Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα

Posted by sarant στο 14 Ιανουαρίου, 2019

Με τον τίτλο αυτό κυκλοφόρησε λίγο πριν από τις γιορτές από τις εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο σε επιμέλεια της καθηγήτριας Άννας Λυδάκη, μια συλλογή κειμένων, λογοτεχνικών και επιστημονικών, γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τα ζώα. Συνολικά συμμετέχουν 80 συγγραφείς (εδώ τα περιεχόμενα).

Το βιβλίο θα παρουσιαστεί απόψε, Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2019 και ώρα 19:00
στον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός» ( Πλατεία Αγ. Γεωργίου Καρύτση 8).

Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι:
Κώστας Κατσουλάρης, Συγγραφέας
Αντώνης Καφετζόπουλος, Ηθοποιός
Ηλίας Μαγκλίνης, Δημοσιογράφος, Συγγραφέας

Αποσπάσματα του βιβλίου θα διαβάσουν
οι ηθοποιοί: Αθηνά Μαξίμου, Κάρμεν Ρουγγέρη
και οι συγγραφείς: Ζυράννα Ζατέλη, Αλέξης Πανσέληνος

Συντονίζουν οι φοιτήτριες Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου: Ηλέκτρα Κατσίκη, Εύα Φρέντζου

Την εκδήλωση θα κλείσουν με τα τραγούδια τους οι Μιχάλης και Παντελής Καλογεράκης.

Πολύ λυπάμαι που, επειδή λείπω από την Αθήνα, δεν θα μπορέσω να παρακολουθήσω την εκδήλωση. Αν ήμουν, ασφαλώς θα πήγαινα, όχι μόνο επειδή το πάνελ έχει ενδιαφέρον αλλά και επειδή στον τόμο αυτό έχω την τιμή να συμμετέχω κι εγώ, με ένα κείμενο για τα φρασεολογικά των ζώων.

Πρόκειται, με μικρές διαφορές, για ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο το 2011, και που μου φάνηκε ότι αξίζει να δημοσιευτεί. Βέβαια, κάθε αλλο παρά καλύπτει τη φρασεολογική μεταχείριση των ζώων, ήμερων και άγριων: βιβλίο θα μπορούσε να γραφτεί γι’ αυτό το θέμα και ίσως κάποτε γραφτεί. Το άρθρο που θα διαβάσετε είναι απλώς μια ακροθιγής εισαγωγή.

Αρπαχτικά και κατοικίδια

Ο άνθρωπος είναι αχάριστο πλάσμα κι αυτό αντικατοπτρίζεται στη φρασεολογία του. Τα ζώα τα ήμερα, που τα έχει του χεριού του από την αρχή του χρόνου και που τα εκμεταλλεύεται αγρίως, τα αντιμετωπίζει, τουλάχιστον στη νεοελληνική γλώσσα, με έσχατη περιφρόνηση.

Ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, ο σκύλος, έχει τη χειρότερη μεταχείριση: σκυλίσια ζωή, δουλεύει σαν σκύλος, ψόφησε σαν το σκυλί, έγινε ρεζίλι των σκυλιών, το σκυλομετάνιωσα. Σκυλί θεωρείται ο άνθρωπος ο ανάλγητος, ο σκληρός· άπιστα σκυλιά λέγαμε τους αγαρηνούς, κι εκείνοι έλεγαν τα ίδια και χειρότερα· ακόμα κι όταν πεις ότι κάποιος είναι σκυλί στη δουλειά, δηλαδή ακούραστος, με ανεξάντλητη αντοχή, στην ουσία τον θεωρείς καλό για να σε υπηρετεί μόνο. Ίδια γεύση πατερναλιστικού επαίνου αφήνει και το «πιστό σκυλί».

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Γενικά γλωσσικά, Επαναλήψεις, Παρουσίαση βιβλίου, Φρασεολογικά, ζώα | Με ετικέτα: , , | 347 Σχόλια »

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη (διήγημα του Κώστα Βάρναλη)

Posted by sarant στο 25 Δεκέμβριος, 2018

Το σημερινό διήγημα είναι επανάληψη. Το είχαμε αρχικά δημοσιεύσει το 2009, έκρινα όμως ότι αξίζει μιαν αναδημοσίευση. Σε αυτή τη νέα δημοσίευση έκανα μερικές διορθώσεις στο κείμενο (έχοντας μπροστά μου και την πρώτη δημοσίευση σε εφημερίδα, απ’ όπου και το πορτρέτο του Παπαδιαμάντη), πρόσθεσα μερικά πράγματα στην εισαγωγή και έβαλα και ένα επίμετρο.

Όταν ήμουν μικρός, την παραμονή των Χριστουγέννων ο παππούς μου άνοιγε έναν από τους τόμους του Παπαδιαμάντη, στην έκδοση του Βαλέτα τότε και διάβαζε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα. Παρά την καθαρεύουσα, κάτι πρέπει να πιάναμε ή ίσως μας άρεσε η μορφή του, πάντως το έθιμο το αγαπούσαμε.

Εδώ στο ιστολόγιο τηρούμε αυτή την παράδοση ανεβάζοντας χριστουγεννιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Το σημερινό όμως διήγημα δεν είναι του Παπαδιαμάντη αλλά «εις υφος Παπαδιαμάντη» -του Κώστα Βάρναλη. Ο Βάρναλης σαν ήταν νέος είχε γνωρίσει τον Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή -την πρώτη μάλιστα φορά, πριν συστηθούν, ο Βάρναλης είχε φωναχτά διαμαρτυρηθεί στο καφενείο για τις αλλεπαλληλες γενικές ενός άρθρου της εφημερίδας («όλο γκέων, γκέων, γκέων»), με τρόπο που είχε εξοργίσει τον Παπαδιαμάντη. Το είχε βάρος αυτό στη συνείδησή του, επειδή τον εκτιμούσε βαθύτατα.

Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα «εις ύφος Παπαδιαμάντη», αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου «Πεζός Λόγος» και το μονοτόνισα. Αγνοώ αν το «Καλοκαιρής» (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη, πάντως υπάρχει έτσι στην εφημερίδα όπου έγινε η πρώτη δημοσίευση. Διορθώνω επίσης το «ορυγάς» σε «ωρυγάς».

Tο διήγημα δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στις 23.12.1950 στην εφημερίδα Προοδευτικός Φιλελεύθερος, κεντροαριστερή εφημερίδα με την οποία συνεργαζόταν με καθημερινό χρονογράφημα ο Κώστας Βάρναλης από τον Απρίλιο του 1950 έως το καλοκαίρι του 1953 (μάλιστα, η πρώτη του συνεργασία ήταν ένα άλλο παπαδιαμαντικό, πασχαλινό, που ελπίζω να θυμηθώ να το παρουσιάσω το Πάσχα). Το περίεργο είναι ότι η δημοσίευση αυτή έχει τον υπότιτλο «Αναμνησεις του κ. Κώστα Βάρναλη» -ενώ πρόκειται σαφώς για διήγημα.

Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Βάρναλης, Διηγήματα, Επαναλήψεις, Λογοτεχνία, Παπαδιαμάντης, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , | 149 Σχόλια »

Ένα χριστουγεννιάτικο δίδυμο του Μποστ (πριν από 54 χρόνια)

Posted by sarant στο 24 Δεκέμβριος, 2018

Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, ίσως να σας έχουν χτυπήσει ήδη την πόρτα οι πρώτες παρέες παιδιών που λένε τα κάλαντα, οπότε το θέμα μας θα είναι χριστουγεννιάτικο. Επειδή τα φετινά είναι τα δέκατα (!) Χριστούγεννα που γιορτάζουμε στο ιστολόγιο, τα χριστουγεννιάτικα θέματα τα έχουμε λίγο-πολύ εξαντλήσει -κι έτσι, το σημερινό παραμονιάτικο άρθρο μας είναι επανάληψη άρθρου που δημοσιεύτηκε σαν σήμερα πριν από έξι χρόνια, το 2012. Θα σας παρουσιάσω ένα δίδυμο, δυο σκίτσα του Μποστ με χριστουγεννιάτικο θέμα.

Βέβαια, αφού πρόκειται για Μποστ, τα σκίτσα δεν είναι αμιγώς εορταστικά, αλλά έχουν σαφέστατο πολιτικό χαρακτήρα· ωστόσο, σχολιάζουν όχι ένα γεγονός που έγινε αλλά κάτι που δεν έγινε ή τέλος πάντων συνέβη μόνο στην αχαλίνωτη φαντασία του Μέντη Μποσταντζόγλου, φυσικά με αφορμή κάποιο υπαρκτό γεγονός. Αλλά καλύτερα να εξηγηθώ.

Πριν από 54 χρόνια, ενώ πλησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1964, ένα παράξενο γεγονός τάραξε την επικαιρότητα, ένα γεγονός σχετικό με την υπόθεση Λαμπράκη, δηλαδή τη δολοφονία του ανεξάρτητου αριστερού βουλευτή Γρηγόρη Λαμπράκη από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1963: ο συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Ευθύμιος Καμουτσής πιάστηκε επ’ αυτοφώρω από τον υποστράτηγο Βουτυράκη, υπαρχηγό της Χωροφυλακής, μέσα στο γραφείο του, στο Σύνταγμα Χωροφυλακής Μακρυγιάννη, σε μυστική συνάντηση με τον Μανώλη Χατζηαποστόλου, τον «Τίγρη» που τη νύχτα της δολοφονίας του Λαμπράκη είχε πηδήξει στο τρίκυκλο των φονιάδων, και τον Γ. Σωτηρχόπουλο, τον επιπλοποιό που αποκάλυψε ότι ο Γκοτζαμάνης (ο δολοφόνος) είχε προμελετήσει το έγκλημα.

Ο Καμουτσής, υποσχόμενος αμοιβή 1,5 ή 2 εκατ. δραχμές, πίεζε τους δυο μάρτυρες να αναιρέσουν στη δίκη που θα γινόταν τις καταθέσεις τους, και να υποστηρίξουν ότι τον Λαμπράκη τον σκότωσαν στελέχη της ΕΔΑ, ότι άλλα στελέχη της ΕΚ και της ΕΔΑ τους προέτρεψαν να καταθέσουν ψέματα και ότι ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου τους είχε πει ότι την υπόθεση Λαμπράκη την είχαν σχεδιάσει για να ρίξουν τον Καραμανλή! Μάλιστα, σε μια αποστροφή του, ο Καμουτσής είχε πει προς τους δυο μάρτυρες: «Όπως διώξατε τον Καραμανλή, έτσι θα πάτε στο Παρίσι να τον φέρετε πίσω!».

Θυμίζω ότι όλα αυτά γίνονταν ενώ κυβέρνηση ήταν η Ένωση Κέντρου και πρωθυπουργός ο Γεώργιος Παπανδρέου, έχοντας εκλεγεί τον Φεβρουάριο του 1964 με το εντυπωσιακό ποσοστό 53% και με φαινομενικά γρανιτένια κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ο Καμουτσής εννοούσε ότι ο Χατζηαποστόλου και ο Σωτηρχόπουλος, ως βασικοί μάρτυρες της υπόθεσης Λαμπράκη, στάθηκαν η αιτία για την ήττα του Καραμανλή και την αποχώρησή του από την πολιτική, και ήλπιζε ότι αν αναιρούσαν τις καταθέσεις τους και παρουσίαζαν το όλο θέμα ως σκευωρία θα γινόταν δυνατό να επανέλθει στην πολιτική ο ηττημένος πρώην πρωθυπουργός.

Αλλά ο Μποστ πιάστηκε από αυτή τη φρασούλα και την ερμήνευσε κυριολεκτικά, κι έτσι κατασκεύασε ολόκληρο σενάριο, με τους Χατζηαποστόλου και Σωτηρχόπουλο να ξεκινούν για το Παρίσι να φέρουν πίσω τον Καραμανλή:

To σκίτσο δείχνει τον Καραμανλή να ετοιμάζεται για αναχώρηση και να ζητάει από την Αμαλία, τη γυναίκα του, να ακυρώσει κοινωνικές του υποχρεώσεις. Η αναφορά στο «παγωτό του φούρνου» οφείλεται στο ότι ο Σωτηρχόπουλος, που δούλευε εκείνη την εποχή λουστραδόρος στην Αθήνα, στο επιπλοποιείο ενός γνωστού του Καμουτσή, κατέθεσε ότι ο Καμουτσής σε παλαιότερο ραντεβού τον είχε κεράσει παγωτό φούρνου.

Πέρα από την πετυχημένη ελληνικούρα «της θυρός», προσέξτε πάνω στη βαλίτσα δυο άφθαστα λογοπαίγνια: τα «ιπποδήματα» και, ακόμα καλύτερο, το «Φοντέν εν πλω» (αντί Φοντενεμπλώ). Σε άλλο του κείμενο, ο Μποστ είχε γράψει ότι ο Καραμανλής πήγε «στο Φοντέν εν πλω αεροπορικώς»!

Το σκίτσο αυτό δημοσιεύτηκε στην Αυγή την Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 1964. Ωστόσο, ένας υπεύθυνος γελοιογράφος όπως ο Μποστ δεν μπορούσε να αφήσει τους αναγνώστες για πολύ σε αβεβαιότητα. Στο χριστουγεννιάτικο φύλλο της εφημερίδας παρουσίασε το δίδυμο αδερφάκι του, με τον αντίθετο τίτλο: Δεν έρχεται ο Κόστας…, συνεχίζοντας την ιστορία που είχε πλάσει η φαντασία του.

Εδώ ο Μποστ παρουσιάζει τον Καραμανλή και την Αμαλία, με τις βαλίτσες έτοιμες, να αδημονούν μη βλέποντας να έρχονται οι δυο συνεταίροι. Ο Καμουτσής είχε υποσχεθεί να δωροδοκήσει τους δυο βασικούς μάρτυρες της υπόθεσης Λαμπράκη για να αναιρέσουν τις καταθέσεις τους· εκείνοι για να διερευνήσουν τις προθέσεις του είχαν ζητήσει 2 εκατομμύρια, κι αυτός τους πρόσφερε ενάμισι. Πάνω σ’ αυτή τη διαφορά παίζει ο Μποστ, που φαντάζεται ότι εξαιτίας της αιφνίδιας αύξησης που είχε αναγγελθεί εκείνες τις μέρες στην τιμή της βενζίνης (κατά 3 δρχ. το γαλόνι) οι δυο συνεταίροι ξέμειναν «στα πρόθυρα του Ρήνος»!

Οι «δυο χαρακτήρες» είναι υπαινιγμός για την περίφημη φράση «Δεν υπάρχουν χαρακτήρες» που (φέρεται ότι) είχε πει παλαιότερα ο Καραμανλής σε ένδειξη απογοήτευσης από τα ελληνικά πράγματα, ενώ «σκευωρία» είχε χαρακτηρίσει ο Καμουτσής την όλη υπόθεση. Για τα παγωτά, είπαμε στο προηγούμενο σκίτσο.

Το ζευγάρι είναι ντυμένο με μπαλωμένα ρούχα επειδή λεγόταν ότι ο Καραμανλής ζούσε φτωχική ζωή στο Παρίσι. Η Αμαλία Καραμανλή ήταν ανιψιά του Παν. Κανελλόπουλου, που διαδέχτηκε τον Καραμανλή στην ηγεσία της ΕΡΕ, γι’ αυτό και συχνά οι γελοιογράφοι της εποχής αποκαλούσαν τον Κανελλόπουλο «θείο» του Καραμανλή -το έχουμε σίγουρα δει και στο ιστολόγιο σε κάποια γελοιογραφία της εποχής. Το ζευγάρι πήρε διαζύγιο το 1972 και η Αμαλία, που ασχολήθηκε με το γράψιμο, κυρίως παιδικών βιβλίων, σήμερα είναι γνωστή ως Αμαλία Μεγαπάνου, μετά τον δεύτερο γάμο της.

Το ιστολόγιο σας εύχεται να περάσετε γαλήνια και ειρηνικά τις γιορτές -κι αν δεν ψηφίσατε για τη Λέξη της χρονιάς, έχετε ακόμα καιρό, εδώ!

Posted in Γελοιογραφίες, Επαναλήψεις, Μποστ, Πρόσφατη ιστορία, Χριστούγεννα | Με ετικέτα: , , , , , , , , | 133 Σχόλια »

Το γκλομπ και το κλαμπ

Posted by sarant στο 14 Δεκέμβριος, 2018

Επειδή ταξίδευα χτες και δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο, καταφεύγω στη δοκιμασμένη μέθοδο της επανάληψης, κι έτσι θα αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχε πρωτοδημοσιευτεί στο ιστολόγιο πριν από εννιά χρόνια (και κάτι μέρες). Σήμερα κάνω κάποιες αλλαγές, μεταξύ άλλων επειδή το αρχικό άρθρο εστιαζόταν σε μια πορτοκαλική ετυμολογία του ακροδεξιού Κ. Πλεύρη, ενώ το θέμα έχει ενδιαφέρον αυτοτελές, και εννιά χρόνια μετά δεν χρειάζεται η παρά-πλευρη έμφαση.

Τι σχέση έχουν τα κλαμπ με τα γκλομπ, θα ρωτήσετε; Αν γίνει φασαρία σε ένα κλαμπ, μπορεί να επέμβει η αστυνομία,  οι δε αστυνομικοί έχουν κλομπ, θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς -όμως η σχέση ανάμεσα στις δύο λέξεις είναι ετυμολογική και μόνο.

Να ξεκινήσουμε από το κλαμπ.

Λοιπόν, το κλαμπ. Λέξη αγγλική, αν και δεν είναι βέβαιο πως εμείς τη δανειστήκαμε από τα αγγλικά.

Κλαμπ είναι η λέσχη, ειδικότερα η αγγλική λέσχη, ο σύλλογος γενικότερα. Τη λέξη τη χρησιμοποιούμε στα σημερινά ελληνικά κυρίως για ένα είδος νυχτερινών κέντρων, με χορό και μουσική. Αυτά παλιότερα, στη δεκαετία του 1960 ας πούμε, τα λέγαμε νάιτ κλαμπ, τότε που η λέξη σκανδάλιζε κάθε καθωσπρέπει πατέρα με τη σκέψη ότι το σπλάχνο του μπορεί να παρασυρθεί σε τέτοια καταγώγια, τώρα όμως σπάνια το λέμε έτσι. Παρόλο που η λέξη ήρθε σχετικά αργά κι έτσι δεν προσαρμόστηκε στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής (αν και τα Ημισκούμπρια έχουν τραγουδήσει για κλάμπι), έχει δώσει το κλαμπάκι, αν και το άλλο πιο πρόσφατο παραγωγό της είναι κι αυτό ξενότροπο, το κλάμπινγκ.

Βέβαια ‘κλαμπ’ είναι και κάθε είδους λέσχη, και το χρησιμοποιούμε και μ’ αυτή τη σημασία, ενώ το λέμε και κάπως μεταφορικά, συχνά χαριτολογώντας, για μια άτυπη κοινότητα ανθρώπων ή πραγμάτων με τα ίδια χαρακτηριστικά –για παράδειγμα, όταν ανακοίνωσα ότι παντρεύομαι κάποιοι παντρεμένοι μου είπαν ‘καλώς ήρθες στο κλαμπ των παντρεμένων’ (βέβαια μερικοί το είπαν στα αγγλικά, welcome to the club)· αλλά και τώρα διαβάζω σε μια εφημερίδα ότι το Octavia είναι το φτηνότερο μέλος «του κλαμπ των 200 ίππων».

Μια άλλη σημασία της λέξης στα ελληνικά, πολύ της μόδας τα τελευταία χρόνια στη γλώσσα των αθλητικογράφων, είναι η σημασία «ποδοσφαιρικός σύλλογος, ιδίως μεγάλος». Οι αθλητικογράφοι αρέσκονται πολύ να ονομάζουν κλαμπ τους ποδοσφαιρικούς συλλόγους, λες κι αν γράψουν ‘σύλλογος’ ή ‘ομάδα’ θα τους πέσει η μύτη. Βέβαια, συνήθως κλαμπ ονομάζονται οι μεγάλες και ιστορικές ομάδες, όπως Μπαρτσελόνα, Ρεάλ, Λίβερπουλ, τέτοιες. Ο Σαρωνικός Αιγίνης δεν είναι κλαμπ. Τέλος, υπάρχει το «φαν κλαμπ», η λέσχη των θαυμαστών ενός τραγουδιστή ή ηθοποιού, ενώ από τα εδέσματα θα αναφέρουμε το κλαμπ σάντουιτς.

Όλες αυτές οι σημασίες υπάρχουν και στα αγγλικά και βέβαια μας θυμίζουν τα κλαμπ της αγγλικής αριστοκρατίας, εκείνους τους μυθικούς τόπους καταφυγής των γαλαζοαίματων παράσιτων, που τόσο σπαρταριστά περιγράφει ο Γουντζχάουζ στις ιστορίες τού αξιαγάπητου μικρονοϊκού αριστοκράτη Μπέρτι Γούστερ και του πανέξυπνου υπηρέτη του, του Τζιβς (που όποιος τις μεταφράσει στα ελληνικά θα του βγάλω το καπέλο μέχρι το δάπεδο, μια και τις θεωρώ σχεδόν αμετάφραστες, δηλαδή μη μεταφράσιμες).

Όμως, αυτή η σημασία, της συνάθροισης δηλ. ανθρώπων που έχουν κοινά ενδιαφέροντα (και κατ’ επέκταση των χώρων στους οποίους συχνάζουν) δεν είναι η πρώτη χρονολογικά σημασία της λέξης club στα αγγλικά. Όπως ξέρουμε, club είναι επίσης στα αγγλικά το ρόπαλο, το ματσούκι. Αυτή η σημασία στα αγγλικά, μου λέει το OED πως είναι η αρχαιότερη, πως υπάρχει από το 1200 (ως clubbe) και έχει συγγενικές λέξεις στις σκανδιναβικές γλώσσες.

 Θα ρωτήσετε, και με το δίκιο σας, πώς φτάσαμε από το ματσούκι στη λέσχη; Τι περίεργο σημασιολογικό άλμα είναι δαύτο; Άλμα είναι, και μεγάλο μάλιστα, και το χειρότερο είναι πως κι οι ίδιοι οι εγγλέζοι δεν ξέρουν να το εξηγήσουν πειστικά. Φαίνεται πάντως ότι από τη σημασία της σφιχτής μάζας, όπως σφιχτή είναι η άκρη του ροπάλου, προήλθε με κάποιο τρόπο και η σημασία της συγκέντρωσης ανθρώπων και από εκεί της λέσχης και των κλαμπ.

Στα σημερινά αγγλικά συνυπάρχουν και οι δυο σημασίες, του ρόπαλου και της λέσχης, πράγμα που έδωσε τη δυνατότητα στον Γκράουτσο Μαρξ, ο οποίος παρεμπιπτόντως είχε πει ότι ουδέποτε θα γινόταν μέλος ενός κλαμπ το οποίο θα τον δεχόταν για μέλος, να πει επίσης: I got a good mind to join a club and beat you over the head with it (από την ταινία Duck soup, βλ. δίπλα). Νομίζω ότι οι μαρξιστές του ιστολογίου πρέπει να το ξέρουμε αυτό.

Όσοι εκτός από μαρξιστές είναι και χαρτόμουτρα, θα προσθέσουν ότι club στα αγγλικά είναι και τα σπαθιά, η μία από τις τέσσερις φυλές της τράπουλας. Πράγματι, μόνο που το σύμβολο που τα συνοδεύει, το ♣, δεν μοιάζει και πολύ με ματσούκι. Ούτε με σπαθί μοιάζει, εδώ που τα λέμε. Βλέπετε, στις ονομασίες των φυλών της τράπουλας έχει γίνει ένα φοβερό αλαλούμ που αξίζει να το δούμε σε άλλο σημείωμα, πάντως το τριφυλλάκι των σπαθιών και των clubs είναι γαλλική επιρροή –εκείνοι βέβαια τα λένε Trèfles, τριφύλλια, οπότε είναι συνεπείς.

Τελειώσαμε; Όχι ακόμα. Διότι αυτό το πρωτεϊκό club, που είναι και ρόπαλο, είναι και λέσχη, είναι και τριφυλλόμορφη φυλή της τράπουλας, έχει δώσει κι άλλο ένα δάνειο στην ελληνική γλώσσα, οπότε πρέπει να μιλήσουμε και γι’ αυτό. Εννοώ το γκλομπ ή κλομπ, το ροπαλάκι που κουβαλάνε οι αστυνομικοί και ενίοτε το κατεβάζουν και σε κανένα κεφάλι. Αυτό είναι δάνειο από τα αγγλικά, διότι στα γαλλικά δεν έχει περάσει η σημασία club = ρόπαλο (μόνο μπαστούνι του γκολφ). Θα επιστρέψω στο ρόπαλο αλλά πρώτα θέλω να ξεκαθαρίσω πότε και από πού μπήκε στην ελληνική γλώσσα το «κλαμπ» (με τη σημασία της λέσχης).

Τα μεγάλα λεξικά μας (ΛΚΝ και Μπαμπινιώτη) θεωρούν ότι η λέξη κλαμπ είναι δάνειο από τα αγγλικά, χωρίς να δίνουν χρονολογία εισόδου στην ελληνική. Έχω κάποιες επιφυλάξεις. Οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης στα ελληνικά είναι από τα γαλλικά και αφορούν διάφορες λέσχες γαλλικές, όπως το Automobile Club (μεταγραμμένο στα ελληνικά, βεβαίως) είτε σε ανταποκρίσεις από Παρίσι είτε σε μεταφράσεις γαλλικών μυθιστορημάτων. Η παλιότερη ανεύρεση, από το 1908.

Βέβαια, στα επόμενα χρόνια δεν άργησαν να εμφανιστούν και εγχώρια κλαμπ, όχι νυχτερινά κέντρα εννοείται, αλλά λέσχες και σύλλογοι όπως το τέννις κλαμπ. Και εδώ πρέπει να πούμε ότι επειδή στα γαλλικά η λέξη club προφέρεται περίπου «κλομπ», με ένα ιδιότροπο /ο/ κοντά στο –ου- πολλές φορές τη λέξη τη βρίσκουμε γραμμένη «κλομπ» ή «κλουμπ» (το Πέρα Κλουμπ της Πόλης ακόμα υπάρχει, τώρα στην Αθήνα, και μάλιστα το τμήμα ποδοσφαίρου αγωνιζόταν έναν καιρό στη Δ’ Εθνική). Για παράδειγμα, στο Ελεύθερο Βήμα, το 1927: «Προχθές Κυριακή ήτο η «ουβερτύρ» του τέννις κλομπ με απαρτία ωραίου και κομψού κόσμου».

Αλλά ας επιστρέψω στο άλλο κλομπ, το αστυνομικό ροπαλάκι ή γκλομπ. Πότε μπήκε αυτό στα ελληνικά; Έχω ψάξει αρκετά τα σώματα των εφημερίδων και παρατηρώ το εξής ενδιαφέρον, ότι η λέξη «κλομπ» με τη σημασία του ροπάλου ή γκλομπ απουσιάζει εντελώς πριν από το 1929, ενώ ξαφνικά μετά το 1929 εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα, σχεδόν πάντα σε περιγραφές επιθέσεων της αστυνομίας εναντίον απεργών ή διαδηλωτών, όπως εδώ: «ούτω συνήφθη πραγματική μάχη, των απεργών χρησιμοποιούντων καρέκλας και των αστυνομικών καρέκλας και κλομπ». Εικάζω, αν και δεν το έχω διασταυρώσει από άλλη πηγή, ότι η αστυνομία πρέπει να υιοθέτησε το ροπαλάκι στα τέλη του 1928 ή στις αρχές του 1929, αλλιώς δεν εξηγείται εύκολα η απόλυτη απουσία του πρωτύτερα και η μαζική παρουσία του μετά. Εκτός βέβαια αν δεν έψαξα καλά στα σώματα των εφημερίδων. Βέβαια, κάποιο ματσούκι θα είχαν και πριν οι αστυνομικοί, αλλά επειδή δεν το είχαν εισαγάγει απέξω δεν θα το λέγανε έτσι.

Η παραλλαγή γκλομπ είναι λαϊκότερη –έχουμε και μερικά άλλα παραδείγματα τροπής αρχικού κ σε γκ, αλλά σε αρσενικά ή θηλυκά, οπότε εξηγείται από τη συνεκφορά με άρθρα. Εδώ δεν μπορώ να την εξηγήσω. Όμως μπορώ να σκεφτώ ότι λόγω της εμφάνισης του κλομπ = ροπαλάκι το κλομπ = λέσχη άρχισε να υποχωρεί κι έτσι (βοηθώντας και η αγγλομάθεια) επικράτησε ο τύπος κλαμπ.

Στο παλιό άρθρο είχα αναφερθεί εκτενώς στην πορτοκαλική ετυμολογία του Πλεύρη, ας την παραθέσω κι εδώ σε συντομία.

Λοιπόν, στο βιβλίο του Κώστα Πλεύρη «Οι κίναιδοι», ο… μέγας διανοητής αναφέρεται στη Σαπφώ, και λέει ότι με τις φίλες της τη συνέδεε απλώς αγνή φιλία και ότι στις αιολικές πόλεις οι γυναίκες είχαν δικαιώματα και ότι «ελειτούργουν κλειστοί σύλλογοι, με μέλη γυναίκας, που ησχολούντο με την καλλιτεχνικήν, πολιτικήν και γενικωτέραν πνευματικήν δημιουργίαν. Εις αυτούς τους κλειστούς συλλόγους, που εθεωρούντο «κλωβοί» εισήρχοντο μόνον τα μέλη. Το γράμμα «ωμέγα» στα αρχαία Ελληνικά προφέρεται και ως «ου». Ο κλωβός (κλουβί) μεταφερθείς στα λατινικά προφέρεται clubo, εξελίχθη στα ιταλικά εις clubo, στα αγγλικά club, κτλ. που εννοεί τον κλειστόν σύλλογον, άλλως «κλαμπ» των ξενομανών».

Θέλει κάποιο ταλέντο για να χωρέσεις σε μια παράγραφο τόσο πολλές και τόσο χοντρές κοτσάνες! Μετρήστε:

α) Η λέξη κλωβός στα αρχαία είχε μοναδική σημασία «κλουβί, ιδίως για πουλιά».
β) Η λέξη είναι πολύ μεταγενέστερη, δεν υπήρχε στην εποχή της Σαπφώς.
γ) Η λέξη κλωβός δεν έχει μεταφερθεί στα λατινικά.
δ) Λέξη clubo δεν υπάρχει στα λατινικά· το κλουβί στα λατινικά λεγόταν cavea.
ε) Ούτε στα ιταλικά υπάρχει λέξη clubo.
στ) Το κυριότερο: η αγγλική λέξη club, όπως ήδη είδαμε, έχει εντελώς διαφορετική ετυμολογία.

Πρέπει βέβαια να πούμε ότι η «εφεύρεση» της ετυμολογίας του club από το κλωβός δεν είναι ολότελα του Πλεύρη. Στα Άτακτα, στον τρίτο τόμο, ο Κοραής αναφέρεται σε κάποιον περίεργο θεσμό της αρχαίας Χίου, το πρεσβυτικόν, όπου μαζεύονταν οι ηλικιωμένοι πολίτες και έπιναν, έπαιζαν και συζητούσαν τα πολιτικά, και λέει ότι μοιάζει «με τας συνήθεις εις τα πολιτισμένα της Ευρώπης έθνη Εταιρίας, τας λεγομένας Κλωβούς (Clubs), ή τους εις την Ιταλίαν ονομαζομένους Οικίσκους (casini)». Ο Κοραής δηλαδή δεν ετυμολογεί το club από τον κλωβό, αλλά εξελληνίζει το club σε κλωβός, μια και η συνήθεια της εποχής ήταν να εξελληνίζονται τα πάντα.

Δεν ξέρω λοιπόν αν μόνος του ο Πλεύρης φαντάστηκε ότι το club ετυμολογείται από τον κλωβό ή αν διάβασε τον Κοραή και τον διέστρεψε, αλλά και δεν ενδιαφέρει. Η ιστορία της λέξης είναι τόσο ενδιαφέρουσα, από ρόπαλο σε λέσχη και σε εντευκτήριο αριστοκρατών, και μετά σε αθλητικούς συλλόγους και σε κέντρα διασκέδασης της νεολαίας, και ταυτόχρονα πάλι σε ρόπαλο στα χέρια αστυνομικών αυτή τη φορά, και από τις σκανδιναβικές χώρες στην Αγγλία και μέσω Γαλλίας στα ελληνικά, οπότε ας αφήσουμε καλύτερα στη δυστυχία του τον κακομοίρη τον Πλεύρη και ας απολαύσουμε τη γλώσσα που είναι τόσο απέραντη ώστε από αγκάθι να βγαίνει ρόδο.

Πριν τον αφήσουμε όμως, ας τον τσιγκλίσουμε λιγάκι: η αρχαία ελληνική λέξη «κλωβός», που όπως είπαμε δεν είναι της κλασικής αρχαιότητας αλλά μεταγενέστερη, δεν είναι ακραιφνής ελληνική· το χειρότερο; Σύμφωνα με τα λεξικά, ο κλωβός είναι σημιτικό δάνειο. Το κλουβί είναι κελούβ στα εβραϊκά, κελούμπ στα συριακά. Και μ’ αυτό το πάρθιο βέλος (ή ροπαλιά) μπορώ να κλείσω το άρθρο.

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Χαρτοπαίγνιο | Με ετικέτα: , , , , | 198 Σχόλια »

Σαρανταπέντε χρόνια μετά…

Posted by sarant στο 16 Νοέμβριος, 2018

Για την αυριανή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου αναδημοσιεύω, με λιγοστές τροποποιήσεις, ένα άρθρο που είχαμε δημοσιεύσει πριν από έξι χρόνια τέτοιες μέρες. Η επανάληψη δεν είναι ίσως άσκοπη.

Συμπληρώνονται αυτές τις μέρες σαράντα πέντε χρόνια από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το 1973, σε μια Ελλάδα που εδώ και οχτώ χρόνια βρισκεται σε κρίση, όπως βαθιά κρίση βίωνε και το 1973 το δικτατορικό καθεστώς, κρίση την οποία είχε προσπαθήσει να εκτονώσει και να αποφύγει με την προσπάθεια ελεγχόμενης επιστροφής σε μια μορφή κοινοβουλευτικής ζωής, με την ανακήρυξη προεδρικής δημοκρατίας και την ανάθεση της πρωθυπουργίας στον Σπ. Μαρκεζίνη, μια προσπάθεια που ματαιώθηκε με τη φοιτητική εξέγερση και την αιματηρή καταστολή που ακολούθησε -μια βδομάδα μετά, η ομάδα Ιωαννίδη ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο και έβαλε τέρμα στα πειράματα εκδημοκρατισμού.

Η κρίση που περνάμε σήμερα έχει, αναμενόμενα ίσως, θέσει υπό αμφισβήτηση και την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Βέβαια, η βασική θέση της αμφισβήτησης, δηλαδή ότι η λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» εξαργύρωσε τη συμμετοχή της στον αντιδικτατορικόν αγώνα με την αναρρίχηση σε πολιτειακά αξιώματα, δεν είναι καινούργια, ακούγεται εδώ και πολλά χρόνια, απλώς τώρα ακούγεται περισσότερο.

Πιστεύω πως η θέση αυτή, που την ακούει κανείς και από καλοπροαίρετους ανθρώπους, είναι μακριά από την αλήθεια. Δεν θα αρνηθώ ότι πολλοί πρωταγωνιστές του φοιτητικού αντιδικτατορικού αγώνα κατέλαβαν υπουργικά αξιώματα ή βουλευτικές και κρατικές θέσεις, αλλά αυτοί ήταν η εξαίρεση μάλλον παρά ο κανόνας. Αν εξετάσουμε τον κατάλογο των μελών της Συντονιστικής Επιτροπής της κατάληψης του Πολυτεχνείου, θα δούμε ότι από τα 33 τακτικά και αναπληρωματικά μέλη της μόνο 6-7 κατέλαβαν τέτοιες θέσεις και αξιώματα σε όλα αυτά τα χρόνια, ποσοστό που το βρίσκω μικρό. Θα έλεγα μάλιστα ότι, σε σύγκριση με άλλα αντιστασιακά και αντικαθεστωτικά κινήματα, οι φοιτητές του αντιδικτατορικού αγώνα κατέλαβαν μάλλον λιγοστές θέσεις και οπωσδήποτε όχι κορυφαίες -μέχρι στιγμής, αν δεν κάνω λάθος, δεν έχει υπάρξει Πρόεδρος ή πρωθυπουργός ή έστω αρχηγός αξιωματικής αντιπολίτευσης που να βγήκε από το φοιτητικό κίνημα του 1973, ενώ υπήρξε από τις (εντελώς ξεχασμένες) φοιτητικές απεργίες του 1907 (ο Γεώργιος Παπανδρέου) ή από τις μαθητικές κινητοποιήσεις των αρχών του 1990 (ο Αλέξης Τσίπρας), για να μην πάμε στον Χάβελ, τον Βαλέσα, ή στους εκατοντάδες γκωλικούς στη Γαλλία μετά το 1945. Αυτό βέβαια έχει να κάνει και με το ότι η δικτατορία κατέρρευσε και δεν ανατράπηκε, και ότι τη διαδέχτηκε ένα καθεστώς στο οποίο κυριαρχούσε ένα κόμμα που στεκόταν αμήχανο και δύσπιστο απέναντι στον μαχητικό αντιδικτατορικό αγώνα, στον οποίο ελάχιστα στελέχη του είχαν πάρει ενεργό μέρος.

Στο κάτω-κάτω, δεν είναι άτοπο, αφύσικο ή κατακριτέο αν, από μια ομάδα εικοσάχρονων που ασχολούνται έντονα με τους πολιτικούς αγώνες κάποιοι φτάσουν, τριάντα χρόνια μετά, σε υψηλά αξιώματα. Για όσους δεν ανήκουν στην άρχουσα τάξη, ώστε να κληρονομούν τη βουλευτική έδρα από τον πατέρα τους ή να την εξασφαλίζουν αβρόχοις ποσί από τον κομματικοκρατικό μηχανισμό μόλις τελειώσουν το Κολέγιο και το Χάρβαρντ, η συμμετοχή στα κοινωνικά κινήματα είναι ο συνήθης τρόπος ενασχόλησης με την πολιτική, αλλά φαίνεται θεωρούμε αφύσικο να αναδεικνύεται κανείς χωρίς να χρησιμοποιεί τον πατροπαράδοτο τρόπο των γόνων της άρχουσας τάξης.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γελοιογραφίες, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Επετειακά, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , , | 194 Σχόλια »

Το πανάρχαιο φρούτο (επανάληψη)

Posted by sarant στο 21 Σεπτεμβρίου, 2018

Μια και είναι στην εποχή τους αυτόν τον καιρό, σκέφτηκα σήμερα να επαναλάβω, επαυξημένο με τα δικά σας σχόλια, ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί εδώ πριν από πέντε χρόνια, και που επίσης έχει περιληφθεί στο βιβλίο μου «Οπωροφόρες λέξεις«.

Μερικά φρούτα ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους μόνο αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, άλλα τα έφεραν από τον Νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα έφτασαν στους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς, μερικά όμως ήταν «πάντοτε» εδώ· το πάντοτε να μην το πάρουμε τοις μετρητοίς, αλλά πάντως από πολύ παλιά. Ένα τέτοιο πανάρχαιο φρούτο, που είχε περάσει στο περιθώριο, αν και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον, είναι το ρόδι.

Το ρόδι βγαίνει απ’ τη ροδιά (Punica granatum), αλλά και η ροδιά βγαίνει, ετυμολογικά εννοώ, από το ρόδι. Εξηγούμαι. Οι αρχαίοι, το δέντρο το έλεγαν ροιά, και το ρόδι ήταν ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι, και ρόιδο, και σήμερα ρόδι. Από το νεότερο ρόδι, ονομάστηκε ξανά ροδιά το δέντρο. Στην Κύπρο τη λένε και ροβιά, ενώ στην Κρήτη ρόγδι και ρογδιά.

Η ροδιά είναι από τα οπωροφόρα δέντρα που απαντούν στον Όμηρο: Όγχναι (αχλαδιές) και ροιαί και μηλέαι αγλαόκαρποι (Οδύσσεια, η 114). Πριν προχωρήσω, να διευκρινίσω ότι επιστημονικά η ροδιά θεωρείται θάμνος και όχι δέντρο –αλλά ασφαλώς αυτό ενδιαφέρει περισσότερο τους βοτανολόγους. Για την ετυμολογία της λέξης δεν υπάρχει ομοφωνία, αλλά τα λεξικά προκρίνουν την σύνδεση με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού.

Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί αλλά και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα γουστόζικο ανέκδοτο στον Αθήναιο. Μια εποχή, Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας λοιπόν έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε.

Στην ελληνική μυθολογία το ρόδι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο, αν θυμηθούμε τον μύθο της Περσεφόνης, που την έκλεψε ο Πλούτωνας στον κάτω κόσμο, και εκεί την ξεγέλασε και της έδωσε να φάει έξι σπυριά ροδιού, και γι’ αυτό η κόρη της Δήμητρας αναγκάστηκε να μένει έξι μήνες το χρόνο στον Άδη (και αυτούς τους μήνες έχουμε χειμώνα· σε άλλες παραλλαγές του μύθου γίνεται λόγος για λιγότερα σπυριά και μήνες).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , , | 190 Σχόλια »

Το αιγινήτικο, όπως είπαμε, είναι νοστιμότερο!

Posted by sarant στο 12 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο είναι μεν επίκαιρο, αφού τώρα βγαίνουν τα φιστίκια, αλλά είναι και επανάληψη ενός παλιότερου άρθρου που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από έξι χρόνια.

Το άρθρο είναι επίκαιρο και για έναν παραπάνω λόγο. Από αύριο ως και την Κυριακή, 13-16 Σεπτεμβρίου, γίνεται στην Αίγινα η 10η Γιορτή φιστικιού.

Τις προάλλες ρίξαμε τα φιστίκια, φιστίκια σαν κι αυτά της φωτογραφίας. Ρίξαμε, θα πει «μαζέψαμε», αλλά αυτό το ρήμα χρησιμοποιούν οι περισσότεροι για τη συγκομιδή των φιστικιών, η οποία γίνεται με ραβδισμό.

Το «ρίξαμε» που χρησιμοποιώ είναι καταχρηστικό -τα έριξαν οι εργάτες, η δική μου συμμετοχή ήταν να τους δίνω νερά και μπίρες από το ψυγείο. Παλιότερα, που τα φιστίκια τα είχαμε μόνοι μας, πάλι εργάτες έρχονταν αλλά δουλεύαμε κι εμείς κανονικά, όμως εδώ και κάμποσα χρόνια τα φιστίκια τα έχουμε «κολιγικά», που σημαίνει ότι κάποιος (που λέγεται κολίγας, επιβίωση της παλιάς λέξης με τροποποιημένη σημασία) τα φροντίζει όλο το χρόνο (κλάδεμα, πότισμα, λίπασμα κτλ.) βάσει συμφωνίας που προσδιορίζει ποιες δαπάνες ανήκουν στον ιδιοκτήτη και ποιες στον κολίγα, και παίρνει ένα ποσοστό της συγκομιδής. Το ποσοστό αυτό παλιά ήταν 50%, αλλά τώρα τελευταία έχει γίνει 60% «και δεν βρίσκεις» (εννούν κολίγα) όπως άκουσα να λένε.

Τα φιστίκια τα μαζεύουν, όπως είπα, με ραβδισμούς, περίπου όπως παραδοσιακά τις ελιές (αν και για τις ελιές έχουν βγει βραχύσωμες ποικιλίες που επιτρέπουν μάζεμα αυτοματοποιημένο, με μηχανήματα). Στρώνουν πανιά από κάτω απ’ τα δέντρα και 3-4 εργάτες μαζί ραβδίζουν τα κλαριά κοντά στους «κούνους», όπως λέγονται τα «τσαμπιά» με τους καρπούς -η λέξη «κούνος» προφανώς βγαίνει από το «κώνος». Το χτύπημα θέλει ρέγουλα και τέχνη, να ρίξεις κάτω τον ώριμο καρπό χωρίς να τραυματίσεις το δέντρο (και χωρίς να πέσουν τα φιστίκια πολύ μακριά, έξω από τα στρωμένα πανιά. Μετά σέρνουν με προσοχή τα πανιά κάτω από άλλο δέντρο, και κάθε τόσο, όταν γεμίζουν, τα αδειάζουν σε τσουβάλια. Φυσικά, το ράβδισμα δεν ρίχνει μόνο ώριμο καρπό, ρίχνει και άγουρα ή τζούφια φιστίκια, ρίχνει και φύλλα. Μετά από κάθε δέντρο, οι εργάτες ίσως κάνουν μια πρώτη διαλογή, πετάνε έξω φύλλα και τέτοια, αλλά αδρομερώς, δεν χασομεράνε σ’ αυτό. Αν το συνεργείο έχει και πιτσιρίκια, μαζεύουν τη χαμάδα, δηλ. τα φιστίκια που έχουν πέσει στο χώμα, έξω από τα πανιά. (Αυτή τη δουλειά την έχω κάνει κι εγώ μικρός -ράβδισμα όχι).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αίγινα, Γλωσσικά συμπόσια, Δημήτρης Σαραντάκος, Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 210 Σχόλια »

Κογξ Ομ Παξ – Πανάρχαια απόκρυφη φράση ή τυπογραφικό λάθος; (επανάληψη)

Posted by sarant στο 6 Σεπτεμβρίου, 2018

Το σημερινό άρθρο είναι επανάληψη. Τις προάλλες, καθώς συζητούσαμε για την ετυμολογία της λέξης «κόνξες» (δεν έχει ακόμα βρεθεί οριστική απάντηση), εξαιτίας της ηχητικής ομοιότητας έγινε λόγος και για την έκφραση Κογξ Ομ Παξ, και ο φίλος μας ο Δύτης θυμήθηκε το παλιό μας άρθρο, που δημοσιεύτηκε εδώ πριν από 7μισι χρόνια, αναφέροντας ότι καλό θα ήταν να αναδημοσιευτεί.

Άλλο που δεν ήθελα κι εγώ, οπότε αναδημοσιεύω το παλιό εκείνο άρθρο, με λιγοστές αλλαγές και προσθήκες. Θυμίζω πως αρχικά (περί το 2006) είχε δημοσιευτεί στον παλιό μου ιστότοπο και μετά στο βιβλίο μου «Γλώσσα μετ’ εμποδίων».

 

Όσοι ασχολούνται με τα ετυμολογικά, ξέρουν ότι το λάθος μπορεί θαυμάσια να γεννήσει νέες λέξεις –και εννοώ εδώ την παραδρομή του γραφιά ή την παρανάγνωση του κουρασμένου ή επιπόλαιου μελετητή. Τρανταχτό παράδειγμα η acne των αγγλοσαξόνων, που οφείλεται σε λάθος ανάγνωση του ελληνικού πρωτοτύπου ‘ακμή’ στο χειρόγραφο του Αέτιου, ή ακόμα ο ‘βασανίτης λίθος’ που έγινε basanites από τον Πλίνιο αλλά basaltes από τους γραφιάδες που αντέγραφαν το έργο, κι έτσι έγινε γνωστός διεθνώς (απ’ όπου και ‘βασάλτης’). Με τη σειρά μου, αν και δεν διεκδικώ τις δάφνες ότι το ανακάλυψα, ισχυρίζομαι ότι η υποτιθέμενη αρχαία φράση «Κογξ Ομ Παξ» οφείλεται κι αυτή σε λάθος ανάγνωση λήμματος από το λεξικό του Ησυχίου. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Αν βέβαια δεν έχετε εντρυφήσει σε αρχαιογνωστικά έως αρχαιολατρικά συγγράμματα κι αν δεν ασχολείστε με αποκρυφισμό ή μαγεία, πολύ πιθανό είναι να αγνοείτε την ύπαρξη της μυστηριακής φράσης «Κογξ Ομ Παξ» ή «Κονξ Ομ Παξ» την οποία (υποτίθεται ότι) εκφωνούσε ο ιεροφάντης στα Ελευσίνια Μυστήρια της αρχαιότητας. Κι εγώ την αγνοούσα· όταν την πρωτάκουσα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια σε κάποια ιντερνετική συζήτηση, θεώρησα πως πρόκειται για εφεύρημα του ευφάνταστου συζητητή μου, αλλά ερευνώντας κάπως το ζήτημα είδα πως η φράση είναι πολύ γνωστή, και μάλιστα –κυρίως– εκτός Ελλάδος.

Για παράδειγμα, Konx Om Pax είναι ο τίτλος βιβλίου που έγραψε το 1907 ο  Aleister Crowley και που θεωρείται το «πιστεύω» ορισμένων μυστικιστικών ταγμάτων, ενώ επίσης Konx Om Pax ονόμασε ένα ορχηστρικό έργο του το 1969 ο σημαντικός συνθέτης Giacinto Scelsi.

Έμαθα ακόμα ότι, για τη σημασία της φράσης, δύο είναι οι επικρατέστερες εκδοχές, ότι δηλαδή σημαίνει «φύγε, ξένε, ύπαγε!» ή «άκου, βλέπε, σώπα». Όσο για την προέλευση της φράσης, ο και αρχαιογνώστης Γ. Γεωργαλάς (ναι, ο θεωρητικός της χούντας), γράφει:

Στα Ελευσίνια Μυστήρια έδιωχναν τους ξένους με την μυστηριακή φράση «Κονξ Ομ Πανξ». Οι Μάγια έλεγαν «Κόνεξ Όμον Πάνεξ». Οι Βραχμάνες στις Ινδίες έλεγαν «Κάνσκα Ομ Πάκσχα». Τις λέξεις αυτές επεχείρησαν ανεπιτυχώς να ερμηνεύσουν ως φοινικικές, εβραϊκές, αιγυπτιακές, σανσκριτικές. Στην πραγματικότητα είναι καθαρώς ελληνικές. (Γ.Κ. Γεωργαλάς, «Προϊστορική εξάπλωσις των Αιγαίων», εκδ. ΤΟΤΕ, 1996).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Λαθροχειρίες, Λαθολογία, Μύθοι | Με ετικέτα: , , , , , | 269 Σχόλια »

Ιστολογικά κεσάτια 2018

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2018

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, όσο κι αν η κρίση έχει αναγκάσει πολύ κόσμο να στερηθεί τις διακοπές του. Και φέτος η κίνηση στο ιστολόγιο έχει μειωθεί αυτές τις μέρες, αν και όχι όσο άλλες χρονιές -και βέβαια αυτό είναι πιο αισθητό σε μένα που βλέπω τα στατιστικά των επισκέψεων.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρώς ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοια μέρα το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, αν και πέρυσι δεν το έβαλα, πάντως τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δέκατος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω -και θα θυμίσω ότι τα τρία πρώτα χρόνια του ιστολογίου δεν είχαμε δεκαπενταυγουστιάτικο άρθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , | 112 Σχόλια »

Ο βασιλιάς του καλοκαιριού;

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2018

Καθώς αυτές τις μέρες ταξιδεύω, το ιστολόγιο αναδημοσιεύει παλιότερα άρθρα. Καλοκαίρι έχουμε άλλωστε, εποχή επαναλήψεω, αλλά και κατάλληλη εποχή για τον καρπό που θα δούμε σήμερα, που αρκετοί τον θεωρούν «βασιλιά του καλοκαιριού». Η αμέσως προηγούμενη αναδημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Φαίνεται πως για τους περισσότερους το καρπούζι είναι ο βασιλιάς των φρούτων του καλοκαιριού –όμως εγώ έχω κηρύξει δημοκρατία· θέλω να πω, δεν συμμερίζομαι τη γενική λατρεία για το καρπούζι –ευχαρίστως θα το γευτώ στο εστιατόριο, στο τέλος του γεύματος, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα το θεωρούσα το αγαπημένο μου φρούτο. Αν όμως γευστικά το καρπούζι βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα των προτιμήσεών μου, γλωσσικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μεγάλη ποικιλία από ονόματα σε διάφορες γλώσσες.

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει. Βρίσκω ότι καρπούζ το λένε (μεταξύ άλλων ονομάτων) και οι Βούλγαροι. Βέβαια, επειδή λέξη όπως το καρπούζι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή στην επίσημη ονοματολογία, πλάστηκε η «ελληνική» ονομασία υδροπέπων, που τη βάζω σε εισαγωγικά διότι είναι καραμπινάτο μεταφραστικό δάνειο, από το γαλλικό melon d’eau και άλλες ανάλογες ονομασίες στα αγγλικά (watermelon), στα γερμανικά (Wassermelone) και σε άλλες γλώσσες.

Είναι δηλαδή το καρπούζι, κατά την ονομασία αυτή, ένα πεπόνι με μπόλικο νερό· άλλωστε, από φυτολογική άποψη καρπούζια και πεπόνια είναι συγγενικά είδη. Να πούμε εδώ ότι η λέξη melon της αγγλικής (και οι ανάλογες των άλλων γλωσσών) ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, που είναι δάνειο από το ελλ. μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, το μηλοπέπων των αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανότατα ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, λέω εγώ.

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν –το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παροιμίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Το παλιό μας το τεφτέρι ξανά

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2018

Σύμφωνα με την παλιά παροιμία, ο μπακάλης σαν φτωχύνει, τα παλιά τεφτέρια πιάνει. Το κάνει αυτό με την ελπίδα πως μπορεί ν’ ανακαλύψει τίποτα ξεχασμένα βερεσέδια, που τα είχε θεωρήσει ανάξια λόγου τον καιρό των παχιών αγελάδων ή που τα είχε παραβλέψει.

Κι εγώ τον μπακάλη της παροιμίας θα μιμηθώ, όχι επειδή φτώχυνα παρά γιατί ταξιδεύω -κι επειδή ασθενής και οδοιπόρος άρθρο δεν μπορεί να γράψει, το σημερινό μας άρθρο, και καναδυό επόμενα, θα είναι επαναλήψεις ή τέλος πάντων κονσέρβες.

Επαναλαμβάνω σήμερα λοιπόν ένα άρθρο που, ακριβώς, μιλάει για τα παλιά τεφτέρια, από ετυμολογική όμως άποψη, διότι η ιστορία της λέξης είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα. Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί το μακρινό 2009, οπότε ελπίζω πως δεν θα το θυμούνται όλοι οι σημερινοί αναγνώστες. Έχω όμως προσθέσει κάμποσα που δεν υπήρχαν στην πρώτη δημοσίευση, που ήταν αμιγώς ετυμολογική, και έχω ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης.

Η διφθέρα στα αρχαία σήμαινε αρχικά το δέρμα το κατεργασμένο, το πετσί. Είναι λέξη πολύ παλιά, αφού στα μυκηναϊκά υπάρχει ένας dipteraporo (διφθεροφόρος;). Προέρχεται από το ρήμα δέφω, το οποίο σήμαινε «κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ, κι αν πήγε το μυαλό σας στο πονηρό καλώς πήγε. Οι αρχαίοι έλεγαν δέφομαι ή δέφω εαυτόν γι’ αυτή τη χρήση. Σε ένα ασεβέστατο απόσπασμα του κωμικού Εύβουλου για τον τρωικό πόλεμο, διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί δεν είχαν εταίρες μαζί τους κι έτσι «εαυτούς δ’ έδεφον ενιαυτούς δέκα».

Το αρχαίο δέφω, πάντως, με την αθώα σημασία του, έχει διατηρηθεί στη σημερινή βυρσοδεψία και στις δεψικές ουσίες της χημείας. Με την άλλη σημασία του δεν έχει διατηρηθεί, αν και ένας φίλος του παππού μου είχε τη συνήθεια να αποκαλεί «δέπτορες» όλους τους ημιμαθείς ενοχλητικούς που συναντούσε, ενίοτε μάλιστα και να τους συστήνει, «από εδώ ο κύριος τάδε, δέπτωρ της φιλοσοφίας». Το έχω αναστήσει κι εδώ, πρόσφατα, με παραλλαγή. Αλλά παρεκτρέπομαι, με περισσότερες από μία σημασίες.

Η διφθέρα δεν ήταν μόνο το πετσί, ήταν επίσης και το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφική ύλη, η περγαμηνή. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Ίωνες αποκαλούν διφθέρες και τους παπύρους, διότι τον παλιό καιρό που δεν είχαν παπύρους (βύβλους) έγραφαν πάνω σε κατεργασμένα δέρματα (διφθέρας) αιγοπροβάτων κι έτσι το όνομα έμεινε. Και πολλοί βάρβαροι γράφουν σε τέτοιες διφθέρες, μας λέει:

Καὶ τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες͵ ὅτι κοτὲ ἐν σπάνι βύβλων ἐχρέωντο διφθέρῃσι αἰγέῃσί τε καὶ οἰέῃσι· ἔτι δὲ καὶ τὸ κατ΄ ἐμὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων ἐς τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Η αγωνία του επιθετικού πριν από το πέναλτι

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2018

Χτες και σήμερα δεν γίνονται αγώνες για το Μουντιάλ, οπότε επωφελούμαι από αυτη την ανάπαυλα για ένα ποδοσφαιρικό λεξιλογικό άρθρο, που εν μέρει μόνο ειναι επαναληψη ενός (αρκετά) παλιότερου. Θα το αφιερώσω στα πέναλτι, που έκαναν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους, αφενός στην κανονική διάρκεια του αγώνα, όπου η καινοτομία του VAR έδωσε μια νέα διάσταση στο αιώνιο ερώτημα (Ήταν πέναλτι ή δεν ήταν;) και αφετέρου μετά τη λήξη της παράτασης στους αγώνες νοκάουτ σαν μέθοδος για να ξεκαθαρίσει ο νικητής.

Από τους οχτώ αγώνες των αντιπροημιτελικών (δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ο όρος, εννοώ βέβαια τη φάση των 16) οι τρεις πήγαν στην παράταση και όλοι τους οδηγήθηκαν στη συνέχεια σε πέναλτι. Χτυπήθηκαν 29 πέναλτι (ένα δεν χρειάστηκε να εκτελεσθεί, στον αγωνα Ρωσίας-Ισπανίας) και στα 19 είχαμε γκολ. Ποσοστό επιτυχίας 65,5%.

Υπάρχουν βέβαια και τα πέναλτι στην κανονικη διάρκεια του αγώνα -μεχρι τώρα, αν μέτρησα καλά, στους 56 αγώνες του φετινού μουντιάλ έχουν σφυριχτεί 28 πέναλτι (σε 10 περιπτώσεις ο διαιτητής συμβουλεύτηκε το VAR προηγουμένως) και από αυτά μπήκαν γκολ τα 21, ποσοστό 75%.

Θα ήταν παρακινδυνευμένο από τόσο μικρό δειγμα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι τα πέναλτι της έκτακτης διαδικασίας αποτυχαίνουν πιο εύκολα από τα κανονικά πέναλτι, της ροής του αγώνα, όμως αυτο πραγματι ισχύει. Από μελέτες που έχουν γίνει προκύπτει μια διαφορά περίπου τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων. Αυτό μπορεί να εξηγηθει από την μεγαλύτερη ψυχολογική πίεση αλλά και από έναν άλλο παράγοντα: τα πέναλτι της κανονικής ροής τα χτυπάει συνήθως ένας παικτης, ο ίδιος πάντα, που είναι σπεσιαλίστας σε αυτό, όπως ο Κέιν που έβαλε δύο στο ματς Αγγλία-Παναμάς. Αντιθετα, στα πέναλτι της έκτακτης διαδικασίας επιστρατεύονται πέντε παίχτες, σχεδον η μισή εντεκάδα, οπότε αναπόφευκτο είναι να χτυπήσουν πέναλτι και κάποιοι που δεν είναι και τόσο καλοί -αν μάλιστα μετά τα 5 πέναλτι εκατέρωθεν υπάρχει ισοπαλία οι ομάδες συνεχίζουν να χτυπάνε πέναλτι, από ένα η καθεμία ώσπου να αναδειχτεί νικητής, οπότε δεν αποκλείεται να κληθούν να εκτελέσουν και οι πιο ατζαμήδες της ομάδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Το ώριμο φρούτο ξανά

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2018

Μπήκε για τα καλά το καλοκαίρι, κι ας μας εκνεύρισε ο Ιούμβριος, κι ακόμα δεν έχουμε κεράσει ένα φρουτάκι. Ο λόγος είναι ότι τα άρθρα για τα οπωρικά, που πρώτα παρουσιάστηκαν στο ιστολόγιο και στη συνέχεια αποτέλεσαν το βιβλίο Οπωροφόρες λέξεις το 2013, έχουν όλα σχεδόν αναδημοσιευτεί στο ιστολόγιο σχετικά πρόσφατα, πριν από 2 ή 3 χρόνια δηλαδή και φροντίζω ν’ αποφεύγω τις τόσο κοντινές επαναλήψεις. Όλα σχεδόν όμως, όχι όλα. Έτσι σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι Ιούλιο μήνα, όπως αρμόζει σε φρούτο της εποχής. Πάντως, για να μην παραπονιούνται και οι ισχυρομνήμονες, έχω προσθέσει κάμποσο υλικό που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση, κυρίως ενσωματώνοντας δικά σας σχόλια αλλά όχι μόνο.

Ποιο είναι το ώριμο φρούτο; Μη σας παραπλανά ο τίτλος, όταν λέω για ώριμο φρούτο δεν υπαινίσσομαι την οποιαδήποτε κυβέρνηση και δεν έχω στο νου μου τη λεγόμενη «θεωρία του ώριμου φρούτου», σύμφωνα με την οποία αυτό που πρέπει να κάνει η οποιαδήποτε αντιπολίτευση είναι να κρατήσει χαμηλό προφίλ και να περιμένει την κυβέρνηση να καταρρεύσει μόνη της, από τις δικές της αδυναμίες, όπως μόνος του πέφτει από το κλαδί του δέντρου ο καρπός σαν έρθει η ώρα του. Το σημερινό άρθρο δεν ασχολείται με την πολιτική.

Φρούτα υπάρχουν άγουρα, ώριμα και υπερώριμα –φυσικά, ανάλογα με την εποχή στην οποία βρίσκονται– αλλά υπάρχει κι ένα φρούτο που είναι πάντοτε ώριμο! Με το δίκιο σας θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο· αδύνατο στη φύση, όχι όμως στη γλώσσα. Εννοώ ότι υπάρχει ένα φρούτο που το ίδιο του το όνομα δηλώνει απλώς ότι είναι ώριμο. Είναι το πεπόνι.

Στα νέα ελληνικά το λέμε πεπόνι, στην ελληνιστική εποχή ήταν πεπόνιον, υποκοριστικό του αρχαίου πέπων· η αρχική σημασία της λέξης πέπων είναι ακριβώς «ώριμος καρπός». Προέρχεται από το ρήμα πέσσω που σημαίνει ψήνω, ωριμάζω, αλλά και χωνεύω – και η πέψη από εκεί προέρχεται. Αρχικά το πέπων έπαιζε ρόλο επιθέτου στα αρχαία, μια και η πλήρης ονομασία ήταν «σίκυος πέπων» (στον Ιπποκράτη). Πρέπει να πούμε ότι καθόλου βέβαιοι δεν είμαστε τι είδους ώριμος καρπός ήταν αυτός ο «σίκυος» της κλασικής εποχής,  ωστόσο από τα αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι τα πεπόνια ήταν γνωστά κατά την αρχαιότητα στην Ελλάδα.

Κάποια στιγμή το επίθετο «πέπων» ουσιαστικοποιήθηκε και έμεινε μόνο του. Ο Φρύνιχος, ο συντηρητικός αττικιστής δάσκαλος του 2ου αιώνα μ.Χ., συμβούλευε τους μαθητές του να μην χρησιμοποιούν τη λέξη «πέπων» προκειμένου να αναφερθούν στον συγκεκριμένο καρπό, τον σίκυο, διότι πέπων είναι ο οποιοσδήποτε ώριμος καρπός, αλλά ήδη η γλώσσα είχε προχωρήσει αφήνοντας τον Φρύνιχο έξι αιώνες πίσω – το έχουν πάθει αυτό πολλοί δάσκαλοι ανά τους αιώνες…

Τα πεπόνια στα αγγλικά και στα γαλλικά λέγονται melon, λέξη που ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, το οποίο είναι δάνειο από το ελληνικό μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo και πάλι δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, ο μηλοπέπων των δικών μας αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανόν ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, θα έλεγα. Κατά τον Dalby, ο μηλοπέπων ήταν το πεπόνι, ή κάποια ποικιλία του, αν και ορισμένες περιγραφές ταιριάζουν και στα καρπούζια. Γενικά, να παρατηρήσω ότι με την κακή συνήθεια που είχαν οι αρχαίοι να χρησιμοποιούν ίδιες λέξεις για διαφορετικούς καρπούς, δεν ξέρουμε ποιες αναφορές στα κείμενα αφορούν αγγούρια, ποιες κολοκύθια, ποιες καρπούζια και ποιες πεπόνια.

Για να κάνουμε μια φυτολογική παρένθεση, πεπόνια, καρπούζια, αγγούρια και κολοκύθια ανήκουν όλα στην ίδια βοτανική οικογένεια, Cucurbitaceae, ενώ μέσα στην οικογένεια τα πεπόνια πιο πολύ συγγενεύουν με τα αγγούρια, αφού ανήκουν στο ίδιο γένος, Cucumis, ενώ το κολοκύθι είναι άλλο γένος (Cucurbita) και το καρπούζι επίσης άλλο (Citrullus).

Πάντως, στα βυζαντινά κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές σε πεπόνια, στον δε Πωρικολόγο, το σατιρικό κείμενο του 13ου-14ου αιώνα, διαβάζουμε ότι ο πέπων εχλεμπονίασεν. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, η «μάγκικη» λέξη «χλεμπονιάζω» (απ’ όπου και ο χαρακτηρισμός «χλεμπονιάρης», που τον χρησιμοποιούσε συχνά ο Τσιφόρος) είναι στην πραγματικότητα βυζαντινή, άλλωστε χλεμπόνα είναι το υπερώριμο αγγούρι ή πεπόνι ή κολοκύθι που έχει πάρει αρρωστημένο, χλωμό χρώμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Η λαθρομετανάστευσις εις τον λιμένα Πειραιώς ξανά

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2018

Ταξίδευα χτες οπότε δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο κι έτσι καταφεύγω στη δοκιμασμένη λυση της αναδημοσίευσης ενός παλιότερου. Διάλεξα μάλιστα ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε εδώ ακριβώς σαν σήμερα αλλά πριν από εννιά χρόνια, τότε που το ιστολόγιο μετρούσε λίγους μηνες ζωής μόνο.

Αν συγκρίνετε με το αρχικό άρθρο, θα δείτε ότι έχω προσθέσει κάποια πράγματα στην αρχή-αρχή του άρθρου, επειδή προσφατα το θέμα αυτό συζητηθηκε σε μια γλωσσική ομαδα στο Φέισμπουκ.

Ρωτησε κάποιος φίλος την ομήγυρη:

Τι γνώμη έχετε για τη λέξη λαθρομετανάστης; Την θεωρείτε ουδέτερη; Όπως για παράδειγμα τη λέξη λαθρεπιβάτης; Ή για εσάς έχει υποτιμητικό περιεχόμενο;

Απάντησα ότι προσωπικά τη λέξη τη θεωρώ φορτισμένη, όχι ουδέτερη -μεταξύ άλλων εξαιτίας της χρήσης της σε ξενοφοβικά κηρύγματα. Μια φίλη συμπλήρωσε ότι όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη σε πολιτικό κόντεξτ πρέπει να είναι προετοιμασμένος για αντιδράσεις και σίγουρα δεν δικαιούται να διαμαρτυρηθεί αν τον κατατάξουν ακριβώς επειδή τη χρησιμοποίησε.

Πιο επιστημονικά τα λέει ο Ηλεδικηγόρος, σε παλιότερο άρθρο του, στο οποιο επισημαίνει ότι ούτε στον ποινικό κώδικα ουτε στις ποινικές διατάξεις του νόμου που διέπει τη μετανάστευση (Ν.3386/2005, «Για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια») δεν απαντά ο ορος «λαθρομεταναστης» ή «λαθρομετανάστευση» παρά μονο σε μια διάταξη διοικητικού δικαίου του εν λόγω νόμου (άρθρο 76). Και συμπεραίνει:

Έτσι, η χρήση του όρου «λαθρομετανάστες» στο δημόσιο λόγο, θεωρώ ότι προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των προσώπων, στα οποία αναφέρεται. Γιατί τους αποδίδει αυτομάτως την ιδιότητα του παρανόμου, χωρίς να προβλέπεται τέτοια ιδιότητα και, πολύ περισσότερο, χωρίς βέβαια να υπάρχει σχετική δικαστική απόφαση που να κηρύσσει τα πρόσωπα ένοχα. Έτσι πρόκειται τελικά για έναν όρο όχι μόνο τεχνικά ασαφή, αλλά, ανάλογα και με το πλαίσιο της χρήσης του, μπορεί να αποτελέσει και προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, ως μια περίπτωση εξύβρισης.

Για τον ίδιο άλλωστε λόγο και διεθνώς ο αντίστοιχος όρος illegal immigrant αποφευγεται π.χ. στα επίσημα κείμενα της ΕΕ.

Αλλά ας δούμε την ιστορία του όρου «λαθρομετανάστης» -και απο εδώ αρχίζει το παλιότερο άρθρο που αναδημοσιεύω.

Οι λέξεις «λαθρομετανάστης, λαθρομετανάστευση» μπήκαν στην επικαιρότητα και στα λεξικά στη δεκαετία του 1990. Σε παλιότερα λεξικά δεν φαίνεται να υπάρχουν: για παράδειγμα, δεν τις έχει το 15τομο λεξικό του Δημητράκου (1938) ούτε το μεταπολεμικό του Σταματάκου. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη, που πρέπει να κυκλοφόρησε το 1993 δεν περιλαμβάνει τέτοιο λήμμα. Αντίθετα, το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, που κυκλοφορούν και τα δύο το 1998, έχουν το λήμμα.

Ωστόσο, σε σώματα κειμένων βρίσκουμε από παλιότερα αναφορές σε λαθρομετανάστες και στη λαθρομετανάστευση. Κάνοντας, για παράδειγμα, αναζήτηση στο σώμα της εφημερίδας Τα Νέα, βρίσκουμε σποραδικές αναφορές σε ασιάτες μετανάστες από το 1975, καθώς και τους πρώτους «κινδυνολογικούς» τίτλους (π.χ. Κίνδυνοι επιδημιών από λαθρομετανάστες; Νέα 2.9.1978, σ. 5). Αυτές πρέπει να είναι και οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης «λαθρομετανάστης» για περιπτώσεις μετανάστευσης προς την Ελλάδα. Νωρίτερα, αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουμε κάμποσες αναφορές σε «λαθρομετανάστες» εβραίους που μετέβαιναν στην Παλαιστίνη την περίοδο αμέσως πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μάνη, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »