Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία

Το ιστολόγιο του Νίκου Σαραντάκου, για τη γλώσσα, τη λογοτεχνία και… όλα τα άλλα

Archive for the ‘Επαναλήψεις’ Category

Ιστολογικά κεσάτια 2018

Posted by sarant στο 16 Αύγουστος, 2018

Παραδοσιακά, οι πέντε-δέκα μέρες γύρω από τον Δεκαπενταύγουστο είναι από τις περιόδους με τη μικρότερη κίνηση στα ιστολόγια, όσο κι αν η κρίση έχει αναγκάσει πολύ κόσμο να στερηθεί τις διακοπές του. Και φέτος η κίνηση στο ιστολόγιο έχει μειωθεί αυτές τις μέρες, αν και όχι όσο άλλες χρονιές -και βέβαια αυτό είναι πιο αισθητό σε μένα που βλέπω τα στατιστικά των επισκέψεων.

Οπότε, θα συνεχίσω με μια παράδοση του ιστολογίου, δηλαδή θα ανεβάσω και πάλι σήμερα, ελαφρώς ξανακοιταγμένο, ένα άρθρο που πρώτη φορά το ανέβασα τέτοια μέρα το 2009 και που έκτοτε το ανεβάζω σχεδόν κάθε χρόνο, αν και πέρυσι δεν το έβαλα, πάντως τις περισσότερες χρονιές που υπάρχει το ιστολόγιο (πλάκα-πλάκα, τούτος είναι ο δέκατος ιστολογημένος μου Αύγουστος).

Η ανάπαυλα αυτή δίνει και στον ιστολόγο μία μέρα ημιρεπό, μια και το σερί των αναρτήσεων, ένα άρθρο τη μέρα, συνεχίζεται αδιάλειπτο από τα τέλη Ιανουαρίου του 2014. Θα μου πεις, συμβιβάζεται αδιάλειπτο σερί με επαναλήψεις; Ιστορικός συμβιβασμός, θα απαντήσω -και θα θυμίσω ότι τα τρία πρώτα χρόνια του ιστολογίου δεν είχαμε δεκαπενταυγουστιάτικο άρθρο.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Posted in Επαναλήψεις, Ευτράπελα | Με ετικέτα: , , , | 90 Σχόλια »

Ο βασιλιάς του καλοκαιριού;

Posted by sarant στο 18 Ιουλίου, 2018

Καθώς αυτές τις μέρες ταξιδεύω, το ιστολόγιο αναδημοσιεύει παλιότερα άρθρα. Καλοκαίρι έχουμε άλλωστε, εποχή επαναλήψεω, αλλά και κατάλληλη εποχή για τον καρπό που θα δούμε σήμερα, που αρκετοί τον θεωρούν «βασιλιά του καλοκαιριού». Η αμέσως προηγούμενη αναδημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Φαίνεται πως για τους περισσότερους το καρπούζι είναι ο βασιλιάς των φρούτων του καλοκαιριού –όμως εγώ έχω κηρύξει δημοκρατία· θέλω να πω, δεν συμμερίζομαι τη γενική λατρεία για το καρπούζι –ευχαρίστως θα το γευτώ στο εστιατόριο, στο τέλος του γεύματος, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα το θεωρούσα το αγαπημένο μου φρούτο. Αν όμως γευστικά το καρπούζι βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα των προτιμήσεών μου, γλωσσικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μεγάλη ποικιλία από ονόματα σε διάφορες γλώσσες.

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει. Βρίσκω ότι καρπούζ το λένε (μεταξύ άλλων ονομάτων) και οι Βούλγαροι. Βέβαια, επειδή λέξη όπως το καρπούζι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή στην επίσημη ονοματολογία, πλάστηκε η «ελληνική» ονομασία υδροπέπων, που τη βάζω σε εισαγωγικά διότι είναι καραμπινάτο μεταφραστικό δάνειο, από το γαλλικό melon d’eau και άλλες ανάλογες ονομασίες στα αγγλικά (watermelon), στα γερμανικά (Wassermelone) και σε άλλες γλώσσες.

Είναι δηλαδή το καρπούζι, κατά την ονομασία αυτή, ένα πεπόνι με μπόλικο νερό· άλλωστε, από φυτολογική άποψη καρπούζια και πεπόνια είναι συγγενικά είδη. Να πούμε εδώ ότι η λέξη melon της αγγλικής (και οι ανάλογες των άλλων γλωσσών) ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, που είναι δάνειο από το ελλ. μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, το μηλοπέπων των αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανότατα ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, λέω εγώ.

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν –το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Παροιμίες, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , | 205 Σχόλια »

Το παλιό μας το τεφτέρι ξανά

Posted by sarant στο 16 Ιουλίου, 2018

Σύμφωνα με την παλιά παροιμία, ο μπακάλης σαν φτωχύνει, τα παλιά τεφτέρια πιάνει. Το κάνει αυτό με την ελπίδα πως μπορεί ν’ ανακαλύψει τίποτα ξεχασμένα βερεσέδια, που τα είχε θεωρήσει ανάξια λόγου τον καιρό των παχιών αγελάδων ή που τα είχε παραβλέψει.

Κι εγώ τον μπακάλη της παροιμίας θα μιμηθώ, όχι επειδή φτώχυνα παρά γιατί ταξιδεύω -κι επειδή ασθενής και οδοιπόρος άρθρο δεν μπορεί να γράψει, το σημερινό μας άρθρο, και καναδυό επόμενα, θα είναι επαναλήψεις ή τέλος πάντων κονσέρβες.

Επαναλαμβάνω σήμερα λοιπόν ένα άρθρο που, ακριβώς, μιλάει για τα παλιά τεφτέρια, από ετυμολογική όμως άποψη, διότι η ιστορία της λέξης είναι μεγάλη και ενδιαφέρουσα. Το αρχικό άρθρο είχε δημοσιευτεί το μακρινό 2009, οπότε ελπίζω πως δεν θα το θυμούνται όλοι οι σημερινοί αναγνώστες. Έχω όμως προσθέσει κάμποσα που δεν υπήρχαν στην πρώτη δημοσίευση, που ήταν αμιγώς ετυμολογική, και έχω ενσωματώσει κάποια από τα σχόλια της πρώτης δημοσίευσης.

Η διφθέρα στα αρχαία σήμαινε αρχικά το δέρμα το κατεργασμένο, το πετσί. Είναι λέξη πολύ παλιά, αφού στα μυκηναϊκά υπάρχει ένας dipteraporo (διφθεροφόρος;). Προέρχεται από το ρήμα δέφω, το οποίο σήμαινε «κάνω κάτι μαλακό τρίβοντάς το», όπως λέει το Λίντελ Σκοτ, κι αν πήγε το μυαλό σας στο πονηρό καλώς πήγε. Οι αρχαίοι έλεγαν δέφομαι ή δέφω εαυτόν γι’ αυτή τη χρήση. Σε ένα ασεβέστατο απόσπασμα του κωμικού Εύβουλου για τον τρωικό πόλεμο, διαβάζουμε ότι οι Αχαιοί δεν είχαν εταίρες μαζί τους κι έτσι «εαυτούς δ’ έδεφον ενιαυτούς δέκα».

Το αρχαίο δέφω, πάντως, με την αθώα σημασία του, έχει διατηρηθεί στη σημερινή βυρσοδεψία και στις δεψικές ουσίες της χημείας. Με την άλλη σημασία του δεν έχει διατηρηθεί, αν και ένας φίλος του παππού μου είχε τη συνήθεια να αποκαλεί «δέπτορες» όλους τους ημιμαθείς ενοχλητικούς που συναντούσε, ενίοτε μάλιστα και να τους συστήνει, «από εδώ ο κύριος τάδε, δέπτωρ της φιλοσοφίας». Το έχω αναστήσει κι εδώ, πρόσφατα, με παραλλαγή. Αλλά παρεκτρέπομαι, με περισσότερες από μία σημασίες.

Η διφθέρα δεν ήταν μόνο το πετσί, ήταν επίσης και το κατεργασμένο δέρμα που χρησιμοποιούσαν για γραφική ύλη, η περγαμηνή. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι οι Ίωνες αποκαλούν διφθέρες και τους παπύρους, διότι τον παλιό καιρό που δεν είχαν παπύρους (βύβλους) έγραφαν πάνω σε κατεργασμένα δέρματα (διφθέρας) αιγοπροβάτων κι έτσι το όνομα έμεινε. Και πολλοί βάρβαροι γράφουν σε τέτοιες διφθέρες, μας λέει:

Καὶ τὰς βύβλους διφθέρας καλέουσι ἀπὸ τοῦ παλαιοῦ οἱ Ἴωνες͵ ὅτι κοτὲ ἐν σπάνι βύβλων ἐχρέωντο διφθέρῃσι αἰγέῃσί τε καὶ οἰέῃσι· ἔτι δὲ καὶ τὸ κατ΄ ἐμὲ πολλοὶ τῶν βαρβάρων ἐς τοιαύτας διφθέρας γράφουσι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων | Με ετικέτα: , , , , , | 112 Σχόλια »

Η αγωνία του επιθετικού πριν από το πέναλτι

Posted by sarant στο 5 Ιουλίου, 2018

Χτες και σήμερα δεν γίνονται αγώνες για το Μουντιάλ, οπότε επωφελούμαι από αυτη την ανάπαυλα για ένα ποδοσφαιρικό λεξιλογικό άρθρο, που εν μέρει μόνο ειναι επαναληψη ενός (αρκετά) παλιότερου. Θα το αφιερώσω στα πέναλτι, που έκαναν κάτι παραπάνω από αισθητή την παρουσία τους, αφενός στην κανονική διάρκεια του αγώνα, όπου η καινοτομία του VAR έδωσε μια νέα διάσταση στο αιώνιο ερώτημα (Ήταν πέναλτι ή δεν ήταν;) και αφετέρου μετά τη λήξη της παράτασης στους αγώνες νοκάουτ σαν μέθοδος για να ξεκαθαρίσει ο νικητής.

Από τους οχτώ αγώνες των αντιπροημιτελικών (δεν ξέρω αν υπάρχει αυτός ο όρος, εννοώ βέβαια τη φάση των 16) οι τρεις πήγαν στην παράταση και όλοι τους οδηγήθηκαν στη συνέχεια σε πέναλτι. Χτυπήθηκαν 29 πέναλτι (ένα δεν χρειάστηκε να εκτελεσθεί, στον αγωνα Ρωσίας-Ισπανίας) και στα 19 είχαμε γκολ. Ποσοστό επιτυχίας 65,5%.

Υπάρχουν βέβαια και τα πέναλτι στην κανονικη διάρκεια του αγώνα -μεχρι τώρα, αν μέτρησα καλά, στους 56 αγώνες του φετινού μουντιάλ έχουν σφυριχτεί 28 πέναλτι (σε 10 περιπτώσεις ο διαιτητής συμβουλεύτηκε το VAR προηγουμένως) και από αυτά μπήκαν γκολ τα 21, ποσοστό 75%.

Θα ήταν παρακινδυνευμένο από τόσο μικρό δειγμα να βγάλουμε το συμπέρασμα ότι τα πέναλτι της έκτακτης διαδικασίας αποτυχαίνουν πιο εύκολα από τα κανονικά πέναλτι, της ροής του αγώνα, όμως αυτο πραγματι ισχύει. Από μελέτες που έχουν γίνει προκύπτει μια διαφορά περίπου τεσσάρων ποσοστιαίων μονάδων. Αυτό μπορεί να εξηγηθει από την μεγαλύτερη ψυχολογική πίεση αλλά και από έναν άλλο παράγοντα: τα πέναλτι της κανονικής ροής τα χτυπάει συνήθως ένας παικτης, ο ίδιος πάντα, που είναι σπεσιαλίστας σε αυτό, όπως ο Κέιν που έβαλε δύο στο ματς Αγγλία-Παναμάς. Αντιθετα, στα πέναλτι της έκτακτης διαδικασίας επιστρατεύονται πέντε παίχτες, σχεδον η μισή εντεκάδα, οπότε αναπόφευκτο είναι να χτυπήσουν πέναλτι και κάποιοι που δεν είναι και τόσο καλοί -αν μάλιστα μετά τα 5 πέναλτι εκατέρωθεν υπάρχει ισοπαλία οι ομάδες συνεχίζουν να χτυπάνε πέναλτι, από ένα η καθεμία ώσπου να αναδειχτεί νικητής, οπότε δεν αποκλείεται να κληθούν να εκτελέσουν και οι πιο ατζαμήδες της ομάδας.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Αντιδάνεια, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Ορθογραφικά | Με ετικέτα: , , , , , | 154 Σχόλια »

Το ώριμο φρούτο ξανά

Posted by sarant στο 4 Ιουλίου, 2018

Μπήκε για τα καλά το καλοκαίρι, κι ας μας εκνεύρισε ο Ιούμβριος, κι ακόμα δεν έχουμε κεράσει ένα φρουτάκι. Ο λόγος είναι ότι τα άρθρα για τα οπωρικά, που πρώτα παρουσιάστηκαν στο ιστολόγιο και στη συνέχεια αποτέλεσαν το βιβλίο Οπωροφόρες λέξεις το 2013, έχουν όλα σχεδόν αναδημοσιευτεί στο ιστολόγιο σχετικά πρόσφατα, πριν από 2 ή 3 χρόνια δηλαδή και φροντίζω ν’ αποφεύγω τις τόσο κοντινές επαναλήψεις. Όλα σχεδόν όμως, όχι όλα. Έτσι σήμερα αναδημοσιεύω ένα άρθρο που πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο πριν από τέσσερα χρόνια, πάλι Ιούλιο μήνα, όπως αρμόζει σε φρούτο της εποχής. Πάντως, για να μην παραπονιούνται και οι ισχυρομνήμονες, έχω προσθέσει κάμποσο υλικό που δεν υπήρχε στην πρώτη δημοσίευση, κυρίως ενσωματώνοντας δικά σας σχόλια αλλά όχι μόνο.

Ποιο είναι το ώριμο φρούτο; Μη σας παραπλανά ο τίτλος, όταν λέω για ώριμο φρούτο δεν υπαινίσσομαι την οποιαδήποτε κυβέρνηση και δεν έχω στο νου μου τη λεγόμενη «θεωρία του ώριμου φρούτου», σύμφωνα με την οποία αυτό που πρέπει να κάνει η οποιαδήποτε αντιπολίτευση είναι να κρατήσει χαμηλό προφίλ και να περιμένει την κυβέρνηση να καταρρεύσει μόνη της, από τις δικές της αδυναμίες, όπως μόνος του πέφτει από το κλαδί του δέντρου ο καρπός σαν έρθει η ώρα του. Το σημερινό άρθρο δεν ασχολείται με την πολιτική.

Φρούτα υπάρχουν άγουρα, ώριμα και υπερώριμα –φυσικά, ανάλογα με την εποχή στην οποία βρίσκονται– αλλά υπάρχει κι ένα φρούτο που είναι πάντοτε ώριμο! Με το δίκιο σας θα μου πείτε ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο· αδύνατο στη φύση, όχι όμως στη γλώσσα. Εννοώ ότι υπάρχει ένα φρούτο που το ίδιο του το όνομα δηλώνει απλώς ότι είναι ώριμο. Είναι το πεπόνι.

Στα νέα ελληνικά το λέμε πεπόνι, στην ελληνιστική εποχή ήταν πεπόνιον, υποκοριστικό του αρχαίου πέπων· η αρχική σημασία της λέξης πέπων είναι ακριβώς «ώριμος καρπός». Προέρχεται από το ρήμα πέσσω που σημαίνει ψήνω, ωριμάζω, αλλά και χωνεύω – και η πέψη από εκεί προέρχεται. Αρχικά το πέπων έπαιζε ρόλο επιθέτου στα αρχαία, μια και η πλήρης ονομασία ήταν «σίκυος πέπων» (στον Ιπποκράτη). Πρέπει να πούμε ότι καθόλου βέβαιοι δεν είμαστε τι είδους ώριμος καρπός ήταν αυτός ο «σίκυος» της κλασικής εποχής,  ωστόσο από τα αρχαιολογικά ευρήματα προκύπτει ότι τα πεπόνια ήταν γνωστά κατά την αρχαιότητα στην Ελλάδα.

Κάποια στιγμή το επίθετο «πέπων» ουσιαστικοποιήθηκε και έμεινε μόνο του. Ο Φρύνιχος, ο συντηρητικός αττικιστής δάσκαλος του 2ου αιώνα μ.Χ., συμβούλευε τους μαθητές του να μην χρησιμοποιούν τη λέξη «πέπων» προκειμένου να αναφερθούν στον συγκεκριμένο καρπό, τον σίκυο, διότι πέπων είναι ο οποιοσδήποτε ώριμος καρπός, αλλά ήδη η γλώσσα είχε προχωρήσει αφήνοντας τον Φρύνιχο έξι αιώνες πίσω – το έχουν πάθει αυτό πολλοί δάσκαλοι ανά τους αιώνες…

Τα πεπόνια στα αγγλικά και στα γαλλικά λέγονται melon, λέξη που ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, το οποίο είναι δάνειο από το ελληνικό μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo και πάλι δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, ο μηλοπέπων των δικών μας αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκουρίδη και του Γαληνού πιθανόν ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, θα έλεγα. Κατά τον Dalby, ο μηλοπέπων ήταν το πεπόνι, ή κάποια ποικιλία του, αν και ορισμένες περιγραφές ταιριάζουν και στα καρπούζια. Γενικά, να παρατηρήσω ότι με την κακή συνήθεια που είχαν οι αρχαίοι να χρησιμοποιούν ίδιες λέξεις για διαφορετικούς καρπούς, δεν ξέρουμε ποιες αναφορές στα κείμενα αφορούν αγγούρια, ποιες κολοκύθια, ποιες καρπούζια και ποιες πεπόνια.

Για να κάνουμε μια φυτολογική παρένθεση, πεπόνια, καρπούζια, αγγούρια και κολοκύθια ανήκουν όλα στην ίδια βοτανική οικογένεια, Cucurbitaceae, ενώ μέσα στην οικογένεια τα πεπόνια πιο πολύ συγγενεύουν με τα αγγούρια, αφού ανήκουν στο ίδιο γένος, Cucumis, ενώ το κολοκύθι είναι άλλο γένος (Cucurbita) και το καρπούζι επίσης άλλο (Citrullus).

Πάντως, στα βυζαντινά κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές σε πεπόνια, στον δε Πωρικολόγο, το σατιρικό κείμενο του 13ου-14ου αιώνα, διαβάζουμε ότι ο πέπων εχλεμπονίασεν. Όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, η «μάγκικη» λέξη «χλεμπονιάζω» (απ’ όπου και ο χαρακτηρισμός «χλεμπονιάρης», που τον χρησιμοποιούσε συχνά ο Τσιφόρος) είναι στην πραγματικότητα βυζαντινή, άλλωστε χλεμπόνα είναι το υπερώριμο αγγούρι ή πεπόνι ή κολοκύθι που έχει πάρει αρρωστημένο, χλωμό χρώμα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Γλωσσικά συμπόσια, Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Φρασεολογικά, Φρούτα εποχής | Με ετικέτα: , , , , , | 144 Σχόλια »

Η λαθρομετανάστευσις εις τον λιμένα Πειραιώς ξανά

Posted by sarant στο 18 Ιουνίου, 2018

Ταξίδευα χτες οπότε δεν προλάβαινα να γράψω φρέσκο άρθρο κι έτσι καταφεύγω στη δοκιμασμένη λυση της αναδημοσίευσης ενός παλιότερου. Διάλεξα μάλιστα ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε εδώ ακριβώς σαν σήμερα αλλά πριν από εννιά χρόνια, τότε που το ιστολόγιο μετρούσε λίγους μηνες ζωής μόνο.

Αν συγκρίνετε με το αρχικό άρθρο, θα δείτε ότι έχω προσθέσει κάποια πράγματα στην αρχή-αρχή του άρθρου, επειδή προσφατα το θέμα αυτό συζητηθηκε σε μια γλωσσική ομαδα στο Φέισμπουκ.

Ρωτησε κάποιος φίλος την ομήγυρη:

Τι γνώμη έχετε για τη λέξη λαθρομετανάστης; Την θεωρείτε ουδέτερη; Όπως για παράδειγμα τη λέξη λαθρεπιβάτης; Ή για εσάς έχει υποτιμητικό περιεχόμενο;

Απάντησα ότι προσωπικά τη λέξη τη θεωρώ φορτισμένη, όχι ουδέτερη -μεταξύ άλλων εξαιτίας της χρήσης της σε ξενοφοβικά κηρύγματα. Μια φίλη συμπλήρωσε ότι όποιος χρησιμοποιεί τη λέξη σε πολιτικό κόντεξτ πρέπει να είναι προετοιμασμένος για αντιδράσεις και σίγουρα δεν δικαιούται να διαμαρτυρηθεί αν τον κατατάξουν ακριβώς επειδή τη χρησιμοποίησε.

Πιο επιστημονικά τα λέει ο Ηλεδικηγόρος, σε παλιότερο άρθρο του, στο οποιο επισημαίνει ότι ούτε στον ποινικό κώδικα ουτε στις ποινικές διατάξεις του νόμου που διέπει τη μετανάστευση (Ν.3386/2005, «Για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια») δεν απαντά ο ορος «λαθρομεταναστης» ή «λαθρομετανάστευση» παρά μονο σε μια διάταξη διοικητικού δικαίου του εν λόγω νόμου (άρθρο 76). Και συμπεραίνει:

Έτσι, η χρήση του όρου «λαθρομετανάστες» στο δημόσιο λόγο, θεωρώ ότι προσβάλλει το τεκμήριο της αθωότητας αλλά και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των προσώπων, στα οποία αναφέρεται. Γιατί τους αποδίδει αυτομάτως την ιδιότητα του παρανόμου, χωρίς να προβλέπεται τέτοια ιδιότητα και, πολύ περισσότερο, χωρίς βέβαια να υπάρχει σχετική δικαστική απόφαση που να κηρύσσει τα πρόσωπα ένοχα. Έτσι πρόκειται τελικά για έναν όρο όχι μόνο τεχνικά ασαφή, αλλά, ανάλογα και με το πλαίσιο της χρήσης του, μπορεί να αποτελέσει και προσβολή της προσωπικότητας του άλλου, ως μια περίπτωση εξύβρισης.

Για τον ίδιο άλλωστε λόγο και διεθνώς ο αντίστοιχος όρος illegal immigrant αποφευγεται π.χ. στα επίσημα κείμενα της ΕΕ.

Αλλά ας δούμε την ιστορία του όρου «λαθρομετανάστης» -και απο εδώ αρχίζει το παλιότερο άρθρο που αναδημοσιεύω.

Οι λέξεις «λαθρομετανάστης, λαθρομετανάστευση» μπήκαν στην επικαιρότητα και στα λεξικά στη δεκαετία του 1990. Σε παλιότερα λεξικά δεν φαίνεται να υπάρχουν: για παράδειγμα, δεν τις έχει το 15τομο λεξικό του Δημητράκου (1938) ούτε το μεταπολεμικό του Σταματάκου. Ακόμα πιο χαρακτηριστικά, το Ελληνικό Λεξικό των Τεγόπουλου-Φυτράκη, που πρέπει να κυκλοφόρησε το 1993 δεν περιλαμβάνει τέτοιο λήμμα. Αντίθετα, το Λεξικό Μπαμπινιώτη και το ΛΚΝ, που κυκλοφορούν και τα δύο το 1998, έχουν το λήμμα.

Ωστόσο, σε σώματα κειμένων βρίσκουμε από παλιότερα αναφορές σε λαθρομετανάστες και στη λαθρομετανάστευση. Κάνοντας, για παράδειγμα, αναζήτηση στο σώμα της εφημερίδας Τα Νέα, βρίσκουμε σποραδικές αναφορές σε ασιάτες μετανάστες από το 1975, καθώς και τους πρώτους «κινδυνολογικούς» τίτλους (π.χ. Κίνδυνοι επιδημιών από λαθρομετανάστες; Νέα 2.9.1978, σ. 5). Αυτές πρέπει να είναι και οι παλαιότερες εμφανίσεις της λέξης «λαθρομετανάστης» για περιπτώσεις μετανάστευσης προς την Ελλάδα. Νωρίτερα, αμέσως μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, έχουμε κάμποσες αναφορές σε «λαθρομετανάστες» εβραίους που μετέβαιναν στην Παλαιστίνη την περίοδο αμέσως πριν από την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ιστορίες λέξεων, Μάνη, Μετανάστες | Με ετικέτα: , , | 165 Σχόλια »

Μουντιαλόφσκι

Posted by sarant στο 11 Ιουνίου, 2018

Μπήκαμε πια στην τελική ευθεία για το φετινό Μουντιάλ, καιρός λοιπον να βάλει το ιστολόγιο ένα μουντιαλικό άρθρο, για να εκφραστούν νομίμως τα φίλαθλα αισθήματα του φιλοθεάμονος κοινού.

Το Μουντιάλ του 2018 είναι το τρίτο Παγκόσμιο Κύπελλο που διοργανώνεται όσο υπάρχει το ιστολόγιο και είχαμε και στο παρελθόν ασχοληθεί, με περισσότερα από ένα άρθρα μαλιστα, πολύ περισσότερο που το 2010 και το 2014 είχαμε και ελληνική συμμετοχή. Μοιραία, θα επαναλάβω σήμερα υλικό από ένα άρθρο που είχα βάλει και το 2010 και το 2014, φυσικά με τις απαραίτητες προσαρμογές. Γκάλοπ για το Μουντιάλ δεν θα κάνω τώρα, ίσως όμως βάλω ένα πριν αρχίσει η φάση των 16. Πρέπει πάντως να ομολογήσω ότι τον τελευταίο καιρό δεν παρακολουθώ και πολύ ποδόσφαιρο και μάλιστα τώρα συνειδητοποιησα ότι για τη μέρα του τελικού (που γίνεται και νωρίς, στις 6 το απόγευμα) έχω κανονίσει εκδρομή.

Το φετινό Μουντιάλ γίνεται στη Ρωσία, πρώτη φορά σε χώρα του πρωην υπαρκτού σοσιαλισμού -που, όσο υπήρξε, πρόφτασε να φιλοξενήσει μόνο την Ολυμπιάδα του 1980. Ο επίσημος τίτλος της διοργανωσης είναι 2018 FIFA World Cup και σε κάποιες ραδιοφωνικές διαφημισεις για κληρώσεις με βραβείο εισιτηρια για κάποιο παιχνιδι της διοργάνωσης άκουσα να χρησιμοποιείται αυτό το άκρως δυσκολοπρόφερτο μακρινάρι (το «2018» στα ελληνικά, το υπολοιπο αγγλιστί).

Ο ρώσικος τίτλος είναι Чемпиона́т ми́ра по футбо́лу 2018, και αναγνωρίζετε την πρώτη λέξη, τσεμπιόνατ, εδώ (που μοιαζει με γαλλικό δάνειο, αλλά μάλλον είναι αγγλικό, από το champion) και την τελευταία, φουτμπόλ. Η δεύτερη λέξη, μιρ, ειναι ο κόσμος -και η ειρήνη, мир: μιρ μίρου που το λέγαμε παλιότερα θα πει «ειρήνη στον κόσμο». Οι Ρώσοι, δηλαδή, μιλούν για παγκόσμιο πρωτάθλημα, όπως και οι Γερμανοί (Fußball-Weltmeisterschaft) ενώ στις περισσότερες άλλες γλώσσες μιλάνε για Κύπελλο. Παρεμπιπτόντως, στα τούρκικα η επίσημη ονομασία του παγκοσμίου κυπέλλου θυμίζει εκείνα τα ανέκδοτα με τις ψευτοτουρκικές λέξεις, αφού είναι ΦΙΦΑ Ντουνιά Κουπασί (ντουνιάς ο κόσμος, κούπα το κύπελλο, βέβαια).

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in ποδόσφαιρο, Επαναλήψεις, Επικαιρότητα, Ιστορίες λέξεων, Ρωσικά | Με ετικέτα: , , , | 269 Σχόλια »

Αποφράδες ημέρες και κερκόπορτες ξανά

Posted by sarant στο 30 Μαΐου, 2018

Κανονικά, το άρθρο αυτό, που είχε αρχικά δημοσιευτεί το 2012, θα έπρεπε να αναδημοσιευτεί χτες, που ήταν η επέτειος της Άλωσης της Πολης. Η αιτία για την αναδημοσίευση δεν είναι ότι έχουν περάσει έξι χρόνια και το παλιό άρθρο θα έχει ξεχαστεί, είναι περισσότερο ότι κάποια λινκ που είχαν δοθεί σε σχόλια του παλιού άρθρου δεν λειτουργούν πια. Αυτό το διαπίστωσα τυχαία χτες το πρωί, και ο φίλος Γρηγόρης, που τα είχε αρχικά ανεβάσει, προθυμοποιήθηκε να τα μεταφέρει αλλού και μάλιστα να προσθέσει και κάποιες άλλες πηγές -κι έτσι τις παραθέτω όλα μαζί στο τέλος του άρθρου. Και αποφάσισα να το δημοσιεύσω σήμερα το άρθρο κι ας είναι πάρωρο, παρά να περιμένω ένα χρόνο.

Χτες είχαμε Τρίτη 29 Μαΐου, επέτειο της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης πριν από 565 χρόνια, αποφράδα ημέρα σύμφωνα με τα κλισέ, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε σύντομα με άξονα δυο λέξεις σχετικές με την ημέρα, που τις βλέπετε στον τίτλο.

Λέμε ότι η 29η Μαΐου 1453 είναι αποφράδα ημέρα (ή αποφράς ημέρα στην καθαρεύουσα), επειδή τη μέρα εκείνη έπεσε η Πόλη. Αποφράδα λέγεται η μέρα η καταραμένη, που συνδέεται με κάποιο τραγικό γεγονός που σημάδεψε την ιστορία ενός λαού ή τη ζωή ενός ανθρώπου, λέγεται και η μέρα η γρουσούζικη, η δυσοίωνη: η Τρίτη έτσι κι αλλιώς θεωρείται ημέρα αποφράδα, πολύ περισσότερο σήμερα που συμπίπτει με την επέτειο της άλωσης.

(Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η Τρίτη εγινε γρουσούζικη επειδή η 29.5.1453 ήταν Τρίτη, αλλά αυτό δεν ισχύει, ήταν γρουσούζικη από παλιότερα).

Η λέξη αποφράς είναι αρχαία, από το στερητικό από και το ρ. φράζω (μιλώ, απ’ όπου και φράση κτλ.), είναι δηλαδή η μέρα εκείνη για την οποία δεν κάνει να μιλάει κανείς· συχνά στα αρχαία τη βρίσκουμε σε πληθυντικό, αποφράδες ημέραι, οι μη καθαρές, οι απαγορευμένες. Και όπως το εξηγεί έμμετρα ο βυζαντινός λόγιος Ιωάννης Τζέτζης:

Ἡ ἀποφρὰς ἡ μισητὴ ἥνπερ μισεῖ τις φράσαι.
Ἦσαν καὶ ἀποφράδες δε τοῖς παλαιοῖς ἡμέραι,
ἐν αἷς τισὶ συνέβησαν θλίψεις καὶ περιστάσεις·

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 271 Σχόλια »

Κωνσταντίνου και Ελένης λοιπόν

Posted by sarant στο 21 Μαΐου, 2018

Εδώ στην Εσπερία σήμερα είναι αργία και όπως έγραψα προχτές έχω πάει μια μικρή εκδρομή. Στην Ελλάδα, πάλι, δεν είναι αργία (αν και ήταν πολύ παλιότερα) ωστόσο γιορτάζει η μισή Ελλάδα κατά το κοινώς λεγόμενο: Κωνσταντίνου και Ελένης, λίγες θα είναι οι οικογένειες που δεν θα έχουν κάποιον ή κάποια που να γιορτάζει (εγώ έχω την αδερφή μου, χώρια θείους και ξαδέρφια). Οπότε, αφού άρθρο δεν προλαβαίνω να γράψω, επαναλαμβάνω ένα εορταστικο παλιότερο που τελευταία φορά το είχαμε δημοσιεύσει πριν από τρια χρόνια και παρακαλώ τους ισχυρομνήμονες να με συγχωρησουν για την επανάληψη (αν γιορτάζουν, δεν δικαιούνται να παραπονεθούν όμως).

Λοιπόν, σήμερα έχουμε μεγάλη γιορτή, μιαν από τις σπουδαιότερες στο εορτολόγιό μας. Αν πιστέψουμε τον πίνακα συχνοτήτων των ελληνικών ονομάτων του Χάρη Φουνταλή, βρίσκουμε τον Κωνσταντίνο στην τρίτη θέση, πολύ κοντά στον δεύτερο Δημήτρη και στον τέταρτο Γιάννη -πρωτος μακράν είναι ο Γιώργος-  και την Ελένη επίσης δεύτερη στα γυναικεία πίσω από την αναμφισβήτητη πρωταθλήτρια Μαρία. Δεν ξέρω αν η κατάταξη αυτή είναι απόλυτα σωστή, αλλά δίνει μια ιδέα της σχετικής συχνότητας των ονομάτων και της εορτολογικής σπουδαιότητας της μέρας. Και μην ξεχνάμε ότι και η Κωνσταντίνα είναι αρκετά διαδεδομένο όνομα, 14ο στον γυναικείο κατάλογο -ο Έλενος βέβαια είναι σπανιότατος (αν είναι το αρσενικό της Ελένης) κι έτσι κι αλλιώς γιορτάζει τον Νοέμβριο, όπως κι ο Λένος. Οπότε, σπουδαία γιορτή η σημερινή και να πω και χρόνια πολλά στην αδερφή μου τη Λένα και στον θείο και τον ξάδερφό μου τον Κώστα, αν διαβάζουν, και σε όλους τους άλλους εορτάζοντες φίλους του ιστολογίου, είτε φανερούς είτε ψευδώνυμους. Όμως θα προειδοποιήσω ότι είναι αδύνατο να εξαντλήσω όλες τις πτυχές των δυο ονομάτων, θα κορφολογήσω μερικές και θα αφήσω ενδεχομένως σε σας τη συμπλήρωση.

Ο λόγος που τα δυο ονόματα γιορτάζουν μαζί, είναι βέβαια ότι η αγία Ελένη ήταν η μητέρα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, που έπαιξαν κι οι δυο τον καθοριστικό ρόλο που ξέρουμε στην επικράτηση του χριστιανισμού, γι’ αυτό άλλωστε και η εκκλησία τούς θεωρεί ισαπόστολους, παραβλέποντας, καλώς ή κακώς δεν θα σταθούμε, ότι ο αυτοκράτορας δολοφόνησε τον γιο του και (με εντολή της μητέρας του) τη σύζυγό του. Και στις καλύτερες οικογένειες άλλωστε συμβαίνουν τέτοια μικροκαβγαδάκια.

Αν όμως το όνομα του Κωνσταντίνου έγινε διάσημο από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα, της Ελένης ήταν ήδη ξακουστό από την πανέμορφη βασίλισσα της Σπάρτης και της Τροίας.

Διότι, παρόλο που εορτολογικά συμπίπτουν, ετυμολογικά τα δυο ονόματα διαφέρουν: το όνομα Ελένη είναι αρχαίο ελληνικό, το Κωνσταντίνος λατινικό. Η Ελένη έχει άγνωστη ετυμολογία και ήδη από την αρχαιότητα είχαν διατυπωθεί παρετυμολογικές εξηγήσεις και συσχετίσεις, π.χ. με τη σελήνη, ενώ ο Κωνσταντίνος προέρχεται από το λατινικό επίθετο constans (σταθερός), δηλαδή ετυμολογικά ο Κώστας είναι ένα είδος εξευρωπαϊσμένου Στάθη.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Λαπαθιώτης, Ονόματα, Σατιρικά, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , , , | 161 Σχόλια »

Όταν η χούντα γλωσσολογούσε

Posted by sarant στο 20 Απρίλιος, 2018

Συμπληρώνονται αύριο 51 χρόνια από την κήρυξη της στρατιωτικής δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967, οπότε σκέφτομαι να αναδημοσιεύσω ένα άρθρο που είχα δημοσιεύσει πριν από 9 χρόνια, σε σχέση με το διαβόητο βιβλίο «Εθνική Γλώσσα», που αποτέλεσε ένα γλωσσικό μανιφέστο του καθεστώτος. Σε αυτή τη δεύτερη δημοσίευση έχω αναδιατάξει το υλικό και έχω αλλάξει κάποια πράγματα.

Το βιβλίο «Εθνική Γλώσσα» κυκλοφόρησε αρχικά το 1972 ως έκδοση του «Αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων» σε μεγαλο τιράζ. Διανεμήθηκε ευρέως από τους μηχανισμούς του κράτους και στις αρχές του 1973 πραγματοποιήθηκε «Δευτέρα έκδοσις, επηυξημένη και βελτιωμένη» με το εξώφυλλο που βλέπετε αριστερά (παρόμοιο πρέπει να ήταν και το εξώφυλλο της πρωτης έκδοσης).

Η δεύτερη έκδοση είναι πράγματι επαυξημένη, με αρκετές επιπλέον σελίδες και υποσημειώσεις, ενώ μια από τις υποσημειώσεις που προστέθηκαν επιτρεπει χρονολόγηση αφού αναφέρεται σε γεγονός που εγινε στις 22.11.1972.

Φαίνεται ότι οι εμπνευστές του εγχειρήματος εμειναν ευχαριστημένοι, διότι μέσα στο 1973 προχώρησαν σε τρίτη έκδοση και μάλιστα όχι πλέον «στρατιωτική».

Το βιβλίο τώρα κυκλοφόρησε βεβαίως υπό την αιγίδα και με την ενίσχυση του αρχηγείου Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά εκδότης ήταν η «Εταιρεία των Φίλων του Λαού».

Η εταιρεία αυτή, που ιδρύθηκε το 1865 (!), απέκτησε χάρη στη χούντα τα ιδιόκτητα γραφεία που και σήμερα διατηρεί στην οδό Ευριπίδου 12. Οι ιδρυτές της εταιρείας είχαν θεωρήσει «συμπλήρωμα και κορωνίδα του όλου έργου της Εταιρείας» την έκδοση βιβλίων, ωστόσο χρειάστηκε να περάσουν 108 ολόκληρα χρόνια για να πραγματοποιήσει η εταιρεία την πρώτη της έκδοση, κι αυτή έμελλε να είναι, με χουντική επιχορήγηση, η «Εθνική Γλώσσα». Ωραία κορωνίδα, δεν βρίσκετε; Άργησαν αλλά το πέτυχαν.

Η τρίτη έκδοση εκδόθηκε τον Ιούνιο του 1973. Πέρα από το σύντομο πρόλογο εκ μέρους της Εταιρείας των Φίλων του Λαού, δεν έχει πολλά νέα στοιχεία σε σύγκριση με τη δεύτερη, μόνο υποσημειώσεις -που μία από αυτές σχολιάζει χρονογράφημα της 18.1.1973. Και η τρίτη εκδοση μοιράστηκε πλατιά -δωρεάν βέβαια.

Συγγραφέας του βιβλίου δεν δηλώνεται, υπάρχει μονο η αναφορά σε «Αρχηγείον Ενόπλων Δυνάμεων». Ωστόσο, τον καιρό εκείνο ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η φήμη ότι το βιβλίο το έχει γράψει ο Οδυσσέας Αγγελής, ένας από τους πρωτεργάτες της χούντας, «αρχηγός» του στρατεύματος και αργοτερα «αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας», που αυτοκτόνησε στο κελί του στον Κορυδαλλό το 1987 σε ηλικία 75 ετών. Όπως μάλιστα δημοσιεύτηκε σε κάποια εφημερίδα μετά τη χούντα, οι άλλοι χουντικοί, που θεωρούσαν ψώνιο τον Αγγελή, έλεγαν μεταξύ τους: «Το διάβασες το βιβλίο του ακαδημαϊκού;» (αυτό το παρατσούκλι του είχαν βγάλει).

Στη δίκη των πρωταιτίων της χούντας, το 1975, ο μάρτυρας κατηγορίας Ευάγγελος Παπανούτσος αναφέρθηκε στο βιβλίο αυτό, θεωρώντας το αντεθνικό για όσα λέει κατά της γλώσσας του λαού. Σε ερώτηση του προέδρου, πρόσθεσε ότι «είναι απρόσωπον το βιβλίον». «Ξέρω ότι είναι απρόσωπον», απαντάει ο πρόεδρος Ιω. Ντεγιάννης, «αλλά υπάρχει ένας κάποιος θρύλος, ο οποίος…», οπότε ο Παπανούτσος απαντάει ότι «υπεστηρίχθη ότι ο ίδιος ο αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων τότε, ο Στρατηγός Αγγελής [ήταν] ο συγγραφεύς, δεν ξέρω σε συνεργασίαν με ποίους άλλους λογίους του». Σε μεταγενέστερο άρθρο του, ο Εμμανουήλ Κριαράς,  αναφέρθηκε στο ανόητο τεύχος «Εθνική γλώσσα» που δημοσίευσαν το 1973 ορισμένα «πνευματικά» ενεργούμενα των συνταγματαρχών.

Στο βιβλίο του «Γλώσσα και εθνικη ταυτότητα στην Ελλάδα 1766-1976» ο Πίτερ Μάκριτζ σχολιάζει το βιβλίο. Απορρίπτει την εικασία οτι το έγραψε ο Αγγελής και επισημαινει (σελ. 392, υποσημ. 1061) ότι «ενας από τους συμβούλους της εταιρείας ήταν ο Γεώργιος Κουρμούλης (1907-77), καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών από το 1949 μέχρι το 1977 και πρώην υπουργός Παιδείας, ο οποίος, αν όχι ο συγγραφέας του παραπάνω κειμένου, ήταν αναμφίβολα ένας από τους εμπνευστές του». Κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί προφορικά αλλά και γραπτά (π.χ. Στ. Κασιμάτης, Καθημερινη, 24.7.2009) υπαινιγμοί ότι συγγραφέας του βιβλίου ήταν ο Γ. Μπαμπινιώτης, που τότε ήταν βοηθός στην έδρα του Γ. Κουρμούλη.

Θα παρουσιάσω σύντομα το βιβλίο και στο τέλος θα αναφέρω μια δική μου εικασία για τον συγγραφέα του.

Ο άγνωστος χουντικός συγγραφέας στην αρχή ορίζει τι είναι λαός: «επί του γλωσσικού πεδίου, όταν λέγωμεν λαός, δεν εννοούμεν ολόκληρον τον Λαόν, αλλά μόνον τους αγραμμάτους». (Η έμφαση του συγγραφέα. Διατηρώ την ορθογραφία του πρωτοτύπου, εκτός από πνεύματα, περισπωμένη και υπογεγραμμένη). Στη συνέχεια, αποφαίνεται ότι στην Ελλάδα του 1973 υπάρχουν εν χρήσει τρεις γλώσσες: η λαϊκή, η λογία (καθαρεύουσα) και η δημοτική, η οποία έχει ως πυρήνα της τα ιδιώματα της Πελοποννήσου και τείνει να καταστεί σχεδόν μητρική γλώσσα των μεγάλων αστικών κέντρων. Επομένως, λέει, δεν έχουν δίκιο οι δημοτικιστές όταν ζητούν να διδάσκεται το παιδί στο σχολείο τη γλώσσα που μαθαίνει από τη μάνα του, αφενός «διότι καμμία μάννα δεν λέγει, φέρ’ ειπείν, ‘της κυβέρνησης’» (η δική μου η μάνα πάντως έτσι έλεγε το 1973) και αφετέρου διότι «το παιδί του λαού της Ρούμελης, της Θεσσαλίας, της Μακεδονίας μαθαίνει από την μητέρα του να λέγη: Ψόφσι του μσκαρ. Του σκλι τ’ Γιώρ’ τ’ κφου πήδσι του φραχτ κι δάκους του γρουν τς θειας τς Λιενς. Πιρίμινι ναρθ η πατέρας ναν του που να σι δειρ. Τς έεις τς ασς; Πραζ π’ τράου; κλπ.»

Τη γλωσσική εξέλιξη ο χουντικός γλωσσολόγος τη θεωρεί τυχαία και ανώμαλη, αποτέλεσμα αγραμματοσύνης. Αρνείται ότι υπάρχουν νόμοι της γλωσσολογίας, π.χ. ότι «όταν εις την αυτήν λέξην υπάρχουν δύο ρ γίνεται ανομοίωσις», π.χ. άροτρο > αλέτρι, πρώρα > πλώρη. Τότε, λέει, γιατί το κριάρι δεν έπαθε ανομοίωση, ή το τριάρι ή το κριθάρι; Δεν πρόκειται για νόμο, πρόκειται για παραποίηση, αυτό δεν είναι εξέλιξις είναι διαφθορά.

Μιμούμενος τον Μπέρναρντ Σω που για να ειρωνευτεί την προφορά της αγγλικής είχε γράψει ότι η λέξη fish θα μπορούσε κάλλιστα να γράφεται ghoti (το γιατί το βλέπετε εδώ, αν και βλέπω ότι κακώς αποδίδεται στον Μπ. Σω), λέει ότι «βάσει των νόμων της γλωσσολογίας» η λέξη αγελάδα προέρχεται από τη λέξη κόρη ως εξής: κόρη > γόρη (κατά το κωβιός > γωβιός), γόρη > αγόρη (κατά το α-μασκάλη), αγόρη > αγέρη (κατά το αποθνήσκω > πεθαίνω), αγέρη > αγέλη (κατά το πρώρα > πλώρη) και αγέλη > αγελάδα (κατά το ζάλη > ζαλάδα), όπερ έδει δείξαι (σελ. 26 της 3ης έκδοσης).

Και όλο το βιβλίο συνεχίζεται έτσι, με απύθμενη περιφρόνηση για τον «αγράμματο» λαό, με κλεφτοπόλεμο στις θέσεις των δημοτικιστών και με εξυπνάδες. Ποίος όμως ημπορεί να κάμη την διάκρισιν αυτήν; Ο λαός, βεβαίως, δεν είναι εις θέσιν, λέει σε ένα σημείο. Και αλλού: Πάντως το μεγαλόπρεπος αποκλείεται να το έπλασεν ο λαός, διότι δεν γνωρίζει τι σημαίνει. (σελ. 100). Ή χαρακτηρίζει παιδαριώδεις τους στίχους πολλών δημοτικών τραγουδιών (σελ. 143) επισημαινοντας όμως ότι δεν τολμά κανείς να επικρίνει διότι θα κατηγορηθεί ότι «βρίζει το λαό».

Ένα ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου ειναι εκεί όπου ο συγγραφέας αποδελτιώνει 100 αρκετά έως πολύ σπάνιες και κυρίως ιδιωματικές λέξεις από το Ετυμολογικό λεξικό του Ανδριώτη, τις οποίες λέει ότι έβαλε για άσκηση σε 120 νέους, αποφοίτους γυμνασίου τουλάχιστον, οι περισσότεροι από τους οποίους τις αγνοούσαν σχεδόν όλες,  και από αυτό συμπεραίνει ότι «η λαϊκή γλώσσα δεν ειναι κατανοητή από τον λαό». Το πρωτο μισό του καταλόγου το βλέπετε εδώ και ίσως αξιζει σχολιασμό σε χωριστό άρθρο. Πολλές από αυτές τις λεξεις τις έχω σχολιάσει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται».

Πάντως ο χουντικός συγγραφέας αποδεικνύεται πιο προσγειωμένος από κάποιους σημερινούς που μιλάνε για 5 ή 100 εκατομμύρια λέξεις της αρχαίας ελληνικής, διότι λέει: «Όταν μία γλώσσα, η οποία είχε περισσοτέρας των 100 χιλιάδων λέξεις, και εις την οποίαν διετυπώθησαν τα υψηλότερα νοήματα του ανθρώπου, καταντά εις μίαν γλώσσαν 2-3 χιλιάδων λέξεων, με τας οποίας δεν ημπορείτε να εκφράσετε παρά μόνον ‘συγκεκριμένας εννοίας’ του καθημερινού πρακτικού βίου, αυτό δεν είναι εξέλιξις, υπό την ποιοτικήν σημασίαν του όρου».

Και ο συγγραφέας τελειώνει απαριθμώντας τις αιτίες του «αγώνος κατά της εθνικής γλώσσης», που είναι: οι ακρότητες του λογιωτατισμού, η μίμησις των δημοτικών τραγουδιών, η εκμετάλλευσις του κινήματος από τους κομμουνιστάς, η αγλωσσία και η αγραμματωσύνη, η μανία της λεξιθηρίας και της γλωσσοπλαστίας, η ξενομανία και το πνεύμα επαναστάσεως κατά του κατεστημένου.

Και καταλήγει: Απαραίτητος όμως προϋπόθεσις διά την πραγματοποίησιν οιασδήποτε των ανωτέρω ελπίδων, είναι ότι η γλώσσα των δημοτικιστών δεν θα εισαχθή εις την παιδείαν, αλλά θα εξακολουθήση να διδάσκεται εκεί μία γλώσσα την οποίαν, οι μεγαλοφυέστεροι άνδρες της αισθητικής του λόγου, ανήγαγον εις βαθμόν τελειότητος και η οποία εξακολουθεί ν’ αποτελή την ακένωτον πηγήν από την οποίαν η παγκόσμιος επιστήμη αντλεί τας λέξεις διά την απόδοσιν των εννοιών της. (Η τελευταία παράγραφος του βιβλίου, χωρίς καμιά αλλαγή από μέρους μου).

Όταν διαβάζω την «Εθνική Γλώσσα», μου δημιουργείται η εντύπωση ότι το έχουν γράψει δύο ή περισσότεροι άνθρωποι. Αλλού είναι εμφανές το χοντροκομμένο στρατιωτικό ύφος, αλλού υπάρχουν επιχειρήματα λογικά. Σε μερικά σημεία ο συγγραφέας δείχνει αβυσσαλέα αμάθεια, π.χ. όταν στη σελ. 72 μέμφεται τη γραμματική Τριανταφυλλίδη γιατί περιλαμβάνει κάπου τον τύπο «χαλασοχώρης», λέγοντας ότι έτσι θα μπορούσε κανείς χάριν αστεϊσμού να πλάσει χιλιάδες λέξεις όπως χαλασοσπίτης, χαλασοπαρέας, χαλασοσυντροφιάς, χαλασογλέντης, χαλασοτραπέζης, χαλασογειτονιάς, προφανώς αγνοώντας ότι τους Χαλασοχώρηδες τους έχει απαθανατίσει ο άγιος Παπαδιαμάντης. Οι μύδροι του κατά της μοντέρνας τέχνης (έργα ζωγραφικής ή γλυπτικής αντάξια του σπηλαιανθρώπου, γράφει) δείχνουν καραβανάδικη στενοκεφαλιά.

Αλλού όμως παρουσιάζεται ενημερωμένος για τα βασικά κείμενα των δημοτικιστών (Ψυχάρης, Ροΐδης) και κερδίζει κάποιους πόντους με εύστοχες επισημάνσεις για ασυνέπειες και κενά της γραμματικής Τριανταφυλλίδη (που βέβαια εντοπίζονται σε προβληματικές περιοχές όπως ο μέσος παρατατικός των ρημάτων όπως το αποτελούμαι), ή δείχνει εξοικειωμένος με την ορολογία της γλωσσολογίας (π.χ. μιλάει για «τέρματα»), αλλά και με την εσωτερική ζωή της φιλοσοφικής Αθηνών.

Λογουχάρη, στις σελίδες 76-77 επικρίνει «σημερινή (22.11.72)» ανακοίνωση φοιτητριών υποψηφίων για το ΔΣ του Συλλόγου Φοιτητών Φιλοσοφικής Αθηνών, επειδή χρησιμοποίησαν τον τύπο «πληρώνεται η προϋπόθεση». Όχι μόνο έχει δίκιο σε όσα γράφει επί του γλωσσικού (δηλ. ότι το οργανούται μπορεί να αντικατασταθεί από το οργανώνεται, όχι όμως το πληρούται από το πληρώνεται διότι αυτό έχει άλλη σημασία στη γλώσσα του λαού), αλλά και το όλο στιλ μου φαίνεται δύσκολο να μην έχει γραφτεί από άνθρωπο που ζει μέσα στο πανεπιστήμιο. Επειδή είναι πολύ μεγάλο παραθέτω μόνο το τέλος: Και ο μεν λαός πιθανόν ν’ αγανακτήση διά τον δύστροπον εργοδότην ο οποίος κατακρατεί τους μισθούς της «προϋπόθεσης» και δεν την πληρώνει, αλλ’ οι γραμματισμένοι γονείς θ’ αγανακτήσουν διά τας αυριανάς καθηγητρίας εις τας οποίας θα παραδώσουν τα τέκνα των διά να μάθουν γράμματα. Διότι, όπως φαίνεται από την ανακοίνωσίν των, «δεν πληρώνουν τα προσόντα».

Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι δεν αποκλείεται κάποιος στρατιωτικός με φιλολογική έφεση να έχει στη βιβλιοθήκη του τον Ψυχάρη και τον Ροΐδη, δύσκολα θα πιστεύαμε ότι αποδελτιώνει και τις ομιλίες των δημοτικιστών καθηγητών πανεπιστημίου, όπως κάνει ο συγγραφέας του βιβλίου (και παραθέτει αποσπάσματα των οποίων στη συνέχεια καταδεικνύει τις υποτιθέμενες αδυναμίες ή τις όποιες αντιφάσεις).

Οπότε, το συμπέρασμά μου είναι ότι κατά πάσα πιθανότητα το έργο έχει γραφτεί από περισσότερους του ενός συγγραφείς, ένας από τους οποίους πρέπει να ήταν στη Φιλοσοφική Αθηνών. Εναλλακτικά, ότι το έγραψε ένας συγγραφέας (της Φιλοσοφικής) και μετά το πήρε ένας φιλολογών καραβανάς και πρόσθεσε τα δικά του (τα σημεία εξαιρετικής βλακείας και φτηνού χιούμορ, που ξεχωρίζουν). Οι υποσημειώσεις πάντως, όσες προστέθηκαν στη δεύτερη και την τρίτη έκδοση, πρέπει να είναι του πανεπιστημιακού.

Σήμερα, το γλωσσικό ζήτημα, έτσι όπως το έθετε το χουντικό βιβλιαράκι, εχει λυθεί. Μπορεί να έχουμε οξείες αντιπαραθέσεις περί το γλωσσικό (αν και σε καμιά περίπτωση δεν φτάνουν την οξύτητα των συγκρούσεων του 20ού αιώνα) όμως και οι δυο πλευρές χρησιμοποιούν στην αντιπαράθεσή τους την ίδια γλωσσική μορφή, την κοινή νεοελληνική, που ειναι ουσιαστικά η δημοτική του Τριανταφυλλίδη που τόσο λοιδόρησε ο ανώνυμος χουντικός συγγραφέας (ή οι ανωνυμοι….). Σε αυτή την επικράτηση της δημοτικής συνέβαλε ουσιαστικά αν και άθελά της και η χούντα, η οποία με τη γλωσσική πολιτική της και με την ταύτιση του δημόσιου λόγου της με την πιο κωμική καθαρεύουσα, έδωσε τη χαριστική βολή σε αυτό τον γλωσσικό τύπο. Να αναγνωρίσουμε τάχα ενα μικρό μερίδιο και στον χουντικό συγγραφέα της Εθνικής Γλώσσας;

Posted in Γενικά γλωσσικά, Γλωσσικό ζήτημα, Δικτατορία 1967-74, Επαναλήψεις, Πρόσφατη ιστορία, Παρουσίαση βιβλίου | Με ετικέτα: , , , , | 135 Σχόλια »

Επί ξύλου κρεμάμενοι και πάλι

Posted by sarant στο 5 Απρίλιος, 2018

Το ιστολόγιο συνεχίζει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα με μια ακόμα επανάληψη (είπαμε, έχω πάει μια μικρή βόλτα). Μια και σήμερα είναι Μεγάλη Πέμπτη, δημοσιεύω ένα άρθρο σχετικό με τη σημερινή μέρα, που είχε δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Η γλώσσα μας έχει πάρει πολλά στοιχεία από την εκκλησιαστική φρασεολογία: τύπους και λέξεις αρχαϊκές, φράσεις παροιμιώδεις και έννοιες μεταφορικές, που μπήκαν στη γλώσσα τους προηγούμενους αιώνες όταν η συμμετοχή στις τελετές της εκκλησίας ήταν σχεδόν υποχρεωτική, πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι στις μέρες μας. Πολλές από τις φράσεις αυτές, μάλιστα, επειδή δεν ήταν η σημασία τους κατανοητή, παρερμηνεύτηκαν και τελικά απέκτησαν νέα σημασία’ για παράδειγμα, το «εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» του δοξαστικού τροπαρίου της Ανάστασης έδωσε την κοινότατη παροιμιώδη φράση «περνάει ζωή χαρισάμενη» που την είχαμε συζητήσει παλιότερα. Μιαν άλλη φράση που έχει μεγαλοβδομαδιάτικη προέλευση θα δούμε σημερα.

Για κάποιον που έχει μείνει φτωχός, μόνος και αβοήθητος, λέμε ότι έμεινε «επί ξύλου κρεμάμενος». Η φράση προέρχεται από τον ύμνο της Μεγάλης Πέμπτης «Επί ξύλου, βλέπουσα, κρεμάμενον, Χριστέ, (…) η σέ ασπόρως τεκούσα εβόα πικρώς». Ξύλο βέβαια είναι ο σταυρός, και στην εδραίωση της φράσης συνέβαλε και ο πασίγνωστός ύμνος «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας».

Ασφαλώς η εικόνα του εσταυρωμένου Ιησού, βασανισμένου, σχεδόν γυμνού, εγκαταλειμμένου, έρχεται στο νου πολλών όταν χρησιμοποιούν την έκφραση.

Ο «κρεμάμενος επί ξύλου» δεν βρίσκεται απλώς σε έσχατη πενία· επιπλέον, είναι αβοήθητος, χωρίς υποστήριξη υλική και ηθική, χωρίς ανθρώπους να τον συντρέξουν· σε πολλές περιπτώσεις, η φράση χρησιμοποιείται για κάποιον που έμεινε χωρίς ασφαλιστική κάλυψη (την εποχή που κάτι τέτοιο ήταν η εξαίρεση, όχι ο κανόνας όπως πάει να γίνει τώρα). Φαντάζομαι ότι και το ρήμα «κρέμομαι» προσθέτει στην επισφάλεια της θέσης.

Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα χρήσης της.

… ποιος της παραστάθηκε, ούτε αδερφός, σαν έφτασε από τη Γερμανία χήρα επί ξύλου κρεμάμενη, κρατώντας ένα βαλιτσάκι κουρέλια και το πεντάρφανο ανίψι της;
Αλ. Κοτζιάς, Ο γενναίος Τηλέμαχος

Σαν βγήκε από το νοσοκομείο, ήταν επί ξύλου κρεμάμενη, δίχως δραχμή στην μπάντα ή συγγενή να τη βοηθήσει.
Καραγάτσης, Το Δέκα

  Σαν το πήγα, ο Θανάσης βρισκόταν σε κακά χάλια, άρρωστος πολύ. Κουτσομαγείρευε. Δύσκολα φαγητά, τηγανητά και τέτοια, δεν μπορούσε να κάνει. Και ούτε και σε καμιά ασφάλιση ήταν -από ξύλου κρεμάμενος.
Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά. Προσέξτε την παραλλαγή, «από ξύλου».

Και μια άλλη παραλλαγή:

Μα έτυχε η αρρώστια της. Τόσον καιρό στο κρεβάτι, με γιατρούς, με γιατρικά, μ’ άφηκε ’πι ξύλου. Ίδε άνθρωπος!
Θεοτόκης, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα

Η απόλυτη πενία, η έλλειψη συμπαράστασης και εξασφάλισης είναι οι κοινοί τόποι.

Μια πιο παλιά ανεύρεση:

Εγώ τώρα, είμαι επί ξύλου κρεμάμενος, κατάχρεος, απένταρος, ελεεινός, εκλογήν θα κοιτάξω;
Η. Καπετανάκης, Ο γενικός γραμματεύς

Αυτή η τελευταία είναι από τα τέλη του 19ου αιώνα, αλλά αυτές οι εκκλησιαστικής προέλευσης φράσεις είναι πολύ παλιότερες. Δεν έχω κάνει εξαντλητική έρευνα στα σώματα κειμένων, πάντως τη βρίσκω σε επιστολή των Σουλιωτών προς τον εγγλέζο αρμοστή της Επτανήσου, γραμμένη μετά τη συνθηκολόγηση:

Ημείς, εξοχώτατε, εν όσω χρόνω διετρίψαμεν εις την πατρίδα μας, τα σκληρά περιστατικά δεν μας εσυγχώρησαν να χορτάσομεν ούτε την ποθηνήν μας πατρίδα, ούτε μικρόν τι εισόδημα ν’ απολαύσομεν από τα υποστατικά μας, αλλά καθώς επήγαμεν, το δη λεγόμενον, επί ξύλου κρεμάμενοι, ούτω και αναχωρήσαμεν εκείθεν.

Η προσθήκη «το δη λεγόμενον» δηλώνει σαφώς ότι η φράση ήταν παροιμιακή ήδη τότε -πιθανώς και από πολύ παλιότερα.

Πάντως, η φράση είναι πολύ ζωντανή και σήμερα, σε αντίθεση με άλλες εκκλησιαστικές που έχουν πάρει να ξεχνιούνται. Πριν από μερικά χρόνια, ο συγγραφέας Γιώργος Σκαμπαρδώνης, που του αρέσουν οι λογοπαικτικοί τίτλοι (αν και το παρακάνει -τα διηγήματά του στέκονται έτσι κι αλλιώς μια χαρά) διάλεξε να δώσει σε ένα βιβλίο του ακριβώς τον τίτλο «Επί ψύλλου κρεμάμενος». Όπως είπε πρόσφατα σε μια εκδήλωση που έτυχε να παρακολουθήσω, κάπου άκουσε να το λένε έτσι, δεν το έπλασε ο ίδιος το λογοπαίγνιο. Πάντως στο συγκεκριμένο διήγημα που έδωσε τον τίτλο σε όλη τη συλλογή, ο ψύλλος παίζει κάποιο ρόλο.

Η φράση χρησιμοποιείται και στις εφημερίδες. Για παράδειγμα, όταν ο Γιάννης Αλαφούζος αποφάσισε να αφήσει τον Παναθηναϊκό στην τύχη του, δίνοντας ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς τα κάνει μούσκεμα η ιδιωτική πρωτοβουλία, ο σχετικός τίτλος σε μια εφημερίδα ήταν «Επί ξύλου κρεμάμενος».

Με το πολυετές μεγαλοβδόμαδο που έχει σκεπάσει την πατρίδα μας τα τελευταία χρόνια, πολλοί, πάρα πολλοί βρέθηκαν, συχνά από τη μια μέρα στην άλλη, επί ξύλου κρεμάμενοι. Φτωχοί ναι, αλλά μόνοι και αβοήθητοι γιατί;

Posted in Επαναλήψεις, Εκκλησία, Λογοτεχνία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , | 133 Σχόλια »

Ποιος έγινε άρατος;

Posted by sarant στο 4 Απρίλιος, 2018

Από σήμερα το ιστολόγιο μπαίνει σε μεγαλοβδομαδιάτικο κλίμα, και ταυτόχρονα σε κλίμα επαναλήψεων. Θα πάω μια μικρή εκδρομή, οπότε το σημερινό και το αυριανό άρθρο θα είναι επαναλήψεις και μάλιστα από την ίδια χρονιά, από άρθρα που είχαν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο το 2012, πριν από έξι χρόνια, πάλι μέσα στη Μεγάλη Βδομάδα.

Μια και είναι μεγαλοβδόμαδο, λοιπόν, θα δούμε μια λαϊκή λέξη που έχει γεννηθεί από την εκκλησιαστική γλώσσα και ειδικότερα από τις πασχαλινές λειτουργίες, όσο κι αν η προέλευσή της δεν είναι καθόλου φανερή. Είναι μια λέξη που την έχω συμπεριλάβει στο βιβλίο μου «Λέξεις που χάνονται«, αλλά που είχα να πω λίγο περισσότερα γι’ αυτήν (αφού στο βιβλίο έβαλα όριο τις 200 λέξεις για κάθε λήμμα του). Βέβαια, δεν είναι και τόσο γνωστή λέξη, και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό χρησιμοποιείται ακόμα -και περιμένω να μου πείτε εσείς αν την ξέρετε κι αν τη χρησιμοποιείτε.

Πρόκειται για τη λέξη άρατος, που είναι εύχρηστη ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη φράση «έγινε άρατος», που σημαίνει «εξαφανίστηκε, έγινε άφαντος, τράπηκε σε φυγή», και η οποία ακόμα ακούγεται στην Πελοπόννησο, την Αιτωλοακαρνανία, την Ήπειρο και τη Θάσο (αν ακούγεται κι αλλού θα μου το πείτε). Από τον άρατο έχει προκύψει και ρήμα αρατίζω = τρέπω σε φυγή, π.χ. «αράτισες τους άντρες μας, φοβερέ μ’ Αλή Πασιά», και αρατίζομαι = το βάζω στα πόδια, εξαφανίζομαι τρέχοντας, π.χ. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι (Χατζόπουλος, Ο πύργος του Ακροπόταμου).

Η φράση έχει γεννηθεί από ένα εκκλησιαστικό δρώμενο, που γίνεται μετά την Ανάσταση. Μεταφέρω περιγραφή από ένα ζακυθινό ιστολόγιο: Μετά το «Χριστός Ανέστη» όταν οι ιερείς γυρίσουν στην εκκλησία, γίνεται το εξής: πριν έμπει ο παπάς στην εκκλησία, γίνεται το έθιμο του «Άρατε πύλας». Η πόρτα της εκκλησίας είναι κλειστή κι ο παπάς κρατώντας υψωμένη τη λαμπάδα της Ανάστασης, λέει με δυνατή φωνή: «άρατε πύλας, οι άρχοντες υμών, και επάρθητε, πύλαι αιώνιοι, και εισελεύσεται ο βασιλεύς της Δόξης». Ο κρυμμένος από μέσα νεωκόρος, υποκρινόμενος τον Σατανά ρωτάει: «τις εστίν ούτος ο βασιλεύς της δόξης»; Και ο παπάς απαντά: «Κύριος κραταιός και δυνατός, Κύριος δυνατός εν πολέμω, Κύριος των Δυνάμεων» κλπ Κι αμέσως δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, την ανοίγει και περνά με τους πιστούς, προβάλλοντας την Αναστάσιμη λαμπάδα. Ο νεωκόρος πρέπει αμέσως να εξαφανιστεί και να μην τον δει κανείς εκείνη τη στιγμή. Αν συμβεί το αντίθετο, νομίζουν ότι θα γίνει κάποιο κακό.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Όχι στα λεξικά, Επαναλήψεις, Εκκλησία, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , , | 164 Σχόλια »

Μόνο μια μέρα το χρόνο μάς λένε ψέματα;

Posted by sarant στο 2 Απρίλιος, 2018

Πρωταπριλιάτικο άρθρο στις 2 Απριλίου είναι σαφώς ανεπίκαιρο, αλλά εμείς εδώ λεξιλογούμε. Το άρθρο που παρουσιάζω σήμερα δημοσιεύτηκε χτες, πρώτη μέρα του μηνός αλλά και πρωτη Κυριακή του μήνα, στην τακτική στήλη που διατηρώ στα Ενθέματα της κυριακάτικης Αυγής και αφού δημοσιεύτηκε την Πρωταπριλια εξετάζει το έθιμο και τα λεξιλογικά του ψέματος -όχι εξαντλητικά, αφού το θέμα είναι τεράστιο: μπορείτε να το συμπληρώσετε στα σχόλια.

Για να πω την αλήθεια, και το 2012 είχαμε την Πρωταπριλιά να πέφτει Κυριακή οπότε και τότε το άρθρο μου στα Ενθέματα είχε επίσης άρωμα πρωταπριλιάτικο -και αρκετά κοινά στοιχεία με το σημερινό, όμως εκείνο εστίαζε στα λεξιλογικά της φάρσας.

Για τουτην εδώ την αναδημοσίευση, αποφάσισα να ενσωματώσω στο φετινό άρθρο κάμποσα στοιχεία από το άρθρο του 2012, εκείνα που αναφέρονται στη φάρσα, ώστε, συμφωνα με το κλισέ, να θυμούνται οι παλαιότεροι και να μαθαίνουν οι νεότεροι 🙂

Το σημερινό άρθρο έχει μιαν ιδιαιτερότητα, μια και η πρώτη Κυριακή τούτου του μήνα, του Απρίλη, είναι ταυτόχρονα και η πρώτη μέρα του· είναι δηλαδή πρωταπριλιά, η μέρα η παραδοσιακά αφιερωμένη στην (καλοπροαίρετη συνήθως) φάρσα και στην προσπάθειά μας να κάνουμε τους φίλους μας να πιστέψουν το ψέμα που θα τους σερβίρουμε. Οπότε, η στήλη αφιερώνεται στο έθιμο.

Παρά το γεγονός ότι το πρωταπριλιάτικο ψέμα είναι έθιμο διεθνές, μια και πολλοί λαοί συνηθίζουν να κάνουν φάρσες την πρώτη μέρα του Απρίλη, δεν υπάρχει ομοφωνία ως προς τις απαρχές του. Μια εκδοχή που υποστηρίζεται από πολλούς είναι ότι το έθιμο γεννήθηκε στη Γαλλία, όταν από το 1564 και μετά ορίστηκε πρώτη μέρα του χρόνου η 1η Ιανουαρίου, ενώ ως τότε το έτος άρχιζε από την 1η Απριλίου. Υποτίθεται ότι τα πρώτα χρόνια πολλοί εξακολούθησαν να γιορτάζουν την πρωτοχρονιά την 1η Απριλίου, οπότε οι άλλοι, για να τους κοροϊδέψουν, τους έστελναν ψάρια (συνηθισμένο δώρο σε σαρακοστιανές μέρες), που όμως για την περίσταση ήταν ψεύτικα, τα οποία ονομάστηκαν, στα γαλλικά, poisson d’Avril, όπως λέγονται οι πρωταπριλιάτικες φάρσες. Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις πως το έθιμο είναι παλαιότερο από τον 16ο αιώνα, κι έτσι προς το παρόν η πρωταπριλιά αντιστέκεται στην επεξήγηση, όπως αρμόζει στη μέρα την αφιερωμένη στο ψέμα και στη φάρσα.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Επετειακά, Ετυμολογικά, Ιστορίες λέξεων, Πρόσφατη ιστορία | Με ετικέτα: , , , , , | 83 Σχόλια »

Η μέρα της λαγάνας ξανά

Posted by sarant στο 19 Φεβρουαρίου, 2018

Επειδή έχω πάει μια μικρή εκδρομή, θα επαναλάβω σήμερα ένα παλιότερο άρθρο για τη σημερινή μέρα, που το είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από έξι χρόνια. Έχω προσθέσει πάντως κάμποσα πράγματα.

Ένα σύντομο πριν πάω να πετάξω τον χαρταετό (ή να τσακίσω τα σαρακοστιανά, που είναι και το πραγματικό… επίδικο της γιορτής), για μία από τις πολλές ξεχωριστές λέξεις της σημερινής μέρας, τη λαγάνα.

Η λαγάνα είναι το επίπεδο ψωμί χωρίς προζύμι που τρώμε την Καθαρά Δευτέρα (και ουσιαστικά μόνο την Καθαρά Δευτέρα, τουλάχιστον οι περισσότεροι). Αυτή είναι η πανελλήνια ονομασία, νομίζω, αν και βέβαια υπάρχουν τοπικά πολλές και διάφορες παραλλαγές και ονομασίες, για παράδειγμα σε ένα κορφιάτικο γλωσσάρι βρίσκω άλλες δυο λέξεις, την ξεπεταχτή και τη φλάουνα, που είναι, λέει, αλευρόπιτα (από το αγγλικό flour)· έχω πολλές επιφυλάξεις για την ετυμολογία, αφού η λέξη «φλαούνα» απαντά και στα νησιά του Αιγαίου, πχ την Τήνο, όπου δεν υπάρχει αγγλική επιρροή.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Posted in Επαναλήψεις, Ετυμολογικά, Εορταστικά, Παπαδιαμάντης, Φρασεολογικά | Με ετικέτα: , , , , | 170 Σχόλια »