιές εφημερίδες βρήκα πρόσφατα, στο χριστουγεννιάτικο φύλλο μιας εφημερίδας του 1950 ένα άρθρο για το «ξένο έθιμο που απειλεί την Πάρνηθα», που «μεταφυτεύτηκε δυστυχώς και στην Ελλάδα και κυρίως στην Αθήνα» στις αρχές του αιώνα (του εικοστού) από τα μέλη των ξένων παροικιών που ζούσαν στην πρωτεύουσα.

Οι κουραμπιέδες μνημονεύονται πολύ συχνά σε χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις στα τέλη του 19ου αιώνα, τα μελομακάρονα κάπως σπανιότερα, αλλά η πρώτη ανεύρεση που βρήκα έχει αναφορά και στα δύο. Γράφοντας το 1885 για την Αθήνα, ο Καμπούρογλου αναφέρει: Η βασιλόπιττα, μετά των υπασπιστών της μελομακαρούνων και κουραμπιέδων… Να προσεχτεί ότι χρησιμοποιείται ο τύπος μελομακάρουνο, που ήταν ο επικρατέστερος ίσως και μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, αλλά σήμερα έχει υποχωρήσει (όποιος τον χρησιμοποιεί και σήμερα, ας το δηλώσει).

Στο διήγημα του Εμμ. Ροΐδη “Ιστορία μιας γάτας”, ο συγγραφέας αναπολεί την παιδική του ηλικία και λέει ότι Όταν μ’ εκούραζεν η ανάγνωσις ή μάλλον η έντασις της συγκινήσεως, συνεπαίζαμεν με την Σεμίραν ή εμοιράζαμεν αδελφικώς κουραμπιέν, τσουρέκι, χριστόψωμον ή άλλο φιλοδώρημα της καλής μου κηδεμόνος. Αναφορά σε κουραμπιέδες υπάρχει και στο διήγημα του Παπαδιαμάντη «Η τύχη απ’ την Αμέρικα» (οι πεθεράδες που θα μας κουβαλούν ζαχαροχαμαλιά και κουραμπιέδες…)

Ένα χρονογράφημα που βρήκα παρουσιάζει έναν ηλικιωμένο που θρηνεί την κατάργηση του κουραμπιέ, δήθεν επειδή λερώνει, αλλά στην πραγματικότητα επειδή οι (τότε) νεότερες γενιές δεν μπορούν να τον φτιάξουν. Και δεν μπορούν διότι “Το βούτυρο της εποχής σας είναι νοθευμένο όπως η πολιτική σας, οι έρωτές σας, οι ιδέες σας, η ζωή σας. Η ζάχαρή σας είναι αστεία. Και η γυναίκα σας, η γυναίκα της εποχής σας … δεν είναι μέσα στην κουζίνα της. Είναι στο πιάνο και στην οδόν Ερμού”. Επίτηδες εκσυγχρόνισα την απλή καθαρεύουσα του κειμένου, γιατί, αν εξαιρέσουμε την αναφορά στο πιάνο, τέτοιες γεροντογκρίνιες θα μπορούσαμε να τις ακούσουμε και σήμερα, ή, έστω, στη δεκαετία του 1950, αλλά το χρονογράφημα που σας λέω είναι δημοσιευμένο το 1904 στο Σκριπ (το υπογράφει ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου) και ο γέρος που παρουσιάζει θυμάται τους κουραμπιέδες της νεότητάς του, επί Όθωνα, και ανακηρύσσει τον κουραμπιέ σε σύμβολο “σπιτισμού, ελληνισμού, χριστιανισμού”. Πάντως, παρ’ όλα όσα λέει ο νοσταλγός του Όθωνα, οι κουραμπιέδες άντεξαν στο χρόνο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Στρατός, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , | 251 Σχόλια »

Απεργία, λοιπόν!

Posted by sarant στο 26 Νοεμβρίου, 2020

Σήμερα έχει πανελλαδική απεργία, που έχει κηρυχθεί από δεκάδες εργατικά κέντρα και ομοσπονδίες, σε διαμαρτυρία για το εργατικό (ή αντεργατικό) νομοσχέδιο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Τέτοιες απεργίες δεν είναι σπάνιες, αλλά η σημερινή έχει κάτι το ξεχωριστό -είναι όχι η πρώτη αλλά η μεγαλύτερη ως σήμερα απεργία της περιόδου της πανδημίας -απεργία με μάσκα, σαν να λέμε.

Βέβαια, απεργούν εργάτες, απεργούν υπάλληλοι, κάνουν στάσεις εργασίας οι υγειονομικοί, δεν κινείται ο ηλεκτρικός και το μετρό, απεργούν καθηγητές και δάσκαλοι -τα ιστολόγια όμως; Απεργούν τα ιστολόγια; Κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αδιανόητο, ας πούμε σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ίσως για κάποιο πρόβλημα της μπλογκόσφαιρας, όπως είχε κάνει παλιά η ιταλική Βικιπαίδεια για να διαμαρτυρηθεί για ένα σχεδιαζόμενο μέτρο -που τελικά αποσύρθηκε. Αλλά συμμετοχή στην απεργία του «πραγματικού κόσμου»; Και με ποιο τάχα αίτημα –και σαν πίεση προς ποιον;

Επειδή δεν είναι προφανείς οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα, το ιστολόγιο συνηθίζει, σε τέτοιες μέρες, να μην απεργεί αλλά να δημοσιεύει «απεργιακό άρθρο». Έτσι, και σήμερα, αντί να απεργήσω, θα λεξιλογήσω… για την απεργία, δηλαδή θα επιχειρήσω να σκιαγραφήσω την ιστορία της λέξης και του πράγματος. Οι ταχτικοί αναγνώστες μπορεί να αναγνωρίσουν κάποιες από τις παραπάνω φράσεις: το άρθρο που θα διαβάσετε δεν είναι καινούργιο αλλά είναι επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που ήδη έχω δημοσιεύσει κι άλλες φορές στο παρελθόν, πάλι σε μέρα γενικής απεργίας.

Η απεργία θέλει εργάτες· βέβαια, σε παλιότερες εποχές υπήρχαν πολλά περιστατικά οργανωμένης διαμαρτυρίας δούλων ή δουλοπαροίκων, που ασφαλώς θα περιλάμβαναν και άρνηση εργασίας, αλλά αμφιβάλλω αν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε «απεργίες». Βλέπω πάντως στη Βικιπαίδεια ότι στην αρχαία Αίγυπτο οι τεχνίτες που δούλευαν στην κατασκευή βασιλικών τάφων, στις δυτικές Θήβες της αρχαίας Αιγύπτου, διέκοψαν την εργασία τους στις 10 του μήνα Peret II (4 Νοεμβρίου), του έτους 1159 π.Χ., το 29ο έτος της βασιλείας του Φαραώ Ραμσή ΙΙΙ, διότι δεν τους είχε καταβληθεί για 18 ημέρες ο μισθός σε σιτηρά, και η διαμαρτυρία «πεινάμε» έχει καταγραφεί από τον γραφέα Amun-Nechet στον πάπυρο p1880 του αιγυπτιακού μουσείου του Τορίνου. Ωστόσο, τις απαρχές του πράγματος (των απεργιών) και των λέξεων που το περιγράφουν θα τις αναζητήσουμε στις αρχές του 19ου αιώνα.

Βέβαια, μπορεί η λέξη να υπάρχει πριν από το πράγμα, με άλλη σημασία. Πάντως, η λέξη «απεργία» δεν μαρτυρείται στα αρχαία ελληνικά –υπάρχει όμως, στον Ησύχιο, τον λεξικογράφο του 6ου αιώνα μ.Χ., η λέξη «απεργός», με τη σημασία «αργός». Όσο για τις σημερινές σημασίες, η λέξη «απεργία» σύμφωνα με το ετυμολογικό λεξικό Μπαμπινιώτη καταγράφεται το 1889, ενώ το ρήμα «απεργώ» από το 1886. Όπως θα δούμε, οι πληροφορίες αυτές, αν ισχύουν και στη νεότερη έκδοση του λεξικού, που δεν την έχω πρόχειρη, είναι λαθεμένες.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικό ληξιαρχείο, Επαναλήψεις, Εργατικό κίνημα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Λεξικογραφικά, Πρόσφατη ιστορία, Σουρής | Με ετικέτα: , , , , , | 153 Σχόλια »