Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Ιστολογικά κεσάτια 2020

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2020

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, όσο κι αν φέτος τα πράγματα έχουν έρθει άνω-κάτω με την πανδημία.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρότατα ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δωδέκατος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω -και θα θυμίσω ότι τα τρία πρώτα χρόνια του ιστολογίου δεν είχαμε δεκαπενταυγουστιάτικο άρθρο.

Τα κεσάτια στον τίτλο είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 129 Σχόλια »

Σθλάβοι στα δεσμά τους και πάλι

Posted by sarant στο 3 Ιουλίου, 2020

Επειδή δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, είπα να αναδημοσιεύσω ένα παλιότερο. Πολύ παλιότερο μάλιστα, από τους πρώτους μήνες ζωής του ιστολογίου, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το θυμάστε. Από την πολύ καλή συζήτηση που είχε γίνει στην αρχική δημοσίευση μεταφέρω λίγα πράγματα, δεν βλάφτει όμως να ανατρέξετε και στα παλιά σχόλια, αν έχετε όρεξη -ο φίλος μας ο Πέπε, που το εκανε πρόπερσι είχε βρει συναρπαστική τη συζήτηση.

Σε προηγούμενο άρθρο (εδώ στην τελευταία εκδοχή του) είδαμε πώς η λέξη grec (Έλληνας) πήρε στα γαλλικά τη σημασία ‘απατεώνας, χαρτοκλέφτης’. Μας πρόσβαλε αυτό, αλλά υπάρχουν και χειρότερα. Εδώ θα δούμε για μια άλλη ομάδα λαών και πώς το ελληνικό εθνωνύμιό της πήρε τη σημασία «δούλος» και πώς γέννησε, στα μεσαιωνικά ελληνικά, τη λέξη σκλάβος, που έδωσε δάνεια σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

Στην αρχή έχουμε τους Σλάβους, που έρχονται στη Βαλκανική περί τον 5ο αιώνα· αυτοί αυτοαποκαλούνται slovĕne (όνομα που επιβιώνει στους σημερινούς Σλοβένους). Το αρχικό σλ- είναι δυσπρόφερτο στα ελληνικά και αναπτύσσεται ένα ενδιάμεσο σύμφωνο για να διευκολύνει την προφορά. (σ: φατνιακό τριβόμενο, λ: οδοντικό προσεγγιστικό, θ: οδοντικό τριβόμενο. Δηλαδή το θ είναι φθόγγος ενδιάμεσος μεταξύ του σ και του λ: προφέρεται με τη γλώσσα στον ίδιο τόπο άρθρωσης όπως το θ, αλλά με τον ίδιο τρόπο άρθρωσης όπως το σ). Kάτι ανάλογο συμβαίνει και με πολλά σλαβικά ονόματα που τα βρίσκουμε γραμμένα σε βυζαντινά κείμενα με -σθλ, π.χ. Ιερόσθλαβος, Ραδόσθλαβος, Ρασίσθλαβος, Στανίσθλαβος κτλ.

Έτσι το εθνωνύμιο περνάει στα ελληνικά της εποχής ως Σθλαβηνός, Σκλαβηνός ή Σθλάβος, Σκλάβος· η πρώτη μαρτυρία της λέξης υπάρχει σε κείμενο του 56ου αιώνα, στον Μαλάλα (Μηνὶ μαρτίῳ ἰνδικτιῶνος ζ’ ἐπανέστησαν οἱ Οὗννοι καὶ οἱ Σκλᾶβοι τῇ Θρᾴκῃ). Οι δυο μορφές, η συντομευμένη και η εκτενέστερη, συνυπάρχουν στα κείμενα. Από το βυζαντινό σκλάβος έχουμε και το λατινικό sclavus. (Δείτε όμως πιο κάτω μια επιφύλαξη).

Οι Σλάβοι είχαν ασθενή πολιτική οργάνωση, βασισμένη χαλαρά στις οικογένειες και στα γένη· ήταν αγροτικός και ποιμενικός λαός, και έτσι αποτελούσαν εύκολη λεία για συγκροτημένους εισβολείς που με το γυμνασμένο ιππικό τους έκαναν επιδρομές και αιχμαλώτιζαν πολλούς Σλάβους που στη συνέχεια τους πουλούσαν σκλάβους. Κάποια στιγμή, γύρω στον ένατο αιώνα, το εθνωνύμιο Σκλάβος / Sclavus άρχισε να σημαίνει όχι πια «Σλάβος» αλλά «Σλάβος δούλος» και στη συνέχεια απλώς «δούλος» όχι απαραίτητα Σλάβος πλέον. Δεν έχει εξακριβωθεί σε ποια εποχή και γλώσσα πρωτοέγινε αυτή η μετάβαση· οι εντελώς αναμφίσημες εμφανίσεις μη Σλάβων σκλάβων π.χ. sclava grecha ή σαρακηνός σκλάβος είναι μεταγενέστερες. Πάντως όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι έγινε στις παρυφές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, στη Βαλκανική χερσόνησο, εκεί που συναντιούνταν Βυζαντινοί, Άραβες και Γερμανοί.

Πράγματι, το λατινικό sclavus με την αναντίλεκτη σημασία «σκλάβος» εμφανίζεται σχετικά αργά στην Ιταλία (τέλος 11ου αιώνα) ή τη Γαλλία αλλά αρκετά νωρίτερα στη Γερμανία, από τον 10ο αιώνα. Στην αραβική Ισπανία οι Σλάβοι σκλάβοι καταφθάνουν από τον 10ο επίσης αιώνα ως λεία Σαρακηνών πειρατών ή πραμάτεια Εβραίων δουλεμπόρων. Αρχικά σακλάμπ (που είναι δάνειο από το σκλάβος, θυμηθείτε ότι οι άραβες δεν προφέρουν το σίγμα στην αρχή της λέξης μαζί με άλλο σύμφωνο) είναι το εθνωνύμιο που σημαίνει Σλάβος, στη συνέχεια σακαλίμπα είναι η λέξη που δηλώνει τους Σλάβους σκλάβους, και στη συνέχεια εφαρμόζεται σε οποιουσδήποτε ανοιχτόχρωμους σκλάβους, ανεξαρτήτως καταγωγής. Στην Κόρδοβα περί το 950 οι σακαλίμπα φτάνουν τις 13.000, και πολλοί απ’ αυτούς είναι ευνούχοι και εποπτεύουν τα χαρέμια, οπότε η λέξη φτάνει να σημαίνει και «ευνούχος», σημασία που επιβιώνει στο σημερινό ισπανικό ciclan «μόνορχις».

Η συνύπαρξη των σημασιών σθλάβος/σκλάβος = Σλάβος και σθλάβος/σκλάβος = σκλάβος βασανίζει τους μελετητές όχι λίγο. Λογουχάρη, όταν λέει ο Πορφυρογέννητος για την Πελοπόννησο «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος», εννοεί άραγε «εκσλαβίστηκε» ή «σκλαβώθηκε»; Πιθανότερο το πρώτο, αλλά δεν μας πολυσυμφέρει.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , | 282 Σχόλια »

Το φρούτο της εποχής, ξανά

Posted by sarant στο 2 Ιουνίου, 2020

Θ’ αναρωτηθείτε, ποιο είναι το φρούτο της εποχής, μια και ο Μαϊούνης φέρνει πολλά οπωρικά. Ή μάλλον δεν θ’ αναρωτηθείτε, επειδή βάζω τη φωτογραφία -για τις φράουλες θα μιλήσουμε σήμερα. Οι ταχτικοί θαμώνες του ιστολογίου ξέρουν άλλωστε πως το ιστολόγιο αγαπάει τα φρούτα και τη φρουτολεξιλογία. Τα σχετικά άρθρα, που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, τα επαναλαμβάνω στο ιστολόγιο κάθε 4-5 χρόνια, ανάρια για να έχουν νοστιμάδα, οπότε σήμερα βάζω το άρθρο για τις φράουλες, που η τελευταία του δημοσίευση είχε γίνει τέτοιες μέρες πριν από πέντε χρόνια.

Η φράουλα είναι από τα δημοφιλέστερα φρούτα, και όχι μόνο για νωπή κατανάλωση αλλά και ως γεύση σε παγωτά, μαρμελάδες, τσίχλες, ζελέ και συστατικό σε αρώματα, καλλυντικά και διάφορα άλλα προϊόντα, κι όμως… δεν είναι φρούτο!  Όντως, από φυτολογική άποψη, η φράουλα είναι ψευδοφρούτο: τα πραγματικά φρούτα είναι τα πολλά μικροσκοπικά «σποράκια» που βλέπουμε στην επιφάνεια της σάρκας της φράουλας, ενώ το σαρκώδες μέρος δεν είναι παρά το περίβλημα του καρπού. Μπορεί αυτό να το υποστηρίζουν οι βοτανολόγοι, ωστόσο εμείς που τις απολαμβάνουμε τις θεωρούμε φρούτα και με το παραπάνω – και μάλιστα, αν ρωτήσετε τα παιδιά, πάω στοίχημα πως η φράουλα θα πάρει μια θέση ανάμεσα στις πρώτες, με το κόκκινο χρώμα της, τη λάμψη της, το άρωμά της. Ίσως και την πρώτη, κι ας λένε οι βοτανολόγοι.

Αν εξαιρέσουμε τα εξωτικά φρούτα, οι φράουλες ήρθαν τελευταίες στα μέρη μας: στη Γεωργική και οικιακή οικονομία του, γραμμένη το 1835, ο πρωτοπόρος Γρηγόριος Παλαιολόγος σημειώνει μεν ότι η φράγουλα, που την ονομάζει επίσης χαμαίβατο, καλλιεργείται σε πολλούς κήπους των Αθηνών και πετυχαίνει σχεδόν παντού, αλλά την παρουσιάζει ανάμεσα στα σχετικώς άγνωστα φρούτα (χαρακτηριστικό είναι ότι αμέσως μετά περιγράφει το ανανάσιον, δηλαδή τον ανανά).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Κινηματογράφος, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 113 Σχόλια »

Όπου Γιώργος και μάλαμα

Posted by sarant στο 23 Απριλίου, 2020

Σήμερα γιορτάζει η μισή Ελλάδα, που λέει ο λόγος ή, τέλος πάντων, γιορτάζουν οι Γιώργηδες και οι Γεωργίες. Η γιορτή τους είναι ημικινητή, αφού συχνά πέφτει πριν από το Πάσχα, κι έτσι μετατίθεται, φέτος όμως τυχαίνει να γιορτάζεται στη μέρα της.

Μαύρη γιορτή, θα πείτε, εν μέσω πανδημίας -πώς να δεχτείς φίλους στο σπίτι τον καιρό του εγκλεισμού και της κοινωνικής αποστασιοποίησης; Ναι, δεν είναι το ίδιο, αλλά το ιστολόγιο θα προσπαθήσει να δώσει ένα ελάχιστο εορταστικό χρώμα στη μέρα, αφιερώνοντας το σημερινό άρθρο σε όσους και όσες γιορτάζουν. Βέβαια, το άρθρο δεν είναι καινούργιο, αλλά έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη του δημοσίευση, οπότε υπάρχει ελπίδα να μην το έχετε διαβάσει ή να μην το καλοθυμάστε. Επιπλέον, προσθέτω και αλλάζω κάποια πράγματα.

Ο Γιώργος είναι το συχνότερο ελληνικό αντρικό όνομα, με σαφή διαφορά από τα επόμενα (Δημήτρης, Κώστας και Γιάννης, πολύ κοντά το ένα στο άλλο) ενώ η Γεωργία βρίσκεται στην 5η θέση των γυναικείων. Το όνομα Γεώργιος, όπως είναι στην επίσημη μορφή του, ετυμολογείται από τον γεωργό, πιθανώς από τον Δία Γεωργό, αφού ο «Ζευς Γεωργός» λατρευόταν στην αρχαία Αθήνα. Όπως μας είχε πληροφορήσει στα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης ο φίλος μας ο Π2, το όνομα Γεώργιος δεν εμφανίζεται στην κλασική αρχαιότητα ούτε στις επιγραφές. Από τα κείμενα που έψαξα, νομίζω ότι πρώτη φορά βρίσκουμε το όνομα Γεώργιος στον Αίλιο Ηρωδιανό, τον 2ο αιώνα μΧ, όπου αναφέρει τα ονόματα Γεώργιος, Δημήτριος, Αμμώνιος σαν παραδείγματα της γραφής σε -ιος. Περίπου τότε εμφανίζεται και στις επιγραφές.

Πάντως, τη μεγάλη του διάδοση το όνομα τη γνώρισε επί χριστιανισμού, από τον άγιο Γεώργιο τον μεγαλομάρτυρα ή τροπαιοφόρο, που ήταν στρατιωτικός με μεγάλες διακρίσεις στον ρωμαϊκό στρατό, και που μαρτύρησε στον διωγμό του Διοκλητιανού το έτος 303. Ως στρατιωτικός άγιος, ο Άγιος Γεώργιος έγινε δημοφιλέστατος και τ’ όνομά του συνδέθηκε με πολλές παραδόσεις, από τις οποίες η γνωστότερη τον θέλει να φονεύει τον δράκο, άθλος που παριστάνεται σε πάρα πολλές εικόνες του (Δείτε κι εδώ μια γελοιογραφία του Μποστ, που την παρουσιάσαμε πριν από χρόνια, και η οποία εμπνέεται από αυτή την παράδοση). Ο δράκος αυτός, σύμφωνα με μια εκδοχή της παράδοσης, είχε κάνει τη φωλιά του σε μια πηγή και δεν άφηνε τους κατοίκους της πόλης να πάρουν νερό, παρά μόνο αν του έδιναν να φάει κάποιον κάτοικο της πόλης, που τον όριζαν με κληρο. Μια φορά ο κλήρος έπεσε στη βασιλοπούλα, αλλά κατά σύμπτωση έτυχε να περνάει από τα μέρη τους ο Άγιος Γεώργιος, που σκότωσε το θηρίο (αφού πρώτα του έδειξε το σήμα του σταυρού) και έσωσε τη βασιλοπούλα, και ζήσαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Εθνικά, Ονόματα, Παροιμίες, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 298 Σχόλια »

Λέξεις του Πάσχα, για μια ακόμα φορά

Posted by sarant στο 17 Απριλίου, 2020

Εμείς εδώ λεξιλογούμε, ως γνωστόν -και τη Μεγαλοβδομάδα αναμενόμενο είναι να λεξιλογήσουμε πασχαλινά, ακόμα και φέτος που η πανδημία μάς έκλεψε το Πάσχα.

Βέβαια, αφου το φετινό είναι το δωδέκατο Πάσχα του ιστολογίου μας (ζωή νάχουμε!) επόμενο είναι τα λεξιλογικά και τα φρασεολογικά της Λαμπρής να τα έχουμε συζητήσει πάνω από μία φορά -και το σημερινό άρθρο είναι πολυεπανάληψη -τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει το 2016.

Δεν πειράζει όμως. Αφού φέτος το Πάσχα όλα σχεδόν είναι αλλαγμένα, ας μείνει τούτο το άρθρο ίδιο με αλλοτινούς καιρούς (όχι εντελώς ίδιο, άλλαξα κάποια πράγματα).

Ξεκινώντας την περιήγησή μας στις πασχαλινές λέξεις, πρώτα πρώτα έχουμε το ίδιο το Πάσχα, που είναι λέξη άκλιτη, δάνειο από το αραμαϊκό pasha και αυτό από το εβραϊκό pesah (πέσαχ είναι το σημερινό εβραϊκό Πάσχα), από τον αόριστο ενός ρήματος που σημαίνει «αυτός προσπέρασε». Και το «προσπέρασε» μας πηγαίνει στην Παλαιά Διαθήκη, στην Έξοδο, όπου στη δέκατη πληγή του Φαραώ ο άγγελος Κυρίου θανάτωσε τους πρωτότοκους γιους των Αιγυπτίων· πέρασε γραμμή τα σπίτια και έσπειρε τον όλεθρο, είχε όμως προηγουμένως ειδοποιήσει τους Εβραίους να σφάξουν ένα αρνάκι και να βάψουν με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού τους για να τα προσπεράσει. Ή, όπως το λέει στην Έξοδο: και παρελεύσεται κύριος πατάξαι τους Αιγυπτίους και όψεται το αίμα επὶ της φλιάς και επ’ αμφοτέρων των σταθμών͵ και παρελεύσεται κύριος την θύραν και ουκ αφήσει τον ολεθρεύοντα εισελθείν εις τας οικίας υμών πατάξαι. Άγρια πράγματα τα παλαιοδιαθηκικά, αλλά από εκεί θαρρώ προήλθε το αρνάκι που σουβλίζουμε –βέβαια με νέα σηματοδότηση μετά τη σταύρωση του Χριστού που ήταν ο αμνός ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου.

(Για να απαντήσω και σε μια ερώτηση που έγινε σε πρόσφατο σχόλιο, επαναλαμβάνω πως το Πάσχα είναι άκλιτο -αν θελετε να το κλίνετε, να πείτε «η Πασχαλιά» ή «η Λαμπρή»).

Το Πάσχα το λέμε και Λαμπρή, μια και είναι η μεγαλύτερη γιορτή, και παρόμοια ονομασία υπάρχει στα βουλγάρικα, όπου επισήμως το Πάσχα λέγεται βελικντέν, δηλαδή «μεγάλη μέρα», ενώ στους δυτικούς σλάβους λέγεται συχνά «μεγάλη νύχτα» (π.χ. Wielkanoc στα πολωνικά και αναλόγως στα σλοβένικα ή στα τσέχικα) -στα σερβοκροάτικα λέγεται Uskrs, που υποψιάζομαι πως σημαίνει Ανάσταση. Στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες η ονομασία προήλθε από το ελληνικό, συνήθως μέσω λατινικών, κι έτσι έχουμε το γαλλικό Pâques ή το ιταλικό Pasqua, αν και στα αγγλικά έχουμε Εaster, που προέρχεται από μια παγανιστική γιορτή προς τιμήν μιας τευτονικής θεάς της άνοιξης και του φωτός, της ανατολής του ήλιου (άλλωστε east είναι η ανατολή). Κάτι ανάλογο ισχύει και στα γερμανικά (Ostern).

Το φετινό Πάσχα πέφτει σχεδόν στο μέσο της περιοχής ημερομηνιών του (οι πιθανές ημερομηνίες του ορθόδοξου Πάσχα πηγαίνουν από 4 Απριλίου έως 8 Μαΐου) και έχει μία βδομάδα διαφορά από το καθολικό, που μόλις προηγήθηκε. Του χρόνου θα έχουν διαφορά 4 εβδομάδων, 4 Απριλίου οι Καθολικοί και 2 Μαΐου εμείς. Όπως είχε σχολιάσει εδώ παλιά ο φίλος Βιοάννης: Το ορθόδοξο Πάσχα από το δυτικό διαφέρουν 1, 4, 5 εβδομάδες (το ορθόδοξο πάντα έπεται) ή συμπίπτουν. Ποτέ δεν διαφέρουν 2 ή 3 εβδομάδες. Η διαφορά των 4 εβδομάδων είναι σπάνια, μόνο στο 5,2% των περιπτώσεων για τα έτη 1583-2100. Από το 1583 έχουμε διαφορά στις ημερομηνίες εορτασμού, μια και εμφανίστηκε το Γρηγοριανό ημερολόγιο. Καθώς τα χρόνια θα περνούν και θα αποκλίνει το ορθόδοξο από την αστρονομική πραγματικότητα, θα εμφανιστούν και διαφορές 6 εβδομάδων (πρώτη φορά το 2437) και θα εξαφανιστεί η ταύτιση (τελευταία φορά το 2698), όπως και θα εμφανιστεί διαφορά 2 εβδομάδων (το 2725) όχι όμως διαφορά 3 εβδομάδων (έως το 4100, που το έχω ψάξει). Να πω ότι αυτά δεν τα έχω τσεκάρει προσωπικά, κι έτσι αν το 2437 δεν εμφανιστεί διαφορά έξι εβδομάδων μην μου κάνετε επικριτικά σχόλια, σας παρακαλώ. Αλλά αυτό θα το συζητήσουμε τότε.

Πάντως, επειδή ο τρόπος υπολογισμού του Πάσχα είναι περίπλοκος, η εκκλησία κάθε χρόνο βγάζει το πασχάλιον του σωτηρίου έτους τάδε, το οποίο αναφέρει όλες τις κινητές γιορτές –και από εκεί βγήκε και η φράση «έχασε τα πασχάλια του» που τη λέμε όταν κάποιος έχει περιέλθει σε πλήρη σύγχυση. Και επειδή το Πάσχα έχει συνδεθεί αξεχώριστα με τα κόκκινα αυγά, η παροιμιακή αυτή φράση συμφύρθηκε με την άλλη που λέει «έχασε τ’ αυγά και τα καλάθια», για όποιον έχει πάθει μεγάλη ζημιά, κι έγινε «έχασε τ’ αυγά και τα πασχάλια», που εκ πρώτης όψεως είναι «λάθος» αλλά απόλυτα εύλογο. (Περισσότερα για τις εκφράσεις αυτές εδώ, ενώ για τα κόκκινα αυγά ειδικώς έχουμε ανεβάσει το 2013 ένα κείμενο του Εμμ. Ροΐδη).

Πέρα από τα αυγά, το Πάσχα έχουμε και τον οβελία. Οβελίας αρχικά ήταν οτιδήποτε ψήνεται στη σούβλα (ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές κάνει λόγο για οβελίαν άρτον, ψωμί στη σούβλα), αλλά έχει επικρατήσει πια να τη λέμε για το αρνάκι. Η λέξη οβελός για τη σούβλα είναι αρχαία, ήδη ομηρική: οι ήρωες του Ομήρου κατ’ επανάληψη παρουσιάζονται να κόβουν κρέατα και να τα περνούν σε οβελούς. Και επειδή κάποτε θα χρησιμοποιήθηκαν μικροί οβελοί από μέταλλο ως μονάδες συναλλαγής, υπήρχε στην Αθήνα το νόμισμα οβολός που ήταν το ένα έκτο της δραχμής. Και με τον εξαίσιο συντηρητισμό της γλώσσας, δυόμιση χιλιάδες χρόνια μετά, κι ας έχει στο μεταξύ καταργηθεί η δραχμή, ακόμα μας ζητούν να συνεισφέρουμε τον οβολό μας (όταν δεν μας τον παίρνουν δηλαδή, με το έτσι θέλω και με φοροεπιδρομές). Να πούμε πάντως ότι και η Ιόνιος Πολιτεία το 1819 είχε θεσπίσει ως νόμισμα τον οβολό, με μικρότερο νόμισμα τον ημιώβολο -απ’ όπου και η παλιά φράση «δεν έχω μιώβολο», αλλά και τα όβολα, λαϊκή ονομασία για τα χρήματα.

Βέβαια, ο οβελίας είναι λέξη αναστημένη από τους λογίους. Η σούβλα, πάλι, είναι δάνειο λατινικό (από το subula, που σήμαινε χοντρή βελόνα ή το σουβλί των παπουτσήδων), λέξη που εμφανίζεται ήδη από τον 3ο αιώνα μ.Χ. στη γραμματεία σε διάφορες περιγραφές βασανιστηρίων, και που επικρατεί εκτοπίζοντας τον οβελό. Υποκοριστικό της το σουβλάκι, που ήταν στην αρχή το καλαμάκι στο οποίο περνούσαν το κρέας (και δεν θα μπω στη διαμάχη Βορρά-Νότου για το αν είναι «λάθος» να λέμε σουβλάκι το φαγητό με τυλιχτή πίτα και γύρο, αλλά θα παρατηρήσω ότι ο όρος πιτόγυρο που δεν συνηθιζόταν στην Αθήνα όταν ήμουν νέος διαδίδεται όλο και περισσότερο).

Για το αρνάκι που σουβλίζουμε, τα είπαμε· ετυμολογικά η λέξη είναι αρχαία (αρνίον, ήδη της κλασικής εποχής, υποκοριστικό του αρήν, αρνός = πρόβατο, λέξη που είχε και δίγαμμα μπροστά και που παράγωγά της βρίσκουμε και σε επιγραφές της γραμμικής Β’), όπως τόσες άλλες λέξεις της δημοτικής που η καθαρεύουσα τις περιφρονεί. Ωστόσο, δεν είναι πανελλήνιο έθιμο το σούβλισμα: σε κάποια μέρη φουρνίζουν το «κουτάλι» (ένα χεράκι αρνιού), σε άλλα ολόκληρο κατσικάκι αλλά στον φούρνο, κάποτε σκεπασμένο με ζύμη.

Τα γαστρονομικά του Πάσχα κλείνουν με τη λαμπροκουλούρα ή το τσουρέκι, που ως λέξη είναι τουρκικό δάνειο (çörek, λέξη που αρχικά σήμαινε το στρογγυλό ψωμί αλλά και άλλα στρογγυλά αντικείμενα). Παρόμοιες λέξεις (και γλυκίσματα) υπάρχουν σε όλη την ανατολική Μεσόγειο, μέχρι τα αρμένικα, όπου το λαμπρόψωμο λέγεται cheoreg και βάζουν μέσα και νόμισμα. Και πάλι, έχουμε τοπικές διαφορές: στην Κρήτη, πιθανώς και αλλού, λένε ή έλεγαν «κουλούρα» αυτό που οι Αθηνάιοι λένε «τσουρέκι», και αντίστροφα λένε «τσουρέκια» αυτά που εμείς θα λέγαμε κουλούρια.

Μπορεί ο Πόντιος Πιλάτος να ένιψε τας χείρας του (κάτι που έγινε παροιμιώδες, αν και δεν ξέρουμε κατά πόσον τας έπλυνε «πολύ σχολαστικά» όπως ο Σπύρος Παπαδόπουλος στο πασίγνωστο πλέον αντικορονικό μήνυμα) και να δήλωσε αθώος από του αίματος τούτου, ωστόσο δεν απέφυγε την ηθική καταδίκη. Από το όνομά του προέρχεται το ρήμα «πιλατεύω», που έχει τη σημασία «ταλαιπωρώ, βασανίζω». Στο μεσαιωνικό λεξικό του ο Κριαράς δίνει και το «πιλατήριο» με σημασία «μαρτύριο, βασανιστήριο» αλλά και «φυλακή». Βέβαια, στη σημερινή γλώσσα «πιλατεύομαι» σημαίνει «ασκούμαι κάνοντας πιλάτες». Βασανιστήριο είναι κι αυτό αλλά ετυμολογικώς δεν συνδέεται άμεσα με τον Πιλάτο

Μια άλλη μεγαλοβδομαδιάτικη λέξη που έχει περάσει από τα Ευαγγέλια στη γλώσσα μας είναι ο Γολγοθάς. Γολγοθάς είναι ο λόφος της Ιερουσαλήμ όπου σταυρώθηκε, σύμφωνα με τους ευαγγελιστές, ο Ιησούς. Το όνομα παραδίδεται και στα τέσσερα Ευαγγέλια, π.χ. στον Ιωάννη: Παρέλαβον οὖν τὸν Ἰησοῦν·  καὶ βαστάζων αὑτῷ τὸν σταυρὸν ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον Κρανίου Τόπον, λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. ἔγραψεν δὲ καὶ τίτλον Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον, Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

Όπως μάς λέει ο Ιωάννης, Γολγοθά στα εβραϊκά σημαίνει «Κρανίου τόπος». Πράγματι, στα αραμαϊκά Gulgulthā είναι το κρανίο. Στην αρχή το γένος του Γολγοθά επαμφοτερίζει στα ελληνικά, αλλά τελικά σταθεροποιήθηκε στο αρσενικό: ο Γολγοθάς. Κάποιοι λένε ότι η ονομασία «Κρανίου τόπος» οφείλεται στο ότι ο Γολγοθάς ήταν ο «συνήθης τόπος εκτελέσεων», άλλοι ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι απλώς επειδή είχε σχήμα κρανίου· αυτή η δεύτερη εκδοχή ακούγεται συχνότερα. Η κάποια φωνητική ομοιότητα μεταξύ Γολγοθά και Γολιάθ γέννησε τον γλωσσικό μύθο ότι ο λόφος ονομάστηκε έτσι επειδή ο Δαβίδ έθαψε εκεί το κρανίο του Γολιάθ. Μύθος είναι.

Στα ελληνικά, έχει μείνει και η έκφραση «κρανίου τόπος», που τη λέμε για ένα εξαιρετικά ξερό και αφιλόξενο μέρος, χωρίς απαραίτητα να τη συνδέουμε στο μυαλό μας με τον Γολγοθά και το μαρτύριο του Ιησού. Λέμε επίσης κρανίου τόπο ένα μέρος που έχει υποστεί ολοκληρωτική καταστροφή και ερήμωση· συχνά το χρησιμοποιούμε για περιπτώσεις πυρκαγιάς (π.χ. κρανίου τόπος το φοινικόδασος της Πρέβελης), αλλά και πιο μεταφορικά, π.χ. ότι η ελληνική διαφημιστική αγορά είναι κρανίου τόπος λόγω της κρίσης. Η βιβλική αναφορά μεταφράστηκε Calvariae Locus στα λατινικά, που έδωσε το αγγλικό calvary και το γαλλικό calvaire, που επίσης σημαίνουν όχι μόνο τον Γολγοθά καθαυτόν αλλά και μια μεγάλη ταλαιπωρία, δοκιμασία –έναν γολγοθά μεταφορικά.

Φυσικά και στα ελληνικά χρησιμοποιούμε το κύριο όνομα σαν ουσιαστικό, δηλ. τον Γολγοθά μεταφορικά, σαν μια σειρά από ταλαιπωρίες και βάσανα που περνάει κάποιος, μια μακρά πορεία πόνου και ταπεινώσεων – «Ο Γολγοθάς μιας ορφανής» ήταν μια παλιά ελληνική ταινία. Βέβαια, με τον γλωσσικό πληθωρισμό που επικρατεί σε ορισμένους δημοσιογραφικούς κύκλους, διαβάζεις ότι κάποια σταρ περνάει Γολγοθά και δεν ξέρεις αν χαροπαλεύει ή αν απλώς πήρε δυο κιλά που δεν μπορεί να τα χάσει (και όλα τα ενδιάμεσα στάδια), ωστόσο γενικά ο Γολγοθάς δείχνει μια επώδυνη και μακρόχρονη διαδικασία.

Ο Γολγοθάς κατέληξε στη σταύρωση. Περιέργως, τόσα χρόνια δεν έχω γράψει άρθρο για τον σταυρό, ίσως επειδή το θέμα είναι πολύ εκτενές και με πιάνει δέος. Κάποτε θα το αποφασίσω, πού θα πάει. Πάντως, να πούμε προς το παρόν ότι στα αρχαία ελληνικά η λέξη «σταυρός» δεν δηλώνει το σημερινό σχήμα αλλά είναι, απλώς, ένας πάσσαλος. Πολλή συζήτηση γίνεται επίσης και για το σχήμα του ξύλου που πάνω του θανατώθηκε ο Ιησούς, αν συνέβη κάτι τέτοιο, δηλαδή αν ήταν πάσσαλος, δύο ξύλα σε σχήμα Τ ή δύο ξύλα σε σχήμα +.

Πριν από μερικές μέρες ο κ. Χαρδαλιάς ειπε ότι «σηκώνουμε τον Γολγοθά μας», ένα συγγνωστό λαθάκι. Τον σταυρό σηκώνουμε και ανεβαίνουμε στον Γολγοθά, αλλά το μπέρδεμα είναι εύκολο. Το πρόβλημα είναι ότι ο Γολγοθάς στον οποίο έχουμε μπει δεν προβλέπεται να τελειώσει μόλις βγούμε από την καραντίνα. Κάποιοι λένε ότι τότε αρχίζει. Προς το παρόν όμως ας ευχηθούμε καλές γιορτές σε όλους, όσο μας επιτρέψει ο κοροναϊκός περιορισμός.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ημερολογιακά, Ιστορίες λέξεων, Λαογραφία, Πασχαλινά | Με ετικέτα: , , , | 275 Σχόλια »

Μένουμε σπίτι

Posted by sarant στο 9 Απριλίου, 2020

Επιστρέφουμε σήμερα σε πανδημικούς ρυθμούς.

Ανάμεσα στις λέξεις και τις φράσεις που γέννησε η πανδημία ξεχωριστή θέση έχει η φράση «Μένουμε σπίτι» καθώς είναι σύνθημα επίσημο, θεσμικό. Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο πληθυσμός προτρέπεται να μένει στο σπίτι, να αποφεύγει τις περιττές μετακινήσεις.

Aυτός ο περιορισμός των μετακινήσεων, lockdown που το είπαν στα αγγλικά, ξεκίνησε από την Κίνα, τον Γενάρη, και σταδιακά επεκτάθηκε σε άλλες χώρες. Πολύς κόσμος, όσος μπορεί, δουλεύει από το σπίτι, ενώ βέβαια στο σπίτι μένουν και οι μαθητές, αφού τα σχολεία είναι κλειστά. Πολλές χώρες, κι η Ελλάδα ανάμεσά τους, έχουν θεσπίσει μέτρα ελέγχου των μετακινήσεων, με πρόστιμα, κάποτε τσουχτερά, σε όσους κριθεί ότι παραβαίνουν τις διατάξεις.

Οπότε, μένουμε σπίτι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γραμματική, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Υγεία | Με ετικέτα: , , | 340 Σχόλια »

Προτάσεις για τις πασχαλινές διακοπές σας

Posted by sarant στο 3 Απριλίου, 2020

Πολύς κόσμος είχε κανονίσει κάποια εκδρομή για το Πάσχα και τώρα με την πανδημία του κορονοϊού και με την καραντίνα αναγκάστηκε να ματαιώσει τα σχέδιά του.

Θέλοντας να συμβάλω στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, αναδημοσιεύω ένα παλιό άρθρο του ιστολογίου (προηγούμενη δημοσίευση πριν από έξι χρόνια) το οποίο ξαναδουλεμένο δημοσιεύτηκε και στο βιβλίο μου «Η γλώσσα έχει κέφια» -εδώ δημοσιεύω το κείμενο από το βιβλίο, αλλά προσθέτω/επικαιροποιώ διάφορα πράγματα.

Μια λύση λοιπόν για πασχαλινές διακοπές είναι το Μπουρντάκιοϊ. Ποιο Μπουρντάκιοϊ; Η απάντηση βρίσκεται στο παλιό εκείνο άρθρο:

Διακοπές στο Μπουρντάκιοϊ

Πριν από μερικά χρόνια, συζητώντας μ’ έναν συνάδελφο, τον ρώτησα αν πήγε πουθενά τα Χριστούγεννα.

«Πήγαμε στο Μπουρντάκιοϊ», μου απάντησε.

Και μου εξήγησε πως αυτή τη φράση την έλεγε ο πατέρας του, πρόσφυγας στην καταγωγή, από τη Σινώπη, όταν ήθελε να πει, περιπαικτικά, ότι δεν πήγε ή δεν θα πάει πουθενά. Μπουρντά θα πει «εδώ» στα τούρκικα, θα το θυμάστε από το «γκελ μπουρντά» που έχει γίνει παροιμιώδες στα ελληνικά (αν και η σωστή τούρκικη φράση είναι «γκελ μπουραγιά», για να δηλωθεί κίνηση και όχι στάση, όπως το μπουρντά). Και «κιόι» (köy) είναι το χωριό, για παράδειγμα Γενίκιοϊ το Νεοχώρι ή Νιχώρι της Καλλίπολης, Κιούπκιοϊ (χωριό που φτιάχνουν κιούπια, πιθάρια) το χωριό του Καραμανλή που το είπαμε Πρώτη κτλ. Έτσι, Μπουρντάκιοϊ το «Εδωχώρι».

Το Μπουρντάκιοϊ παλιότερα το λέγαν αρκετά οι Ρωμιοί, τώρα λιγότερο. Υπάρχει και παραλλαγή, Μπουραντάκιοϊ (buradaköy), αφού το burada είναι παράλληλος τύπος του burda. Πανελλήνιο αντίστοιχο του Μπουρντάκιοϊ δεν ξέρω αν έχουμε, πάντως η γιαγιά ενός φίλου έλεγε «το Κατσεδό».

Στην Κοζάνη, από την άλλη, υπάρχει ο μαγευτικός Αρίνταγας, που είναι η φανταστική παραλία τής (απελπιστικά μεσόγειας στην πραγματικότητα) πόλης. Όταν κάποιος μας έχει εκνευρίσει με τα διάφορα μακρινά και δυσπρόσιτα χωριά που επισκέφτηκε στην τελευταία εκδρομή του, μπορούμε να τον ρωτήσουμε αν επισκέφτηκε τις Μέγλυφες ή τα Σέκλανα (Κορινθίας, μάλιστα). Ως επιτομή του μαγευτικού αιγαιοπελαγίτικου νησιού έχει μεγάλη πέραση η Ίφκινθος.

Κάτι ανάλογο με το Μπουρντάκιοϊ έχουν κι οι Γερμανοί. Μια απάντηση στην ερώτηση «πού θα κάνετε φέτος διακοπές» είναι «Auf Balkonien», που ακούγεται κάπως σαν το όνομα μιας εξωτικής χώρας, σαν να λέμε «Στην Μπαλκονία», ενώ ο φουκαράς απαντάει ότι θα μείνει στο σπίτι, στο μπαλκόνι του. Μπαλκονία έχουν και οι Ολλανδοί (Balkonia), άλλοι όμως προτιμούν την «Tuinaria» (στον κήπο τους δηλαδή, Κηπαρία). Κι αυτό θυμίζει την απάντηση που δίνουν πολλοί στην ερώτηση «πού θα πάμε;», συνήθως για βραδινή έξοδο, όπου απαντούν δίνοντας τη (γνωστή βέβαια στον συνομιλητή τους) διεύθυνσή τους, π.χ. Ελευθερίου Βενιζέλου 124…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Ανέκδοτα, Επαναλήψεις, Ευτράπελα, Λογοπαίγνια, Υγεία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , | 176 Σχόλια »

Και πάλι για τους άσπονδους φίλους

Posted by sarant στο 21 Φεβρουαρίου, 2020

Ταξίδευα χτες οπότε δεν είχα καιρό να γράψω άρθρο. Καταφεύγω στη δοκιμασμένη λύση της επανάληψης, με ένα άρθρο που είχε αρχικά δημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν απο 10 χρόνια (και μισό μήνα). Ελπίζω λοιπόν να μην το θυμάστε όλοι, αν και μερικά από τα παραδειγματα του άρθρου τα έχω επαναλάβει και σε μεταγενέστερα κείμενα ή διαλέξεις.

Να ενημερώσω ότι τη Δευτέρα 24/2 στις 8μμ θα μιλήσω στον Σύλλογο Φίλων του Μουσείου Μάνης Μιχ. Κάσση (Τζιροπούλου 15, Ν. Φάληρο) με θέμα «Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα» ενώ την Τετάρτη 26/2 στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει» (Ακαδημίας 32) θα γίνει παρουσίαση του βιβλίου μου Μύθοι και πλάνες για την ελληνική γλώσσα. Θα μιλήσουν η Μάρω Κακριδή-Φερράρι και ο Παντελής Μπουκάλας -και εγώ.

Αλλά ας δούμε τι έχουμε να πούμε για τους άσπονδους φίλους.

Είπαμε προχτές ότι «πιθανός» στην αρχαιότητα σήμαινε πειστικός, πράγμα που μου δίνει την ευκαιρία να βγάλω από τα συρτάρια μου ένα παλιό μου κείμενο και να το παρουσιάσω εδώ (με καναδυό συμπληρώσεις). Είναι ένα κείμενο που μιλάει για άσπονδους φίλους: όχι στην πραγματική ζωή ή στη μπλογκόσφαιρα, αλλά στη γλώσσα.

Πριν από κάμποσα χρόνια, ο γάλλος ηθοποιός Ζεράρ Ντεπαρντιέ, θέλοντας να δείξει πόσο άγρια παιδικά χρόνια πέρασε, είπε σε συνέντευξή του ότι σε ηλικία οκτώ ετών παραβρέθηκε σε ομαδικό βιασμό. Ίσως να τα παραφούσκωνε τα πράγματα για να κάνει εντύπωση, ίσως το επεισόδιο να ήταν πραγματικό, πάντως μάλλον θα έχει μετανιώσει για την εκμυστήρευσή του αυτή. Καθώς η συνέντευξή του μεταφράστηκε στα αγγλικά, το γαλλικό κείμενο (assister à un viol collectif) αποδόθηκε «assisted to a collective rape». Μόνο που το αγγλικό ρήμα assist, αν και ίδιας ετυμολογίας και προέλευσης με το γαλλικό assister δεν έχει εντελώς την ίδια σημασία· έτσι, η αμερικανική κοινή γνώμη διάβασε με φρίκη ότι ο οχτάχρονος Ντεπαρντιέ «βοήθησε» σε ομαδικό βιασμό, δηλαδή από απλός παρατηρητής έγινε συνεργός. Την επόμενη μέρα, το μεταφραστικό λάθος διαλευκάνθηκε, αλλά η ζημιά είχε γίνει· λέγεται μάλιστα ότι η ιστορία αυτή στοίχισε ένα Όσκαρ στον καλό ηθοποιό, μια και οι κριτές απέφυγαν να βραβεύσουν έναν ύποπτο για βιασμό, έστω και μεταφραστική αδεία.

Παρομοίως, όταν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όρισε εξεταστική επιτροπή για το ναυάγιο του πλοίου Πρεστίζ στα ανοιχτά της Γαλικίας, οι βουλευτές πήραν κατάθεση από τον Έλληνα πλοίαρχο, ο οποίος υποστήριξε κάποια άποψη, νομίζω ότι αν δεν τον ρυμουλκούσαν θα είχε αποφευχθεί το κακό. Στην έκθεσή του, ο Ολλανδός βουλευτής χρησιμοποίησε το ρήμα maakte de bedenking (ή κάπως έτσι) δηλαδή «εξέφρασε την άποψη, υποστήριξε». Το ιδιωτικό μεταφραστικό γραφείο που ανέλαβε τη μετάφραση δεν είχε πρόχειρον ολλανδομαθή μεταφραστή, και ανάθεσε τη δουλειά σε γερμανομαθή, ο οποίος, προφανώς επειδή Bedenkung στα γερμανικά σημαίνει και αμφιβολία, δυσπιστία, το μετέφρασε «εξέφρασε αμφιβολία κατά πόσον…», δηλαδή περίπου το αντίθετο, με αποτέλεσμα την άλλη μέρα κάποιος Έλληνας ευρωβουλευτής, βλέποντας τη διαφορά του ελληνικού κειμένου από το αγγλικό, να μιλήσει για συνωμοσία των μεταφραστικών υπηρεσιών.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αρχαία ελληνικά, Αρχαίοι, Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Μεταφραστικά, Ψευδόφιλες λέξεις | Με ετικέτα: , , , | 95 Σχόλια »

Η γαλοπούλα που ήρθε απ’ αλλού

Posted by sarant στο 23 Δεκεμβρίου, 2019

Συνεχίζουμε χριστουγεννιάτικα, με ένα άρθρο για το κατ’ εξοχήν χριστουγεννιάτικο έδεσμα στον καιρό μας. Το άρθρο το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2013, καλοκαιριάτικα, σημειωνοντας ότι θα ταίριαζε περισσότερο να το βάλω τα Χριστούγεννα, οπότε τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να το (ανα)δημοσιεύσω ώστε να είναι επίκαιρο. Έχω πάντως προσθέσει αρκετό καινούργιο υλικό.

Γιατί όμως λέω ότι η γαλοπούλα ήρθε «από αλλού»;

Ξέρουμε πως η γαλοπούλα ήρθε όχι γενικώς απ’ αλλού, αλλά ειδικώς από τη Βόρεια Αμερική, αλλά την αποκαλώ έτσι επειδή στις διάφορες γλώσσες έχει πάρει ονόματα που δείχνουν ότι ήρθε από κάποιο ξένο μέρος, συνήθως αλλά όχι πάντα μακρινό κι εξωτικό, ότι αυτό το πουλί δηλαδή είναι ξένο. Στο ιστολόγιο έχουμε ήδη συναντήσει ένα παρόμοιο φαινόμενο ονομασίας, με το φραγκόσυκο, που κι αυτό στις διάφορες γλώσσες ή διαλέκτους έχει ονόματα που υπονοούν πως έχει έρθει από μακριά, όπως μπορείτε να δείτε στο σχετικό άρθρο, που υπάρχει επίσης στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Λέμε γαλοπούλα, ή γάλος για τα σερνικά, ή γαλιά/γαλόπουλα, λέμε όμως και «διάνος» ή «ινδιάνος», λέμε και «κούρκος». Σπανιότερες διαλεκτικές ονομασίες είναι η βόρεια «μισίρκα» και ο κρητικός «κούβος», ενώ στη Μυτιλήνη (ίσως και τη Χιο) λένε «κάκνος» ή «κακνί». Στην Κέρκυρα τη γαλοπούλα τη λένε «γάλλικο» (ουδέτερο). Σε κάποιο παλιό Λεξικογραφικό Δελτίο της Ακαδημίας υπάρχει άρθρο (ίσως του Κοντοσόπουλου) για τις διάφορες διαλεκτικές ονομασίες του πουλιού και την εξάπλωσή του, αλλά δυστυχώς τώρα δεν το έχω πρόχειρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Λαογραφία, Μυτιλήνη, Μεταφραστικά, Ντοπιολαλιές, Συγκριτικά γλωσσικά | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 152 Σχόλια »

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής (διήγημα του Τάσου Βουρνά εις ύφος Παπαδιαμάντη)

Posted by sarant στο 22 Δεκεμβρίου, 2019

Mπαίνουμε από σήμερα σε κλίμα χριστουγεννιάτικο. Για μένα τα Χριστούγεννα είναι δεμένα με τα έργα του Παπαδιαμάντη, και πολλά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του έχω δημοσιεύσει εδώ όλα αυτά τα χρόνια. Σήμερα όμως θα βάλω (ή μάλλον: θα ξαναβάλω) ένα διήγημα όχι αυθεντικά παπαδιαμαντικό αλλά «εις ύφος Παπαδιαμάντη».

Όπως ο Καβάφης στα ποιήματα έτσι και ο Παπαδιαμαντης στα πεζά έχει ευτυχήσει να έχει δει πλήθος ομοτέχνους να γράφουν διηγήματα που μιμούνται το ύφος του, που είναι ίσως ο υπέρτατος φόρος τιμής σε συγγραφέα. Έχει μάλιστα εκδοθεί και βιβλίο με μερικές από τις  μιμήσεις αυτές. Στο ιστολόγιο έχουμε παρουσιάσει το διήγημα «Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη» του Κώστα Βάρναλη.

Το σημερινό διήγημα, που αρχικά το είχαμε δημοσιεύσει το 2010, και που το αναδημοσιεύω σήμερα επειδή το έχω τάξει σε έναν φίλο, το έγραψε το 1964 ο Τάσος Βουρνάς. Δημοσιεύτηκε στην Αυγή ανήμερα τα Χριστούγεννα, 25.12.1964 και αναδημοσιεύτηκε, πάλι στην Αυγή, τα Χριστούγεννα του 1976, απ’ όπου το είχε βρει και πληκτρολογήσει ο φίλος Στρ. Μπουλαλάκης και το είχα ανεβάσει στον ιστότοπό μου. Στο μεταξύ, βρήκα και την πρωτότυπη δημοσίευση (δεν έχουν διαφορές), απ’ όπου πήρα και τις εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο.

Η αρχική δημοσίευση, του 1964, ήταν μια ακόμα έκκληση προς την κυβέρνηση Παπανδρέου να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων -κάτι που έμελλε να γίνει μόλις το 1983. Σήμερα μπορούμε να το δούμε απλώς ως άσκηση ύφους.

Ο επαναπατρισμός της θεια-Λαμπρινής

του Τάσου Βουρνά

Βορράς χιονιστής είχεν ενσκήψει εις την μικράν κώμην της Πολωνίας, όπου είχον από τινων ετών εγκατασταθή Έλληνες πρόσφυγες εκ των ακρωρειών της Ελλάδος, φεύγοντες την λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου. Εκεί εις την φιλόξενον γην του Βορρά εύρον αποκούμπι και ανάπαυσιν κατόπιν των ταλαιπωριών τόσων ετών εις τα βουνά και εις τα ξένα. Τώρα, δόξα σοι ο Θεός, είχα απαγγιάσει, κατά το δη λεγόμενον. Και στέγην, και τροφήν, και εργασίαν, και περίθαλψιν εύρον και στοργήν από τους ξένους ανθρώπους – ας είναι καλά. Αλλά το ορεινόν και τραχύ χωρίον των, το σκαρφαλωμένον εις τας υπωρείας της Πίνδου, πού να το εύρουν εν μέσω της ατέρμονος πολωνικής πεδιάδος; Μάλιστα όταν ήλθον το πρώτον εδώ και ερρίζωσαν εις τον ξένον τόπον και έστησαν παραγώνι, είχον λάβει χώρα μερικά νόστιμα επεισόδια. Ο Ερυθρός Σταυρός της φίλης χώρας, ήτις εφιλοξένει τους τραχείς ορεσιβίους εξ Ελλάδος, έσπευσε να τους παραχωρήση ενδύματα εκ των λεγομένων ευρωπαϊκών και ανάλογα εσώρουχα. Θρήνος και οδυρμός εγένετο καθ’ όλον το χωρίον. Πώς ν’ αλλάξουν οι γέροντες τα ταμπάρα των και τα τσόχινα πανωβράκια των και αι γραίαι τα κοντογούνια των, τα από πεντηκονταετίας, ως προικιόν χορηγηθέντα υπό των μητέρων των, και ουδέποτε αλλαγέντων κατά την διάρκειαν ολοκλήρου βίου; Είδαν κι’ έπαθαν οι ξένοι άνθρωποι να τους πείσουν ν’ αλλάξουν την αρχαϊκήν των φορεσιάν και «να μπουν στα στενά», ήγουν να βάλουν τα ευρωπαϊκά και συγχρονισθούν οπωσούν με το ξένον περιβάλλον και τας συνηθείας του τόπου.

Βορράς, λοιπόν, χιονιστής είχε φυσήξει εις τα αρκτώα εκείνα μέρη, λήγοντος του έτους 1961, ότε η γραία Λαμπρινή, χήρα ωσεί εβδομηκοντούτις, έχουσα κόρην έγγαμον εις το χωρίον Σ* της Πίνδου και εγγόνια τα οποία δεν επρόφθασε να γνωρίση και να ταρναρίση ως μάμμη εις τα γόνατά της, απεφάσισε να υπάγη εις την πατρίδα. Ήκουσεν ότι διά να ταξιδεύση εχρειάζετο χαρτιά και σφραγίδας και υπογραφάς και εισιτήρια εις τον σιδηρόδρομον. Και τον μεν ναύλον ηδύνατο να πληρώση η γραία Λαμπρινή εκ της συντάξεως την οποίαν της παρείχον οι ξένοι άνθρωποι – ας είναι καλά.  Αλλά τα χαρτιά, τας σφραγίδας και τας υπογραφάς πού θα τας εύρισκαν; Οι λύκοι που εκυβέρνων «εκεί κάτω» εις την πατρίδα δεν της έδιδον την άδειαν. Και να ήτο μόνο αυτό; Το πατρογονικόν της σπίτι εις το χωρίον, εκεί όπου εγεννήθη και ανεστήθη, όπου υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα, το κατείχον ξένοι άνθρωποι. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα η γραία Λαμπρινή. Όλα τούτα της τα είχε γράψει καταλεπτώς η θυγάτηρ της, το Μαχώ, διά χειρός του πατρός Ιωάσαφ, του ιερέως του χωρίου. Είχε –λέει– ψηφισθή νόμος και την έσβησαν από το δημοτολόγιον και της εσήκωσαν την υπηκοότητα την ελληνικήν και της εδήμευσαν τον οικίσκον της και το χωράφι της και τα παρέδωσαν σε κάτι βερέμηδες, κακούς ανθρώπους, πρώην συνεργάτας των Γερμανών – φωτιά να τους κάψη! Και η γραία Λαμπρινή, μόνη κι έρημη εις τα ξένα ενοστάλγει την πατρικήν και συζυγικήν εστίαν, τον ταπεινόν οικίσκον της και το παραγώνι της, και τα εγγόνια της, φωτογραφίας των οποίων αρτίως τας είχε αποστείλει η θυγάτηρ της μέσα εις το πικραμένον της γράμμα. Τας είχε έκτοτε, ημέραν και νύκτα, εις τον κόρφον της και επεδείκνυεν εις τας άλλας ομοχωρίους της γερόντισσας και τας κατεφίλει δακρύουσα. Και από καιρού εις καιρόν παρεκάλει τους γραμματισμένους να  της διαβάσουν το φαρμακωμένον γράμμα της θυγατέρας της, ενώ κρουνοί δακρύων έβρεχον τας ρικνάς παρειάς της κάθε φοράν που ήκουε τα ίδια, τα πικρά λόγια: «Αγαπημένη μου μάνα, πρώτον ερωτώ διά την καλήν σας υγείαν. Αν ερωτάτε και δι’ ημάς καλώς υγιαίνομεν. Μάθε, μητέρα, ότι ο ένας τοίχος του σπιτιού μας εσάπισε και είναι έτοιμος να πέση. Προσέτι μίαν ημέραν επήρε φωτιά το παραγώνι κι εκόλλησε το φαγοπύρι φωτιά κι εκάηκε το νταβάνι. Ανέβη ο άντρας μου να το σβήση και έσπασαν όλα τα κεραμίδια. Κοντά σ’ αυτά με βρήκαν και άλλες καταδρομές. Η γειτόνισσά μας που σου κρατεί στανικώς το σπίτι εμάλωσε μαζί μου κι ύστερα πήγε εις την Αστυνομίαν και με κατεμήνυσε τάχα πως εγώ την είπα πείσα και δείξα, ενώ εκείνη μούπε τα χειρότερα. Τώρα πρέπει να πάω και στο δικαστήριο. Μού στείλανε τις προάλλες κλήση.

Κι άλλες δυστυχίες με σάστισαν, κατακαημένη μου μάνα. Η γίδα μας αρρώστησε και ψόφησε με τη βαρυχειμωνιά· ήταν κι εγκαστρωμένη. Έχασα και τη γίδα, έχασα και τα κατσίκια τα δυο, έχασα και το γάλα των παιδιών. Μόνο το νου μου δεν έχασα, καημένη μου μάνα…».

* * *

Το απεφάσισε, λοιπόν, η γραία Λαμπρινή. Θα έφευγε μόνη διά τον τόπον της και ας μην είχε χαρτιά και σφραγίδας από την βασιλικήν κυβέρνησιν. Ιδέαν περί συνόρων και λοιπών εμποδίων, όσα οι άνθρωποι εφεύρον διά να χωρισθούν μεταξύ των, δεν είχε. Θα τραβούσε προς νότον, αυτό το ήξευρεν. Έχουσα αριστερά της την ανατολήν και δεξιά την δύσιν, θα εβάδιζε την ημέραν και θα εκόνευε την νύκτα εις τα σπίτια των καλών Χριστιανών. Και κάποτε θα έφθανε. Και διά να γλυτώση την πεζοπορίαν, αν έβλεπε σιδηρόδρομον κατευθυνόμενον προς νότον, θα επλήρωνε τον ναύλον και θα επέβαινε, με το καλό ή με το άγριον.

Αφ’ εσπέρας έλαβε την απόφασιν να εκκινήση τα χαράματα. Χωρίς να είπη τίποτε εις τας άλλας γυναίκας τας ομοχωρίους της, απεσύρθη ενωρίς εις τον οικίσκον της, εμάζευσε τον ρουχισμόν της και μερικά κανίσκια τα οποία είχε προμηθευθή διά τα εγγονάκια της, τα έδεσεν όλα εις μπόγον, ενεδύθη και κατεκλίθη εις την κλίνην της, όπως ήτο, διά να κλέψη ένα ύπνο, πριν εκκινήση διά το μεγάλον ταξίδι.

Επί αρκετάς ώρας ελαγοκοιμήθη, έχουσα κατά νουν να ξυπνήση ολίγον προ της αυγής και να ολισθήση λάθρα έξω του χωρίου. Και ότε ηκούσθη το πρώτο λάλημα του πετεινού, η γραία Λαμπρινή ηγέρθη τάχιστα, ενίφθη κατά πρόσωπον, έκαμε τον σταυρόν της και εξεπόρτισε. Η νυξ ήτο ακόμη βαθεία και το χιόνι εφώτιζεν αμυδρώς τον δρόμον της με την ψυχράν ανταύγειάν του.

Άμα εξελθούσα εις τους ερημικούς κατ’ εκείνην την ώραν δρόμους του χωρίου, εβάδισε ταχέως προς τον σταθμόν του σιδηροδρόμου. Θα επεβιβάζετο της πρώτης αμαξοστοιχίας, η οποία θα διηθύνετο προς νότον, κατά το σχέδιόν της. Εις τούτο εστάθη τυχερή. Εμπορικός συρμός με ανοικτά βαγόνια έμφορτα μεγάλων ζώων, ήτο έτοιμος να εκκινήση. Και η θεία Λαμπρινή, ολισθήσασα κρυφίως, αφού πρώτον έρριψε τον μπόγον της εις το βαγόνι, εσκαρφάλωσεν είτα και αυτή και ετοποθετήθη αθορύβως μεταξύ οκτώ αγελάδων, αι οποίαι την υπεδέχθησαν με φιλικούς μηκυθμούς και την εθέρμαινον με την αναπνοήν των.

Το τραίνο εξεκίνησεν. Η γραία Λαμπρινή έκαμε άλλην μίαν φορά το σημείον του σταυρού και έλαβε κουράγιο. Ήδη το δυσκολότερον μέρος του ταξιδίου επραγματώνετο ευτυχώς. Ενόμιζεν ότι μετ’ ου πολύ θα έβλεπε την κορυφογραμμήν της Πίνδου, την τόσον οικείαν εις την μνήμην της, την χαμένην εις την αντάραν και το χιόνι. Και ότε εξημέρωσεν, η γραία επρόβαλε μετ’ άκρας επιφυλάξεως την κεφαλήν της από το παραπέτο του βαγονιού, προσπαθούσα να διακρίνη εις το αβέβαιον πρωϊνόν φως και ομίχλην, τα γνώριμα και αγαπημένα βουνά.

Αλλοίμονον! Η πατρίδα ήτο ακόμη αρκετά μακράν. Προ των ομμάτων της γραίας Λαμπρινής ηπλούτο ο ατελείωτος κάμπος, όσον που φθάνει το μάτι, σαβανωμένος με το χιόνι. Εταξίδευσεν ολόκληρον την ημέραν προς νότον και περί την βραδυνήν αμφιλύκην της εφάνη ότι διέκρινε μακράν τας σκιάς υψηλών βουνών. Η καρδιά της ελαχτάρησε. Να ήτο άραγε η Πίνδος, το προσφιλές βουνόν, όπου υπό την σκιάν του εγεννήθη, εμεγάλωσεν, υπανδρεύθη και εσπαργάνωσε τέκνα;

Όχι μόνον δεν ήτο η Γη της Επαγγελίας της, αλλά και περί το εσπέρας, ότε ο ήλιος έδυεν εις την παρυφήν του κάμπου, εβεβαιώθη ότι ο συρμός εστράφη προς την δύσιν. Εμάζευσεν εν βία τον μπόγον της και, όταν ο σιδηρόδρομος εστάθη δι’ ολίγα λεπτά, επήδησεν αθορύβως εις το έδαφος, αποφασισμένη να συνεχίση πεζή το ταξίδι της.

* * *

Άγνωστος τόπος το μέρος όπου ευρέθη. Εις την ακοήν της έφθαναν λόγια άγνωστα, διαφορετικά από την γλώσσαν του τόπου εις τον οποίον έζη μέχρι προ τινος. Η καρδία της εμούδιασε. Πού να υπάγη νύκτα ώραν, ξένη και άγνωστος, μόνη και έρημος γραία, αδύνατον μέρος; Όλον το θάρρος της την εγκατέλειψε και καθήσασα εις μίαν γωνίαν του σταθμού, ομού μετ’ άλλων επιβατών, ήρχισε να κλαίη με μαύρα δάκρυα. Πονετικοί άνθρωποι αυτοί οι ξένοι. Την περιεκύκλωσαν με ενδιαφέρον και την ηρώτων εις την άγνωστον γλώσσαν των διά την αφορμήν των δακρύων της. Τι να τους είπη; Πώς να συνεννοηθή; Πώς να τους ζωγραφίση τον πόνον της; Και έκλαιε με σιωπηλούς λυγμούς, ενώ γύρω της οι ξένοι άνθρωποι την παρετήρουν με ανείπωτον συμπάθειαν. Ήλθε, τέλος, και ένας άνθρωπος της εξουσίας. Με θερμόν χαμόγελον την επλησίασε, της ωμίλησε. Είδε και απόειδε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεννοηθεί. Αντήλλαξε μερικές λέξεις με τους πολίτας και λαβών ηρέμα την γραίαν εκ του βραχίονος, την ωδήγησε εις το γραφείον του σταθμού.

Εκ της ανταλλαγής των ολίγων λέξεων μετά της γραίας, ερωτωμένης εις την ξένην γλώσσαν και αποκρινομένης εις την γλώσσαν της στερεοτύπως «θέλω να πάω στο χωριό μ’», εξήχθη το συμπέρασμα από την ομήγυριν ότι επρόκειτο περί Ελληνίδος. Ο αστυνομικός ωμίλησεν εις το τηλέφωνον δι’ ολίγων και μετ’ ου πολύ κατέφθασαν ασθμαίνοντες δύο Έλληνες εκ των πολιτικών προσφύγων, των διαμενόντων εις την πολίχνην εκείνην της Τσεχοσλοβακίας. Διότι η γραία είχε διέλθει τα πολωνοτσεχικά σύνορα και ευρέθη, άνευ διαβατηρίου, εις την Τσεχίαν.

Οι δύο Έλληνες έσκυψαν έκπληκτοι πλησίον της γραίας:

–Από πού είσαι, μάνα μου;
–Από την Πίνδο…

Ακούσασα την πάτριον φωνήν έπαυσε πλέον αυτομάτως να κλαίη και ανέβλεψεν μετ’ ελπίδων προς τους νεοελθόντας.

–Και πού καθόσουν;
–Σα κει στην Πολωνία…

Έκαμαν οι άνθρωποι τον σταυρόν των, ενώ οι ξένοι συγκινηθέντες παρηκολούθουν εν μεταφράσει την συνομιλίαν.

–Και πώς ήρθες εδώ;
–Με το τραίνο, γιε μ’!
–Και πώς θα πας κάτου;
–Με το πόδι μ’! Βαστάου για ακόμ’!

Εγέλασαν γύρω οι άνθρωποι. Έλαβον την γραίαν μετά στοργής και την ωδήγησαν εις τους ελληνικούς καταυλισμούς, ενώ ταυτοχρόνως ετηλεγράφουν εις Πολωνίαν προς ησυχίαν των εκεί συμπατριωτών των.

Βεβαίως, το ταξίδι της γραίας Λαμπρινής προς το χωρίον της δεν επραγματώθη. Και στενάζουσα, αναμένει μετά των άλλων την ευλογημένην ώραν της επιστροφής της εις το πάτριον έδαφος. Αχ, δεν θάχουν, Θεέ μου, τελειωμόν οι πίκρες και τα βάσανα του κόσμου;

(Η Αυγή, 25.12.1964)

Posted in Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Παρωδίες | Με ετικέτα: , , , | 70 Σχόλια »

Ο κατάφρακτος καρπός και πάλι

Posted by sarant στο 25 Οκτωβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες, μην περιμένετε καινούργιο άρθρο. Ή δεν θα έβαζα τίποτα ή θα κατέφευγα στη δοκιμασμένη λύση, την επανάληψη κάποιου παλιότερου άρθρου. Προτίμησα να μη σπάσω το σερί της καθημερινής δημοσίευσης που κρατάει αδιάλειπτα από τον Γενάρη του 2014, οπότε αναδημοσιεύω σήμερα για δεύτερη φορά ένα άρθρο της σειράς των οπωρικών -το είχα αρχικά δημοσιεύσει το 2011 οπότε μπήκε και στο βιβλίο μου Οπωροφόρες λέξεις, και το ξανάβαλα το 2015. Ενσωματώνω μερικά από τα σχόλιά σας.

Το διάλεξα επειδη τώρα είναι η εποχή τους, εννοώ η εποχή των καρυδιών. Μάλιστα, μέχρι πριν από καμιά δεκαριά μέρες έβρισκα στο σουπερμάρκετ και τα χλωρά καρύδια, που μ’ αρέσουν πολύ, κι έχω ακόμα καναδυό διχτάκια στο ψυγείο.

Στον Πωρικολόγο, το υστεροβυζαντινό σατιρικό ποίημα όπου προσωποποιούνται τα φρούτα, οι ξηροί καρποί παρουσιάζονται σε δεύτερη μοίρα, ως σωματοφύλακες (βάραγγοι) των αρχόντων: ο Καρύδιος, ο Κάστανος και ο Λεπτοκάρυος και άλλοι.

Οι Βάραγγοι, να πούμε για την ιστορία, ήταν Ρως και σκανδιναβοί μισθοφόροι (αργότερα και αγγλοσάξονες), που συγκροτήθηκαν σε σώμα από τον Βασίλειο τον Βουλγαροκτόνο και σταδιακά αποτέλεσαν το πιο επίλεκτο τμήμα της αυτοκρατορικής φρουράς στο Βυζάντιο από τον 11ο αιώνα και μετά, πιο αξιόπιστο από τους ντόπιους οι οποίοι ήταν επιρρεπείς σε πραξικοπήματα. Δεν αποκλείεται ο ανώνυμος συγγραφέας του Πωρικολόγου να διαλέγει αυτή την παρομοίωση επειδή οι ξηροί καρποί έχουν κι αυτοί πανοπλία, το κέλυφός τους, άρα δίνουν την εντύπωση του πολεμιστή. Και ο επικεφαλής αυτής της φρουράς, που αποτελεί μια ξεχωριστή οικογένεια μέσα στον κόσμο των οπωρικών, δεν είναι άλλος από το καρύδι.

Και λεξιλογικά αν το σκεφτούμε, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα καρύδια είναι ο κατεξοχήν ξηρός καρπός, αν σκεφτούμε ότι οι αρχαίοι τους ξηρούς καρπούς τους αποκαλούσαν «κάρυα», περίπου όπως τις οπώρες τις έλεγαν «μήλα». Πάντα τα ακρόδρυα κάρυα λέγουσιν, επισημαίνει ο Αθήναιος. Τα καρύδια τα έλεγαν σκέτα κάρυα όταν δεν υπήρχε περιθώριο για σύγχυση αλλά και Περσικά κάρυα ή βασιλικά κάρυα, δηλαδή προερχόμενα από τον βασιλιά της Περσίας. Η ανάμνηση του βασιλιά μένει και στην επιστημονική ονομασία της καρυδιάς που είναι Juglans regia, δηλαδή βασιλική.

Αυτό το περίεργο λατινικό Juglans σημαίνει, όσο κι αν αυτό δεν φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού, «Διός βάλανος» (Jovis glans)· βέβαια οι Έλληνες, π.χ. ο Θεόφραστος, αποκαλούσαν Διός βάλανο τα κάστανα, αλλά δεν είναι καθόλου σπάνιο να αποκαλείται ένας καρπός με όνομα που έχει χρησιμοποιηθεί και για κάποιον άλλο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 174 Σχόλια »

Αλχημιστές και μέταλλα, και πάλι για τις λέξεις της χημείας

Posted by sarant στο 16 Σεπτεμβρίου, 2019

Ταξίδευα χτες και προχτές, οπότε δεν προλάβαινα να γραψω φρέσκο άρθρο. Στις περιπτώσεις αυτές, καταφεύγω σε επαναλήψεις, κι αυτο θα κάνω και σήμερα.

Διάλεξα λοιπόν να παρουσιάσω ένα παλιό άρθρο, αρχικά δημοσιευμένο πριν από δέκα χρόνια (παρά δυο μήνες) στο ιστολόγιο, ένα άρθρο που αρχικά είχα δημοσιεύσει στο περιοδικό Το φαινόμενο του Λουξεμβούργου, που έβγαζε επί πολλά χρόνια η εδώ ελληνική κοινότητα -ένα άρθρο στο οποίο θυμάμαι αυτά που μάθαινα σε μιαν άλλη ζωή, τότε που ήμουν χημικός μηχανικός.

Οπότε, το αναδημοσιεύω -και βάζω και στο τελος ένα σχόλιο που είχε κάνει στην αρχική δημοσίευση ο αξέχαστος πατέρας μου.

Εκτός από μάθημα στο γυμνάσιο και το λύκειο, βαρετό για μερικούς και ενδιαφέρον, ίσως και συναρπαστικό, για άλλους, η χημεία, μια επιστήμη συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή μας, έχει επίσης πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία. Στο σημερινό μας σημείωμα, βέβαια, δεν θα σας ταλαιπωρήσω με χημικούς τύπους και αντιδράσεις, που άλλωστε δεν θυμάμαι και πολλούς, για να πω τη μαύρη αλήθεια, ύστερα από τόσα χρόνια μακριά από τα θρανία, αλλά θα εξετάσω λεξιλογικά το θέμα, θα μιλήσουμε δηλαδή για τις λέξεις της χημείας.

Και επειδή αρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις, επιβάλλεται να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας από την ίδια τη λέξη «χημεία». Το κακό όμως είναι ότι η ετυμολογία της λέξης δεν είναι τόσο ξεκάθαρη όσο θα θέλαμε. Σύμφωνα με μια εκδοχή, η αρχή βρίσκεται στο τοπωνύμιο Χημία δηλαδή την Αίγυπτο (η λέξη απαντά στον Πλούταρχο), που αποτελεί εξελληνισμό της κοπτικής λέξης kem (μαύρος, επειδή η γη της Αιγύπτου είναι μαύρη και εύφορη). Ωστόσο, επικρατέστερη φαίνεται η άποψη ότι η αρχή βρίσκεται στη λ. χυμός ή χύμα (υγρό). Πράγματι, οι πρώτες ενασχολήσεις των «χυμευτών» αφορούσαν τη φαρμακευτική και τους χυμούς ή τα αφεψήματα φυτών, και στα πρωτοβυζαντινά κείμενα βρίσκουμε πράγματι τη γραφή χυμεία. Στη συνέχεια, έγιναν διάσημοι οι Αλεξανδρινοί αλχημιστές, που αναζητούσαν τον τρόπο να συνθέτουν χρυσό και άργυρο, με αποτέλεσμα να συμφυρθεί η χυμεία με την Χημία και να επικρατήσει τελικά η γραφή χημεία, με σημασία την προσπάθεια κατασκευής χρυσού. Όπως λέει και το βυζαντινό λεξικό Σούδα, Χημεία είναι «η του αργύρου και χρυσού κατασκευή, ής τα βιβλία διερευνησάμενος ο Διοκλητιανός έκαυσεν», θυμίζοντάς μας ότι ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός, γύρω στο 300 μ.Χ. κυνήγησε τους αλχημιστές της Αιγύπτου.

Διότι είναι γεγονός ότι οι αλχημιστές της Αιγύπτου, με κορυφαίο τον Ζώσιμο τον Πανοπολίτη είχαν από τον 3ο κιόλας αιώνα αναπτύξει τη χημεία, ή, όπως λέει ο ίδιος ο Ζώσιμος, «την ιεράν και θείαν τέχνην της του χρυσού και αργύρου ποιήσεως». Όταν κυριεύουν την Αίγυπτο οι Άραβες, δανείζονται τις γνώσεις των Αλεξανδρινών μαζί και τη λέξη. Τώρα, η σκυτάλη της επιστημονικής πρωτοπορίας περνάει στους Άραβες, που ονομάζουν kimiya τη φιλοσοφική λίθο αλλά και την τέχνη της αναζήτησής της. Η λέξη, μαζί με το αραβικό άρθρο, al-kimiya, περνάει στα μεσαιωνικά λατινικά, alchimia, και από εκεί στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες (alchemy, alchimie, κτλ.) απ’ όπου επέστρεψε και στα ελληνικά ως αντιδάνειο. Βέβαια, όταν με τον καιρό αναπτύχθηκε η επιστήμη της χημείας, η αλχημεία έμεινε να σημαίνει τις αναζητήσεις των αλχημιστών, ενώ στη νεότερη χρήση έχει πάρει (συνήθως στον πληθυντικό) τη σημασία του συνδυασμού ετερόκλητων στοιχείων με ανορθόδοξο τρόπο, με σκοπό την παραπλάνηση, όπως λ.χ. όταν η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί «με στατιστικές αλχημείες» να εμφανίσει μειωμένη την ανεργία.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in χημεία, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ονόματα, Φαινόμενο του Λουξεμβούργου | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 147 Σχόλια »

Ιστολογικά κεσάτια 2019

Posted by sarant στο 14 Αυγούστου, 2019

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, όσο κι αν η κρίση έχει αναγκάσει πολύ κόσμο να στερηθεί τις διακοπές του. Και φέτος η κίνηση στο ιστολόγιο έχει μειωθεί αυτές τις μέρες, λογικό είναι.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρώς ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοιες μέρες το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο ενδέκατος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω -και θα θυμίσω ότι τα τρία πρώτα χρόνια του ιστολογίου δεν είχαμε δεκαπενταυγουστιάτικο άρθρο.

Τα κεσάτια στον τίτλο είναι οι αναδουλειές, στερεότυπη εμπορική απάντηση που την ακούμε ταχτικά στην αγορά, πολύ πριν από την κρίση. Η λέξη είναι τουρκικό δάνειο (kesat), αραβοπερσικής αρχής, και φαίνεται ότι οι έμποροι από πολύ παλιά τη χρησιμοποιούσαν, αν θυμηθούμε ένα γουστόζικο ανέκδοτο με τον βασιλιά Όθωνα, όπως το καταγράφει στην Ιστορική ανθολογία του ο Γ. Βλαχογιάννης:

Τρεις πραματευτάδες Χιώτες παρουσιαστήκανε στον Όθωνα το Βασιλέα.
     Αφού είπανε το ’να και τ’ άλλο, […] ο Βασιλέας, που μόνη γλώσσα του είχε να μιλεί τις ελληνικούρες που είχε πρωτομάθει από τον Φίλιππο Ιωάννου […], γυρίζει στον έναν από τους τρεις Χιώτες μ’ εκείνο το συνηθισμένο σοβαρό του και ρωτάει:
     ― Πώς προχωρεί το εμπόριον;
     ― Κεσάτια, Μεγαλειότατε! λέει ο Χιώτης.
     Ο Όθωνας απορεί· πρώτη φορά ακούει αυτή τη λέξη. Κοιτάζει αυτόν που μίλησε στα μάτια και ξαναρωτάει:
     ― Τι σημαίνει η λέξις κεσάτια;
     Ο Χιώτης απορεί κι αυτός, μα ο άλλος Χιώτης, πιο έξυπνος, πετιέται κι απαντάει:
     ― Δεν έχει νταραβέρι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας, με την ίδια πάντα σοβαρότη του, γυρίζει και σ’ αυτόν:
     ― Και η λέξις νταραβέρι, τι σημαίνει;
     Μα ώσπου ν’ απαντήσει ο δεύτερος, ο τρίτος Χιώτης δεν αργεί και λέει:
     ― Αλισιβερίσι, Μεγαλειότατε!
     Ο Βασιλέας δεν έκαμε άλλο ρώτημα. Και φύγαν οι τρεις φίλοι χαρούμενοι που φωτίσανε το Βασιλέα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , , | 112 Σχόλια »

Το ελληνικό μαύρο χρυσάφι ξανά

Posted by sarant στο 13 Αυγούστου, 2019

Επειδή είχα μετακινήσεις χτες, αναδημοσιεύω σήμερα ένα παλιό άρθρο της σειράς με τα οπωρικά, ένα άρθρο μάλιστα που, περιέργως, δεν έχει αναδημοσιευτεί μετά την αρχική του δημοσίευση, το μακρινό 2011, παρά μόνο στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις». Σήμερα βάζω το αντίστοιχο κομμάτι από το βιβλίο, που είναι αρκετά διαφορετικό από την αρχική μορφή του άρθρου.

Πετρέλαιο ακόμα δεν έχουμε αξιωθεί να βρούμε σε μεγάλες ποσότητες κάτω από τη γη ή τη θάλασσά μας, και ίσως να μη βρούμε ποτέ, αλλά ελληνικός μαύρος χρυσός έχει υπάρξει στο παρελθόν, εξίσου προσοδοφόρος και πολύ πιο εύγευστος. Είναι η σταφίδα.

Η αποξήρανση των σταφυλιών για παρασκευή σταφίδας είναι γνωστή από τα αρχαία χρόνια. Ο Έρμιππος, κωμικός της κλασικής εποχής, σε ένα απόσπασμα κωμωδίας που διασώζεται από τον Αθήναιο, μας πληροφορεί ότι οι καλύτερες σταφίδες έρχονταν από τη Ρόδο. Η λέξη που χρησιμοποιεί είναι «ασταφίς», που ήταν παράλληλος τύπος με το «σταφίς» και αρχαιότερος. Φανερή είναι η σχέση με τη λέξη «σταφυλή». Υπάρχει και αρχαία παροιμία, «Ανθρώπου γέροντος ασταφίς η κεφαλή», η οποία μας θυμίζει το «σταφιδιασμένος» που λέμε εμείς σήμερα για κάποιον που έχει γεράσει και το δέρμα του είναι ζαρωμένο και  γεμάτο ρυτίδες.

Η κορινθιακή σταφίδα, δηλαδή η μαύρη, έγινε τόσο ονομαστή ώστε ταυτίστηκε σχεδόν με τη σταφίδα και γλωσσικά. Η λέξη «currant», που σημαίνει στα αγγλικά την κορινθιακή μαύρη σταφίδα, έχει την αρχή της στην Κόρινθο. Από τα γαλλικά, raisins de Corinthe, ή μάλλον raisins de Corauntz όπως ήταν στα γαλλικά της εποχής, πέρασε τον 14ο αιώνα και στα αγγλικά, όπου σιγά-σιγά το raisins παραλείφθηκε. Στα κείμενα της εποχής τη λέξη τη βρίσκει κανείς γραμμένη σε πάμπολλες παραλλαγές: corentes, corauntz, currents, currence, corans κτλ.

Μάλιστα, όταν τον 16ο αιώνα άρχισαν να καλλιεργούνται στην Αγγλία τα φραγκοστάφυλα, ο κόσμος νόμισε ότι αυτός ο καρπός είναι η νωπή μορφή της σταφίδας, και τα είπε κι αυτά currant· το λάθος επισημάνθηκε αμέσως, αλλά, όπως συχνά συμβαίνει, ρίζωσε, γι’ αυτό  σήμερα currants λέγονται και τα φραγκοστάφυλα και οι σταφίδες. Στην Αμερική, για να διαλυθεί η σύγχυση, τις σταφίδες τις λένε Zante currants, δηλαδή ζακυνθινές. Η Ζάκυνθος ήταν σημαντική πηγή για εξαγωγές σταφίδας προς τη Βρετανία. Μια λέξη σχεδόν ξεχασμένη για την κορινθιακή σταφίδα είναι το κουρεντί,  αντιδάνειο από το currant.

Όταν κέρδισε η Ελλάδα την ανεξαρτησία της, η σταφίδα ήταν το μοναδικό αξιόλογο εξαγωγικό προϊόν του νεαρού κράτους. Δεδομένου ότι έφτασε να αντιπροσωπεύει το 50%-75% της αξίας του συνόλου των ευρωπαϊκών εξαγωγών, δεν είναι υπερβολή αυτό που είχε πει ο Ξ. Ζολώτας, ότι η σταφίδα για την Ελλάδα ήταν «ό,τι και ο καφές για τη Βραζιλία». Τότε η σταφίδα χαρακτηρίστηκε «χρυσός της Κορινθίας», αν και καλλιεργήθηκε σε πολύ ευρύτερη ζώνη, σε όλη τη δυτική και βορειοδυτική Πελοπόννησο και στα Επτάνησα, όπου οι αγρότες επέκτειναν δυσανάλογα τις αμπελοφυτείες σε βάρος των ελαιώνων και των άλλων καλλιεργειών. Πολλές οικογένειες που έπαιξαν ηγετικό ρόλο στην ελληνική πολιτική σκηνή εδραιώθηκαν με άξονα τις ζώνες Κόρινθος-Πάτρα και Πύργος-Καλαμάτα και συνδέθηκαν με το εμπόριο της σταφίδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , , , , | 142 Σχόλια »